Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Προεστοί’

Οι προύχοντες της Πελοποννήσου στα Ορλωφικά και πριν το 1821 – Σαϊσανάς Βασίλειος


 

Εισαγωγή – Ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης – Οι κοινότητες – Ο θεσμός των κοινοτήτων στην Πελοπόννησο κατά την Β΄ Τουρκοκρατία – Ο διοικητικός ρόλος των προεστών – Οι επαναστατικές και πολιτικές κινήσεις – Οι προεστοί ως παράγοντες στρατιωτικής και πολιτικής δράσης κατά το κίνημα των Ορλωφικών και πριν την επανάσταση του 1821 – Επίλογος – Συμπεράσματα – Παράρτημα. Προεστοί της Πελοποννήσου κατά την Β΄ Τουρκοκρατία

 

Εισαγωγή

 

Στην παρούσα εργασία θα εξεταστούν ζητήματα και προβληματικές που αφορούν τους κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά την δεύτερη τουρκοκρατία. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετηθεί ο ρόλος και η δράση τους ως παράγοντες πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ισχύος κατά την διάρκεια του κινήματος των Ορλωφικών καθώς και κατά την περίοδο που προηγήθηκε του ξεσπάσματος της Επανάστασης του 1821. Για την βέλτιστη κατανόηση του ρόλου που διαδραμάτισαν οι προεστοί στα Ορλωφικά αλλά και για να προκύψουν ορθότερες ερμηνείες πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, είναι σκόπιμο και εν πολλοίς αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά στα  γεγονότα του εμπόλεμου αυτού ξεσπάσματος.

Μελετώντας κανείς, έστω και στοιχειωδώς το ιστοριογραφικό έργο  που αφορά στην Πελοπόννησο κατά την δεύτερη τουρκοκρατία δεν θα αργήσει να αντιληφθεί ότι ένας από τους βασικούς διοικητικούς και δημοσιονομικούς άξονες που σχετίζεται με την Ελληνορθόδοξη – και όχι μόνο – πραγματικότητα υπήρξε η άτυπη τάξη των Προεστών ή Κοτζαμπάσηδων. Βασικοί μοχλοί πολιτικής εξουσίας και οικονομικής δύναμης οι τελευταίοι άσκησαν μεγάλη κοινωνική επιρροή και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τα κρίσιμα εκείνα γεωπολιτικά και στρατηγικά δεδομένα που μετέβαλαν ουσιωδώς την μοίρα όχι μόνο της Πελοποννήσου αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού όπως αποδείχθηκε.[1]

Ποιοι ήταν όμως οι Προεστοί; Πώς αυτοί παγίωσαν την πολιτική και οικονομική εξουσία τους και πώς συγκροτήθηκε ιδεολογικά η ταξική τους συνείδηση, στον βαθμό βέβαια, που αυτή υπήρξε; Οι απαρχές και οι βάσεις της συγκρότησης και στοιχειοθέτησης του κοτζαμπασισμού εντοπίζονται την εποχή της δεύτερης Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο (1685 – 1715) όταν και αναδείχτηκε μία ισχυρή αγροτική ολιγαρχία που έτεινε περιοδικά να αντικαταστήσει τους Τούρκους φεουδάρχες του παλαιού κοινωνικο-οικονομικού σχήματος. Οι νέοι αυτοί τοπικοί αρχηγοί, όντας – κατά κανόνα – φιλοβενετικά στοιχεία άντλησαν δύναμη από το διοικητικό σύστημα που εφάρμοσαν οι βενετικές αρχές αξιοποιώντας τα προνόμια που προορίζονταν για κάθε κοινότητα βάσει ειδικά διαμορφωμένου καταστατικού χάρτη. [2] Υπό αυτούς τους όρους, έτσι όπως υπαγορεύονταν από το συγκεκριμένο βενετικό σύστημα αρχών, ορισμένες οικογένειες απέκτησαν διόλου ευκαταφρόνητη πολιτική και οικονομική δύναμη. Ορισμένες από αυτές τις οικογένειες υπήρξαν οι Σύντιχοι στην Καρύταινα, οι Νοταράδες στην Κόρινθο, οι Ζαΐμηδες στα Καλάβρυτα, οι Μπενάκηδες στην Μεσσηνία, οι Κρεββατάδες στον Μυστρά κ.α.[3]

 

Προεστός του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

 

Αυτές οι οικογένειες θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν και να εδραιώσουν την πολιτική και οικονομική τους εξουσία και μετά την οθωμανική ανακατάληψη της Πελοποννήσου το 1715. Η διαιώνιση αυτής της εξουσίας δεν θα μπορούσε να μην βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με τους όρους κατάκτησης που υιοθετήθηκαν και τέθηκαν σε ισχύ στην Πελοπόννησο από τους Οθωμανούς κυριάρχους. Πιο συγκεκριμένα οι οθωμανικές αρχές διατήρησαν τον θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης ο οποίος αναντίρρητα ευνοούσε τα πεδία δράσης των προυχόντων.[4] Η οικειοθελής και έγκαιρη υποταγή των προεστών στα προελαύνοντα οθωμανικά στρατεύματα και η ομαλή ένταξή τους στην νέα πολιτική πραγματικότητα που συνεπαγόταν η κατάκτηση εξασφάλισε στους πρώτους όχι μόνο την εύνοια των κατακτητών αλλά και μία δεσπόζουσα θέση μέσα στο σύστημα της τοπικής αυτοδιοίκησης με πολυσύνθετα διοικητικά και οικονομικά προνόμια.[5] Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κανέλλος Δεληγιάννης, οι πελοποννήσιοι προεστοί πέτυχαν δια σουλτανικού φιρμανίου την αναγνώριση προνομίων, κυρίως δημοκρατικήν διοίκησιν, δηλαδή δυναμική και εμπλουτισμένη τοπική αυτοδιοίκηση με αντιπροσώπους που αποφάσιζαν εις τας εκλογας και εις την διανομήν των επιτόπιων φόρων.[6] Βέβαια παρά την υπερβολή που αποδίδεται στον όρο δημοκρατική διοίκηση εντούτοις η ιστορική πραγματικότητα επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς και τις τοποθετήσεις του Δεληγιάννη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Νοταράς Πανούτσος  (1740 ή 1752 – 1849)


 

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μέλος της γνωστής οικογένειας* δημογερόντων της Κορινθίας, οι οποίοι υπήρξαν σημαντικοί οικονομικοί και διοικητικοί παράγοντες του τόπου. Ορισμένοι πρωταγωνίστησαν το 1770 στην εξέγερση των Ορλωφικών. Ο Πανούτσος Νοταράς γεννήθηκε στα Τρίκαλα Κορινθίας το 1752, κατά την πιθανότερη εκδοχή, ή το 1740. Ήταν γιος του προκρίτου Σπυρίδωνα Νοταρά, ενός από τους πιο καλλιεργημένους προεστούς της περιόδου του 18ου και του 19ου αιώνα.

Δάσκαλός του ήταν ο Μεσολογγίτης λόγιος Γρηγόριος Καρβούνης. Λόγοι υγείας δεν του επέτρεψαν να σπουδάσει στην Ιταλία. Διέθετε ωστόσο πλουσιότατη βιβλιοθήκη και αξιόλογη κλασική παιδεία. Νέος ακόμη ο Πανούτσος Νοταράς πρωταγωνίστησε στα Ορλωφικά και αργότερα, το 1818, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Στις δεκαετίες πριν από την Επανάσταση, οι Νοταράδες περιλαμβάνονταν στις έξι πιο ισχυρές οικογένειες της Πελοποννήσου που νέμονταν σημαντικά διοικητικά αξιώματα κατά τρόπο κατ’ ουσία κληρονομικό.

 

« Η οικογένεια των Νοταραίων είναι μία εκ των επισημοτέρων της Πελοποννήσου, δια την παλαιότητα και την λαμπρότητα της καταγωγής της. Ο δε Πανούτσος υπήρξε πάντοτε πληρεξούσιος και Πρόεδρος των Εθνοσυνελεύσεων». Φωτάκος

 

Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, το Μάρτιο του 1821, ο Νοταράς ήταν από τους προεστούς που εξέφρασαν επιφυλάξεις για την έναρξη του Αγώνα στη δεδομένη χρονική στιγμή. Περίπου ένα μήνα πριν, σε συγκέντρωση προεστών, είχε διατυπώσει την άποψη ότι οι Έλληνες ήταν ακόμα ανέτοιμοι για ένα τέτοιο εγχείρημα, προκαλώντας την οργή του Παπαφλέσσα που ήταν παρών.

Με την έναρξη του Αγώνα και ιδίως μετά την άφιξη του Δημήτριου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο (Ιούνιος 1821) και τη σύσκεψη στα Βέρβαινα, όπου το κλίμα ήταν ιδιαίτερα εχθρικό για τους προκρίτους, ο Νοταράς ήρε τις επιφυλάξεις του στηρίζοντας ενεργά την υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης. Συμπαρέσυρε μάλιστα και άλλους διστακτικούς προεστούς να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Στο μεταξύ, τον Απρίλιο του 1821, οι Οθωμανοί είχαν εκτελέσει τον αδελφό του Ανδρικό.

Κατά την Α’ Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Επίδαυρο το Δεκέμβριο του 1821, εξελέγη πληρεξούσιος και μετείχε στη δωδεκαμελή επιτροπή σύνταξης του πρώτου συντάγματος. [ Οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν στο Άργος στο ναό του Αϊ – Γιάννη το Δεκέμβριο 1821 και συνεχίστηκαν στην Πιάδα – Νέα Επίδαυρο ]. Διετέλεσε μέλος του Εκτελεστικού της επαναστατικής διοίκησης και ανέλαβε τη διεύθυνση των οικονομικών υποθέσεων από τον Ιανουάριο του 1822 έως τον Απρίλιο του 1823. Κατά τη θητεία του στο αξίωμα αυτό υπέγραψε έντοκα γραμμάτια, που αποτέλεσαν ένα πρώτο είδος ελληνικού χαρτονομίσματος.

Κατά τη λεγόμενη τρίτη βουλευτική περίοδο (11 Οκτωβρίου 1824 – 6 Απριλίου 1826) εκλέχθηκε επίσημα πρόεδρος του Βουλευτικού, το οποίο έδρευε στο Ναύπλιο και έπαιζε σκιώδη και δευτερεύοντα ρόλο.

Αν και αρχικά είχε αντιταχθεί στον ανιψιό του Ιωάννη Νοταρά και είχε προσεγγίσει την παράταξη των στρατιωτικών και τον Κολοκοτρώνη, τελικά συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο στο πλευρό της παράταξης του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ενάντια στην παράταξη των στρατιωτικών. Ο ανιψιός του Ιωάννης πολιόρκησε τους οπλαρχηγούς που είχαν κλειστεί στο κάστρο του Ακροκορίνθου, όμως εκείνος ήταν που κατάφερε να το καταλάβει το Μάρτιο του 1824.

Επέδειξε, ωστόσο, μετριοπάθεια και διαλλακτικότητα, όπως προκύπτει και από έγγραφα που έστειλε ως πρόεδρος του Βουλευτικού στο Εκτελεστικό το 1824 και το 1825, επιδιώκοντας να παρεμποδίσει τη θέσπιση μέτρων ενάντια στους αντιπάλους και προτείνοντας μέτρα για τον τερματισμό του εμφυλίου ή την αμνήστευση των εμπλεκομένων σε αυτόν.

 

«Με χαράν μεγάλην παρατηρεί κάθε αληθής και τίμιος πατριώτης την εκλογήν του κυρίου Πανούτζου Νοταρά, εις τον βαθμόν του προέδρου του Βουλευτικού Σώματος των Ελλήνων. Τούτον τον σεβάσμιον γέροντα, αν και ημείς ονομάσωμεν νέον Αριστείδην, βεβαίως δεν σφάλλομεν. Άμποτε το πνεύμα του, ο ζήλος του και η προς την δικαιοσύνην αφοσίωσίς του, να ήναι πάντοτε τα μόνα αισθήματα και των συνυπουργών του, και να φρονώσιν, ότι η ελευθερία και ανεξαρτησία πηγάζουσιν από μόνην την αδελφικήν ένωσιν. Κατά δυστυχίαν όμως τα συστατικά της Βουλής μας στοιχεία είναι διηρημένα. Αλλά τι τάχα χρειάζεται δια να ενωθώσι πάλιν; όχι άλλο βέβαια, παρά μια ειλικρινείς θέλησις, και ένας κοινός ζήλος. Ο κύριος Νοταράς εις τον λόγον του τον κατά την έναρξιν της Γ’ περιόδου, ζητεί από τους κυρίους παραστάτας τας σύμβουλάς των. Μόνη αύτη η ευγενής μετριοφροσύνη του είναι ικανή να απόδειξη τον έντιμον χαρακτήρα τούτου του αξιοπρεπούς ανδρός, όστις εκ πρώτης αρχής τούτου του ενδόξου αγώνος μας μέχρι της παρούσης ημέρας, δεν έλειψε ποτέ από του να συνεισφέρη το κατά δύναμιν εις την κοινήν ευδαιμονίαν και την των πραγμάτων βελτίωσιν….» .. [ Ναύπλιον τη 8 Νοεμβρίου 1824, Ελληνικά Χρονικά, αρ.91]

 

Όταν, ύστερα από καθυστερήσεις αρκετών μηνών, πραγματοποιήθηκε η έναρξη των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο με συμμετοχή 127 αντιπροσώπων, τον Απρίλιο του 1826, ο Νοταράς ήταν ακόμη πρόεδρος του Βουλευτικού. Στη συνέχεια εξελέγη για δεύτερη φορά πρόεδρος Εθνοσυνέλευσης, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μόλις 10 ημερών (6-16 Απρι­λίου) μέχρι τη διακοπή της. Λίγους μήνες αργότερα καθαιρέθηκε από το αξίωμα, επειδή είχε υποστηρίξει τον ανιψιό του Ιωάννη σε τοπικές ταραχές. Ωστόσο, η καθαίρεση αυτή δεν τον εμπόδισε να προσφέρει ένα σεβαστό ποσό (10.0000 γρόσια) από την προσωπική του περιουσία για να ενισχύσει την Επανάσταση, που βρισκόταν σε κρίσιμη φάση.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της 10 μέρες μετά την έναρξή τους, εξαιτίας της πτώσης της πόλης του Μεσολογγίου. Στο διάστημα αυτό, εκλέχθηκε πρόεδρος της επιτροπής η οποία λειτουργούσε ως σύνδεσμος της Εθνοσυνέλευσης με το Εκτελεστικό (την κυβέρνηση). Με την ιδιότητα του προέδρου αυτής της επιτροπής εξέδωσε από την Αίγινα προκήρυξη στις 16 Μαρτίου 1827, με την οποία καλούσε τους πληρεξουσίους της Εθνοσυνέλευσης να συνέλθουν στην Τροιζήνα προκειμένου να ολοκληρώσουν τις εργασίες της. Στη συνέχεια αποσύρθηκε από τα κοινά για δύο χρόνια.

Την περίοδο της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, και ειδικότερα στις 27 Νοεμβρίου 1829, ορίστηκε ως πρώτος πρόεδρος του Εφετείου Ναυπλίου. Ο Καποδίστριας τον είχε ορίσει επίσης μέλος του συμβουλευτικού του οργάνου, του Πανελληνίου, υπεύθυνο για οικονομικά θέματα, χωρίς όμως να απασχοληθεί ενεργά σε αυτό.

Στην Ε’ Εθνοσυνέλευση, που συγκλήθηκε στο Άργος και στην Πρόνοια του Ναυπλίου (11 Ιουνίου – 20 Αυγούστου 1832), μετά την παραίτηση του Αυγου­στίνου Καποδίστρια από τη θέση του «προέδρου της ελληνικής κυβερνήσεως», ο Νοταράς συμπαρατασσόμενος με τον Ιωάννη Κωλέττη εκλέχθηκε παμψηφεί πρόεδρος.

Η Εθνοσυνέλευση αυτή, που ονομάστηκε «κατά συνέχεια Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις», σύμφωνα με το Β’ Ψήφισμα της 27ης Ιουλίου 1832, αποδέχθηκε την απόφαση της Διάσκεψης του Λονδίνου για την επιλογή του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας. Ο Πανούτσος Νοταράς διαδραμάτισε τότε πρωταγωνιστικό ρόλο, παρεμβαίνοντας δυναμικά και υποστηρίζοντας τη βούληση της πλειοψηφίας μπροστά στους 21 πληρεξούσιους της Εθνοσυνέλευσης αλλά και στους αντιπρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Συγκεκριμένα, πρότεινε τη διεξαγωγή συζήτησης για ένα σχέδιο συντάγματος που θα υποβαλόταν προς έγκριση στον Όθωνα. Τελικά, η Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της μέσα σε κλίμα αντιπαραθέσεων. Ουσιαστικά είχε πλέον εγκαθιδρυθεί μοναρχικό πολίτευμα κατά το πρότυπο της Γαλλικής Παλινόρθωσης και η αρχική πολιτική επιδίωξη της Επανάστασης για φιλελεύθερη πολιτεία, συνταγματικά οργανωμένη, περνούσε στο περιθώριο.

Κατά την Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση (8 Νοεμβρίου 1843 – 18 Μαρτί­ου 1844), που συγκλήθηκε μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και την αλλαγή του πολιτεύματος που ακολούθησε, ο Νοταράς εξελέγη πρόεδρος, προσωρινός στις 8 Νοεμβρίου 1843 και οριστικός λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Νοεμβρίου. Στην εκλογή του συνέβαλε καθοριστικά ο σεβασμός που ενέπνεε η ηλικία του, αφού όλοι τον θεωρούσαν «Νέστορα των Ελλήνων πολιτικών». Ήταν 91 ετών, ενώ κατά άλλους υπερέβαινε τα 103 ή 109 έτη. Στην πραγματικότητα, έπαιξε το ρόλο ενός κατά κάποιον τρόπο «επιτίμου προέδρου», εφόσον τα προεδρικά του καθήκοντα τα άσκησαν οι κατά πολύ νεότεροί του αντιπρόεδροι Ανδρέας Μεταξάς, Αλέξανδρος Μαυρο­κορδάτος, Ιωάννης Κωλέττης και Ανδρέας Λόντος.

Αυτή η διευθέτηση κατοχυρώθηκε και επίσημα με την ανάγνωση σχετικού εγγράφου του αμέσως μετά την εκλογή του στη θέση του προέδρου. Με αυτό ανακοίνωνε στην Εθνοσυνέλευση ότι διατηρούσε μεν την τιμητική θέση του προέδρου, όμως την άσκηση των καθηκόντων του την παραχωρούσε στους αντιπροέδρους. Το 1849 ο Νοταράς πέθανε σε βαθύ γήρας, στα Τρίκαλα Κορινθίας, όπου είχε αποσυρθεί έχοντας εν τω μεταξύ εκδώσει την αυτοβιογραφία του το 1846.

  

Υποσημείωση


* Νοταρά Οικογένεια. Μεγάλη ιστορική πελοποννησιακή οικογένεια με δράση κυρίως στην Κορινθία. Απέκτησαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μεγάλη οικονομική και διοικητική δύναμη. Ισόβιοι δημογέροντες στην επαρχία τους, καθοριστικοί παράγοντες της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του τόπου συμμετείχαν ενεργά στις εθνικοπολιτικές επιδιώξεις των συμπατριωτών τους. Η οικογένεια εξέθρεψε στους κόλπους της αγίους της Ορθοδοξίας (Αγ. Γεράσιμος, Αγ. Μακάριος), λόγιους, κληρικούς και ιεράρχες, αγωνιστές, φιλικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς που έδρασαν στην ελληνική εξέγερση του 1770 (Ορλωφικά), στην προεπαναστατική περίοδο, στον Αγώνα και στα πρώτα χρόνια του ελληνικού βασιλείου. Ο Πανούτσος Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας) ήταν από τα περισσότερο αναπτυγμένα πνευματικά και οικονομικά μέλη της οικογένειας. Πρωταγωνιστής στα Ορλωφικά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818. Είχε επιφυλάξεις για την έναρξη του ένοπλου αγώνα το 1821 που τις απέβαλε όταν είδε τη ραγδαία εξάπλωσή του. Προσχώρησε στις επαναστατικές διαδικασίες με την άφιξη του Δ. Υψηλάντη και η παρουσία του επηρέασε θετικά και άλλους Πελοποννήσιους κοτζαμπάσηδες. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Α Εθνοσυνέλευσης και μέλος της Επιτροπής σύνταξης του πρώτου Συντάγματος. Υπήρξε έντιμος και αφιλοκερδής σε όλα τα αξιώματα στα οποία υπηρέτησε. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ήταν διαλλακτικός και μετριοπαθής και περιορίστηκε σε νουθεσίες και προτροπές προς τους αντιπάλους προσπαθώντας να τους συνδιαλλάξει. Παρουσιάστηκε για τελευταία φορά στο πολιτικό προσκήνιο μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και εκλέχθηκε πρόεδρος της πρώτης Βουλής του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ο Παναγιώτης Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1803 – Αθήνα, 1879) πήρε μέρος στην πολιορκία και την άλωση του Ακροκορίνθου, πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και στη μάχη της ‘Aμπλιανης οπότε του δόθηκε και ο βαθμός του αντιστράτηγου. Ο Ιωάννης (Γιαννάκης) Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1805 – Ανάλατος Αττικής, 1827) γνωστός και ως «αρχοντόπουλο» διακρινόταν για τα πνευματικά του προσόντα, την ομορφιά και τη γενναιότητά του. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και στην αναχαίτιση της στρατιάς του Δράμαλη. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου γνώρισε διώξεις από το Γκούρα και φυλακίστηκε στην Ύδρα. Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ, στην Καστέλλα υπό το Γκόρντον και σκοτώθηκε στην καταστρεπτική μάχη του Αναλάτου στις 24 Απριλίου 1827.

 

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.
  • Ιστότοπος Βουλής των Ελλήνων, http://www.parliament.gr/1821

Read Full Post »

Αναγνωστόπουλος Δ. Αναγνώστης (1775; – 1825)


 

 

Ο Αναγνώστης Αναγνωστόπουλος του Δημητρίου, αγνώστων άλλων οικογενειακών στοιχείων, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Άργους, γύρω στο 1775. Δραστήριος προεστός του Αχλαδοκάμπου, κατά τους χρόνους της Επανάστασης και διπλωματικότατος πολιτικός νους, κατόρθωνε να σώζει το χωριό, κατά τη διακίνηση τουρκικών στρατευμάτων, δια μέσου του Αχλαδοκάμπου, μέχρι σημείου να χαρακτηρίζεται από τον ιστορικό Φώτιο Χρυσανθόπουλο ή Φωτάκο «φιλότουρκος», για την αξιέπαινη εκείνη ενέργειά του, κατά τις αρχές Μαΐου 1821, που πέτυχε και άλλαξε την πορεία του Κεχαγιάμπεη προς την Τρίπολη, αντί δια μέσου Αχλαδοκάμπου, δια μέσου Τουρνικίου.

Σχετικά ο ιστορικός Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 115 γράφει:

«Η δε αιτία δια την οποίαν οι Τούρκοι επήγαν από το Τουρνίκι είναι η ακόλουθος. Ο Αναγνώστης Αναγνωστόπουλος, προεστός του Αχλαδοκάμπου και φιλότουρκος, μη γνωρίζων δε καλώς τα της Επαναστάσεως, εφύλαξεν εις την οικίαν του δύο Τούρκους Τασιλταραίους, οι οποίοι τυχαίως ευρέθησαν εκεί κατά τας ημέρας αυτάς, έως ότου ηύρε τον  καιρόν και τους έστειλεν εις το Άργος, όπου ήτο ο Κεχαγιάς.

Οι Τούρκοι αυτοί εχρεώστουν την ζωήν τους εις τον Αναγνώστην, όστις τους παρεκάλεσε, δια να προφυλάξη το χωριό του, να είπουν εις τον Κεχαγιάν να μην περάση εκείθεν, διότι θα τον βαρέσουν οι αποστάται Έλληνες και να τους στείλουν «ράι μπουγιουρντί», και ως εκ τούτου ο Κεχαγιάμπεης επήγε από το Τουρνίκι, ως αφύλακτον από τους Έλληνες».

Ο Αναγνώστης Αναγνωστόπουλος έπραξε βέβαια τούτο, για να προστατεύσει το χωριό του από τις ζημιές, που θα προξενούσε η διανυκτέρευση στον Αχλαδόκαμπο της στρατιάς του Κεχαγιάμπεη και δεν είναι δυνατό να χαρακτηριστεί «φιλότουρκος» από τη διπλωματική εκείνη ενέργειά του. Υπήρξε σπουδαία προσωπικότητα, που υπηρέτησε την πατρίδα του πολιτικά, γεγονός που και ο ίδιος ο Φωτάκος μαρτυρεί στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 73: (Εκτός από την οικογένεια Ντούσια) «υπήρχε και άλλη οικογένεια εις τον Αχλαδόκαμπον, του Αναγνώστη Αναγνωστοπούλου, όστις υπηρέτησε την πατρίδα του πολιτικώς».

Άλλωστε η διάβαση του Αχλαδοκάμπου δε φαίνεται να φυλαγόταν τότε από τους Έλληνες, γιατί ο Φωτάκος θα το μνημόνευε. Έπειτα πως θα ήταν δυνατό την επόμενη ημέρα 500 Τουρκαλβανοί να φθάσουν ανενόχλητοι από την Τρίπολη στο Άργος, για να προϋπαντήσουν τον Κεχαγιάμπεη; Μάλιστα οι Τούρκοι αυτοί καταδίωξαν τον Αναγνώστη Αναγνωστόπουλο, λεηλάτησαν τον Αχλαδόκαμπο την 1η Μαΐου και ασφαλώς θα τον σκότωναν, εάν δεν κατέφευγε στα βουνά.

Ο Αναγνώστης Αναγνωστόπουλος, αφού σώθηκε τότε, εξακολουθούσε να μάχεται τους Τούρκους μέχρι θανάτου του. Απεβίωσε το 1825 από τις κακουχίες και την πίκρα του, για πυρπόληση και ριζική καταστροφή του Αχλαδοκάμπου από το στρατό του Ιμπραήμ.  

  

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

   

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »