Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Προϊστορία’

To τοπωνύμιο Λάρισα και Λάρισα η Αργεώτις


 

Τοποθετήσεις πάνω στο θέμα προέλευσης και ερμηνείας της λέξης ΛΑΡΙΣΑ. Σημασιολογική προσέγγιση στην ονομασία του ομώνυμου λόφου του προϊστορικού μεσοελλαδικού και υστεροελλαδικού Άργους.

  1. Η μυθογραφία

 

«Ές αντιλογίαν αφίκετο ανήρ μοι Σιδόνιος, ος εγνωκέναι τα εις το θείον έφασκε Φοίνικας τά τε άλλα ‘Ελλήνων βέλτιον…»

(Παυσανίας Ζ 22)

Όταν κάποτε ο Παυσανίας θέλησε να συνδιαλεχθεί με κάποιον άνδρα από τη Σιδώνα, για να τον πληροφορήσει περί της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, αυτός του απάντησε: «αλλ’ ω Παυσανία, εμείς οι Φοίνικες είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τα πράγματα και τη θρησκεία της Ελλάδας πολύ καλύτερα από εσάς τους ίδιους…»

Η αρχή μιας μελέτης – έρευνας με σπάνιο θέμα, λίγο δυσνόητο και κάπως αδιάφορο για τους «πολλούς», όπως αυτή, είναι φρόνιμο να ξεκινά από τα προσιτά στο νου κομμάτια της, σαν να λέμε από τα ευκολότερα ή μάλλον τα ωραιότερα. Τέτοια ακριβώς είναι τα μυθογραφικά στοιχεία, που δεν απαιτούν κόπο σκέψης ή κάποια ιδιαίτερη εισαγωγή, για να γίνουν αντιληπτά.

Η μυθοπλασμένη καταγωγή της ονομασίας «Λάρισα» αγκαλιάζει όλες σχεδόν τις ελληνικές πανάρχαιες παραδόσεις, με παρακλάδια που αγγίζουν μυθιστορίες από την Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Θεσσαλία. Όπως έγραψαν οι αρχαίοι μυθογράφοι (Ησίοδος κ.ά.), Λάρισα λεγόταν η γυναίκα του Ποσειδώνα, μητέρα των ημίθεων αδελφών [1] Αχαιού, Φθία και Πελασγού ή ακόμα η εγγονή της, θυγατέρα του τελευταίου, όπως αναφέρει άλλη εκδοχή του ίδιου μύθου (Παυσανίας II 24,1).

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

  1. Η διασπορά

 

«Ούτω δε οι Πελασγοί πολλής και αγαθής χώρας κρατήσαντες, πόλεις τε προσέλαβον και άλλας αυτοί κατασκευάσαντες, μεγάλην και ταχείαν επίδοσιν έλαβον εις Ανδρείαν και πλούτον και των άλλων ευτυχίαν…»

(Διονύσιος Αλικαρνασσεύς βιβλ. α’ 25)

 

Οι Έλληνες δε φαντάζονταν τους εαυτούς τους ως τους πρώτους οικήτορες της χώρας τους. Αναγνώριζαν άλλους πρόδρομους λαούς, τους οποίους δε θεωρούσαν στερημένους πολιτισμού ή ανάπτυξης. Με εκείνους, μάλιστα, αισθάνονταν συνδεδεμένοι τόσο στη θρησκευτική πίστη όσο και στα ήθη, όχι όμως στη γλώσσα. Τους ονόμαζαν με ξένα εθνικά ονόματα, κυρίως όμως Πελασγούς, «τής νυν Ελλάδος δε Πελασγίας πρότερον καλεσμένης της αυτής ταύτης…» (Ηρόδοτος Β 51)

Μην μπορώντας να εξηγήσουν και να φανταστούν, όπως ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, ένα τέτοιο πολυάριθμο και ομοιογενή λαό να προηγείται στην κατοίκηση της χώρας τους, έπλασαν το μύθο ότι: «έτσι λοιπόν οι Πελασγοί, ξεκινώντας πρώτα από την Πελοπόννησο, απλώθηκαν σ’ ολόκληρη την όμορφη Ελλάδα, κατοίκησαν πολλές πόλεις και ίδρυσαν νέες, έδειξαν μάλιστα ευψυχία στους πολέμους και απέκτησαν πλούτη και αγαθά…»

Φαίνεται ότι με την εξάπλωση των Πελασγών συμβάδιζε και η μεγάλη εμβέλεια διάδοσης του ονόματος ΛΑΡΙΣΑ στον ελλαδικό χώρο αλλά και έξω απ’ αυτόν.

Η ονομασία ΛΑΡΙΣΑ ήταν συνηθισμένη, ίσως και προσφιλής, στη γλώσσα των Πελασγών [2] του ελλαδικού χώρου και έξω απ’ αυτόν, τόσο στην Πρωτοελ­λαδική (Ύστερη) [3] όσο και στη Μεσοελλαδική [4] εποχή.

Με τη λέξη αυτή ονομάστηκαν αρκετές πόλεις στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και στην κοντινή Ασία. Τις παραθέτουμε αριθμημένες, με τη σειρά που βεβαιώθηκαν σε αρχαία κείμενα στα ελληνικά ιστορικά χρόνια, ώστε να αποτελέσουν μια συγκεκριμένη συλλογή:

α) Η μητρόπολη της Θεσσαλίας που υφίσταται μέχρι σήμερα δίπλα στον ποταμό Πηνειό (Ιλιάς Β 841).

β) Η Κρεμαστή Λάρισα ή Πελασγία στη Φθιώτιδα (Στράβων 435).

γ) Πόλη στην Αττική.

δ) Πόλη στην Κρήτη που αργότερα ονομάσθηκε Ιεράπυτνα (Ιεράπετρα) (Στράβων 440).

ε) Πόλη στα σύνορα Αχαΐας και Ήλιδας.

στ) Η ακρόπολη του Άργους με τη διαχρονική μέχρι σήμερα ονομασία της.

ζ) Πόλη στη Τρωάδα (Θουκυδ. Η 101, Όμηρος Ιλ. Β 840).

η) Η Φρικωνίδα Λάρισα στην Αιολίδα (Δ. Μικρασία), κοντά στην Κύμη, δίπλα στον ποταμό Έρμο. (Ηροδ. A 149, Ξενοφών Ελλην. 1,7, Όμηρος Ιλ. Β841).

θ) Πόλη κοντά στην Έφεσο, δίπλα στον ποταμό Κάυστρο [5] της Λυδίας.

ι) Πόλη στη Συρία, έδρα τοπικού άρχοντα.

ια) Πόλη στην Ασσυρία, δίπλα στον ποταμό Τίγρη. [6]

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

  1. Η προέλευση

 

«…το Ελληνικόν, εόν ασθενές, από σμικρού την αρχήν ορμώμενον αύξηται εις πλήθος των εθνέων, Πελασγών μάλιστα προσκεχωρησάντων και άλλων εθνέων βαρβάρων συχνών.»

 

(Ηρόδοτος A 57, 8)

Η ομολογία του Ηροδότου κρύβει μια διαπίστωση πέρα για πέρα αληθινή. Μια διεργασία που πραγματοποιήθηκε μέσα σε ικανό χρονικό διάστημα μέχρι την οριστικοποίησή της. «Το ελληνικό (έθνος), ολιγομελές στην αρχή, ξεκίνησε αργά – αργά να αυξάνεται σε αριθμό (ελληνικών) φύλων καθώς οι προσχωρήσεις των Πελασγών και άλλων αλλόγλωσσων ήταν συχνότατες…»

Το ίδιο παραδέχεται και ο Θουκυδίδης όταν γράφει: «…ούτοι γάρ δή Φοίνικες τάς πλείστας των νήσων ώκησαν…» (Θουκυδίδης Α. 8). Ακόμα γενικότερα ο Στράβων: «…και περί τής Πελοποννήσου αυτής φησιν βάρβαροι ώκησαν…, Δαναός εξ Αιγύπτου, …την δε Καδμείαν Φοίνικες…» (Στράβων 321).

Τέλος ο Παυσανίας γράφει: «…πάλαι γάρ τής νύν καλουμένης Ελλάδος βάρβαροι τά πολλά ώκησαν…» (Παυσ. A 41, 8).

Ο συγκερασμός πολλών εθνικών και αλλόγλωσσων στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα και η ελληνική ινδοευρωπαϊκή γλώσσα να εμπλουτισθεί αναγκαστικά με αρκετά και διάφορα γλωσσικά μορφώματα, ώστε να μην αποτελεί την παλαιά και αρχική γλώσσα, αλλά νέα γλώσσα, που πρωτομπήκε και αναπτύχθηκε στα καινούργια ελληνικά εδάφη.

Αρκετά γλωσσικά ιδιώματα αποδεικνύουν την αρχαιότατη συγγένεια και καταγωγή πολλών ριζών και λέξεων της ελληνικής από τη σημιτική και μάλιστα τη φοινικική και λιβυκή διάλεκτο, λιγότερο δε την αιγυπτιακή.

Όλα αυτά ήταν συνέπειες της συνεχούς επικοινωνίας από τις εμπορικές και πολιτιστικές συναλλαγές που είχαν αναπτυχθεί από τα προϊστορικά χρόνια μεταξύ των κατοίκων του ελλαδικού χώρου και των σημιτικών λαών της βόρειας Αφρικής και των ανατολικών παραλίων της Μεσογείου. Τα ίδια αποδεικνύουν και μυθικές αργειακές παραδόσεις και τα σημιτικής προέλευσης βασιλικά ονόματα: Ίναχος, Φορωνέας, Άπις, Άργος, Έπαφος, Αίγυπτος, Δαναός κ.ά.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Α. Τα απαραίτητα σημιτικό – φοινικικά γλωσσικά στοιχεία

 

Η πανάρχαια λέξη – ονομασία ΛΑΡΙΣΑ, της οποίας αναζητάμε την προέλευση, είναι πιθανώς σημιτικής καταγωγής και ειδικότερα της φοινικικής διαλέκτου που μιλιόταν στα ανατολικά παράλια της Μεσογείου κατά τη Μεσοελλαδική εποχή, δηλαδή στις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας.

Το ιδιαίτερο, μοναδικό και πραγματικά θαυμάσιο πλεονέκτημα της σημιτι­κής γλώσσας, που αναγνωρίζεται από όλους τους ανατολιστές, είναι ο μεγάλος και καταπληκτικός πλούτος των λέξεών της, που φθάνει – μπορούμε να πούμε – στο απεριόριστο. [7] Η ελληνική γλώσσα, η πλουσιότερη των ινδοευρωπαϊκών, συγκρινόμενη με τον πλούτο των λέξεων και ριζών της σημιτικής, μόλις που θα μπορούσε να φθάσει την αναλογία του 10% ή και ακόμα παρακάτω.

Όμως, ενώ η σημιτική πελαγοδρομεί και χάνεται στο σχεδόν άπειρο, η ελληνική, καθώς διατηρεί την καλλιτεχνική αξία της, περιοριζόμενη στο χώρο της, και καθώς ανακτά συνέχεια εσωτερικές δυνάμεις καθιστάμενη κύρια του εαυτού της, ορίζει και περιορίζει χωριστά την έννοια κάθε λέξης, με σκοπό τη σαφήνεια και την ακρίβεια, χωρίς να χάνεται στο άπειρο. Σ’ αυτό ακριβώς οφείλεται ο πλούτος και η ικανότητα της ελληνικής, ότι καθώς παραλαμβάνει έτοιμη την πρώτη γλωσσική ύλη, κατορθώνει να τη μεταπλάθει, να την μετασχηματίζει, να την ενδύει με τρόπους τόσο ποικίλους και με σύστημα πρωτότυπο και ευφυέστατο, ώστε με τη δημιουργία χωριστών και ευδιάκριτων λέξεων να αποφεύγεται κάθε αοριστία και αμφιβολία γύρω από την έκφραση και τη σημασία της [8].

Ο βασικός κανόνας σχηματισμού των λέξεων της σημιτικό – φοινικικής γλώσσας ήταν απλός. Πρώτα σχηματιζόταν ο σκελετός από δύο, τρία ή τέσσερα σύμφωνα και κατόπιν «ντυνόταν» η λέξη με απεριόριστους τρόπους επιλογής της σειράς των φωνηέντων. Έτσι προέκυπτε μια απειρία συνδυασμών και φυσικά λέξεων.

Στη λέξη ΛΑΡΙΣΑ λοιπόν το πρώτο αρχικό γράμμα Λ είναι το λείψανο που απόμεινε από το σημιτικό άρθρο αλ ή ελ, ηλ, υλ και ουλ. Όλες αυτές τις προφορές είχε το άρθρο που γραφόταν με ένα έλεφ [9] και ένα λάμεδ [10]. Λάρισα επομένως είναι η λ’Αρισα.

Επίσης στην ελληνική υπάρχει ένα μόνο σίγμα [11], ενώ στις σημιτικές γλώσσες περισσότερα.

Την ίδια λοιπόν λέξη μπορούμε να γράψουμε και λ’Αριch-α [12] και λ’Αρισ-α [13].

Με βάση αυτές τις γραφές στη σημιτική θα αναζητήσουμε, στην επόμενη ενότητα, τις πιθανές ερμηνείες της λέξης.

 

Άργος, άποψη της Ακρόπολης της Λάρισας, πιθανόν τη δεκαετία του 1950.

 

 

-Β. Οι πιθανές σημασίες

 

  1. 1. Κατά την πρώτη γραφή λ’Αριch σήμαινε κατοικία με στέγη, ανάκτορο, θρόνος βασιλικός και θρόνος του θεού, μέγα αξίωμα. Από παλαιοτάτους χρόνους η κατεξοχήν ιερή πόλη των Αράβων ειδωλολατρών και μετέπειτα των Μουσουλμάνων, η Μέκκα, έφερε και φέρει ακόμα σήμερα τον ποιητικό τίτλο της: λ’Αριch-α, δηλαδή της παλαιάς πρωτεύουσας ή του θρόνου του θεού, ένεκα της ύπαρξης αρχαίων ναών, ανακτόρων και μεγάρων. [14]

Στην περίπτωση αυτή της ερμηνείας εμπίπτουν οι ονομασίες των πόλεων 2δ και2ι.

  1. Κατά τη δεύτερη γραφή λ’Αρισ-α σήμαινε αυλή, πλατεία περιτειχισμένη, μέρος περίφραχτο, οχυρωμένο, φρούριο, ακρόπολη, προμαχώνας. Οι σημασίες αυτές είναι φανερό ότι ταιριάζουν απόλυτα στην ακρόπολη του υστεροελλα­δικού Άργους (2στ). Στην περίπτωση αυτή ανήκουν επίσης οι ονομασίες των πόλεων, 2β, 2γ, 2ε.
  1. Υπάρχει βέβαια μια τρίτη λέξη λ’ Αρσάμ που και αυτή περιλήφθηκε στην ελληνική ως Λάρισα. Λαρσάμ σήμαινε ιδιαίτερα τα ανάκτορα, την ακρόπολη που κείται πάνω σε ύψωμα ή λοφίσκο από χώμα, τεχνητό ή φυσικό, που βρίσκεται μέσα σε πεδιάδα και δεσπόζει στο χώρο, που είναι ορατή στον ορίζοντα από μεγάλη απόσταση και από πολλές διευθύνσεις.

Η λέξη απευθυνόταν και εφαρμοζόταν ειδικότερα σε χώρες πεδινές που τις διέσχιζαν μεγάλοι σε πλάτος ποταμοί, οι λεγόμενες ποταμόχωστες. Απόδειξη είναι ότι τα ονόματα Λαρσάμ και αΛ-αρσhάμ της Μεσοποταμίας οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς (Ξενοφών κ.ά.) μετέγραφαν σε Λάρισες, με αποβολή του τελικού γράμματος μι, πράγμα συνηθισμένο στην αρχαία και νεότερη ελληνική γλώσσα.

Ο Στράβων ειδικότερα γράφοντας για τη Θεσσαλική, Αιολική και Εφεσία Λάρισα ομολογεί ότι: «ποταμόχωστον την χώραν έσχον» (σημ. 5). Από τα γραφό­μενα αυτά είναι εύκολο το συμπέρασμα ότι σε αυτή την περίπτωση περιλαμβά­νονται οι ονομασίες των ποταμόχωστων πόλεων 2α, 2ζ, 2η, 2θ, 2ια αλλά και η αργειακή ακρόπολη (2στ).

Ο ιωνικός τύπος της λέξης συναντιέται ως Λήρισα (Ηρόδ. ΙΧ,Ι και 58)

  1. Παρεμπιπτόντως αναφέρουμε και μια σπάνια αλλά ενδιαφέρουσα άποψη ερμηνείας του ονόματος από το λεξικογράφο και γραμματικό του 5ου μ.Χ. αι. Ησύχιο. Αυτός παραπέμπει την προέλευση στην πελασγική ρίζα «λάστα», που σήμαινε την πέτρινη ακρόπολη, έγραφε μάλιστα τη λέξη ως Λάρεισα. Είναι όμως φανερό ότι και η ρίζα αυτή είναι κάποια παραφθορά από τις προηγούμενες σημιτικές γραφές.

 

Το κάστρο του Άργους, η Λάρισα η Αργεώτις κατά τους αρχαίους, βρίσκεται στα δυτικά της πόλης, σε λόφο με υψόμετρο περίπου 290μ. Από τους αρχαίους χρόνους σώζονται τμήματα από τα κυκλώπεια τείχη, θεμέλια αρχαίων ναών και δεξαμενών νερού. Στην πλαγιά του, η ιστορική εκκλησία Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

  1. Λάρισα η Αργεώτις

 Ποια είναι, άραγε, η πιθανότερη προέλευση της ονομασίας ΛΑΡΙΣΑ που δόθηκε στην ακρόπολη του προϊστορικού Άργους; Πότε και από ποιους την πήρε;

Ο λόφος και φρούριο είχε και προμαχώνες διέθετε με ισχυρότατη οχύρωση στα προωθημένα τμήματά του, κυρίως στις γωνίες, και μέσα σε ποταμόχωστη πεδιάδα ήταν η θέση του και εμφανέστατη θέα είχε στον ορίζοντα από μεγάλη απόσταση, αλλά κυρίως ήταν ορατός από όλα τα σημεία του κοντινού κόλπου της θάλασσας.

Σίγουρα, η καθαρότατη εικόνα και το εντυπωσιακό, περίεργο, κωνοει­δές σχήμα του ήταν εκείνα τα στοιχεία που προκαλούσαν το θαυμασμό στους ανατολίτες ναυτικούς – κυρίως Φοίνικες – καθώς έμπαιναν και διέσχιζαν με τα μαύρα καράβια τους [15] τον (Αργολικό) Κόλπο, αντικρίζοντας το λόφο στο βάθος του ορίζοντα να εξέχει καμαρωτός. Στην παραλία έβγαζαν και πουλούσαν τα εμπορεύματα, [16] παραμένοντας για πέντε ή έξι μέρες. Όταν ξεπουλούσαν όλη την πραμάτεια τους, άνοιγαν πανιά και παρευθύς έβαζαν πλώρη για τη μακρινή πατρίδα τους, τα σημερινά συροπαλαιστινιακά παράλια. Μαζί τους έπαιρναν «κογχύλην» και «πορφύραν», τις πρώτες ύλες για τη βαφή των πανάκριβων ενδυμάτων των Φοινίκων και Ασσυρίων μεγιστάνων. Πού και πού ξελόγιαζαν και κάποια Αργειτοπούλα πριγκίπισσα, όπως αναφέρει η πλούσια αργειακή μυθική παράδοση. [17]

Λοιπόν, αυτοί οι Σημιτοφοίνικες έδωσαν το όνομα στο λόφο, από λέξη της γλώσσας τους, κυρίως γιατί ήθελαν συγχρόνως να επισημαίνεται και το γεωγραφικό ναυτικό στίγμα εντοπισμού της προϊστορικής πόλης του Άργους από τους νεοφερμένους ναυτικούς και επισκέπτες εμπόρους. Η θέα του κωνικού λόφου αποτελούσε διακριτό και σίγουρο σήμα τερματισμού του ταξιδιού για τα καράβια που πρωτόμπαιναν στον ήσυχο αργειακό κόλπο.

Αυτό θα έγινε στις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας (1900-1800 π.Χ.), όταν οι εμπορικές διασυνδέσεις του ανεπτυγμένου μεσοελλαδικού Άργους και των πόλεων του παραλιακού Λεβάντ(ε) (Ανατολής) είχαν αρχίσει να φουντώνουν.

Η λέξη που τελικά διάλεξαν οι Ανατολίτες ως ονομασία του (αργείτικου) λόφου ήταν η περίπτωση 3Β(3), γιατί το Λαρσάμ ήταν απόλυτα ταιριαστό με τις φυσικογεωλογικές ιδιοτυπίες και οπτικές απαιτήσεις που συνυπήρχαν στη σύνθετη σημασία της λέξης με τα πολλά παραπλήσια ομόηχα, αλλά διαφορετικής ερμηνείας μορφώματα.

Οι ντόπιοι δέχτηκαν τον όρο και σιγά σιγά τον ενσωμάτωσαν στο λεξιλόγιό τους ως ΛΑΡΙΣΑ. Η γλωσσική χοάνη της πλουσιότατης και παραστατικότατης πελασγικής τον απορρόφησε και τον έκανε σύμβολό της. Οι Πελασγοί «οικειοποιήθηκαν» τη λέξη και ποιητικότατη όπως ήταν «φώλιασε» στο μυθόκοσμό τους. Από τότε Λάρισα ονομαζόταν η μυθική θυγατέρα του γεννήτορά τους Πελασγού, γι’ αυτό και η ονομασία έγινε προσφιλής στους «απογόνους» του σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Έτσι, η λέξη άρχισε να παριστάνει ένδειξη και τεκμήριο εντοπιότητας και εθνικής πελασγικής παρουσίας για κάθε τόπο, όπου αυτή απαντιόταν.

 

Λάρισα – Κάστρο Άργους. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Όταν αργότερα οι Πελασγοί στεφάνωσαν την κορυφή του λόφου τους, κτίζοντας την πρώτη ακρόπολη [18], τότε ο όρος Λάρισα άρχισε να διαιωνίζεται. Οριστικά διαμορφωμένος συνέχισε τη σταθερή παρουσία του και στη δωρική διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας, που επικράτησε και μιλιόταν στην αργειακή πεδιάδα μετά το 1100 π.Χ. Εντελώς αμετάβλητος άρχισε να γράφεται – μετά το 600 π.Χ. – με το μερικώς ιδιότυπο τοπικό αργειακό λεξιλόγιο, παίρνοντας την ιδιαίτερη επωνυμία «Λάρισα η Αργεώτις», [19] ώστε να διακρίνεται και να ξεχωρίζει από τις άλλες ομώνυμες αλλά διαφορετικές γεωγραφικά πόλεις και θέσεις οχυρών λόφων, όπως της Θεσσαλίας στον ελληνικό λόφο [20] ή της Τρωάδας στη Μικρασία, που θεωρούνταν ισάξιες στη φήμη με την αργειακή Λάρισα.

Σπάνια αλλά ομορφοπλασμένα περιγραφικά επίθετα έχουν διαχρονικά δοθεί και αφιερωθεί στο λόφο του Άργους από αρχαίους συγγραφείς που, σίγουρα, επισκέφθηκαν τον τόπο του και μαγεύτηκαν από το φυσικό περιβάλλον, από το μεγαλείο της θέας και την περίεργη γεωλογικά κωνική μορφή του υψώματος. Το στενό πέρασμα – διάβαση, που χώριζε τους ανισοϋψείς λόφους της Λάρισας και της Δειράδας, ήταν κατάφυτο από πυκνές μυρσίνες και ανθισμένες δάφνες [21]. Η βλάστηση γέμιζε όλους τους χώρους μεταξύ της προϊστορικής νεκρόπολης και των γύρω ιερών, ναών και μαντείων, των αφιερωμένων στον Απόλλωνα Δειραδιώτη, την Οξυδερκή Αθηνά και την Ακραία Ήρα. Ψηλά, στην κορυφή της Λάρισας, δέσποζε ο ασκέπαστος, τεράστιος ναός του Λαρισαίου Δία [22].

Πρώτος ο Αισχύλος, που επισκέφθηκε πολλές φορές το Άργος, αφιέρωσε στο ύψωμα την ονομασία «ικεταδόκος σκοπή» (Ικέτιδες 713), που σήμαινε «ο ψηλός τόπος που δέχεται ικέτες». Προφανώς ο τραγικός ποιητής, επηρεασμένος από τη μυθική υπόθεση του έργου του, εννοούσε όλους εκείνους που ανέβαιναν στην κορυφή του λόφου, για να ζητήσουν στο ιερό του Δία τη συνδρομή του θεού με δεήσεις και ικεσίες.

 

Λάρισα – Κάστρο Άργους. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Στα ρωμαϊκά χρόνια ο Λατίνος γραμματικός και λεξικογράφος Στάτιος (1ος μ.Χ. αι.), φίλος του Άργους και φιλοξενούμενος από Αργείους πλούσιους εμπόρους, σε χωριστά κείμενά του στόλισε με δύο πρωτότυπες εκφράσεις το λόφο, χαρακτηριστικές της εντυπωσιακής θέας και φήμης του. Η πρώτη ονομασία ήταν: «Palladea Αrx», που σήμαινε «Αψίδα της Παλλάδας». Καθισμένος στα σκαλοπάτια του ναού της Αθηνάς (Παλλάδας) Οξυδερκούς και μαγεμένος από το πανέμορφο θέαμα του αντικρινού λόφου, τον φαντάστηκε σαν μια πανύψηλη τιμητική αψίδα, και τα πολυγωνικά τείχη της ακρόπολης πάνω του σαν πέτρινο στέμμα.

Η δεύτερη ονομασία ήταν: «Larissaeus Apex», που σήμαινε «Λαρισσαία Κορυφή». Η χαρακτηριστικότατη αυτή έκφραση μας δίνει την πολύτιμη πληροφορία ότι και στους χρόνους της μέσης ρωμαϊκής περιόδου η ονομασία Λάρισα ήταν ακόμα σε χρήση (έστω και με δύο σίγμα).

 

Υποσημειώσεις


[1] Τα τρία αδέλφια ήταν γενάρχες, άρχοντες και ονοματοθέτες των ιδιαίτερων περιοχών που βασίλεψαν. Ο Αχαιός της ΒΔ Πελοποννήσου (Αχαΐα), ο Φθίας της ανατολικής Στερεός Ελλάδας (Φθιώτιδα) και ο Πελασγός της Αργολίδας ή λίγο αργότερα της Θεσσαλίας (Πελασγικό Άργος), όπου έφυγε μετανάστης. Όλοι ξεκίνησαν από το Άργος (Διον. Αλικαρν. 1,17).

[2] Το ινδοευρωπαϊκό φύλο των Πελασγών πρωτομπήκε στον ελλαδικό χώρο στις αρχές της 3ης π.Χ. χιλιετίας, με τελευταίο σταθμό και αρχή διασποράς του τον κάμπο της σημερινής Θεσσαλίας. Ήταν λαός συγγενής των πρωτοελληνικών φύλων, δε μιλούσε όμως την ελληνική. Στην αργειακή πεδιάδα εμφανίστηκαν γύρω στο 2800 π.Χ.

[3] Ύστερη Πρωτοελλαδική 2400 -2000 π.Χ.

[4] Μεσοελλαδική 2000 -1600 π.Χ.

[5] Ο Στράβων μας πληροφορεί «ίδιον δέ τι τοις Λαρισαίοις συνέβη τοις τε Καϋστριανοίς και τοις Φρικωνεύσι και τρίτοις τοις εν Θεσσαλία, άπαντες γάρ ποταμόχωστον την χώραν έσχον, οι μεν υπό του Καΰστρου, οι δ’ υπό του Έρμου, οι δ’ υπό του Πηνειού» (Στράβων 621).

[6] Στράβων 440. Περιγραφή της πάλης και του ποταμού κάνει ο Ξενοφών (Κύρου Ανάβασις 4,7).

[7] Όπως αναφέρεται, Άραβας λεξικογράφος είχε την επιμονή και υπομονή να υπολογίσει σε δώδεκα περίπου εκατομμύρια λέξεις την Αραβική και τα αραβικά λεξικά αποτελούν έναν ατέρμονα ωκεανό λέξεων. Μόνο για τη λέξη κάμηλος έχουν αριθμήσει 5.744 λέξεις.

[8] Η ελληνική, παρατηρεί πολύ ορθά ο ιστορικός Ερνέστος Κούρτιος, μοιάζει με το σώμα εξασκημένου παλαιστή, στο οποίο κάθε μυς είναι τόσο αναπτυγμένος, ώστε να λειτουργεί τέλεια. Δεν υπάρχουν πουθενά νωθρές σάρκες, αλλά τα πάντα δείχνουν ρώμη και ζωή (Κούρτιος Ερνέστος, «Ελληνική Ιστορία», Αθήναι, 1898).

[9] Από το σημιτικό άλεφ προέρχεται το δικό μας άλφα, το οποίο κατάντησε στην ελληνική φωνήεν με ένα σταθερό ήχο, ενώ στις σημιτικές θεωρείται σύμφωνο.

[10] Από το σημιτικό λάμεδ προέρχεται το δικό μας λάμδα ή λάμβδα ή λάβδα (με υπέρθεση γραμμάτων).

[11] Το σάμεh των Φοινίκων, το οποίο μετονομάσθηκε σε σίγμα στην ελληνική.

[12] Με το παχύ σίγμα (το chin της σημιτικής), το οποίο δεν υπάρχει στην ελληνική.

[13] Με το ανοιχτό σίγμα (το σσαδ της σημιτικής) το οποίο δεν υπάρχει στην ελληνική.

[14] Υπάρχει και σήμερα στην Αίγυπτο πόλη με το όνομα Αλ-αρich, η οποία θεωρείται ιερή. Στους παλαιοτέρους χρόνους θα έπρεπε να ονομαζόταν επίσης Λάρισα.

[15] «μυρί άγοντες αθύρματα νηί μελαίνη…» (Οδυσ. Ο 416) δηλαδή: «…κουβαλώντας πολλών ειδών προϊόντα με κατάμαυρο καράβι…».

[16]  «…τη τε άλλη χώρη εσαπικνέεσθαι και δη και ες Άργος, το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη, απικομένους δε τούς Φοίνικας ες δη το Άργος τούτο διατίθεσθαι τον φόρτον». (Ηρόδοτος Α.1)

«… έφταναν και σ’ άλλα μέρη, κυρίως όμως στο Άργος. Λοιπόν, το Άργος εκείνη την εποχή είχε τα πρωτεία στο καθετί ανάμεσα στις πόλεις της χώρας που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα. Και, πως φτάνοντας τέλος πάντων σ’ αυτό το Άργος οι Φοίνικες έβγαζαν και πουλούσαν τα εμπορεύματά τους».

[17]  «… ελθείν επί την θάλασσαν γυναίκας άλλας τε πολλάς και δη του βασιλέος θυγατέρα… Ιούν την Ινάχου…και τούς Φοίνικας διακελευσαμένους ορμήσαι επ’ αυτάς…την δε Ιούν συν άλλησι αρπασθήναι…αποπλέοντας επ’ Αιγύπτου…» (Ηρόδοτος Α,1)

«… κατηφόρισαν στη θάλασσα και άλλες πολλές γυναίκες και ανάμεσά τους κι η θυγατέρα του βασιλιά… η Ιώ του Ινάχου… κι οι Φοίνικες ξεσηκώνοντας ο ένας τον άλλον όρμησαν απάνω τους…την Ιώ μαζί με άλλες τις άρπαξαν…και παρευθύς έβαλαν πλώρη για την Αίγυπτο».

[18] Αυτό έγινε γύρω στο 1550 π.Χ., όπως βεβαιώνουν οι σχετικοί με την προϊστορία του Άργους αρχαιολόγοι. Τμήματα της προϊστορικής οχύρωσης διακρίνονται στις βάσεις του ΒΔ τμήματος της ακρόπολης σε ύψος 4 μέτρων και μήκος περισσότερο από 25 μέτρα. Είναι κτισμένα με τη γνωστή κυκλώπεια τεχνοτροπία των τειχών προϊστορικών ακροπόλεων (φωτ. 2).

[19] Ο όρος για πρώτη φορά συναντιέται στο έργο του Στέφανου Βυζάντιου: «Εθνικά», ένα είδος γεωγραφικού λεξικού και στην επιτομή «Σχόλια στον Απολλώνιο το Ρόδιο» Α,40.

[20] Λάρισα η Πελασγιώτις.

[21] Πίνδαρος, I 8,147

[22] Παυσανίας, Αρκαδικά 24,1

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία Ελληνική


 

  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1985 (Όμηρος, Αισχύλος, Πίνδαρος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, Στράβων, Παυσανίας, Στέφανος Βυζάντιος, Ησύχιος).
  • ΓΑΡΔΙΚΑΣ Γ., Επίτομος Ελληνική Γραμματολογία, Αθήναι 1935.
  • ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ Π., Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Αθήναι 1971.
  • Εκδοτική Αθηνών, Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους. Τομ. A Προϊστορία – Πρωτοϊστορία.
  • ΕΑΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ Ν.Π., Η Πελασγική Ελλάς, Αθήναι 1931.
  • ΖΕΓΚΙΝΗΣ I., Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ΠΥΡΓΟΣ 1968.
  • ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Π., Προϊστορική Αρχαιολογία, Αθήναι 1908.
  • ΚΑΚΡΙΔΗΣ I., Ελληνική Μυθολογία, Τόμ. II, III, Αθήνα 1968.
  • ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ ΙΑΚ., Πελασγικά, Αθήναι 1912.
  • ΚΛΕΙΩΣΗΣ ΑΓΓ., Αργείων βασιλέων Μέλαθρον, Πρέβεζα 1966.
  • ΚΟΡΔΑΤΟΣ I., Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, Αθήναι 1955.
  • ΚΟΥΡΤΙΟΣ ΕΡΝΕΣΤΟΣ, Ελληνική Ιστορία, Αθήναι 1898.
  • ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ Γ„ Λεξικό Ν. Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 1997.
  • ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ Κ., Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, Τόμος Α’ Αθήναι 1935.
  • ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ Ν., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, (μετάφρ. – Σχόλια). Αθήνα 1991.
  • ΣΕΡΓΚΕΦ Σ.Β., Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, Αθήναι 1955.
  • ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ Η., Ηροδότου Ιστορίες, Σχολ. Βοήθημα. Αθήνα 2001.
  • ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ Κ.Θ., Η Προϊστορία της Πελοποννήσου, Αθήναι 1964.
  • Υπουργείο Πολιτισμού., Η Ελληνική μια πάντοτε σύγχρονη γλώσσα, Αθήνα 1999.
  • LIDDEL Η. – SCOTT R., Μέγα λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, (Μετάφραση) Αθήναι 1970.

 

Ξενόγλωσση

 

  • BUCK D.C., The Greek Dialects, Chicago 1955.
  • CHADWICK J., The Greek Dialects and Greek Prehistory, Oxford 1956.
  • CLERMONT A. – CANNEAUL B., Les Pheniciens dans le Peloponese, Paris 1877.
  • GEORGIEV P., Greek Indoeuropeans Toponyms with Greek Prigin, London 1972.
  • HARDEN D., The Phoenicians London 1971.
  • HUTTENBACH F. Die Pelasger. Wien 1960.
  • KELLY TH., A History of Argos to 500 b.C., University of Minneapolis 1976.
  • MOSCATI S., V Epopee des Pheniciens, Paris 1971.
  • REMAN E., Histore Generale des Longues Semitiques, Paris 1978.
  • SAKELLARIOU M., Dialectes et Ethne Grecs a l’ Age du Bronze, Athenes 1973.
  • SAKELLARIOU M., Pelasqes et Autres Peuples Indoeuropeens en Grece a l’ Age du Bronze,
  • Athenes 1975.
  • VAN WINDEKENS A.J., Le Pelasgique, Louvain 1962.
  • PIETAT M. – TOUCHAIS G., Argos, une Ville Grecque de 6000 Ans, Paris 1989.

 

Δανάη Ακρισίου

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Παράκτιοι Απολιθωματοφόροι Σχηματισμοί – Ζωή του Παρελθόντος


 

Η ιστορία των φυσικών επιστημών δεν ακολουθεί μια γραμμική πορεία στον χρόνο.   Υπερφυσικές αντιλήψεις της πρώιμης ανθρώπινης σκέψης αλληλοκαλύπτονται με φιλοσοφικές θεωρήσεις για τον κόσμο, που και αυτές με την σειρά τους συμπλέκονται και συμπορεύονται με νεότερες επιστημονικές ιδέες βασισμένες στο πείραμα και την παρατήρηση. Επιπρόσθετα, οι οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές αντιλήψεις κάθε εποχής και τόπου, δημιουργούν τον καμβά πάνω στον οποίον παλιές και νέες ιδέες αλληλοσυγκρούονται.

Τα κάθε λογής υπολείμματα ή ίχνη οργανισμών (ζώων και φυτών) που διατηρούνται μέσα στους γεωλογικούς σχηματισμούς καλούνται απολιθώματα (από +λίθος=πέτρα, αγγλικά fossil, από το λατινικό fossilis=εξορυγμένος) (Stearn & Carroll 1989, Babin 1991).

Το απολίθωμα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του γεωλογικού περιβάλλοντος, που το φιλοξενεί (πέτρωμα) και των γεωλογικών διεργασιών που το δημιούργησαν, ενώ, παράλληλα, συνιστά τη μαρτυρία ενός οργανισμού που έζησε σε κάποιο πραγματικό παρελθόντα χρόνο και τόπο. Το απολίθωμα συμπυκνώνει στην ύλη και μορφή του πληροφορίες που καλούνται να ανιχνεύσουν και ερμηνεύσουν οι βιολογικές και γεωλογικές επιστήμες. Με άλλα λόγια, τα απολιθώματα είναι τα γράμματα με τα οποία ο πλανήτης μας γράφει την ιστορία του, ενώ τα στρώματα (πετρώματα) της Γης είναι οι σελίδες της.

 

Θωράκιο του Ταφικού Κύκλου Α των Μυκηνών, από κογχυλιάτη λίθο.

 

Τα απολιθώματα διακρίνονται σε δύο γενικές κατηγορίες: α) τα σωματικά απολιθώματα (body fossils), τα οποία αντιπροσωπεύουν διατήρηση σωματικού ιστού, συνήθως σκληρά εσω – ή εξω – σκελετικά μέρη ή σπανιότερα το σύνολο των σκληρών ή ακόμη πιο σπάνια και των μαλακών μερών του οργανισμού και β) τα ιχνοαπολιθώματα (trace fossils ή ichnofossils), τα οποία αποτελούν μαρτυρίες της παρουσίας και δράσης του οργανισμού χωρίς όμως να διατηρείται ο ίδιος (π.χ. ίχνη βάδισης, ερπυσμού).

 

Αμμωνίτης Επιδαύρου από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Ασκληπιείου Επιδαύρου.

 

Η χρονική κλίμακα της Παλαιολιθικής προιστορίας στηρίζεται στην γεωλογική κλίμακα του χρόνου και σε αλληλένδετα γεωλογικά-κλιματικά φαινόμενα, όπως οι παγετώδεις και οι μεσοπαγετώδεις περίοδοι του Τεταρτογενούς.

Το Τεταρτογενές που είναι η πιο σημαντική περίοδος για την εξέλιξη του Ανθρώπου (HOMO SAPIENS – Ο Σοφός Άνθρωπος) χωρίζεται σε: Πλειστόκαινο (από 1,8 εκατ. χρόνια έως 10.000 χρόνια πριν από σήμερα) και Ολόκαινο (από 10.000 χρόνια έως σήμερα), που είναι δύο πολύ σημαντικές περίοδοι της εξέλιξης.

Στο Πλειστόκαινο, που είχε διάρκεια 1,8 εκατ. χρόνια, υπήρξαν τέσσερις παγετώδεις περίοδοι με τα αντίστοιχα μεσοπαγετώδη διαστήματα. Μέσα στο Πλειστόκαινο εξαφανίστηκε ο Homo habilis (Ο ικανός άνθρωπος), και εμφανίστηκαν ο Homo erectus (ο όρθιος άνθρωπος) πριν 1,6 εκατ. χρόνια, ο Homo sapiens neandertalis πριν 80.000 χρόνια και ο Homo sapiens sapiens (ο σοφότατος άνθρωπος) πριν 35.000 χρόνια. Η Πλειστοκαινική περίοδος συμπίπτει σχεδόν  με την Παλαιολιθική εποχή. Στα απολιθώματα δόθηκε  υπερφυσική διάσταση, μέσα στο γενικό κλίμα δεισιδαιμονικών και μυθολογικών θεωρήσεων για την φύση, που φαίνεται  να κυριαρχεί και στην αντίληψη των πρώτων ιστορικών χρόνων.

Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570 π.Χ. – 480 π.Χ.)

Μια νέα αντίληψη αρχίζει να διαμορφώνεται από το 700 π.χ, στην αρχαία Ιωνία. Εκεί  Έλληνες φιλόσοφοι θέτουν τους θεμέλιους λίθους της επιστήμης. Μερικοί απ’ αυτούς όπως, ο Θαλής ο Μιλήσιος (640-550 π.χ), ο Αναξίμανδρος (610-545 π.χ), ο Πυθαγόρας (580-500 π.χ), ο Ξενοφάνης  ο Κολοφώνιος (570-480 π.χ) και ο Ηρόδοτος (484-425 π.χ) θα αναγνωρίσουν την οργανική προέλευση των απολιθωμάτων (Kuban 2000, Δερμιτζάκης & Τσούρου 2002, Παυλίδης 2007). Γι αυτούς  τα απολιθωμένα όστρακα σε διάφορες περιοχές της ενδοχώρας του τότε γνωστού κόσμου, αποτελούν μαρτυρίες της αλλοτινής παρουσίας της θάλασσας εκεί.

Σχεδόν δύο αιώνες μετά, ο Αριστοτέλης (384-322 π.χ) στα Μετεωρολογικά του, θα ενστερνισθεί τις απόψεις αυτές θεωρώντας ότι τα απολιθωμένα όστρακα υπήρξαν κάποτε ζώντες οργανισμοί. Ωστόσο, παρανοήσεις επικρατούν μέχρι και τον Μεσαίωνα (500-1450 μ.Χ.), συνδυάζοντας δύο αντιθετικές αντιλήψεις για την ιστορία της Γης και της Ζωής:

Την αριστοτέλεια φιλοσοφία αφενός, που θεωρεί τον κόσμο, τα φυτά και τα ζώα αιώνια, αδημιούργητα και αμετάβλητα και αφετέρου την αναδυόμενη στον δυτικό κόσμο βιβλική διδασκαλία, που θεωρεί το σύμπαν και τα περιεχόμενά του δημιουργήματα του Θεού και την ηλικία της πλάσης μόλις μερικών χιλιάδων χρόνων (Kuban 2000, Δερμιτζάκης & Τσούρου 2002). Στον Μεσαίωνα τα απολιθώματα αντιμετωπίζονται ως έργα του Θεού ή του Διαβόλου, ιδιοτροπίες της φύσης υπολείμματα του κατακλυσμού του Νώε ή το αποτέλεσμα «πλαστικής δύναμης» (vis plastica), μιας ακαθόριστης ενδογενούς διεργασίας της Γης.

Ο πολυσχιδής αναγεννησιακός ζωγράφος Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452-1519) σηματοδοτεί την είσοδο στην περίοδο του πολιτιστικού κινήματος της Αναγέννησης (14ος-17ος αιώνας), κατά την οποία αναπτύσσεται η σύγχρονη επιστημονική μέθοδος, που αλλάζει οριστικά τον τρόπο μελέτης του κόσμου (Kuban 2000, Δερμιτζάκης 2002). Παρατηρώντας απολιθώματα στα ιζήματα της Λομβαρδίας όπου κατοικούσε σημειώνει: Πάνω από τις πεδιάδες της Ιταλίας, όπου σήμερα πετάνε σμήνη πουλιών, κολυμπούσαν κάποτε κοπάδια από ψάρια. Διαπίστωσε επιπλέον ότι οι διάφοροι ορίζοντες απολιθωμάτων αντιστοιχούν σε διαφορετικούς χρόνους δημιουργίας/καταστροφής, αμφισβητώντας  με τεκμήρια την ευρύτατη διαδεδομένη αντίληψη πως όλα προέρχονται από τον βιβλικό Κατακλυσμό. Είναι η εποχή του Γαλιλαίου, του Νεύτωνα, του Ντεκάρτ, του Μπέικον κ.ά. Εντούτοις, η κοινή αντίληψη αλλά και μεγάλη μερίδα των λογίων της εποχής , εξακολουθούν να πιστεύουν  πως τα απολιθώματα προέρχονται από τον κατακλυσμό του Νώε ή άλλες καταστροφές που συνέβησαν λίγες μόλις χιλιάδες χρόνια πριν.

Στα τέλη του 17ου και αρχές 18ου αιώνα, η επιστημονική επανάσταση θα οδηγήσει την Γαλλία και άλλες ευρωπαικές χώρες στον Διαφωτισμό, της ανερχόμενης αστικής τάξης του Βολταίρου, του Μοντεσκιέ, του Ντιντερό,του Ρουσσώ κ.ά.

Η γαλλική Επανάσταση (1789-1799) θα φέρει μία ακόμη καινοτομία στις επιστήμες της φυσικής ιστορίας. Οι διατηρούμενες από την Αναγέννηση ιδιωτικές συλλογές αξιοπερίεργων αντικειμένων (συμπεριλαμβανομένων των απολιθωμάτων, γνωστές ως Cabinet de Curiosites ή Wunderkammer (Δωμάτια Αξιοπερίεργων ή Θαυμάτων) θα φύγουν από τα χέρια της εκπίπτουσας αριστοκρατίας του 18ου αιώνα, δημιουργώντας τα πρώτα δημόσια ευρωπακά Μουσεία Φυσικής Ιστορίας. Είναι γνωστο ότι μέσα από το σύνολο των υλικών καταλοίπων ανθρωπογενών αλλά και ζωικών/φυτικών που έρχονται στο φως σε μια αρχαιολογική ανασκαφή, μια ξεχωριστή κατηγορία που χρήζει ειδικής μελέτης είναι αυτή των μαλακίων.

Τα μαλάκια συνιστούν μια συνομοταξία του ζωικού βασιλείου που χαρακτηρίζεται από τεράστια ποικιλομορφία ειδών. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός τους φτάνει τα 150.000 αρτίγονα είδη και είναι η δεύτερη συνομοταξία μετά τα αρθρόποδα. Μαλάκια σημαίνει ζώα με μαλακό σώμα και στην πλειοψηφία τους καλύπτονται από σκληρό κέλυφος.

Tο μέρος του μαλακίου που αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου είναι το  εξωτερικό του κέλυφος, αποκτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αρχαιολογική αξία. Το όστρεο, λοιπόν, στα μαλάκια εκκρίνεται από την εξωτερική αδενική επιφάνεια του μανδύα, ο οποίος καλύπτει το μαλακό σώμα του ζώου.  Tα εξωτερικά κελύφη των μαλακίων (με εξαίρεση τα πολυπλακοφόρα) είναι βασικά όμοια: υπάρχει ένα εξωτερικό στρώμα, το περιόστρακο, που αποτελείται από κεράτινη ουσία, την κογχυολίνη, και χρωστικές. Το στρώμα αυτό προστατεύει τα υποκείμενα στρώματα από οξέα που περιέχονται στο νερό και δίνει το χρώμα στο κέλυφος. Έχει οργανική σύσταση και δε διασώζεται αρχαιολογικά. Το υπόλοιπο κέλυφος είναι ασβεστιτικό.

Χάρις στην αξιοσημείωτη ανθεκτικότητά τους σε συνθήκες φυσικής ή χημικής διάβρωσης,-γεγονός που οφείλεται στην παρουσία του ανθρακικού ασβεστίου στην σύστασή τους -τα θαλάσσια μαλάκια αποτελούν σύνηθες εύρημα αρχαιολογικών θέσεων και ιδιαίτερα αυτών που βρίσκονται κοντά στην θάλασσα.

Τα μαλάκια, είτε προέρχονται από την θάλασσα, είτε είναι του γλυκού νερού ή και χερσαία, συνιστούν μια κατηγορία του ζωικού βασιλείου που απ’ ότι φαίνεται αποτέλεσε αντικείμενο συλλογής και κατανάλωσης από τον άνθρωπο, μάλλον σ’ ένα ύστερο στάδιο της εξέλιξής του, γύρω στα 300.000 χρόνια από σήμερα (Claassen 1998).

Η συστηματική εκμετάλλευση οστράκων διαπιστώνεται αρχαιολογικά, σε οικουμενική κλίμακα μόλις κατά την γεωλογική περίοδο του Ολόκαινου (περίπου 10.000 χρόνια από σήμερα). Τα ευρήματα της παλαιολιθικής περιόδου είναι περιορισμένα, γεγονός που ίσως οφείλεται στις δραματικές αλλαγές που γνώρισε η επιφάνεια και το κλίμα του πλανήτη κατά το πέρας του Πλειστόκαινου, με πιο βασική την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, που με την σειρά της οδήγησε στον καταποντισμό απέραντων παραθαλάσσιων εκτάσεων.

Με την έναρξη του Ολοκαίνου και την σταδιακή σταθεροποίηση των ακτογραμμών στην κατάσταση που είναι σήμερα, διαπιστώνεται μια αλλαγή και αρχίζει πλέον η συστηματική κατανάλωση οστρέων από τον άνθρωπο σε παγκόσμιο επίπεδο, από την Ιαπωνία μέχρι την Γη του Πυρρός και από την Καλιφόρνια έως την Τασμανία.

Στην Ελλάδα, οι πρώτες μνείες για μαλακολογικό υλικό γίνονται από τον Τσούντα στο έργο του για τις Κυκλάδες το 1898-1899, μόλις το 1968.

Ο N. j. Shackleton στήνει τον θεμέλιο λίθο στην έρευνα, δημοσιεύοντας τις πρώτες συστηματικές μελέτες για τα είδη των μαλακίων που συλλέχθηκαν από τις ανασκαφές στην νεολιθική Κνωσσό (1968). Αξιοσημείωτη είναι η ογκώδης και συνάμα φιλόδοξη εργασία της Judith C. Shackleton για τα μαλάκια από το σπήλαιο Φράχθι της Αργολίδας (1988).

Τα μαλάκια υπήρξαν, ανέκαθεν, μια από τις θεμελιώδεις πηγές διατροφής του προϊστορικού ανθρώπου στο Αιγαίο. Τόσο τα θαλάσσια όσο και του γλυκού νερού, αλλά και τα χερσαία, έπαιζαν πάντοτε έναν ρόλο έστω και περιορισμένο στο διατροφικό σύστημα των διαφόρων κοινωνιών του πλανήτη. Οι λόγοι που συνετέλεσαν σ’ αυτό είναι αφενός η ευκολία με την οποία συλλέγονται και αφετέρου η θρεπτική τους αξία (Καραλή 2001). Το κέλυφος των μαλακίων χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τον προϊστορικό άνθρωπο (αλλά μέχρι και σήμερα) ως αντικείμενο διακόσμησης. Εκτός από κόσμημα, το όστρεο του μαλακίου χρησιμοποιήθηκε από τον άνθρωπο και ως εργαλείο, για το σχήμα του, την ευκολία κατεργασίας του και την ανθεκτική του φύση.

Όπως έχει αποδειχτεί, τα όστρεα κατά την προϊστορία χρησίμευσαν και ως ανταλλάξιμα προϊόντα που μάλιστα, μέσω πολύπλοκων δικτύων ταξίδευαν εκατοντάδες χιλιόμετρα στην ενδοχώρα της Ευρώπης. Ο λόγος γίνεται για τα περίφημα βραχιόλια από Spondylus (σπανιότερα και από Glycimeris) τα οποία κατά τη διάρκεια της Μέσης και Νεότερης νεολιθικής είχαν αποκτήσει μεγάλη ανταλλακτική αξία, γι’ αυτό και τα βρίσκουμε σε προϊστορικές θέσεις των Βαλκανίων και της ανατολικής Ευρώπης (Karali 1999: 47).

Όπως με όλα τα αντικείμενα του υλικού πολιτισμού και του φυσικού περίγυρου του ανθρώπου, έτσι και στα κοχύλια είχαν αποδοθεί ιδιότητες συμβολικές ήδη από τα πανάρχαια χρόνια. Ο χρωματισμός της επιφάνειάς τους, το σχήμα, το μέγεθος είναι οι πιο εμφανείς παράγοντες για την απόκτηση μιας πλειάδας συμβολισμών που έχουν σχέση αφενός με τη γυναικεία γονιμότητα και σεξουαλικότητα και αφετέρου με την επιθυμία για ευτυχισμένο βίο, για ευζωία (Claassen 1998: 203).

Τα μαλάκια, εκτός από τις πληροφορίες που μας προσφέρουν για τις διατροφικές, κοινωνικές και γενικότερες πολιτιστικές συνήθειες των προϊστορικών πληθυσμών, αποτελούν αξιόλογους αρχαιοπεριβαλλοντικούς δείκτες (Καραλή 2002α: 745).

Η γνώση των τόπων διαβίωσης, το σχήμα και μέγεθος του οστρέου καθώς και η χημική ανάλυση της σύστασής του παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις για το μορφοκλιματολογικό πλαίσιο της εποχής, δηλαδή την παλαιογεωγραφία, τις κλιματικές συνθήκες και την πανίδα της εκάστοτε περιοχής. Έτσι για παράδειγμα, σε ιζήματα μιας θαλάσσιας επίκλυσης που έγινε στο Πλειστόκαινο (Τυρρήνιο) συναντάμε συνήθως τα χαρακτηριστικά είδη Natica lactea, Strombus bubonius, Conus guinaicus που δείχνουν θερμή μεσοπαγετώδη εποχή.

Το Strobus bubonius είναι ένα γαστερόποδο που έζησε στην τελευταία Μεσοπαγετώδη  Περίοδο του Πλειστοκαίνου, όταν  το επίπεδο της θάλασσας ήταν πέντε (5) μέτρα υψηλότερα από ότι είναι σήμερα. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, το strombus bubonius αποτελεί τον «μάρτυρα»  που δείχνει ότι η θερμή θάλασσα από το Γιβλαρτάρ εισχώρησε στην Μεσογειακή λεκάνη.

 

Strombus bubonius

 

Στην ακτή Αρβανιτιάς, στο Ναύπλιο, είναι γνωστή απολιθωματοφόρος εμφάνιση Τυρρηνίου που περιγράφεται από τον Keraudren (1970-72). Αντιπροσωπεύεται από επικλυσιγενή κροκαλοπαγή και ψηφιδοκροκαλοπαγή, εντός των οποίων διατηρούνται τα πλέον ανθεκτικά απολιθώματα Strombus bubonius.

 

Λεπτομέρεια της εμφάνισης strombus bubonius στην ακτή της Αρβανιτιάς.

 

Στην παραλία της Αρβανιτιάς, ο βράχος είναι ασβεστόλιθος, που έχει υποστεί έντονη διαγένεση και το υλικό από το οποίο προήλθε είναι ο άργιλος Πρόκειται σύμφωνα με τους γεωλόγους για «νεαρό βράχο», μόλις 120.000 ετών ή και νεότερο μόλις 80.000 ετών!

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος-Ωκεανογράφος

MS, στην Οργάνωση και Διοίκηση, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »