Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρωθυπουργός’

Κίτσος (Κυριάκος) Τζαβέλας (1800 ή 1801 1855)


 

Αγωνιστής του 1821 και πρωθυπουργός, δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως. Γεννήθηκε στο Σούλι. Μεγάλωσε στην Κέρκυρα όπου κατέφυγε η οικογένειά του όταν καταλήφθηκε το Σούλι το 1803 από τον Αλή Πασά. Ανακηρύχτηκε καπετάνιος – αρχηγός, σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Μετά την κήρυξη της Επανάστασης το 1821 έλαβε μέρος σε πολλές και σημαντικές μάχες: Βραχώρι, Πλάκα, Μεσολόγγι, Καρπενήσι, Καλιακούδα, Άμπιανη και Δίστομο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822 πολέμησε στο πλευρό του Μάρκου Μπότσαρη μαζί με 35 Σουλιώτες. Στις 7 Αυγούστου 1825 μπήκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι και όταν ο Κιουταχής απείλησε το μικρό νησί Κλείσοβα το Μάρτιο του 1826 ο Τζαβέλας έσπευσε με λίγους άνδρες να ενισχύσει την άμυνά του.

 

Κίτσος Τζαβέλας. Λιθογραφία. Σχέδιο του Καρλ Κράτσαϊζεν.

 

Τζαβέλας Κίτσος, λιθογραφία.

 

Κίτσος Τζαβέλλας

 

Πρωταγωνίστησε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου επικεφαλής 2.500 ανδρών, από τους οποίους σώθηκαν μόνο 1.300 και κατέφυγε στα Σάλωνα (Άμφισσα). Το 1827, πολέμησε στην Αττική με τον Γ. Καραϊσκάκη, μετά το θάνατο του οποίου διορίστηκε αρχηγός του στρατοπέδου στον Πειραιά.  Υπήρξε πιστός στον Καποδίστρια. Διατέλεσε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη το 1843 και πρωθυπουργός (1847- 48). Τον επόμενο χρόνο έγινε υπουργός Στρατιωτικών και το 1853 πήρε τον τίτλο του αντιστράτηγου. Ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο κατά τον αγώνα των αλύτρωτων περιοχών το 1854 και πέθανε τον επόμενο χρόνο στην Αθήνα.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

 

Read Full Post »

Ζαΐμης Α. Θρασύβουλος (1825-1880)


 

 

Θρασύβουλος Ζαΐμης, έργο του Ερνέστου Κάρτερ (1924-1992).

Πολιτικός της πρώτης μετεπαναστατικής γενιάς, γόνος της μεγάλης οικογένειας προκρίτων και πολιτικών της Πελοποννήσου. Πρωθυπουργός. Ήταν γιος του ση­μαντικού ήρωα της Επανάστασης Ανδρέα Ζαΐμη και εξάδελφος του πολιτι­κού Παναγιώτη Ζαΐμη. Γεννήθηκε στην Κερπενή των Καλαβρύτων το 1825 και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία. Ήταν ένας ιδιαίτερα μορφωμένος πολιτικός. Στη γενική πολιτική του στάση και νοοτροπία αποστρεφόταν τη δημα­γωγία και την κολακεία. Υποστήριζε αρκετά φιλελεύθερες για την εποχή του πολιτικές αντιλήψεις και ήταν σταθερός υπερασπιστής του κοινοβουλευτισμού. Γι’ αυτό άλλωστε και συγκρούστηκε με το Δημήτριο Βούλγαρη, όταν ο τελευταίος επιχείρησε να παραβιάσει βασικές πολιτικές ελευθερίες και την ίδια την κοινοβουλευτική νομιμότητα. Διέθετε υψηλό πολιτικό ήθος, μετριο­πάθεια, διαλλακτικότητα και σύνεση. Συχνά υπερέβαινε τα στενά πλαίσια του όποιου κομματικού συμφέροντος.

Υπηρέτησε αρχικά ως στέλεχος στο Υπουργείο Οικονομικών, αλλά δεν άργησε να αναδειχθεί και σε ανώτερες θέσεις. Έτσι, έγινε υπουργός Εκκλη­σιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (1859) σε ηλικία μόλις 34 ετών. Ξεκίνησε νέος την πολιτική του σταδιοδρομία εκλεγόμενος συνεχώς βου­λευτής Καλαβρύτων σε 12 εκλογικές αναμετρήσεις μεταξύ των ετών 1850-1880. Διετέλεσε συνολικά πρωθυπουργός για διάστημα ενός έτους και επτά μηνών, υπουργός περισσότερο από δύο χρόνια και πρόεδρος της Βουλής περίπου ενάμιση χρόνο συνολικά. Διετέλεσε επτά φορές υπουργός κατά την περίοδο 1859-1878. Το 1860 ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση Αθανάσιου Μιαούλη. Από τη θέση αυτή παραιτήθηκε διαφωνώντας με τον Όθωνα για το βαυαρικό δάνειο και για την καθυστέρηση της ψήφισης Οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1862, μετά την έξωση του Όθωνα και αφού είχε πρωταγωνιστήσει στην ανατροπή του, έγινε υπουργός Εξωτερικών στην «επαναστατική τριανδρία» των Δημήτριου Βούλγαρη, Κωνσταντίνου Κανά­ρη και Μπενιζέλου Ρούφου.

Τον Απρίλιο του 1863, μετά την ανακήρυξη του Δανού πρίγκιπα Γεωργί­ου ως βασιλιά των Ελλήνων από την Εθνοσυνέλευση, ο Ζαΐμης συμμετείχε στην τριμελή αντιπροσωπεία που πήγε στην Κοπεγχάγη για να προσφέρει το στέμμα της Ελλάδας στο νέο μονάρχη. Τα άλλα δύο μέλη της αντιπροσωπεί­ας, τα οποία επίσης συμμετείχαν -αν και όχι με τη μεγαλύτερη δυνατή απο­τελεσματικότητα- στις διαπραγματεύσεις για τον τελικό διακανονισμό των όρων αποδοχής του στέμματος από το Δανό πρίγκιπα, ήταν οι Κωνσταντίνος Κανάρης και Δημήτριος Γρίβας. Το 1864 ενήργησε, επίσης, ως απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης για την παράδοση στην Ελλάδα και την ενσωμά­τωση στον εθνικό κορμό των Επτανήσων.

Μετά την άφιξη του Γεωργίου Α’, ο Ζαΐμης πρωταγωνίστησε από το 1863 έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1870 μαζί με τους πολιτικούς του αντιπά­λους -και ηγέτες κομμάτων- Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, Δημήτριο Βούλγα­ρη και Επαμεινώνδα Δεληγεώργη στις πολιτικές διαμάχες της περιόδου. Το κόμμα του, αν και διέθετε λιγοστούς βουλευτές, άσκησε σημαντική επιρροή στις συζητήσεις που έγιναν για το νέο Σύνταγμα του 1864. Μάλιστα, οι «ζαϊμικοί» βουλευτές υποστήριζαν τη σύσταση δεύτερου νομοθετικού σώματος, παράλληλου με τη Βουλή, ορισμένα μέλη του οποίου θα διορίζονταν και δε θα εκλέγονταν.

Θρασύβουλος Ζαίμης

Αν και χαρακτηριζόταν από μετριοπάθεια στις πολιτικές αντιλήψεις και τους προσανατολισμούς του στο πεδίο των αντιπαραθέσεων μεταξύ των λεγόμενων ορεινών και πεδινών, ο Ζαΐμης είχε ήδη από το 1863 προσχωρή­σει στους περισσότερο ριζοσπάστες ορεινούς, τοποθετούμενος πολιτικά πλησιέστερα στον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο. Την περίοδο αυτή μαζί με τους Κουμουνδούρο, Βούλγαρη και Δεληγεώργη διαδεχόταν ο ένας τον άλλον στην πρωθυπουργία, καθώς κλιμακώνονταν οι επεμβάσεις στην πολιτική δια­δικασία από μέρους του Στέμματος, ενώ δεν απουσίαζε και η εκτροπή από τον ομαλό πολιτικό βίο. Αυτά ήταν ορισμένα από τα βασικά γνωρίσματα της περιόδου πριν από τη δυναμική είσοδο του Χαρίλαου Τρικούπη στο πολιτι­κό προσκήνιο τη δεκαετία του 1870. Το κόμμα του Ζαΐμη, όπως και των αντι­πάλων του, ήταν ουσιαστικά μια προσωποπαγής ομάδα που συνέχιζε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την παράδοση του λεγόμενου «πελατειακού συστήμα­τος» χωρίς να καταφέρει, να μετατραπεί σε «κόμμα αρχών».

To 1864 ανέλαβε  το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση Κανάρη, η οποία ανήκε στο θεωρούμενο ως περισσότερο ριζοσπαστικό και προοδευτι­κό κοινοβουλευτικό συνασπισμό των ορεινών. Την ίδια θέση κατέλαβε και το 1865 στη σύντομης θητείας κυβέρνηση Δεληγεώργη. Το 1877 έγινε υπουργός Δικαιοσύνης στην οικουμενική κυβέρνηση υπό τον ναύαρχο Κανάρη, ενώ συμμετείχε, το 1878, στην πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη ως υπουργός Εσωτερικών και Δικαιοσύνης.

Ως πρωθυπουργός ανέλαβε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1869 μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Βούλγαρη, η οποία έτσι απέφυγε να επωμιστεί το πολιτικό κόστος της ήττας μετά την καταστολή της Κρητικής επανάστασης του 1866. Η πρωθυπουργική του θητεία υπήρξε μάλιστα αρκε­τά μακροχρόνια για τα δεδομένα της εποχής. Ο Ζαΐμης κράτησε τότε ρεαλι­στική στάση και αποδέχθηκε τους επιβληθέντες όρους ειρήνευσης, δημιουρ­γώντας τις προϋποθέσεις για την αναγκαία σε εκείνη τη φάση αποκατάστα­ση των σχέσεων του ελληνικού κράτους με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Κερδίζοντας μάλιστα τις σχετικά αδιάβλητες εκλογές του Μαΐου της ίδιας χρονιάς, διατηρήθηκε στην πρωθυπουργία έως τον Ιούλιο του 1870, όταν ο Γεώργιος Α’ τον ανάγκασε σε παραίτηση και μάλιστα κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής. Στην περίοδο της πρωθυπουργίας του αντιμετώπισε με υψηλό αίσθημα ευθύνης το ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής σχετικά με το λεγόμενο «ατιμωτικό πρωτόκολλο» των Παρισίων, αγνοώντας το κόστος που είχε η στάση του στη δημοτικότητά του. Ασχολήθηκε παράλληλα με την εσωτερική ανάπτυξη της χώρας και με τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς -χαρα­κτηριστικά αναφέρονται η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή Αθήνας – Πειραιά και η αγορά του πολεμικού πλοίου «Βασίλισσα Όλγα».

Το Νοέμβριο του 1869 υπέβαλε στη Βουλή πρόταση νόμου σχετικά με την οργάνωση εθνικών δυνάμεων για την καταστολή της ληστείας. Όμως, όχι μόνο απορρίφθηκε το νομοσχέδιο, αλλά τους επόμενους μήνες είχε να αντι­μετωπίσει και τις συνέπειες από τη σφαγή ξένων επισήμων ταξιδιωτών από ληστές στο Δήλεσι. Το γεγονός αυτό πήρε μεγάλες διαστάσεις, εκθέτοντας διεθνώς τόσο την κυβέρνηση όσο και την ίδια τη χώρα. Στάθηκε μάλιστα η αφορμή για την παραίτηση της κυβέρνησης Ζαΐμη. Η δεύτερη κυβέρνηση υπό την προεδρία του, το 1871, ήταν εξαιρετικά σύντομη. Διήρκεσε έως τα Χριστούγεννα του 1871. Σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας διατήρησε την εξουσία για λιγότερο από δύο μήνες, αφού απέτυχε να αποσπάσει την υπο­στήριξη αμιγούς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, κυρίως εξαιτίας του θέμα­τος της παροχής άδειας λειτουργίας ορυχείου σε γαλλο-ιταλική εταιρεία.

Το 1872, στις έντονες συζητήσεις που έλαβαν χώρα στο Κοινοβούλιο, τήρησε μετριοπαθή στάση σχετικά με την παραπομπή σε δίκη του παραιτη­θέντος πρωθυπουργού Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, τον οποίο κατηγορούσαν για κατάχρηση εξουσίας και επιβολή στρατοκρατίας. Αντί της άμεσης παραπομπής σε δίκη, πρότεινε τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής. Μετριοπαθή στάση τήρησε και στο θέμα της κοινοβουλευτικής αρχής του πολιτεύματος. Πίστευε στη διατήρηση του θεσμού της μοναρχίας. Απέφευγε να αντιπαραταχθεί άμεσα στο Στέμμα και επιχειρούσε, στη διάρκεια των σχετικών συζητήσε­ων την περίοδο του 1874-1875, να μετριάσει την ένταση των αντιπαραθέσεων με τα Ανάκτορα. Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη τέσσερις φορές μεταξύ των ετών 1855-1877. Η πρώτη θητεία του εκτείνεται στην περίοδο 2 Φεβρουαρίου – 25 Οκτω­βρίου 1855. Εκλέχθηκε με 68 ψήφους έναντι δύο λευκών.

Στις 30 Οκτωβρίου 1860 εκλέχθηκε για δεύτερη φορά με 62 ψήφους έναντι 50 του Δημήτριου Καλλιφρονά, υποψήφιου της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Αθανάσιου Μιαού­λη. Αξίζει να σημειωθεί ότι εξελέγη στο αξίωμα αυτό μολονότι ανήκε στην τότε αντιπολίτευση και παρά τις αυλικές πιέσεις προς τους βουλευτές να τον καταψηφίσουν. Παρέμεινε, ωστόσο, στη θέση του μόλις δύο εβδομάδες, έως τις 16 Νοεμβρίου 1860 καθώς η εκλογή του οδήγησε σε διάλυση της Βουλής από τα Ανάκτορα. Ο Ζαΐμης τότε προσχώρησε άμεσα στην αντιπολίτευση που σχεδίαζε την ανατροπή του Όθωνα, συνεργαζόμενος με το Μπενιζέλο Ρούφο και το Δημήτριο Βούλγαρη. Η ροή των γεγονότων οδήγησε μεσοπρό­θεσμα -δύο χρόνια αργότερα- στην πτώση της βαυαρικής δυναστείας.

Εξελέγη για τρίτη φορά πρόεδρος της Βουλής στις 30 Ιανουαρίου 1874 (για τρεις μήνες, έως τις 25 Απριλίου της ίδιας χρονιάς). Όπως και το 1860, υπερίσχυσε του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη με ψήφους 87 έναντι 72, αν και ανήκε στην αντιπολίτευση. Η εκλογή του αυτή στάθηκε η αφορμή να ξεκινή­σει ένας κύκλος πολιτικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων για το ζήτημα της κοινοβουλευτικής αρχής του πολιτεύματος και του ρόλου του Στέμματος. Για τέταρτη και τελευταία φορά αναδείχθηκε πρόεδρος της Βουλής με 131 ψήφους, στις 4 Οκτωβρίου 1876, διαδεχόμενος τον Αλέξανδρο Κουμουνδού­ρο που στο μεταξύ έγινε πρωθυπουργός. Η θητεία του ολοκληρώθηκε στις 18 Μαρτίου 1877. Ήταν παντρεμένος  με την Ελένη Μουρούζη. Γιος του ήταν και ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, πρόεδρος της βουλής, πρωθυπουργός και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς το 1880 σε ηλικία μόλις 55 ετών.

  

Πηγή


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τρικούπης Χαρίλαος  (1832-1896)


 

Η Οικογένεια Τρικούπη


 

Μεσολόγγι. Πολλή η δόξα του στα χρόνια του Μεγάλου Αγώνα. Η θυσία των γενναίων υπερασπιστών του και η ηρωική έξοδος της 10ης Απριλίου κέρδισαν τον θαυμασμό του κόσμου. Σ’ αυτή την μαρτυρική πόλη φύτρωσαν οι ρίζες πολλών επιφανών οικογενειών. Πρώτη ανάμεσά τους και η πιο βαθιά, η πιο γερή, η οικογένεια Τρικούπη. Φτάνει στο 1700 περίπου, ίσως και παλαιότερα. Τότε υπολογίζεται η γέννηση του Γιωργάκη Τρικούπη.

Ο γιος του Ματθαίος ή Μάνθος, ήταν πλοίαρχος. Του άρεσε η μουσική και η ποίηση και γενικά αναφέρεται ως ένα άτομο ιδιαίτερα καλλιεργημένο. Από το γάμο του με την Ρήνα Κουρκουμέλη, απέκτησε δυο γιούς. Τον Ιωάννη ( 1750-1824) και τον Ασημάκη ή Συμεών (1753-1822). Ο Ασημάκης σπούδασε ιατρική και φιλοσοφία στην Ιταλία και πέθανε κατά την δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου.

 

Ο Ιωάννης Τρικούπης (1750-1824)


 

Παππούς του Χαρίλαου. Τα πρώτα του γράμματα έμαθε στο Μεσολόγγι, με δάσκαλο τον Παναγιώτη Παλαμά. Στην Ιθάκη και στην Πάτρα έμαθε Ιταλικά και Γαλλικά. Στην Πάτρα, γνώρισε τον Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γαβριήλ. Μεταξύ των δυο ανδρών αναπτύχθηκε ισχυρή φιλία. Όταν ο Γαβριήλ εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, με το όνομα Γαβριήλ Δ΄ο Ιωάννης Τρικούπης τον ακολούθησε στην νέα του θέση.

Γύρω στο 1780 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Παλαμά, της μεγάλης Μεσολογγίτικης οικογένειας, διαδεχόμενος παράλληλα τον πατέρα του στις εμπορικές δραστηριότητές του. Συγχρόνως όμως – όπως κι εκείνος – ασχολήθηκε με τα κοινά. Εξελέγη αρχικά Προεστός της πόλης.

Λόγω της μόρφωσης αλλά και του ακέραιου χαρακτήρα του, έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τους πατριώτες του. Κατάφερε με την εργατικότητα και την συνεχή προσπάθεια να αυξήσει την πατρική περιουσία και να αναδειχτεί ως ένας από τους σπουδαιότερους επιχειρηματίες της εποχής του.

Αργότερα βέβαια αυτή την περιουσία διέθεσε – σχεδόν όλη- για τις ανάγκες του Αγώνα. Σε μεγάλη ηλικία πια, σχεδόν εβδομήντα χρονών, μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Στα χρόνια του Αγώνα, εξελέγη πρόεδρος των Δημογερόντων και μετά έφορος. Με την σύζυγό του, απέκτησαν εννιά παιδιά. Τον Σπυρίδωνα, τον Αναστάσιο, τον Μάνθο, τον Κωνσταντίνο, τον Απόστολο, τον Νικόλαο, τον Θεμιστοκλή, την Ειρήνη και την Μαρία.

Ο Κωνσταντίνος και ο Μάνθος πέθαναν ηρωικά μαχόμενοι στο Μεσολόγγι. Για τον Νικόλαο και τον Αναστάσιο δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Η Ειρήνη παντρεύτηκε τον Ιωάννη Ραζηκότσικα και η Μαρία τον Δήμαρχο Μεσολογγίου Δημήτριο Καψάλη.

 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873)


 

Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Μαθήτευσε στην Σχολή των Παλαμάδων, όπως και ο πατέρας του. Αργότερα στην Πάτρα έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Με την βοήθεια του Άγγλου λόρδου Guilford – του οποίου υπήρξε φίλος και γραμματέας- μετέβη στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές. Η Επανάσταση του 1821 όμως τον απορρόφησε ολοκληρωτικά, οδηγώντας τον στην απόφαση να εγκαταλείψει την θέση του εφόρου και οργανωτή της Ιονίου Ακαδημίας στην Κέρκυρα, την οποία είχε ιδρύσει ο Guilford και να συμμετάσχει, μαζί με τον πατέρα του, στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου, το 1822.

Στην έξοδο της 10ης Απριλίου, ο αδελφός του Κωνσταντίνος σκοτώθηκε ενώ ο ίδιος κατέφυγε στο Ναύπλιο, όπου εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει από την πολιτεία και στο οποίο παρέμεινε πέντε χρόνια. Μετείχε στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, υπηρετώντας την πατρίδα από διάφορες υψηλές θέσεις και αναδείχτηκε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, η οποία έφτασε στο Ναύπλιο από την Κωνσταντινούπολη όπου ζούσε με την Μητέρα της και την αδελφή της, διωγμένη από τους Τούρκους. Απέκτησαν έξι παιδιά. Τα δύο πέθαναν σε βρεφική ηλικία και τα άλλα δύο σε εφηβική. Επέζησαν μόνο ο Χαρίλαος και η Σοφία.

 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης (1832-1896)


 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 11 Ιουλίου του 1832. Πατέρας του ήταν ο πολιτικός, διπλωμάτης και ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης και μητέρα του η Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του αριστοκράτη πολιτευτή της Επανάστασης.

Ο Ιστορικός Δ. Κ. Βαρδουνιώτης,  στο φύλλο 16  της  7ης Απριλίου  1896 της  εφημερίδας

« ΔΑΝΑΟΣ» αναφέρει ότι ο Χαρίλαος Τρικούπης γεννήθηκε στο Άργος το 1830

και όχι το 1832, όπως γράφεται.

Ολόκληρο το κείμενο παρατίθεται στο τέλος του άρθρου.

 

Χαρίλαος Τρικούπης

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε στενός φίλος του Σπυρίδωνα Τρικούπη. Η συμπάθεια και η εκτίμηση του προς το πρόσωπο του, ήταν τόσο μεγάλη που του πρότεινε να του δώσει ως σύζυγο την αδελφή του, που τότε βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σπυρίδων Τρικούπης όμως δεν αποδέχτηκε την πρόταση αμέσως, λέγοντας στον φίλο του ότι: « Δεν θα ηδύνατο να συνδεθή δια γάμου ή μετά γυναικός την οποίαν θα εγνώριζεν εκ του πλησίον και μετά της οποίας θα τον συνέδεεν αίσθημα αγάπης και εκτίμησις». Όμως και η Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, στην οποία έγραψε ο αδελφός της για τα προτερήματα του Τρικούπη, απάντησε περίπου με τον ίδιο τρόπο.

Όταν αργότερα, στα τέλη του 1825 η Αικατερίνη, καταδιωκόμενη από τους Τούρκους κατάφερε να διαφύγει με την βοήθεια της Αγγλικής Πρεσβείας, έφτασε στο Ναύπλιο, ολόκληρη η πόλη κατέβηκε στο λιμάνι να την υποδεχτεί και να την συνοδεύσει μέχρι το σπίτι του αδελφού της. Ο Τρικούπης λόγω της πρότασης του Μαυροκορδάτου περί γάμου, απόφυγε να πλησιάσει. Αλλά η πρώτη συνάντηση δεν άργησε. Αμέσως οι δύο νέοι ένοιωσαν αμοιβαία συμπάθεια και πολύ γρήγορα κατέληξε στο γάμο που έγινε στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου του 1826.

Τον Ιούλιο του 1832 που γεννήθηκε το πρώτο παιδί τους, η μητέρα του διαβάζοντας την Ελληνική ιστορία θεώρησε το όνομα Χαρίλαος ως το καταλληλότερο για τον γιο της. Ο ναύαρχος Μιαούλης που βάπτισε το νεογέννητο, έδωσε το όνομα συμφωνώντας με την επιθυμία της μητέρας.   

 

Τα πρώτα νεανικά χρόνια

 

Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Ναύπλιο, ο πατέρας του τον έστειλε στην Αθήνα, για να φοιτήσει στο Γυμνάσιο στο οποίο γυμνασιάρχης ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος κυρίως όμως είχε καθηγητή τον Γρηγόριο Παπαδόπουλο, ο οποίος του ανέπτυξε την αγάπη προς τα κλασσικά γράμματα. Όταν λοιπόν έδινε απολυτήριες εξετάσεις, ο Χαρίλαος έπρεπε να γράψει σχετική έκθεση. Επέλεξε να γράψει για τον Θουκυδίδη και το σύστημα της πολιτείας. Η έκθεση αυτή προκάλεσε τον θαυμασμό των καθηγητών του, οι οποίοι διέβλεψαν στο πρόσωπό του ένα λαμπρό επιστήμονα. Αλλά και στα μαθηματικά ήταν άριστος. Ικανότητα που θα του χρησίμευε αργότερα ως πρωθυπουργού και διαχειριστή των οικονομικών της Ελλάδας.

Ο Τρικούπης, ως φοιτητής της  Νομικής Σχολής του Εθνικού Πανεπιστημίου έδειξε την προτίμησή του προς το Ρωμαϊκό δίκαιο, επιλογή που πέραν των άλλων, τον ανέδειξε σε σπουδαίο λατινιστή. Μετά τρία χρόνια φοίτησης, πήγε στο Παρίσι, όπου γράφτηκε στη Νομική. Συμφοιτητή του εκεί είχε τον Γεώργιο Κοζάκη Τυπάλδο, o οποίος υπήρξε ένας από τους τελευταίους προσωπικούς του φίλους.

Ποιοι ήταν καθηγητές του στο εκεί πανεπιστήμιο δεν είναι γνωστό, αλλά όλοι είχαν παραδεχτεί την φιλομάθειά του και την πρόωρη για την ηλικία του  ευφυΐα. Υπάρχει επιστολή του Υπουργού Blaris προς τον τότε Πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι στρατηγό Καλλέργη, στην οποία του εκφράζει την πεποίθηση ότι ο νεαρός φοιτητής στο μέλλον θα διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στα πολιτικά πράγματα της πατρίδας του.

Ο Τρικούπης πέρα από τις νομικές σπουδές, ασχολήθηκε και με άλλες μελέτες. Κυρίως τον ενδιέφερε η φιλοσοφία του τότε κατ’ εξοχήν φιλοσόφου Hebert Spencer. Κατά τις εξετάσεις του για να πάρει το δίπλωμά του, υπέβαλε και ανέπτυξε προφορικά την θέση του περί του γάμου και της προίκας. (Du contrat de marriage en general et specialement du regime dotal). ( Περί του συμβολαίου γάμου γενικά και ειδικά περί της προικοδότησης).

 

Η Διπλωματική του πορεία

 

Χαρίλαος Τρικούπης

Τόσο μεγάλη ήταν η επιτυχία και η αποδοχή της εργασίας αυτής, ώστε αν και ήταν ξένος, προσελήφθη ως ένας εκ των γραμματέων του Δικηγορικού Συλλόγου, του οποίου πρόεδρος ήταν ο διάσημος ρήτορας και πολιτευτής Berryer. Πότε ακριβώς αναχώρησε για την Αγγλία δεν είναι γνωστό. Τότε πρεσβευτής στο Λονδίνο ήταν ο πατέρας του και ο Χαρίλαος αρχικά υπηρέτησε ως ιδιαίτερος γραμματέας του. Κατόπιν διορίστηκε επίσημος γραμματέας της πρεσβείας (1856) όπως αυτό προκύπτει από τον επίσημο κατάλογο του διπλωματικού σώματος του Λονδίνου.

Μάλιστα αναφέρεται ότι στα πρώτα χρόνια της υπηρεσίας του, υπήρξε ένας εκ των πρωτεργατών της δημιουργίας της νέας διπλωματικής λέσχης του St. James. Στην τότε διπλωματική λέσχη οι μεν προϊστάμενοι των υπηρεσιών μπορούσαν να γραφτούν μετά από απλή αίτηση, ενώ οι γραμματείς έπρεπε να κριθούν και ή να εκλεγούν ή να απορριφθούν.

Αφορμή για την ίδρυση της νέας λέσχης υπήρξε η απόρριψη του Αντιπροέδρου της Βουλής των Ελλήνων Βουδούρη, που εκείνο τον καιρό διέμενε στην Αγγλία. Ο Τρικούπης θίχτηκε ως Έλληνας, συνεννοήθηκε με τον γραμματέα της Ιταλικής πρεσβείας κόμη Corti και έτσι προέκυψε η νέα λέσχη.

Μια σημαντική στιγμή της βραχύχρονης διπλωματικής του πορείας, υπήρξαν οι διαπραγματεύσεις του με την Αγγλική κυβέρνηση για την συνθήκη των Ιονίων Νήσων. Στις 6 Ιουνίου του 1863 ο Βασιλιάς της Αγγλίας δέχτηκε σε επίσημη ακρόαση την πρεσβεία της Ελλάδας, με την παρουσία των πρεσβευτών της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.

Η Ελληνική πρεσβεία πρόσφερε στον ανεψιό του, Γουλιέλμο Γεώργιο το Ελληνικό στέμμα. Ο Βασιλιάς τους ανήγγειλε ότι « κατά τας διαπραγματεύσεις μετά των τριών Μεγάλων Δυνάμεων οίτινες τόσον συντόνως συνέβαλαν εις την ίδρυσιν του Ελληνικού Βασιλείου, διετήρησαν δε πάντοτε ζωηρόν το υπέρ της ευμερίας αυτού ενδιαφέρον, εξηρτήσαμεν την αποδοχήν του Στέμματος εκ της προσαρτήσεως των Ιονίων Νήσων εις το Ελληνικόν Βασίλειον» και πρόσθεσε ότι πιστεύει ότι η προσάρτηση αυτή θα πραγματοποιηθεί σε πολύ σύντομο χρόνο.

Η προσφώνηση του προέδρου της αντιπροσωπείας ένδοξου γέροντα ναυάρχου Κανάρη, κατέληγε με την εξής συγκινητική φράση. « Το απ’ εμοί, Μεγαλειότατε, έζησα αρκετά, ώστε κατόπιν τοιαύτης ημέρας να επαναλάβω το του Συμεώνος: Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα».  

Στις 25 Ιουνίου 1863 ο λόρδος Ράσσελ, υπουργός των εξωτερικών της Αγγλίας, διαβίβασε τα πρωτόκολλα της παραχώρησης των Ιονίων νήσων, που είχαν υπογραφεί στο Λονδίνο, και τα οποία με επιμονή ζητούσε ο Έλληνας υπουργός των εξωτερικών. Όμως στο σχέδιο της συνθήκης, που ανακοινώθηκε στους αντιπροσώπους των πέντε Δυνάμεων, από τον υπουργό Ράσσελ, υπήρχαν δύο όροι.

 

Ο πρώτος, πρότεινε την ουδετερότητα των Νήσων, ενώ ο δεύτερος υποχρέωνε την Ελλάδα να γκρεμίσει τα φρούρια της Κέρκυρας. Ο σύμβουλος του νεαρού Βασιλιά, κόμης Σπόννεκ, όταν πληροφορήθηκε τις δεσμεύσεις αυτές, απευθυνόμενος προς τον πρέσβη της Αγγλίας στην Κοπεγχάγη Sir D. Paget, διατύπωσε την απορία του μόνο για τον πρώτο όρο, αφού για τον δεύτερο δεν είχε αντιρρήσεις ούτε αυτός.

Ο Βασιλιάς Γεώργιος αναφερόμενος στο δυσμενές κλίμα που θα διαμορφωνόταν στο κοινοβούλιο της Ιονίου πολιτείας, όταν θα μάθαινε τους όρους και το οποίο θα επηρέαζε την ψήφο της για την προσάρτηση, θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση την προσάρτηση, πριν αυτός αναχωρήσει για την Ελλάδα, ενώ ο κόμης Σπόννεκ έλεγε ότι εφόσον η προσάρτηση είναι πραγματική, δεν κατανοούσε πως τα Ιόνια Νησιά θα ήταν ουδέτερα, χωρίς να επεκταθεί αυτή η ουδετερότητα σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Στις 7/19 Οκτωβρίου 1863 η Ιόνιος Βουλή ψήφισε την μεταβίβαση της κυριαρχίας των Νήσων στο Βασιλιά των Ελλήνων, ενώ την 8/20 Οκτωβρίου, έκανε έκκληση προς την Βασίλισσα Βικτωρία για την διατήρηση των φρουρίων της Κέρκυρας αφού η ίδια ως προστάτιδα είχε διαθέσει κολοσσιαία ποσά για την ανέγερση των φρουρίων, προκειμένου να εξασφαλίσει το νησί από επιθέσεις και επιδρομές. Τον Ιανουάριο του 1864 η αγγλική κυβέρνηση, διαβίβασε προς τον πρέσβη της Αγγλίας στην Αθήνα, το σχέδιο της συνθήκης για την εκχώρηση των Ιονίων, η οποία επρόκειτο να συνομολογηθεί μεταξύ των τριών προστάτιδων Δυνάμεων της Ελλάδας.

Σε έγγραφό του, της 28 Ιανουαρίου 1864, προς τον πρέσβη, ο λόρδος Ράσσελ εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους ζητείτο να συνομολογηθεί με τους ρητούς όρους α) της κατεδάφισης των οχυρών των Νήσων β) η ουδετερότητα αυτών και γ) της διατήρησης των προνομίων των Αυστριακών εμπόρων.  Οι όροι αυτοί προκάλεσαν αληθινή θύελλα εθνικής φιλοτιμίας. Όμως ο λόρδος Ράσσελ, σε ανακοίνωσή του προς τον Σκάρλετ, ανέφερε ότι αυτή ήταν η αμετάκλητη θέληση της Αυστρίας. Με τις από 25 Οκτωβρίου 1863 εντολές του, ο λόρδος Ράσσελ είχε επιφορτίσει τον Σκάρλετ να ζητήσει επειγόντως από την Ελληνική κυβέρνηση να αποστείλει στο Λονδίνο πληρεξούσιο υπουργό, προκειμένου να διαπραγματευτεί τους όρους της συνθήκης.

Ο Σπυρίδων Τρικούπης είχε παραιτηθεί από τη θέση του πρέσβη στα τέλη του 1862 και την διεύθυνση της πρεσβείας είχε αναλάβει ως επιτετραμμένος Γραμματεύς ο Χαρίλαος Τρικούπης. Όμως, κι αυτός είχε εν τω μεταξύ παραιτηθεί γιατί είχε εκλεγεί αντιπρόσωπος της Ελληνικής Κοινότητας του Λονδίνου στην εθνική συνέλευση, η οποία είχε συγκληθεί μετά την εκθρόνιση του Όθωνα.

Τόσο δε μεγάλη υπήρξε η εμπιστοσύνη και η εκτίμηση της Κυβέρνησης προς τον Χαρίλαο Τρικούπη, ώστε αντί να αποστείλει υπουργό, ανέθεσε σ΄αυτόν να επιστρέψει στο Λονδίνο και να διαπραγματευτεί την συνθήκη, οι όροι της οποίας είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο και της παλαιάς Ελλάδας αλλά και των Ιονίων Νήσων.

Η ευθύνη για έναν τριαντάχρονο νέο διπλωμάτη ήταν πολύ μεγάλη και το καθήκον του βαρύτατο. Οι οδηγίες προς τον Τρικούπη, της 13 Νοεμβρίου 1863, έφταναν μέχρι του σημείου να λένε ότι το μόνο που μπορούσε να δεχτεί ήταν η απαγόρευση κάθε εκχώρησης οιουδήποτε τμήματος της Κέρκυρας και ο αφοπλισμός όχι όμως η κατεδάφιση των φρουρίων. Διαφορετικά ο Έλληνας πληρεξούσιος δεν έπρεπε να υπογράψει την συνθήκη.

 « Η δημόσια γνώμη εις την Ελλάδα και το αίσθημα της εθνικής φιλοτιμίας, έλεγεν έγγραφον του υπουργού Εξωτερικών προς τον Τρικούπην, δεν επέτρεπεν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν να υπογράψη την ιδίαν εαυτής καταδίκην. Εάν τα διαδιδόμενα είναι αληθή ( περί των όρων της συνθήκης) μη υπογράψετε. Επαναλαμβάνω: μη υπογράψετε. Ακολουθήσατε πιστώς τας ημετέρας οδηγίας μη εισακούοντες κανένα».

Η κυβέρνηση απέκρουε όχι μόνο τον όρο της κατεδάφισης των φρουρίων αλλά και τον όρο περί ουδετερότητας των νησιών. Ο Τρικούπης εν τω μεταξύ είχε αναλάβει σοβαρή διπλωματική εκστρατεία. Αναθέρμανε – με την ευγλωττία του – παλιές συμπάθειες, αναζωπύρωσε τον φιλελληνισμό και με κάθε τρόπο υπενθύμιζε την ύπαρξη της Ελλάδας, η οποία είχε – ως φαίνεται- λησμονηθεί.

Δαπανούσε όλη του την δραστηριότητα και πειστικότητα. Αν και ο λόρδος Ράσσελ κατά την πρώτη τους συνάντηση άφησε να υπονοηθεί ότι « cetait a prendre ou a laisser». (Μπορούσες να πάρεις ή να αφήσεις). Ο Χαρίλαος Τρικούπης επαναλάμβανε συνεχώς ότι του έχει ανατεθεί από την κυβέρνηση η διαπραγμάτευση και όχι απλά η υπογραφή της συνθήκης.

Η πανίσχυρη και ισχυρογνώμων Αυστρία άρχισε να υποχωρεί από τις 21 Νοεμβρίου. Ο λόρδος Ράσσελ φαινόταν να κάμπτεται, εκτός του όρου της κατεδάφισης των φρουρίων. Στις 9 Δεκεμβρίου ο Έλληνας αντιπρόσωπος μιλά πρώτη φορά για την πιθανότητα κάποιων μεταβολών στους όρους της συνθήκης και στις 16 Δεκεμβρίου ο υπουργός των εξωτερικών διαβιβάζει εμπιστευτικά προς τον Τρικούπη, το πρώτο σχέδιο της συνθήκης.

Η Αυστριακή διακοίνωση προς την Αγγλική κυβέρνηση είναι γραμμένη ελάχιστα φιλική προς την Ελλάδα. Αλλά ουσιαστικά αποτελούσε υποχώρηση. « Η ελληνική κυβέρνησις, ανέφερε η διακοίνωση, ουδέν έχει δικαίωμα επί των Ιονίων Νήσων. Θα οφείλει αυτάς εις την γενναιοφροσύνην της Αγγλίας. Να θέτη τις όρους εις δώρον, τον οποίον προσφέρει είναι φυσικόν. Αλλά να υπαγορεύη τους όρους του δώρου, το οποίον λαμβάνει, ο λαμβάνων τούτο, αποτελεί αληθώς αδικαιολόγητον αξίωσιν».

Οι άλλες κυβερνήσεις επέμεναν. Η Αυστρία δέχτηκε στο τέλος να υποχωρήσει υπό την προϋπόθεση να κατεδαφιστούν τα φρούρια και να χαρακτηριστούν τα Επτάνησα ουδέτερα. Μετά από μακρές και επίπονες συζητήσεις, όπου εξετάστηκε ακόμη και η πλήρης ουδετερότητα της Ελλάδας, ο Τρικούπης οδήγησε τις μεγάλες δυνάμεις να καταλήξουν στην συνθήκη της 14ης Νοεμβρίου 1863 και το πρωτόκολλο της 25ης Ιανουαρίου 1864 που υπεγράφη μεταξύ Αυστρίας, Γαλλίας, Μεγάλης Βρετανίας, Πρωσίας, και Ρωσίας και το οποίο παραχωρούσε τα Ιόνια Νησιά στην Ελλάδα υπό περιορισμούς, τους οποίους  η διπλωματική ικανότητα του Τρικούπη είχε καταστήσει ιδιαίτερα ήπιους σε σχέση με τους αρχικούς.

 

Η πολιτική του σταδιοδρομία

 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης, μετά την ολοκλήρωση του έργου του ήλθε στην Ελλάδα. Παραιτήθηκε από το Διπλωματικό σώμα και το 1865 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής Μεσολογγίου. Μολονότι δεν εντάχτηκε σε κανένα κόμμα, αναγνώριζε την ικανότητα και την αξία του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, ο οποίος είχε απορρίψει τον « νοσηρό » ρομαντισμό με τον οποίο λειτουργούσε η ελληνική πολιτική και κυρίως η εξωτερική πολιτική του κράτους.

Έτσι, το 1866 έγινε μέλος της κυβέρνησης Κουμουνδούρου ως υπουργός των εξωτερικών. Δύο είναι οι αγορεύσεις του κατά την περίοδο αυτή. Η πρώτη αφορούσε στη υποστήριξη της πολιτικής της κυβέρνησης και η δεύτερη, (1η Δεκεμβρίου 1867) το Κρητικό ζήτημα.

Το Κρητικό ζήτημα, ήταν ο λόγος που η κυβέρνηση Κουμουνδούρου ανετράπη μετά ένα χρόνο και η Ελλάδα περιέπεσε σε μεγάλη κρίση, από την οποία εξήλθε υλικά και οικονομικά γονατισμένη, λόγω των ανώφελων θυσιών υπέρ της απελευθέρωσης της Κρήτης, αλλά και ηθικά μειωμένη λόγω της προσχώρησης της στο πρωτόκολλο του Παρισιού το 1869.

Το 1872 ιδρύθηκε το «Πέμπτον κόμμα » που το αποτελούσαν οι: Χαρίλαος Τρικούπης, Κ. Λομβάρδος, Αθ. Πετμεζάς, Κ. Σαράβας και μερικοί άλλοι πολιτευτές. Αν και ο Τρικούπης ήταν ο νεότερος όλων, μετά την υποχώρηση ακόμη και του ίδιου του παλαίμαχου Λομβάρδου, ο οποίος είχε πρωταγωνιστήσει υπέρ της ένωσης της Επτανήσου, αναγνωρίστηκε ως αρχηγός του νέου κόμματος.

  

Τις πταίει;

  

Χαρίλαος Τρικούπης, λιθογραφία 1892

Το 1874 δημοσιεύτηκε  στους  «Καιρούς»  το  ιστορικό  άρθρο «Τις πταίει»  και  το επόμενο «Παρελθόν και Ενεστώς» στα οποία τόνιζε την ανάγκη της συμμόρφωσης του πολιτεύματος στους θεσμούς του γνήσιου κοινοβουλευτισμού και κατέκρινε την πολιτική του Στέμματος, η οποία – όπως υποστήριζε – δημιουργούσε την πολιτική αστάθεια και « ανεκηρύσσετο ως δόγμα του ελληνικού κοινοβουλευτισμού η δεδηλωμένη ».

Τα άρθρα αυτά και κυρίως το πρώτο, αν και μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο ως ακαδημαϊκή διάλεξη παρά ως επίθεση και ασέβεια προς το πρόσωπο του Βασιλιά, διώχτηκε ποινικά. Ο Π. Καννελλίδης, ως συντάκτης των « Καιρών» κλήθηκε για ανάκριση ως συγγραφέας των άρθρων. Πλην όμως, γρήγορα βρέθηκαν μπροστά στην αλήθεια. Ο Τρικούπης ανέλαβε την ευθύνη και η δικαιοσύνη αναγκάστηκε να τον προφυλακίσει για μικρό διάστημα αφού απαλλάχτηκε με βούλευμα.

Παρ’ όλα αυτά, το 1875 ο Βασιλιάς κάλεσε τον Τρικούπη και του ανέθεσε τον σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης. Διέλυσε την Βουλή και προκήρυξε εκλογές οι οποίες για πρώτη φορά από τότε που η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητη, πραγματοποιήθηκαν με παραδειγματική ελευθερία. Ο Τρικούπης παραιτήθηκε αμέσως μετά την διενέργεια των εκλογών, κατά τις οποίες το κόμμα του, εκτός από την ηθική απέκτησε και ουσιαστική δύναμη, εκλέγοντας 25 περίπου βουλευτές.

Το 1877, λόγω της Ανατολικής κρίσης, συγκροτήθηκε οικουμενική κυβέρνηση υπό τον ναύαρχο Κανάρη και ο Χαρίλαος Τρικούπης επανήλθε στους γνώριμους από παλιά χώρους του υπουργείου των εξωτερικών. Σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο, ίσως θα μπορούσε κάποιος να καταλογίσει στην κυβέρνηση ως λάθος την μη συμμετοχή της Ελλάδας στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Θα μπορούσε αν είχε πράξει διαφορετικά και είχε εμπλακεί στον πόλεμο, να προλάβει την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και να είχε ελευθερώσει την Θεσσαλία, ολόκληρη την Ήπειρο και ίσως ακόμη και την Κρήτη.

Όμως η βαθειά αντιπάθεια του ελληνικού έθνους κατά της σλαβικής επικράτησης και οι υποσχέσεις της Αγγλίας για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων, ήταν οι βασικοί λόγοι που η Ελλάδα δεν έλαβε μέρος στον συγκεκριμένο πόλεμο.

Οι υποσχέσεις αυτές ίσως εκμαιεύτηκαν στην συνάντηση του Τρικούπη με τον πρέσβη της Αγγλίας τον Σεπτέμβρη του 1877, κατά την οποία ζητήθηκαν διαβεβαιώσεις  ότι η Ελλάδα      « δεν θα καθίστατο συνένοχος επαναστατικών κινημάτων» στις παραμεθόριες επαρχίες.

Την ιστορία της διαπραγμάτευσης αυτής θα προσπαθήσουμε να εκθέσουμε πιο κάτω μια και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Ο Τρικούπης ( σύμφωνα με επίσημο τηλεγράφημα του Άγγλου πρέσβη προς τον κόμη Derby, 9 Ιουνίου 1877) απάντησε ότι « Η Ελλάς ήτο διατεθειμένη να τηρήση αυστηράν ουδετερότητα, εκτός εάν αι περιστάσεις την ηνάγκαζον να αναλάβη άλλην στάσιν». Αλλά συγχρόνως ο Έλληνας υπουργός αναφέρει ότι « δεν εφρόνει ότι η Ελληνική Κυβέρνησις ήτο υποχρεωμένη να εξέλθη της οδού αυτής, όπως προλάβη επαναστατικά κινήματα μεταξύ Ελλήνων υπηκόων της Τουρκίας, εάν επίστευεν, ότι τοιαύτα κινήματα ήτο δυνατόν να προαγάγωσι τα γενικά συμφέροντα του Ελληνισμού».

Και ο Άγγλος πρέσβης πρόσθετε: « Συνοπτικώς ειπείν, ο κ. Τρικούπης αναλαμβάνει να προβή και πέραν των διεθνών υποχρεώσεων, των αυστηρώς επιβαλλομένων εις την Ελλάδα και υπόσχεται να προλάβη εξεγέρσεις εις τας γειτονικάς επαρχίας, υπό τον όρον, ότι θα λάβη την υπόσχεσιν της Μεγάλης Βρετανίας, ότι, όταν επιστή η ώρα των διαπραγματεύσεων της ειρήνης, εφ’ ων η κυβέρνησις της Α.Μ. προσδοκάται, ότι θα ασκήσει σημαντικήν επίδρασιν, θα καθορισθή ότι υφίσταται ελληνικόν ζήτημα ενώπιον της Ευρώπης, ουχ ήττον ως αν ελληνικόν ζήτημα είχε προκύψει δια της εξεγέρσεως πασών των ελληνικών επαρχιών».

Ο Τρικούπης υπήρξε απολύτως θετικός σε ότι ζητούσε. Ζητούσε την ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους της Αγγλίας ότι θα εξασφάλιζε στο Ελληνικό Έθνος θέση ισότητας σε σχέση με τους Σλάβους γείτονες του. Και δήλωνε ότι χωρίς αυτής της εγγύησης η θέση της Ελλάδας θα ήταν δυσχερέστερη σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο κράτος που θα επηρέαζε ο πόλεμος αυτός.

Ποια ήταν η απάντηση του λόρδου Derby στον σαφή αυτόν όρο του «do ut des» (δίνω για να δώσεις) φαίνεται καθαρά στο έγγραφό του προς τον πρέσβη της Αγγλίας, της 2ας Ιουλίου 1877: « Η κυβέρνησις της Α.Μ. δεν δύναται να δώση διαβεβαιώσεις, εν σχέσει προς τα γεγονότα τα δυνάμενα να προκύψωσιν εκ της διαλύσεως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εις την Ευρώπην. Κατά την γνώμην της, θα ήτο ανάρμοστον και πρόωρον να αποβλέψη τις εις τοιούτον ενδεχόμενον ως ο διαμελισμός των υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν εδαφών. Είναι όμως ετοίμη να διαβεβαιώση την ελληνικήν κυβέρνησιν ότι εφόσον εξαρτάται εξ αυτής, θέλει, όταν επιστή ο χρόνος της διευθετήσεως των εκ του πολέμου μελλόντων να προκύψωσι ζητημάτων, μετελθει πάσαν αυτής επιρροήν δια να εξασφαλίση εις τον ελληνικόν πληθυσμόν των τουρκικών επαρχιών πάσας τας διοικητικάς μεταρρυθμίσεις, αι οποίαι θ’ απεφασίζοντο υπέρ της οιασδήποτε άλλης εθνικότητος».   

Συμβούλευαν επίσης την Κυβέρνηση να μην ευνοήσει επαναστατικά κινήματα στις παραμεθόριες περιοχές « τα οποία ουδέν άλλο αποτέλεσμα ηδύνατο να έχωσι ή να επαυξήσωσι την δυστυχίαν και τας δηώσεις του πολέμου και να ζημιώσωσι τους πληθυσμούς, τα συμφέροντα των οποίων η ελληνική κυβέρνησις επεθύμει να εξασφαλίση».

Η υπόσχεση βέβαια ήταν αόριστη και καθόλου ικανοποιητική ως προς τις εγγυήσεις της Αγγλίας για το μέλλον. Εκτός απ’ αυτό οι πιέσεις προς την Ελλάδα εντάθηκαν από τον νέο πρέσβη της Αγγλίας Wyndham, ο οποίος όμως δεν κατάφερε να αποσπάσει άλλη υπόσχεση από τον Τρικούπη παρά μόνον ότι δεν θα υποστηρίξει επαναστατικά κινήματα « επί του παρόντος» χωρίς ποτέ να αποκηρύξει ή να αποθαρρύνει τα επαναστατικά κινήματα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο που ήδη είχαν ξεκινήσει.

Από την άλλη, ο Ρώσος πρέσβης Σαβούρωφ, επιχειρούσε, κυρίως γιατί η Ρωσική εκστρατεία αντιμετώπιζε μεγάλες δυσχέρειες, να παρασύρει την Ελλάδα στον πόλεμο, υποσχόμενος την έντονη υποστήριξη στις ελληνικές αξιώσεις. Στην προσπάθειά του όμως αυτή είχε αντιμέτωπο όλο τον πολιτικό κόσμο της χώρας και μόνο ο Βασιλιάς Γεώργιος υποστήριζε την εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο, επικοινωνώντας προσωπικά με τον Ρώσο διπλωμάτη.

Όταν η οικουμενική κυβέρνηση ανατράπηκε υπό τους λιθοβολισμούς των παραθύρων των υπουργών από το πλήθος, το ίδιο πλήθος επευφημούσε τον βασιλιά στην πλατεία των ανακτόρων. Όμως αυτές οι εκδηλώσεις δεν ήταν ικανές να μεταβάλουν την ροή των γεγονότων.

Όχι μόνο γιατί η πολιτική γνώμη δεν επιθυμούσε και δεν ευνοούσε την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό των Σλάβων αλλά και γιατί η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη για τέτοια περιπέτεια. Παρά τους φόβους και την αγωνία για τις επιτυχίες του Ρωσικού στρατού, η Ελλάδα τήρησε μέχρι το τέλος την ουδετερότητά της. Η πρόχειρη εκστρατεία του Δομοκού στο τέλος του πολέμου και μετά την ανακωχή, ήταν μια σκηνοθετημένη ενέργεια της κυβέρνησης που διαδέχτηκε την οικουμενική προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα να παρασταθεί  στο επικείμενο συνέδριο.

Δεν είχε λοιπόν η Ελλάδα άλλη βάση ενεργειών παρά μόνον την ασαφή υπόσχεση της Αγγλίας περί της υποστήριξης των ελληνικών δικαιωμάτων. Όταν όμως διαδέχτηκε τον Άγγλο πρέσβη ο λόρδος Βήκονσφηλντ μετά του Σώλσβαρυ η κυβέρνηση άκουσε την περίφημη φράση: « ότι η ελληνική κυβέρνησις πλήρως παρεννόησε τας ευρωπαϊκάς απόψεις».

Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος έληξε με την παταγώδη παραίτηση της οικουμενικής κυβέρνησης και λίγο αργότερα πραγματοποιήθηκε το συνέδριο του Βερολίνου. Η κυβέρνηση Κουμουνδούρου που εν τω μεταξύ είχε αναλάβει, έστρεψε το ενδιαφέρον της προς τον Τρικούπη, επιθυμώντας αυτός να σταλεί στο Βερολίνο ως υπερασπιστής των ελληνικών θέσεων και συμφερόντων λόγω της δυτικής μόρφωσης του και της γλωσσομάθειάς του.

Αλλά αυτή η αποστολή ματαιώθηκε μυστηριωδώς. Ίσως γιατί ο Τρικούπης κατάλαβε ότι στο συνέδριο του Βερολίνου θα κυριαρχούσε η Αγγλική πολιτική τουλάχιστον όσον αφορά την Ανατολική Μεσόγειο. Πράγματι, η Γερμανία δεν απέβλεπε παρά μόνον στην απόκρουση του Σλαβισμού, γι’ αυτό επεδίωκε την ενίσχυση της Αυστροουγγαρίας. Η Γαλλία ήταν ακόμη πολύ αδύνατη για να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και η Ρωσία εξαντλημένη από τους αιματηρούς πολέμους μόλις στεκόταν στα πόδια της και μάλλον συρόταν στο συνέδριο παρά προσερχόταν με την θέλησή της. Και βέβαια δεν είχε κανένα λόγο να υποστηρίξει τα ελληνικά συμφέροντα ή τις ελληνικές θέσεις.

Υπάρχει όμως και η φήμη ότι ο Τρικούπης, προκειμένου να αναλάβει την ευθύνη του εκπροσώπου της Ελλάδας, έθεσε τον όρο, ότι εφόσον δεν ικανοποιούντο οι αξιώσεις των Ελλήνων ο Βασιλιάς Γεώργιος θα υπέβαλε την παραίτησή του από τον θρόνο. Η κυβέρνηση αρνήθηκε τον όρο που έθεσε ο Τρικούπης κι έτσι ποτέ δεν του ανατέθηκε η αποστολή.     

Επικεφαλής της αποστολής ανέλαβε ο υπουργός εξωτερικών Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ο οποίος άρχισε την περιοδεία του από την Ρωσία. Τα αποτελέσματα του συνεδρίου για την Ελλάδα ήταν ασήμαντα. Όπως είπε αργότερα ο λόρδος Βήκονσφηλντ μιλώντας στο Αγγλικό Κοινοβούλιο « η Ελλάς είχεν εστραμμένα προς άλλην κατεύθυνσιν τα βλέμματα», εννοώντας με τον υπαινιγμό αυτό ότι η ελληνική αποστολή, διατύπωσε τις αξιώσεις της Ελλάδας με ρομαντική υπερβολή επιμένουσα στην Μεγάλη Ιδέα, διεκδικώντας κι αυτή ακόμη την Κωνσταντινούπολη αλλά προς το παρόν θα ήταν ικανοποιημένη με την παραχώρηση της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Κρήτης.

Έτσι, η ελληνική « παρεξήγησις του έργου του συνεδρίου» όπως με ειρωνικό σαρκασμό αναφέρθηκε για την Ελλάδα στην αγόρευσή του ο λόρδος Βήκονσφηλντ έδωσε αφορμή στην Αγγλία να μην πραγματοποιήσει  σχεδόν τίποτα από όσα είχε αφήσει να πιστέψουν οι Έλληνες  και ο Τρικούπης το 1877.

Χρειάστηκε η διπλωματική ικανότητα και η ευστροφία του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου για να εξασφαλιστεί η απελευθέρωση της Θεσσαλίας και ένα μικρό μέρος της Ηπείρου. Οι μακροχρόνιες και αγωνιώδεις διαπραγματεύσεις οι οποίες κατέληξαν στην απόκτηση της ελευθερίας της Θεσσαλίας, βρήκαν τον Τρικούπη σε διάσταση με την κυβέρνηση Κουμουνδούρου παρασύροντας την κοινή γνώμη εναντίον της.

Της εξέγερσης αυτής επωφελήθηκε ο πανέξυπνος πρωθυπουργός για να φθάσει σε περιορισμένη αλλά όχι ασήμαντη επιτυχία των εθνικών σκοπών αφού η έλλειψη προετοιμασίας και οι προλήψεις  από τις οποίες δεν μπόρεσε η ελληνική πολιτική να απαλλαγεί, την κρίσιμη εκείνη ώρα, εμπόδισαν την Ελλάδα να παραβρεθεί στο συνέδριο του Βερολίνου ως σύνεδρος αλλά να γίνει δεκτή ως απλός ικέτης.

Μετά την κατάληψη της Θεσσαλίας έγιναν εκλογές σε όλο το κράτος και η κυβέρνηση Κουμουνδούρου ηττήθηκε και μάλιστα κυρίως  από τις ψήφους των Θεσσαλών. Ο Τρικούπης ο οποίος ήταν αρχηγός του άλλου μεγάλου κόμματος, ανήλθε στην εξουσία πανηγυρικά με επιτελείο που το αποτελούσαν εξέχουσες προσωπικότητες όπως ο Δ. Ράλλης, ο Αθ. Πετμεζάς και ο Δημ. Γρίβας.

Μετά από λίγους μήνες ο Κουμουνδούρος ασθένησε σοβαρά. Ο Τρικούπης πλέον παρέμεινε απόλυτος κυρίαρχος του πολιτικού πεδίου, έχοντας ως αντίπαλο των Θεόδωρο Δηλιγιάννη ο οποίος όμως διέθετε μικρές δυνάμεις.

 

Έργα

 

Η τετραετία αυτή θα μείνει ως το πρώτο και σπουδαιότερο βήμα της εισόδου της Ελλάδας στην κατηγορία των προηγμένων ευρωπαϊκών εθνών. Ανάπτυξη των φυσικών πόρων με την δημιουργία σιδηροδρόμων και κατασκευής οδών. Σημαντική αύξηση των δημοσίων εσόδων. Αναδιοργάνωση και ενίσχυση του στρατού και του στόλου, των οποίων η κακή κατάσταση υπήρξε η κύρια αφορμή της έλλειψης δύναμης διεκδίκησης των εθνικών αξιώσεων τις οποίες έφερε στην επιφάνεια ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος αν και κινδύνεψε να ταφεί κάτω από την βαριά πλάκα της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, την οποία ανέτρεψαν με τις ενέργειές τους δύο όχι και τόσο « φιλελληνικών» πολιτικών όπως ο Βήκονσφηλντ και ο λόρδος Σώλσβαρυ, που μάλλον είχαν την φήμη « μισελλήνων».

 

Η ελληνική βουλή στα τέλη του 19ου αιώνα (πίνακας του Ν. Ορλώφ 1930)

 

Η μετάκληση ξένων αποστολών, στρατιωτικής υπό τον στρατηγό Βοσσέρ, ναυτικής υπό τον ναύαρχο Λεζέν, μηχανικής υπό τον αρχιμηχανικό Ροντέλ, ήταν μια επιλογή που έδειχνε την στενή πνευματική συγγένεια του Τρικούπη προς την γαλλική νοοτροπία. Η ναυπήγηση τριών θωρηκτών έκαναν την Ελλάδα ναυτικό παράγοντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η παραχώρηση της διάνοιξης της διώρυγας του Ισθμού στο γαλλικό συνδικάτο Τυρ, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις του Τρικούπη. Γενικά επικράτησε ένα πνεύμα δημιουργίας και ανακαίνισης της χώρας.

Αλλά αυτή η προσπάθεια του Τρικούπη απαιτούσε βαριές και ασυνήθιστες θυσίες. Ο λαός και κυρίως ο πιο συντηρητικός,  άρχισε να αμφισβητεί την κυβέρνηση και να εκφράζει τις επιφυλάξεις του. Έτσι, στις εκλογές της 7ης  Απριλίου 1885 ο Τρικούπης έχασε κατά κράτος και στη νέα Βουλή διέθετε μόνο 60 βουλευτές. Αναχώρησε τότε στο εξωτερικό και το πραξικόπημα της Ανατολικής Ρωμυλίας, το οποίο προκάλεσε τον ολιγοήμερο Σερβοβουλγαρικό πόλεμο, τον βρήκε στο Λονδίνο. Η Ελληνική κυβέρνηση δίσταζε και αμφιταλαντευόταν  εμπρός στο μεγάλο αυτό πρόβλημα.

Είναι γνωστό ότι αν τον Σεπτέμβριο του 1885 ήταν πρωθυπουργός ο Τρικούπης θα προχωρούσε με « ότι είχε και δεν είχε» στην κατάληψη της γραμμής του Βερολίνου, δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα, τα οποία θα τύχαιναν της αποδοχής των συνέδρων του Βερολίνου, αφού θα ήταν εκ των προτέρων εγκεκριμένα.

Δεν αναφέρθηκε όμως καθόλου στο ζήτημα αυτό ούτε εξ άλλου μπορούσε στο συμπόσιο που παρέθεσαν οι παλιοί του φίλοι, της ελληνικής Κοινότητας του Λονδίνου. Αλλά αυτή την έννοια είχε η περίφημη φράση του: « Τέσσαρα μόλις  έτη από της προσαρτήσεως της Θεσσαλίας, η επαρχία αύτη, την οποίαν ελυμαίνετο έως τότε η αναρχία και η κακοδιοίκησις, είναι επίσης ασφαλής, ως και οιαδήποτε αγγλική κομητεία».

   

Επιστράτευση

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ο Τρικούπης, έβρισκε την χώρα να καλεί σε επιστράτευση όποιον μπορούσε να σηκώσει όπλο. Δεν τολμούσε όμως να πάρει απόφαση να κάνει κάτι. Εξ άλλου η πρώτη μεγάλη ευκαιρία είχε περάσει πλέον. Η Τουρκία μετά την νίκη της Βουλγαρίας κατά των Σέρβων είχε ουσιαστικά παραιτηθεί από τις σκιώδεις απαιτήσεις της επί της Ανατολικής Ρωμυλίας και είχε στρέψει το ενδιαφέρον της προς την Ελλάδα που απειλούσε αλλά δεν τολμούσε. Ο τουρκικός στρατός που συγκεντρώθηκε στην παραμεθόριο ήταν περισσότερος και καλλίτερα οργανωμένος από τον ελληνικό.

Πέρασε λοιπόν έτσι ο χειμώνας του 1885 και σχεδόν η άνοιξη με μια Ελλάδα πάνοπλη, που εξαντλείτο συνεχώς οικονομικά αλλά δεν είχε το θάρρος ούτε να προχωρήσει ούτε να υποχωρήσει.

Η αβεβαιότητα αυτή και ο συνεχώς επαπειλούμενος πόλεμος ο οποίος όμως ποτέ δεν πραγματοποιούνταν εκνεύριζε την Ευρώπη ολόκληρη. Πάρθηκε λοιπόν απόφαση αποκλεισμού με πρωτοβουλία της Αγγλίας, η οποία διέθεσε πολυάριθμο στόλο, υπό την αρχηγία του γιου της βασίλισσας Δούκα του Εδιμβούργου. Η Ιταλία, η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία συμμετείχαν στον αποκλεισμό με μικρές όμως δυνάμεις. Η Γαλλία αφού απέστειλε το περίφημο προς την Ελλάδα τηλεγράφημα « Soyez prudents. Εcoutez la voix dune Puissance amie…» (Να είσαστε συνετοί. Ακούστε την φωνή μιας μεγάλης φιλικής δύναμης) δεν έλαβε μέρος στον αποκλεισμό, ο οποίος όμως και χωρίς αυτήν ήταν πραγματικός και στενός.

Παράλληλα, μετά από ένα τυχαίο επεισόδιο μεταξύ των αντιμέτωπων στρατών, οδήγησαν σε αιματηρές συγκρούσεις στα σύνορα. Οι πρέσβεις που βρίσκονταν στην Αθήνα επιβιβάστηκαν στα πολεμικά πλοία, μετά δε από τον σχηματισμό του άχρωμου υπουργείου Βάλβη, ο Δηλιγιάννης καταψηφίστηκε στη βουλή και όλοι οι μέχρι τότε υποστηρικτές του προσχώρησαν στις τάξεις του κόμματος του Τρικούπη ο οποίος πλέον εκλήθη να σχηματίσει νέα Κυβέρνηση. 

 

Εκλογές του 1886

 

Ο νέος πρωθυπουργός ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας διαμαρτυρόμενος έντονα προς τις Δυνάμεις, οι οποίες ενώ επέτρεπαν στον τουρκικό στρατό να επιτίθεται, απαγόρευαν στους Έλληνες να στείλουν βοήθεια και εφόδια στα δικά τους στρατεύματα. Ξενυχτούσε στο τηλεγραφείο στέλνοντας τηλεγραφήματα στα σύνορα, κανόνισε όπως μπορούσε καλλίτερα το ατυχές επεισόδιο, διέλυσε την επιστρατεία και ανέλαβε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα και να απαλλάξει την χώρα από μια πολυδάπανη αναστάτωση.

Ήταν τόσο μεγάλη η επιβολή του, ώστε ανάγκασε την Βουλή να ελαττώσει τον αριθμό των μελών της από 240 σε 150, να ψηφίσει το σύστημα της ευρείας περιφέρειας, να αυξήσει την φορολογία και τέλος να δεχτεί να διαλυθεί χωρίς διαμαρτυρίες.

 Μετά τις εκλογές του 1886, ο Τρικούπης σχημάτισε νέα κυβέρνηση αφού το κόμμα του θριάμβευσε. Η νέα κυβερνητική τετραετία υπήρξε η αποκορύφωση της εσωτερικής και οικονομικής αναδιοργάνωσης που είχε εγκαινιάσει. Έθεσε τα θεμέλια της οικονομικής νομοθεσίας του κράτους, εφόσον οι πόροι που διέθετε το επέτρεπαν, έστρεψε την προσοχή του στην ανάπτυξη των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων, αύξησε τα έσοδα του προϋπολογισμού φτάνοντας τα στα 90 εκατομμύρια, αλλά παράλληλα δημιούργησε πολύ σκληρές αντιδράσεις από τους αντιπάλους του.

Έτσι, όταν τον Οκτώβριο του 1889, μετά την λήξη της κυβερνητικής του θητείας, προκηρύχτηκαν εκλογές, ο Τρικούπης ηττήθηκε και η δύναμη του κόμματος του μειώθηκε. Η αντιπολίτευση εκλήθη να σχηματίσει κυβέρνηση.

 

Οικονομική κατάσταση

 

Η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε επικίνδυνα, το νόμισμα υποτιμήθηκε και η ακρίβεια ήταν δυσβάστακτη. Ο βασιλιάς, την Καθαρά Δευτέρα του 1892, ζήτησε την παραίτηση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη. Παρά τις αντιδράσεις και τις διαμαρτυρίες της Βουλής για την παρέμβαση του βασιλιά, η κυβέρνηση παύτηκε και δόθηκε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πολιτευτή Κωνσταντόπουλο, ενώ η Βουλή διαλύθηκε και προκηρύχτηκαν εκλογές τον Μάιο του 1892.

Ο Τρικούπης επανήλθε θριαμβευτικά στην αρχή. Τα αποτελέσματα της επιστρατείας του 1885 ήταν πλέον φανερά. Η οικονομική κατάσταση χειροτέρεψε. Το δάνειο που ο πρωθυπουργός προσπάθησε να πάρει, στέλνοντας τον υπουργό των Εσωτερικών στην Αγγλία, δεν εγκρίθηκε. Και είτε γιατί ο Τρικούπης κατάλαβε ότι η κυβέρνησή του ήταν αποδυναμωμένη είτε γιατί ο βασιλιάς είχε αποσύρει την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπό του, η κυβέρνησή του παραιτήθηκε την άνοιξη του 1893. Την  διαδέχτηκε η κυβέρνηση των Σωτηρόπουλου- Ράλλη.

 

Βιογραφία Χαρίλαου Τρικούπη (Φυλλάδιο 1892)

 

Το φθινόπωρο του 1893, ο Τρικούπης που διατηρούσε ακόμη την μειοψηφία, ζήτησε και ανέλαβε και πάλι την Κυβέρνηση. Υπήρξαν τότε πολλοί που κατέκριναν την απόφασή του. Αλλά θα έπρεπε να γνωρίζει κανείς την βαθύτερη ψυχολογία του, η οποία τον οδήγησε και πάλι στην κυβέρνηση. Δεν ήταν βέβαια η ματαιοδοξία της αρχηγίας. Ήταν η συναίσθηση του καθήκοντος ή ίσως και η πλάνη ότι μπορούσε ακόμη να σώσει την κατάσταση. Όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως αυτός προσδοκούσε. Αφού επιχείρησε να τακτοποιήσει τα θέματα του δανείου αφού η προηγούμενη κυβέρνηση είχε αθετήσει δανειακές υποχρεώσεις, ήλθε σε συνεννόηση με τους δανειστές εκτός από τον όρο που αυτοί έθεταν σχετικά με την διανομή των περισσευμάτων των υπεγγύων προσόδων, θεωρώντας ότι η αποδοχή αυτού του όρου καθιέρωνε εξωτερικό έλεγχο τον οποίο ο Τρικούπης δεν ήθελε να δεχτεί.

Το 1895, κάτω από το βάρος της δυσμένειας της κοινής γνώμης των ξένων και την εχθρική στάση της Αυλής, αποχώρησε από την εξουσία κι αυτή την φορά οριστικά. Κάποιες εχθρικές προς το πρόσωπό του ενέργειες και η άχρωμη κυβέρνηση που τον διαδέχτηκε, προκάλεσαν την προσωπική του αποτυχία στις εκλογές και τον οδήγησαν στην παραίτησή του από την πολιτική.

  

Το τελευταίο ταξίδι

 

Αναχώρησε τότε στο εξωτερικό προκαλώντας την συγκίνηση όχι μόνο των φίλων του γιατί όλοι κατάλαβαν ότι αποχωρούσε από την πολιτική σκηνή της χώρας μια κολοσσιαία προσωπικότητα, ένας δυσαναπλήρωτος ηγέτης του οποίου η ψυχή και η διάνοιά του ταυτίστηκαν με τα υψηλότερα ιδανικά του έθνους. Ακλόνητη όμως έμεινε η πεποίθησή του στο μέλλον της Ελλάδας και του Ελληνισμού.

Ιστορική έχει μείνει η φράση του « Η Ελλάς θέλει να ζήση και θα ζήση». Αν και λιγότερη γνωστή αλλά το ίδιο σημαντική είναι εκείνη με οποία ενθάρρυνε και ενίσχυε τον αποκαρδιωμένο λαό σε στιγμές κρίσης: « Εφόσον η εθνική ψυχή παραμένει άκαμπτος και εις το βάθος αυτής ανθεί η ελπίς, τίποτε δεν εχάθη». Ίσως μόνο μια φορά να απογοητεύτηκε αλλά χωρίς μνησικακία, ήταν όταν δεν εκλέχτηκε ούτε απλός βουλευτής του Μεσολογγίου. Ήταν ίσως ο λόγος που τον οδήγησε στην παραίτηση από την πολιτική και την εκούσια εξορία του.

Διερχόμενος από την Κέρκυρα, συναντήθηκε με έναν από τους πιο πιστούς του οπαδούς, τον οποίο εκτιμούσε βαθειά για την ορθή του κρίση και ο οποίος τον διαδέχτηκε στην αρχηγία του κόμματος, τον Γεώργιο Θεοτόκη.

 

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του στο Παρίσι.

 

Τον Απρίλιο του 1896, ο Τρικούπης προσβλήθηκε από ποδάγρα, από την οποία υπέφερε συχνά. Είχε φτάσει στις Κάννες προερχόμενος από το Nervi της Ιταλικής Ριβιέρας, όπου παραχείμαζε. Λίγες ώρες μετά την άφιξη της αδελφής του Σοφίας, ο Χαρίλαος Τρικούπης πέθανε. Ο Τρικούπης έμελλε να τελειώσει την ένδοξη ζωή του στα ξένα και μάλιστα σε ένα δωμάτιο Ξενοδοχείου. Είχε κάτι από αρχαία τραγωδία η σκηνή του θανάτου του.

Η αδελφή του, η οποία έμεινε στο πλευρό του σε όλη του την ζωή, προσπαθώντας να απαλύνει τις πικρίες, τις στενοχώριες και τις ενοχλήσεις  που ήταν συνυφασμένες με την πορεία ενός πολιτικού, μαζί με τον εξάδελφό τους Κωνσταντίνο Τρικούπη, συνόδευσαν την σορό του Τρικούπη στην Αθήνα. Η κηδεία του υπήρξε μία εκδήλωση όχι μόνον βαρύτατου πένθους, όχι μόνον μεταμέλεια ενός ολόκληρου λαού, αλλά και δέους για το αβέβαιο μέλλον του τόπου.

Η Ελλάδα αισθανόταν εκείνη την στιγμή, που η νεκρική πομπή πορευόταν προς το Α΄ Νεκροταφείο, ότι γινόταν φτωχότερη σε ηθική δύναμη, σε πολιτική ηγεσία, σε αυτοπεποίθηση και ασφάλεια. Τον νεκρό ακολούθησαν σε εκείνη την τελευταία διαδρομή, χιλιάδες δακρυσμένου κόσμου, φίλων και αντιπάλων.

Ο χαρακτήρας του Τρικούπη, υπήρξε ιδιαιτέρως ισχυρός. Θεληματική η ένταση των σκοπών του, σπουδαία η διορατικότητά του, ακλόνητη η θέλησή του, γεωμετρική η πειθαρχία του πνεύματος του και ακατάβλητο το φυσικό και ψυχικό του θάρρος.   

                 

 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης,  Αργείος

( Περίεργος βιογραφική σημείωσις)

 

 Πολύς εγένετο κατ’ αυτάς λόγος και ενταύθα περί του αοιδίμου Χαριλάου Τρικούπη. Ηθέλησα να εξακριβώσω την παράδοσιν περί του τόπου της γεννήσεως αυτού έξ όσων δε εζήτησα πληροφορίας μόνον εις ηδυνήθη μετά θετικότητος να ικανοποιήση την περιέργειάν μου ούτος δε είνε ο εις πολύν δικαστικόν κόσμον γνωστός γηραιός κ. Εμμανουήλ Σωτηρόπουλος, αρχαίος δικηγόρος και συμπολίτης μας, μηδόλως όμως δικηγορών από πολλών ετών. Ο Κύρ – Μανώλης είνε υπερογδοηκοντούτης, ζη δε, ως άλλος Διογένης, ο Σινωπεύς φιλόσοφος.

Έχει ισχυράν μνήμην, ως εξ άλλων περιστάσεων γνωρίζω. Εν τούτοις δημοσιεύω μεν πιστώς όσα μοί διηγήθη, υπ’ ευθύνην του όμως. Διότι εγώ μεν τα πιστεύω προχείρως, αφήνω δε εις άλλους να ελέγξωσι την ακρίβειαν αυτών. Ιδού, τι διηγήθη μοι ο αφελής αλλ’ ευσυνείδητος γέρων.

« Ο πατήρ του Τρικούπη Σπυρίδων Τρικούπης ήλθεν εις Ναύπλιον τω 1824. Ηγόρασε παρά της τότε Κυβερνήσεως το χωρίον Αυβδήμπεη. Το χωρίον δε αυτό επώλησε μετά τινα έτη τω 1828-1830 εις τους επιφανείς Ναυπλιείς Γ. Αντωνόπουλον, Γ. Κωστάκην και Μιχ. Ιατρόν, αντί φοινίκων, ισοδυναμούντων προς δραχ. 14-16.000 περίπου.

Δια του χρηματικού δε ποσού τούτου, έκτισε τας εν Ναυπλίω και Άργει δύο οικίας του. Κατά το έτος 1830, εν ω μόλις είχε περατωθή η οικοδομή της ενταύθα οικίας του, κατώκει δε εν Άργει εν τινι πενιχρώ οικίσκω, εγεννήθη εν αυτώ ο υιός του Χαρίλαος. Κατά το 1830 λοιπόν και εν Άργει και ουχί το 1832, εν Ναυπλίω, ως πολλάκις εγράφη και λέγεται. Αλλ’ η σαθρότης του οικίσκου ηνώχλει την λεχώ μητέρα του και εδέησε να μετενεχθή αύτη μετά του νεογνού εις την μεγάλην ενταύθα νεόδμητον οικίαν του.

Ο Σπ. Τρικούπης ην τότε αντικυβερνητικός Αγγλόφρων˙ ων υπό την δυσμένειαν του Κυβερνήτου Ιω. Καποδιστρίου και χάριν υγείας κατώκει οικογενειακώς εν Άργει. Κατώκουν δε τότε εν Άργει και πολλοί αντικυβερνητικοί, ως ο Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πολυζωΐδης και άλλοι διαπρεπείς πολιτικοί άνδρες του καιρού εκείνου. Πάντες ούτοι, ανήκοντες εις την κατά του Κυβερνήτου αντιπολίτευσιν, συνήρχοντο εις την οικίαν του Τρικούπη και εκεί διεσκέπτοντο και εκανόνιζον τα πολιτικά των σχέδια και διαβήματα.

Τα συνωμοτικά αυτά συμβούλια έφθασαν εις τας ακοάς του Κυβερνήτου, όστις διέταξε τον αρχηγόν του Ιππικού Δημ. Καλλέργην να εκτοπίση εξ Άργους τον Τρικούπην και Μαυροκορδάτον, τους κορυφαίους δηλ. της κατ’ αυτού αντιπολιτεύσεως. Ο Καλλέργης έδραμε προς εκτέλεσιν της διαταγής μετά στρατιωτικών εις την οικίαν του Τρικούπη. Αλλ’ ο Τρικούπης εξήλθεν εις τον εξώστην, κρατών εις χείρας το νήπιον τέκνον του και επιδεικνύων αυτό τω Καλλέργη και τοις περί αυτόν, εζήτησεν ολιγοήμερον αναβολήν, έως ου σαραντίση η λεχώ σύζυγός του. Ο Καλέργης επείσθη και συγκατετέθη.

Μετ’ ολίγας ημέρας εσαράντισεν η λεχώ και ο Σπ. Τρικούπης εβάπτισεν ενταύθα τον πολυφίλητον υιόν του. Το βάπτισμα ετελέσθη εις τον ενταύθα ναόν του αγίου Κωνσταντίνου, εγγύτατα της οικίας του Τρικούπη κείμενον, πανάρχαιον Βυζαντινόν ναόν, μεταβληθέντα επί Τουρκοκρατίας εις τζαμίον, και τότε εγκαινιασθέντα υπό του αρχιμανδρίτου Καισαρίου και του αρχιερέως πρώην Ηλιουπόλεως Ανθίμου. Το βάπτισμα αυτό εγένετο μεγαλοπρεπέστατον, ως εκ της εξοχωτάτης κοινωνικής και πολιτικής περιωπής του Σπ. Τρικούπη.

Εκλήθησαν και παρευρέθησαν εις αυτό όλαι οι εξοχότητες της εποχής και πάντες οι δημογέροντες της επαρχίας Άργους. Το μυστήριον του βαπτίσματος ετέλεσεν ο αρχιερεύς Άνθιμος και ανάδοχος ην ο μέγας και ονομαστός αρχιεπίσκοπος Βρεσθένης, φίλος του Τρικούπη, όστις ωνόμασε το παιδίον Χαρίλαον. Ο Κύρ –Μανώλης βεβαιοί, ότι παρευρέθη και αυτός εις το βάπτισμα και επήρε μαρτυριάτικα.

Μετ΄ολίγας ημέρας ο αρχηγός του Ιππικού Καλλέργης, εκτελών την διαταγήν του Κυβερνήτου, εξετόπισε τον Τρικούπην και Μαυροκορδάτον και δι’ ενός πλοιαρίου απέστειλεν αυτούς εις Μήλον. Τότε η οικογένεια του Τρικούπη μετώκησεν εις Ναύπλιον. Εν Μήλω διέμειναν εξόριστοι ένα μήνα περίπου, μεθ’ ον ήλθον εις Ύδραν, ένθα ην το κέντρον της κατά του Κυβερνήτου αντιδράσεως και εκεί συνειργάζοντο μετά του Κουντουριώτου και άλλων αντικυβερνητικών.

Μετά το φόνον του Καποδιστρίου ο Τρικούπης , επανήλθεν εις Ναύπλιον παρά τη οικογένεία του, ιδίως δε οπόταν επεκράτησαν οι λεγόμενοι Συνταγματικοί. Εν Ναυπλίω διέμεινε και μετά την έλευσιν του βασιλέως Όθωνος και όταν η πρωτεύουσα του Κράτους μετετέθη εις Αθήνας, μετώκησε και αυτός  εκείσε μετά της οικογενείας του».

Τοιαύτη είνε η διήγησις του γηραιού κ. Σωτηρόπολου περί του τόπου της γεννήσεως του αοιδίμου Χαριλάου Τρικούπη, όστις αποδεικνύεται ούτως Αργείος. Ο κ. Σωτηρόπουλος συνιστά να ερευνηθή η περιβόητος  δικογραφία του τις πταίει δια να εξακριβωθή, που κατέθεσεν, ότι εγεννήθη ο Χαρίλαος Τρικούπης, ότε ανεκρίθη και κατεδιώχθη. Επίσης δε και το Μητρώον του Πανεπιστημίου μας, εις ο είνε εγγεγραμμένος.

Πάντα ταύτα δημοσιεύω μετ’ επιφυλάξως και χάριν των περιέργων. Προσθέτω δε, ότι οι εν Αθήναις και ιδίως οι δημοσιογράφοι, δύνανται και πρέπει να εξακριβώσωσι την αλήθειαν αυτών εκ των ανδρών του Αγώνος, όσοι αν τοιούτοι επιζώσι και εκ των εφημερίδων της εποχής εκείνης και άλλων πηγών, ας δύνανται να εύρωσιν εν Αθήναις.

Δ. Κ. Βαρδουνιώτης                                                                                                             

 

Στο φύλλο 17/2η σελίδα της 14ης Απριλίου 1896 της εφημερίδας « Δαναός» ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης επανέρχεται με συμπληρωματική σημείωση, ενώ η εφημερίδα αναφέρει την είδηση της κηδείας του Χ. Τρικούπη.

 

Ο νεκρός του Χαριλάου Τρικούπη μετακομισθείς εκ Καννών της Γαλλίας ετάφη την παρελθούσαν Πέμπτην παρά τους τάφους του πατρός και μητρός του εν Αθήναις, άνευ πομπών, άνευ στρατιωτικών παρατάξεων, άνευ στεφάνων και μουσικών, άνευ των επικηδείων και επιταφίων και των άλλων ματαίων επιδείξεων, αλλά μόνον μετά σεμνής εκκλησιαστικής πομπής. Αυτή ήτο η τελευταία θέλησίς του.

***

Εις συμπλήρωσιν της βιογραφικής σημειώσεως, ην εν τω προηγουμένω φύλλω εδημοσιεύσαμεν, προσθέτομεν σήμερον και ότι ο Σπυρίδων Τρικούπης μετά την βάπτισιν του περιφιλήτου υιού αυτού Χαριλάου, ανήγειρεν εις το ανατολικόν βάθος του κήπου της ενταύθα οικίας του ναΐσκον, μέχρι τούδε σωζόμενον και φερώνυμον του φιλτάτου υιού του. Το ναΐδριον αυτό ανηγέρθη, φέρον το όνομα του Αγίου Χαραλάμπους.          

***                                  

Την παρελθ. Πέμπτην, καθ’ ην εκηδεύετο εν Αθήναις ο αοίδιμος Χαρίλαος Τρικούπης, το εν Ναυπλίω Εφετείον προ πάσης εργασίας του, προτάσει του εισαγγελεύοντος δικηγόρου κ. Γ. Μουτζουρίδου και παρακλήσει του δικηγορικού συλλόγου, διέλυσε την συνεδρίασιν εις ένδειξιν πένθους και τιμής προς την μνήμην του εκλιπόντος επιφανεστάτου πολιτικού ανδρός και εξοχωτάτου μέλους του επιστημονικού κόσμου.

                                                        

Στο φύλλο 19/2η σελίδα της28ης  Απριλίου 1896 στην εφημερίδα « Δαναός» ο ιστορικός Δ. Βαρδουνιώτης σε συμπληρωματική σημείωση του αναφέρει:

 

Συνεπεία των εν τω αριθ. 16 του «Δαναού» γραφέντων περί του τόπου της γεννήσεως του αοιδίμου Χ. Τρικούπη, εγράφη εν τη «Ακροπόλει» ότι ο Χ. Τρικούπης ενώπιον του πρώην βουλευτού Άργους κ. Ιω. Ζωγράφου, ταγματάρχου της Χωροφυλακής, προτείναντος αυτώ μετά την 16 Απριλίου να εκτεθή εν Άργει, εκείνου παραιτουμένου είπεν, ότι ούτε εγεννήθη εν Άργει, ούτε εγκατάστασιν έχει ενταύθα.

Μετά ταύτα όμως ο κ. Ιω. Ζωγράφος, εν Μεσολογγίω ήδη ως εκ την υπηρεσίας του διατρίβων έγραψεν ενταύθα ότι, ότε προέτεινε τω Χ. Τρικούπη να εκτεθή, ως υποψήφιος βουλευτής Άργους, αυτού παραιτουμένου, ιδού τι είπεν αυτώ ο αοίδιμος Χ. Τρικούπης.

« Δικαίωμα να εκτεθώ λόγω εγκαταστάσεως δεν έχω. Έχω όμως τοιούτο λόγω γεννήσεως και το Άργος θεωρείται τόπος της γεννήσεως μου. Διότι, ότε ο πατήρ μου διέστη προς τον Καποδίστριαν, η οικογένειά μου μετώκησεν εις Άργος, όπου ο πατήρ μου δι’ έλλειψιν καταλλήλου οικίας, ωκοδόμησε την και νυν καλουμένην οικίαν Τρικούπη. Κατόπιν όμως, ένεκα απειλουμένων ταραχών εν Άργει, προσωρινώς και προς ασφάλειαν η οικογένειά μας κατέφυγεν εις Ναύπλιον, όπου και εγεννήθην. Της τάξεως δε αποκαταστάσης, επανήλθομεν και διεμείναμεν εις Άργος».

Αύτη εστίν η μαρτυρία του αξιοτίμου κ. Ιω. Ζωγράφου και ταύτα είπεν αυτώ ο αοίδιμος ανήρ. Όθεν, ο Χ. Τρικούπης, ως τόπον της γεννήσεως του εθεώρει το Άργος. Ταύτα δε συμφωνούσιν εν πολλοίς προς όσα διηγήθη ημίν ο γηραιός δικηγόρος κ. Εμμ. Σωτηρόπουλος και προεδημοσιεύσαμεν. (Δ. Κ. Βαρδουνιώτης )    

    

 

Πηγές


 

  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896. 
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα,  2009.                                                                                                    
  • Εφημερίδα,« ΔΑΝΑΟΣ»,  φύλλο 16  της  7ης Απριλίου & φ. 17 και 19, 1896, Άργος .

 

 

Read Full Post »

Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος (Κωνσταντινούπολη 1791- Αίγινα 1865)



 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, Αύγουστος 1826.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της Επανάστασης. Ο ηγετικός του ρόλος τον οδήγησε, αναπόφευκτα, σε ρήξεις με άτομα και ομάδες, επιδίωξε την υποστήριξη της Αγγλίας για τη λύση του Ελληνικού ζητήματος. Η σύγκρουση του αργότερα με τον Ιωάννη Καποδίστρια του εξασφάλισε, ίσως, τους πιο φανατικούς του αντιπάλους.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας Φαναριωτών, μέλη της οποίας είχαν χρηματίσει κορυφαίοι αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης (διερμηνείς και ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών). Γεννήθηκε το 1791 και, ως γιος του λόγιου αξιωματούχου στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες Νικόλαου Μαυροκορδάτου και της Σμαράγδας Καρατζά, έλαβε αξιόλογη μόρφωση, κατάλληλη για την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Εκτός από τα Ελληνικά του, που το επίπεδό τους ήταν υψηλό, χειριζόταν καλά τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα τούρκικα και αραβικά. Εργάστηκε ως γραμματέας του θείου του, ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά. Θα ακολουθήσει τον θείο του που θα καταφύγει στην Ευρώπη, για να αποφύγει τις συνέπειες από κατηγορίες που διατύπωσαν στην Πύλη αντίπαλοί του.  Για έξη μήνες θα παραμείνει στη Γενεύη, μαζί με την οικογένεια Καρατζά. Το 1819 θα καταλήξει στην Πίζα, οπού θα εγκατασταθεί και ο Καρατζάς, και γρήγορα θα ενταχθεί στο περιβάλλον τού εκεί επίσης εγκατεστημένου μητροπολίτη Ιγνατίου. Την ίδια χρονιά μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Παρακολούθησε, κατά δική του μαρτυρία, μαθήματα οχυρωματικής στη Γενεύη από το στρατηγό Dufour, που θα του χρησιμεύσουν αργότερα για την άμυνα του Μεσολογίου, και ίσως κάποια άλλα μαθήματα στην Πίζα. Διάβαζε πολύ, ιδιαίτερα για την ευρωπαϊκή πολιτική.

Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, σε ηλικία 30 ετών, έφτασε στο Μεσολόγγι, τον Ιούλιο του 1821, συνοδευόμενος από ομογενείς και φιλέλληνες. Αν και δεν διέθετε χρήματα, κατάφερε γρήγορα με τις ικανότητές του να αναδειχθεί σε φυσιογνωμία πανελλήνιας εμβέλειας. Διαδραμάτισε σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή, ενώ σημαίνοντες ξένοι παράγοντες τον θεωρούσαν ως το «μόνο άξιο λόγου πολιτικό».

Στο Μεσολόγγι ανέλαβε από τον Υψηλάντη τη διοικητική οργάνωση της Στερεάς Ελλάδας συστήνοντας το τοπικό πολίτευμα της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Μαζί με τον επίσης Φαναριώτη πολιτικό Θεόδωρο Νέγρη πρωταγωνίστησε στη σύνταξη της λεπτομερέστερης Νομικής Διατάξεως της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Εξαρχής οι στόχοι του ήταν ξεκάθαροι: η επέκταση της Επανάστασης, η οργάνωση και πολιτική ενοποίηση των εξεγερμένων τόπων και η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο μιας ενιαίας κεντρικής «Εθνικής Διοίκησης».

Στη σύγκληση της Α’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, το Δεκέμβριο του 1821, αναδείχθηκε πρόεδρός της και πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε το πρώτο Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος. Οι πολιτικές αρχές του πολιτεύματος αυτού φανέρωναν τους σαφείς φιλελεύθερους και δημοκρατικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς του προσανατολισμούς.

« Είχε ωραίο κεφάλι, μεγάλο σε αναλογία με το σώμα του. Και μεγάλωνε περισσότερο με τα ανάκατα ριγμένα μαύρα μαλλιά και τις πλούσιες φαβορίτες. Τα παχειά φρύδια και το μεγάλο μουστάκι έδιναν μια άγρια, ρωμαντική έκφραση στα χαρακτηριστικά του. Έδειχνε ευφυής, οξυδερκής και φιλόδοξος άνθρωπος. Τα μεγάλα ασιατικά μάτια του, όλο φωτιά και εξυπνάδα, φανέρωναν καλοσύνη. Το βλέμμα του, ωστόσο, δεν αποκάλυπτε ευθύτητα. Είχε κάτι σαν αναποφασιστικότητα και ταραγμένη συστολή που τον εμπόδιζε να κοιτάξει κάποιον κατά πρόσωπο. Ήταν κοντός και με εμφάνιση διόλου επιβλητική, μεγάλο ελάττωμα στα μάτια ενός ημιπολιτισμένου λαού. Δεν έδινε μεγάλη σημασία στην ενδυμασία. Έτσι, ακόμα και οι ξένοι πρόσεξαν τη μειονεκτική αντίθεση ανάμεσα στην απλή ευρωπαϊκή φορεσιά και τον ταξιδιωτικό μανδύα του, και τις μεγαλόπρεπες και κατακόσμητες στολές των καπεταναίων.» (Millingen 1831)

Με την ιδιότητα του προέδρου της Α’ Εθνοσυνέλευσης (20 Δεκεμβρίου 1821 -15 Ιανουαρίου 1822) υπέγραψε την περίφημη Διακήρυξη της 15ης Ιανουαρίου 1822 για την «ανεξαρτησία του έθνους των Ελλήνων» από τον οθωμανικό ζυγό. Με το τέλος της Εθνοσυνέλευσης εκλέχθηκε διαδοχικά πρόεδρος και γραμματέας του Εκτελεστικού σώματος, στην πρώτη περίοδό του έως το 1823. Στη συνέχεια και παρά τις διαμαρτυρίες των στρατιωτικών αρχηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού σώματος για σύντομο χρονικό διάστημα (12-14 Ιουλίου 1823).

Ο Μαυροκορδάτος δραστηριοποιήθηκε και στρατιωτικά κατά την Επανάσταση επιχειρώντας, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να συμβάλει στη δημιουργία τακτικού στρατού. Του αποδόθηκε η ευθύνη για την καταστροφή στη μάχη του Πέτα, στην Ήπειρο (4 Ιουλίου 1822). Ήταν, ωστόσο, αυτός που πρωτοστάτησε στην οργάνωση της άμυνας του Μεσολογγίου, η οποία αποδείχθηκε σωτήρια κατά την πρώτη πολιορκία της πόλης.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, το 1823, ήταν επικεφαλής της παράταξης των πολιτικών καταφέρνοντας και πάλι να κυριαρχήσει γενικότερα. Η εκλογή του στη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, ενώ ήταν αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού, τον Ιούλιο του 1823, προκάλεσε πολιτική θύελλα και ιδιαίτερα τις έντονες διαμαρτυρίες των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Έτσι αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Δυτική Ελλάδα και να αφοσιωθεί στην οργάνωση τακτικού στρατού, την περίοδο που στην Πελοπόννησο μαίνονταν οι εμφύλιοι πόλεμοι.

Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο το Φεβρουάριο του 1825 ανέλαβε τις θέσεις του γραμματέα του Εκτελεστικού και στη συνέχεια εκείνη του γραμματέα επί των Εξωτερικών. Η Επανάσταση, ύστερα από επιτυχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες του Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης με την εξασφάλιση των δυο δανείων από το κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο Λονδίνο.

Συνέβαλε, επίσης, ουσιαστικά στην καλλιέργεια της συμπάθειας προς την επαναστατημένη Ελλάδα από τους ευρωπαϊκούς φιλελεύθερους κύκλους, υπογραμμίζοντας την ηρωική διάσταση της Επανάστασης και το ανάλογο πνεύμα που τη χαρακτήριζε. Ενώ στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός των πολεμικών επιχειρήσεων εξακολούθησε να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ο Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες κλίματος στην Ευρώπη.

Γενικότερα, πρωταγωνίστησε στην εισαγωγή του ανανεωτικού ή εκσυγχρονιστικού ρεύματος σκέψης στις συνθήκες της εποχής, γεγονός που επέδρασε καθοριστικά στην αρχική διαμόρφωση των δημόσιων θεσμών του αναδυόμενου νεοελληνικού κράτους. Θεωρήθηκε ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, εκτιμώντας ότι η Αγγλία, λόγω των συμφερόντων της στην Ανατολή και προκειμένου να εξισορροπήσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή, θα μπορούσε να αποβεί στρατηγικός σύμμαχος της Ελλάδας.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Θεωρούσε, επίσης, ότι το φιλελεύθερο πρότυπο πολιτικής οργάνωσης στην Αγγλία αντιπροσώπευε το καλύτερο συγκριτικά παράδειγμα για τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Στο πνεύμα αυτό και με την ιδιότητά του ως αρχηγού του «αγγλικού» κόμματος ζήτησε με επιστολή του στον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας George Canning να αντισταθεί στο Ρωσικό σχέδιο για τη δημιουργία τριών αυτόνομων ηγεμονιών στην επαναστατημένη Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Αγγλίας και της Ευρώπης η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Συνέβαλε καθοριστικά στη λήψη του πρώτου αγγλικού δανείου, ενώ οι απόψεις και οι συνακόλουθες ενέργειές του προκάλεσαν τις κατάλληλες ζυμώσεις ώστε να υπάρξει η κατάληξη με την υπογραφή της Ιουλιανής Συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827). Η πολιτική του δράση συνεχίστηκε και μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια, οπότε ανέλαβε και υπουργικά καθήκοντα. Αποσύρθηκε από την κυβέρνηση το 1830 και αναδείχθηκε ηγέτης της αντιπολίτευσης, συμπορευόμενος με τους Υδραίους.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτέμβριος 1831), εντάχθηκε στη συνταγματική παράταξη του Ιωάννη Κωλέττη και αποτέλεσε μέλος της Διοικητικής Επιτροπής που κυβέρνησε τη χώρα έως την άφιξη του Όθωνα. Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της απολυταρχικής περιόδου της βασιλείας του Όθωνα παρέμεινε εκτός Ελλάδας ως πρεσβευτής (Λονδίνο, Μόναχο και Παρίσι), στο πλαίσιο της προληπτικής πρακτικής της Αντιβασιλείας για τιμητική αποστρατεία διακεκριμένων Ελλήνων πολιτικών στο εξωτερικό με την ανάθεση σε αυτούς πρεσβευτικών καθηκόντων.

Ο βασιλιάς Όθωνας του ανέθεσε πρωθυπουργικά καθήκοντα το 1841, το 1844 και το 1854, δίχως όμως να τον εμπιστεύεται ουσιαστικά, οδηγώντας τον έτσι σε παραίτηση. Στο διάστημα που ακολούθησε ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά αξιώματα, ενώ συνέβαλε και στη διαμόρφωση του κλίματος που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Στο τέλος της σταδιοδρομίας του εξελέγη πληρεξούσιος Ευρυτανίας στην Εθνοσυνέλευση του 1862 και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής σύνταξης του νέου συντάγματος. Τυφλός και κατάκοιτος, δεν πήρε ενεργό μέρος στις εργασίες της Επιτροπής, διατήρησε όμως το ενδιαφέρον του για τα κοινά καθώς και την πνευματική του διαύγεια έως το θάνατό του, το 1865.

 Ουσιαστικά τα περισσότερα από τα 10 τελευταία χρόνια της ζωής του είχε παραμείνει ανενεργός πολιτικά, αποτραβηγμένος στην εξοχική του κατοικία στην Αίγινα, όπου και πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Η αδερφή του, Αικατερίνη, είχε παντρευτεί το Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ήταν παντρεμένος με την Χαρίκλεια Αργυροπούλου και είχε αποκτήσει 6 παιδιά, από τα οποία τα 4 πέθαναν σε μικρή ηλικία. Από τα παιδιά του διακρίθηκε  ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος (πολιτικός και διπλωμάτης).

Η πολιτική του δεξιοτεχνία όσο και η ροπή του προς τους περίπλοκους συμβιβασμούς τον κατέστησε πολιτικά αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Αν και δεν απέφυγε την άμεση εμπλοκή και την ενεργό ανάμειξή του στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς και τις αντιπαραθέσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, αλλά και ύστερα από αυτήν, η εν γένει παρουσία και η συμβολή του στη θεμελίωση και την εμπέδωση πολιτικών θεσμών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και στη διαμόρφωση νεωτερικής πολιτικής κουλτούρας υπήρξε σημαντική.

Ιδιαίτερα συνέβαλε στην καθιέρωση ενός εκσυγχρονισμένου και αρκετά προοδευτικού, για τα δεδομένα της εποχής, συνταγματικού και θεσμικού πλαισίου οργάνωσης της πολιτικής ζωής στη χώρα, μολονότι η δυσαρμονία αυτού του πλαισίου με την ελληνική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα προκάλεσε έντονες αντιθέσεις.

Πηγή



  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Τρικούπης Σπυρίδων ( 1788- 1873)


 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Τρικούπη και της Αλεξάνδρας Παλαμά. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1788 και πέθανε στην Αθήνα το 1873. Αποτελεί σπουδαία και πολυμερή φυσιογνωμία πολιτικού, λόγιου, ρήτορα και ιστοριογράφου της Ελληνικής Επανάστασης. Υπήρξε ο πρώτος Πρωθυπουργός του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μαθήτευσε στην ακμάζουσα σχολή των Παλαμάδων* που λειτουργούσε στο Μεσολόγγι, ύστερα πήγε στην Πάτρα, όπου έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Από τη θέση αυτή απέκτησε πολλές και καλές σχέσεις αλλά και αξιόλογη τριβή με τα πολιτικά πράγματα. Σχετίσθηκε με τον φιλέλληνα Άγγλο λόρδο Guilford, έγινε γραμματέας του και εστάλη ως υπότροφος του στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές, ενώ προοριζόταν για τη θέση του εφόρου και οργανωτή της υπό του Γκύλφορδ ιδρυθείσας στην Κέρκυρα Ιονίου Ακαδημίας. Η οικειότητα που είχε με τον Γκύλφορδ έδωσε την ευκαιρία στον Τρικούπη να γνωρίσει πολλούς επιφανείς άνδρες, κυρίως Άγγλους, μεταξύ των οποίων και τον Γεώργιο Κάνινγγ του οποίου ο φιλελληνισμός τον είχε βαθύτατα συγκινήσει.

Ενώ ετοιμαζόταν για την Ιόνιο Ακαδημία, τράβηξε το ενδιαφέρον του η Επανάσταση του 1821, προς την οποία ο Τρικούπης αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις. Μετέχοντας με τον πατέρα του στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου το 1822, πήγαινε όπου τον καλούσαν οι ανάγκες τις πατρίδας, στην Τρίπολη, τη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι και πάλι στην Τρίπολη, όπου είχε και την έδρα της η διοίκηση.

Η επιφανής Οικογένεια Τρικούπη, προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στον Αγώνα και κυρίως στην γενέτειρά της πόλη, το Μεσολόγγι.  Κατά την περίφημη έξοδο της 10ης Απριλίου ο στρατιωτικός Κωνσταντίνος Τρικούπης έπεσε νεκρός από σφαίρα ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης, κατέφυγε στο Ναύπλιο. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει και εκεί παρέμεινε για πέντε χρόνια. 

Από το 1824 εκλεγόμενος συνεχώς βουλευτής και πληρεξούσιος του Μεσολογγίου, έγινε το 1826 μέλος της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης και εξακολούθησε καθ’ όλο τον Αγώνα να μετέχει στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, κατέληξε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους, οι οποίοι διηύθυναν και τα εσωτερικά, αλλά ιδίως τα εξωτερικά ζητήματα της κρίσιμης και ιστορικής εκείνης εποχής.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου ( Κων/πολη 1800- Αίγινα 1871), αδελφή του Αλέξανδρου, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα** και ο Όθων,*** σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος (1832- 1896), μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία (1838-1916).             

Επί Καποδίστρια, διορίσθηκε γενικός γραμματέας της επικράτειας και συνεργάσθηκε κατ’ αρχήν αρμονικά με τον Κυβερνήτη, διαφώνησε όμως αργότερα ως προς την εσωτερική πολιτική αυτού και αφού παραιτήθηκε, δέχτηκε να διατηρήσει – την χάρη σ’ αυτόν- ιδρυθείσα θέση του γραμματέα της Επικράτειας επί των Εξωτερικών υποθέσεων.

Το 1829, αφού πούλησε τις ιδιοκτησίες του στο χωριό Αβδίμπεη, έκτισε δύο οικίες. Μία στο Ναύπλιο και μία στο Άργος, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί, είχε τότε συγκεντρωθεί ο πυρήνας της κατά του Κυβερνήτη αντιπολίτευσης, της οποίας επιφανές μέλος ήταν και ο Σπυρίδων Τρικούπης. 

Στο Άργος τότε είχαν μετακομίσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πωλυζωΐδης, ο Ιατρού κ.α. που πλαισίωναν και στήριζαν την πολιτική του Τρικούπη. Κατόπιν νέων έντονων διαφωνιών για τα μέτρα που εφαρμόζονταν από τον Κυβερνήτη και ιδίως για τις περί των πληρεξουσίων αντιλήψεις του, παραιτήθηκε και από τη θέση του πληρεξουσίου Μεσολογγίου και από τη θέση του στη γραμματεία των Εξωτερικών Υποθέσεων.

Ο Καποδίστριας, πληροφορηθείς τις ύποπτες συναθροίσεις στο Άργος, που τον ενοχλούσαν έντονα, αποφάσισε να διαλύσει το συνωμοτικό αυτό κέντρο. Απέστειλε λοιπόν τον αρχηγό του Ιππικού Δημήτριο Καλλέργη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη και με την διαταγή να διαλύσει την αντιπολιτευτική αυτή ομάδα και να εξορίσει από την πόλη τους δύο αρχηγούς της κίνησης, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Ο Καλλέργης ενημέρωσε τον Τρικούπη, ο οποίος υπακούοντας στην διαταγή και μη έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάσθηκε να καταφύγει μαζί με τον Μαυροκορδάτο αλλά και άλλους  αντιπολιτευόμενους αρχικά στην Μήλο. Μετά από ένα μήνα όμως μετέβη στην Ύδρα όπου υπήρχε άλλο αντιπολιτευτικό κέντρο, υπό τον Κουντουριώτη.  Στο Ναύπλιο επέστρεψε μετά το φόνο του Κυβερνήτη και ανέλαβε πρωτεύοντα ρόλο στα κυβερνητικά πράγματα. Έγινε υπουργός των Εξωτερικών και διηύθυνε τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην εκλογή του βασιλιά Όθωνα.

Κατά την αντιβασιλεία (1833) διορίσθηκε πρωθυπουργός και υπουργός των Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών, αλλά επειδή ήταν εμπόδιο στις απολυταρχικές διαθέσεις των Βαυαρών, διορίσθηκε (1834-1837) πρέσβης στο Λονδίνο, όπου νέες και μεγάλες υπηρεσίες προσέφερε προς την πατρίδα, απολαμβάνοντας μεγάλη εμπιστοσύνη και υπόληψη εκ μέρους των Άγγλων, ιδίως δε από το λόρδο Πάλμερστον ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στα πράγματα της Ανατολής.  

Ακριβώς λόγω των εξαιρετικών τιμών με τις οποίες τον περιέβαλε η Αγγλική κυβέρνηση, περιέπεσε στη δυσμένεια του Όθωνα και απομακρύνθηκε το 1838 από τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο, στην οποία επανήλθε το 1841. Παρέμεινε μέχρι την κατάργηση των πρεσβειών το 1843, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα και μετέχοντας στην εθνοσυνέλευση συνετέλεσε αρχικά στην ψήφιση του Συντάγματος και διορίσθηκε υπουργός των Εξωτερικών και της Παιδείας της πρώτης κυβέρνησης που συγκροτήθηκε υπό τον Μαυροκορδάτο προς εφαρμογή του Συντάγματος.

Όταν ανατράπηκε αυτή, ο Τρικούπης ως γερουσιαστής και αντιπρόεδρος της γερουσίας επί πενταετία (1844 – 1849), διηύθυνε την αντιπολίτευση του λεγόμενου αγγλικού κόμματος, από το οποίο όμως έφυγε όταν έδειξε αυτό στασιαστικές διαθέσεις και ήρθε σε ρήξη και με τον πρέσβη της Αγγλίας Λάϋονς και με τον αδελφό της γυναίκας του και παλιό του συνεργάτη το Μαυροκορδάτο. Υποστήριξε την κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη και συνέδραμε πατριωτικά τον Όθωνα σ’ αυτή την περίσταση.

Τήρησε απόλυτη ανεξαρτησία και αντιτάχθηκε σε άλλες μετέπειτα εκδηλωθείσες αυθαιρεσίες του βασιλιά, τάχθηκε στο πλευρό του κατά τα Παρκερικά, οπότε αγωνίσθηκε σθεναρά και στη γερουσία και στο Παρίσι, όπου εστάλη για να αποκρούσει την ανελεύθερη ξενική επέμβαση (1850).

Όταν έγινε η ανασύσταση των Πρεσβειών το 1849, ο Τρικούπης επανήλθε ως πρέσβης στο Λονδίνο, όπου διαφωτίζοντας την αγγλική δημόσια γνώμη για τα ελληνικά πράγματα, καλλιέργησε την ιδέα της παραχώρησης της Επτανήσου στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας εν γένει την εθνική πολιτική. Συγχρόνως δε συγγράφοντας την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», διέμεινε μέχρι το 1862, οπότε για λόγους υγείας εγκατέλειψε εκουσίως τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών ανωμαλιών.

Με τη μεταπολίτευση και την ένωση της Επτανήσου τερματίζεται το πολιτικό στάδιο του επίλεκτου άνδρα, ο οποίος δεν έπαψε και ως ιδιώτης να παρέχει πολύτιμες γνώμες και συμβουλές σε όσους νεώτερους πολιτευόμενους τις επικαλούντο για σπουδαία και γενικά πολιτικά ζητήματα μέχρι το θάνατό του, το 1873.

Ο Τρικούπης, τον οποίο χαρακτήριζε γνήσια και άδηλη φιλοπατρία, ανεξαρτησία φρονήματος και παρρησία γνώμης, ειλικρινής σεβασμός προς τους νόμους και προς τη θέληση του ένθους, θερμή αγάπη προς τους φιλελεύθερους θεσμούς και διπλωματική ευφυΐα, διαλλακτικότητα και αποστροφή προς τα βίαια μέτρα και τις κομματικές διαμάχες, αποτελεί υπόδειγμα πολιτικού ανδρός, που εργάσθηκε περισσότερο από κάθε άλλον στην αποκατάσταση της ελευθερίας και στη παγίωση της τάξης, κατά την πρώτη, την ασταθή και πολυτάραχη περίοδο της πολιτικής ζωής της χώρας.

Αλλά, πλην των πολιτικών είχε και φιλολογικές αρετές μεγάλες και σπάνιες ο Τρικούπης. Θούρια όπως «ο καιρός αδελφοί της ελευθερίας φθάνει», τραγούδια όπως «Ο Δήμος» και η «Λίμνη του Μεσολογγίου» και άλλα δείχνουν την ποιητική διάθεση και φαντασία του, ο οποίος συν τοις άλλοις, υπήρξε ένας από τους πρώτους λάτρεις και θαυμαστές της δημοτικής ποίησης.

Σ’ αυτόν χρωστάει το έθνος τον Σολωμό, γιατί αυτός τον έπεισε να γράφει τα ποιήματά του αντί της Ιταλικής, στην ελληνική και μάλιστα στη δημοτική γλώσσα, της οποίας τον χειρισμό δίδαξε στο μεγάλο της νεώτερης Ελλάδας ποιητή και της οποίας τη χάρη και την αξία διέκρινε έκτοτε, καταπολεμώντας την τάση της επικράτησης της καθαρεύουσας, προς την οποία όμως – όπως ο ίδιος ομολογεί – αθέλητα παρασύρεται.

Η ευγλωττία του και το μέγα ρητορικό του τάλαντο είχαν αναδείξει τον Τρικούπη εθνικό ρήτορα του Αγώνα. Αυτός νεκρολόγησε τον Καραϊσκάκη, τον Άστιγγα, τον Ανδρέα Ζαΐμη, τον Πετρόμπεη, τον Νοταρά, ο δε περίφημος εκείνος επικήδειος του στο Βύρωνα (1824) έγινε γνωστός στα πέρατα του κόσμου. Αυτός πανηγύρισε τις νίκες του Καφηρέα, της Αράχωβας, του Ναυαρίνου, την ανάκτηση του Μεσολογγίου, επωφελούμενος δε από την αμνηστία του 1825 εξεφώνησε τον εμπνευσμένο «περί ομονοίας» λόγο.

Οι ρητορικοί λόγοι του Τρικούπη (β’ εκδ. Αθήνα 1862) εκ των οποίων οι περισσότεροι αυτοσχέδιοι, αποτελούν απαράμιλλα μνημεία της νεοελληνικής ρητορικής λογοτεχνίας. Το σπουδαιότερο όμως έργο του Τρικούπη είναι η τετράτομος «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1856. Αν και δεν την χαρακτηρίζει μεγάλη κριτική δύναμη, την χαρακτηρίζει όμως σαφήνεια και γλαφυρότητα έκφρασης και ευσυνείδητη προσπάθεια του συγγραφέα να ιστορήσει με αλήθεια και ακρίβεια πράγματα, πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης, όπως αυτός που ήταν αυτόπτης τα είδε και τα γνώρισε.

 

Υποσημειώσεις


 

* Παλαμαία σχολή. Ιδρύθηκε το 1760 από τον Παναγιώτη Παλαμά και αρχικά το συντηρούσε η κοινότητα του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια μετονομάστηκε Μεσολλογγίτις Ακαδημία. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης λειτουργούσε κανονικά, με εξαίρεση την περίοδο 1825-29. Η σχολή στεγαζόταν στο σπίτι των Παλαμάδων. Το 1825 καταστράφηκε από τις οβίδες των Τούρκων και επαναλειτούργησε το 1829 με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια. Η σχολή απέκτησε στα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά και στα μεταεπαναστατικά χρόνια μεγάλη φήμη και έφτασε να αριθμεί 300 μαθητές. Από τη σχολή αυτή αποφοίτησαν μεγάλες μορφές των γραμμάτων όπως οι: Κωστής Παλαμάς, Δροσίνης, Μαλακάσης, Γκόλφης κ.α.

** Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

*** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

                                                                                                            

Read Full Post »

Μεταξάς Π. Ανδρέας (1790–1860)


 

 Αγωνιστής του 1821, διπλωμάτης, πολιτικός και Πρωθυπουργός, (3 Σεπτεμβρίου 1843 – 16 Φεβρουαρίου 1844).

 

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Κεφαλλονίτης αγωνιστής της Επανάστασης του 1821, διπλωμάτης και πολιτικός. Γεννήθηκε στο Αργοστόλι ήταν γιος του Πέτρου Μεταξά, της ιστορικής οικογένειας των Μεταξάδων.* Έφερε τον τίτλο του Κόμη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, μαζί με τον αδερφό του Αναστάσιο και τον ξάδελφό του Κωνσταντίνο, πέρασε στην Πελοπόννησο με δύναμη 400 ανδρών από την Κεφαλονιά.** Στις 25 Μαΐου του 1822 με ομόφωνη απόφαση εγκρίθηκε πράξη του Εκτελεστικού με την οποία ο Ανδρέας Μεταξάς, για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει μέχρι τότε προς την πατρίδα, πολιτογραφήθηκε Έλληνας κάτοικος Πελοποννήσου. Κατά τη διάρκεια του Αγώνα εκλέχθηκε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και αντιπρόσωπος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους, ενώ χρημάτισε και υπουργός Αστυνομίας.

Το 1827 ο Ανδρέας Μεταξάς πρωτοστάτησε για την εκλογή του Καποδίστρια στη θέση του κυβερνήτη και υπήρξε μέλος του Γενικού Φροντιστηρίου, από το 1828 έως το 1831. Μετά το θάνατο του Καποδίστρια αντιτάχθηκε στην εκλογή του Αυγουστίνου Καποδίστρια, αλλά παρ’ όλα αυτά κρατήθηκε μακριά από τις διασπαστικές τάσεις του Κωλέττη. Παρά ταύτα διετέλεσε όμως μέλος της προσωρινής κυβέρνησης μέχρι την έλευση του Όθωνα.

Το 1833 συνελήφθη – ως ύποπτος για τις φιλελεύθερες αρχές του – μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και φυλακίστηκε στη Σύρο, απ’ όπου δραπέτευσε και κατέφυγε στη Μασσαλία.

Το 1839, μετά την ανάκληση της δίωξής του, επέστρεψε στην Ελλάδα, διορίστηκε Σύμβουλος Επικρατείας και κατόπιν υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Μαυροκορδάτου το 1841.

Μετά τον θάνατο του Κολοκοτρώνη, ο Ανδρέας Μεταξάς έγινε αρχηγός του Ρωσικού Κόμματος και μαζί με τον Ανδρέα Λόντο τον Μακρυγιάννη και τον Καλλέργη, πρωτοστάτησε στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.

Μετά την επικράτηση του κινήματος, σχημάτισε κυβέρνηση και ήταν ο πρώτος που πήρε τον τίτλο του πρωθυπουργού. Στη συνέχεια χρημάτισε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, για να παραιτηθεί το 1845, ύστερα από απόπειρα του τελευταίου για ανατροπή του Συντάγματος.

Το 1850 και ενώ ο Όθωνας είχε αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τη Ρωσία, ο Μεταξάς εκλέχθηκε γερουσιαστής και Βουλευτής. Το 1850 προάχθηκε στο βαθμό του αντιστρατήγου όπου και παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλέα Όθωνα με τον Μεγαλόσταυρο  και αργότερα διορίστηκε πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853 – 56) παραιτήθηκε από τη θέση του και οργάνωσε ένοπλα τμήματα, προκειμένου να συμμετάσχουν στην εξέγερση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου.

Μετά την καταστολή της τελευταίας, ο Ανδρέας Μεταξάς αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική, παρά την πρόταση του Όθωνα να αναλάβει εκ νέου την πρωθυπουργία. 

Ο Ανδρέας Μεταξάς διετέλεσε επίσης και πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας καθώς και πολλών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Σε όλο τον βίο του υπήρξε γενναίος, ειλικρινής και φιλόπατρις με ακέραιο χαρακτήρα. Πέθανε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1860.

 

Υποσημειώσεις


* Με το όνομα Μεταξάς  φέρεται μεγάλη ιστορική βυζαντινή οικογένεια της οποίας πρώτη ιστορική αναφορά έγινε το 1081. Αρχηγός της οικογένειας στη πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Μάρκος Αντώνιος Μεταξάς ο οποίος συμπολεμιστής του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου διασωθείς την αποφράδα ημέρα κατέφυγε με τους δύο αδελφούς του στη Χίο, μετά στη Κρήτη, όπου παρέμεινε λίγο καιρό και στη συνέχεια στη Κεφαλονιά όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη περιοχή Φραντζάτα που έκτοτε μετονομάσθηκαν σε Μεταξάτα. Από τη πολυμελή αυτή οικογένεια πολλά μέλη διακρίθηκαν στο στρατό, στο κλήρο, καθώς και στα γράμματα και τις επιστήμες.

Το οικόσημο του οίκου των Μεταξάδων.

Το οικόσημο του οίκου των Μεταξάδων.

** Η καταστροφή των Λαλαίων (13-6-1821). Το Λάλα είναι κωμόπολη του νομού Ηλείας, χτισμένο πάνω σε οροπέδιο συνεχόμενο με το όρος Φολόη, σε υψόμετρο 620 μέτρων. Είχε χτιστεί από Τουρκαλβανούς, που είχαν αναλάβει την είσπραξη των φόρων της Πελοποννήσου. Αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί επιφανείς Τούρκοι και ασκούσαν επιρροή σε όλη την Ηλεία.

Ο Ανδρέας Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα. Peter Von Hess.

Ο Ανδρέας Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα. Peter Von Hess.

Ήσαν οι περίφημοι Τουρκαλβανοί Λαλαίοι, γενναίοι πολεμιστές, και οι περισσότεροι πλούσιοι από αρπαγές και λεηλασίες που έκαναν. Καύχημά τους ήταν ότι δεν είχαν νικηθεί ποτέ σε μάχη. Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ενώ οι άλλοι Τούρκοι της Πελοποννήσου φοβήθηκαν και κλείστηκαν στα φρούρια, οι Λαλαίοι έμειναν στο χωριό τους και ενεργούσαν επιδρομές, κατά τις οποίες λεηλατούσαν τα πάντα. Γι’ αυτό, το συνέδριο των προκρίτων, που συνήλθε στο Αίγιο, αποφάσισε να σταλεί εκεί εκστρατευτικό σώμα, για να εξουδετερώσει τον κίνδυνο. Άρχισαν λοιπόν να συγκεντρώνονται: Ηλείοι, με αρχηγούς το Σισίνη και το Βιλαέτη. Καλαβρυτινοί, με τους Φωτήλα και Λεχουρίτη. Τριφύλιοι (από την επ. Ολυμπίας) με το Χριστόπουλο. Γορτύνιοι, με τους Πλαπουταίους. Ζακυνθινοί και Κεφαλλήνες, με τους Ανδρέα και Κώστα Μεταξά και Ανδρέα Πανά. Όλοι αυτοί, 2.500 περίπου, με δύο κανόνια που είχαν οι Κεφαλλήνες, συγκεντρώθηκαν και στρατοπέδευσαν στη θέση Πούσι, μια ώρα μακριά από το Λάλα. Οι πολεμιστές Λαλαίοι ήταν περίπου 1.000.

Στις πρώτες μικροσυμπλοκές που έγιναν νικήθηκαν οι Ολύμπιοι και οι Γορτύνιοι και υποχώρησαν. Σημειώθηκε τότε λιποψυχία στο στρατόπεδο και άρχισαν και λιποταξίες. Τότε ρίχτηκε η ιδέα να λυθεί η πολιορκία. Την κατάσταση έσωσε ο Ανδρέας Μεταξάς και οι άλλοι αρχηγοί των Επτανησίων, που δήλωσαν ότι, και αν ακόμη όλοι οι άλλοι έφευγαν, αυτοί θα έμεναν στις θέσεις τους και θα πολεμούσαν.

Στο μεταξύ και οι Λαλαίοι καταλάβαιναν ότι ήταν δύσκολη η θέση τους και ζήτησαν βοήθεια από το Γιουσούφ πασά της Πάτρας. Εκείνος έστειλε 500 Τούρκους και όλοι μαζί επιτέθηκαν στο στρατόπεδο των Ελλήνων στις 13 Ιουνίου 1821. Ακολούθησε σφοδρότατη μάχη, στην αρχή της οποίας νικούσαν οι Τούρκοι, αλλά στη συνέχεια έπαθαν μεγάλη φθορά από τα δύο κανόνια των Επτανησίων και υποχώρησαν. Ξαναγύρισαν πάλι στο χωριό καταντροπιασμένοι, γιατί πρώτη φορά δε νικούσαν σε μάχη. Δεν έμειναν όμως ούτε στιγμή στο χωριό οι Λαλαίοι. Καταλάβαιναν ότι η θέση τους θα γινόταν όλο και πιο δύσκολη με τον καιρό και την ίδια νύχτα το εγκατέλειψαν και έφυγαν με τα γυναικόπαιδα για την Πάτρα.  Φεύγοντας  έκαψαν το χωριό, αλλά αργότερα οι Έλληνες το ξανάχτισαν. Η νίκη στο Λάλα, εκτός του ότι απάλλαξε την περιοχή από τους τρομερούς Λαλαίους Τουρκαλβανούς, αναπτέρωσε και το επαναστατικό φρόνημα των Ελλήνων της Πελοποννήσου.  

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.
  • Peter Von Hess, «1821 η Ελληνική Επανάσταση», Εκδόσεις Δέλτα, Αθήνα, 1996.
  • K. N. Σάθας, «Nεοελληνική φιλολογία. Bιογραφίαι των εν γράμμασι διαλαμψάντων Eλλήνων (1453-1821)», Aθήνα 1868.
  • Μακρής Γεράσιμος, «Η μάχη του Λάλα»», ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΚΑΙ ΙΘΑΚΗΣ,  επανέκδοση της «Μονογραφίας της εν Λάλα μάχης», πρώτη έκδοση, 1921.

 

 

Read Full Post »

Κουντουριώτης Γεώργιος (1782-1858)

 

 

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Πρόκριτος και μεγαλονοικοκύρης της Ύδρας. Υπολογίζεται ότι τα μισά καράβια απ’ όσα διέθετε η Ύδρα το 1821, ήταν δικά του και του αδελφού του Λαζάρου.* Ο Γεώργιος Κουντουριώτης εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο για πρώτη φορά στα τέλη του 1823, όταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος πείθει τους Κουντουριώτες ν’ αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Μαζεύτηκαν τότε όλοι της φατρίας του Μαυροκορδάτου και του Κωλέτη στο Κρανίδι και εξέλεξαν παράνομα άλλη κυβέρνηση  – άλλο εκτελεστικό σώμα– με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Ως πρωθυπουργός, λοιπόν, της επαναστατημένης Ελλάδας ο Γεώργιος Κουντουριώτης δεν κατόρθωσε να κάμει ούτε ένα καλό. Επί πρωθυπουργίας του ξέσπασε ο εμφύλιος, για τον οποίο δούλεψε από το παρασκήνιο μεθοδικά ο Μαυροκορδάτος και η φατρία του. Μίσθωσαν στρατεύματα από τη Ρούμελη, πληρώνοντάς τα με τα χρήματα του δανείου, τα οποία μόλις είχαν έρθει από την Αγγλία. Όσα χρήματα δε σπαταλήθηκαν στον εμφύλιο, δόθηκαν στους Υδραίους ως αποζημίωση για τον πόλεμο, κρατώντας οι Κουντουριωταίοι τη μερίδα του λέοντος για τον εαυτό τους. Συνέλαβαν τον Κολοκοτρώνη και τον φυλάκισαν στην Ύδρα. Το 1824 κατέστρεψαν οι Τούρκοι την Κάσο και τα Ψαρά. Τα στρατεύματα του Ιμπραήμ έσβησαν σχεδόν την επανάσταση στην Κρήτη κι αποβιβάστηκαν στον Μοριά. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης διόρισε τότε αρχιστράτηγο κάποιο ναυτικό, τον καπετάνιο Κυριάκο Σκούρτη, ο οποίος έδινε στους στρατιώτες ναυτικά παραγγέλματα. Ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το κεφάλι κι έλεγε πως «δεν απομένει παρά να διορίσουν τον γέρο – Νοταρά ναύαρχο στη θέση του Μιαούλη».

 

 

 

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, πάλι, με χρυσοστόλιστο άλογο, πήγε  να πολεμήσει τον Ιμπραήμ, αλλά τον παρακρατούσαν δυο δούλοι από δεξιά κι αριστερά, για να μην πέσει. Και πριν αντικρίσει τον εχθρό, αρρώστησε κι επέστρεψε στ’ Ανάπλι κι ύστερα έφυγε για την Ύδρα, διατηρώντας όμως το αξίωμά του. Κάτω από τέτοιες συνθήκες κωμικοτραγικές και τέτοιες γελοιοποιήσεις ηττήθηκε το στράτευμα στο Κρεμμύδι κι ο Σκούρτης κρυβότανε μην τον σκοτώσουν οι στρατιώτες από την οργή τους, που χάθηκαν τότε 500 πατριώτες.  Τότε έπεσε κι ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι με 300 παλικάρια, ποτίζοντας με αίμα το δένδρο της ελευθερίας και με την ελπίδα ότι θα έβαζαν μυαλό εκείνοι που εξουσίαζαν τότε. Οπότε και αποφάσισαν να χορηγήσουν αμνηστεία και να στείλουν τον Κολοκοτρώνη εναντίον του Ιμπραήμ.

 

Όμως, οι Κουντουριώτες δε συνετίστηκαν από τα λάθη και τις συμφορές, ούτε από την πτώση του Μεσολογγίου. Γιατί τότε, τον Απρίλιο του 1826, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση που άρχισε τις εργασίες της στην Επίδαυρο και τις συνέχισε στην Τροιζήνα, απογύμνωσε τον Γεώργιο Κουντουριώτη από τα αξιώματά του. Αλλά αυτός αντιστάθηκε με πείσμα στην εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη. Οι Κουντουριώτες, ο Μαυροκορδάτος, ο Κωλέτης αντιλαμβάνονταν πως ο Καποδίστριας θα ήταν πολιτικός με πυγμή, που δεν θα θύμιζε τον Δημ. Υψηλάντη, και πως θα έχαναν τα τρανά αξιώματα. Τελικά όμως ψηφίστηκε η πρόταση του Κολοκοτρώνη και ο Καποδίτριας ήρθε στην Ελλάδα.

 

Η Ύδρα ήταν το πρώτο και δυναμικότερο αντικαποδιστριακό κέντρο. Εκεί κατέφευγαν οι δυσαρεστημένοι, οι αντιπολιτευόμενοι, οι υπονομευτές και συνωμότες. Οι Κουντουριώτηδες, όπως και οι Μαυρομιχαλαίοι, δεν εννοούσαν να ξεχάσουν τα παλιά τους προνόμια ή να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούσαν. Έτσι, καλλιεργήθηκε βαρύ κλίμα κατά του Καποδίστρια μέχρι που δολοφονήθηκε. Για τη δολοφονία δεν πρέπει να θεωρούνται άμοιροι ευθυνών οι Κουντουριώτηδες, όπως και για τη δολοφονία του Αντ. Οικονόμου, τον οποίο σκότωσαν οι μισθοφόροι του Ανδρέα Λόντου στον Ξεριά, έξω από το Άργος.

 

Λάζαρος Κουντουριώτης

Λάζαρος Κουντουριώτης

Οι Κουντουριώτηδες προσέφεραν πολλά στον αγώνα. Η προσφορά τους θεωρείται τεράστια, αφού διέθεταν ολόκληρο στόλο και οι στέρνες των σπιτιών τους ήταν γεμάτες χρυσάφι. Η συμβολή τους στην απελευθέρωση της πατρίδας θεωρείται τεράστια. Οι ιστορικοί εκτιμούν πως το θαύμα του 1821 δε θα είχε αίσιο τέλος χωρίς τη συμμετοχή του ναυτικού. Είναι αλήθεια βέβαια ότι δεν την ήθελαν την επανάσταση. Όταν ο Οικονόμου κατέλαβε βίαια την εξουσία και ξεσήκωσε το νησί, έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία και μετά την πτώση του Οικονόμου, ρίχτηκαν στον αγώνα αναγκαστικά. Όλα αυτά βέβαια δεν μειώνουν το μέγεθος της προσφοράς. Στον πολιτικό τομέα όμως διέπραξαν πολλά σφάλματα, που έβλαψαν πολύ την επανάσταση και την πατρίδα. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης έγινε επί Καποδίστρια μέλος του «Πανελληνίου» και «Πρόβουλος της Οικονομίας», αλλά παραιτήθηκε, για να κάνει αντιπολίτευση. Επί βασιλείας του Όθωνα κατέλαβε διάφορα υψηλά αξιώματα. Εκλέχτηκε πληρεξούσιος Ύδρας στην Εθνοσυνέλευση του 1843, βουλευτής και γερουσιαστής. Πέθανε στην Αθήνα με το αξίωμα του Προέδρου της Γερουσίας.

 

Εγγονός του Γεωργίου Κουντουριώτη ήταν ο ένδοξος ναύαρχος των βαλκανικών πολέμων Παύλος Κουντουριώτης,** ο οποίος στήριξε το Βενιζέλο μαζί με τον στρατηγό Παν. Δαγκλή (1916-1917) και αργότερα έγινε ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1924).

 

Υποσημειώσεις

 

* Ο Λάζαρος Κουντουριώτης (1769 – 1852) ήταν γιος του Αναγνώστη Κουντουριώτη και της Μαρίας Κοκκίνη. Λόγω της εγκατάστασης του πατέρα του στη Γένουα για εμπορικούς λόγους ο Λάζαρος, ως πρωτότοκος γιος, ανέλαβε όλες τις ευθύνες της οικογένειας από τα δεκατέσσερά του χρόνια. Μετά το θάνατο του πατέρα του έγινε διαχειριστής της οικογενειακής περιουσίας. Το 1803 παντρεύτηκε τη Σταματίνα Ευαγγελίδη και απέκτησε μαζί της δεκατρία παιδιά.

Αναμίχθηκε νωρίς στα δημόσια πράγματα του τόπου του επιδεικνύοντας διοικητικές ικανότητες. Μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο Κουντουριώτη στήριξε τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας με όλες του τις δυνάμεις, τόσο με σημαντικές οικονομικές προσφορές όσο και με τη συμμετοχή των πλοίων της οικογένειας στις πολεμικές ναυτικές ελληνικές επιχειρήσεις. Αν και δεν πολιτεύτηκε ποτέ, παρά τις προτάσεις που του έγιναν, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις του Αγώνα και, χάρη στον προσηνή χαρακτήρα του, απολάμβανε την εκτίμηση των συμπατριωτών του και όλων των Ελλήνων. Κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 31) ο Ιωάννης Καποδίστριας τον διόρισε προσωρινό διοικητή της Ύδρας ως «πρώτο των προκρίτων», ενώ το 1844 ο Όθων τον διόρισε γερουσιαστή, αξίωμα που διατήρησε μέχρι το θάνατό του.

Μέλη της οικογένειας Κουντουριώτη διακρίθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, στην Επανάσταση του 1821 και κατά την περίοδο του ελεύθερου ελληνικού κράτους ως τα πρόσφατα χρόνια. Από τα πιο αξιόλογα όμως μέλη της υπήρξαν ο αδελφός του Λαζάρου, Γεώργιος Κουντουριώτης (1782-1858), πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος κατά την  Επανάσταση και πρωθυπουργός (1848) και ο εγγονός του τελευταίου, ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1929).

** Παύλος Κουντουριώτης (Απρίλιος 185522 Αυγούστου 1935). Ναύαρχος, εγγονός του Γεώργιου Κουντουριώτη, γεννημένος στην Ύδρα. Πήρε μέρος σε επιχειρήσεις κατά την Κρητική επανάσταση και το Β’ Βαλκανικό πόλεμο. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών στις κυβερνήσεις Ζαΐμη και Σκουλούδη και  υπασπιστής του βασιλιά. Καθώς διαφώνησε με την πολιτική που υπερασπιζόταν ο τελευταίος, συντάχθηκε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας κι αργότερα υπήρξε μέλος της τριμελούς Προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης όπου κατείχε τη θέση του υπουργού Ναυτικών απ’ το 1916 ως το 1919. Πέθανε τον Αύγουστο του 1935.

 

 

 

«… Προσκυνισμούς του κυρ Λάζαρου (Kουντουριώτη) και ειπέτε του να προσπαθήση δια μπουρλότα, που αυτά είναι η μόνη μας σωτηρία, όσα περισσότερα ημπορέσετε και ο πασάς ας φλυαρή όσο θέλει. Όταν, όμως, μπουρλότα δεν έχομε, κάμνει ό,τι θέλει. Και μην υποστηρίζεσθε εις τα πολεμικά μας, ότι χωρίς μπουρλότα ουδέν ωφελούσι. Πασχίσατε δια μπουρλότα, να μη χάσωμε τους πολυχρονίους κόπους μας και έχομε αντί της ελευθερίας μας το όνειδος όλων των εχθρών…»

(Απόσπασμα από γράμμα του Tομπάζη προς το Γ. Kουντουριώτη)

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007. 

  • Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος

Read Full Post »

Older Posts »