Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρωθυπουργός’

Γούναρης Δημήτριος (1866-1922)  


 

Γούναρης Δημήτριος

Γούναρης Δημήτριος

Πρωθυπουργός, δικηγόρος και δεινός ρήτωρ. Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν γιος του εμπόρου σταφίδας Παναγιώτη Γούναρη  από το Άργος και της Μαρίας το γένος Αλεξοπούλου. Εκπαιδεύτηκε στο λύκειο Πράπα & Γκιαούρη και γνώριζε ήδη από την παιδική του ηλικία γαλλικά και ιταλικά χάρις στη βοήθεια της Ιταλίδας παιδαγωγού Λαφφόν. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών και συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Γερμανία, το Παρίσι και το Λονδίνο. Το 1893 άρχισε να δικηγορεί στην Πάτρα.

Το όνομα του συνδέθηκε με την αρνητική έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας εξαιτίας των λανθασμένων χειρισμών της κυβερνήσεώς του, η οποία κατέληξε στη Μικρασιατική καταστροφή. Ύστερα από αυτό το γεγονός συνελήφθη, παραπέμφθηκε στη «Δίκη των Έξι» και εκτελέστηκε στο Γουδί. Ανιψιός του ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Στις εκλογές του 1902 ο Γούναρης πρωτοεκλέχτηκε ανεξάρτητος βουλευτής Αχαΐας, απέτυχε ωστόσο  στις εκλογές του 1905, ενώ στις εκλογές του 1906 επανεκλέχτηκε. Τον Οκτώβριο του 1906 εμφανίστηκε στη Βουλή το «κόμμα των Ιαπώνων»[1], με κύριο εμψυχωτή  τον Γούναρη. Τον Ιούνιο του 1908, έγινε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Θεοτόκη, με αποτέλεσμα τη διάλυση της ομάδας των «Ιαπώνων». Ο ίδιος παραιτήθηκε από την κυβέρνηση Θεοτόκη στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1909. Στις εκλογές του 1910 δεν υπέβαλε υποψηφιότητα, ενώ στις εκλογές του 1912 εκλέχτηκε ανεξάρτητος βουλευτής Αχαΐας με ρητή δήλωση ότι θα είναι «αντιπολιτευόμενος».

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Τον Φεβρουάριο του 1915, όταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος διαφώνησε με την εισήγηση του Βενιζέλου να λάβει μέρος η Ελλάδα στην επιχείρηση των Αγγλογάλλων στα Δαρδανέλια, ύστερα από την παραίτηση του Βενιζέλου ο Γούναρης σχημάτισε στις 25 Φεβρουαρίου την πρώτη του κυβέρνηση. Στις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915 ως ιδρυτής  του κόμματος των «εθνικοφρόνων» που το μετονόμασε  αργότερα (1920) σε «Λαϊκό  κόμμα» ο Γούναρης έχασε και υπερίσχυσε με μειωμένη δύναμη ο Βενιζέλος. Στις εκλογές του Δεκεμβρίου 1915  το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν έλαβε μέρος. Στη δεύτερη διάλυση της Βουλής τον ίδιο χρόνο ο Γούναρης βγήκε νικητής στις εκλογές με αποχή μεγάλου τμήματος του λαού.

Ως αντιβενιζελικός εκτοπίστηκε τον Ιούνιο του 1917 στο Αιάκειο της Κορσικής. Το 1919 διέφυγε από την Κορσική και ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Ιταλία. Ξαναγύρισε στην Ελλάδα όταν προκήρυξε ο Βενιζέλος εκλογές για την 1 Νοεμβρίου του 1920. Αυτές οι εκλογές έδωσαν την πλειοψηφία στην Ηνωμένη Αντιπολίτευση με ισχυρότερο κόμμα στη Βουλή το «Λαϊκό κόμμα» του Γούναρη. Ο Γούναρης καταδικάστηκε – χωρίς ο ίδιος να απολογηθεί- από έκτακτο στρατοδικείο (στην γνωστή δίκη των έξι), στις 15 Νοεμβρίου του 1922 στην ποινή του θανάτου ως ένοχος «εσχάτης προδοσίας» για την Μικρασιατική καταστροφή.

Στις 11:27 π.μ. εκτελέστηκε στο Γουδί, παρουσία λιγοστών συγγενών, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος ξάδερφος του και μετέπειτα δήμαρχος Πατρέων, Ιωάννης Βλάχος. Δεν δέχθηκε να του δέσουν τα μάτια. Η εκτέλεση τους έγινε κυρίως για να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα και όχι γιατί πραγματικά είχαν διαπράξει προδοσία προς την χώρα τους. Τάφηκε στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών την ίδια μέρα, παρουσία λιγοστών συγγενών και φίλων, με έναν ιερέα και χωρίς την παρουσία ψαλτών. Η κηδεία γενικά ήταν πρόχειρη και βιαστική γιατί η επαναστατική επιτροπή είχε διατάξει να ολοκληρωθούν όλες οι ταφές πριν τις 3 μ.μ. Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν εκτελεστεί έγραψε την λιτή διαθήκη του, στην οποία ανέφερε:

 

Ότι περισσεύει εκ της μικράς μου περιουσίας, αφού πληρωθούν τα χρέη μου, επιθυμώ να περιέλθη εις τον γαμβρόν μου Κανέλλον Α. Κανελλόπουλον ον εγκαθιστώ γενικόν κληρονόμον ίνα το χρησιμοποιήση προς καλλιτέραν αποκατάστασιν της θυγατρός του Μαρίας. Εις την υπηρέτριάν μου Ευφροσύνην Στρατή αφίνω δέκα χιλιάδας, και την βιβλιοθήκην μου εις τον Δήμον Πατρών.

 

Η διαθήκη του όπως και η ζωή του ήταν λιτή γι’ αυτό και δεν απέκτησε ποτέ περιουσία. Με την διαθήκη του ο Γούναρης έγινε μέγας ευεργέτης του Δήμου Πατρέων και συγκεκριμένα της δημοτική βιβλιοθήκης. Στις 3 Ιουνίου του 1931, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου η οδός Καλαβρύτων ή νέος δρόμος μετονομάστηκε σε οδός Δημήτριου Γούναρη. Ήταν μια από τις πρώτες κινήσεις για την αποκατάσταση του ονόματος του.

 

Υποσημείωση

[1] Το όνομά τους οφείλεται στο δημοσιογράφο Βλάση Γαβριηλίδη, σε άρθρο του στις 10 Φεβρουαρίου 1907, στην εφημερίδα Ακρόπολη, όπου παρομοίαζε τη μαχητικότητά τους με αυτή των Ιαπώνων σαμουράι για την υπεράσπιση του αυτοκράτορά τους κατά τον σινοϊαπωνικό πόλεμο του 1894-5, οι οποίοι είχαν εντυπωσιάσει το διεθνή τύπο με τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις τους ενάντια στα ρωσικά στρατεύματα.


 

Πηγές


  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.
  • Βικιπαίδεια.

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος (1805 -1868)

 

 

 

Kolokotronis Gennaios

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δευτερότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αγωνιστής και στρατηγός. Γεννήθηκε στη Στεμνίτσα και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του εξαιτίας των διωγμών που είχαν εξαπολυθεί το 1806 εναντίον της κλεφτουριάς. Εκεί έμαθε και λίγα γράμματα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, έφυγε με τον αδερφό του Πάνο κρυφά από τη Ζάκυνθο και αποβιβάστηκαν στην Ηλεία (25 Μαρτίου). Δεν άργησαν τα δυο αδέλφια να πάρουν το βάπτισμα του πυρός, πολεμώντας στον Πύργο εναντίον των Λαλαίων Τούρκων. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης δεν άργησε να δοξαστεί. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς πλάι στον πατέρα του. Ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος. Σε μια μικροσυμπλοκή έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς αιχμαλώτισε ένα γιγαντόσωμο αράπη, κοντός αυτός, με το σπαθί του και τον οδήγησε στο στρατόπεδο. Όλοι γέλασαν και θαύμασαν το νεαρό Γιάννη. «Είσαι γενναίος!» του είπε ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Και του έμεινε· από τότε όλοι τον έκραζαν Γενναίο.

Ο Γενναίος δεν ησύχασε μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού, της Κορίνθου, της Πάτρας. Πέρασε απέναντι στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ήρθε πίσω στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου) αλλά αργά το βράδυ, όταν η μάχη είχε σιγαλιάσει. Κυνήγησε όμως στην Κορινθία τα υπολείμματα του Δράμαλη. Άλλες λαμπρές στιγμές από τη δράση του είναι εκείνες εναντίον του Ιμπραήμ· μαζί με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, τους Τριπολιτσιώτες και τους Γορτύνιους πολέμησε στη μάχη της Τραμπάλας με σπάνια καρτερικότητα και παλικαριά.

Τώρα πια έχει μεγαλώσει – είναι μόλις 21 χρονών –  και αρχίζουν να φαίνονται οι ηγετικές του ικανότητες. Έτρεξε και στην Αττική στο πλευρό του Καραϊσκάκη και πολέμησε εναντίον του Κιουταχή. Και ξαναγύρισε πάλι στο Μοριά εναντίον του Ιμπραήμ. Όπου τον καλούσε η φωνή της πατρίδας και του χρέους έτρεχε αδιάκοπα. Ο πατέρας του καμάρωνε για λογαριασμό του.

 

Ο Γενναίος ήταν πολύ τολμηρός. Όταν οι Υδραίοι είχανε φυλακίσει τον πατέρα του, σχεδίαζε να αιχμαλωτίσει το Γεώργιο Κουντουριώτη. Ήταν λίγο πριν δοθεί αμνηστεία στον Γέρο, αν και το σχέδιό του είχε προδοθεί. Ο Γενναίος ήτανε πάντα στο πλευρό του πατέρα του και αργότερα επίσης στο πλευρό του Καποδίστρια, τον οποίο λογάριαζε και υποστήριζε.

 

Επί Όθωνος χρημάτισε υπασπιστής του βασιλιά, γερουσιαστής και το 1862 πρωθυπουργός. Όταν ξεκίνησε η Ναυπλιακή Επανάσταση, έφτασε στους Μύλους Αργολίδας, με μικρή στρατιωτική δύναμη, βουλευτές, γερουσιαστές και ανθρώπους με πολιτικό κύρος, οι οποίοι εξαπολύθηκαν στις επαρχίες με σκοπό να ματαιώσουν νέες εξεγέρσεις.   

Τον Οκτώβριο του 1862, όταν  βρέθηκε ανάμεσα στον επαναστατημένο λαό και τον βασιλιά, δεν έστρεψε τα όπλα εναντίον του λαού, όπως τον συμβούλευαν κάποιοι.  «Ουδέποτε χάριν του πρωθυπουργικού χαρτοφυλακείου θα κηλιδώσω τας ολίγας υπηρεσίας εμού και της οικογενείας μου με αδελφικόν αίμα…», είπε. Εξάλλου από πιο πριν, βλέποντας τη δυσαρέσκεια του λαού και την προεπαναστατική κίνηση, είχε υποβάλει την παραίτησή του στον Όθωνα, αλλά δεν έγινε δεκτή. Εντούτοις αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό σαν «παλατιανός» πρωθυπουργός κι όταν ξαναγύρισε μέσα στην ίδια χρονιά (1862), η νέα κυβέρνηση τον ανάγκασε να ξαναφύγει. Αργότερα (1863) επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα, όπου και πεθαίνει από ανίατη αρρώστια (1868).

Ο Γενναίος παντρεύτηκε το 1828 τη Φωτεινή,* την αδερφή του Κίτσου Τζαβέλα, και απέκτησε δυο γιους και πέντε θυγατέρες. Με τα λίγα γραμματάκια που ήξερε έγραψε απομνημονεύματα, που εκδόθηκαν όμως πολύ αργότερα (1955). Ο ίδιος δημοσίευσε πολύτιμα έγγραφα και επιστολές του Αγώνα (1856) με τον τίτλο «Ελληνικά υπομνήματα». Η εργασία αυτή σαν πρωτογενής ιστορική πηγή στάθηκε πολύτιμη για την ιστορική έρευνα.

 

 

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης  γράφει:

 

 
Γύρω στα μέσα Ιουνίου ήρθαν στα Τρίκορφα και οι γιοί του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, ο μεν Πάνος εικοσαετής σχεδόν, ντυμένος και οπλισμένος καλά, ο δε Γιάννης, που ονομάστηκε από εμένα Γενναίος, δεκαεξαετής σχεδόν και αυτός, αλλά επειδή ως εκείνη την εποχή ήταν μούτζιος στο καράβι του Σπετσιώτη Μπόταση ήταν ντυμένος με ναυτικό παντελόνι και Ζακυνθινή ναυτική ζακέτα, γεμάτα με κατράμι, ρούχα βρώμικα και άθλια και ήταν άοπλος.
Έγραψα αμέσως στον γαμπρό μου Αντωνόπουλο στην Δημητσάνα και του έκαναν αμέσως φουστανέλες και τα υπόλοιπα ελληνικά ρούχα. Εκείνες τις μέρες είχαν φονευτεί μερικοί Τούρκοι και πήραμε κάποια όπλα, από τα οποία πήρα ένα ζευγάρι αργυρές πιστόλες, χρυσωμένες παλάσκες, ένα τουφέκι, ένα σπαθί και μ’ αυτά έντυσα και όπλισα τον Γιάννη Κολοκοτρώνη.
Και έπειτα από λίγες μέρες διόρισα τον μεν Πάνο, έπειτα από επίμονη απαίτηση του πατέρα του, να πάει στις κωμοπόλεις της επαρχίας μου με διαταγή μου, του έδωσα και είκοσι στρατιώτες για να επιτηρεί δήθεν τους φούρνους για να βγάζουν καλό ψωμί για τα στρατόπεδα των Τρικόρφων… Αυτός δεν είχε κλίση στα στρατιωτικά, ούτε ο πατέρας του ήθελε να βρίσκεται μέσα στους κινδύνους, αλλά να είναι μακριά από το κακό.
Ο δε Γενναίος, που ήταν αδύνατης κατασκευής ως νεαρός, έμενε με τον πατέρα του στο στρατόπεδο, ώστε μια μέρα γύρω στα τέλη Ιουνίου, που έγινε μια αψιμαχία κοντά στον Άγιο Βλάσιο ανάμεσα σε μας και τους Τούρκους, έτρεξε και αυτός και βρέθηκε σε εκείνη την αψιμαχία. Όταν αυτή τελείωσε τον είδα και ρώτησα τους στρατιώτες πότε πήγε εκεί και μου είπαν ότι τους ακολούθησε όταν αυτή άρχισε. Τότε τους είπα ότι ο Γιάννης είναι γενναίος. Εύγε του. Και αυτό σαρκαστικά κατά την συνήθεια.

Έτσι οι στρατιώτες αστειευόμενοι και ονομάζοντας αυτόν σαρκαστικά «Γενναίο», του έμεινε αυτό το επίθετο και ήδη ονομάζεται Γενναίος Κολοκοτρώνης και κατέχει τις υψηλότερες θέσεις της βασιλείας και του κράτους, δηλαδή στρατηγός, υπασπιστής, γερουσιαστής, αυλάρχης, ανώτερος ταξιάρχης, φέροντας στο στήθος τα παράσημα όλων των αυτοκρατόρων και βασιλέων, πολυκτήμων με εθνικά κτήματα και με τριπλές και τετραπλές λαμπρές οικίες, που ποτέ η γενιά του και οι πρόγονοί του δεν απέκτησαν, ούτε μια ασήμαντη καλύβα, και εμείς είμαστε άστεγοι, πένητες και ακτήμονες, περιφρονημένοι και παραγκωνισμένοι.

 

 Κανέλλος Δεληγιάννης – Απομνημονεύματα

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 

Οὗτος ἐπανελθὼν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον εἰς τὴν Πελοπόννησον μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821 ἐβγῆκεν κατὰ πρῶτον εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἦτο δὲ νέος πολὺ, ὄχι μεγαλείτερος  τῶν 17 ἐτῶν. Ἔτυχε τότε νὰ γίνεται πόλεμος μὲ τοὺς Λαλαίους Τούρκους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ Πύργου, ἀρχηγοῦντος τοῦ Χαραλάμπους Βιλαέτου, καὶ ὁ Γενναῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, καὶ ἐπολέμησεν ὡσὰν παιδὶ ὅπου ἦτον. Ἐκεῖθεν ἀνεχώρησε καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου ἀνέβη εἰς τὸ Βαλτέτσι, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Κατ᾿ ἀρχὰς ἐπήγαινε πότε εἰς τὸ Χρυσοβίτσι καὶ τὴν Πιάναν, καὶ πότε παρηκολούθει τὸν ἐξάδελφόν του Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ἐπήγαινεν. Ἦτον ἀκούραστος, καὶ ἔτρεχεν ἐπάνω κάτω, ἐσυντρόφευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ μολύβι ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ ἀναλόγως τῆς ἡλικίας του ἔδειχνε ζῆλον καὶ προθυμίαν μεγάλην. Ἀνακατεύετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Μετὰ δὲ ταῦτα ὑπῆγεν εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον μετὰ τοῦ πρίγκηπος Ὑψηλάντου…

 

  

 

Υποσημείωση

 

* Η Φωτεινή Τζαβέλα – Κολοκοτρώνη ήταν πρώτη κυρία της χώρας. Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν κόρη του Φώτου Τζαβέλα. Το 1828 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη, γιο του Θεόδωρου. Ύστερα απο πρόσκληση του Όθωνα έγινε κυρία επι των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, θέση στην οποία παρέμεινε για αρκετό καιρό φορώντας πάντα την παραδοσιακή σουλιώτικη φορεσιά. Το 1862, έτος που ανέλαβε την πρωθυπουργία ο άντρας της, έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Μαζί με τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη απέκτησε δύο γιούς, τον Θεόδωρο, γνωστό και ως Φαλέζ, και τον Κωνσταντίνο καθώς και πέντε κόρες, την Γεωργίτσα Πετιμεζά, την Αικατερίνη Ροδίου, την Ελένη Ζώτου, την Ζωΐτσα Μανώτου και την Ευφροσύνη που έμεινε ανύπαντρη.

 

Πηγές

 

  • Δεληγιάννη Κανέλλου, «Απομνημονεύματα», εκδόσεις, Πελεκάνος, Αθήνα 2005.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

« Newer Posts