Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρόσωπα’

Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά –  Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος – Γράφει ο Γιώργος  Γιαννούσης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ανακοίνωση του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά – Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος».

 

Όταν ο Βασιλιάς Όθωνας, αποφάσισε το 1834 να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ελλάδος από το  Ναύπλιο στην Αθήνα, που ήταν τότε  μια σχεδόν έρημη  και κατεστραμμένη  από τους Τούρκους  κωμόπολη, ο Πειραιάς ήταν ένας έρημος τόπος  που δεν είχε  ούτε καν ένα χωματόδρομο  που να τον ενώνει με την Αθήνα.

Ο πατέρας του Όθωνα, ο Βασιλιάς της Βαυαρίας  Λουδοβίκος ο Α’, ήταν λάτρης της ιστορίας των αρχαίων  Αθηνών και  δική του επιλογή ήταν  η Αθήνα να γίνει πρωτεύουσα του νέου κράτους  και επίνειο της να γίνει ο Πειραιάς. Έτσι μαζί με την ανοικοδόμηση της Αθήνας, άρχισε να δημιουργείται και ο νέος Πειραιάς.

Το 1834 ιδρύεται  ένα υποτυπώδες  τελωνείο και  ένα υπολιμεναρχείο που υπάγεται στο λιμεναρχείο της Ύδρας.  Πρώτος  λιμενάρχης  τοποθετήθηκε  ο Γάλλος  Μπατίν, μέχρι τότε λιμενάρχης Ναυπλίου.

Κυριάκος Σερφιώτης

Ας σημειωθεί πως το 1835 ο Πειραιάς έχει 300 κατοίκους. Το  1836, ένα χρόνο μετά, γίνεται Δήμος και επίσημα ονομάζεται και πάλι Πειραιάς, από  Πόρτο – Λεόνε που λεγόταν μέχρι τότε.  Δυο επιπλέον στοιχεία για την αρχική κατάσταση του Πειραιά: α) Γίνεται  η πρώτη  επίσημη   απογραφή και έχει  1011  κατοίκους, β) Πρώτος Δήμαρχος της γίνεται ο Κυριάκος Σερφιώτης.

Το 1836  κατασκευάζεται η οδός   Αθηνών – Πειραιώς, που ενώνει τη νέα  πρωτεύουσα με το λιμάνι της και αρχίζουν να γίνονται τα αναγκαία έργα υποδομής  σε οικόπεδα που οι πρώτοι οικιστές του Πειραιά  πωλούν  η δωρίζουν στο δημόσιο. Ο  Πειραιάς  αποκτά το πρώτο του σχολείο, νοσοκομείο,  δημόσια κτήρια, όπως το λοιμοκαθαρτήριο, εκκλησίες, αποθήκες κ.α. κύρια  με  δωρεές ευεργετών.  Φυσικά κατασκευάζονται  νέες  οικίες και καταστήματα, που θα  μετατρέψουν  τον έρημο τόπο σε μια νέα πόλη, μ’ ένα λιμάνι που η κίνηση του  συνεχώς  μεγαλώνει.

Οι πρώτοι οικιστές που δημιούργησαν το νέο Πειραιά  ήταν κυρίως νησιώτες:  Υδραίοι, Αιγινείτες, Κουλουριώτες (Σαλαμίνα),  Κρητικοί και από την Πελοπόννησο, οι Μανιάτες και οι  Αργείτες.

Από τους  πρώτους και σπουδαιότερους   οικιστές ήταν  οι Αργείοι, Αφοί Γεώργιος και Σωτήριος Θεοδώρου Ρετσίνας ή  Ρετσινόπουλος και ο Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος.

 

Ο νεογέννητος Πειραιάς σε μια λιθογραφία που τυπώθηκε στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 1857. Η αγαπημένη θέση των περιηγητών ήταν ο λόφος με τις αρχαίες πέτρες της Ηετιώνειας. Απέναντί τους είχαν τον πρώτο πυρήνα της πόλης και στο βάθος, στα βόρεια, το «Χωρίον Μελετοπούλου, τον Ελαιώνα και τους λόφους της Αθήνας με δεσπόζουσα την Ακρόπολη. Ψηφιακή συλλογή Γιώργου Βεράνη. Δημοσιεύεται στο: Νίκος Μπελαβίλας, «Ιστορία της πόλης του Πειραιά, 19ος και 20ός αιώνας», εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Οικονομίδης Ιωάννης Τρ. (; – 1861) – Αγωνιστής στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Φθινόπωρο 1858 – Μάιος 1861)


 

Ο Ιωάννης Τρύφωνος Οικονομίδης, με καταγωγή από τη Βυτίνα του δήμου Νυμφασίας  της επαρχίας Γορτυνίας, αποτελεί την πλέον αντιπροσωπευτική μορφή του συμβολαιογράφου – αγωνιστή,  που συμμετείχε σε μία εκτεταμένη σειρά από μάχες για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, από την έκρηξη αυτού έως το τέλος. Σχετικά έγγραφα υπάρχουν τόσο στα Γενικά Αρχεία του Κράτους όσο και στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών.

Ειδικότερα στα Γ.Α.Κ.  εντοπίζεται ένας φάκελος  που περιέχει μια σειρά  επτά εγγράφων που αφορούν το αίτημα του Ιωάννη Τρ. Οικονομίδη  να λάβει το αργυρό μετάλλιο και το σχετικό αριστείο αντί του χάλκινου για τη συμμετοχή του στον Αγώνα. Ο φάκελος περιέχει:

α) μία  αίτηση που απευθύνεται προς τον επί των στρατιωτικών Β’ γραμματέα της Επικρατείας (υπουργό Εθνικής Άμυνας, σύμφωνα με τη σημερινή ορολογία), με θέμα περί αριστείου, από τον διοικητή Γορτυνίας. Η αίτηση συντάσσεται τον Οκτώβριο του 1839.

β) Μία τρισέλιδη επιστολή, με ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1839, στην οποία ο Ιωάννης Τρ. Οικονομίδης περιγράφει τι έκανε στον Αγώνα, μιλά για τον θανόντα πατέρα του και τα αδέλφια του και αναπτύσσει το αίτημά του. Αναφέρει ότι γεννήθηκε και είναι δημότης του δήμου Νυμφασίας και ότι υπηρέτησε τον Αγώνα από την αρχή, υπό τις διαταγές του Βασιλείου Πετιμεζά, με βαθμό υποχιλιάρχου. Το 1833 έλαβε  δίπλωμα με τον βαθμό του από την κυβέρνηση. Επίσης, ενημερώνει ότι η δράση του επιβεβαιώνεται από τον Βασίλειο Πετιμεζά και από σχετική βεβαίωση του Θ. Κολοκοτρώνη, υπογεγραμμένη στις 20 Ιουνίου.

γ) Την από 20 Ιουνίου 1839, συνταχθείσα στα Καλάβρυτα βεβαίωση του Βασιλείου Πετιμεζά, που βεβαιώνει τη δράση του Οικονομίδη δίπλα του.

δ) Την από 22 Φεβρουαρίου 1839, συνταχθείσα στην Βυτίνα, βεβαίωση του δημάρχου Νυμφασίας,  ένα είδος πιστοποιητικού ποινικού μητρώου, που βεβαιώνει ότι ο Οικονομίδης δεν έχει κατηγορηθεί ή καταδικαστεί ποτέ και ότι η διαγωγή του ήταν πάντα άριστη.

ε) Τέλος, την από 25 Φεβρουαρίου  1840  επιστολή της Γραμματείας Εσωτερικών, υπογεγραμμένη από τον Μαυροκορδάτο, δια της οποίας εντέλλεται η διοίκηση Γορτυνίας να χορηγήσει στον Οικονομίδη το χάλκινο αριστείο.[1]

 

Βεβαίωση αγωνιστών με τις μάχες στις οποίες συμμετείχε ο Ιωάννης Τρ. Οικονομίδης. Πηγή: Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Στεφάνου Παναγιώτης-Μαρίνος (1791-1863)


 

Προσωπογραφία του Παναγιώτη-Μαρίνου Στεφάνου, ελαιογραφία του Χρήστου Ρουσέα. Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.

Η οικογένεια Στεφάνου καταγόταν από τη Σαρατσά της Κορώνης Πελοποννήσου και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο μετά τα Ορλωφικά.[1]  

Ο Παναγιώτης-Μαρίνος Στεφάνου, γιος του Θεοδώρου και της Μαρίας Ρίζου-Χίτου, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1791. Σπούδασε γιατρός στην Πίζα και στο Παρίσι και το 1813 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου άσκησε το επάγγελμά του ιατροχειρούργου με ανιδιοτέλεια και ανθρωπισμό.

Δραστήριο μέλος της Φιλικής Εταιρείας και της Επιτροπής Αγώνος Ζακύνθου διακρίθηκε για τη μόρφωσή του και τον πατριωτισμό του και προσέφερε πολλά στον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Ελλήνων. Είχε εκλεγεί το 1818 μέλος της Α’ Ιονίου Βουλής. Μετά από πρόταση του Άγγλου Αρμοστή (Th. Maithland) μεσολάβησε ο ίδιος στην απελευθέρωση των γυναικών του Χουρσίτ Πασά που αιχμαλωτίστηκαν μετά την άλωση της Τριπολιτσάς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σκαλίδης Γεώργιος (1793-1857 ή 1858)


 

Μέλος της Φιλικής Εταιρείας – Υπογραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας – Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου – Πρόεδρος Πρωτοδικών Ναυπλίας – Δικηγόρος Ναυπλίου – Συμβολαιογράφος Ναυπλίου  

 

Ο Γεώργιος Σκαλίδης, πιθανότατα γεννήθηκε το 1793,  όπως συμπεραίνεται από τη δήλωση του στα απογραφικά δελτάρια του 1839,[1]  και καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη,  όπου και μορφώθηκε. Κάποια στιγμή, πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης, έρχεται στην Τριπολιτσά και εργάζεται στο γραφείο του διερμηνέα (δραγουμάνου) του Πασά της Πελοποννήσου.  Είναι όμως μέλος της Φιλικής Εταιρείας, όπως μας πληροφορούν τόσο ο Φωτάκος όσο και ο Ι. Φιλήμων και  χάρη στη θέση του πληροφορείται όλα τα θέματα που απασχολούν την οθωμανική διοίκηση. Κατά την περιγραφή του Χρύσανθου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, ο Σκαλίδης, έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη του διερμηνέως του Πασά, προσφέρεται να μεταφράσει τα κωδικοποιημένα έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας που έρχονται σε γνώση των Οθωμανών  και αλλοιώνει  το περιεχόμενό τους «καταλλήλως».[2]

Στη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς παρέμεινε εντός της πόλης, ενημερώνοντας τους πολιορκητές για τα τεκταινόμενα. Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης και την πτώση της, υπηρετεί ως υπογραμματεύς της Πελοποννησιακής Γερουσίας, σε διάφορες άλλες διοικητικές θέσεις των επαναστατικών κυβερνήσεων, καθώς και ως μέλος διαφόρων επιτροπών.[3] Στις  4 Μαρτίου του 1826 εγκρίνεται ομόφωνα από το Βουλευτικό, ο διορισμός του ως γραμματέας του Δικαστηρίου των Εκκλήτων του Ναυπλίου και αποστέλλεται προς έγκριση στο Εκτελεστικό.[4] Το  φθινόπωρο του 1828, όπως πληροφορούμαστε από το εξαιρετικό βιβλίο του κυρίου Δημητρίου Γεωργόπουλου, προϊσταμένου των Γ.Α.Κ., Αρχεία Νομού Αργολίδος,  χρησιμοποιείται  μαζί με άλλους από την Επαρχιακή Δημογεροντία Ναυπλίου  ως αιρετός κριτής σε διάφορες αντιδικίες μεταξύ πολιτών, ως μιας μορφής δηλαδή αιρετού  διαιτητή – δικαστή.[5] Στις18Φεβρουαρίου 1829 υπογράφεται στην Αίγινα το «Ψήφισμα περί του διοργανισμού των δικαστηρίων» και ορίζονται τα τμήματα των Πρωτοκλήτων δικαστηρίων και οι έδρες τους.

 

Ναύπλιο – Χαρακτικό σε σχέδιο του W. H. Bartlett, 1841.

 

Το Πρωτόκλητο δικαστήριο Αργολίδος με έδρα το Άργος αποκτά τους πέντε πρώτους δικαστές του, σύμφωνα με το ψήφισμα του Ιωάννη Καποδίστρια. Ένας από αυτούς είναι ο Πάρεδρος Γεώργιος Σκαλίδης.[6] Ο Κωνσταντινοπολίτης μας όμως είναι εξαιρετική προσωπικότητα για να μείνει επί μακρόν ένας απλός πάρεδρος και με το ψήφισμα του Κυβερνήτη της 18ης Μαΐου  1829 διορίζεται Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου «κατά το τμήμα της Κάτω-Μεσσηνίας» με έδρα την Καλαμάτα.[7] Ο διορισμός του επιβεβαιώνεται και από την πράξη αρ. 12.579/18-5-1829 του Ι. Καποδίστρια, όπου ορίζεται ο αντικαταστάτης του στη θέση του παρέδρου του Πρωτοκλήτου Αργολίδος.[8] Δυστυχώς, ο Ι. Καποδίστριας δολοφονείται και  μία ακόμα περίοδος αναρχίας ξεσπά στη χώρα.  Εν τέλει ορίζεται βασιλιάς της Ελλάδος ο  Όθωνας και φθάνει στο Ναύπλιο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Παπαδόπουλος Χαράλαμπος Α. (1798 ή 1799 – ;)


 

Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας Χαράλαμπος Α. Παπαδόπουλος

1/  9 Μαρτίου 1831 – 16.764 / 26 Δεκεμβρίου 1846[1]

 

Ο Χαράλαμπος  Αριστείδου Παπαδόπουλος  κατάγεται από την Καρύταινα,  σύμφωνα με δήλωση του κατά την απογραφή της  Οθωνικής περιόδου, στις 19 Ιουνίου 1839. Όπου αναγράφεται το πατρώνυμό του, χρησιμοποιείται μόνο το γράμμα «Α». Ο μοναχογιός του όμως ονομάζεται Αριστείδης, σύμφωνα με την ανωτέρω απογραφή. Καθώς την περίοδο της απογραφής δηλώνει ότι είναι σαράντα χρονών, θα πρέπει να έχει γεννηθεί  μεταξύ των ετών 1798 και 1799. [2]  Αν και δεν στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί το είδος των σπουδών του αυτές κρίνεται πως θα ήταν αξιόλογες. Γνώριζε την ελληνική γλώσσα σε πολύ καλό βαθμό αλλά δεν γνώριζε επαρκώς την οθωμανική και χρησιμοποιεί πάντα διερμηνέα, όταν χρειάζεται,  γεγονός που έχει τη σημασία του για πρώην υπήκοο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα,  γνώριζε να γράφει,  συνεπώς και να  διαβάζει, τόσο την ιταλική  όσο και τη γαλλική γλώσσα. Τα κείμενα του στα ιταλικά  είναι εξαιρετικά καλλιγραφικά. Είναι γνώστης σε σημαντικό βαθμό των κειμένων του Διαφωτισμού,  στα συμβόλαιά του περιέχονται λέξεις και φράσεις που είναι συνδεδεμένες με τον Γαλλικό Διαφωτισμό ενώ οι πελάτες του – τουλάχιστον αυτοί των πρώτων χρόνων – αναγράφονται συχνά ως «πολίτες». Ένα ακόμα στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι πρέπει να έχει λάβει σημαντική μόρφωση είναι ότι επί διακυβερνήσεως Ιωάννη Καποδίστρια διορίζεται ως ένας από τους  πρώτους Προέδρους Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου της χώρας (Πρωτοδικεία με τη σημερινή ορολογία).

Ας ανιχνεύσουμε λοιπόν την πορεία του στον χρόνο. Η πρώτη αναφορά για τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλο εντοπίζεται στις 21 Οκτωβρίου  1827, όταν κατ’ εντολή του στολάρχου, του οποίου διατελεί γραμματέας, αποστέλλει  επιστολή  προς τους Δημογέροντες των Χίων, προκειμένου να τους ευχαριστήσει για την παροχή οικονομικής ενίσχυσης. Η επιστολή συντάσσεται επί του δίκροτου «Ελλάς». Πρόκειται για την εκστρατεία στη Χίο, που χρηματοδότησαν οι απανταχού Χίοι, σε μια προσπάθεια να απελευθερωθεί το νησί τους, για να αποτελέσει μέρος της ελεύθερης Ελλάδας. Η επιστολή, δυστυχώς, φέρει την υπογραφή μόνο του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Στόλαρχος όμως της εκστρατείας στην Χίο ήταν ο στρατηγός Φαβιέρος, οπότε πιθανά, υπό τις διαταγές του υπηρετεί ο Παπαδόπουλος. Η επικοινωνία δε μεταξύ των δύο αντρών πρέπει να γίνεται και στα γαλλικά. [3] Στην πορεία τον συναντάμε επί διακυβερνήσεως Καποδίστρια, στις 2 Αυγούστου 1830, να εκδίδει  και  να υπογράφει μία απόφαση ως πρόεδρος  του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Ανατολικής Ελλάδος,  που έχει έδρα τα Σάλωνα.[4] Στις 15 Αυγούστου 1830 γίνονται «κρίσεις» – νέοι διορισμοί του  προσωπικού των δικαστηρίων και ο Παπαδόπουλος παραμένει αμετάθετος ως πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Ανατολικής Ελλάδος.[5] Για ικανό χρονικό διάστημα στην συνέχεια,  εντοπίζεται μεγάλος αριθμός αποφάσεων τις οποίες εκδίδει ως πρόεδρος και δημοσιεύονται σε  Φ.Ε.Κ.. Οι δύο  τελευταίες αποφάσεις που φέρουν την υπογραφή του εκδίδονται στις 7 Φεβρουαρίου και δημοσιεύονται στο φύλλο της «Γενικής Εφημερίς της Ελλάδος» στις 25 Μαρτίου 1831.[6]

Στις 9 Μαρτίου 1831 συντάσσει και υπογράφει την πρώτη του πράξη ως Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας.[7]  Στην οποία αναγράφει: «Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τριακοστόν εν έτος την εννάτην του μαρτίου μηνός, ημέραν Δευτέρα, την δεκάτην ώραν,  επαρουσιάσθη προς την μνημονίαν ταύτην εις την οικίαν μου υπ’ αρ. 268…..».  Η καριέρα του θα είναι σημαντική και ιστορικά κομβική, καθώς για χρόνια θα είναι ο μοναδικός Μνήμονας της πρωτεύουσας του κράτους, συντάσσοντας πράξεις,  με συμβαλλόμενους  τους περισσότερους αγωνιστές της Πελοποννήσου. Η τελευταία πράξη του ήταν η υπ΄αρ. 16.764/ 26 Δεκεμβρίου 1846, χωρίς όμως να αποκλείεται η  ύπαρξη και άλλων.[8]

 

Η διαθήκη του Γεωργίου Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 1831. Φέρει την υπογραφή του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Αρχείο Σπανίων Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

 

Χάρη στη δωρεά που έκανε το 1902 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος  ένας άλλος συμβολαιογράφος της πόλης, ο Σωτήριος Εμμ. Φούτης, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων  της  Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος φυλάσσονται οι πρώτες 5.554 πράξεις του Χαράλαμπου Α. Παπαδόπουλου, καθώς και τα βιβλία υπηρεσιακής αλληλογραφίας και παρακατάθεσης παλαιοτέρων εγγράφων και πράξεων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ελαιών Αναστάσιος (1782-1852)


 

Αγωνιστής  του 1821 – Ειρηνοδίκης – Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Μάρτιος 1841 –  φθινόπωρο 1851)

 

Ο Αναστάσιος Κ. Ελαιών ή Ελαιώνος είναι ο δεύτερος συμβολαιογράφος που διορίζεται στην πόλη του Ναυπλίου, με  βασιλικό  διάταγμα στις 19 Φεβρουαρίου του 1841.[1] Γεννήθηκε το 1782, όπως συνάγεται από τη νεκρολογία του στο φύλλο της εφημερίδας  «Αιών»  της 7ης  Φεβρουαρίου 1852, αφού αναγράφεται ότι απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών.[2] Από την ίδια δημοσίευση μαθαίνουμε ότι καταγόταν από τον  Όλυμπο και πιο συγκεκριμένα από τη Ραψάνη  Ολύμπου.[3] Εκείνη την εποχή η Ραψάνη παρουσιάζει οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, διαθέτει δε και ελληνικό σχολείο, τη Σχολή της Ραψάνης. Ο Ελαιών πρέπει να έλαβε τις εγκύκλιες γνώσεις του στον τόπο του, οι οποίες θα ήταν υψηλού επιπέδου, καθώς στην συνέχεια σύμφωνα με τη νεκρολογία του, θα εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος.

Κάποια στιγμή το 1821 θα έρθει στο επαναστατημένο τμήμα της χώρας και από τότε και έπειτα ξεκινά η έντονη και πυκνή δράση του. Η πρώτη αναφορά σε αυτόν ανιχνεύεται στα απομνημονεύματα του Νικόλαου Σπηλιάδη, στο κεφάλαιο που αφορά στην κάθοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο το καλοκαίρι του 1822. Ο Σπηλιάδης περιγράφει πως όταν τα μέλη της Επαναστατικής Κυβέρνησης εγκατέλειψαν φοβισμένα τις θέσεις τους, προσπαθώντας να διαφύγουν και άφησαν  τα αρχεία της κυβερνήσεως στην τύχη τους, ο Αναστάσιος Ελαιών έσπευσε και τα έσωσε, μετακομίζοντάς τα σε μία γολέτα που ναυλοχούσε ανοιχτά των Μύλων στον Αργολικό κόλπο. Επιπρόσθετα  αναφέρει ότι ο Ελαιών συνέβαλε και στην καλύτερη «διπλωματική» μεταχείριση του εκπροσώπου του  Δράμαλη, που είχε  σταλεί για να διαπραγματευθεί με τους προκρίτους και αυτοί τον είχαν διώξει απειλώντας τον.[4]  Στις αρχές του 1823 τον εντοπίζουμε σε μία σειρά τεσσάρων εγγράφων ως γραμματέα Β’ του Εκτελεστικού. Στο άρθρο του Δουμάκη  πληροφορούμαστε για το πρώτο εξ αυτών, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 1823. Πρόκειται για μία λίστα μισθοδοσίας των γραμματέων του Εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Ιωάννη Ορλάνδο. Τα  επόμενα εντοπίστηκαν από τον γράφοντα και φέρουν ως ημερομηνία σύνταξης την 24η  Απριλίου  του 1823. Υπογράφονται και από τον  Αναστάσιο Ελαιών ως γραμματέας Β’, αντικαθιστώντας τον απουσιάζοντα αρχιγραμματέα της Επικρατείας.

 

Υπογραφή Αναστασίου Ελαιώνος ως β’ υπογραμματέως. Γενικά Αρχεία του Κράτους, αρχείο Βλαχογιάννη.

 

Τα   έγγραφα  είναι η υπηρεσιακή αλληλογραφία του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού  Ι. Ορλάνδου με το Μινιστέρο της Οικονομίας, και αναφέρονται σε  θέματα  μισθοδοσίας του προσωπικού του Εκτελεστικού, καθώς και των λοιπών υπαλλήλων της κυβέρνησης.[5]  Ακολούθως, στις 18 Μαΐου του 1823,  στέλνει μία αναφορά προς το βουλευτικό, ζητώντας να ληφθούν μέτρα για την ασφάλεια των πραγμάτων του νεκρού Στρατηγού Κεφαλά  (δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί για ποια προσωπικότητα του Αγώνα πρόκειται).[6]  Στις 28 Μαΐου του 1823 υποβάλλεται πρόταση και εκλέγεται από το Βουλευτικό, ομόφωνα,  ως έπαρχος της επαρχίας Καρυταίνης.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μαλοκίνης Δημήτριος (1785- ;)


 

Ο Δημήτριος Μαλοκίνης γεννήθηκε στις Σπέ­τσες το 1785 από Σπετσιώτες γονείς. Ο πατέρας του Ιωάννης ήταν ιδιοκτήτης μεγάλου πλοίου, που το κυβερνούσε ο γιος του Δημήτριος και που το διέθεσε για τον Αγώνα, αφού προηγου­μένως το εξόπλισε με αξιόλογο οπλισμό.

Δημήτριος Μαλοκίνης

Ο Δημήτριος Μαλοκίνης ήταν γείτονας, φίλος και συναγωνιστής του Χατζηγιάννη Μέξη. Μαζί πήγαν και στους Αγίους Τόπους και έγιναν Χα­τζήδες, ο ένας Χατζηγιάννης και ο άλλος Χατζηδημητράκης. Έφερε μάλιστα και το σάβανό του εικονογραφημένο, που οι απόγονοί του το φυλάνε με πολύ επιμέλεια σε πλαίσιο, δίπλα στο εικονο­στάσι του αρχοντικού τους, στις Σπέτσες, όπου εκεί συντηρείται σε άριστη κατάσταση και το κρεβάτι του, με τα αρχικά τού ονόματος του.

Σ’ ένα από τα ταξίδια του στη Μαύρη θάλασσα, περνώντας από την Κωνσταντινούπολη, μυήθηκε στη Φιλική Εται­ρεία. Στις 20 Οκτωβρίου 1820, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ τον κάλεσε εκεί μαζί με τον Χατζηγιάννη Μέξη και τον Ηλία θερμησιώτη «προκειμένου να τους ομιλήσει δι’ αναγκαίον λόγον». Και «ο ανα­γκαίος αυτός λόγος» δεν ήταν άλλος από τις συνεννοήσεις για την προετοιμασία του αγώ­να στις Σπέτσες και την κήρυξη της Επανά­στασης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μονοχάρτζης ή Μοροχάρτζης Γκίκας (1768-1824)


 

Μονοχάρτζης ή Μοροχάρτζης Γκίκας[1] του Νικόλα και της Κατερίνας. Ναυτικός – πειρατής με προεπαναστατική δράση από το Κρανίδι Αργολίδας. Μαζί με τα αδέλφια του Αναστάσιο και Γιώργη ανέπτυξε αντιπειρατική δράση κατά των κουρσάρων του Μαγκρέμπ.[2]

Τον Ιούνιο του 1798 κατατάχθηκε μαζί με τον αδελφό του Αναστάσιο στην νεοσχηματιζομένη Ελληνική Λεγεώνα[3] (Legion Grecque) του γαλλικού στρατού. Συμμετείχε στη μάχη των Πυραμίδων[4] (21 Ιουλίου 1798), καθώς και στη ναυμαχία του Αμπουκίρ[5] (1-2 Αυγούστου 1798), κατά τη διάρκεια των οποίων διακρίθηκε. Για τις υπηρεσίες του προς τη Γαλλική Δημοκρατία τιμήθηκε με το χαλκούν παράσημο Ανδρείας της Δημοκρατίας.

 

Μάχη των Πυραμίδων, 21 Ιουλίου 1798. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Louis-François, Baron Lejeune (1775-1848). Συλλογή: Palace of Versailles.

 

Μετά την καταστροφή των Γάλλων, στην Αίγυπτο, κατάφερε να αποφύγει την αιχμαλωσία και να καταφύγει στην Κρήτη. Συνέχισε τα επόμενα δύο χρόνια με τον Αναστάσιο να τροφοδοτεί παράνομα την αποκλεισμένη από τους Άγγλους, Γαλλία, και παράλληλα να καταδιώκει τους κουρσάρους της Βορείου Αφρικής. Το γαλλικό κράτος δεν απέδωσε σε αυτόν και τον αδελφό του, Αναστάσιο, το ποσόν των 60.000 γροσίων που τους είχε υποσχεθεί για την προσφορά τους στη Δημοκρατία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Λαζάρου ή Ορλώφ


 

Μία μεγάλη οικογένεια, που τα μέλη της διακρίθηκαν τόσο για τους αγώνες εναντίον των Τούρκων όσο και για τις προσφορές τους στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821, είναι η οικογέ­νεια Λαζάρου ή Ορλώφ. Εγκαταστάθηκε από τη Μάνη στις Σπέτσες, στις αρχές του 17ου αιώνα, γι’ αυτό και τα μέλη της, τα αποκαλούσαν «Μανιάτες».

Όταν το 1768 – κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο – σχεδιάστηκε στην Πετρούπολη η εκστρα­τεία των Ρώσων στη νότια Πελοπόννησο, οι αδελφοί Λαζάρου, Βασίλειος με το βρίκι του «Λυκούργος», Γκίκας με το βρίκι του «Θεομήτωρ» και Μανώλης με το βρίκι του «Τηλέμαχος», έθεσαν τους εαυτούς τους και τα πλοία τους, στη διάθεση του ρωσικού στόλου. Το γεγονός αυτό εκτίμησε ιδι­αίτερα η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη η Μεγάλη και πολύ σύντομα τους χάρισε την εύνοιά της.

 

Προσωπογραφία του Βασιλείου Ν. Λαζάρου – Ορλώφ. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Βασιλείου Μαλλιάση. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αρ. Ταυτότητας: 2725.

 

Υπηρέτησαν καθόλη τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου, κάτω από τις διαταγές των αδελφών Αλεξίου και Θεοδώρου Γρηγορίεβιτς Ορλώφ και, αφού ξεσήκωσαν και άλλους Σπε­τσιώτες, βοήθησαν με κάθε τρόπο το ρωσικό κίνημα, γιατί πίστεψαν ότι οι Ορλώφ μπορούσαν να συμβάλουν στην αποτίναξη του τουρκικού ζυγού από τη σκλαβωμένη Πατρίδα τους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Λάμπρου ή Λεωνίδας Δημήτριος (1797-1835)


 

Λάμπρου ή Λεωνίδας, όνομα καπεταναίων και πολιτικών από τις Σπέτσες, γνωστό από το 17ο αιώνα και μέχρι την εποχή της Επανάστασης μόνο σαν Λάμπρου. Το όνομα Λεωνίδας το πήρε η οικογένεια, από την ιδιόκτητη εξοπλισμένη ημιολία που έφερε το όνομα «Λεωνίδας».

Κυριότερα μέλη της οικογένειας ήσαν: Γιάννης Λάμπρου. Αρχηγός της οικογένειας, εμποροπλοίαρχος και αγωνιστής. Γεννήθηκε στις Σπέτσες, το 1715 και πέθανε το 1780.

Νικόλαος, γιος του Γιάννη Λάμπρου. Γεννήθηκε στις Σπέ­τσες το 1744 και έλαβε μέρος στα «Ορλωφικά». Μετά την αποτυχία του κινήματος του 1770 κατέφυγε στα Κύθηρα μαζί με άλλους Σπετσιώτες. Από εκεί, Βοήθησε τον Λάμπρο Κατσώνη κατά την επαναστατική του διαδρομή. Για τη συμμετοχή και την ανδρεία του στη ναυμαχία του Αβουκίρ, εναντίον των Γάλλων, έλαβε έπαινο από τον Άγγλο ναύαρχο Sidney Smith, και αμνηστία για τη δράση του στα «Ορλωφικά» από τον Οθωμανό στόλαρχο, Χουσεΐν-Πασά.

 

Δημήτριος Λάμπρου ή Λεωνίδας

 

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1797 και ήταν γιος του Νικολάου Λάμπρου. Ήταν ο νεότερος από όλους τους κυβερνήτες πολεμικών πλοίων, υπήρξε ένας από τους πρωταγω­νιστές του αγώνα του 1821 και διακρίθηκε σ’ όλη την περίοδο αυτή για την τόλμη και την ανδρεία του.

Κυβερνήτης του ιδιόκτητου πλοίου του, «Λεωνίδας», που ήταν και από τα ταχύτερα σκάφη της εποχής του, έλαβε μέρος σ’ όλες σχεδόν τις θαλάσσιες επιχειρήσεις και διακρίθηκε για τη δράση του.

 

Προσωπογραφία του Δημητρίου Λάμπρου ή Λεωνίδα, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1929. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Τον Ιούλιο του 1821 έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά της Σάμου, μαζί με τους Σπε­τσιώτες ναυάρχους Νικόλαο Ράπτη και Θεοδόση Μπόταση και το Σεπτέμβριο ακολούθησε το Γεώργιο Πάνου, στις ναυτικές επιχειρήσεις στο Κατάκωλο και στον Κάβο Πάπα. Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά των Παλαιών Πατρών, με ναύαρχο τον Γκίκα Τσούπα. Το Φεβρουάριο του 1822 έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του Μεσολογγίου και κατά τη ναυμαχία που έγινε εκεί, επιτέθηκε από τους πρώτους εναντίον του τουρκικού στόλου και, καθώς αναφέρεται σε σχετική έκθεση, «αρίστευσεν». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »