Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πτώχευση’

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1897 -1978) – 81 χρόνια υποτέλειας και εξάρτησης


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, που δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Δεύτερη Ανάγνωση» με θέμα:

«Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1897 -1978) – 81 χρόνια υποτέλειας και εξάρτησης»

 

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ) ονομαζόταν ο έλεγχος των δημοσίων οικονομικών της Ελλάδας. Επιβλήθηκε από Ευρωπαϊκές χώρες, που δάνεισαν την Ελλάδα το φθινόπωρο του 1897, με στόχο την αποπληρωμή των χρεών της προς τους πιστωτές της. Τον έλεγχο εκτελούσε μια εξαμελής επιτροπή, η Διεθνής Οικονομική Επιτροπή, με μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα από το 1897 μέχρι το 1978, για 81 χρόνια. Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά.

Στην περίοδο 1890-1893 άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις, που προσπάθησαν με διάφορους οικονομικούς αυτοσχεδιασμούς να δανειοδοτήσουν την καταρρέουσα οικονομία. Ταυτόχρονα ελήφθησαν μέτρα για αυστηρές περικοπές στις κρατικές δαπάνες – στρατιωτικές δαπάνες, δημόσια έργα και σε όλες τις κρατικές δραστηριότητες. Παράλληλα, ψηφίστηκαν νέοι φόροι και τέλη, καθώς και εκπαιδευτικά τέλη, που προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις. Η κατάσταση ήταν απελπιστική.

Το 1892 ήρθε στην Ελλάδα ο Έντουαρντ Λο, έμπειρος Άγγλος διπλωμάτης, ως απεσταλμένος της βρετανικής κυβέρνησης, ικανοποιώντας σχετική επιθυμία του Χαρίλαου Τρικούπη. Ο πρωθυπουργός, προσπαθώντας να αποφύγει τη δημοσιονομική κατάρρευση, απέβλεπε τότε σε μια ευνοϊκή, αλλά αντικειμενική έκθεση για την ελληνική οικονομία και στη σύναψη ενός νέου εξωτερικού δανείου.

Το Μάρτη του 1893 ο Λο απέστειλε στο Φόρεϊν Οφις την έκθεσή του. Το σημαντικό αυτό κείμενο αποκαλύπτει τις αντικειμενικές συνθήκες διαμόρφωσης του δημοσιονομικού χρέους, που οδήγησαν στη χρεοκοπία του 1893:

 

«Το ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί είναι αν η κρίση αυτή οφείλεται σε μόνιμες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες ή σε αποτυχημένη οικονομική διαχείριση. Είναι πρόβλημα κυβερνητικών επιλογών η δημοσιονομική αστάθεια ή πρόβλημα πόρων; Αν υποστηριχθεί πως η δυσκολία οφείλεται σε ανεπιτυχή οικονομική διαχείριση, γεννιέται ένα άλλο ζήτημα: είναι οι πόροι του τόπου αρκετοί ώστε με ένα λογικό νοικοκύρεμα να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που υπάρχουν ή η οικονομική κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη, ώστε να μην υπάρχει θεραπεία χωρίς να πειραχθεί η τιμή του ελληνικού έθνους και τα νόμιμα δικαιώματα των δανειστών του;».

 

Χωρίς περιστροφές ο Λο δίνει την απάντησή του με στόχο να βοηθήσει τον Τρικούπη να πάρει το δάνειο: «Με μια προσωρινή βοήθεια, η σημερινή κρίση μπορεί να υπερπηδηθεί και με μια κατάλληλη πρόνοια στο μέλλον, μπορεί να εξασφαλιστεί η συνέχεια της αναπτύξεως του τόπου με τρόπο ομαλό, όπως έγινε μέχρι σήμερα». Προσθέτει όμως και την τελική του φράση, που ηχούσε απειλητικά: «Χωρίς όμως αυτήν την πρόνοια, καμιά πρόσκαιρη βοήθεια δεν μπορεί να εμποδίσει την τελική συμφορά».

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του  στο Παρίσι.

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του στο Παρίσι.

Στην έκθεσή του ο Λο αναλύει τις πραγματικές αιτίες της οικονομικής κρίσης: «Για να δικαιολογηθεί ο υπερβολικός δανεισμός στο εξωτερικό, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι ο τόπος έχει επείγουσα ανάγκη ξένων κεφαλαίων για την εσωτερική του ανάπτυξη. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό είναι σωστό, αλλά η ανάπτυξη αυτή δεν μπορεί, χωρίς σοβαρούς κινδύνους, να εκτείνεται έξω από τα φυσικά της όρια».

Επισημαίνει, λοιπόν, ότι ο «οικονομικός μεγαλοϊδεατισμός», που αναγορεύει τα μεγάλα έργα σε εθνικό στόχο, παραδίδει την οικονομία στη χρηματοπιστωτική άβυσσο, από την οποία δεν επρόκειτο να βγει ποτέ. Η οδυνηρή πραγματικότητα για την Ελλάδα του 19ου αιώνα ήταν ότι κάθε προσπάθεια μεγάλων δημόσιων επενδύσεων ήταν στην ουσία μια υποθήκευση του οικονομικού και πολιτικού της μέλλοντος, αφού βάθαινε μέσω του δανεισμού το δημοσιονομικό της παθητικό και οδηγούσε σε όλο και μεγαλύτερη πολιτική εξάρτηση.

Πού κρύβεται, λοιπόν, ο αληθινός υπαίτιος για την πτώχευση, που ήρθε λίγους μήνες μετά την έκθεση Λο; «Θα ήμουν διατεθειμένος να αποδώσω το ατύχημα στον υπερβολικό δανεισμό στο εξωτερικό, που προκάλεσε επιβάρυνση των εσόδων και στην επιβάρυνση αυτή ο τόπος, με ατελή διοίκηση των δημοσίων οικονομικών, δεν μπόρεσε να αντέξει. Σε ίσο βαθμό όμως έφταιγε και η χαλαρότητα της διοικήσεως, που παραμέλησε την τακτική είσπραξη των φόρων, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο, όπως δείχνουν οι πίνακες των εισαγωγών και εξαγωγών, ήταν σταθερά παθητικό».

Έτσι, ήταν λογικό να προβλεφθεί η επερχόμενη πτώχευση από τον Λο, ο οποίος ζήτησε το τελευταίο δάνειο για τη μικρή και φτωχή Ελλάδα του 1893, η οποία ήταν καταχρεωμένη και ζητούσε έλεος. Το δάνειο όμως δε δόθηκε ποτέ και η πτώχευση ήρθε το 1893 με την περίφημη φράση «Δυστυχώς επτοχεύσαμεν», του Χαρίλαου Τρικούπη κατά την τελευταία πρωθυπουργία του. Η δημοσιονομική κατάρρευση του 1893 ήταν μια προέκταση του αντικειμενικού προβλήματος των περιορισμένων εθνικών πόρων σε συνδυασμό με τον υψηλό ρυθμό δανεισμού και την πλήρη κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου, που οδήγησε κάποια στιγμή σε αδυναμία πληρωμών.

Μετά την πτώχευση του 1893 όλες οι Ελληνικές Κυβερνήσεις, που ακολούθησαν, προσπάθησαν να έρθουν σε συμβιβαστική συμφωνία με τους δανειστές χωρίς αποτέλεσμα. Οι ξένοι κεφαλαιούχοι και τραπεζίτες, που είχαν αγοράσει το Ελληνικό χρέος, τηρούσαν σκληρή στάση απαιτώντας την άμεση καταβολή όλου του χρέους και στηρίζονταν από τις κυβερνήσεις τους και περισσότερο από τη Γερμανία, την Αγγλία και τη Γαλλία, που πίεζαν την Ελλάδα να φανεί συνεπής.

Τότε επιβλήθηκε μερικός έλεγχος από τους πιστωτές, που ήταν τυπικός κι όχι ουσιαστικός χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης στα ελληνικά δημόσια οικονομικά. Η εμπλοκή όμως της χρεοκοπημένης Ελλάδας σε σύρραξη με την Τουρκία στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 βρήκε την Ελλάδα σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Ο ελληνικός στρατός ήταν ανίκανος να αντιπαραταχθεί στα οθωμανικά στρατεύματα, που είχαν καταλάβει τη Θεσσαλία και τμήμα της Στερεάς Ελλάδας.

Οι Μεγάλες δυνάμεις επενέβησαν, για να σταματήσει ο πόλεμος του 1897, επιδικάζοντας στην Ελλάδα να πληρώσει αποζημίωση 95.000.000 χρυσά φράγκα στην οθωμανική Αυτοκρατορία, ποσό μεγάλο για την εποχή εκείνη. Η Ελληνική κυβέρνηση δεν υπήρχε περίπτωση να το εξασφαλίσει χωρίς εξωτερικό δανεισμό και αναγκάστηκε να δεχτεί τους δυσμενείς όρους της συμφωνίας, που υπογράφτηκε ως συνθήκη ειρήνης το Σεπτέμβρη του 1897.

Στο άρθρο 2 της συνθήκης προβλεπόταν πως η καταβολή της αποζημίωσης δε θα καθυστερούσε την ικανοποίηση των παλαιών δανειστών της Ελλάδος και προέβλεπε την ίδρυση επιτροπής Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου από αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Επιτροπή αυτή θα βρίσκονταν μονίμως στην Αθήνα και θα επέβλεπε την τήρηση των συμφωνιών, την εξόφληση των δανειστών της Ελλάδας και την καταβολή της αποζημίωσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με απροκάλυπτη ωμότητα μάλιστα η συνθήκη αυτή περιείχε την πρωτοφανή ρήτρα πως η Ελληνική Κυβέρνηση όφειλε να εξασφαλίσει την υπερψήφιση των όρων της συνθήκης από την Ελληνική βουλή!

Τον Οκτώβριο του 1897 έφτασαν στην Αθήνα οι απεσταλμένοι των Μεγάλων Δυνάμεων για την επιβολή των όρων της συνθήκης Ειρήνης. Στις θέσεις των σημερινών κ.κ. Ντερούζ, Τόμσεν και Μαζούχ ήταν οι αείμνηστοι Τέστα (Γερμανός), Λετάν (Γάλλος) και Λόου (Αγγλος). Οι τότε κυβερνήσεις, για να μην ταλαιπωρούν τους υψηλούς ελεγκτές μας, φρόντισαν να τους κτίσουν και ιδιαίτερο Μέγαρο, που δεν ήταν άλλο από το σημερινό Μέγαρο της Προεδρίας της Δημοκρατίας στη συμβολή των οδών Βασιλέως Γεωργίου και Στησιχόρου, που ανεγέρθηκε για τις ανάγκες της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής! Μάλιστα, η ανέγερσή του βάφτηκε με αίμα, αφού κατά την ανατίναξη φουρνέλου (1901) τραυματίστηκε ένας σαραντάχρονος εργάτης.

Οι διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των πιστωτών (Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Γερμανίας, Ρωσίας, Ιταλίας) ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 1897 και κατέληξαν στη σύνταξη και ψήφιση του νόμου ΒΦΙΘ/23-2-1898, σύμφωνα με τον οποίο εγκαθιδρύθηκε η επιτροπή οικονομικού ελέγχου (Διεθνής Οικονομική Επιτροπή), που σύντομα μετονομάστηκε σε Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο.

 

Η συμφωνία με τους πιστωτές προέβλεπε:

 

  1. Χορήγηση δανείου 151,3 εκατ. φράγκων από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην Ελλάδα προκειμένου να καταβληθούν στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι αποζημιώσεις, που υποχρεώθηκε να καταβάλει η Ελλάδα στην Τουρκία συνολικού ύψους 93,9 εκατ. φράγκων, και να καλυφθούν το υφιστάμενο κρατικό χρέος ύψους 31,4 εκατ. φράγκων, το έλλειμμα του ελληνικού δημοσίου για το έτος 1897 ύψους 22,5 εκατ. φράγκων και οι δαπάνες έκδοσης του δανείου (προμήθειες τραπεζών μεσιτικά, χαρτόσημα) ύψους 3,5 εκατ. φράγκων.

 

  1. Υποθήκευση φορολογικών εσόδων, ώστε να εξασφαλισθεί η αποπληρωμή των δανείων. Στο ΔΟΕ θα αποδίδονταν τα έσοδα των μονοπωλίων αλατιού, πετρελαίου, σπίρτων, τραπουλόχαρτων, τσιγαρόχαρτων και σμυρίδας Νάξου, ο φόρος καπνού, τα τέλη χαρτοσήμου και οι δασμοί του τελωνείου Πειραιά. Ο ΔΟΕ θα αξιολογούσε τις κρατικές υπηρεσίες για την αποδοτικότητα και τη φοροεισπρακτική τους ικανότητα.

 

Στην Ελλάδα επιβλήθηκε επίσης μια ισοτιμία της δραχμής προς τα ξένα νομίσματα ευνοϊκή για τους δανειστές και της αφαιρέθηκε το δικαίωμα της τύπωσης χαρτονομίσματος. Το υπερβολικότερο όλων όμως ήταν ότι η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου έθεσε υπό τον έλεγχο της και τις προσλήψεις, τις μεταθέσεις και προαγωγές των υπαλλήλων του στενού Δημοσίου τομέα. Ουσιαστικά η Ελληνική Εθνική κυριαρχία είχε πάψει να υφίσταται, ενώ ο Ελληνικός λαός εργαζόταν στην κυριολεξία υπό ένα ιδιότυπο και πρωτόγνωρο καθεστώς Ευρωπαϊκής αιχμαλωσίας. Φυσικά ο Ελληνικός στρατός υπήρχε μόνο στα χαρτιά, καθώς δεν υπήρχαν πόροι για την συντήρηση του, δεν αγοραζόταν πολεμικό υλικό, δεν γίνονταν ασκήσεις και η στρατιωτική θητεία είχε ελαχιστοποιηθεί.

Όταν λειτούργησε η επιτροπή του Ελέγχου, οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις χορήγησαν δάνειο 170.000.000 χρυσών φράγκων, ώστε η Ελλάδα να πληρώσει την αποζημίωση στην Τουρκία για την πολεμική της ήττα και να αντιμετωπίσει το τρέχον υψηλό της έλλειμμα. Ο Δ.Ο.Ε. διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα μέχρι τον οριστικό τερματισμό του το 1978. Η Εθνική ταπείνωση δεν είχε προηγούμενο και τονίστηκε από τον Τύπο της εποχής με μελανά χρώματα. Η ισχυροποίηση της δραχμής που επιβλήθηκε και η δυσχέρεια του κράτους να επενδύσει έπληξε την Ελληνική παραγωγικότητα και ανάπτυξη. Κυρίως δοκιμάστηκαν οικονομικά τα μικροαστικά κρατικοδίαιτα κοινωνικά στρώματα, που ενδυνάμωσαν το ρεύμα μετανάστευσης προς την Αμερική.

Επιτεύχθηκε όμως η πλήρης εξυγίανση του τραπεζικού τομέα και της Εθνικής τράπεζας και η αναγκαστική δημοσιονομική πειθαρχία της Ελλάδας, που έμαθε να λειτουργεί χωρίς ξένη υποστήριξη στηριζόμενη σε δικές της δυνάμεις και έσοδα. Στα σκληρά και αποικιοκρατικά μέτρα του Διεθνούς Ελέγχου στηρίχθηκε η Ελληνική ανάπτυξη και Εθνική Αναγέννηση, που ακολούθησε την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα και οδήγησε στους ένδοξους Βαλκανικούς πολέμους. Άλλη μια επιβεβαίωση πως οι ανείπωτες δοκιμασίες δεν λυγίζουν, αλλά χαλυβδώνουν και φανερώνουν το μέταλλο και το χαρακτήρα ενός λαού.

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Δεκάδες, βέβαια, ήταν οι περιπέτειες στις οποίες υποβλήθηκε το ελληνικό κράτος, ακόμη και σε ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές. Το 1922 η κυβέρνηση Δ. Γούναρη, για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του στρατού, που μαχόταν στη Μικρά Ασία, εξέδωσε 550 εκατομμύρια σε χαρτονομίσματα, χωρίς τη συγκατάθεση των τροϊκανών. Ο «Έλεγχος» εξανέστη και απαίτησε «ζεστό» χρήμα από τον αρμόδιο υπουργό Οικονομικών Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, ο οποίος δεν πρόλαβε να αντιδράσει, αφού μαζί με τον πρωθυπουργό και τέσσερις ακόμη συναδέλφους του εκτελέστηκαν στο Γουδί.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Ελευθέριος Βενιζέλος κήρυξε στάση πληρωμών την 1η Μαΐου 1932, ως απόρροια της οικονομικής κρίσης του προηγούμενου χρόνου. Οι τροϊκανοί της εποχής εξανέστησαν εκ νέου και μαζί τους σχεδόν όλη η Ευρώπη και η Αμερική! Χαρακτηριστική είναι έκθεση που έστειλε ο πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο (1935), γράφοντας: «Η συζήτησίς μου με τους εμπειρογνώμονας υπήρξεν εξόχως διαφωτιστική. Το Φορέϊν Οφφις πνέει μένεα εναντίον μας»!

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, το Ηνωμένο Βασίλειο σε συμφωνία με τη Γαλλική Κυβέρνηση δήλωσε «έτοιμο να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ελληνική Κυβέρνηση για τη λήξη των δραστηριοτήτων της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής του 1898». Αλλά, ως εκ θαύματος, ο Έλληνας αντιπρόσωπος, που παραβρέθηκε στη Διάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων (1946), συνηγόρησε υπέρ της παραμονής του «Ελέγχου» με αποκλεισμό μόνον της Ιταλίας. Έτσι έμεινε πάλι Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος στην Αθήνα!

Ελευθέριος Βενιζέλος. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Ελευθέριος Βενιζέλος. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Αλλά η μακρά σειρά των διατυπώσεων, που ζητούσε ο «Έλεγχος» προβλημάτιζε τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις. Υπουργεία και υπηρεσίες διαμαρτύρονταν διαρκώς για τις δυσχέρειες, που παρουσιάζονταν στη διοίκηση με την παρουσία του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Μέχρι που ο Σοφοκλής Βενιζέλος – το 1951- από το βήμα της Βουλής δήλωνε πως ο Έλεγχος «θεωρείτο ουσιαστικώς κατηργημένος». Αλλά μόνον κατηργημένος δεν ήταν, αφού ταλάνισε την ελληνική οικονομία και πραγματικότητα για 27 ολόκληρα χρόνια ακόμη.

Το τέλος εκείνης της ογδοηκονταετούς περιπέτειας δόθηκε με νόμο που εξέδωσε ο Θανάσης Κανελλόπουλος το 1978. Επιστρατεύοντας μάλιστα τη «σπιρτάδα» και το χιούμορ, που τον διέκρινε, στο έγγραφο που απέστειλε στη Βουλή έγραφε ότι με το νομοσχέδιο για τη διάλυση της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής όχι μόνον δεν προκαλείτο δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού, αλλά πραγματοποιούνταν οικονομίες περίπου τετρακοσίων χιλιάδων δραχμών, που αντιστοιχούσαν στα έξοδα λειτουργίας της (ενοίκιο, κοινόχρηστα, φωτισμός, τηλέφωνα κ.ά.).

Όπως τότε έτσι και σήμερα η Ελλάδα βαίνει ολοταχώς προς διεθνή οικονομικό έλεγχο. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Το σκηνικό, που προετοιμάζουν τα Μνημόνια, σε ένα τέτοιο σενάριο παραπέμπουν. Η Ελλάδα θα μετατραπεί σε προτεκτοράτο. Άλλοι θα διαχειρίζονται έσοδα και έξοδα με πρώτο και βασικό μέλημα την αποπληρωμή του χρέους. Ό,τι περισσεύει, θα πηγαίνει σε μισθούς, συντάξεις, σχολεία, νοσοκομεία κλπ. Κι αν δεν περισσεύει; Τότε θα πρέπει να βρεθούν άλλες πηγές εσόδων. Νέες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις; Νέοι φόροι; Πώληση ή υποθήκευση κρατικής περιουσίας, εκχώρηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας; Μπορεί και όλα μαζί.

Με το δεδομένο αυτό ελάχιστη σημασία έχουν τα μέτρα που λαμβάνονται κάθε φορά. Όποια κι αν είναι αυτά, ό,τι κι αν διαπραγματευτούμε σήμερα, αύριο μπορεί να ανατραπεί και μάλιστα με μηχανισμούς πέρα και έξω από τα θεσμικά όργανα του κράτους. Κάθε ελληνική κυβέρνηση θα κάνει ό,τι μπορεί, αλλά με τη χώρα δεμένη στα Μνημόνια δεν μπορεί να κάνει σχεδόν τίποτα.

Η τρόικα κάθε φορά που έρχεται, έρχεται για να μείνει. Η προτίμηση, που δείχνει για τη χώρα μας το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι ελεγκτές του, δείχνει ότι η ελληνική φιλοξενία είναι παροιμιώδης. Οι εκπρόσωποί του φαίνεται πως δεν μπορούν να ζήσουν μακριά από τον αττικό ουρανό. Γι’ αυτό την προηγούμενη φορά που μας επισκέφθηκαν – με την ονομασία Διεθνής Οικονομική Επιτροπή- έμειναν ογδόντα (80) ολόκληρα χρόνια, από το 1898 έως το 1978!

Η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898, προϊόν της πτώχευσης του 1893 και της ήττας του 1897, είναι το τέλος μιας μακράς πορείας δημοσιονομικής αποσύνθεσης. Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν πρόβλημα διαχείρισης, αλλά πρόβλημα πόρων και μιας άνευ όρων ανάπτυξης μέσω χρηματοπιστωτικών κινήσεων. Μια χώρα χωρίς έδαφος, χωρίς πληθυσμό, χωρίς πόρους, ζήτησε να φτιάξει υποδομές στηριζόμενη στο δανεισμένο χρήμα.

Ωστόσο αυτή ήταν η αφορμή να αναπτυχθούν δυνάμεις αλλαγής τόσο στο εσωτερικό του στρατεύματος όσο κυρίως στο πολιτικό πεδίο, οι οποίες οδήγησαν στην Επανάσταση στο Γουδί το 1909 και στην έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Αθήνα, η οποία θα οδηγούσε την Ελλάδα, λίγα χρόνια μετά την ήττα, στους εθνικούς θριάμβους των Βαλκανικών Πολέμων και στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θράκης. Με τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, της Θράκης, της Ηπείρου, των νησιών και της Μικράς Ασίας να περιμένουν την έξοδό τους από την καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία, το ζήτημα της επέκτασης των συνόρων του μικρού ελληνικού βασιλείου ήταν τότε η μόνη λύση.

Σήμερα όμως δεν έχουμε άλλα εδάφη να διεκδικήσουμε. Έχουμε όμως δυνατότητες αύξησης των φορολογικών εσόδων, περιορισμού της αντιπαραγωγικής σπατάλης του Δημοσίου και αύξησης των εθνικών πόρων από μια συνετή διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων σε παραγωγικούς τομείς, όπως ο βιομηχανικός τομέας, ο τουρισμός, η ναυτιλία, η εκσυγχρονισμένη γεωργία, το εμπόριο, η βιομηχανία τροφίμων, η ενέργεια και νέοι δυναμικοί κλάδοι, που αποτελούν διαρκείς και μόνιμες πηγές πλούτου, ανάπτυξης και ευημερίας.

Για να κατακτήσουμε όμως αυτά τα αγαθά, πρέπει να νικήσουμε στη μάχη εναντίον του οικονομικού παρασιτισμού και εναντίον της πολιτικής και διοικητικής γραφειοκρατίας. Και ταυτόχρονα να αναπτύξουμε σε δίκαιη και ορθολογική βάση το δίκτυο προστασίας για τους συμπολίτες μας, που έχουν ανάγκη τη μέριμνα του κράτους.

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, σελ. 27-33, Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

Διαβάστε ακόμη:

Οικονομικές κρίσεις και  χρεοκοπία (19ος – 20ος αιώνας)

 

Read Full Post »

Οικονομικές κρίσεις και  χρεοκοπία (19ος – 20ος αιώνας)


 

 

Μπροστά στο ενδεχόμενο μιας πτώχευσης της Ελλάδας, εξαιτίας του τεράστιου εξωτερικού δημόσιου χρέους, είναι χρήσιμο να ανατρέξουμε στις αντίστοιχες περιπτώσεις του 19ου κα του 20ου αιώνα. Η μελέτη της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας θα μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε πιο αποτελεσματικά το φαινόμενο της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε και, ενδεχομένως, να «προβλέψουμε» τις εξελίξεις που έρχονται.

Στο μακρινό παρελθόν ο όρος οικονομική κρίση σήμαινε ότι οι οικονομικές προσπάθειες των ανθρώπων ματαιώνονταν (λ.χ. εξαιτίας ενός πολέμου) ή τα αγαθά που παρήγαν καταστρέφονταν ή χάνονταν από δυσμενείς καιρικές συνθήκες, από λεηλασία ή από άλλες αιτίες.

Μετά την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της τεχνολογίας, οικονομική κρίση σημαίνει ότι υπάρχει παραγωγή ή υπερπαραγωγή προϊόντων, αλλά δεν υπάρχει αντίστοιχη ζήτηση, γιατί το αγοραστικό κοινό δεν μπορεί να αγοράσει, επειδή δεν έχει επαρκές εισόδημα (από ανεργία ή άλλη αιτία). Συνέπεια των κρίσεων για τις βιομηχανίες είναι ότι μειώνουν την παραγωγή. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζονται λιγότερο προσωπικό, λιγότερες πρώτες ύλες, λιγότερα μεταφορικά μέσα, με άμεση συνέπεια την αύξηση της ανεργίας, άρα τη μείωση της αγοραστικής δύναμης.

Χρεοκοπία είναι «η αδυναμία πληρωμής των χρεών, επειδή οι οφειλές προς τους πιστωτές υπερβαίνουν τα οικονομικά διαθέσιμα». Αυτή είναι η ερμηνεία της λέξης. Πτώχευση ενός κράτους είναι η αδυναμία του να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, εσωτερικές και κυρίως εξωτερικές. Η κατάσταση αυτή δηλώνεται με επίσημη εξαγγελία της ίδιας της κυβέρνησης ότι αδυνατεί να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της χώρας (εξ ολοκλήρου, ενός μέρους ή των τόκων τους). Τα παραδείγματα χρεοκοπίας κρατών είναι αρκετά. Η ισχυρή Γερμανία πτώχευσε δύο φορές στο μεσοπόλεμο και μεταπολεμικά, η Μ. Βρετανία το 1945-6, η Ρωσία και η Αργεντινή πιο πρόσφατα.

Ιωάννης Καποδίστριας

Το ελληνικό κράτος από την απελευθέρωση μέχρι σήμερα έχει βρεθεί 4 φορές στην ανάγκη να κηρύξει στάση πληρωμών και πτώχευση. Και όλες οι πτωχεύσεις μέχρι σήμερα συνδέθηκαν άμεσα ή έμμεσα με σημαντικές πολιτικές εξελίξεις, που σημάδεψαν την πολιτική και κοινωνική ζωή.

Η πρώτη επίσημη ελληνική πτώχευση μας πηγαίνει πίσω στο 1827, πριν ακόμη αναγνωριστεί το «Βασίλειον της Ελλάδος», όταν η ελληνική διοίκηση του Ιωάννη Καποδίστρια αδυνατεί να πληρώσει τα τοκοχρεολύσια των «δανείων της Ανεξαρτησίας». Αποτέλεσμα αυτής της πτώχευσης ήταν οι δανειστές μας, που ήταν οι μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, να επιβάλλουν στην Ελλάδα το θεσμό της βασιλείας και τον Όθωνα ως πρώτο βασιλιά των Ελλήνων. Έκτοτε το ελληνικό αστικό κράτος θα κηρύξει πτώχευση τρεις ακόμη φορές, το 1843, το 1893 και το 1932.

Θα επιχειρήσουμε να «φωτίσουμε» τα γεγονότα, που μας οδήγησαν στις τέσσερις – μέχρι τώρα – πτωχεύσεις του Ελληνικού Κράτους, αναζητώντας ομοιότητες και διαφορές με την επαπειλούμενη σήμερα – 5η κατά σειρά – χρεοκοπία της χώρας μας!

 

Η πτώχευση του 1827 και η επιβολή της βασιλείας

 

Η αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας  ήταν προϊόν των πολεμικών επιτυχιών των ελλήνων κυρίως από το 1821 ως το 1824, του φιλελληνικού κινήματος, αλλά και του ανταγωνισμού  των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Το 1824 – 1825 ο Αγώνας βρίσκεται στην πιο κρίσιμη φάση, την ώρα που οι ανταγωνισμοί μεταξύ των Ελλήνων ήταν σε έξαρση. Από τη μια μεριά το «στρατιωτικό» κόμμα (Κολοκοτρώνης, Ανδρούτσος κ.ά.) και από την άλλη το «πολιτικό» κόμμα (Μαυροκορδάτος, Κουντουριώτης κ.ά.).

Κουντουριώτης Γεώργιος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1863.

Ο Κουντουριώτης ως πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος προσφεύγει στην Αγγλία, συνάπτοντας δύο δάνεια για τις ανάγκες του Αγώνα. Οι χρηματοπιστωτικοί οίκοι του Λονδίνου εκχώρησαν το 1824 και 1825 τα περιβόητα «δάνεια της ανεξαρτησίας». Ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 ήταν μια μοναδική ευκαιρία για τις αγγλικές τράπεζες.

Το πρώτο ήταν ονομαστικής αξίας 800.000 στερλινών, από τις οποίες φτάνουν στην Ελλάδα περίπου 320.000 στερλίνες (60% υποτιμημένο). Το δεύτερο ήταν ονομαστικής αξίας 2.000.000 στερλινών και δόθηκε στην Ελλάδα υποτιμημένο κατά 45%, ήτοι 1.100.000 στερλίνες! Από αυτά κατακρατήθηκαν – περαιτέρω – για διάφορους λόγους (έξοδα, μεσιτείες, παραγγελίες πλοίων κ.τ.λ.) περίπου 900.000 στερλίνες και έτσι από τα δυο δάνεια έφτασαν στη χώρα μας συνολικά 200.000 στερλίνες, περίπου!!!

Πέρα λοιπόν από τους επαχθείς όρους με τους οποίους χορηγήθηκαν τα δάνεια στους επαναστατημένους Έλληνες, ένα μόνο μικρό ποσό από τα συνολικά ποσά των δανείων δαπανήθηκε για τις ανάγκες της επανάστασης. Το μεγαλύτερο σπαταλήθηκε στην προπληρωμή τόκων και προμηθειών, στα χρηματιστήρια της Ευρώπης ή σε παραγγελίες πολεμικού υλικού, που ποτέ δεν έφτασε στην Ελλάδα!  Το πιο επαχθές  όμως μέτρο, που προβλέπονταν για την αποπληρωμή των δανείων, ήταν η υποθήκευση των «εθνικών κτημάτων», που είχαν εγκαταλειφθεί από τους Τούρκους ιδιοκτήτες τους.

Για την διασπάθιση των «δανείων της ανεξαρτησίας» ευθύνονται ως ένα βαθμό και οι ίδιοι οι έλληνες, καθώς  ένα τμήμα τους δόθηκε για την διεξαγωγή των εμφυλίων πολέμων στα χρόνια της επανάστασης. Θα πρέπει ωστόσο να αναγνωρίσουμε ότι η αποδοχή από τη μεριά τους των ληστρικών δανείων ήταν εν μέρει δικαιολογημένη με βάση τις πολεμικές συνθήκες, την διάλυση της οικονομίας και κυρίως την ανάγκη για διεθνή αναγνώριση. Η αδυναμία καταβολής των τοκοχρεολυσίων θα οδηγήσει στην πρώτη πτώχευση, νωρίτερα και από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.

Το 1827 ο Ιωάννης Καποδίστριας απευθύνει έκκληση στις μεγάλες δυνάμεις για χορήγηση νέου δανείου. Ο Κυβερνήτης υπολόγιζε ότι έτσι θα μπορούσε να ξεπληρώσει ένα μέρος των τόκων των προηγουμένων δανείων και με τα υπόλοιπα να ανορθώσει την κατεστραμμένη ελληνική οικονομία. Όμως η απάντηση ήταν αρνητική. Το Λονδίνο και το Παρίσι αρνήθηκαν να δανείσουν τον Καποδίστρια, ο οποίος, για να κάνει το κράτος να λειτουργήσει, έβαλε χρήματα από την προσωπική του περιουσία και εξέδωσε τα πρώτα ακάλυπτα ελληνικά χαρτονομίσματα, αφού οι ξένοι δανειστές δεν είχαν διάθεση να παραχωρήσουν νέα δάνεια στους Έλληνες. Υπό αυτές τις συνθήκες και μπροστά στην αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων της ανεξαρτησίας η ελληνική διοίκηση οδηγείται στην πτώχευση.

Βέβαια, σύμφωνα με τους ιστορικούς, η πτώχευση αυτή μπορεί να μας βγήκε και σε καλό, καθώς συνδέεται με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, που έγινε την ίδια χρονιά, έπειτα από μυστική συμφωνία των Μεγάλων Δυνάμεων, που έτσι διέσωσαν την ελληνική επανάσταση οδηγώντας τελικά στη δημιουργία κράτους, από το οποίο και θα μπορούσαν κάποτε να εισπράξουν.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο Καποδίστριας στράφηκε σ’ ένα εσωτερικό κυρίως πρόγραμμα ανοικοδόμησης της οικονομίας, που προκάλεσε όμως την αντίδραση τόσο του εξαθλιωμένου λαού, που ζητούσε την αναδιανομή των «εθνικών γαιών», όσο και των προκρίτων, που αισθάνθηκαν ότι παραμερίζονται από τα κέντρα άσκησης της εξουσίας. Το αποτέλεσμα ήταν η δολοφονία του Καποδίστρια το 1831 στο Ναύπλιο και η επιβολή της βασιλείας στην Ελλάδα με πρώτο βασιλιά τον Όθωνα, στον οποίο οι Δυνάμεις έδωσαν δάνειο ύψους 60.000.000 γαλλικών φράγκων. Αλλά δεν άργησε η δεύτερη στάση πληρωμών (1843). Ο φαύλος κύκλος για την ελληνική οικονομία είχε μόλις αρχίσει…

 

Η πτώχευση του 1843 και το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

Ο ερχομός του Όθωνα, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, συνοδεύτηκε από την παροχή δανείου 60 εκ. γαλλικών φράγκων με την εγγύηση των τριών προστάτιδων Δυνάμεων (Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία). Η διάσκεψη που συνήλθε στο Λονδίνο έθεσε αυστηρούς όρους για την καταβολή των ελληνικών οφειλών, όρισε επιτροπή ελέγχου της ελληνικής οικονομίας και επέβαλε την εκχώρηση όλων των εθνικών πόρων για την εξυπηρέτηση των δανείων. Μέχρι το 1833 είχαν εκχωρηθεί τα 2/3 του δανείου.

Η χαώδης κατάσταση, που επικρατεί στα οικονομικά του κράτους, επέφερε την επιβολή μεγάλων φόρων και, σχεδόν, όλο το δάνειο απορροφήθηκε από εξοφλήσεις τόκων και κεφαλαίου και έξοδα για το στρατό και τη βαυαρική Διοίκηση. Παράλληλα τα «εθνικά κτήματα» συνέχιζαν να είναι υποθηκευμένα.

Το 1841 ο Βρετανός πρεσβευτής στην Ελλάδα sir Edmund Lyons δηλώνει: «Μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει είτε Ρωσική είτε Αγγλική. Και, αφού δεν πρέπει να γίνει ρωσική, είναι ανάγκη να γίνει Αγγλική». Η δήλωση αυτή είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο οι ξένοι αντιμετώπιζαν την ελληνική ανεξαρτησία και έμελε να περιγράψει το ιδιότυπο ημι-αποικιακό καθεστώς των επόμενων δεκαετιών.

Το καλοκαίρι του 1843 η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει στις τράπεζες της Ευρώπης τα τοκοχρεολύσια παλιότερων δανείων, που είχε πάρει η χώρα. Οι ετήσιοι τόκοι ήταν 7 εκατομμύρια δραχμές και τα έσοδα του ελληνικού κράτους έφταναν μετά βίας τα 14 εκατομμύρια ετησίως. Δυστυχώς τα λεφτά των δανείων δεν είχαν πάει σε υποδομές, που θα βοηθούσαν την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, αλλά είχαν σπαταληθεί στους εμφυλίους της επανάστασης και σε έξοδα της Διοίκησης.

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Την άνοιξη του 1843 η κυβέρνηση παίρνει μέτρα λιτότητας, τα οποία όμως δεν αποδίδουν, ώστε να συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα για την ετήσια δόση χρήματα. Έτσι τον Ιούνιο του 1843 η ελληνική κυβέρνηση ενημερώνει ότι αδυνατεί να καταβάλει το ποσό που χρωστάει και ζητά νέο δάνειο από τις μεγάλες δυνάμεις, ώστε να αποπληρώσει τα παλιά.

Οι   μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσία), αντί να εγκρίνουν νέο δάνειο, κάνουν μια διάσκεψη στο Λονδίνο για το ελληνικό χρέος και καταλήγουν σε πρωτόκολλο, με το οποίο οι πρεσβευτές τους παρουσιάζονται στην ελληνική κυβέρνηση και απαιτούν την ικανοποίησή του. Αρχίζουν διαπραγματεύσεις και μετά από ένα μήνα υπογράφουν μνημόνιο, σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα πρέπει να πάρει μέτρα, ώστε μέσα στους επόμενους μήνες να εξοικονομήσει το αστρονομικό ποσό των 3,6 εκατομμυρίων δραχμών για τους δανειστές της.

Για να είναι μάλιστα σίγουροι ότι το μνημόνιο θα εφαρμοστεί κατά γράμμα, οι πρεσβευτές απαιτούν να παραβρίσκονται στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, που θα εγκρίνει τα μέτρα και να παίρνουν ανά μήνα λεπτομερή κατάσταση της πορείας εφαρμογής τους…

Τα βασικά μέτρα για την εφαρμογή του μνημονίου του 1843 δείχνουν ότι οι οικονομικές συνταγές λιτότητας είναι σαν το παλιό καλό κρασί: Ίδιες, αιώνιες και οδυνηρές:

 – Απολύθηκε το ένα τρίτο των Δημοσίων υπαλλήλων και μειώθηκαν 20% οι μισθοί όσων παρέμειναν.
 – Σταμάτησε η χορήγηση συντάξεων, που τότε δεν δίνονταν στο σύνολο του πληθυσμού, αλλά σε ειδικές κατηγορίες.
 – Μειώθηκαν κατά 60% οι στρατιωτικές δαπάνες.  Ο αριθμός των στρατιωτικών μειώθηκε και αντί για μισθό έπαιρναν χωράφια.
 – Αυξήθηκαν οι δασμοί και οι φόροι χαρτοσήμου και επιβλήθηκε προκαταβολή στην είσπραξη του φόρου εισοδήματος.
 – Απολύθηκαν όλοι οι υπάλληλοι του εθνικού τυπογραφείου, οι δασονόμοι και οι δασικοί υπάλληλοι οι μηχανικοί του Δημοσίου και      σταμάτησαν τα δημόσια έργα και οι μισοί καθηγητές πανεπιστημίου.
 – Καταργήθηκαν εντελώς όλες οι υγειονομικές υπηρεσίες του κράτους.
 – Νομιμοποιήθηκαν όλα τα αυθαίρετα κτίσματα με πληρωμή προστίμων νομιμοποίησης.
 – Περαιώθηκαν συνοπτικά όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις με την καταβολή εφάπαξ ποσού.

 

Τι πέτυχαν με όλα αυτά;  Η οικονομική ανάκαμψη δεν ήρθε, η χώρα αδυνατούσε να εκπληρώσει το δημόσιο χρέος της και ο Όθωνας αναγκάστηκε να κηρύξει επίσημη πτώχευση εκλιπαρώντας για νέες πιστώσεις. Ο κόσμος εξαθλιώθηκε για μεγάλο διάστημα, οι ξένοι πήραν μέρος των χρημάτων τους, η χώρα είδε κι έπαθε να συνέλθει, αλλά φαλίρισε ξανά μετά από πενήντα χρόνια, με το “Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν” του Χαριλάου Τρικούπη το 1893.

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Πάντως το μνημόνιο του 1843 από πολλούς ιστορικούς θεωρείται μία από τις σοβαρότερες αφορμές για το ξέσπασμα της επανάστασης της 3ης Σεπτέμβρη 1843. Η οικονομική κρίση, η χρεοκοπία και μια σειρά άλλων πολιτικών παραγόντων  έθεσαν τη βάση για την παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα της χώρας ενός στρατιωτικού κινήματος, που εξελίχθηκε σε επανάσταση, γιατί είχε την υποστήριξη ή την ανοχή των πολιτικών κομμάτων και του ελληνικού λαού. Οι κινηματίες συμπύκνωσαν τα πολιτικά, οικονομικά και θεσμικά αιτήματα στην απαίτηση για παραχώρηση συντάγματος.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1843, όταν υπογράφονταν στο Λονδίνο η συμφωνία για τις υποχρεώσεις της Ελλάδας, ο λαός στην Αθήνα περικύκλωνε το παλάτι. Κάτω από αυτό το βάρος ο Όθωνας αναγκάστηκε να αποδεχθεί τη θέσπιση συντάγματος. Το σύνταγμα ψηφίστηκε το Μάρτιο του 1844 και καθιέρωσε τη συνταγματική μοναρχία.

Το 1854 ξεσπάει ο Κριμαϊκός πόλεμος ανάμεσα στην Ρωσία από τη μια και τους αγγλογάλλους από την άλλη. Η βαυαρική κυβέρνηση παρασυρμένη από ένα κλίμα εθνικισμού, που καλλιεργήθηκε από την εποχή της « Μεγάλης ιδέας» του Κωλέττη, σπεύδει να σταθεί στο πλευρό του τσάρου χωρίς να ζητήσει κανένα αντάλλαγμα εδαφικό ή οικονομικό. Η απάντηση των αγγλογάλλων είναι άμεση. Τον Μάιο της ίδιας χρονιάς στρατιωτικό σώμα αποβιβάζεται στον Πειραιά. Οι σύμμαχοι προχωρούν σε μία άνευ προηγουμένου κατοχή της χώρας, ενώ μέχρι το τέλος του πολέμου διορίζουν υπουργούς και ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις.

Το 1857 συγκροτούν μαζί με ρώσους εκπροσώπους μια επιτροπή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, που  είχε ως στόχο την εξεύρεση τρόπων για την πληρωμή των ελληνικών δόσεων του δανείου του 1832. Η επιτροπή αποφασίζει την εκχώρηση  των εσόδων του ελληνικού κράτους από τα κυβερνητικά μονοπώλια, τους φόρους του καπνού, τα έσοδα φορολόγησης και τους τελωνειακούς δασμούς. Παράλληλα, καταθέτει προτάσεις και υποδείξεις για την εξυγίανση των δημοσιονομικών και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης.

Μετά την έξωση του Όθωνα και τη μεταπολίτευση του 1862 οι δαπάνες διευρύνονται εξαιτίας των εξελίξεων στο εσωτερικό της χώρας (Κρητική επανάσταση, εσωτερικές ανωμαλίες κλπ), και ο δανεισμός αυξάνεται σε σημείο, που θα οδηγήσει στην επόμενη πτώχευση, του 1893. 

 

Το «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν» του 1893 και το κίνημα στο Γουδί

 

Χαρίλαος Τρικούπης

Τα τελευταία τριάντα χρόνια του 19ου αιώνα σημαδεύτηκαν από την ισχυρή πολιτική προσωπικότητα το Χ. Τρικούπη. Από τη δεκαετία του 1860 και έπειτα, η ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας, βιομηχανίας και των τραπεζών οδηγούν στην πολιτική αφύπνιση της ελληνικής αστικής  τάξης. Τα νέα κοινωνικά στρώματα θα στρατευτούν πολιτικά γύρω από το κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη και οι παραδοσιακές κοινωνικές κάστες γύρω από τον Δηλιγιάννη .

Ο Χ. Τρικούπης εξελέγη για πρώτη φορά Βουλευτής το 1865 και διορίστηκε υπουργός Εξωτερικών το 1866 στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου, η οποία, όμως, δεν μπόρεσε να μακροημερεύσει λόγω του Κρητικού Ζητήματος. Η αστάθεια ήταν το βασικό χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήματος με το Βασιλιά Γεώργιο να δίνει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ακόμη και στους εκπροσώπους των μειοψηφούντων κομμάτων. Μόνο το διάστημα 1870 – 1875 έγιναν τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις και σχηματίστηκαν εννιά κυβερνήσεις. Το ίδιο χρονικό διάστημα έλαβε χώρα το τεράστιο οικονομικό και χρηματιστηριακό σκάνδαλο των μεταλλείων του Λαυρίου με θύματα πολλούς Έλληνες, οι οποίοι και έχασαν τις αποταμιεύσεις τους.

Σ’ αυτή τη ζοφερή κατάσταση ο Τρικούπης δημοσίευσε το περίφημο άρθρο του «τις πταίει;» για τη συνεχιζόμενη κρίση της πολιτικής ζωής. Το άρθρο αυτό ξεσήκωσε μεγάλο θόρυβο και συνελήφθη ο Τρικούπης, αλλά ύστερα από τρεις ημέρες αφέθηκε ελεύθερος εν μέσω λαϊκών επευφημιών. Ο στόχος είχε επιτευχθεί: από το 1875 ο σχηματισμός της κυβέρνησης στηρίζεται στην «αρχή της δεδηλωμένης».

Τα επόμενα είκοσι χρόνια ο Τρικούπης θα αποτελέσει τον ένα πόλο του – δικομματικού – πολιτικού συστήματος. Δυτικόφιλος, μεταρρυθμιστής, ανυπόμονος να στερεώσει την Ελλάδα και στο… βάθος, υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας! Ο άλλος πόλος είχε ως εκφραστή το δημαγωγό Θ. Δηλιγιάννη, οπαδό της Μεγάλης Ιδέας και αρνητή των μεταρρυθμίσεων του Τρικούπη! Έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να δηλώσει, πως είναι εναντίον οποιουδήποτε πράγματος υποστήριζε ο αντίπαλός του!

Όταν ο Τρικούπης αναλαμβάνει την πρωθυπουργία το 1881, στην Ελλάδα προσαρτάται η Θεσσαλία και η Άρτα. Το εξωτερικό χρέος μεγαλώνει λόγω και των οικονομικών αποζημιώσεων, που χρειάζεται να καταβληθούν στην Τουρκία για την παραχώρηση των περιοχών αυτών.

Ο Τρικούπης έθεσε σε εφαρμογή το φιλόδοξο πρόγραμμά του με την εκτέλεση μεγάλων έργων υποδομής. Για τη χρηματοδότηση του προγράμματος αυτού εκμεταλλεύτηκε τα κρατικά μονοπώλια (αλατιού και σπίρτων), επέβαλε υψηλή φορολογία (κυρίως έμμεσους φόρους) και προέβη σε υπέρμετρο – για την αντοχή της χώρας – εξωτερικό δανεισμό.

Το διάστημα 1879 – 1890 η χώρα συνήψε έξι εξωτερικά δάνεια – με ληστρικούς όρους – ονομαστικής αξίας 640.000.000 φράγκων. Τα δάνεια αυτά λόγω της μικρής φερεγγυότητας της χώρας ήταν υποτιμημένα μέχρι και 30% και έτσι στα ταμεία του κράτους έφτασαν 450.000.000 φράγκα! Με δεδομένο πως το 40% του προϋπολογισμού πήγαινε στην πληρωμή των τοκοχρεολυσίων και ένα μεγάλο, επίσης, μέρος στις στρατιωτικές δαπάνες, είναι ηλίου φαεινότερο ότι τα έργα υποδομής χρηματοδοτούνταν, κυρίως, από τη βαριά φορολογία. Όπως ήταν επόμενο, στις εκλογές του 1890 ο λαός επανέφερε στην εξουσία το λαϊκιστή Δηλιγιάννη.

Στην περίοδο 1890-1893 άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις, που προσπάθησαν με διάφορους οικονομικούς αυτοσχεδιασμούς να δανειοδοτήσουν την καταρρέουσα οικονομία, ενώ ταυτόχρονα ελήφθησαν μέτρα για αυστηρές περικοπές στις κρατικές δαπάνες – στρατιωτικές δαπάνες, δημόσια έργα και σε όλες τις κρατικές δραστηριότητες. Παράλληλα, ψηφίστηκαν νέοι φόροι και τέλη, καθώς και εκπαιδευτικά τέλη, που προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις.

Η κατάσταση τώρα ήταν απελπιστική. Μια καταστρεπτική πτώση της διεθνούς τιμής της σταφίδας έδειξε πόσο εύθραυστη ήταν η ελληνική οικονομία. Το 1893 οι εισαγωγές ανέρχονταν στο ποσό των 120.000.000 φράγκων και οι εξαγωγές στο ποσό των 82.000.000 φράγκων. Ο Τρικούπης έχοντας να αντιμετωπίσει και μια μεγάλη ανθελληνική εκστρατεία στο εξωτερικό εμφανίζεται στη Βουλή το Δεκέμβριο και ανακοινώνει τη χρεοκοπία με την ιστορική φράση: «Κύριοι, δυστυχώς, επτωχεύσαμεν»!

Το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη στις 10 Δεκεμβρίου 1893 σηματοδοτεί ανάγλυφα τη θλιβερή κατάληξη μιας οικονομικής πολιτικής μεγάλων φιλοδοξιών και αγαθών προαιρέσεων, που ανάγκασε την Ελλάδα στην αποδοχή το 1898 του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ), ο οποίος υποχρέωσε τη χώρα σε πολιτική αυστηρότατης λιτότητας ως το 1910 τουλάχιστον, για να καταργηθεί τυπικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με αυτόν τον τρόπο ο πολιτικός που παρουσίασε ένα τεράστιο έργο στις υποδομές της χώρας (900 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών, 1446 χιλιόμετρα αμαξιτών δρόμων, το εκτόπισμα των πλοίων υπό ελληνική σημαία ανέβηκε από 8.241 τόννους σε 144.975 τόννους, αποπερατώθηκε η διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου, αποξηράνθηκε η λίμνη Κωπαϊδα προσφέροντας 130.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης κ.ά.) συνέδεσε το όνομά του με την πτώχευση της χώρας!

Η χρεοκοπία οδήγησε στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις και απεργίες με πιο σημαντική εκείνη των μεταλλωρύχων του Λαυρίου το 1896. Δεν εμπόδισε όμως να διοργανωθούν στην Αθήνα οι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896, που  την εποχή εκείνη δεν συνεπάγονταν τεράστια έξοδα, γιατί η πτώχευση αφορούσε μόνο το εξωτερικό και όχι το εσωτερικό δημόσιο χρέος. Κυρίως όμως συνέβαλε στην έξαρση μιας εθνικιστικής υστερίας,  που υποδαυλίζονταν από την «Εθνική Εταιρεία» με την ανοχή ή σύμπραξη της κυβέρνησης Δηλιγιάννη. Ως συνέπεια της χρεοκοπίας ήρθε και η ήττα του Τρικούπη από το Δηλιγιάννη  το 1895 και η Ελλάδα οδηγήθηκε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.

Το 1896 ξεσπάει εξέγερση στην Κρήτη εναντίον της Οθωμανικής διοίκησης. Ο πρωθυπουργός, υπό την πίεση της «Εθνικής Εταιρίας» και της κοινής γνώμης, ζητάει από το βασιλιά Γεώργιο την αποστολή ελληνικών στρατευμάτων. Τα στρατεύματα φτάνουν στο νησί τον Φεβρουάριο του 1897. Η πύλη αντιδρά οργισμένα και στέλνει τον στρατό της κατά μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων στη Θεσσαλία. Η Ελλάδα ανέτοιμη από κάθε άποψη και θύμα του εθνικιστικού παραληρήματος της «Εθνικής εταιρείας», που ουσιαστικά ασκούσε την εξωτερική πολιτική, και των επικίνδυνων κυβερνήσεων υπέστη στρατιωτική πανωλεθρία από τον τουρκικό στρατό τον Μάιο του 1897. Σε λίγες μέρες ο τουρκικός στρατός φτάνει έξω από τη Λαμία.! Οι μεγάλες δυνάμεις δεν συγκινούνται από τις ελληνικές απαιτήσεις. Αντίθετα αποφασίζουν τον ναυτικό αποκλεισμό της Κρήτης.

Αποτέλεσμα της ήττας ήταν να αναγκαστεί η Ελλάδα να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις 4 εκ. τουρκικών λιρών και να δεχθεί νέο Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο για το διογκωμένο εξωτερικό της χρέος. Ο «Έλεγχος», εκτός από τη διαχείριση όλων των οικονομικών πόρων του κράτους, ανέλαβε να καθορίζει και τη νομισματική πολιτική. Η εθνική κυριαρχία της χώρας είχε δεχθεί ακόμη ένα ισχυρό πλήγμα.

Η πτώχευση του 1893 όμως είχε ως αποτέλεσμα και τη χρεοκοπία του παλιού πολιτικού συστήματος. Η ολοκληρωτική ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 επέτεινε το πολιτικό αδιέξοδο. Η δυσπιστία προς τα κόμματα κορυφώθηκε. Οι συντεχνίες και οι εργατικές ενώσεις έκαναν διαδηλώσεις ζητώντας φορολογικές ελαφρύνσεις και περιορισμό της γραφειοκρατίας. Επίκεντρο της κριτικής τους ήταν η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να προσαρμοστεί στις εξελίξεις και στις απαιτήσεις της κοινωνίας. Όσες μεταρρυθμίσεις έγιναν μέχρι το 1909 από τις κυβερνήσεις ήταν διοικητικού χαρακτήρα (π.χ. αποκέντρωση).

Ελευθέριος Βενιζέλος

Το 1909 συντελείται μια τομή στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Στις 15 Αυγούστου 1909 εκδηλώθηκε κίνημα στο Γουδί από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο, μια μυστική ένωση στρατιωτικών, με αιτήματα μεταρρυθμίσεις στο στρατό, τη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, την εκπαίδευση και τη δημοσιονομική πολιτική. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος δεν εγκαθίδρυσε δικτατορία, αλλά υπό την πίεσή του η Βουλή ψήφισε μεγάλο αριθμό νόμων, που επέφεραν ριζικές αλλαγές. Το Φεβρουάριο του 1910 η Βουλή αποφάσισε την αναθεώρηση ορισμένων άρθρων του συντάγματος και προκηρύχθηκαν εκλογές, από τις οποίες προήλθε αναθεωρητική βουλή. Στις 15 Μαρτίου 1910 ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύθηκε έχοντας επιτύχει τις επιδιώξεις του.

Ο Σύνδεσμος έκανε πρόταση συνεργασίας στον κρητικό πολιτικό Ελευθέριο Βενιζέλο και με την επικράτηση του Βενιζέλου εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος πολιτικής κυριαρχίας από το «κόμμα των Φιλελευθέρων», που επαγγέλθηκε τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους.

Παρά τις επιτυχίες του ωστόσο στην εξωτερική πολιτική με την προσθήκη των «νέων χωρών» ύστερα από τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 και τον Α΄ παγκόσμιο, ο Βενιζέλος στηρίχθηκε κατά κόρον στον εξωτερικό δανεισμό. Από το 1923 ως το 1932 τα συνεχή δάνεια από το εξωτερικό αυξάνουν το ανυπέρβλητο πια δημόσιο χρέος, ενώ το ισοζύγιο πληρωμών παρά τις όποιες προσπάθειες παραμένει αρνητικό.

 

Η πτώχευση του 1932  και η δικτατορία του Μεταξά

 

Η δεκαετία του 1920 ήταν η δεκαετία των διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Αυτοκίνητα, ψυγεία, ηλεκτρικές σκούπες, κουζίνες, ραδιόφωνα και πλυντήρια έκαναν την εμφάνισή τους ως είδη μαζικής κατανάλωσης. Η διαφήμιση άρχισε να εξελίσσεται ως επαγγελματικός κλάδος. Ο κλάδος των μηχανικών εισέβαλε στον χώρο της οικονομίας, σχεδιάζοντας καινούργια προϊόντα και αξιοποιώντας πλουτοπαραγωγικούς πόρους, που οδηγούν στη μείωση του κόστους και των τιμών.

Αναπτύχθηκαν νέες μέθοδοι διύλισης πετρελαίου. Εμφανίστηκαν τα πλαστικά, τα είδη αλουμινίου, ο ξυλοπολτός και η χρήση αζώτου και παραγώγων του. Ο πάγος και η κατάψυξη έκαναν τα πρώτα τους βήματα. Στη γεωργία τα τρακτέρ αποτέλεσαν μεγάλο νεωτερισμό, ενώ και η γεωπονία συνέβαλε με βελτιώσεις και παρεμβάσεις για καλύτερη διατροφή των ζώων και ανάπτυξη νέων διασταυρώσεων.

Οι Αμερικανοί επιχειρηματίες κερδίζουν τεράστια ποσά, τα οποία δανείζουν στις ευρωπαϊκές χώρες ( κυρίως στην Γερμανία και την Αγγλία), για να αποκομίσουν και νέα κέρδη. Έχοντας ως παράδειγμα τις Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες στρέφονται προς τη μαζική τυποποιημένη παραγωγή. Ο κόσμος ταλαιπωρημένος από τα δεινά του πολέμου στρέφεται στη μαζική παραγωγή και προσπαθεί να γευθεί τα αγαθά της ειρήνης, αγοράζοντας όλο και περισσότερα καταναλωτικά αγαθά.

Όμως η ευημερία αυτή είναι ασταθής. Είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν πελάτες για να αγοράσουν την τεράστια ποσότητα των βιομηχανικών προϊόντων. Οι αγρότες πωλούν φθηνά τα προϊόντα τους και διαθέτουν ελάχιστα χρήματα, ενώ η αύξηση των μισθών γίνεται με ρυθμούς μικρότερους από τους ρυθμούς αύξησης της παραγωγής. Επιπλέον μετά τη λήξη του Α΄ παγκόσμιου Πολέμου (1914-18) βελτιώνεται βαθμιαία η οικονομία των Ευρωπαίων, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες γύρισαν στα ειρηνικά έργα και η Ευρώπη χρειαζόταν διαρκώς λιγότερο σιτάρι να εισάγει από την Αμερική.

Η μεγάλη οικονομική κρίση άρχισε μια «Μαύρη Πέμπτη» (24 Οκτ. 1929) από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Οι τιμές έπεφταν και οι επενδυτές πουλούσαν μετοχές, που κατρακυλούσαν ασταμάτητα και ένας αληθινός πανικός δημιουργείται στο χρηματιστήριο. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες η κρίση επεκτείνεται σε ολόκληρο τον κόσμο και επηρεάζει την Ευρώπη με πρώτες τη Γερμανία- Αυστρία, που κάλυπταν ένα μέρος των υποχρεώσεών τους (πολεμικές αποζημιώσεις) με αμερικανικά χρήματα.

Η «μαύρη Πέμπτη» της 24ης Οκτωβρίου 1929 θα περάσει απαρατήρητη στην Ελλάδα. Ενώ η Γουόλ Στριτ φλέγεται και παίρνουν φωτιά άλλα χρηματιστήρια, το ελληνικό ακολουθεί για αρκετό καιρό τη συνήθη πορεία του. Τα πρώτα τηλεγραφήματα των ξένων πρακτορείων περί πανικού χρηματιστηριακού θα δημοσιευτούν στον ελληνικό Τύπο σχεδόν μία εβδομάδα μετά τη θυελλώδη έναρξη του κραχ. Το γεγονός από μόνο του δείχνει το επίπεδο ενημέρωσης, αλλά και τη γενική «καθυστέρηση» της χώρας.

Το «κραχ» του 1929 δημιούργησε όμως τεράστια προβλήματα και στην ελληνική οικονομία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μόλις επτά χρόνια νωρίτερα η χώρα μας «βίωσε» τη Μικρασιατική καταστροφή, τη μαζική εισροή προσφύγων – μόνο στην Αθήνα διπλασιάστηκε ο πληθυσμός μεταξύ 1920 και 1928 – και το πολιτικό σύστημα χαρακτηριζόταν από αστάθεια: κυβερνήσεις, εξαρτημένες ως ένα βαθμό από στρατιωτικούς, εναλλάσσονταν στην εξουσία, καταλήγοντας στο στρατιωτικό κίνημα του Πάγκαλου (1925 – 1926). Το 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανέρχεται στην εξουσία, στην οποία και θα παραμείνει μέχρι το 1932.

Η χώρα μας χτυπήθηκε με ιδιαίτερη δριμύτητα από τη διεθνή κρίση, αφού οι βασικές της εξαγωγές ήταν προϊόντα πολυτελείας, όπως ο καπνός, η σταφίδα και το ελαιόλαδο. Η αξία των ελληνικών εξαγωγών είχε πέσει από ένα ετήσιο μέσο όρο 125.000.000 δολαρίων μεταξύ 1922 και 1930 σε 50.000.000 δολάρια το 1932! Τον ίδιο χρόνο συνέβη και μια μεγάλη μείωση του συναλλάγματος των μεταναστών και των προσόδων από τη ναυτιλία, τα βασικά μέσα με τα οποία υπερνικούσε το έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών. Σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες ο εξωτερικός δανεισμός ήταν μια λύση για τον Ε. Βενιζέλο. Όμως, η Ελλάδα είχε ήδη μεγάλα εξωτερικά χρέη, αφού είχε δανειοδοτηθεί από τη διεθνή χρηματαγορά για την αποκατάσταση των προσφύγων.

Ο Βενιζέλος απέτυχε να συνάψει νέο δάνειο και αποφάσισε να δώσει τη «μάχη της δραχμής», η οποία ήταν συνδεδεμένη με τον «κανόνα του χρυσού» μέσω της αγγλικής λίρας. Το 1931 όμως η υποτίμηση της στερλίνας και η κατάρρευση των παγκόσμιων αγορών αναγκάζουν την Ελλάδα να εγκαταλείψει τον «κανόνα του χρυσού» και ο Βενιζέλος επιλέγει να συνδέσει τη δραχμή με το δολάριο. Η μετατρεψιμότητά της γίνεται πλέον μέσω δολαρίου, αλλά η κερδοσκοπία εξακολουθεί, όπως και η φυγάδευση κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Το Σεπτέμβρη του 1931 προκαλείται πανικός με «φυγάδευση» στο εξωτερικό 3,6 εκ. δολαρίων από ιδιώτες και τράπεζες. Η κυβέρνηση αναζητά εναγωνίως νέα δάνεια χωρίς επιτυχία. Ο Βενιζέλος κάνει μια τελευταία προσπάθεια για σύναψη δανείου στις αρχές του 1932, επισκεπτόμενος διαδοχικά τη Ρώμη, το Παρίσι και το Λονδίνο. Δεν μπόρεσε όμως να πείσει τη Δημοσιονομική Επιτροπή, που θεώρησε ότι η Ελλάδα δεν έκανε καμιά θυσία, αντιθέτως ήθελε να μεταβιβάσει τα προβλήματά της στους πιστωτές της (σ.σ. Μας θυμίζει κάτι αυτό;). Η κατάσταση είναι πια μη αναστρέψιμη.

Την άνοιξη του 1932 ο Βενιζέλος αναγκάζεται να εγκαταλείψει καθυστερημένα τον «χρυσό κανόνα» και να υποτιμήσει την δραχμή. Την πρωτομαγιά του 1932 ανακοινώνει στη βουλή την πτώχευση της Ελλάδας και τη στάση πληρωμών του εξωτερικού χρέους.

Ιωάννης Μεταξάς

Η στάση πληρωμών του χρέους  δεν είχε κατά βάση αρνητικά αποτελέσματα καθώς μειώθηκαν τα έξοδα του κράτους, ενώ οι επόμενοι προϋπολογισμοί ήταν σχετικά ισοσκελισμένοι. Η κατάσταση ωστόσο παρέμενε δύσκολη. Η αύξηση της ανεργίας και τα φτηνά μεροκάματα, που είχε επιβάλει ο Βενιζέλος, οδήγησαν την εποχή εκείνη σε δεκάδες απεργίες, που κορυφώθηκαν με την αιματοβαμμένη πρωτομαγιά του 1936 στη Θεσσαλονίκη.

Από το 1932 μέχρι το 1936 η πολιτική ζωή χαρακτηρίστηκε από την παρουσία βραχύβιων κυβερνήσεων και στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Το πολιτικό σύστημα μπροστά στην αδυναμία του να διαχειριστεί όλα τα προηγούμενα χρόνια τις οικονομικές δυσκολίες είχε χάσει το λαϊκό του έρεισμα. Η επιστροφή του βασιλιά Γεώργιου το 1935 έδωσε το έναυσμα για την άνοδο στην εξουσία του Ιωάννη Μεταξά, που εγκαθίδρυσε τη στυγνή δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936. Ο Μεταξάς επανέλαβε την αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους και σύναψε νέα  δάνεια από την Αγγλία και τη Γερμανία.

 

 

2012: «Η 5η  χρεοκοπία… προ των πυλών»!

 

Από το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου ως σήμερα όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις στήριξαν το μοντέλο «ανάπτυξης» της οικονομίας στον εξωτερικό δανεισμό. Η παραγωγική βάση της χώρας συρρικνώθηκε, ενώ οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις απέβαιναν πάντοτε σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων.

Το εξωτερικό δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε για να ξεπεράσει στο 150% περίπου του Α.Ε.Π. Η είσοδος της χώρας στην Ε.Ε και την Ο.Ν.Ε δεν οδήγησε σε μείωση του χρέους. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, που ξεκίνησε  το 2007, έδειξε την ανικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαχειριστεί την κρίση προς όφελος των λαών.

Αποσβολωμένος ο ελληνικός λαός παρακολουθεί τις εξελίξεις μετά τις εκλογές της 4ης Οκτώβρη 2009, οπότε και αποκαλύφθηκε σε όλες της τις διαστάσεις η ολοκληρωτική καταστροφή της ελληνικής οικονομίας και ειπώθηκε επισήμως με δραματικούς τόνους ότι «η χώρα μας απώλεσε μέρος της εθνικής της κυριαρχίας».

Η αλήθεια είναι πως η Ελλάδα απώλεσε το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής της κυριαρχίας, αφού δεν μπορεί να πάρει από μόνη της καμιά απόφαση, αλλά σύρεται δέσμια πίσω από «επενδυτικούς οίκους», τις «αγορές» και τους «γραφειοκράτες» των Βρυξελών. Η εικόνα των ανθρώπων της τρόικας, που πηγαινοέρχονται κάθε τόσο στην Αθήνα, για να υπαγορεύσουν την ελληνική οικονομική πολιτική και να εγκρίνουν τις αποφάσεις της ελληνικής κυβέρνησης, είναι αποκαλυπτική της απώλειας της εθνικής κυριαρχίας.

Οι αιτίες που μας οδήγησαν στην κρίση είναι λίγο πολύ γνωστές:

 

  • Η διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας.
  • Το ξεπούλημα κερδοφόρων Επιχειρήσεων και Οργανισμών.
  • Το μεγάλο ύψος των αμυντικών δαπανών.
  • Η φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή.
  • Ο ανεξέλεγκτος δανεισμός και το τεράστιο εξωτερικό χρέος.
  • Η αδιαφάνεια και η σπατάλη του δημόσιου χρήματος.
  • Η κρίση του πολιτικού συστήματος με το καθεστώς ατιμωρησίας.
  • Ο  μεγαλοϊδεατισμός μας με τη διοργάνωση της Ολυμπιάδας 2004.
  • Η διεθνής κρίση και η κερδοσκοπική επίθεση των αγορών…

 

Και τώρα; Τι μέλλει γενέσθαι; Θα χρεοκοπήσει η χώρα;

Είπαμε ότι χρεοκοπία έρχεται, όταν μια χώρα δημοσιοποιεί την αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις προς τους πιστωτές της. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα και δεν φαίνεται πιθανό στο προσεχές μέλλον, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε και το τέλος της Ευρωζώνης.

Αυτή η οικονομική κρίση, ενώ έχει πολλές ομοιότητες με όσες συνέβησαν στο παρελθόν, έχει μια ειδοποιό διαφορά, που μπορεί να φανεί καθοριστική. Τώρα η Ελλάδα έχει νόμισμα το ευρώ και είναι μέλος της ευρωζώνης. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να οδηγηθεί σε κατάρρευση μια χώρα της ευρωζώνης, αλλά ότι δε συμφέρει τις άλλες χώρες της ευρωζώνης να καταρρεύσει ένα μέλος της, γιατί αυτό θα οδηγήσει στην κατάρρευση ολόκληρου του οικοδομήματος.

Όμως η χώρα δύσκολα θα ανακάμψει. Τα περιοριστικά οικονομικά μέτρα θα οδηγούν ολοένα και περισσότερο σε βαθιά ύφεση και κοινωνικές εκρήξεις. Ο συνδυασμός ελλείμματος και χρέους είναι ο χειρότερος στην Ευρώπη! Το χρέος συνεχίζει να αυξάνει, αφού η παραγωγική βάση της χώρας έχει διαλυθεί. Το πολιτικό σύστημα δε φαίνεται ικανό ούτε να διαχειριστεί ούτε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια κρίση, την οποία άλλωστε το ίδιο δημιούργησε. Το χειρότερο σενάριο για την Ελλάδα και  τους Έλληνες είναι η παρατεταμένη – για τα επόμενα 5 – 10 χρόνια – άγρια λιτότητα και στο τέλος… να έρθει η πτώχευση!

Αυτά στο οικονομικό επίπεδο. Σε πολιτικό επίπεδο η ιστορία δείχνει ότι το τέλος μια εποχής σηματοδοτεί την αρχή μιας άλλης. Αυτό συνέβη σε όλες τις μέχρι σήμερα οικονομικές κρίσεις, που γνώρισε η χώρα μας. Η χρεοκοπία του 1827 έφερε τη βασιλεία, η χρεοκοπία του 1843 έφερε την επανάσταση της 3ης Σεπτέμβρη, η χρεοκοπία του 1893 έφερε το κίνημα στο Γουδί και το Βενιζέλο, η χρεοκοπία του 1932 έφερε το Μεταξά. Η σημερινή οικονομική κρίση και η πιθανή χρεοκοπία τι θα φέρει; Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα φέρει το τέλος της μεταπολίτευσης. Με ποια μορφή όμως, με ποιο τρόπο και με ποια πρόσωπα; Είδωμεν!

 

Αλέξης Α. Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »