Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πόλεις’

ΚΙΟΣ – ΟΡΓΑΝΩΣΗ

 

Α’. ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΚΙΟΥ

1. Καϊμακάμης, πολιτικός διοικητής, κατώτερος του Βαλή (νομάρχη)

2. Δήμαρχος, υπεύθυνος για καθαριότητα, οδοστρώματα και καλντερίμια, αγορανομικό έλεγχο ψωμιού και γάλακτος, εξέδιδε άδειες οικοδομών. Ακόμη στον Δήμο ανήκαν οι αγροφύλακες (μπεξίδες), οι νυχτοφύλακες (πασβάντηδες) που χτυπούσαν την ώρα κατά την διάρκεια της νύχτας, η δημοτική αστυνομία, οι μουχτάρηδες υπεύθυνοι για τα παράπονα των πολιτών και για την πρόνοια και τέλος υπήρχε οργανωμένη υποτυπώδης πυροσβεστική υπηρεσία με συμμετοχή οικοιοθελώς των πολιτών

3. Αστυνομία πόλεως και Χωροφυλακή

4 .Φρουραρχείο και στρατώνες (κισλά)

5. Λιμεναρχείο και Τελωνείο

6. Μονοπώλιο άλατος

Κιανοί 1920

Κιανοί 1920

 

 

 

 

Β΄. ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΟΥ

Γενήμαχαλας, Αγυιά, Μπαλούκ παζαρι, Τσεκούρα, Παλάτια, Παζάρι, Κονακιού, μαχαλάς έξω  απ’ το γεφύρι.

 

 Γ’. ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΞΩΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΙΟΥ

1. Κοίμηση της Θεοτόκου (Μητρόπολη)
2. Αγ. Ιγνάτιος
3. Οδηγήτρια
4. Αγ.Γεώργιος
5. Προφ. Ηλίας
6. Μεταμόρφωση του Χριστού
7. Παζαριώτισσα
8. Παναγία η Φανερωμένη ή Θεομάννα
9. Ευαγγελίστρια
10 .Αγ. Σπυρίδων
11. Αγ. Νικόλαος
12. Αγ. Παρασκευή (δύο εκκλησίες)
13. Αγ. Ιωάννης (τέσσαρες εκκλησίες)

 

 

Δ’. ΥΓΕΙΑ

Κοινοτικό νοσοκομείο Κίου, από συνεισφορές κατοίκων
Γιατροί Έλληνες ήταν οι Βιδάλης, Μαυρομάτης, Τριχόπουλος, Γαβριηλίδης, Κεσίσογλου, Μελγουργιάν.

Διπλωματούχος μαία η Μαριγώ, οδοντίατρος ο Τζωρτζάκης και φαρμακεία του Κανακάρη, του Βαφειάδη και του Ξανθόπουλου.

 

Ε’. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ-ΒΙΟΤΕΧΝΙΕΣ

1. εργοστάσια μετάξης
2. εργοστάσια
σαπωνοποιίας
3. βαρελοποιεία (βουτσάδικα ) για το πάστωμα  ψαριών και ελιάς
4. εργαστήρια ξυλουργίας
5. ελαιοτριβεία (λαδαριά), εξαγωγή ελιάς στην Ρουμανία
6. σηροτροφεία-μεταξοσκωληκοτροφία (μποτζεκλίκια)
7. αλιεία και πάστωμα ψαριών, κυρίως παλαμίδας

 

ΣΤ’. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

φαναρτζής (ανάβει τα φανάρια των δρόμων), τελάλης τούρκος και έλληνας, κανταρτζής (ζυγιστής), αναφορογράφος, επιστολογράφος, σαράφης (χρηματιστής), παγωτατζής (ντοντουρμαντζής), γαλατάς, πραματευτής και αμανετζής (εμπορικός παραγγελιοδόχος)

 

Ζ’. ΜΕΣΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΊΑΣ – ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

1. ατμοπλοϊκώς Κωνσταντινούπολη-Μουδανιά-Κίος, καθημερινά με πλοία, όπως ΝΙΛΟΥΦΕΡ, ΧΕΛΙΔΟΝΙ, ΤΡΙΓΛΕΙΑ, ΠΙΓΑ, ΟΛΓΑ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, ΕΛΛΗΣΠΟΝΤΟΣ
 

2. οδικώς με Προύσα, καθημερινά με αραμπάδες, άμαξες τουρκικού τύπου

3. ταχυδρομική άμαξα (πόστα)
 

4. Ι.Χ. αυτοκίνητο, που ανήκε στον Κωνστ. Πινάτση

5. κινηματογράφος Κίου, αδελφών Βάσου και Τζώρτζη Σά ριτζα
 

 

Κιανοί 1920

Κιανοί 1920

 

 

  

 

Η’. ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

1. Μουσικός σύλλογος Κίου, με μπάντα από 35 και πλέον όργανα
2. Μαντολινάτα κοριτσιών Κίου
3. Φιλόπτωχος αδελφότης Κίου
4. Ομάδα Προσκόπων Κίου
5. Φιλεκπαιδευτική αδελφότης Κίου
6. Γυμναστικός σύλλογος
7. Αδελφότης Αγίου Γεωργίου
8. Βιβλιοθήκη ο «Κοραής»

 

θ’. ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

ΤΕΡΚΕΖΟΙ μαχητές στο πλευρό των Ελλήνων και Φρούραρχος ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ

 

Ι’. ΕΠΙΘΕΤΑ ΚΙΑΝΩΝ

Απόστολος Μέλλιας,Απόστ. Πεζάς,Αρχιμανδρ.Νίκανδρος, Αν. Πινάτσης, Μαντζαρίνης, Ανδρούτσος Χρ. καθηγητής Πανεπιστ. Αθηνών, Χριστ.Κοκκινάκης διδάσκαλος, Τρύφων Ευαγγελίδης, Φώτης Πινάτσης, Κώστας Πινάτσης, Θοδωράκης Ζαφειρίδης, Κώστας Γιαβάσογλου γερουσιαστής Θεσσ/νίκης βουλευτής και υφυουργός, Μανώλης Κάης, Χατζη Γιώργης Δεληγκιαούρης ή Δελλής, Σπύρος Καβουνίδης, Αθηνά Σταϊκοπούλου, Πέτρος Μπούζης, Μήτσος Καγγελάρης, Φώτης Πάντερμανλης, Ηλίας Σώκος, Ηλίας Πολέτης, Μακάριος Βα¨κούσης, Μανώλης Χάμος, Κακίκης, Κάλφας Αθανάσιος, Παδιδέκας Ζαφείρης, Σεφερειάδης Ιορδάνης, Σαφαρίκας Πάνος, Αυγουστίνος Γεώρ, Τσομπάνογλου Χρήστ, Τσακίρης Μήτσος, Κρασούδης Γιώρ, Τσιρκουνής Λεβ, Γκιουλμπάλογλου Γιώρ, Γκάλτσας Γιώρ, Χριστόπουλος Γιώρ, Κεχαγιόπουλος Απόστ, Μυλωνάς Νίκος, Βογιατζής Κυριάκ, Κουλιγκάς Βασ, Μελτζανάκης Πάνος, Διαμαντόπουλος Νικ, Πανταζίδης Σταυρ, Δελής Ασημ, Κεχαγιόπουλος Χρυσ, Δερβενιώτης, Μιχ. Βαρκάρης, Κατσικάρης Θρασύβ, Αγαπίου, Καραμιχάλης Σταυρ, Σπινάρης Γρηγ, Αλέκος Γενηματζής, Καραδήνας Αναστ, Βλασιάδης Δημ, Κόντος Γιώρ, Μουράτης Γιώρ, Παπακεφάλης Μακάριος, Βανδώρος Φίλ, Δανιήλ Σωκρ, Κοτσάνης Σωτηρ, Τριγλιανός, Μπαντής Κωνστ, Πούσης Γιώρ, Καγιάς Μήτσ, Σάριτζας Τζώρτζης, Μυτιληνού, Κάβουνας, Σταυρίδης, Χατζόγλου Κώστ. Χαρ. Παπαδόπουλος, Βαμβάκης Θεολ, Κατικιώτης, Δελής, Μπάμιας, Παλλάδης, Σκουλής, Διαμαντής, Καλούδης, Φουρμάς, Ιακώβου, Εσκιόγλου, Τσούφιος, Καβουνίδου Ελ, Γρηγορίου Ειρ, Παυλάκη Σμαρ, Ευσταθίου Δέσπ, Μπουκούνης, Κόντου Ουρ, Φυνδάνης, Κουντής Χαρ, Δερβενιώτης, Μαργάνη, Ζαμπίτη Καλλ, Κοζάκου, Κουντουρίδης, Μακρίδου Χρυσή, Κραμέλης Θ, Πανάς, Κωστόπουλος, Καγιάς, Σαμιώτης, Σαρηβαλάσης, Δελάλης, Γαρουφαλίδης, Ξυνής, Μάλαμα Μαυρουδή, Σπάργιας, Φαφούτας, Τσιρώνης, ……………….

 

Πηγή

 

ΦΟΥΝΔΟΥΚΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, www.musesnet.gr/pages/kios/

 

 

Read Full Post »

 Κίος – Ιστορική αναδρομή

 

 

Πρώιμα χρόνια 2000-1000 π.Χ.

           

Η ευρύτερη περιοχή της Βιθυνίας κατοικήθηκε αρχικά κατά την 2η χιλιετία π.Χ. από τους Χεταίους, οι οποίοι στην συνέχεια εκτοπίσθηκαν κατά τον 12ο αιώνα π.Χ. από τους Φρύγες και τους Μυσούς, ινδοευρωπαϊκές φυλές, που πέρασαν από την Ευρώπη προς την Μ. Ασία. Κατά τον 10ο αιώνα π.Χ. ένας άλλος λαός, οι Βιθυνοί, θρακικής καταγωγής επικράτησαν στην περιοχή μέχρι τον αποικισμό της από τους Μιλήσιους. Κατά την περίοδο αυτή, κτίστηκαν στα παράλια του Βοσπόρου πόλεις σπουδαιότατες, όπως Κίος, Χαλκηδών, Κύζικος, Ηράκλεια και Αστακός (αργότερα Νικομήδεια). 

 

1000 π.Χ.- Γέννηση Χριστού

 

Η αποίκιση της Κίου από τους Μιλήσιους 625 π.Χ. μέχρι 553 π.Χ. είχε συμβάλει στην πρόοδο και την ανάπτυξή της και διακρίθηκε κυρίως για το εμπόριο από τα παράλια προς την ενδοχώρα. Κατά το έτος 553 π.Χ. όλοι οι λαοί της Μ. Ασίας υποτάχθηκαν στους εμφανισθέντες Ληδούς και αργότερα στους Πέρσες. Ευτυχώς οι νέοι κατακτητές παρείχαν στους κατοίκους ελευθερία και αυτονομία με μόνη υποχρέωση την καταβολή φόρων. ΄Ετσι συνέχισαν να ευδαιμονούν μέχρι την απελευθέρωσή τους από τους Αθηναίους το 459 π.Χ. Ο αθηναίος στρατηγός Κίμων νίκησε στην Κύπρο τον περσικό στόλο και απομάκρυνε για πολύ τον κίνδυνο των Περσών, τόσο από την ξηρά όσο και την θάλασσα. Από το έτος 466 π.Χ. η Κίος με πολλές άλλες πόλεις της Μ. Ασίας συμμετείχαν στην συμμαχία της Δήλου. Ακόμη η Κίος συμμετείχε και στην Ιωνική επανάσταση. Μετά την ήττα των Αθηναίων στην Σικελία, οι Πέρσες επανέρχονται καταλαμβάνοντας και την Κίο το έτος 412 π.Χ. μέχρι το 334 π.Χ., οπότε και απελευθερώνονται από τον Μ. Αλέξανδρο.

Οι πόλεις της Μ. Ασίας, κατά την διάρκεια των διαφόρων κατοχών, ιδιαίτερα της περσικής, με τις συνεχείς εξεγέρσεις και αντιδράσεις κατάφερναν να εξασφαλίζουν καθεστώτα αυτονομίας και δεν εμποδίστηκαν να αναπτυχθούν και να διακριθούν. Από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και μετά οι πόλεις ανέρχονται στον Κολοφώνα της δόξας, προόδου και ανάπτυξης σ’ όλους τους τομείς,(το 330 π.Χ. κόβονται τα πρώτα χρυσά νομίσματα της Κίου). Το εμπόριο αναπτύχθηκε μέχρι την Αίγυπτο και την χώρα των Φοινίκων, όπου και βρέθηκαν τα χρυσά νομίσματα της Κίου. Η Κίος συμμετείχε ακόμη και στην Αιτωλική συμπολιτεία. Οι έριδες όμως , οι ανταγωνισμοί και οι διαμάχες των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, οδήγησαν την Κίο και άλλες ελληνικές πόλεις σε διαδοχικές καταστροφές. Σπουδαιότατη βέβαια ήταν η εκ βάθρων καταστροφή της από τον βασιλιά  Προυσία τον Α΄ της Βιθυνίας, με την βοήθεια του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας. Οι κάτοικοι εσφάγησαν, εκδιώχθηκαν ή εκρατήθηκαν δούλοι και νέα πόλη κτίστηκε με άλλο όνομα «Προυσιάδα η παραθαλάσσια». Η καταστροφή αυτή της Κίου ξεσήκωσε διαμαρτυρίες πλήθους ελληνικών πόλεων, ιδίως των Ροδίων. Το θέμα έγινε γνωστό μέχρι την ρωμαϊκή σύγκλητο, που δυστυχώς είχαν αρχίσει να ζητούν σε βοήθεια και μεσολάβηση οι διάφορες ελληνικές πόλεις. Οι Ρόδιοι και ο ΄Ατταλος Α’, ζητώντας την βοήθεια των Ρωμαίων, αποφάσιζαν μοιραία υπέρ της δικής των καταστροφής και ολοκλήρου της Ελλάδας. Οι Ρωμαίοι δράττοντας την ευκαιρία αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον Φίλιππο τον Ε΄ στην μάχη της πόλης Κυνός Κεφαλαί της Θεσσαλίας (197 π.Χ. β΄ μακεδονικός πόλεμος) όπου και νικήθηκε και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει κάθε επιβουλή και διεκδίκηση συμφερόντων στις πόλεις του Βοσπόρου. Γρήγορα πετυχαίνοντας τα σχέδια τους οι Ρωμαίοι, κατά το έτος 74 π.Χ., μετά τον θάνατο του βασιλιά Νικομήδη Γ΄, με διαθήκη κληρονόμησαν και κατέλαβαν όλη την Βιθυνία και την Κίο μαζί. 

 

  

Ρωμαϊκή εποχή- Βυζαντινή εποχή

        

Η Κίος υποταγμένη στους Ρωμαίους έτυχε καθεστώτος αυτονόμου πολιτείας με εποπτεία Ρωμαίου υπάτου. Διατήρησε τον ελληνικό χαρακτήρα , το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα (ομοίως η Κύζικος και η Απάμεια). Η περιοχή έγινε η πιο αγαπητή για τον παραθερισμό των Ρωμαίων αρχόντων. Επιφανείς φιλόσοφοι της Κίου όπως ο Ασκληπιάδης και ο Φλάβιος Άρχιππος, με κάθε τρόπο κατόρθωναν να εξασφαλίζουν προνόμια υπέρ της Κίου και να αποκαταστήσουν το όνομα της πόλης από Προυσία σε Κίο. 

 Από τις αρχές του β’ αιώνα (112 μ.Χ.), ο χριστιανισμός γνώρισε τόση μεγάλη διάδοση στην περιοχή της Βιθυνίας (την περιοχή επισκέφθηκε και ο Απόστολος Πέτρος), ώστε ο Ρωμαίος διοικητής Πλίνιος ζήτησε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό οδηγίες για την αντιμετώπιση των άπειρων χριστιανών. Η Κίος έδωσε κι αυτή φόρο αίματος στους διωγμούς κατά των χριστιανών. Με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και την ανακήρυξη του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, η Κίος αποκτά αρχιεπισκοπή με αρχιεπίσκοπο τον Κύριλλο που συμμετέχει στην Α’ Οικουμενική σύνοδο στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. κατά του Αρείου. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την παρακμή των πόλεων, το Πατριαρχείο κατήργησε την αρχιεπισκοπή Κίου, η περιοχή υπήχθη στην Μητρόπολη Νίκαιας, της οποίας η έδρα ήταν η Κίος. Ο μητροπολίτης Νικαίας απέχτησε ισχύ και πανίσχυρος έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο στην εκλογή του πατριάρχου και την αντιμετώπιση πολλών ζητημάτων. (Κατά την έναρξη της επανάστασης το 1821 η Κίος διέθεται πέντε ενορίες, η Νίκαια μία και δεκαέξι τα διάφορα χριστιανικά χωριά της περιοχής).

Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Κίος απέκτησε σημασία λόγω της θέσης της και αποτέλεσε το προσφιλές θέρετρο των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Επί αυτοκράτορος Ιουστινιανού ιδρύθηκε στη Κίο στρατιωτική σχολή που λειτούργησε για 37 χρόνια. Όμως πολλές φορές βρέθηκε στο θέατρο πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των βυζαντινών και διαφόρων εχθρών. Δέχτηκε επιδρομές από Γότθους, Άραβες, καταστροφές και λεηλασίες από Σταυροφόρους και Σελτζούκους Τούρκους, που άρχισαν από το 1100 μ.Χ. να απειλούν την Κίο και τη γύρω περιοχή. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι, λαός ηπειρωτικός και νομαδικός, κατόρθωσαν να αποκτήσουν και ναυτικές δυνάμεις, χρησιμοποιώντας τους ντόπιους κατοίκους ΄Έλληνες, έμπειρους ναυτικούς. Στην Κίο τότε λειτούργησε το πρώτο τούρκικο ναυπηγείο, που γρήγορα κατέστρεψε ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ το 1092 μ.Χ. προσπαθώντας να διασώσει την περιοχή της Βιθυνίας από τους Τούρκους. Πολύ αργότερα, το 1789 μ.Χ. με την ολοκληρωτική επικράτηση των Οσμανιδών Τούρκων, επί σουλτάνου Σελήμ, ιδρύθηκε νέο τουρκικό ναυπηγείο πολεμικών πλοίων, που λειτούργησε μέχρι το 1860 μ.Χ.

 

Σταυροφορίες

      

Δυστυχώς, κατά την εμφάνιση των Σταυροφόρων, πολλά ήταν τα δεινά και οι ζημιές που υπέστη η Κίος. Κατά την Α’ Σταυροφορία (1096 μ.Χ.) απετέλεσε στρατιωτική βάση των ιπποτών με το όνομα Κιβωτός (Civitot). Με συνεχείς επιδρομές οι Σταυροφόροι κατάφεραν να απομακρύνουν τους Τούρκους από τα παραθαλάσσια της Βιθυνίας και να υποχωρήσουν στο εσωτερικό, γύρω από το Ικόνιο. Κατά την Δ’ Σταυροφορία, επί αυτοκράτορος Αλεξίου Γ’ και την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, η Κίος κατελήφθη από τους Φράγκους (1207 μ.Χ.) και παραχωρήθηκε στην δικαιοδοσία των ιπποτών, μέχρι την ανακατάληψή της από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο (1261 μ.Χ.). 

  

Μεσαίωνας

     

Από το 1300 μ.Χ., οι επανεμφανισθέντες Τούρκοι, λεηλατούντες όλα τα παράλια της Προποντίδας, με αρχηγό τον Οσμάν Α’, κατόρθωσαν την άλωση της Προύσας (1326 μ.Χ.) και δέκα χρόνια αργότερα, μετά από δύο χρόνια πολιορκίας, κατέλαβαν και την Κίο (1336 μ.Χ.). Η Κίος κατεστράφη ολοσχερώς, εκ θεμελίων, οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν και κατέφυγαν στο Αργαθώνιο όρος, όπου ζούσαν πρόχειρα με την ελπίδα της επιστροφής. Μετά από 3 χρόνια τους επετράπη να εγκατασταθούν στην περιοχή της Κίου κάτω από τα τείχη την ονομαζόμενη «καστρινά», γύρω από τον χώρο της κατεστραμμένης εκκλησίας της Θεομάννας. Επισκεύασαν την εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου (Μητρόπολη) ή Παζαριώτισσα και άρχισαν τον εκκλησιασμό τους και την κοινωνική οργάνωση. Οι κάτοικοι της, κυρίως ψαράδες και αγρότες, στερήθηκαν κάθε μόρφωση και παιδεία, με επιβεβλημένη την τουρκική γλώσσα. Φτώχεια, ατιμώσεις, στερήσεις, παιδομάζωμα, ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά της ζωής των. Ο ετήσιος έγγειος φόρος για τους φτωχούς κατοίκους ήταν 159000 γρόσια. Πολλοί κάτοικοι προτίμησαν να φύγουν γιατί δεν άντεχαν την τουρκική παρουσία και καταπίεση. Ακόμη και την καλλιέργεια της αμπέλου απαγόρευσαν καθώς και την κατανάλωση του κρασιού ( οι Κιώτες, όμως, αντί των αμπελιών καλλιέργησαν ροδιές και παρήγαγαν ένα είδος αναψυκτικού από τον χυμό του ροδιού που το κρύωναν με πάγο από τον Όλυμπο της Προύσας, που διατηρούσαν για το ζεστό καλοκαίρι). Επί σουλτάνου Μουράτ Δ’, 1656-1710 μ.Χ., άρχισε η χαλάρωση των αυστηρών μέτρων και συγχρόνως άρχισε να διαφαίνονται συνθήκες για ανάπτυξη και πρόοδο. Με την ίδρυση του πολεμικού ναυπηγείου αρκετοί έλληνες της Κίου και της Κυζήκου σαν έμπειροι ναυπηγοί βρήκαν δουλειά. Η Κίος αποτελούμενη από αμιγή ελληνικό πληθυσμό απέκτησε τότε το δικαίωμα να εκλέγει δικό της δήμαρχο, (τελευταίος πριν την καταστροφή ήταν ο Αναστάσιος Πινάτσης που πέθανε πρόσφυγας το 1938 στην Θεσσαλονίκη).

 

19ος αιώνας

     

Επί σουλτάνου Μαχμούτ Β’, 1823-1839 μ.Χ., άρχισαν οι πρώτες μεταρρυθμίσεις και αργότερα επί Αβδούλ Μετζίτ βελτιώθηκε η κατάσταση των χριστιανών υπηκόων. Αποκαταστάθηκε η θρησκευτική, κοινωνική, εμπορική θέση της Κίου, επανήλθε η παιδεία με αύξηση του διδακτικού προσωπικού και ιδρύθηκε Αρρεναγωγείο και Παρθεναγωγείο, με έξοδα της Κοινότητας. Στα σχολεία συνέχισε πάλι να διδάσκεται το πνεύμα της αρχαίας Ελλάδας, χώρας κατ’ εξοχή πολιτισμού και ελευθερίας. Όλες οι θρησκευτικές εκδηλώσεις και γιορτές (Ανάσταση, Θεοφάνεια, πανηγύρεις), οι σχολικές εορτές των Τριών Ιεραρχών, οι διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις όπως γάμοι, βαπτίσεις, Αποκριές, γινόντουσαν κανονικά με πλήρη ελευθερία. Όλα ήταν τόσο αγαπητά και από τον απλό τουρκικό λαό , ώστε με τυφλή πίστη συμμετείχαν και πολλές φορές προσκυνούσαν τους εορτάζοντας θαυματουργούς αγίους της Κίου. Το εμπόριο αναπτύχθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο γύρω τουρκικός πληθυσμός ήταν οικονομικά εξαρτημένος από τον ελληνικό πληθυσμό της Κίου. Με την ανακήρυξη του τουρκικού συντάγματος το 1908, όλοι πανηγύριζαν για την εξαγγελλόμενη ισότητα και ελευθερία μεταξύ όλων των υπηκόων της τουρκικής επικράτειας, ασχέτως εθνικότητας και θρησκείας. Δυστυχώς η εμφάνιση των Νεότουρκων, οπαδών του φανατικού Κεμάλ, σήμανε την αρχή της καταστροφής. Άρχισε η γενική επιστράτευση των μη μουσουλμάνων και ο συστηματικός διωγμός των Ελλήνων και Αρμενίων δεν έλειψε φυσικά, ούτε οι μεμονωμένες πιέσεις, διώξεις, συλλήψεις, κατηγορίες εναντίων εντίμων κατοίκων της Κίου. Φοβερότερη ήταν η εξόντωση (εξοντώθηκαν περίπου 300.000 ‘Ελληνες μικρασιάτες) με τα τάγματα εργασίας, τα αποκαλούμενα «αμελέ ταμπουρού», αγριότερα ίσως και από τα φασιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεων.  

 

20ος αιώνας

 

 

Ελ�νης-Μιχοπούλου-Κουνδή)

Είσοδος του ελληνικού στρατού στην Κίο 1920. (Συλλογή:Ελένης-Μιχοπούλου-Κουνδή)

 Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου πολέμου, η Τουρκία στο πλευρό της Γερμανίας, συνέχισε τις διώξεις, σφαγές και λεηλασίες του ελληνικού στοιχείου. Οι Κιώτες οργανώθηκαν για την αυτοάμυνά τους, εξοπλίζοντας τους περίφημους «νταήδες» τους με όπλα, αγορασμένα με χρήματα συγκεντρωμένα από τα εκκλησιαστικά ταμεία και την Φιλόπτωχο αδελφότητα. Με το τέλος του πολέμου οι σύμμαχοι και η Ελλάδα εισήλθαν στην Κωνσταντινούπολη. Στην Κίο και στην γύρω περιοχή, επειδή δρούσαν Τούρκοι αντάρτες, τσέτες, με την βοήθεια του αγγλικού στόλου, εκδιώχθηκαν και η Κίος παρεδόθη στον ελληνικό στρατό στις 25 Ιουλίου 1920, με διοικητή τον συνταγματάρχη Δ. Σαμαρτζή. Η υποδοχή ήταν μεγαλειώδης και ενθουσιώδης, όλος ο λαός με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Νίκαιας και αργότερα Οικουμενικό Πατριάρχη Βασίλειο Γ’ και τον Δήμαρχο Α. Πινάτση, υποδέχθηκαν τον ελληνικό στρατό ( δες και σχετική φωτογραφία), ψάλλοντες όλοι αντί άλλου το «Χριστός Ανέστη». Δυστυχώς ο εθνικός διχασμός και ο συμμαχικός εμπαιγμός οδήγησαν στην αποτυχία της ενδοξότατης εκστρατείας του στρατού μας στην Μ. Ασία και την εθνική συμφορά. Έγινε κάποια προσπάθεια αυτονόμησης της παραλιακής ζώνης με σκοπό να διασωθούν οι κάτοικοι και να μην ξεριζωθούν από τις εστίες τους. Η τότε Σοβιετική Ένωση προσφέρθηκε να μεσολαβήσει ανάμεσα στην Ελλάδα και Τουρκία, αλλά δυστυχώς η βασιλική κυβέρνηση της υποτέλειας απαξίωσε και ν’ απαντήσει στην ρωσική μεσολάβηση (καμιά ιστορία δεν αναφέρεται στην προσπάθεια των Ρώσων πλην του Γ .Κορδάτου, τόμος 5ος). ‘Άδικα ξεκίνησε η «Άμυνα» τόσο στην Σμύρνη όσο και σε κάθε πόλη της Μικρασίας. Στην Κίο έγινε μεγάλη συγκέντρωση με συμμετοχή και τούρκων κατοίκων των πέριξ χωριών που χαιρετούσαν την αυτονομία της Μικρασίας.

Τα σχέδια όμως των συμμάχων ήταν άλλα. Η μυρωδιά των πετρελαίων της Μοσούλης και της Μεσοποταμίας τους ανάγκαζαν να προχωρήσουν σε μοίρασμα των εδαφών που δεν τους ανήκαν χωρίς να λογαριάζουν το δικαίωμα τους για ανεξαρτησία, αυτοδιάθεση και ακεραιότητα. Σύμφωνα με την απογραφή του 1912 στην Μ. Ασία σε σύνολο 10.755.774 κατοίκων ζούσαν 2.522.151 Έλληνες. Το δικαίωμα διατήρησης της δικής τους εθνικής ζωής δεν το σεβάστηκε κανείς από τους μεγάλους που διακήρυτταν σε διεθνείς συναντήσεις, ότι τάχα προστατεύουν τα μικρά και αδύναμα έθνη. Ήδη οι ίδιοι οι Γερμανοί οργάνωσαν τα περίφημα πογκρόμ εναντίων του μικρασιατικού Ελληνισμού. Η επίθεση του Κεμάλ, ενισχυμένου τώρα από τους συμμάχους αλλά και τους μπολσεβίκους, ήταν σφοδρότατη και οργανωμένη. Μάταια ο εγκαταλειμμένος από τους συμμάχους ελληνικός στρατός πότιζε με αίμα τα «δικά μας χώματα«. Ο στρατιωτικός υποτομέας της Κίου από 22 Αυγούστου 1922 δέχτηκε επιθέσεις και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κίο στις 28 Αυγούστου 1922. Ο πληθυσμός περίπου 30.000 πρόσφυγες πια, Κιώτες και άλλοι από τις γύρω περιοχές, στοιβαγμένοι στην παραλία, άδικα περίμεναν την άφιξη πλοίων. Γαλλικά πλοία στο λιμάνι των Μουδανίων, εμπόδιζαν με τους ισχυρότερους ασυρμάτους των την επαφή του αντιτορπιλικού «Πάνθηρα» με τον «Αβέρωφ» που βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Τελικά έφτασαν 11 φορτηγά πλοία και από ώρα 2 μ.μ. της 25ης Αυγούστου 1922, άρχισε η επιβίβαση των προσφύγων, αφήνοντας πίσω γλυκύτατη πατρίδα, αγώνες, θυσίες, τάφους αγαπημένων, περιουσίες ……..

ΦΟΥΝΔΟΥΚΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

   

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Διδώ Σωτηρίου, Μικρασιατική καταστροφή και στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, εκδ. Κέδρος
Encarta 96, εγκυκλοπαίδεια, Microsoft
Έπος Μικρασίας, εκδόσεις Μορφωτικού κόσμου
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε.
ΚΙΑΝΑ, Ευρυσθ. Λασκαρίδη, 1966
Κουλιγκά Βασ., ΚΙΟΣ αναμνήσεις ενός Κιώτη, εκδ. Δωδώνη,1988
Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Γ. Ρούσσου
Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, εγκυκλοπαίδεια
Στρατηγός Ξεν., η Ελλάδα στην Μικρασία, εκδ. Μπάυρον, 1986
Σιμόπουλος Κυριάκος, Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια,1990

 

Πηγή

 

ΦΟΥΝΔΟΥΚΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, www.musesnet.gr/pages/kios/

 

 

Read Full Post »

Άργος  


 

Ιστορική πόλη της Πελοποννήσου και σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Αργολίδας.  Είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας του Άργους στο νομό Αργολίδας και είναι η μεγαλύτερη πόλη του νομού με πληθυσμό 24.239 κατοίκους (απογραφή 2001). Μετά την εφαρμογή του νόμου περί συνενώσεων των Δήμων, του γνωστού «Καλλικράτη» ο Δήμος Άργους μετονομάστηκε σε Δήμο Άργους-Μυκηνών και εντάχθηκαν οι πρώην Δήμοι: Μυκηναίων, Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Λέρνας και Νέας Κίου. Βρίσκεται σε απόσταση 136 χιλιομέτρων από την Αθήνα  και η απόστασή του από το Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νομού, είναι 12 χιλιόμετρα.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Το Άργος, η αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης και της Ελλάδας, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς από επιδρομείς και κατακτητές, πάντοτε κτιζόταν στην ίδια θέση. Αυτό βεβαιώνεται και σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη στα υπό οικοδόμηση οικόπεδα, τα οποία αποκαλύπτουν τη ζωή των παλαιότερων εποχών.

Η θέση της πόλης ήταν ιδανική για δύο κυρίως λόγους. Οι δύο λόφοι, της Ασπίδας (84μ.) και ιδίως της Λάρισας (289μ.), παρείχαν μεγάλη ασφάλεια στους κατοίκους. Παράλληλα, τα δύο αυτά υψώματα εισχωρούν βαθιά στο αργολικό πεδίο και φέρνουν την πόλη κοντά στο Τημένιο, που ήταν ανέκαθεν το επίνειό της.

Έτσι εξηγείται γιατί διαμέσου των αιώνων, παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις και καταστροφές, η πόλη επέμενε να ευρίσκεται στην ίδια πάντα θέση. Άμεση συνέπεια αυτής της πραγματικότητας ήταν να μη διατηρηθούν πολλά από τα μνημεία και επιπλέον να καθίσταται δύσκολος ή και αδύνατος ο εντοπισμός τους από τους αρχαιολόγους. [1] Το αρχαίο Άργος εκτεινόταν δυτικά και ΒΔ μέχρι τη Λάρισα και την Ασπίδα, ΝΔ μέχρι και την αρχαία αγορά και ΝΑ μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο.

Η πόλη υπήρχε σαν οικισμός από τη νεολιθική εποχή. Τα κεραμικά που βρέθηκαν μαρτυρούν ότι στο τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας υπήρχε σημαντικός οικισμός στην Ασπίδα, ο οποίος αυξήθηκε εντυπωσιακά στις αρχές της επόμενης χιλιετίας. Ανάμεσα στα λείψανα συγκαταλέγονται και ίχνη τείχους, που εντοπίστηκαν στην κορυφή και στη νότια πλαγιά του λόφου, καθώς και μεγάλο νεκροταφείο με τύμβους στις ανατολικές υπώρειες. Επίσης, βρέθηκαν αρκετοί θαλαμοειδείς τάφοι στις Πορτίτσες – αρχ. Δειράδα – στις υπώρειες των δύο λόφων. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν πίθους για την ταφή των νεκρών. Τέτοιοι πίθοι σώζονται στο μουσείο του Άργους.

Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο πιθανότατα υπήρχαν ακροπόλεις στη Λάρισα και στην Ασπίδα, ενώ ο οικισμός εξακολουθούσε να απλώνεται προς νότο. Το μυκηναϊκό Άργος εντοπίζεται περίπου στην περιοχή που περικλείεται από τους δρόμους Κορίνθου, Τσώκρη και Καρατζά. Και φαίνεται πως το Άργος ήταν μέχρι το 1.200 π.X. μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αργολίδας.

 

Προϊστορικοί Χρόνοι

Ύστερα από μια σύντομη παρακμή, η οποία συμπίπτει με τη γενικότερη παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, γνώρισε νέα ανάπτυξη μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι περισσότερες πληροφορίες για την ακμή και την έκταση της πόλης προέρχονται από τους τάφους, που εντοπίστηκαν από τη μια άκρη της πόλης μέχρι την άλλη, από τον Ξεριά μέχρι και πέρα από την Παναγία. Η πόλη είχε αρκετή ζωή και ήταν πυκνοκατοικημένη. Η κατάληψη της αργολικής πεδιάδας από τους Δωριείς έγινε περίπου το 1125-1120 π.Χ. [2]   

Οι Δωριείς αυτοί ήταν εξαιρετικά δυναμικοί και εξοπλισμένοι με τα πλέον σύγχρονα όπλα της εποχής τους. Στα μέσα του επόμενου αιώνα κατέλαβαν την υπόλοιπη Αργολίδα, τη Σικυώνα και τη Μεγαρίδα. Από τη διάσπαση των Δωριέων, που εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του Άργους, προέκυψαν τρία μικρότερα βασίλεια, το βασίλειο του Άργους, το βασίλειο των Μυκηνών και το βασίλειο της Τίρυνθας, με μικρό πληθυσμό, αφού και οι Δωριείς, που είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο, στο σύνολό τους ήταν oλιγάριθμoι (βλ. υποσ. 2 για τον μυθικό Τήμενο).

Το κράτος των Αργείων ξεπέρασε σε δύναμη και έκταση όλα τα άλλα της κεντρικής και βόρειας Πελοποννήσου. Κατέλαβε τη Θυρεάτιδα και την Κυνουρία, προωθήθηκε ως τον Μαλέα και κατέλαβε τα Κύθηρα, δηλαδή σημεία συνοριακά με τη Σπάρτη, για την οποία το Άργος εξελισσόταν έτσι σε πολύ ισχυρό και επικίνδυνο εχθρό. Για την ιστορία του δωρικού Άργους από τη σύστασή του (περ. 1.120 π.Χ.) μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. ελάχιστα γνωρίζουμε, όπως την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων και διάφορες συγκρούσεις με γειτονικά κράτη, όπως με την Κόρινθο και την Ασίνη, την οποία κατέστρεψε στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. Επίσης, σχετικά με την κοινωνική οργάνωσή τους, γνωρίζουμε ότι υποχρέωναν τους κατακτημένους να καλλιεργούν τους κλήρους, που μοιράστηκαν σαν κατακτητές, και να τους προσφέρουν σημαντικό μέρος από το εισόδημα. Αυτοί οι «δουλοπάροικοι» στο Άργος ονομάζονταν γυμνήτες. [3]  

Παρόμοια καθεστώτα συναντάμε σ’ όλες σχεδόν τις δωρικές κοινωνίες. Οι γυμνήτες διέφεραν από τους δούλους· οι τελευταίοι θεωρούνταν ιδιοκτησία των ιδιωτών. Το ισχυρό δωρικό Άργος προστατευόταν από τείχη, λείψανα των οποίων εντοπίζονται ακόμα και σήμερα. Οι δύο ακροπόλεις, φυσικά, ήταν οχυρωμένες και συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος στον αυχένα.

Εκεί, στις σημερινές Πορτίτσες, ήταν και η σημαντικότερη ίσως πύλη, η πύλη της Δειράδος. Εξάλλου, με βεβαιότητα θεωρούμε ότι από εκεί ήταν η είσοδος προς την πόλη μέχρι τους νεότερους χρόνους (περίοδος 1821). Υπήρχαν άλλες τρεις πύλες, η μία στο ανατολικό άκρο, που οδηγούσε στις Μυκήνες, άλλη μία στο ΝΑ άκρο που οδηγούσε στην Τίρυνθα και η τρίτη στο ΝΔ προς Λέρνη και κεντρική Πελοπόννησο. Το τείχος κατέβαινε από τη ΝΑ πλευρά της Ασπίδας, περνούσε λίγο ανατολικότερα της οδού Κορίνθου και του Αγίου Πέτρου, άφηνε ανατολικά του το σημείο, όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατόπιν τραβούσε ΝΔ, αγκάλιαζε όλη την αγορά και ανηφορίζοντας επί της νότιας πλευράς του λόφου της Λάρισας, κατέληγε στο κάστρο της ακρόπολης.

 

Ιστορικοί Χρόνοι

 

Η ιστορική περίοδος ουσιαστικά έχει αφετηρία τη βασιλεία του Φείδωνος. Ο Φείδων (7ος αι. π.Χ.), που θεωρείται μακρινός απόγονος του Τήμενου, είναι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο του Άργους. Επί της εποχής του η πόλη παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή. Είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου. Ο μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Γύρω από αυτό το μακροχρόνιο και αξεπέραστο μίσος διαμορφώνεται η πολιτική του Άργους, η οποία αργότερα θα έχει δημοκρατικούς προσανατολισμούς. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος της οξύτητας μεταξύ των δύο πόλεων.

Μνημονεύονται διάφορες συγκρούσεις, όπως η μάχη του 669 π.Χ. στις Υσιές (Αχλαδόκαμπο), όπου νίκησαν οι Αργείοι, καθώς επίσης και η μάχη του 547 π.Χ. στη Θυρέα (περ. Κυνουρίας) με νικητές τους Σπαρτιάτες. Επίσης, το 494 π.Χ., τότε που χάθηκαν 8.000 Αργείοι στο Άλσος της Σηπείας, η πόλη απειλήθηκε σοβαρά από τον Κλεομένη. Γι’ αυτό και οι σύμμαχοι του Άργους το εγκαταλείπουν, πρώτα οι μακρινοί και ύστερα της Αργολίδας. Γρήγορα όμως θα συνέλθει, θα κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή και θα συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους. Κατά τους μηδικούς πολέμους οι Αργείοι έμειναν ουδέτεροι, γιατί δεν ήθελαν προφανώς να αγωνιστούν πλάι στους Λακεδαιμονίους. Αργότερα, στον πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων. Μετά το 404 π.Χ. δεν παρουσιάζει αξιόλογη δύναμη. Οι εχθροί εισέρχονται στην πόλη και τη λεηλατούν, όπως ο Πύρρος, ο βασιλιάς της Ηπείρου, το 272, ο οποίος σκοτώθηκε από κεραμίδι, που του έριξε Αργείτισσα στο κεφάλι. Αργότερα το Άργος προσχώρησε στην Aχαϊκή Συμπολιτεία (229 π.Χ.).

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Από τους Ρωμαίους κατελήφθη το 146 π.Χ. Αν κρίνουμε από την ξενάγηση του Παυσανία, το Άργος επί ρωμαιοκρατίας βρισκόταν σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Πότε ακριβώς εκχριστιανίστηκε το Άργος δεν γνωρίζουμε. Ο λατίνος επίσκοπος και εκκλησιαστικός ποιητής Παυλίνος (353 – 431 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι το  χριστιανισμό δίδαξε στο Άργος ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού Ανδρέας. Ίσως όμως να κήρυξε πρώτος ο Απόστολος Παύλος, όταν βρισκόταν για αρκετούς μήνες στην Κόρινθο. Πιθανότατα, λοιπόν, το Άργος γνώρισε το χριστιανισμό στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Άργος ήταν άσημο. Βέβαιο είναι ότι λεηλατήθηκε από τους Γότθους του Αλάριχου στο τέλος του 4ου αιώνα, οι οποίοι ξεκίνησαν από τη Θράκη, διέσχισαν τον Ελλαδικό χώρο και κατέληξαν στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν το Βησιγοτθικό κράτος. Το Άργος παρουσιάζει εκ νέου αξιόλογη ακμή μετά το 1189, όταν έγινε μητρόπολη με την ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίας.

Το Άργος υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους, την πρώτη επί Ενετοκρατίας το 1397 από το στρατηγό Βαγιαζήτ Γιακούβ. Κατεδαφίστηκαν τότε τα τείχη, η πόλη λεηλατήθηκε και πολλοί Αργείοι αιχμαλωτίστηκαν και διακομίστηκαν στη Μικρά Ασία. Η άλλη έγινε το 1463, όταν Έλληνες και Ενετοί δεν μπόρεσαν να σώσουν την πόλη από το νέο κατακτητή, ο οποίος σάρωνε προοδευτικά όλα τα βαλκάνια. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε μέχρι το 1683 και η δεύτερη από το 1715-1821. Τα ενδιάμεσα χρόνια (1683-1715) το Άργος ήταν πάλι υπό Ενετική κυριαρχία.

Το 1821 το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις που επαναστάτησαν στις 2 Απριλίου, όταν ένοπλο σώμα με επικεφαλή τον Σταματέλο Αντωνόπουλο ανέκοψε την πορεία 300 Τούρκων ιππέων στη Δαλαμανάρα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Άργος, και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στ’ Ανάπλι.

Το Άργος κινδύνευσε και υπέστη τρεις καταστροφές στη διάρκεια της επανάστασης. Πρώτος τη λεηλάτησε και έκανε σφαγές ο Κεχαγιάμπεης μετά τη νίκη του στον Ξεριά (Απρ. 1821). Ακολούθησε η προέλαση του  Δράμαλη  τον Ιούλιο 1822 και τέλος του Ιμπραήμ τον Ιούνιο 1825. Η τελευταία οδυνηρή καταστροφή, που υπέστη ο πληθυσμός του Άργους, ήταν η σφαγή του 1833 από τους Γάλλους.

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

Το έτος 1822 το Άργος ήταν έδρα της γενικής διοίκησης. Πολλά γεγονότα, στρατιωτικά και πολιτικά, που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της επανάστασης, συνδέθηκαν με την πόλη μας. Ο Δημήτριος Υψηλάντης την είχε επιλέξει για τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι ορκίστηκαν στην παλιά εκκλησία του Αϊ-Γιάννη, που ήταν ημιυπόγεια. Οι εργασίες τελικά έγιναν στη Νέα Επίδαυρο.

Επίσης, στο αρχαίο θέατρο του Άργους έγιναν οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης επί Καποδίστρια (1829) και μετά τη δολοφονία του ήταν να γίνουν οι εργασίες της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης (Δεκέμβριος 1831), αλλά ήταν τόσο φορτισμένη η ατμόσφαιρα και είχαν φτάσει στα πρόθυρα σύρραξης, που οι εργασίες τελικά πραγματοποιήθηκαν στο Ναύπλιο. Γιατί, όταν οι κυβερνητικοί πληρεξούσιοι ανακήρυξαν τον Αυγουστίνο, αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης, επήλθε οριστική ρήξη με τους «Συνταγματικούς» του Ι. Κωλέττη, που συνεδρίαζαν σε άλλο οίκημα, και μπροστά στη σύρραξη που θα ξεσπούσε, ο πληθυσμός του Άργους έντρομος εγκατέλειπε την πόλη, για να σωθεί.

 

Σήμερα 

 

Σήμερα, είναι η δεύτερη σε πληθυσμό μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με έντονη εμπορική, βιομηχανική και αγροτική δραστηριότητα. Είναι μια σύγχρονη πόλη, που αναπτύσσεται πολύπλευρα και με δυναμισμό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και ιδιαίτερα το καλοκαίρι, μπορεί να αποτελέσει προορισμό πολιτιστικού τουρισμού, τόσο για τη γνωριμία με την πόλη, όσο και για τη παρακολούθηση επιλεγμένων καλλιτεχνικών γεγονότων που πραγματοποιούνται σε στεγασμένους αλλά και γοητευτικούς υπαίθριους χώρους, με βασικότερους αυτούς του  Αρχαίου Θεάτρου και του κάστρου της Λάρισας.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

 Βρίσκεται στο  κέντρο του μεγαλύτερου Αρχαιολογικού πάρκου του κόσμου, το οποίο περιλαμβάνει τις Μυκήνες (10 χλμ), την Αρχαία Τίρυνθα (6 χλμ), το Ναύπλιο (12χλμ), τη Λέρνα (10 χλμ) , την Επίδαυρο (40 χλμ ) μπορεί να αποτελέσει αφετηρία εξορμήσεων για τη γνωριμία τόσο με τους χώρους αυτούς, όσο και με τις φυσικές ομορφιές της Αργολίδας.

Ως η  αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας, συμμετέχει στο Δίκτυο των Αρχαιότερων Πόλεων της Ευρώπης και αποτελεί το μεγαλύτερο υπαίθριο μουσείο της χώρας, με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο των Ελλήνων. Έχει να προτείνει στον επισκέπτη πλήθος μνημείων από τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους, μουσεία, ιστορικές εκκλησίες και πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, την παλιά πόλη, χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, νεοκλασικά κτίρια, κ.λ.π.

 

Βιβλιογραφία

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινίωτου, « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέχρις Ημών», Εν Αθήναις, 1892.
  • Ιωάννου Ζεγκίνη, « Το Άργος Δια Μέσου των Αιώνων», Αθήναι, 1957.  
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2007.
 
 
 
Υποσημειώσεις

 

 [1]  Οι ανασκαφές άρχισαν στις αρχές του 20ου αι. από τον Ολλανδό αρχαιολόγο Βόλγκραφ (Vollgraff). Εντοπίστηκαν τα τείχη και ανασκάφηκε ο προϊστορικός οικισμός και το ιερό του Απόλλωνα και της Αθηνάς στην Ασπίδα. Παράλληλα άρχισε η έρευνα στην αρχαία αγορά και στο θέατρο. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν συστηματικά από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας το 1951 και συνεχίζονται. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η προσφορά του Πωλ Κουρμπέν. Επίσης, τα τελευταία 25 χρόνια Έλληνες αρχαιολόγοι μελετούν κυρίως ιδιοκτησίες ιδιωτών με αρχαιότητες.

 [2] Σύμφωνα με την παράδοση των αρχαίων, οι Δωριείς διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο και ο Τήμενος, προερχόμενος από την Αρκαδία, εισέβαλε στο αργολικό πεδίο –όπως και ο Ιμπραήμ το 1825 – και έδωσε μάχη με τους Αχαιούς στην παραθαλάσσια περιοχή που πήρε το όνομά του. Κατόπιν κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και στη συνέχεια επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Επίδαυρο, την Κόρινθο και τη Σικυώνα. Ο μυθικός Τήμενος θεωρείται ο τρίτος κατά σειρά θεμελιωτής του Άργους μετά το Φορωνέα και το Δαναό.

Ιδρυτής του Άργους φέρεται ο Ίναχος, ο οποίος καταγόταν από παλαιούς Αργείους αποίκους της Αιγύπτου, επέστρεψε από την Αίγυπτο στην πατρίδα των πατέρων του, ίδρυσε το Άργος και έγινε βασιλιάς. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Ίναχο αυτόχθονα. Από αυτόν η περιοχή ονομάστηκε Ιναχία και οι απόγονοί του Ιναχίδες. Επίσης, έδωσε το όνομά του στον ποταμό Ίναχο, ο οποίος στη συνέχεια στέρεψε από την οργή του Ποσειδώνα και το Άργος έγινε «πολυδίψιον», επειδή ο Ίναχος δέχτηκε ως  προστάτισσα θεά της πόλης την Ήρα αντί του Ποσειδώνα. Κατόπιν κυβέρνησε ο γιος του Φορωνεύς, γι’ αυτό και η πόλη ονομάστηκε Φορωνικό άστυ.

Δώδεκα γενιές αργότερα έρχεται από την  Αίγυπτο ο Δαναός με τις πενήντα θυγατέρες του και γίνεται βασιλιάς. Με αφορμή διάφορα κείμενα που βασίζονται στους μύθους για την προέλευση του Δαναού από την Αίγυπτο, μερικοί ιστορικοί «προσπάθησαν να βρουν επιβεβαιωτικά στοιχεία, αλλά παρά τη σοφία που χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές, δεν πέτυχαν το στόχο τους» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. Α΄, σ. 362).

Άλλος μύθος θέλει το Δαναό εγγονό του Ίναχου. Κατόπιν βασίλεψε ο γαμπρός του προηγούμενου, ο Λυγκεύς, τον οποίο δεν σκότωσε η γυναίκα του Υπερμήστρα κατά το πρώτο βράδυ του γάμου τους, όπως έπραξαν οι άλλες Δαναΐδες με εντολή του πατέρα τους.

Τα εγγόνια του Λυγκέα και της Υπερμήστρας, ο Ακρίσιος και ο Προίτος, μάλωσαν και μοίρασαν το βασίλειο· ο Προίτος κράτησε την Τίρυνθα και ο Ακρίσιος το Άργος, που αναδείχτηκε ισχυρότερο και ενδοξότερο.

Ο Περσέας ήταν εγγονός του Aκρίσιoυ και γεννήθηκε με θαυματουργικό τρόπο, από την ένωση της Δανάης με το Δία, που την επισκέφτηκε στη φυλακή με τη μορφή χρυσής βροχής. Εγγονή του Περσέα ήταν η Αλκμήνη, η μητέρα του Ηρακλή, στον οποίο ανέθεσε ο Ευρυσθέας επικίνδυνες αποστολές και πραγματοποίησε έτσι τους δώδεκα γνωστούς άθλους του. Μετά το θάνατο του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες διώχτηκαν από τον Ευρυσθέα. Εμφανίζονται και πάλι με αρχηγούς τον Τήμενο, τον Κρεσφόντη και τον Αριστόδημο, παιδιά του Αριστομάχου, οι οποίοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο. Στη μοιρασιά ο Τήμενος κράτησε το Άργος.

 
 [3] Βλ. Ιστορία του Ελλ. Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Β΄, σ. 42.

 

Read Full Post »

Ναύπλιο


 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Ναύπλιο, πρωτεύουσα της επαρχίας Ναυπλίας και του νομού Αργολίδας και πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Ιδρυτής της πόλης φέρεται ο μυθικός Ναύπλιος, γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης. Προστάτης της πόλης ήταν ο Ποσειδών, ο οποίος με κτύπημα της τρίαινάς του δημιούργησε την πηγή Κάναθο στη σημερινή Αγία Μονή. Εκεί έλουζε η ιέρεια της Ήρας το είδωλο της θεάς και γι’ αυτό πιθανότατα πλάστηκε ο μύθος ότι η Ήρα λουζόταν κάθε χρόνο στην Κάναθο και ανακτούσε την παρθενία της. 

Απόγονος του Ναύπλιου ήταν ο Παλαμήδης, ο πατέρας του οποίου ονομαζόταν επίσης Ναύπλιος και ο οποίος έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Αλλά είχε οικτρό τέλος, γιατί λιθοβολήθηκε από τους Έλληνες. Η τραγική του ιστορία απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τους τραγικούς και άλλους δημιουργούς της αρχαιότητας. Το κάστρο του Παλαμηδιού σ’ αυτόν οφείλει το όνομά του. 

Ναύπλιο1908, στερεοσκοπική φωτογραφία, by Stereo Travel Co.

Το Ναύπλιο και το Άργος, μια και βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους, είχαν στο πέρασμα των αιώνων περίπου την ίδια μοίρα. Φαίνεται όμως πως από παλιά μάλωσαν, επειδή το Ναύπλιο συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες κατά το Β΄ Μεσσηνιακό πόλεμο και τότε κυριεύτηκε από τον Αργείο Δαμοκρατίδα και οι κάτοικοί του εκδιώχθηκαν και εγκαταστάθηκαν στη Μεθώνη.

Το Ναύπλιο έγινε στη συνέχεια επίνειο του Άργους. Πέρασαν πολλά χρόνια χωρίς να παρουσιάσει η πόλη ιδιαίτερη ακμή. Σταχυολογώντας λίγα μόνο γεγονότα, σημειώνουμε ότι το 879 μ.Χ. έγινε έδρα επισκόπου και ότι ο επίσκοπος Λέων το 1149 έκτισε τη γνωστή σε όλους μας Αγία Μονή της Ζωοδόχου Πηγής έξω από την πόλη.

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Κατά την πρώτη τουρκοκρατία μαρτύρησε ο νεομάρτυρας Αναστάσιος (1η Φεβρουαρίου 1655) κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών. Στην πολιορκία είχανε λάβει μέρος πολλοί καπεταναίοι και οπλαρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Τσώκρης, ο Παπαρσένης, ο Δημ. Υψηλάντης, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Νικηταρά Νικόλας Σταματελόπουλος, ο οποίος σκοτώθηκε σε μια έξοδο των Τούρκων τον Αύγουστο 1822, ο Δημ. Μοσχονησιώτης, που πρώτος πάτησε το κάστρο τη νύχτα της 29ης προς την 30ή Νοεμβρίου, και άλλοι.

 

Μπούρτζι. Αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης οχύρωσης της πόλης για πολλούς αιώνες.

 

Από τη θάλασσα πολιορκούσαν τα Σπετσιώτικα καράβια με τη θρυλική Μπουμπουλίνα κι άλλους καπεταναίους. Μετά την άλωση το Ναύπλιο έγινε κέντρο του αγώνα και έδρα της επαναστατικής κυβέρνησης. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο ο Ιω. Καποδίστριας και στις 25 Ιανουαρίου 1833 ο Όθωνας. Για πολλά χρόνια είχε καθιερωθεί η εορτή των αποβατηρίων σε ανάμνηση της άφιξης του πρώτου μας βασιλιά.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Το Ναύπλιο με βασιλικό διάταγμα της 18ης Σεπτ. 1834 έπαψε να είναι πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους. Ο πληθυσμός του Ναυπλίου, ο οποίος προεπαναστατικά ήταν τούρκικος με εξαίρεση λίγες οικογένειες Ελλήνων του «Ψαρομαχαλά», αυξήθηκε σημαντικά. Η αύξηση οφειλόταν και στο γεγονός ότι συνέρρευσαν από διάφορα μέρη πρόσφυγες και μάλιστα από την Κρήτη το 1830, όταν η μεγαλόνησος δεν απελευθερωνόταν με βάση το πρωτόκολλο του Λονδίνου.

Οι Κρήτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Τολό και έξω από την πόλη του Ναυπλίου και ονομάστηκε το προάστιό της Πρόνοια από την πρόνοια που έλαβε ο Καποδίστριας για λογαριασμό τους.  Αργότερα το Ναύπλιο έγινε αντιοθωνικό κέντρο. Την 1η Φεβρουαρίου του 1862 εκδηλώθηκε κίνημα στην πόλη με επικεφαλής τους αξιωματικούς Πάνο Κορωναίο, Αρτέμ. Μίχο και άλλους. Συμμετείχαν ακόμα πολλοί επώνυμοι της εποχής. Ανάμεσά τους ήταν και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, η οποία είχε μετατρέψει το σπίτι της σε αντιδυναστικό κέντρο. Οι επαναστάτες ζητούσαν τη διάλυση της Βουλής και τη συγκρότηση εθνοσυνέλευσης. Η κυβέρνηση απέστειλε στρατό, η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα και οι νεκροί και τραυματίες κι από τις δυο πλευρές ήταν πολλοί. Αυτός ήταν ο τραγικός επίλογος της Ναυπλιακής επανάστασης.

 

Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930

 

Ο Όθωνας, ως γνωστόν, αναγκάστηκε λίγο μετά να εγκαταλείψει την Ελλάδα (12 Οκτωβρίου του 1862). Το Ναύπλιο είναι μικρή αλλά ζεστή πόλη, από τις ομορφότερες της πατρίδας μας. Συνδυάζει το βουνό με τη θάλασσα και την άγρια ομορφιά με την απλωσιά του κάμπου. Η παλιά πόλη με τα στενά δρομάκια και τα παραδοσιακά σπίτια διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον παλιό όμορφο παραδοσιακό χρώμα. 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

Από τα πολλά μνημεία της πόλης σημειώνουμε λίγα μόνο, τον Άγιο Σπυρίδωνα (1702), στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, το μνημείο του Δημ. Υψηλάντη στην πλατεία των Τριών Ναυάρχων, το πρώτο Ελληνικό σχολείο, τον σκαλισμένο σε βράχο λέοντα των Βαυαρών στην Πρόνοια, το παλιό βουλευτήριο και πρώην τζαμί στην πλατεία Συντάγματος, το μέγαρο του μουσείου, ενετικό κτίσμα του Σαγρέδου (1713) που χρησίμευσε αρχικά ως στρατώνας, επίσης μία ακόμα εκκλησία της ίδιας εποχής, του Αγίου Νικολάου (1713), τον ανδριάντα του Καποδίστρια και του έφιππου Κολοκοτρώνη.

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Μυκήνες

 

Ιστορία

 

Οι «Πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Το όνομά τους έχει δοθεί σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό, και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκοσμίως την πνευματική δημιουργία και την τέχνη. Η μυθική παράδοση φέρει ως ιδρυτή των Μυκηνών τον Περσέα, γιο του Δία και της Δανάης, της κόρης του Ακρισίου, του βασιλιά του Άργους, απόγονου του Δαναού. Ο Παυσανίας (2.16.3) αναφέρει ότι ο Περσέας ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκαλύφθηκε μία πηγή με άφθονο νερό, η Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός «μύκητος», δηλαδή ενός μανιταριού. Σύμφωνα με το μύθο, οι απόγονοι του Περσέα βασίλεψαν στις Μυκήνες για τρεις γενιές, με τελευταίο τον Ευρυσθέα, που σκοτώθηκε χωρίς να αφήσει απογόνους, και έτσι οι κάτοικοι των Μυκηνών επέλεξαν ως βασιλιά τους τον Ατρέα, γιο του Πέλοπα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου.
 
 
Πύλη Λεόντων. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μ�χρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επαν�κδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Πύλη Λεόντων. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Οι Μυκήνες ιδρύθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα που δέσποζε στην αργολική πεδιάδα και είχε τον έλεγχο των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά τη νεολιθική εποχή. Η κατοίκηση ήταν συνεχής έως και τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα όμως μνημεία, που είναι ορατά σήμερα, ανήκουν στην εποχή ακμής του χώρου, την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, μεταξύ του 1350 και του 1200 π.Χ. Στις αρχές της 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο καθώς και ένα νεκροταφείο στη νοτιοδυτική του πλευρά, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.Χ. εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών τάφων, πλούσια κτερισμένων και περικλεισμένων σε λίθινο περίβολο, που ονομάσθηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίσθηκε στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.Χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι. Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου.

Η ανοικοδόμηση των ανακτόρων, που είναι ορατά σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, στην οποία διακρίνονται τρεις φάσεις. Ο πρώτος περίβολος κτίσθηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην ΥΕ ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση μετακινήθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίσθηκε η Πύλη των Λεόντων, η μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του. Τότε είναι πιθανό ότι οικοδομήθηκε και ο θολωτός τάφος γνωστός ως «θησαυρός του Ατρέα», με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.Χ., στην ΥΕ ΙΙΙΒ-Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, κατασκευάσθηκε η επέκταση των τειχών προς τα βορειοανατολικά του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο η υπόγεια κρήνη. Αλλεπάλληλες καταστροφές συνοδευόμενες από πυρκαγιές οδήγησαν στην οριστική εγκατάλειψη του χώρου γύρω στο 1100 π.Χ.

Μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της «Μυκηναϊκής Κοινής», ο λόφος παρέμεινε πενιχρά κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό δημιουργήθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλονταν στη φήμη των Μυκηνών, που τα ομηρικά έπη μετέφεραν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά. Το 468 π.Χ., μετά τους μηδικούς πολέμους στους οποίους συμμετείχε η πόλη, το Άργος την κατέκτησε και κατεδάφισε τμήματα της οχύρωσής της. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία «κώμη», επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και ήταν ήδη ερειπωμένη όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ.

Τα κυκλώπεια τείχη της μυκηναϊκής ακρόπολης, όμως, παρέμεναν ορατά στο πέρασμα των αιώνων και αποτέλεσαν πόλο έλξης πολλών περιηγητών και αρχαιοφίλων, που δεν δίστασαν να λεηλατήσουν το χώρο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, επωφλούμενοι από την αδιαφορία και τη φιλαργυρία των Τούρκων. Το 1837, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, οι Μυκήνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία μέχρι σήμερα πραγματοποιεί έρευνες στο χώρο. Το 1841 ο αντιπρόσωπός της, Κ. Πιττάκης, καθάρισε την Πύλη των Λεόντων και το 1876 ο Ερρίκος Σλήμαν, ύστερα από μικρές δοκιμαστικές τομές το 1874, ξεκίνησε τη μεγάλη του ανασκαφή, που αποκάλυψε τους πέντε τάφους του Ταφικού Κύκλου Α, υπό την επίβλεψη του Π. Σταματάκη, ο οποίος συνέχισε τις εργασίες το διάστημα 1876-1877, αποκαλύπτοντας και τον έκτο τάφο. Στη συνέχεια, ανασκαφές στα ανάκτορα και στα νεκροταφεία πραγματοποίησαν οι Χ. Τσούντας (1884-1902), Δ. Ευαγγελίδης (1909), G. Rosenwaldt (1911), Α. Κεραμόπουλος (1917), και A.J.B. Wace (1920-1923, 1939, 1950-1957). Παράλληλα, οι Ι. Παπαδημητρίου και Γ. Μυλωνάς της Αρχαιολογικής Εταιρείας ανέσκαψαν τον Ταφικό Κύκλο Β και οικίες, κατά τα έτη 1952-1955, ενώ ο Γ. Μυλωνάς μαζί με το Ν. Βερδελή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ανέσκαψαν τμήματα του οικισμού. Οι ανασκαφές της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, υπό την επίβλεψη του λόρδου W. Taylour αποκάλυψαν το θρησκευτικό κέντρο, ενώ έρευνες συνεχίσθηκαν και από την Αρχαιολογική Εταιρεία με το Γ. Μυλωνά και το Σπ. Ιακωβίδη το 1959 και 1969-1974. Αναστηλωτικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν το 1950-1955 από τον Α. Ορλάνδο και τον Ε. Στίκα στο θολωτό τάφο της Κλυταιμνήστρας, στο ανάκτορο, στο χώρο γύρω από την Πύλη των Λεόντων και στον Ταφικό Κύκλο Β. Από το 1998 βρίσκεται σε εξέλιξη το έργο «Συντήρηση-Στερέωση-Ανάδειξη των Μνημείων της Ακροπόλεως Μυκηνών και του Ευρύτερου Περιβάλλοντος Χώρου», το οποίο ανέλαβε αρχικά η Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου και στη συνέχεια η Επιτροπή Μυκηνών, που δημιουργήθηκε το 1999 από το Υπουργείο Πολιτισμού.
 

Περιγραφή

 

Ο αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών περιλαμβάνει την τειχισμένη ακρόπολη στην κορυφή του υψώματος, καθώς και διάσπαρτα ταφικά και οικιστικά συγκροτήματα έξω από αυτήν, κυρίως στα δυτικά και νοτιοδυτικά. Τα περισσότερα από τα μνημεία, που είναι σήμερα ορατά, χρονολογούνται στην περίοδο της μεγάλης ακμής του ανακτορικού κέντρου, από το 1350 έως το 1200 π.Χ.  Η ακρόπολη έχει κάτοψη σχεδόν τριγωνική και είναι οχυρωμένη με τα λεγόμενα κυκλώπεια τείχη. Η κύρια είσοδός της, στη βορειοδυτική γωνία των τειχών, είναι η περίφημη Πύλη των Λεόντων, σύμβολο εξουσίας και δύναμης των Μυκηναίων ηγεμόνων. Το ανάγλυφο που έδωσε στην πύλη το όνομά της, παριστάνει δύο συμμετρικά αντιμέτωπα λιοντάρια και είναι λαξευμένο σε μία πλάκα τοποθετημένη στο «ανακουφιστικό τρίγωνο», χαρακτηριστικό στοιχείο της μνημειακής μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής.

Δεξιά από την Πύλη των Λεόντων υπάρχουν τα κατάλοιπα κτηρίου, που ονομάσθηκε Σιταποθήκη, επειδή στα υπόγειά του βρέθηκε απανθρακωμένο σιτάρι. Προχωρώντας κατά μήκος του δυτικού σκέλους του τείχους ο επισκέπτης συναντά πρώτα τον Ταφικό Κύκλο Α, που περικλείει τους έξι μεγάλους λακκοειδείς τάφους, στους οποίους βρέθηκαν πολλά χρυσά αντικείμενα και άλλα πολύτιμα έργα τέχνης. Ακολουθεί μία σειρά κτηρίων, που πιθανότατα ήταν κατοικίες αξιωματούχων: η Οικία του Κρατήρα των Πολεμιστών, το Κτήριο της Αναβάθρας, η Νότια Οικία και η Οικία της Ακρόπολης. Το θρησκευτικό κέντρο, που αναπτύσσεται κατά μήκος του νότιου σκέλους του τείχους, περιλαμβάνει κτηριακά συγκροτήματα λατρευτικού χαρακτήρα, όπως το Ιερό των Ειδώλων, το Κτήριο των Τοιχογραφιών, την Οικία Τσούντα και την Οικία του Αρχιερέως. Ένα κλιμακοστάσιο και μία μεγάλη πομπική οδός συνέδεαν τα ιερά αυτά με το ανάκτορο.

Το ανάκτορο, σύμβολο της δύναμης των Μυκηναίων βασιλέων, δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο της ακρόπολης. Είναι κτισμένο σε τεχνητά άνδηρα και η κύρια πρόσβαση σε αυτό γινόταν με μία μεγάλη ανάβαθρα, που ξεκινούσε από την Πύλη των Λεόντων. Τα επίσημα διαμερίσματα του ανακτόρου περιλαμβάνουν τη μεγάλη αυλή, τον ξενώνα και τον πυρήνα του συγκροτήματος, το μυκηναϊκό μέγαρο, το οποίο αποτελείται από τρία μέρη: την αίθουσα, τον πρόδομο και το δόμο, όπου βρισκόταν ο θρόνος του ηγεμόνα και μία κεντρική εστία ανάμεσα σε τέσσερις κίονες. Στο ανακτορικό συγκρότημα περιλαμβάνονται και άλλα κτήρια, που σχετίζονται με το μονοπωλιακό σύστημα διοίκησης των Μυκηναίων, κυρίως χώροι αποθήκευσης και παραγωγής, τα βασιλικά εργαστήρια, χώροι λατρείας και κατοικίες, που πρέπει να ανήκαν σε αξιωματούχους.
 
Στο βορειοανατολικό άκρο του τειχισμένου χώρου βρίσκεται η είσοδος της υπόγειας κρήνης, που κτίσθηκε κατά την τρίτη οικοδομική φάση της οχύρωσης για να εξασφαλισθεί η πρόσβαση προς το νερό από την ακρόπολη σε περίπτωση πολιορκίας. Μία σύριγγα στεγασμένη κατά τον εκφορικό τρόπο οδηγεί σε δεξαμενή 18 μ. βαθύτερα, η οποία βρίσκεται έξω από τα τείχη και κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Σε μικρή απόσταση προς τα δυτικά της εισόδου προς τη δεξαμενή, βρίσκεται η δεύτερη πύλη του τείχους, η λεγόμενη Βόρεια Πύλη, που είναι ίδιας κατασκευής με την Πύλη των Λεόντων, αλλά μικρότερη.
 
Έξω από τα τείχη της ακρόπολης, δυτικά της Πύλης των Λεόντων, βρίσκεται ο Ταφικός Κύκλος Β, που περικλείει 14 λακκοειδείς τάφους. Στην ίδια περιοχή σώζονται τέσσερις θολωτοί τάφοι, από τους εννέα τάφους αυτού του τύπου που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα στις Μυκήνες, στους οποίους αντιπροσωπεύονται τα στάδια της εξέλιξης του τύπου. Πρόκειται για τον Τάφο των Λεόντων, τον Τάφο του Αιγίσθου, τον Τάφο της Κλυταιμνήστρας και, λίγο νοτιότερα, τον περίφημο «Θησαυρό του Ατρέα», το τελειότερο παράδειγμα αυτού του τύπου, με τα τεράστια υπέρθυρα, το επιβλητικό ύψος της κυψελοειδούς θόλου και την πλούσια διακοσμημένη πρόσοψή του.

Περίπου 50 μ. νότια του Ταφικού Κύκλου Β και δίπλα στο σύγχρονο δρόμο σώζονται τα λείψανα συγκροτήματος τεσσάρων κτηρίων, που ονομάσθηκαν Οικία των Ασπίδων, Οικία του Λαδεμπόρου, Οικία των Σφιγγών και Δυτική Οικία. Όπως υποδηλώνουν οι ενεπίγραφες πήλινες πινακίδες που βρέθηκαν στην Οικία του Λαδεμπόρου και αναφέρονται στο προσωπικό, σε λάδι και σε μυρωδικά, πρόκειται για εργαστήριο παραγωγής αρωμάτων και αρωματικού λαδιού, προϊόντων εξαγωγής των Μυκηναίων. Στην περιοχή γύρω από την ακρόπολη διατηρούνται ακόμη ίχνη του πολύ ανεπτυγμένου οδικού δικτύου, που συνέδεε τις Μυκήνες με άλλα μεγάλα κέντρα της περιοχής. Από αυτό το δίκτυο σώζεται ένας δρόμος με γέφυρα, κοντά στο νεκροταφείο του σημερινού χωριού, ενώ σε ένα δεύτερο δρόμο, που ακολουθούσε την πορεία του βόρειου τείχους, διακρίνονται ακόμη οι αυλακώσεις από τους τροχούς των αρμάτων επάνω στο βράχο.

 

Όλγα Ψυχογυιού

Αρχαιολόγος

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

  • Mylonas G.E., Mycenae Rich in Gold, Αθήνα 1983
  • Βασιλάκου Ν., Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αρχαιολογικής Εταιρείας 152, Αθήνα 1995
  • Σπαθάρη Ε., Ιστορικός και αρχαιολογικός οδηγός των Μυκηνών, Αθήνα 2001
  • French E., MYCENAE, Agamemnon’ s Capital. The Site in its Setting, Tempus 2002

 

Πηγές

 

Υπουργείο Πολιτισμού 

Read Full Post »

« Newer Posts