Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Σηροτροφία’

Σηροτροφία


 

Γενικά – Καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων – Οι σηροτρόφοι στη Νέα Κίο – Το μεταξουργείο της Νέας Κίου – Μεταξουργεία Αργολίδας

  

Η σηροτροφία αποτελεί κλάδο της κτηνοτροφίας και ασχολείται με την εκτροφή μεταξοσκωλήκων για την παραγωγή μεταξιού. H τέχνη της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και της παραγωγής μεταξιού είναι γνωστή εδώ και περισσότερο από 4000 χρόνια. Από το 3.000 π.Χ. έως και τον 5ο αιώνα µ.Χ. η μεγάλη αυτοκρατορία της Κίνας ήταν ο μοναδικός παραγωγός καλλιεργημένου και επεξεργασμένου μεταξιού σε όλο τον κόσμο. Πατρίδα του θεωρείται η Κίνα, παρόλο που σημαντικές ποσότητες παράγονται και στην Ιαπωνία, στην Κορέα και την Ινδοκίνα.

Στην Ευρώπη εισήχθηκε για πρώτη φορά στο Βυζάντιο στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, όταν δύο καλόγεροι, επιστρέφοντας από µια ιεραποστολική περιοδεία στην Κίνα το 554 µ.Χ., έφεραν μαζί τους κουκούλια μέταξας κρυµµένα στα κούφια ραβδιά τους, γιατί απαγορευόταν η εξαγωγή τους.

 

Η Σηροτροφία: ήτοι Η Τέχνη της μεταξοποιΐας / εκ διαφόρων ερανισθείσα υπό Στεφάνου Μαρτζέλλα, Εν Παρισίω, 1846.

 

Η Ελλάδα έχει μακρά ιστορία στον τοµέα της Σηροτροφίας και μεταξοϋφαντουργίας. Οι τομείς αυτοί υπήρξαν ανέκαθεν πηγή πλούτου και πολιτισμού για όλες τις περιοχές της χώρας. Το μετάξι, ως ύφασμα, ήταν γνωστό στους αρχαίους Έλληνες από τον 4ο αι. π.Χ. χάρη στις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Τον 6ο αι. µ.Χ. το μυστικό της εκτροφής διαρρέει στο Βυζάντιο, κι από κει το μετάξι και η επεξεργασία του διαδίδονται στη Δύση. Τον 16ο – 19ο αιώνα ευνοείται η καλλιέργεια της μουριάς κι έτσι η σηροτροφία αναπτύσσεται από τη Λακωνία ως τη Θράκη τροφοδοτώντας τόσο την τοπική όσο και την Ευρωπαϊκή µεταξουργία (Γαλλία και κυρίως Ιταλία) µε κουκούλια και µεταξόνηµα, µε ιδιαίτερη άνθηση από το 1920 µέχρι τον πόλεµο του 1940. Μεταπολεμικά, παρά τις προσπάθειες της Πολιτεί­ας (Υπουργείο Γεωργίας) με προγράμματα και επιδοτήσεις, δεν κατέστη δυνατή η ανάπτυξη της σηροτροφίας σε ικανοποιητικά επίπεδα εξαιτί­ας των χαμηλών τιμών του μεταξιού, μια και το ανταγωνίζονταν οι τεχνητές και συνθετικές ίνες.

 

Καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων

 

Οι μεταξοσκώληκες φιλοξενούνται σε δροσερά και μισοσκότεινα δωμάτια, στα ο­ποία οι σηροτρόφοι τοποθετούν διάφορα πλέγματα, συνήθως καλαμωτές, όπου ζουν οι περιζήτητες κάμπιες. Την άνοιξη, όταν ανοίγουν οι μουριές και πρασινίζουν με το πυκνό τους φύλλωμα, γίνεται η επώαση των αβγών του μεταξοσκώληκα σε θερμοκρα­σία 25° C περίπου. ( Τα φύλλα της μουριάς αποτελούν την τροφή των μεταξοσκωλήκων).

Μετά από 12-15 ημέ­ρες εκκολάπτεται από κάθε αβγό μία πολύ τριχωτή και σκουρόχρωμη προνύμφη μήκους τριών χιλιοστών περίπου. Αυτό το σκουληκάκι είναι αδηφάγο: φαγανό, λαί­μαργο και αχόρταγο. Οι σηροτρόφοι γνω­ρίζουν την αδηφαγία του και το ταΐζουν κα­λά. Σε λιγότερο από ένα μήνα έχει γίνει μια κάμπια οκτώ εκατοστών και έχει βάρος 8.000 φορές μεγαλύτερο του αρχικού της. Την περίοδο της ραγδαίας ανάπτυξης του ο μεταξοσκώληκας αποβάλλει πρόωρα το τρίχωμα του και από γκρίζος γίνεται λευ­κός και ελαφρά γκριζωπός.

 

Εκτροφή Μεταξοσκώληκα

 

Μέχρι την τε­λική του ανάπτυξη υφίσταται τέσσερις δια­δοχικές εκδύσεις – ας τις ονομάσουμε εδώ «εξελικτικά στάδια»-. Πριν από κάθε έκδυση καταλαμβάνεται από χαρακτηριστι­κή βουλιμία και μετά την τελευταία έκδυση εκδηλώνει και τη μεγαλύτερη λαιμαργία. Μία εβδομάδα μετά την τελευταία έκ­δυση ο μεταξοσκώληκας είναι έτοιμος ν’ αρχίσει την παραγωγή μεταξιού και η όρε­ξή του σταματά απότομα. Αναζητά τότε μέ­ρος, για να φτιάξει το κουκούλι του. Ενώ μέχρι τότε παρέμενε στην ίδια θέση και πε­ρίμενε παθητικά την τροφή του, πάντοτε μουρόφυλλα, που τα καταβρόχθιζε με ιδιαί­τερη ευχαρίστηση, τώρα του κόβεται η όρεξη και περνάει στο στάδιο της αναρρί­χησης. Αρχίζει, λοιπόν, να μετακινείται, α­νεβαίνοντας σε οποιοδήποτε αντικείμενο.

Μεταξοσκώληκας

Οι σηροτρόφοι τότε τοποθετούν επάνω στις καλαμωτές κλαδάκια. Ο μεταξοσκώληκας αναρριχάται και επιλέγει το σημείο όπου θα κάνει τη «φωλιά» του. Εκκρίνει τότε μί­α μεταξένια λεπτή κλωστή από έναν πόρο στο κάτω χείλος του και πλέκει αρχικά ένα αραιό πλέγμα από πολύ λεπτά νήματα, που προσκολλώνται σε διάφορα σημεία. Αυτό το πλέγμα είναι η φωλιά του, η οποία έχει σκοπό να στηρίξει το κουκούλι. Στη συνέ­χεια πλέκει το κουκούλι γύρω από το σώ­μα του. Αυτή η διαδικασία διαρκεί 3-4 η­μέρες. Το κάθε κουκούλι αποτελείται από ένα και μοναδικό νήμα μήκους έως και 1500 μέτρα, δηλαδή έχει το μέγεθος ενός μικρού αβγού κότας. Υπάρχουν και κου­κούλια με νήμα 300 ή 500 ή 800 μέτρων, που σημαίνει ότι είναι μικρότερα.

Μέσα στο κουκούλι αυτό θα γίνει η νύμφωση. Δηλαδή η κάμπια θα μεταμορ­φωθεί σε χρυσαλλίδα, μια πεταλουδίτσα, η οποία θα τρυπήσει το κουκούλι, για να βγει έξω. Γι’ αυτό και οι σηροτρόφοι φουρ­νίζουν τα κουκούλια, βάζοντάς τα σε τα­ψιά, για να σκοτώσουν το έντομο, πριν τρυ­πήσει το κουκούλι και το καταστρέψει. Κρατάνε μόνο λίγα κουκούλια για σπόρο. Από τα κουκούλια αυτά θα βγουν ισάριθ­μες πεταλούδες με χοντρό τριχωτό σώμα και μεγάλα υπόλευκα φτερά, που στην πλή­ρη ανάπτυξή τους έχουν άνοιγμα 4-5 πό­ντους. Οι αρσενικές ξεχωρίζουν από τη λε­πτότερη κοιλιά τους. Αμέσως μετά τη σύ­ζευξη η θηλυκή γεννάει εκατοντάδες αβγά (μέχρι 1000). Η ωοτοκία γίνεται αρχές κα­λοκαιριού, οι πεταλουδίτσες μετά από λί­γες μέρες πεθαίνουν και ο σπόρος «κοι­μάται» μέχρι την επόμενη άνοιξη (περίο­δος διάπαυσης). Με την παραγωγή των κουκουλιών το έργο του σηροτρόφου ουσιαστικά έχει τε­λειώσει. Για την περαιτέρω επεξεργασία ει­σερχόμαστε στο δεύτερο στάδιο παραγωγής μετάξης, το βιοτεχνικό ή βιομηχανικό.

 

Κουκούλια

 

Παλιότερα, όταν δεν υπήρχαν εργοστάσια, ο σηροτρόφος βουτούσε τα κουκούλια σε βραστό νερό, για να γίνει το ξετύλιγμά του συνεχούς νήματος. Αυτή η διαδικασία, να ξετυλίγεται η κλωστή από το κουκούλι και να τυλίγεται σε ανέμες, ονομαζόταν αναπηνισμός. Τα κουκούλια τοποθετούνταν σε ειδικές μικρές λεκάνες με ζεστό νερό 50-60 C, για να διαλυθεί η μεταξόκολλα και να ξετυλιχτεί ευκολότερα η ίνα. Στη συνέχεια, σ’ ένα τρίτο στάδιο, γινότανε η κλώ­ση, δηλαδή το «γνέσιμο» του καθαρού νή­ματος, που ήταν έτοιμο για ύφανση, μια διαδικασία δύσκολη και πολύπλοκη, την ο­ποία αναλάμβαναν τα βιομηχανικά εργα­στήρια, τα γνωστά μας μεταξουργεία.

 

Οι σηροτρόφοι στη Νέα Κίο

 

Στον αργολικό κάμπο καλλιεργούσαν μετάξι μόνο στη Νέα Κίο. Οι μικρασιάτες πρόσφυ­γες γνώριζαν την καλλιέργεια από την πα­λιά τους πατρίδα, την Κίο των Αργοναυ­τών. Κάθε οικογένεια χρησιμοποιούσε πε­ρίπου 5 δράμια κουκουλόσπορου. Η από­δοση ήταν 6 οκάδες κουκούλια από κάθε δράμι σπόρου. Δεν υπήρχαν, όμως, ειδικά σηροτροφεία, αλλά χρησιμοποιούσαν ένα δωμάτιο του σπιτιού τους. Οι μουριές στη Νέα Κίο αναπτύσσονταν γρήγορα και είχαν πλούσια φυλλώματα. Η ευδοκίμησή τους οφειλόταν βασικά στο υγρό κλίμα και στη μεγάλη υγρασία του υπεδάφους, μολονότι ο θερμός άνεμος που έπνεε κατά την περίοδο της κατασκευής των κουκουλιών (λίβας) δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκός για την βελτίωση της ποιότητας του μεταξόσπορου, τον οποίο παρασκεύαζαν επί τόπου.  Παρά τους κινδύνους αυτούς η σηροτροφία υπήρξε για μεγάλο διάστημα ενισχυτικό εισόδημα των οικογενειών που συνεχώς προσπαθούσαν για την ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγής τους.

 

Το μεταξουργείο της Νέας Κίου

 

Ο δημοσιογράφος και ποιητής Χρήστος Δελής (1887-1960) ο οποίος διετέλεσε επί δύο δεκαετίες πρόεδρος της κοινότητας της Ν. Κίου, ίδρυσε Μεταξουργείο, συνεχίζοντας την παράδοση της Κίου της Μικράς Ασίας. Μουριές φυτεύτηκαν στους δρόμους της κοινότητας και στα σπίτια διαμορφώθηκε ειδικός χώρος για την επεξεργασία των κουκουλιών. Το 1932 μάλιστα, το μετάξι αυτό πήρε το πρώτο βραβείο στην Έκθεση Θεσσαλονίκης. Το μετάξι διοχετευόταν στη βιομηχανία υφασμάτων Ναθαναήλ. Απασχολούσε 50-60 περίπου εργάτριες κατά τη διάρκεια των εργασιών του, οι οποίες διαρκούσαν περίπου οκτώ μήνες. Το Μεταξουργείο καταστράφηκε από τους Γερμανούς στα χρόνια της κατοχής. Ο ιδιοκτή­της δεν μπόρεσε να το επαναλειτουργήσει και οι Κιώτες στράφηκαν στα λαχανικά, εγκατα­λείποντας τη σηροτροφία. Στο δίτομο έργο του Ευρυσθένη Α. Λασκαρίδη « ΚΙΑΝΑ» (τ. Α΄σελ. 288) διαβάζουμε:

 

 

« Η Νέα Κίος έχει και εργοστάσιον κον­σερβοποιίας κηπευτικών προϊόντων. Επίσης και εργοστάσιον μεταξουργίας ιδρύθη από τα πρώτα έτη της ιδρύσεως της Νέας Κίου, διότι από τους πρώτους μήνας της εκεί εγκαταστά­σεως των οι Κιανοί εφύτευσαν και φυτώριον συκαμιών (συκαμιά, μουριά), μετά την ανάπτυξιν των οποίων παρήγον και κουκούλια, όπως και εις την παλαιάν των πατρίδα. Το εργοστάσιον όμως τούτο της μεταξουργίας κατεστράφη κατά την κατοχήν υ­πό των κατακτητών, χωρίς μετά να δυνηθή ο ιδιοκτήτης του να το επανιδρύση. Μετά την καταστροφήν του μεταξουργείου αντικατέστησαν οι κάτοικοι της Νέας Κίου τας συκαμιάς των με κηπευτικά είδη ».

 

Μεταξουργεία Αργολίδας

  

Στην Αργολίδα λειτούργησαν τέσσερα με­ταξουργεία. Το πιο παλιό ήταν του Μιχαήλ Παπανικολάου στο Ναύπλιο, το οποίο ι­δρύθηκε το 1875. (Οδηγός Ν. Ιγγλέση, σ. 334). Δεν έχουμε άλλες πλη­ροφορίες για το μεταξουργείο αυτό. Το άλ­λο μεταξουργείο, στο Ναύπλιο και αυτό (Σιδηράς Μεραρχίας και Κιλκίς), ιδρύθη­κε από τους ετεροθαλείς εκ πατρός αδελ­φούς Γεώργιο Π. Νταβέλη και Ανδρέα Κό­τσυφα το 1905 «με 10 εργάτιδας εργαζομένας με ανέμην». (Οδηγός Ν. Ιγγλέση, σ. 334). Λειτούργησε μέχρι το 1935 περίπου. Όπως μας πληροφόρησε ο εγγονός του ιδρυτή Γιώργος Νταβέλης, ο πατέρας του οποίου Ορέστης δούλεψε πολ­λά χρόνια εκεί, τα κουκούλια τα προμηθεύ­ονταν από το Τολό, από την Καλαμάτα κι από άλλα μέρη εκτός Αργολίδας. Στη συ­νέχεια μετατράπηκε σε νηματουργείο.

Το τρίτο κατά χρονολογική σειρά μεταξουργείο ήταν της Νέας Κίου, το οποίο στε­γάστηκε δεξιά της κεντρικής οδού Άργους – Ν. Κίου, στο ύψος της Αγίας Ειρήνης, και ήταν ιδιοκτησίας Χρήστου Δελή, ενός από τους ιδρυτές του προσφυγικού συνοι­κισμού και πρώτου κοινοτάρχη της Ν. Κί­ου.

Το τέταρτο μεταξουργείο λειτούργη­σε στο Άργος στην οδό Αγ. Κωνσταντίνου και ήταν ιδιοκτησίας Ηλία Σαραντόπουλου, ο οποίος καταγόταν από το Άργος, αλλά αρ­γότερα εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθή­να. Αγόραζε κουκούλια από τον Αχλαδόκαμπο κι από άλλες περιοχές εκτός Αργολίδας. Οι εργάτριες του εργοστασίου ήταν ίσως από τη Νεστάνη Αργολίδας και μέ­νανε με ενοίκιο σε ταπεινά σπιτάκια της περιοχής Αρβανιτιάς Άργους. Η πληροφο­ρία σημειώνεται με κάθε επιφύλαξη, επει­δή στάθηκε αδύνατο να διασταυρωθεί. Ο ίδιος πληροφοριοδότης μάς εξήγησε ότι οι Αργείτισσες δεν καταδέχονταν να δου­λέψουν στο μεταξουργείο, γιατί ήταν βρό­μικη και ταπεινή εργασία. Βέβαια, οι Αργείτισσες εργάζονταν στα χωράφια και στα μποστάνια, όπου καλλιεργούσαν κυρίως τομάτα, και δεν είχανε ίσως χρόνο. Σίγουρα όμως υπήρχαν και Αργειτοπούλες εργάτριες στο μεταξουργείο.

  

« Είχα πάει λίγο καιρό στο μεταξουργεί­ο στην Αγίου Κων/νου. Δε θυμάμαι πώς λέ­γανε το αφεντικό. Ήμουνα κορίτσι 16 χρο­νών τότε, πριν το ’40. Αλλά με πείραζε η άχνη, τα παράτησα κι έφυγα. Ήμουνα από τη Χούνη, αλλά έμενα εδώ στο Άργος σε μια θεία μου. Εγώ έδινα τα κουκούλια απέξω, που τα βράζανε σε καζάνια και τα παίρνανε άλλες και τα εργαζόντανε. Βάζανε την κλω­στή σε ανέμες. Το κουκούλι ήταν πολύ βρό­μικο και μύριζε πολύ, γιατί είχε μέσα το σκουλήκι, που ήτανε ψόφιο. Δεν ξέρω από πού τα φέρνανε τα κουκούλια. Δεν ξέρω πολλά πράγματα, γιατί κάθησα λίγο, καμιά ‘κοσαριά μέρες. Δεν μπορούσα, με πίγκωνε η άχνη. Αρρώσταινα, μα ύστερα ξαναπήγαινα, μέχρι που τα παράτησα. Υπήρχα­νε πολλά μηχανήματα. Μερικές δουλεύανε χρόνια εκεί».  Μαρτυρία της εργάτριας του μεταξουργείου Άργους Κων/νας Μιχαλοπούλου.

 Δε γνωρίζουμε μέχρι πότε λειτούργη­σε το μεταξουργείο Άργους. Πάντως, μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας 1950 καλλιερ­γούσαν μεταξοσκώληκες στον Αχλαδόκαμπο, αν και είναι βέβαιο ότι θα μπορούσαν να πουλάνε τα κουκούλια τους και στο με­ταξουργείο της Τρίπολης, ιδιοκτησίας Πα­ράσχου, το οποίο λίγο αργότερα έγινε υφαντουργείο (μαρτυρία π. Σταύρου Παρά­σχου).

 

Το μεταξουργείο του Ηλία Σαραντόπουλου στο Άργος

 

Ας σημειωθεί εδώ ότι οι περισσότε­ρες συναλλαγές του Αχλαδοκάμπου γίνο­νταν με την Τρίπολη και την ευρύτερη περιοχή, επειδή οι αποστάσεις ήταν μικρότε­ρες και εξυπηρετούνταν και με το τρένο. Πάντως, όταν το κτίριο του μεταξουργεί­ου Άργους το αγόρασε από τον Ηλία Σαραντόπουλο ο Ηλίας Μπόμπος το 1958 ή 1959, επενδύοντας τα χρήματά του στο α­κίνητο, το εργοστάσιο δε λειτουργούσε. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από την Α­γροτική Τράπεζα με ενοίκιο ως αποθη­κευτικός χώρος (μαρτυρία Βασίλη Μπό­μπου). Παρεμπιπτόντως, αξίζει να σημειώ­σουμε εδώ ότι η οδός Αγίου Κων/νου στο Άργος παρουσίαζε ιδιαίτερη βιομηχανική δραστηριότητα. Το πρώτο εργοστάσιο ή­ταν το υφαντουργείο Παζιώτα, ο σημερι­νός κινηματογράφος Movieland. Ακολου­θούσε το εκκοκκιστήριο βάμβακος του τό­τε Δημάρχου Κωστή Μπόμπου και του α­νιψιού του Ηλία Μπόμπου και ακολουθού­σε το μεταξουργείο του Ηλία Σαραντόπουλου. Η οδός Ιακώβου Μάνου στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε, ούτε η πολυκατοικία στη γωνία. Ο χώρος ήταν ενιαίος. Απένα­ντι λειτουργούσε το ελαιοτριβείο του Κώ­στα Κοντογιάννη, το οποίο αρχικά δούλευε με άλογο και αργότερα με ντιζελομηχανή.

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.
  • Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, «Ανάπτυξη τομέα Σηροτροφίας», Σεπτέμβριος, 2007.
  • Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., «Η Αργολική Πεδιάς», Αθήναι, 1938.
  • Ιγγλέσης Γ, Νικος, «Οδηγός της Ελλάδος», έτος Ε΄, τόμος Β΄(1916-17), Αθήναι χ.χ.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ελληνική κοινότητα των Κιανών στο Ρεστ της Περσίας


 

 Η οικονομική ακμή των Κιανών στο Ρεστ, προσέλκυσε και άλλους Έλληνες από διάφορα μέρη, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί. Πολλοί Πόντιοι ασχολούνταν με έργα οδοποιίας, ενώ άλλοι Έλληνες ίδρυσαν ιατρεία και φαρμακεία, ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφενεία. Αυτά ήταν και τα μόνα που υπήρχαν στην πόλη εκείνη. Ο πρώτος που εισήγαγε στην Περσία τα μηχανοποίητα τσιγάρα ήταν και αυτός Έλληνας.

 

Οικογένεια Κιανών περίπου το 1912.

Οικογένεια Κιανών περίπου το 1912.

Μία από τις βασικές επαγγελματικές και γεωργικές επιδόσεις των Κιωτών ήταν η σηροτροφία και η παραγωγή μεταξοσπόρων. Η μεγάλη ανάπτυξη και η κατανάλωσή τους στον Καύκασο, στην Περσία (Ιράν), στο Τουρκεστάν και στη Βουχάρα συντέλεσε στο να δημιουργηθεί στην Περσία μια ευημερούσα κοινότητα των Κιανών. Μετά από τη μεγάλη κατανάλωση στην Περσία πολλών εκατοντάδων χιλιάδων κουτιών μεταξοσπόρων, άρχισαν οι Κιώτες από το 1886 να εγκαθίστανται εκεί, ιδρύοντας εμπορικά γραφεία με κέντρο το Ρεστ του Γκιλάν. Εκείνο όμως που συνετέλεσε στη μεγάλη οικονομική ευρωστία των Κιανών εμπόρων στην Περσία – και κατά συνέπεια και της Κίου – ήταν το ότι με την καλή απόδοση των μεταξοσπόρων από την Κίο αυξήθηκε πολύ η παραγωγή τους στην Περσία. Τα κουκούλια αυτά μετά από την αποξήρανσή τους στέλνονταν στα δυο μεγάλα κέντρα μεταξιού της Ευρώπης, στη Λυών της Γαλλίας και στο Μιλάνο της Ιταλίας. Την εξαγωγή αυτή των κουκουλιών από την Περσία στην Ευρώπη την είχαν στα χέρια τους κυρίως Γάλλοι και Ιταλοί. Με την εγκατάσταση όμως των Κιανών στην Περσία το εμπόριο αυτό περιήλθε στα χέρια τους οι οποίοι εκτόπισαν εντελώς τους Ευρωπαίους.

Από όλη την ποσότητα των 1.000.000 και πλέον κιλών κουκουλιών της ετήσιας παραγωγής, τα 75-80% εξάγονταν από τους Κιώτες και τα υπόλοιπα από τους ξένους. Με την αύξηση των εργασιών τους οι έμποροι από την Κίο επάνδρωναν τα γραφεία τους στο Ρεστ με υπαλλήλους από την Κίο, οι οποίοι μορφώνονταν σε διάφορα σχολεία στην Κωνσταντινούπολη αλλά και στη Γαλλική σχολή της Προύσας, όπου διδάσκονταν λογιστικά και ξένες γλώσσες, ιδίως τη Γαλλική, η οποία την εποχή εκείνη ήταν η επικρατέστερη στην εμπορική αλληλογραφία.

Η οικονομική ακμή των Κιανών εκεί προσέλκυσε και άλλους Έλληνες από διάφορα μέρη, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο Ρεστ. Πολλοί Πόντιοι ασχολούνταν με έργα οδοποιίας, ενώ άλλοι Έλληνες ίδρυσαν ιατρεία και φαρμακεία, ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφενεία. Αυτά ήταν και τα μόνα που υπήρχαν στην πόλη εκείνη. Ο πρώτος που εισήγαγε στην Περσία τα μηχανοποίητα τσιγάρα ήταν και αυτός Έλληνας.

Η εκτίμηση που απολάμβανε η ελληνική παροικία των Κίων στο Ρεστ τόσο από τους Πέρσες όσο και από τη διεθνή κοινωνία ήταν εξαιρετική. Οι Κίοι πέτυχαν με την πολιτεία τους να αποκτήσουν πλήρως την εμπιστοσύνη των κατά τα άλλα δύσπιστων Περσών.

Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα όλοι οι Κιανοί στην Περσία βρίσκονταν σε άριστη οικονομική κατάσταση. Η αύξηση του ελληνικού στοιχείου έφερε και την ανάγκη για ίδρυση ελληνικής εκκλησίας και σχολείου. Με την πρωτοβουλία των Κιανών χτίστηκε στην πιο κεντρική θέση της πόλης του Ρεστ εκκλησία, σχολείο και κοινοτικό κατάστημα, τα οποία στοίχισαν πάνω από 2000 χρυσές λίρες, χρήματα τα οποία καταβλήθηκαν από τους εκεί εγκαταστημένους Κιώτες. Πρώτος εφημέριος της εκκλησίας ήταν ο αρχιμανδρίτης Χαρίτων, δάσκαλος ο Ι. Ανανιάδης, τον οποίο διαδέχτηκε ο Γιαννακός. Οι συμπολίτες μας στην Περσία κατέβαλλαν και τα έξοδα για τη συντήρηση των κοινοτικών ιδρυμάτων αυτών.

Η Τουρκική κυβέρνηση, εκτιμώντας το έργο των Ελλήνων υπηκόων της στην Περσία, διόρισε επίτιμο πρόξενό της στο Ρεστ τον Χαρίλαο Παπαδόπουλο. Το Γαλλικό προξενείο υπεράσπιζε τα συμφέροντα των Ελλήνων υπηκόων. Όταν δε καταργήθηκε, η Γαλλική πρεσβεία της Τεχεράνης διόρισε Έλληνα προξενικό πράκτορα στο Ρεστ. Οι διαφορές με τους ντόπιους εκδικάζονταν σε ειδικά δικαστήρια, τα λεγόμενα «Καρκουζαράτα», λόγω των διομολογήσεων που ίσχυαν τότε στην Περσία.

Η ευημερία και η άνθηση του εμπορίου των συμπατριωτών μας εξακολούθησε μέχρι την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου το 1914. Επειδή η Τουρκία και η Ρωσία κατά τον πόλεμο αυτό ανήκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα, η δε μεταφορά των μεταξοσπόρων γίνονταν διά του ρωσικού Καυκάσου, ήταν πια αδύνατη η εισαγωγή μεταξοσπόρων από την Κίο στην Περσία. Αλλά ούτε και τα κουκούλια από την Περσία ήταν δυνατόν να σταλούν στην Ευρώπη.  

Μετά τη Ρωσική επανάσταση του 1917, οπότε πέθανε και ο Χαρίλαος Παπαδόπουλος, η ελληνική κοινότητα Ρεστ προβλέποντας ότι θα ακολουθήσουν δύσκολες μέρες, με πρακτικό της παραχώρησε την ακίνητη περιουσία της στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, κοινοποιώντας ταυτοχρόνως σε αυτό την απόφασή της.

Αργότερα, μετά την τοπική επανάσταση στη βόρεια Περσία, η οποία προκλήθηκε από Ρώσους κομμουνιστές, λεηλατήθηκαν το σχολείο και η εκκλησία. Μετά την ανακωχή του 1918, οι περισσότεροι από τους ομογενείς αναχώρησαν οριστικά από την Περσία. Παρέμειναν ελάχιστοι, οι οποίοι ασχολούνταν με εμπόριο εισαγωγών από την Ευρώπη και με άλλα ελευθέρια επαγγέλματα.

Μετά από τη Μικρασιατική καταστροφή και την ομαδική έξοδο του ελληνικού πληθυσμού από την Κίο έπαψε τελείως το εμπόριο των μεταξοσπόρων, διότι οι Τούρκοι, αν και το επεχείρησαν, δεν μπόρεσαν να το συνεχίσουν, επειδή δεν υπήρχαν ειδικοί που να γνωρίζουν ακριβώς την μικροσκόπηση των μεταξοσκολήκων.

Από τους εγκατασταθέντες Κιανούς στη Μακεδονία ο Αναστ. Πινάτσης, ένας από τους μεγαλύτερους εμπόρους μεταξοσπόρων της Παλαιάς Κίου, για τρία συνεχώς χρόνια ασχολούνταν στην Αγυιά της Θεσσαλίας με την παραγωγή μεταξοσπόρων με το σύστημα Pasteur, τους οποίους έστελνε στην Περσία. Και ο Θεολόγος Βαρβάκης από την Κίο παρασκεύασε μεταξοσπόρους στη Βέροια και τους έστειλε στην Περσία. Δεν μπόρεσε όμως κανείς από τους δύο να συνεχίσει και να αναπτύξει και πάλι το εμπόριο αυτό, γιατί τα έξοδα παρασκευής στην Ελλάδα ήταν πολλά και τα ναύλα μεταφοράς στην Περσία μεγάλα. Δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τις τιμές των μεταξοσπόρων της τοπικής παραγωγής, αφού οι Πέρσες ασχολήθηκαν με την παραγωγή τους κατά τα μεταπολεμικά έτη.

Αργότερα οι Πέρσες, θέλοντας να οργανώσουν διάφορες καλλιέργειες, κάλεσαν από την Ελλάδα ιδιώτες ειδικούς, ιδίως Ποντίους, για καπνοκαλλιέργεια, κάλεσαν τυροκόμους, εργοδηγούς για έργα οδοποιίας και για σιδηροδρομικές γραμμές. Όλοι αυτοί σήμερα χρησιμοποιούν την εκκλησία μαζί με τους εγκατεστημένους στο Ρεστ Ρώσους, διότι είναι η μοναδική χριστιανική εκκλησία στην περιοχή αυτή.

Από το εμπόριο λοιπόν αυτό της Κίου με την Περσία μέχρι το 1914, ευημερούσαν οικονομικά οι κάτοικοι της Κίου. Εξαιτίας αυτής της οικονομικής ευημερίας των Κιανών και της επικοινωνίας με τον πολιτισμένο κόσμο – γιατί πολλοί πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από την Περσία περνούσαν από την Κεντρική Ευρώπη ή τη Ρωσία – ήρθε και η πνευματική και κοσμοπολιτική τους πρόοδος.

  

Πηγή


  • Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.

 

 

Read Full Post »