Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Σκούρτη Παρασκευή’

Μνήμες τρύγου στην Ερμιόνη – © Παρασκευή Δημ. Σκούρτη


 

Ελάχιστα πλέον αμπέλια έχουν απομείνει στην πατρίδα μας [Ερμιόνη Αργολίδας] , οι μνήμες όμως έχουν απομείνει όχι μόνο της εποχής του τρύγου αλλά και του πλήθους των εργασιών που χρειαζόταν να γίνουν μέχρι τη συγκομιδή. Μετά την ωρίμανση των σταφυλιών, προϊόν που συνδέεται με την οικονομία και την κοινωνία, περιμένει ο τρύγος. Ο καλλιεργητής αλλά κι ο γλεντοκόπος περιμένουν εναγωνίως κι οι δυο τη νέα σοδειά του κρασιού, που θα τους κρατήσει συντροφιά όλη την επόμενη χρονιά.

Το μάζεμα των σταφυλιών, αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της χρονιάς, που στη συγκομιδή του έπαιρνε μέρος όλη η οικογένεια.

Νίκη Λαδα – Φοίβα, Φανή Γιαννάκου – Θεοδώρου

Ο τρύγος του αμπελιού ξεκινά από τον Αύγουστο έως τον Σεπτέμβριο, μήνας που αποκαλείται και «Τρυγητής». Ξεκινά νωρίς το πρωί στο αμπέλι και παίρνει διαστάσεις γιορτής∙  σήμερα στο αμπελοτόπι του ενός και αύριο στου άλλου. Αυτό ήταν το «εναλλακτικό νόμισμα»∙ σήμερα θα έρθω στο χωράφι σου και αύριο εσύ στο δικό μου, έτσι γινόταν η συγκομιδή, γιατί κατά την  φράση που χρησιμοποιούσε ο λαός μας «Θέρος, τρύγος, πόλεμος»,  χρειάζονταν πολλά χέρια.

Έγκαιρα έχουν ετοιμαστεί τα σύνεργα,  τρυγοκόφινα – κοφίνια και αντρίκια πλυμένα-, ακονισμένα μαχαιράκια, σουγιαδάκια καμπυλωτά  (οι σβανάδες). Οι αμπελουργοί έχουν βγάλει από τα υπόγεια τα ξύλινα βαρέλια που θα δεχθούν τις χιλιάδες μπότσες μούστο στην πλατιά ολοστρόγγυλη κοιλιά τους, για να πλυθούν στα Μαντράκια ή στο Λιμάνι, να διορθωθούν από το Θόδωρο Κανέλλη και τον Κρανιδιώτη βαρελά Μαλανδρένια, να ξεφουντωθούν, να στανιάρουν.

Βαρέλια παντού, στη σειρά και παιγνίδια πολλά από τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια (κανάρια, φούσια, κρυφτό, πλατσούρισμα), μέσα και πάνω στα βαρέλια κι όταν ερχόταν η κούραση και νύχτωνε, τότε καβάλα στα βαρέλια τραγουδούσαν κοιτάζοντας τ’ αστέρια. Ο θείος μας Κυριάκος Σκούρτης πρώτος και καλύτερος, με τη δυνατή και όμορφη φωνή του πρωτοστατούσε, αλλά και οι φίλοι του Λάζαρος Κουτούβαλης, Τάσος Μουρμούρης, Ιωσήφ Σαρρής, κ.α..

Τα υπόγεια θα ασπριστούν, θα πλυθούν τα πατητήρια. Όλα έτοιμα στην εν τέλεια.

 «Τ’ Αη Λιός με το μαντήλι, της Σωτήρας με το κοφίνι»

-Τρυγήσατε;

-Τρυγήσαμε.

-Καλά κρασιά.

Το αμπελάκι μας, πίσω από το παγοποιίο του Ησαΐα, ο παππούς Αριστείδης Φοίβας, γνήσιος άνθρωπος της υπαίθρου, το είχε φυτέψει με κόπο και μεράκι και όταν έπινε το κρασάκι, που δεν έλειπε ποτέ από το τραπέζι, ευφραινόταν η καρδιά του. Το αμπελάκι μας που δόθηκε ως προίκα στη μητέρα μας δεν υπάρχει πια, όπως και πολλά άλλα.  Η γη των πατέρων δόθηκε στο βωμό της εξέλιξης, προς χάριν της οικοδόμησης, όμως ευτυχώς υπάρχουν οι αναμνήσεις.

Ο αείμνηστος Απόστολος Γκάτσος στις καλοκαιρινές μας συζητήσεις, μου είχε αναφέρει ότι: «Στο χώρο που σήμερα είναι χτισμένο το Γυμνάσιο – Λύκειο Ερμιόνης ήσαν τα μοναστηριακά αμπέλια. Όταν  έσκαβαν οι καλόγεροι τ’ αμπέλια μαύριζε ο τόπος από τα ράσα τους, εξ ου και το όνομα του πηγαδιού «Καλογερικό».

«Τζίτζικας ελάλησε μαύρη ρόγα γυάλισε»

 

Ο Τρύγος. Χαρακτικό του Τάσου.

 

Οι τρυγητές με τα καπέλα τους και οι τρυγήτριες με τα ψάθινα καπέλα ή τα φακιόλια για την προστασία από τον ήλιο και τις φαρδιές φούστες, κόβουν και τραγουδούν, τραγουδούν, γελούν, κόβουν και τοποθετούν στο καλάθι τους: μαρκοπουλιώτικο, σαββατιανό, μαυρούδι, αραιό, τραγανό, φράουλο. (Φράουλο είχε το αμπέλι του παππού και του Γιάννη Νίκα (Τζάνη).

Κόβουν το σταφύλι από το κλίμα με το χέρι και αν το κοτσανάκι είναι σκληρό με ένα σουγιαδάκι. Απαιτητική, κοπιαστική εργασία, αλλά τους γεμίζει χαρά και ευεξία. Όταν τα κοφίνια γεμίσουν μεταγγίζονται από τα χέρια των νεαρών τρυγητών  στα αντρίκια. Εκεί οι νέοι και οι νέες  θα τσιμπολογήσουν τη ρόγα του σταφυλιού, θα κοιταχτούν, θα μεθύσουν με το κρασί της αγάπης και αργότερα θα παντρευτούν.

 

 «Μες τ’ αμπέλι και το κλίμα σ’ αγαπώ δεν είναι κρίμα»,

 «Και βάλαμε και μάρτυρες δυο βεργούλες κι ένα κλίμα, σ’ αγαπώ δεν είναι κρίμα».

 

Ο Τάσος Γανώσης με τα τρυγοκόφινα φορτωμένα.

Με τα ζώα μεταφέρονται στα πατητήρια (τους ληνούς). Εδώ γίνεται το πάτημα, η παραγωγή του χυμού, του γλαύκου, που είναι γνωστός ως μούστος. Ο μούστος ξεχειλίζει στο πατητήρι, θα μεταφερθεί στα καθαρά δρύινα βαρέλια, όπου θα προστεθεί μια ποσότητα μυρωδάτου ρετσινιού από το δάκρυ του πεύκου, για να ακολουθήσει η αλκοολική ζύμωση, που στη συνέχεια θα γίνει κρασί. Το κρασί είναι ένας ζωντανός οργανισμός που επηρεάζεται από την καθαριότητα και τη θερμοκρασία.

Τα πατητήρια πολλά: του Ιωσήφ Μερτύρη, του Μίμη Σκλαβούνου, του Μήτσου Οικονόμου, του Ηλία Παπαμιχαήλ, του Μίμη Κομμά, του Μιχάλη Παπαμιχαήλ (Γιαταγάνα), του Γιάννη Κόαση, του Γιάννη Νίκα κ.α. Οι ταβέρνες αγοράζουν το μούστο από τους αμπελουργούς, που περιμένουν τη σοδειά προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα πολύ σημαντικό μέρος, αν όχι το ετήσιο εισόδημα της οικογένειας.

Αγγειογραφίες πλείστες από την αρχαιότητα, ερυθρόμορφα και μελανόμορφα αγγεία που κοσμούνται από παραστάσεις με θέμα το κρασί. Στους κλασικούς χρόνους ο θεσμός του κρασιού ήταν μέρος του συμποσίου, ενώ σύμβολα ιερά του Χριστιανισμού αποτελούν η «άμπελος και ο οίνος». Οι ληνοβάτες με τα κατακόκκινα ιμάτια από το πάτημα των σταφυλιών συμβόλιζαν του μάρτυρες της νέας θρησκείας, ενώ το πατητήρι, ο ληνός, συμβόλιζε τη θυσία του Θεανθρώπου και τη μαρτυρική του θυσία.

Ο μούστος θα μείνει στα βαρέλια με το μυρωδάτο ρετσίνι για να γίνει η οινοποίηση, θα βράσει και στη συνέχεια θα σφραγιστεί.

Κρασί, είναι το ποτό που με την επίκληση του Διονύσου οδηγεί τον άνθρωπο στον ενθουσιασμό, στο κέφι, στη δημιουργική ανάταση, όταν βέβαια πίνεται με μέτρο, γιατί ακολουθεί τότε το:

 «Κρασί σε πίνω για καλό, μα εσύ με πας στον τοίχο».

Σύμφωνα δε με τον Ορειβάσιο  «Το κρασί δίνει δύναμη και χαρά στην ψυχή και ηδονή».

Το κρασί, αποτελούσε το κυριότερο ποτό των αρχαίων Ελλήνων μετά το νερό. Απαραίτητο συμπλήρωμα στη διατροφή, μέσο ευωχίας, κοινωνικότητας και δυναμωτικό. Τον οίνον τον έπιναν νερωμένο «κεκραμένον», χωρίς την προσθήκη νερού ήταν «ο άκρατος οίνος». Τη θέση του Διονύσου στη συνέχεια κατέλαβε ο Άγιος Τρύφωνας, που εορτάζεται την 1η Φλεβάρη που αρχίζει και το κλάδεμα.

Το κλάδεμα του αμπελιού γίνεται κατά τους μήνες Ιανουάριο ή Φεβρουάριο ανάλογα και απαιτεί γνώση, ξεχωριστή τέχνη κι εμπειρία : «… γέρους και κλάδεψέ με…».  Ο αμπελουργός  ξέρει ποια μάτια καρπίζουν και ποιες βέργες κάνουν για καταβολάδες, ώστε να μην κοπούν. Το σκάψιμο ακολουθεί μετά το κλάδεμα και χρειάζεται γερά μπράτσα. Έσκαβαν οι εργάτες με την αξίνα, την αμπελαξίνα,  και έκαναν το χώμα μικρά βουναλάκια «τα κουτρούφια», ώστε να αερίζεται το χώμα και οι ρίζες του φυτού. Το σκάψιμο μια πολύ επίπονη εργασία γίνεται το μήνα Φλεβάρη, θέλει χέρια γερά: «Για βάλε νιους και σκάψε με…». Ακολουθεί το θειάφισμα ή ράντισμα με γαλαζόπετρα για τις τυχόν ασθένειες. Συνέχεια έχει το ξεβλάστωμα, αραίωμα: «… βάλε γριές μεσόκοπες να με βλαστολογήσουν…» Την άνοιξη ερχόταν η ανθοφορία, το μήνα Μάη τα τύλιγαν τα έκαναν «κατσούλα», «βάλε κορίτσι ανύπαντρα να με κορφολογήσουν…

«Να ‘μουν το Μάη μπιστικός, τον Αύγουστο δραγάτης» (λαϊκό τραγούδι)

Οι δραγάτες, ήσαν οι φύλακες των αμπελιών και της υπαίθρου. Η ζωή τους ήταν ευχάριστη μέσα στην αφθονία των καρπών, της ανθρώπινης εργασίας, στη δροσιά της υπαίθρου ψηλά στη δραγασιά του, να ορίζουν τ’ αμπέλια του χωριού.

Οι δραγάτες του χωριού μας ήσαν: Αριστείδης Φοίβας, Κώστας Κοτταράς, Σπύρος Παπαηλιού, Νίκος  Φοίβας, Αντρέας…,  Βουρλής, Αριστείδης Κοντόπουλος.

Ο παππούς μου τα καλοκαίρια έφτιαχνε στο ύψωμα, στη θέση Σπηλιά την καλύβα του και παρακολουθούσε από εκεί τα απλωμένα στον κάμπο αμπέλια. Όταν λοιπόν επρόκειτο να ξαπλώσει έκανε χωνί τις χούφτες του και φώναζε: «Ε! τι κάνεις εκεί, τώρα θα ‘ρθω…», προκειμένου να τρομάξει τον επίδοξο κλέφτη των σταφυλιών.

Ο παππούς κι ο Κώστας Κοτταράς (Καραθάνος) ήσαν δημοκρατικοί κι όταν άλλαξε η πολιτική κατάσταση τους έβγαλαν τραγούδι:

 

«Τον Τσαρό και Καραθάνο

θα τους στείλουμε για μπάνιο.

Αντρέας υπερήφανος,

δε θέλει άλλο ταίρι

γι αυτό τον έχουμε κι εμείς

χειμώνα καλοκαίρι»

 

Κική Κασνέστη – Σκούρτη, Βασίλης Προβελεγγάτος (Πρόσφυγας παρατσούκλι), Θεοδότη Κορδώνη – Σαρρή.

 

Η Τούλα Ραγιά-Ζαραφωνίτη θυμάται, ότι κάποια ποικιλία σταφυλιών την περνούσαν σε σχοινάκι που το άπλωναν στο δωμάτιο και διατηρούσαν τα σταφύλια για μεγάλο χρονικό διάστημα και συνεχίζει:

«Φράουλα είχε ο Γιάννης Νίκας (Τζάνης) και ο Αριστείδης Φοίβας (Τσαπάρας) από εκεί προμηθευόμαστε για γλυκό. Φτιάχναμε γλυκό φράουλο, βγάζαμε τα κουκούτσια με τη φουρκέτα των μαλλιών μία-μία ρόγα, φτιάχναμε και γλυκό σταφίδα, ενώ με το μούστο φτιάχναμε πετιμέζι, μουσταλευριά και μουστοκούλουρα.

Επειδή έπεφταν τα πουλιά και τα έτρωγαν έφτιαχναν στ’ αμπέλια σκιάχτρα. Η κυρά-Φλώρα η μάνα της Τασίας  Κουτσουρελάκη είχε ένα αμπέλι απέναντι από του Κοματά και δίπλα στο φουγάρο του Μέξη. Μαυροφορεμένη με ρόμπα και μαντήλι ολημερίς χτυπούσε δυο σίδερα για να φύγουν τα πουλιά. Ένα μεσημέρι περνούσε από εκεί ο Παναγιώτης Κουβαράς με το γαϊδούρι του για να πάει στο χτήμα του. Πετάχτηκε η κυρά Φλώρα με το μαύρο τσεμπέρι την είδε το γαϊδούρι του, τρόμαξε και έπεσε ξερό. Ο κτηνίατρος που έφεραν τους είπε, ότι έπαθε από το φόβο του ανακοπή».

Οι Ερμιονίτες ήσαν οινολάτρες. Είχαν άμεση πρόσβαση στο καλό κρασί του χωριού τους.

Εμείς αγοράζαμε καλό κρασί από τον Γιάννη Νίκα. Ήταν ψαράς στο επάγγελμα, αλλά και κτηματίας. Το αμπέλι του φυτεύτηκε από τον Γιάννη Κομπάκη που είχε και την ευθύνη της συλλογής των ποικιλιών. Η πρώτη παραγωγή έδωσε 28 φορτώματα σε σταφύλια. Κάθε φόρτωμα 4 αντρίκια. Έβγαλε 900 μπότσες μούστο (κάθε δερμάτινη μπότσα αντιστοιχούσε σε 2 περίπου οκάδες. Η παραγωγή του καλού κρασιού οφειλόταν στην ποικιλία: σιδερίτης, φράουλα, αραιό, βεσαλό, ροδίτη, νυχάτο λευκό και ροζ, σαβατιανό, μοσχάτο, μαυρούδι, σταφίδα, μαρκοπουλιώτικο, αλλά και στις οδηγίες του οινολόγου που τις κρατούσε πιστά με σεβασμό και προσήλωση. Ο γιός του Θανάσης που μου έδωσε και τις πληροφορίες  θυμήθηκε το επώνυμο του οινολόγου Ριζάκου, με μεταπτυχιακό την εποχή εκείνη στην οινολογία, που είχε το εργαστήριό του στην Πλατεία Ιπποδαμείας. Έφερνε το δείγμα του, έπαιρνε οδηγίες και αυθημερόν επέστρεφε να τις εκτελέσει. Όταν έβραζε ο μούστος έστελνε τη γυναίκα του να ανακατέψει. Στην περίπτωση που εκείνη λιποθυμούσε να μπορέσει αυτός να βοηθήσει, γιατί διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να τον τραβήξει έξω εκείνη λόγω βάρους.

Οι ταβερνιάρηδες διάλεγαν σωστά σταφύλια για σωστή οινοποίηση, επένδυαν στο κρασί καλής ποιότητας. Στην ταβέρνα κανείς δεν πίνει μόνος του, θέλει δίπλα του τον δικό του άνθρωπο, το παρεάκι του, που θα μοιραστεί τις χαρές του και τις δυσκολίες της καθημερινότητας.

 

Το γλωσσάρι της οινοποίησης


Ζύμες: ζωντανοί μικροοργανισμοί υπεύθυνοι για την παραγωγή ενζύμων.

Ζύμωση: πολύπλοκη φυσική διαδικασία στη διάρκεια της οποίας τα σάκχαρα του μούστου μετατρέπονται σε αλκοόλ και διοξείδιο του άνθρακα με τη βοήθεια ζυμών και της υψηλής θερμοκρασίας.

Διοξείδιο του άνθρακα (CO2): αέριο που παράγεται στη διάρκεια της ζύμωσης.

Οινολάσπες: οι άχρηστες ζύμες, ένα παχύρευστο υπόλειμμα  που κάθεται στον πάτο του βαρελιού.

 

Παρασκευή Δημ. Σκούρτη

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 23, Νοέμβριος, 2018. 

 

Read Full Post »

Η Σχολή της Singer στην Ερμιόνη –  © Παρασκευή Δημ. Σκούρτη


 

Η γυναικεία εκπαίδευση του προηγούμενου αιώνα σταματούσε στο Δημοτικό σχολείο, αποκλείοντας τα κορίτσια από τη δημόσια Μέση εκπαίδευση, καθώς απαιτούσε την απομάκρυνσή τους από την οικογένεια και δεν ήταν οικονομικά προσεγγίσιμη. Διάφοροι φορείς, οργανώσεις και επαγγελματικές σχολές οργάνωναν επιμορφωτικά σεμινάρια για τη βελτίωση της απόδοσης των νεαρών κοριτσιών στα «του οίκου», μαθαίνοντας τέχνες που υπάγονταν στις «γυναικείες αρμοδιότητες».

Οι τέχνες στις οποίες στράφηκε η επαγγελματική εκπαίδευση καθώς η εκμάθησή τους θεωρείτο αρετή, ήσαν η ραπτική και η κεντητική. Η διδασκαλία τους καλλιεργούσε τις «έμφυτες» κλίσεις και ταυτόχρονα προετοίμαζε τις νεαρές για πηγή εισοδήματος (βιοποριστική εργασία, εξοικονόμηση οικογενειακού χρήματος) σε συνάρτηση πάντα και με τη βελτίωση του οικιακού βίου και τον εξωραϊσμό του «οίκου».

Η εταιρεία SINGER διατηρούσε για πολλά χρόνιο μεγάλο κατάστημα στην οδό Σταδίου και προπολεμικά και μεταπολεμικά έστηνε επαγγελματικές σχολές κεντήματος, κοπτικής και ραπτικής, με τον τίτλο «ΚΕΝΤΡΟ ΟΙΚΟΚΥΡΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ SINGER (ΣΙΝΓΕΕΡ)», με σκοπό την πώληση των προϊόντων της αλλά και την γυναικεία εκπαίδευση, προωθώντας την κοινωνική ανασυγκρότηση και οικοτεχνία. Στην Ερμιόνη προπολεμικά η αντιπροσωπεία της SINGER ίδρυσε Σχολή Κεντήματος με αρχιτεχνίτη τον Κώστα Αναγνωστόπουλο, που μετέτρεπε, με μια μικρή παρέμβαση, τις μηχανές ραψίματος σε μηχανές κεντήματος, δίνοντας την κίνηση στα πόδια, προκειμένου να εργάζονται και τα δύο χέρια και όταν χρειαζόταν επισκεύαζε τις μηχανές.

 

Κοιλάδα, Αύγουστος 1949. Στη μηχανή η Θέμις Αναγνωστοπούλου, στο βάθος αριστερά η Ντίνα Αλεξανδρή – Σκούρτη.

 

Η Εταιρία SINGER διέθετε δασκάλες που γνώριζαν την τέχνη της ραπτικής και του κεντήματος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης του Αναγνωστόπουλου, Θέμιδος, που με αφορμή τις ερωτήσεις μας ξετύλιξε το κουβάρι των προσωπικών της αναμνήσεων, ήσαν: από το Κρανίδι η Αρετή, από το Ναύπλιο η Αφροδίτη, από το Λεωνίδιο η Καλομοίρα και από την Ερμιόνη η ίδια.

Ο χώρος μαθητείας ήταν στην καρδιά της πόλης, στο νοικιασμένο οίκημα του Πάνου Παπαμιχαήλ (Πιτ). Αυτό το οίκημα φιλοξένησε το φυτώριο για σπουδαίες νεαρές κεντήστρες, που έφτιαξαν ολόκληρες προίκες και στόλισαν σπίτια και εκκλησιές με άφθαστα καλλιτεχνήματα. Τέτοια εκθαμβωτικά, θελκτικά, περίτεχνα, πολύχρωμα, ξομπλιαστά χειροτεχνήματα φιλοξενούνται στις προθήκες του Ιστορικού Λαογραφικού μας Μουσείου (Ι.Λ.Μ.Ε.). Καθένα από αυτά κεντάει με το δικό του τρόπο τη μνήμη…

 

Κρανίδι, 1950. Μπροστά αριστερά η Αρχόντω Νόνη – Γεωργίου, στο βάθος Κώστας Αναγνωστόπουλος, δεξιά Θέμις Αναγνωστοπούλου.

 

Το έργο της αντιπροσωπείας SINGER εκτός από εμπορικό, πολιτιστικό, ήταν και κοινωνικό. Προσέφερε στις ανεπάγγελτες κοπέλες του χωριού, που ανταποκρίθηκαν με θέρμη στην πρόσκληση να διδαχθούν, γνώσεις της ευγενούς και δημιουργικής τέχνης της κεντητικής, δημιουργώντας ταυτόχρονα αισιόδοξες προοπτικές. Η ραπτική μπορεί να έχει οικονομική σημασία, να παρέχει ωφέλεια ή κέρδος, αλλά η κεντητική είναι καλαισθησία. Οι μαθήτριες που γράφονταν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα πλήρωναν ένα μικρό αντίτιμο για τη διδασκαλία και για τον ατομικό φάκελο που τους διέθετε η Αντιπροσωπεία και που περιείχε σχέδια και σταμπωτά υφάσματα, κλωστές, τελάρο και άλλα είδη κεντήματος.

Διαφήμιση εποχής.

Η Σχολή προσέφερε τις ραπτομηχανές σε όσες δεν διέθεταν, όπου μάθαιναν να κεντούν με διάφορες βελονιές π.χ. ανεβατό, φιλτιρέ, ριζοβελονιά, πισωβελονιά, ψαροκόκαλο, γκομπλέν, φεστόνι, πλακέ, σπειροβελονιά, αζούρ, αλυσίδα, κομποβελονιά, βυζαντινή βελονιά, κ. α. Στη συνέχεια οι δασκάλες, μεταξύ αυτών και η Θέμις, κόρη του Κώστα Αναγνωστόπουλου όπως προαναφέραμε, βλέποντας το ενδιαφέρον των νεανίδων, συνέχισαν τις σχολές μαθητείας με δική τους πια πρωτοβουλία και με καρμπόν αναπαρήγαγαν τα σχέδια που περιείχε ο πρωτότυπος φάκελος. Το κέντημα της μηχανής έγινε πολύ της μόδας, στόλισε τις προίκες των κοριτσιών, ανανέωσε αισθητικά τον ρουχισμό των σπιτιών. Κέντησαν ασπρόρουχα, νυχτικά και νυχτικοθήκες, εσώρουχα, μωρουδιακά ρουχαλάκια, μαξιλάρια της φιγούρας, στεφανοθήκες και γαμήλιες φωτογραφίες.

Στην Επαγγελματική Σχολή επιμορφώθηκαν πολλές κοπέλες, με μεγάλη παραγωγή χειροτεχνικού έργου. Έτσι κληρονομήσαμε χειροποίητες δημιουργίες με τη μηχανή του κεντήματος, αλλά και του ραψίματος. Τα κεντήματα προσαρμόζονταν στην εποχή των νέων αναγκών και τα σχέδια κοπιάρονταν βάση των παραδοσιακών προτύπων.

Ο Κώστας Αναγνωστόπουλος (Σίνγγερ) με την γυναίκα ταυ Κατίνα και την πολυμελή οικογένειά τους, τα έξι, δηλαδή, παιδιά τους τη θέμιδα, την Τούλα, το Γιώργο, τον Παναγιώτη, τον Τάσο, τη Θεοδότη, το Λευτέρη και την Αγγελική, έμειναν στην Ερμιόνη για πολλά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη Μπενάρδου, στο Μπίστι και ο κυρ-Κώστας ανέπτυξε σπουδαία κοινωνική και πολιτική δράση τα χρόνια εκείνα την πόλη μας.

Ο αμερικανός εφευρέτης της ραπτομηχανής Singer, Ισαάκ Μέριτ Σίνγκερ (Isaac Merritt Singer 1811 – 1875) έργο του Edward Harrison, 1869. National Portrait Gallery (United States).

Το πρώτο μοντέλο ραπτομηχανής SINGER κυκλοφόρησε από τον Αμερικανό μηχανικό Isaac Singer στη Νέα Υόρκη το 1853 και τιμητικά πήρε το άνομά του. Στη συνέχεια φρόντιζε να παράγει βελτιωμένα μοντέλα, ώστε να δίνονται λύσεις στις νέες ανάγκες. Το 1975 κυκλοφόρησε η ηλεκτρική ραπτομηχανή που έδωσε φτερά στην παραγωγή ρούχου, ενώ το 1990 κυκλοφόρησε η μηχανή πρέσα που όχι μόνο γαζώνει αλλά και σιδερώνει.

Στο σπίτι μου, σε περίοπτη θέση έχω τη φορητή χειροκίνητη ραπτομηχανή «ΟΛΓΑ» της γιαγιάς μου Κατίνας Φοίβα, που στη συνέχεια αξιοποίησε η μεγάλη της κόρη Πολυξένη Φοίβα – Κασνέστη. Ο θρύλος ενός αιώνα η «ΟΛΓΑ»! Με αυτή η θεία μου από τα μικρά της χρόνια έραψε και μεταποίησε τον ρουχισμό της πολυμελούς πατρικής οικογένειάς και αξιοποίησε βιοποριστικά την τέχνη της ξενοράβοντας πουκάμισα. Ήταν οι εποχές που το φόρεμα, το παλτό ζακέτα γυριζόταν το μέσα έξω, πλενόταν, ραβόταν από την αρχή και αποκτούσε τη χαρά του καινούργιου.

 

Τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας I.M. Singer and Co το 1857.

 

Τη λάδωνε τακτικά, την καθάριζε και άλλαζε τις σπασμένες βελόνες. Την φρόντισα κι εγώ με τη σειρά μου, χάρη στα μαστορικά χέρια του Γιώργου Αναγνωστόπουλου. Περάσαμε ένα διάστημα σνομπισμού στις δημιουργικές εργασίες της γιαγιάς. Στα μοντέρνα σπίτια δεν υπήρχε χώρος για την τέχνη της κεντήστρας με αποτέλεσμα τα έργα της σεμεδάκια, εσάρπες, τραπεζομάντιλα κεντητά, να είναι περιφρονημένα ή κλεισμένα στα μπαούλα. Στις μέρες μας υπάρχει επιστροφή στη Χειροτεχνία, μια δραστηριότητα που επανέρχεται με θετικά αποτελέσματα. Η υπερκατανάλωση αναγκαστικά σε εποχές κρίσης μπαίνει στο περιθώριο και οι άνθρωποι διοχετεύουν τα αποθέματα του ελεύθερου χρόνου τους ή του χρόνου ανεργίας δημιουργικά, ανακαλύπτοντας την τέχνη του χειροποίητου, που αποτελεί διαφυγή και διέξοδο. Τα σιρίτια, τα νήματα, τα μαλλιά φλος, οι φούντες, τα κρόσσια και τα ψιλικά έχουν και πάλι την τιμητική τους.

Τη μαστοριά της γιαγιάς κομμάτι του πολιτισμού της ταυτότητάς μας, αλλά και της ψυχής μας ανέλαβαν να μας μαθαίνουν ιντερνετικά διάφορα σάιτ και οι γυναίκες σαν να ανακαλύπτουν και πάλι τα χέρια, να μπαλώνουν να ράβουν, να ανακυκλώνουν, να ψαχουλεύουν και να ανασύρουν από τα συρτάρια τους.

Η αντιπροσωπεία SINGER συνήθιζε να φωτογραφίζει μαθήτριες της σχολής ως διαφημιστικό ντοκουμέντο. Κάποιες τέτοιες αναμνηστικές φωτογραφίες εμπλουτίζουν και διανθίζουν το κείμενο.

Πρόσωπα και εργόχειρα που ίσως δημιουργήσουν στους αναγνώστες μας νήματα με εικόνες που μετατρέπονται σε λέξεις και ιστορίες ανθρώπινες μεγάλες ή μικρές.

Παρασκευή Δημ. Σκούρτη

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 20, Μάιος, 2017.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη – Βιβή Σκούρτη


 

Το βιβλίο της Παρασκευής (Βιβής) Σκούρτη από την Ερμιόνη, είναι αφιερωμένο στους δημιουργούς του οικισμού της Ερμιόνης. Πρόκειται για ένα βιβλίο γλυκόπικρο, και ταυτόχρονα εξομολογητικό, ένα βιβλίο γραπτή παρακαταθήκη της ανθρώπινης γνώσης, ένα σύνολο διάσπαρτων ιχνών.  Όπως δηλώνει η ίδια, το βιβλίο αυτό διηγείται τη ζωή στην Ερμιόνη και ήρωές του είναι οι άνθρωποι που εμποδίστηκαν να σπουδάσουν, άνθρωποι που έζησαν σε δύσκολες εποχές, στενάχωρες από καταστάσεις, από ανθρώπινες νοοτροπίες και κάτω από συνθήκες καταπίεσης.

Μέσα από τις σελίδες του η νεότερη γενιά των αναγνωστών καλείται να γνωρίσει τη δύναμη που είχαν οι απλές ανθρώπινες αξίες, με κυρίαρχες την εργατικότητα, την εντιμότητα, τη σκληρή δουλειά και την απλότητα. Στις σελίδες του αποτυπώνονται τα εσωτερικά συναισθήματα της νοσταλγίας και της εξομολόγησης, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τον άνθρωπο και τον τεχνίτη.

 

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη


 

Στο πρόλογο η συγγραφέας σημειώνει:


Δε διδάχτηκα τα μυστικά της συγγραφικής τέχνης. Αυτό που επιθυμώ είναι να καταγράφω τομείς που φωτίζουν το παρελθόν της πατρίδας μας, καθώς οι προφορικές μαρτυρίες εξαντλούνται, έχοντας πάντα ως ζωντανές πηγές τούς ανθρώπους του τόπου μου, διαφυλάσσοντας με τούτο τον τρόπο, μέσα από τις δικές τους αφηγήσεις – καταθέσεις ψυχής- τις ιδιαιτερότητες της περιοχής μας. Και σε αυτή, τη δεύτερη συγγραφική απόπειρά μου, ζωγράφισα με λέξεις πρόσωπα αλλοτινά και τοπία που αλλοιώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου, μαγεμένη από τη λαμπρή αρχιτεκτονική των λαϊκών τεχνητών της πατρίδας μας και από ό,τι διασώθηκε στο πέρασμα του χρόνου, μαγεμένη με τους τρόπους και τις τροπές που έδιναν στην ύλη, με την ομορφιά του έργου τους. Τρόποι και μορφές ζωής με ξεχωριστό ήθος.

Αφηγούμαι σημαίνει αντιστέκομαι στη λήθη. Στο βιβλίο με τίτλο «Σ’ εκεί­νους που έχτισαν την Ερμιόνη» που αφορά την αρχιτεκτονική κληρονομιά του τόπου, δεν παραθέτω γραπτές πηγές, γιατί δε μελέτησα κάποια εγχει­ρίδια για τη συγγραφή του. Χρησιμοποίησα τη ζωντανή βιβλιοθήκη των ανθρώπων του τόπου μας. Μία βιβλιοθήκη που αντί για ράφια έχει ανθρώπους. Στα κείμενά μου εκφράζεται η νοσταλγία για παρελθόντες πολιτισμούς, μα εσαεί ζωντανούς. Χρησιμοποίησα αρκετά τον αυτούσιο προφορικό τους λόγο, ενώ συνδυάζοντας την έκφραση των προσώπων τους, την αυθεντική τους γλωσσική έκφραση και τα συναισθήματά τους τα μετέτρεψα σε γραπτό λόγο. Κάθε φορά οι συζητήσεις μας καταγράφονταν άλλοτε στο μαγνητόφωνο, ηχογραφώντας τη φωνή τους και άλλοτε καταγράφονταν σε λευκές κόλλες χαρτιού και συγχρόνως στην καρδιά μου.

Σκοπός της συγγραφής δεν ήταν μία επιφανειακή αναφορά στα πρόσωπα και στη δουλειά τους, μα κυρίως η ανακάλυψη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της καθημερινότητάς τους που πήγαζαν μέσα από τη ζωή τους και τις συνθήκες του κοινωνικού περιβάλλοντος της εποχής. Κατέγραψα επαγγελματικές και προσωπικές δραστηριότητες ανθρώπων που επηρέα­σαν τη ζωή του τόπου, που είχαν μανία στο μόχθο και στο όραμα. Έπιασα το νήμα που συνδέει τις ζωές των ανθρώπων του μεροκάματου. Αναζήτησα τη σοφία που υπήρχε στην καθημερινότητά τους, την απλότητα στην αντιμετώπιση των δυσκολιών της δουλειάς και της ζωής, τον άγιό τους μόχθο. Οι ιστορίες τους είναι έτσι κι αλλιώς συναρπαστικές, γιατί είναι αληθινές και η αλήθεια δε χρειάζεται στηρίγματα, δεν απαιτεί επιχειρήματα, εγκαθίσταται όρθια από μόνη της. Ιστορίες ανθρώπων βαθιά συγκινητικές, βαθιά ανθρώπινες, φόρος τιμής της προσφοράς τους στον τόπο από κοινωνικής, οικονομικής και αισθητικής άποψης. Οι απόγονοι εκείνων των μαστόρων θεωρώ, ότι θα έχουν τη δυνατότητα να αγγίξουν την ιστορία των δικών τους ανθρώπων.

Η παράθεση των μαστόρων γίνεται με χρονολογική και οικογενειακή σειρά. Αναφορά επίσης γίνεται και στα ονόματα των συζύγων τους, γιατί η γυναίκα του πρωτομάστορα είχε τη δική της μαστοριά, έστεκε πίσω του σαν πραγματικός ογκόλιθος στηρίζοντας το δικό τους σπιτικό, μεγαλώνοντας τα παιδιά, φέρνοντας βόλτα τα λιγοστά οικονομικά.

Επιπλέον, στα πλαίσια της έρευνας και με τη συστηματική συγκέντρωση φωτογραφικού υλικού, ήλθε στα χέρια μου ένα πλούσιο αρχείο που μέρος του παρατίθεται στο βιβλίο. Στον φωτογραφικό φακό αποτυπώνονται πρόσωπα δωρικά, καθημερινές συνήθειες, ήθη και έθιμα, θραύσματα της παράδοσης που φυλάσσονταν ευλαβικά σε κάθε σπίτι. Το βιβλίο φέρει το αποτύπωμα πολλών ανθρώπων, είναι ανοιχτό και συνεχίζει να γράφεται από εσάς. Υπάρχουν σαφώς και παραλείψεις που δεν είναι εσκεμμένες.

 

Περιεχόμενα


 

Πρόλογος εκδότη
Πρόλογος συγγραφέα
Ο τόπος της Ερμιόνης
Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη
Ερμιονίτικο σπίτι
Πετράδες και χτιστάδες
Ματσόνηδες. Τα περιφερόμενα συνάφια των μαστόρων
Έθιμα θεμελίωσης και επιστέγασης
Βιοτεχνίες πλινθοκεραμοποιίας της Ερμιόνης
Οικογένεια Σχοινά
Γιώργος Βεντουρής
Παναγιώτης Οικονόμου
Οικογένεια Παπαφράγκου
Οικογένεια Δωροβάτα
Μόδεστος και Γιώργος Καρακατσάνης
Νίκος Φασιλής
Γιώργος Μπουκουβάλας
Δημήτρης Θεοδώρου
Νίκος Φοίβας
Δημήτρης Φασιλής
Νίκος Αραπάκης
Παναγιώτης Παπαμιχαήλ
Γαβρίλης Νάκος
Γιώργος Δρουγκάνης
Λεύκωμα

 

Παρασκευής (Βιβής) Σκούρτη

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη

Σελίδες 78

Έκδοση:Αρτέον,2015

ISBN 978-960-9999-847

Read Full Post »

Σκούρτη Παρασκευή


 

Βιβή Σκούρτη

Βιβή Σκούρτη

Η Παρασκευή (Βιβή) Σκούρτη γεννήθηκε στην Ερμιόνη Αργολίδας. Πατέρας την ήταν ο Μίμης Σκούρτης σφουγγαράς και ψαράς και μητέρα της η Θωμαή Σκούρτη. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Κρανιδίου και τελείωσε το Ράλλειο Γυμνάσιο Θηλέων Πειραιά. Σπούδασε Νηπιαγωγός στη Σχολή Νηπιαγωγών Καλλιθέας. Μετεκπαιδεύτηκε στη ΣΕΛΔΕ και στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Φοίτησε στο Τμήμα Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Υπηρέτησε για εννέα χρόνια ως Σύμβουλος Προσχολικής Αγωγής Νομού Κυκλάδων. Δίδαξε σε πολλά Προγράμματα επιμόρφωσης Νηπιαγωγών αλλά και άλλων εκπαιδευτικών ειδικοτήτων.

Έχει γράψει και δημοσιεύσει εργασίες και άρθρα για τη Διδακτική στην Προσχολική Αγωγή. Αρθρογραφεί στο περιοδικό «Στην Ερμιόνη…άλλοτε και τώρα» και έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες αναφορικά με τον πολιτισμό, την ιστορία και τη λαογραφία της ιδιαίτερης πατρίδας της.

Έργα της:

  • «Κουβέντες της ψυχής και του πελάγους», ποιητική συλλογή, εκδόσεις Πολύφεγγος, 2009.
  • «Οι σφουγγαράδες της Ερμιόνης», εκδόσεις Πολύφεγγος, 2012.
  • «Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη», εκδόσεις Αρτέον, Αθήνα, 2015.

Read Full Post »