Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Σπέτσες’

Προεπαναστατικές Πραγματικότητες – Η Οικονομική κρίση και η Πορεία προς το Εικοσιένα – Βασίλης Κρεμμυδάς, «Μνήμων», τόμ. 24 (2002)


 

Σε δημοσίευμα μου του 1976 [1] είχα προσπαθήσει να αναδείξω την έκταση και το βάθος μιας κρίσης των νέων κυρίως οικονομικών δραστηριοτήτων των Ελλήνων, υπηκόων του σουλτάνου ή μοναρχών της Ευρώπης, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, την τελευταία δηλαδή πριν από την έκρηξη της Επανάστασης του 1821, είχα επίσης επιχειρήσει να συνδέσω την κρίση με την Επανάσταση, προτείνοντας να υποθέσουμε ότι επιτάχυνε την έναρξη της.

Κυρίως όμως προσπάθησα να περιγράψω ένα κλίμα συνολικότερης κρίσης, με τις ρίζες του στην κρίση των οικονομικών δραστηριοτήτων, το οποίο διαχύθηκε με μεγάλη ταχύτητα και έθιξε διαμορφωμένες κοινωνικές σχέσεις και εξουσίες, οικονομικές, ιδεολογικές και πολιτικές, προκειμένου να προτείνω ένα νέο αναλυτικό, εκτός από εννοιολογικό, εργαλείο για την καλύτερη κατανόηση του Εικοσιένα: οι νέες πραγματικότητες του ελληνισμού, που άρχισαν να διαμορφώνονται από τα μέσα του 18ου αιώνα, με χρονικό σημείο ωρίμανσης και ακμής τους την τελευταία δεκαετία του και την πρώτη του 19ου αιώνα, άρχισαν να βυθίζονται σε σοβαρή κρίση μετά το 1810, η οποία, όπως θα δούμε σ’ αυτό εδώ) το δημοσίευμα, ανέδειξε και πολλά αδιέξοδα, και, πάντως, η Επανάσταση δεν οργανώθηκε και δεν κηρύχθηκε μέσα σε κλίμα γενικής ανόδου και ευφορίας, παρά μέσα σε κατάσταση γενικευμένων περίπλοκων προβλημάτων και αδιεξόδων.

 

«Ο Θεμιστοκλής», υδατογραφία, έργο του Αντωνίου Ε. Κριεζή (1872-1944). Αντίγραφο από έργο του Antoine Roux που φιλοτεχνήθηκε στη Μασσαλία το 1811. Ο πίνακας απεικονίζει το μπρίκι Θεμιστοκλής της νήσου Ύδρας με ρωσική σημαία. Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας.

 

Στο δημοσίευμα εκείνο έχουν αποτυπωθεί ιστοριογραφικά δεδομένα και αιτήματα της εποχής του, όπως σε κάθε δημοσίευμα. Έκτοτε, η ιστοριογραφική πείρα και εμπειρία που συσσωρεύθηκαν είναι πλούσιες. Αυτά, καθώς και η αίσθηση ότι η ώρα για τη σύνταξη μιας νέας Ιστορίας του Εικοσιένα έχει πια έρθει, με κάνουν να επανέλθω στο ζήτημα που με είχε απασχολήσει το  1976: [2] πολλές από τις επιφυλάξεις που διέκριναν τότε παρατηρήσεις και υποθέσεις μου πρέπει τώρα να αρθούν κρίσιμα ζητήματα που απλώς τέθηκαν τότε είναι τώρα δυνατόν να εξεταστούν αναλυτικότερα και διεισδυτικότερα, κάποιες παρατηρήσεις για συνολικότερα αιτήματα του ελληνισμού, κυρίως αυτό για την ανάγκη να δημιουργηθεί εθνική αγορά, πρέπει τώρα να διαβαστούν κάπως διαφορετικά, ενώ νέα τεκμήρια ανέδειξαν και άλλες όψεις της κρίσης, που την εμφανίζουν περισσότερο αδιέξοδη. Αυτά είναι η δική μου διεκδίκηση από αυτό εδώ το μελέτημα, το οποίο όμως δεν είναι δυνατό να διαβαστεί ανεξάρτητα από εκείνο του 1976 [3].

Και ας προστεθεί ότι τώρα η ματιά έχει περιοριστεί στη ναυτιλία και στο θαλάσσιο εμπόριο, όπου με λίγα νέα αρχειακά τεκμήρια και με την περαιτέρω επεξεργασία ήδη γνωστών είναι δυνατό να τοποθετήσουμε το πρόβλημα σε περισσότερο βάθος και μεγαλύτερη έκταση. Για άλλους τομείς οικονομικών δραστηριοτήτων δεν έχουν προκύψει νέα τεκμήρια, εξηγείται, ωστόσο, πιο κάτω ότι οι εμποροναυτιλιακές δραστηριότητες επηρέαζαν σημαντικό μέρος και της παραγωγής και της έξω απ’ αυτές κυκλοφορίας. Χρειάζεται και μια τελευταία διευκρίνιση: η παρακμή των ναυτιλιακών δραστηριοτήτων του δυτικού ελληνικού χώρου (Μεσολόγγι, Ήπειρος) συνέβη πολύ ενωρίτερα, στα μέσα του 18ου αιώνα, οφείλεται σε διαφορετικούς λόγους και δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτήν του Αιγαίου, για πολλούς λόγους, είναι ένα διαφορετικό γεγονός.

Έγινε πιο πάνω λόγος για κρίση των νέων ελληνικών οικονομικών δραστηριοτήτων αυτές είναι η ανάπτυξη πολύ ισχυρής εμπορικής ναυτιλίας και η διεξαγωγή εμπορίου με ευρωπαϊκή και μεσογειακή διάσταση, η δημιουργία και ακμή νέας βιομηχανικής παραγωγής, η οργάνωση μοντέρνων οικονομικών σχημάτων και θεσμών και η ένταξη τους στις οικονομικές σχέσεις που διαμορφώνονταν στην Ευρώπη, τη μητρόπολη της παγκόσμιας αγοράς.

Δεν είναι, δηλαδή, αλήθεια ότι έχουμε να κάνουμε με μια απλή κρίση του σιτεμπορίου που ασκούσαν τα ελληνικά πλοία: θα δούμε στη συνέχεια ότι έχουμε να κάνουμε με γεγονός βαθύτερο και συνολικότερο. Είναι όμως αλήθεια ότι η κρίση εκδηλώθηκε με μεγαλύτερη έμφαση στη ναυτιλία, επειδή σε αυτήν είχε εκφραστεί αρτιότερα ο χαρακτήρας των νέων οικονομικών δραστηριοτήτων αυτή ήταν κάτι σαν η συνισταμένη τους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα την έκταση και το χαρακτήρα της κρίσης στην προεπαναστατική ναυτιλία, πρέπει να ξέρουμε, εκτός από τον οικονομικό ρόλο, το σχήμα της λειτουργίας της: γνωρίζουμε τώρα καλά και τα δύο.

Ξέρουμε δηλαδή ότι ο λόγος ύπαρξης του προεπαναστατικού [4] ελληνικού [5] πλοίου ήταν η διεξαγωγή εμπορίου από το ίδιο, η λειτουργία του δηλαδή ως εμπόρου· να είναι μεταφορικό μέσο δικών του εμπορευμάτων, περιστασιακά μόνον ξένων.  [6] Και ξέρουμε ότι λειτουργία του προεπαναστατικού ελληνικού πλοίου σημαίνει ταυτόχρονη λειτουργία δύο εταιρειών, μιας μεταφορικής και μιας εμπορικής, ή μιας εταιρείας της πλοιοκτησίας και μιας του φορτίου· ότι μέτοχοι των δύο εταιρειών ήταν τα ίδια πρόσωπα, όπως το ίδιο πρόσωπο ήταν διαχειριστής και των δύο εταιριών και ταυτόχρονα ένας από τους κύριους μετόχους τους και καπετάνιος του πλοίου· ότι οι εργαζόμενοι στο πλοίο λογίζονταν ως εργαζόμενοι και για τις δύο εταιρείες· και ότι μόνον στην εταιρεία του φορτίου υπήρχαν και «έμμεσοι» μέτοχοι, αυτοί που συμμετείχαν δηλαδή στο σχηματισμό του εταιρικού μεριδίου των άμεσων μετόχων και που δεν είχαν να λογαριαστούν παρά με τον άμεσο μέτοχο στον οποίο κατέβαλαν τα χρήματα τους.

Κάτι άλλο που ξέρουμε τώρα καλά είναι ότι η επένδυση στις δύο εταιρείες γινόταν κεχωρισμένως (άπαξ στην εταιρεία της πλοιοκτησίας, ανά ταξίδι στην εταιρεία του φορτίου), αλλά οι αποδόσεις και των δύο υπολογίζονταν ενιαία και μόνον επί των πεπραγμένων της δεύτερης: διαχωρισμός του μεταφορικού από το εμπορικό κέρδος (το ίδιο και στην περίπτωση ζημίας) δεν ήταν δυνατός από τον τρόπο λειτουργίας του πλοίου.[7]

 

Η ναβέτα του Νικολάου Μπόταση από τις Σπέτσες. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Αυτό το σχήμα οργάνωσης της ελληνικής εμποροναυτιλιακής επιχείρησης οδηγούσε σε πλήρη κατάρρευση της, αν η εταιρεία του φορτίου δοκίμαζε μακρόχρονη κρίση· ακόμη και μία ατυχής εμπορική πράξη συμπαρέσυρε αυτομάτως στην ατυχία και την εταιρεία της πλοιοκτησίας: οι αποδόσεις του επενδυμένου εφοπλιστικού κεφαλαίου ήταν πλήρως συναρτημένες με τις αποδόσεις του επενδυμένου στο ταξίδι εμπορικού κεφαλαίου· η κακή απόδοση του δεύτερου σήμαινε αυτομάτως το ίδιο και για το πρώτο. Είναι αυτό ακριβώς που συνέβη: η δυσμενής για το ελληνικό εμπόριο πολιτική συγκυρία έφερε την κάμψη των εμπορικών εργασιών και τη μείωση των κερδών των εμπορικών πράξεων, καθώς και την αύξηση του κόστους λειτουργίας των δύο εταιρειών και ανέδειξε τα αδιέξοδα και του συγκεκριμένου οργανωτικού σχήματος και του «υπόδουλου» ελληνικού κεφαλαίου· και τελικά, ανέδειξε τα αδιέξοδα ενός ολόκληρου ελληνικού κόσμου.

Η δυσμενής πολιτική συγκυρία, για την οποία ο λόγος, είναι πολύ γνωστή και γι’ αυτό αρκούν δυο λόγια: η διαφαινόμενη από το τέλος της δεκαετίας του 1800 λήξη της πολεμικής περιπέτειας στην Ευρώπη έφερε τη σταδιακή ανάκτηση των πριν από το 1789 εμπορικών θέσεων τους από τις ευρωπαϊκές εμπορικές δυνάμεις σε ολόκληρη τη Μεσόγειο – και στις δικές τους εθνικές αγορές, εννοείται-, χωρίς να έχει σημασία για το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ αν οι συσχετισμοί παρέμειναν ίδιοι, διαφοροποιήθηκαν ή ανατράπηκαν αν, αλλιώτικα, κάθε χώρα ανέκτησε την ίδια θέση, ως χώρο και ως ισχύ. Έχει όμως σημασία ότι ένα κενό το οποίο επιτυχώς είχε καλύψει η νέα ελληνική οικονομική δραστηριότητα άρχισε να ξανακαλύπτεται απ’ αυτούς που το είχαν αφήσει.

Η κρίση στην ελληνική ναυτιλία, την κυριότερη νέα οικονομική δραστηριότητα με έδρα τον υπόδουλο ελληνικό χώρο και χαρακτηριστικότερο δείκτη της οικονομικής ανάπτυξης του, οφείλεται στη ραγδαία κάμψη του όγκου των εμπορικών εργασιών της:[8] παντελής απουσία ανταγωνιστικότητας στο πεδίο των εμπορικών ανταλλαγών, αδυναμία δηλαδή συμμετοχής στις καταμεριστικές διαδικασίες της παγκόσμιας αγοράς, μολονότι τα οικονομικά δεδομένα (ισχυρό κεφάλαιο), η οργάνωση (μοντέρνα εταιρικά σχήματα) και η πολύχρονη διεθνής πείρα το επέτρεπαν.

Αναλόγως ραγδαία ήταν και η κάμψη των κερδών αυτό είναι ένα λεπτό ζήτημα και πρέπει να εξετάζεται με προσοχή, γιατί έχει οδηγήσει σε παρανοήσεις. Στην περίπτωση του εμπορίου που έκανε το ελληνικό πλοίο έχουμε κάμψη των κερδών κάθε εμπορικής πράξης και κάθε επιχειρηματία που είχε επενδύσει σε εμπορική πράξη. Το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής ναυτιλίας δεν ήταν αυτό, παρά ήταν η μεγάλη μείωση των εμπορικών πράξεων: όταν ένα πλοίο δεν κινείται και δεν εμπορεύεται, δεν μπορούμε να μιλούμε για κάμψη των κερδών μιλούμε στην περίπτωση αυτή για ακινησία ή και νέκρωση των κεφαλαίων και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Γι’ αυτό, το μέγεθος και ο χαρακτήρας της κρίσης δεν πρέπει να αναζητούνται στο ποσοστό κέρδους επί του επενδυόμενου κεφαλαίου, αλλά στις επενδυτικές διεξόδους του συνόλου του διαθέσιμου κεφαλαίου· στην πρώτη περίπτωση η μείωση των κερδών θα μπορούσε να αποδοθεί στην κάμψη των τιμών, ιδιαίτερα αν το κεφάλαιο επενδυόταν στο εμπόριο ενός μόνον εμπορεύματος, των σιτηρών για παράδειγμα, μια πρακτική που λόγω της πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας εφάρμοζε το ελληνικό πλοίο, κάτι όμως που δεν εξηγεί ικανοποιητικά το συνολικό γεγονός της κρίσης.

Και πράγματι μερικοί ερευνητές έχουν αποδώσει την κρίση στην εμπορική ναυτιλία στην κάμψη των τιμών των σιτηρών. Εντούτοις, αυτό που ξέρουμε είναι ότι κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα έχουμε ραγδαία άνοδο των τιμών – και των σιτηρών -, που κατά περιπτώσεις έφτασε και στον τριπλασιασμό, με κυμάνσεις: απότομη άνοδος γύρω στο 1815 και κάμψη, ως προς αυτήν την άνοδο, από το 1819.[9]

Η οικονομική κρίση στο εμπόριο και στη ναυτιλία δημιουργούσε πολύ σοβαρό πρόβλημα με εκτεταμένες συνέπειες, επειδή αυτοί οι οικονομικοί τομείς είχαν γνωρίσει στα χέρια των Ελλήνων τόσο μεγάλη ανάπτυξη, ώστε εν πολλοίς άλλαξαν το σύνολο των οικονομικών πραγματικοτήτων του υπόδουλου ελληνισμού και επηρέασαν τις αντίστοιχες του παροικιακού, και προετοίμασαν την οργάνωση μεγάλων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, μεγάλου εμπορίου και μεγάλης ναυτιλίας. Αυτός είναι και ο λόγος που έκανε την κρίση να απλωθεί σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, αυτά που είχαν συνδέσει την υπόσταση τους με τις νέες οικονομικές δραστηριότητες, πολύ περισσότερο που σε χώρους ευμάρειας και αυξημένης ζήτησης μεταποιημένων αγαθών η παραγωγή τους είχε φτάσει να υπακούει σε προωθημένη εξειδίκευση και παραγωγική ιεράρχηση.[10]

 

Τα πλοία «Αγ. Νικόλαος» και «Ποσειδών» της οικογένειας Χατζηανάργυρου από τις Σπέτσες. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Στο πρώτο επίπεδο των άμεσων επιπτώσεων, η κρίση ανέδειξε κοινωνικές εντάσεις με χαρακτηριστικά ταξικής σύγκρουσης και προκάλεσε εκφυλισμό του θεσμικού ιστού μέσω του οποίου είχε επί μακρό χρόνο διασφαλιστεί η ηθική της οικονομικής δράσης, έστω και με τη χρήση εθιμικών πραγματικοτήτων, χωρίς αυτό να είναι ο κανόνας. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι στις Σπέτσες, για παράδειγμα, ναυτικός νόμος χρειάστηκε να συνταχθεί και να εφαρμοστεί μόλις το 1814, επειδή, όπως στον ίδιον λέγεται, «τον περασμένον χρόνον ηκολούθησαν πολλαί αταξίαι εις την συρμαγιά, [11] πράγμα ασυνήθιστον…», [12] ενώ στην Ύδρα, η οποία διέθετε σχετικό νόμο από το 1804, χρειάστηκε να γίνει νέος, το 1818, προκειμένου να ρυθμιστούν σε νέα βάση, λόγω της κρίσης ασφαλώς, ζητήματα εταιρικών και εργασιακών σχέσεων και να εφαρμοστούν αυστηρότερες διατάξεις αστικού δικαίου: [13] η κρίση είχε αναδείξει προβλήματα και στους κόλπους του κεφαλαίου. Κάτι, που μπορεί να εξηγηθεί αν έχουμε υπόψη τις πολύ μεγάλες μειώσεις των αποδόσεων των ταξιδιών: το 1818 και το 1819 μερίδια και τόκοι κεφαλαίων κινήθηκαν σε επίπεδα κατά 60%-65% κατώτερα απ’ αυτά που προβλέπονταν στο νόμο.[14]

Δυστυχώς, είναι πολύ λίγα αυτά που γνωρίζουμε για την κρίση στο ανεξάρτητο από τη ναυτιλία εμπόριο και εξακολουθούμε να αγνοούμε την κατάσταση στο εσωτερικό εμπόριο του ελληνικού χώρου, στο βαθμό που αυτό δεν επηρεαζόταν από την κρίση στη ναυτιλία, στη βιομηχανία και βιοτεχνία και στις συναφείς δραστηριότητες. Ξέρουμε, για παράδειγμα, για αθρόες χρεωκοπίες ελληνικών επιχειρήσεων της ευρύτερης περιοχής της Σμύρνης, όπου έλληνες έμποροι εκμεταλλεύονταν την πίεση που αισθάνονταν οι γάλλοι βιομήχανοι υφασμάτων να διεκδικήσουν μερίδιο στις μεγάλες αγορές της ανατολικής Μεσογείου από το σχεδόν κυρίαρχο πια αγγλικό εμπόριο, αγόραζαν μεγάλες ποσότητες εξολοκλήρου επί πιστώσει και πουλούσαν σε πολύ χαμηλές τιμές: στην πραγματικότητα ανταγωνίζονταν τους εκεί εγκατεστημένους γάλλους εμπόρους που πουλούσαν τα ίδια εμπορεύματα. Το αποτέλεσμα ήταν να αδυνατούν να αποσβέσουν τα χρέη τους: [15] ήταν, ασφαλώς, αυτή η συμπεριφορά απόρροια δυσπραγίας των εμπορικών δραστηριοτήτων τους.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία της ναυπήγησης υδραίικων και σπετσιώτικων πλοίων κατά τη δεκαετία 1811-1821 (πίνακες 1 και 2):[16]

 

πίνακες 1 και 2

 

Όσο προχωρούμε προς το 1821 και όσο η κρίση βαθαίνει, τόσο αυξάνει ο αριθμός των ναυπηγούμενων πλοίων είναι κάτι που το ξέρουμε ήδη, ότι τα αργούντα κεφάλαια επενδύθηκαν κυρίως σε καινούρια καράβια. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι κατά την τριετία 1818-1820, όταν δηλαδή η προετοιμασία της Επανάστασης προχωρούσε με καλπασμό, οι Υδραίοι ναυπήγησαν πάνω από το 50% και οι Σπετσιώτες το 40% των πλοίων της δεκαετίας.[17]

Ακόμη πιο αξιοσημείωτη όμως είναι η πορεία του κόστους παραγωγής του πλοίου: την ώρα που σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο οι τιμές ανεβαίνουν, στους κεντρικούς χώρους της κρίσης και στο κεντρικότερο παραγωγικό σημείο τους οι τιμές κάμπτονται σημαντικά και το κόστος παραγωγής συμπιέζεται· στην Ύδρα διαπιστώνεται συνεχής καθοδική πορεία σε όλη τη δεκαετία, που έφτασε στο 40% από το πρώτο στο τελευταίο έτος της, ενώ στις Σπέτσες παρατηρούνται ισχυρές κυμάνσεις, που έφτασαν στο 41 % από το μέγιστο στο ελάχιστο, το 1816, για να καταλήξουν σε ένα τελικό 22 %.

 

Κατασκευή πλοίων

 

Η ερμηνεία του γεγονότος δεν μπορεί να αναζητηθεί έξω από την κρίση: το υπό επένδυση κεφάλαιο πίεσε όλους τους παράγοντες της ναυπήγησης, από την πώληση των υλικών κατασκευής μέχρι την πώληση της εργασίας, οι οποίοι επίσης βρίσκονταν σε κατάσταση κρίσης, προκειμένου να επιτύχει το χαμηλότερο κόστος παραγωγής πλοίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι δύο πλοίων που κατασκευάστηκαν για λογαριασμό υδραίων εφοπλιστών το 1822, όταν η επανάσταση βρισκόταν σε πλήρη και επιτυχή ανάπτυξη, αλλά οι εμπορικές δραστηριότητες της ναυτιλίας σε ακόμη βαθύτερη κρίση από πριν, το κόστος παραγωγής είχε καταρρεύσει στα 157 τάληρα του ενός και στα 134 του άλλου,[18] από πάνω από τα 500 που ήταν.

Κάτι άλλο που ενδιαφέρει και προκύπτει από τις πληροφορίες μας είναι το συνολικό ύψος των επενδύσεων στην παραγωγή πλοίων κατά τη δεκαετία της κρίσης: 794.440 τάληρα οι Υδραίοι, 702.945 οι Σπετσιώτες, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε πέντε και έξι εκατομμύρια γρόσια από κάθε νησί.[19] Η παρατήρηση που μπορεί να κάνει, κανείς είναι ότι ένα τόσο ισχυρό κεφάλαιο δε στάθηκε ικανό να αποτρέψει την κρίση, τη δική του και εκτεταμένων οικονομικών δραστηριοτήτων και, χωρίς αμφιβολία, δεν ήταν το μόνο διαθέσιμο, μολονότι η αναπαραγωγή του μειωνόταν χρόνο με το χρόνο σε υψηλά ποσοστά.

Ας επανέλθουμε σε κάτι ειπωμένο: το εμπόριο και η ναυτιλία κινητοποιούν ως οικονομικές δραστηριότητες ευρύτατες κοινωνικές δυνάμεις· από τον υλοτόμο, το χαμάλη, τη ράφτρα και τον αγωγιάτη μέχρι τον τεχνικό, τον κατασκευαστή, τον ιδιοκτήτη αποθηκών και το φύλακα· από τον παραγγελιοδόχο και τον έμπορο της Οδησού και του Λιβόρνου μέχρι το μικροεπενδυτή, το μεγαλέμπορο και το μεγαλοεφοπλιστή· μαζί, και όσους αφορούσαν οι δραστηριότητες αυτές.

Το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα αυτού του κόσμου, ο οποίος με την πλήρη ένταξη του ή και με την απλή συμμετοχή του και τη σύνδεση του με τις νέες οικονομικές δραστηριότητες του ελληνικού χώρου και του ελληνισμού είχε συγκροτήσει, ως σύνολο, τις νέες κοινωνικές πραγματικότητες και υπέστη αμέσως τον κλονισμό από την κρίση, δεν είχε τη δυνατότητα να την αντέξει επί μακρό χρονικό διάστημα και βρέθηκε σε αδιέξοδο· [20] όπως σε αδιέξοδο βρέθηκε και το κεφάλαιο. Μόνο που το πρώτο ήταν ένα αδιέξοδο με μόνη διέξοδο τη σύγκρουση· το δεύτερο, την άμυνα: η αρχική λαϊκή δυσαρέσκεια μετατράπηκε γρήγορα σε κοινωνική αναταραχή.

Τα γεγονότα – έκφραση του συγκρουσιακού κλίματος που διαμορφωνόταν είναι λίγο-πολύ γνωστά, για μερικά έχουμε ήδη μιλήσει· τα γνωρίζουμε εμμέσως περισσότερο, από τα μέτρα, οικονομικά και θεσμικά, που έλαβαν οι τοπικές οικονομικές και πολιτικές εξουσίες. Με κέντρο των παρατηρήσεων μας τις εμποροναυτιλιακές δραστηριότητες πάντοτε, γνωρίζουμε ότι τα περισσότερα μέτρα απέβλεπαν στην εκτόνωση της κοινωνικής έντασης και στην αποτροπή της λαϊκής εξέγερσης. Προς την κατεύθυνση της αποτροπής αυτής της τελευταίας απέβλεπαν μέτρα όπως η δωρεάν διανομή τροφίμων στους εξαθλιωμένους ανέργους, [21] η οργάνωση άσκοπων και επιζήμιων ταξιδιών [22] και η, σκόπιμη και επιζήμια επίσης, αύξηση του αριθμού των πληρωμάτων σε όσα πλοία εργάζονταν.

Σ’ αυτό το τελευταίο πρέπει, να μείνουμε λίγο περισσότερο. Ξέρουμε ότι ο αριθμός των τόνων χωρητικότητας που αναλογούσε σε κάθε μέλος πληρώματος των ελληνικών πλοίων που κινήθηκαν στο λιμάνι της Οδησσού στα χρόνια 1816-1820 υπολειπόταν από τον αντίστοιχο των αγγλικών πλοίων, στο ίδιο λιμάνι και στην ίδια περίοδο, κατά 43,42%· και ότι κατά την περίοδο 1821-1835 το ποσοστό αυτό μειώθηκε δραστικά: 12,07 %. Γενικότερα, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, στο σύνολο της ελληνικής ναυτιλίας, η σχέση πλήρωμα-χωρητικότητα βάρυνε συνεχώς υπέρ του πληρώματος, αναλογούσαν δηλαδή όλο και περισσότεροι τόνοι χωρητικότητας σε κάθε μέλος πληρώματος· από το 1821 η σχέση αυτή άρχισε να κινείται αντίστροφα και μάλιστα, όπως είπαμε, δραστικά.[23]

Ας επιχειρήσω μια εξήγηση: κατά τα τελευταία πριν από το 1821 χρόνια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη κοινωνική πίεση από την ανεργία των ναυτικών, που όπως είπαμε δεν έπληξε μόνον αυτούς, οι πλοιοκτήτες αύξαναν τον αριθμό των πληρωμάτων των πλοίων, προκαλούσαν δηλαδή συνειδητά και προγραμματισμένα αύξηση του κόστους της εμπορικής πράξης-[24] από το 1821 η Επανάσταση απορρόφησε την ανεργία, μαζί με τα δεμένα ή μισοαπασχολούμενα καράβια, τα οποία μετατράπηκαν αμέσως σε πολεμικά: η Επανάσταση ανέλαβε τελικά το οικονομικό κόστος της κρίσης και, ταυτόχρονα, ενσωμάτωσε στο χαρακτήρα της – χωρίς να την απορροφήσει – την κοινωνική ένταση.

Αξίζει στο σημείο αυτό να διαβάσουμε μια σχετική με αυτό το ζήτημα παρατήρηση του Κ. Παπαρρηγόπουλου: «Μετά την ειρήνην του 1815, επειδή εξέλιπον αι αφορμαί των δαψιλών κερδών, οι ναυτικοί όχλοι, οι αποταμιεύματα μη έχοντες, εδυσφόρουν επί τη αργία αυτών και απορία, ου μόνον εν Ύδρα, αλλά και εν Σπέτσαις· εν Ύδρα δε επί τοσούτον αφήνιασαν, ώστε αυτοί πρώτοι εκήρυξαν την έναρξιν του αγώνος του 1821. Και όμως οι πρόκριτοι αμφοτέρων των νήσων, προϊσταμένου του περιφανούς Υδραίου Λαζάρου Κουντουριώτου, κατώρθωσαν δι’ όλης της Επαναστάσεως να πηδαλιουχήσωσιν… τα πλήθη δια μόνης της ηθικής επιρροής, ην ανέκαθεν εκτήσαντο, πολιτευθέντες προς τον λαόν ως πατέρες και αδελφοί και σύντροφοι».[25]

Το σχήμα λειτουργίας της προεπαναστατικής ελληνικής ναυτιλίας, η ταυτόχρονη δηλαδή λειτουργία, στην ίδια εμπορική πράξη, μιας μεταφορικής και μιας εμπορικής εταιρείας, δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει παρά με συνεχή εργασία και υψηλές αποδόσεις· αυτό το είδος σύμπραξης δύο διαφορετικού περιεχομένου εταιρειών συμπίεζε κάπως το κόστος λειτουργίας και των δύο, οι αποδόσεις όμως έπρεπε να προσφέρουν κέρδος και στο μεταφορικό μέσο και στον επ’ αυτού έμπορο: επρόκειτο για δύο διαχωρισμένες επενδύσεις που ανέμεναν το κέρδος από τη μία εταιρεία, αυτήν του φορτίου, του πλοίου δηλαδή με την ιδιότητα του ως εμπόρου, που όμως έπρεπε να κερδίσει και ως μεταφορικό μέσο. Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που κατέρρευσε το σύστημα, επειδή χαλάρωσε δραματικά ο ρυθμός των εργασιών  – η μείωση των αποδόσεων θα είχε περιορισμένες επιπτώσεις, αν συνεχίζονταν οι εμπορικές εργασίες με τους προηγούμενους ρυθμούς: τώρα, ακόμη και υψηλά κέρδη αν απέφεραν τα, όλο και λιγότερα, ταξίδια, το κενό από την απώλεια των εμπορικών θέσεων θα ήταν αδύνατο να καλυφθεί.

 

«Το βρίκιον Άρης», στο Μουσείο Μπενάκη, έργο του François Geoffroi Roux (1881).

 

Η κρίση των εμποροναυτιλιακών δραστηριοτήτων ξεκίνησε λοιπόν από την εταιρεία του φορτίου- από το πλοίο – έμπορος και όχι από το πλοίο – μεταφορικό μέσο. Πρέπει να μελετήσουμε καλά το συγκεκριμένο αδιέξοδο· γιατί έχουμε πει και ξέρουμε περισσότερα για την ανεργία, τη φτώχεια και την κοινωνική έκπτωση, που ήταν το ένα αδιέξοδο από την κρίση, λιγότερο όμως έχουμε εξετάσει το άλλο, το εξίσου σοβαρό αδιέξοδο, που ήταν τα συσσωρευμένα και αργούντα μετά την έναρξη της κρίσης κεφάλαια, τόσο όσα είχαν επενδυθεί σε πλοία, εγκαταστάσεις κ.λπ., όσο και αυτά που βρίσκονταν σε επενδυτική αναμονή.

Γι’ αυτά λοιπόν, σύμφωνα με όσα είπαμε λίγο πριν, μία διέξοδος θα ήταν να διαχωριστούν οι δύο συμπίπτουσες λειτουργίες, να εγκαταλειφθεί η εταιρεία-φορτίο και να λειτουργήσει το ελληνικό πλοίο ως μεταφορικό μέσο και να επιδιώξει ανταγωνιστικό μερίδιο στη διεθνή αγορά των ναύλων, όπου την επιτυχία καθόλου δεν πρέπει να την υποθέσουμε απίθανη· θα είχε έτσι απολεσθεί η δυνατότητα αναπαραγωγής του εμπορικού τμήματος του συσσωρευμένου κεφαλαίου ως τέτοιου, όχι όμως και του εφοπλιστικού.

Για μια τέτοια αλλαγή υπήρχαν δύο, προφανώς ανυπέρβλητα, στο άμεσο μέλλον, εμπόδια: η λογική της λειτουργίας του προεπαναστατικού ελληνικού πλοίου, αυτή που το έκανε πανίσχυρο, ήταν εμπορική, όχι ναυτιλιακή, δηλαδή μεταφορική,[26] και η εγκαθίδρυση μιας άλλης απαιτούσε χρόνο και θεσμικές αλλαγές σε κρατικό επίπεδο· όμως, μας είναι γνωστό ότι στη λογική οργάνωσης των οικονομικών σχέσεων, στην οικονομική πολιτική, δηλαδή, του οθωμανικού κράτους μερκαντιλιστικές και λιμπεραλιστικές λογικές δε χωρούσαν ως ασύμβατες μ’ αυτήν[27] και η χρήση σημαίας μιας χωράς που η οικονομία της λειτουργούσε με βάση αυτά τα δόγματα θα έκανε το ελληνικό πλοίο να εκκινεί από υψηλότερο κόστος.

 

Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), «Καΐκι στις Σπέτσες», λάδι σε μουσαμά, 29Χ39 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς δύο ακόμη διεξόδους για τα συγκεκριμένα κεφάλαια, με εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα και περιεχόμενο. Η μία συνιστούσε ένα είδος «επιστροφής» και υποδήλωνε αποδοχή της «ήττας»: να επενδυθούν τα αργούντα συσσωρευμένα κεφάλαια σε γη- κάτι όμως που δεν αποτελούσε απάντηση ούτε για τα ήδη επενδυμένα κεφάλαια (το είπαμε: πλοία, εγκαταστάσεις κ.λπ.), ούτε για το κοινωνικό πρόβλημα. Η δεύτερη δεν βρισκόταν σε τίποτε άλλο απ’ αυτό που έλειψε την ώρα της κρίσης: στην κρατική προστασία. Η δημιουργία εθνικού κράτους σήμαινε επανάσταση.[28] Η Επανάσταση ενσωμάτωσε, πράγματι, κι’ αυτό το είπαμε, την κοινωνική ένταση, απορρόφησε τα αργούντα πλοία, όπως και τα αργούντα κεφάλαια και την ανεργία· για τα κεφάλαια, επενδυμένα και αργούντα, προσφερόταν ως μια ενδιαφέρουσα επένδυση. Γενικότερα, η Επανάσταση ανέλαβε να εξοφλήσει το κόστος, το υλικό και το ιδεολογικό, της οικονομικής κρίσης.

Στο αίτημα για ίδρυση μοντέρνου εθνικού, δηλαδή αστικού, κράτους, εμπεριέχεται η ανάγκη για οργάνωση εθνικής αγοράς, όχι με την περιοριστική έννοια του εθνικού χώρου ανταλλαγής εμπορευμάτων – το εμπόριο και η ναυτιλία είναι περισσότερο διεθνικές οικονομικές δραστηριότητες -, αλλά κυρίως με την έννοια της θεσμικής οργάνωσης των «εθνικών» οικονομικών δραστηριοτήτων· κάτι που αφορούσε και ενδιέφερε και τον, σε κρίση επίσης, αλλά για διαφορετικούς λόγους, εκτός ελληνικού χώρου ελληνισμό.[29]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βασίλης Κρεμμυδάς, «Η οικονομική κρίση στον ελλαδικό χώρο στις αρχές του 19ου αιώνα και οι Επιπτώσεις της στην Επανάσταση του 1821», Μνήμων 6 (1976) 16-33.

[2] Δεν πρέπει να κρύψω ότι σ’ αυτό πολύ συνέβαλαν και οι επανειλημμένες παροτρύνσεις φίλων, οι οποίοι γνωρίζουν την καταρχήν άρνηση μου να ξαναεπεξεργάζομαι αυτοτελώς παλαιά δημοσιεύματα μου.

[3] Αυτός είναι ο λόγος που εδώ δε γίνεται καμιά επιμέρους παραπομπή στο περιεχόμενο του, αφού τούτο συνεχίζει εκείνο. Πάντως, καθόλου δεν είναι στις προθέσεις μου να προκαλέσω σύγκριση δύο ιστοριογραφικών στιγμών που απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον 27 χρόνια, μολονότι κάτι τέτοιο δεν είναι ίσως δυνατό να αποτραπεί.

[4] Με την ίδια λογική λειτούργησε και στη διάρκεια του Εικοσιένα και για δύο περίπου δεκαετίες κατόπιν.

[5] Μέχρι την ίδρυση ελληνικού κράτους με το «ελληνικό» πλοίο δεν μπορούμε να ορίζουμε άλλο από την εθνικότητα της πλοιοκτησίας, ανεξάρτητα από τη σημαία με την οποία ταξίδευε.

[6] Αντ. Λιγνός, Ιστορία της νήσου Ύδρας, τ. Α’, Αθήνα 1946, σ. 601: «Δεν εταξίδευον τα πλοία της Ύδρας επί ναύλω, ειμή εν’ αρχή· αλλ’ εταξίδευον και εμπορεύοντο δι’ ίδιον λογαριασμόν και προς ίδιον κέρδος». Οι σχετικές αρχειακές αναφορές είναι άφθονες. Πρόχειρα: Β. Κρεμμυδάς, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, Αθήνα 1973

[7] Ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στα γνωστά: Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776-1835, τ. Β’, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1986, σ. 20-25, 54-55, 58-65″ του ίδιου, «Όψεις της τσακώνικης κοινωνίας (1784-1821)», Χρονικά των Τσακώνων, Γ’ (1969) 17-31″ και του ίδιου, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, ό.π., σ. 70-104, passim.

[8] Όλες οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την κίνηση ελληνικών πλοίων στα λιμάνια της Μεσογείου μαρτυρούν για τη μεγάλη κάμψη: Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776- 1835, τ. Α’, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1985.

[9] Ας αρχίσουμε με μια πληροφορία που μας δίνει, ο γάλλος υποπρόξενος στο Ναύπλιο De Saint André (Archives du Ministère des Affaires Étrangères, correspondence consulaire, Naples de Romanie, 20 Δεκ. 1819): «L’île d’Hydra n’est pas dans ce moment dans une situation brillante, le commerce des grains… est presque l’unique ressourse qui alimente sa navigation, les bas prix auxquels se vendent générallement les blés portent une atteinte remarquable et bien rapide à la prospérité… Le mois dernier un parti nombreux, composé de matelots Idriotes sans emploi s’est mis dans un état de révolte… Le blés néammoins ne se vend à Hydra que 5 1I2 piastres le kilo… Si, comme tout porte à le croire, ce prix n’éprouvait d’augmentation pendant plus d’une année, il est probable qu’une partie de la population d’Hydra se trouverait forcée à une émigration, qui, je pense, ne s’effectuerait dans un caractère paisible». Το απόσπασμα είναι πολλαπλώς ενδιαφέρον εδώ, όμως, δε μας ενδιαφέρει παρά η πληροφορία για την τιμή του σιταριού, την οποία ο υποπρόξενος θεωρεί καταστρεπτική. Η τιμή την οποία αναφέρει όμως ο De Saint André, δηλαδή 9,78 παράδες στην οκά, κινείται στα επίπεδα της τιμής εισαγωγής και εξαγωγής αυτού του εμπορεύματος στην Πελοπόννησο, κάτι που όφειλε να γνωρίζει. Η τιμή αυτή είναι υπερδιπλάσια από την τιμή της περιόδου 1783-1789, κατά 80% περίπου ανώτερη από την τιμή του πελοποννησιακού σιταριού στην αγορά της Μασσαλίας το 1791 (Β. Κρεμμυδάς, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα, Αθήνα 1972, σ. 206-209) και κατά 15% περίπου ανώτερη από την τιμή του 1809″ είναι όμως κατά 60% περίπου κατώτερη από την, μοναδική, τιμή του 1815: πράγματι, εκεί στα 1814-1816 έχουμε μια απότομη άνοδο των τιμών, οι οποίες όμως άρχισαν να επανέρχονται στους προηγούμενους ανοδικούς ρυθμούς τους καθώς οι νέες πολιτικές πραγματικότητες στην Ευρώπη εδραιώνονταν (Β. Κρεμμυδάς, Συγκυρία και εμπόριο στην προεπαναστατική Πελοπόννησο, 1793-1821, Αθήνα, Θεμέλιο, 1980, σ. 115-121).

Ο γάλλος υποπρόξενος επιμένει στη χαμηλή τιμή του σιταριού ως αιτίας της κρίσης, ενώ γνωρίζει και το λέει ότι η εξέγερση έγινε από άνεργους ναυτικούς και ότι η ενδεχόμενη μετανάστευση, την οποία επίσης θα απέδιδε στη χαμηλή τιμή του σιταριού, θα γινόταν λόγω της ανεργίας.

[10] Το παράδειγμα είναι πάλι από την Ύδρα και αναφέρεται σε ανέκδοτη διατριβή για το D.E.A. της Evanthia Cascadiri με τον τίτλο «Etrangers et institutions commerciales: le cas de l’île d’Hydra, fin du XVIIIe-début du XIXe siècle», Paris 1989, σ. 66-67. Ας δούμε τη σχετική παρατήρηση, είναι ενδιαφέρουσα: «Les productions artisanales (manufacturières) constituent des petites entreprises. Le travail est organise en corporation et sa répartition obéit à une spécialisation très poussée. Par exemple: Kazazis (l’ouvrier en soie) fabrique les cordonnets et les manchettes alors qu’un autre ouvrier qualifié siritas se charge de la fabrications des soutaches… Nous constatons une hierrachisation du travail qui correspond à une échelle sociale». Πρέπει όμως να έχουμε στη σκέψη μας τις οικονομικές δραστηριότητες που βλάπτονταν από την ακινησία ενός πλοίου και εννοώ πέρα από όσες είναι οι αμεσότερες, όπως η επένδυση κεφαλαίων και η εργασία των ναυτικών και είναι αυτές, η τροφοδοσία του πλοίου σε τρόφιμα, το εμπόριο σχοινιών, υλικών επισκευής γενικότερα, η εργασία επισκευής (πανιά, καλαφάτισμα κ.λπ.), η κίνηση της αγοράς λόγω μείωσης της αγοραστικής ισχύος, οι χρηματιστικές εργασίες, η κατασκευή και πώληση υλικών συσκευασίας, η παραγωγή αγαθών άμεσα συνδεδεμένων με την κίνηση του πλοίου κ.λπ. Και βέβαια, οι δραστηριότητες που βλάπτονταν δεν ήταν γεωγραφικά περιορισμένες μόνον στους ναυτικούς τόπους.

[11] Υπενθυμίζεται ότι συρμαγιά ή σερμαγιά ήταν το εταιρικό κεφάλαιο που συγκροτούνταν ενόψει αγοράς φορτίου· ο όρος και το πράγμα είχαν εφαρμογή και σε οικονομικές δραστηριότητες άλλες από το ναυτικό εμπόριο, σήμαινε πάντοτε το εταιρικό κεφάλαιο, αλλά εκεί η χρήση του δεν ήταν γενικευμένη.

[12] Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία τον Ελληνικού έθνους, 8η έκδοση, Ελευθερουδάκης, τ. 5, σ. 153.

[13] Ο νόμος του 1804 είχε τιτλοφορηθεί «ναυτεμπορικός» και είχε 12 άρθρα· ο νέος του 1818 τιτλοφορήθηκε «αστικός και ναυτεμπορικός» και περιλάμβανε 65 άρθρα. Ο νόμος του 1818 αύξησε κατά 15%-20%, σε σύγκριση με τον προηγούμενο, το ποσοστό κέρδους ή τόκου επί του επενδυόμενου κεφαλαίου και καθιέρωσε πολύ αυστηρές και λεπτομερειακές διατάξεις για την προστασία του.

[14] Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776-1835, τ. Β’ (1986), σ. 108 (πίνακας 27) και 85-110. Κατά το άρθρο 40 του νόμου του 1818 οι αποδόσεις ταξιδιού που υπολείπονταν από τα προσδιοριζόμενα σ’ αυτόν διανέμονταν τελικά από ειδικό σώμα κριτών της Κοινότητας πριν, αυτό ήταν κανονικά μια αρμοδιότητα του καπετάνιου. Δεν πρέπει πάντως να λησμονούμε ότι αυτά που λέγονται εδώ αναφέρονται σε μέρος της κρίσης, στις αποδόσεις των εμπορικών πράξεων, ενώ το άλλο μέρος, το πιο σημαντικό, ήταν η απουσία τέτοιων πράξεων.

[15] Archives du Ministère des Affaires Étrangères (AMAE), Correspondance consulaire (CC), Smyrne, τόμος 35 (1818-1820), Σμύρνη, 24 Ιουλίου 1820. Ο συντάκτης του σχετικού κειμένου μάλιστα υποσημειώνει ότι οι έλληνες έμποροι της Σμύρνης είχαν ιδρύσει στη Μασσαλία, όταν αποκαταστάθηκε η ειρήνη, δώδεκα εμπορικά καταστήματα, από τα οποία χρεωκόπησαν τα εννέα και εζημίωσαν τους ντόπιους προμηθευτές τους και τους βιομηχάνους του Languedoc δύο εκατομμύρια γαλλικά φράγκα.

[16] Όλες οι πληροφορίες των πινάκων 1 και 2 στο Αντ. Λιγνός, ό.π., τ. 2, Αθήνα 1953, σ. 58-62.

[17] Οι πληροφορίες που κάνουν λόγο για δραματική μείωση του όγκου της ελληνικής ναυτιλίας (αριθμός πλοίων και χωρητικότητα) από το 1813 στο 1821 (Pouqueville, 1813 = 153.580 τόννοι, 1821 = 61.449 τόννοι: Πανδώρα 4 (1853-1854) 174-175) δεν έχουν καμία σχέση με ό,τι πράγματι συνέβη. Πρβλ. Β. Κρεμμυδάς, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, ό.π., σ. 59, πίνακας XXIX, όπου η αξία των σπετσιώτικων καραβιών από το Αρχείο Χατζηπαναγιώτη ακολουθεί την ίδια πορεία με αυτήν που μας δίνει το Αρχείο της Ύδρας και ο Αντ. Λιγνός.

[18] Αντ. Λιγνός, ό.π., σ. 62· οι αύξοντες αριθμοί πλοίων 36 και 37. Πρβλ. τις τιμές με τα δεδομένα των πινάκων.

[19] Αξίζει παρεμπιπτόντως να σημειωθεί ότι τα ποσά που απαίτησαν – και τους εγκρίθηκαν αρμοδίως – τα δύο νησιά ως αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στην Επανάσταση ήταν 1.000.000 τάληρα για την Ύδρα και 557.000 για τις Σπέτσες (Αντ. Λιγνός, ό.π., σ. 713) ή, χονδρικά πάλι, κάπου 7.000.000 και 4.000.000 γρόσια αντίστοιχα: για την Ύδρα πολύ υψηλότερο από την επένδυση στην παραγωγή 35 – μεγάλων, ας σημειωθεί – πλοίων κατά τη δεκαετία 1811-1820· και μολονότι και στη διάρκεια του Αγώνα είχαν λάβει σημαντικά ποσά για επισκευές, μισθοτροφοδοσίες κ.λπ.

[20] Στην Ύδρα πάλι, το 1819, οκτώ ομότεχνοι όφειλαν να καταβάλουν έναν κοινοτικό φόρο (36 γρόσια)· από 5 γρόσια οι εφτά και ένα γρόσι ο όγδοος: τέσσερις μόνον απ’ αυτούς μπόρεσαν να εξοφλήσουν κανονικά το μηδαμινό ποσό της οφειλής τους (Ε. Cascadiri, ό.π., σ. 65-66).

[21] Α.Μ.Α.Ε., CG., Naples de Romanie, ό.π.

[22] Α.Μ.Α.Ε., ό.π.

[23] Όλες οι σχετικές πληροφορίες στο Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776-1835, ό.π., τ. 2, σ. 69-72.

[24] Ίσως εδώ πρέπει να δούμε και έναν από τους λόγους της αύξησης των ποσοστών κέρδους του κεφαλαίου που πρόβλεψε ο νόμος της Ύδρας του 1818.

[25] Κ. Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 155.

[26] Σε όλα τα σχετικά πρωτότυπα κείμενα αυτό που ζητείται είναι, «να κατασκευάσουμε ένα πλοίο, να κάνουμε μ’ αυτό εμπόριο και να κερδίσουμε».

[27] Β. Κρεμμυδάς, «Το οθωμανικό κράτος και η αναγκαστική αυτονόμηση του εμπορικού », Ο Πολίτης 40 (19 Σεπτ. 1997) 30-33.

[28] Με τη φιλοδοξία ότι δε μου έχει διαφύγει κάτι, ο πρώτος που συνέδεσε, με κάποιο τρόπο, την οικονομική κρίση με την επαναστατικοποίηση του ελληνισμού είναι ο Γιάννης Ζεύγος (Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας, μέρος Α’, τρίτη έκδοση (ίσως: 1964), σ. 38), σε μια πολύ σύντομη φράση του: «Μα κι’ αυτή η οικονομική κρίση αποτέλεσε με τη σειρά της κίνητρο για το δυνάμωμα της επαναστατικής κίνησης».

[29] Είναι και αυτό ένα ενδιαφέρον ζήτημα σε άμεση συνάρτηση με την πορεία προς το Εικοσιένα. Και αυτό το τμήμα του ελληνισμού βρέθηκε σε οικονομική κρίση, των εμπορικών του δραστηριοτήτων επίσης, η οποία όμως  δεν εκκινούσε από οικονομικούς λόγους, ούτε από λόγους πολιτικής συγκυρίας – γι’ αυτό ήταν σταθερά αργόσυρτη -, αλλά από εθνικιστικούς: η ανάπτυξη των εθνικισμών στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη, στις αρχές του 19ου αιώνα είχε αρχίσει εξαρχής να αποβάλλει τα ισχυρά ξένα οικονομικά συμφέροντα.

 

Βασίλης Κρεμμυδάς (1935-2017)

Ο Βασίλης Κρεμμυδάς ήταν ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου των Αθηνών.

Προεπαναστατικές Πραγματικότητες – Η Οικονομική κρίση και η Πορεία προς το Εικοσιένα – «Μνήμων», τόμ. 24 (2002).

 

Read Full Post »

Βασικά Βιβλία για την Κατοχή στην Ερμιονίδα, Τροιζηνία και τα γύρω νησιά – Βασίλης Γκάτσος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Βασίλης Γκάτσος παρουσιάζει και σχολιάζει βασικά βιβλία για την Κατοχή, στην Ερμιονίδα, Τροιζηνία και τα γύρω νησιά και καταθέτει σκέψεις  για την έρευνα και ανάδειξη όλων των πτυχών της Εθνικής μας Αντίστασης, με σωφροσύνη και δικαιοσύνη, ώστε οι νεότερες γενιές με επίγνωση να ομονοούν στο βασικότερο: Ποτέ άλλος εμφύλιος σε αυτή τη μικρή πατρίδα όλου του κόσμου.

 

«Βασικά Βιβλία για την Κατοχή στην Ερμιονίδα, Τροιζηνία και τα γύρω νησιά…»

 

Η Ερμιονίδα, η Τροιζηνία με τα νησιά Πόρο, Ύδρα, Δοκό, Σπέτσες, ήταν την Κατοχή μια απομονωμένη περιοχή με συγκοινωνία κυρίως μέσω θαλάσσης. Τα παρακάτω βιβλία φωτίζουν την περίοδο αυτή, αλλά αποσπασματικά. Ανάγκη η συγγραφή μιας όσο γίνεται αντικειμενικής Ιστορίας, με σοβαρή μελέτη και συγκέντρωση τεκμηρίων.

 

  1. Τα άγνωστα παρασκήνια της Εθνικής Αντιστάσεως εις την Πελοπόννησον,  Εμμανουήλ Βαζαίος, Αντισυνταγματάρχης ε.α. Κόρινθος, 1961.

Τα άγνωστα παρασκήνια της Εθνικής Αντιστάσεως εις την Πελοπόννησον.

 

Είναι το σημαντικότερο βιβλίο αναφοράς  για τη δράση του θρυλικού 6ου Συντάγματος ΕΛΑΣ στην Αργολιδοκορινθία κατά την Κατοχή, γραμμένο από το Διοικητή του, ο οποίος ουδεμία σχέση είχε με την αριστερά και το ΚΚΕ. Δυσεύρετο, αλλά υπάρχει ολόκληρο αναρτημένο στο διαδίκτυο. Όλοι όσοι έχουν γράψει για την περίοδο αυτή στην ευρύτερη περιοχή μας, ξεκινούν από αυτό το βιβλίο, άσχετα το πώς χρησιμοποιούν το περιεχόμενό του. Όσοι το «αγνοούν» στα γραπτά τους, το κάνουν σκόπιμα, με σκοπό να στηρίξουν μια δικιά τους άποψη για γεγονότα και πρόσωπα.

  1. Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση – Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού. Τάσου Γεωργοπαπαδάκου, Αθήνα, 1987.

Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού

 

Γράφτηκε στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1945. Αναδημοσιεύτηκε στο σύνολό του από την τοπική εφημερίδα «Η Φωνή της Ερμιόνης» περί το 1987 – 1988.

Είναι το δεύτερο σπουδαίο βιβλίο για την Κατοχή στην Ερμιονίδα, Τροιζηνία, Ύδρα, Πόρο. Ο συγγραφέας του Τάσος Γεωργοπαπαδάκος, καθηγητής στην Ύδρα, ήταν στέλεχος του ΕΑΜ Ύδρας. Αν και ουσιαστικά γραμμένο το 1945, είναι «Μνήμες», αφού τα αρχεία του ΕΑΜ  Ύδρας αλλά και ολόκληρης της περιοχής έπεσαν στα χέρια των Γερμανών ή χάθηκαν.

  1. Ημερολόγιο Εθνικής Αντίστασης Ερμιόνης, Απόστολου Χ. Φραγκούλη, 1988, Εκδότης: Τοπική Εφημερίδα «Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΕΡΜΙΟΝΗΣ».

Ημερολόγιο Εθνικής Αντίστασης Ερμιόνης

 

Ο συγγραφέας υπήρξε τοπικό στέλεχος του ΕΑΜ Ερμιόνης. Είναι ημερολόγιο γεγονότων που κρατούσε ο συγγραφέας κατά τη διάρκεια της Κατοχής και κατάφερε να διασώσει, και σε αυτό έγκειται η αξία του.

  1. 65η Επέτειος (1944-2009) Ηρωικού θανάτου Αγωνιστών – Εθνομαρτύρων Εθνικής Υδραϊκής Αντίστασης, Θεμιστοκλής Ε. Ραφαλιάς, Ύδρα 2009 – 2010. Ο συγγραφέας, όπως και ο αδελφός του, υπήρξε στέλεχος του ΕΑΜ Ύδρας.

65η Επέτειος (1944-2009) Ηρωικού θανάτου Αγωνιστών

  1. Η Εθνική Αντίσταση συνολικά και στην Ύδρα, Χρήστος Ι. Χριστοδούλου, Ύδρα – Πειραιάς 2007. Αγωνιστής του ΕΑΜ Ύδρας.

Η Εθνική Αντίσταση συνολικά και στην Ύδρα

 

Σημείωση: Οι Υδραίοι έχουν συγκεντρώσει λεπτομερώς όλα τα ονόματα των πεσόντων Υδραίων και τραυματιών υπέρ Πίστεως και Πατρίδος, της περιόδου 1460 – 1949, τιμώντας ευλαβώς τη μνήμη τους! Την περίοδο 1939 – 1945 τα δεκάδες θύματα από το ηρωικό νησί ήταν ναυτικοί της υπερπόντιας ναυτιλίας που τα πλοία τους βυθίστηκαν από γερμανικά υποβρύχια ή πλοία επιφανείας.

Τα παραπάνω βιβλία είναι γραμμένα από ανθρώπους σύγχρονους των γεγονότων. Επειδή υπήρχε μεγάλη μυστικότητα, ως είναι φυσικό, για τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων σε στεριά και θάλασσα, των κλιμακίων που φυγάδευαν κυρίως Άγγλους στη μέση Ανατολή κ.λ.π. εκτός από τον Βαζαίο, οι άλλοι συγγραφείς γνώριζαν επιμέρους γεγονότα του τομέα τους. Και ο Βαζαίος γνωρίζει κυρίως τη δράση του ΕΛΑΣ στον στρατιωτικό τομέα.

 

Πέραν αυτών των βιβλίων υπάρχουν και τα παρακάτω στα οποία υπάρχουν στοιχεία για την Κατοχή, και οι συγγραφείς έζησαν αυτά σε ηλικία που να μπορούν να κρίνουν, να αποφασίζουν και να δρουν.

  1. Κόκκινος Επιτάφιος, Γιόνα Μικέ Παΐδούση, Εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2008. Η συγγραφέας ήταν σε οργάνωση ΕΑΜ (ΕΠΟΝ) Διδύμων. Ως προς τα κύρια γεγονότα μέσα στα Δίδυμα κατά την επιδρομή των Γερμανών, οι πληροφορίες είναι λίγες.

Κόκκινος Επιτάφιος

 

  1. Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης, Μιχ. Αγγ. Παπαβασιλείου, Αθήνα 1988, Αυτοέκδοση. Υπάρχουν μικρές αναφορές στην Περίοδο της Κατοχής.

 

Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης

  1. Νικηφόρος, Ευαγγελία Τέσση, Εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1999. Η συγγραφέας υπήρξε μέλλος οργάνωσης του ΕΑΜ Ερμιόνης. Μικρές αναφορές σε αυτή την περίοδο.

  1. Η Περιπέτεια. Σπέτσες 1939 – 1945, Σαράντος Τσουλουχόπουλος, Εκδ. Πολιτιστικός Σύλλογος Σπετσών, 2010. Ο συγγραφέας ήταν γραμματέας ΕΑΜ Σπετσών. Συνελήφθη από τους Γερμανούς τον Ιούνιο 1944 και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία.

 

Η Περιπέτεια. Σπέτσες 1939 – 1945

 

  1. Οι αντάρτες της θάλασσας – Δράση του ΕΛΑΝ Αργοσαρωνικού – Βασίλης Λαδάς, Αθήνα, 2002.  

 

Οι αντάρτες της θάλασσας

 

  1. Το Κρανίδι και οι αλήθειες του, Βασίλης Λαδάς, Αθήνα, 2008.

 

Το Κρανίδι και οι αλήθειες του,

 

  1. Σαν Παραμύθι (Ιστορία μιας ζωής), Βασίλης Λαδάς, Αθήνα, 2005.

 

Σαν Παραμύθι (Ιστορία μιας ζωής)

 

Ο Βασίλης Λαδάς, την Κατοχή ήταν μικρό παιδί, δεν είχε, ως είναι φυσικό, υπεύθυνη θέση στο ΕΑΜ και ως εκ τούτου όσα γεγονότα έπεσαν στην αντίληψή του, τα δίνει με τα μάτια μικρού παιδιού, ή σύμφωνα με όσα άκουγε ή του διηγήθηκαν αργότερα.

 

Βιβλία συγγραφέων που δεν έζησαν την Κατοχή, ή την Κατοχή στην περιοχή μας

 

  1. Φαντάσματα του Εμφύλιου, Πλάκα Αργολίδας, 1943 – 44, Στέλιος Περάκης, Εκδόσεις Επίκεντρο, 2010.

 

Φαντάσματα του Εμφύλιου, Πλάκα Αργολίδας, 1943 – 44

 

Με αφορμή την αναζήτηση της πορείας συγγενικού του προσώπου μέχρι την σπηλιά Διδύμων όπου και εκτελέστηκε, μαζί με άλλους, αναίτια και άδικα από την ΟΠΛΑ, θέτει με την έρευνά του το σημαντικό θέμα: Οι θηριωδίες και η τρομοκρατία του περιβόητου Στάθη, πολιτικού κομισάριου του ΚΚΕ στο 6ο Σύνταγμα ΕΛΑΣ του Βαζαίου, περιορίζονταν στον χώρο και τα πρόσωπα που ο ίδιος ο Στάθης επηρέαζε,  διοικούσε και κατηύθυνε (όπως καταγγέλλει ο Βαζαίος), ή ήταν σχέδιο ευρύτερο της καθοδήγησης του ΚΚΕ, όχι μόνον στην Αργολιδοκορινθία αλλά πανελλαδικά;

Μοναδικές οι πληροφορίες του για τη σφαγή των ομήρων από την ΟΠΛΑ στη Μεγάλη Σπηλιά Διδύμων 28/29 Μαΐου 1944, πέντε μέρες πριν μπουν οι Γερμανοί στα Δίδυμα.

  1. Μνήμες Ερμιονίδος, Γη – Θάλασσα – Κόσμος, Προκοπίου Τσιμάνη, Ηπειρώτου, 1975, Αθήναι, Εκδόσεις: «Χαρτοβιβλιοεκδοτική».

 

Μνήμες Ερμιονίδος, Γη – Θάλασσα – Κόσμος

 

Μνήμες Ερμιονίδος, όπως την έζησε ως διαμένων για ορισμένα χρόνια κυρίως επί Χούντας, στο Πορτοχέλι, όμως ο ίδιος δεν έχει καμιά σχέση με την Κατοχή στην περιοχή μας. Όσον αφορά τα γεγονότα της Κατοχής στην Ερμιονίδα, συρράβει μια ιστόρηση επιλεκτικών «μνημών» από πρόσωπα της Κατοχής που ο ίδιος επιλέγει. Σκοπός δεν είναι η ιστόρηση αυτών καθ’ αυτών των γεγονότων της Κατοχής αλλά η νομιμοποίηση της Χούντας, ως «επανάστασης».

 

Ανέκδοτες σημειώσεις – ημερολόγια

 

Αναμνήσεις ανέκδοτες του Γεωργίου Σταματίου (Σπέτσες), Γεωργίου Πασαμήτρου, (Σπέτσες), Πέτρου (Δίδυμα) και άλλων, που δυστυχώς δεν έχουν βρει το δρόμο της δημοσιότητας, αν και φαίνεται να είναι πολύ σημαντικές και τεκμηριωμένες.

Αναμνήσεις – διηγήσεις – μαρτυρίες συμπατριωτών που έζησαν την Κατοχή και που έχουν καταγραφεί σε διάφορους τοπικούς ιστότοπους, υπάρχουν αρκετές αλλά για επιμέρους γεγονότα, κυρίως στον ιστότοπο του κυρίου Κουτουζή για Τροιζηνία – Πόρο, του κυρίου Χαριτάτου για Σπέτσες. Επίσης σε ιστότοπους, Ερμιονίδας, Ύδρας, Λεωνιδίου, Άργους, Ναυπλίου και γενικότερα Αργολιδοκορινθίας.

 

Γενικότερα βιβλία

 

Κυρίως όσα αναφέρονται στην Κατοχή της Πελοποννήσου όπως το «Πελοπόννησος 1940-45. Η περιπέτεια της επιβίωσης, του διχασμού και της απελευθέρωσης» του Παντελή Μουτάλα, Βιβλιόραμα, 2004. Φυσικά αυτά τα βιβλία ελάχιστα περιλαμβάνουν για την περιοχή μας.

 

Πελοπόννησος 1940-45

 

Επιπλέον τρία ιδιαίτερα βιβλία

 

Ι. Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και στην Ελλάδα, Χέρμαν – Φρανκ Μάγερ, ΕΣΤΙΑ, 2003.

 

Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα.

 

Ο Μάγερ (Γερμανός) ερευνά εξονυχιστικά τα της 117 Μεραρχίας. Ο πατέρας του Μάγερ ήταν αξιωματικός και εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ.

Η 117 Μεραρχία ορεινών καταδρομών, ονομαζόμενη και Μεραρχία κυνηγών, με διοικητή τον Karl Maximilian von le Suire, είναι αυτή που έκαψε τα Καλάβρυτα και στη συνέχεια αιματοκύλισε την Ερμιονίδα, Τροιζηνία και τα νησιά μας. Η 117 Μεραρχία αποδεκατίστηκε κατά την επιστροφή της στην Γερμανία και ο αιμοσταγής Suire πιάστηκε από τους Ρώσους, φυλακίστηκε και πέθανε στη φυλακή το 1954, χωρίς να δικαστεί ως εγκληματίας πολέμου. Στη γενέτειρα του οι συμπατριώτες του έχουν στήσει μνημείο τιμώντας τον ως στρατηγό της Βέρμαχτ, στο οποίο κάθε χρόνο συγκεντρώνονταν οι εναπομείναντες βετεράνοι της 117 Μεραρχίας εις ένδειξη τιμής.

Στην Ελλάδα ο ηρωικός συνταγματάρχης Βαζαίος ο κύριος πολέμιος της 117 Μεραρχίας που την είχε κάνει να χάσει τον ύπνο της, ήρωας του Αλβανικού Έπους, αποτάχθηκε και φυλακίστηκε.

Το βιβλίο αυτό χρησιμοποιεί κυρίως Γερμανικά αρχεία, και έχει στοιχεία για την επιδρομή των Γερμανών στην περιοχή μας. Μπορεί να γίνει αφορμή για περαιτέρω έρευνα των Γερμανικών αρχείων σχετικά με την Ερμιονίδα – Τροιζηνία – Πόρο – Ύδρα – Σπέτσες.

 

ΙΙ. Επιχείρηση «Καλάβρυτα»: Η Δράση της 117 Μεραρχίας Κυνηγών μέσα από Γερμανικά Αρχεία. Εκδότης: Γενικό Επιτελείο Στρατού, Δρ. Ηλίας Ηλιόπουλος Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμων, 2012.

 

Επιχείρηση «Καλάβρυτα»

 

Ένα εξαιρετικό βιβλίο (υπάρχει και στο διαδίκτυο) με όλα τα τεκμήρια, μεταφρασμένα, που αφορούν διαταγές και αλληλογραφία της 117 Μεραρχίας, όμως, μέχρι το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Ασφαλώς στα γερμανικά αρχεία υπάρχουν τα τεκμήρια του αιματοκυλίσματος της Ερμιονίδας, Τροιζηνίας, Πόρου, Ύδρας, Σπετσών.

 

Καιρός να ενδιαφερθεί και να τα αναζητήσει ο Δήμος Ερμιονίδας.

 

ΙΙΙ. Εμφύλιος Ελλάδα 1943-1949. Ένας Διεθνής Πόλεμος. Η εξέλιξή του και ο αντίκτυπος στη σύγχρονη Ελλάδα, Andre Gerolymatos, Μετάφραση Διονύσης Αρκαδιανός, Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ, 2018.

 

Εμφύλιος Ελλάδα 1943-1949.

 

Ο Εμφύλιος μέσα στην ιστορία του τόπου μας και στο παγκόσμιο πολιτικοκοινωνικό στάτους της εποχής.

Στα παραπάνω πρέπει να προσθέσουμε το δίτομο Λεύκωμα του Κ. Α. Δοξιάδη και των συνεργατών του, με το οποίο παρουσιάστηκαν παραστατικότητα στους συμμάχους μας (γι’ αυτό γραμμένο στα ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά και ρώσικα) το 1945 «Αι Θυσίαι της Ελλάδος κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο». Ανύποπτοι οι συγγραφείς του για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει.

 

 

Αι Θυσίαι της Ελλάδος κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

Έτσι παραστατικά έπρεπε να δοθούν και τα αποτελέσματα του αδελφοκτόνου εμφυλίου 1945 – 1949, έστω και σήμερα.

Και τα δύο να μοιράζονται και να διδάσκονται στους μαθητές στα σχολεία, για να αντιληφθούν ότι αυτά που πέρασε η χώρα μας την Κατοχή είναι τα χειρότερα, αλλά αυτά που έζησε και έπαθε στον εμφύλιο είναι τα χείριστα.

Τα γεγονότα της Κατοχής ήσαν καταιγιστικά ιδιαίτερα από την συνθηκολόγηση των Ιταλών και μετά.

 

Για την περιοχή μας  μπορούμε να διακρίνουμε τις παρακάτω περιόδους:

 

1η. Έναρξη Κατοχής μέχρι τον Φεβρουάριο του 1943, οπότε αρχίζει η μεγάλη αντεπίθεση των Ρώσων στο Στάλιγκραντ. Είναι η μεγάλη ανατροπή του πολέμου.

2η. Από τον Φεβρουάριο του 1943 μέχρι τις 8/9/1943 που ανακοινώνεται η συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Τέλος Ιταλοκρατίας και έναρξη Γερμανοκρατίας στην περιοχή μας.

3η. Από τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας μέχρι τις 6/6/1944, απόβαση στη Νορμανδία, που είναι η έναρξη της κατάρρευσης της Γερμανίας.

4η. Από απόβαση στη Νορμανδία μέχρι Απελευθέρωση.

Το βέβαιο είναι ότι η χώρα μετά το έπος στα Αλβανικά βουνά και το έπος της Εθνικής Αντίστασης, οδηγήθηκε στη χειρότερη μορφή πολέμου, τον Εμφύλιο Πόλεμο (οι ρίζες του φτάνουν μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή για πολλούς ιστορικούς), οι πληγές του οποίου ακόμη καθορίζουν τη σκέψη μας, την πολιτική μας άποψη και τη δράση μας.

Ηγεσίες και ηγέτες, δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, την στιγμή που σε καμιά άλλη χώρα υπό Γερμανοϊταλική Κατοχή δεν συνέβη κάτι το ανάλογο μετά την απελευθέρωσή της, σε όποιο στρατόπεδο και αν βρέθηκε τελικά.

Πολλοί ιστορικοί επισημαίνουν ότι η Γαλλία απέφυγε τον εμφύλιο λόγω της χαρισματικής προσωπικότητας του Σαρλ Ντε Γκωλ ο οποίος κατόρθωσε να επιβληθεί στις αντιστασιακές οργανώσεις, στους Συμμάχους και στην προκατοχική πολιτική τάξη της χώρας του.

Και επειδή όποιοι δεν διδάσκονται από την ιστορία τους, είναι υποχρεωμένοι να την ξαναζήσουν, είναι υποχρέωση όλων να φέρουν στο φως της αλήθειας (της μη λήθης) τα γεγονότα και τα τεκμήρια της Κατοχής για την περιοχή μας, όσο και αν αυτά πονούν ή ξύνουν πληγές, ή ό,τι άλλο. Αν ήσαν αλλιώς τα πράγματα, δεν θα φτάναμε και στον εμφύλιο. Ούτε ο μεγαλειώδης Αγών της Ανεξαρτησίας του 1821 ήταν χωρίς σκοτεινές περιοχές (ο φοβερός εμφύλιος που ξέσπασε, λίγο έλειψε να μας υποδουλώσει εκ νέου στον Οθωμανικό ζυγό, αν δεν παρενέβαιναν οι ξένες δυνάμεις).

Πώς όμως μπορεί να γραφθεί και πού μπορεί να στηριχθεί η Ιστορία (μιλάμε για Ιστορία και όχι για διαμάχη ιδεοληψιών) της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης για την ευρύτερη περιοχή μας, που περιλαμβάνει Ερμιονίδα, Τροιζηνία, Πόρο, Ύδρα, Δοκό, Σπέτσες, και που απλώνεται κυρίως προς την ενδοχώρα της Αργολιδοκορινθίας και τον Πειραιά;

 

Συνοπτικά:

 

1). Λείπουν τα τεκμήρια, είτε γιατί χάθηκαν, είτε γιατί καταστράφηκαν, είτε γιατί αποκρύφτηκαν, είτε γιατί δεν αναζητήθηκαν.

1.1.). Τα τεκμήρια από τη μεριά των κατακτητών, Ιταλών και Γερμανών. Ποιες στρατιωτικές δυνάμεις βρέθηκαν στον τόπο μας, οι διαταγές τους, οι προκηρύξεις, οι εκθέσεις, οι οικονομικές συναλλαγές κ.λ.π. συνιστούσαν αρχεία που φυλάσσονταν υποχρεωτικά. Οι Γερμανοί κυρίως, πέρα των δικών τους αρχείων, είχαν κατασχέσει αρχεία του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, κ.λ.π, είχαν έγγραφη αλληλογραφία με τα Τάγματα Ασφαλείας, με την Κατοχική Κυβέρνηση, με την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Έφυγαν από τη χώρα μας συντεταγμένα και τα περισσότερα τα πήραν στη χώρα τους και υπάρχουν σήμερα σε διάσπαρτα αρχεία.  Βέβαια δεν δείχνουν ιδιαίτερη προθυμία να εξυπηρετούν τους μελετητές και ιστορικούς. Όμως οι κάτοικοι των Καλαβρύτων και άλλων μαρτυρικών ελληνικών πόλεων και χωριών, ερεύνησαν τα αρχεία αυτά και βρήκαν πλήθος στοιχείων που τεκμηριώνουν την Ιταλική και Γερμανική θηριωδία. Το ίδιο πρέπει να κάνει και η ευρύτερη περιοχή μας. Είναι γεγονός ότι τα αρχεία των τοπικών οργανώσεων του ΕΑΜ της περιοχής μας κάηκαν από τους Γερμανούς. Όλα; Δεν μετέφεραν τίποτα στην πατρίδα τους, τόσο συστηματικός λαός που είναι; Τίποτα δεν διασώθηκε στα χέρια Ελλήνων;

1.2.). Είναι γνωστό ότι στην περιοχή μας σπουδαίο ρόλο έπαιξε στη συγκρότηση και στο ηθικό των τοπικών οργανώσεων ΕΑΜ και ΕΛΑΝ, ιδιαίτερα σε Ύδρα, Πόρο, Ερμιόνη, Σπέτσες και Τροιζηνία, η Εκκλησία. Ηγετική μορφή του ΕΑΜ ο Μητροπολίτης Προκόπιος (σημειώνεται ότι ήταν φανατικός βασιλικός  βασιλικότερος του Βασιλέως!). Οι Υδραίοι ομολογούν ότι χωρίς αυτόν, το ΕΑΜ  Ύδρας και κυρίως η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού θα ήταν ανέφικτος. Τα μοναστήρια μας είχαν μεγάλη συμμετοχή στη φυγάδευση Εγγλέζων και άλλων προς τη Μέση Ανατολή και στο κρύψιμο αγωνιστών. Τίποτα σχετικό δεν έχει γραφτεί, ούτε καν μια προτομή του Προκόπιου δεν στήθηκε εις μνήμην της εθνικής προσφοράς του έξω από την Ύδρα.

1.3.). Οι σύμμαχοι που έστελναν τα υποβρύχιά τους σε αποστολές στην περιοχή μας, η Κυβέρνηση του Καΐρου, οι πράκτορες με τους ασυρμάτους στις Αδέρες, στην Πετροθάλασσα κ.λ.π., οι αποστολές αεροπλάνων για δράση στην περιοχή μας, είναι φυσικό να άφησαν πολλά τεκμήρια στα αρχεία των συμμάχων και μάλιστα των Άγγλων. Ούτε και αυτά αναζητήσαμε ποτέ.

1.4.). Το ΕΑΜ είχε το πολιτικό σκέλος που γρήγορα πέρασε στον πλήρη έλεγχο του ΚΚΕ. Ο ΕΛΑΣ επικράτησε, αφού διέλυσε ή αφομοίωσε όλες τις άλλες αντιστασιακές ομάδες. Είχε τριπλή δομή: Το στρατιωτικό σκέλος όπου οι μαχητές αντάρτες, στην πλειοψηφία τους αγροτόπαιδα, δεν είχαν σχέση με αριστερή ιδεολογία. Οι Διοικητές και Αξιωματικοί που κυρίως προέρχονταν από τους μονίμους που είχαν διωχθεί από το στράτευμα επί Μεταξά. Ο Καπετάνιος με το επιτελείο του που ασχολείτο με την επιμελητεία. O Πολιτικός εκπρόσωπος που διηύθυνε και την ΟΠΛΑ και επιτηρούσε τα πάντα. Και εδώ υπήρξαν αρχεία, διαταγές, αποφάσεις, επιστολές, κ.λ.π. Πολλά χάθηκαν, άλλα εξαφανίστηκαν, άλλα πρέπει να αναζητηθούν.

1.5.). Υπήρξαν τα Τάγματα Ασφαλείας του Ράλλη, τα θύματα «αριστερής» τρομοκρατίας που κατέφυγαν στα Τάγματα, τα θύματα της «δεξιάς» τρομοκρατίας που κατέφυγαν στο ΕΑΜ. Και φυσικά ο πόλεμος είναι πόλεμος, αν δεν είσαι με μένα είσαι εχθρός μου, ουδέτερη στάση δεν υπάρχει. Και εδώ υπήρξαν αρχεία, υπάρχουν αναμνήσεις κ.λ.π.

1.6.). Υπάρχουν οι άμαχοι που υπέστησαν πολλά, οι μικροϊστορίες τους, εκτελέσεις, αφανισμοί, διαρπαγές, πυρπολήσεις από τους κατακτητές. Τόποι θυσίας άγνωστοι, ηρωισμοί άγνωστοι, συνεργασίες με τον κατακτητή, εκμετάλλευση καταστάσεων, άδικοι πλουτισμοί κ.λ.π.

1.7.). Υπήρξε η κανονική ζωή που δεν σταματά ποτέ. Γεννήσεις, κοινωνικές υποχρεώσεις, παιδιά, σχολεία, δουλειές, παραγωγή, συναλλαγές, κάτω από τη μπότα του κατακτητή κ.λ.π.

 

2). Αναπάντητα ερωτήματα για την ευρύτερη περιοχή μας:

 

2.1.). Γιατί τόσο μένος από τους Γερμανούς; Ήδη στις 6/6/1944 έγινε η απόβαση στη Νορμανδία και μέσα σε 20 μέρες η ήττα της Γερμανίας ήταν οριστική. Γιατί συνέχιζαν την ίδια τακτική; Γιατί δεν υπολόγιζαν ούτε τους νεκρούς τους;

2.2.). Οι Σύμμαχοι, ουσιαστικά οι Άγγλοι, ήσαν υπέρ του ΕΑΜ, μάλιστα είχαν αποστολές και συνδέσμους στα Συντάγματα του ΕΛΑΣ. Πότε και γιατί άλλαξαν στάση; Είχαν ενδιαφέρον όσο η Πελοπόννησος ήταν στα αποβατικά τους σχέδια, και όταν τα σχέδια άλλαξαν, ουσιαστικά έβλεπαν το ΕΑΜ ως κοινό εχθρό με τους Γερμανούς;

2.3.). Οι Γερμανοί ήσαν όντως όλοι Γερμανοί; Ο Βαζαίος αναφέρει ότι το 80% των λεγόμενων κατοχικών γερμανικών στρατευμάτων Πελοποννήσου δεν ήσαν Γερμανοί αλλά Ρώσοι, Ισπανοί, Ιταλοί, Γάλλοι, κ.λ.π. (πολλοί αυτομολούσαν και πολεμούσαν με τους αντάρτες) επιστρατευμένοι με το ζόρι ή λόγω της ιδεολογίας τους από τις κατακτημένες χώρες. Πολλοί ήσαν Αυστριακοί.

Να μην ξεχνάμε ότι μόνο η Ελλάδα, χάρη στο μεγάλο συλλαλητήριο του ΕΑΜ και τις αντιστασιακές πράξεις στην Αθήνα απέτρεψε την επιστράτευση Ελλήνων που κατά κύματα θα είχαν σταλεί στο ανατολικό μέτωπο, στα εργοστάσια της Γερμανίας, και θα υπήρχαν χιλιάδες τα θύματα.

Στην περιοχή μας μιλάμε για Γερμανούς, αφού ο κόσμος έβλεπε γερμανικές στολές. Άρα, όλες οι μεμονωμένες πράξεις ευσπλαχνίας ή βοήθειας προς Έλληνες, όπως η μη εκτέλεση Διδυμιώτη με το παιδάκι του στο βουνό, ή μη ρήψη χαριστικής βολής σε άλλον πατριώτη, είχαν πιθανότητα μεγάλη να έγιναν από μη Γερμανούς.

2.4.). Η υπερκινητικότητα των Γερμανών της 117 Μεραρχίας των Κυνηγών που έδρευε στην Κόρινθο, με σκοπό τον πλήρη αφανισμό του 6ου Συντάγματος του Βαζαίου, σε τι αποσκοπούσε; Ήταν τακτική για να αποφύγουν τον εγκλεισμό σε αστικά κέντρα και την μοιραία παράδοσή τους στο ΕΛΑΣ ή τον αφανισμό τους, αφού από πουθενά δεν περίμεναν ενισχύσεις; Δηλαδή να πάθαιναν ότι οι Τούρκοι  από τον Κολοκοτρώνη όταν κλείστηκαν στην Τρίπολη;

2.5). Μετά την αντεπίθεση στο Στάλινγκραντ τον Φεβρουάριο του 1943 άρχισε πραγματικά η συνεννόηση Άγγλων με μέρος των Γερμανικών δυνάμεων για το μέλλον της χώρας μας; Έχουν βάση οι υπαινιγμοί του Γεωργοπαπαδάκου ότι παρόλο που ειδοποιούσαν την RAF για τη συγκέντρωση γερμανικών σκαφών στις επιχειρήσεις στην Ερμιονίδα, αυτοί δεν έστειλαν αεροπλάνα να τα βουλιάξουν; Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις αυτές συμπίπτουν με την απόβαση στη Νορμανδία, ήταν αυτό σκόπιμη ενέργεια των Άγγλων, δηλαδή να αφήσουν τους Γερμανούς ανενόχλητους να καθαρίζουν την περιοχή από τον μελλοντικό κίνδυνο ΕΑΜ, ή η RAF ήταν απασχολημένη στη μείζονα επιχείρηση της Νορμανδίας;

2.6.). Ποια ήταν τα οικονομικά της Κατοχής στην περιοχή μας; Το «δούναι και λαβείν» που δεν είναι μόνο οι μαυραγορίτες αλλά ένα τεράστιο πλέγμα «συναλλαγών» με ανταλλαγές προϊόντων, όπλων και χρυσών λιρών, εξαγοράς αιχμαλώτων, δωροδοκιών, που αγγίζει τα στρατεύματα κατοχής, τα τάγματα ασφαλείας, τους τρομοκρατημένους από κάθε πλευρά, την Αντίσταση, τους κατοίκους. Και αυτά πέρα από το σύστημα διαρπαγής παραγωγής και περιουσίας που είχαν εγκαταστήσει οι Κατακτητές. Στην περιοχή μας οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες δεν είχαν παραγωγή και έρχονταν στην απέναντι ακτή με λίρες, χρυσαφικά, πολύτιμα έπιπλα και σκεύη να αγοράσουν τρόφιμα.

2.6.). Πόσο «καλύτερη» ήταν η διαγωγή των Ιταλών κατακτητών; Οι στρατηγική επιδίωξη τους ήταν η κατοχή της Πελοποννήσου, ώστε να αποτραπεί αναμενόμενη απόβαση των συμμάχων, ή η σταδιακή ενσωμάτωση στην Ιταλία παλαιών Ενετοκρατούμενων περιοχών και ιδιαίτερα Επτανήσων και Πελοποννήσου; Άλλωστε τα Ιταλικά στρατεύματα που εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο ήταν περί τις 80000 (!) και με βαρύ οπλισμό. Στις 16/10/1940 είχε γίνει απογραφή του πληθυσμού και η Πελοπόννησος είχε 1173541 κατοίκους.

Ένας Ιταλός ανά 14 άοπλους Έλληνες! Στους 4 Έλληνες άνδρες, ένας Ιταλός στρατιώτης!

Μήπως ο ενδόμυχος φόβος των Πελοποννησίων ήταν όχι η κυριαρχία των Ιταλών, αλλά η ενσωμάτωση της Πελοποννήσου στην Ιταλία, όπως παλιά στη Βενετία;

Αν ο Άξονας είχε επικρατήσει και σταθεροποιηθεί σε μια ευρύτατη περιοχή που γινόταν με συνθήκη αποδεκτή από ΗΠΑ, Αγγλία, Ρωσία, η Ελλάδα ως ηττημένη θα ερχόταν πίσω στα σύνορά της, θα έπαιρνε και τα Δωδεκάνησα, ή θα είχε περιοριστεί στη Στερεά, Θεσσαλία, Κρήτη και σε ορισμένα νησιά, ενώ τα υπόλοιπα θα είχαν κατά κάποιον τρόπο δωριθεί σε Ιταλία, Βουλγαρίας, Αλβανία, Τουρκία;

Το 1916 – 1917 η Ιταλία κατέλαβε σχεδόν τη μισή Ήπειρο και τα Ιωάννινα. Η τακτική της ήταν να κατάσχει τα τρόφιμα και να δίνει μικρές ποσότητες στους αδιάφορους και μεγάλες στους πρόθυμους να υπογράψουν διαβήματα προς την Ελληνική Κυβέρνηση ότι …. θέλουν να είναι υπό την ιταλική κυριαρχία. Τα ίδια δεν έκαναν οι Ιταλοί στην Πελοπόννησο, μάλιστα με μεγαλύτερη αρχικά ωμότητα από τους λίγους Γερμανούς που ήσαν αρχικά στην Πελοπόννησο; Δεν προσπάθησαν με τα τρόφιμα και τα διάφορα προνόμια και τις «ευκολίες» σε κάθε χωριό να δημιουργήσουν έναν κύκλο συμφερόντων, φιλικό προς αυτούς;

Σε τέτοιες κοσμοχαλασιές όπως ήταν για την Ευρώπη ο Α΄ και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η γεωπολιτική ήταν το σπουδαιότερο. Οι Γερμανοί χάσανε για πάντα τις εστίες τους στη Πρωσία και αλλού. Σήμερα τη σφαίρα που γεωπολιτικά θα μπορούσε να είχε σταθεροποιήσει υπέρ του ο Άξονας, την κατέχουν με οικονομικά μέσα, αλλά τις εστίες τους γεωπολιτικά τις έχασαν.

Επειδή λοιπόν σε αυτή την κοσμοχαλασιά η χώρα μας έδωσε παράδειγμα ανδρείας και αντίστασης, υπερασπίζοντας αξίες πέρα από γεωπολιτική και οικονομία, είναι χρέος όλων η έρευνα και ανάδειξη όλων των πτυχών της Εθνικής μας Αντίστασης, με σωφροσύνη και δικαιοσύνη, ώστε οι νεότερες γενιές με επίγνωση να ομονοούν στο βασικότερο: Ποτέ άλλος εμφύλιος σε αυτή τη μικρή πατρίδα όλου του κόσμου.

Αυτονόητο και το χρέος όλων μας στην Ερμιονίδα να τιμήσουμε τους ιερούς μας νεκρούς αυτής της περιόδου, να δούμε κατάματα τα λάθη και τις οξύτητες αυτής της περιόδου, πέρα από ιδεοληψίες, με τη σύνεση που δίνει το πέρασμα του χρόνου, να τιμήσουμε τους ήρωες, και σε κάθε μικρό τόπο όπου από βόλι εχθρικό έπεσαν συμπατριώτες, ας καίει ένα μικρό καντηλάκι. Γιατί η παραμικρή πράξη που δεν ευνοεί τον εχθρό είναι αντίσταση.

Όταν ο Διδυμιώτης βοσκός με τρόμο πήγαινε να σκορπίσει το κοπάδι να μη το πάρουν οι Γερμανοί και τα Τάγματα Ασφαλείας, είτε ήξερε την απαγόρευση στο να κυκλοφορεί στα βουνά, είτε όχι, προς όφελος της οικογένειας του και των συμπατριωτών του ενήργησε, ένα κομμάτι αντίστασης ήταν αυτό.

Ως εκ τούτου, πρέπει να συγκεντρωθούν όλα τα τεκμήρια αυτής της περιόδου, να ερευνηθούν αρχεία και να αφεθούν οι ιστορικοί στο έργο τους. Κάτι που πλέον έχει αρχίσει να γίνεται πανελλαδικά. Η λήθη είναι εθνικά ασύμφορη.

Ο Θουκυδίδης σημειώνει ότι αυτά είναι της ανθρώπινης φύσης και θα ξαναγίνονται. Αν όμως με επίγνωση αναγνωρίζουμε την αλήθεια του παρελθόντος μας και τα λάθη μας, υπάρχει ελπίς.

 

Βασίλης Γκάτσος

 

Read Full Post »

Πάνου Γεώργιος (1770- 1863)


 

Γεώργιος Πάνου (από το αρχείο Ανδρέα Κουμπή, Σπέτσες)

Ο Γεώργιος Πάνου, πλοιοκτήτης, φιλικός, αγωνιστής και πολιτικός της επανάστασης του 1821,  γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1770 και ήταν γιος του προεστού Νικολάου Πάνου. Από την παιδική του ηλικία έλαβε ναυτική εκπαίδευση και πραγματοποίησε διάφορα ταξίδια στο πλευρό πρώτα του πατέρα και μετά του θείου του. Το καράβι τον έφερε μακριά από τα σπετσιώτικα νερά, σε νέους κόσμους, νέους ανθρώπους, νέες συνήθειες. Έξυπνος, δραστήριος, εργατικός, αποκτά εκτίμηση και εμπιστοσύνη και με τη ναυτική του αξία αρχίζει να επιβάλλεται.

Ο Γεώργιος Πάνου ταξιδεύει με σπετσιώτικα καράβια ως τους μεγάλους ωκεανούς. Βγαίνει στην Ευρώπη, από την Ιταλία ως την Ισπανία και την Πορτογαλία και μαθαίνει ότι σκλαβωμένος λαός δεν είναι μόνο ο δικός του και πως η ελευθερία θέλει θυσίες και αίμα. Ύστερα από σκληρή δουλειά και μεγάλη θέληση, κατόρθωσε να αποκτήσει δικό του καράβι το «Σόλων» το 1813, ο Πάνου ήταν πια ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, ένας έμπειρος ναυτικός, που δεν άργησε να αποκτήσει την εκτίμηση των συμπατριωτών του για τις ικανότητές του αυτές και την ασύγκριτη τιμιότητά του.

Είχε εξοπλίσει το καράβι του «Σόλων» με πυροβόλα τέλεια και όταν κάποτε πειρατές του επιτέθηκαν στο πέλαγος αιφνιδιαστικά και παρόλο που ήταν ασύγκριτα ανώτεροι σε αριθμό και πυροβόλα, κατόρθωσε να τους τσακίσει κυριολεκτικά και να τους αναγκάσει να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους. Έτσι, μαθήτευσε στο θαλασσινό πόλεμο με τους πειρατές κι απέκτησε τέτοια φήμη, ώστε έγινε γνωστός για τα κατορθώματά του στην Οθωμανική Πύλη, που δεν άργησε, το 1814, να τον διορίσει Μπέη – Κοτζάμπαση, δηλαδή Διοικητή στις Σπέτσες. Το αξίωμα αυτό το κράτησε μέχρι το 1817, οπότε παραιτήθηκε για άγνωστους λόγους. Ίσως γιατί το χρόνο αυτό η Φιλική Εταιρεία, με ειδικό μανιφέστο μέσω του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, τον κάλεσε κρυφά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Πάνου ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και σύντομα βρέθηκε στην Πόλη, κοντά στον Παναγιώτη Σέκερη. Εκεί, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ τον κατήχησε στα μυστήρια της Φιλικής Εταιρείας και τελικά τον όρκισε αφού του πρόσφερε μικρό σταυρό που σώζεται στο Ναυτικό πολεμικό Μουσείο. Διέθεσε στο ταμείο που είχε η Φιλική Εταιρεία ιδρύσει στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, σαν πρώτη εισφορά του 1000 τάλληρα ισπανικά. Με επιστολή του προς τη Μονή αναφέρει ότι τα χρήματα αυτά τα προσφέρει στη μνήμη της μητέρας του για την ανακαίνιση της Αγίας Μονής, και εννοούσε την Επανάσταση.

Το 1818, ορίστηκε μαζί με τους Μπόταση και Φατζιολάτη, έφορος της Φιλικής Εταιρείας στις Σπέτσες, ενώ το 1819, φυγάδευσε από την Ερμιόνη Αργολίδας τον Τσακάλωφ μετά τη δολοφονία του Νικόλαου Γαλάτη. Λίγους μήνες πριν από την έναρξη της επανάστασης, όταν ο Παπαφλέσσας έφτασε στις Σπέτσες τάχτηκε υπέρ των επαναστατικών κελευσμάτων του ιερωμένου.

Παίρνει μέρος στην πολιορκία της Μονεμβασίας, επί κεφαλής μοίρας και ύστερα από τρεισήμισι μηνών πολιορκία, κάτω από τη στρατηγική διεύθυνσή του, το μεγάλο φρούριο πέφτει. Πήρε ακόμη μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και σε πολλές άλλες ναυτικές επιχειρήσεις και διακρίθηκε για την τόλμη και το θάρρος του. Το 1823, πηγαίνει πληρεξούσιος των Σπετσών στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους, ενώ το καράβι του ο «Σόλων» – κι όταν ο ίδιος είναι στη στεριά – δεν παύει να μάχεται.

Αργότερα αρρωσταίνει. Η αρρώστια του, όμως, δεν τον εμποδίζει να γίνει Λιμενάρχης, Ειρηνοδίκης και Αστυνόμος στο νησί. Το 1827  μετείχε με το άλλο καράβι του, «Θησεύς», στην αποτυχημένη επιχείρηση του Τόμας Κόχραν κατά του αιγυπτιακού στόλου στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Ο Γεώργιος Πάνου, με το τέλος της Επανάστασης και όταν η νίκη είχε στέψει τα όπλα της Ελλάδας και οι θάλασσες και τα βουνά της ήταν πια ελεύθερα, αποσύρθηκε στο νησί του. Από την τεράστια περιουσία του μόνο ο «Σόλων» του είχε απομείνει. Ασχολήθηκε και πάλι με ναυτιλιακές εργασίες για να επανορθώσει τα οικονομικά του. Αλλά κατά κακή τύχη, το ένδοξο και ιστορικό καράβι ναυάγησε και ο άλλοτε προύχοντας κατάντησε φτωχός. Στα 1836 του απονεμήθηκε μία μικρή σύνταξη και μέχρι τα βαθιά του γηρατειά έζησε στις Σπέτσες κοντά στα παιδιά του με τη φωτογραφία του «Σόλωνα» και άλλα ενθυμήματα από τον αγώνα μέσα στο αρχοντικό του, που στολίζει σήμερα το νησί. Εκεί πέθανε, σε ηλικία 93 χρόνων, την 1η Ιουνίου 1863, τη μέρα ακριβώς που η Πολιτεία, για τις μεγάλες υπηρεσίες που πρόσφορε στον αγώνα, τον τίμησε με το  αργυρό παράσημο του Σωτήρος.

Ο τάφος του βρίσκεται στα κοιμητήρια των Αγίων Πάντων με την επιγραφή:

«Πρώτος ναύαρχος Σπετσών»

Γεώργιος Ν. Πάνου 1770 – 1863.

Αρχών της νήσου Σπετσών,

πολλά υπέρ της Εθνικής παλιγγενεσίας μοχθήσας και δαπανήσας».

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Η προίκα της Ελένης Μπούμπουλη –  © Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή | Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 


 

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα είχε αποκτήσει από τους δύο γάμους της 7 παιδιά. Τρία με το Δημήτριο Γιάννουζα (Γιάννο, Γεώργιο και Μάρω) και τέσσερα με το Δημήτριο Μπούμπουλη (Σκεύω, Ελένη, Ιωάννη και Νικόλαο) [1].

Η φιλία της με τον Κολοκοτρώνη με τον οποίο συναντήθηκε λίγες μέρες πριν την πτώση της Τριπολιτσάς, όταν έφτασε έφιππη στο ελληνικό στρατόπεδο, οδήγησε στη συγγένεια μεταξύ τους με το γάμο των παιδιών τους, του Πάνου και της Ελένης. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ναυπλίου, έγινε ο αρραβώνας τους και δυο μέρες μετά την πτώση του Ναυπλίου στα χέρια των Ελλήνων έγινε ο γάμος τους.

Στην πομπή των νικητών που μπήκαν στο Ναύπλιο, η Μπουμπουλίνα έφιππη συνοδευόταν από την κόρη της Ελένη και το γαμπρό της Πάνο που είχε οριστεί από τον Υψηλάντη Φρούραρχος Ναυπλίου. Μετά την κατάληψη του Παλαμηδιού, 30 Νοεμβρίου 1822, η Κυβέρνηση παραχώρησε στη Μπουμπου­λίνα ένα από τα καλύτερα σπίτια του Ναυπλίου, όπου και εγκαταστάθηκε. Γυρνούσε στο Ναύπλιο και στον κάμπο έφιππη ως αμαζόνα ακολουθούμενη από πλήθος στρατιωτών κι επευφημείτο από τα πλήθη που την αποκαλούσαν «κυρά του Ναυπλίου».

Θεοδωράκης Γρίβας, ελαιογραφία του Ιωάννη Δούκα (1838–1916).

Ο εμφύλιος που ακολούθησε ανέτρεψε τα πράγματα για τη Μπουμπουλίνα και την οικογένειά της που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κάστρο στις 13 Ιουνίου 1824 μαζί με το γαμπρό της Πάνο και την Ελένη. Με το ξέσπασμα του δεύτερου εμφυλίου πολέμου ο Πάνος εγκαταλείπει την πολιορκία των Πατρών κι έρχεται στην Τριπολιτσά. Εκεί στο σπίτι των Κολοκοτρωναίων διαμένει κι η σύζυγός του η Ελένη. Από τους στενούς συνεργάτες του Πάνου ήταν ο Θεοδωράκης Γρίβας, οπλαρχηγός της Ακαρνανίας που την εποχή αυτή πολεμούσε στο πλευρό του Πάνου κι ήταν αποκλεισμένος από του Κυβερνητικούς στην Τρίπολη.

Το Νοέμβριο του 1824 σκοτώνεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης σε ηλικία 24 ετών και η Ελένη μένει χήρα σε ηλικία 17 ετών. Η Ελένη δεν είχε αποκτήσει παιδιά από το γάμο της με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Μετά το θάνατο του Πάνου, ο Κολοκοτρώνης δεν ήθελε να αφήσει τη νύφη του να επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας της στις Σπέτσες και να ξαναπαντρευτεί, αλλά ήθελε να την παντρέψει με όποιον αυτός έκρινε. Η Ελένη τότε άφησε το σπίτι των Κολοκοτρωναίων κι έφυγε στις Σπέτσες στη μητέρα της, χωρίς να πάρει μαζί της την προίκα της.

Ήδη κι ενώ ακόμα ζούσε ο Πάνος, οι φήμες στην Πελοπόννησο οργίαζαν για δεσμό της Ελένης με το Θεοδωράκη Γρίβα. Μόλις έξι μήνες μετά το θάνατο του Πάνου, το Μάιο του 1825, η 18χρονη Ελένη, με τη συγκατάθεση της μητέρας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, παντρεύτηκε το Γρίβα, ο οποίος τότε ήταν 28 ετών.

Ο Νικόλαος Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα περιγράφει [2] έτσι τα περιστατικά:

«Ο Θεόδωρος Γρίβας, πολιορκημένος ων εις Τριπολιτσάν από τα Διοικητικά στρατεύματα (κατά το 1824) ευρίσκετο μαζί με τον Κολοκοτρώνην. Φονευθέντος του Πάνον υιού του Κολοκοτρώνη, ερωτεύθη (ο Γρίβας) με την σύ­ζυγόν του θυγατέρα της Μπουμπουλίνας. Ο Κολοκοτρώνης θέλων να την έχει ως θυγατέραν του, επιθυμούσε να την βαστάξει εις την οικίαν του και να φροντίσει με καιρόν να την υπανδρεύσει με όποιον ήθελεν. Η Μπουμπουλίνα (κόρη) τα συμβίβασεν μυστικά με τον Θεόδωρον Γρίβαν και φεύγει κρυφά διά τις Σπέτσες και αφήνει εις την οι­κίαν του όλα τα προικιά της. Συγχύζεται ο Κολοκοτρώνης, θέλει να εκδικηθεί, πλην και οι δύο ήσαν φυλακωμένοι εις Ύδραν».

Και σχολιάζει [3]: «Φαίνεται, ο Γρίβας πήγε στην Ύδρα, όπου τον αντάμωσε η νεαρή Ελένη χήρα, κι εκεί αν και η αστυνομία τους έπιασε, στεφανωθήκαν».

Αυτός ο γάμος έβλαψε την πορεία του αγώνα [4]. Η αντιπαράθεση Κολοκοτρώνη-Γρίβα είχε ξεκινήσει. Ο Σπηλιάδης αναφέρει πως «στα 1826, αρχές τον Μάη, ο Κολοκοτρώνης ζήτησε μαστικά ν’ αρπάξει το Παλαμήδι από τα χέρια τον Γρίβα, αλλά δεν πέτυχε».

 

Ελένη Μπούμπουλη, Benjamin Mary. Δημοσιεύεται στο «Ελληνικές προσωπογραφίες (1840-1844)», εκδόσεις Λούσυ Μπρατζιώτη, Αθήνα 1992, σελ.40.

 

Ποια ήταν η προίκα της Ελένης όταν παντρεύτηκε τον Πάνο ακριβώς δε γνωρίζουμε. Σίγουρα όμως η Μπουμπουλίνα, που την εποχή που έγινε αυτός ο γάμος βρισκόταν στην ακμή της, δεν θα έδωσε ευκαταφρόνητη προίκα στην Ελένη. Αυτή λοιπόν την προίκα, έπρεπε να την διεκδικήσει από τον πεθερό της Ελένης, το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και στη συνέχεια να την δώσει στο δεύτερο σύ­ζυγό της το Γρίβα, πράγμα που δεν έκανε.

Ήδη ο Κολοκοτρώνης ήταν σε δυσχερή θέση με τον εμφύλιο, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Πάνου, οπότε έχασε το κουράγιο του. Οι φήμες δε, για το δεσμό της Ελένης με το Γρίβα πριν ακόμα πεθάνει ο Πάνος, έφερναν τη Μπουμπουλίνα σε δυσχερέστερη ακόμα θέση ως προς τη διεκδίκηση της επιστροφής της προίκας.

Ο Γρίβας όμως δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει πίσω και διεκδικούσε επιθετικά την προίκα.

Κάποια στιγμή που ο γέρος του Μόριά έφτασε στο Ναύπλιο, ο Γρίβας βρήκε ευκαιρία και τον παγίδευσε στο Φρούριο και του έστειλε τον Αναστασάκη (Εμμ. Παπά) να του πει να κάνει ότι καταλαβαίνει προκειμένου να στείλει οπωσδήποτε τα προικιά και τις προγαμιαίες δωρεές της πρώην νύφης του και νυν γυναίκας του Γρίβα που κρατούσε. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε πως δεν ξέρει να έχει τίποτα στα χέρια του, παρά μόνο μια διαμαντένια καρφίτσα μικρής αξίας και δυο δακτυλίδια.

Μετά την απάντηση αυτή, ο Γρίβας όρκισε την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος, επειδή, όπως της είπε, επρόκειτο να εμπλέξει και τα αδέλφια της στην υπόθεση αυτή, να πει την αλήθεια. Ο Κασομούλης αναφέρει ότι ήταν παρών. Η Ελένη τότε έκανε έναν κατάλογο με πράγματα, διαμαντικά, χρυσοΰφαντα Ινδικά υφάσματα, λάφυρα της μητέρας της από την Τριπολιτσά, φορέματα και γούνες, των οποίων η αξία ανερχόταν στις 250.000 γρόσια. Ο Κολοκοτρώνης όταν είδε τον κατάλογο, ενώ ήταν σε περιορισμό στο φρούριο, απάντησε πως είναι ψέματα και πρότεινε να ορίσει η κάθε πλευρά ανθρώπους να συνδιαλλαγούν.

Ο Γρίβας όρισε το Γ. Βαλτινό [5] και τον Ν. Κασομούλη [6], ενώ ο Κολοκοτρώνης τον Γ. Αγαλόπουλο και τον Αναγνωστάκο Παπαγιαννόπουλο. Και οι τέσσαρες αντιπρόσωποι αποφάσισαν να συναχθούν και να ακούσουν και τις δυο πλευρές, πράγμα που έγινε στο σπίτι του Κολοκοτρώνη στον Πλάτανο [7]. Μαζεύτηκε κι όλος ο λαός από περιέργεια να δουν τί θα γίνει, αλλά κλείστηκαν μέσα στο σπίτι μόνον οι τέσσαρες επίτροποι, ο Γρίβας, ο Κολοκοτρώνης κι η μητέρα του. Ασπάστηκαν και ξεκίνησε η διαδικασία. Ο Βαλτινός πρότεινε να πουν και οι δυο ό,τι έχουν να πουν και να αγαπηθούν και τελειώσει με ειρήνη αυτή η διαφορά, γιατί πρέπει να κοιτάξουν όλοι το συμφέρον της πατρίδας.

Το λόγο πήρε ο Γρίβας που είπε: «Εγώ, κανένα πάθος δεν έχω με τον Γέρον. Γνωρίζει πόσον τον εβοήθησα εις την ανάγκην του και τον εβάσταξα. Δεν τον έφερα κα­μίαν ατιμίαν πριν, όταν ήμουν εμπιστευμένος το παν εις την οικίαν τον, εις Τριπολιτσάν, ώστε να έχει τώρα παράπονον. Τον εσύντρεξα ως άλλος υιός τον εις τον εμφύλιον πόλεμον. Εφονεύθη ο υιός του αγαπήσαμεν να συζευχθώμεν με την χήραν τον Πάνου, με την συναίνεσιν της μητρός της. Την έλαβα διά γυναίκαν. Τί έπταισεν λοιπόν ή αυτή ή εγώ ώστε να κατακρατεί ο Γέρος τα ειδίσματά της και να μην ησυχάζω νύχτα ημέρα, ζητούσα αυτή το δί­καιόν της; Ας τα δώσει λοιπόν και τίποτες πάθος αναμε­ταξύ μας δεν έχομεν. Διότι ούτε εφονεύσαμεν ένας με τον άλλον, ούτε εζημιώσαμεν [8].

Παρατηρεί κανείς ότι ο Γρίβας μιλάει σε τρίτο πρόσωπο για τον Κολοκοτρώνη και δεν απευθύνεται άμεσα σ’ αυτόν παρότι αυτός είναι παρών, γεγονός που δείχνει κάθε άλλο παρά φιλική διάθεση.

Ο Κολοκοτρώνης, του απαντά σε δεύτερο πρόσωπο: «Βρε παιδί μου Θοδωράκη, πιστεύεις την γυναίκα σου, διότι σε είπεν ότι είχεν τόσα;» Και άρχισε να ορκίζεται. «Πού τα ηύρεν, βρε, όλα αυτά; Ό, τι και αν είχεν, και φορέματα και διαμαντικά, ήταν τον υιού μου, και, πίστευσέ με, είναι τόσοι μάρτυρες. Ας διορισθεί μια επιτροπή ας συνάξη τας μαρτυρίας και ό,τι εύρει και ειπούν ότι είχε η νύφη μου να το πληρώσω διπλά. Τί είχε πραγ­ματικός; Έναν λαιμοδέτην (γκιουρδάνι) με ολίγες πέτρες και ένα δακτυλίδι. Τα άλλα όλα ήτον αρματωσιά των συγ­γενών».

Στα σχόλια [9] αναφέρεται πως η αρματωσιά ήταν η νυφική στολή, που της χάρισαν οι συγγενείς του Κολοκοτρώνη, δίνοντας ο καθένας ένα κομμάτι. Και συνεχίζει ο σχολιαστής: «Λοιπόν, η κόρη της Μπουμπουλίνας ήταν άπροικη;».

Η μητέρα του Κολοκοτρώνη, ενθυμηθείσα τον Πάνο, άρχισε να κλαίει και να λέει: «Πού τα ηύρεν, παιδί μου, αυτά οπού ζητεί; Καν ούτε ημείς τα είδαμεν».

Άρχισε κι ο Κολοκοτρώνης να κλαίει…

Τελικά μετά από μακρά συζήτηση αποφασίστηκε προκειμένου να παύσουν «τα πάθη αναμεταξύ των», να ορίσουν επταμελή συμβιβαστική επιτροπή από Ρουμελιώτες και Πελοποννήσιους κι ο Κολοκοτρώνης να εγγυηθεί πως ό,τι αποφασίσει η επιτροπή να στείλει στη Ζάκυνθο όπου είχε τα πράγματα να τα φέρει. Εγγυήθηκε γι αυτό ο αχώριστος φίλος του Κολοκοτρώνη, Νι­κόλαος Βούκουρας, που ήταν πολιτικός και στρατιωτικός από τα Μαγούλιανα της Καρύταινας.

Έτσι ο Κολοκοτρώνης αφέθηκε ελεύθερος να φύγει από το Φρούριο και «ανεχώρησεν με το πάθος να εύρει ευκαιρίαν να εκδικηθεί» για την προσβολή που του έκαναν φοβερίζοντας να τον κρατήσουν στο Ναύπλιο. Η πόλη ήταν στα χέρια των Παλαμηδιωτών του Γρίβα κι ο Κολοκοτρώνης μπήκε ανύποπτος χωρίς να έχει πληροφορηθεί την κατάσταση. Εκεί ο Γρίβας και οι δικοί του έδωσαν εντολή να μην το αφήσουν να φύγει αν δεν έδινε τέλος στην υπόθεση αυτή.

Αποκλείεται η Ελένη Μπούμπουλη να παντρεύτηκε τον Πάνο Κολοκοτρώνη άπροικη. Με δεδομένο δε ότι παντρεύτηκε την εποχή της ακμής της Μπουμπουλίνας, την εποχή δηλαδή που η Κυβέρνηση αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες της στην Πατρίδα της είχε δώσει κλήρο γης στο Ναύπλιο και η άλωση της Τριπολιτσάς την είχε γεμίσει πολύτιμους θησαυρούς. Είναι γνωστό πως η προστασία που παρείχε στο χαρέμι του Χουρσίτ Πασά της απέφερε αυτά τα αμύθητα πλούτη. Η ίδια έλεγε πως ο όρκος που είχε δώσει το 1816 στη βαλιδέ σουλτάνα, τότε που τη βοήθησε όταν κατέφυγε σ’ αυτήν, πως θα βοηθούσε όποια Τουρκάλα της ζητούσε βοήθεια, την ώθησε να δράσει με τον τρόπο αυτό κατά την πτώση της Τριπολιτσάς.

Όπως και να έχει, όποιο και να ήταν το κίνητρό της, το θέμα είναι πως η Μπουμπουλίνα συγκέντρωσε θησαυρούς. Αποκλείεται λοιπόν μετά από τόσα πλούτη να μην έδωσε προίκα μεγάλη στην Ελένη.

Ο Γάλλος Reybaud που βρέθηκε στο Άργος τις μέρες που γίνονταν τα αρραβωνιάσματα της Ελένης, της κόρης της Μπουμπουλίνας με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Γράφει [10]: «Έλεγαν πως η προίκα της νύφης ήταν τεράστια. Δεν κόστισε, άλλωστε, τίποτα στον γονιούς της. Κι αν οι σκιές των θυμάτων που πλήρωσαν τα έξοδα μπορούσαν να παρευρεθούν στα στεφανώματα, η γαμήλια πομπή θα ήτα φρικαλέα και πολυάριθμη».

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Είναι ελάχιστη η πιθανότητα, μεταξύ των όσων πήρε ως προίκα η Ελένη Μπούμπουλη να περιλήφθηκε και ακίνητη περιουσία στο Ναύπλιο από αυτήν που έλαβε η Μπουμπουλίνα ως κλήρο, την οποία όμως η Κυβέρνηση κατά τον εμφύλιο, μετά το θάνατο του Πάνου και εξαιτίας της επιστολής που έστειλε υποστηρίζοντας το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, της την πήρε πίσω. Κι αυτό γιατί στις Σπέτσες δε συνηθιζόταν να δίνεται ως προίκα στα κορίτσια ακίνητη περιουσία. Από τους Κολοκοτρωναίους δε ζητήθηκε να επιστρέψουν ακίνητη περιουσία που είχε δοθεί ως προίκα, αλλά μόνον διαμαντικά, χρυσαφικά, γούνες και βαρύτιμα ινδικά υφάσματα, τα οποία μάλιστα αναφέρεται πως προέρχονταν από την άλωση της Τριπολιτσάς.

Ο Κολοκοτρώνης ισχυρίζεται πως αυτά ήταν του Πάνου. Προφανώς τέτοια πολύτιμα λάφυρα από την Τριπολιτσά είχαν πάρει και οι Κολοκοτρωναίοι. Δεν επρόκειτο για χρυσαφικά και διαμαντικά που αποτελούσαν οικογενειακά κειμήλια, ώστε να είναι και αναγνωρίσιμα, αλλά για λεία πολέμου, που χάσανε το λογαριασμό αν ήταν του Πάνου ή της Μπουμπουλίνας. Φαίνεται, πως όλα τα πολύτιμα αντικείμενα και του Πάνου και της Ελένης τα είχαν φυλάξει στο σπίτι τους στη Ζάκυνθο.

Εντύπωση μας προκαλεί το γεγονός πως η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα δεν εμπλέκεται καθόλου στην υπόθεση αυτή, όπως θα περίμενε κανείς, αφού με τον Κολοκοτρώνη είχαν μια αμοιβαία εκτίμηση κι εμπιστοσύνη και ήταν σταθερά σύμμαχοι.

Όταν ο Γρίβας ορκίζει την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος να πει την αλήθεια για την προίκα της, της λέει να είναι προσεκτική στο τί θα πει, γιατί στην υπόθεση αυτή θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Ούτε λόγος για τη μητέρα της, η οποία δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα που θα άφηνε τους γιους της να ξεκαθαρίσουν για λογαριασμό της Ελένης την υπόθεση αυτή.

Η εξήγηση είναι απλή. Το Μάιο του 1825, λίγο μετά το γάμο της Ελένης με το Γρίβα, η Μπουμπουλίνα δολοφονείται. Όταν συνέβησαν λοιπόν όλα αυτά τα σχετικά με τη διεκδίκηση της προίκας της Ελένης, η Μπουμπουλίνα δεν ζούσε, η δε οικογένεια της Ελένης στις Σπέτσες είχε πολύ νωπά τα τραύματα απ’ τις μνήμες της δολοφονίας της καπετάνισσας.

Η προίκα της Ελένης δεν επιστράφηκε ποτέ από τους Κολοκοτρωναίους στην ίδια, ούτε στην οικογένειά της.

Η οικογενειακή παράδοση των Μπουμπουλαίων λέει πως ο Γρίβας αποβιβάστηκε με πλοίο στις Σπέτσες και «ξεσήκωσε» το σπίτι, παίρνοντας ό,τι πολύτιμο βρήκε, χαλιά έπιπλα κλπ. ως προίκα της Ελένης.

Η αρπαγή αυτή, αν πράγματι έγινε, θα έγινε μετά το θάνατο της Μπουμπουλίνας και μάλιστα όχι αμέσως μετά την κηδεία της. Η συνάντηση του Γρίβα με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη έγινε αργότερα και σύμφωνα με όσα λέχθηκαν και έγιναν, αποκλείεται να είχε προηγηθεί τέτοιο περιστατικό υπό τη μορφή διεκδίκησης της προίκας της Ελένης, την οποία όφειλαν τα αδέλφια της να διεκδικήσουν από τον Κολοκοτρώνη για λογαριασμό της. Για το λόγο αυτό, όταν την όρκισε ο Γρίβας να πει την αλήθεια για την προίκα, της είπε να προσέξει γιατί θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Δηλαδή, τα αδέλφια της όφειλαν να διεκδικήσουν για λογαριασμό της την προίκα από τον Κολοκοτρώνη, πράγμα που δεν έκαναν. Όσο μεν ζούσε η Μπουμπουλίνα, η προσωπικότητά της και η σχέση της με τον Κολοκοτρώνη ήταν τέτοια, που δεν άφηνε περιθώρια στους γιους της να ρυθμίσουν αυτοί τα θέματα αυτά. Μετά δε το θάνατό της, τον πρώτο καιρό τα παιδιά της ήταν σε δύσκολη κατάσταση ένεκα των συνθηκών του θανάτου της, οπότε είναι λογικό να μην είχαν ούτε νου, ούτε διάθεση για να ασχοληθούν μ’ αυτό το ζήτημα.

Πάντως, στο βιβλίο των πρακτικών της Δημογεροντίας Σπετσών, κατά τη συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 1829 [11] συζητείται αίτηση των κληρονόμων του Δημητρίου Μπούμπουλη, να παρέμβει το κράτος ώστε να τους επιστρέφει ο γαμπρός τους ο Γρίβας τα κατάστιχα και τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα των πλοίων της μητέρας τους, της Μπουμπουλίνας, τα οποία κρατούσε, διότι τα χρειάζονταν για να ετοιμάσουν τα δικαιολογητικά για τη διεκδίκηση των Ναυτικών αποζημιώσεως από το Κράτος, όπως όλοι οι πλοιοκτήτες και οι κληρονόμοι τους που είχαν προσφέρει πλοία στον αγώνα. Πράγματι η Δημογεροντία αποφάσισε να ζητήσει από τον έκτακτο Επίτροπο να επιληφθεί του θέματος, ώστε να υποχρεωθεί ο Γρίβας από την Πολιτεία να τα επιστρέφει. Δεν γνωρίζουμε τί έγινε στη συνέχεια, αλλά αν είχε προηγηθεί αυτή η αρπαγή της περιουσίας απ’ το Γρίβα, σίγουρα οι κληρονόμοι του Δημητρίου Μπού­μπουλη, τα αδέλφια της Ελένης Γρίβα, θα το ανέφεραν στην αίτησή τους. Είναι πιθανό αυτή η κατακράτηση των καταστίχων από το Γρίβα να είχε την έννοια του εκβιασμού προκειμένου να του δοθεί προίκα κι έτσι να τα παραδώσει.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε ένας από τους πιο μορφωμένους άνδρες της Επανάστασης. Οι ιστορικοί τον κατατάσσουν δεύτερο, μετά τον Παναγιώτη Σέκερη, το μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο πατέρας του ήθελε να τον μορφώσει και γι αυτό τον έστειλε στη Ζάκυνθο στο φημισμένο διδάσκαλο της εποχής, τον Αντώνιο Μαρτελάο, που ήταν ο δάσκαλος και του Διονύσιου Σολωμού. Η μόρφωσή του όμως δεν περιορίστηκε εκεί.

Όπως γράφει ο ιστορικός Φωτάκος, «εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικήν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικήν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γεωργίου Σέκερη, διότι τότε η Πε­λοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους».

Σύμφωνα με το Θεόδωρο Ρηγόπουλο: «Ο Πάνος είχε σπουδάσει την Ελληνικήν και την Ιταλικήν εις Ζά­κυνθον και εις το Λύκειον των Κορφών του Γκυλφόρδ, έχων συμμαθητήν του τον Τερτσέτην, είχε δε αρχές και της αγγλικής. Ο Πάνος είχε ωραίον ανάστημα και ήτο καλοκαμωμένος. Ήτο σύννους ως ο πατήρ του και προσηνής το είδος, αλλά δραστήριος και φρόνιμος, γενναίος και ελευθέριος. Είχε δε ιπποτισμόν ανάλογον της συναισθανομένης αξίας του και εφρόντιζε να αποκτά κατ’ εκλογήν φίλους».

Ο Γκύλφορντ, γιός του πρώην πρωθυπουργού της Αγγλίας και μέλος ο ίδιος του Βρετανικού Κοινοβουλίου, ήταν εκπρόσωπος του λεγόμενου «βρετανικού διαφωτισμού». Με την ακαδημία του στην Κέρκυρα, ο φιλέλληνας Γκύλφορντ φιλοδοξούσε να δημιουργήσει τη μελλοντική πνευματική και πολιτική ελίτ του Ελληνισμού. Έτσι προσέλκυσε μαθητές από όλα τα κοινωνικά στρώματα, παρέχοντας υποτροφίες. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε προσωπική επιλογή του Λόρδου Γκύλφορντ, μετά από υπόδειξη του Μαρτελάου.

Ο Θεοδωράκης Γρίβας ήταν αγράμματος και σκληρός άνθρωπος και το μέλλον της Ελένης κοντά του δεν ήταν ρόδινο, αφού μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν αναμεμιγμένος σε κάθε εξέγερση. Στην εφηβική του ηλικία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Οι συνθήκες της ζωής του συντέλεσαν στο να διαμορφώσει ένα χαρακτήρα μαχητικό μεν και ηγετικό, πλην άκρως εκδικητικό. Το περιστατικό του γάμου του με την Ελένη Μπούμπουλη και η διαμάχη του με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη για τα προικιά της πρώην νύφης του, δε σταμάτησε εκεί, αλλά διαμόρφωσε ένα κλίμα έχθρας ανάμεσα στους δυο σημαντικούς αυτούς άνδρες της Επανάστασης, σε τέτοιο βαθμό που έθεσε σε κίνδυνο μείζονα αγαθά της Πατρίδας.

Το 1825 ο Κολοκοτρώνης και ο Γρίβας ανήκαν στο στρατόπεδο των αντικυβερνητικών. Οι Κυβερνητικοί τους καλούν στο Ναύπλιο, δήθεν για συνεργασία, αλλά εκεί συλλαμβάνονται και τους φυλακίζουν στην Μονή προφήτη Ηλία, στην Ύδρα. Εν τω μεταξύ μεσολαβεί η αντιπαράθεση των δύο ανδρών με αφορμή την επιστροφή της προίκας της Ελένης, συζύγου πλέον του Γρίβα, όπως αναφέραμε ήδη. Η ρήξη των δύο ανδρών μετά τα όσα συνέβησαν στο Φρούριο είναι δεδομένη.

Στις 2-4-1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εκλέγει τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας για επτά χρόνια, ψηφίζει το Πολιτικό Σύνταγμα και διορίζει Αντικυβερνητική Επιτροπή από τους (Πρωθυπουργεύοντες): Γεώργιο Μαυρομιχάλη, Ιωαννούλη Νάκο και Ιωάννη Μιλαϊτη, της οποίας η διάρκεια «προσδιορίζεται άχρι της αφίξεως του Κυβερνήτου, ότι η Επι­τροπή παύει…».

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

Ο Κολοκοτρώνης επέμενε να γίνει έδρα του Κράτους το Ναύπλιο. Μια τέτοια απόφαση θα υποχρέωνε τον Γρίβα να φύγει από το Ναύπλιο. Με διάγγελμά του ο Κολοκοτρώνης ζητά από τους Πελοποννήσιους να διώξουν τον Γρίβα από το Ναύπλιο, που κατά την ά­ποψή του, το έχει καταντήσει λησταρχείο. Ζητά την άμεση αποχώρηση του Γρίβα. Ο Γρίβας αρνείται. Λίγο μετά συμβαίνει μια απόπειρα δολοφονίας του Γρίβα, όταν ο Γρίβας κατήλθε από το φρούριο στη πόλη.

4-5-1827: Η Εθνοσυνέλευση συμφωνεί και πλέον επίσημα να γίνει πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης ζητά από τον Γρίβα να αποχωρήσει από το Ναύπλιο και να γίνουν οι ετοιμασίες για την έλευση του Καποδίστρια. Ο Γρίβας δεν αποδέχεται τις θέσεις του Κολοκοτρώνη και γνωρίζει ότι αν δεν θέλει αυτός να αποχωρήσει από το Ναύπλιο, κανείς δεν μπορεί να τον διώξει από εκεί ούτε με την βία ούτε με πολιορκία, ούτε και ο ίδιος ο Καποδίστριας. Η ομάδα Κολοκοτρώνη προσπαθεί να καταλάβει το φρούριο του Ναυπλίου πληρώνοντας ένα μεγάλο ποσό για να προσεταιριστεί ανώτατα μέλη της φρουράς του Ναυπλίου. Μάλιστα για την συγκέντρωση των ποσών που είχαν συμφωνηθεί, ο Κολοκοτρώνης πούλησε και τις ασημένιες πιστόλες του.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή βρισκόταν στο Ναύπλιο για να προετοιμάσει τα της έλευσης του Κυβερνήτη. Εκεί όμως αντιμετωπίζει μια κατάσταση απρόβλεπτη και επικίνδυνη. Γράφει ο Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα: «Εμβαίνοντες εις Ναύπλιον είδα, από το Σιντριβάνι κ’ εκείθεν προς την πύλην της Ξηράς, όλους τους δρόμους φραγμένους με οχυρώματα (από) πέτραις ή ξύλα. Τα παράθυρα των σπιτιών παρομοίως κτισμένα και με σκοπιαίς… Και ενώ συνεδριάζει η Βουλή…μία σφαίρα από το Παλαμήδι διευθυνθείσα επί του θόλου του καταστήματος και πεσούσα κατακάθετον, τρυπά τον θόλον, πίπτει εντός του Βουλευτικού, και τα τρίμματα των πετρών κτυπούν (δύο βουλευτές) τον μεν (Γεροθανάσην) θανατηφόρα (και απέθανεν μετά τρεις ημέρας) του δε (Γιαννάκην Χατζηπέτρου) τσακίζεται η χείρα, (και μένει έως την σήμερον σημειωμένος)».

Το σχέδιο του Κολοκοτρώνη αποτυγχάνει και ο Γρίβας συλλαμβάνει τους αποστάτες και τους αφαιρεί τα χρήματα της προδοσίας.

Ο ιστορικός Σπηλιάδης στα απομνημονεύματα του καταχωρεί την άποψη ότι το σχέδιο της προδοσίας ήταν χαλκευμένο από τον Γρίβα, για να κατηγορηθεί ο Κολοκοτρώνης. Δεν αμφισβητεί ότι πράγματι ο Κολοκοτρώνης συγκέντρωσε χρήματα και βρήκε και χρημάτισε αξιωματικούς του κάστρου του Ναυπλίου. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση από κανένα ιστορικό για το γεγονός της ενέργειας των αξιωματικών να παραδώσουν το κάστρο, βοηθώντας τους ανθρώπους του Κολοκοτρώνη να εισέλθουν κρυφά. Αυτό που μπορεί να συνέβη είναι να είχε γίνει αντιληπτό από τον Γρίβα το σχέδιο της προδοσίας, και να το άφησε να εξελιχτεί, εκ του ασφαλούς ότι μπορεί να το αντιμετωπίσει και να εξευτελίσει τον Κολοκοτρώνη.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή, κλεισμένη στο Μπούρτζι εξ αιτίας των ταραχών αυτών και του κανονιοβολισμού της πόλης [12] από το Παλαμήδι και το Ιτς Καλέ, αποφασίζει με τη συγκατάθεση της Βουλής που δόθηκε με το υπ’ αρ. Α’ Ψήφισμα και το υπ’ αρ. 32 Προβούλευμα, τη μεταφορά της «καθέδρας» στην Αίγινα. Φεύγουν λοιπόν για την Αίγινα για την υποδοχή του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος με τη σειρά του αναφέρει σε επιστολές προς τους φιλέλληνες ότι «η όποια υλική ή ηθική βοήθεια να έρχεται στην Αίγινα…».

Η διαμάχη Κολοκοτρώνη – Γρίβα ήταν εκείνη που κατέστησε την Αίγινα πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, παρά την απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης που όριζε το Ναύπλιο.

Την εποχή αυτή οι «ληστρικές διαθέσεις» του Γρίβα τον έφεραν σε αντιπαράθεση με τους Σπετσιώτες, εξ αιτίας των καταχρήσεών του εις βάρος των Κρανιδιωτών [13].Το Δεκέμβριο του 1827 οι απεσταλμένοι του Γρίβα να εισπράξουν τις προσόδους από τις Αλυκές της Θερμησίας, άρπαξαν ζώα κι άλλα αγαθά κι έφθασε στο σημείο ο Γρίβας «κι έβγαλε να πωλήσει ως Τούρκος σκλάβον …(κάποιο Κρανιδιώτη ονόματι Ιωάννη Ζέρβα) εις την αγοράν τον Ναυπλίου» [14].

Οι Σπετσιώτες στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν στο Γρίβα γράφουν «…Έχομεν ικανήν υπόληψιν εις το υποκείμενόν σας, διότι δεν σας στοχαζόμεθα διά την συγγένειαν, παρά ως συμπολίτην μας, και δεν καταδεχόμεθανα πράξετε κανένα εναντίον ως προς τον χαρακτήρα σας, πολλώ μάλλον να επέλθετε να καταπολεμήσετε το Κρανίδι, τους ομογενείς σας, το οποίν θέλει σας προξενή­σει μεγάλην ατιμίαν και θέλει γίνει αιτία εξάξεως εμφυλίου πολέμου, ολεθρίου καθ’ όλους τους λόγους ως προς την παρούσαν περίστασιν [15]».

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή στην οποία απευθύνθηκαν, διέταξε το Γρίβα να σταματήσει τη ληστρική αυτή δραστηριότητα και να απολύσει το Ζέρβα. Αυτός όχι μόνο δε συμμορφώθηκε, αλλά απάντησε με θράσος με μια επιστολή του στις 17 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ λέει πως η επί των Πολεμικών Γραμματεία της Επικρατείας, «ποτέ δε θέλησε να φροντίσει και να περιθάλψη τας ανάγκας του στρατιωτικού…» κι ότι το δίκιο αυτών των στρατιωτών που «εστερέωσαν την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος» και ότι «βλέπουν το δικαίωμά των να καθαρπάζεται από τους ληστάς και φονείς Κρανιδιώτας…» που «υπερασπίζονται και δυναμώνονται από ομοίους των Σπετσιώτας».

Από τα γεγονότα αυτά και την ευθεία ρήξη του Θ. Γρίβα με τους Σπετσιώτες, καταλαβαίνει κανείς το λόγο για τον οποίο πλέον χάνονται τα ίχνη της Ελένης από τις Σπέτσες, γιατί ζει και πεθαίνει στην Ακαρνανία, στο σπίτι του άντρα της, του Γρίβα.

Τελικά στις 6 Ιανουαρίου ο Καποδίστριας φθάνει στο Ναύπλιο, ο δε Γρίβας πείθεται και του παραδίδει τα κλειδιά, λέγοντας: «Τα κλειδιά αυτά, τον μόνον ελεύθε­ρου φρουρίου ορκίστηκα να τα κρατήσω μέχρι να έλθει ο αρχηγός τον Έθνους. Τώρα συνεπής στον όρκο σας τα παραδίδω».

Ο Καποδίστριας απαντά: «Για να φυλαχτούν αυτά τα κλειδιά σε τόσες δεινές καταστάσεις, έπρεπε να βρίσκονται σε τέτοια χέρια».

Το θέμα όμως δεν έληξε εδώ. Η διαμάχη Γρίβα – Κολοκοτρώνη συνεχιζόταν και κορυφώθηκε το 1832 όταν ο Γρίβας πολιόρκησε το Ναύπλιο με μικρό στρατό που τον χώρισε σε τρεις ομάδες και σε πολύ λίγη ώρα κατάφερε να νικήσει τον πολυπληθή στρατό των Κυβερνητικών. Οι μάχες συνεχίζονταν έξω από το Άργος, ενώ ο Αυγουστίνος Καποδίστριας είχε οχυρωθεί στο φρούριο του Ναυπλίου. Ο Γρίβας του έστειλε τελεσίγραφο να παραδοθεί μέσα σε 24 ώρες, αλλιώς θα αρχίσει πολιορκία. Τελικά ο Αυγουστίνος υποχώρησε κι ο Γρίβας μπήκε στο Ναύπλιο όχι με όλο το στρατό του, αλλά μόνο με 400 πιστούς του στρατιώτες. Η διακυβέρνηση της χώρας ήταν πλέον στα χέρια των Συνταγματικών και ο Γρίβας ήταν αρχιστράτηγος.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε αυτή την κατάσταση και προσπάθησε να δημιουργήσει επανάσταση στη Νότια Πελοπόννησο. Ο Γρίβας πάλι, προσπάθησε να καταστείλει αυτή την επανάσταση κι όλα οδηγούσαν στην ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του στρατού του Γρίβα και του στρατού Κολοκοτρώνη, με απρόβλεπτες συνέπειες. Ευτυχώς, την τελευταία στιγμή επήλθε συμβιβασμός και αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Η Μπουμπουλίνα ήταν η γυναίκα «φαινόμενο» για την εποχή της, αφού κατάφερε να κρατήσει και να αυξήσει τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις του άντρα της, εγκολπώθηκε νωρίς την ιδέα του ξεσηκωμού, ύψωσε πρώτη από όλους, στις 13 Μαρτίου 1821, την επαναστατική σημαία με το αετό που είχε στα πόδια του την άγκυρα και το Φοίνικα, πολέμησε καλύτερα από τους άντρες στην πολιορκία του Ναυπλίου, θυσίασε το παιδί της που έπεσε στη μάχη του Ξεριά και δε λύγισε, αλλά στάθηκε σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα.

Η κόρη της όμως η Ελένη, σύζυγος του Πάνου Κολοκοτρώνη και κατόπιν σύζυγος του Θεοδωράκη Γρίβα, έγινε το μήλο της έριδος, οδήγησε σε ρήξη τις σχέσεις του Κολοκοτρώνη και του Γρίβα κι άλλαξε τις συμμαχίες και τους συσχετισμούς στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Πελοπόννησο, σε σημείο που τέθηκε σε κίνδυνο η Επανάσταση. Μπορούμε να πούμε χωρίς υπερβολή πως υπήρξε η «μοιραία γυναίκα» της Ελληνικής Επανάστασης.

Η Ελένη πέθανε το (1850-) στην Ακαρνανία, στην Περατειά της Βόνιτσας, στην Κούλια [16] του Γρίβα.

Αυτός, δεν επέτρεπε να εξετάζει γιατρός τη γυναίκα του χωρίς τη δική του παρουσία, η δε Ελένη τόσο πολύ φοβόταν τον άντρα της που σε καμιά περίπτωση δε θα τολμούσε να παραβεί την εντολή του. Μια μέρα που καθόταν στην αυλή, τη δάγκωσε οχιά ψηλά στο μηρό και μαζεύτηκε όλο το χωριό από τις φωνές της, αλλά κανείς δεν τολμούσε να σηκώσει τη φούστα της και να τη βοηθήσει, ούτε η ίδια τόλμησε να ζητήσει γιατρό χωρίς την παρουσία του άντρα της. Μέχρι δε να επιστρέψει ο Γρίβας, να ερωτηθεί και να συγκατατεθεί να εξεταστεί η Ελένη από γιατρό, αυτή πέθανε [17].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ανδρέα Κουμπή Σπετσιώτες Ναυμάχοι, Τόμος Β’, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, Σπέτσες, 2007. Πολλοί μελετητές μιλούν για τρία παιδιά τα οποία απέκτησε η Μπουμπουλίνα από το γάμο της με το Δημήτριο Μπούμπουλη, παραλείποντας τον Ιωάννη. Η Μπουμπουλίνα είχε ήδη από τον πρώτο γάμο της με το Γιάννουζα ένα γιο με το όνομα Ιωάννης, το Γιάννο Γιάννουζα που σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά. Το ίδιο και ο άντρας της, ο Δ. Μπούμπουλης είχε γιο Ιωάννη από τον πρώτο γάμο του. Μας προβληματίζει το γεγονός της ύπαρξης τριών παιδιών με το ίδιο όνομα στην οικογένεια. Δηλαδή ενώ ζούσαν τα παιδιά τους που έφεραν το όνομα αυτό, (ο καθένας είχε κι από ένα με το όνομα αυτό από πρώτο γάμο), γιατί να βγάλουν Ιωάννη κι άλλο; Η οικογένεια Μπούμπουλη αποδέχεται την εκδοχή των τεσσάρων παιδιών της Λασκαρίνας και του Μπούμπουλη.

[2] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Γ’, κεφάλαιο 27, σελ. 220-227. Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005, (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[3] Το σχόλιο είναι του Βλαχογιάννη.

[4] Όπως σημειώνουν και ο Κασομούλης και ο Σπηλιάδης.

[5] Ήταν γόνος επιφανούς οικογενείας οπλαρχηγών της Επαρχίας Βάλτου, του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Γεννημένος το 1775 ήταν όπως και ο Θ. Γρίβας στην υπηρεσία του Αλή Πασά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1821 κήρυξε την επανάσταση στο Βάλτο. Αναδείχθηκε στρατηγός και πληρεξούσιος στις συνελεύσεις του Άργους, του Άστρους και της Τροιζήνας.

[6] Γεννήθηκε στο Πισωδέριο Φλώρινας, ή στην Κοζάνη, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820 και αγωνίστηκε λαβαίνοντας μέρος σε διάφορες μάχες ανά την Ελλάδα, στη Μακεδονία, Θεσσαλία, ήταν από τους πολιορκημένους και έλαβε μέρας στην έξοδο του Μεσολογγίου, κλπ. Στα στρατιωτικά του ενθυμήματα, περιγράφει γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και την καθημερινότητα των ελλήνων αγωνιστών.

[7] Η Πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο μέχρι το 1834 ονομαζόταν πλατεία του πλάτανου. Ίσως εννοεί στο κατάλυμα του Κολοκοτρώνη στην πλατεία του Πλάτανου στο Ναύπλιο. Υπέρ αυτού συνηγορεί το ότι ο Κολοκοτρώνης είχε παγιδευτεί στο Ναύπλιο από το Γρίβα που δεν τον άφηνε να φύγει προτού βρεθεί λύση για τα προικιά. Στην πλατεία του Ναυπλίου υπήρχε και το σπίτι του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μοναδικός προβληματισμός μας είναι το πώς βρέθηκε εκεί η γριά μάννα του Κολοκοτρώνη.

[8] Ο τρόπος που ο Γρίβας απευθύνεται στον Κολοκοτρώνη, καταρρίπτει το ενδεχόμενο να υπήρχε παράνομος δεσμός μεταξύ Γρίβα και Ελένης, όσο ακόμα ζούσε ο άντρας της, ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα τολμούσε ο Γρίβας να εμφανιστεί ενώπιον του Θ. Κολοκοτρώνη διεκδικώντας την επιστροφή της προίκας και φυσικά αυτό δεν θα ήταν κάτι που θα έμενε «έξω από το τραπέζι».

[9] Τα σχόλια είναι του Γιάννη Βλαχογιάννη.

[10] Κυριάκου Σιμόπουλου. Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Αθήνα 1982 τόμος πρώτος, σελ. 294.

[11] Η απόφαση έχει αριθμό 371. Γακ-Τοπικό Αρχείο Σπετσών, Αρχείο Δημογεροντίας, βιβλίο Πρακτικών, τόμος Β’.

[12] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Δ’, κεφάλαιο 34, σελ.61-89 και κεφ. 36, σελ. 151, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005. (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[13] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών,2012, σελ. 466-468.

[14] Από την επιστολή που έστειλαν οι Κρανιδιώτες στους Υδραίους στις 22 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ομολογούν τη συμπαράσταση των Σπετσιωτών έναντι των αυθαιρεσιών του Γρίβα.

[15] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, 2012, σελ.469 και Διονυσίου Α. Κοκκίνου τ.6, σελ. 113.

[16] Οχυρωμένο σπίτι.

[17] Με το Γρίβα η Ελένη είχε αποκτήσει δυο παιδιά, το Δημήτριο και τη Λασκαρίνα. Ο Γρίβας μετά το θάνατο της Ελένης, πήρε δεύτερη σύζυγο την Πηνελόπη Στάικου.

 

Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή

Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας – Σπέτσες 22 Μαΐου 1825


 

Ο γιος της, Γεώργιος Γιάννουζας, απήγαγε την Ευγενία Κούτση. Οι γονείς αντιδρούν, ζητούν εκδίκηση. Αντί του απαγωγέα πυροβολούν τη μητέρα του. Ο δράστης συλλαμβάνεται αλλά δίκη δεν έγινε ποτέ.

 

Δύο άγρια φονικά συνέβησαν στις Σπέτσες, κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Οι φόνοι απλών ανθρώπων στο ηρωικό και πολυάνθρωπο νησί (8.000 οι κάτοικοί του), ιδιαίτερα κατά τα χρόνια της Επανάστασης, όπου τα ήθη είχαν εξαχρειωθεί, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, όπως μας πληροφορεί και ο Δημ. Βικέλας διά στόματος του Λουκή Λάρα (ψευδώνυμο πραγματικού, «υποκρυπτόμενου», πρόσφυγα από τη Χίο), ήρωα του ομώνυμου μυθιστορήματός του. «Τις εσκέπτετο περί αστυνομίας, τις περί δικαστηρίων τότε; Απέναντι τοσαύτης αιματοχυσίας και της ζωής η αξία είχεν εκπέσει εις την κοινήν εκτίμησιν. Μίαν ημέραν εφονεύθη ενώπιόν μου εις την αγοράν εις Ραγουζαίος κατά συνέπειαν λογομαχίας μετά των αγοραστών του ως προς την εκλογήν σαρδελλών, τας οποίας επώλει». (σελ. 106, στις Εκδόσεις Γαλαξία, 1962). Εδώ όμως πρόκειται για τη θανάτωση δύο επώνυμων ανθρώπων, μιας γυναίκας και ενός άντρα, της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας και του Ανάργυρου Λεμπέση, που είχαν διαπρέψει στα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα.

 

Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας

 

Τα αίτια της δολοφονίας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας είναι ξεκαθαρισμένα. Για την καταγωγή, τον χαρακτήρα της, τη συζυγική και οικογενειακή ζωή της, την επαναστατική δράση της και τον θάνα­τό της, δες το σχετικό μελέτημά μας «Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 308. Και τα ξεκαθάρισε για λογαριασμό μας όχι μονάχα η ζωντανή, διά στόματος, παράδοση του νησιού, αλλά και η αξιόπιστη βιογράφος της Μπουμπουλίνας Σωτηρία Αλιμπέρτη στο βιβλίο της Αι Ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο γιος της Γεώργιος, από τον πρώτο γάμο της με τον Σπετσιώτη καραβοκύρη Δημ. Γιάννουζα, αγαπούσε την Ευγενία (ή Ευγενική), την πιο νέα από τις κόρες του καραβοκύρη και πρόκριτου του νησιού Χριστόδουλου I. Κούτση. Την αγαπούσε και ήθελε να την παντρευτεί. Αλλά και η Ευγενία, παρά το γεγονός ότι ήταν μνηστευμένη (η εκδοχή ότι είχε μνηστευθεί τον Παν. Χατζηγιάννη Μέξη δεν πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι ο εικοσιπεντάχρονος τότε Παναγιώτης ήταν περιζήτητος γαμπρός), δεν έμενε ασυγκίνητη μπροστά στη λεβεντιά του τρια­ντάχρονου γιου της Μπουμπουλί­νας. Οι γονείς όμως της Ευγενίας δεν συγκατένευαν στον γάμο της κόρης τους με τον Γεώργιο Δημ. Γιάννουζα. Είχαν δώσει αλλού τον λόγο τους. Η σθεναρή αντίδραση των γονιών ανάγκασε τους δυο ερωτευμένους νέους να κλεφτούν και να καταφύγουν στην απέναντι πελοποννησιακή ακτή (Κόστα) και όχι στο σπίτι της Κουνουπίτσας, κληρονομιά της ηρωίδας από τον πρώτο άντρα της, όπως πίστευαν οι Κουτσαίοι.

Προτού προχωρήσουμε στα της δολοφονίας, ας διευκρινίσουμε τις συγγενικές σχέσεις της Μπουμπουλίνας με τις πολύκλαδες οικογένειες των Κούτσηδων και των Μέξηδων. Κατ’ αρχήν η ηρωίδα είχε συμπεθεριάσει με την οικογένεια Γ. Κούτση. Η κόρη της από τον γάμο της με τον Δημ. Μπούμπουλη, Σκεύω, είχε παντρευτεί τον Νικόλαο Γεωργάκη I. Κούτση, ανιψιό του Χριστόδουλου I. Κούτση. Αλλά και ένας από τους ετεροθαλείς αδελφούς της [η μητέρα της Μπουμπουλίνας Σκεύω, χήρα του Υδραίου Σταυριανού Πινότση, είχε παντρευτεί, σε δεύτερο γάμο (1776), τον Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημ. Λαζάρου ή Ορλώφ και είχε αποκτήσει απ’ αυτόν έξι γιους, τον Αντώνιο, τον Μανώλη, τον Θεοδόσιο (ή Θεόδωρο), τον Νικόλαο, τον Γεώργιο και τον Αθανάσιο, και δύο κόρες, τη Μαρία (ή Μάρω) και την Ελένη, σύζυγο Γ. Λάμπρου], ο Μανώλης Δ. Ορλώφ, επονομαζόμενος Κακομανώλης, είχε παντρευτεί την αδελφή της Ευγενίας Δέσποινα.

Η συγγένειά της τώρα με τον Χατζηγιάννη Μέξη και την πολύτεκνη οικογένειά του. Η κόρη της, από τον πρώτο γάμο της, Μάρω, είχε παντρευτεί τον Νικόλαο Χατζηγιάννη Μέξη, μετέπειτα γερουσιαστή, και η ετεροθαλής αδελφή της Μάρω θα παντρευτεί αρκετά χρόνια μετά τον άδοξο θάνατό της τον τριτότοκο γιο του Χατζηγιάννη Μέξη τον Παναγιώτη (1800-1885). Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο ανιψιός του Χριστόδουλου I. Κούτση Ιωάν­νης Γεωργάκη I. Κούτση είχε νυμφευθεί την κόρη του Χατζηγιάννη Μέξη Αικατερίνη.

Ας αναφερθεί τέλος ότι οι σχέσεις της Μπουμπουλίνας με την οικογένεια Γεωργάκη I. Κούτση ήσαν φιλικότατες, με εκείνη του Χριστόδουλου I. Κούτση μάλλον καλές ως την ημέρα της απαγωγής, όπου τα συναισθήματά τους άλλαξαν ριζικά, και με τον «κρουσκ» (δηλ. συμπέθερο) Χατζηγιάννη Μέξη άριστες. Η πολυπράγμων μάλιστα ηρωίδα συχνά τον πίεζε να συμβάλει με τα αξιώματά του στην εκδίωξη από το νησί της άλλης οικονομικά ισχυρής οικογένειας των Σπετσών, των Μποτασαίων («Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 339-Σεπτέμβριος 1996).

 

Στόχος ο απαγωγέας, αλλά…

 

Ο βασικός βέβαια λόγος που κίνησε την οικογένεια Χριστ. I. Κού­τση κατά της Μπουμπουλίνας ήταν κοινωνικός και ηθικός, με την πιο στενή όμως έννοια της λέξης. Η τιμή της οικογένειας είχε τρωθεί. Η απαγωγή μιας κόρης και μάλιστα μνηστευμένης ή, έστω, λογοδοσμένης, ήταν βαρύ για την εποχή εκείνη κοινωνικό και ηθικό παράπτωμα και έπρεπε να τιμωρηθεί. Οι Κούτσηδες και οι περί αυτούς, όταν ξεκίνησαν να πάνε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας ήταν αποφασισμένοι, όχι μονάχα να πάρουν πίσω την Ευγενία αλλά και να τιμωρήσουν τον δράστη της απαγωγής. Αντ’ αυτού βρέθηκε στον δρόμο τους η μητέρα του, για την οποία πίστευαν ακράδαντα, επειδή ήξεραν τον χαρακτήρα της, ότι αυτή κρυβόταν πίσω από την απαγωγή, η οποία ωστόσο, κατά τον Χατζηαναργύρου, είχε γίνει «εν αγνοία αυτής και των συγγενών του». Παράλληλα ήθελαν να κάνουν επίδειξη οικογενειακής ισχύος. Δεν ξεκίνησε μονάχα ο «πληγωμένος» πατέρας αλλά ολόκληρη η οικογενειακή «αρμάδα», ο ίδιος ο Χριστόδουλος I. Κούτσης, οι γιοι του Ιωάννης και Δημήτριος, ο γαμβρός του Εμμ. Δημ. Λαζά­ρου (κατ’ άλλους γαμβρός του Χριστ. I. Κούτση ήταν ο Θεοδόσης) και άλλοι «πολλοί άνθρωποί τους οπλοφορούντες», κατά τη Σωτηρία Αλιμπέρτη. Είχε προηγηθεί συγγενικός όρκος ότι ο δράστης της απαγωγής έπρεπε να τιμωρηθεί.

Η Μπουμπουλίνα τον Μάιο του 1825 δεν βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της δημοτικότητάς της. Η «Μεγάλη Κυρά» του 1821-1822 τώρα ήταν μια συκοφαντημένη από τους πολιτικούς αντιπάλους του συμπέθερού της Θεόδωρου Κολοκοτρώνη γυναίκα, είχε χάσει στον εμφύλιο του 1824-25 το μεγάλο της στήριγμα, τον άντρα της κόρης της Ελένης Πάνο Θ. Κολοκοτρώνη που ήταν φρούραρχος του Ναυπλίου, και είχε επιστρέφει στο νησί πικραμένη και αποκαρδιωμένη. Και σ’ αυτά όλα θα πρέπει να προστεθεί και το γενικότερο κλίμα αποθάρρυνσης, αβεβαιότητας και αναταραχής που επικρατούσε στο νησί, ο μικροπανικός από τον οποίο είχαν καταλειφθεί οι κάτοικοί του, εξαιτίας και της εμφάνισης του πολυκάραβου αιγυπτιακού στόλου και της απόβασης πολυάριθμου αιγυπτιακού στρατού στη Νότια Πελοπόννησο κ.λπ. Πάντως, το βασικό ενδόσιμο για τον φόνο, ο οποίος δεν ήταν προγραμματισμένος, παρέμενε η οργή από τη βαριά προσβολή που είχε υποστεί η οικογένεια Χριστ. I. Κούτση μετά την απαγωγή.

Είναι δειλινό προς νύκτα της 22ας Μαΐου του 1825. Οι Κουτσαίοι κινούν από την περιοχή της Ευαγγελίστριας που είναι το σπίτι τους προς την περιοχή του Αγίου Αντωνίου (σημερινή Τάπια) που βρίσκεται το κυρίως σπίτι της Μπουμπουλίνας (κληρονομιά από τον δεύτερο άντρα της, τον Δημ. Μπούμπουλη), διαπιστώνουν ότι δεν είναι εκεί, απόδειξη ότι δεν αισθάνεται ένοχη για την απαγωγή, δεν κρύβεται στο πιο ασφαλές σπίτι της Τάπιας και δεν αλλάζει τις συνήθειές της να επισκέπτεται το «εξοχικό» της. Έπειτα, ανυπόμονοι και οργισμένοι, οδεύουν προς το σπίτι της Κουνουπίτσας (περιοχή Σταυρού). Με το φτάσιμο έχει πέσει κιόλας το πρώτο σκοτάδι. Συγγενείς και υποστατικοί περικυκλώνουν το σπίτι με τους μεγάλους κήπους και τις υψηλές πέτρινες μάντρες για να μην το σκάσει το ζεύγος των απαχθέντων. Κάποιοι μπαίνουν στον βορινό κήπο βρίσκοντας κατά πάσα πιθανότητα την πόρτα ξεκλείδωτη (η Μπουμπου­λίνα ήταν θαρραλέα, ανδρόφρων γυναίκα, δεν συνήθιζε να κλειδαμπαρώνεται και μάλιστα με το λυκόφως), ή την παραβιάζουν. Πρώτος την καλεί ο ετεροθαλής αδελφός της, προσφωνώντας την με το μικρό της όνομα «Βασκαρίνα! Βασκαρίνα!» (οι Σπετσιώτες το Λασκαρίνα το πρόφεραν Βα­σκαρίνα). Αυτή, ακούγοντας το κάλεσμα και τη γενικότερη οχλοβοή, ενοχλημένη προφανώς, εγκαταλείπει το καθιστικό ή την κουζίνα, όπου πιθανότατα βρισκόταν την ώρα εκείνη, διασχίζει τις δυο κρεβατοκάμαρες και φτάνει ως το ακραίο αριστερό παράθυρο της βορινής πλευράς που λόγω της ανοιξιάτικης ζέστης πρέπει να ήταν ανοιχτό. Ο τοίχος κάτω από το παράθυρο είναι παχύς, όπως όλων των παλιών σπετσιώτικων σπιτιών, και αναγκάζεται να σκύψει λίγο, για να βλέπει και να ακούει καλύτερα, στηρίζοντας τα χέρια της στο περβάζι. Ο ετεροθαλής αδελφός της και οι Κουτσαίοι της ζητούν να τους παραδώσει τους απαχθέντες. Εκείνη τους απαντάει με τραχύ ύφος και σε αψιά γλώσσα, χρησιμοποιώντας ένα μίγμα ελληνικής και αρβανίτικης ντοπιολαλιάς. Η Μπουμπουλίνα δεν μιλούσε με ευφράδεια τα αρβανίτικα, γιατί δεν ήταν η μητρική της γλώσσα, αφού, όπως απέδειξαν νεώτερες έρευνες από τον ερευνητή της ιστορίας των Κοκκίνηδων κ. Αντώ­νιο Κοκκίνη, ούτε οι Κοκκίνηδες ούτε οι Πινότσηδες ήταν αλβανικής καταγωγής – ό,τι γνώριζε, το είχε μάθει κοντά στον πρώτο άντρα της και συναναστρεφόμενη τους αρβανιτόφωνους κατοίκους του νησιού. Τους είπε ότι ο Γιώργος με την Ευγενία δεν κρύβονται στο σπίτι. Της ζητούν εξηγήσεις, της επιρρίπτουν ευθύνες. Εκείνη θυμώνει – είναι γνωστό το πόσο οξύθυμη ήταν – σχεδόν τους υβρίζει. Σίγουρα τους ειρωνεύεται. Η παράδοση διέσωσε δύο φράσεις της που είναι πολύ πιθανό να βγήκαν από το στόμα της. Η πρώτη: «Σας τα ’λεγα εγώ και έπρεπε να μ’ ακούσετε, νάνι γιεμ κρουσκ, δηλ. τώρα είμαστε συμπέθεροι». Και η άλλη η πιο ενοχοποιητική: «Αστ ι ντούαμε, εδέ αστ εντρέκεμι, νάνι τσι ντούε κα μένα», δηλαδή «έτσι το θέλαμε, έτσι το φτιάξαμε, τώρα τι θέλεις από μένα» (το τελευταίο ειπώθηκε προς τον αδελφό της). Με τα λόγια της η Μπουμπουλίνα επιβεβαιώνει τις υποψίες τους. Είναι ηθική αυτουργός στο «έγκλημα» της απαγωγής.

 

Μια πιστολιά στο μάτι

 

Όσο κρατάει ο μικρός διάλογος με τον ετεροθαλή αδελφό της, αυτοί που μπήκαν στην αυλή έχουν πλησιάσει κάτω από το μισοφωτισμένο παράθυρο. Φωνασκούν, διαμαρτύρονται. Και κάποιος σηκώνει την πιστόλα του και πυροβολεί. Η ηρωίδα, έτσι ευτραφής καθώς είναι και μαντιλοφορούσα, δίνει εύκολο στόχο. Μια κουμπουριά μονάχα, δεν χρειάστηκε δεύτερη. Το φονικό βόλι την «πήρε» πάνω από την κόγχη του δεξιού ματιού, σε μια φορά από τα κάτω προς τα άνω, και έθραυσε τα οστά του κρανίου (είναι ευδιάκριτη η οπή του δημιούργησε η μπάλα, και οι βαθιές ραγισματιές στο σημείο εκείνο). Το τραύμα δεν φαίνεται να ήταν διαμπερές (οι περισσότεροι απ’ όσους καταπιάστηκαν με τη δολοφονία λένε πως το φονικό βόλι σφηνώθηκε στο κεφάλι της Μπουμπουλίνας). Η τρύπα που επιδεικνυόταν από τους Καστριώτηδες, τελευταίους κληρονόμους του σπιτιού και προτελευταίους ιδιοκτήτες, ότι τάχα έγινε από το βόλι, δεν είναι παρά μια στρογγυλή και απόλυτα συμμετρική τρύπα που έχει δημιουργηθεί από το πέσιμο του ρόζου του ξύλουּ τέτοιες στρογγυλές και ισομεγέθεις τρύπες υπάρχουν και σε άλλα σημεία του ταβανιού που παραμένει το αυθεντικό. Η Μπουμπουλίνα γέρνει προς τα πίσω. Τρέχει μια γυναίκα του σπιτιού και την υποβαστάζει. Η ηρωίδα όμως είναι νεκρή, σωριάζεται στο πάτωμα. Πεθαίνει μ’ έναν τόσο άδοξο θάνατο. Εκείνη που αψήφησε τα εχθρικά βόλια, τους μύδρους και τις κανονιές στην πολιορκία του Ναυπλίου, χάνεται από βόλι σπετσιώτικο.

Αυτή, καθώς πιστεύουμε, είναι η αυθεντικότερη εκδοχή, αναφορικά με τις συνθήκες, κάτω από τις οπαίες δολοφονήθηκε η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Ωστόσο υπάρχουν και άλλες εκδοχές λιγότερο πειστικές. Εκδοχή δεύτερη: πυροβολήθηκε με τρομπόνι, εμπροσθογεμές κι αυτό, αγχέμαχο όπλο, με κάννη πολύ μεγαλύτερου διαμετρήματος από εκείνο της πιστόλας, που ρίχνει πολλά σφαιρίδια διασκορπιζόμενα. Στα δώδεκα μέτρα η διασπορά του τρομπονιού είναι 50-90 εκ. Αν η Μπουμπουλίνα είχε βληθεί με τρομπόνι, θα είχε πληγωθεί και στο στήθος και ίχνη της βολής θα υπήρχαν στο από μαλτεζόπλακες περβάζι του παραθύρου. Εκδοχή τρίτη, εντελώς αναξιόπιστη: Πυροβολήθηκε έξω από τη μάντρα του σπιτιού, στην είσοδο ή στην ταράτσα κάποιου γειτονικού σπιτιού, με καριοφίλι βραχύκαννο ή τρομπόνι. Πέρα από το γεγονός ότι το πλησιέστερο σπίτι απέχει 20-25 μ., πρέπει να σκεφθεί κανείς ότι οι Κουτσαίοι δεν είχαν καριοφίλια μαζί τους, δεν πήγαιναν για μάχη, το δε τρομπόνι έχει πολύ μικρό βεληνεκές και πολύ μεγάλη διασπορά, όπως ήδη αναφέρθηκε. Αναφορικά με το πόσοι πυροβολισμοί έπεσαν, υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές.

 

 

Οι φονιάδες

 

Οι «γενναίοι παλικαράδες» κι ανάμεσά τους και ο φονιάς, σκορπίζουν μέσα στο σκοτάδι και φεύγουν σιωπηλοί. Η είδηση διαδίδεται αστραπιαία σ’ ολόκληρο το νησί. Την άλλη μέρα τη θάβουν σε οικογενειακό τάφο στον ιδιόκτητο ναό του Αι – Γιάννη (περιοχή Κουνουπίτσας). Οι κόρες της, οι γαμπροί της, τ’ αγόρια της, ο Νικόλαος και ο Ιωάννης, οι συγγενείς της, λαός πολύς. Είναι αυτονόητο ότι ο γιος της Γιώργος Γιάννουζας και η Ευγενία Χριστ. Κούτση δεν παρευρέθησαν στην κηδεία. Οι δυο νέοι στεφανώθηκαν κάμποσο καιρό μετά κι έζησαν, καθ’ όλες τις ενδείξεις, μαζί ως το τέλος της ζωής τους.

Στο μεταξύ «εκείνος που έκανε το κακό» λούφαξε, κρύφτηκε στην ανωνυμία του και στο σκοτεινό λαγούμι των τύψεων – αν είχε τύψεις -, γιατί το ξαναγράφουμε, εκείνο τον καιρό των πολιτικών παθών, η Μπουμπουλίνα, αν και ηρωίδα, αν και αρχόντισσα με μεγάλη προσφορά στον Αγώνα, αν και μάνα νεκρού ήρωα (Γιάννης Γιάννουζας, μάχη του Ξεριά Άργους, Απρίλιος 1821), δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Ποιος, λοιπόν, σκότωσε τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα; Από την επομένη κιόλας του φονικού άρχισε μια ατέρμονη εικοτολογία που τροφοδοτήθηκε και από τα Απομνημονεύματα των Φιλελλή­νων αγωνιστών του 1821, η οποία κρατάει ως τις μέρες μας. Οι υπόνοιες του απρόσωπου λαού και σιωπηλού παρατηρητή των δρωμένων, εστράφησαν σε τρία πρόσωπα. Στον πατέρα της Ευγενίας Χριστόδουλο I. Κούτση, στον γιο του Ιωάννη, πλοίαρχο του οικογενειακού πλοίου Ηρακλής, και στον ετεροθαλή αδελφό της Μπουμπουλίνας Εμμανουήλ Δημ. Λαζάρου, σκληροτράχηλο πλοιοκτήτη και αγωνιστή του κατά θάλασσαν αγώνα, που είχε μάλιστα συνεργαστεί με την αδελφή του στην πολιορκία του Ναυπλίου και της Μονεμβάσιας.

Ο Χριστόδουλος I. Κούτσης, τη μέρα του φονικού, ήταν άνθρωπος κάποιας ηλικίας, συνομήλικος σχεδόν της Μπουμπουλίνας, αποδεδειγμένα συνετός και συγκρατημένος, αφού οι ίδιοι οι πρόκριτοι των Σπετσών του είχαν αναθέσει υψηλά αξιώματα, δύσκολα επομένως μπορούμε να τον φανταστούμε να σηκώνει τη βαριά πιστόλα του και να πυροβολεί κατά της συμπεθέρας. Εξάλλου ως σκιά μονάχα πλανήθηκε πάνω στο νησί η υποψία ότι αυτός σκότωσε την ηρωίδα.

Η οικογένεια της δολοφονηθείσης έστρεψε τις υποψίες της και την οργή της κατά του Ιωάννη Χριστ. Κούτση, αδελφού της Ευγενίας, δραστήριου καπετάνιου και ναυμάχου (τις μέρες εκείνες βρισκόταν στο νησί, γιατί ο στόλος των Σπετσών αδρανούσε, μπορεί όμως και εξαιτίας του προβλήματος με την αδελφή του). Οι δυο μάλιστα γιοι της Μπουμπουλίνας από τον Δημ. Μπούμπουλη, ο Νικόλαος και ο ανήλικος Ιωάννης, επιτροπευόμενος από τον Χρήστο Τζίμα ή Τσά­ντα, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και την προσπάθεια ορ­γάνωσής του σε ευνομούμενο Κράτος (Κυβερνήτης ο φιλοσπετσιώτης Ιωάννης Καποδίστριας) κατέφυγαν στη Δικαιοσύνη και στηριζόμενοι στο 16ο ψήφισμα της Δ’ Εθνικής Ελληνικής Συνέλευσης, κατήγγειλαν γραπτώς τον Ιωάννη Χριστ. Κούτση ως δολοφόνο της μητέρας τους. «Οι υποσημειούμενοι εκ Σπετσών Νι­κόλαος Δ. Μπούμπουλης και ο επίτροπος του μικρού Ιωάννη Μπούμπουλη Χρήστος Τζίμας «Τσάντας», έχοντας διαφοράν με­τά τίνος Ιωάννου Χριστοδούλου Κούτζη, όστις κακία φερόμενος εθανάτωσε την Μητέρα μας ονόματι Λασκαρίνα Μπούμπουλη. Φονεύς αποδεδειγμένος τοις πάσι, και έκτης ανοσιουργίας αυτού υποφέραμεν και υποφέρομεν μέ­χρι τούδε ζημίας αισθαντικάς… Εν Ναυπλίω τη 24 Ιανουαρίου 1830» (Γενικά Αρχεία Κράτους, Υπουργείο Δικαίου, φάκ. 52).

 

Ο Ιωάννης Κούτσης συλλαμβάνεται

 

Πράγματι ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης που βρισκόταν τυχαία στο Ναύπλιο (ή είχε μεταβεί σ’ αυτό προκειμένου να αντιμετωπίσει την ως άνω κατηγορία), συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Τρεις μέρες αργότερα (27 Ιαν. 1830) στέλνει αναφορά προς τον Καποδίστρια, με την οποία διαμαρτύρεται για την προφυλάκισή του από την αστυνομία Ναυπλίου ύστερα από διαταγή της ειρηνοδικίας, χωρίς να προηγηθεί δίκη. «Εξοχώτατε! Δεν έπρεπε τάχα και χωρίς της φυλακής να με δοθή η κατηγορία διά να απαντήσω και ούτω να φυλακισθώ; Δεν έπρεπε τάχα κατά το ψήφισμα της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως να θεωρηθή τούτο είτε από επιτροπή, είτε επιτοπίως διά να προτείνω κι εγώ τα ασύγκριτα δικαιολογήματά μου…» (ΓΑΚ, στον ίδιο φάκελο 52).

 Την ίδια μέρα ο φερόμενος ως δολοφόνος της Μπουμπουλίνας Ιωάννης Χριστ. Κούτσης, στέλνει και αναφορά προς τη Γραμματεία της Δικαιοσύνης, τονίζοντας μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Σεβαστή του Δικαίου Γραμματεία! Είναι γνωστοί προς την Κυβέρνησιν οι πολύπονοι και πολυκίνδυνοι της οικίας μου αγώνες. Δι’ ο παρακαλώ την Σ. ταύτην Γραμματείαν να διατάξη την ενταύθα ειρηνοδικίαν, να δεθχή έναν αξιόχρεον περί εμού εγγυητήν, ελευθερώνουσά με της φυλακής. Και μ’ όλον ότι αγνοώ όλως διόλου την ψευδή ταύτην κα­τηγορίαν, μ’ όλον τούτο, δέχομαι να κριθώ μετά των προλεχθέντων Μπουμπουλέων Ιωάννου και Νικο­λάου… Εάν όμως ισχυρογνωμονούντες επιμένωσιν από παλαιό πάθη κινούμενοι, και συκοφαντούσι με ζητούντες να κριθώμεν επί κριτηρίων, παρακαλώ να μας παραπέμψη εις το Πρωτόκλητον των Δυτικών Σποράδων, το οποίον είναι το τμήμα μας» (ΓΑΚ, Υπουργείο Δικαίου, φάκ. 52).

 

Η έρευνα στα ΓΑΚ έγινε από τον συγγραφέα του βιβλίου Μπουμπουλίνα κ. Μανουήλ Τοσούλα. Η έρευνα δυστυχώς σταματάει στο σημείο αυτό. Επομένως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν έγινε κάποια δίκη κι αν αθωώθηκε ή καταδικάστηκε ως δολοφόνος της Μπουμπουλίνας ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης. Πιθανολογούμε πάντως ότι εξαιτίας των δίσεκτων χρόνων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτ. 1831) και της διάλυσης του καποδιστριακού Κράτους, η υπόθεση «θάφτηκε» ή αφέθηκε να ξεχαστεί. Πάντως, το 1834, βρίσκεται ελεύθερος στις Σπέτσες και συνυπογράφει με τον

θείο του Γεωργάκη I. Κούτση το υπ’ αριθ. 1033/8-6-1834 έγγραφο της Μνημονίας (=Συμβολαιογραφείου) της νήσου Τηπαρήνου (=Σπετσών») ως εκπρόσωπος του «γέροντος» πατρός Χριστόδουλου I. Κούτση, που έχει σχέση με τη συνιδιοκτησία του πλοίου «Σαραμώνης» κατά το ένα τέταρτο.

 

Δίκη που δεν έγινε

 

Οπωσδήποτε ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης (ο μεγαλύτερος αδελφός της Ευγενίας, οι άλλοι δύο ήταν ανήλικοι), συγκεντρώνει τις περισσότερες υποψίες όλων εκείνων που καταπιάστηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τη θλιβερή τούτη ιστορία. Η αξιόπιστη Σωτη­ρία Αλιμπέρτη, εντούτοις, περιορίζεται σε γενικότητες και αποφεύγει να επικεντρώσει την προσοχή της σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο: «…επηκολούθησεν σφοδρά λογομαχία μεταξύ αυτής, του αδελφού της και των Κουτσαίων εις εξ αυτών επυροβόλησεν την Μπουμπουλίναν, η δε σφαίρα εύρεν αυτήν εις το μέτωπον και την άφησεν άπνουν» (η Αλιμπέρτη εδώ αντιγράφει σχεδόν κατά λέξη τον Χατζηαναργύρου. Παραδόξως οι κατ’ εξοχήν ιστορικοί του νησιού, ο Ανάργυ­ρος Ανδρ. Χατζηαναργύρου, συγγενής των Κούτσηδων εξ αγχιστείας, και ο Αναστάσιος Κων. Ορλάνδος, από τους οποίους αντλεί πολλά στοιχεία η Σωτ. Αλιμπέρτη στη βιογράφηση της ηρωίδας, θέλοντας προφανώς να υπερκεράσουν μια δυσάρεστη ιστορία που δεν τιμούσε καθόλου το νησί, δεν αναφέρονται παρά γενικά και κάπως αόριστα στα της δολοφονίας και, ενώ γνωρίζουν τον δολοφόνο της Μπουμπουλί­νας, τον αποκρύπτουν με τη σιωπή τους. Ο Χατζηαναργύρου μάλιστα διστάζει να αποκαλύψει και το όνομα της οικογένειας των Κούτσηδων, εξαιτίας της συγγένειάς του προς αυτούς. Άθελά του ωστόσο «φωτογραφίζει» τον δράστη για κάποιον ο οποίος μπορεί να διαβάζει και κάτω από τις αράδες των βιβλίων. «Το τόλμημα τούτο, όλως ασύνηθες παρά τοις νησιώταις τον καιρόν εκείνον, επίκρανεν τους αδελφούς της νεάνιδος και εζήτησαν ικανοποίησιν παρά του δράστου…».

Κάποιες υπόνοιες εστρέφοντο και εναντίον του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας Μα­νώλη (η Κακομανώλη) Δημ. Λαζά­ρου, σύγγαμβρου του Γεωργίου Γιάννουζα. Στηρίχτηκαν σε πληροφορίες δήθεν εμπιστευτικές που έδωσε η Μαριγώ Ορλώφ, «μια γριούλα που ο παππούς της ήταν αδελφός της Μπουμπουλί­νας», οι οποίες πήραν τη μορφή της προφορικής παράδοσης ανάμεσα στους Σπετσιώτες και τις οποίες «αξιοποίησε» αργότερα ο ιστορικός Αγγελομάτης στο μελέτημά του «Ιστορικά κτίρια της Ελλάδος».

Συμπέρασμα τελικό της δικής μας έρευνας: Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα δολοφονήθηκε ενωρίς το βράδυ της 22ας Μαΐου 1825 στο σπίτι της Κουνουπίτσας (κληρονομιά από Δημ. Γιάννουζα). Πυροβολήθηκε με πιστόλα από τη βορινή αυλή του κήπου του σπιτιού, όταν προσκληθείσα και προκληθείσα από τον ετεροθαλή αδελφό της και γαμπρό των Κού­τσηδων Μανώλη Δημ. Ορλώφ να δώσει εξηγήσεις για την απαγωγή της κόρης του Χριστ. I Κούτση Ευγενίας από τον γιο της Γεώργιο Γιάννουζα, πρόβαλε στο ακραίο αριστερό παράθυρο της βορινής πλευράς του σπιτιού. Τη μοιραία πιστολιά έριξε, πιθανότατα, ο αδελφός της Ευγενίας, ηρωικός παρά ταύτα πλοίαρχος και ναυμάχος, Ιωάννης Χριστ. Κούτσης.

 

Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός ερευνητής, Εκπαιδευτικός, Συγγραφέας,

Μελετητής του έργου του Νίκου Καζαντζάκη.

«Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 367, Ιανουάριος 1999, σελ. 30-37.

Read Full Post »

Σταματίου Π. Γιώργος (1937-2013)


 

Σταματίου Π. Γιώργος (1937-2013)

Γόνος παλιάς αγροτικής οικογένειας των Μεσογείων, ο αθόρυβος γραμματολόγος, μελετητής του έργου του Νίκου Καζαντζάκη, ιστορικός ερευνητής, διηγηματογράφος, παιδαγωγός και συγγραφέας Γιώργος Π. Σταματίου γεννήθηκε το 1937. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών(1955-1960) ενώ παράλληλα φοίτησε για ένα χρόνο και στη Δραματική Σχολή του Δημήτρη Ροντήρη. Θήτευσε στη Μέση Εκπαίδευση, ως Καθηγητής στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών και κατόπιν Λυκειάρχης στο Λύκειο Σπετσών.

Στα 1983 αναγορεύθηκε Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με τη διατριβή «Ο Καζαντζάκης και οι Αρχαίοι», (εισηγητής ο Καθηγητής και γνωστός ποιητής και κριτικός Κώστας Στεργιόπουλος) που απέσπασε το Ειδικό «Βραβείο Καζαντζάκη» του Υπουργείου Πολιτισμού και εκδόθηκε με δαπάνη της Ελένης Καζαντζάκη. Επίσης στα 1991 τιμήθηκε με το «Βραβείο Καζαντζάκη» και χρηματικό έπαθλο από το Δήμο Ηρακλείου Κρήτης και με τη χορήγηση ειδικής πλακέτας από την «Ένωση Σπετσιωτών».

Θεωρείται ο σημαντικότερος συστηματικός, μεθοδικός και διεισδυτικός μελετητής του έργου του μεγάλου Κρητός, με πλήθος δημοσιευμάτων, εκδόσεων, διαλέξεων και ανακοινώσεων σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια (Κύπρος, Γεωργία, Βέλγιο). Υπήρξε ενεργό μέλος της «Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Καζαντζάκη», του Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, του Μουσικού Συλλόγου Σπετσών και Επίτιμο Μέλος του Επιμορφωτικού Συλλόγου Παιανίας.

Στα 1962 παντρεύτηκε την οδοντίατρο Ματίνα Σωτ. Λίτσα, ανιψιά από μητέρα του εθνικού ευεργέτη και ιδρυτή της Αναργύρειου και Κοργιαλένειου Σχολής Σπετσών, Σωτήρη Ανάργυρου.

Συνεργάσθηκε κατά καιρούς με τα περιοδικά «Νέα Εστία», «Διαβάζω», «Ιστορία Εικονογραφημένη», «Ελληνικό Πανόραμα» και το ελληνοδιεθνές πολιτιστικό περιοδικό «ΕΙ» του Ευρωπαϊκού Κέντρου Τέχνης.

Στο ευρύ συγγραφικό έργο του περιλαμβάνονται τα βιβλία:

  • «Νίκος Καζαντζάκης, ένας αξεδίψαστος της ελευθερίας» (1971, β΄ έκδοση 1974).
  • «Η γυναίκα στη ζωή και στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» (ιδιωτική έκδοση1983, β΄ έκδοση  Καστανιώτης, 1997.
  • «Νίκος Καζαντζάκης, ο οικουμενικός», Έκδ. Συμβολή του Επιμορφωτικού Συλλόγου Παιανίας.
  • «Ο συνταξιούχος και άλλα διηγήματα», Εκδ. Χατζηνικολή, 1989.
  • «Ο Λάκης και η Τζίλντα», Εκδ. Χατζηνικολή,1995.
  • «Ένα τραίνο ταξιδεύει στη Γη της Μεσογαίας και της Λαυρεωτικής, και άλλα διηγήματα», Εκδ. Συμβολή του Επιμορφωτικού Συλλόγου Παιανίας, 1999.
  • «Το ταξίδι της Αργώς και άλλα διηγήματα», Εκδ. Συμβολή του Επιμορφωτικού Συλλόγου Παιανίας, 2002.
  • «Μελένια Μάτια», Εκδ. Χατζηνικολή, 2001, β΄ έκδοση 2002.
  • «Η ασπίδα του Δημοσθένη», Εκδ. Συμβολή του Επιμορφωτικού Συλλόγου Παιανίας, 2001.
  • «Νικόλαος Δάβαρης – Η ζωή και το έργο του», αυτοέκδοση.

Ιδιαίτερος λόγος πρέπει να γίνει για τη συμβολή του στη μελέτη της Ιστορίας των Σπετσών. Καρπός αυτής της μακρόχρονης προσπάθειας τα βιβλία του:

  • «Ο εθνικός ευεργέτης Σωτήριος Ανάργυρος, η ζωή και το έργο του», έκδοση της Ε. Ε. της Α.Κ.Σ.Σ., το 1973, δεύτερη έκδοση από τον ίδιο φορέα, Αθήνα 2000.
  • «Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών, ένα υποδειγματικό Κολλέγιο», έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, 2003.
  • «Οδηγός του Μουσείου Σπετσών», 1966.
  • «Πέντε Σπετσιώτες ποιητές», 1975.
  • «Η ξυλοναυπηγική τέχνη των Σπετσών», έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, Αθήνα 2002, καθώς επίσης και μια σειρά άρθρων και μελετημάτων σε περιοδικά και εφημερίδες, των Αθηνών και τοπικές.

Ζούσε μόνιμα, από το 1962, στις Σπέτσες. Άφησε την τελευταία του πνοή τον Απρίλιο του 2013 στο πατρικό του σπίτι, στην Παιανία και κηδεύτηκε στις Σπέτσες.

 

Πηγές


  • BiblioNet
  • scriptamanent

Read Full Post »

Κούτσης Γ. Ιωάννης (1797-1860)


 

Κούτσης Ιωάννης (1797-1860)

Ο Ιωάννης Κούτσης γεννήθηκε στις Σπέτσες, το 1797 και ήταν μέλος σημαντικής ναυτικής οικογένειας του νησιού. Ο πατέρας του, Γεώργιος, ασχολούμενος με ναυτιλιακές επιχειρήσεις είχε αποκτήσει αρκετά μικρά εμπορικά πλοία από τα λεγόμενα «λατινάδικα». Σ’ αυτά, από το 1808 και μέχρι την έναρξη του αγώνα, προστέθηκαν και άλλα πλοία μεγαλύτερα, όπως ο «Θεμιστοκλής», ένα από τα καλύτερα πλοία κατά την εποχή εκείνη, το τριίστιο «Ηρακλής» και οι ημιολίες «Ασπασία» και «Σαλαμώνη», όλα τους άριστα εξοπλισμένα και με κυβερνήτες μέλη της οικογένειας Κούτση, που όλα έλαβαν μέρος στις διάφορες ναυτικές επιχειρήσεις και ναυμαχίες καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα.

Ο Ιωάννης Κούτσης, που κυβερνούσε το πλοίο του «Θεμιστοκλής», με υποπλοίαρχο τον αδελφό του Κοσμά, διακρίθηκε για τη μαχητικότητά του σ’ όλες τις ναυτικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα απέσπασε το θαυμασμό όλων κατά τη ναυμαχία των Πατρών. Σ’ αυτήν, την πρώτη «εκ παρατάξεως» ναυμαχία των αντιπάλων ναυτικών δυνάμεων, που έγινε με μια φοβερή κακοκαιρία και θαλασσοταραχή, το καράβι του «Ο Θεμιστοκλής» με κυβερνήτη τον ίδιο ήταν μεταξύ των πρώτων I5 καραβιών του τρινήσιου στόλου, που με επί κεφαλής το Μιαούλη άρχισαν το σκληρό αγώνα. Ο Κούτσης, στη ναυμαχία αυτή, επιτέθηκε σε μία τούρκικη φρεγάτα και για να τη βυθίσει ζύγωσε τόσο κοντά, με αποτέλεσμα να κτυπηθεί ο «Θεμιστοκλής» στ’ άρμενα και στα πλευρά, οπότε τα νερά άρχισαν να μπαίνουν με ορμή στο καράβι. O Σπετσιώτης καπετάνιος, παρά τις σοβαρές ζημιές του καραβιού του, δεν εννοούσε να αποσυρθεί από τον αγώνα προτιμούσε να βουλιάξει, παρά να αποσυρθεί από τη μάχη. Και πραγματικά, ο Κούτσης εξακολουθούσε να μάχεται με πείσμα μέχρις ότου φθάσανε κοντά του και άλλα ελληνικά καράβια και ανακουφίστηκε λίγο από τα πυροβόλα της εχθρικής φρεγάδας. Και όταν πια έφτασε στο έσχατο αυτό σημείο του κινδύνου να βυθιστεί, τότε μόνο πλάγιασε το καράβι του και πήγε στο Μεσολόγγι, όπου και το επισκεύασε πρόχειρα.

Ο Γιάννης Κούτσης έλαβε ακόμη μέρος στη μεγάλη ναυμαχία των Σπετσών στις 8 Σεπτέμβριοι 1822, όπου από τη θέση κοντά στο ακρωτήρι του Αγίου Αιμιλιανού, έφραζε με το πυροβολικό του καραβιού του την είσοδο του μεταξύ Σπετσών και Κόστας στενού, βοηθούμενος κατά την ημέρα εκείνη της Παναγίας και από το κανονιοστάσιο που βρισκόταν ανάμεσα στο φάρο και τους μύλους. Kαι μετά τη λήξη του αγώνα ο Κούτσης δεν λησμόνησε ποτέ τη μέρα εκείνη. Η οικογένειά του για να τιμήσει την Παναγία, για το θαύμα που έκανε την ημέρα της γιορτής της και σώθηκε το νησί, έκτισε στο χώρο του ισχυρού αυτού κανονιοστασίου την εκκλησία τη Παναγίας, αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Η εκκλησία αυτή η οποία στην αρχή λεγόταν Παναγία του Κεφάλα και εννοούσαν το Γιάννη Κούτση με το μεγάλο κεφάλι, αργότερα πήρε το όνομα Παναγία της Αρμάτας, σε ανάμνηση το μεγάλου ιστορικού γεγονότος.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στις Σπέτσες ασχολούμενος με ναυτιλιακές εργασίες και πέθανε εκεί, το 1860.Ο τάφος της οικογένειάς του βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας, πάνω στο χώρο του μεγάλου κανονιοστασίου.

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Θερμησιώτης Ηλίας (1788-1871) – Πλοιοκτήτης, Φιλικός, Ναυτικός της Επανάστασης και αξιωματικός του Ναυτικού της οθωνικής περιόδου.


 

Ο Ηλίας Θερμησιώτης γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1788 από γονείς μέτοικους από τη Θερμησία της Ερμιονίδας, εξού και το επίθετο Θερμη­σιώτης. Το προεπιθετικό του είναι άγνωστο. Ο Ηλίας, γνώστης της ναυτικής τέχνης από μικρός, έμαθε γράμματα, ασχολήθηκε με το εμπόριο και πολύ νέος έγινε πλοίαρχος. Σύντομα απέκτησε ιδιόκτητο πλοίο, το βρίκι «Αχιλλεύς», που λίγο αργότερα το μετέτρεψε σε πολεμικό για τις ανάγκες της Επανάστασης και το κυβερνούσε ο ίδιος. Επίσης, είχε συμμετοχή σε δύο καράβια ως συνιδιοκτήτης με τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Λόγω αυτής της συνεργασίας, του ηθικού του χαρακτήρα και της τιμιότητας που τον διέκρινε, κλήθηκε να παίξει διαιτητικό ρόλο στις οικονομικές κληρονομικές διαφορές που είχε η Μπου­μπουλίνα με τα προγόνια της Γιάννη και Παντελή, γιους του Δημητρίου Χατζηπαντελή Γιάννουζα. Επειδή δεν υπήρχαν τότε ελληνικά δικαστήρια η υπόθεση έφτασε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινου­πόλεως και ο Γρηγόριος ο Ε’ ανέλαβε να τη ρυθμίσει.

 

Θερμησιώτης Ηλίας (1788-1870), ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

To 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μαζί με τους Νικόλαο Μπόταση, Ρήγα Κρανιδιώτη και Γιώργο Πάνου και στις 3 Απριλίου του 1821 συμμετείχε στην κήρυξη της επανάστασης στο νησί των Σπετσών μαζί με άλλους πρόκριτους μυημένους στη Φιλική Εταιρεία.

Κατά τον αγώνα πρόσφερε μεγάλα χρηματικά ποσά για την ευόδωση της Επανάστασης. Πρωταγωνίστησε σε ηλικία 24 χρόνων στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και, μετά την κατάληψη του Φρουρίου το 1824, διορίστηκε, από το Εκτελεστικό Σώμα, φρούραρχος του Κάστρου της Μονεμβασιάς και στρατιωτικός διοικητής της περιοχής που κάλυπτε το φρούριο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, διέθεσε σεβαστά χρηματικά ποσά από την περιουσία του.

Σημαντική και συνεχής υπήρξε και η συμμετοχή του στους ναυτικούς αγώνες της περιόδου, και συγκεκριμένα – πέραν του ναυτικού αποκλεισμού της Μονεμβασιάς- πήρε μέρος ως καπετάνιος του ιδιόκτητου πλοίου του Αχλλεύς σε ολες σχεδόν τις ναυμαχίες και επιχειρήσεις που συμμετείχε η σπετσιώτικη μοίρα κατά την περίοδο 1821-1826) καταγράφοντας μία εντυπωσιακή πολεμική παρουσία 64 ημερών στη θάλασσα:

  • Στην καταδρομική επιχείρηση που οδήγησε στην αιχμαλωσία δύο οθωμανικών πλοίων μεταξύ Μήλου και Κιμώλου (11 Απρίλιου 1821).
  • Στην επιχείρηση του Κατακώλου – Κάβο Πάπα (Σεπτέμβριος 1821).
  • Στη αμφίρροπη ναυμαχία των Παλαιών Πατρών (20 Φεβρουαρίου 1822) με τον στόλο του Ισμαήλ Πασά Γιβραλταρ.
  • Στις επιχειρήσεις του «τρινήσιου» στόλου υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στη Χίο (τέλη Απριλίου 1822).
  • Στις επιχειρήσεις του Ναυπλίου (Ιούνιος 1822).
  • Στη ναυμαχία στο Χέλι (απέναντι από τις Σπέτσες μεταξύ του «τρινήσιου» στόλου αναντίον του Καπετάν Καρά Μεχμέτ Πασά (7 Σεπτεμβρίου 1822).
  • Στις καταδρομικές επιχειρήσεις στην περιοχή του Αγίου Όρους (Αύγουστος 1823).
  • Στη νικηφόρα για τους επαναστάτες ναυμαχία της Σάμου (5 Αυγούστου 1824) μεταξύ των ναυτικών μοιρών της Ύδρας και των Σπετσών εναντίον του οθωμανικού στόλου υπό τον Καπουντάν Χοσρέφ Πασά.
  • Στη νικηφόρα για τους επαναστάτες ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824) μεταξύ των ναυτικών μοιρών της Ύδρας και των Σπετσών εναντίον του οθωμανικού στόλου υπό τον Καπουντάν Χοσρέφ Πασά.
  • Στις επιχειρήσεις στη Μεθώνη και Κορώνη (Μάρτιος – Ιούνιος 1825).
  • Στις επιχειρήαεις στην Κρήτη, Μεθώνη, Κορώνη, Νεόκαστρο (Ιούλιος – Αύγουστος 1825).
  • Στις επιχειρήσεις στο Νότιο Αιγαίο (Σεπτέμβριος -Οκτώβριος 1825).
  • Στις επιχειρήσεις των Παλαιών Πατρών (Δεκέμβριος -Ιανουάριος 1826).
  • Στις επιχειρήσεις της Σάμου (Αϋγουστος 1826).

Στη διάρκεια των εμφυλίων συγκρούσεων ο Θερμησιώτης συντάχθηκε όπως και οι περισσότεροι νησιώτες με την πλευρά των Κυβερνητικών της φατρίας Κουντουριώτη, η οποία άλλωστε του εμπιστεύτηκε τη φρουραρχία του κάστρου της Μονεμβασιάς. Κατά την καποδιστριακή περιόδο δεν είχε καμία δραστηριότητα ούτε ανέλαβε κάποιο ναυτικό αξίωμα. Πολιτικά συντάχθηκε με την καποδιστριακή αντιπολίτευση. Η αντιπολιτευτική στάση του έναντι του καθεστώτος είχε ως συνέπεια να του δοθεί το χαμηλό – σε σχέση με την προσφορά του – δίπλωμα του αξιωματικού της Ε’ τάξεως, αν και για την οικονομική του προσφορά του αναγνωρίστηκε οφειλή 150.000 γροσίων.

Κατά την επόμενη οθωνική περίοδο επανήλθε και έλαβε τον υψηλό βαθμό του πλοιάρχου καθώς και μία θέση στην σημαντική επιτροπή με αρμοδιότητα να αξιολογήσει « τας υπηρεσίας και την ικανότητα ενός εκάστου των ναυτικών, όσοι κατά τον ένδοξον υπέρ της ελευθερίας αγώνα έλαβον μέρος». Στην επιτροπή συμμετείχαν – πέραν του Ηλία Θερμησιώτη- ο Ανδρέας Μιαούλης, ως πρόεδρος, και οι Γ. Σαχτούρης, Γ. Ανδρούτζου, Ν.Α. Αποστόλης, Κ. Κανάρης και Α. Γ. Κριεζής. Από έγγραφα του αρχείου του διαπιστώνεται ότι ο Ηλίας Θερμησιώτης παρέμεινε καθόλη της διάρκεια της οθωνικής βασιλείας μέλος της Επιτροπής Εκδουλεύσεων παρά τις διάφορες αποχωρήσεις και τοποθετήσεις μελών της.

Τα άλλα δύο παιδιά της οικογένειας Θερμη­σιώτη, οι δύο μικρότεροι αδελφοί του Ηλία, ο Νικόλαος και ο Πέτρος σε νεαρή ηλικία σκοτώθηκαν πολεμώντας ο πρώτος στη μάχη της Άμφισσας και ο δεύτερος στη μάχη της Βέργας. Στο δελτίο της Εθνολογικής Εταιρίας, ο Νικόλαος και ο Πέτρος Θερμησιώτης αναφέρονται ως γιοι του Ηλία. Δεν είναι όμως ακριβές τούτο, όπως άλλωστε όλοι οι παλιοί το γνωρίζουν στις Σπέτσες. Τούτο ακόμη φαίνεται και από το γεγονός ότι ήταν απίθανο ο Ηλίας να είχε τόσο μεγάλους γιους και να πολεμούν μάλιστα, αφού ο ίδιος ήταν την εποχή εκείνη 24 χρόνων. Ο Ηλίας Θερμησιώτης είναι γνωστό ότι είχε δύο παιδιά, τον Ανδρέα και το Γεώργιο. Ο πρώτος γεννήθηκε το 1830 και χάθηκε πολύ αργότερα, νέος στη Μαύρη θάλασσα, όταν το καράβι του που καπετάνευε και ήταν ιδιοκτησία του, σ’ ένα από τα ταξίδια του Οδησσό – Ισπανία, με φορτίο σταριού, βούλιαξε αύτανδρο. Ο δεύτερος γιος του, ο Γεώργιος, γεννήθηκε το 1833 και πέθανε το 1929 σε βαθύ γήρας. Κατατάχτηκε στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού «κατ’ επιλογή», σαν γιος ναυμάχου και έφτασε στο βαθμό του ναυάρχου πολεμώντας σ’ όλες τις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις της τότε εποχής.

Η προσφορά του στην πατρίδα είναι ανυπολόγιστη. Στο Ιστορικό Μουσείο, σε μια αίθουσα, υπάρχει το πορτραίτο του μαζί με το σπαθί του, το ντουφέκι του και το καριοφίλι του.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα έζησε στις Σπέτσες, όπου και πέθανε το 1871. Ο τάφος του βρίσκεται στο κοιμητήριο των Αγίων Πάντων και πάνω στην πλάκα, που σκεπάζει το μεγάλο αγωνιστή και πατριώτη, έχουν χαραχθεί τούτα τα λόγια:

«Ο πολλά μοχθήσας και δαπανήσας

εν τω Ιερώ της Ελλάδος Αγώνα.

Γεννηθείς τω 1788 απεβίωσε τω 1870*».

* θάνατος του Ηλία Θερμησιώτη, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη αποβιώσεως (βιβλίο θανάτων Δήμου Σπετσών) επήλθε στις 10.7.1871 και όχι το 1870, όπως εκ λάθους, έχει αναγραφεί επί του τάφου του (βλ. και εφημερίδα «Αλήθεια» φ. 1427/22.7.1871 (ανακοίνωση θανάτου) και εφημερίδα «Ερμούπολις» φ. 345/24.7.1871 ( επικήδειος λόγος του Επάρχου Σπετσών Λεωνίδα Παπανικολάου).

 

Πηγές


  • Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας,  Παπαγεωργίου Στέφανος.
  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.
  • Ένωση Σπετσιωτών.

 

Read Full Post »

Οικογένεια Διομήδη-Κυριακού και τα μέλη της που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821


 

Διομήδης – Κυριακός ή Κυριακού

Επώνυμο αρχοντικής οικογένειας των Σπετσών, που περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που ήλθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στο νησί από τη Βόρειο Ήπειρο, κατά το 16ο και 17ο αιώνα, εξαιτίας των Μουσουλμανικών διώξεων.

Από την αρχή της Ελληνικής Επανάστασης πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στο αγωνιζόμενο γένος και όλα τα μέλη της οικογένειας διακρίθηκαν κατά την περίοδο του αγώνα προσφέροντας την περιουσία και τα καράβια τους. Στο αρχικό επώνυμο της οικογένειας Κυριακός ή Κυριακού αργότερα, κατά την περίοδο της Επανάστασης, προστέθηκε, κατά τη συνήθεια της εποχής εκείνης, και το όνομα του ομηρικού ήρωα Διομήδη από θαυμασμό προς την αρχαία Ελλάδα και τη μεγάλη επιθυμία για την αναβίωση των κλασικών σπουδών.

Από τα κυριότερα μέλη της οικογένειας Διομήδη – Κυριακού είναι:

Αναστάσιος Κυριακός (1758-1831)

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1758 και πέθανε το 1831. Χρημάτισε από τους πρώτους πρόκριτους του νησιού. Από πολύ νέος επιδόθηκε στη ναυτιλία και με το χρόνο απέκτησε ιστιοφόρα πλοία με τα οποία, ως καραβοκύρης, άσκησε ναυτικό εμπόριο στη Μεσόγειο. Όταν ήρθε η ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού αρμάτωσε και προσέφερε για τον αγώνα το καράβι του «Πελεκάνος» γιατί ο ίδιος ήταν γέρος πια και δεν μπορούσε να μπαρκάρει. Μ’ αυτό το πλοίο είχε μεταφέρει από το Τριέστι στην Ελλάδα τον Ρήγα Βελεστινλή.

Παντρεύτηκε την Ελένη, ένα από τα κορίτσια του Νικολάου – Μπότσαρη, και απέκτησε μαζί της επτά παιδιά: τρία αγόρια, τον Γιάννη, τον Νικολό και τον Γκίκα και τέσσερα κορίτσια, τη Χρυσούλα, την Κατερίνα, τη Βγενή και τη Μάρω. Η Μάρω παντρεύτηκε τον Γιάννη Μπούκουρη και είχε κόρη της την Ελένη, σύζυγο του Ιταλού ζωγράφου Αλταμούρα και
μητέρα του μεγάλου Σπετσιώτη θαλασσογράφου, Γιάννη Αλταμούρα.

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825)

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825). Με τον «Αχιλλέα» του έλαβε μέρος σε όλες τις ναυμαχίες του ελληνικού στόλου επικεφαλής σπετσιώτικης μοίρας. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1790 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από μικρός ασχολήθηκε με τη θάλασσα και έγινε ένας από τους μεγάλους καραβοκύρηδες. Κατηχήθηκε από τους πρώτους στη Φιλική Εταιρία και όταν ξέσπασε η Επανάσταση μπήκε με ενθουσιασμό στον αγώνα. Αντιναύαρχος των Σπετσών, σ’ όλη την περίοδο του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα, εξόπλισε τέλεια, με δικά του χρήματα, το ιδιόκτητο πλοίο του «Αχιλλεύς» που χρησιμοποιούσε, σαν Ναυαρχίδα και έλαβε μέρος σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου, επικεφαλής της σπετσιώτικης μοίρας, αγωνιζόμενος πάντοτε με αυτοθυσία και θάρρος στην πρώτη γραμμή, μαζί με τους άλλους Σπετσιώτες πλοιάρχους.

Διακρινόταν για τη σύνεσή του, γι’ αυτό και όλοι όσοι έπαιρναν μέρος μαζί του στα πολεμικά συμβούλια του στόλου, πρόσεχαν τη γνώμη του και σχεδόν πάντοτε την ακολουθούσαν. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στο Αιγαίο και συντέλεσε προ πάντων, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, στο να ξεσηκώσει την Επανάσταση στην Τήνο, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλία. Κατά τη μακρόχρονη παραμονή του στο Βόλο και βρισκόμενος πάντα σε επαφή με τους οπλαρχηγούς Περραιβό, Γαζή, Κωνσταντά και Μπασδέκη, ξεσήκωσε τους θεσσαλούς και αφού έβγαλε από το καράβι του τα πυροβόλα του στην ξηρά, πολιόρκησε με αυτά το τουρκικό φρούριο.

Στην αρχή ακόμη της Επανάστασης κοντά στη Σάμο, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, επιτέθηκε ενα­ντίον εννέα τουρκικών πλοίων και τα στρίμωξε κατά τέτοιο τρόπο, με την τόλμη και το πυροβολικό του, ώστε ανάγκασε τους Τούρκους να εγκαταλείψουν τα πλοία τους και να αποβιβαστούν στη στεριά. Τον ίδιο χρόνο έλαβε μέρος και σ’ όλες τις επιχειρήσεις του ελληνικού στόλου στον Κορινθιακό κόλπο και στην Πρέβεζα. Κατά το δεύτερο και τρίτο έτος, της Επανάστασης, αγωνίζεται στα Ψαρά, τη Χίο, τη Δυτική Ελλάδα και αλλού. Όλη του η ανδρεία εκδη­λώθηκε το 1824, στις εκστρατείες κατά της Σάμου, όταν ο ελληνικός στόλος πέτυχε εξαιρετικές νίκες εναντίον του ενωμένου τουρκοαιγυπτιακού στόλου καθώς και στη ναυμαχία του Γέροντα, στις 29 Αυγούστου 1824. Στις ναυμαχίες αυτές ο Ιωάννης Διομήδης-Κυριακός συνόδευσε με το καράβι του και υποστήριξε τον Κανάρη όταν έκαψε την τουρκική ναυαρχίδα, και τον Βατικιώτη όταν πυρπόλησε αιγυ­πτιακό βρίκι. Ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος στην έκθεσή του με ημερομηνία 26 Αυγούστου 1824 προς τους προκρίτους του νησιού αναφέρει ότι: «εγώ δε επαινώ όλους μεν… όσοι έκαμαν το χρέος των, εξαιρέτως δε επαινώ τον γενναιότατον υποναύαρχον Ιωάννην Αναστασίου Κυριακού».

Η δράση του γενναίου Σπετσιώτη συνεχίστηκε και το 1825, ιδίως στη ναυμαχία του Καφηρέα στις 20 Μαΐου, που έγινε εκεί με συμβουλή του για να κατανικηθεί ο πολύ μεγαλύτερος αλλά δυσκίνητος εχθρικός στόλος, στον οποίο προξένησε μεγάλες καταστροφές. Τον Ιωάννη Διομήδη – Κυριακό, όμως, δεν άφησε ασυγκίνητο και τα δράμα των πολιορκημένων κατοίκων του Μεσολογγίου. Αυθόρμητα παρουσιάστηκε στις αρχές και ζήτησε να πάει στο Μεσολόγγι για να εφοδιάσει τους πολιορκημένους με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Και πραγματικά κατόρθωσε, στις 23 Ιουλίου 1825, να ξεφορτώσει στο λιμάνι της πόλης άφθονα τρόφιμα και πολεμικό υλικό, παρόλο που ο εχθρός αδιάκοπα έβαλε εναντίον του. Εκεί, αρρώστησε από θέρμες και εξαιτίας της μεγάλης κόπωσής του από την επικίνδυνη ναυτική επιχείρηση, αναγκάστηκε να γυρίσει στις Σπέ­τσες, όπου και πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου 1825. Τάφηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας, όπου βρίσκεται ο τάφος της οικογένειας.

Νικόλαος Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1792 και είναι ο δεύτερος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από πολύ νέος ασχολήθηκε με το ναυτικό επάγγελμα και με τα ταξίδια που έκανε απέκτησε περιουσία και έγινε και αυτός καραβοκύρης. Πήρε γυναίκα του την κόρη του Ιωάννη Ορλάνδου.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση έτρεξε και αυτός όπως και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του να πάρει μέρος στον αγώνα και διέθεσε το ιδιόκτητο καράβι του «Κλειώ» αφού προηγουμένως με δικά του χρήματα το εξόπλισε για το σκοπό αυτό. Έλαβε μέρος, μαζί με τον αδελφό του Γιάννη Διομήδη- Κυριακό, σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο, στον Κορινθιακό Κόλπο και τη Δυτική Ελλάδα. Μαζί του πάντοτε είχε και τον αδελφό του Γκίκα, που ήταν ο τρίτος γιος του Αναστάση Κυριακού και παππούς του Αλεξάνδρου Διομήδη, μεγάλου οικονομολόγου, Ακαδημαϊκού και Πρωθυπουργού της Ελλάδος. Μετά τη λήξη του αγώνα, έζησε για πολλά χρόνια στις Σπέτσες, όπου και πέθανε.

Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες και ήταν εξάδελφος με τους Ιωάννη, Νικόλαο και Γκίκα Διομήδη-Κυριακό. Υπήρξε από τους τολμηρότερους πλοιάρχους κατά την περίοδο του αγώνα. Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η Επανάσταση εξόπλισε το ιδιόκτητο καράβι του «Τιμολέων» και έλαβε μέρος κατά τον πρώτο χρόνο του αγώνα στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας και κατά τα επόμενα χρόνια στις ναυμαχίες των Ψαρών, της Σάμου, του Κορινθιακού κόλπου και της Πρέβεζας. Στη ναυμαχία της Σάμου διέπρεψε κατά του αιγυπτιακού στάλου, όπως αναφέρει στην έκθεσή του προς τους προκρίτους του νησιού, ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος.

Κατά τη ναυμαχία του Καφηρέα, στις 20 Μαΐου 1825, συνέλαβε με τον Αθανάσιο Πάνου πέντε κατάφορτα εχθρικά πλοία και τα μετέφερε στις Σπέτσες. Όταν το 1825 χρειάστηκε να αποσταλούν στην πολιορκημένη πόλη του Μεσολογγίου πολεμοφόδια και ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος κάλεσε τους πλοιάρχους σε συμβούλιο για να τους ρωτήσει ποιος ήθελε να παραλάβει τις σφαίρες, και να τις παραδώσει στους πολιορκημένους, ο Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός προσφέρθηκε να εκτελέσει αυτός την επικίνδυνη αποστολή. Και κατόρθωσε, πραγματικά, με την τόλμη και την επιδεξιότητά του, να παραδώσει τα πολεμοφόδια στον τόπο του προορισμού τους και να ενισχύσει με τον τρόπο αυτό και να ενθαρρύνει τους ήρωες του Μεσολογγίου. Κατά το έτος 1826 έλαβε μέρος στην προ της Μυτιλήνης ναυμαχία και το 1827 στην εκστρατεία του ελληνικού στόλου κατά της Αλεξάνδρειας με αρχηγό τον Κόχραν.

Ο χρόνος του θανάτου του δεν είναι γνωστός. Έζησε όμως αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του αγώνα στις Σπέτσες και οι συμπολίτες του τον τιμούσαν όχι μόνο ως έναν από τους γενναιότερους πλοιάρχους αλλά και ως άνδρα ενάρετο, παράδειγμα δίκαιου και χρηστού πολίτη.

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό (ΕΛΑΝ) | Ανεξάρτητη Μοίρα Αργολικού – Ερμιονίδας


 

Το ελληνικό αντάρτικο κίνημα στη θάλασσα άρχισε να οργανώνεται μεθοδικά από τον Σεπτέμβριο του 1943. Πριν την ίδρυση του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού, οι αντιστασιακές ενέργειες στη θάλασσα εκδηλωνόταν με ενέργειες ιδιωτικών πλοιαρίων που μετέφεραν τρόφιμα και στελέχη ή τμήματα του ΕΛΑΣ. Οι κινήσεις αυτές όμως σταμάτησαν εξαιτίας των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των κατακτητών τον Μάιο του 1943. Τότε ο ΕΛΑΣ για να αποφύγει τις επιχειρήσεις αυτές συνέπτυξε τις δυνάμεις του στα βουνά. Με τη λήξη των επιχειρήσεων την περίοδο καλοκαιριού – φθινοπώρου του ίδιου έτους, ο ΕΛΑΣ επανήλθε στις θέσεις του για να ξαναρχίσει η λειτουργία του ναυτικού του.

Το ΕΛΑΝ, εμφανίστηκε αρχικά σε μέρη όπου η μορφολογία των ακτών επέτρεπε την κίνηση μικρών και ευέλικτων σκαφών και την απόκρυψή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βάσεις αυτές δημιουργήθηκαν σε σημεία που είχαν χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιούνταν την ίδια εποχή από λαθρέμπορους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν το 1943, ο ΕΛΑΣ, στη περιοχή του Γυβαριού στο Θερμαϊκό κόλπο διαλύει βάση λαθρεμπόρων που λειτουργούσε σε συνεργασία με την Χωροφυλακή.

Από του Γερμανούς επιχειρήθηκαν εκκαθαρίσεις σε τοπικό επίπεδο εναντίον του ΕΛΑΝ αλλά τελικά δεν κατόρθωσαν να περιορίσουν την δυναμική του. Οι πιο σημαντικές από αυτές ήταν μέρος των γενικών επιχειρήσεων των Γερμανών στις περιοχές της ελεύθερης Ελλάδος τον Οκτώβριο του 1943.

Την άνοιξη του 1944, το ΕΛΑΝ αποτελούσε υπολογίσιμη δύναμη που μπορούσε να ολοκληρώσει αποστολές όπως η αιχμαλωσία σκαφών και οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις. Ακόμα αναλάμβανε μεταφορών τμημάτων του ΕΛΑΣ πολεμοφοδίων, τροφίμων, εμπορευμάτων και συμμετείχε σε επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ. Το προσωπικό του προερχόταν σε μεγάλο βαθμό από ναυτεργάτες και απλούς ψαράδες, αξιωματικούς και ναύτες του Εμπορικού Ναυτικού και σε πολύ μικρότερο βαθμό του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού.

 

Σκάφη και οπλισμός του ΕΛΑΝ

 

Τα σκάφη που αποτελούσαν το ναυτικό των ανταρτών ήταν κυρίως το τρεχαντήρι και οι παραλλαγές του (μπρατσέρα, πέραμα, τσερνίκι, καΐκι). Τα σκάφη ήταν ταξινομημένα με βάση την ταχύτητά τους και το φορτίο τους σε τρεις κατηγορίες :

  • σε αυτά που είχαν ωφέλιμο φορτίο άνω των 10 τόνων και ταχύτητα άνω των 11,27 χιλιομέτρων
  • σε αυτά που είχαν ωφέλιμο φορτίο κάτω των 10 τόνων και ταχύτητα άνω των 11,27 χιλιομέτρων και
  • σε αυτά που η ταχύτητά τους δεν τους επέτρεπε να χρησιμοποιηθούν παρά μονάχα σαν εμπορικά.

Τα σκάφη της τελευταίας κατηγορίας συγκροτούσαν εφεδρικές μοίρες ενώ τα σκάφη των δύο πρώτων κατηγοριών, χρησιμοποιήθηκαν σε πολεμικές αποστολές όπως επιτήρηση εχθρικών κινήσεων, καταδρομές και αιχμαλωσία και λαφυραγώγηση εχθρικών σκαφών.

National Popular Liberation Navy, 1943-45 The first naval units of the Greek partisans appeared in March-April 1943. After the Italian capitulation in September, the ELAN was set up and the first important stable bases began to appear at various points on the coast. The vessels used by the partisans were small boats armed with captured German guns: caïques, fishing boats and motor launches. They engaged in harrying enemy transport vessels, transporting friendly forces, and escorting and protecting transport vessels. Other craft, not suitable for arming, carried out transport or liaison duties. More than 100 boats with 1,200 men and women served with the Partisan Navy. After a short war against British and Royal Greek forces in December 1944-January 1945, the ELAN was demobilized on 28 February, 1945 and its vessels handed over to the British and Greek naval forces.

Μυτιλήνη 1944. Απελευθέρωση. Ηρωική φωτογράφηση του πληρώματος του καπετάνιου Ευάγγελου Οικονόμου – Ατσαλένιου. Το π/κ «Πέραμα» ανήκει στην 4η Μοίρα Πηλίου Παγασητικού, διακρίνονται τα κωδικά γράμματα που έφεραν όσα σκάφη ταξίδευαν στα Μικρασιατικά παράλια. Παπαδόπουλου Α. Δημήτριου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943 – 1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14°, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελίδα 28.

Οι πετρελαιομηχανές των σκαφών δεν είχαν ηλεκτρική έναυση και για να πάρουν μπροστά έπρεπε να χρησιμοποιηθεί μια βοηθητική συσκευή με το όνομα πυρόφουσκα ή βάλβα σε συνδυασμό με ένα καμινέτο. Με το καμινέτο θέρμαιναν τις φούσκες ώστε να προκληθεί ανάφλεξη του κινητήρα. Οι μηχανές ήταν ελληνικής κατασκευής μονοκύλινδρες χωρίς προβλήματα συντήρησης και οικονομικές. Διέθεταν απλό μηχανισμό που επέτρεπε την κίνηση προς τα εμπρός και το κράτημα της μηχανής. Οι βενζινομηχανές (συνήθως τροποποιημένες μηχανές αυτοκινήτων) δεν ήταν εξυπηρετικές, γιατί είχαν υπερβολικά ευαίσθητο ηλεκτρικό σύστημα, με αποτέλεσμα τις συνεχείς βλάβες και την υπερβολική κατανάλωση.

Τη συντήρηση των σκαφών στις περισσότερες μοίρες του ΕΛΑΝ την είχαν αναλάβει ειδικά συνεργεία. Τα συνεργεία αυτά φρόντιζαν ακόμα και την επισκευή εχθρικών σκαφών που έπεφταν στα χέρια τους. Ωστόσο πολλές ήταν οι φορές που για να αντιμετωπιστούν τεχνικά προβλήματα οι κατά τόπους διοικητές, ζητούσαν τη συνδρομή μεγαλυτέρων σχηματισμών και την μετάταξη ειδικευμένων τεχνιτών από άλλες μονάδες.

Το ΕΛΑΝ δεν είχε την ποιότητα και την ποσότητα του οπλισμού που διέθετε ο ΕΛΑΣ. Στις αρχές μάλιστα συνήθως δεν υπήρχε ούτε ένα πολυβόλο όπλο σε κάθε σκάφος. Έτσι ο κύριος οπλισμός ήταν τσεκούρια, μαχαίρια, γάντζοι και ίσως κάποια κυνηγετικά όπλα. Καλύτερο οπλισμό διέθεταν τα σκάφη που εκτελούσαν αποστολές στα παράλια της Κύπρου και της Μικράς Ασίας διότι είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν εξοπλισμό συνήθως από λαθρέμπορους. Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι μονάδες του ΕΛΑΝ άρχισαν να εξοπλίζονται με ιταλικά όπλα είτε από τους αντάρτες που μετέφεραν είτε επίσημα από τις μονάδες του ΕΛΑΣ που ανήκαν. Έτσι υπήρχαν διαφόρων ειδών πιστόλια, ιταλικά και βρετανικά τυφέκια, ιταλικά γερμανικά αμερικανικά και βρετανικά υποπολυβόλα, ιταλικά και βρετανικά οπλοπολυβόλα, ιταλικά και γερμανικά πολυβόλα, ιταλικοί και γερμανικοί όλμοι, πολωνικά, ιταλικά, γερμανικά και βρετανικά αντιαρματικά τυφέκια, ελβετικά και γερμανικά πυροβόλα και ράβδοι δυναμίτη που χρησιμοποιούνταν σαν εκρηκτικά. Γενικά μπορεί να ειπωθεί ότι ο εξοπλισμός ήταν φτωχός και πεπαλαιωμένος.

 

Αποστολή και τακτική του ΕΛΑΝ

 

Η αποστολή των μονάδων του ΕΛΑΝ είχε τους εξής στόχους :

  1. μεταφορά από τα παράλια της Κύπρου και της Μικράς Ασίας εφοδίων
  2. καταδίωξη και σύλληψη επίτακτων από τις δυνάμεις κατοχής πλοίων
  3. συμμετοχή σε επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ
  4. μεταφορά τραυματιών και τμημάτων του ΕΛΑΣ
  5. μεταφορά τροφίμων και υλικών του ΕΛΑΣ

Όταν τα σκάφη λάμβαναν μέρος σε συγκρούσεις προσπαθούσαν να δίνουν το μικρότερο δυνατό στόχο και να στρέφουν προς τη πλευρά του αντιπάλου τη καλύτερη εξοπλισμένη πλευρά τους. Όταν τα καταδίωκαν τα γερμανικά σκάφη χρησιμοποιούσαν σαν τέχνασμα το να δίνουν περισσότερο πετρέλαιο στη μηχανή για να βγαίνει πυκνός καπνός ώστε να κρύβεται το σκάφος είτε το βύθισμα του σκάφους και ύστερα την ανέλκυσή του. Ακόμα για να το κρύψουν το πλεύριζαν σε ακτές και το κάλυπταν με κλαδιά της ντόπιας βλάστησης. Για να καλύπτουν τα καυσαέρια της μηχανής έβαζαν πάνω στο καζανάκι της εξάτμισης κοφίνια με υγρά πανιά.

Η ενέδρες των εχθρικών σκαφών γινόντουσαν σε ακτές με βράχους και υφάλους είτε σε κρυφούς όρμους, μεσοπέλαγα, ή σε ακτές όπου τα εχθρικά σκάφη άραζαν. Ωστόσο είναι χαρακτηριστικό ότι μαζί με τα πληρώματα των σκαφών του ΕΛΑΝ δρούσαν και μονάδες του ΕΛΑΣ ή ακόμα και συμμαχικές αποστολές.

 

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

 

Διάρθρωση του ΕΛΑΝ

Η Ναυτική Υπηρεσία, αποτελούνταν από πολύ λίγους αξιωματικούς του Εμπορικού και του Πολεμικού Ναυτικού ενώ οι περισσότεροι προέρχονταν από το Στρατό Ξηράς. Ουσιαστικά η δύναμη του ΕΛΑΝ βρισκόταν διάσπαρτη και αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες στην επικοινωνία της με την κεντρική διοίκηση. Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, οι κατά τόπους Μοίρες είχαν αυτονομία στο χειρισμό καταστάσεων και στην έκδοση διαταγών.

Στις 3 Ιουλίου του 1944, η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) ανέλαβε την ανασυγκρότηση του ΕΛΑΝ, διατάσσοντας την ίδρυση Ναυτικής Υπηρεσίας παρά τη Γραμματεία των Στρατιωτικών. Στις 7 Οκτωβρίου 1944 συγκροτήθηκαν οι εξής Μοίρες :

  • 1η Μοίρα Πελοποννήσου – Ζακύνθου
  • 2η Μοίρα Δυτικής Στερεάς – Ιονίων Νήσων
  • 3η Μοίρα Ευβοϊκού – Σαρωνικού – Κορινθιακού
  • 4″ Μοίρα Πηλίου – Παγασητικού
  • 5η Μοίρα Ανατολικής Μακεδονίας – Δυτικής Θράκης
  • 6η Μοίρα Θερμαϊκού – Χαλκιδικής
  • Ανεξάρτητη Μοίρα Αργολικού – Ερμονίδος
  • Ανεξάρτητος Στολίσκος Μαλιακού

Ταυτόχρονα όμως συνέχισαν να δρουν ανεξάρτητα σχηματισμοί του ΕΛΑΝ σε περιοχές που υπάγονταν στους σχηματισμούς του ΕΛΑΣ της περιοχής τους, χωρίς καν η Ναυτική Υπηρεσία να γνωρίζει την ύπαρξή τους μέχρι και την απελευθέρωση. Στις 22 Νοεμβρίου 1944, σχηματίζεται το ΕΛΑΝ Ομάδος Μεραρχιών Μακεδονίας που αποτελείτο από την 5η και 6η Μοίρα. Κατά την απελευθέρωση το ΕΛΑΝ ήταν συγκροτημένο σε έξη Μοίρες και έναν ανεξάρτητο στολίσκο. Αναλυτικά:

  • 1η Μοίρα Πελοποννήσου – Ζακύνθου που υπαγόταν στην III Μεραρχία με δύναμη 110 ανδρών
  • 2η Μοίρα Δυτικής Στερεάς – Ιονίων Νήσων που υπαγόταν στην VIII Μεραρχία με δύναμη 100 ανδρών
  • 3η Μοίρα Ευβοϊκού – Σαρωνικού – Κορινθιακού που υπαγόταν στη I Μεραρχία με δύναμη 300 ανδρών
  • 5Π Μοίρα Ανατολικής Μακεδονίας – Δυτικής Θράκης που υπαγόταν στην XI Μεραρχία με δύναμη 220 ανδρών
  • 6η Μοίρα Θερμαϊκού – Χαλκιδικής που υπαγόταν στην VI Μεραρχία με δύναμη 90 ανδρών
  • Ανεξάρτητος Στολίσκος Μαλιακού που υπαγόταν στην XIII Μεραρχία με δύναμη 200 ανδρών.

Στην αρχή δεν υπήρχε χαρακτηριστική στολή για την αμφίεση του ΕΛΑΝιτών. Οι άνδρες των μονάδων φορούσαν ότι είχαν πρόχειρο και αργότερα πολλές από τις Μοίρες θα υιοθετούσαν σκούρα μπλε στολή που έμοιαζε με εκείνη του Γερμανικού Ναυτικού. Παράλληλα θα φορούσαν στολές Γερμανών, των Βρετανών και του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού. Χαρακτηριστικό σήμα δεν υπήρχε ως το 1943.

Κυρίαρχο ήταν το σήμα του ΕΛΑΣ με τις κατά τόπους διαφοροποιήσεις του. Το 1944, με διαταγή της ΠΕΕΑ, καθορίστηκε σαν διακριτικό μαύρος μπερές που έφερε κεντημένο το σήμα του ΕΛΑΝ συνήθως μαζί με το σήμα μιας άγκυρας. Οι αξιωματικοί έφεραν τους αστερίσκους του βαθμούς τους αριστερά από το εθνόσημο. Το έμβλημα ήταν ή μεταλλικό ή κεντημένο, συνήθως στρογγυλό με την άγκυρα στη μέση και τα γράμματα ΕΛΑΝ από πάνω. Όλοι οι άνδρες έφεραν στο στήθος αριστερά κεντητή άγκυρα μεγέθους 7 – 10 εκ, ενώ στις περισσότερες μοίρες συνέχιζαν να φορούν τα σήματα των κατά τόπων σχηματισμών του ΕΛΑΣ που ανήκαν. Σαν σημαία καθορίστηκε η σημαία του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.

Στην αρχή τα πληρώματα που αποτελούσαν τις Μοίρες είχαν ήδη εμπειρία. Στη συνέχεια όμως και ιδιαίτερα από το καλοκαίρι του 1944, ο μεγάλος αριθμός εθελοντών θα αναγκάσουν τις κατά τόπους Μοίρες να συστήσουν σχολές μαθητείας. Οι σχολές είχαν ως στόχο την εκπαίδευση των αντρών και σε αυτές δίδασκαν κυρίως ναυτικοί που είχαν εμπειρία και πολύ λίγοι αξιωματικοί του Βασιλικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Πρώτες σχολές συγκρότησαν οι Μοίρες της Μακεδονίας και του Πηλίου και οι περισσότερες λειτούργησαν από το καλοκαίρι το 1944 ως την αποστράτευση του ΕΛΑΝ.

Υγειονομικά οι περισσότερες Μοίρες υποστηρίζονταν από εμπειρικούς ή γιατρούς. Οι ασθενείς νοσηλεύονταν σε σπίτια μελών του ΕAM και τα πιο σοβαρά περιστατικά προωθούνταν στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου νοσηλεύονταν σε νοσοκομεία και κλινικές με την φροντίδα πολιτικών οργανώσεων. Τον Ιούλιο του 1944, συνελήφθηκε το πετρελαιοκίνητο π/κ « Άγιος Δημήτριος » που μετατράπηκε από την 6η Μοίρα σε πλωτό νοσοκομείο. Η XI Μεραρχία απόσπασε σε αυτό τον υφηγητή Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ν. Ψύχο, με μια νοσοκόμα και δύο βοηθούς. Με την απελευθέρωση της Καβάλας μετά από παράκληση των αρχών της πόλης ο γιατρός παραχωρήθηκε από την Μοίρα μαζί με ιατροφαρμακευτικό υλικό για τοπικές ανάγκες.

Κατά την πρώτη περίοδο της ύπαρξης του ΕΛΑΝ οι αιχμάλωτοι εκτελούνται. Αργότερα προωθούνται σε κοντινούς σχηματισμούς του ΕΛΑΣ. Η τακτική της εκτέλεσης των αιχμαλώτων θα συνεχιστεί να εφαρμόζεται κατά περίπτωση. Έτσι μέλη της γερμανικής αστυνομίας, GFP, SD και SS εκτελούνται με συνοπτικές διαδικασίες, πάνω στο σκάφος και τα πτώματά τους πετάγονται στη θάλασσα. Αιχμάλωτοι με τεχνικές γνώσεις κρατούνταν στα συνεργεία των Μοιρών. Ελληνικά πληρώματα παρέμειναν για ένα διάστημα σε φυλασσόμενους χώρους και μετά αφήνονταν να επιστρέψουν στους τόπους κατοικίας τους. Το διάστημα αυτό ώστε να γίνει αναγγελία της δήθεν βύθισης του σκάφους τους από τις ραδιοφωνικές εκπομπές της Μέσης Ανατολής ώστε να μη συναντήσουν προβλήματα από τις δυνάμεις κατοχής. Τα περισσότερα πληρώματα εντάσσονταν ωστόσο εθελοντικά στο ΕΛΑΝ προκειμένου να έχουν έστω εποπτεία του σκάφους τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν και το μόνο περιουσιακό τους στοιχείο.

 

Οι επιχειρήσεις κατά του ΕΛΑΝ

 

Οι πρώτες επιχειρήσεις έλαβαν χώρα το καλοκαίρι του 1942, από το Ιταλικό Ναυτικό με τη συνεργασία της Ιταλικής Τελωνοφυλακής στις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας και στον Κορινθιακό κόλπο. Τον Μάιο του 1943, θα ακολουθήσουν επιχειρήσεις από τους Ιταλούς στην περιοχή του Πηλίου και τα γύρω χωριά χωρίς όμως αξιόλογα αποτελέσματα. Οι Γερμανοί, ενεπλάκησαν σε αυτές τις επιχειρήσεις με δύο καταδιώξεις στην περιοχή της Σκοπέλου βοηθούμενες από ομάδα Ελλήνων συνεργατών τους από την Σκόπελο.

Μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, οι Γερμανοί εξαπέλυσαν επιχειρήσεις προκείμενου να αποτρέψουν την διαφυγή ιταλικών υλικών από τα νησιά προς τον ΕΛΑΣ. Την περίοδο 19 Μαρτίου – 4 Απριλίου 1944, οι Γερμανοί με την υποστήριξη τριών πλοίων και τριών αεροπλάνων εξαπέλυσαν επιχειρήσεις κατά του 54ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, στο Πήλιο και την Ανατολική Θεσσαλία, όπου σημειώθηκαν σποραδικές μάχες με τα σκάφη της Μοίρας υπό την κάλυψη του Συντάγματος.

 

Ανεξάρτητη Μοίρα Αργολικού – Ερμιονίδος

 

Η παρουσία της RAF και των βρετανικών υποβρυχίων καθιστούσε προβληματική την ναυσιπλοΐα μέσω Κυκλάδων για Κρήτη το Γερμανικό Ναυαρχείο επέλεξε ως πιο ασφαλή διαδρομή την πορεία Πειραιάς – Αίγινα – Ύδρα – Σπέτσες – Κύθηρα και από με την κάλυψη της νύχτας Κρήτη. Το ΕΑΜ Ερμιονίδος, αντιλήφθηκε το νέο δρομολόγιο και με πρωτοβουλία του επικεφαλής του Τάσου Κακαβούτη και του 6ου Συντάγματος, οργάνωσε ναυτική δύναμη που είχε σαν αποστολή το κούρσεμα των γερμανικών επίτακτων που τροφοδοτούσαν την Κρήτη με κάθε είδους εφόδια.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση - Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση – Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Έχει προηγηθεί η ιταλική συνθηκολόγηση και η μάχη τμημάτων του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ με την Ιταλική φρουρά του Πόρτο Χέλι, όπου αποκομίζονται άφθονα λάφυρα. Με τμήμα των λαφύρων αυτών θα εξοπλιστεί και το ψαροκάικο του Μπάμπη Παντελή με δύο γερμανικά πολυβόλα και δύο ιταλικά οπλοπολυβόλα. Το δεύτερο σκάφος θα πάρει το όνομα «Κ/2 Φρίτς» από το όνομα του Γερμανού που το χρησιμοποιούσε με υπεύθυνο τον Σταμάτη Σκούρτη. Το τρίτο σκάφος ήταν το καΐκι του Χριστόδουλου Μαλτέζου.

Έτσι στις 25 Σεπτεμβρίου, συγκροτείται το ΕΛΑΝ Αργοσαρωνικού. Ο Κακαβούτης σε συνεργασία με τον Τάσο Παπαδόπουλο διερμηνέα της γερμανικής φρουράς της Ύδρας και γραμματέα της Μητρόπολης, πληροφορούνταν τα δρομολόγια των επιτάκτων και έτσι κανόνιζε τις ενέδρες του. Τα επίτακτα είχαν δεύτερο σταθμό την Ύδρα απ’ όπου απέπλεαν νύχτα για να περάσουν το στενό με προορισμό τις Σπέτσες. Εκεί τους περίμεναν τα σκάφη του ΕΛΑΝ. Αργότερα η διοίκηση της Μοίρας ανατέθηκε στην 3η Μοίρα.

Σημαντικές επιχειρήσεις :

  •  16 Φεβρουαρίου 1944

Δύο Bristol Beaufighter βομβάρδιζαν και βύθισαν στο λιμάνι των Σπετσών γερμανικό επίτακτο. Κατά την αποχώρησή τους το ένα χτύπησε το φτερό του στο φάρο και έπεσε στη θάλασσα. Ο ένας πιλότος πνίγηκε και ο άλλος διασώθηκε από ψαράδες και φυγαδεύτηκε. Το γεγονός μαθεύτηκε από τη δύναμη του ΕΛΑΝ η οποία και αποφάσισε να αιχμαλωτίσει τους Γερμανούς που διασώθηκαν και να πάρει ότι μπορεί από το ναυάγιο. Με νυχτερινή επιχείρηση συλλάβανε τους Γερμανούς και τρία επιταγμένα καΐκια που βρίσκονταν στο λιμάνι, φορτωμένα με εφόδια. Μετέφεραν τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στα Δίδυμα, επέστρεψαν στις Σπέτσες και με δύτες αφαίρεσαν τα πολυβόλα από το βυθισμένο αεροπλάνο.

  •  26 Απριλίου 1944

Εξοπλισμένα σκάφη του ΕΛΑΝ κυρίευσαν 6 γερμανικά επίτακτα ιστιοφόρα και αιχμαλώτισαν τα πληρώματά τους. Λάφυρα 2 πολυβόλα, 10 υποπολυβόλα, 1700 οβίδες πυροβολικού των 7,5 εκατοστών, 2 ασύρματοι, 80 τηλέφωνα εκστρατείας, 4.000 οκάδες σιτάρι, 15.000 οκάδες λάδι 20 βαρέλια ασετιλίνη, 15 βαρέλια αποξηραμένες πατάτες, 80 ντενεκέδες κονσερβοποιημένο λάχανο, χιλιάδες κονσέρβες και 5.000 δέματα και γράμματα από τη Γερμανία με προορισμό διάφορες γερμανικές φρουρές. Με τα τηλέφωνα οργανώθηκε το τηλεφωνικό δίκτυο της Κορινθίας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου. Τα λάφυρα προωθήθηκαν στο 6° Σύνταγμα ΕΛΑΣ που είχε την έδρα στην Γκούρα Φεναιού Κορινθίας με τη βοήθεια του 5ου Λόχου ΕΛΑΣ Κορινθίας.

  •  5-10 Μαΐου 1944

Βενζινόπλοια της Μοίρας συνέλαβαν κατά διαστήματα 6 γερμανικά επίτακτα καΐκια αιχμαλωτίζοντας τους Γερμανούς συνοδούς τους. Τα καΐκια ήταν φορτωμένα με τρόφιμα, λάδι και αλεύρι.

  •  27 Μαΐου 1944

Πρώτη εκκαθαριστική επιχείρηση στη περιοχή. Γερμανικές δυνάμεις στα παράλια της Ερμιονίδος αποβιβάστηκαν και εξόντωσαν το Λιμενικό Φυλάκιο του ΕΛΑΝ στην Ερμιόνη. Την ίδια μέρα ομάδα 22 πεζοναυτών του ΕΛΑΝ αποβιβάστηκαν νύχτα και τα χαράματα επιτέθηκαν στο οχυρωμένο από τους Γερμανούς ύψωμα του Κολιακού. Μετά από δίωρη μάχη και οι δύο πλευρές αποσύρθηκαν χωρίς οι Γερμανοί να επιστρέψουν στις εγκαταστάσεις τους στο ύψωμα, αφού πρώτα πυρπόλησαν το ομώνυμο χωριό. Σύμφωνα με τα γερμανικά αρχεία, οι ΕΛΑΝίτες αποδεκατίστηκαν έχοντας 19 νεκρούς.

  •  28-29 Αυγούστου 1944

Κατά τη διάρκεια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων γερμανικές δυνάμεις υποστηριζόμενες από άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας εξαπέλυσαν επιχειρήσεις με ναυτικό αποκλεισμό της Αργολίδας και ενεπλάκησαν με άνδρες του 3ου Τάγματος του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ που επιχειρούν ελιγμό με κατεύθυνση την ορεινή Κορινθία. Όμως οι διαβάσεις είχαν αποκοπεί και έτσι το Τάγμα επέστρεψε στην παραλία της Ερμιόνης. Σε βοήθεια του έσπευσε στολίσκος από σκάφη του ΕΛΑΝ. Επειδή όμως ο Αργολικός ελέγχονταν από γερμανικά περιπολικά αποφασίστηκε η εκκένωση να γίνει νύχτα από το λιμανάκι της Κορακιάς. Το Τάγμα διέφυγε και μετά από ολονύχτια πλεύση αποβιβάστηκε στην απέναντι ακτή της Κυνουρίας ενώ οι τραυματίες προωθήθηκαν στο Άστρος για νοσηλεία.

Επίλογος

Συνοπτικά μέσα στον ενάμιση χρόνο της οργανωμένης λειτουργία του ΕΛΑΝ, είχε πάνω από 80 συγκρούσεις με τον εχθρό στις οποίες κυρίεψε ή βύθισε περίπου 200 σκάφη όλων των κατηγοριών (από βάρκες μέχρι εξοπλισμένα τσιμεντόπλοια) προκαλώντας 350 περίπου νεκρούς στις δυνάμεις κατοχής και συλλαμβάνοντας άλλους τόσους αιχμαλώτους. Από το σώμα αυτό πέρασαν 1.200 περίπου άνδρες και αξιωματικοί οι οποίοι επάνδρωσαν 120 περίπου σκάφη και δεκάδες ναυτικά φυλάκια. Δυστυχώς εξαιτίας των διώξεων που ακολούθησαν τα αμέσως επόμενα χρόνια, δεν είναι δυνατόν να μαθευτεί η ακριβής δράση των Μοιρών και των συμμετεχόντων σε αυτές, αφού διώχθηκαν και εξοντώθηκαν οι περισσότεροι από αυτούς και χάθηκαν πολύτιμα αρχεία και φωτογραφίες. Ωστόσο μπορούμε να πούμε ότι η συνεισφορά του ΕΛΑΝ στον πόλεμο εναντίον των κατακτητών και στην απελευθέρωση της χώρας ήταν πολύτιμη, παρά τις μικρές δυνάμεις που είχε στην διάθεσή του.

 

Κολοβός Γεώργιος

Η δράση του Ελληνικού Ναυτικού (Πολεμικού, Ανταρκτικού και Εμπορικού) κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

O Ε.Λ.Α.Ν. (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) και η δράση του στην Ερμιονίδα

Read Full Post »

Older Posts »