Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Βραδυά μνήμης για τον Γιώργο Ρούβαλη, συγγραφέα τ’ Αναπλιού


 

Το Σάββατο, 24 Αυγούστου 2019, στις 8.30 μ.μ, θα πραγματοποιηθεί στο Ναύπλιο, στον πολυεκθεσιακό και πολιτιστικό χώρο «Φουγάρο», στον αίθριο χώρο του,  βραδυά μνήμης για τον Αναπλιώτη συγγραφέα Γιώργο Π. Ρούβαλη, (1949-2019), θα μιλήσουν φίλοι του κι ομότεχνοι, θα διαβαστούν κείμενα και ποιήματα του, όλοι οι Αργολιδείς είναι προσκεκλημένοι.

Διοργάνωση: Ένωση Συγγραφέων & Λογοτεχνών Αργολίδας, Φουγάρο, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Βραδυά μνήμης για τον Γιώργο Ρούβαλη

 

Μνήμη Γ. Ρούβαλη: μικροϊστορία του Ναυπλίου

 

Ρούβαλης Γεώργιος

Στον Ψαρομαχαλά των αγγέλων βρίσκεται πια ο Γιώργος Ρούβαλης αφήνοντας σε όλους εμάς ένα μεγάλο και εξαιρετικό έργο, ιδιαίτερα με τις μικροϊστορικές προσεγγίσεις του στην ιστορία της αγαπημένης του πόλης, του Ναυπλίου. «…Η χαρά μου που ξανάβρισκα την πόλη μου, όπου τόσο ευτυχισμένα παιδικά χρόνια είχα ζήσει – πάλι από τύχη – εκφράστηκε ακριβώς να ανασυνθέσω μέσα από τη γραφή τα χρόνια εκείνα του 50, 60 και 70, αλλά και να ξαναπλησιάσω τους συμπολίτες μου, να ακούσω τι είχαν να μου πουν, πως είχαν ζήσει, τι σκέφτονταν για την πόλη μας, για τη ζωή και την κοινωνία».

Με τα λόγια αυτά περιέγραφε ο Γιώργος Ρούβαλης τον εσωτερικό του οδηγό στην ανάδειξη χώρων και προσώπων του Ναυπλίου, αναδεικνύοντας παράλληλα τη σημασία που έχει για τον ερευνητή της μικροϊστορίας το προσωπικό συναίσθημα. Είναι ακριβώς αυτό που τον κινητοποιούσε σε μια μεγάλης αξίας κοινωνική ανασκαφή χαρίζοντάς μας λεπτομέρειες οργάνωσης και λειτουργίας μιας πόλης, αλλά και γενικότερα νέους τρόπους ανάγνωσης των της ιστορίας των τοπικών κοινωνιών. Αυτό το προσωπικό συναίσθημα ξεχείλιζε σε όλα του τα αφηγήματα, αλλά ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστικό με τις τρεις αφηγήσεις του για το Ναύπλιο: Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1 (2008), Οι πέτρες και οι άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου (2009), Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου (2012).

Η τελευταία εικοσαετία θα πρέπει να είναι η πιο πλούσια στο επίπεδο των ερευνητικών διαθέσεων και των ιστορικών, κοινωνικών και ανθρωπολογικών καταγραφών για την Αργολίδα. Έχω την αίσθηση πως γίνεται μια συνεχής προσπάθεια μελέτης και ανάδειξης των τοπικών κοινωνιών που το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η συστηματοποίηση. Ενώ, δηλαδή, και τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε η διάθεση καταγραφής ιστοριών, εθίμων, γεγονότων, κλπ, το αποτέλεσμα ήταν μια διάσπαρτη παραγωγή κειμένων μνημονικού περισσότερο χαρακτήρα.  Η διαφορά με το σήμερα σίγουρα οφείλεται στην εμπειρία και τις γνώσεις που έχουμε αποκτήσει για τα θέματα αυτά και τις διαδικασίες καταγραφής, αλλά νομίζω πως σημαντικός παράγοντας είναι και ο εκδοτικός. Το γεγονός δηλαδή ότι με μεγαλύτερη ευχέρεια από άλλοτε ένας συγγραφέας ή ένας ερευνητής θα βρει ανταπόκριση από τοπικές κυρίως εκδοτικές διαθέσεις ώστε να δημοσιοποιήσει τα αποτελέσματα της προσπάθειάς του.

«Οι πέτρες και οι άνθρωποι – Μικροϊστορία του Ναυπλίου».

Η μικροϊστορία του Ναυπλίου του Γιώργου Ρούβαλη συνολικά, εγγράφεται σε αυτήν ακριβώς την προσπάθεια μιας περισσότερο συστηματοποιημένης καταγραφής και ανάλυσης του τρόπου ή των τρόπων με τους οποίους μια κοινωνία ενεργεί, οργανώνεται και κυρίως μιλάει για τον εαυτό της. Το προσωπικό συναίσθημα έχει μια τεράστια δημιουργική σημασία για τη μικροïστορία, διότι κινητοποιεί τον ερευνητή σε μιας μεγάλης αξίας κοινωνική ανασκαφή που ανοίγει νέους δρόμους στην ανάγνωση των τοπικών κοινωνιών.

Θέλω εδώ να μνημονεύσω την άποψη ενός μεγάλου ιστορικού, βασικού θεωρητικού της μικροïστορίας ή όπως ο ίδιος ονομάζει, «της ιστορίας από τα κάτω, της ιστορίας των κοινών ανθρώπων», του Εric Hobsbawm: «Οι περισσότερες πηγές της ιστορίας των κοινών ανθρώπων αναγνωρίστηκαν ως πηγές επειδή κάποιος έθεσε ένα ερώτημα και μετά έψαξε απεγνωσμένα ολόγυρα να βρει έναν τρόπο – οποιονδήποτε τρόπο – να απαντήσει σ’αυτό».

Αυτή η ίδια διάθεση διαπερνά το έργο του Γ. Ρούβαλη. Η λογική του Γ. Ρούβαλη, η τεχνική του επίσης, είναι μια λογική περιδιάβασης. Και το θετικό της λογικής αυτής είναι η αποτύπωση χώρων και προσώπων με περισσότερο βιωματικό τρόπο, ξετυλίγοντας την ιστορική μνήμη ή, άλλοτε, καταγράφοντας το λόγο, το ζωντανό λόγο και τις συμπεριφορές. Ξεκινώντας από τα προσωπικά του βιώματα, το ίδιο του το σπίτι και την οικογένεια, ανοίγεται σε ένα χώρο και τους ανθρώπους που τον προσδιορίζουν. Θα επαναλάβω κάτι που είχα γράψει για το «Σπηλιάδου 1», λέγοντας πως αυτού του είδους η εκκίνηση μπορεί να φαντάζει εγωκεντρική, πιστεύω όμως πως το άνοιγμα ενός ιδιωτικού χώρου στην κοινή θέα, δηλώνει την ακριβώς αντίθετη εκτίμηση του εγωκεντρισμού. Με άλλα λόγια καταργώντας το απροσπέλαστο του ιδιωτικού χώρου, τον παρουσιάζει στο φως της μέρας και ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα του πέτρινου σπιτιού της Σπηλιάδου 1, μας βγάζει έξω στην άπλα της πόλης, στους δρόμους της, τα μαγαζιά της, τους ανθρώπους της, την ιστορία της.

 

Ψαρομαχαλάς |Η ψυχή του Ναυπλίου

 

Στον δρόμο αυτό συναντιούνται πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, ντόπιοι και ξενοτοπίτες, άνθρωποι που έφτασαν εκεί από καινούριο ξεριζωμό και άλλοι που αναζήτησαν μια νέα μικρή πατρίδα. Ο Γ. Ρούβαλης εστιάζει στο πρόσωπο, καταγράφει τα στοιχεία της κοινωνικής του τροχιάς και ακολουθεί τα βήματά του στο Μεγάλο Δρόμο, στην Πρόνοια και στον Συνοικισμό, στο Νέο Βυζάντιο.

Η ανασκαφή που επιχειρεί φέρνει ανάκατα ευρήματα που τα ταξινομεί στη λογική της ιστορίας ενός κοινού ανθρώπου: ο Λώλος, τ’αηδόνι του Ναυπλίου, το κατάρτι ενός αγγλικού πλοίου βυθισμένου στη μέση του λιμανιού, ο έρωτας που τον σπρώχνει σ’ ένα τρελό παιχνίδι. Οι δημόσιοι χώροι διασκέδασης και τα στέκια που δηλώνουν ταυτότητα ατομική και συλλογική: το καφενείο Αθήναιον στην Ομόνοια, τα Νούφαρα άλλοτε Μεγάλο Καφενείο όπου και η οικία του φαρμακοποιού κ. Γιαννόπουλου, οι χοροί του «Αμφιτρύωνα», οι ταινίες στο Εστιατόριο «Ελλάς».

Νομίζω πως ο αναγνώστης που θα πάρει στα χέρια του τα βιβλία αυτά, θα αφεθεί σταδιακά στην ανακάλυψη μιας ολόκληρης εποχής, που είναι αυτή του συγγραφέα, και να γνωρίσει ή να αναγνωρίσει στο σήμερα τα πρόσωπα του τότε (όχι και τόσο μακρινού) για να ψηλαφίσει τα χνάρια που άφησαν στους χώρους, δημόσιους και μη, της πόλης του Ναυπλίου.

Από την άλλη, ο ανυποψίαστος αναγνώστης που δεν γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα, θα ανταμειφθεί με ένα πλήθος πληροφοριών για το Ναύπλιο και τους ανθρώπους του και σίγουρα θα αναγνωρίσει στις σελίδες αυτές παρόμοιες εικόνες των δικών του βιωμάτων.

 

CongoChacha

 

Χρησιμοποιώντας βέβαια παραδείγματα περισσότερο γνωστά στο αργολικό κοινό, ίσως παραμελώ το υπόλοιπο μεγάλο έργο του Γιώργου Ρούβαλη. Θα χρειαζόταν όμως πολλές σελίδες για να αναφερθώ συνολικά στο έργο το λογοτεχνικό, το ποιητικό, το μεταφραστικό…. Παρ’ ότι προετοιμάζαμε μαζί την παρουσίαση του εξαιρετικού τελευταίου ιστορικού του μυθιστορήματος με τίτλο CongoChacha, ο κλονισμός της υγείας του έδωσε άλλη κατεύθυνση στο παιχνίδι της ζωής και του θανάτου.

Στον Ψαρομαχαλά των αγγέλων ο Γιώργος Ρούβαλης θα διηγείται τώρα σε αγαπημένα πρόσωπα το πόσο άλλαξε η πόλη, το Ναύπλιο, ο Μεγάλος Δρόμος, η οδός Σπηλιάδου. Κι εμείς, στον Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου,  θα συνεχίζουμε να μνημονεύουμε τα γραπτά του γιατί το πρόσωπο και η προσφορά του στην πόλη και τους ανθρώπους της χρειάζεται να μένει ζωντανό!

 

Γεώργιος Κόνδης

 

Read Full Post »

Αφιέρωμα στον Jorge Luis Borges, με αφορμή τα 120 χρόνια από τη γέννησή του


 

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», το Βιβλιοπωλείο «Δουλτσίνος 1964» και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας διοργανώνουν εκδήλωση για τον μεγάλο Λατινοαμερικανό συγγραφέα Jorge Luis Borges (1899-1986) με αφορμή τα 120 χρόνια από τη γέννησή του.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 16 Μαρτίου 2019 και ώρα 19:30 στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου, επί της οδού Κωλέττη 3 στο Ναύπλιο.

Για τον κοσμοπολίτη συγγραφέα, ποιητή, δοκιμιογράφο και πνευματικό άνθρωπο Borges θα μιλήσουν οι:

  • Δημήτριος Λ. Δρόσος, Καθηγητής Ισπανικού – Ισπανοαμερικανικού Πολιτισμού, Πρόεδρος του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
  • Αχιλλέας Κυριακίδης, Συγγραφέας – Μεταφραστής, και ο
  • Αριστοτέλης Σαΐνης, Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας.

Οι εκλεκτοί φιλοξενούμενοί μας θα μας ταξιδέψουν στον γοητευτικό και πολυσχιδή κόσμο του Borges.

 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

 

 Χόρχε Λουίς Μπόρχες


 

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986) γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Ήταν απόγονος αγωνιστών για τη χειραφέτηση της Αργεντινής, ενώ ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και καθηγητής ψυχολογίας σε ξενόγλωσση παιδαγωγική σχολή.

Από παιδί ακόμα ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ήταν δίγλωσσος, αφού παράλληλα με τα ισπανικά, η αγγλόφωνη γιαγιά του τον δίδαξε να μιλά και να γράφει την αγγλική γλώσσα. Ο μικρός δήλωσε στον πατέρα του ότι ήθελε να γίνει συγγραφέας και σε ηλικία επτά χρόνων σύνταξε στα ελληνικά μια σύνοψη της ελληνικής μυθολογίας.

Οκτώ χρονών γράφει το πρώτο διήγημά του, ενώ ένα χρόνο αργότερα μεταφράζει και δημοσιεύει τον «Ευτυχισμένο πρίγκιπα» του Όσκαρ Ουάιλντ. Εξαιτίας μιας πάθησης στα μάτια του, που θα τον οδηγήσει προοδευτικά σε πλήρη τύφλωση, η οικογένεια Μπόρχες εγκαθίσταται στη Γενεύη, όπου ο Χόρχε Λουίς εγκαινιάζει της λυκειακές σπουδές του και αποκτά μια υψηλού επιπέδου μόρφωση, καθώς τελειοποιεί τις γνώσεις στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Ανακαλύπτει την εξπρεσιονιστική ποίηση, την γερμανική φιλοσοφία, τελειοποιεί τα λατινικά του και το 1919 εγκατεστημένος στη Μαγιόρκα της Ισπανίας ολοκληρώνει την πρώτη ποιητική συλλογή του «Οι κόκκινοι ρυθμοί» όπου είναι φανερός ο θαυμασμός για την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Η οικογένεια των Μπόρχες, έπειτα από πολλές προσωρινές διαμονές και πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, επιστρέφουν το 1921 στο Μπουένος Άιρες, όπου και θα παραμείνει.

Τώρα ο Μπόρχες ανακαλύπτει τις φτωχογειτονιές της γενέτειράς του με τους compafritos («μόρτες») γράφει ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια και «φαντασίες», ιδρύει διάφορα περιοδικά, παίρνει μέρος σε λογοτεχνικούς ομίλους και από το 1925, που θα δημοσιεύσει την ποιητική συλλογή «Η απέναντι Σελήνη» και τα δοκίμια «Έρευνες», θα δίνει το λογοτεχνικό παρόν με ένα έως δύο έργα το χρόνο, μέχρι το 1985 που θα δημοσιευθεί και η τελευταία ποιητική συλλογή του, «Οι συνωμότες». Ο Μπόρχες πέθανε στις 14 Ιουνίου του 1986 στη Γενεύη.

 

Read Full Post »

Η πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα του «εκ Μολάων επιφανούς πολιτικού ανδρός» Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου – © Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας


 

 

Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ στην πολιτική ζωή της χώρας άρχισαν να διακρίνονται νέες μορφές συλλογικής οργάνωσης και λειτουργίας, καθώς και κυρίαρχοι συνασπισμοί που διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, στη βάση εύθραυστων ισορροπιών. Ένα πρόσθετο προσδιοριστικό στοιχείο της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής συνδεόταν με την ανανέωση σε επίπεδο κοινωνικής οργάνωσης, αντιπροσώπευσης, σε επίπεδο διοίκησης και κρατικής, θεσμικής λειτουργίας. Σταδιακά και ειδικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα άρχισαν να αναδεικνύονται νέες συσπειρώσεις και νέα πρόσωπα που ανέπτυσσαν δυναμική δραστηριότητα, επιφέροντας υπολογίσιμες αλλαγές στο κοινωνικό, πολιτισμικό, πολιτικό πεδίο. Μεταξύ αυτών των νέων, δυναμικών, δραστήριων προσωπικοτήτων με την πολύπλευρη δράση συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικός Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος.

 

Στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής και ειδικά από το 1864 έως το 1870, στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και προβληματισμού βρέθηκαν θέματα όπως το πολιτειακό ζήτημα, η εκ νέου κατανομή της εξουσίας, η οριοθέτηση της λειτουργίας του θρόνου, οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί. Οι νέες, ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις που βαθμιαία άρχιζαν να εδραιώνονται στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1870-1880, έδειχναν να προσανατολίζονται προς τα θεσμικά, πολιτικά πρότυπα των εκσυγχρονισμένων ευρωπαϊκών κρατών [1]. Παράλληλα, άρχιζαν να επικεντρώνονται σε συστηματικές προσπάθειες ανασυγκρότησης του κράτους, στον εξορθολογισμό της διοίκησης και της δημοσιονομικής λειτουργίας καθώς και στη χάραξη μιας εν πολλοίς ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Στο πλαίσιο βραχύβιων κυβερνητικών σχημάτων, ο μονάρχης επιδείκνυε μια ιδιαίτερη στάση επιχειρώντας να προσαρμοστεί στις συνθήκες αλλά και να τις προσαρμόσει στις επιδιώξεις του. Από το 1867 τα αδιέξοδα, τα σύνθετα προβλήματα και οι ποικίλες δυσχέρειες της κυβερνητικής πολιτικής οδήγησαν σε μια πολιτειακή κρίση που κορυφώθηκε κατά τα έτη 1874-1875, οδηγώντας σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις [2]. Από το 1875, συνθήκες όπως η διατύπωση της «αρχής της δεδηλωμένης», η σταδιακή όξυνση των σχέσεων στην προσπάθεια διευθέτησης του λεγόμενου «ανατολικού ζητήματος» και οι γενικότερες προκλήσεις που κλήθηκε να διαχειριστεί η κεντρική κυβερνητική αρχή σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, ενίσχυσαν τη συγκρότηση σταθερότερων κυβερνητικών σχημάτων. Από το 1881 έως το 1895 ο προσανατολισμός και οι πρακτικές των επικρατέστερων συνασπισμών προσδιορίζονταν από την εσωτερική πολιτική, κοινωνική, οικονομική πραγματικότητα και τις αυξημένες ανάγκες ανασυγκρότησης καθώς και από μια ιδιόμορφη εξωτερική πολιτική. Στο επίκεντρο του ανταγωνισμού τους βρέθηκε η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, ένα φιλόδοξο αναπτυξιακό πρόγραμμα υψηλού κόστους, απέναντι σε πιο μετριοπαθείς και συντηρητικούς σχεδιασμούς.

Οι πιέσεις σε επίπεδο εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής σταδιακά εντείνονταν, υποχρεώνοντας (ειδικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1890) τόσο τον μονάρχη όσο και τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του κράτους σε έναν επαναπροσδιορισμό της θέσης τους [3]. Ωστόσο, οι εσωτερικές δυσχέρειες και τα δυσεπίλυτα προβλήματα σε συνδυασμό με την κλιμάκωση του ανταγωνισμού των ισχυρότερων ευρωπαϊκών δυνάμεων οδήγησαν τη χώρα στην πολεμική εμπλοκή του 1897. Η αποτυχία σε επίπεδο πολεμικών επιχειρήσεων, το οικονομικό αδιέξοδο, οι ευρύτεροι μετασχηματισμοί ενίσχυσαν την αβεβαιότητα, τη διάσπαση των πολιτικών, κομματικών συσπειρώσεων, εγκαινιάζοντας μια μακρά περίοδο αστάθειας.

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος».

Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος (1852 ή 1854-1923) [4] καταγόταν από την επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Σύμφωνα με μια αναφορά γεννήθηκε στους Μολάους Λακωνίας. Προερχόταν από πολυμελή και επιφανή οικογένεια πολιτικών της περιοχής. Ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του στο Γυμνάσιο της Σπάρτης. Στη συνέχεια φοίτησε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου της Αθήνας. Κατά τα έτη 1871-1872 καταγράφεται μεταξύ των εκεί σπουδαστών με πατρίδα τη Λακωνία [5]. Κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών του βοηθούσε τον πατέρα του Νικόλαο, ως συνεργάτης του στο πολιτικό έργο του. Αφού αναγορεύθηκε διδάκτωρ της νομικής μετέβη στη Γερμανία, όπου και παρέμεινε για διάστημα τριών ετών προκειμένου να ολοκληρώσει τη μετεκπαίδευσή του. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα επιδόθηκε στη δημοσιογραφική εργασία. Ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του άρχισε να αναπτύσσει πιο δυναμική συμμετοχή στα κοινά.

Νικόλαος Παπαμιχαλόπουλος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο «Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον …, Αθήνα, 1889 σ. 388.

Το οικογενειακό περιβάλλον, η καταγωγή και ειδικά η πολιτική δραστηριότητα του πατέρα του, Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου, φαίνεται ότι επηρέασαν καθοριστικά και την πορεία του Κωνσταντίνου. Ο Νικόλαος [6] Παπαμιχαλόπουλος γεννήθηκε κατά το 1827 στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας και απεβίωσε το 1888 στην Αθήνα. Αν και δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει πανεπιστημιακές σπουδές, ξεχώρισε από νεαρή ηλικία για τη συμμετοχή του στα κοινά, τη ρητορική δεινότητά του και πολιτεύθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία στην περιοχή του. Κατά τα τελευταία έτη της οθωνικής περιόδου αναδείχθηκε επανειλημμένα βουλευτής και εκτιμάται ότι ανέπτυξε μετριοπαθή, αντιοθωνική δράση. Κατά την κρίσιμη, μεταβατική εποχή που ακολούθησε, εκλέχθηκε μέλος της εθνοσυνέλευσης του 1862 και διετέλεσε πρόεδρός της. Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ εξακολουθούσε να εκλέγεται βουλευτής ενώ κατά το 1879 διετέλεσε και πρόεδρος της βουλής. Εκτός από τη δυναμική παρουσία του σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, εντυπωσιακή υπήρξε και η θητεία του σε υπουργικές θέσεις. Από το 1871 έως το 1886, στο πλαίσιο διαδοχικών κυβερνητικών σχημάτων, διετέλεσε οκτώ φορές επικεφαλής διαφορετικών υπουργείων, γεγονός που καταδεικνύει την εμπιστοσύνη του πολιτικού κόσμου της εποχής προς το πρόσωπό του. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος συνεργάστηκε από νωρίς με τον πατέρα του. Καταγράφεται ότι, κατά το διάστημα που φοιτούσε στη νομική σχολή στην Αθήνα, δραστηριοποιήθηκε ως βοηθός του, λαμβάνοντας έτσι «τα πρώτα διδάγματα της ευθύτητος εν τη πολιτική και της αφοσιώσεως εις την υπηρεσίαν των δημοσίων πραγμάτων» [7].

Αναφορικά με τη γενικότερη πολιτική πορεία του Κωνσταντίνου, διαπιστώνεται ότι η δημοτικότητά του στην περιοχή καταγωγής του υπήρξε σημαντική. Μέσα από την πραγμάτευση και μελέτη των σχετικών διαθέσιμων καταγραφών, προκύπτει ότι από το 1865 έως το 1922 υπηρέτησε οκτώ φορές ως βουλευτής [8]. Κατά την ΙΑ΄ κοινοβουλευτική περίοδο (από τις 4 Ιανουαρίου 1887 έως τις 17 Αυγούστου 1890) ανέλαβε καθήκοντα από τις 3 Νοεμβρίου 1888, στη θέση του Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου. Επισημαίνεται ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του (τον Αύγουστο του 1888) και στο πλαίσιο συμπληρωματικής βουλευτικής εκλογής που έλαβε χώρα, προτάθηκε και εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, αντιπολιτευόμενος «παρά την δριμείαν καταδίωξιν της τρικουπικής κυβερνήσεως» [9]. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1888 τα πρακτικά της εν λόγω βουλευτικής εκλογής διαβιβάστηκαν στη βουλή. Σε συνεδρίαση που έλαβε χώρα στις 3 Νοεμβρίου 1888 το σώμα «παρεδέχθη, μη αντιλέξαντος ουδενός» ως έγκυρη τη συμπληρωματική εκλογή Λακωνίας. Νόμιμος βουλευτής αναδείχθηκε ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, καθώς συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων [10]. Τόσο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου όσο και της επόμενης (από τις 14 Οκτωβρίου 1890 έως τις 12 Μαρτίου 1892) υπηρέτησε ως βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας Λακωνίας. Από το 1892 έως το 1910 αναδείχθηκε τέσσερις φορές βουλευτής της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Ειδικότερα, υπήρξε μέλος της εθνικής αντιπροσωπείας κατά τις ακόλουθες κοινοβουλευτικές περιόδους: από τις 3 Μαΐου 1892 έως τις 20 Φεβρουαρίου 1895, από τις 16 Απριλίου 1895 έως τις 9 Δεκεμβρίου 1898, από τις 7 Φεβρουαρίου 1899 έως τις 19 Σεπτεμβρίου 1902, από τις 26 Μαρτίου 1906 έως τις 25 Μαρτίου 1910. Στη συνέχεια εκλέχθηκε και πάλι βουλευτής Λακωνίας, υπηρετώντας δύο φορές (από τις 6 Δεκεμβρίου 1915 έως τις 30 Ιουνίου 1917 και  από την 1 Νοεμβρίου 1920 έως τις 21 Σεπτεμβρίου 1922). Συμπεραίνεται ότι η ενεργός πολιτική δράση του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, καθώς από την ηλικία των τριάντα πέντε ετών έως τον θάνατό του εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής. Διαπιστώνεται επίσης ότι η δημοτικότητά του υπήρξε μεγάλη στην επαρχία της Επιδαύρου Λιμηράς, στον τόπο καταγωγής του. Στο πλαίσιο μιας ενδιαφέρουσας αποτίμησης της πολιτικής πορείας του, κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης περιόδου (1895), στον τύπο της εποχής αναφέρεται σχετικά: «Ως βουλευτής ο κ. Παπαμιχαλόπουλος είναι γνωστός. Ευπρέπεια ύφους έκτακτος˙ γνώσις των ζητημάτων ακριβής και σαφής υπαγορεύουσα την έκφρασιν γνωμών πεφωτισμένων, προσκόλλησις και αφοσίωσις εις το καθήκον. Αι αγορεύσεις του περί στρατού [11] κατέστησαν αυτόν γνωστόν μεν ως μελετητήν των ζητημάτων και ρήτορα, ιδιαιτέρως δε προσφιλή εις τον στρατόν. Επί παντός ενδιαφέροντος εις τον τόπον ζητήματος έλαβε τον λόγον εν τη Βουλή, πάντοτε δε ηκούσθη η γνώμη του μετά προσοχής και εκτιμήσεως παρά των συναδέλφων του και του κοινού, και ετήρησε την δυνατήν δι’ Έλληνα πολιτευόμενον ανεξαρτησίαν φρονήματος» [12]. Ειδικά για την πορεία του στο πλαίσιο της μακράς κοινοβουλευτικής θητείας του σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Τι δε παρέχει ο κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλος εις τους συμπολίτας του παρ’ ων απολαμβάνει ουχί αγάπης πλέον αλλ’ αληθούς λατρείας, ελάβομεν άλλοτε αφορμήν να γράψωμεν, δυνάμεθα δε να συγκεφαλαιώσωμεν την οικογενειακήν και πολιτικήν εργασίαν του κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλου εις ολίγας ταύτας λέξεις: Εργασία αδιάκοπος υπέρ των συμπολιτών του». Υπογραμμίζεται ότι ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την ενίσχυση του εθνικού στόλου [13]. Ως βουλευτής εκτιμάται ότι για κάποιο χρονικό διάστημα συμπορεύθηκε με τον Λεωνίδα Δεληγεώργη (αδελφό του Επαμεινώνδα) [14]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της πολιτικής σταδιοδρομίας του, αν και προερχόταν από πολιτική οικογένεια με εδραιωμένη πολιτική ισχύ, φαίνεται ότι επέλεξε να ενταχθεί σε πιο ανεξάρτητα και προοδευτικά για την εποχή σχήματα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά το 1890 εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, ως μέλος ενός μικρού, ανεξάρτητου πολιτικού, κομματικού συνασπισμού [15]. Εκτός από τον προοδευτικό προσανατολισμό του, η πορεία του στην πολιτική ζωή του τόπου προσδιορίστηκε και από το οικογενειακό περιβάλλον του. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι κατά την προπαρασκευή της μεγάλης εκλογικής αναμέτρησης του 1895, ο Κωνσταντίνος δεν ήταν σίγουρος για τη συμμετοχή του. Στον τύπο της εποχής σημειώνεται ότι στο άκουσμα αυτής της είδησης «ηγέρθη κατά της ιδέας ταύτης αληθής επανάστασις» [16] καθώς η δημοτικότητά του στην περιοχή της Λακωνίας υπήρξε διαχρονικά σημαντική. Τελικά αποφάσισε να λάβει μέρος, δημιουργώντας ένα τοπικό συνδυασμό «μετά του αρχαίου συναγωνιστού του πατρός του κ. Πάϊκου Ρίτσου», αποδεχόμενος το αίτημα των κατοίκων της περιοχής του, κερδίζοντας την εκλογική νίκη. Επιπρόσθετα, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη της βιομηχανίας, του εμπορίου και της σχετικής νομοθεσίας καταδεικνύεται και από σχετική αγόρευσή [17] του στη βουλή που έλαβε χώρα κατά το 1894.

Στο πολιτικό πεδίο, εκτός από τη μακρά κοινοβουλευτική θητεία του, ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ανέλαβε και καθήκοντα υπουργού. Σε μια εσωτερική πολιτική κρίση που κορυφώθηκε κατά τον Φεβρουάριο του 1892, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αναζητώντας μια πιο ικανοποιητική σύνθεση στο κυβερνητικό σχήμα, ουσιαστικά προχώρησε στην αποπομπή της κυβέρνησης του Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Δεδομένου ότι οι επιλογές του ήταν λίγες και τα περιθώρια συνεργασίας του με τις επικρατούσες πολιτικές δυνάμεις της εποχής περιορισμένα, ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο που αποδέχθηκε την πρόταση. Το συγκεκριμένο, μεταβατικό, κυβερνητικό σχήμα ανέλαβε την εξουσία στις 14 Φεβρουαρίου 1892 και παρά τη βραχύβια πορεία του γνώρισε μεταβολές [18]. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος τοποθετήθηκε στη θέση του υπουργού παιδείας και εκκλησιαστικών [19]. Στο πλαίσιο της υπουργικής θητείας [20] του εκτιμάται ότι διακρίθηκε, επιδεικνύοντας ξεχωριστές διοικητικές ικανότητες. Η μεταβατική κυβέρνηση που σχηματίστηκε ύστερα από την επεισοδιακή αποπομπή του Θεόδωρου Δηλιγιάννη προχώρησε στην προκήρυξη βουλευτικών εκλογών, οι οποίες διενεργήθηκαν στις αρχές Μαΐου του 1892.

Το ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου για την εκπαίδευση, την ιστορία, τη γεωγραφία υπήρξε έντονο και εκφράστηκε και μετά το τέλος της υπουργικής θητείας του. Κατά το 1894 επιλέχθηκε ως μέλος μιας κριτικής επιτροπής που ασχολήθηκε με την αξιολόγηση διδακτικών εγχειριδίων γεωγραφίας, τα οποία προορίζονταν για τα δημοτικά σχολεία και τα γυμνάσια [21]. Στη βάση της εν λόγω διαγωνιστικής διαδικασίας και κρίσης των διδακτικών βιβλίων, κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκαν σχετικές εκθέσεις του. Η διενέργεια του διαγωνισμού φαίνεται ότι προκάλεσε ορισμένες αντιδράσεις στο δημόσιο πεδίο. Την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε ένα πόνημα του Δημήτριου Παπαθεοδώρου, που απευθυνόταν προς το υπουργείο εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαιδεύσεως και στρεφόταν εναντίον των κριτών των διδακτικών εγχειριδίων της ιστορίας και της γεωγραφίας [22]. Ο προβληματισμός και ο έντονος δημόσιος διάλογος αναφορικά με τις διαδικασίες επιλογής και διάθεσης των διδακτικών βιβλίων απασχολούσε την κοινή γνώμη της εποχής ήδη από την οθωνική περίοδο [23].

Σημειώνεται ότι από τα τέλη του 1909 η έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου συνεισέφερε στην αποκατάσταση της ισορροπίας και στην προώθηση εθνικών θεμάτων σημασίας. Εξελίξεις όπως η ανάδυση και η εδραίωση του συνασπισμού του, η συνταγματική αναθεώρηση, ενθάρρυναν τη σταδιακή επικράτηση ανανεωμένων συσπειρώσεων που εξέφραζαν τις νέες πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές δυνάμεις [24]. Για άλλη μια φορά, η ανάγκη υλοποίησης βασικών στόχων της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής, οι επιμέρους ιδιαίτερες συνθήκες και οι ευρύτερες συγκυρίες υποχρέωσαν το ελληνικό κράτος να εμπλακεί σε πολεμικές προπαρασκευές και διεργασίες. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι αποδείχθηκαν κερδοφόροι για το ελληνικό κράτος, εφόσον συνέβαλαν στη σημαντική επέκταση της επικράτειάς του. Ωστόσο, μετά το 1915 άρχισε να διαφαίνεται η προβληματική συνύπαρξη Ελευθέριου Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου [25]. Οι εξελίξεις οδήγησαν σε νέα κρίση, σε διαιρέσεις και αντιπαραθέσεις που δεν ευνόησαν τις κρίσιμες επιχειρήσεις και τη διευθέτηση σημαντικών θεμάτων σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, καταλήγοντας στη Μικρασιατική καταστροφή που εγκαινίασε μια νέα εποχή.

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος κατέλαβε σημαντικές θέσεις και κρατικά αξιώματα και κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Συνεργάστηκε στενά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο καθώς κατά τα έτη 1910-1911 υπηρέτησε ως νομάρχης Αττικοβοιωτίας [26]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο κρίσιμων μετασχηματισμών στο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό πεδίο κατά τις 8 Αυγούστου 1910 διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές για την ανάδειξη της πρώτης αναθεωρητικής βουλής [27]. Τα λεγόμενα παλαιά κόμματα διατήρησαν την πλειοψηφία. Ωστόσο, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκλέχθηκε πρώτος στην Αττικοβοιωτία, με υπολογίσιμο ποσοστό. Ανέλαβε την εξουσία στις 6 Οκτωβρίου 1910. Προκειμένου να εδραιώσει τη θέση του ενθάρρυνε τη διεξαγωγή νέων εκλογών που έλαβαν χώρα στις 18 Νοεμβρίου 1910. Οι Φιλελεύθεροι επικράτησαν, σηματοδοτώντας μεταξύ άλλων μια σημαντική ανανέωση του πολιτικού δυναμικού της χώρας. Το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος διορίστηκε νομάρχης στην ίδια περιφέρεια επιρροής του Ελευθέριου Βενιζέλου καταδεικνύει τη συνεργασία, την εμπιστοσύνη που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ των δύο ανδρών.

Σημειώνεται ότι μετά το 1899, στη βάση μιας ανασυγκρότησης της διοικητικής οργάνωσης και λειτουργίας της χώρας, η θέση του νομάρχη ενισχύθηκε σημαντικά [28]. Πλαισιωμένος και από άλλα στελέχη δεν αποτελούσε απλώς διοικητικό όργανο αλλά και εποπτικό μέσο για την κεντρική κυβερνητική αρχή. Επιπρόσθετα, ο Κωνσταντίνος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο και στο έργο της στρατιωτικής προπαρασκευής κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων. Καταγράφεται ότι πρωτοστάτησε στην «Πανελλήνια Ένωση» της Αμερικής κατά το 1912 [29]. Η αξιοσημείωτη μεταναστευτική κίνηση που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1902-1922 προς το εξωτερικό προβλημάτισε την ελληνική κυβέρνηση της εποχής. Στο πλαίσιο ενίσχυσης της βενιζελικής παράταξης αλλά και υποστήριξης των εθελοντών που θα λάμβαναν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, οργανώθηκαν ποικίλες εκδηλώσεις, συλλογικότητες και συγκεντρώσεις. Στις ΗΠΑ η οργάνωση «Πανελλήνιος Ένωσις» [30] δραστηριοποιήθηκε έντονα ώστε η ομογένεια να ενισχύσει το πολεμικό εγχείρημα των ετών 1912-1913, καθώς η επιστράτευση συγκέντρωσε και πολλούς εθελοντές από το εξωτερικό.

Τονίζεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μετά το 1833 έως και τις τελευταίες δεκαετίες της περιόδου, η κοινωνική πραγματικότητα [31] στο ελληνικό κράτος προσδιορίστηκε από ορισμένα ευδιάκριτα στοιχεία. Η παραγωγική, οικονομική δυναμική εξακολουθούσε να εδράζεται εν πολλοίς στον πρωτογενή τομέα. Η πορεία της αστικοποίησης κατά τα δυτικά πρότυπα διαφοροποιήθηκε, ανάλογα με την επιμέρους μορφολογία και ιδιαιτερότητα των κυριότερων οικιστικών κέντρων. Η δημογραφική, πληθυσμιακή δυναμική και αύξηση, αισθητή ιδιαίτερα μετά το 1870, διαφοροποιήθηκε επίσης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Οι ιδεολογικοί, πνευματικοί, πολιτισμικοί προσανατολισμοί σταδιακά άρχισαν να μεταβάλλονται υπό την επίδραση ποικίλων, τοπικών και ευρύτερων, τάσεων και ζητημάτων, όπως του φιλελευθερισμού, του εθνικισμού, της γλωσσικής ανασυγκρότησης, της θρησκευτικής οργάνωσης, των σχέσεων με την ελληνική αρχαιότητα και τη Δύση. Στη βάση των εν λόγω πολυσυνθέτων μετασχηματισμών, μια νέα κοινωνική ομάδα [32] δείχνει να αναδύεται, αποτελούμενη από πολίτες που προσδιορίζονται από ένα συγκεκριμένο, ανεπτυγμένο μορφωτικό υπόβαθρο καθώς και από μια διάθεση δυναμικής συμμετοχής στα κοινά και ειδικά στο πολιτικό πεδίο. Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας σημαντικής, πολυσχιδούς παρουσίας.

Το έντονο ενδιαφέρον του για τα κοινά και τη συμμετοχή στο δημόσιο βίο δεν εξαντλήθηκε στο πολιτικό πεδίο, καθώς ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα και σε άλλους τομείς. Πρωτοστάτησε στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας και διετέλεσε μέλος της κεντρικής επιτροπής της καθώς και πρόεδρός της [33]. Παράλληλα, λάμβανε ενεργά μέρος στις εργασίες της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος [34]. Επίσης, κατά το 1873 καταγράφεται ως τακτικό και ενεργό μέλος του αρχαιότερου πολιτιστικού συλλόγου της Αθήνας, του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» [35]. Ο Κωνσταντίνος υπήρξε φιλότεχνος, ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, γεγονός που καταδεικνύεται και μέσα από τη συμμετοχή του στην «εν Αθήναις Εταιρεία των Φιλοτέχνων». Κατά τα 1898, καταγράφεται ότι υπήρξε μέλος του νέου διοικητικού συμβουλίου του συλλόγου [36] που συστάθηκε με σκοπό την προστασία και την ανάδειξη των καλών τεχνών στη χώρα. Κατά το 1898 ο σύλλογος ουσιαστικά ανασυγκροτήθηκε και μετονομάστηκε σε εταιρεία [37]. Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και ειδικά κατά το δεύτερο ήμισυ της περιόδου πολιτικά πρόσωπα κύρους πρωτοστατούσαν στη συγκρότηση ποικίλων συλλόγων πολιτιστικού, εκπαιδευτικού, κοινωνικού χαρακτήρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι εργασίες, η πορεία και η εξέλιξη των εν λόγω συλλογικοτήτων προσδιορίζονταν καθοριστικά από τη συμμετοχή τους [38].

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την υποστήριξη της αθλητικής δραστηριότητας, λαμβάνοντας μέρος σε ένα από τα σημαντικότερα αθλητικά σωματεία της Αθήνας. Υπήρξε μέλος του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου από το 1893 και διετέλεσε πρόεδρός του επί σειρά ετών (1900-1912, 1914-1924) [39]. Επίσης, υπήρξε μέλος του «Ομίλου των Ποδηλατών» που έδρευε στην Αθήνα [40]. Επιπρόσθετα, έλαβε μέρος και στην επιτροπή «προς παρασκευή αθλητών» [41] των Ολυμπιακών Αγώνων που διεξήχθησαν κατά το 1896. Στις διαθέσιμες πηγές καταγράφεται επίσης και η ενασχόλησή του με θέματα προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας [42]. Στα τέλη του 1901 στο πλαίσιο ανακαλύψεων γεωλογικού, αρχαιολογικού χαρακτήρα που έλαβαν χώρα στα όρια Γορτυνίας-Μεγαλόπολης, οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν με τη συνδρομή του εν λόγω «επιφανούς και φιλομαθεστάτου πολιτευτού» [43].

Το ενδιαφέρον του για την ιστορία εκδηλώθηκε έντονα από τα τελευταία έτη των σπουδών του, μέσα από τη συγγραφή και έκδοση ποικίλων έργων. Κατά το 1873 η ιστορική πραγματεία του «Οδυσσεύς Ανδρούτσος», που αναγνώσθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», εκδόθηκε από το τυπογραφείο του «Παρθενώνος». Πρόκειται για έργο που έτυχε καλής υποδοχής [44]. Ως τελειόφοιτος της νομικής συνέγραψε την ιστορική πραγματεία «Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821» που κυκλοφόρησε το 1874 στην Αθήνα και διατέθηκε από τον βιβλιοπώλη Β. Ν. Νάκη. Πρόκειται για έργο που το αφιέρωσε στη νεολαία της Ελλάδας. Στα προλεγόμενα της έκδοσης σημείωνε: «Αδελφή Νεότης, την σελίδαν ταύτην της λαμπράς ιστορίας Μεγάλης Πατρίδος αφιερών εις Σε, εύχομαι ίνα δυνηθώμεν και ημείς συνεχίζοντας το έργον των ημετέρων προγόνων, να διαπράξωμεν αντάξια εκείνων και ευτυχήσωμεν να ίδωμεν περαιούμενον το μέγα της Ελληνικής ενότητος σχέδιον» [45]. Την ίδια εποχή (1874) καταγράφεται ως εκδότης του ιστορικού διηγήματος «Έλλην πειρατής» του Στέφανου Ξένου, που κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο των αδελφών Βαρβαρίγου. Τον Δεκέμβριο του 1880, στην Αθήνα, με την ιδιότητα του «διδάκτορος τα νομικά» ολοκλήρωσε το έργο του «Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις». Το πόνημά του επικεντρωνόταν στην πραγμάτευση ζητημάτων δικαιοσύνης στην αρχαία ελληνική ιστορία [46] και κυκλοφόρησε κατά το 1881 από το τυπογραφείο του «Παρνασσού».

Κατά το 1883 ο Κωνσταντίνος μετέβη στο Μόναχο, προκειμένου να μετεκπαιδευτεί. Με αφορμή την παραμονή στην περιοχή που τον εντυπωσίασε και  την επέτειο της πεντηκονταετηρίδας από την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα, στις 25 Ιανουαρίου 1883 ολοκλήρωσε το έργο [47] του «Παρά του τάφου του Βασιλέως Όθωνος: εν δάκρυ ευγνωμοσύνης», που κυκλοφόρησε κατά το ίδιο έτος. Πρόκειται  για έργο που αφιέρωσε στον αδερφό του Αλέξανδρο.

Όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα, ο Κωνσταντίνος ανέπτυξε δυναμική δραστηριότητα στην κοινωνική, πολιτιστική ζωή, στο δημόσιο βίο της εποχής του. Κατά το 1893, ένα μακροσκελές σύγγραμμά του κυκλοφόρησε στην Αθήνα. Επρόκειτο για κείμενο που εκφώνησε στις αρχές του έτους, στην εταιρεία «Ελληνισμός» [48], με τον τίτλο «Οι χίλιοι Πλαταιείς εν Μαραθώνι». Με αφορμή τη δραστήρια συμμετοχή του στο έργο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας, κατά το 1900 εκδόθηκε στην Αθήνα ένα κείμενο απολογιστικού χαρακτήρα με τίτλο «Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως». Ο συντάκτης εξιστορούσε τα όσα συνέβησαν στο πλαίσιο της σχετικής εορτής στην οποία ο Κωνσταντίνος έλαβε μέρος ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και μέλος της επιτροπής «επί της αναστηλώσεως μνημείου της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης». Απευθυνόταν προς τον πρόεδρο της εταιρείας Ιωάννη Μ. Μπόταση [49]. Ο Κωνσταντίνος εξακολουθούσε να εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία, την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας έως το τέλος της ζωής του. Κατά το 1919 δημοσιεύτηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο Ι. Βάρτσου) η μονογραφία του «Το Βυζάντιον» που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Κατά το 1920 κυκλοφόρησε επίσης στην Αθήνα, από το ίδιο τυπογραφείο, το έργο του «Η Κωνσταντινούπολις ελληνική επί 2.577 έτη».

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, «Περιήγησις εις τον Πόντον», 1903.

Ενδιαφέρθηκε επίσης για τη γεωγραφία και τις περιηγήσεις [50], στοιχείο που αναδεικνύεται μέσα από το συγγραφικό έργο του.  Αναφορικά με αυτή την κατηγορία πονημάτων του, κατά το 1882 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα (εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού») το έργο του «Απ’ Αθηνών εις Βώλον. Εντυπώσεις». Επρόκειτο ουσιαστικά για μια ανατύπωση αποσπάσματος από τον έκτο τόμο του περιοδικού «Παρνασσός».  Κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το περιηγητικό έργο του «Εις τον Αδριατικόν κόλπον: Σημειώσεις ταξιδιού». Το 1903 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το πόνημά του «Περιήγησις εις τον Πόντον» (εκ του τυπογραφείου «Κράτους»). Κατά το 1911 εκδόθηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο «Εστία» και την Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία) το έργο «Αι ελληνικαί νήσοι» που συνέγραψε μαζί με τον Γ. Ι. Κρίτσα. Τέλος, κατά το 1919 κυκλοφόρησε στην Αθήνα (από το εθνικό τυπογραφείο) μια έκδοση που αναφερόταν στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας (Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία: Ιστορικόν σημείωμα, διασάφησις, επίκλησις, καταστατικόν).

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος δεν επιδόθηκε μόνο στη συγγραφή ιστορικών μελετών αλλά και στη δημοσιογραφική εργασία. Μετά το 1883, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ύστερα από την ολοκλήρωση της μετεκπαίδευσής του στο Μόναχο, ανέλαβε καθήκοντα συντάκτη και διευθυντή της «Επιθεωρήσεως» [51]. Η έκδοση διαμορφώθηκε με προτροπή του πατέρα του. Εκτιμάται ότι το έντυπο προσδιορίστηκε από μετριοπαθή λόγο, κόσμιο ύφος και σεβασμό προς τους πολιτικούς αντιπάλους, σε μία εποχή διάχυτης πολιτικής έντασης και αντιπαραθέσεων. Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι κείμενά του δημοσιεύονταν σε ποικίλες περιοδικές εκδόσεις της εποχής. Ενδεικτικά αναφέρονται οι μελέτες του «Άρειος Πάγος, παρακμή και τέλος» (Παρνασσός, σύγγραμμα περιοδικόν, τ. Ε΄, Αθήνα 1881, σ. 50-60), «Άρειος Πάγος» (Εστία, αρ. 267, έτος ΣΤ΄, τ. 11ος, Αθήνα, 8 Φεβρουαρίου 1881). Δηλωτικό της στενής συνεργασίας που είχε αναπτύξει με τον πατέρα του Νικόλαο αλλά και του έντονου ενδιαφέροντός του για την επικαιρότητα της εποχής και τα κοινά είναι το έργο του «Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον». Η έκδοση περιλάμβανε μία συγκεντρωτική ανατύπωση τριών εκ των οκτώ επιστολών του Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου που είχαν δημοσιευθεί στις εφημερίδες της εποχής, με αφορμή τον μεγάλο σεισμό που έπληξε το νησί της Χίου στις 22 Μαρτίου/3 Απριλίου 1881. Ο ίδιος έσπευσε στην περιοχή για να εκτιμήσει το μέγεθος της καταστροφής, να συνειδητοποιήσει τις ανάγκες των κατοίκων και να προχωρήσει στις σχετικές εισηγήσεις προς τον πατέρα του, ο οποίος εκείνη την εποχή υπηρετούσε ως υπουργός των εσωτερικών. Το πόνημα αφιερώθηκε σε όσους ήταν πρόθυμοι να συνδράμουν «υπέρ των εκ του σεισμού της Χίου θυμάτων» [52] και κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο του «Εθνικού Πνεύματος».

Υπογραμμίζεται ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε έντονα και για θρησκευτικά [53], γλωσσικά [54], πολιτισμικά ζητήματα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα το γλωσσικό ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, εκφράζοντας ιδεολογικές, κοινωνικές, πολιτισμικές ανησυχίες, σχετικούς προβληματισμούς αλλά και μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας της εποχής [55]. Χαρακτηριστική υπήρξε η αγόρευσή [56] του στη βουλή κατά το 1902, αναφορικά με το γλωσσικό ζήτημα και τις μεταφράσεις του Ευαγγελίου, με αφορμή τα «Ευαγγελικά» και τη σοβαρή πολιτική κρίση που εκδηλώθηκε και συνδέθηκε με τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης. Κατά το 1906 δημοσιεύθηκε η μονογραφία του «Αι τρεις εικόνες της Παναγίας υπό του Αποστόλου Λουκά», η οποία ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Την ίδια χρονιά μερίμνησε για τη δημοσίευση του έργου «Ανάμνησις εκ της ερήμου του Σινά: απόσπασμα εκ του φιλολογικού και κοινωνικού ημερολογίου της δεσποινίδος Χατζηαράπη, του έτους 1906». Η μονογραφία που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος κυκλοφόρησε στην Αθήνα από το τυπογραφείο του «Κράτους». Ύστερα από δύο χρόνια, κατά το 1908, κυκλοφόρησε στην Αθήνα μια έκδοσή του, ταξιδιωτικού περιεχομένου, με τίτλο «Πρόχειρος περιγραφή του όρους Σινά». Κατά το 1917 εκδόθηκε μια συλλογή με τίτλο «Ανέκδοτα έγγραφα και επιγραφαί της εν τω Όρει Σινά Μονής» (τυπογραφείο Π. Δ. Σακελλαρίου). Τέλος, σχεδόν δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του (κατά το 1932), με φροντίδα του Αρχιεπισκόπου Σινά Πορφυρίου Γ΄ δημοσιεύθηκε στην Αθήνα η έκδοσή του «Η μονή του όρους Σινά»,

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος υπήρξε ένας διακεκριμένος πολιτικός της εποχής του. Συνεχίζοντας την πολιτική πορεία του πατέρα του, διακρίθηκε για την ευρυμάθεια, τη μετριοπάθεια, τη ρητορική δεινότητά του. Αντιπροσώπευσε επάξια και επανειλημμένα την ιδιαίτερη πατρίδα του στο κοινοβουλευτικό πεδίο, όπου κέρδισε τον σεβασμό, την εκτίμηση και τον θαυμασμό των συναδέλφων του. Παράλληλα, υπηρετώντας και σε άλλες σημαντικές θέσεις κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων για την κατοπινή πορεία και εξέλιξη του κράτους, προσέφερε σημαντικό έργο για την προώθηση θεμάτων εθνικής σημασίας. Η κοινωνική δραστηριότητά του υπήρξε έντονη καθώς έλαβε μέρος σε πληθώρα συλλογικοτήτων, συλλόγων, σωματείων της εποχής. Μέσα από τη συγγραφική, δημοσιογραφική εργασία του κληροδότησε ενδιαφέρουσες μελέτες και αξιόλογα συγγράμματα. Στο πλαίσιο της πολιτικής αλλά και της κοινωνικής δραστηριότητάς του επέδειξε ένα προοδευτικό, ανεξάρτητο πνεύμα, παραμένοντας αφοσιωμένος στην πρόοδο του εντός και εκτός των συνόρων ελληνισμού.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νίκη Μαρωνίτη, «Η εποχή του Γεωργίου Α΄. Πολιτική ανανέωση και αλυτρωτισμός», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[2] Ό. π., σ. 13-14.

[3] Ό. π., σ. 24-27.

[4] Β. Κ. Τσαγγάρης, Εθνικόν Λεύκωμα, Η Βουλή των Ελλήνων της ΙΗ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1908, σ. 81-82˙ Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)˙ «Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος εν Αμερική», Το Άστυ, τεύχος 44, Αθήνα 20 Ιουλίου 1886, σ. 7.

[5] Ευθύμιος Καστόρχης, Τα κατά την ΙΓ΄ Πρυτανείαν του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1873, σ. 81.

[6] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, επιστημονική επιμέλεια Αντώνης Μακρυδημήτρης, Ίδρυμα της Βουλής για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα 2009, σ. 256-258.

[7] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[8] Μητρώο πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών 1822-1935, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 1986, σ. 146-147, 262-263.

[9] Εφημερίδα «Τεγέα, φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[10] Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής της Γ΄ συνόδου της  ΙΑ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1888, σ. 25, 605, 271.

[11] Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εγχειρίδιον βολής των πυροβόλων ερανισθέν προς χρήσιν των υπαξιωματικών του Πυροβολικού της ξηράς και της θαλάσσης, Αθήνα 1889˙ Αγόρευσις Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς περί στρατιωτικής αστυνομίας και στρατού εν γένει κατά την συνεδρίασιν της 4 Ιανουαρίου 1895, Αθήνα 1895.

[12] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[13] Βλ. σχετικά Εκθέσεις επί των Ναυτικών Νομοσχεδίων των υποβληθέντων εις την Βουλήν κατά την Β΄ Σύνοδον της ΙΔ΄ περιόδου και παρατηρήσεις περί του Πολεμικού και Εμπορικού Ναυτικού, υπό Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Μέλους της Επιτροπής επί των Ναυτικών, Αθήνα 1896.

[14] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[15] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895).

[16] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[17] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις επί του σταφιδικού νομοσχεδίου κατά την συνεδρίασιν της 11 Φεβρουαρίου 1894, Αθήνα (χ. ε.) 1894.

[18] Σοφία Μπελόκα, Πολιτικά πρόσωπα της Αρκαδίας: Κωνσταντίνος Π. Κωνσταντόπουλος (1832-1910), Αθήνα 2018, σ. 40-41.

[19] Τρύφων Ευαγγελίδης, Τα μετά τον Όθωνα ήτοι ιστορία της μεσοβασιλείας και της βασιλείας Γεωργίου του Α΄(1862-1898), Αθήνα 1898, σ. 684˙ Κωνσταντίνος Τσουκαλάς-Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Οι πολιτικές εξελίξεις από το 1881 ως το 1895», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Αθήνα 1977, σ. 14-39.

[20] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[21] Βλ. σχετικά Διαγωνισμός των διδακτικών βιβλίων, Εκθέσεις Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου εισηγητού της ΣΤ΄ επιτροπείας επί των γεωγραφιών των δημοτικών σχολείων και της Β΄ τάξεως των γυμνασίων, Αθήνα 1894.

[22] Βλ. Δημήτριος Παπαθεοδώρου, Καταγγελία προς το υπουργείον των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως κατά των κριτών των διδακτικών βιβλίων της ιστορίας και γεωγραφίας Σ. Π. Λάμπρου, Ν. Γ. Πολίτου και Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Αθήνα 1894.

[23] Σοφία Μπελόκα, Η πόλη της Τρίπολης 1828-1862: Διοικητική, δημογραφική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα 2017, σ. 683-684.

[24] Γιώργος Μαυρογορδάτος, «Οι πολιτικές εξελίξεις. Από το Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[25] Ό. π., σ. 18-30.

[26] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[27] Γιώργος Μαυρογορδάτος, ό. π., σ. 11-12˙ Ηλίας Νικολακόπουλος, «Οι εκλογές 1910-1920. Ελευθέριος Βενιζέλος: Από το θρίαμβο στην ήττα», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 31-32.

[28] Ήβη Μαυρομουστακάτου, «Πολιτικοί θεσμοί. Η οργάνωση της διοίκησης 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 50.

[29] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[30] Αλέξανδρος Κιτροέφ, «Οι Έλληνες στις ΗΠΑ 1909-1922», Ιστορία του Νέο Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 324, 327-328.

[31] Βασίλης Φίλιας, «Κοινωνία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 448-454˙ Κωνσταντίνος Δημαράς, «Η κληρονομιά των περασμένων, οι νέες πραγματικότητες, οι νέες ανάγκες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 455-484.

[32] Κωνσταντίνος Δημαράς, ό. π., σ. 461-466.

[33] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, «Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος και η ανάπτυξη της γεωγραφίας στην Ελλάδα», Πρακτικά, 9ο Πανελλήνιο Γεωγραφικό Συνέδριο, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 4-6 Νοεμβρίου 2010 (www.gisc.gr, προσπελάσιμο: 29 Νοεμβρίου 2018), σ. 313-314.

[34] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1900.

[35] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Οδυσσεύς Ανδρούτσος, ιστορική πραγματεία αναγνωσθείσα εν τω Φιλολογικώ Συλλόγω «Παρνασσώ» τη 25η Φεβρουαρίου 1873, Αθήνα 1873.

[36] Καταστατικόν της εν Αθήναις Εταιρείας των Φιλοτέχνων, Αθήνα, 19 Σεπτεμβρίου 1898.

[37] Ό. π., σ. 234, 240.

[38] Ευθυμία Μαυρομιχάλη, «Οι καλλιτεχνικοί σύλλογοι και οι στόχοι τους (1880-1910)», Μνήμων, τόμος 23ος, Αθήνα 2001, σ, 221-267 και ειδικότερα σ. 230.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας. Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922), Αθήνα 1997, σ. 248.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218˙ Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Τα αναμνηστικά γραμματόσημα. Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την συνεδρίασιν της 15 Ιουλίου 1895, Αθήνα 1896.

[40] Καταστατικόν του Ομίλου των Ποδηλατών, τυπογραφείο Παρασκευά Λεώνη, Αθήνα 1891.

[41] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218.

[42] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την Συνεδρίαν της 7 Φεβρουαρίου 1896 υπέρ του Π. Καββαδία, Γενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων και Μουσείων εις απάντησιν του κ. Σπυρίδωνος Στάη, Αθήνα 1896.

[43] Τάκης Κανδηλώρος, Αρκαδική Επετηρίς, τεύχος πρώτο, Αθήνα 1903, σ. 155-156.

[44] Βλ. Αναστάσιος Γούδας, Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος Η΄, Αθήνα 1876, σ. 126.

[45] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821, Αθήνα 1874, σ. 6-1.

[46] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις, Αθήνα, εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού», 1881, σ. 5-15. Ο συγγραφέας αφιέρωσε το έργο του στον Νικόλαο Ι. Δημαρά, υφηγητή του ρωμαϊκού δικαίου στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.

[47] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Παρά τον τάφον του βασιλέως Όθωνος. Εν δάκρυ ευγνωμοσύνης, τύποις Γ. Δρουγουλίνου, Λειψία 1883, σ. 5-6.

[48] Η εταιρεία ιδρύθηκε νόμιμα κατά τα 1892, εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια ποικίλων κοινωνικοοικονομικών ομάδων της ελληνικής κοινωνίας της εποχής αναφορικά με κυβερνητικές, διοικητικές, δημοσιονομικές επιλογές και πρακτικές. Βλ. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία, Η συγκρότηση του ελληνικού κράτους 1821-1897 (http://www.ime.gr/chronos/12/gr/ 1833_1897/foreign_policy/language/04.html, προσπελάσιμο: 30 Νοεμβρίου 2018)˙ Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1881 ως τα 1913, σ. 36-37.

[49] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Αθήνα 1900, σ. 3-6.

[50] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, ό. π., σ. 316-317.

[51] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[52] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον, ανατύπωσις εκ της «Εφημερίδος», Αθήνα 1881, σ. 6-8.

[53] Σε ένα από τα δημοσιευμένα έργα του, στα προλεγόμενα τονίζεται «η βαθεία, η πεφωτισμένη, η ανυπόκριτος του συγγραφέως ευσέβεια» καθώς και η πολυμάθειά του, η ορθή κρίση του. Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Περιήγησις εις τον Πόντον, Αθήνα 1903, σ. 9-10.

[54] Κωνσταντίνος Κασίνης, «Η μετάφραση ως καταλύτης της δημιουργίας εθνικής φιλολογίας», Ο ελληνισμός στον 19ο αιώνα: Ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις, επιμέλεια Παντελής Βουτούρης-Γιώργος Γεωργής, Αθήνα 2006, σ. 156.

[55] Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, «Ιδεολογικές διαδρομές. Πολιτική γλώσσα και κοινωνία 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 179-186.

[56] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις εν τη βουλή κατά την συνεδρίασιν της 29 Ιανουαρίου 1902: περί μεταφράσεων του Ευαγγελίου και περί του γλωσσικού ζητήματος, (χ. τ., χ. ε.), 1902.

 

© Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας

 Φεβρουάριος 2019

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Γκάτσος Α. Βασίλειος


 

Ο Βασίλειος Α. Γκάτσος, χημικός, συγγραφέας και εκδότης, γεννήθηκε στην Ερμιόνη το 1951. Έβγαλε το Γυμνάσιο Κρανιδίου. Σπούδασε Χημικός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι παντρεμένος με τη Φιλόλογο και εικαστικό Σαρωνίδα Βατικιώτη από τον Πειραιά. Έχουν δύο παιδιά. Τη Μαή Γκάτσου, Φυσικό και τον Έκτορα Γκάτσο, καθηγητή Πληροφορικής, Μάστερ 3D, και υποψήφιο Διδάκτορα.

Εργάστηκε, επί 36 χρόνια, στη Χαλυβουργική Α.Ε. στην Ελευσίνα, ως διευθυντής Παραγωγικών Τμημάτων και στη συνέχεια ως Διευθυντής Ποιότητας και Περιβάλλοντος.

Κατά την επαγγελματική του ζωή είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με την προστασία των χάλκινων αγαλμάτων του Μουσείου Πειραιά με χρήση ατμόσφαιρας αζώτου, ως επίσης και τη μελέτη αρχαίων σκωριών της περιοχής Ερμιόνης.

Συνεργάστηκε με Έλληνες και ξένους ειδικούς πάνω σε θέματα αρχαίας τεχνικής πορφυροβαφής, φέροντας στο διεθνές προσκήνιο τα φημισμένα κατά την αρχαιότητα Πορφυρεία της Ερμιόνης.

 

Έργα του είναι:

  1.  «Η των Ερμιονέων Πόλις», Πειραιάς, 1996

Βιβλίο λεπτομερούς επιτόπιας μελέτης της αρχαίας ιστορίας της Πόλεως των Ερμιονέων που γεωγραφικά συμπίπτει με τη σημερινή Ερμιονίδα και τα νησιά της, Ύδρα, Δοκός, Σπέτσες. Περίπου του 60% της ύλης είναι πρωτότυπη μελέτη που φέρνει στο φως πλήθος άγνωστων αρχαιολογικών θέσεων και μνημείων της περιοχής.

  1. «Η Ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας, 7ος – 20ος μ.Χ. αιώνας, Κρανιδιωτών Πολιτεία», Εκδόσεις Αρχιπέλαγος, Αθήνα, 2001.

Η Ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας…

Βιβλίο που παρουσιάζει τη σταδιακή ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας από τον 7ο μ.Χ. αιώνα μέχρι των ημερών μας, μια περίοδο που έρχεται δημιουργικά στο προσκήνιο η Πολιτεία των Κρανιδιωτών. Μεταξύ των άλλων για πρώτη φορά γίνεται μελέτη, καταγραφή, αποτύπωση και ανάλυση του ανθρώπινου, οικιστικού και παραγωγικού δυναμικού της Ερμιονίδας στην ιστορική του εξέλιξη: Πληθυσμός, πρότυπο κατοίκησης, κάστρα και οχυρές θέσεις, ποιμενικός βίος, καλλιεργήσιμη γη, δασικές εκτάσεις, αλώνια και αλωνοτόπια, ανεμόμυλοι και μυλοτόπια, υδρόμυλοι, αμπελοκαλλιέργεια, ελιά και λάδι, παραγωγές διαφόρων προϊόντων, ναυτική ζωή, ναυπηγήσεις, σπογγαλιεία, προϊόντα πεύκου, ασβεστοκάμινα, καμίνια κάρβουνου, μεταλλεία λευκολίθου και σιδηροπυρίτη, αλυκές, ιχθυοκαλλιέργεια, οικιακή υφαντουργική παραγωγή, εμπορική, πολιτική, πνευματική ζωή, αποδόσεις βασικών καλλιεργειών, οικολογική διαχείριση, αυτοδιοίκηση, κ.α.

Συμμετείχε σε τρεις σημαντικές ερευνητικές εργασίες με αντικείμενο την πορφυροβαφή που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά διεθνούς κύρους:

  • «Analysis of Indico-type Compounds in Natural Dyes by Negative Ion Atmospheric Pressure Photoionization Mass Spectrometry», Malvina Papanastasiou, Norman S. Allen, Adam McMahon, Ludwig C.A. Naegel, Michele Edge, Stavros Protopappas, Puplished in Dyes and Pigments, Vol. 92, Issue 3, March 2012, page 1192 – 1198. (Acknowledgments … The dyed samples and the molluscs were obtained and kindly provided by Dr B. Gatsos, Research Chemist of Hermione, without whom this research would not have been possible.)
  • «Identification of purple dye from molluscs on an excavated textile by non-destructive analytical techniques», Christina Margariti, Stavros Protopapas, Norman Allen, Vladimir Vishnyakov, Puplished in Dyes and Pigments, Vol. 96, Issue 3, March 2013, page 774 – 780. (Acknowledgements …Dr Vassilis Gatsos, Chemist and Author, Hermione, Greece, who obtained the molluscs from the local area, prepared the reference samples and kindly provided them; …).
  • «Η περίφημη αρχαία πορφύρα της Ερμιόνης και η τεχνολογία της», Σταύρος Πρωτοπαπάς, Βασίλειος Γκάτσος, Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 89, Δεκ.2003, σελ. 87 – 92.

Εκδότης της τοπικής μηνιαίας εφημερίδας «Ερμιονίδα», 1976 – 1983, η οποία κυκλοφόρησε με 1200 φύλλα στην Ερμιονίδα και στην παροικία της Πρωτεύουσας.

Εκδότης της τοπικής μηνιαίας εφημερίδας «Η Φωνή της Ερμιόνης», 1987 – 1994, η οποία κυκλοφόρησε με 1200 φύλλα στην Ερμιονίδα και στην παροικία της Πρωτεύουσας, μιας από τις πρώτες μηνιαίες τοπικές εφημερίδες που από τη λινοτυπική έκδοση πέρασε στη ψηφιακή, με τεχνολογία Macintosh.

Πλήρης σειρά φύλλων των εφημερίδων βρίσκεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κρανιδίου.

Η εφημερίδα εξέδωσε ιδίοις πόροις τα βιβλία:

  • «Η Ερμιόνη αρχές του 20ου Αιώνα», Σαρωνίς Βατικιώτη – Γκάτσου.
  • «Ημερολόγιο Εθνικής Αντίστασης Ερμιόνης», Απόστολου Χ. Φραγκούλη, 1988.

Έχει δημοσιεύσει στα τοπικά ιστολόγια της Ερμιονίδας περί τα 1000 άρθρα, οικονομικού, διοικητικού, παραγωγικού, ιστορικού, αρχαιολογικού, λαογραφικού, οικολογικού περιεχομένου. Παράλληλα έχει ψηφιοποιήσει τις συλλογές του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ερμιόνης (Ι.Λ.Μ.Ε.) και του Μουσείου Παιχνιδιών Ερμιόνης, και 6000 τίτλους βιβλίων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ερμιόνης.

 

Read Full Post »

«Η των Ερμιονέων Πόλις»,  Βασιλείου Α. Γκάτσου, Πειραιάς, 1996


 

Το βιβλίο του Βασιλείου Α. Γκάτσου κυκλοφόρησε το 1996 και προέκυψε από την ανάγκη να μελετηθεί συστηματικά και υπεύθυνα ο χώρος, να καταγραφεί και να διασωθεί η ιστορία του τόπου που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Το ταξίδι ήταν επίπονο και κοπιαστικό, το αποτέλεσμα όμως καθοριστικό, πολλά και σημαντικά θέματα ήρθαν στην επιφάνεια, έτσι ώστε το ανά χείρας βιβλίο, το οποίο παράχθηκε με πολύ κόπο και μόχθο, να γίνει ένα σημείο αναφοράς μιας ιστορικής πορείας και ιστορικής συνέχειας της Ερμιόνης.

 

Η των Ερμιονέων Πόλις

 

Το βιβλίο χωρίζεται σε εννέα κεφαλαία.  

  • Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει γεωγραφικές κυρίως πληροφορίες για της Ερμιονίδα.
  • Το δεύτερο παρουσιάζει τις αρχαιολογικές ανασκαφές στο Φράχθι και τις θέσεις κατοίκησης στην Ερμιονίδα από την Παλαιολιθική Εποχή μέχρι σήμερα.
  • Στο τρίτο δίνονται στοιχεία για θεούς και ήρωες που λάτρευαν οι κάτοικοι της Ερμιονίδας.
  • Το τέταρτο ασχολείται με την περιήγηση του Παυσανία, τη Γεωγραφία του Στράβωνα, τα ιερά και τους ναούς της περιοχής, τα τοπωνύμια.
  • Στο κεφάλαιο πέντε περιγράφονται τα αρχαιολογικά ίχνη στον οικισμό της Ερμιόνης και στη γειτονική της περιοχή από Μουζάκι έως Κρόθι.
  • Τα αρχαιολογικά ίχνη στον υπόλοιπο χώρο της Ερμιονίδας και στα μεγάλα της νησιά, περιγράφονται στο έκτο κεφάλαιο.
  • Το έβδομο αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα, στους κατοίκους της Ερμιονίδας, στις λατρευτικές εκδηλώσεις, στα νομίσματα, στη μουσική παιδεία, στις συμμαχίες, στο οδικό δίκτυο, στα πηγάδια, στο κτίσιμο και την επέκταση των πόλεων και στον πληθυσμό.
  • Το όγδοο ασχολείται με το έδαφος, τη χλωρίδα και πανίδα, τις σημαντικές καλλιέργειες, τη βιομηχανία πορφυροβαφής, τη μεταλλουργία και τη βιοτεχνία σπάρτων.
  • Τέλος στο ένατο κεφάλαιο καταγράφονται οι επιγραφές που έχουν βρεθεί στην Ερμιονίδα με εκτενή σχόλια και επεξηγήσεις. Παρατίθενται και τα σημαντικότερα χωρία του Ηρόδοτου, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα που αφορούν στην Ερμιονίδα.

Τα διάφορα θέματα που παρουσιάζει το βιβλίο φτάνουν κυρίως μέχρι την εποχή του Παυσανία αλλά επεκτείνονται και μέχρι τα νεώτερα χρόνια, όταν το απαιτεί η πληρέστερη κατανόηση της αρχαίας μας ιστορίας.

Η παρουσίαση είναι μάλλον αποσπασματική για να καταδειχθεί ότι είναι πολύ νωρίς για μια ολοκληρωμένη σύνθεση που θα δώσει την ιστορία του τόπου μας. Έτσι όμως γίνεται αντιληπτό ότι μεγάλα κομμάτια του πολιτισμού μας, υλικού και πνευματικού, χάνονται ανεπιστρεπτί με το πέρασμα του χρόνου και αρχαιολογικά ίχνη πολυτιμότατα καταστρέφονται ή αγνοούνται. Ανάγκη πάσα να μελετήσουμε συστηματικά το χώρο μας, να καταγράψουμε και να διασώσουμε, να ξαναγαπήσουμε τη γη μας.

Για την έκδοση αυτού του βιβλίου συνέβαλε καθοριστικά και η σύζυγος του συγγραφέα, Σαρωνίδα, η οποία συγκέντρωσε από την Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή το αναγκαίο υλικό, μετέφρασε από τα λατινικά τα σχόλια των επιγραφών, διόρθωσε επανειλημμένα την ύλη, επιμελήθηκε το εξώφυλλο και συνέτεινε στην όλη εικόνα του βιβλίου με πλήθος παρατηρήσεων.

 

«Η των Ερμιονέων πόλις»

Γκάτσος Βασίλειος

Σχήμα: 21Χ29 – Σελίδες 288

Πειραιάς 1996

 

Read Full Post »

Κατοχικές μνήμες στην Καρυά Αργολίδας – Σπύρος Κ. Καραμούντζος


 

Φτώχεια, πείνα, ξυπολυσιά, μπαλωμένα ρούχα, συγκατοίκηση με τα ζώα, ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, αρρώστιες,  βασικές στερήσεις αγαθών… Τη ζωή της κατοχής θυμάται και γράφει ο  Σπύρος Κ. Καραμούντζος μέσα στις σελίδες του βιβλίου του  «Λόγια Καρυάς – Παιδικές Αναμνήσεις και αναφορές 1930-1950», », σελ. 213-217, που εκδόθηκε το 2007.

 Σε σημείωσή του ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι έπεται άλλο βιβλίο στο οποίο καταγράφονται τα γεγονότα της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου.

 Όμως επανέρχεται ένα χρόνο αργότερα και με άρθρο του στην Εφημερίδα «Καρυά» Φύλλο 16, Αύγουστος 2008, «ζωντανεύει» την σύλληψη και την εκτέλεση από τους Γερμανούς του θείου του, αδελφού του πάτερά του, δασκάλου του χωριού Σπύρου Ι. Καραμούντζου…

 

Όσοι ζήσαμε τα χρόνια εκείνα και μάλιστα ως παιδιά βιώσαμε καταστάσεις απίστευτες στους νεότερους με τα σημερινά δεδομένα. Όταν τους τα διηγείσαι, τα θεωρούν γεροντικά παραμύθια. Στην πραγματικότητα ήμασταν μία γενιά άλλης εποχής και σε πολλά «άτυχη» και «τυχερή» συνάμα.

Και τούτο, γιατί καταστάσεις και γεγονότα όπως πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, φτώχεια, πείνα, ξυπολυσιά, μπαλωμένα ρούχα, συγκατοίκηση με τα ζα, ψείρες, ρόγιασμα παιδιών, βασικές στερήσεις αγαθών (βιβλίων κ.ά.), ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, αρρώστιες κ.λπ. δεν είναι λέξεις κενές περιεχομένου, είναι βιώματα από κούνια, που ευχόμαστε να μην τα ζήσουν άλλα παιδιά στην πατρίδα μας και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Απ’ ό,τι μαθαίνουμε όμως τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν σε πολλές υπανάπτυκτες περιοχές της Αφρικής και της Ασίας.

Ο συγγραφέας Σπύρος Καραμούντζος σε ηλικία 13 ετών στο Άργος, το 1945.

Αναφέροντας όμως παραπάνω και το χαρακτηρισμό «τυχερή γενιά», εννοώ ότι αφού περάσαμε και επιζήσαμε μέσα από τις συμπληγάδες τόσων κακών, μάθαμε από μικρή ηλικία ν’ αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, ν’ αντέχουμε στις κακουχίες, να μην κάνουμε σπατάλες, να πίνουμε νερό και να κοιτάζουμε και το Θεό, να λέμε το ψωμί ψωμάκι, να είμαστε ολιγαρκείς και σε κάθε αναποδιά να λέμε και το μη χειρότερα. Κανένα σχολείο δε σ’ τα μαθαίνει όλα αυτά.

Ένα από τα κακά που βιώσαμε στην περίοδο του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου, δηλαδή όλη τη δεκαετία 1940-1950, ήταν μαζί με το φόβο και την ανασφάλεια η έλλειψη των πιο βασικών ειδών διατροφής. Όταν αναφερόμαστε στην πείνα, που περάσαμε στο χωριό μας, εννοούμε την έλλειψη, για μεγάλα διαστήματα, κυρίως του ψωμιού.

Φυσικά δε γίνεται σύγκριση με την πείνα και τις άλλες δυσκολίες που αντιμετώπισαν τα παιδιά και όχι μόνο στις πόλεις, αλλά εγώ θ’ αναφερθώ στη δική μας πείνα, όπως τη θυμάμαι στο σπίτι μας και στο χωριό μας γενικότερα.

Με την έναρξη του πολέμου (Οκτώβρης 1940), όλοι οι νέοι άνδρες του χωριού μαζί και με τα άλλα «της Ελλάδας παιδιά» επιστρατεύτηκαν, αφήνοντας τα δικά τους παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους γονείς και σε λίγες ημέρες βρέθηκαν στα σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας, για να αντιμετωπίσουν τον πανίσχυρο σε οπλισμό ιταλικό στρατό του Μουσολίνι, που με ιταμότητα ζήτησε να καταλάβει την πατρίδα μας.

Εκεί είπαν, ως γνήσιοι απόγονοι των ηρώων του Λεωνίδα που έπεσαν στις Θερμοπύλες, των Σαλαμινομάχων, των Μαραθωνομάχων και των αγωνιστών του 1821, το δικό τους ΟΧΙ στους επιδρομείς. Φώναξαν «αέρα!», ελευθέρωσαν πολλά χωριά και πόλεις της Βορείου Ηπείρου, μάλιστα ειπώθηκε ότι «οι ήρωες πολεμούσαν σαν Έλληνες», και ενώ ήταν έτοιμοι να ρίξουν τους Ιταλούς στη θάλασσα αναγκάστηκαν, λόγω της επίθεσης που δέχτηκε η Ελλάδα από τις γερμανικές ορδές του Χίτλερ στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, να επιστρέφουν με ψηλά το κεφάλι στα χωριά τους, όσοι φυσικά επέζησαν.

Διέσχισαν με τα πόδια ολόκληρη την Ελλάδα άοπλοι, πεινασμένοι, με τραύματα, ηττημένοι μεν αλλά περήφανοι και δοξασμένοι, γιατί κάνανε το καθήκον τους στο ακέραιο και γιατί γράψανε με το αίμα και τον ηρωισμό τους το ένδοξο Έπος της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας.

Στον πόλεμο αυτό επιτάξανε και όλα τα μουλάρια, που βοήθησαν κι αυτά τους στρατιώτες μας στην πρώτη γραμμή του Μετώπου. Ήταν αυτά που εντυπωσίασαν πολλούς από τους ζωγράφους του πολέμου και τα απαθανάτισαν με το χρωστήρα τους φορτωμένα με πολεμοφόδια ή και τραυματίες να ανεβοκατεβαίνουν στις χιονισμένες και κακοτράχαλες αλβανικές οροσειρές.

Όπως είναι σε όλους γνωστό, από το τέλος της Άνοιξης του 1941 που τελείωσε ο πόλεμος στο Μέτωπο, η πατρίδα μας έζησε, κάτω από την μπότα του Φασισμού και του Ναζισμού, τέσσερα πολύ δύσκολα κατοχικά χρόνια.

Επειδή όμως «ο τράχηλος του Έλληνα ζυγό δεν υποφέρει», συνήλκε γρήγορα από το κακό που τον βρήκε, αντιστάθηκε και συνέχισε τον πόλεμο κατά των κατακτητών. Με όποια προβλήματα και προδοσίες οργανώθηκαν οι Έλληνες στις πόλεις και στη συνέχεια ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά. Από εκεί, σαν άλλοι ήρωες του 1821, με ενέδρες, επιθέσεις και σαμποτάζ κάνανε δύσκολη τη ζωή και την παραμονή των επιδρομέων στην πατρίδα μας. Με τα κατορθώματα τους επηρέασαν τις εξελίξεις και σε άλλα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων κατά των Ναζιστών και Φασιστών, την περίοδο 1941-1944, δεν υστερεί σε τίποτα από τους άλλους απελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδας μας. (Η Κατοχή, ο Ανταρτοπόλεμος, ο Εμφύλιος και φυσικά όσα συνέβηκαν και αφορούν το δικό μας χωριό, είναι κεφάλαια ενός άλλου βιβλίου μου, που θα κυκλοφορήσει αργότερα).

Τα όσα έγραψα παραπάνω, όπως ήταν και φυσικό, επηρέασαν αρνητικά τη μέχρι τότε φυσιολογική ζωή των νοικοκυριών του χωριού μας και γενικότερα όλων των Ελλήνων.

Τα χωράφια και τ’ αμπέλια δεν καλλιεργούνταν πια, όπως πρώτα. Το έργο των τσοπαναραίων έγινε πιο δύσκολο. Το εργατικό δυναμικό και κατά κύριο λόγο οι άνδρες δεν μπορούσαν να πηγαινοέρχονται στη Βόχα, στη Βοϊστίτσα και σ’ άλλα εύφορα μέρη για μεροκάματο. Τα μουλάρια τους χαθήκανε στο Μέτωπο. Από τα λιγοστά τους εισοδήματα η Δεκάτη έπαιρνε το δικό της χαράτσι. Οι διορισμένοι δεκατιστές εισέπρατταν το δέκα τοις εκατό από όλες τις παραγωγές, για λογαριασμό των κατακτητών. Οι ελλείψεις στην αγορά, στα μαγαζιά, όλων των αγαθών και κυρίως των τροφίμων πρώτης ανάγκης, δεν άργησαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους.

Οι μαυραγορίτες, το κατακάθι αυτό της κοινωνίας, με την ανοχή των κατακτητών και των πουλημένων συνεργατών τους, κάνανε χρυσές δουλειές σε βάρος των φτωχών και ανυπεράσπιστων ανθρώπων.

Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα σχολεία και τα δικαστήρια υπολειτουργούσαν. Δε λειτουργούσαν καλά σε ομαλές συνθήκες, σκεφτείτε τότε. Ήταν καλά να μην πάθαινε κανείς τίποτα, γιατί αδίκως θα προσπαθούσε να βρει το δίκιο του.

Η φτώχεια μέρα με την ημέρα έκανε την εμφάνισή της και χτύπαγε την πόρτα όλων ανεξαιρέτως των σπιτιών. Σιγά σιγά συγκατοικούσε, χωρίς να μπορούσαν να την καταπολεμήσουν. Δεκάρα τσακιστή δεν είχαν οι γονείς μας, όχι για ψώνια, αλλά ού­τε και για ν’ ανάψουν κερί στην εκκλησία. Το σιτάρι που κάνανε δεν έφτανε για όλο το χρόνο. Δεν τους έμενε ούτε λίγος σπόρος για τη νέα σπορά. Για λάδι δε γίνεται λόγος, ήταν είδος πολυτελείας και δυσεύρετο.

Αν η πείνα αντιμετωπίζεται δύσκολα από τους μεγάλους, σκεφτείτε πόσο μεγάλο και, ανυπόφορο κακό είναι για τα μικρά παιδιά. Γι’ αυτό μερικές οικογένειες και μάλιστα από τις πολύτεκνες, που ήταν και οι περισσότερες του χωριού, με πέντε παιδιά κατά μέσο όρο, για να ταΐσουν και για να χορτάσουν τα πεινασμένα στόματα, ρόγιαζαν ένα δύο παιδιά, αγόρια και κορίτσια, δέκα δώδεκα χρόνων, ως κοπέλια και υπηρέτες, σε εύπορα σπίτια του κάμπου. Εκεί με τις μικροδουλειές που κάνανε, εξασφάλιζαν το ψωμάκι τους, ένα ζευγάρι παπούτσια και κανά ρουχαλάκι. Πολλές φορές μάλιστα βοηθούσαν να τα φέρει πέρα με τρόφιμα και η υπόλοιπη οικογένεια.

Μετά το χειμώνα οι νερόμυλοι του χωριού μας δεν άλεθαν σιτάρι. Μόνο κριθάρι, βρώμη και αραποσίτι εδώ κι εκεί. Οι γυναίκες ζυμώνανε μόνο κριθαρένιο μαύρο ψωμί και μπομπό­τα που σκόρπαγε και δε γινότανε κανονικό καρβέλι. Μερικές οικογένειες, από άγνοια, φάγανε λαθούρια, με αποτέλεσμα, τα παιδιά κυρίως, να πάθουν λαθουρισμό, δηλαδή μία αρρώστια με νευρολογικές και κινητικές διαταραχές.

Άλλες οικογένειες αντί για ψωμί τρώγανε τα χρόνια εκείνα βελανίδια, όπως και τα γουρούνια. Τα μαζεύανε από κάτι ήμερες βελανιδιές στο Μάζι και τα έψηναν στη θράκα ή τα άλεθαν και τα έκαναν ένα είδος ψωμιού. Ήταν πολύ πικρά και τα γλύκαιναν με λίγες μαύρες σταφίδες, αν είχαν.

Στο δικό μας σπιτικό δοκιμάσαμε κι εμείς τα βελανίδια και την μπομπότα, για να κάνουμε οικονομία στο κανονικό ψωμί.

Η αλήθεια είναι ότι στο χωριό μας, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, δεν πείνασε ο κόσμος, με την κυριολεξία του ρήματος αυτού. Για το λόγο αυτό, πολλοί συχωριανοί μας γύρισαν από τις πόλεις πίσω στο χωριό, για ν’ αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της πείνας. Όλο και κάτι έβρισκαν για φαγητό. Λίγο γάλα από τις γίδες για τα παιδιά, κανένα φρέσκο αβγό, χυλοπίτες, τραχανά και άλλα.

Κρέας, εδώ κι εκεί, έτρωγε κανείς απ’ ό,τι ζωντανό είχε στο σπιτικό του, κυρίως κότα. Θυμάμαι ότι εμείς τα παιδιά και όχι μόνο στήναμε παράνομα στα μονοπάτια θηλιές από σύρμα και πιάναμε πού και πού κανένα λαγό. Από τότε έχω να φάω πάλι.

Οι γυναίκες τότε μαζεύανε στα χωράφια λάχανα που δεν ήταν μόνο πικρά, αλλά πώς να τα έτρωγες χωρίς λάδι και χωρίς ψωμί. Επίσης από τον κήπο, ανάλογα με την εποχή, όλο και βρίσκανε κανά κολοκύθι, αραποσίτια και κυρίως βλίτα. Από φρούτα δεν είχαμε παράπονο. Αν ξέπεφτε κανένα πορτοκάλι, το μοιράζαμε όλη η οικογένεια. Γκόρτσα και μούρες τρώγαμε τόσα που στο τέλος μας έκοβαν. Δεν είχε άδικο η μάνα, που έλεγε: Φάε μούρες, πιες νερό κι έβγα στο προ­σηλιακό, να δεις θέρμες και κακό. Το καλοκαίρι πάντως όλο και απολαμβάναμε, πριν καλά καλά γίνουνε, σύκα και σταφύλια.

Η ζάχαρη κι εκείνη στη μαύρη αγορά κι αν βρισκότανε. Γι’ αληθινό καφέ δε γίνεται λόγος. Οι γυναίκες καβουρδίζανε λίγο κριθάρι και ξεγελιόντουσαν ότι πίνανε καφέ.

Από τη φτώχεια και την ασιτία χτύπησε πολύ κόσμο, ιδίως τους εξασθενημένους οργανισμούς των ηλικιωμένων, η φυματίωση (χτικιό τη λέγανε). Από τις χειρότερες και αθεράπευτες αρρώστιες της εποχής. Πέθαιναν οι δυστυχείς αβοήθητοι και απομονωμένος με το φόβο μήπως κολλήσουν κι άλλοι άνθρωποι. Επίσης η ελονοσία, το καλααζάρ κ.λπ. κάνανε θραύση και λεφτά δεν υπήρχαν, για να αγοράσει κανείς κινίνο και άλλα φάρμακα. Ο θάνατος παραμόνευε παντού.

Τα χρόνια της Κατοχής δεν αντιμετωπίσαμε μόνο τη φτώχεια, τις αρρώστιες και την όποια πείνα περιέγραψα παραπάνω. Ήταν ακόμα και τα χρόνια που όλους «μας έσκιαζε η φοβέρα και μας πλάκωνε η σκλαβιά». Είχαμε μεγάλο φόβο ακόμη και στα σπίτια μας και τα κλειδαμπαρώναμε. Τα βράδια δεν κυκλοφορούσε ο κόσμος στους δρόμους. Δεν ξέραμε αν κάποιος κτυπούσε την πόρτα μας, αν ήταν Γερμανός, Ιταλός, Ταγματασφαλίτης ή Αντάρτης.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ερχόντουσαν και φυσικά δεν έφευγαν με άδεια τα χέρια. Πρώτη προτίμηση είχαν στις κότες, στα κατσικάκια και σε ό,τι άλλο φαγώσιμο. Φυσικά μέναμε κι ευχαριστημένοι, γιατί μπορούσαν να μας κάνουν και κάτι χειρότερο. Για το λόγο αυτό οι πιο πολλές οικογένειες κοιμόντουσαν, καιρού επιτρέποντος, μακριά από τα σπίτια τους στα χωράφια μαζί με τα ζωντανά τους.

Εμείς τα παιδιά βλέποντας, ακούγοντας και βιώνοντας τα δεινά της Κατοχής, δεν είχαμε πια όρεξη για γέλια και παιγνίδια. Ήμασταν γεμάτα θυμό και μίσος προς τους κατακτητές και ονειρευόμασταν τη στιγμή που θα ζούσαμε ελεύθερα και πάλι.

Μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν μέχρι σήμερα, η μαύρη Κατοχή, όπως αποκλήθηκε, δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεχαστεί από κανέναν Έλληνα. Από μένα σίγουρα όχι.

 

Η εκτέλεση του Δάσκαλου Σπύρου Ι. Καραμούντζου*…

 

Ο Δάσκαλος Σπύρος Καραμούντζος του Ιωάννου (1908- 1944). Με άλλους συχωριανούς του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, στις 5 Αυγούστου 1944.

Ο Δάσκαλος Σπύρος Καραμούντζος του Ιωάννου και της Σοφίας, γεννήθηκε στην Καρυά Αργολίδας, το 1908. Στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του παρακολούθησε τα εγκύκλια μαθήματα. Είχε μεγάλο ζήλο για τα γράμματα και για το λόγο αυτό ο πατέρας του, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που είχε, τον πήγε στο Γυμνάσιο του Αργούς, όπου και αποφοίτησε με άριστα. Στη συνέχεια στο Διδασκαλείο της Σπάρτης πήρε το πτυχίο του Δασκάλου. Αφού έκανε τη θητεία του στο στρατό, διορίστηκε, ως δάσκαλος, στον Θούριο της Θράκης, κοντά στα σύνορα, στα νέα μέρη, όπως τα έλεγαν τότε μετά την απελευθέρωσή τους. Στο Δημοτικό Σχολείο Θουρίου υπηρέτησε έξι χρόνια (1926-1932) απ’ όπου και μετατέθηκε στην Αργολίδα.

Εδώ δίδαξε διαδοχικά στα Δημοτικά Σχολεία: Καρυά, ένα χρόνο (1933-34), Κρανιδίου, ένα χρόνο (1934-35), Χούνης, δυο χρόνια (1935-37), και πάλι Καρυάς, επτά χρό­νια (1937-44). Στον πόλεμο του 1940- 41 επιστρατεύτηκε και πολέμησε τους φασίστες Ιταλούς επιδρομείς, στην πρώτη γραμμή του Μετώ­που, στα βουνά της Αλβανίας και της Βό­ρειας Ηπείρου. Κατά τη διάρκεια της Κατο­χής συνέχισε τον απελευθερωτικό αγώνα μέσα από τις τάξεις της Εθνικής Αντίστα­σης.

Οι μαθητές του, όλων των σχολείων που υπηρέτησε, τον ενθυμούνται μέχρι σήμερα και τον ευγνωμονούν, γιατί όπως ομολογούν, από το δάσκαλο τους, Σπύρο Καραμούντζο, έμαθαν γράμματα. Τους πιο πολλούς τους έστελνε στο Γυμνάσιο και επέμενε να μην τους αδικήσουν οι γονείς τους. Τους έκανε μάλιστα και ιδιαίτερο φροντιστήριο, για να πετύχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις. Έτσι βρήκανε το δρόμο τους πολλά Καρυωτάκια τα χρόνια εκείνα.

Δυστυχώς όμως, ελάχιστοι, από τον ευ­ρύτερο χώρο της Καρυάς, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών, τα ονόματα των οποίων δεν θέλω ού­τε καν να τα αναφέρω στην παρούσα συγκυρία, μαζί και με λίγους Βρουστιώτες, κά­νανε τόσο μεγάλο κακό στο χωριό μας, που δε γιατρεύεται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Χίτες, Γερμανοτσολιάδες και Ταγματασφαλίτες θυμάμαι ότι τους λέγανε. Αυτοί συνεργαζόντουσαν και εκτελούσαν τις εντολές των δυνάμεων Κατοχής. Ήταν μάλιστα ντυμένοι και οπλισμένοι από τους Γερμανούς.

Οι ελάχιστοι αυτοί συγχωριανοί και Βρου­στιώτες, μέσα στο ζοφερό κλίμα του μί­σους, του διχασμού και του αδελφοκτόνου αλληλοσπαραγμού, που επικρατούσε τότε, ύπουλα και κατόπιν προδοσίας, κάνανε μπλόκο, αιφνιδίασαν, παγίδεψαν και συνέ­λαβαν το δάσκαλο τους Σπύρο Καραμούντζο, σ’ ένα ξέφωτο του ελατοσκέπαστου Αρτεμισίου, ανυποψίαστο, άοπλο και χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. (Τον καιρό εκείνο, όλοι οι κάτοικοι της Καρυάς τις νύχτες κρυβόντουσαν στις γύρω βουνοπλα­γιές από το φόβο των Γερμανών).

Το σπουδαίο είναι ότι δεν προέβαλαν αντίσταση και δε διαμαρτυρήθηκαν για τα τεκταινόμενα και οι υπόλοιποι παραβρισκόμενοι, άλλοι από φόβο και άλλοι γιατί ήταν μυημένοι και γνώριζαν το τι επρόκειτο να γίνει. Μερικού εξ αυτών μάλιστα ήταν και συγγενείς, αχάριστοι και ευεργετηθέντες. Μαζί του επίσης συνέλαβαν τη γυναίκα του και άλλους πέντε άσχετους, άοπλους και φυσικά αθώους συντοπίτες, που συνέπεσε να διανυκτερεύουν στον ίδιο χώρο. Οι δύο εξ αυ­τών ήταν δάσκαλοι. Στη συνέχεια, πριν καλά κα­λά ξημερώσει, τους έδεσαν με τριχίες, τους προπηλάκισαν βάναυσα, τους ταπείνωσαν, τους λοιδόρησαν με γιουχαίσματα, βρισιές και σπρωξιές και τους κατέβασαν από το βουνό ξυπόλητους και τρέχοντας, πριν φωτίσει, σαν να ήθελαν να προλάβουν κάτι, μέσα από μονοπάτια και ρεματιές και τους παρέδωσαν άνανδρα όλους στο Άργος «ως πρόβατα επί σφαγήν» στο Γερμανικό φρουραρχείο, την Κομαντατούρ, δηλαδή στο στόμα του λύκου.

Ένα μεγάλο γιατί! Μένει αναπάντητο από τους φυσικούς και αμετανόητους αυτουργούς 64 χρόνια μετά. Γιατί πιάσανε αυ­τούς τους συγκεκριμένους εκείνο το βράδυ και ακόμα γιατί τους παρέδωσαν στους Γερμανούς! Οι Γερμανοί, άλλο που δεν ήθελαν, ευχαρίστησαν τους συνεργάτες τους και με συ­νοπτικές διαδικασίες, μετά χαράς, τους εκτέλεσαν και τους έθαψαν σε κοινό τάφο, αστόλιστους, άψαλτους και άκλαυτους, χωρίς την παρουσία συγγενών, την επόμενη νύχτα, πριν ανατείλει ο ήλιος της 5ης Αυγούστου 1944, απέναντι από τον Άγιο Βα­σίλειο Άργους, στην ανατολική όχθη του ξεροπόταμου λίγες ημέρες πριν ξεκουμπιστούν, οριστικά ηττημένοι, από το Άργος και ελευθερωθεί η πατρίδα μας από δαύτους.

Σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες, στις προσπάθειες και στις μεσολαβήσεις, που έγιναν και έγιναν πολλές, προς τις τοπικές γερμανικές αρχές, από φίλους, συγγενείς και άλλους παράγοντες της Κοινωνίας του Άργους, για να τον απελευθερώσουν, ο Σπύρος Καραμούντζος, τους απάντησε με υψηλό αίσθημα ευθύνης, αγωνιστικού πνεύματος, χρέους, πατριωτισμού, αλτρουισμού και ανθρωπισμού, ως δάσκαλος και ως Έλληνας, αφού πρώτα τους ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον τους, ότι θα δεχόταν την κολακευτική πρόταση αποφυλάκισης του, υπό τον βασικό όρο να άφηναν ελεύθερους και όλους ανεξαιρέτως τους συγκρατούμενους του, εκ των οποίων μάλιστα ο ένας υπήρξε και μαθητής του στο σχολείο.

Όπως ήταν αναμενόμενο δε το δέχτηκαν οι Γερμανοί και τον εκτέλεσαν μαζί με όλους τους άλλους. Εξαίρεση έκαναν μόνο για τη σύζυγο του.

Με το παράδειγμα του αυτό, και την εν γένει στάση του, Λίγες ώρες πριν εκτελε­στεί, σφράγισε μία ζωή γεμάτη προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και έδειξε για άλλη μία φορά τι δάσκαλος και τι άνθρωπος ήταν. Με τον πρόωρο και άδικο θάνατο του έμειναν χωρίς προστασία: Η γυναίκα του Ευγενία, η ανήλικη κόρη του Σοφία, εννέα χρονών, οι ηλικιωμένοι γονείς του (ο πατέρας του ήταν τυφλός) και εκατόν τριάντα επτά (137) παιδιά του χωριού δίχως το δικό τους Δάσκαλο.

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος

Εκπαιδευτικός – Ποιητής 

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος,  «Λόγια Καρυάς – Παιδικές Αναμνήσεις και αναφορές 1930-1950», Αθήνα, 2007.

 * Εφημερίδα «Καρυά» Φύλλο 16, Αύγουστος 2008.

 

Read Full Post »

Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής – Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας Πανεπιστήμιο Harvard


 

Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας Πανεπιστήμιο Harvard απευθύνει πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για το Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής που διοργανώνει, αποσκοπώντας στην ανάπτυξη της ελληνικής δραματουργίας και την ανάδειξη και υποστήριξη νέων θεατρικών συγγραφέων. Το Εργαστήριο, με τίτλο «Ιστορικό αντικείμενο», απευθύνεται σε νέους συγγραφείς που δοκιμάζονται ή προτίθενται να δοκιμαστούν στη θεατρική γραφή και επιθυμούν να αποκτήσουν ή να διευρύνουν τις γνώσεις τους και να βελτιώσουν την τεχνική τους. Οι συμμετέχοντες/ουσες θα έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν με τον θεατρικό συγγραφέα Ανδρέα Φλουράκη, εμβαθύνοντας στην τέχνη της θεατρικής γραφής. To Εργαστήριο προσφέρεται χωρίς καμία χρηματική επιβάρυνση.

 

Προαπαιτούμενα

 

Το θέμα του Εργαστηρίου είναι εξειδικευμένο και αφορά τη θεατρική πραγμάτευση της επετείου των 200 ετών από την επανάσταση του 1821. Ποια αντικείμενα συνδέονται με την έννοια της ιστορίας και της εξέγερσης; Μέσα από αυτά τα αντικείμενα, τί ερωτήσεις προκύπτουν για την Ελλάδα 200 χρόνια πριν και για την Ελλάδα σήμερα; Κατά τη διάρκεια του Εργαστηρίου οι συμμετέχοντες/ουσες θα διερευνήσουν, μέσα από την προσωπική οπτική τους, σκέψεις, προβληματισμούς, προσδοκίες και προσωπικές εμπειρίες μικρών εξεγέρσεων, κοιτάζοντας ταυτόχρονα με τη ματιά του θεάτρου τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία μας.

Οι ενδιαφερόμενες/οι καλούνται να δεσμευθούν να παρακολουθήσουν όλες τις συναντήσεις του Εργαστηρίου και να είναι συνεπείς στις ώρες διεξαγωγής του.

 

Στόχοι Εργαστηρίου

 

Οι συμμετέχοντες/ουσες στο Εργαστήριο αναμένεται:

  • Να έρθουν σε επαφή με τις σύγχρονες τάσεις της θεατρικής γραφής.
  • Να εμβαθύνουν τη σχέση τους με την ελληνική ιστορία και να πετύχουν μια κριτική ματιά πάνω στην ιστορία.
  • Να έχουν εποικοδομητική ανατροφοδότηση από τα άλλα μέλη του Εργαστηρίου και τον συντονιστή για την προσπάθειά τους στη γραφή.
  • Να δημιουργήσουν, με την καθοδήγηση του συντονιστή και τη συζήτηση με την ομάδα των ομοτέχνων τους, θεατρικό υλικό πάνω στο θέμα του Εργαστηρίου.

Προσδοκία του συντονιστή είναι, με αφορμή το Εργαστήριο, να δημιουργηθεί θεατρικό υλικό με αφετηρία το συγκεκριμένο θέμα, το οποίο δύναται να παρουσιαστεί σε μορφή συγγραφικής performance. Σε περίπτωση που τα συγγραφικά αποτελέσματα του εργαστηρίου κριθούν ικανοποιητικά, το θεατρικό υλικό θα δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Harvard.

 

Τρόπος υποβολής αιτήσεων συμμετοχής

 

Οι ενδιαφερόμενες/-οι καλούνται να υποβάλουν ηλεκτρονικά ένα δείγμα θεατρικής γραφής το οποίο δεν θα ξεπερνά τις 1000 λέξεις, και θα εμπίπτει στην πραγμάτευση του παραπάνω θέματος. Το δείγμα θεατρικής γραφής θα συνοδεύεται από ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα (με στοιχεία επικοινωνίας) των ενδιαφερομένων έως και τις 16 Σεπτεμβρίου με θέμα: «Συμμετοχή στη σειρά συναντήσεων του Εργαστηρίου Θεατρικής Γραφής – «Αντικείμενα ιστορίας».

Τόπος διεξαγωγής: Το Εργαστήριο θα διεξαχθεί στην αίθουσα σεμιναρίων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (ΚΕΣ) Ελλάδος στο Ναύπλιο.

Συναντήσεις: Το Εργαστήριο θα είναι εντατικό. Οι συναντήσεις θα γίνουν σε τέσσερις συνολικά ημέρες, δηλαδή δύο Σαββατοκύριακα το φθινόπωρο και τον χειμώνα: 13 – 14 Οκτωβρίου και 22 – 23 Δεκεμβρίου 2018.

Επιλογή συμμετεχόντων: Ο αριθμός των συμμετεχόντων θα είναι αυστηρά έως δεκαέξι (16), προκειμένου να γίνει ουσιαστική δουλειά πάνω στα κείμενα του κάθε συγγραφέα. Η επιλογή των συμμετεχόντων θα γίνει από τον συντονιστή του Εργαστηρίου, τον συγγραφέα Ανδρέα Φλουράκη.

Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν την 1η Οκτωβρίου 2018. Οι επιτυχόντες θα ειδοποιηθούν από το ΚΕΣ με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τηλεφωνικά.

Βασική ενδεικτική βιβλιογραφία/θεατρογραφία για τους συμμετέχοντες/ουσες: Επαναστατικά αντικείμενα της Ομάδας Scene+, Α. Φλουράκη Θέλω Μια Χώρα, Ρ. Γαλανάκη Ο Βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, Ά. Φακίνου Το κάστρο της μνήμης, Ι. Ζουργού Η αηδονόπιτα, Μπάυρον Ο Γκιαούρ και οι Επιστολές από την Ελλάδα: 1809-1811 και 1823-1824, Δ. Σολωμού Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Α. Κάλβου Ωδαί, Τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη και το συλλογικό Όψεις της επανάστασης του 1821 της Εταιρίας Μελέτης Νέου Ελληνισμού.

Μετά το πέρας του εργαστηρίου, το ΚΕΣ θα χορηγήσει βεβαίωση συμμετοχής.

Συντονιστής: Ανδρέας Φλουράκης
Προθεσμία υποβολής αιτήσεων: 16 Σεπτεμβρίου 2018
Ημερομηνίες συναντήσεων: 13 – 14 Οκτωβρίου και 22 – 23 Δεκεμβρίου 2018

Για περισσότερες πληροφορίες, παρακαλούμε επικοινωνήστε με τη Ματίνα Γκόγκα, Συντονίστρια Επικοινωνίας & Ανάπτυξη Προγραμμάτων του Κέντρου, μέσω τηλεφώνου (27520 47040 ή/και 27520 47030, Ναύπλιο) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο matina.goga(at)chs.harvard.edu.

 

Ανδρέας Φλουράκης

 

Ανδρέας Φλουράκης

Γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και θέατρο στην Αγγλία (MA Writing for the Theatre and Broadcast Media). Στο θέατρο εμφανίζεται για πρώτη φορά το 2001 με το συλλογικό έργο Πίστη (Θέατρο του Νότου). Το 2003 διακρίνεται στον διαγωνισμό μονόπρακτων του Θεάτρου Τέχνης, το 2004 του απονέμεται η υποτροφία Fulbright, το 2006 το έργο του Αντιλόπες επιλέγεται ως ένα από τα δεκαέξι καλύτερα θεατρικά της Ευρώπης στο πρόγραμμα JANUS, το 2008 βραβεύεται στο διαγωνισμό μονόπρακτων του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρόδου, καθώς και στον διεθνή Διαγωνισμό Μονοδράματος 2006-2008 των UNESCO-Ι.Τ.Ι. ενώ το 2014 το έργο του Ασκήσεις Για Γερά Γόνατα επιλέγεται στην τριάδα έργων του Eurodram.

Θεατρικά του έργα που έχουν παρουσιαστεί: Οι Μέρες Πριν Έρθεις (Θέατρο του Νότου), Φύλλα Της (Θέατρο της Άνοιξης στα πλαίσια της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας και Θέατρο Επί Κολωνώ), Κάσσυ (ΧΙΙΙ Διεθνή Συνάντηση Αρχαίου Δράματος Δελφών), Κέλυφος (104 Κέντρο λόγου και τέχνης), Μπελ Επόκ (Θέατρο Επί Κολωνώ), Λάσσυ (Επί Κολωνώ/Μπιπ), Ασκήσεις Για Γερά Γόνατα (Θέατρο Τέχνης) Mήδειας Πατούσες (Βαφείο), Μήδειας Μπούρκα (Επί Κολωνώ / Διεθνές φεστιβάλ Πάφου σε σκηνοθεσία του ίδιου), Κόκκαλα (Θέατρο Τέχνης), Διώρυγα (Μουσείο Φωταερίου), Μπλε Μαρέν (Αγγέλων Βήμα), Όχι Και Τόσο Άγριο (Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών), Θέλω Μια Χώρα (Φεστιβάλ Αθηνών / Θέατρο Τέχνης), Τυφλή Εμπιστοσύνη (Επί Κολωνώ), Τα Πράγματα Που Παίρνεις Μαζί (Royal Court Theatre), Το Ασυνόδευτο (Θέατρο Skrow), Ταπ Άουτ (Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας Β’ σκηνή σε σκηνοθεσία τους ίδιου) κ.α. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Πορτογαλικά, Ιταλικά, Γερμανικά, Τουρκικά, Ρουμάνικα, Πολωνικά, Αλβανικά, και Φινλανδικά και έχουν παρασταθεί – αναγνωσθεί στα Royal Court Theatre, Gate Theatre, West Yorkshire Playhouse και Tristan Bates στη Μ. Βρετανία, στο φεστιβάλ Oyun Yaz στην Κωνσταντινούπολη, στο Φεστιβάλ του Ελσίνκι, στα Comparative Drama Conference, φεστιβάλ HotINK, φεστιβάλ GI60, Lincoln Centre Theatre στις Η.Π.Α., στο Εθνικό Θέατρο της Αλβανίας, στο Εθνικό Θέατρο της Μαδρίτης, κ.α. 

 

Read Full Post »

Older Posts »