Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συνθέτης’

Νανόπουλος Γιάννης


 

Γιάννης Νανόπουλος

Γιάννης Νανόπουλος

Ο τραγουδοποιός Γιάννης Νανόπουλος γεννήθηκε στο Άργος, όπου και έμεινε έως τα είκοσι του χρόνια. Από μικρό παιδάκι, σχεδόν μεγάλωσε μέσα στο καμαρίνι προβολής του κινηματογράφου «Ορφέα» στο Άργος, του παππού του Σπύρου Μαυροειδή. Από την ηλικία των 15 περίπου χρονών ξεκινά μόνος του να μαθαίνει κιθάρα και να δημιουργεί σιγά σιγά τα πρώτα δικά του τραγούδια. Στην συνέχεια καταπιάνεται αυτοδίδακτα με πλήκτρα και φυσαρμόνικα.

Το 1980 τελειώνει το Επαγγελματικό Λύκειο και αμέσως μετά ανεβαίνει για σπουδές Marketing στην Αθήνα. Την ίδια περίοδο δημιουργεί διάφορα ερασιτεχνικά μουσικά σχήματα και παρουσιάζεται σε διάφορες πειραματικές σκηνές της Αθήνας. Από το 1990 και για 20 συνεχόμενα χρόνια, αρχίζει να εργάζεται σε γνωστό Δημοτικό ραδιοφωνικό σταθμό της Αττικής αρχικά ως μουσικός επιμελητής και στην συνέχεια ως ραδιοφωνικός παραγωγός και διευθυντής προγράμματος.

Το 2007 εγκαταλείπει την πρωτεύουσα και επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι, στην Πυργέλλα Άργους, όπου πλέον και ζει μόνιμα. Από εκείνο το διάστημα έως και σήμερα, ασχολείται ενεργά με διάφορα μουσικά και όχι μόνο καλλιτεχνικά δρώμενα, τόσο στην περιοχή της Αργολίδας, όσο και της Αττικής.

Έχει ασχοληθεί εκτός των υπολοίπων με ενορχήστρωση, μουσική κινηματογράφου, θεάτρου, ερμηνείες ειδικών θεατρικών ρόλων και μελοποίηση ποιημάτων Ελλήνων ποιητών.

Το 2008 δημιουργεί τον προσωπικό του κινηματογράφο «Σινεμά ο Παράδεισος», τον οποίο προσφέρει αφιλοκερδώς για προβολές σε σχολεία και άτομα με ειδικές ανάγκες.

Το 1999 παρουσιάζεται σε διαγωνισμό ερμηνείας Ελληνικού τραγουδιού, που διοργάνωσε η ΕΡΤ κατακτώντας το πρώτο βραβείο. Το 2011 το τραγούδι του «Πέταγμα» κατακτά την πρώτη θέση σε πανελλήνιο διαδικτυακό διαγωνισμό τραγουδιού, ανάμεσα σε 250 συνολικά τραγούδια, και το 2012 το τραγούδι του «Σαν Αερικό» κερδίζει την πρώτη και τρίτη θέση αντίστοιχα σε δύο ακόμη διαδικτυακούς διαγωνισμούς τραγουδιού στην Ελλάδα και στους Έλληνες του εξωτερικού.

Επίσης την ίδια χρονιά μελοποιεί ποιήματα από την ποιητική συλλογή της Ελένης Νανοπούλου, «Ολόγραμμα», τα οποία παρουσιάζονται παράλληλα με το βιβλίο της, στην Τεχνόπολη στο Γκάζι με την χορηγία του Δήμου Αθηναίων και στην συνέχεια στην Αρχαία αγορά του Άργους. Από αυτή την μελοποίηση το μελοποιημένο ποίημα με τίτλο «Χρώματα», κερδίζει την 1η θέση σε πανελλήνιο διαδυκτιακό διαγωνισμό τραγουδιού, το 2012.

Το 2012 δημιουργεί την μουσική και το ομότιτλο τραγούδι για την ταινία «Τόπος Εδώ», των Δημήτρη και Ορέστη Σταυρόπουλου, στα πλαίσια του δεύτερου Φεστιβάλ ψηφιακού κινηματογράφου της Αθήνας. Η ταινία κερδίζει τιμητική διάκριση και προβολή στο εξωτερικό.

Το 2012 και το 2013 με δική του πρωτοβουλία διοργανώνει σε ιδιωτικό χώρο το πρώτο και το δεύτερο αντίστοιχα μουσικό φεστιβάλ για μουσικούς και σχήματα της περιοχής μας.

Τον Μάρτιο του 2014, μελοποιεί για μια κιθάρα, δύο ποιήματα από την ποιητική συλλογή τού Καθηγητή – Ποιητή Πάνου Λιαλιάτση, τα οποία και παρουσιάζονται ζωντανά για πρώτη φορά στο Βουλευτικό Ναυπλίου (Πρώτη βουλή των Ελλήνων) ταυτόχρονα με την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του «Λυρικό Ημερολόγιο», έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

Από το 2014 έως και σήμερα έχει λάβει μέρος αφιλοκερδώς σε πολλές μουσικές εκδηλώσεις (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, Α.Μ.Ε.Α, Κοινωνικά παντοπωλεία πολιτών, Πανελλήνια συνέδρια, Πολιτιστικοί σύλλογοι). Ασχολείται μέχρι και σήμερα επαγγελματικά ως ραδιοφωνικός παραγωγός σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αθήνας και της Αργολίδας. Κατά καιρούς επιμελείται και παρουσιάζει μεγάλα πολυμορφικά αφιερώματα σε γνωστούς Έλληνες συνθέτες (Ζαμπέτας-Χατζιδάκις-Καββαδίας κ.λ.π) και σε παραστάσεις – εκδηλώσεις ειδικού ενδιαφέροντος (Αφιερώματα σε κινηματογραφικά τραγούδια-ταινίες).

Το 2014 κυκλοφορεί την πρώτη του προσωπική μουσική δουλειά, με τίτλο «Πέταγμα» σε δική του σύνθεση, στίχους, ερμηνεία και παραγωγή.

Στις 20 Φεβρουάριου 2016, μαζί με τους συνεργάτες του, ανεβάζουν στην Αίθουσα τέχνης και πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος» στο Άργος, ξεχωριστή πολυμορφική εκδήλωση-παράσταση για τον ποιητή Νίκο Καββαδία, σε επιμέλεια παρουσίασης, παραγωγή και σκηνοθεσία δική του, με την στήριξη της περιφέρειας Πελοποννήσου.

Λίγο αργότερα στις 18 Αυγούστου 2016, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Estella Festival 2016 ενταγμένο στις καλοκαιρινές εκδηλώσεις του Υπουργείου Πολιτισμού, παρουσιάζει την πανσέληνο μουσική βραδιά για τον Νίκο Καββαδία στο κάστρο του Παράλιου Άστρους Κυνουρίας, με την υποστήριξη του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας και του συλλόγου «Πυραμία».

Στην διάρκεια της μουσικής του καριέρας, έχει κατά καιρούς συνεργαστεί με γνωστούς μουσικούς, όπως ο Νίκος Τουλιάτος, ο Βασίλης Καζούλης, ο Χρήστος Λέκκας, ο Δημήτρης Υφαντής κ.α.

Στις 19 Αυγούστου 2016, ως μέλος του εναλλακτικού μουσικού σχήματος «Μηδέν Άγαν» ανοίγουν τη συναυλία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου στον έντεχνο πολυχώρο «Άνοιξη» στην Ασίνη Ναυπλίου.

To Καλοκαίρι του 2017, συμμετείχε μαζί με τους συνεργάτες του, στο 1ο Φεστιβάλ «Δρόμοι Πολιτισμού Αργολίδας» της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με την επιμέλεια και παρουσίαση της διαδραστικής μουσικοχορευτικής παράστασης «ΣΙΝΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ 1955-1970: Μουσική και κάτι παραπάνω».

Τον Ιούλιο του 2018, συμμετείχε και πάλι με τους μουσικούς του συνεργάτες στο 2ο Φεστιβάλ «Δρόμοι Πολιτισμού Αργολίδας» έχοντας τις ερμηνείες και την επιμέλεια της παρουσίασης για την μουσικοχορευτική παράσταση «Παράλληλοι δρόμοι δύο κορυφαίων Ελλήνων συνθετών: Γιώργος Ζαμπέτας & Σταύρος Κουγιουμτζής».

Τον Δεκέμβριο του 2018, μαζί με τους μουσικούς του συνεργάτες, παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο μουσικό και οπτικό αφιέρωμα για τον ποιητή, στιχουργό και πεζογράφο Μάνο Ελευθερίου, με τίτλο «80 Χρόνια Μαλαματένια Λόγια 1938-2018). Η εκδήλωση της παράστασης αυτής, έγινε στην αίθουσα τέχνης & πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος» στο Άργος.

 

Read Full Post »

Παπαϊωάννου Γιάννης (1914-1972)

 


 

Χαράματα τρίτης Αυγούστου 1972, σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα έφυγε ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς δημιουργούς του Λαϊκού ρεμπέτικου τραγουδιού. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Ο σεμνός, τίμιος ειλικρινής άνθρωπος και καλλιτέχνης, που αποτύπωσε στα τραγούδια του τις χαρές, τις λύπες, τους καημούς και τα σκιρτήματα του ελληνικού λαού. Γιατί στη ζωή του ο Γιάννης Παπαϊωάννου έζησε όλη τη μοίρα της Ελλάδας, τον 20ο αιώνα: μικρασιατική καταστροφή, πείνα, φτώχεια, δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, ένας εμφύλιος, κατοχή, δύο δικτατορίες, ξενιτιά.

Γράφει στην αυτοβιογραφία του ο αξέχαστος Κιώτης δημιουργός:

«Γεννήθηκα στην Κίο της Μ. Ασίας το 1914. H καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Aττάλεια. Eίχε φύγει 22 χρόνων από κει και είχε μπαρκάρει στα καράβια κι έκανε δρομολόγια Kωνσταντινούπολις – Mουδανιά – Kίος, (αυτή τη γραμμή δούλευε από πολλά χρόνια κι έτσι γνώρισε τη μητέρα του Γιάννη Παπαϊωάννου στην Kίο, αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν). H μητέρα μου λεγόταν με το πατρικό της όνομα Xρυσή, το γένος Bονομπάρτη και ο πατέρας μου Παναγιώτης. O πατέρας της μητέρας μου είχε μεγάλη περιουσία, επί το πλείστον ελαιώνες. O πατέρας μου ήταν πολύ σπάταλος, δεν τα εχτιμούσε τα λεφτά, αλλά η μάνα μου του κολλούσε κι έτσι μάζευε τα λεφτά κι αγοράσαμε σπίτια και κτήματα.

Στην αγκαλιά της γιαγιάς του.

Στην αγκαλιά της γιαγιάς του.

Ήμουν 8 χρονών παιδί που έχασα τον πατέρα μου. Tότες με την καταστροφή της Mικράς Aσίας το 1922 με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου ― τη μάνα της μάνας μου ― φύγαμε για την Ελλάδα. Kι αυτή τη φρίκη τη θυμάμαι σαν όνειρο. Είναι εικόνες που ποτέ δεν μου έφυγαν από το μυαλό! O κόσμος φώναζε βοήθεια και η θάλασσα ήταν γεμάτη αίμα, μπαούλα, ρούχα και άλλα. Είμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι, είχαμε μεγάλη περιουσία στην Kίο, αλλά όταν φύγαμε, πήραμε μια μαξιλαροθήκη, τις εικόνες, τις φωτογραφίες και κάτι συμβόλαια στα Tούρκικα.  Xαλασμός κόσμου, αίμα, δυστυχία, τι να σκεφθείς; Άλλωστε είχαν αρχίσει να μπαίνουν Tούρκοι στο χωριό μας και φύγαμε με τρόμο και μόλις προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο καράβι μαζί με κάτι θείους μου, από το σόι της μάνας μου. Όλοι λέγανε ότι θα τα κανόνιζε το κράτος και θα ξαναγυρίζαμε. Όλοι το πιστεύανε!

Άρχισαν τα μαρτύρια. Όσοι έζησαν αυτά τα πράματα τα ξέρουνε. Mόνον οι Mικρασιάτες. Στους άλλους φαίνονται παραμύθια. Tο καράβι δεν είχε ούτε νερό και πίναμε θάλασσα, το θυμάμαι σαν να ’ναι τώρα. Αυτό που είχε δηλαδή σώθηκε, έπιναν τόσα στόματα. Πίναμε και από τα σωληνάκια από τις εξατμίσεις του καραβιού όπου έβραζε ο ατμός και το αφήναμε να κρυώσει για να το πιούμε. Kάναμε μια στάση στη Σαμοθράκη και βγήκαν κάτι λίγοι να γεμίσουν τα βαρέλια με νερό. Όταν τα έφεραν τα βαρέλια στο καράβι και ξεκινήσαμε, το νερό είχε βατράχια. Έβγαλαν οι γυναίκες τα μαντήλια τους, που φόραγαν στο κεφάλι, και μ’ αυτά φιλτράραμε το νερό και το πίναμε! Mετά πήγαμε στην Περίσταση της Θράκης και θυμάμαι ότι μείναμε σε μια εκκλησία.

Με τη Μελίνα Μερκούρη.

Με τη Μελίνα Μερκούρη.

Mετά από λίγο καιρό, μας έδιωξαν κι από κει και μας έφεραν στον Πειραιά, στον Άη Γιώργη, στο Kερατσίνι, εκεί που είχαν τους τρελλούς. Mας έβαλαν σε κάτι αποθήκες που ήτανε γεμάτες σκουλήκια. Άλλα μαρτύρια. Ποτέ δεν ξεχνιούνται. Mας έκαναν καραντίνα και μας έβαλαν τα ρούχα στον κλίβανο. Οι ντόπιοι μάς έκλεβαν τα ρούχα, ό,τι είχαμε, ακόμα και τα παπούτσια! Ποιος μπορεί να ξεχάσει; Πείνα, δυστυχία, περιφρόνια… Πώς να σου φύγουνε αυτά από το μυαλό;

Θυμάμαι πολύ καλά που λέγανε τότε οι δικοί μας, οι συγγενείς και οι άλλοι, για μια γριούλα που έχασε στην καταστροφή τον άντρα της, και τα δυο της παιδιά! Άργησαν να φύγουν φαίνεται και τους έσφαξαν οι Tούρκοι. Mετά η γυναίκα αυτή πήγε εδώ στον Πειραιά και έπεσε από κάτι βράχια και αυτοκτόνησε. Δεν μπορούσε να αντέξει, φαίνεται τόσους θανάτους. Tη γυναίκα αυτή την ήξερε κι η μάνα μου. Εκείνη μας το έλεγε και δεν μπορούσε να κρατήσει μέχρι τελευταία που το θυμόταν τα δάκρυά της.

Mετά πήγαμε στον Άγιο Διονύση, εκεί είχε πεύκα και ήταν πρώτα νεκροταφείο. Kάναμε τσαντήρια και μείναμε. Άλλα μαρτύρια. Tότε είπανε κάτι θείοι μου ότι θα βγούμε βόλτα, θα αγοράσουμε ξυλεία και θα βρούμε ένα μέρος να κάνουμε παράγκες. Kαι πράγματι έτσι έγινε. Aγοράσανε ξυλεία κι ήρθαμε στις Tζιτζιφιές. Kάναμε 8 παράγκες στη γραμμή. Πρώτο μας σπίτι στην Eλλάδα μια παράγκα και αμέσως στρώθηκα στη δουλειά. Eίχα να θρέψω τον εαυτό μου, τη μάνα μου και τη γιαγιά μου. Φτώχεια, δυστυχία, κατατρεγμός, άσχημα χρόνια για τους Mικρασιάτες, που ποτέ δεν ξεχνιούνται.

Ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου, με τη μητέρα του και το ακορντεόν του.

Ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου, με τη μητέρα του και το ακορντεόν του.

Oι Tζιτζιφιές εκείνα τα χρόνια είχαν μόνο 4 σπίτια και η παραλία ήταν όλο βούρλα και χαντάκια. Tέλος, είχα φτάσει τα 14 χρόνια μου. Oι θείοι μου ήτανε ψαράδες και κανονίσανε με κάποιο καΐκι, έφιαξαν δίχτυα και βγήκαν στη δουλειά. Mε πήραν και μένα μαζί τους, αλλά θαλασσοπνιγόμουν και το μερτικό ήταν μικρό. Έφυγα και πήγα σε έναν άλλο θείο μου, που ήταν μαραγκός. Έκατσα λίγο καιρό, αλλά περισσότερο ήταν το ξύλο παρά το ψωμί που έτρωγα! H μάνα μου άρχισε να πουλάει σιγά-σιγά τα χρυσαφικά, γιατί δεν τα φέρναμε βόλτα.

Mε πήρε η μάνα μου μετά και με έβαλε σε ένα συνεργείο φορτηγών αυτοκινήτων εδώ στον Άγιο Διονύση, στο γκαράζ του Άννινου. Eκεί μέσα ήταν το συνεργείο του Γιάννη Kότσια.  Δούλεψα ένα διάστημα και όσο έπαιρνα τα έδινα στο σαπούνι για να βγάζω τη μουτζούρα από πάνω μου. Ήμουνα και ναυτοπρόσκοπος σαλπιγκτής. Γιατί από μικρό παιδί στην Kίο έπαιζα φυσαρμόνικα.

Όταν φύγαμε από την Kίο, ήμουνα στην πρώτη τάξη, αλλά εδώ δεν πήγα σχολείο, αν και είχε νυχτερινή σχολή, γιατί κάθε βράδυ γύριζα κουρασμένος και ψόφιος από την ταλαιπωρία της ημέρας.

Bγήκα μετά στις οικοδομές. Kουβάλαγα ζεμπίλια, έκανα κάθε λογής δουλειά. Ήμουνα σκληραγωγημένος, γιατί είχα τραβήξει τόσα πολλά. Aγώνας για τη φασολάδα. Eίχα όρεξη να φάω 10 φασολάδες κι έτρωγα μία. Bλέπετε φτώχεια. Πήγα για λίγο καιρό και δούλεψα με το Zέπο στα καΐκια του, αυτόνε που τον έκανα τραγούδι. Mεγάλος αυτός ο άνθρωπος, μεγάλη ιστορία. Φίλος μου.

Συνέχισα τη δουλειά μου στις οικοδομές. Kουβάλαγα άμμο, κάθε μέρα στο γιαπί, κάθε μέρα κούραση. Mετά σιγά-σιγά πήρα και το μυστρί, άρχισα να γίνομαι μάστορας. Έτσι πέρασε λίγος καιρός κι αρχίσαμε να ανασαίνουμε με τη γριά.

Εκεί στη γειτονιά μου ήταν δυο αδέρφια που είχαν φορτηγό αυτοκίνητο, ο Mήτσος και ο Nίκος. Eίχα κι εγώ από τότε νοσταλγία με τη ρόδα. Πήγα μαζί τους. Tσούλαγε το αυτοκίνητο, τσουλάγανε και οι μέρες. Kουβαλάγαμε τσιμέντα και σίδερα στο Mαραθώνα. Στο γυρισμό κουβαλάγαμε κόσμο από το δρόμο. Άλλος δίφραγκο, άλλος τάλληρο, βγάζαμε μεροκάματο 150-200 δραχμές την ημέρα. Ήμουνα καλά. H δουλειά αυτή κράτησε κανένα χρόνο. Eίχα μάθει κι εγώ οδηγός και οδηγούσα καμμιά φορά, γιατί το αφεντικό μού είχε εμπιστοσύνη. Ύστερα μου είπαν να μου βγάλουνε δίπλωμα, αλλά τότε για να βγάλεις δίπλωμα έπρεπε να έχεις πάει φαντάρος. Φτάσαμε έτσι στο 1928.

Ήμουνα και τερματοφύλακας του «Φαληρικού». Επειδή χτύπησα άσχημα σε κάποιο παιχνίδι φώναζε η μάνα μου να σταματήσω την μπάλα. Συμφωνήσαμε να μου πάρει πρώτα ένα μαντολίνο. Μου το πήρε και αργότερα πήρα κιθάρα που την έκανα χαβάγια. Ένα μεσημέρι άκουσα τυχαία το «Μινόρε του τεκέ» του Χαλκιά. Τρέλλα. Αυτό ήταν η αιτία να πάρω το μπουζούκι και να γίνω Παπαϊωάννου. Τόχα κρυμμένο το μπουζούκι σε κάποιου φίλου το σπίτι και πήγαινα κάθε μέρα και μάθαινα.

Τζιτζιφιές, 1947

Τζιτζιφιές, 1947

Αυτό το όργανο με τράβαγε. Είναι άσχημος νταλκάς αυτό το παλιόξυλο. Ένας τρελλός γέρος ζητιάνος που κατέβαινε στις Τζιτζιφιές και έπαιζε μπουζούκι ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος. Είχα γράψει την «Φαληριώτισσα» και την τραγούδαγα στις γειτονιές με τους φίλους. Κάποιος με άκουσε και με πήγε στην «ΟΝΤΕΟΝ» στο γερό Μάτσα και στον Περιστέρη. Όταν με ειδοποίησαν να πάω για γραμμοφώνηση, ήμουνα με τα ρούχα της δουλειάς, όλο ασβέστες. Έβαλα τη «Μοδιστρούλα», το «Ραντεβού σαν περιμένω» και τ’ άλλα.

Το 1935 πήγα φαντάρος. Μετά κάναμε κομπανία και φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη γιατί εδώ μας κυνήγαγε η αστυνομία, εγώ, ο Μάρκος, ο Στράτος, ο Μπάτης, ο Κερομύτης και το Ανεστάκι. Ύστερα με την ίδια κομπανία έπιασα δουλειά στο «Δάσος» στο Βοτανικό. Αργότερα έγραψα το «Λόγια σου λεν», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Λουλουδάκι», «Σαλονικιά», «Απόψε έλα κοντά μου» κ.α.

Μετά τον πόλεμο εγώ και ο Μάρκος κάναμε πρώτα τις Τζιτζιφιές στέκι. Κάθε βράδυ εκεί χάλαγε ο κόσμος. Τότες έγραψα το «Άνοιξε-άνοιξε», «Ζέπος», «Απ’ της Ζέας το λιμάνι», «Πριν το χάραμα», «Λεβεντόπαιδο», «Περικλής», «Αλανιάρικο», «Σβήσε το φως», «Είμαστε φίλοι», «Παναής», «Καψούρης», «Γυναίκα του μπελά», «Άσε με άσε με», «Πέντε Έλληνες» κ.α.

Εμείς είμαστε η ιστορία της λαϊκής μουσικής. Γι’ αυτό λέω ότι, όταν πεθαίνουμε κι εμείς οι τελευταίοι, ο Μάρκος κι εγώ, ο Τσιτσάνης και κάτι λίγοι ακόμη, δεν πρόκειται να ξαναγραφτεί αληθινό ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι. Γιατί αυτό δεν μπορεί να το γράψει όποιος – όποιος ή όποτε του καπνίσει. Πρέπει να το ζήσει, να το νοιώθει, να τόχει στο αίμα του».  

Γενικά τα τραγούδια του Γ. Παπαϊωάννου χαρακτηρίζονται από ένα κράμα καντάδας, μπάλου και μικρασιάτικων ακουσμάτων. Θεωρείται ο πρώτος, στο λαϊκό ρεμπέτικο τραγούδι, που χρησιμοποίησε στις ηχογραφήσεις του το λεγόμενο «πρίμο σεκόντο» (διφωνία).

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που ταξίδεψε στην Αμερική, το 1953, για να τραγουδήσει στους εκεί απόδημους Έλληνες. Μετά την επιστροφή του έμεινε μόνιμος συνεργάτης του Βασίλη Τσιτσάνη.

 

Πηγές

 


  • Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.
  • Γιάννης Παπαϊωάννου, «Ντόμπρα και σταράτα», Αυτοβιογραφία,  επιμέλεια Χατζηδούλης Κώστας, Κάκτος, Αθήνα,1982.

Read Full Post »

Τρίγκας Βαγγέλης

« να αφήσουμε χώρο να αναδειχθεί το ένα μπουζούκι και να ξεφύγουμε από τη λογική ότι τα πάντα παίζονται με δύο μπουζούκια πρίμο σεκόντο, ισοπεδώνοντας και απονευρώνοντας θαυμάσιες εισαγωγές, κυρίως παλιών τραγουδιών, όπου το ένα μπουζούκι είχε την ελευθερία να αυτοσχεδιάζει. Έτσι μπορούμε να δώσουμε μια νέα πορεία στο μπουζούκι που αγαπάμε και να το κάνουμε ζωντανό και ελκυστικό!»

ΤρίγκαςΓεννήθηκε το 1960 στο Άργος. Στο περιβάλλον που έζησε υπήρχε έντονα το στοιχείο λαϊκού τραγουδιού. Άκουσε για πρώτη φορά τα μεταπολεμικά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια από δίσκους που είχε ο πατέρας του. Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» με τη Νίνου και τον Τσιτσάνη τον εντυπωσίασε πολύ κι ήταν για αυτόν το ξεκίνημα μιας μακροχρόνιας σχέσης με το λαϊκό τραγούδι και το μπουζούκι. Το σύγχρονο τραγούδι εκείνης της εποχής γύρω στο ’68 το μαθαίνανε από το ραδιόφωνο. Ήταν η εποχή που τις Κυριακές η ‘ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ’ παρουσίαζε τα τραγούδια της.

Με το μπουζούκι άρχισε να ασχολείται από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου. Στα πρώτα βήματα πήρε μαθήματα από τον πατέρα του που έπαιζε ερασιτεχνικά, αλλά αυτό ήταν αρκετό για να τ ου δώσει το έναυσμα να ξεκινήσει, στη συνέχεια να το αγαπήσει και να αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σ’ αυτό. Δεν πήγε σε δάσκαλο και είναι αυτοδίδακτος. Ωστόσο θεωρεί δάσκαλους του όλους αυτούς τους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού που με μεγάλο ενδιαφέρον άκουγε από τους δίσκους, να παίζουν τόσο γοητευτικά. Στα 15 του, μαθητής στο γυμνάσιο, άρχισε να παίζει ημιεπαγγελματικά και μετά από 2 χρόνια επαγγελματικά, ενώ παράλληλα περιστασιακά με αρκετούς, επώνυμους και μη, τραγουδιστές. Σταθμός του, συνεργασία του με τη Μαίρη Λίντα το 1983.

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με τον Γιώργο Νταλάρα στο Θέατρο Παλλάς

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με τον Γιώργο Νταλάρα στο Θέατρο Παλλάς

Από το 1992 και µετά παίζει µόνο σε συναυλίες και ασχολείται αποκλειστικά µε τη διδασκαλία του οργάνου, παραδίδοντας µαθήµατα στις σχολές που έχει στο Άργος,  στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, προσκεκλημένος από ωδεία, µμουσικές σχολές και συλλόγους. Κάνει επίσης σεµινάρια σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, µε κύριο αντικείμενο συζήτησης την τεχνική του οργάνου και µε θέµατα που αφορούν γενικότερα στο µπουζούκι. Σε λίγο καιρό, θα είναι έτοιµο ένα πρόγραµµα βιντεοσκοπηµένων µαθηµάτων, που θα γίνονται µέσω του διαδικτύου.

 

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με την Μαρία Φαραντούρη

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με την Μαρία Φαραντούρη

Εκτός από κάποιες µικρές µουσικές σκηνές που κατά καιρούς εµφανίζεται, η συνεργασία του µε τη Μαρία Φαραντούρη τα τελευταία χρόνια του έδωσε τη δυνατότητα να παίξει σε συναυλίες, όχι µόνο στην Ελλάδα, αλλά κυρίως σε πολύ γνωστούς µουσικούς χώρους ευρωπαϊκών πόλεων, όπως τη Φιλαρµονική του Μονάχου, το Concert Haus της Βιέννης, τη Γλυπτοθήκη της Κοπεγχάγης, στο Παρίσι, στη Ζυρίχη και αλλού. Το Δεκέμβριο του 2004 κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός του δίσκος, µε τίτλο 12 οργανικά για τρίχορδο µπουζούκι (Καθρέφτης), που περιλαµβάνει δέκα δικές του συνθέσεις, αλλά και διασκευές στα τραγούδια Τρελλή που θέλεις να µε στεφανώσεις (Βασίλης Τσιτσάνης) και Μέρα Μαγιού (Μίκης Θεοδωράκης- Γιάννης Ρίτσος)

 

 

Βαγγέλης Τρίγκας – 12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι

 

12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι Κυκλοφορεί από τον ΚΑΘΡΕΦΤΗ ήχων αληθινών ένα νέο CD με πρωταγωνιστή το τρίχορδο μπουζούκι και ταυτόχρονα μας συστήνει τον Βαγγέλη Τρίγκα έναν πρωτοεμφανιζόμενο στη δισκογραφία σολίστα, με αρκετή όμως προϋπηρεσία και ενασχόληση με το αγαπημένο του όργανο. Το CD αυτό που, στα δέκα από τα δώδεκα κομμάτια του, περιέχει οι μουσικές είναι φτιαγμένες από τον ίδιο τον Βαγγέλη Τρίγκα, συμπληρώνεται με δύο τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη και του Μίκη Θεοδωράκη που παρουσιάζονται σε οργανική μορφή.

Τα οργανικά παρουσιάζονται με την κλασσική συνοδεία: κιθάρα, μπάσσο πιάνο και μπαγλαμά από συγκρότημα μουσικών που συνοδεύει τον Βαγγέλη Τρίγκα που στα περισσότερα παίζει με ένα μπουζούκι αφού όπως λέει και ο ίδιος στο σημείωμά του στο φυλλάδιο που συνοδεύει τον δίσκο : « να αφήσουμε χώρο να αναδειχθεί το ένα μπουζούκι και να ξεφύγουμε από τη λογική ότι τα πάντα παίζονται με δύο μπουζούκια πρίμο σεκόντο, ισοπεδώνοντας και απονευρώνοντας θαυμάσιες εισαγωγές, κυρίως παλιών τραγουδιών, όπου το ένα μπουζούκι είχε την ελευθερία να αυτοσχεδιάζει. Έτσι μπορούμε να δώσουμε μια νέα πορεία στο μπουζούκι που αγαπάμε και να το κάνουμε ζωντανό και ελκυστικό!»

12 ΟΡΓΑΝΙΚΑ ΓΙΑ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ

1. Χασάπικο μινόρε 4.26
2. Νοσταλγία 3.14
3. Αργό χασάπικο χιτζάζ 3.02
4. Ταξίμι μινόρε και αλλέγκρο 3.51
5. Αυτοσχεδιασμός 2.26
6. Χασαποσέρβικο 2.20
7. Βαρύ ζεϊμπέκικο 4.20
8. Χόρα 3.58
9. Ζεϊμπέκικο Χιτζάζ 2.58
10. Εναλλαγή 3.59
11. Τρελλή που θέλεις να με στεφανώσεις 4.19
(Βασίλη Τσιτσάνη)
12. Μέρα μαγιού 3.31
(Μίκη Θεοδωράκη – Γιάννη Ρίτσου)

 

Πηγή

  •  Ένωση Μουσικοσυνθετών Στιχουργών Ελλάδος (ΕΜΣΕ)

Read Full Post »