Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Σχολεία’

Μαθητές από την Αργολίδα στα Σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης Λακωνίας[1] (1862-1912)


 

Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού μικρό ποσοστό των μαθητών, 6% περίπου, στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης στο Νομό Λακωνίας προερχόταν από περιοχές εκτός της Λακωνίας. Το ποσοστό αυτό μειωνόταν σταδιακά από το 1862 έως το 1912, ώστε να φτάσει στο 4% περίπου επί του μαθητικού πληθυσμού. Καθώς η μείωση αυτή παρατηρείται σε παιδιά που προέρχονταν από όλες τις κοινωνικο- επαγγελματικές ομάδες, το πιθανότερο είναι οι νέες γενιές να απέκτησαν πλέον τη λακωνική ιθαγένεια και οι νέοι που έρχονταν από αλλού, να ήταν ελάχιστοι. Ειδικά στις αρχές του 20ού αιώνα είχαν ανοίξει οι δίοδοι για μετανάστευση είτε στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας είτε στο εξωτερικό.

Επαγγελματική Σχολή Σπάρτης. Ανεγέρθηκε το 1911 με δαπάνες του ζεύγους, Ιωάννου και Αικατερίνης Γρηγορίου, στεγάστηκε το Γυμνάσιο Αρρένων μέχρι το 1935.

Επαγγελματική Σχολή Σπάρτης. Ανεγέρθηκε το 1911 με δαπάνες του ζεύγους, Ιωάννου και Αικατερίνης Γρηγορίου, στεγάστηκε το Γυμνάσιο Αρρένων μέχρι το 1935.

Τα περισσότερα από τα παιδιά αυτά φοιτούσαν στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης στη Σπάρτη. Στα συγκεκριμένα σχολεία το ποσοστό των «ξένων» μαθητών ανερχόταν αρχικά στο 9% και αργότερα στο 6%. Λιγότερα, μόλις 6% περίπου, ήταν τα παιδιά αυτά στα σχολεία του Γυθείου, ενώ ελάχιστα, 2% περίπου, ήταν οι μαθητές αυτοί στην ευρύτερη αγροτική περιοχή της Λακωνίας.

Όπως είναι φυσικό, στην πρωτεύουσα του νομού, τη Σπάρτη, το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών αυτών ήταν παιδιά δημοσίων υπαλλήλων (30,36%), ενώ λίγο μικρότερο ήταν το ποσοστό αυτό στο Γύθειο (20,22%).

Επίσης, στη Σπάρτη υψηλό ήταν και το ποσοστό των παιδιών των μεταφορέων (18,18%), που προέρχονταν από άλλες περιοχές της Ελλάδας,  όπως και το ποσοστό των παιδιών των εμπόρων στο Γύθειο, 9,41%. Ελάχιστο,  μόλις 3,36%, ήταν το ποσοστό των μαθητών αυτών από αγροτικές οικογένειες, στα σχολεία της Σπάρτης.

Τα περισσότερα παιδιά, που προέρχονταν από περιοχές εκτός Λακωνίας, κατάγονταν από τους γειτονικούς νομούς, την Αρκαδία και τη Μεσσηνία. Πολύ μικρότερο ήταν το ποσοστό των παιδιών, μόνο αγόρια, που κατάγονταν από την Αργολίδα. Στα σχολεία της Σπάρτης μόλις το 5,50 % από τους «ξένους» μαθητές προερχόταν από την περιοχή αυτή. Από αυτούς τους μαθητές, οι περισσότεροι ήταν παιδιά μισθωτών ή ήταν ορφανά. Στο Γύθειο το ποσοστό των Αργολιδέων, σε σχέση με παιδιά καταγόμενα από άλλα μέρη της Ελλάδας, ήταν μόλις 2,38%, ποσοστό το οποίο ανέβηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το Γύθειο ορίστηκε ως πρωτεύουσα του νέου νομού Λακωνικής (1899-1909), στο 5,80%. Τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά επίσης προέρχονταν από οικογένειες μισθωτών. Ακόμα και στους Μολάους το 3,63 % από τους «ξένους» μαθητές κατάγονταν από την Αργολίδα και ήταν παιδιά μισθωτών στα τέλη του 19ου αιώνα.

Δύο ήταν οι περιοχές από τις οποίες προέρχονταν οι περισσότεροι μαθητές των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης Λακωνίας που προέρχονταν από την Αργολίδα την περίοδο 1862-1912: το Ναύπλιο και το Άργος. Ένας μάλιστα μαθητής δήλωνε τόπο καταγωγής την Πρόνοια του Ναυπλίου. Λιγότεροι μαθητές προέρχονταν από τα Δίδυμα, την Ερμιόνη και το Χαρβάτι (σημερινές Μυκήνες).

Πάνω από τους μισούς (57%) πάντως μαθητές των σχολείων της μέσης Εκπαίδευσης στη Λακωνία που κατάγονταν από την Αργολίδα, ήταν παιδιά υπαλλήλων, δημοσίων υπαλλήλων ή στρατιωτικών, οι οποίοι κινούνταν στην ελληνική επικράτεια, από την κοντινή μας Τρίπολη μέχρι τα «μακρινά» Φάρσαλα, ενώ αρκετά (17%) ήταν τα παιδιά των ελευθέρων επαγγελματιών, όπως και τα ορφανά πατρός (20%). Ελάχιστα ήταν τα παιδιά αγροτικών οικογενειών (6%).

 

Α.  Παιδιά Υπαλλήλων – Δημοσίων Υπαλλήλων – Στρατιωτικών

  •  Από το Άργος κατάγονταν με αλφαβητική σειρά οι:

Δημ. Αναστασιάδης του Ν., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1851 και φοίτησε στη δευτέρα τάξη του Γυμνασίου Σπάρτης το 1865-1866 με ενδεικτικό της πρώτης τάξης Γυμνασίου Τρίπολης.

Αδελφοί Γεώργιος, Νικόλαος και Ίναχος Ζωγράφου του Πολυβίου, γιοι αξιωματικού, που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1886, 1890 και 1893:

Ο πρώτος φοίτησε το 1896-1897 στην πρώτη τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο δημοτικού σχολείου Άργους και την ίδια χρονιά πήρε μεταγραφή για το ελληνικό σχολείο Μολάων.

Ο  δεύτερος φοίτησε το 1903-1904 στη δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου προερχόμενος από το Γ΄ ελληνικό σχολείο Άργους και το 1908-1909 στις δύο τελευταίες τάξεις του γυμνασίου Γυθείου από το γυμνάσιο Λευκάδας.

Ο τρίτος φοίτησε το 1908-1909 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Γυθείου με απολυτήριο του ελληνικού σχολείου Λευκάδας.

Προφανώς, τα παιδιά ακολουθούσαν τον πατέρα τους στις υπηρεσιακές μετακινήσεις του.

Ιωάννης Πλατούτσας του Γεωργίου, γιος Ειρηνοδίκη, που γεννήθηκε το 1882 και φοίτησε την περίοδο 1892-1894 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό του ελληνικού σχολείου Φαρσάλων.

Ηλίας Σακελλαρίδης του Γ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1890 και φοίτησε στη δευτέρα και τρίτη τάξη του πρώτου ελληνικού σχολείου Σπάρτης την περίοδο 1902-1904 με ενδεικτικό της πρώτης τάξης του ελληνικού σχολείου Μεσσήνης.

  •  Από το Ναύπλιο κατάγονταν με αλφαβητική σειρά οι:

Δημήτριος Γιαννουκέας του Ιωάννη, γιος γεωμέτρη, που γεννήθηκε το 1891 και τελείωσε το Β΄ ελληνικό σχολείο Σπάρτης την περίοδο 1900-1904, προερχόμενος από το Β΄ ελληνικό σχολείο Τρίπολης, αφού εν τω μεταξύ φοίτησε το 1901 στο ελληνικό σχολείο Ναυπλίου.

Σπυρίδων Ιωάννου του Κυριάκου, γιος στρατιωτικού, που γεννήθηκε το 1870 και γράφτηκε το έτος 1882-1883 στην πρώτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό από το ελληνικό σχολείο Ναυπλίου.

Αδελφοί Φρίξος και Κωνσταντίνος Ιωάννου του Γεωργίου, γιοι τηλεγραφητή, που γεννήθηκαν το 1895 και 1900 αντίστοιχα και φοίτησαν, τουλάχιστον το 1912-1913, ο πρώτος στην τελευταία τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Κορίνθου και ο δεύτερος στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης, προερχόμενος από το ίδιο γυμνάσιο (Κορίνθου).

Ιωάννης Κοζομποτίδης, γιος αντισυνταγματάρχη, που γεννήθηκε το 1871 και φοίτησε το 1890-1891 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Γυθείου με ενδεικτικό του ελληνικού λυκείου Χ. Διοσκουρίδου.

Αλέξανδρος Κόκκαλης του Π., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1880 και φοίτησε δύο χρονιές στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης την περίοδο 1892-1894  με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Κωνσταντίνος Κουρής του Χρ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1859 και τελείωσε την περίοδο 1875-1879 το γυμνάσιο Σπάρτης, στο οποίο γράφτηκε με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Αδελφοί Ιωάννης και Γεώργιος Πετρουτσόπουλος του Τηλέμαχου, γιοι Προέδρου Πρωτοδικών, που γεννήθηκαν το 1860 και 1862 αντίστοιχα και φοίτησαν την περίοδο 1875-1877: ο πρώτος επαναλαμβάνοντας δύο χρονιές τη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Τρίπολης και ο δεύτερος στην τελευταία τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης και την πρώτη γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό επίσης από το ελληνικό σχολείο Τρίπολης.

Θεμιστοκλής Πρωτόπαπας, γιος δικαστή, που γεννήθηκε το 1880 και φοίτησε την περίοδο 1889-1891 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο Α΄ δημοτικού σχολείου Σπάρτης.

Παναγιώτης Τρύφωνος, γιος αρχιμουσικού, που γεννήθηκε το 1887 και φοίτησε την περίοδο 1897-1899 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο του δημοτικού σχολείου Σπάρτης.

Γεώργιος Φιλικός του Κ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1881 και φοίτησε στην πρώτη  και δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης την περίοδο 1892- 1895  με αποδεικτικό από το Βαρβάκειο Λύκειο και επαναλαμβάνοντας τη δευτέρα τάξη.

Συγκεκριμένα από την Πρόνοια καταγόταν:

Ο Παναγιώτης Παράσχος του Θ., γιος αξιωματικού, που γεννήθηκε το 1896 και φοίτησε το 1909-1910 στη δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου, με ενδεικτικό ελληνικού σχολείου Ναυπλίου. Προφανώς το 1910-1911 επέστρεψε στο Ναύπλιο και το 1911-1912 που γύρισαν στη Σπάρτη και ο πατέρας  του ήταν πλέον απόστρατος αξιωματικός, φοίτησε στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό του ελληνικού σχολείου Ναυπλίου.

  • Από τα Δίδυμα καταγόταν:

Ο Ιωάννης Αντωνόπουλος του Π., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1873 και φοίτησε στην τρίτη τάξη του ελληνικού σχολείου Μολάων το 1889-1890 με ενδεικτικό ελληνικού σχολείου Κρανιδίου.

 

Β.  Παιδιά Ελεύθερων Επαγγελματιών

  • Από το Άργος κατάγονταν οι:

Γεώργιος Ανυφιώτης του Α., γιος δικηγόρου, που γεννήθηκε το 1852 και φοίτησε την περίοδο 1871-1873 σε ηλικία 20 χρονών στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης (δύο χρονιές) με ενδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

Κωνσταντίνος Καβουξής, γιος παντοπώλη, που γεννήθηκε το 1865 και φοίτησε το 1884-1885 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό γυμνασίου Κορίνθου.

  • Από το Ναύπλιο κατάγονταν οι:

Μιλτιάδης Γιαννόπουλος του Αριστείδη, γιος φαρμακοποιού, που γεννήθηκε το 1892 και φοίτησε το 1911-1912 στην τελευταία τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό του Β΄ γυμνασίου Αθηνών.

Ευριπίδης Μουντζουρίδης του Γ., γιος δικηγόρου,  που γεννήθηκε το 1888 και φοίτησε το 1905-1906  στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Γυθείου με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Γεώργιος Φεγγαράς του Ιωάννη, γιος δικηγόρου, που γεννήθηκε το 1850 και τελείωσε το Α΄ ελληνικό σχολείο Σπάρτης την περίοδο 1863-1867, επαναλαμβάνοντας δύο φορές την πρώτη τάξη με απολυτήριο δημοτικού σχολείου  Ναυπλίου, και το 1867-1868 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου αρρένων Σπάρτης με απολυτήριο του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης.

  • Από την Ερμιόνη καταγόταν ο:

Νικόλαος Βεβελογιάννης του Κ., γιος ιατρού, που γεννήθηκε το 1876 και φοίτησε το 1891-1892 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

 

Γ.  Παιδιά Αγροτικών Οικογενειών

  •  Από το Άργος καταγόταν ο:

Σταύρος Δανόπουλος, γιος αγρότη, που γεννήθηκε το 1851 και φοίτησε το 1866-1867  στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό ελληνικού σχολείου Άργους και το 1867-1868 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης.

  • Και από το Χαρβάτιον καταγόταν ο:

Ιωάννης Χριστόπουλος, γιος αγρότη, που γεννήθηκε το 1875 και φοίτησε το 1890-1891 στη δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου με αποδεικτικό ελληνικού σχολείου Ναυπλίου.

 

Δ.  Ορφανοί Πατρός

  •  Από το Άργος κατάγονταν οι:

Γεώργιος Ξυνός του Κων/νου, που γεννήθηκε το 1886 και φοίτησε τη χρονιά 1911-1912 στη δευτέρα και τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό από το ελληνικό σχολείο Άργους.

Δ. Πιτσίδης του Α., που γεννήθηκε το 1859 και φοίτησε το 1872-1873 στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με ενδεικτικό του ελληνικού σχολείου Πειραιώς.

  •  Από το Ναύπλιο κατάγονταν οι:

Αδελφοί Αλέξανδρος και Γεώργιος Δρίβας του Μ.,  που γεννήθηκαν αντιστοίχως το 1867 και 1869 και φοίτησαν την περίοδο 1883-1885. Ο μεν πρώτος τελείωσε το γυμνάσιο Σπάρτης το 1883-1884, όπου γράφτηκε με ενδεικτικό  του γυμνασίου Ναυπλίου, ενώ ο δεύτερος φοίτησε στη δευτέρα και τρίτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης προερχόμενος επίσης από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Γεώργιος Τσαουσόπουλος του Α., που γεννήθηκε το 1843 και φοίτησε την περίοδο 1862-1865 στην δευτέρα, τρίτη και τετάρτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Τρίπολης.

Ευστ. Κλεώπας, που γεννήθηκε το 1870 και φοίτησε στην τρίτη και τετάρτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης την περίοδο 1887-1889 με αποδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

Ευάγγελος Στεφάνου του Ηλία, που γεννήθηκε το 1889 και φοίτησε το 1902-1903 στην τρίτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό του γυμνασίου Καλαμών.

Κατά την περίοδο, λοιπόν, 1862-1912 οι 35 αυτοί μαθητές των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης στη Λακωνία, οι οποίοι κατάγονταν από την Αργολίδα, βρέθηκαν στην περιοχή αυτή, κυρίως ακολουθώντας τον πατέρα τους ως δημόσιο υπάλληλο, είτε ως ελεύθερο επαγγελματία και πολύ σπάνια ως αγρότη. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε τα πραγματικά αίτια της εγκατάστασης των αρκετών ορφανών παιδιών στην περιοχή της Λακωνίας. Υποθέτουμε μόνο ότι οικογενειακές αποφάσεις και στρατηγικές οδήγησαν και σε αυτή την εγκατάσταση.

 

Υποσημείωση


[1] Πέπης Γ. Γαβαλά, Κοινωνία και Εκπαίδευση (Λακωνία, τέλη 19ου  – αρχές 20ού αιώνα), Λακωνικαί Σπουδαί, Παράρτημα 7, Αθήναι 2002. Τα στοιχεία προέρχονται από το Αρχείο των σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Λακωνίας. Αρχεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Λακωνίας (1862-2004), Συνοπτικό Ευρετήριο, Επιμέλεια Πέπη Γαβαλά-Μαρία Στελλάκου, Γ.Α.Κ.-Αρχεία Ν. Λακωνίας 4, Σπάρτη 2008.

Καλλιόπη (Πέπη) Γαβαλά,

Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιστορικός-Αρχειονόμος,

Προϊσταμένη Γ.Α.Κ.-Αρχείων ν. Λακωνίας

 

 

Read Full Post »

Ελληνικά σχολεία στο Μοριά στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και την Ελληνική Επανάσταση – Νίκος Π. Γεωργακόπουλος, Τρίπολη, 2006.  


 

Με το βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας επιχει­ρεί να δώσει το στίγμα του πνευματικού βί­ου των υπόδουλων κατοίκων του Μοριά, εντοπίζο­ντας τις πνευματικές εστίες, όπου εκδηλώθηκε η ενδιάθετη θέρμη των αοιδίμων δασκάλων της επο­χής για το φωτισμό του Γένους, τη συνδιαλλαγή της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, την αποδυ­νάμωση των εξουσιαστικών δομών και την εθνική αποκατάσταση.

Στα ταπεινά σχολεία, σε συνεργασία με τις άλ­λες δυνάμεις του ελληνισμού, προετοιμάστηκε και επιβεβαιώθηκε (με το μεγαλούργημα του ’21) η στενή σχέση πνευματικής καλλιέργειας και κατά­κτησης της πολιτικής και εθνικής ελευθερίας, μέ­σα από το ιδεολογικό μέγεθος και τον οικουμενι­κό χαρακτήρα του ελληνισμού. Καταδείχτηκε έτσι, ο στενός σύνδεσμος των αξιολογήσεων της ελληνικής παιδείας με τη συλλογική μνήμη, την εθνική μας ταυτότητα.

 

Ελληνικά σχολεία στο Μοριά

 

Σημειώνει ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου: 

 

Η τραγωδία του ελληνισμού στα 1453 έκανε, τις βυθισμένες σε μεταφυσική μακαριότητα συνειδήσεις, να ανανήψουν. Η Ελλάδα περιμαζεύει τα συντρίμμια της, πλάθει τα όνει­ρά της, ανασυντάσσει τις δυνάμεις της και οργανώνει την αντίστα­σή της απέναντι στον Ασιάτη κατακτητή για να επιβεβαιώσει την ταυτοπροσωπία της.

Την αναγκαστική προσαρμογή της στις νέες συνθήκες ακολού­θησε η δημιουργία δυνάμεων αυτοργάνωσης από τις εξέχουσες τάξεις του ελληνισμού – Εκκλησία, κοινότητες, οπλαρχηγοί, Φαναριώτες, ελληνικές παροικίες – οι οποίες, συν τω χρόνω, μετεξελίχθησαν σε παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης, αστικής και πολιτιστικής αναγέννησης και πολιτικής απελευθέρωσης. Η μεταβατική αυτή πο­ρεία σημαδεύτηκε από τη συνάντηση με το λαϊκό στοιχείο δύο κό­σμων διαφορετικών: του αρχαίου ελληνικού και του βυζαντινού.

Σε λίγες περιπτώσεις θα επιτευχθεί αρμονική σύνθεση· το βυζαντινο-ορθόδοξο στοιχείο ήταν εξόχως συντηρητικό. Απέρριπτε κάθε επα­φή με τον ορθό λόγο – το κυρίαρχο στοιχείο του κλασικού πολιτι­σμού – όπως και κάθε σχέση με τη δυτική αναγέννηση, που είχε γονιμοποιηθεί απ’ αυτόν, προκειμένου να διαφυλάξει την καθαρότητα της ορθοδοξίας.

Ωστόσο, από τα μέσα του 17ου αι. στις ελληνικές παροικίες και τις φραγκοκρατούμενες περιοχές, παρατηρείται μια προσπάθεια υπέρβασης της θρησκευτικής μονολιθικότητας και διαμόρφωσης μιας καθολικότερης εθνικής ιδεολογίας με κυρίαρχο στοιχείο την κλασική αρχαιότητα, προκειμένου να συγκινηθούν οι λαοί της Ευ­ρώπης για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Οι προσδοκίες δικαιώ­θηκαν με την υπερίσχυση του Διαφωτισμού, όμως οι παρενέργειες (αρχαΐζουσα και λογιωτατισμός) από την ασύμμετρη πορεία, θα τα­λανίσουν για πολύ τον τόπο.

Σ’ όλη αυτήν την εξελικτική διαδικασία η σχολική παιδεία στο Μοριά αλλά και σ’ άλλες ελληνικές περιοχές έπαιξε ρόλο πρωταγωνιστικό. Χάρη στη γόνιμη σύνθεση του ελληνικού με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, που πραγματοποιήθηκε στα σχολεία μας, παρά τις εγγενείς αδυναμίες, κατακτήθηκε η ωριμότητα της επιστημονικής γνώσης και παραμερίστηκε σε μεγάλη έκταση η δεισιδαιμονία που μάστιζε το λαό. Εμπεδώθηκε η κριτική ματιά για ό,τι συμβαίνει γύ­ρω μας – καλλιεργήθηκε η εθνική συνείδηση και αναδείχθηκε η εθνι­κή μας οντότητα. Δοκιμάσθηκαν νέες πνευματικές συνθέσεις και σφυριλατήθηκε το φιλελεύθερο φρόνημα για να καταξιωθεί στην κατάλληλη στιγμή, στην απώθηση της τυραννίας, την ανάκτηση της πολιτικής ελευθερίας και τη θεμελίωση μιας δημοκρατικής πολιτεί­ας.

Την ανεκτίμητη αυτή κληρονομιά έχουμε χρέος να την καταστή­σουμε πρότυπο του εκπαιδευτικού μας ιδεώδους και της πολιτικής μας πρακτικής για δύο, κυρίως, λόγους:

Πρώτον γιατί, ενώ έχουν περάσει σχεδόν δύο αιώνες ελεύθερου εθνικού βίου, κανένα από τα μεγάλα οράματα εκείνης της περιόδου – εθνικά, πολιτικά, πολιτιστικά – δεν κατορθώσαμε να πραγματοποι­ήσουμε σ’ όλη τους την έκταση. Η ορμή του νεοελληνικού Διαφωτι­σμού θα δεχθεί, πριν ακόμα ολοκληρωθεί ο Αγώνας, ισχυρά πλήγ­ματα από τις συντηρητικές άρχουσες τάξεις. Αυτές, προκειμένου να ελέγχουν την εξουσία και να μη χάσουν τα προνόμιά τους επιδόθη­καν σ’ έναν εξοντωτικό εμφύλιο σπαραγμό, κατέστησαν αναγκαία την ξένη παρέμβαση και – εκτός των άλλων δεινών – οδήγησαν σε συρρίκνωση το ιδεώδες της νέας δημοκρατικής και φιλελεύθερης αγωγής.

Ο δεύτερος λόγος προβάλλει περισσότερο απειλητικός: εξωελληνικές δυνάμεις εξακολουθούν να επηρεάζουν την πορεία του ελ­ληνισμού, με αποτέλεσμα να αδυνατίζουν τα χαρακτηριστικά της εθνικής μας ταυτότητας. Γινόμαστε μέρα με τη μέρα πιο ευάλωτοι στη διαλυτική ομοιομορφία του μέλλοντος, που απεργάζεται η νέα τάξη πραγμάτων…Σε εποχές όπου οι εσωτερικές μας αντιστάσεις αδυνατίζουν, τα οράματα και οι επιδιώξεις καλύπτονται από την αχλύ μιας, υποτιθέ­μενης, καταναλωτικής ευδαιμονίας, χρειαζόμαστε μια ποιοτικά ανώτερη παιδεία, η οποία να εμπνέεται από το θεσπέσιο ΗΘΟΣ των αοίδιμων δασκάλων της εποχής. Είναι η καλύτερη απόδοση ευγνωμοσύνης που τους οφείλουμε.

Νίκος Π. Γεωργακόπουλος

Δεκέμβριος 2005

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Σχολική Ζωή στην Αργολίδα – Γιώργος Αντωνίου


 

Ένα νέο Βιβλίο – λεύκωμα με τίτλο «ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟ­ΛΙΔΑ/ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ 1880 -1980», κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό και έρχεται να μας θυμίσει παλιές αγαπημένες στιγμές των μαθητικών μας χρόνων. Η νέα έκδοση είναι αποτέλεσμα πολύχρονης προσπάθειας του ερευνητή – δημοσιογράφου Γιώργου Αντωνίου, ο οποίος αναζήτησε και συνέλεξε από όλη σχεδόν την Αργολίδα εκατοντάδες παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και παλιά σχολικά έγγραφα, (η έκδοση περιέχει 600 παλιές φωτογραφίες, πάνω από εκατό έγγραφα, μαθητολόγια, μητρώα, παλαιά σχολικά βιβλία και τετράδια, Ενδεικτικά, που συγκεντρώθηκαν από 96 πόλεις, χωριά και οικισμούς του νομού).

Μέσα από το πόνημα των 260 σελίδων, ο αναγνώστης θα θυμηθεί εικόνες από τις σχολικές αίθουσες κατά την ώρα του μαθήματος, τις σχολικές γιορτές (σκετς, απαγγελίες, παρελάσεις, γυμναστικές επιδείξεις, εθνικούς χορούς), τις εκδρομές, τα σχολικά συσσίτια, τις κατασκηνώσεις, τα Κατηχητικά, τον προσκοπισμό, τις άπορες κορασίδες, τους παλιούς αγαπημένους δασκάλους και δασκάλες, καθώς και άλλες αναρίθμητες στιγμές του σχολικού βίου, που θα συνεγείρουν μνήμες και θα φέρουν εμπρός μας ξεχασμένες εικόνες του παρελθόντος. Ίσως κάπου ανάμεσα στις άπειρες φωτογραφίες αναγνωρίσουμε το σχολείο μας, τον εαυτό μας, τους παλιούς συμμαθητές και φίλους άλλων εποχών, τους παλιούς δασκάλους και δασκάλες μας…

Σε πολλές από τις εκατοντάδες φωτογραφίες, ξαναζωντανεύουν οι σκληρές συνθήκες διαβίωσης που επικρατούσαν στην Αργολίδα, τόσο κατά την προπολεμική, όσο και κατά την μεταπολεμική περίοδο, συνθήκες που απεικονίζονται στα ρακένδυτα και ξυπόλητα παιδιά της εποχής, αλλά και στα μελαγχολικά πρόσωπά τους… Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ντοκιμαντέρ που συνοδεύει τη νέα έκδοση, αφού ο Γιώργος Αντωνίου επισκέφθηκε, κινηματογράφησε και φωτογράφισε 43 εγκαταλελειμμένα σχολεία της Αργολίδας.

Έτσι ο αναγνώστης θα ξαναμπεί νοερά στο παλιό του σχολείο, θα ξαναδεί το θρανίο του, την έδρα του δασκάλου με τη βέργα στο τραπέζι, το μαυροπίνακα, τους χάρτες και τα πορτραίτα των ηρώων να αιωρούνται ξεχασμένοι στις σχολικές αίθουσες…

Μέσα από τις σελίδες του νέου βιβλίου – λευκώματος αναδύεται το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό πλαίσιο κάθε εποχής, ενώ τα στοιχεία που περιέχει, συνιστούν σημαντική συμβολή στην τοπική εκπαιδευτική ιστορία, χρήσιμο εργαλείο για τους μελλοντικούς ερευνητές, πηγή γνώσης για τη νέα γενιά και προσφορά στην τοπική κοινωνική μας ιστορία.

Το βιβλίο πωλείται σε όλα τα βιβλιοπωλεία της Αργολίδας. 260 Σελίδες, 30,00 €, Ιούνιος  2010.

Read Full Post »

Σχολείο Θηλέων της Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerange) στο Ναύπλιο 

 


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832) 

 Η εκπαίδευση θηλέων στο Ναύπλιο – Παρθεναγωγείο Σαρλότ Βολμεράνζ

 

Όσο και να προσπαθήσει κανείς να ωραιοποιήσει την εικόνα μιας ιστορικής περιόδου χάρη σε σποραδικά μόνο και αποσπασματικά γεγονότα, όπως αυτά προέκυψαν κυρίως κατά τη διάρκεια του νεοελληνικού διαφωτισμού και λίγο μετά, αυτή η προσπάθεια στο τέλος δεν ευοδώνεται και δε μπορεί να αλλοιώσει την εικόνα και να προκαλέσει συμπεράσματα διαφορετικά απ’ αυτά που προκύπτουν αυτονόητα από μια γενική και αντικειμενική ιστορική θεώρηση.

Η διαπίστωση αυτή έχει σχέση και με την εκπαίδευση ή την αγωγή, όπως λεγόταν τότε, των θηλέων στους μετά την απελευθέρωση χρόνους που, ως συνέχεια  των αντιλήψεων που επικρατούσαν στην ανδροκρατούμενη ελληνική κοινωνία από τα χρόνια της τουρκοκρατίας εις βάρος της γυναίκας, την καθιστούσαν εξαιρετικά δυσχερή και προβληματική.

Και τούτο γιατί η κοινωνία αυτή από τη μια μεριά θεωρούσε τη γυναίκα κοινωνικά υποδεέστερη από τον άνδρα, αρνούμενη να της δοθούν ίσα δικαιώματα και ανάλογη θέση στη διαμορφούμενη κοινωνικά πραγματικότητα και από την άλλη πίστευε ότι δεν ήταν επιτρεπτή κι αμέτοχη κινδύνων η συμμετοχή και ο συγχρωτισμός της με το άλλο φύλο, για αυτό έπρεπε να αποφευχθεί κατά το δυνατόν, τουλάχιστον στους εκπαιδευτικούς χώρους.

  

Η Σαρλότ Βολμεράνζ έρχεται στην Ελλάδα του Καποδίστρια

 


 

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Αυτή η ζοφερή για την Ελληνίδα εικόνα και η συναφής αντίληψη του ελληνικού πληθυσμού για τη φοίτηση των κοριτσιών δεν έπρεπε να είχε αγνοηθεί ούτε να είχε περάσει απαρατήρητη από μια φωτισμένη κι έμπειρη παιδαγωγό, όπως η Σαρλότ Βολμεράνζ , η οποία είχε έρθει πρόσφατα, το 1831, στην Ελλάδα, έπειτα από μια επιτυχημένη εκπαιδευτική θητεία στη Ρωσία.

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας κατά το διάστημα της υπερτριετούς του διακυβέρνησης ενδιαφερόταν ο ίδιος προσωπικά, τόσο για την οργάνωση όσο και για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Το ενδιαφέρον του για τη δημόσια εκπαίδευση ήταν φανερό από της προσπάθειές του στην Επτάνησο Πολιτεία (είχε επιτελέσει Επιθεωρητής Σχολείων), ήταν ένας διαρκής αγώνας για την οργάνωση και επέκτασή της.

Αυτός είχε μάλιστα συλλάβει πρώτος και την ιδέα της ίδρυσης Πανεπιστημίου στην Επτάνησο Πολιτεία, που αν και δεν μπόρεσε να εφαρμόσει στις ημέρες του, λόγω του διορισμού του στην υπηρεσία του τσάρου της Ρωσίας, κατόρθωσε αργότερα, υποκινώντας, παροτρύνοντας και ενθαρρύνοντας το φιλέλληνα και φιλόμουσο Άγγλο λόρδο Γκίλφορδ να συμβάλλει αποφασιστικά στην ίδρυση της Ιόνιας Ακαδημίας[i], στην Κέρκυρα το 1824.

Αυτός είχε συμβάλει στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρίας της Βιέννης. Αυτός, τέλος είχε παρακολουθήσει τη λειτουργία και τα μαθήματα στο σχολείο του Fellemberg[ii] που λειτουργούσε στη βάση των παιδαγωγικών και μεθοδολογικών αρχών του Pestalozzi.

Αυτή η εκπαιδευτική προπαίδεια του έδινε τις απαραίτητες εμπειρίες να συνεχίσει τις προσπάθειές του τώρα στην Ελλάδα. Λίγο αργότερα με την απελευθέρωση του τμήματος της Ελλάδας που αποτέλεσε το νεοσύστατο κι αδύναμο Ελληνικό Κράτος, είχε δώσει επείγουσα προτεραιότητα στην οργάνωση κι ανάπτυξη της εκπαίδευσής του. Με τα υφιστάμενα τότε σχολεία της Αλληλοδιδακτικής[iii] τα οποία ιδρύονταν κατά δεκάδες, το ένα μετά το άλλο, με την αμέριστη στήριξη, παρακολούθηση και βοήθειά του, η Ελλάδα προδιέγραφε ένα μέλλον αρκετά ευοίωνο για την εκπαίδευση, όπως άλλωστε για τους άλλους νευραλγικούς τομείς.

Στον Ιωάννη Καποδίστρια λοιπόν θα μπορούσε να προβλέπει με ελπίδα η Βολμεράνζ, όταν φθάνει στην Ελλάδα. Αποφασίζει λοιπόν να μεταβεί στο Ναύπλιο, το 1831, και να απευθυνθεί στον Ιωάννη Καποδίστρια ο οποίος συμφωνεί με το σχέδιο της για την μόρφωση των κοριτσιών[iv] και της υπόσχεται να συνεπικουρήσει το έργο της.

  

Παράλληλη λειτουργία δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης

 


  

Ιδιωτική εκπαίδευση  εγκαινίασε τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας και η Γαλλίδα παιδαγωγός Σαρλότ Βολμεράνζ, η οποία φρόντισε συστηματικά για την ομαλή λειτουργία της σχολής θηλέων που επέλεξε να υπηρετήσει.

Η έναρξη της λειτουργίας του σχολείου Βολμεράνζ, που ακολουθεί την έλευσή της στο Ναύπλιο, και η ένταξή της στο πλαίσιο της ιδιωτικής εκπαίδευσης δεν είναι κάτι το εντελώς καινούριο στο νεοσύστατο κράτος. Στο σημείο αυτό έχει τη θέση της η πληροφορία ότι εκτός από τη δημόσια εκπαίδευση έχουμε και τη λειτουργία ιδιωτικής εκπαίδευσης από Έλληνες και ξένους λόγιους.

Οι ξένοι όμως εκπαιδευτικοί, στην προσπάθειά τους να συστήσουν και να λειτουργήσουν ιδιωτικά σχολεία στη χώρα μας και να αντέξουν στο δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος της λειτουργίας τους, αναγκάζονται να χρηματοδοτούνται  ή από φιλελληνικές οργανώσεις του εξωτερικού ή από διάφορες ξένες ιεραποστολές, με σαφή την πρόθεση των τελευταίων να τους εξαναγκάσουν σε κατά παραγγελία προσηλυτιστική θρησκευτική δραστηριότητα. Αυτό φάνηκε περισσότερο στη συνέχεια της λειτουργίας τους  στα χρόνια που ακολούθησαν με αποτέλεσμα την έντονη παρέμβαση της ελληνικής εκκλησίας και άλλων ποικιλώνυμων παραγόντων και την πρόκληση αναταραχών.

Είχαμε εσφαλμένα την εντύπωση ότι η Σαρλότ Βολμεράνζ ανήκε στην κατηγορία που περιγράφηκε πιο πάνω, ότι δηλαδή είχε αποσταλεί στην Ελλάδα από το φιλελληνικό κομιτάτο των Παρισίων, το οποίο και τη χρηματοδοτούσε με απώτερο σκοπό την τέλεση ετερόδοξου προσηλυτισμού. Από ανέκδοτο όμως υπόμνημα, που έστειλε η Βολμεράνζ στον Ιωάννη Καποδίστρια το 1831, γίνεται σαφές ότι η Γαλλίδα βρισκόταν ήδη στη Ρωσία, όταν ξέσπασε η επανάσταση  κι εκπαίδευε δεσποινίδες της ανώτερης  κοινωνικής τάξης.

Εκεί ενημερωνόταν για τους αγώνες των Ελλήνων, που την επηρέασαν βαθύτατα. Γνωρίζει ακόμα το μέγεθος της συμμετοχής  και της προσφοράς της εκπαίδευσης και της παιδείας γενικότερα, ως απότοκο του νεοελληνικού διαφωτισμού στην εξέγερση των Ελλήνων  με την Ελληνική Επανάσταση του 1821, που συνδυαζόταν με την ομόθυμη απόφασή τους για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Κι επειδή ο θαυμασμός της  για τους Έλληνες ήταν μεγάλος ήθελε κι αυτή να μετάσχει  σε αυτόν τον φιλόδοξο αγώνα και να προσφέρει αυτό που μπορούσε: την αξιόλογη διδακτική και παιδαγωγική της πείρα, που απέρρεε από μια εικοσαετή επιτυχημένη εκπαιδευτική παρουσία.  

Η Βολμεράνζ προστατεύει με κοινωνική ευαισθησία ένα μικρό αριθμό απόρων κορασίδων, ενώ ταυτόχρονα γίνονται μαθήτριές της άλλα κορίτσια καταβάλλοντας μάλιστα ορισμένη αμοιβή. Ταυτόχρονα, ελπίζοντας σε βελτίωση των οικονομικών του κράτους, αναμένει τη βοήθεια του Ιωάννη Καποδίστρια, που της είχε υποσχεθεί με κάθε ειλικρίνεια. Δυστυχώς όμως γι’ αυτήν, έρχεται η στυγερή δολοφονία του κι έτσι ανατρέπονται όλα όσα της είχε υποσχεθεί.

Η Σαρλότ Βολμεράνζ, μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, την αναρχία που επικράτησε για πολύ καιρό και την εξαθλίωση του πληθυσμού και των προσφύγων που συνέρρεαν ακατάπαυστα από όλη την Ελλάδα, καθώς και την οικονομική ανυπαρξία του κράτους, βλέπει με απόγνωση να μειώνεται δραστικά ο αριθμός των μαθητριών της. Αυτό όμως δεν την απογοητεύει και συνεχίζει ακάθεκτη το μεγαλεπήβολο έργο της, αναμένοντας ταυτόχρονα τις μελλοντικές εξελίξεις.    

   

Άφιξη του Όθωνα και της Αντιβασιλείας

 


 

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος

Έπεται, τον Ιανουάριο του 1833, η εγκατάσταση του Όθωνα και της Αντιβασιλείας στο Ναύπλιο. Ο εντεταλμένος για την εκπαίδευση αντιβασιλέας, καθηγητής G. L. Von Maurer[v]  συντάσσει τον οργανικό νόμο της 6ης Φεβρουαρίου 1834 θέτοντας τις βάσεις για την οργάνωση της Δημοτικής Εκπαίδευσης.

Ο ίδιος « είναι άριστα καταρτισμένος και στα εκπαιδευτικά θέματα, αν και στηρίχθηκε σε λανθασμένες βάσεις, θεωρώντας ότι η πτωχή και αιμορροούσα ακόμα Ελλάδα μπορούσε να κινηθεί στο εκπαιδευτικό πλαίσιο της Βαυαρίας, που είχε σοβαρή οικονομική, διοικητική και εκπαιδευτική διάρθρωση  και που η αυτοδιοίκησή της στην οποία στηριζόταν η δημοτική εκπαίδευση είχε άπειρες οικονομικές δυνατότητες για τη λειτουργία της. Διαπιστώνει όμως και ευαισθητοποίηση στον τομέα της γυναικείας εκπαίδευσης, αν και το εκπαιδευτικό νομοθέτημα της 6ης Φεβρουαρίου 1834 δεν άφηνε πολλές δυνατότητες για ένα τέτοιο εγχείρημα που θα ήταν συμβατό με τα ισχύοντα τότε πρότυπα της Δύσης»[vi].

 

Η Βολμεράνζ υποβάλλει σχετικό «προσχέδιο»

 


 

Γι’ αυτό, τον ίδιο χρόνο της εγκατάστασης της αντιβασιλείας, τον Οκτώβριο του 1833, υπογράφει ένα υπόμνημα που καλύπτει 12 σελίδες, γραμμένες καλλιγραφικά με τον τίτλο: «Προσχέδιον εκπαιδευτικού οίκου νεαρών δεσποινίδων. Κάτω από τη διεύθυνση της κας Volmerange».

Κι αυτό το περιληπτικό αλλά περιεκτικό σχέδιο είχε υπογραφεί στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του ελεύθερου πια κράτους, έπειτα από μια μακραίωνη δουλεία στους Τούρκους, το Ναύπλιο, που μαζί με την Αίγινα αποτελούν τώρα τα δύο από τα πιο σημαντικά πνευματικά και εκπαιδευτικά κέντρα της χώρας, χωρίς να αγνοούνται βέβαια και τα υπόλοιπα που διστακτικά αλλά φιλόδοξα παίρνουν τη θέση που τους αρμόζει, όπως το Άργος, η Ερμούπολη, η Πάτρα, η Αθήνα.

Μέχρι τότε είχαν γίνει προσπάθειες ίδρυσης παρόμοιων σχολείων, που είχαν όμως μικρή διάρκεια λειτουργίας. Ξεχώρισαν ανάμεσα τους τρία μόνο αλληλοδιδακτικά σχολεία θηλέων που λειτουργούσαν στο Άργος, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα.

 

 Η λειτουργία του «Βασιλικού Σχολείου»

 


 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Αλλά ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο «Βασιλικό Σχολείο», όπως το ονόμασε η Σαρλότ Βολμεράνζ. Τα αρχικό κτήριο που πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτεί η Βολμεράνζ, δε γνωρίζουμε που ακριβώς βρισκόταν.

Φυσικά, όταν την άνοιξη του 1834 βρίσκεται άλλο μεγαλύτερο και  περισσότερο κατάλληλο κτίριο, το σχολείο εγκαθίσταται εκεί. Δεν είναι όμως η μοναδική μεταφορά. Ακολουθεί για λίγους μήνες η χρήση της οικίας Βαρσαμή στην πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή πλατεία Συντάγματος) το 1836, απ’ όπου στο τέλος του χρόνου έχουμε την οριστική μεταφορά του σχολείου στην Αθήνα που είναι πια από καιρό η νέα πρωτεύουσα. Η επιλογή του διδακτηρίου είναι ένα βαρύ διώροφο κτήριο, η οικία του πρίγκιπα Καρατζά, στην Πλάκα, στη γωνία των οδών Σαρρή και Κραναού.  

Η όχι καλή πορεία της Σχολής Θηλέων  στο Ναύπλιο και των άλλων σχολείων του ίδιου τύπου οφείλεται από τη μια στην απροθυμία των πολιτών για την εκπαίδευση των κοριτσιών και από την άλλη στη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα, που είχε ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση των πνευματικών, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και διοικητικών προσωπικοτήτων, όλης δηλαδή της νομενκλατούρας του νεοελληνικού κράτους που με τη φοίτηση των κοριτσιών της θα στήριζαν την λειτουργία αυτών των σχολείων. 

 

Στόχοι του Σχολείου

 


  

Το σχολείο, το οποίο αρχικά, λόγω ενοικίου  είχε επιχορηγηθεί από την Κυβέρνηση με «φοίνικες εξήκοντα κατά μήνα»[vii]  παρά το γενικότερο ιδεολογικοπολιτικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο που ευνοούσε την αυταρχική αγωγή, λειτούργησε σε ένα πλαίσιο αντιαυταρχικής αγωγής. Αυτό το πρωτότυπο αντιαυταρχικό σχολείο δε θέλει να δημιουργήσει «σοφές γυναίκες».

Οι μαθήτριες που δέχεται είναι από 5- 16 ετών και πρέπει να αποκτήσουν τόσες γνώσεις στις επιστήμες, όσες είναι απαραίτητες ώστε να τις ολοκληρώσουν ως καλές νοικοκυρές και καλές μητέρες για να δημιουργήσουν μια ισορροπημένη κι ευτυχισμένη οικογένεια.

Το δυναμικό του σχολείου απαρτίζεται από μαθήτριες που μπορεί να είναι εσωτερικές και εξωτερικές. Ένας αριθμός 15-20 νεαρών κοριτσιών είναι υπότροφοι του κράτους ως οφειλή στους πατέρες τους, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι την ανεξαρτησία της Πατρίδας,  αργότερα δε προστίθενται  άλλες δύο, οι θυγατέρες του Γ. Καραϊσκάκη.

Η κατάθεση του ποσού, που είχε προσδιοριστεί ως δίδακτρα, δινόταν προκαταβολικά από το κράτος και μ’ αυτό τον  τρόπο διευκολυνόταν οικονομικά το σχολείο έτσι ώστε να οργανωθεί πιο σωστά. Φυσικά υπήρχαν και οι υπόλοιπες μαθήτριες που οι γονείς τους πλήρωναν κανονικά τα δίδακτρα.

  

Υλικοτεχνικές κι άλλες προϋποθέσεις του Σχολείου

 


 

Στο σχέδιο της ίδρυσης του παρθεναγωγείου, που αν και ήταν περιληπτικό ήταν σαφές και πλήρως οργανωμένο: Υπήρχε σαφής διαχωρισμός δεκατριών επιμέρους τμημάτων που αφορούσαν το κτήριο, το δυναμικό του σχολείου, τον ιματισμό, τη σίτιση, την αντιμετώπιση των ασθενειών, τους κοιτώνες, τις ασκήσεις, την εκπαίδευση τόσο τη θρησκευτική όσο και την ηθική, τις σπουδές, τα διαλείμματα, αλλά και την αξιολόγηση με τη χρήση επιβράβευσης αλλά και τιμωριών όπου κι όποτε απαιτούνταν.  

Ας ασχοληθούμε συνοπτικά με τους τομείς που αναφέρθηκαν. Για το  ποιες μαθήτριες φοιτούσαν και ποιες προϋποθέσεις απαιτούνταν έχουμε ήδη αναφερθεί παραπάνω.

Οι εκπαιδευτικές ανάγκες απαιτούσαν το κτηριακό να συγκεντρώνει τόσους χώρους ώστε να εξυπηρετούνται οι μαθήτριες. Ένα διώροφο οικοδόμημα με τον κήπο ήταν ιδανικό. Στον πρώτο όροφο στεγάζονταν όσα σχετίζονταν με τη σίτιση  των ατόμων που έμεναν εκεί, δηλαδή η κουζίνα, η τραπεζαρία, η αποθήκη τόσο των τροφίμων όσο και του καύσιμου υλικού (ξύλο και κάρβουνο), τα δωμάτια του υπηρετικού προσωπικού , καθώς και ο χώρος υποδοχής των γονέων – επισκεπτών. Στον επάνω όροφο δύο αίθουσες διδασκαλίας, ο κοιτώνας των μαθητριών, το δωμάτιο θρησκευτικών καθηκόντων και φυσικά ο ιδιαίτερος χώρος της κ. Βολμεράνζ.

Κάθε μαθήτρια υποχρεωνόταν να φέρνει μαζί και την «προίκα» της, που αποτελείτο από δύο ποδιές, δυο φορέματα ραμμένα σύμφωνα με το σχέδιο που είχε ορίσει το σχολείο, δύο κορσέδες, τρία μισοφόρια, έξι πουκάμισα, έξι εσώρουχα, έξι μαντήλια, έξι πετσέτες, τρία ζευγάρια παπούτσια, έξι ζευγάρια κάλτσες, ένα φέσι κι ένα μάλλινο καπέλο.

Δυστυχώς δεν είναι εξακριβωμένο μέχρι τώρα, αν τηρήθηκαν όλα όσα προαναφέρθηκαν, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα τότε περνούσε πολύ δύσκολα χρόνια μετά από την περίοδο της τουρκοκρατίας και της Ελληνικής επανάστασης.

Η ισορροπημένη διατροφή, που ήταν κατανεμημένη σε τέσσερα γεύματα ημερησίως, προσαρμόζεται ανάλογα με τα εποχιακά προϊόντα με την φροντίδα ειδικής επιτροπής κυριών. Το σίγουρο είναι ότι θα έπρεπε το διαιτολόγιο να ήταν άφθονο, ομοιόμορφο και κατά βάση θρεπτικό  και υγιεινό. Φυσικά, όπως η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση το απαιτούσε, τηρούνταν και οι νηστείες, αλλά πάντα μετά από συνεννόηση του γιατρού και του εφημέριου.

 

Η Βολμεράνζ αποδέχεται την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης

 


 

Η Σαρλότ Βολμεράνζ  αντιστάθηκε στον πειρασμό να συνδέσει και να τροποποιήσει το πρόγραμμα, το πνεύμα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και τις όποιες «άδηλες πρακτικές» της σχολής της  με μια προσηλυτιστική θρησκευτική πρόθεση κι ενέργεια στον καθολικισμό, όπως αποπειράθηκαν κι επιδίωξαν άλλα σχολεία ξένα, καθολικά και προτεσταντικά, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η Σαρλότ Βολμεράνζ, αν και η ίδια ήταν καθολική, σεβάστηκε τη θρησκευτική, την πολιτική και την ηθική παράδοση της χώρας, την οποία επέλεξε να προσφέρει τη διδακτική της εμπειρία.

Έτσι ανέθεσε την κατήχηση των κοριτσιών στον ορθόδοξο εφημέριο, που φυσικά ήταν ο υπεύθυνος για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας αλλά και όλων των άλλων ακολουθιών, όσες έπρεπε να παρακολουθήσουν οι σπουδάστριες. Το βέβαιο ήταν ότι δινόταν εξέχουσα θέση στη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, γιατί σύμφωνα με τις πεποιθήσεις της κας Βολμεράνζ από τη σωστή διαπαιδαγώγηση εξαρτιόταν και η ολοκλήρωση της προσωπικότητας των κοριτσιών και η επίτευξη της ευτυχίας τους, που περιλαμβανόταν στους  σκοπούς λειτουργίας της σχολής.   

 

Πρόγραμμα μαθημάτων – Μεθοδολογία – Παιδονομία

 


 

Το πρόγραμμα μαθημάτων απαρτιζόταν από την εκμάθηση ανάγνωσης της γραφής, τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Γαλλικά, την καλλιγραφία, την αριθμητική, τη γεωγραφία, την ιστορία, τη μυθολογία, και τη λογοτεχνία. Από πρακτικής πλευράς, σε ότι αφορούσε κατ’ αρχάς, στην εξοικείωση και αργότερα στην εξάσκηση στις οικιακές τέχνες και λειτουργίες, δινόταν έμφαση στο ράψιμο και στο κέντημα.

Έμφαση δινόταν και στη ζωγραφική και τη μουσική. Σπουδαία θέση κατείχε κι ο χορός, καθώς και η γυμναστική με τη χρήση στεφανίων και κορίνων.  Η μεθοδολογία στη διδασκαλία των μαθημάτων στηριζόταν στις αρχές της αλληλοδιδακτικής, η οποία επικρατούσε, από έλλειψη δασκάλων, σε όλο τον κόσμο κ ιδιαίτερα στην Ελλάδα και τις άλλες υπανάπτυκτες χώρες.

Φυσικά, σύμφωνα με τις αρχές της αντιαυταρχικής αγωγής, δε γινόταν χρήση εργαλείων τιμωρίας, όπως βέργα ή μαστίγιο, ούτε καν αναφερόταν ως απειλή ο εγκλεισμός σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο.

Φυσικά υπήρχαν τιμωρίες που απευθυνόταν σε μαθήτριες που δε πειθαρχούσαν στους κανόνες λειτουργίας της σχολής, αλλά αυτές δεν ήταν εξουθενωτικές και ιδιαίτερα αντιπαιδαγωγικές αλλά ήπιες και αντιστοιχούσαν κυρίως στη στέρηση του φρούτου, του γλυκού ή στην παράθεση δείπνου χωρίς τραπεζομάντιλα για τις τιμωρημένες.

Όσο για την επιβράβευση  της σωστής συμπεριφοράς και της καλής επίδοσης στα μαθήματα, αυτή γινόταν μπροστά σε όλο το προσωπικό σε ειδική τελετή και μπορούσε να είναι κάτι το απλό για μας, όπως μια γαλάζια κορδέλα, (ένα είδος παράσημου), ή ένα λευκοκεντημένο φόρεμα  έργο – δημιούργημα των υπόλοιπων μαθητριών, με τη δέσμευση να είναι η «καλή» φορεσιά των κυριακάτικων πρωινών και των γιορτών. Η επιβράβευση μπορούσε να είναι ακόμα και η τιμητική θέση δίπλα στη διευθύντρια της Σχολής κατά τη διάρκεια του γεύματος.

  

Η εξέλιξη και το τέλος του Σχολείου Θηλέων της Βολμεράνζ  

 


  

Για την ιστορία και μόνο ως προς την τύχη της σχολής της Βολμεράνζ έχουμε να δηλώσουμε την πληροφορία ότι η Βολμεράνζ προσφέρει της υπηρεσίες τις μέχρι το 1840, θεωρώντας ότι δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει η ίδια αυτά που επιθυμούσε, γιατί είχε αρχίσει πλέον να κουράζεται.

Τη θέση της Διευθύντριας παίρνει τότε η Ελένη Πιτταδάκη, η οποία είχε φοιτήσει ως μαθήτρια στο σχολείο Χίλντερ της Ερμούπολης. Είχε αποκτήσει αρκετή πείρα ως δασκάλα στη σχολή Χιλ (1832-1834), στο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Ναυπλίου (3 χρόνια) και ως διευθύντρια στο σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας (1840).

Το 1852 το σχολείο κλείνει οριστικά και οι μαθήτριές του προωθούνται στο Αρσάκειο. Ήδη το σχολείο είχε οδηγηθεί σε άσχημη οικονομική κατάσταση, γιατί από τα πενήντα οκτώ (58) παιδιά (και λέμε παιδιά ανάμεσα στα κορίτσια ήταν και τρία μικρά αγοράκια), έντεκα (11) κορίτσια φοιτούσαν με υποτροφία του κράτους, δεκαπέντε (15) κορίτσια ήταν άπορα κι έτσι σπούδαζαν χωρίς να καταβάλουν δίδακτρα, αλλά και τα υπόλοιπα, τριάντα δύο (32), είχαν γονείς που αδυνατούσαν να είναι συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις.

Ένα αναπάντητο, μέχρι σήμερα, ερώτημα αιωρείται: τι να απέγινε άραγε η Σαρλότ Βολμεράνζ, «η ευγενής και αξιοσέβαστη διδάσκαλος»[viii], όπως προσφυώς χαρακτηρίστηκε από τον τότε νομάρχη Αργολίδας και Κορινθίας (το 1836) σε υπηρεσιακή έκθεσή του, η οποία στην ηλικία των πενήντα ετών περίπου αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη; Το μόνο που μπορούμε να υποθέσουμε, στηριζόμενοι στην άψογη συμπεριφορά της και την ανιδιοτελή άσκηση των καθηκόντων της, είναι ότι θα τελεύτησε τη μεστή εμπειριών κι εκπαιδευτικής δράσης επίγεια ζωή της με ήσυχη και ήρεμη τη συνείδηση της.  

 

 Βασιλική Α. Παγούνη

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Η Ιόνια Ακαδημία αποτελούσε Πανεπιστήμιο με τέσσερις σχολές, τη Θεολογική, τη Φιλοσοφική,  τη Νομική, και την Ιατρική και λειτουργούσε μέχρι την ενσωμάτωση των Ιονίων Νήσων στην Ελλάδα, το 1864.

[ii]Από το συγκεκριμένο σχολείο και τις πρακτικές ασκήσεις και δραστηριότητές του πήρε τα απαραίτητα παιδαγωγικά και διδακτικά στοιχεία, στη βάση των οποίων στήριξε τη φιλοσοφία, τους στόχους και τη λειτουργία κάποιων εκπαιδευτηρίων, όπως του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, της Γεωργικής Σχολής της Τίρυνθας.

[iii] Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ήταν σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης κι οφείλουν το όνομά τους  στη μέθοδο διδασκαλίας που ήταν τότε η αλληλοδιδακτική ή λανγκαστεριανή μέθοδος, όπου οι καλύτεροι μαθητές, οι πρωτόσχολοι, με την καθοδήγηση, τη βοήθεια και την επίβλεψη του δασκάλου  δίδασκαν τους υπολοίπους. Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ελλείψει δασκάλων λειτούργησαν ως το 1880, που αντικαταστάθηκαν από τα σχολεία της συνδιδακτικής μεθόδου.  

[iv] Πριν από την έλευσή του στην Ελλάδα είχε αποφασίσει με τη βοήθεια της αγαπημένης του φίλης Ρωξάνδρας Στρούτζα την εκπόνηση προγράμματος για τη μόρφωση της Ελληνίδας. Η αβεβαιότητα όμως των πρώτων χρόνων του ελευθέρου βίου και οι αμέτρητοι κίνδυνοι που το περιέβαλλαν δεν του είχαν επιτρέψει τελικά την πρόσκληση της Ρωξάνδρας Στρούτζα για την εφαρμογή του προγράμματος τους (βλ. Κούκου Ελένη, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στρούτζα), Έκτη έκδοση, Εκδ. Πατάκη, 2000. Πρώτη έκδοση Εστία, 1936.

[v]  Μάουρερ Γκ. Λ., Ο Ελληνικός λαός, (μετάφραση Όλγας Ρομπάκη) Αθήνα 1976, σ.σ 529-530.

[vi] Δρούγκα Αναστασίου, Η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα, Ναύπλιο 1991, σ.64.

[vii] Αθουσάκης Γ. Αδάμ, «Η Εκπαίδευση στην Αργολίδα και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο» (Διδακτορική Διατριβή, Πάτρα 1998).

[viii]  Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Η φιλλέλην Σαρλότ Βολμεράνζ, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Επτά ημέρες), Ελληνικά παρθεναγωγεία, 27 Ιανουαρίου 2002.

 

 

Βιβλιογραφία

 


 

  • Αθουσάκης  Γ. Αδάμ, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο», (Διδακτορική Διατριβή, Πάτρα 1998).
  • Αντωνίου Δαυΐδ, Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης (1833-1929), Τόμος Α’ Αθήνα, Ι. Α. Ε. Ν. – 17, 1987.
  • Δρούγκα Αναστασίου, Η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα, Ναύπλιο 1991.
  • Ζιώγου – Καραστεργίου Σ., Η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830 – 1893), Αθήνα Ι. Α. Ε. Ν. – 2, 1986.
  • Ζιώγου – Καραστεργίου Σ., Γυναίκες και ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα, Θεσσαλονίκη, 1988.
  • Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Η φιλέλλην Σαρλότ Βολμεράνζ, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Επτά ημέρες), ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΑ, 27 Ιανουαρίου 2002.
  • Κούκου Ελένη, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στούρτζα, 1936.
  • Μάουρερ Γκ. Λ., Ο Ελληνικός λαός (μετάφραση Όλγας Ρομπάκη) Αθήνα 1976.
  • Μπουζάκης Σήφης, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821 – 1985), Αθήνα 1986.
  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα, IV (2000), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
  • Παπαδάκη Λυδία, Η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1992.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Γαλλική Σχολή Ναυπλίου Αδελφών Ουρσουλινών (1916-1920)

 


Η παρουσία και η εκπαιδευτική δραστηριότητα των διαφόρων καθολικών ταγμάτων, είχε ως σκοπό όχι μόνο την διαποίμανση και εκπαίδευση των καθολικών κατοίκων της Ελλάδας αλλά και την διάδοση της καθολικής πίστης σε ορθόδοξους που φοιτούσαν στα σχολεία τους, και τα οποία λειτουργούσαν κυρίως με την υποστήριξη της καθολικής εκκλησίας. Μετά την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα (Φραγκισκανών, Δομινικανών κυρίως όμως Ιησουιτών και Καπουτσίνων) άρχισαν να λειτουργούν τον 16ο, 17ο και 18ο αιώνα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης στις καθολικές κοινότητες διαφόρων πόλεων και κυρίως νησιών.

Στην Αθήνα, την Άνδρο, τα Επτάνησα, το Ναύπλιο, την Μήλο και την Πάρο, δημιούργησαν σχολεία οι Καπουτσίνοι. Στην Σαντορίνη και την Τήνο οι Ιησουίτες. Στην Κρήτη, την Μακεδονία, την Νάξο, την Σύρο και την Χίο, Καπουτσίνοι και Ιησουίτες, που μάλιστα αρκετές φορές λειτουργούσαν και ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Ιδιαίτερα στα νησιά Σύρο, Νάξο, Τήνο και Χίο, καπουτσίνοι και Ιησουίτες οργάνωναν χωριστά επιμορφωτικά σεμινάρια, ετοιμάζοντας στελέχη για τον καθολικό κλήρο του Αιγαίου.

 

Οι Αδελφές Ουρσουλίνες

 


  

Αγία Άγγελα Μερίτσι

Το 1533 η Αγία Άγγελα Μερίτσι* (Angela Merici: 1474-1540) άρχισε να συγκεντρώνει νέες κοπέλες, προτείνοντας τους να ζήσουν έναν άτυπο μοναχικό βίο. Η κάθε μία ζούσε στο σπίτι της αλλά ήταν στην υπηρεσία του Θεού.

Μέσα σε λίγα χρόνια ο αριθμός τους αυξήθηκε σημαντικά. Η Αδελφότητα πρόσφερε σημαντικό κοινωνικό έργο αλλά και δίδασκε την χριστιανική πίστη. Στις 18 Μαρτίου 1537 η ιδρύτρια αφιερώνει την Αδελφότητα στην Αγία Ούρσουλα, που μαρτύρησε τον 5ου αιώνα, προτιμώντας τον θάνατο παρά την προδοσία της παρθενίας της.

Όταν πέθανε η Αγία Άγγελα, στις 27 Ιανουαρίου 1540, η Αδελφότητα αριθμούσε περισσότερα από 150 μέλη. Κατά τον 17ο αιώνα οι Αδελφές Ουρσουλίνες, αρχίζουν να εξαπλώνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Τον 18ο αιώνα φτάνουν και στην Ελλάδα. Στην Τήνο (15 Ιουλίου 1704) εμφανίζονται οι δύο πρώτες ελληνίδες Ουρσουλίνες από το Κάστρο της Νάξου.  Πρόκειται για αφιερωμένες γυναίκες που ζουν με την οικογένεια τους αλλά τηρούν το κανονισμό της Αγίας Άγγελας και βοηθούν τους εφημέριους στο ποιμαντικό και κατηχητικό τους έργο.

Εσωτερικό Ιεράς Μονής Ουρσουλινών, στα Λουτρά Τήνου.

Οργανωμένο μοναστήρι  δημιουργείται το 1862. Εκεί, στεγάστηκαν: ορφανοτροφείο, οικοτροφείο, γαλλικό Γυμνάσιο, Πανεπιστήμιο, ελληνικό Δημοτικό, ταπητουργία, ραπτική, αργαλειοί κ.λ.π. Το όλο έργο οφείλεται ουσιαστικά στην αγγλικής καταγωγής Μαρία- Άννα Ληβς, η οποία είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη το 1825 και είχε ασπαστεί το μοναχικό σχήμα των Ουρσουλινών από το 1853.

Την περίοδο 1910-1930 φοιτούν στη Σχολή 300 οικότροφες μαθήτριες απ’ όλη την Ελλάδα. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Σχολή έκλεισε. Μετά τον πόλεμο, η επαναλειτουργία της Σχολής ήταν πολύ δύσκολη. Η έλλειψη  μαθητριών και τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της. Περιορίζεται στην εκπαίδευση των παιδιών του Δημοτικού. Το 1984 το σχολείο έκλεισε οριστικά.   

Στην Νάξο το 1739, μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες τελικά κατορθώνουν να εγκατασταθούν. Ήταν απόλυτα αφοσιωμένες στην μόρφωση των κοριτσιών και την διάδοση της χριστιανικής καθολικής πίστης. Μετά την εγκατάστασή τους άρχισαν να συγκεντρώνουν κορίτσια από το Αιγαίο αλλά και από την Κωνσταντινούπολη και την Εγγύς Ανατολή. Μετά την Επανάσταση, η Σχολή γνωρίζει μεγάλη ακμή και εξελίσσεται σε ένα από τα καλλίτερα σχολεία του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Στο Παγκόσμιο πόλεμο η Σχολή αναγκάζεται να κλείσει. Μετά τον πόλεμο, έγιναν προσπάθειες να επαναλειτουργήσει, οι συνθήκες όμως είχαν αλλάξει και η σχολή το 1970 έκλεισε.

 

Οι Ουρσουλίνες στο Ναύπλιο

 


  

Μεγάλο μέρος της καλής κοινωνίας του Ναυπλίου, ήθελε τα κορίτσια της να μορφωθούν και να αποκτήσουν τα κατάλληλα εφόδια για την βελτίωση του πολιτιστικού και βιοτικού τους επιπέδου. Έτσι στο Ναύπλιο συναντάμε από τα χρόνια του Καποδίστρια ακόμη ιδιωτικά παρθεναγωγεία, όπως της Γαλλίδας Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerang) όπου τα κορίτσια μάθαιναν γραφή και ανάγνωση στην Ελληνική και Γαλλική γλώσσα, ιστορία, γεωγραφία αλλά και οικοκυρικά και χειροτεχνία.

Γαλλική Σχολή Ναυπλίου. Δεκαετία του 1910. (Φωτ. Αρχείο Ν. Σαββάκη)

Στην Ενδεκάτη, εκεί που σήμερα υπάρχει η Alpha Bank, στη γωνία της 25ης Μαρτίου και Ασκληπιού, υπήρχε το κτίριο που στεγάζονταν οι καθολικές αδελφές Ουρσουλίνες. Εκεί ιδρύθηκε η σχολή των Ουρσουλινών που λειτούργησε μόλις τέσσερα χρόνια. Από τον Ιούλιο του 1916 μέχρι τον Ιούλιο του 1920. Οι Ναυπλιώτες την αποκαλούσαν συνήθως «Γαλλική Σχολή».

« Διευθύντρια στο Ναύπλιο ήταν η αδελφή Κλημεντίνη Carriere ( Marie de lenfant Jesus). O Μ. Ρούσσος Μηλιδώνης δημοσιεύει και αίτηση 139 οικογενειαρχών του Ναυπλίου, με ημερομηνία 1 Μαΐου (ή 14 Μαΐου) 1916 προς τον Καθολικό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών L. Petit, με την οποία ζητούν την σύσταση Γαλλικού Παρθεναγωγείου ( « καθόσον σπουδαίως θα συντελέσει εις την ταχείαν και τελείαν εκμάθησιν της γαλλικής γλώσσης υπό των τέκνων μας»).

 
 

Η εσωτερική αυλή του φράγκικου μοναστηριού των Καλογραιών. (Φωτ. Σ. Καρούζου: ‘‘Το Ναύπλιο’’)

Οι πρώτες υπογραφές είναι του Γενικού Αρχίατρου ε.α. Σωτ.Κ. Παπαδόπουλου, του φαρμακοποιού Ιωάννη Οικονόμου, του υπολοχαγού Πυροβολικού Θεοδ. Λιάπη, του κτηματία Β. Χρονά και του δικηγόρου Δ. Πασπαλιάρη. Από τους υπογράφοντες, μόνον ο Παναγιώτης Ιωάννου Ιατρός, ιδιοκτήτης- συντάκτης της εφημερίδας Σύνταγμα, ήταν καθολικός. Υπογράφουν ακόμη ο Σ. Θ. Σοφρώνης, Αρχίατρος και Δήμαρχος (1926-27), η οικογένεια Καραπαύλου, ο Ι. Τερζάκης, βουλευτής Αργολίδος, ο Α. Πιλαφιτζής, δικηγόρος και πρόξενος της Γαλλίας, ο Κ. Παπαντωνίου και άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί.

 

Επτά μοναχές από την Τήνο και την Νάξο φτάνουν στο Ναύπλιο τον Ιούλιο του 1916 για να υπηρετήσουν το σχολείο, οι οποίες έγιναν δεκτές με εχθρική διάθεση από τον Μητροπολίτη Αργολίδος Αθ. Λάσκαρη. Το 1920 εκδηλώθηκε επιδημία πανώλης στην Αργολίδα, το σχολείο επιτάχθηκε για την στέγαση των ασθενών, ενώ ο ιδιοκτήτης του κτιρίου Νικ. Παπανικολάου ζητούσε αύξηση του ενοικίου, γεγονότα που οδήγησαν στο κλείσιμο του».  

Και συνεχίζει ο Γιώργος Ρούβαλης στο άρθρο του στην τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού «ναύδετο» το Φθινόπωρο του 2008. « Φοίτησαν 67 κορίτσια, 50 εσωτερικά και 17 εξωτερικά. Κατ’ έτος, ο αριθμός φοιτητριών ήταν 50 με 60. Το 1/3 ήταν εσωτερικές από το Άργος και άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Το μόνο αγόρι ήταν ο Καίσαρ Χειλέλης, μετέπειτα ξενοδόχος και κληρονόμος του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία στην πλατεία Φιλελλήνων.

Κατά το σχολικό έτος 1918-19 τα δίδακτρα ήταν 360 δραχμές και 40 επιπλέον για όσα κορίτσια έπαιρναν μαθήματα πιάνου. Το πρόγραμμα μαθημάτων περιελάμβανε γραφή και ανάγνωση στα ελληνικά και γαλλικά, αριθμητική, γεωγραφία, μουσική και ιδιαίτερα μαθήματα κλειδοκυμβάλου ( πιάνου) και μαντολίνου, γραφικές τέχνες, κέντημα και εργόχειρο».  

Μετά από χρόνια, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως στέγη των προσφύγων Μικρασιατών. Το 1949 στέγασε το παγοποιείο Κοκκίνου και τέλος κατεδαφίστηκε στην δεκαετία του 1970.

 

Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών

 


 

Έμβλημα των μαθητών των Ουρσουλινών

Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών λειτουργεί από το 1947. Το 1952 άρχισε να λειτουργεί στο Ψυχικό εκπαιδευτικό συγκρότημα Γυμνασίου – Λυκείου, το οποίο ολοκληρώθηκε με Δημοτικό Σχολείο το 1976 στην περιοχή του Αμαρουσίου. Σήμερα διατηρεί Νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο για αγόρια και κορίτσια. Είναι η συνέχεια των σχολείων της Τήνου και της Νάξου.

Μέσα στο 19ο αιώνα το σχολείο διαμορφώθηκε σιγά – σιγά σε «Ελληνογαλλικό», το πρώτο χρονικά εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτού του είδους στην Ελλάδα, για την μαθητεία στη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα. Διατηρεί αυτό το χαρακτήρα του μέχρι σήμερα με τις υψηλότατες επιδόσεις των μαθητών του στη γαλλοφωνία.

Στον 21ο αιώνα καλλιεργώντας πάντα το πνεύμα της Αγάπης και της Αλληλεγγύης, στοχεύει στην άρτια εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση των μαθητών του σύμφωνα με τις σύγχρονες απαιτήσεις. Αποδεικνύουν την προσφορά του οι λαμπρές επιδόσεις των μαθητών του στο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια στον επιστημονικό τομέα, στις τέχνες, στα γράμματα αλλά και γενικά στο στίβο της ζωής!

 

 Υποσημείωση

 


 

* Άγγελα Μερίτσι (Angela Merici: 1474-1540). Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1474 στο Ντεζεντιάνο της βόρειας Ιταλίας. Ήταν η δευτερότοκη κόρη μιας βαθειά θρησκευόμενης χριστιανικής αγροτικής οικογένειας. Από πολύ μικρή, ορφάνεψε από πατέρα και μητέρα. Ο αδελφός της μητέρας τους, αναλαμβάνει την κηδεμονία των δυο κοριτσιών. Δέκα χρόνια αργότερα πεθαίνει η μεγαλύτερή της αδελφή.

Η Άγγελα μένει μόνη της. Συνεχίζει να ζει μια έντονη πνευματική ζωή και μάλλον ασκητική. Το 1506, εξαιτίας ενός οράματος, αισθάνεται την ανάγκη να ιδρύσει μια κοινότητα που θα ήταν στην υπηρεσία του Θεού. Το 1516 μεταφέρεται στην πόλη Μπρέσια για να ζήσει με το ζεύγος Ιερώνυμου και Κατερίνας Ντεζεντζάνο, μια οικογένεια μεγαλοαστών της εποχής.

Η Άγγελα συνεχίζει, παρά ταύτα την απλή και έντονη θρησκευτική της ζωή, ενώ το 1524 επισκέπτεται τους Αγίους Τόπους. Από το 1525 ζει ήσυχα προσφέροντας τις κοινωνικές της υπηρεσίες και τις καλές της συμβουλές σε όποιον της τις ζητούσε και όπου μπορούσε. Το 1533 ιδρύει τη μοναχική αδελφότητα των Ουρσουλινών. Στις 27 Ιανουαρίου του 1540 και σε ηλικία 66 ετών, πεθαίνει. Στις 30 Απριλίου 1768, ο πάπας Κλήμης ο 13ος  την ανακήρυξε Μακαρία και στις 24 Μαΐου ο Πίος ο 7ος Αγία.

 

 

Πηγές


  • Γιώργος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι Άνθρωποι / Μικροϊστορία του Ναυπλίου», Εκδόσεις Ναύδετο, Ναύπλιο, 2009.
  • Περιοδικό «Ναύδετο», Τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού, τεύχος 8, Ναύπλιο, 2008.
  • Δαυίδ Αντωνίου, «Γαλλικά Σχολεία στην Ελλάδα / Απόπειρα Πρώτης Καταγραφής», Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine,  Αθήνα, 2009.
  • Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών – http://www.ursulines.gr/
  • Καθολική Εκκλησία Τήνου – http://www.catholic.gr/

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Σχινάς Κωνσταντίνος (1801-1857)


   

Κωνσταντίνος Σχινάς

Ο Κωνσταντίνος Σχινάς γεννήθηκε στο Φανάρι, της Κωνσταντινουπόλεως το 1801. Ο πατέρας του, Δημήτριος Σχινάς, υπηρέτησε ως πρώτος Γραμματεύς της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ως Γραμματεύς των ηγεμόνων Κωνσταντίνου και Αλεξάνδρου Μουρούζη της Μολδαβίας, ως καπουκεχαγιάς Μολδαβίας και Βλαχίας και τέλος, επί Ιωάννου Καρατζά, διετέλεσε Διερμηνεύς του Αυτοκρατορικού Στόλου και πρώτος καπουκεχαγιάς της Βλαχίας.[i] Η μητέρα του Μαρία, ήταν κόρη του Λογοθέτου Γαβριήλ Φεταλά και ανεψιά του Μητροπολίτου Νικομήδειας Μελετίου του Καντακουζηνού.[ii]

Ο Σχινάς παρακολούθησε τα πρώτα εγκύκλια μαθήματα στη γενέτειρά του με δάσκαλο τον Πλάτωνα Φραγκιάδη και έναν Τούρκο που ονομαζόταν Λαμή. Μετά την έκρηξη της Επαναστάσεως και την φυγή της οικογενείας του στην Βεσσαραβία αναχώρησε για τη Γερμανία και τη Γαλλία, ὀπου σπούδασε Νομικά με δασκάλους τον Savigny, του οποίου την κόρη Elisabeth [ Μπεττίνα] παντρεύτηκε αργότερα[iii], τον Clenton κ.ά.

Στο διάστημα των σπουδών του στο εξωτερικό φαίνεται ότι συνδέθηκε με πολλούς αξιόλογους άνδρες, ανάμεσα στους οποίους και ο Γκαίτε. Σχετικό με την γνωριμία αυτή και τη μετάβασή του από το Βερολίνο στη Βαϊμάρη τον Οκτώβριο του 1825 είναι κι ένα γράμμα της ποιήτριας Μπεττίνας φόν Άρνιμ προς τον Γκαίτε όπου αναφέρονται και τα εξής σχετικά με το νεαρό Κωνσταντίνο Σχινά:

« ο κομιστής είναι, αριστοκράτης από γέννηση και από φρόνημα. Κατάγεται από μία των πρώτων οικογενειών της Ελλάδας. Το όνομά του είναι Σχινάς Μαυροκορδάτος και (ό) Υψηλάντης είναι γαμβρός του. Νέος ακόμα, αποδείχθηκε καλός κολυμβητής στα ταραγμένα κύματα της ζωής του. Με ψυχική γαλήνη είδε να ναυαγήσουν τα πλούτη και τα αξιώματα του. Με ψυχικό μεγαλείο αντιμετώπισε την πιο μεγάλη απώλεια πατέρα και φίλων και με αξιοπρέπεια επέρασε από τις μεγαλύτερες στενοχώριες.

Την γερμανική γλώσσα έμαθε με μια σπάνια εξυπνάδα σε πολύ λίγο καιρό. (Η επιστημονική του μόρφωση είναι πολύ γερή, ώστε προκαλεί σε κάθε συζήτηση αληθινό θαυμασμό. Καλός και ευγενής με όλους, απέχτησε τη συμπάθεια και την αγάπη όλων. . . Θα επιθυμούσα να πάρη ο ξενιτεμένος αυτός νέος μαζύ του, αν ποτέ γυρίση στην πατρίδα του, την πιο υψηλή ιδέα για σένα. Το βλέμμα σου πού είναι ο καθρέφτης της θείας φωτιάς, ας τον ευλόγηση».[iv]

Γνήσιος εκπρόσωπος Φαναριώτη διανοούμενου με εξαιρετική μόρφωση και αναμφισβήτητες ικανότητες, ο Κ. Σχινάς δεν άργησε να παίξει ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή της μετεπαναστατικής Ελλάδος. Αφού επέστρεψε από το εξωτερικό οπού είχε τελειώσει τις σπουδές του (1828), διορίσθηκε από τον Ι. Καποδίστρια πρώτος Πάρεδρος της Γραμματείας των Εσωτερικών.

Το 1833 έλαβε μέρος στην μεγάλη επιτροπή πού συγκρότησε η Αντιβασιλεία για την διοργάνωση της δημοσίας εκπαιδεύσεως. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους Κ. Σχινά, Αλεξ. Σούτσο, Αναστ. Πολυζωίδη και άλλους, εργάστηκε συλλέγοντας στοιχεία σχετικά με τις εκπαιδευτικές ανάγκες του τόπου. Αποτέλεσμα των εργασιών αυτής της επιτροπής υπήρξε ο Οργανικός Νόμος περί Εκπαιδεύσεως, με τον οποίον έγιναν γνωστές οι εκπαιδευτικές επιδιώξεις του Κράτους που σε γενικές γραμμές ήταν:

 1) η σύσταση σχολείων Στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, Μέσης, Πανεπιστημίου και Ακαδημίας

2) η προικοδότηση των σχολείων αυτών

3) η επιμόρφωση δασκάλων και καθηγητών για την επάνδρωση τους

4) η ανέγερση διδακτηρίων

5) η χορήγηση υποτροφιών

6) η ίδρυση Τεχνικών Σχολών

7) ο διορισμός προσωπικού σε όλα τα σχολεία κ.ά.

Παράλληλα με αυτό, στην προσπάθειά της να οργανώσει την νομοθεσία του νεοσυσταθέντος κράτους ή Αντιβασιλεία ανέθεσε το 1833 στον Πολυζωΐδη και στον Σχινά να μεταφράσουν στα ελληνικά τον Ποινικό Νόμο του Maurer που είχε στηριχθεί κυρίως στον Βαυαρικό Ποινικό Κώδικα του 1813[v] και στις μεταγενέστερες μεταρρυθμιστικές εργασίες, των ετών 1822, 1827 και 1831. Ο ελληνικός Ποινικός Νόμος, χωρισμένος σε τρία βιβλία, περιέλαβε 708 άρθρα και δημοσιεύθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1834 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Τον Οκτώβριο του 1833 ο Κ. Σχινάς διορίσθηκε, επί κυβερνήσεως Α. Μαυροκορδάτου, υπουργός Δικαιοσύνης, Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.[vi] Κατά το διάστημα της υπουργίας του αυτής εξέδωσε πολλά διατάγματα ανάμεσα στα οποία και τα ακόλουθα:

1) περί διαιρέσεως των Επισκοπών

2) περί οργανισμού του Ορφανοτροφείου Αιγίνης

3) περί συστάσεως Γυμνασίου στο Ναύπλιο

4) περί ανεγέρσεως του Ναού του Σωτήρος στην Αθήνα

5) περί καθηκόντων πρωτοσυγγέλων και αρχιδιακόνων

6) περί συστάσεως δώδεκα ανέξοδων θέσεων στο Σχολείο θηλέων Ναυπλίου

7) περί συστάσεως Γερμανικής Σχολής στο Ναύπλιο

8) περί Δημοτικών Σχολείων

9) περί προνομίου εκδόσεως λεξικού του Σ. Βυζαντίου

10) περί γυναικείων μονών

11) περί αριθμού των γυναικείων μονών

12) περί ιδιοκτήτων μονών και εκκλησιών

13) περί διδασκαλίας δι’ εξόδων του Εκκλησιαστικού Ταμείου τριάντα ιερομόναχων και διακόνων και

14) περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων [vii]

Ως υπουργός των Εκκλησιαστικών ο Κ. Σχινάς έλαβε μέρος στις εργασίες της επταμελούς επιτροπής που αποφάσισε την ίδρυση της «Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδος».[viii] H οργάνωση της Συνόδου έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε ή εξάρτηση της Εκκλησίας από την Πολιτεία να είναι απόλυτη.

Όπως ήταν φυσικό, η στάση του Κ. Σχινά ως υπουργού Δικαιοσύνης στην πολύκροτη δίκη του Κολοκοτρώνη, οπού εξεβίασε τον Πολυζωΐδη και τον Τερτσέτη να υπογράψουν την καταδίκη [ix], η συμμετοχή του στην επιτροπή για την Ιερά Σύνοδο [x] και τέλος το διάταγμα περί διαλύσεως 412 γυναικείων μονών προκάλεσαν μεγάλη δυσαρέσκεια και αντίδραση με αποτέλεσμα να παυθή από την θέση του και να αναχώρησει για την Ευρώπη απ’ όπου επέστρεψε και πάλι το 1836.

Κωνσταντίνος Σχινάς, ο πρώτος πρύτανης του Ιδρύματος.

Ένα χρόνο μετά την επάνοδό του (1837) διορίστηκε με Β. Διάταγμα Πρύτανις του νεοσυσταθέντος Πανεπιστημίου Αθηνών και καθηγητής της αρχαίας ιστορίας. Για την προσωρινή στέγαση του Πανεπιστημίου χρησιμοποιήθηκε τότε το σπίτι του Κλεάνθη. Επειδή, όμως, ο χώρος δεν επαρκούσε για τις ανάγκες του Πανεπιστημίου, τον δεύτερο χρόνο (1838 – 39) συγκροτήθηκε επιτροπή από τους Κ. Σχινά, Γ. Κουντουριώτη, Α. Ζαΐμη, Θ. Κολοκοτρώνη, C. Α. Brandis, [xi]  Γ. Α. Ράλλη, Θ. Ράλλη, Γ. Γεννάδιο και Ν. Βάμβα η οποία με Β. Διάταγμα (23 Φεβρουαρίου 1839) έλαβε επίσημο χαρακτήρα με την επωνυμία «η επί των συνδρομών προς ανέγερσιν του ελληνικού Πανεπιστημίου επιτροπή». [xii] 

Ο Σχινάς εργάσθηκε με ενθουσιασμό για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες που είχε στο εξωτερικό. Χαρακτηριστική της προσπάθειας του αυτής είναι μία επιστολή πού απευθύνει από την Βιέννη (30 Ιουνίου 1842) στον Όθωνα και στην οποία αναφέρει….

« ό,τι τέλος αφορά το Πανεπιστήμιον εμόχθησα απιστεύτως και επέτυχον τέλος το αποτέλεσμα, ότι ενεθουσίασα ολόκληρον την οικογένειαν Σίνα και αυτόν τον γηραιόν βαρώνον Σίναν, όστις εις όμοιας περιπτώσεις λίαν δυσχερώς φθάνει εις αποφάσεις, αν όμως είπη άπαξ το ναι, κρατεί πιστότατα την υπόσχεσίν του. Ο βαρώνος Σίνας υπεσχέθη μοι ότι θα πράξη τα πάντα και θα υποκινήση και άλλους». . .

Ο ίδιος ζήλος σχετικά με την ανεύρεση πόρων για την ανέγερση του Πανεπιστημίου φανερώνεται και σ’ ένα σχέδιο επιστολής του προς τον Ζηνόβιο Πώπ που βρίσκεται στα κατάλοιπά του.

Ο  Κ. Σχινάς δίδαξε, συνολικά στο Πανεπιστήμιο επτά χρόνια: το 1837 (πρύτανις) το 1838 – 41 (αντιπρύτανις) το 1841 (επίτιμος καθηγητής) το 1844 (τακτικός) το 1846 – 47 βουλευτής του Πανεπιστημίου) και το 1851 (επίτιμος καθηγητής). Ανάμεσα στα έγγραφά του βρέθηκαν πολλές σημειώσεις ιστορίας που αφορούν στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις καθώς και αποσπάσματα της συγγραφής του Β’ βιβλίου του έργου του « Ιστορία των αρχαίων εθνών» που, όπως φαίνεται, έμεινε τελικά ανέκδοτο. [xiii] 

Αλλά η συμμετοχή του στα κοινά δεν περιορίστηκε εκεί. Από τα πρακτικά της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, που ιδρύθηκε το 1837, φαίνεται ότι ο Σχινάς υπήρξε ιδρυτής — εταίρος και σύμβουλος σ’ αυτήν από το 1837 ως το 1843.

Τον Σεπτέμβριο του 1843 ο Σχινάς ανέλαβε και πάλι το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως καθώς και το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στο διάστημα της δεύτερης αυτής θητείας του (3 Σεπτεμβρίου 1843 – 30 Μαρτίου 1844) εξέδωσε δύο διατάγματα: 1) περί προσδιορισμού των ορίων της επισκοπής Κυναίθης και 2) περί προσωρινού διευθυντού της Ριζαρείου Σχολής.

Τέλος, το 1849 διορίζεται από τον Όθωνα πρεσβευτής στη Βαυαρία και αργότερα (1854) στη Βιέννη όπου και πέθανε στις 9/21 Ιουλίου 1857.

  

Έργα


 

  • Λογίδριον εκφωνηθέν κατά την ημέραν της εγκαθιδρύσεως του Πανεπιστημίου Όθωνος υπό του κ. Κωνστ. Σχινά, πρυτάνεως. Εν Αθήναις, 1837.
  • Λόγος εκφωνηθείς υπό του κυρίου Κωνστ. Σχινά κατά την γ’ Μαΐου , αωλη’ περιέχων την έκθεσιν των εν τω Οθωνικώ Πανεπιστημίω κατά την παύσασαν διοικητικήν περίοδον γενομένων. Εν Αθήναις, 1838.[xiv]
  • Ο πολιτικός της Γαλλίας νόμος μετενεχθείς εις την νεωτέραν ελληνικήν κατά διαταγήν της κυβερνήσεως υπό Γ. Βέλλιου, Α. Πολυζωïδου, Π. Πιτζιπίου και Κωνστ. Δ. Σχινά. Εν Αθήναις, 1838.[xv]
  • Ιστορία του Βασιλείου της Βαυαρίας και του εν αυτή άρχοντος οίκου ερανισθείσα κατ’ επιτομήν εκ της του Μιλβιλέρου Ιστορίας η επιτέτακται εν παραρτήματι και περιληπτικωτάτη γενεαλογική πραγματεία περί του Ολδεμβουργικού οίκου. Εν Αθήναις, 1841.
  • Ιστορία των αρχαίων εθνών, συνταχθείσα εν τρισί βιβλίοις υπό Κωνσταντίνου Δ. Σχινά. Βιβλίον πρώτον περιέχον τα Ασιανά καί Λιβυκά.  Αθήνησιν, 1845.[xvi]

  

Δήμητρα Ανδριτσάκη

Κέντρον Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., «Κατάλοιπα Κ. Σχινά – Π. Αργυρόπουλου», Αθήναι, 1974.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Οι πληροφορίες πού αφορούν σε ορισμένα μέλη της οικογενείας Σχινά έχουν ληφθεί από αρχειακά στοιχεία πού ανήκουν στην συλλογή του κ. Κ. Θ. Δημαρά.

[ii]  Για το πλήρες γενεαλογικό δέντρο της οικογενείας βλ. E. R. R[angabé], Livre cl’ or de la noblesse phanariote et des familles princières de Valachie et de Moldavie. 2ème éd. Athènes, 1904. Για άλλο κλάδο της οικογενείας Σχινά βλ. Ελένη Δ. Μπελιά, Οι λόγιοι αδελφοί Δημήτριος και Μιχαήλ Γεωργίου Σχινά, περ. «Μνημοσύνη» τ. 2 (1969), σ. 174-218.

[iii] Εκτός από την Elisabeth Savigny ο Κ. Σχινάς παντρεύτηκε μια κόρη Σπανοπούλου και μετά τον θάνατο και αυτής την Αριστέα, κόρη τού Μεγάλου Λογοθέτη C. Balsche (1847) με την οποία απέκτησε δύο τέκνα τον Δημήτριο και την Ελένη, σύζυγο αργότερα του Περικλή Π. Αργυρόπουλου.

[iv]  Βλ. Αλέξανδρος Στάϊνμετζ, Γκαίτε και η Νέα Ελλάς, στο περ. «Κρητικές σελίδες», έτος 1939, άρ. 10-12, σ. 684-685, όπου γίνεται η ταύτιση του Σχινά.

[v]  Έργο του Anselm von Feuerbach.

[vi]  Βλ. Σ. Κτεναβέα, Αι ελληνικαί κυβερνήσεις, αι εθνικαί συνελεύσεις και τα δημοψηφίσματα από το 1821 μέχρι σήμερον. Αθήναι 1947, σ. 10.

[vii] Για κρίσεις και σχόλια σχετικά με τα διατάγματα αυτά βλ. Αναστασίου Παπαζαφειροπούλου, Παράλληλοι, δημόσιοι, βίοι των υπουργών του Βασιλείου της Ελλάδος, Βιβλίον Α’. Παράλληλοι, δημόσιοι βίοι των υπουργών της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και των Εκκλησιαστικών. Εν Τριπόλει, 1860. σ. 5-7, 17.

[viii]  Βλ. Τ. Ν. Πιπινέλη, Η μοναρχία εν Ελλάδι- 1833-1843. Εν Αθήναις, 1932. σ. 75-81.

[ix]  Βλ. Γ. Τερτσέτη, Άπαντα (αναστ. Γ. Βαλέτα) τ. Γ.’ Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, εκδ. 3η. ‘Αθήνα 1967. σ. 222 και 229.

[x]  Εκτός από τον Σχινά στην επιτροπή αυτή είχαν λάβει μέρος και οι Π. Νοταράς, θ. Φαρμακίδης, Σ. Βυζάντιος, Σ. Τρικούπης και δύο πρόσφυγες αρχιερείς.

[xi]  Ο Christian A. Brandis ήλθε το 1837 στην Ελλάδα και διετέλεσε επί τρία έτη σύμβουλος του βασιλέως Όθωνος.

[xii]  Βλ. Ι. Πανταζίδου, Χρονικόν της πρώτης πεντηκονταετίας του ελληνικού Πανεπιστημίου… Αθήνησι, 1889. σ. 17.

[xiii]  Ο πρώτος τόμος της « Ιστορίας των αρχαίων εθνών» κυκλοφόρησε στα 1845.

[xiv] Ο λόγος δημοσιεύεται στην ελληνική και γαλλική γλώσσα.

[xv] Ο Κ. Σχινάς μετέφρασε στο έργο αυτό τα άρθρα 1101-2231.

[xvi]  Το δεύτερο και τρίτο βιβλίο δεν εξεδόθησαν.

 

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Ανασκάπτοντας την Ιστορία του Άργους


 

Στην ζεστή και άνετη αίθουσα της ιστορικής οικίας του στρατηγού Γκόρντον, που διασώθηκε και ανακαινίστηκε από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, παρουσιάστηκαν δύο σημαντικά βιβλία από τον εκδοτικό οίκο « Εκ Προοιμίου» του κ. Τάκη Ουλή με την συνεργασία της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πολιτισμού Άργους και την υποστήριξη της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, το Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010.

Πρόκειται για τα βιβλία «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΗΜΩΝ» του Ιωάννου Κοφινιώτου και το μικρότερο αλλά επίσης σημαντικό «Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΚΟΦΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ» του Βασίλη Δωροβίνη, στου οποίου το δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας παραθέτει μια σύντομη  μελέτη για τους λόγιους του Άργους που, από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και  μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ασχολήθηκαν με την ιστορία του Άργους, άλλοι ως ιστορικοί και άλλοι ως ιστοριοδίφες, εν πολλοίς ξεχασμένους σήμερα, ορισμένους με ακτινοβολία όσο έζησαν, πέρα από το Άργος, που όμως συνέβαλαν ώστε να κρατηθεί ζωντανή η ιστορική μνήμη της πόλης.  

Ομιλητές ήσαν οι: κ. Χαράλαμπος Κριτζάς, Αρχαιολόγος- τέως Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου Αθηνών, ο Δρ. Κοινωνιολογίας κ. Γεώργιος Κόνδης και ο ίδιος ο συγγραφέας κ. Βασίλης Δωροβίνης, Δικηγόρος- πολιτικός Επιστήμων και Ιστορικός, ενώ ο κ. Νικόλας Ταρατόρης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής και Σκηνοθέτης της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο του Ι. Κοφινιώτη.

« Οι εμπειρίες και οι γνώσεις του κ. Κριτζά, πολύτιμες και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες, διάνθισαν την προσπάθεια της ιστορικής καταγραφής και την μετέφεραν στο επίπεδο της επιτόπιας ερευνητικής ανασκαφής και διάσωσης».

 

Χαράλαμπος Κριτζάς


 

 Παρουσίαση του Βιβλίου Ιω. Κοφινιώτη

Ιστορία του Άργους από των αρχαιοτάτων χρόνων Μέχρις ημών

 (Αθήνα 1892 – Άργος 2008)

Άργος, Σάββατο 20 -2 -10, οικία Gordon

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η επανέκδοση ενός ιστορικού βιβλίου 116 ολόκληρα χρόνια μετά την αρχική του έκδοση δεν είναι ένα συνηθισμένο γεγονός. Γι’ αυτό, όσοι ασχολούνται με την ιστορία και αρχαιολογία του Άργους, αλλά και γενικότερα οι φιλίστορες αναγνώστες πρέπει να οφείλουν χάριτες στον εκδότη κ. Παναγιώτη Ουλή που ανέλαβε τη σχετική πρωτοβουλία, καθώς και σε όσους τον παρότρυναν και τον ενεθάρρυναν να πραγματώσει το πολυδάπανο αυτό έργο. Η Ιστορία του Κοφινιώτη ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα όταν το 1970, νεαρός Επιμελητής Αρχαιοτήτων, διορίστηκα στη Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Έχοντας σήμερα στα χέρια τη συλλεκτική επανέκδοση το εξαντλημένο εδώ και πολλά χρόνια βιβλίου, μπορεί κανείς να επανεκτιμήσει το μέγεθος της προσφοράς του Ιω. Κοφινιώτη.

Συνέγραψε το βιβλίο του με προσωπική έρευνα, σε μια εποχή που δεν είχαν γίνει ακόμη ανασκαφές και δεν υπήρχε καμία ειδική μονογραφία, ελληνική ή ξένη, για το Άργος. Το συνέγραψε παράλληλα με τα κύρια διδακτικά του καθήκοντα και χωρίς απ’ ότι φαίνεται καμίαν άλλη οικονομική ενίσχυση.

Ο Κοφινιώτης έζησε σε μια εποχή, κατά την οποία το Ελληνικό Κράτος έχοντας πια εδραιώσει την κυριαρχία του, αναζητούσε μέσω των λογίων τις ρίζες της εθνικής του ταυτότητας, με αναδρομές στο ένδοξο παρελθόν. Βοηθούσε σ’ αυτό το γενικότερο κλίμα του ρομαντισμού και του νεοκλασικισμού, που εξακολουθούσε να διατρέχει την Ευρώπη και την Αμερική, ενώ στην Ελλάδα άρχιζαν οι μεγάλες ανασκαφές και ιδρύονταν η μία μετά την άλλη  οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές.

Σε πανελλήνιο επίπεδο, η μνημειώδης «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Κ. Παπαρρηγόπουλου αποτέλεσε τη βίβλο της εθνικής αυτογνωσίας. Σε τοπικό επίπεδο, δημιουργήθηκε έκτοτε μια ευγενής άμιλλα μεταξύ των λογίων να αναδείξουν  και να προβάλουν τα κλέη της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Στην Αθήνα τον ρόλο αυτό είχε αναλάβει ο φλογερός αρχαιοδίφης Κυριάκος Πιττάκης, στη Μακεδονία ο Μαργαρίτης Δημιτσάς, στην Εύβοια ο Παπαβασιλείου, στην Κρήτη οι Χατζηδάκης  και Ξανθουδίδης, για να αναφέρω ελάχιστους από τους πολλούς πνευματικούς εργάτες της ελλαδικής περιφέρειας.

Σ’ αυτή τη χορεία εντάσσεται ο Ιω. Κοφινιώτης για το Άργος με έτερο Διόσκουρο τον Μιχαήλ Λαμπρυνίδη για τη Ναυπλία. Το έργο και τον δύο ήλθε την κατάλληλη στιγμή. Είχαν έλθει στο φως τα λαμπρά ευρήματα του Σλήμαν στις Μυκήνες και την Τίρυνθα, που είχαν στρέψει τα έκθαμβα μάτια του πολιτισμένου κόσμου στην Αργολίδα, λίκνο των μύθων που γαλούχησαν τον δυτικό πολιτισμό.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Κοφινιώτης ήταν από τους πρώτους που διενήργησε ανασκαφές στο θέατρο του Άργους και στο ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος στη Λυκώνη, τις οποίες και περιγράφει. Ο ίδιος μας δίνει και την παλαιότερη περιγραφή των αρχαίων που φυλάσσονταν στο υπόγειο του Δημαρχείου, τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα του μελλοντικού Μουσείου.

Ακόμη πιο πολύτιμες είναι οι αναφορές του για τα αρχαία που βρίσκονταν τότε εντοιχισμένα σε εκκλησίες και ιδιωτικά σπίτια. Θα ήταν μεγάλη συνδρομή στην επιστήμη αν κάποιος νέος Αργείος αρχαιολόγος  αναλάμβανε να ταυτίσει αυτά τα σπίτια  (αν βέβαια σώζονται ακόμη, όπως το σπίτι του Τσώκρη) και να τα τοποθετήσει σε ένα τοπογραφικό σχέδιο, αναζητώντας παράλληλα τα αρχαία μέλη.

Θυμάμαι, ότι όταν το 1972, με τις ευλογίες και την επιμονή του τότε Δεσπότη, γκρεμίζονταν ο παλιός Άγιος Δημήτριος, μάζεψα μαζί με τον Νυκτοφύλακα Νίκο Καραβά μέσα από τα μπάζα σε 7 κομμάτια τη σπουδαία αρχαϊκή αναθηματικά επιγραφή στους Διοσκούρους του αθλητή Αισχύλου Θίοπος, καθώς και 2 – 3 άλλες εντοιχισμένες επιγραφές.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο βιβλίο:

Διαβάζοντας κανείς τις 510 σελίδες της Ιστορίας του Άργους, θαυμάζει κατ’ αρχήν τον μόχθο και την επιστημονική ευσυνειδησία του συγγραφέα, ο οποίος κατά κανόνα παραθέτει τις πηγές του, δίνοντας βιβλιογραφία και αυτούσιο το κείμενο του αρχαίου χωρίου, γεγονός που διευκολύνει τον μελετητή. 

Όμως το βιβλίο του δεν αποτελεί μια ιστορία με τη στενή και αυστηρή έννοια του όρου (κάτι που θα έκανε το 1945 με δωρική λιτότητα ο Μάρκελλος Μιτσός).

Ο κύριος κορμός του βιβλίου είναι πράγματι τα ιστορικά γεγονότα, κυρίως μάχες και επαναστάσεις, από την αυγή των ιστορικών χρόνων μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση το 146 π.Χ.

Παράλληλα όμως ο συγγραφέας θεώρησε σκόπιμο να παραθέσει ένα τεράστιο πλούτο στοιχείων και πληροφοριών, που καθιστούν το βιβλίο του μια μικρή εγκυκλοπαίδεια για το Άργος και την Αργολίδα γενικότερα.

Πολλές από τις πληροφορίες για τον τοπικό μικρόκοσμο είναι πραγματικά πολύτιμες και μόνο ένας τοπικός λόγιος θα μπορούσε να τις δώσει. Προτάσσει έναν εκτενέστατο πρόλογο, που αποτελεί στην ουσία συμπύκνωση του περιεχομένου των δύο τόμων που σκόπευε να εκδώσει. Περιγράφεται αδρά η ιστορική διαδρομή του Άργους, από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Διαβάζοντας τον πρόλογο, μαντεύει κανείς τι πρωτογενές υλικό θα περιείχε ο δεύτερος τόμος, που δυστυχώς δεν πρόλαβε να εκδώσει ο συγγραφέας. Πριν αρχίσει την κυρίως ιστορία, ο Κοφινιώτης θεώρησε σκόπιμο  να προσδιορίσει το φυσικό σκηνικό των γεγονότων, με περιγραφή της γεωγραφίας και της υδρογεωλογίας της Αργολίδας.

Οι πληροφορίες του για τον ρου τον ποταμών, πριν γίνουν διευθετήσεις της κοίτης τους, και για τις πηγές του Κεφαλαρίου και της Λέρνης, πριν η αμάθεια και η κερδοσκοπία εξαφανίσουν με επιχώσεις τα ίχνη που έθρεψαν τη μυθολογία του δυτικού κόσμου, είναι μοναδικές.

Εξαιρετικά χρήσιμες είναι και οι αναφορές του στα τοπωνύμια και τα μικροτοπωνύμια της περιοχής, πολλά από τα οποία έχουν έκτοτε αλλάξει. Δίνει ακόμα πολύτιμες πληροφορίες για τις ασχολίες των κατοίκων, τις φυτείες και τις καλλιέργειες της εποχής του, τότε που στον κάμπο υπήρχαν, εκτός από τα σιτηρά, σταφιδάμπελα και σουλτανίνα, ορυζοκαλλιέργειες και βαμβάκι.

Κάνει αναφορές στην πανίδα και την άγρια χλωρίδα της περιοχής, δίνοντας στοιχεία ακόμα και για τις θεραπευτικές ιδιότητες ορισμένων φυτών. Σημείωσα με νοσταλγία την αναφορά του στα σάρωθρα (δηλαδή τις σκούπες), που παρήγε σε μεγάλες ποσότητες τότε η Αργολίδα και θυμήθηκα το τελευταίο σαρωθροποιείο που πρόλαβα  στην αρχή του δρόμου προς Ναύπλιο. 

Μια άλλη κατηγορία πληροφοριών σχετίζεται με τα λαϊκά έθιμα και θρησκευτικά δρώμενα, με τον καθημερινό βίο των κατοίκων, με τις αρρώστιες και τις επιδημίες, κυρίως την ελονοσία που μάστιζε τον κάμπο.

Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνουν οι σχετικοί με το Άργος και την Αργολίδα μύθοι, τους οποίους ο Κοφινιώτης εντάσσει στο ανθρωπογεωγραφικό τους πλαίσιο. Τους θεωρεί σχεδόν πραγματικά γεγονότα. Γι’ αυτό και εκλαμβάνει ως πραγματικές αποικίες του Άργους δεκάδες πόλεις, που επιδιώκοντας να αποκτήσουν ηρωικές ρίζες είχαν συνδέσει  την ίδρυση  τους με μυθικούς ήρωες της Αργολίδας.

Στην ενιαία θεώρηση του ιστορικού παρελθόντος με το παρόν, θεωρεί απόλυτα φυσικό να αναφέρει ως διαδοχικούς οικιστές του τόπου τους Πελασγούς, τους Ίωνες, τους Δρύοπες, τους Αιολείς, τους Αχαιούς, τους Δωριείς και τελευταίους τους Αλβανούς! Δεν έχει καμία δυσκολία να συνδέσει την Τελέσιλλα με την Μπουμπουλίνα και τον Αννίβα με τον Μπραΐμη!

Τα κυρίως ιστορικά κεφάλαια καταλαμβάνουν, όπως είναι φυσικό, το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Πρόκειται για μια επική κυριολεκτικά εξιστόρηση. Τα γεγονότα της ιστορίας εξελίσσονται ως τραγωδία με εναλλασσόμενους πρωταγωνιστές. Ο συγγραφέας συμπάσχει και συγχαίρει για όσα συνέβησαν. Είναι έκδηλη η λατρεία του  για την ιδιαίτερη πατρίδα και ο θαυμασμός του για το μεγαλείο της, ώστε ένας ουδέτερος μελετητής θα μπορούσε να του καταμαρτυρήσει κάποιο τοπικισμό.

 Δύο είναι οι κύριοι άξονες στους οποίους στηρίζεται η διήγησή του:

 Ο ύμνος για τα δημοκρατικά ιδεώδη του Άργους και το μίσος για τη Σπάρτη και την επιθετικότητα της. Η διαρκής αντιπαλότητα μεταξύ των δυο αυτών πόλεων ήταν άλλωστε ο καμβάς πάνω στον οποίο εξυφάνθηκαν σχεδόν όλα τα ιστορικά γεγονότα.

 Νικητής από τη μακραίωνη διαμάχη θα βγει τελικά το Άργος, που χάρις στη μετριοπαθή δημοκρατία του κατάφερε να είναι η επί μακρότερο χρονικό διάστημα δημοκρατούμενη πόλη του αρχαίου κόσμου, καταφύγιο των κατατρεγμένων και στήριγμα των δημοκρατών άλλων πόλεων. 

Η αίγλη αλλά και η οικονομική ευρωστία του Άργους, που οφείλονταν κυρίως στα έσοδα από την πλούσια πεδιάδα, βρήκε την έκφρασή της  με την κατασκευή λαμπρών οικοδομημάτων και την αφιέρωση σπουδαίων αναθημάτων σε πανελλήνια ιερά.

Δόξα επίσης της πόλης του Δαναού υπήρξαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες, κυρίως γλύπτες, που δημιούργησαν περιώνυμη σχολή και κατατάσσονται μεταξύ των σπουδαιότερων δημιουργών παγκοσμίως. Ανάλογη φήμη είχαν και οι Αργείοι μουσικοί και συγγραφείς, κυρίως ιστορικοί και μυθογράφοι.

Στον τομέα του αθλητισμού, το Άργος είχε επίσης να επιδείξει διαχρονικά πλειάδα αθλητών – νικητών σε διάφορα αγωνίσματα, ενώ η μακριά ιππική του παράδοση του είχε εξασφαλίσει πολυάριθμες νίκες στα ιππικά αγωνίσματα. Αλλά και οι ίδιοι οι αγώνες που διοργάνωνε, τα Νέμεα και τα Ηραία είχαν πανελλήνια φήμη και προσέλκυαν αθλητές  από τα πέρατα του ελληνικού κόσμου.

Όλοι θυμόμαστε τη συγκίνηση που νοιώσαμε όταν στον λεγόμενο «τάφο του Φιλίππου» , στη Βεργίνα βρέθηκε χάλκινη ενεπίγραφη βάση λέβητα, βραβείο από τους αγώνες της Ήρας. Η βασιλική οικογένεια της Μακεδονίας, που σεμνυνόταν ότι ήλκε την καταγωγή από τους Ηρακλείδες του ‘Αργους, την είχε φυλάξει ως πολύτιμο κειμήλιο, πριν την καταθέσει ως κτέρισμα στον τάφο του σπουδαίου βασιλιά.

Είχα κι εγώ παρουσιάσει μιαν ενεπίγραφη αργείτικη υδρία, επίσης βραβείο από τα Ηραία, που είχε βρεθεί σε τάφο αθλητή σε μακρινή Σινώπη του Πόντου.  Για όλα αυτά καθώς και για τις γιορτές και λατρείες ο Κοφινιώτης αφιερώνει ειδικά κεφάλαια, που πλαισιώνουν και διανθίζουν την καθ’ αυτό πολιτική ιστορία, δίνοντας ολοκληρωμένη εικόνα για την ένδοξη πόλη.

Είναι άριστος χρήστης της πέννας και κατορθώνει να προσδώσει γλαφυρότητα στην ιστορική διήγηση. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η γλώσσα των λογίων του καιρού του, δηλαδή η καθαρεύουσα με αρκετούς αρχαϊσμούς. Θα χρειαστεί να ανοίξει που και που το λεξικό ο σημερινός αναγνώστης για να καταλάβει ότι «οι φιλοπευθείς και φιλόκαινοι  παρθένοι» σημαίνει τις περίεργες και αρεσκόμενες σε νεωτερισμούς κοπέλες, «ο κατακεκηλημένος εκ της ωραιότητος» σημαίνει ο μαγεμένος από την ομορφιά, «ο αμφιλαφής πλάτανος» είναι το μεγάλο και φουντωτό πλατάνι, κ.λ.π.  Πιστεύω πάντως ότι θα έχανε σε γοητεία το κείμενο, αν άλλαζε η γλώσσα, που αποπνέει το άρωμα του καιρού της.

Ο εκδότης βιβλίου σημειώνει, ότι θέλοντας να δώσει μια συλλεκτική πιστή επανέκδοση, το τύπωσε «όπως ακριβώς κατετέθη στην ελληνική γραμματολογία από τον συγγραφέα». Για τον λόγο αυτό δεν θέλησε να προσθέσει ευρετήριο και γλωσσάριο, που θα διευκόλυναν τον σημερινό αναγνώστη.

Ακολούθησε επίσης την αρχική σελίδωση των εικόνων, που διατάσσονται σκόρπιες μεταξύ των σελίδων, ανάλογα με τον διαθέσιμο χώρο, και μερικές φορές είναι δύσκολο να εντοπισθούν. Ορισμένες μάλιστα έχουν εκτυπωθεί κατοπτρικά. Τα χρόνια που πέρασαν από την πρώτη έκδοση του δίνουν στο βιβλίο του Κοφινιώτη τον χαρακτήρα ιστορικής πηγής.

Αυτό δίνει το δικαίωμα στους σημερινούς χρήστες να το πλησιάζουν με κριτική διάθεση ώστε να αποφύγουν τα αναπόφευκτα λάθη, που είναι φυσικό να υπάρχουν σε τόσο παλιά συγγράμματα.  Πρόκειται για ακούσια λάθη του συγγραφέα που υιοθέτησε συμπεράσματα  της τότε έρευνας και διεθνούς βιβλιογραφίας.

Έτσι για παράδειγμα, τα κείμενα των επιγραφών που παραθέτει, επειδή δεν είχε ακόμη εκδοθεί ο τόμος IV των IG, στηρίχθηκαν σε απόγραφα περιηγητών και λογίων, που έχουν παραναγνώσεις και παραφθορές των αρχαίων λέξεων. Πρέπει επομένως να παραβάλλονται οπωσδήποτε με τις μεταγενέστερες δόκιμες εκδόσεις.

Ανακριβείς με τα σημερινά κριτήρια είναι και ορισμένες ταυτίσεις της θέσης αρχαίων μνημείων, πόλεων και οικισμών, επειδή δεν είχαν γίνει όπως είπαμε ακόμη ανασκαφές. Έτσι για παράδειγμα ταυτίζει την ακρόπολη της Μιδέας με το Παλιόκαστρο κοντά στο Κατσίγκρι – Άγιο Αδριανό, ενώ τοποθετεί στη Λάρισα του Άργους τα ιερά του Απόλλωνα Δειραδιώτη και  της Αθήνας Οξυδερκούς. (Λίγα χρόνια αργότερα θα τα εύρισκε στην Ασπίδα ο Vollgraff, που μας ατενίζει από την κορνίζα του).

Υπάρχουν άλλα λάθη στο σχολιασμό αρχαίων χωρίων, που οφείλονται σε αβλεψία ή σε σύγχυση. Μερικά είναι χαριτωμένα, όπως για παράδειγμα η περιγραφή του αγάλματος  της ποιήτριας Τελέσιλλας, που παριστανόταν με τα χειρόγραφα  ριγμένα δίπλα στα πόδια της «και παρατηρούσα ασπίδα, ήν εκράτει εις τάς χείρας  θέλουσα να επιθέσει αυτήν επί της κεφαλής».

Φυσικά ο Παυσανίας αναφέρει ότι κρατούσε κράνος, που ετοιμαζόταν να φορέσει για να πρωτοστατήσει στη σωτηρία της πατρίδας, αποθέτοντας προσωρινά την ποιητική της ιδιότητα. Παραλείπω άλλα λάθη, σημειώνοντας απλώς ότι πρέπει πάντα να παραβάλλεται το κείμενο του Κοφινιώτη με το αρχαίο πρωτότυπο.

Θα ήταν όμως άδικο και μικρόψυχο να κλείσω αυτή την παρουσίαση ενός έργου που δονείται από φιλοπατρία και θαυμασμό για τα επιτεύγματα των ανά τους αιώνες Αργείων, με την επισήμανση λαθών και παρανοήσεων από ένα συγγραφέα, στον οποίο οφείλομε μονάχα σεβασμό και ευγνωμοσύνη.

Προτιμώ λοιπόν να αφήσω τον ίδιο να κάνει τον επίλογο της παρουσίασης. 

Είνε μεν αληθές, ότι επίσημοι τινες πόλεις εξηφανίσθησαν εντελώς καταστραφείσαι, εις άλλας όμως ενεχάραξεν  η δαιμονία φύσις κατά την πρώτην αυτών γέννησιν την σφραγίδα της αιωνιότητος. Το Άργος διελθόν δι’ απείρων δοκιμασιών, πολλάς καταστροφάς υποστάν από των αρχαιωτάτων χρόνων μέχρι του Όθωνος,  ανέζησε και ανεγεννήθη ως ο φοίνιξ εκ της τέφρας αυτού, ήδη δε διασώζον  και το αρχαίον όνομα και την τερπνότητα και γλυκύτητα του κλίμακος εξέχει εν τω μέσω της ευφόρου Αργολικής πεδιάδος, κατοικείται δ’ υπό λαού φιλονόμου και εργατικού, και διασώζει τας πατρικάς παραδόσεις και οργά οσημέραι είς τήν πρόοδον και πολιτισμόν.

Ταύτης λοιπόν της μεγαλουργού πόλεως  την ιστορίαν επιχειρήσας να συγγράψω από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών παραδίδωμι σήμερον είς δημοσιότητα. Και ανεγνώρισα μέν ευθύς εξ αρχής το βαρύ και δύσκολον του έργου, αλλά κατακεκηλημένος έκ της ωραιότητος της ύλης και πεπεισμένος, ότι η λεπτομερής και ακριβής γνώσις της ιδιαιτέρας εκάστου πατρίδος ανυψοί  και φρονηματίζει  τον λαόν, δεν απεδυσπέτησα αλλά μετά θάρρους απεδύθην εις τον αγώνα.

 

Ο δεύτερος Ομιλητής κ. Γεώργιος Κόνδης, με γλαφυρό και μεστό λόγο, αναφέρθηκε στον Ι. Κοφινιώτη αλλά κυρίως στην ερευνητική δουλειά του κ. Βασίλη Δωροβίνη.

 

Γεώργιος Κόνδης


 

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά περίεργο τρόπο σήμερα ζώντας μια οδυνηρή κρίση που δεν είναι και τόσο οικονομική όσο φαίνεται, ξανακούμε όλο και περισσότερο για τις μεγάλες αρετές της φυλής μας απέναντι στους φλεγματικούς ευρωπαίους, οι ηλεκτρονικές μας διευθύνσεις γεμίζουν με κείμενα και συνθήματα για το λίκνο του πολιτισμού που ενώ έφτιαχνε Παρθενώνες οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, ο τύπος γέμισε γραμμές για τη μουμιοποιημένη δύση που αδυνατεί να καταλάβει την ανυπότακτη μικρή Ελλαδίτσα.

Να πρόκειται άραγε για μια πραγματική τάση αυτογνωσίας ή για μια ακόμα μηχανιστική επιστροφή στους προγόνους, από εκείνες τις γνωστές που μας επιτρέπουν την αυταπάτη της συμμετοχής σε κάτι μεγάλο για το οποίο όμως δεν έχουμε κάνει το παραμικρό;

«Η κυριαρχία του παρελθόντος δεν σημαίνει μια εικόνα κοινωνικής ακινησίας. Είναι συμβατή με τις κυκλικές αντιλήψεις για την ιστορική αλλαγή, και σίγουρα με την παρακμή και την καταστροφή (δηλαδή την αδυναμία αναπαραγωγής του παρελθόντος). Αυτό με το οποίο είναι ασύμβατη, είναι η ιδέα μιας συνεχούς προόδου. Οφείλουμε να επιστρέψουμε στους προγόνους όταν πλέον έχουμε πάψει να ακολουθούμε, ή να πιστεύουμε πως ακολουθούμε, αυτόματα τα βήματά τους. Αυτό σημαίνει μια θεμελιακή μεταμόρφωση του ίδιου του παρελθόντος».

Τα λόγια αυτά ανήκουν σε έναν μεγάλο διανοούμενο ιστορικό της εποχής μας τον Εric Hobsbawm για να συνοδέψει τη μέχρι τώρα κατάσταση λήθης, αμνησίας, για εκείνες και εκείνους που το έργο τους θα μπορούσε να φωτίσει τις διαδρομές μας και να σταθούν πραγματικοί οδηγοί. Συνοδεύει όμως παράλληλα όσες και όσους τολμούν να ανασκάψουν, να αναδείξουν και κυρίως να σκεφτούν πάνω στα ευρήματα της ανασκαφικής τους δραστηριότητας. Η παρουσίαση του υλικού που βγήκε στο φως της μέρας δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι θέμα κοσμικής συγκέντρωσης. Η ανασκαφή έχει και ποικίλες προεκτάσεις.

Έτσι, το υλικό που παρουσιάζει ο Β. Δωροβίνης σήμερα μας επιτρέπει να γνωρίσουμε έναν σημαντικό για την πόλη διανοούμενο του τέλους του 19ου – και της αρχής του 20ου  αιώνα, δηλαδή μιας περιόδου κατά την οποία συντελείται στην περιοχή ένα σοβαρό έργο κοινωνικής και πολιτισμικής αναστήλωσης και ανανέωσης.

Ιδρύεται ο Σύλλογος Αργείων «Δαναός» το 1894, δημιουργείται η πρώτη Δημόσια βιβλιοθήκη σε ολόκληρη την Αργολίδα από τον ίδιο Σύλλογο, οι εκδόσεις βιβλίων αλλά ιδιαίτερα των εφημερίδων πιστοποιούν την σταδιακή οργάνωση ενός αναγνωστικού κοινού τα χαρακτηριστικά του οποίου παγιώνονται σταδιακά μέχρι το Μεσοπόλεμο και μια ομάδα φωτισμένων ανθρώπων, Δ. Βαρδουνιώτης, Ι. Κοφινιώτης, Δ. Δεσμίνης, Κ. Ολύμπιος και άλλοι των οποίων τα βιογραφικά θα βρείτε στο τέλος του βιβλίου αυτού, δημιουργούν ένα πλαίσιο αναφοράς πρωτόγνωρο για τοπικές κοινωνίες που στο μεταξύ έχουν γνωρίσει στην ιστορική τους τροχιά πολεμικές καταστροφές και θεομηνίες. Το τονίζω για να δώσω ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στη σκέψη και στο έργο των ανθρώπων αυτών.

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης  παρουσιάζεται με μια διπλή ιδιότητα εκτός από την επαγγελματική. Παρουσιάζεται ως ιστορικός που αναζητά στην έρευνά του τα διαπιστευτήρια της επιστημονικής ανάλυσης και ως πολίτης που δρα και καταθέτει δημόσια τις εμπειρίες και τις απόψεις του για θέματα της εποχής του. Και οι δυο ιδιότητες εξίσου σημαντικές και αποκαλυπτικές για το χρόνο που πρέπει να αφιερώσει κανείς στην έρευνα ενός θέματος, για το θάρρος και το σθένος να διαμορφώνει και να υποστηρίζει δημόσια τις απόψεις του, για την ικανότητα και τη σοβαρότητα με την οποία συντηρεί την ιδέα της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο. Για όλα αυτά μαζί, που δεν κολλάνε στη σύγχρονη πραγματικότητα του τόπου μας, ο Ιω. Κοφινιώτης, ο λόγιος πολίτης, πετάχτηκε στη λήθη, σε κάποιο υπόγειο με ξεχασμένα υλικά της τοπικής ιστορίας, ακριβώς όπως και τα αρχεία της πόλης για την οποία εργάστηκε.

Επιστρέφω όμως στην διπλή του ιδιότητα για να σημειώσω αρχικά το παράδοξο του τότε και του σήμερα: ένας ξενοτοπίτης οργανώνει μια δυναμική σχέση αγάπης με το Άργος. Μάλλον αυτό συμβάλει, αν δεν οφείλεται, στον πλούτο αυτής της πόλης. Και είναι ενδεικτικές της δυναμικής αυτής σχέσης οι αποτυπώσεις του Ιω. Κοφινιώτη σε ορισμένα του κείμενα.

Γράφοντας, για παράδειγμα, στον Δ. Βαρδουνιώτη στις 16 Δεκεμβρίου 1887, αναφέρει μεταξύ άλλων για την πόλη του Άργους :

 «Αφ’ ότου συνεδέθην μετά τις ωραίας πατρίδος σου δι’εμψύχου δεσμού…

  …η πόλις αύτη είναι το λίκνον του πολιτισμού… η κολυμβήθρα εν τη οποία ο πολιτισμός εβάπτισε την ανθρωπότητα, μόνη αύτη διετήρησε το αρχαίον όνομα και την θέσιν, φιλόξενον γην, η ιστορία του ελληνικού έθνους άρχεται από της ιστορίας του Άργους», κ.λ.π.

Ταυτόχρονα, ο Ιω. Κοφινιώτης, συνεχίζοντας την παράδοση των Ταξιδιωτικών καταγραφών μας χαρίζει μερικές από τις πιο γοητευτικές αλλά και εμπεριστατωμένες καταγραφές του αργολικού πεδίου. Στην «Υδατογραφία του Άργους» που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Πλάτων» το 1889, ο Ι. Κοφινιώτης ανανεώνει την περιγραφική παράδοση που εγκαινιάζει το 1791 η «Νεωτερική Γεωγραφία» των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγορίου Κωνσταντά και συνεχίζεται μέχρι το έργο του Αντωνίου Μηλιαράκη το 1886 «Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας», συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη του επιστημονικού τομέα που σήμερα ονομάζουμε ανθρωπογεωγραφία.

Στην «Υδατογραφία» ο Ι. Κοφινιώτης συνδυάζει στοιχεία γεωγραφίας, ιστορίας και εθνογραφίας καθώς καταγράφει, μεταξύ άλλων συνήθειες, θρύλους και παραδόσεις. Είναι για παράδειγμα, σημαντικές οι πληροφορίες που μας δίνει για τον Ερασίνο σε σημείο κοντά στην πόλη του Άργους όπου είχαν εγκατασταθεί από το 1833 πολλά «δημόσια καταστήματα κινουμένων δι’ υδραυλικών τροχών υπό του ύδατος του Ερασίνου: Νιτροκαθαρτήριον, Ανθρακείον, Αναμιγνυτήριον, Ζυμωτήριον, Κοκκοτείον, Στιλβωτήριον, Ξηραντήριον,…. Μέχρι 4 Ιουνίου 1868 ότε κατεστράφησαν εξ εκρήξεως πυρίτιδος».

Στο ίδιο κείμενο αναφέρεται μια άλλη τοποθεσία θρύλος για την σύγχρονη Αργολίδα και θα ήταν ίσως καλό να διαβάσουμε ξανά τη σχετική περιγραφή :

«Παρά το Γενέσιον υπάρχει πηγή Δείνη ή Ανάβολος (αναβάλλω) ονομαζομένη, ήτις εν γαλήνη αναβλύζει γλυκύ ύδωρ εκ της θαλάσσης αν και η θάλασσα έχει 8-10 μέτρα βάθος».

Το ίδιο σημαντικές είναι οι περιγραφές του στο «Όροι, βουνά, λόφοι περί το Άργος» που δημοσιεύεται σε άλλη έκδοση του ίδιου περιοδικού.

Ο Ιω. Κοφινιώτης φαίνεται πως δεν είναι όμως μόνο άνθρωπος της μεγάλης Ιστορίας, αλλά και μέτοχος στη δημιουργία της ιστορίας των καθημερινών γεγονότων, των ιδεών και των συγκρούσεων. Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας για δυο χρόνια (1895-1897) δεν θα μπορούσε να μην τον ενδιαφέρουν οι αναμετρήσεις σ’ ένα κατεξοχήν πεδίο άσκησης πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων ακόμα και σήμερα. Δεν είναι τυχαίο πως οι θέσεις του Κοφινιώτη για διάφορα θέματα θα μπορούσαν, τηρουμένων των αναλογιών, να θεωρούνται πολύ πολύ επίκαιρες.

Το 1914 είναι το 2010; Θα μπορούσε να είναι ένα ρητορικό ερώτημα αν η λογική, η ιδεολογία και οι πρακτικές πολιτικής παρέμβασης δεν ήταν απολύτως οι ίδιες. Η συγγραφή της σχολικής ιστορίας αποτελεί ένα πεδίο πάνω στο οποίο εφαρμόζονται πολιτικές και ιδεολογικές κυρίαρχες απόψεις, ενώ η ίδια η συγγραφή της μετατρέπεται αενάως σε κατασκευή ή ανακατασκευή της ακολουθώντας συγκεκριμένες πολιτικές συνταγές.

Από την άποψη αυτή είναι αποκαλυπτικό το άρθρο της εφημερίδας «Άργος» της 25/7/1914 με τίτλο «Τα νέα διδακτικά βιβλία και ο Ιω. Κοφινιώτης», όπου δίνεται το στίγμα για το πώς πρέπει να αντιλαμβάνονται οι συγγραφείς την συγγραφή της σχολικής, τουλάχιστον, ιστορίας και το πώς το κράτος πρέπει να προστατεύει την αντίληψη αυτή :

«Ήδη απομένει εις την Δικαιοσύνην η τιμωρία των μεγαλοσχήμων ενόχων και η ανύψωσις των αληθών παιδαγωγών συγγραφέων καθ’ όσον, ως μας πληροφορεί η «Σημαία» εις εν εκ των τελευταίων φύλλων, ο κ. Κοφινιώτης κατήγγειλε την επιτροπήν δηλώσας ότι θα παραστή και ως ιδιώτης κατήγορος».

Δεν γνωρίζουμε αν υπήρξε συνέχεια ή τελικά έγινε η οποιαδήποτε δίκη. Είναι πάντως ενδεικτικό του κλίματος που συναντά κανείς την εποχή εκείνη. Απολύτως ενδεικτική όμως είναι και η στάση ορισμένων εκ των διανοουμένων της εποχής σχετικά με τα θέματα αυτά. Ο Ιω. Κοφινιώτης υπογραμμίζει την κλασική πια πολιτική διαστροφή να προγραμματίζεται κάτι και στη συνέχεια να αναιρείται με συγκεκριμένα μέτρα.

Ας παρακολουθήσουμε το σκεπτικό του για το θέμα της κακομοιριασμένης από τότε «δωρεάν παιδείας» :

«Μα την αλήθειαν ημείς δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν δημοτικήν εκπαίδευσιν παρεχομένην δωρεάν κατά το ψηφισθέν άρθρον του Συντάγματος και φορολογίαν επί του βιβλίου και εκπαιδευτικά τέλη και χαρτόσημον επί των ενδεικτικών και των απολυτηρίων». Οποιαδήποτε σύγκριση με το παρόν θα ήταν απολύτως κατανοητή.

Αλλά και στο θέμα των σχολικών βιβλίων η θέση του Ιω. Κοφινιώτη δεν είναι απλά προοδευτική, είναι ανατρεπτική τόσο για τα ιδεολογικά δεδομένα όσο και για τις παιδαγωγικές πρακτικές. Να θυμίσω μόνο πως η πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα είναι μια περίοδος βρασμού γύρω από την εκπαίδευση και το σχολείο : το γλωσσικό εισβάλει ορμητικά, με συγκρούσεις, νεκρούς αλλά και σημαντικές παρουσιάσεις (Το γλωσσικό ζήτημα του Φωτιάδη, το Κοινωνικό ζήτημα του Σκληρού και πολλά άλλα).

Στις 19 Μαΐου 1911 ο Κοφινιώτης διατυπώνει την άποψή του για το λεγόμενο σήμερα πολλαπλό βιβλίο ή σύγγραμμα που η σημερινή υποτίθεται διανόηση απορρίπτει σχεδόν στο σύνολό της.

«Κατά ταύτα έχομεν την γνώμην, ότι πρέπει να καταργηθή παν είδος μονοπωλίου πνευματικού, πας τρόπος διαγωνισμού, να αφεθώσι δε οι συγγραφείς ελεύθεροι εις συγγραφήν διδακτικών βιβλίων κατά το επίσημον πρόγραμμα του Υπουργείου, οι δε Σύλλογοι της μέσης εκπαιδεύσεως αυτοί μόνοι να εκλέγωσι τα όργανα της διδασκαλίας των, διότι αυτοί ούτοι υπέχουσι την ευθύνην της εκλογής του καταλληλοτέρου βιβλίου (…)

Καταργήσατε τα πνευματικά μονοπώλια, τα οποία ουδέν έθνος έχει, καταργήσατε τους εγκληματικούς διαγωνισμούς και άφετε ελεύθερον το στάδιον της πνευματικής αναπτύξεως και της βελτιώσεως του διδακτικού βιβλίου».

Ελευθερία συγγραφής αντί μονοπωλίου πνευματικής διαστροφής, έρευνα και επιλογή αντί κατευθυνόμενων διαγωνισμών, καλλιέργεια πνεύματος εκπαιδευτικής έρευνας και παιδευτικής διάθεσης αντί μπούσουλα αποστεωμένων γνώσεων, διδακτικό βιβλίο αντί καθορισμού συμπυκνωμένης ύλης. Αυτές οι αρχές διατυπώνονται το 1911. Τα σχόλια μπορεί να είναι δικά σας.

Κυρίες και Κύριοι,

Νομίζω πως δεν ενδιαφέρει και τόσο αν ο Ιω. Κοφινιώτης είναι ένας ιστορικός ή ένας ιστοριοδίφης, όσο η παρουσία, η δράση και το έργο του που επιτρέπουν να προστεθεί ένα κομμάτι στην τοπική και την εθνική ιστορία. Ενδιαφέρει πως στάθηκαν πέρα από τα στενά επαγγελματικά και επιστημονικά τους ενδιαφέροντα, πολίτες αυτού του τόπου. Με άλλα λόγια, άνθρωποι που προσέφεραν έργο, ιδέες, εντέλει βηματισμούς προς τα μπρος. Ενδιαφέρει επίσης πως χάρη στους ανθρώπους αυτούς διαθέτουμε σήμερα σώματα γνώσεων που μας επιτρέπουν να δούμε ξανά τη συνολική μας πορεία και να αναρωτηθούμε για τις δικές μας δυνατότητες και ικανότητες αυτογνωσίας.

Όσο για μας εδώ σήμερα, εκείνο που νομίζω πως πετύχαμε με την σημερινή ανασκαφή του κ. Κριτζά, είναι μια μικρή βοήθεια στο σημαντικό διασωστικό έργο του κ. Δωροβίνη και του κ. Ουλή που ανέλαβε την έκδοση, με την κρυφή ελπίδα πως η κοινωνία και κυρίως οι κεφαλές της θα αποφασίσουν να επωφεληθούν από το έργο αυτό.

Μετά την παρέμβαση του κ. Ταρατόρη, την παρουσίαση έκλεισε ο κ. Βασίλης Δωροβίνης, ο οποίος με ενεργό λόγο έδωσε έμφαση, μεταξύ άλλων, στο σημαντικό ρόλο των αναπαλαιώσεων για την διατήρηση όχι απλά του ιστορικού παρελθόντος αλλά του παρελθόντος ως κύριου συστατικού μιας ελκυστικής φυσιογνωμίας και μιας δυναμικής προσωπικότητας της πόλης. Τόνισε την αναγκαιότητα ανάληψης πρωτοβουλιών για την διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και κυρίως των ιστορικών κτιρίων αφού «Τα περισσότερα σπίτια των αγωνιστών του ’21 που  βρίσκονται στο Άργος, είναι σε άσχημη κατάσταση»  είπε, διατυπώνοντας το αίτημα και πολλών συμπολιτών.

Read Full Post »

Ρομπότης Παναγιώτης (1830-1875)

 


 

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Κληρικός, θεολόγος και καθηγητής Δογματικής, Χριστιανικής Ηθικής και Λειτουργικής στη Θεολογική σχολή. Γεννήθηκε στο Κρανίδι Αργολίδας και αφού έλαβε εγκύκλια μόρφωση σπούδασε θεολογία στην Αθήνα, την Αγία Πετρούπολη και σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε, αρχικά, καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης. Το 1870 χειροτονήθηκε ιερέας και με την ιδιότητά του αυτή ανέλαβε καθήκοντα πνευματικού και εξομολόγου της βασίλισσας Όλγας, συζύγου του βασιλιά Γεωργίου Ά, στην οποία δίδαξε και την ελληνική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα χρηματίζοντας πέντε φορές Κοσμήτωρ της Θεολογικής σχολής και μια Πρύτανης,* το ακαδημαϊκό έτος 1874-1875. Υπηρέτησε ως υπολοχαγός και λοχαγός στην Πανεπιστημιακή Φάλαγγα.** Πέθανε στην Αθήνα.

 

Υποσημειώσεις

 


  

* Δεν προκαλούν ενδιαφέρον στον σημερινό αναγνώστη μόνον εκείνες οι πτυχές της ιστορίας ενός Πανεπιστημίου που έχουν σχέση με τις ποικίλες και γόνιμες πνευματικές, ερευνητικές και διδακτικές δραστηριότητες που αδιαλείπτως το χαρακτηρίζουν, από την ίδρυση του έως τις μέρες μας. Υπάρχουν και εκείνες οι πτυχές που αφορούν την καθημερινή ζωή μέσα στο Ίδρυμα, άλλοτε πιο ήρεμη και άλλοτε πιο θυελλώδη, ανάλογα με τα σημεία των καιρών. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν στοιχεία που φωτίζουν άγνωστες σελίδες, ξεχασμένες σήμερα, της ιστορίας του Πανεπιστημίου, τότε αξίζει να τα επισημαίνουμε, ώστε να εξηγούμε καταστάσεις που τις συναντούμε ακόμη και στον 21 ο αιώνα. Έτσι συμβαίνει και με ένα έγγραφο του 1874, που ο τότε Πρύτανης Παναγιώτης Ρομπότης απηύθυνε προς τους φοιτητές που εκείνη την εποχή φαίνεται ότι θορυβούσαν περισσότερο από το σύνηθες μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας και κάπνιζαν εμποδίζοντας την ομαλή διεξαγωγή των μαθημάτων.

Νουθεσίες προς τους «πολίτες» του Πανεπιστημίου

Για τον λόγο αυτόν, ο Ρομποτής προσπάθησε να τους νουθετήσει, προτείνοντας τους έναν κώδικα καλής συμπεριφοράς. Το έγγραφο που τοιχοκολλήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1874, δηλαδή στην αρχή του ακαδημαϊκού έτους, έχει ως εξής:

«Προς τους κυρίους φοιτητάς του Πανεπιστημίου. Μετά λύπης βλέπομεν, άμα αρξαμένωντων μαθημάτων, ότι εναντίον των παραινέσεων, τας οποίας η Πρυτανεία απηύθυνεν άλλοτε πολλάκις εις τους κυρίους φοιτητάς, εναντίον της πρεπούσης αυτοίς υπολήψεως ως πολίταις του Πανεπιστημίου, γίνονται καθ’ εκάστην εντός των δωματίων, όπου τελείται η πνευματική της επιστήμης λειτουργία, αταξίαι και θόρυβοι, κραυγαί και κρότοι ποδών και βακτηριών, οι οποίοι μεταβάλλουσι τον χαρακτήρα του ιερού τούτου ιδρύματος εγκολάπτουσιν εις αυτόν ασχημίαν αποτρόπαιον.

Ημείς αυτοί εργαζόμενοι εις το Πρυτανείον ιδίαις αισθήσεσιν αντελήφθημεν των πάταγων αυτών και των θορύβων, και ένεκα αυτών ηναγκάσθημεν να διακόψωμεν τας εργασίας, ελεεινολογούντες την ταπείνωσιν των φοιτητών. Πολλοί των κ. καθηγητών, ένεκα των θορύβων διέκοψαν τας διδασκαλίας των, ή δεν ηδυνήθησαν ποσώς να διδάξωσι. Δεν είναι ένοχοι της καταπτώσεως ταύτης όλοι οι φοιτηταί, εσμέν βέβαιοι, αλλ’ ολίγοι τινές, ένοχοι όμως πάντες εισί διά την ασύγγνωστον ανοχήν, ην επιδεικνύουσι προς τας ταραχάς των ολίγων, ους ώφειλον να καταγγείλωσιν εις την Πανεπιστημιακήν Αρχήν ως αδικούντας αυτούς την μεγίστην των αδικιών, αφαιρούντες απ’ αυτών την ιδέαν της σεμνότητος, ήτις πρέπει να κοσμή τον πολίτην του Πανεπιστημίου.

Προς τούτοις επληροφορήθημεν, ότι ου μόνον εις τα προπύλαια καπνίζουσιν, αλλά και εις αυτά έτι τα δωμάτια των παραδόσεων, μεταβαλόντες ούτω εις καπνιστήριον την παράδοσιν, εις τρόπον ώστε δεν δύναται ο καθηγητής να παραδώση. Τούτο δε ου μόνον είναι απρεπές, αλλά και εις κίνδυνον πυρός φέρει το Πανεπιστήμιον εν τω οποίω εισί τεταμιευμέναι αι του μέλλοντος της πατρίδος ελπίδες. Τα τοιαύτα πρέπει από της σήμερον να παύσωσι και εις τούτο καλούμεν αυτούς τους φοιτητάς να συνδράμωσιν ημάς, διότι εις αυτούς αποβλέπει η αγαθή ή μη τοιαύτη περί του Πανεπιστημίου ιδέα, αυτούς ωφελεί η τήρησις της τάξεως και ζημιοί τουναντίον.

Πιστεύομεν ότι οι φοιτηταί θέλουσιν εκτιμήσει δεόντως τας παραινέσεις ημών και θέλουσι συμμορφωθή ταύταις. Απαγορεύομεν δε αυστηρώς: α) να εισέρχηταί τις καπνίζων εις το δωμάτιον τας παραδόσεως και β) να ποιή θόρυβον εντός αυτού, γ) όστις δε οραθή παραβαίνωντας παραγγελίας ταύτας, θέλει τιμωρηθή μεθ’ όλης της αυστηρότητος των πανεπιστημιακών νόμων, δ) ου μόνον δε εντός του καταστήματος συνιστώμεντοις ημετέροις φοιτηταίς ίνα τηρώσι την προσήκουσαν τάξιν, αλλά και εκτός αυτού να δεικνυωσι διαγωγήν εμπρέπουσαν εις πολίτας του ανωτάτου παιδευτηρίου, απεχόμενοι των προς αλλήλους ερίδων και παντός διαβήματος δυναμένου να ελάττωση την περί αυτών υπόληψιντης κοινωνίας». (Από την ιστορία του ΕΚΠΑ). 

** Πανεπιστημιακή φάλαγγα  ειδικό σώμα, στρατιωτικά συγκροτούμενο, από φοιτητές και καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών για τη τήρηση της τάξης μετά τις ταραχές που είχαν σημειωθεί στη Πρωτεύουσα αμέσως μετά την αποχώρηση του Βασιλιά Όθωνα. Ιδρύθηκε με απόφαση της τότε προσωρινής κυβέρνησης που εκδόθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1862.

Στη φάλαγγα εκείνη κατατάχθηκαν όλοι οι τότε φοιτητές, αρχικά 612 τον αριθμό, υπό την ανώτατη διοίκηση του αξιωματικού του πεζικού Ιωάννη Ζουμπούλη. Σχηματίσθηκαν έτσι 5 λόχοι από 120 άνδρες έκαστος με λοχαγούς καθηγητές του Πανεπιστημίου. Αργότερα προστέθηκε ένας ακόμη λόχος φθάνοντας σε 840 ένοπλους φοιτητές.

Η φάλαγγα αυτή είχε αναλάβει την ένοπλη φρούρηση της πόλης της Αθήνας και ειδικότερα των Υπουργείων και λοιπών δημοσίων καταστημάτων καθώς και του κτιρίου της Εθνοσυνέλευσης (Παλιά Βουλή). Όταν μετά την εγκαθίδρυση του Βασιλέως Γεωργίου Α’ αποκαταστάθηκε η τάξη, η φάλαγγα αυτή διαλύθηκε, με απόπειρες όμως επανασύστασής της το 1873, όπου έλαβαν χώρα βίαιες σκηνές στη δημιουργία «Οργανισμού Πανεπιστημιακής Φάλαγγας» και κανονισμού άσκησης των φοιτητών στα όπλα, και το 1875 που επανήλθε το αυτό, που όμως ναυάγησαν. Το 1879 καθορίσθηκε με νόμο η γενική στρατολογία έπαυσε πλέον να γίνεται λόγος για Πανεπιστημιακή φάλαγγα. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τομ.15ος, σελ.402).

 

Πηγές

 


  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.).
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου.

Read Full Post »

Δημοτικό Σχολείο Καρυάς Άργους (1831-2003)

  

 

Δημοτικό Σχολείο Καρυάς.

Δημοτικό Σχολείο Καρυάς.

Πληθώρα στοιχείων που προέρχονται από τα (ΓΑΚ) Γενικά Αρχεία του Κράτους,  καθώς και παλαιότερες τεκμηριωμένες επιστημονικές μελέτες πιστοποιούν την ίδρυση και λειτουργία της Αλληλοδιδακτικής Σχολής στην Καρυά Αργολίδας. Το 1831 οι κάτοικοι με την ενθάρρυνση του Αρχιερέα Ηλιουπόλεως Άνθιμου καταφέρνουν το χωριό να αποκτήσει Αλληλοδιδακτικό Σχολείο το μοναδικό στην περιοχή της ορεινής Αργολίδας. Βάσει των εγγράφων του Υπουργείου Θρησκείας και των σχολικών φακέλων διακρίνεται η παιδαγωγική ικανότητα και η άριστη γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας του αγνώστων στοιχείων δασκάλου.

Επιστολή κατοίκων, 20 Ιουνίου 1831.

Επιστολή κατοίκων, 20 Ιουνίου 1831.

Ο μισθός του είχε οριστεί από τους κατοίκους  στους εξήντα φοίνικες μηνιαίως. Από τους πρώτους μήνες της λειτουργίας της σχολής, οι κάτοικοι αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο δάσκαλο και ζητούν την βοήθεια της πολιτείας . Με το υπ’αριθ. 2.541/18/7/1831 διάταγμα διατέθηκαν για τον μισθό του δασκάλου τριάντα φοίνικες. Η επιχορήγηση αυτή ίσχυσε μόνο για ένα μήνα τον Αύγουστο του 1831. (εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ 21 Αυγούστου 1984 Σχολεία της περιοχής Άργους 1828-1833 του Βασίλη Κ. Δωροβίνη).

Από το καταστατικό των διδακτικών καταστημάτων Άργους προκύπτει ότι η σχολή λειτουργούσε έως τον Μάιο του 1832. Τα επόμενα στοιχεία που αφορούν το σχολείο της Καρυάς τα βρίσκουμε σε έγγραφο του 1866 που ακολουθεί. (Κάντε κλικ για μεγέθυνση)

 

Τριμηνιαίος έλεγχος.

Τριμηνιαίος έλεγχος.

Είναι ένας τριμηνιαίος έλεγχος που υπογράφεται από τον δάσκαλο και διευθυντή Κωνσταντίνο Α. Παπαφλέσσα τον πρώτο Καρυώτη δάσκαλο. Από το έγγραφο αυτό παίρνουμε στοιχεία για την λειτουργία και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε το δημοτικό σχολείο γενικότερα.  Οι προφορικές μαρτυρίες των κατοίκων της εποχής που διασώθηκαν από στόμα σε στόμα μαρτυρούν ότι το σχολείο στεγαζόταν στον προαύλιο χώρο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου δυτικότερα του ναούΓια είκοσι χρόνια το σχολείο λειτουργεί με τον ίδιο δάσκαλο αλλά πλέον στεγάζεται στην οικία κληρονόμων Γεωργίου Σπανού στο κάτω χωριό. Μετά το 1886 ακολουθούν οι δάσκαλοι Παναγής Ράπτης και Παναγής Γεωργαντόπουλος από την Ακράτα Αιγείρας Κορινθίας.

Τον Ιούλιο του  1900 βγήκε σε δημοπρασία  η εργολαβία της κατασκευής του σημερινού κτηρίου του σχολείου. Χτίστηκε σύμφωνα με το σχέδιο του νομομηχανικού Δ. Καλλία και τύπου Β (μονοτάξιο σχολείο). Με το ΦΕΚ 174 13/6/1900 τεύχος3ο   Αρ.  12158 Π.Ε΄  και την υπογραφή του υπουργού Εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαιδεύσεως Σ.Ε. Στάη εγκρίνεται η κατασκευή μονοταξίου δημοτικού σχολείου αρρένων είς το χωρίον Καρυά του δήμου Λυρκείας της επαρχίας Άργους του νομού Αργολίδος και ο προϋπολογισμός του φθάνει το ποσό των 16400 δραχμών. Η δημοπρασία θα γινόταν στο Άργος από τις 21 έως 23 Ιουλίου. Δεν αναλαμβάνει κανείς την κατασκευή του κτηρίου και η  διαδικασία επαναλήφθηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους . (ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΤΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΑΛΕΑΣ Ξενοφώντα Χρ. Ηλία, εκπαιδευτικού).

Στο βιβλίο της αρχιτέκτονα – μηχανικού και καθηγήτριας του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Ελένης Καλαφάτη «ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΚΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ 1821-1929» Αθήνα 1988 σελίδα 178,  δεν προκύπτει  ότι διατέθηκαν χρήματα από το κληροδότημα του Ανδρέα Συγγρού  για ανοικοδόμηση σχολικών κτηρίων μέχρι το 1927. Δυστυχώς δεν υπάρχει στα ΓΑΚ Ναυπλίου φάκελος που να αφορά το σχολείο της Καρυάς και που να προσδιορίζει το ακριβές έτος που χτίστηκε το κτήριο. Υπολογίζεται περίπου στην πρώτη δεκαετία του 1900. 

Μιχαήλ Φλέσσας

Μιχαήλ Φλέσσας

Στις 30/6/1928 με την υπ’ αριθ. 179 απόφαση του ΕΠΟΠΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ δίδεται έπαινος και τιμητική διάκριση στον Καρυώτη δάσκαλο Μιχαήλ Κων/νου Φλέσσα για το ότι επιτεύχθηκε  χάρη στη μεγάλη του προσπάθεια η ανοικοδόμηση (πιθανός η προσθήκη της αίθουσας ) του δημοτικού σχολείου Καρυάς. Η λειτουργία του σχολείου συνεχίζεται και φτάνουμε στο 1933 και στα μαθητολόγια και το διδακτικό προσωπικό που παρουσιάζεται στο βιβλίο του Καρυώτη δάσκαλου Σπύρου Καραμούντζου, Λόγια Καρυάς.

Οι Καρυώτες δάσκαλοι Σπύρος Καραμούντζος  η Ελένη Παπαγεωργίου (Καραμούντζου) σύζυγος Κων/νου Παναγιωτόπουλου, οι Γεώργιος και Αλέξανδρος Παπασπυρόπουλος  υπηρετούν το σχολείο έως τον Ιανουάριο 1944 που κλείνει λόγω Γερμανικής κατοχής. Επαναλειτουργεί τον Οκτώβριο του ίδιου έτους με 157 μαθητές και μαθήτριες και δάσκαλο τον Δημήτριο Κουγέα.  Ακολουθούν οι Μιχάλης Κλεόπας, ο Κων/νος Λάμπρου και η  Φωτεινή Φίλη έως το 1950. Η λειτουργία του σχολείου συνεχίζεται έως  το 2003 με τελευταία δασκάλα την Μαρία Μποζιονέλου.

Ελένη Γ. Καραμούντζου – Παπαγεωργίου. Η πρώτη καρυώτισσα δασκάλα.

Ελένη Γ. Καραμούντζου – Παπαγεωργίου. Η πρώτη καρυώτισσα δασκάλα.

 

Οι φωνές των παιδιών δεν ακούγονται πια, το προαύλιο άδειασε και η πορεία του σχολείου προδιαγεγραμμένη και ίδια με των υπολοίπων σχολειών της Ελληνικής επαρχίας που ερημώνει περισσότερο μέρα με την ημέρα.

 

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές

  

  • Αθουσάκης Αδάμ, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο 1828-1832», Εκδόσεις Καταγράμμα, Κόρινθος, 2003.
  • Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτήρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης 1821-1829», Αθήνα 1988.
  • Δωροβίνης Βασίλειος, «Σχολεία της περιοχής Άργους», εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ, φύλλο 21ης Αυγούστου 1984.
  • Ηλίας Χρ. Ξενοφώντας, «Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας», Αθήνα, 1994.
  • Καραμούντζος Σπυρίδων, «Λόγια Καρυάς», Αθήνα 2007.


Read Full Post »

Older Posts »