Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Σχολεία’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ο Προτεστάντης ιεραπόστολος  Ιλάϊας Ρίγκς, η αποστολή του στην Ελλάδα και τα Σχολεία του στο Άργος.


  

Ποιος ήταν

    

Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs)

Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs)

Ο Προτεστάντης ιεροκήρυκας Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs) γεννήθηκε στο Νιού Πρόβιντενς της πολιτείας του Νιού Τζέρσεϊ της Αμερικής στις 19 Νοεμβρίου 1810 και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 17 Ιανουαρίου 1901. Στην Ελλάδα ήρθε για πρώτη φορά στις 27 Ιανουαρίου 1832 σε ηλικία μόλις 21 ετών. Υπήρξε σημαντικός διανοούμενος, ενώ θα μπορούσαμε  να τον χαρακτηρίσουμε ως ιδιαίτερα χαρισματικό άτομο αφού από τεσσάρων μόλις ετών γνώριζε να διαβάζει ενώ στα εννέα του άρχισε να μαθαίνει ελληνικά και στα δεκατρία του εβραϊκά. Η εταιρεία του (American Board of Commissioners for Foreign Missions)*, πολύ νωρίς τον διόρισε ως ιεραπόστολο εκτιμώντας μεταξύ των άλλων προσόντων του την άριστη γνώση της ελληνικής, της εβραϊκής, της αρμενικής και της βουλγαρικής γλώσσας, αλλά και την επαρκή γνώση της τουρκικής και της αραβικής.

Είχε αποφοιτήσει από το Κολέγιο Άμχερστ και υπήρξε ακούραστος και ικανός μεταφραστής. Γι’ αυτό και η ιεραποστολική εταιρεία της οποίας ήταν στέλεχος, τον επέλεξε για να μεταφράσει την Βίβλο στη σύγχρονη αρμενική και βουλγαρική. Σημαντική εργασία που έτυχε ξεχωριστών επαίνων κυρίως γιατί τα κείμενα ήταν ιδιαιτέρως εύληπτα. Οι Βούλγαροι διανοούμενοι θεωρούν ότι ο ιερωμένος Ρίγκς έθεσε σε μεγάλο βαθμό τις βάσεις της σύγχρονης αρμενικής και βουλγαρικής γλώσσας.

Ο Ρίγκς μετέφρασε από τα αγγλικά στα ελληνικά, στα τουρκικά, στα αρμενικά και στα βουλγαρικά πολλούς λαοφιλείς ύμνους, ενώ συνέταξε λεξικό στην αρμενική και τουρκική. Στην Ελλάδα παρέμεινε έξη χρόνια ενώ στην Τουρκία εξήντα τρία. Για πενήντα πέντε χρόνια τον συντρόφεψε και εργάστηκε μαζί του η σύζυγός του Μάρθα, μέχρι τον θάνατό της το 1887. Τον βοήθησε δε σημαντικά στο μεταφραστικό του έργο.

 

Δράση

    

Μετά από παραμονή 2 σχεδόν ετών στην Αθήνα, ο Ρίγκς με την σύζυγό του Μάρθα ήρθαν στο Άργος με σκοπό την δημιουργία ενός σχολείου θηλέων. Στο Άργος λειτουργούσε ήδη ένα σχολείο θηλέων (ιδιαίτερο παρθεναγωγείο). Η εκπαίδευση των κοριτσιών είχε ιδιαίτερα αναπτυχθεί τότε στο Άργος, όπως στην Αίγινα, στο Ναύπλιο και στην Ερμούπολη της Σύρου.

Μετά από παραμονή έξη μηνών ο Ρίγκς διατηρεί ισχυρές επιφυλάξεις για την επιτυχία της προσπάθειάς του, εκφράζοντας την υποψία ότι εκείνοι που αντιδρούσαν στην ίδρυση του σχολείου του είχαν ισχυρές προσβάσεις στην Κυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά, συμπληρώνοντας ένα χρόνο παραμονής και λειτουργίας στο Άργος, στο σχολείο του φοιτούν 40 μαθήτριες. Φιλοδοξεί να ιδρύσει Ελληνικό σχολείο ενώ σχεδιάζει το σχολείο του να διαθέτει τρία τμήματα.

Α. Νηπιαγωγείο

Β. Αλληλοδιδακτικό και

Γ. Διδασκαλείο, για την επιμόρφωση διδασκαλισσών.

Οι ιεραπόστολοι στα πλαίσια των μορφωτικών και εκπαιδευτικών σχεδιασμών τους, στρέφονται προς τις γυναίκες των μικρότερων αστικών κέντρων για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος λόγος ήταν ο ανταγωνισμός που συνεχώς αύξανε μεταξύ των σχολείων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο δεύτερος ήταν το γεγονός ότι οι γυναίκες – στα πλαίσια των συνεχών αλλαγών των κοινωνικών συνθηκών- επεδίωκαν να μορφωθούν προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο επάγγελμα και κατ’ επέκταση να εργαστούν.

Βέβαια, ένα άλλος σημαντικός λόγος που οι ιεραπόστολοι άρχισαν να απευθύνονται στις γυναίκες ήταν η γρήγορη εξάπλωση των σχολείων σε όλη την Ελλάδα αλλά μόνο σε επίπεδο σχεδιασμών και προοπτικής και σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό αφού ήδη είχαν αρχίσει οι έντονες αντιδράσεις της Εκκλησίας και οι παρεμβάσεις του Κράτους. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν η ψήφιση του Νόμου της 6ης/ 18ης Φεβρουαρίου 1834, ο οποίος έδινε άδεια διδασκαλίας αποκλειστικά στους αποφοίτους του Δημόσιου Διδασκαλείου στο Ναύπλιο.     

Το άσχημο κλίμα του 1834 ανατρέπεται στα τέλη του 1835. Οι ιεραπόστολοι βλέπουν τις συνθήκες να βελτιώνονται αισθητά αλλά δεν παύουν να υπάρχουν διακυμάνσεις. Άλλοτε ευνοϊκές και άλλοτε εχθρικές.

Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο ιερομόναχος Γερμανός με την συμπαράσταση κάποιων πολιτών, λιθοβόλησαν το σχολείο του Ρίγκς με την δικαιολογία ότι στο Αμερικανικό σχολείο γινόταν προσηλυτισμός. Ο εισαγγελέας εφετών Ναυπλίου σε έγγραφό του αναφέρει ότι «φρόνιμον να μη γενή περαιτέρω εξέτασις περί του συμβάντος».

Παρά τις αντιδράσεις και το αμφιλεγόμενο κλίμα που επικρατεί, οι ιεραπόστολοι Ρίγκς και Κίνγκ συνεχίζουν το έργο τους και μάλιστα παίρνουν την πρωτοβουλία, περισσότερο παρακινούμενοι από την ιδιότητα του δασκάλου παρά του ιεροκήρυκα – χωρίς την έγκριση της εταιρείας τους- να προγραμματίσουν την αποστολή τριών Ελληνοπαίδων στην Αμερική για να μορφωθούν σε εκεί πανεπιστήμια, με το σκεπτικό ότι άξιζαν αυτή την βοήθεια επειδή ήταν επιδεκτικά στην καλή, ηθική διδασκαλία και η επιμέλεια και η επιθυμία τους ήταν δοκιμασμένη.

Τα ονόματά τους ήταν: Λουκάς Οικονόμος, Κωνσταντίνος Μεναίος, Αναστάσιος Μεναίος ενώ ένα τέταρτος με το όνομα Αργυρός δεν ήταν βέβαιο ότι θα σταλεί με τους άλλους.

Από επιστολή του προς τους προϊσταμένους του στην Αμερική, προκύπτει ότι στις αρχές του 1836 ο Ρίγκς διατηρεί δύο σχολεία κοριτσιών με 70 μαθήτριες εκ των οποίων οι 50 παρακολουθούν συστηματικά. Ακόμη τους πληροφορεί ότι τα σχολεία του στο Άργος προοδεύουν ενώ ήδη έχουν οργανώσει ένα ανώτερο τμήμα στο οποίο φοιτούν 9 κορίτσια, το οποίο λειτουργεί με την δική τους αποκλειστική ευθύνη.

Στα μέσα του 1836 το ανώτερο αυτό τμήμα που αποκαλούν « Σεμινάριο» έχει 14 μαθήτριες οι οποίες μετά την αποφοίτηση τους θα γίνουν βοηθοί. Το τμήμα επομένως θα αποτελούσε ένα είδος Υποδιδασκαλείου και οι απόφοιτες θα βοηθούσαν στα σχολεία του.

Παρ’ όλες τις προόδους, ο Αμερικανός ιερωμένος εκφράζεται με επιφυλάξεις για το μέλλον των σχολείων και δείχνει απαισιόδοξος λόγω της παρέμβασης του Κράτους, το οποίο προγραμματίζει την ανάρτηση εικόνων στα σχολεία και την διδασκαλία της κατήχησης από Ορθόδοξους ιερείς. Αν αυτό συμβεί, τότε το μέλλον προδιαγράφεται δυσοίωνο για τα μισιοναρικά σχολεία. Βέβαια, μια άλλη κίνηση ιεραποστόλων, των επισκοπιανών, έχουν ήδη δεχτεί Ορθόδοξο ιερέα στα σχολεία τους και εύκολα- σύμφωνα με την γνώμη του Ρίγκς- θα δεχτούν και τις εικόνες.

Στα τέλη του 1836 οι ιεραπόστολοι της Αμερικανικής αποστολής (A.B.C.F.M.) οργανώθηκαν σε σώμα. Με την άφιξη ενός ακόμη ιεραποστόλου, του Νάθαν Μπέντζαμιν η ιεραποστολή ενισχύθηκε σημαντικά.

Ομόφωνα αποφασίστηκε ο Μπέντζαμιν να παραμείνει στο Άργος μαζί με τον Ρίγκς, ενώ παράλληλα πάρθηκε απόφαση για την έκδοση μιας θρησκευτικής εφημερίδας, της οποίας την ευθύνη της έκδοσης θα ανελάμβανε κάποιος ενάρετος Έλληνας.

Κι ενώ οι αντιδράσεις στο Άργος συνεχίζονται και κάποιος Ορθόδοξος ιερομόναχος ξεσηκώνει τον κόσμο να κάψουν τους ιεραπόστολους, τα σχολεία λειτουργούν κανονικά με ελάχιστες αποχωρήσεις μαθητριών. 40 μαθήτριες φοιτούν κανονικά και μάλιστα η σύζυγος του Ρίγκς, ιδρύει νηπιαγωγείο με 25 περίπου νήπια.

 

 

Οι Μαθητές των σχολείων των Ρίγκς στο Άργος

 

 1834. Ίδρυση αλληλοδιδακτικού σχολείου θηλέων.

1835. Αλληλοδιδακτικό θηλέων. 40 μαθήτριες.

1836. Οι Ρίγκς διαθέτουν δύο σχολεία αλληλοδιδακτικά. 70 μαθήτριες.

1836. Ανώτερο τμήμα, Υποδιδασκαλείο. 14 μαθήτριες.

1837. Νηπιαγωγείο. 25 νήπια.

1838. Διακοπή των προτεσταντικών σχολείων Ρίγκς.

Επόμενη κίνηση του προτεστάντη ιερέα είναι η δημιουργία Ελληνικού σχολείου. Ζητά από τα κεντρικά γραφεία την ενίσχυσή του με 500 δολάρια προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η νέα του πρωτοβουλία. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου όμως, ο οποίος είναι και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης, ανατρέπει τα σχέδια του Ρίγκς. Του προτείνει να στηρίξουν το δημόσιο Ελληνικό σχολείο.

Ο Ρίγκς συμφώνησε με την προϋπόθεση να διδάσκουν το μάθημα της Αγίας Γραφής οι ιεραπόστολοι όπως εκείνοι νόμιζαν, όπως γινόταν στα Ελληνικό σχολείο της Αθήνας. Ο Δήμαρχος συμφώνησε, όμως τα σχέδια του Ρίγκς για την δημιουργία Ελληνικού σχολείου αρρένων στο Άργος δεν υλοποιήθηκε. Τελικά, ο Ρίγκς χωρίς αιτιολογία, ειδοποίησε την εταιρεία του ότι δεν χρειαζόταν πλέον την επί πλέον χρηματοδότηση, αφού ο σχεδιασμός για σχολείο ματαιώθηκε. Προφανώς ο λόγος ματαίωσης της συνεργασίας ήταν το αίτημα του ιεραπόστολου που αφορούσε στην διδασκαλία της Αγίας Γραφής από τους προτεστάντες.

Το έτος 1837 τα σχολεία των Ρίγκς και Μπέντζαμιν συνεχίζουν να λειτουργούν ενώ το σχολείο του Κίνγκ στην Αθήνα έχει κλείσει από τις αρχές του 1837.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1838 θα κλείσει και τα σχολεία του Άργους. Στην διακοπή της λειτουργίας των σχολείων των προτεσταντών στο Άργος,  οδήγησαν κυρίως κοινωνικοί λόγοι. Στο περιοδικό « The Missionary Herald» αναφέρεται ότι « Η παράδοξα μη ευνοϊκή διάθεση του πληθυσμού στο  Άργος μας έκανε να πάρουμε μια τέτοια απόφαση».

Ο Ν. Μπέντζαμιν πήγε κοντά στον Ιωνά Κίνγκ και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Σταθμό της Αθήνας ενώ ο Ιλάϊας Ρίγκς με την οικογένειά του μετέβη στην Σμύρνη κι ύστερα στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει εκεί.

  

Υποσημείωση

  

 * Στις αρχές  του ΙΘ’ αιώνος, παρατηρήθηκε ζωηρή κίνηση Προτεσταντών Μισσιοναρίων προς Ανατολάς. Η αποκατάσταση της τάξεως στην Μεσόγειο διευκόλυνε την εγκατάστασή τους, ενώ η δυστυχία, η φτώχεια και η αμάθεια, οι οποίες επικρατούσαν σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο, απέβησαν ευκόλως αντικείμενο εκμεταλλεύσεως προς επικράτησή τους. Δυτικοί Προτεστάντες διαφόρων εθνικοτήτων – Άγγλοι, Αμερικανοί, Γερμανοί, Ελβετοί κ.α.- αλλά και Παπικοί ίδρυσαν πολυάριθμους ιεραποστολικούς σταθμούς – σφύζουσες δυτικές Εστίες – στα σπουδαιότερα εκκλησιαστικά και πολιτικά κέντρα της ελευθέρης και υποδούλου Ελλάδας, τέλεια οργανωμένους, «κατεργαζόμενοι  μεθοδευμένα τον δυτικότροπο κοινωνικοπολιτικό μετασχηματισμό της».

 Κυρία οδός αυτής της προσπάθειας τους, απετέλεσε η Εκπαίδευση του αμόρφωτου λαού και μάλιστα των νέων, και η ίδρυση σχολείων, τα οποία ευρίσκοντο υπό την άμεση εποπτεία τους, καθώς η προσφερομένη σε αυτά παιδεία – οργανωμένη εκ των ιδίων – βάσει συγκεκριμένου προγράμματος, διευκόλυνε την διάδοση των ιδεών τους, αφ’ ού στους μαθητές εύρισκαν τα ευήκοα ώτα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αντιστάσεως από τους διαπλαθομένους και συνεπώς ευάλωτους νέους, οι οποίοι, αφ’ ενός θα διέδιδαν τις νέες σε αυτούς διδασκόμενες ιδέες, στους – συχνά αμόρφωτους – γονείς τους, κατ’ επέκτασιν δε και σε όλη την κοινωνία, αφ’ ετέρου οι ίδιοι θα αποτελούσαν την ελληνική κοινωνία του μέλλοντος, εξοικειωμένοι εξ απαλών ονύχων μετά του δυτικού περιβάλλοντος και με διαμορφωμένο αναλόγως το φρόνημα τους! Ταυτοχρόνως, στους χώρους της εκπαιδεύσεως υπήρχε πρόσφορο έδαφος για διακίνηση των προπαγανδιστικών τους εντύπων και μεταφράσεων. Έτσι οι Μισσιονάριοι, ανέπτυξαν  ένα τεράστιο εκπαιδευτικό έργο στην Ελλάδα.

   

Πηγές

 

  •  Θαναηλάκη Πόλλη, «Αμερική και Προτεσταντισμός», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2005.
  • Georgi Genov, «American Elias Riggs and his contribution to the Bulgarian National Revival», Historical Archives. Sofia, Issue 9-10, November 2000 – May 2001. (in Bulgarian)

  

Read Full Post »

Το εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος


 

 Από το Αργολικόν Ημερολόγιον του 1910 φιλοξενούμε εργασία του Δημ. Βαρδουνιώτη, η οποία περιέχει αξιόλογα ιστορικά στοιχεία της επαναστατικής κυρίως περιόδου, ίσως άγνωστα σε πολλούς από εμάς.

 

Από  των πρώτων ετών της Επαναστάσεως το Έθνος εμερίμνησε περί μορφώ­σεως της νεολαίας. Εν μέσω των μυρίων περιπετειών της χώρας οι διέποντες τας τύχας αυτής έλαβον σοβαράν πρόνοιαν και περί της δημοσίας εκπαιδεύσεως, ην εθεώρησαν ως αναγκαιότατη ν διά την ευδαιμονίαν του Έθνους. Η εν Άστρει Β’ Εθνική Συνέλευσις, τον Απρίλιον 1823 έθετο την δημοσίαν εκπαίδευσιν υπό την προστασίαν του Βουλευτικού Σώματος και εθεσπίσατο την εισαγωγήν και οργάνωσιν αυτής καθ’ όλην την Επικράτειαν.

Μετά δύο μήνας περίπου διωρίσθη υπό της Προσωρινής Διοικήσεως Γενικός Έφορος της Παιδείας και Ηθικής ανατροφής των παίδων ο διαπρεπής λόγιος και τεσσαρακοντούτης κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο ύστερον καθηγητής της Θεολογίας εν τη Ιονίω Ακαδημία Γυλφόρδ. Ο Γενικός Έφορος αυτός είχε την εξουσίαν να εποπτεύη και διευθύνη όλα τα εν Ελλάδι Σχολεία και διατάσση παν μέτρον, συντελούν εις την διαπαι­δαγώγησιν και μόρφωσιν της νεολαίας. Αλλ’ ο Φαρμακίδης μετά έν έτος (τη 21 Ιουνίου 1824) παρητήθη του υπουργήματος αυτού. Τη δε 10η Ιουλίου 1824 διωρίσθη αντ’ αυτού ο διάσημος Γρηγόριος Κωνσταντάς.

Ο Κωνσταντάς ήτο επιφανής σοφός, έξοχος πατριώτης και σεβάσμιος κληρικός. Εκ Μηλεών της Θετταλομαγνησίας καταγόμενος, ηλικίας 71 ετών, συγγραφεύς, διδάσκα­λος του Γένους και μέλος όλων των Εθνικών Συνελεύσεων και Βουλών, επεβάλλετο γενικώς και ενέπνεεν εις πάντας εμπιστοσύνην απεριόριστον. Ως δε χαρακτηρίζει αυτόν ο σοφός μαθητής του, ο αείμνηστος καθηγητής της Φιλοσοφίας Φίλιππος Ιωάννου, είχεν ήθος αληθούς φιλοσόφου και τρόπον αρχαϊκόν. Ήτο απλούς, ακέραιος, ειλικρινής, ενάρετος, έντιμος, οξυδερκής, ευεργετικός, σεμνός, ακαλλώπιστος, διηγηματικός και ευφυέστατος.

Πολύτιμους υπηρεσίας προσήνεγκεν ο Κωνσταντάς εις την Δημοσίαν Εκπαίδευσιν του Έθνους και την μόρφωσιν της νεολαίας, μετά μεγίστου ζήλου και πατριωτισμού ερ­γασθείς. Διωργάνωσε τα Σχολεία και τον τρόπον της Εκπαιδεύσεως και εμόρφωσε τους διδασκάλους και τους μαθητάς. Κατήρτισε δε μετ’ ου πολύ Κανονισμόν περί των καθη­κόντων και δικαιωμάτων του Υπουργήματός του, ον ενέκρινε το Βουλευτικόν παμψη­φεί. Δι’ αυτού συν πολλοίς και άλλοις εμερίμνησε και περί συστάσεως βιβλιοθηκών και αρχαιολογικών μουσείων.

Δύο σχεδόν μήνας προ του διορισμού του Γρηγορίου Κωνσταντά, ως Γενικού Εφόρου της Παιδείας, τη 19η Μαΐου 1824, το Βουλευτικόν Σώμα μετά μικράν συζήτησιν περί συστάσεως σχολείων διώρισε πενταμελή επιτροπήν, ίνα κατάρτιση και υποβάλη νομοσχέδιον «περί της Κοινής Παιδείας του Έθνους». Η Επιτροπή δε αυτή κατηρτίσθη εξ αν­δρών, διαπρεπών επί γράμμασι, των Ανθίμου Γαζή, Πανούτσου Νοταρά, Μιχαήλ Κάββα, Σπυρίδωνος Τρικούπη και Κ. Λιβερίου.

Η Επιτροπή αυτή εξετέλεσε μετά ζήλου και φιλοτιμίας το ανατεθέν αυτή έργον και υπέβαλε τον Ιούλιον 1824 εις το Βουλευτικόν Σώμα το περί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως νομοσχέδιον δι’ εκθέσεως αυτής, δι’ ης προέτεινε τα εξής:

Να συστηθώσιν εν τη Ελληνική Επικράτεια τρία είδη σχολείων. Το πρώτον να περιλαμβάνη τα σχολεία της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως, δι’ ης ο μαθητής να διδάσκηται ανάγνωσιν, γραφήν και αριθμητικήν.

Το δεύτερον να περιλαμβάνη τα Λύκεια, συστηθησόμενα εν τη πρωτευούση εκά­στης επαρχίας ή καν των σημαντικωτέρων. Εν αυτοίς δε να διδάσκηται ο μαθητής την αρχαίαν Ελληνικήν γλώσσαν, την Λατινικήν και Γαλλικήν και στοιχειώδη μαθήματα των επιστημών και της φιλοσοφίας.

Το δε τρίτον και τελευταίον ήτο να συστηθή εν τουλάχιστον πανεπιστήμιον εν Ελλάδι, περιλαμβάνον τους τεσσάρας μεγάλους κλάδους της επιστημονικής Παιδείας, ήτοι της Θεολογίας, Φιλοσοφίας, Νομικής και Ιατρικής, και εν τω οποίω να σπουδάζωσιν όσοι, περατούντες τα μαθήματα των Λυκείων, ήθελον να τελειοποιηθώσιν είς τινα επιστήμην και έχωσιν αυτήν ως επάγγελμα.

Ούτω προετάθη η πλάσις σχολείων της Στοιχειώδους, Μέσης και Ανωτάτης εκ­παιδεύσεως. Εκ τούτων τα πρώτα ήσαν τα λεγόμενα Αλληλοδιδακτικά, τα κατόπιν Δημοτικά Σχολεία, τα δε της Μέσης εκπαιδεύσεως περιελάμβανον τα μαθήματα των κατόπιν Γυμνασίων. Τα δε των νεωτέρων Ελληνικών σχολείων εδιδάσκοντο εις τ’ Αλληλοδιδακτικά ή τα Λύκεια ή και εις αμφότερα. Το σχέδιον αυτό της δημοσίας εκπαιδεύσεως ήτο πλήρες και τέλειον.

Αλλ’ η Επιτροπή σκεφθείσα και περί της εκτελέσεως αυτού, είδεν, ότι αι τότε περι­στάσεις του Έθνους δεν επέτρεπον την πλήρη εφαρμογήν του και συνεπώς την σύστασιν όλων αυτών των εκπαιδευτηρίων. Και διά τούτο περιωρίσθη μόνον εις την Στοιχειώδη εκπαίδευσιν, την κοινώς ονομαζομένην Αλληλοδιδασκαλίαν, ήτις ήτο αναγκαιότατη και κοινωφελεστάτη εις την Ελλάδα, άμα δε και ολιγοδάπανος διά την Επικράτειαν και ανέ­ξοδος διά τους μαθητάς. Υπέδειξε δε και τον τρόπον της εισαγωγής και διαδόσεως της εκπαιδεύσεως αυτής προς εκτέλεσιν του υπ’ αυτής καταρτισθέντος σχεδίου.

Προς τούτο προέτεινε να συστηθή εν πρώτοις εν μόνον αλληλοδιδακτικόν σχολείον να συγκροτηθή όμως καθώς πρέπει, και ούτως, ώστε ν’ αποβή μεγάλη πηγή εξ ής να εκρεύσωσι τα νάματα της αλληλοδιδασκαλίας εις όλην την Ελληνικήν Επικράτειαν.

Προς επίτευξιν του σκοπού αυτού εκρίθη επάναγκες, όπως, εκτός των εντοπίων και άλλων παιδιών, των όλως αγραμμάτων, φοιτήσωσιν εις το Σχολείον αυτό και ολίγοι άξιοι και χρηστοήθεις νέοι, εγκρατείς οπαδοί της Ελληνικής γλώσσης. Οι νέοι ούτοι, τελειοποιούμενοι ταχέως, να στέλλωνται ως διδάσκαλοι, εις άλλας επαρχίας, αντικαθί­στανται δε εν τω σχολείω δι’ άλλων, έως ου εκάστη επαρχία της Ελλάδος απόκτηση ένα διδασκάλον εκ του σχολείου αυτού. Αφετέρου δε οι διδάσκαλοι ούτοι εγκαθιστάμενοι εις τας πρωτεύουσας των διαφόρων επαρχιών και ανοίγοντες σχολεία να προσλάβωσιν ωσαύτως εις αυτά, εκτός των εντοπίων και άλλων παιδιών, και άλλους νέους εκ των χωρίων της επαρχίας, οίτινες, γυμναζόμενοι, να επιστρέφωσιν εις τα χωρία των, ως διδά­σκαλοι. Διά του τρόπου τούτου, ως έκρινεν η Επιτροπή, θα εξηπλούτο ταχέως εις όλο το Έθνος η Στοιχειώδης Εκπαίδευσις, ήτις ηδύνατο κατόπιν να επεκταθή και εις τα θήλεα διά της συστάσεως Παρθεναγωγείων.

Αυτά προέτεινεν εις το Βουλευτικόν Σώμα η επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως επι­τροπή και υπέδειξε το Άργος, ως τόπον κατάλληλον προς σύστασιν του πρώτου δημο­σίου σχολείου της Ελλάδος. Περί τα μέσα Οκτωβρίου του αυτού έτους το Βουλευτικόν, επιληφθέν και πάλιν του ζητήματος, απεφάσισε να συστηθή εν μόνον κεντρικόν σχολείον κατά το παρόν εις την Ελλάδα και τούτο πλησίον της Διοικήσεως. Διώρισε δε επιτροπήν εκ των Γρηγορίου Κωνσταντά, γενικού Εφόρου της Παιδείας, Θεοφίλου Καΐρη, Γεωργίου Γενναδίου, διαπρεπέστατων διδασκάλων του Γένους, Αναγνώστου Διδασκάλου και Γεωργίου Καλαρά, εγκρίτων λογίων και βουλευτών, όπως επεξεργασθή το περί του Οργανισμού των Σχολείων νομοσχέδιον, όπερ είχεν υποβληθή από του Ιουλίου. Και η νέα επιτροπή ενέκρινε το νομοσχέδιον αυτό, ως είχεν’ ενέκρινε δε αυτό και το Βουλευτικόν. Κατά τας ημέρας εκείνας εν τούτοις έλαβε χώραν γεγονός, εξόχως τιμών την φιλοπατρίαν των Ελλήνων.

Είχεν αφιχθή προ μικρού εις Ναύπλιον εκ Ρωσσίας ο φιλογενέστατος Ψαριανός Ιωάννης Ανδρεάδης Βαρβάκης, γέρων ζάπλουτος και ενθουσιώδης πατριώτης. Εγεννήθη το 1750 έτος και από της επαναστάσεως του 1769 διεκρίθη, ως πλοίαρχος βρικίου κατα­δρομικού. Μετά δε την επανάστασιν εκείνην κατέφυγεν εις Ρωσσίαν, όπου επεδόθη εις το εμπόριον. Και δι’ αυτού απέκτησε μεγάλην περιουσίαν, δι’ ης ευηργέτησε τα Ψαρά και την όλην Ελλάδα.

Ο μέγας αυτός πατριώτης μετέβη εις την Συνέλευσιν και εισήλθεν εις την αίθουσαν της συνεδριάσεως αυτής. Η φήμη του ονόματος του, αι χάριν της πατρίδος θυσίαι του είχον περιβάλει αυτόν δι’ εξόχου αίγλης και βαρύτητος. Όλοι οι βουλευταί υπεδέχθησαν αυτόν μετά σεβασμού και τον ήκουσαν εν βαθεία σιγή. Ο έξοχος πατριώτης εδήλωσεν ότι αφιεροί ποσότητα χρημάτων, ικανήν προς σύστασιν ενός κεντρικού σχολείον εις την Ελλάδα και ότι τα χρήματα αυτά θα καταθέσει εις τον πάγκον (Τράπεζαν) της Ρωσσίας επί τόκω διά να πληρώνωνται εξ αυτού οι μισθοί των διδασκάλων. Το Βουλευτικόν Σώμα ήκουσε ταύτα μετά ρίγους συγκινήσεων και δακρύων. Αφού δε τον ηυχαρίστησε διά τας προς την πατρίδα προσφοράς του, υπεσχέθη, ότι «η Διοίκησις θα φροντίση περί κτιρίου και διδασκάλων σοφών και πεπαιδευμένων».

Μετά τινας δε ημέρας ο Βαρβάκης απέστειλε προς το Βουλευτικόν το από 8ης Νοεμβρίου 1824 αφιερωτικόν γράμμα του, όπερ ανεγνώσθη εν πλήρει συνεδριάσει και συγκινήσει των βουλευτών. Δι’ αυτού ο λαμπρός πατριώτης εξήγησε και επεκύρωσε τα της Εθνικής δωρεάς του προς σύστασιν του Κεντρικού Εθνικού Σχολείου. Εδήλωσε συν άλλοις, ότι αφιεροί εις το Έθνος ρούβλια 300.000, άτινα θα κατάθεση εις το Βασιλικόν ταμείον της Μόσχας, ως κεφάλαιον αιωνίως άθικτον ο δε τόκος αυτών προς 5 τοις 100 (ρούβλια 15.000) θα διατίθηται ετησίως εις μισθούς και τροφάς των διδασκάλων. Το αφιέρωμα δε αυτό θ’ αρχίση να δίδεται, αφ’ ης ώρας γίνη έναρξις της επισκευής του σχολείου, όπερ ωρίσθη παρά της Διοικήσεως κατά το παρόν εν Αργεί. Το Βουλευτικόν, τιμών τον πατριωτισμόν του ανδρός, ανεκήρυξεν αυτόν τη 20η Νβρίου 1824 μέγαν ενεργέτην του ‘Εθνους.

Ούτως η ιδέα υπερωρίμασε πλέον και υπελείπετο μόνον η επίσημος σύστασις του Κεντρικού Εθνικού Σχολείου, ην και εθέσπισε το Βουλευτικόν τη 22α Δεκεμβρίου 1824 διά της εξής πράξεως του.

 

«Βουλευτικόν συνέδριον»

 Τη 22α Δεκεμβρίου.

Προεδρεύοντος του κυρίου Πανούτσου Νοταρά εκινήθη το περί συστάσεως του εν Άργει σχολείου κοινή γνώμη και αποφάσει της Συνελεύσεως όθεν εστάλη Προβούλευμα εις το Εκτελεστικόν μετά του Θεσπίσματος, το οποίον έχει επί λέξεως ουτωσί.

 

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

 

Επειδή η εν Άστρει Εθνική Συνέλευσις, γνωρίζουσα, καλώς, ότι διά της παιδείας αυξάνουσιν, ευτυχούσιν, ενδυναμούνται και στερεώνονται τα Έθνη, ενομοθέτησεν εις τον Οργανικόν Νόμον  ότι η δημόσιος εκπαίδευσις είναι υπό την προστασίαν του Βουλευτικού Σώματος και  ότι συστηματικώς να οργανισθή η εκπαίδευσις της νεο­λαίας από την Διοίκησιν.

 

Το Βουλευτικόν εθεσπίσατο

 

Α’. Εις την πόλιν του Άργους να συστηθή σχολείον κεντρικόν της Ελληνικής Επικρατείας, εις το οποίον να παρεισαχθώσι διάφορα είδη μαθήσεως.

Β’. Ο Υπουργός των Εσωτερικών να ενεργήση το παρόν Θέσπισμα.

Γ. Το παρόν Θέσπισμα να δημοσιευθή διά του τύπου και να καταχωρισθή εις τον Κώδικα των Θεσπισμάτων.

Τη 22 Δεκεμβρίου 1824 εν Ναυπλίω.

 

Ο πρόεδρος

Πανούτσος Νοταράς

Ο Β. Γραμματεύς

Ανδρ. Παπαδόπουλος».

 

Ως έδρα του πανελληνίου αυτού Κεντρικού Σχολείου ωρίσθη το Άργος. Και τούτο, διότι η πόλις αυτή ήτο πλησίον της εν Ναυπλίω εδρευούσης Διοικήσεως και έκ των σημαντικωτέρων της Πελοποννήσου. Εκτός δε τούτου εν Άργει υπήρχεν από Τουρκοκρατίας και ελειτούργει από του έτους 1800, εξαίρετον σχολείον κοινοτικόν, έχον αίθουσαν ευρύχωρον και κατάλληλον διά την διδασκαλίαν και περίβολον ευρύν και περιτετειχισμένον προς άσκησιν και σωματικήν γύμνασιν των νέων. Και συνεπώς ελήφθη το μέτρον να εγκατασταθή το νυν ιδρυόμενον Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον εν τη οικοδομή του κοινοτικού. Έκειτο δε το κοινοτικόν αυτό σχολείον κατά το νοτιοανατολικόν άκρον της σήμερον πλησίον και νοτίως του ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου δημοτικής πλατείας, ήτις περικλείεται υπό των οικιών Ευαγγ. Δρίτσα, Θεωναίων και άλλων.

Πρωτίστη μέριμνα της Διοικήσεως ήτο η εύρεσις αξίου διδασκάλου και διευθυντού του Κεντρικού Εθνικού Σχολείου. Και απέβλεψεν ευστόχως προς τον αείμνηστον διδάσκαλον του Γένους Γεώργιον Γεννάδιον, ελθόντα εξ Οδησσού εις Ναύπλιον περί τας αρχάς Σεπτεμβρίου 1824. Επειδή δε η σύστασις του άνω σχολείου εθεωρείτο τετελεσμένον γεγονός από του παρελθόντος Ιουλίου, ότε υπέβαλε το περί αυτού σχέδιον η επί της Εκπαιδεύσεως Επιτροπή, το Βουλευτικόν τη 14η Σεπτεμβρίου ενέκρινε να διορισθή αρχιδιδάσκαλος και διευθυντής του Σχολείου αυτού ο διάσημος Γεννάδιος, «ως πολυμαθής και ικανός εις το σχολαρχείον».

Ο επιφανής διδάσκαλος απεδέχθη προθύμως τον διορισμόν του αυτόν. Πλην δεν ηδυνήθη ν’ αναλάβει τα καθήκοντα του. Ένεκα της συρροής πολλών προσφύγων εκ δια­φόρων μερών της Τουρκίας ενέσκηψεν εν Ναυπλίω από του Αυγούστου 1824 επιδημία τυφοειδούς πυρετού, ήτις μετεδόθη και εις το Άργος της ενταύθα μετοικήσεως πολλών ασθενών. Εκ της επιδημίας δε αυτής ενόσησε και ο Γεννάδιος και ως εκ τούτου ηναγκάσθη να καταλίπη την Αργολίδα και απέλθη εις Αθήνας. Αναχωρήσαντος δε του Γενναδίου διωρίσθη διδάσκαλος και διευθυντής του Κεντρικού Σχολείου ο Δημήτριος Πλατανίτης. Ο διδάσκαλος ούτος ήτο έγκριτος λόγιος και είχε διδαχθή την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον εν Βουκουρεστίω παρά του Γεωργίου Κλεοβούλου, σπουδάσαντος αυτήν εν Παρισίοις.

Εκτός τούτου διωρίσθησαν και επιστάται άμισθοι είδος εφορευτικής επιτροπής του Σχολείου, κατά πρότασιν της αυτής επί της εκπαιδεύσεως επιτροπής, ο ηγούμενος της εν Άργει Μονής της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης Παρθένιος και ο βουλευτής Αργούς και ιατρός Μιχαήλ Κάββας. Οι επιστάται ούτοι είχον καθήκον «να φροντίζωσι τα περί του σχολείου και περί της εκπληρώσεως των χρεών του διδασκάλου και των μαθητών.

Ο διευθυντής δε και οι επιστάται αυτοί μετά του γενικού Εφόρου της Παιδείας, Γρηγορίου Κωνσταντά, φιλοτίμως συνεργασθέντες, διωργάνωσαν και κατέστησαν έτοιμον καθ’ όλα το εν Άργει Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον. Και υπό τας ευχάς πάντων των Ελλήνων και την πάνδημον και ενθουσιώδη υποστήριξιν των Αργείων ετελέσθησαν τα εγκαίνια αυτού τον Δεκέμβριον 1824.

Ούτω το Σχολείον αυτό υπό τας ρηθείσας συνθήκας και τον ένθερμον και αδιάπτωτον ζήλον του διευθυντού αυτού ελειτούργησε και ηυδοκίμησε θαυμασίως. Δεν ήτο δε απλώς Σχολείον της Αλληλοδιδακτικής, αλλ’ ανώτερον Εκπαιδευτήριον, αφού εδιδάσκοντο εν αυτώ διάφορα είδη μαθήσεως και μάλλον Διδασκαλείον, καθόσον ήτο το φυτώριον όλων εν γένει των διδασκάλων του Έθνους.

Ενωρίς απέκτησε φήμην αρίστην και ευρυτάτην. Πολλοί νέοι αυθόρμητοι έσπευδον πολλαχόθεν να καταταχθώσιν, ως μαθηταί αυτού, διά να διδαχθώσι την νέαν διδακτικήν μέθοδον και διδάξωσι αυτήν κατόπιν εις άλλα μέρη της ελευθέρας Ελλάδος. Τόση δε ήτο η συρροή αυτών, ώστε περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1825 οι μαθηταί υπερέβησαν τους 150.

Εξ αυτών πολλοί διεκρίθησαν εις τα γράμματα. Μεταξύ δε τούτων αναφέρεται, ως αριστεύς, ο Ιωάσαφ Καΐρης, αδελφός του διασήμου σοφού και μεγάλου διδασκάλου του Γένους Θεοφίλου Καΐρη. Ο Ιωάσαφ αυτός, τελειοποιηθείς, έλαβε τακτικόν δίπλωμα του εν Άργει Σχολείου και τόσω διεφημίσθη πανταχού η ικανότης του, ώστε κατέστη πε­ριζήτητος διδάσκαλος και προσεκλήθη εις διάφορα μέρη της Ελλάδος πάντων όμως προετίμησε την ιδιαιτέραν πατρίδα του Άνδρον, όπως σχολαρχήση εν αυτή.

Κατά το έαρ του 1825 το εν Αργεί Κεντρικόν Σχολείον ήκμασε. Κατήλθε τότε εις την Ελλάδα ο φιλέλλην κόμης Ιωσήφ Πέκκιος, όστις επεσκέφθη και το  Άργος  και το Σχολείον του. Ο ευγενής ξένος απεκόμισεν εξ αυτών αρίστας εντυπώσεις. Είδεν, ότι το Σχολείον ήτο εκτισμένον κατά το σχέδιον των Αγγλικών σχολείων, είχε δε πλησίον και την κατοικίαν του διδασκάλου’ αλλ’ ήτο υπέρ το δέον μικρόν διά την πληθύν των μαθητών του, οίτινες ανήρχοντο τότε εις διακόσιους. Προστίθησι δε, ότι εφοίτων εις αυτό παιδία άρρενα και θήλεα, σπουδάζοντα εν τούτοις χωριστά, και ότι κυρία τις εκ Χίου, θέλουσα να παράσχη εις τα θήλεα αγωγήν καταλληλοτέραν διά το φύλον αυτών, προετίθετο να κτίση παραπλεύρως ίδιον δι’ αυτά σχολείον και ότι εγίνετο τότε εν Αργεί σκέψις περί της πραγματοποιήσεως του σχεδίου αυτού.

Ο φιλέλλην κόμης διηγείται και άλλην περίεργον λεπτομέρειαν. Φαίνεται, ότι το ιδεώδες του Βαρβάκη ήτο η διά της μεγάλης δωρεάς του ίδρυσις ανωτάτου εκπαι­δευτηρίου, ήτοι Πανεπιστημίου εν Ελλάδι. Τοιαύτην δε είχε βεβαίως έννοιαν και σκοπόν, έστω και απώτερον, και το θέσπισμα του βουλευτικού, δι’ ου συνεστήθη εν Άργει «Κεντρικόν Σχολείον της Ελληνικής Επικρατείας, εις το οποίον να παρεισαχθώσι διά­φορα είδη μαθήσεως».

Αλλά το Σχολείον αυτό ιδρύθη εν τη πόλει του Άργους  και το οικοδόμημα του δεν επήρκει εις τας ανάγκας ανωτέρου εκπαιδευτηρίου. Τούτου ένεκα οι Αργείοι, περί πολ­λού ποιούμενοι την εν τη πόλει αυτών ανέγερσιν Πανεπιστημίου, ανέπτυξαν έκτακτον φιλομουσίαν, ενεκολπώθησαν την ιδέαν μετ’ ενθουσιασμού και εφρόντισαν δραστηρίως περί του καταλλήλου προς τούτο γηπέδου. Είχον δ’ εκλέξει ήδη τοιούτον, όπερ ηγόρασεν η πόλις του Άργους  προς τον ρηθέντα σκοπόν και όπου ο διοικητής και οι προεστώτες της πόλεως εξενάγησαν τον ευγενή φιλέλληνα.

Το γήπεδον αυτό απετέλει και αποτελεί το προαύλιον ή μάλλον μεσαύλιον του έτι και νυν σωζόμενου στρατώνος του Ιππικού. Είναι δε ούτως αρχαία και πελώρια διώ­ροφος οικοδομή, λιθόκτιστος, εν μέσω κεντρικής, μεγίστης και ευρύτατης πλατείας, και σχεδόν τετράγωνος περικλείει δε χώρον λιθόστρωτον, έχοντα εμβαδόν Β. μέτρων 5.278,20 και εν τω μέσω αρχαίαν κρήνην τετράπλευρον και τετράκρουνον. Άγνωστον, εν τούτοις, αν τότε εφράσσετο και πώς η βόρεια πλευρά ή πρόοψις του μεγίστου κτιρίου, ήτις είνε μήκους Β. μ. 76 και αν αρχήθεν τούτο είχεν ως σήμερον, δύο εισόδους, ανά μίαν εις το μέσον της βόρειας και νοτιάς πλευράς. Αλλ’ αι λοιπαί πλευραί, η μεν νοτία μήκους Β. μ. 76, η δε ανατολική και δυτική ανά μ. 69,45, υπήρχον αρχήθεν και είχον εκάστη ανά μίαν διπτέρυγον μεγάλην λιθίνην κλίμακα εξωτερικώς εν τω περιβάλω δι’ ων ανήρχο­ντο εις τους ευρύτατους θαλάμους αυτών.

Είνε ιστορικόν διά την πόλιν του Άργους  το εν λόγω οικοδόμημα. Κατά τοπικήν παράδοσιν, ήτο Ενετικόν, κτισθέν κατά την τελευταίαν Ενετοκρατίαν της Πελοποννήσου (1687-1715) και χρησίμευσαν αρχικώς, ως νοσοκομείον, διευθυνόμενον υπό Αδελφών τον Ελέους. Επί της Τουρκοκρατίας δε μετεβλήθη εις Μπεζεστένι (αγοράν) και εν αυτώ ετελείτο μάλιστα κατά Κυριακήν αγορά επαρχιακή. Υπήρχε δι’ εν αυτώ και το ταχυδρομείον (Μεντζή – χανέ) της πόλεως.*

Δυστυχώς, ου μόνον ουδέποτε ιδρύθη Πανεπιστήμιον εν Αργεί, αλλά και αυτό το συστηθέν Κεντρικόν Σχολείον κατεστράφη ταχέως. Το χρυσούν όνειρον των Αργείων του 1826 διέλυσαν απρόοπτα ατυχήματα.

Ο Αιγύπτιος Αττίλας, ο φοβερός Ιμβραήμ πασάς, επιδραμών εις την Πελοπόννησον και ενσπείρων πανταχού το πυρ και την φρίκην, εισέβαλε και εις το Άργος περί τα μέσα Ιουνίου 1825. Έθετο δε πυρ εις την πόλιν και μετά πλείστων οικιών αυτής έκαυσε και το Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον, όπερ απετεφρώθη άρδην μεθ’ όλων των εν αυτώ δι­δακτικών επίπλων, οργάνων και βιβλίων. Και ουδέν άλλο εξ αυτού διεσώθη, ειμή μό­νον η θέσις, ήτις και έμεινεν ιστορική. Επί πολλά έτη ύστερον και ότε ακόμη ο χρόνος εσάρωσε τα ίχνη της οικοδομής της, η θέσις εκείνη επωνομάζετο Παλαιόν ή Ελληνικόν Σχολείον.

Εν τούτοις το περιώνυμον εκείνο εκπαιδευτήριον, εις ο ητένισε μετά μεγάλων παλ­μών και ελπίδων ολόκληρος η Ελλάς, δεν ανηγέρθη εκ της τέφρας του. Αι εθνικαί πε­ριστάσεις μετεβλήθησαν έκτοτε πολύ. Περί ιδρύσεως Πανεπιστημίου εν Άργει ουδέ λόγος καν εγένετο πλέον ουδείς δ’ εσκέφθη ν’ ανεγείρη επί τέλους το αποτεφρωθέν Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον.

Το Άργος απώλεσε τους φίλους και προστάτας του. Ο εξαιρέτως αγαπήσας αυτό Κυβερνήτης Καποδίστριας περιωρίσθη εις τα σχολεία της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως. Ο δε βασιλεύς Όθων έστρεψε τον νουν και την καρδίαν αυτού προς τας Αθήνας, όπου και μετέθεσεν εκ Ναυπλίου την καθέδραν του βασιλείου. Η νέα πρωτεύουσα απερρόφησεν όλην την Ελλάδα, συγκεντρώσασα εν αυτή πάντα τα μεγάλα και άξια λόγου δημόσια ιδρύματα.

Διά τας Αθήνας ωσαύτως εχρησιμοποιήθη και το κληροδότημα του Βαρβάκη. Ο εθνικός ευεργέτης ανεχώρησε τη 26 Νοεμβρίου  1824 εκ Ναυπλίου εις Ζάκυνθον. Εκεί δ’ ενόσησε. Και αφού τη 10 Ιανουαρίου 1825 συνέταξε κωδίκελλον, συμπληρωματικόν της από 22 Μαΐου 1824 διαθήκης του και του από 8 Νοεμβρίου 1824 προς την Διοίκησιν της Ελλάδος αφιερωτικού γράμματος αυτού, απέθανεν εν τω λοιμοκαθαρτηρίω Ζακύνθου τη 12η Ιανουαρίου 1825. Πολλά δ’ έτη ύστερον διά Βασ. Διατάγματος της 26 Φεβρουαρίου 1843 το προς ανέγερσιν και συντήρησιν Λυκείου και εκπαίδευσιν της Ελληνικής νεολαί­ας κληροδότημα του αοιδίμου ανδρός, ανερχόμενον εις δραχ. 1.988.992,97% διετέθη εις ίδρυσιν και συντήρησιν του εν Αθήναις Βαρβακείου Λυκείου.

Τοιαύτη υπήρξεν η φορά των πραγμάτων και η τύχη του εν Άργει Κεντρικού Εθνικού Σχολείου. Αλλ’ επί πάσιν η πόλις του Άργους  δικαιούται να σεμνύνηται, ότι έσχε την τιμήν και την δόξαν να γίνη η πρώτη λαμπρά εστία, αφ’ ης ηκτινοβόλησε και διεχύθη το φως της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ανά πάσαν την αναγεννηθείσαν Ελλάδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΒΑΡΔΟΥΝΙΩΤΗΣ

Δικηγόρος

 Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Υποσημείωση


 

 *Κατά το 1829 ο Κυβερνήτης Ιω. Καποδίστριας έκτισε την βορειαν πρόοψιν, πλάτους μ. 14,50 μετά κλίμακος, ομοίας των λοιπών και ούτως όλη η ανατολική πλευρά έλαβε μήκος μ. 83,95. Μετέβαλε δε την όλην οικοδομήν εις στρατώνα Ιππικού. Όλων των πλευρών τα εισόγαια διεσκευάσθησαν εις σταύλους, τα δε ανώγαια, της μεν βορείας προόψεως εις γραφεία και θαλάμους αξιωματικών, των δε λοιπών πλευρών εις θαλάμους στρατιωτών. 0 στρατών αυτός είνε συνδεδε­μένος μετά μεγάλων γεγονότων του Άργους. Εξ αυτού εδόθη τη 4η Ιανουαρίου 1833 το απαίσιον πρόσταγμα της υπό των Γάλλων σφαγής των Αργείων. Μέχρι του 1862 ήτο διαρκώς στρατών Ιππικού, μετά ταύτα δε κατά διαλείμματα. Εν αυτώ κατά το 1866 ετελέσθη το πρώτον η τότε συστάσα ετησία εμπορική πανήγυρις της πόλεως. Εν αυτή και κατά το 1899 ενηργήθη υπό την προεδρείαν του Βασιλέως η πρώτη Κτηνοτροφική Έκθεσις κ.λ,π.

 

 Πηγή


  •  Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.

H Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

Ιστορίας και Πολιτισμού

ενημερώνει τους επισκέπτες της ότι διαθέτει

άδετα ανάτυπα των πιο κάτω βιβλίων:

 

  • Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Read Full Post »

Οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου


  Μια εικόνα των οθωμανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία υπήρχαν στην Πελοπόννησο  από τα τέλη του 17ου  μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Η έρευνα βασίστηκε σε δημοσιευμένες οθωμανικές πηγές, καθώς και στις ταξιδιωτικές περιγραφές του Τούρκου περιηγητή Evliya Çelebi (1611-1681), ο οποίος περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το έτος 1667, περιγράφοντας λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. 

Ευάγγελος Τσιανάκας. Υπ. Δρ Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ. 

 

Εισαγωγή


Η γνώση μας για τα οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου, εκτός από τις αρχειακές πηγές,  στηρίζεται επιπλέον στις μαρτυρίες των χρονικών και στις ταξιδιωτικές περιγραφές.  Σ’ αυτές, εκτός από το Seyahatnâme (Οδοιπορικό) του Evliya Çelebi (Εβλιγιά Τσελεμπή), δε βρίσκει κανείς και  πάρα πολλές πληροφορίες.

Γι’ αυτό το έργο του Evliya Çelebi (Evliya Çelebi, 1928) αποτελεί την βασική πηγή για την καταγραφή των οθωμανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς μας παρέχει πλήθος πληροφοριών για την ιστορία των τόπων που περιγράφονται. Ωστόσο, πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός, καθώς έχει εξακριβωθεί (Δημητριάδης, 1973) ότι πολλές φορές οι πληροφορίες που μας παρέχει είναι ανακριβείς ή χαρακτηρίζονται από υπερβολή, ιδιαίτερα όταν γίνεται αναφορά σε αριθμητικά δεδομένα. Το Cihan-nümâ (Παρουσιάζοντας τον κόσμο)  του  Kâtip Çelebi (Κιατίπ Τσελεμπή)* είναι επίσης μια άλλη σημαντική πηγή για την ιστορία της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, αλλά δεν βρίσκει κανείς τίποτα στο έργο αυτό για το θέμα που εξετάζουμε.

Στις ταξιδιωτικές περιγραφές των Ευρωπαίων υπάρχουν επίσης κάποιες αναφορές, οι οποίες, ωστόσο, δεν θεωρούνται από μόνες τους αξιόλογες. Για την απόκτηση των σχετικών πληροφοριών καταλληλότερες πηγές θεωρούνται οι οθωμανικές αρχειακές πηγές, οι οποίες μερικές φορές αναφέρονται στην ανέγερση ή την ανακαίνιση  ενός μουσουλμανικού σχολείου ή στην τοποθέτηση ενός δασκάλου (derris) σε έναν μεντρεσέ (medrese: ιεροσπουδαστήριο). Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα στοιχεία τα οποία έχουμε στη διάθεσή μας μας δίνουν σε ικανοποιητικό βαθμό την γενική εικόνα της οθωμανικής εκπαίδευσης στην τουρκοκρατούμενη Πελοπόννησο.

Η επίσκεψη του Evliya Çelebi στην Ελλάδα περιλαμβάνεται στον όγδοο τόμο του «Οδοιπορικού». Ο εν λόγω τόμος εκδόθηκε το 1928 στην Κωνσταντινούπολη από την «Τουρκική Ιστορική Εταιρεία» με επιμέλεια του Kisli Risat Bilge. Ο Evliya Çelebi επισκέφτηκε την Πελοπόννησο το 1667. Από τις πόλεις της Πελοποννήσου πρώτη επισκέφτηκε την Κόρινθο, στη συνέχεια τα Καλάβρυτα, τη Βοστίτσα (Αίγιο), το Καστέλι, την Πάτρα, τη Γλαρέντζα (Κυλλήνη), το Χλεμούτσι, τη Γαστούνη, το Φανάρι, το Ναβαρίνο, τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Καλαμάτα, την Ανδρίτσαινα, την Καρύταινα, το Λεοντάρι, το Λογκανίκο, τον Μυστρά, την Τσακωνιά, τη Μονεμβασία, την Τριπολιτσά, το Άργος και ολοκλήρωσε την περιοδεία του, φτάνοντας στην πόλη του Ναυπλίου (Δημητριάδης, 1973).

 

 Το παραδοσιακό οθωμανικό εκπαιδευτικό σύστημα

 


 

Κοράνιον, Εν Αθήναις, 1886

Κοράνιον, Εν Αθήναις, 1886

Μια σύντομη περιγραφή του παραδοσιακού οθωμανικού εκπαιδευτικού συστήματος κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου να γίνουν κατανοητά όσα θα ακολουθήσουν. Τα πρωτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα βρίσκονταν γενικά είτε μέσα είτε κοντά στο μουσουλμανικό τέμενος της κοινότητας. Οι άνθρωποι τα αποκαλούσαν είτε  «mahalle  (γειτονιά)» είτε  «sıbyan»  (μαθητής) mektebi (σχολεία της γειτονιάς ή Δημοτικά Σχολεία)Ιδρύονταν συχνά από ένα βακούφι (vakıf: ευσεβές ίδρυμα) και από κληροδοτήματα σημαντικών προσωπικοτήτων του κράτους ή αξιοσέβαστων πολιτών της τοπικής κοινωνίας.

Οι δαπάνες, ειδικά αυτές της μισθοδοσίας των δασκάλων, πληρώνονταν από τις χορηγίες των βακουφιών. Σύμφωνα με τη μουσουλμανική πρακτική  τα σχολεία sıbyan (Δημοτικά Σχολεία) ή της κοινότητας  ακολουθούσαν μια ενιαία μεθοδολογία διδασκαλίας: οι μαθητές διάβαζαν απλά το Κοράνι  στην αυθεντική αραβική γλώσσα, χωρίς μετάφραση και χωρίς κατανόηση ή ερμηνεία του κειμένου. Μόνον ορισμένα τελετουργικά επίκλησης διδάσκονταν στην τουρκική γλώσσα. Κάποια βακουφικά σχολεία, ανάλογα με το βαθμό ευημερίας της κοινότητας, παρείχαν τον ιματισμό, τα τρόφιμα και κάποιο χρηματικό ποσό στους μαθητές.

Στα σχολεία οι μαθητές κάθονταν γονατιστοί στο πάτωμα, που ήταν καλυμμένο με χαλιά ή τάπητες, ή στα μαξιλάρια καθισμάτων που έφερναν από τα σπίτια τους. Τα βιβλία τοποθετούνταν σε χαμηλά τραπεζάκια, τα αποκαλούμενα  «rahlei tedris»  (γραφεία μελέτης), για την ανάγνωση. Οι μαθητές επαναλάμβαναν και απομνημόνευαν τα μαθήματα που ορίζονταν από το δάσκαλο. Η φυσική τιμωρία, το ράπισμα των χεριών των κοριτσιών και το κτύπημα των ποδιών των αγοριών, ήταν ο κανόνας παρά η εξαίρεση. Κατά την έναρξη του νέου σχολικού έτους ήταν μέρος του τελετουργικού η εξής φράση του γονέα προς το δάσκαλο παρουσία του παιδιού: «η σάρκα δική σου, τα κόκκαλα δικά μου!» Ο δάσκαλος εξουσιοδοτούνταν έτσι να τιμωρεί το παιδί με κάθε τρόπο, όταν έκρινε ότι άρμοζε**.

Οι Οθωμανοί ενδιαφέρθηκαν επίσης για τη βαθύτερη γνώση της κλασικής ισλαμικής παιδείας. Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκαν σε πολλές πόλεις μεντρεσέδες (medrese), οι οποίοι αποτελούσαν τμήματα   των  μεγάλων μουσουλμανικών τεμενών  και συντηρούνταν από τα Βακούφια. Οι  μεντρεσέδες ήταν ένα είδος «κολεγίου» για τη συστηματική μελέτη των ισλαμικών επιστημών, ιδιαίτερα της ισλαμικής νομολογίας και του Κορανίου.

Ταυτόχρονα,  διδάσκονταν και ορισμένα «βοηθητικά μαθήματα», όπως π.χ. η αραβική γραμματική και φιλολογία, η γνώση των οποίων βοηθούσε στην κατανόηση των ιερών και νομικών κειμένων, αλλά και οι αποκαλούμενες «ξένες επιστήμες,» όπως η φιλοσοφία και η ιατρική, που αποτέλεσαν επίσης μέρος μιας πολυμαθούς εκπαίδευσης.***

  

Τα οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου κατά οικισμό


 

Άργος (Arhoz)  

Σχετικά  με την πόλη του Άργους ο Evliya Çelebi  δίνει συγκεκριμένες πληροφορίες για τον αριθμό των οθωμανικών σχολείων της πόλης χωρίς, ωστόσο, να δίνει κάποια άλλα στοιχεία. Στο έργο του καταγράφονται δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) και ένας μεντρεσές (medrese). Το  πρώτο σχολείο βρισκόταν κοντά στο τέμενος του Οσμάν Πασά (Osman Paşa Câmii), ενώ το άλλο κοντά στο τέμενος του Τοπάλ Ιμπραήμ Εφέντη (Topal İbrahim Efendi Câmii). Τέλος, ο μεντρεσές της πόλης  βρισκόταν στη συνοικία Καραμουτζά.****  

Αρκαδία – Κυπαρισσία (Arkadya Manya)

Κατά την επίσκεψή του ο Evliya Çelebi στην Αρκαδία / Κυπαρισσία εκτός των άλλων μας πληροφορεί ότι στην πόλη υπήρχαν δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές χωρίς να δίνει πληροφορίες για το όνομα του ιδρυτή τους. Επίσης, ο Τούρκος καθηγητής Nejad Göyünç (Göyünç, 1972) αναφέρει σε σχετικό άρθρο του ότι στην Αρκαδία λειτουργούσε και ένα κορανικό σχολείο,***** αυτό  του Σινάν Τσελεμπή (Sinan Çelebi Dârülkurrası).

Γαστούνη (Guston Kasabası)

 Τον ίδιο αριθμό εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (έναν μεντρεσέ και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης) αναφέρει ο  Evliya Çelebi και για την πόλη της Γαστούνης. Και σ’ αυτήν την περίπτωση δεν δίνονται άλλες πληροφορίες.

Φανάρι (Fener Kaza-i Fanus-i Mora)

Η κωμόπολη του Φαναρίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο των καζάδων με το όνομα «Καζάς του Φαναρίου του Μοριά».****** Στην εν λόγω κωμόπολη ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές. 

Καλάβρυτα (Kalavrata Kalesi)

Στην μικρή πόλη των Καλαβρύτων σύμφωνα με τον Evliya Çelebi ήταν σε λειτουργία δύο μεντρεσέδες και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Καρύταινα (Karitene Kalesi)

Ο Evliya Çelebi  δεν επισκέφτηκε την Καρύταινα. Η πληροφόρησή μας για τη συγκεκριμένη πόλη βασίζεται στον Nejad Göyünç (Göyünç, 1972), ο οποίος αναφέρει ένα κορανικό σχολείο, αυτό του Μπαλή Αγά (Bâlî Ağa Dârülkurrası).

Κόρινθος (Gördös Gürdüs Şehri)

 Η πόλη της Κορίνθου κατοικούνταν κατά το ήμισυ περίπου από Τούρκους (Σακελλαρίου, 1939). Και στην περίπτωση της Κορίνθου η μόνη πηγή πληροφόρησης για τα οθωμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι το έργο του Evliya Çelebi. Σύμφωνα με το «Οδοιπορικό» του Τούρκου περιηγητή, στην Κόρινθο  υπήρχαν τέσσερις μεντρεσέδες και επτά σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Κορώνη (Koron Kalesi)

Ο Evliya Çelebi  αναφέρει χαρακτηριστικά ότι στην Κορώνη υπήρχαν ένας μεντρεσές και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Στις οθωμανικές πηγές αναφέρεται το σχολείο του Χαντίμ Εσκή Αλή Πασά (Hâdım Eski Ali Paşa Mektebi) (Gökbilgin, 1952).  

Μεθώνη (Modon / Muton / Meton)

Η πόλη της Μεθώνης  κατοικούνταν σε μεγάλο βαθμό από Τούρκους. Στο κείμενο του  Evliya Çelebi αναφέρεται η ύπαρξη του μεντρεσέ του σουλτάνου Βαγιαζήτ (Sultan Bâyezid Medresesi), καθώς και τέσσερα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Μονεμβασία  (Benefşe Şehri)

Η Μονεμβασία  αποτελούσε αξιόλογο κέντρο της Πελοποννήσου τόσο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όσο και στη διάρκεια της Ενετοκρατίας. Ο  Evliya Çelebi δίνει μια εκτενή περιγραφή της πόλης και μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι υπήρχαν σ’ αυτή δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές. Ο καθηγητής Ekrem Hakkı Ayverdi (Ayverdi, 2000), μελετώντας τα οθωμανικά αρχεία, κατάφερε να εντοπίσει ένα από τα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Αυτό είναι το σχολείο του Αλή Εφέντη (Ali Efendi Mektebi).

Μυστράς (Mizistire Mezistire Kasabası)

Η επίσκεψη του Evliya Çelebi στο Μυστρά περιγράφεται σε τέσσερις σελίδες στο έργο του. Σύμφωνα με την περιγραφή του στην πόλη και στους γύρω οικισμούς υπήρχαν δύο μεντρεσέδες και τέσσερα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης για τα οποία δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες.

Ναβαρίνο – Πύλος (Navarin Anavarin Kalesi)

Σύμφωνα με τον Evliya Çelebi στο Ναβαρίνο υπήρχαν ένας μεντρεσές και ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης. Η ονομασία του σχολείου αυτού ήταν «σχολείο του σουλτάνου Μουράτ Γ΄» (III. Sultan Murad Mektebi).  Ωστόσο, ο  καθηγητής Nejad Göyünç αναφέρει επιπλέον το σχολείο του Χαντίμ Αλή Πασά (Hadım Ali Paşa Mektebi) και το σχολείο του σουλτάνου Βαγιαζήτ (Sultan Bâyezid Mektebi) (Göyünç, 1972).

Ναύπακτος  (İnebahtı Şehri)

Για την Ναύπακτο ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν τρεις μεντρεσέδες και ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης. Από τα οθωμανικά αρχεία, ωστόσο, γίνεται γνωστό ότι από ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης λειτουργούσε στο τέμενος του Αμτζαζαντέ Χουσεΐν Πασά (Amcâzâde Hüseyin Paşa Câmii) και στο μετζίτι (μικρό τέμενος) του Εμπουσουούντ Εφέντη (Ebussuud Efendi Mescidi). Αυτό το τελευταίο σχολείο αναφέρεται από τον Evliya Çelebi.

Ναύπλιο (Anabolu)  

Ο Evliya Çelebi κλείνει την πρώτη του περιοδεία στην Πελοπόννησο, φτάνοντας στην πόλη του Ναυπλίου το 1667.  Παρά το γεγονός ότι περιγράφει λεπτομερώς την πόλη σε πέντε σελίδες, δεν δίνει πληροφορίες για τα οθωμανικά μνημεία. Στην περίπτωση αυτή αντλούμε  πληροφορίες για τα οθωμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα του Ναυπλίου από την εργασία του  Τούρκου καθηγητή Ayverdi, ο οποίος μελέτησε επιπλέον τα οθωμανικά κατάστιχα (Tahrir Defteri), τα οποία συντάχθηκαν κυρίως μετά το 1715 με την επανάκτηση από τους Τούρκους της Πελοποννήσου, η οποία βρισκόταν στα χέρια των Βενετών για 30 χρόνια (1685-1715).  Σύμφωνα με τον Ayverdi (Ayverdi, 2000) στην πόλη του Ναυπλίου υπήρχαν τρία μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα διαφορετικών βαθμίδων. Αυτά ήταν ο μεντρεσές του σουλτάνου Αχμέτ (Sultan Ahmed Medresesi), το κορανικό σχολείο  του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Dârülkurrası) και το σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης επίσης του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Mektebi).

Πάτρα (Balyabadre / Ballı Badra)

Παρά το γεγονός ότι στην πόλη των Πατρών οι Τούρκοι ήταν λίγοι (Σακελλαρίου, 1939), ο Evliya Çelebi στην περιγραφή του αναφέρει την ύπαρξη τεσσάρων μεντρεσέδων και πέντε σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης. Δεν ήταν δυνατή, ωστόσο, η ανεύρεση περισσότερων στοιχείων για τα οθωμανικά σχολεία της πόλεως των Πατρών.

Τρίπολη – Τριπολιτσά (Tirepoliçe Kasabası)

 Για την Τρίπολη ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν δύο μεντρεσέδες και τρία σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.  Στη  μελέτη, ωστόσο, του Ayverdi (Ayverdi, 2000)  αναφέρεται η ύπαρξη ενός μεντρεσέ και τριών σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης. Αυτά είναι ο μεντρεσές και το σχολείο του Χατζή Εμπουμπεκίρ (Hacı Ebûbekir Paşa Medresesi & Mektebi), το σχολείο του Οσμάν Πασά (Osman Paşa Mektebi) και το σχολείο του Γιουσούφ Αγκιάχ Εφέντη (Yusuf  Agâh Efendi Dershânesi).  

Ζαρνάτα (Saranta Kalesi)

Τέλος, ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι στη Ζαρνάτα υπήρχε ο μεντρεσές και το  σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης της Βαλιντέ Σουλτάν (Vâlide Sultan Medresesi & Mektebi).

Με βάση όσα προηγήθηκαν, γίνεται φανερό ότι τόσο κατά την επίσκεψη του Evliya Çelebi το 1667 όσο και κατά τη δεύτερη φάση της τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο (1715-1820) στις περισσότερες πόλεις και κωμοπόλεις, στις οποίες διαβιούσαν μουσουλμανικοί πληθυσμοί, λειτουργούσαν κατώτερα σχολεία (μεκτέμπ) και μεντρεσέδες (ιεροσπουδαστήρια). Τα κατώτερα μουσουλμανικά σχολεία δεν πρόσφεραν τίποτε περισσότερο από στοιχειώδη γνώση της γραφής και της ανάγνωσης. Αντίθετα,  το παρεχόμενο επίπεδο εκπαίδευσης στους μεντρεσέδες ήταν πολύ πιο υψηλό. Συνολικά, καταγράφονται 73 μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα από τα οποία τα 27 ήταν μεντρεσέδες, τα 43 σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και μόλις 3 κορανικά σχολεία.

 

Εκπαιδευτικά ιδρύματα των Οθωμανών στην Πελοπόννησο από τα τέλη του 17ου αιώνα μέχρι το τέλος της τουρκοκρατίας

 

 

α/α Οικισμοί Μεντρεσέδες(Medreseler) Σχολεία Στοιχειώδους Εκπαίδευσης (Mektepler / Dershâneler) Κορανικά Σχολεία(Dârülkurralar)
1 Άργος (Arhos)  1 2
2 Αρκαδιά / Κυπαρισσία (Arkadya Manya) 1 2 1
3 Γαστούνη (Guston Kasabası) 1 2
4 Φανάρι (Fener / Kaza-i Fanus-i Mora) 1 1
5 Καλάβρυτα (Kalavrata Kalesi) 2 2
6 Καρύταινα (Karitene Kalesi) 1
7 Κόρινθος (Gördös / Gürdüs Şehri) 4 7
8 Κορώνη (Koron Kalesi) 1 2
9 Μεθώνη (Modon / Muton / Meton) 1 4
10 Μονεμβασία  (Benefşe Şehri) 1 2
11 Μυστράς (Mizistire/Mezistire Kasabası) 2 4
12 Ναβαρίνο (Navarin / Anavarin Kalesi) 1 3
13 Ναύπακτος  (İnebahtı Şehri) 3 2
14 Ναύπλιο (Anabolu)  1 1 1
15 Πάτρα (Balyabadre / Ballı Badra) 4 5
16 Τρίπολη / Τριπολιτσά (Tirepoliçe Kasabası) 2 3
17 Ζαρνάτα (Saranta Kalesi) 1 1
Σύνολο 27 43 3

 

Υποσημειώσεις


 

* Ο Τούρκος Kâtip Çelebi Mustafa (Κωνσταντινούπολη 1609-1657) υπήρξε μεγάλος ιστοριοδίφης και γεωγράφος. Έγραψε πολυάριθμα έργα, τα οποία μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Ένα από τα πολλά έργα του ήταν το Cihan-nümâ (Παρουσιάζοντας τον κόσμο), το οποίο γράφτηκε 1648.

** Γενικά για την οθωμανική εκπαίδευση βλέπε: Andreas Kazamias, Education and the quest for modernity in Turkey, Chicago: The University of Chicago Press, 1966, Yahya Akyüz, Türk eğitim tarihi, başlangιçtan 1999’a (Ιστορία της τουρκικής εκπαίδευσης, από τις αρχές ως το 1999), Αlfa, Κωνσταντινούπολη, 1999.

*** Για τους μεντρεσέδες (Medrese) στην Οθωμανική Αυτοκρατορία βλέπε: Hasan Akgündüz, Klasik dönem Osmanlı medrese sistemi: amaç – yapı – işleyiş [Το σύστημα των οθωμανικών μεντρεσέδων της κλασικής περιόδου: σκοποί – κτίρια – λειτουργία], Κωνσταντινούπολη: Ulusal Yayınları, 1997, Yasar Sarıkaya, Medreseler ve modernleşme [Μεντρεσέδες και εκσυγχρονισμός], Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997,  Cevat İzgi, Osmanlı medreselerinde ilim [Η επιστήμη στους οθωμανικούς μεντρεσέδες], Cilt 1-2, Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.  

**** Καραμουτζά μαχαλάς: μία από τις τέσσερις συνοικίες του Άργους κατά την τουρκοκρατία, η οποία βρισκόταν στο ΝΑ τμήμα της πόλης και η οποία πήρε την ονομασία της από κάποιον Καραμουτζά. Στην εν λόγω συνοικία υπήρχε μουσουλμανικό τέμενος και νεκροταφείο (σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και πέριξ αυτού το διοικητήριο, το σεράι του Αλή Νακή Μπέη, λουτρά και το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές) (Ζεγκίνης, 1948).     

***** Τα κορανικά σχολεία ήταν σχολεία που παρείχαν βασική εκπαίδευση στους μαθητές τους, δίνοντας, ωστόσο, ιδιαίτερη βαρύτητα στη μελέτη και στην εκμάθηση του Κορανίου.

   

Βιβλιογραφία

 


 

  • Akgündüz H., Klasik dönem Osmanlı medrese sistemi: amaç – yapı – işleyiş [Το σύστημα των οθωμανικών μεντρεσέδων της κλασικής περιόδου: σκοποί – κτίρια – λειτουργία], Κωνσταντινούπολη: Ulusal Yayınları, 1997.
  • Akyüz Y., Türk eğitim tarihi, başlangιçtan 1999’a (Ιστορία της τουρκικής εκπαίδευσης, από τις αρχές ως το 1999), Αlfa, Κωνσταντινούπολη, 1999.
  • Ayverdi E. H., Avrupa’da osmanlı mimârî eserler: Bulgaristan, Yunanistan, Arnavudluk [Τα οθωμανικά αρχιτεκτονικά μνημεία στην Ευρώπη: Βουλγαρία, Ελλάδα, Αλβανία], 4ος τόμος, 2η έκδοση, Κωνσταντινούπολη: İstanbul Fetih Cemiyeti, 2000.
  • Δημητριάδης Β., Η κεντρική και δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιά Τσελεμπί, Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1973.
  • Evliya Çelebi, Seyahatnâme [Οδοιπορικό], 8ος τόμος , Κωνσταντινούπολη: Türk Tarih Kurumu, 1928.
  • Ζεγκίνη Ι., Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Θεσσαλονίκη: αφοί Νικολοπούλου, 1948.
  • Gökbilgin T., XV.-XVI. Asırlarda Edirne ve Paşaeli Livası, Vakıflar-Mülkler-Mukâtâalar [Ο λιβάς (καζάς) της Ανδριανούπολης και του Πασαελί (Ευρωπαϊκής Τουρκίας) τον 15ο και 16ο αιώνα: βακούφια (βακουφικές γαίες) – μούλκια (γαίες πλήρους κυριότητας) – ενοικιαζόμενες γαίες], Κωνσταντινούπολη: İst. Ün. Ed. Fak. Neşrt., 1952.  
  • Göyünç N., ‘Mora’da İnşâ Faâliyetleri’ [Οικοδομικές δραστηριότητες στο Μοριά] στο Güneydoğu Avrupa Araştırmaları Dergisi [Περιοδική έκδοση για τη μελέτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης], τ. 1, 1972.
  • İzgi C., Osmanlı medreselerinde ilim [Η επιστήμη στους οθωμανικούς μεντρεσέδες], Cilt 1-2, Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.
  • Kazamias A., Education and the quest for modernity in Turkey, The University of Chicago Press, Chicago (1966).
  • Σακελλαρίου Μ., Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν τουρκοκρατίαν (1715-1821), Αθήνα: “Byzantinisch-Neugriechischen Jahrbücher”, 1939.
  • Sarıkaya Y., Medreseler ve modernleşme [Μεντρεσέδες και εκσυγχρονισμός], Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.

  

Πηγή


  •  Πανεπιστήμιο Πατρών,  Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης.

Read Full Post »

Γεωγραφία ( Νέα και παλαιά) του Στέφανου Κομμητά

για την Πελοπόννησο και την Αργολίδα( 1828).


 Το έτος 1828, μόλις δύο χρόνια πριν την αναγνώριση του Ελληνικού κράτους ως ελεύθερη κρατική και εθνική οντότητα, στην Βουδαπέστη και μάλιστα στην περιοχή της Πέστης, τυπώθηκαν αρκετά βιβλία του Σ. Κομμητά  δύο από αυτά που θέμα τους είναι η Γεωγραφία παρουσιάζουμε παρακάτω.  

Τα πλήρη στοιχεία του πρώτου βιβλίου είναι:

Παιδαγωγικά μαθήματα, Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη, Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας˙αωκή. 1828.

Γεωγραφία Παλαιά. Περιέχουσα τας ονομασίας των τόπων, και πόλεων, και διαφόρων μερών της γής˙ οίον, επικρατειών, επαρχιών, ποταμών, θαλασσών, και των τοιούτων, καθώς τα ωνόμαζον οι παλαιοί.

Ενώ τα στοιχεία του άλλου έχουν ως εξής:

 Παιδαγωγικά μαθήματα, Συντεθέντα  παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη, Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας˙ αωκή. 1828.

Γεωγραφία Νέα. Περιέχουσα τας εν γένει γεωγραφικάς θεωρίας εν επιτομή˙και εκάστου των γενικών μερών της γης τα διάφορα μέρη, Επικρατείας,  Επαρχίας, ποταμούς, θαλάσσας, πόλεις, και ει τι τοιουτότροπον.

Στην Νέα Γεωγραφία, ο Στέφανος Κομμητάς αναφέρεται γενικά σε χώρες της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής, της Βόρειας Ευρώπης, της Αμερικής και της Αυστραλίας.    

Στο κεφάλαιο της Τουρκίας αναφέρεται στις περιοχές : Θράκη, Μακεδονία, Αλβανία, Ήπειρος, Θεσσαλία, Ελλάς ( Λεβαδία), Πελοπόννησος, Νήσοι της Ευρωπαικής Τουρκίας, Βουλγαρία, Σερβία, Βοσνία, Βλαχία και Μολδαβία, θεωρώντας τις περιοχές αυτές ως ανήκουσες στην Τουρκία. Όσον αφορά στην Πελοπόννησο, ασχολείται γενικά μαζί της, χωρίς να αναφέρει επί μέρους περιοχές.

Βεβαίως στο περί Ασίας κεφάλαιο αναφέρεται και στην Ασιατική Τουρκία και την επικράτεια της εκεί. 

 

Ζ΄. Η Πελοπόννησος

Η δε Πελοπόννησος, ήτις τά νυν λέγεται Μωρέας, είναι χερσόνησος˙ η οποία περιέχεται από την Μεσόγειον θάλασσαν πανταχόθεν˙ και μόνον διά του Ισθμού της Κορίνθου, (όστις λέγεται Εξαμίλλια), ενούται με την Ελλάδα.

Είναι δε η Πελοπόννησος, κατά μέρος μεν, ορεινή˙ κατά μέρος δε, πεδινή˙ και γίνεται εις αυτήν έλαιον πολύ, και οίνος, και σταφυλαί˙ και ο αξιολογώτερος αυτής οίνος είναι ο της Μονεμβασίας.

Ποταμοί δε αξιολογώτεροι εν  αυτή είναι, ο Αλφειός (Ρουφιάς), ο Παμισός (Περνάτζα), ο Ίναχος ( Πλανίτζα ), ο Ευρώτας ( Βασιλοπόταμον )˙ Λίμναι δε, η Στυμφαλίς ( Ζαρακάς ), και η Φενεός.

Όρη δε ονομαστά της Πελοποννήσου είναι, ο Στύμφαλος ( Ζήρια ), μεταξύ Αρκαδίας και Αχαΐας˙ το Ταύγετον ( Του αγίου Ηλιού) εις την Λακεδαιμονίαν˙ το Κρόνιον ( Μαλεβόν).

Πόλεις δε αξιολογώτεραι της Πελοποννήσου είναι, η Κόρινθος, η Ναυπλία, το Άργος, η Μονεμβασία, η Σπάρτη ( Μιστράς ), η Μάνια, όθεν οι Μανιάται, η Καλαμάτα, η Τρίπολις ( Τριπολιτζά ), η Κορώνη, η Μεθώνη, το Ναυαρίνον (η Πύλος), η Αρκαδία, η Καρίτενα, ο Πύργος, το Γαστούνιον, αι Πάτραι, η Βοστίτζα, η Καλαβρία.

 

Γεωγραφία. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1828. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

Γεωγραφία. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1828. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

 

Στην Παλαιά Γεωγραφία όμως, αναφέρεται σε κάποιες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Ευρώπης αλλά τον απασχολεί και ο Ελλαδικός χώρος και περιγράφει τις περιοχές  με περισσότερες λεπτομέρειες. Σχετικά με την Πελοπόννησο και την Αργολίδα γράφει:

 

Δ΄. η Πελοπόννησος

 Ονόματα˙ Τους παλαιούς χρόνους η Πελοπόννησος ωνομάζετο Αιγιάλεια˙ ωνομάζοντο δε ούτως οι αιγιαλοί του Κορινθιακού κόλπου, από του Ισθμού έως της Ήλιδος˙ οι τινες έπειτα ωνομάσθησαν Αχαΐα. Έπειτα δε ωνομάσθη Απία, Άργος, Πελασγία˙ και τελευταίον Πελοπόννησος, από τον Φρύγα Πέλοπα˙ ήτοι Νήσος του Πέλοπος˙ τα νυν δε ονομάζεται Μωρέας.

Διαίρεσις˙  Εκ των Ομηρικών ήδη χρόνων η Πελοπόννησος διηρείτο εις εξ πολιτείας˙ σίτινες είναι αύται˙ η Αργολίς και αι Μυκήναι, η Λακωνία, η Μεσσηνία, η Αρκαδία, η Ήλις, και η Αχαΐα μετά της Κορίνθου.

 α΄.  Αργολίς και Μυκήναι

Όρια˙ Της μεν Αργολίδος όρια ήσαν, από μέν ανατολάς, ο Αργολικός κόλπος ( Κόλπος της Ναυπλίας), και το Μυρτώον πέλαγος˙ από δε δυσμάς, η Αρκαδία˙ από δε μεσημβρίαν, η Λακωνική˙ και από βορράν, ο Σαρωνικός κόλπος.

Κόλποι˙ Ο Σαρωνικός, όστις ήτον το μέρος του Μυρτώου πελάγους, το οποίον ήτον μεταξύ αργολίδος και Αττικής, και ετελεύτα εις τον Κορινθιακόν Ισθμόν˙ ο Αργολικός ( κόλπος της Ναυπλίας ), όστις ήτον το μέρος της θαλάσσης, ήτις έκειτο μεταξύ Αργολίδος και Λακωνικής, και ετελεύτα όχι μακράν του Άργους˙ ο Ερμιονικός, μικρός κόλπος πλησίον της πόλεως Ερμιόνης.

Ποταμοί˙Ο Ίναχος (Πλάνιτζα), όστις δέχεται τον Κηφισσόν και Χάραδρον, και ρέει πλησίον της πόλεως Άργους, και χύνεται εις τον Αργολικόν κόλπον, πλησίον του Τημενίου.

Όρη και Ακρωτήρια˙ Το εξώτατον ακρωτήριον της Αργολίδος είναι το Σκύλλανον (Ακρωτήριον Σιγίλου ή Δαμαλά) και όλη η Αργολίς διαχωρίζεται κατά μήκος από όρη.

Πόλεις˙Το Άργος, κείμενον παρά τον Ίναχον ποταμόν˙ ταύτης δε η ακρόπολις ωνομάζετο Λάρισσα˙ αι Μυκήναι (άγιος Ανδριανός) το Ηραίον˙ ναός της Ήρας˙ το οποίον εξουσιάζετο κοινώς και από το Άργος και από τας Μυκήνας˙ έκειτο δε εις την υπόρειαν του όρους Ευβοίας˙ η Τίρυνς, κειμένη προς ανατολάς του Άργους˙ η Επίδαυρος, κειμένη αντικρύ της νήσου Αιγίνης˙ η Νεμέα, κώμη, κειμένη μεταξύ του Άργους και της Σικυώνος˙ όπου επανηγυρίζοντο τα Νέμεα˙ η Ναυπλία, ο λιμήν του Άργους, της οποίας η ακρόπολις ωνομάζετο Λικύμνη˙ η Λέρνη (Πετρίνη), κώμη προς τα μεσημβρινά του Άργους, εις την ομώνυμον λίμνην˙ η Τροιζήν (πλησίον του Δαμαλά), της οποίας ο λιμήν ωνομάζετο Πώγων˙ η Ερμιόνη (Καστρί), εις την νότιαν άκραν της Αργολικής χερσονήσου, της οποίας ο λιμήν ωνομάζετο Μάσης˙ η Ασίνη κειμένη αντικρύ της Επιδαύρου εις τον Αργολικόν κόλπον˙ αι Ορνεαί, κείμεναι, εις τα σύνορα της Αρκαδίας και Σικυώνος˙ αι Κλεωναί, μεταξύ Άργους και Κορίνθου˙ το Τημένιον. εις τον κόλπον της Ναυπλίας κατά το μεσημβρινόν του Άργους˙ τα Μέθανα (την οποίαν τινές συγγραφείς ονομάζουσι Μεθώνην), φρούριον κείμενον εις τον αιγιαλόν μεταξύ Τροιζήνος και Επιδαύρου˙ αι Υσιαί, εις τα πέριξ της Λέρνης˙ η Κυνουρία, τόπος κείμενος μεταξύ Αργείων και Λακεδαιμονίων˙ τούτου του τόπου η πόλις ωνομάζετο Θυρεαί.

Νήσοι˙ Περί την Αργολίδα νήσοι ήσαν, η Αίγινα, κειμένη καταντικρύ της Επιδαύρου, όπου εκόπη και εχαράχθη το πρώτον νόμισμα˙ η Κεκρυφάλεια, πλησίον της Επιδαύρου˙ η Καλαυρία ( Ύδρα ), έχουσα πόλιν ομώνυμον, κείται δε έμπροσθεν του Πώγωνος, λιμένος της Τροιζήνος.

Τα δύο αυτά βιβλία χρησιμοποιήθηκαν ως διδακτικά στο αλληλοδιδακτικό σχολείο του Άργους τα έτη 1828- 1832 κατά την Καποδιστριακή περίοδο.

 

Read Full Post »

Γεννάδιος Γεώργιος (Σηλυβρία 1786 – Αθήνα 1854)


Εκπαιδευτικός και λόγιος με εθνική δράση.
Πρώτος διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης
 
Από τις κορυφαίες ελληνικές προσωπικότητες. Σπούδασε στα Δολιανά, στα Γιάννενα και αργότερα στο Λάμπρο Φωτιάδη στη Δακία και τελείωσε τις σπουδές του στη Λειψία. Το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1821 αγωνίσθηκε μαζί με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι έφυγε στη Γερμανία και επέστρεψε το 1824. Επί Καποδίστρια ο Γεννάδιος οργάνωσε το Ορφανοτροφείο και το κεντρικό σχολείο στην Αίγινα. Ήταν από τους ιδρυτές του Εθνικού Τυπογραφείου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Βίος

Γεννάδιος Γεώργιος

Γεννάδιος Γεώργιος

Ηπειρώτης, γεννημένος όμως στα 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης.  Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής.  Διδάχθηκε τα κοινά γράμματα στον τόπο καταγωγής του, στα Δολιανά του Ζαγορίου, και επέστρεψε στα Ιωάννινα, όπου άρχισε το δεύτερο κύκλο των σπουδών του. Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.
 

Δράση

Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.
Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας».4 Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave) Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής.

Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».

Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.

Ελλάδα

Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα.

Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:

«Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!» 

(εκκένωσε κατά γής το ισχνόν του βαλάντιον, το μόνον προϊόν των επιπόνων οικονομιών του). 

«Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!»  

Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.

 

 «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β': Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.

 

 

Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου. Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο.

Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

Συνεργασίες

Ο Γεννάδιος συνεργάστηκε με τους Γερμανούς λόγιους φιλέλληνες Ειρηναίο Θείρσιο (Friedrich W. Thiersch 1784-1860) και Θεόδωρο Κιντ (Karl Theodor Kind 1799-1868). Η θέση που κατείχε στη Ριζάρειο Σχολή τον έφερε επίσης σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες του εκκλησιαστικού χώρου, όπως με το Θαβωρίου Ιερόθεο και τον Ουγγροβλαχίας Νεόφυτο. Προσωπικά συνδεόταν επίσης με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (1770-1843), τον Ιωάννη Γκούρα (1771-1826), τον Αλέξανδρο Σούτσο (1803-1868), το Νεόφυτο Δούκα, το Γρηγόριο Κωνσταντά κ.ά., ενώ μαθητές του αναδείχτηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο (1815-1891) και τον Αλέξανδρο Ρ. Ραγκαβή.

Ο Γεννάδιος παντρεύτηκε την Άρτεμη Μπενιζέλου, κόρη του Προκοπίου Μπενιζέλου της μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας των Μπενιζέλων, και απέκτησε μαζί της 8 παιδιά (4 γιους και 4 κόρες), τα περισσότερα από τα οποία διακρίθηκαν στην πολιτική, στις τέχνες και στα γράμματα.

Το 1854 πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χολέρας.

 

Εργογραφία:

 

Έγραψε: “Γραμματική της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης” (1832) και επιμελήθηκε τη “Σύνοψιν της Ιεράς Ιστορίας” (1835) και την “Κατήχησιν ή Ορθόδοξον διδασκαλίαν της Ανατολικής Εκκλησίας”(1835).

Μετέφρασε τα έργα: “Πρώτη τροφή του υγιούς ανθρωπίνου νοός” (1819), “Ελληνικά τα εξαιρετώτερα της Ελληνικής Ιστορίας μέχρι του Πελοποννησιακού πολέμου”(1850), “Ελληνική Γραμματολογία”(1851) και “Στοιχειώδης πραγματεία περί των χρεών του ανθρώπου” (1853).

Μερικά από τα σημαντικότερα βιογραφικά σημειώματα για το Γεώργιο Γεννάδιο εντοπίζονται στα ακόλουθα έργα: Γούδας, Α., Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών 2 (Αθήνα 1874), σελ. 311-338, και Σφώκος, Κ., «Γεώργιος Γεννάδιος», Εθνικόν Ημερολόγιον 6 (1891), σελ. 193-204, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 11-12 (1883), σελ. 291-293, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 13 (1883), σελ. 330-332, και Αναστασιαδής, Ξ. (Γεννάδιος Ιωάννης), Γεωργίου Γενναδίου βίος, έργα, επιστολαί (Παρίσι 1926).

 

Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος
 
 
 
 Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών  1895H Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) ιδρύθηκε τυπικά με το Διάταγμα, που εκδόθηκε στις 15 Μαΐου 1832,  με την επωνυμία «Δημοσία Βιβλιοθήκη» και με Διευθυντή το Γεώργιο Γεννάδιο, που έφερε τον τίτλο του «Επιστάτου». Οι πρώτες «Σκέψεις περί σχηματισμού Εθνικής Ελληνικής Βιβλιοθήκης» δημοσιεύτηκαν από το φιλέλληνα Ιω. Μάγερ σε άρθρο του στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου, τον Αύγουστο του 1824. Η ιδέα υλοποιήθηκε το 1829 από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος συμπεριέλαβε τη Βιβλιοθήκη μαζί με τα άλλα πνευματικά Ιδρύματα -Σχολεία, Εθνικό Μουσείο, Τυπογραφία- στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, και ανέθεσε την επιστασία της στον Ανδρέα Μουστοξύδη, Πρόεδρο της Επιτροπής του Ορφανοτροφείου, Έφορο και Διευθυντή του Εθνικού Μουσείου, Έφορο του Κεντρικού Σχολείου κ.λπ.

Στο τέλος του 1830 η Βιβλιοθήκη, που χαρακτηριζόταν από τον ίδιο το Μουστοξύδη ως Εθνική Βιβλιοθήκη, αριθμούσε 1.018 τόμους εντύπων βιβλίων, που είχαν συλλεγεί μετά από έκκληση των Αρχών προς όλους τους Έλληνες και φιλέλληνες, προς τους διοικητές και προς τις μονές της χώρας. Το 1834 η Βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στη νέα πρωτεύουσα του Κράτους, την Αθήνα, και στεγάστηκε προσωρινά στο κτίσμα του Λουτρού (στη Ρωμαϊκή Αγορά) και αργότερα στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου (δίπλα στη Μητρόπολη) και σε άλλα κτίρια.

Παράλληλα με την κρατική μέριμνα για τον εμπλουτισμό της με αγορές ιδιωτικών βιβλιοθηκών, όπως αυτή του Δημ. Ποστολάκα (1.995 τόμοι), η Βιβλιοθήκη δέχτηκε πολλές δωρεές βιβλίων, όπως αυτές των Χριστόφ. και Κωνστ. Σακελλαρίου (5.400 τόμοι), του Μάρκου Ρενιέρη (3.401 τόμοι) κ.ά. Το 1842 η Δημόσια Βιβλιοθήκη (με 35.000 τόμους) ενοποιήθηκε με τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου (15.000 τόμους) και συστεγάστηκαν, μαζί με τη Νομισματική Συλλογή, στο νέο κτίριο του Οθώνειου Πανεπιστημίου. Πρώτος Έφορος (Διευθυντής) ορίστηκε ο Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος, που παρέμεινε στη θέση αυτή ως το 1863. Την εποχή αυτή η Βιβλιοθήκη εμπλουτίστηκε με σημαντικές δωρεές σπάνιων ξενόγλωσσων βιβλίων. Με το βασιλικό διάταγμα του 1866 οι δύο Βιβλιοθήκες συγχωνεύτηκαν και διοικητικά σε μία, με τον τίτλο «Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος«.

Στις 16 Μαρτίου 1888 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του νεοκλασσικού μαρμάρινου κτηρίου, που χρηματοδοτήθηκε από τους Κεφαλλήνες αδελφούς Παναγή, Μαρίνο και Ανδρέα Βαλλιάνο. Η Βιβλιοθήκη παρέμεινε στο κτήριο του Πανεπιστημίου μέχρι το 1903, οπότε μεταφέρθηκε στο νέο λαμπρό κτήριο, που σχεδιάστηκε από το Θεόφιλο Χάνσεν και οικοδομήθηκε με γενική επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλλερ.

Σήμερα η Εθνική Βιβλιοθήκη εξακολουθεί να στεγάζεται στο Βαλλιάνειο κτίριο, στο κέντρο της Αθήνας (Πανεπιστημίου 32, Αθήνα) καθώς και σε δύο άλλα κτίρια (Αγία Παρασκευή – Νέα Χαλκηδόνα) και η πολύτιμη, στο σύνολό της, Συλλογή του υλικού της περιλαμβάνει το γραπτό εθνικό πολιτιστικό θησαυρό της Ελλάδας.

Πηγές

  • «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού.
  • «Γεννάδειο» 1ο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Αθηνών.
  •  Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.

Read Full Post »

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών και Ελληνικών σχολείων (1828-1832)


 

   Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

                                                                 

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών σχολείων

 

Αρμόδιες για τα διδακτικά βιβλία και το εποπτικό υλικό των αλληλοδιδακτικών σχολείων, σύμφωνα με το 46 διάταγμα, ήσαν η Α’ και Γ’ Επιτροπή. Και τα τέσσερα μέλη της Α’ Επιτροπής ήσαν αρχιερείς: Ο Αιγίνης Γεράσιμος, ο Ταλαντίου Νεόφυτος, ο Ρεθύμνης Ιωαννίκιος και ο Κυρήνης Παρθένιος. Σ’ αυτήν ανατέθηκε η σύνταξη θρησκευτικών σχολικών βιβλίων (Ευχολογίου, Σύνοψης και Κατήχησης), με βάση το σχέδιο που είχε εκπονήσει ένας άλλος αξιόλογος εκκλησιαστικός άνδρας και λόγιος της εποχής, ο Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός.

Στην Γ΄ ή «Επί της Προπαιδείας Επιτροπήν», αποτελούμενη από τον Henri Auguste Dutróne, τον Ιωάννη Κοκκώνη και το Νεόφυτο Νικητόπουλο, συμμετείχε ο πρόεδρος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας Ανδρέας Μουστοξύδης. Σ’ αυτήν ανατέθηκε το σημαντικό έργο «των βιβλίων και των αντικείμενων, όσων η Κυβέρνησις έχει χρείαν διά να οργανίση ακολούθως τα αναγκαία εις την Επικράτειαν αλληλοδιδακτικά σχολεία». Όφειλε επίσης να λάβει όλα τα μέτρα, ώστε να εφοδιαστούν τα αλληλοδιδακτικά εκπαιδευτήρια με ομοιόμορφους πίνακες. Στις αρμοδιότητες της ήταν και η εποπτεία των μεταφράσεων ξένων βιβλίων που εκπονούσαν ο Κοκκινάκης, ο Ρωσσέτος και ο Σκαρλάτος. Στη συνεδρίαση της 8 Δεκεμβρίου 1829 ο Ιωάννης Κοκκώνης έθεσε θέμα για τα βιβλία όλων των μαθημάτων που έπρεπε να εισαχθούν στα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πρότεινε μάλιστα ότι τα «εις αυτά χρειαζόμενα είναι πίνακες αναγνώσεως και αριθμητικής, υποδείγματα γραφής, απάνθισμα Ιερού Ευαγγελίου, Κα­τηχήσεως μικράς και των τριπλών καθηκόντων του άνθρωπου, περί ιστορίας της πα­λαιάς γραφής και της Ελλάδος». Πρέπει να σημειώσουμε ότι η επί της Προπαιδείας Επιτροπή, παρά τις επανειλημμένες συσκέψεις της, δεν είχε κατορθώσει μέχρι τον Ιούνιο του 1830 να αποστείλει τις θέσεις της στην κυβέρνηση. Η απόφαση της για τα βιβλία και το εποπτικό υλικό των σχολείων δε διασώθηκε· έμμεσα όμως πληρο­φορούμεθα τις θέσεις της από τον «Κατάλογον τών στελλομένων βιβλίων εις τα κατά την Έπικράτειαν Αλληλοδιδακτικά Σχολεία».

Από τα πρώτα βοηθήματα που εκδόθηκαν και αποκτούσαν οι διδάσκαλοι για την οργάνωση των αλληλοδιδακτικών σχολείων ήταν το «Εγχειρίδιον διά τ’ Αλληλοδιδακτικά Σχολεία ή Οδηγός τής Αλληλοδιδακτικής μεθόδου» του Sarazin, που μετέφρασε ο Ιωάννης Κοκκώνης.

Στα βασικά βιβλία για τη διδασκαλία των αλληλοδιδακτικών μαθημάτων συγκαταλέγονται:

«Νέα διαθήκη εις το απλούν, Νέα διαθήκη εις το Ελληνικόν, Περιλήψεις τον Ιερού Ευαγγελίου, Χριστιανικής διδασκαλίας Α’, Β΄ και Γ΄ τμήμα, Οδηγός της Γραμμικής Ιχνογραφίας, Σοφίας απάνθισμα, εκ του Κομμητά (Παλαιά Γεωγραφία, Νέα Γεωγραφία, Αλφαβητάριον, Εκλογάριον, Ονομαστικόν, Χρηστοήθεια, Αριθμητική, Επιτομή Παλαιάς Ιστορίας και Εκκλησιαστική Ιστορία».

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

 

Στα σχολεία αποστέλλονταν επίσης και τα ακόλουθα βιβλία για εμπλουτισμό των σχολικών βιβλιοθηκών: «Ιστορία τής Ελλάδος, Ιστορία τής Ρώμης, Βίος του προφήτου Δανιήλ, Βίος τον πατριάρχου Ιωσήφ, Ιστορία Μωϋσέως, Βοηθός τέκνον, Περίληψις Παλαιάς Διαθήκης, Προσευχητάριον, Μικρός Φιλόσοφος, Μικρή Άννα, Αναγνώστης, Χριστιανικαί Θεωρίαι, Παιδαγωγία, Αποθήκη των παίδων». Οι συγκυρίες της εποχής οδήγησαν αναγκαστικά στον εφοδιασμό των αλληλοδιδακτικών σχολείων με βιβλία προγενέστερων κυρίως εκδόσεων, όπως της δεκαεξάτομης παιδαγωγικής σειράς του Στεφάνου Κομητά, καθώς και βιβλίων τυπωμένων στη Μάλτα από το τυπογραφείο των Αμερικανών ιεραποστόλων. Τα βιβλία φυλάσσονταν σε βιβλιοθήκη του σχολείου. Αποκλειστικά για τη χρήση των διδασκάλων ήσαν η Παλαιά και η Νέα Διαθήκη, ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και τα συγγράμματα διδασκαλίας της γραμμικής ιχνογραφίας, της γραμματικής και της κατήχησης. Τα βιβλία αποτελούσαν περιουσία του σχολείου και παραδίδονταν στους διδασκάλους· σε περίπτωση παραίτησης τους τα επέστρεφαν «σωστά και ακέραια». Μόνο τα «βιβλίδια» δίνονταν στους μαθητές, για να τα χρησιμοποιήσουν την ώρα του μαθήματος· εκτός του σχολείου όμως «δεν εκβάλλωνται ποτέ». Για την κατ’ οίκο μελέτη τους προμηθεύονταν τα βιβλία από το εμπόριο. Προβλέπεται επίσης από τον Οδηγό να δίδονται στους πτωχούς, επιμελείς και φρόνιμους μαθητές ως βραβεία «βιβλίδια» από τη σχολική βιβλιοθήκη, πάντοτε όμως με τη συναίνεση των διδασκάλων. Σε ορισμένες περιπτώσεις η βράβευση τους με «βιβλίδια», όπως Ιερές Συνόψεις, γινόταν από την κυβέρνηση.

  

Διδακτικά Βιβλία Ελληνικών σχολείων

 

Ο Κυβερνήτης φρόντισε επίσης για τη συγγραφή βιβλίων των τυπικών ή ελληνικών σχολείων. Με το υπ’ αριθ. 46 διάταγμα της 18 Οκτωβρίου 1829 συγκροτήθηκε επιτροπή από τον ιεροδιάκονο Γρηγόριο Κωσταντά και τους διδασκάλους Γεώργιο Γεννάδιο και Ιωάννη Βενθύλο. Έργο τους ήταν να παρουσιάσουν στην κυβέρνηση «Γραμματικήν και Ανθολογίαν των Εγκυκλίων μαθημάτων της Ελληνικής γλώσσης».

Η επιτροπή σε σύντομο χρονικό διάστημα στις 17 Νοεμβρίου 1829 ολοκλήρωσε τον κατάλογο με τα απολύτως αναγκαία βιβλία τα οποία η κυβέρνηση έπρεπε να προμηθευθεί από τη Γαλλία και τη Γερμανία, αξίας 600 ταλλήρων. Παράλληλα ετοίμασε «σχέδιον» με βιβλία για τη χρήση των σπουδαστών «της προπα­τορικής σοφίας».

Το ενδιαφέρον της επιτροπής επικεντρώθηκε στην έκδοση «Ανθολογίας» με κείμενα από τη θύραθεν γραμματεία. Τα ανθολογημένα κείμενα πεζογράφων και ποιητών έπρεπε να εκδίδονται σταδιακά κατά τομίδια και θα ανέρχονταν σε δεκαεννέα. Κρίθηκε μάλιστα σκόπιμο να συνοδεύονται με σύντομη βιογραφία του συγγραφέα και με επαρκείς γραμματικές και ετυμολογικές σημειώσεις για την καλύτερη κατανόηση τους. Η επιτροπή πρότεινε επίσης την έκδοση μιας σειράς συμπληρωματικών έργων που θα διευκόλυναν την αρχαιομάθεια των σπουδαστών, των εξής: «Λεξικόν σύντομον, μονότομον τής παλαιάς γλώσσης (οίον το του Schmidt). Γραμματικήν της ελληνικής γλώσ­σης (τεχνολογικόν – συντακτικόν). Συναγωγή των πρωτοτύπων λέξεων της Ελληνικής. Νέα Διαθήκη μετά σημειώσεων γραμματικών και άλλων. Μετρικήν. Ρητορικήν. Ποιητικήν. Φιλοσοφίαν. Ιστορίαν της Φιλοσοφίας. Εγκυκλοπαιδείαν και Μεθολογίαν της φιλολογίας. Ιστορίαν της Παιδαγωγίας, και κυρίως Παιδαγωγίαν. Διαιτητικήν.»

Από τον αριθμό και την ποικιλία προτεινομένων βιβλίων φαίνεται ο μονοδιάστατος εκπαιδευτικός προσανατολισμός των ελληνικών σχολείων προς την κλασική μόρφωση. Η ύλη και η δομή των αρχαίων συγγραμμάτων ήταν αποτέλεομα εμπεριστατωμένης έρευνας και μελέτης άξιων εκπαιδευτικών. Η επιτροπή, λαμ­βάνοντας προφανώς υπόψη την οικονομική αδυναμία του δημόσιου ταμείου, πρότεινε τη σταδιακή έκδοση τους σε τομίδια από τα «απλούστερα εις τα δυσκολότερα», έτσι ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των μαθητών ανάλογα με την πρόοδο τους. Γεγονός είναι ότι υπήρχε η βούληση για την έκδοση αξιόλογης «Ανθολογίας» αρχαίων ελλήνων συγγραφέων.

Η κυβέρνηση πάντως μερίμνησε και εφοδίασε τα ελληνικά σχολεία, δημόσια και ιδιαίτερα, με αξιόλογα έργα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, αλλά και θετικών επιστημών τα βιβλία είχαν εκδοθεί στο σύνολο τους σχεδόν στο εξωτερικό πριν ή κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όπως προκύπτει από τον «Κατάλογον των στελλομένων βιβλίων εις τά κατά τήν Έπικράτειαν Ελληνικά Σχολεία», τα εξής:

 «Λυκούργου κατά Αεωκράτους λό­γος, Απολλοδώρου κ.λ. Μυθολ. βιβλιοθήκη, Ευτροπίου επιτομή Ρωμαϊκής Ιστορίας, Αρριανού τά σωζόμενα, Οι δέκα ρήτορες, Θουκυδίδης, Τα αρέακοντα τοις φιλοσόφοις, Γενουησίου Μεταφυσική, Τακουεντίου Γεωμετρία, περί Συστήματος τού παντός, Αισχύνου Σωκρατικού διάλογοι, Αρριανού εις Έπίκτητον διατριβαί, Περί συγγενείας της Σλαβονορρωοσικής και Ελληνικής γλώσσης, Συλλογή παλαιών γεωγράφων, Σειρά μαθηματικών Καρανδηνού, Υγιεινά παραγγέλματα Καραθεοδωρή, Άτακτα Κοραή, Γεω­γραφία Ν. Θεοτόκη, Μαθηματική φυσική Κούμα, Επιτομή παλαιάς Ιστορίας Σιλλη-βέργου, Τό Δίκαιον τών Εθνών Βάτελλ, Εισαγωγή εις των Γραμματικήν, Σύλλεκτα έκ των Θουκυδίδου, Ηροδότου Ιστοριών, Επιτάφιοι λόγοι των παλαιών, Κριτικός επιστάσεις επί των παρεκβολών Νεοφύτου, Σχόλια εις το δ΄ του Γαζή, Πολυαίνου Στρα­τηγήματα, περί εκφωνήσεως των Ελληνικών στοιχείων, Ηθική Ν. Βάμβα, Συντακτικόν Σκαλιόρα, Ομήρου Ιλιάς, Όμηρου Οδύσσεια, Ιστορία Π. και Ν. Γραφής Γαλαγάνη».

Φτωχή πρέπει να ήταν η βιβλιοθήκη της ιδιαίτερης ελληνικής σχολής Άργους, του Παναγιώτη Κορδία. Ο Τοποτηρητής Αργούς, Ιωάννης Βρατσάνος, σημειώνει ότι «υστερείται όλα τα αναγκαία».

Η Γραμματεία Παιδείας διέθεσε στις αρχές Αυγούστου του 1832 στην ελληνική σχολή (έλληνικόν παιδευτήριον) Ναυπλίου εβδομήντα πέντε τόμους βιβλίων (τριάντα οκτώ τίτλοι) για τον εμπλουτισμό της σχολικής βιβλιοθήκης  καλούσε μάλιστα τους εφόρους της σχολής να τα παραλάβουν εγκαίρως από τις αποθήκες του Ναυπλίου.

 

Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

 Σημείωση Επιμελητή


 

Παραθέτουμε ορισμένους τίτλους και μια σύντομη περιγραφή  από τα βιβλία του Σ. Κομμητά για να γίνει πιο κατανοητό το τη διδασκόταν στα αλληλοδιδακτικά σχολεία. 

  • Γεωγραφία Παλαιά, Περιέχουσα τας ονομασίας των τόπων, και πόλεων, και διαφόρων μερών της γής, οίον, επικρατειών, επαρχιών, ποταμών, θαλασσών, και των τοιούτων, καθώς τα ωνόμαζον οι παλαιοί.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Γεωγραφία Νέα. Περιέχουσα τας εν γένει γεωγραφικάς θεωρίας εν επιτομή και εκάστου των γενικών μερών της γης τα διάφορα μέρη, Επικρατείας, Επαρχίας, ποταμούς, θαλάσσας, πόλεις, και ει τι τοιουτότροπον.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Ελληνικά συλλεγέντα μετ΄ εκλογής εκ των Ελλήνων αρίστων Συγγραφέων. Οις προσετέθησαν και αναγκαίαι υποσημειώσεις, και Λεξικά, ονοματικόν τε και λεκτικόν, εις τε των δυσχερεών σαφήνειαν, και των Λέξεων εξήγησιν. Τόμος Α’.: Περιέχων εκ διαφόρων συγγραφέων διάφορα, οίον αστεία, μύθους, διηγήματα, διαλόγους, και τα τοιαύατ, χρήσιμα διά τους πρωτοπείρους. – Τόμος Β’.: Περιέχων εκ των Λουκιανού διαλόγων ε’, εκ των Πλάτωνος γ’, τον Πίνακα του Κέβητος, και εκ της Κύρου Παιδείας του Ξενοφώντος. – Τόμος Γ’.: Περιέχων εκ των παλαιών αρίστων ρητόρων λόγους τινάς κατ’ εκλογήν, και εκ των μεγάλων διδασκάλων της εκκλησίας Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου του Θεολόγου, και Βασιλείου του μεγάλου.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, τ. 1. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  • Μυθολογία, περιέχουσα, την Ιστορία των Θεών, την ιεροπραξίαν την προς αυτούς, και την ιστορίαν των Ηρωικών αιώνων.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1827.

  •  Αναγνωστικά. Ονομαστικόν. περιέχον όσα συμβάλλουσιν ου μόνον εις έτι ευχερεστέραν ανάγνωσιν εν επιγνώσει, αλλά και εις γνώσιν πραγμάτων οικιακών τε και φυσικών.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, ….Εν Πέστη … 1827.

  •  Αναγνωστικά. Εκλογάριον, περιέχον όσα συμβάλλουσιν εις ευχερή ανάγνωσιν εν επιγνώσει΄ οίον Αστεία, Μύθους, Ιστορίδια ηθικά, και των ενδοξοτέρων Ελλήνων τους βίους εν επιτομή.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Εκκλησιαστική Ιστορία, περιέχουσα, τα αναγκαιότατα συμβεβηκότα εις την ιεράν Εκκλησίαν΄ οίον ΄ το κήρυγμα της πίστεως, τους διωγμούς, τας αιρέσεις. τας συνόδους, και τλ.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Ελληνικά. Γραμματική, περιέχουσα τους Τύπους, τους αναγκαίους κανόνας της Τεχνολογίας, της Ετυμολογίας, της Συντάξεως, και της Συνθέσεως’ και Περί Ανωμάλων Ρημάτων.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών… Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1828.

 

Να τονίσουμε ότι ορισμένα από τα παραπάνω βιβλία είναι αυτά που διδάσκονταν στο Αλληλοδιδακτικό σχολείο του Άργους την εποχή που εξετάζουμε – άψογα διατηρημένα –  και ανήκουν στη συλλογή του Γιώργου Γιαννούση

Read Full Post »

Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου

 

Οι Κρήτες πρόσφυγες του συνοικισμού Πρόνοιας Ναυπλίου, παρά τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, ενδιαφέρθηκαν νωρίς για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Στα αλληλοδιδακτικά σχολεία του Ναυπλίου διαπιστώνουμε τη φοίτηση Κρητών από το πρώτο έτος της διακυβέρνησης του Καποδίστρια. Το έντονο ενδιαφέρον για την παιδεία τους ώθησε στη σύσταση παρθεναγωγείου αποκλειστικά για τα κορίτσια τους. Η προσπάθεια αυτή χρονολογείται από τις αρχές Μαΐου 1831, όταν ο Κυβερνήτης αποδέχθηκε το αίτημα τους για σύσταση αλληλοδιδακτικού σχολείου θηλέων στην Πρόνοια. Ενδιαφέρθηκε μάλιστα προσωπικά για την εκπαίδευση της συμπολίτισσας τους Μαρίας Λιμπρίτη στην αλληλοδιδακτική μέθοδο, προκειμένου να διδάξει σ’ αυτό.

Η ίδρυση του σχολείου επιτυγχάνεται ένα χρόνο περίπου αργότερα από τον Αυγου­στίνο Καποδίστρια. Λαμβάνοντας υπόψη την επιθυμία του «να εκτέλεσθή ο σκοπός του αειμνήστου Κυβερνήτου» και τις άμεσες και σαφείς εντολές του προς το Διοικητή Ναυπλίας στις 7 Μαρτίου 1832, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι η έναρξη λειτουργίας του δεν καθυστέρησε.

Αν δεχθούμε την άποψη της Ελένης Μπελιά – Ελένη Μπελιά, Δ/ντρια Κέντρ. Ερ. Ιστ. Νεωτ. Ελληνισμού Ακαδ. Αθηνών –  για πιθανή λειτουργία στην περιοχή δύο σχολείων αποκλειστικά για Κρήτες μαθητές, το Μάιο του 1831, μεταξύ των οποίων το ένα στην Πρόνοια με δάσκαλο τον Δημήτριο Βλαστό, τότε της Μαρίας Λιμπρίτη είναι ίσως το τρίτο. Η παρουσία των σχολείων αυτών δείχνει έμπρακτα το διακαή ζήλο των Κρητών για την εκπαίδευση των παιδιών τους, «αρρένων και θηλέων», έξω από το χώρο της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η σχολή λειτούργησε για μικρό διάστημα, το οποίο δεν καθορίζεται·  λόγω της αναρχίας που ακολούθησε η σχολή έκλεισε και επαναλειτούργησε κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας.

  

Διδακτικό προσωπικό


Δασκάλα στο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Πρόνοιας διορίστηκε η Μαρία Λιμπρίτη, χήρα, κρητικής καταγωγής. Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, μετά από υπόδειξη των προσφύγων συμπατριωτών της, μερίμνησε για τις σπουδές της, αποστέλλοντας την ως υπότροφο στην Αίγινα «διά να διδαχθή την Αλληλοδιδακτικήν, και να διδάξη τά κοράσια των».

Το Φεβρουάριο του 1832 η Μαρία Λιμπρίτη σε αίτηση της προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια ανέφερε: «Καταταχθείσα εις τον υποτρόφων κατάλογον εδιδάχθην την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον, καθώς τα ανά χείρας μου εσώκλειστα διαλαμβάνουν ήδη δε θέλουσα να μεταδώσω την έπιστήμην ταύτην εις την ομοεθνή μοι Νεολαΐαν, υστερουμένην τα μέσα, προστρέχω εις το φιλάνθρωπον και ενεργετικόν ώμμα της Υ.Ε…»

Από τα παραπάνω συμπεραίνομε ότι μετά από οκτάμηνη παραμονή και μαθητεία της στην Αίγινα, επέστρεψε στο Ναύπλιο, κάτοχος πλέον της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και καθ’ όλα έτοιμη να ασκήσει τα διδακτικά της καθήκοντα. Ένα μήνα αργότερα, το Μάρτιο του 1832, η Μαρία Λιμπρίτη ως δασκάλα στο αρτισύστατο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Πρόνοιας. Κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας δίδαξε ως ιδιαίτερη δασκάλα. Ο μισθός της καθορίστηκε σε 15 φοίνικες με διαταγή του Αυγουστίνου Καποδίστρια.

 

 Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

 

 

Read Full Post »

Ιδιαίτερο Ελληνικό Σχολείο Άργους


 

Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)

Ιδιαίτερο Ελληνικό Σχολείο Άργους

 

Κατά την καποδιστριακή περίοδο στο Άργος λειτούργησε ελληνικό σχολείο ιδιαίτερο, στο οποίο δίδασκε ο Αργείος Παναγιώτης Κορδίας. Στις υπάρχουσες πηγές δε διευκρινίζεται ο χρόνος ίδρυσης του σχολείου, αλλά η πρώτη αναφορά γι’ αυτό εντοπίζεται σε έγγραφο του Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδος Κωνσταντίνου Ράδου προς τον Κυβερνήτη στις 29 Νοεμβρίου του 1829. Επτά μήνες αργότερα, στις 20 Ιουνίου του 1830 ο Τοποτηρητής Άργους Ιω. Βρατσάνος ανέφερε προς το Διοικητή Ναυπλίας ότι ο Κορδίας ήταν ικανός, αλλά η πρόοδος του σχολείου ήταν περιορισμένη λόγω της έλλειψης των αναγκαίων μέσων. Για το έργο του ελληνοδιδασκάλου διατύπωσε θετικές κρίσεις και ο επιθεωρητής Κοκκώνης.

Ξενοφών,π. 430-354 π.Χ. Ξενοφώντος Απομνημονεύματα και Πλάτωνος Γοργίας. Εν Παρισίοις: Εκ της Τυπογραφίας Ι. Μ. Εβεράρτου,1825.

Ξενοφών,π. 430-354 π.Χ. Ξενοφώντος Απομνημονεύματα και Πλάτωνος Γοργίας. Εν Παρισίοις: Εκ της Τυπογραφίας Ι. Μ. Εβεράρτου,1825.

Από δύο μαθητικούς καταλόγους του σχολείου χρονολογούμενους στις 16 Οκτωβρίου του 1829 και στις 18 Ιουνίου του επόμενου χρόνου, παρατηρούμε ότι αρχικά το σχολείο είχε τρεις τάξεις, όπου φοιτούσαν 51 μαθητές, ενώ κατόπιν οι τάξεις έγιναν τέσσερις με 54 μαθητές συνολικά. Στο δεύτερο κατάλογο σημειώνονται και τα διδασκόμενα μαθήματα*, που ήταν για την Α’ τάξη Γοργίας του Πλάτωνος, Απομνημονεύματα του Ξενοφώντος: ανάγνωση και ανάλυση της σύνταξης και Θεματογραφία. Τα δυο πρώτα μαθήματα παραδίδονταν καθημερινά (εκτός Κυριακής ), ενώ η Θεματογραφία κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Οι μαθητές της Β’ τάξης διδάσκονταν καθημερινά Ευθύφρονα του Γοργία, «εξήγησιν του ορθογραφικού», τεχνολογία θεωρητική και «συμφωνίας», ενώ κάθε Σάββατο γραμματική και «γύμνασίν τινα εις τεχνολογικόν και ορθογραφικόν». Τα μαθήματα της Γ’ τάξης ήταν Νεκρικοί Διάλογοι του Λουκιανού και πρακτική τεχνολογία που παραδίδονταν καθημερινά, ενώ το Σάββατο γινόταν επανάληψη των μαθημάτων της εβδομάδας. Οι μαθητές της Δ’ διδάσκονταν κάθε μέρα Μονόστιχα του Χρυσολωρά «αποστοματίζοντες και γραμματικούς κανόνας», ενώ το Σάββατο επαναλαμβάνονταν τα μαθήματα της εβδομάδας. Οι μαθητές δε όλων των τάξεων κάθε Κυριακή άκουγαν την ερμηνεία του Ευαγγελίου και περικοπές από τις Πράξεις των Αγίων Αποστόλων.

Στους προαναφερθέντες μαθητικούς καταλόγους αναφέρεται και η καταγωγή των μαθητών, απ’ όπου διαπιστώνεται ότι οι περισσότεροι κατάγονταν από την περιοχή του Άργους. Συγκεκριμένα το 1829 το 51% περίπου του συνόλου των μαθητών καταγόταν από την περιοχή του Άργους, ενώ τον επόμενο χρόνο το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο 68,5%.

Για το κτήριο του σχολείου δεν υπάρχουν μαρτυρίες. Πάντως τον Ιούνιο του 1831, κατά την τελετή των εγκαινίων του διδακτηρίου του αλληλοδιδακτικού σχολείου, έγινε προαιρετική συνεισφορά για την ανέγερση κτηρίου για τη στέγαση του ελληνικού σχολείου, αλλά μέχρι το τέλος της περιόδου δεν πρόφθασε να ξεκίνησει τίποτα σχετικό.

 

Υποσημείωση

 

* Κατά την καποδιστριακή περίοδο τα ελληνικά σχολεία λειτούργησαν χωρίς ενιαία μέθοδο διδασκαλίας και ομοιόμορφο πρόγραμμα μαθημάτων. Έγινε όμως προσπάθεια οργάνωσης τους, όπως και στα αλληλοδιδακτικά. Έτσι στις 7 Ιουλίου του 1831 ο Μιχαήλ Σχινάς, στον οποίο είχε ανατεθεί το έργο αυτό, υπέβαλε «Σχέδιον οργανώσεως των Ελληνικών Σχολείων», το οποίο όμως ήταν υπερβολικό και εκτός πραγματικότητας για τις συνθήκες της εποχής εκείνης. Για το λόγο αυτό αλλά και λόγω της δολοφονίας του Κυβερνήτη δυόμιση μήνες αργότερα, το Σχέδιο αυτό δεν εφαρμόσθηκε.

 

Αννίτα Κορδατζή – Πρασσά, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 92-93, τεύχος 11, 1994.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »