Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το βίο του Αγίου Πέτρου Άργους’

Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το βίο του Αγίου Πέτρου Άργους


 

Μολονότι ο βίος του Αγίου Πέτρου Άργους έχει κατά καιρούς απασχολήσει την έρευνα, δε διαθέτουμε ακόμα μια τεκμηριωμένη μονογραφία. Η σημαντικότερη ως τώρα μελέτη του Κωνσταντίνου Κυριακόπουλου [1] έχει ελλείψεις, κυρίως γιατί ο Κυριακόπουλος ήταν φιλόλογος και η ιστορική προσέγγιση των γεγονότων που επιχειρεί δεν ακολουθεί την ιστορική μεθοδολογία και παραμένει χωρίς αποτέλεσμα. Εκτός από τη σοβαρή αυτή εργασία, έχουν επίσης δημοσιευτεί ορισμένες μονογραφίες από κληρικούς ή άτομα κοντά στην Εκκλησία, που όμως έχουν ως δηλωμένο σκοπό την προβολή της αγιότητας του Πέτρου [2].

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Πρόκειται συνεπώς για εργασίες αγιολογικού χαρακτήρα από τις οποίες δεν έχουμε τις ίδιες απαιτήσεις με μια ιστορική μελέτη. Στις μελέτες αυτές πρέπει να προστεθούν κάποιες αναφορές σε λεξικά ή γενικής φύσης εργασίες [3], οι αναφορές στον άγιο Πέτρο σε μελέτες που δεν έχουν ως αντικείμενο τον ίδιο[4], και οι πολυάριθμες αναρτήσεις στο Διαδίκτυο, κατά κανόνα ανώνυμες [5]. Προσωπικά δε γνωρίζω κάποια μελέτη που να εκθέτει με σαφήνεια τις ιστορικές πληροφορίες που διαθέτουμε για τον Πέτρο και που θα αποτελούσε τη βάση για περαιτέρω έρευνα [6].

Στην ιστορική έρευνα πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στα γεγονότα και στις πηγές που αναφέρουν αυτά τα γεγονότα, όπως και ανάμεσα στη χρονολόγηση των γεγονότων δηλ. πότε έγινε κάτι, και στη χρονολόγηση των πηγών, δηλ. πότε γράφτηκε κάτι. Εξίσου σημαντικό είναι να λαμβάνεται υπόψη η φύση των πηγών.

Ένας Βίος αγίου έχει σκοπό να διδάξει τους πιστούς και γι’ αυτό η ιστορική πληροφόρηση δεν αποτελεί τον κύριο σκοπό του. Αντίθετα ένα επίσημο έγγραφο αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα χωρίς διδακτικό ή άλλο σκοπό. Είναι συνεπώς σκόπιμο να γίνει πρώτα μια αναφορά στις πηγές που διαθέτουμε για τον άγιο Πέτρο, πριν την ανάλυση των δεδομένων που παρέχουν οι πηγές αυτές.

Υπάρχει όμως ένα σημαντικό πρόβλημα: δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς γεννήθηκε ο άγιος Πέτρος. Το μόνο χρονολογικό στοιχείο που ο βιογράφος του Θεόδωρος Νικαίας θεώρησε  σκόπιμο να αναφέρει αφορά στο χρόνο της χειροτονίας του σε επίσκοπο: επί πατριαρχείας Νικολάου Α΄ του Μυστικού [7]. Ο Νικόλαος Α΄ πατριάρχευσε δύο φορές: μια πρώτη από το 901 ως το 907, μετά εξορίστηκε και επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο το 912 ως το θάνατό του το 925. Ο Θεόδωρος υπονοεί, χωρίς να είναι σαφής, ότι ο Πέτρος χειροτονήθηκε επίσκοπος Άργους επί της δευτέρας πατριαρχείας, δηλ. μετά το 912[8]. Για το λόγο αυτό οι πηγές που αφορούν την επισκοπή Άργους και την επισκοπεία του αγίου Πέτρου πρέπει να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες : α) σε αυτές που γράφτηκαν προ του 900, β) σε αυτές που γράφτηκαν μετά το 1000, και γ) σε αυτές που γράφτηκαν κατά την περίοδο που έζησε ο Πέτρος.

Στις πρώτες ανήκει πρώτα ένα μολυβδόβουλλο που προέρχεται από τη σφραγίδα ενός Πέτρου επισκόπου Άργους. Ορισμένοι ερευνητές θεώρησαν ότι πρόκειται για τον άγιο Πέτρο. Όμως, παρά τη δυσχέρεια χρονολόγησης των μολυβδόβουλλων, είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο ανάγεται στα μέσα του 9ου αι.[9] Πρόκειται λοιπόν για κάποιον άλλο Πέτρο επίσκοπο Άργους που επισκόπευσε περί τα τρία τέταρτα του αιώνα πριν από τον άγιο Πέτρο[10]. Από τα πρακτικά των συνόδων εξάλλου γνωρίζουμε ότι το 869 επίσκοπος Άργους ήταν ο Λέων[11] και ότι το 879 σε σύνοδο της Κωνσταντινούπολης μετείχαν ο Θεότιμος επίσκοπος Άργους και ο Ανδρέας επίσκοπος Ναυπλίου[12]. Προφανώς το Ναύπλιο είχε εξελιχτεί σε αξιόλογο αστικό κέντρο και είχε προαχθεί σε ανεξάρτητη επισκοπή, η οποία στη συνέχεια συνενώθηκε και πάλι με την επισκοπή Άργους, αφού λίγο αργότερα (περί τα τέλη του 9ου αι.) επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου ήταν ο Θεόδωρος[13].

Από το 10ο αιώνα διαθέτουμε αρχικά τους Λόγους που αποδίδονται στον άγιο Πέτρο και που δεν είναι βέβαιο ότι γράφτηκαν, τουλάχιστον όλοι, από τον ίδιο[14]. Όμως για το παρόν θέμα αυτό δεν έχει σημασία, αφού οι Λόγοι δεν περιέχουν κανένα ιστορικό στοιχείο που να αφορά τη βιογραφία το αγίου Πέτρου και ως εκ τούτου δε θα αναφερθώ σε αυτούς.

Από τον 10ο αι. προέρχεται επίσης ένα επίγραμμα του επισκόπου Αργείων Ιωάννη, ο οποίος κατασκεύασε μία αργυρή εικόνα του προκατόχου του Πέτρου, επισκόπου Άργους και Ναυπλίου[15]. Πολλοί ερευνητές θεώρησαν ότι αυτός ο Πέτρος ήταν ο άγιος Πέτρος[16]. Όμως σύμφωνα με την αλληλογραφία του Θεοδώρου Νικαίας τον άγιο Πέτρο διαδέχτηκε ένας μη κατονομαζόμενος επίσκοπος, τον οποίο διαδέχτηκε ο Χριστόφορος[17]. Στον επισκοπικό κατάλογο του Άργους ο Ιωάννης, που διαδέχτηκε τον Πέτρο, στον οποίο αφιέρωσε την εικόνα, είχε διάδοχο του τον Νικόλαο[18]. Συνεπώς ο Πέτρος του επιγράμματος δεν είναι ο άγιος Πέτρος. Η πολύ ενδιαφέρουσα αυτή πηγή για την ιστορία της επισκοπής Άργους δεν αφορά συνεπώς τον άγιο Πέτρο.

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

 

Ο Βίος του Αγίου Πέτρου, γραμμένος από τον Θεόδωρο Νικαίας [19], είναι η σημαντικότερη πηγή που διαθέτουμε αν και πολλές από τις πληροφορίες που παρέχει δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν από παράλληλες πηγές. Ο Θεόδωρος γεννήθηκε στο Ναύπλιο στα τέλη του 9ου αι. και υπήρξε μαθητής του αγίου Πέτρου. Χειροτονήθηκε από τον Πέτρο διάκονος, αλλά δε διετέλεσε επίσκοπος Άργους, όπως υπέθεσαν μερικοί ερευνητές [20]. Άγνωστο σε ποια ηλικία, πάντως μετά το θάνατο του Πέτρου, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, ανέλαβε σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Εκκλησία και τελικά χειροτονήθηκε μητροπολίτης Νικαίας, της δεύτερης σε σπουδαιότητα μητρόπολης της αυτοκρατορίας.

Καχεκτικός και φιλάσθενος, είχε ένα ιδιαίτερα δύσκολο χαρακτήρα. Διέθετε τεράστια μόρφωση, που απέκτησε στο Άργος. Επιρρεπής στην κολακεία και στις δολοπλοκίες, αναμείχτηκε σε συνομωσίες κατά των Λεκαπηνών που τελικά του στοίχισαν μία περίοδο εξορίας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ τον προόριζε για τον πατριαρχικό θρόνο, αλλά ο διάδοχός του Ρωμανός Β΄ προτίμησε άλλες λύσεις. Όπως ο ίδιος αναφέρει, συνέταξε το Βίο του Αγίου Πέτρου μετά την εκλογή του στη μητρόπολη Νικαίας[21]. Εκτός από το Βίο του αγίου Πέτρου έγραψε επιστολές από τις οποίες σώθηκαν τελικά 46. Ορισμένες από αυτές παρέχουν στοιχεία για την Αργολίδα και βοηθούν εμμέσως για να γνωρίσουμε τον άγιο Πέτρο.

Ο Θεόδωρος, στο Βίο του Αγίου Πέτρου ασχολείται περισσότερο με τη νεότητά του Πέτρου παρά με την περίοδο της επισκοπείας του. Σημειώνει ότι ο Πέτρος ήταν Κωνσταντινοπολίτης, ο τρίτος από τους τέσσερις γιους ευπόρων και ευγενών γονέων, των οποίων δεν παραδίδει τα ονόματα. Οι γονείς του Πέτρου εκτός από τους γιούς απέκτησαν και μία κόρη. Ο πρωτότοκος Παύλος, σε νεαρή ηλικία, έγινε μοναχός στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας ως πνευματικό καθοδηγητή κάποιον Πέτρο. Το παράδειγμά του ακολούθησε σύντομα ο δευτερότοκος Διονύσιος. Μετά κάποιο χρονικό διάστημα οι γονείς και οι κόρη έγιναν επίσης μοναχοί στη μονή στην οποία ο Παύλος ήταν ήδη ηγούμενος. Ο Πέτρος και ο νεότατος ακόμα Πλάτων με τη σειρά τους έγιναν μοναχοί στην Κωνσταντινούπολη, αλλά όχι στη μονή του Παύλου[22].

Την ίδια περίοδο ο πατριάρχης Νικόλαος Α΄, κατά τη δεύτερη πατριαρχεία του (912-925), αντιμετώπιζε προβλήματα για την πλήρωση των κενών επισκοπικών και μητροπολιτικών θέσεων που είχαν εκκενωθεί λόγω του σχίσματος της τετραγαμίας του αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄. Ζήτησε από τον Πέτρο να δεχτεί τη θέση του μητροπολίτη Κορίνθου, αλλά αυτός αρνήθηκε. Ο πατριάρχης πρότεινε τότε στον Παύλο τη μητροπολιτική έδρα και αυτός δέχτηκε. Ο Πέτρος ακολούθησε τον αδελφό του στην Κόρινθο[23]. Λίγο μετά χήρεψε η επισκοπή Άργους. Αργείοι και Ναυπλιείς μετέβησαν στην Κόρινθο και ζήτησαν από το μητροπολίτη να χειροτονήσει τον Πέτρο στην επισκοπή Άργους. Ο τελευταίος όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα έφυγε σε κάποια μονή έξω από την Κόρινθο. Τελικά όμως η επιμονή των Αργείων και των Ναυπλιέων έκαμψαν την αντίστασή του και δέχτηκε να χειροτονηθεί επίσκοπος[24]. Πότε ακριβώς ανέλαβε τα καθήκοντά του είναι άγνωστο.

Για το βίο του Πέτρου ως επισκόπου ο Θεόδωρος δεν αναφέρει σημαντικά πράγματα. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ποίμνιό του, αλλά αυτό ήταν κάτι σύνηθες την εποχή εκείνη. Η κύρια αρετή του ήταν η φιλανθρωπία. Στάθηκε αρωγός στους πιστούς, όχι μόνο της Αργολίδας, αλλά στο μέτρο του δυνατού και των όμορων περιοχών. Όταν ένας λιμός ενέσκηψε στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο της επισκοπείας του, διένειμε τρόφιμα από τα αποθέματα της επισκοπής[25]. Εξάλλου προσπαθούσε πάντοτε να βοηθήσει τους αναξιοπαθούντες από τις αυθαιρεσίες των διοικούντων και γενικά επενέβαινε όπου ήταν δυνατόν για να ανακουφίσει τους φτωχούς και τους αδύνατους[26].

Εξαγόραζε χριστιανούς αιχμαλώτους των αραβοκρητών πειρατών[27] και γενικά ήταν παρών σε κάθε δυσχέρεια των κατοίκων. Είναι βέβαιο ότι ίδρυσε στο Άργος σχολή στην οποία δίδαξε και ο ίδιος και στην οποία μαθήτευσε και ο Θεόδωρος[28]. Γενικά απέκτησε φήμη καλού ποιμενάρχη με αποτέλεσμα να προσέρχονται στο Χριστιανισμό οι τελευταίοι ειδωλολάτρες της Πελοποννήσου[29]. Αντίθετα δεν είναι αυτός που έκτισε τη Νέα, όπως πιστεύει ο Κ. Κυριακόπουλος, που συγχέει τον Άγιο Πέτρο με έναν εξίσου διάσημο Πέτρο Άργους που επισκόπευσε λίγα χρόνια μετά[30].

Ο Θεόδωρος, για να τονίσει την αγιότητα του Πέτρου γράφει ότι προέβλεψε το θάνατό του, βασικό στοιχείο αγιότητας κατά τη βυζαντινή περίοδο. Προέβλεψε εξάλλου ένα λιμό καθώς και μία εισβολή βαρβάρων που θα συνέβαινε μετά το θάνατό του[31]. Ο Θεόδωρος, που ήταν παρών την ώρα του θανάτου του Πέτρου, αναφέρει ότι πέθανε σε ηλικία 70 ετών[32], πληροφορία που χάνει σημαντικά από την ιστορική της αξία, αφού δεν είναι γνωστές οι ημερομηνίες ούτε του θανάτου ούτε της γέννησης του Πέτρου. Οι Ναυπλιείς προσπάθησαν να οικειοποιηθούν το λείψανο του Πέτρου και να το θάψουν στον Ναύπλιο, αλλά οι Αργείοι προέβαλαν σθεναρή άρνηση. Ακολούθησε συμπλοκή στην οποία οι Αργείοι, ως πολυπληθέστεροι, επεκράτησαν[33]. Το σώμα τάφηκε στο Άργος στο αριστερό κλίτος μη κατονομαζομένου ναού[34]. Δεδομένου ότι απαγορευόταν ο ενταφιασμός σε ενοριακούς ναούς, πρέπει να δεχτούμε ότι ο ναός αυτός ήταν ή μοναστηριακός ή ιδιωτικός.  

Οι απόπειρες για τη χρονολόγηση του θανάτου του Πέτρου στηρίχτηκαν σε δύο ιστορικές λεπτομέρειες του Βίου: το μεγάλο λιμό και τις βαρβαρικές εισβολές. Δυστυχώς κανένα από το δύο αυτά γεγονότα δεν είναι σαφώς τοποθετημένο στο χρόνο. Ο Συνεχιστής του Θεοφάνη αναφέρει ένα λιμό κατά το έτος 927-928[35], αλλά είναι άγνωστο αν πρόκειται για τον ίδιο λιμό που μνημονεύει ο Θεόδωρος. Η βαρβαρική εισβολή και η επί τριετίαν κατοχή της Πελοποννήσου τοποθετείται από άλλους μεν μεταξύ του 924 και του 927[36] και από άλλους μεταξύ 922 και του 924[37], χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι η ιστορικότητα αυτής της πληροφορίας αμφισβητείται[38]. Πάντως δεδομένου ότι ο Πέτρος ζούσε κατά το λιμό, ενώ είχε πεθάνει πριν από την εισβολή είναι σαφές ότι κάποια από τα στοιχεία του Θεόδωρου δε συνάδουν με τις πληροφορίες των άλλων πηγών.

Η αλληλογραφία του Θεόδωρου Νικαίας αφορά τον άγιο Πέτρο έμμεσα. Σε μία από τις επιστολές, που απευθύνει στον πατριάρχη Θεοφύλακτο, μιλά με περηφάνεια για την παιδεία που απέκτησε στο Άργος[39]. Με μία άλλη επιστολή που απευθύνει στο μητροπολίτη Κορίνθου Βασίλειο συνιστά την εκλογή του ιερομονάχου Βασιλείου στην κενή επισκοπή Άργους[40]. Ο Ν. Βέης υποθέτει ότι πρόκειται για τον Βασίλειο, τον 12ο επίσκοπο Άργους στον κατάλογο του Συνοδικού της Ορθοδοξίας, υπόθεση που δεν έχει κανένα στήριγμα στις πηγές[41].

Για τη συμμετοχή του Πέτρου στη σύνοδο που συγκάλεσε ο πατριάρχης Νικόλαος Α΄ κατά τη δεύτερη πατριαρχεία του (912-925), με θέμα την τετραγαμία, υπάρχει η μαρτυρία των Πρακτικών της συνόδου[42]. Όμως ενώ γνωρίζουμε ότι η σύνοδος έγινε την Κυριακή 9 Ιουλίου, παραμένει υπό συζήτηση το έτος σύγκλησής της. Ο αρμοδιότερος για το θέμα V. Grumel την τοποθετεί άλλοτε στο 920[43] και άλλοτε στο 921/922[44].

Η πηγή αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα : πιστοποιεί ότι ο Πέτρος ήταν επίσκοπος Άργους τουλάχιστον το 920 και αποτελεί το σταθερό έδαφος για κάθε απόπειρα ακριβέστερης χρονολόγησης της επισκοπείας του.

Εξ όσων γνωρίζω, σώζονται τρία μολυβδόβουλλα επισκόπων Άργους που χρονολογούνται από το 10ο αι.: ένα του Νικολάου[45], ένα του Θεοδώρου[46]  και ένα του Γρηγορίου[47]. Η μαρτυρία τους δεν προσθέτει τίποτε στη βιογραφία του αγίου Πέτρου, ενώ είναι αδύνατο να ταυτιστούν τα μολυβδόβουλλα αυτά με κάποιον από τους επισκόπους του καταλόγου του Συνοδικού της Ορθοδοξίας[48].

Οι μετά το 1000 πηγές δίνουν μεν ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τον άγιο Πέτρο, αλλά η ιστορική τους αξία είναι μειωμένη εξαιτίας της χρονικής απόστασης που τις χωρίζει από τα γεγονότα.

Η πρώτη από αυτές, το λεγόμενο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, είναι ένα δευτερογενές κείμενο[49]. Μετά το τέλος της εικονομαχίας το 841, οι κατά τόπους επισκοπές συνέταξαν καταλόγους των ορθοδόξων αρχιερέων τα ονόματα των οποίων μακαρίζονταν την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Το 13ο αι. οι κατάλογοι αυτοί συνενώθηκαν από την Πατριαρχική γραμματεία και αποτέλεσαν το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

Για την επισκοπή Άργους και Ναυπλίου, ένας σχολιασμένος κατάλογος των επισκόπων σώθηκε σε ένα χειρόγραφο των αρχών του 16ου αι. (τον Παρισινό κώδικα Gr. Suppl. 1090, f. 297r-v). Τον κατάλογο πιθανότατα αντέγραψε, από παλαιότερο χειρόγραφο, ο Ναυπλιεύς ιεροκήρυκας της μητρόπολης Ιωάννης Ζυγομαλάς (1498-1581)[50]. Ο Ζυγομαλάς προσέθεσε ορισμένα εξαιρετικά χρήσιμα σχόλια,  τα οποία επιτρέπουν να τοποθετήσουμε στο χρόνο τους τελευταίους επισκόπους, πριν από την ανακήρυξη της επισκοπής Άργους σε μητρόπολη.

Ο κατάλογος του Συνοδικού αρχίζει με τον επίσκοπο Πέτρο, τον οποίο διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος. Μετά τον Κωνσταντίνο επισκόπευσε ο Χριστόφορος, τον οποίο διαδέχτηκε ο Πέτρος, ακολουθεί ο Ιωάννης, στη συνέχεια ο Νικόλαος, κλπ. Ο Κ. Κυριακόπουλος αναρωτήθηκε ποιος από τους δύο αυτούς Πέτρους είναι ο άγιος[51].

Υπάρχει βέβαια και ένας τρίτος Πέτρος, ο 11ος του καταλόγου, αλλά χρονικά αυτός δεν μπορεί να είναι ο άγιος Πέτρος. Το θέμα το περιέπλεξαν δύο στοιχεία. Το πρώτο είναι το επίγραμμα του επισκόπου Ιωάννη, που, όπως προανέφερα, μιλά για μία εικόνα που ο Ιωάννης κατασκεύασε προς τιμή του προκατόχου του Πέτρου. Είναι καθαρό ότι αυτός είναι ο 4ος Πέτρος του καταλόγου, τον οποίο διαδέχτηκε ο Ιωάννης. Φαίνεται ότι αυτός ο Πέτρος ήταν μια αξιόλογη προσωπικότητα τον οποίο ο Ιωάννης, στον ποιητικό του οίστρο, ονομάζει άγιο, αλλά δεν είναι ο άγιος Πέτρος ο πολιούχος του Άργους. Γιατί, όπως προανέφερα, σύμφωνα με την αλληλογραφία του Θεοδώρου Νικαίας, μετά τον άγιο Πέτρο επισκόπευσε κάποιος που ο Θεόδωρος δεν κατονομάζει, και στη συνέχεια στον επισκοπικό θρόνο ανήλθε ο Χριστόφορος. Άρα ο άγιος Πέτρος Άργους είναι ο πρώτος του καταλόγου.

Το δεύτερο στοιχείο που περιέπλεξε τα πράγματα είναι το σχόλιο, που όπως προανέφερα το προσέθεσε ο Ιωάννης Ζυγομαλάς, στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας. Το σχόλιο δίνει για τον πρώτο Πέτρο του καταλόγου δύο ενδείξεις που όμως δεν συνάδουν. Σημειώνει ότι αυτός ο Πέτρος έλαβε μέρος στην Πρωτοδευτέρα σύνοδο και ότι χειροτόνησε πρεσβύτερο τον άγιο Θεοδόσιο τον Νέο. Η Πρωτοδευτέρα σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το Μάιο του 861, ενώ ο Θεοδόσιος, που γεννήθηκε το 862, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στα τέλη του βίου του, περί το 920. Δεν είναι δυνατό τα δύο αυτά γεγονότα να τοποθετηθούν στην επισκοπεία ενός προσώπου.

Προφανώς ο Ζυγομαλάς  συγχέει τον άγιο Πέτρο Άργους, που όπως θα λεχθεί στη συνέχεια χειροτόνησε πρεσβύτερο τον Θεοδόσιο, και έναν προηγούμενο Πέτρο, στον οποίο ανήκει, όπως προελέχθη, ένα μολυβδόβουλλο και ο οποίος προφανώς έλαβε μέρος στην Πρωτοδευτέρα σύνοδο. Δυστυχώς τα Πρακτικά της Πρωτοδευτέρας συνόδου χάθηκαν και έτσι δε γνωρίζουμε τίποτε σχετικά με αυτόν τον Πέτρο, που επισκόπευσε στο Άργος στα μέσα του 9ου αι., δηλ. περίπου εξήντα χρόνια πριν από τον άγιο Πέτρο.

Η τελευταία πηγή σχετική με τον άγιο Πέτρο, είναι ο Βίος του Αγίου Θεοδοσίου του Νέου που έγραψε ο Ναυπλιεύς Νικόλαος Μαλαξός στα μέσα του 16ου αι.[52] Ο Μαλαξός αναφέρει ότι ο Θεοδόσιος γεννήθηκε στην Αθήνα το 862. Η ακρίβεια της χρονολόγησης, φαινόμενο σπανιότατο για βίο αγίου, πείθει ότι ο Μαλαξός αντέγραψε κάποιο αρχαιότερο κείμενο που χάθηκε. Παράλληλα βασίστηκε στην εκκλησιαστική παράδοση της μητρόπολης και ίσως σε αρχειακό υλικό.

Κατά τον Μαλαξό, ο Πέτρος, επίσκοπος Άργους, κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον πατριάρχη για να λάβει μέρος σε μια σύνοδο. Όμως δε αναφέρει ούτε το όνομα του πατριάρχη που συγκάλεσε τη σύνοδο, ούτε για ποιον Πέτρου Άργους πρόκειται. Ο Νικόδημος Αγιορείτης, στην έκδοση του Βίου, προσέθεσε σε παρένθεση, μετά το όνομα του Πέτρου, ότι πρόκειται για τον άγιο Πέτρο Άργους που η μνήμη του εορτάζεται στις 3 Μαΐου[53]. Όσο και αν η υπόθεση του Νικοδήμου φαίνεται λογική, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι δεν προέρχεται από το συντάκτη του Βίου του Αγίου Θεοδοσίου.

Όμως οφείλουμε να δεχτούμε ότι αν ο Θεόδωρος γεννήθηκε το 862, ο μόνος επίσκοπος Άργους με το όνομα Πέτρος στον οποίο αναφέρεται ο βιογράφος του είναι ο άγιος Πέτρος και ο μόνος πατριάρχης που μπορεί να κάλεσε τον Πέτρο στην Κωνσταντινούπολη είναι ο Νικόλαος Α΄. Πρόκειται συνεπώς για τη σύνοδο που ασχολήθηκε με το θέμα της τετραγαμίας, για την οποία έγινε ήδη λόγος.

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Κατά το Βίο του Αγίου Θεοδοσίου, εχθροί του οσίου τον κατηγόρησαν στον Πέτρο ως μάγο και απατεώνα. Ο Πέτρος δεν ασχολήθηκε αμέσως με το θέμα, γιατί έπρεπε να φύγει για τη σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Μετά τη σύνοδο, και ενώ ετοιμαζόταν να επιστρέψει, είδε στον ύπνο του τον Θεοδόσιο που του είπε ότι άδικα τον κατηγορούσαν. Ξύπνησε ταραγμένος, ενώ την ίδια στιγμή ένας απεσταλμένος του πατριάρχη του ανακοίνωσε ότι ο πατριάρχης ήθελε οπωσδήποτε να τον δει πριν φύγει. Στο πατριαρχείο ο πατριάρχης του είπε ότι είδε στον ύπνο του έναν Θεοδόσιο, μοναχό στην Αργολίδα, που του παραπονέθηκε ότι κατηγορήθηκε άδικα στον επίσκοπό του. Οι δύο άνδρες συμφώνησαν ότι ο Θεοδόσιος ήταν άγιος και ο πατριάρχης ζήτησε από τον Πέτρο, μόλις επιστρέψει στο Άργος, να επισκεφτεί τον Θεοδόσιο και να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο, πράγμα που ο Πέτρος έκανε.

Η συνάντηση Πέτρου και Θεοδοσίου και η χειροτονία του τελευταίου πρέπει συνεπώς να τοποθετηθεί μετά τη σύνοδο του 920 ή του 922 και με βάση αυτά τα δεδομένα πρέπει να  τοποθετηθεί και ο θάνατος του Πέτρου. Ορισμένοι ιστορικοί θέλησαν να χρονολογήσουν ακριβέστερα το θάνατο του Πέτρου με βάση το έτος της εισβολής που αναφέρει ο Θεόδωρος Νικαίας στο Βίου του Πέτρου. Η χρονολόγηση αυτή αποτελεί έναν πραγματικό φαύλο κύκλο, δηλ. στηρίζεται στο Βίο του Θεοδοσίου για να χρονολογηθεί ο θάνατος του Πέτρου και εν συνεχεία χρονολογείται η εισβολή που συνέβη αμέσως μετά το θάνατο του Πέτρου και τέλος επαναχρονολογείται ο θάνατος του Πέτρου με βάση τη χρονολόγηση της εισβολής.

Φυσικό είναι να θέσει κάποιος το ερώτημα αν οι πληροφορίες αυτές του Μαλαξού είναι ιστορικά αξιόπιστες. Νομίζω ότι τα περί του κοινού ονείρου αποτελούν ένα από τους γνωστούς κοινούς τόπους των βίων αγίων και δεν έχουν καμιά ιστορική αξία. Ότι όμως ο Πέτρος χειροτόνησε τον Θεοδόσιο πρεσβύτερο εδράζεται στη μακραίωνη εκκλησιαστική παράδοση της μητρόπολης, αφού τη χειροτονία την αναφέρει και ο σχολιαστής του Συνοδικού της Ορθοδοξίας. Επειδή ο Θεόδωρος Νικαίας δεν κάνει λόγο για τον Θεοδόσιο στο Βίο του αγίου Πέτρου, πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο βιογράφος του αγίου Θεοδοσίου μεγαλοποίησε τα πράγματα για να τονίσει την αγιότητα του βιογραφουμένου.

 

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Στην πραγματικότητα τα γεγονότα υπήρξαν πιο απλά. Ο Πέτρος πληροφορήθηκε ότι στην επαρχία του ζούσε κάποιος ερημίτης στον οποίο οι χριστιανοί απέδιδαν θαυματουργικές πράξεις. Όμως την εποχή εκείνη δεν ήταν σπάνιο διάφοροι απατεώνες να παριστάνουν τους αγίους, λόγος που προκάλεσε ανησυχία στον Πέτρο. Επειδή όμως έπρεπε να φύγει για την Κωνσταντινούπολη ανέβαλε την εξέταση της υπόθεσης. Επιστρέφοντας πήρε τις αναγκαίες πληροφορίες και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για σεβάσμιο πρόσωπο και τότε αποφάσισε να τον επισκεφτεί και να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο. Με τη πράξη αυτή ενέταξε τον Θεοδόσιο στον κλήρο της επισκοπής του.

Αργότερα, όταν και ο Πέτρος και ο Θεοδόσιος ανακηρύχτηκαν επίσημα άγιοι της Ορθόδοξης εκκλησίας, γράφτηκε η βιογραφία του Θεοδοσίου στην οποία εντάχτηκαν ορισμένοι θρύλοι, ενώ κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να γίνει με τη βιογραφία του Πέτρου που είχε ήδη γραφτεί αμέσως μετά το θάνατό του από τον Θεόδωρο Νικαίας.

Προσπάθησα να δώσω στον περιορισμένο χρόνο και στα πλαίσια μιας διάλεξης τα στοιχεία που διαθέτουμε για τον άγιο Πέτρο και να τα αξιολογήσω ανάλογα με την εποχή από την οποία προέρχονται και ανάλογα με τη φύση των πηγών που τα παραδίδουν.

Μετά την αναλυτική παρουσίαση των πληροφοριών, είναι σκόπιμο να επιχειρηθεί ένα είδος ιστορικής σύνθεσης, που να συνοψίζει τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία της βιογραφίας του Πέτρου. Ο Πέτρος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Γόνος ευκατάστατων γονέων έτυχε καλής εκπαίδευσης. Η ακριβής χρονολογία της γέννησής του παραμένει άγνωστη. Δεδομένου ότι πέθανε σε ηλικία 70 ετών περί το 922, η γέννησή του, με βάση αυτό το κριτήριο, θα πρέπει να τοποθετηθεί περί το 852.

Προφανώς η οικογένεια του Πέτρου ανήκε πολιτικά στους ενάντιους του αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄ και στους υποστηρικτές του πατριάρχη Νικόλαου Α΄. Ίσως για το λόγο αυτό όλα τα μέλη της προτίμησαν την ασφάλεια της μοναστικής ζωής κατά την περίοδο που οι οπαδοί του πατριάρχη Νικόλαου Α΄ διώκονταν δηλ. μεταξύ του 907 και του 912. Το 912, λίγο μετά το θάνατο του Λέοντα Στ΄ και την επάνοδο του Νικολάου στον πατριαρχικό θρόνο, ο Παύλος, πρεσβύτερος αδελφός του Πέτρου, χειροτονήθηκε μητροπολίτης Κορίνθου.

Ο Πέτρος τον ακολούθησε στην επαρχία και για ορισμένο χρόνο, άγνωστο πόσο, μόνασε στην Κόρινθο. Παρά την αρχική του άρνηση, τελικά δέχτηκε τον επισκοπικό θρόνου Άργους και Ναυπλίου. Υπήρξε εξαίρετος ποιμενάρχης, δίκαιος και φιλάνθρωπος, ενώ ταυτόχρονα υποστήριξε τα γράμματα και την παιδεία. Η γνωριμία του με τον Θεοδόσιο το Νέο υπήρξε μάλλον συμπτωματική. Πέθανε μετά το 920 ή μετά το 922, ενώ οι πιστοί του τον θεωρούσαν ήδη άγιο. Το σκήνωμά του έγινε αιτία συμπλοκής μεταξύ Αργείων και Ναυπλιέων. Τελικά τάφηκε στο Άργος σε άγνωστο ναό.

Τα οστά του έμειναν εκεί επί αιώνες, ως την μεταφορά τους στη Δύση από τους Βενετούς τον 16ο αι. για να επιστρέψουν και πάλι στο Άργος πρόσφατα. Ιδού ό,τι τελικά γνωρίζουμε για τη λαμπρή αυτή προσωπικότητα που τόσο στενά συνδέθηκε με την Αργολίδα και ιδιαίτερα με την πόλη του Άργους.

 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος

Ομότιμος καθηγητής του Université Catholique de Louvain

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το Βίο του Αγίου Πέτρου Άργους», Κυριακή  15  Ιανουαρίου 2012. 

 
Υποσημειώσεις

[1] Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976.

[2] Π. χ. οι μονογραφίες ή τα άρθρα των ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΠΕΤΡΟΥΛΙΑ, Ακολουθία του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Αρχιεπισκόπου Άργους και Ναυπλίου, του θαυματουργού, Αθήνα, 1870, Χ. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Ο  πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός, Αθήνα, 1908, ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Η εκκλησία Άργους και Ναυπλίου, από συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Άργος, 1957, ΙΔΙΟΥ, Ο Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους και ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, εις Αργειακόν Βήμα, της 8ης και 15ης Μαΐου 1966, Ε. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός, 4η έκδ. Αθήνα, 1991, Πρωτοπρεσβύτερου Γ. ΣΕΛΛΗ, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους σημειοφόρος και θαυματουργός. 852-922 από γεννήσεως Χριστού, Άργος, 2008, Αρχιμανδρίτου Κ. ΚΟΡΟΜΠΟΚΗ, Ιερά Ακολουθία επί τη μετακομιδή των ιερών λειψάνων του εν αγίοις πατρός ημών Πέτρου επισκόπου Άργους του θαυματουργού, Άργος, 2008, κλπ.

[3] Βλ. π.χ. K. KRUMBACHER, Geschichte der byzantinischen Litteratur von Justinian bis zum Ende des oströmischen Reiches (527-1453), Μόναχο, 1897, σελ. 167 και σελ. 196, το λήμμα του ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Πέτρος. Επίσκοπος  Άργους, εις Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 10, Αθήνα, 1967, στήλ. 369-371, το λήμμα του A. KAZDAN, Peter of Argos, εις Oxford Dictionary of Byzantium, Οξφόρδη, 1991, στήλ. 1638-1639, το λήμμα του Μ. ΒΑΡΒΟΥΝΗ, Πέτρος όσιος Άργους, εις Λεξικόν της Βυζαντινής Πελοποννήσου, Αθήνα, 1998, σελ. 339-340, κλπ.

[4] Ενδεικτικά αναφέρουμε τις σημαντικότερες μελέτες : Ι. ΣΑΚΚΕΛΙΩΝ, Άργους και Ναυπλίου παλαιοί ιεράρχαι, εις Δελτίον Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος, 2 (1885), σελ. 32-38, Σ. ΛΑΜΠΡΟΣ, Ο κατάλογος των αρχαιοτέρων ιεραρχών Ναυπλίου και Άργους, εις Νέος Ελληνομνήμων, 1-2 (1914-1915), σελ. 122-123, Ι. ΖΕΓΚΙΝΗΣ, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Πύργος, 2η έκδ. 1968, Α. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος, Αθήνα, 1955, Αγνή ΒΑΣΙΛΙΚΟΠΟΥΛΟΥ-ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, Συμβολή στην  ιστορία της μητροπόλεως Άργους, εις Πρακτικά του Β΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα, 1989, σελ. 405-411, P. YANNOPOULOS, Ο επισκοπικός κατάλογος του βυζαντινού ΄Αργους, εις Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Άργος – Ναύπλιον, 6-10 Σεπτεμβρίου 1995), τόμ. Β΄, Αθήνα, 1998, σελ. 361-368, Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η περιστασιακή  επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 3 (1998), σελ. 20-42, ΙΔΙΟΥ, Ο Ναυπλιεύς Θεόδωρος Νικαίας, εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 4 (2000), σελ. 117-169, ΙΔΙΟΥ, Ιστορικές πληροφορίες του Θεοδώρου Νικαίας για την Αργολίδα, εις Βυζαντινός Δόμος, 10-11 (1999-2000), σελ. 149-162,  Ε. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, Δαναός και  Άγιος Πέτρος, εις Δαναός 1894-1994, Άργος, 2η έκδ. 2007, σελ. 9-15, Βούλα ΚΟΝΤΗ, Το Ναύπλιο και οι σχέσεις του με την επισκοπή Άργους κατά τη μέση Βυζαντινή περίοδο, εις Σύμμεικτα, 15 (2002), σελ. 131-148.

[5] Εξαίρεση αποτελεί η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη (www.argolikivivliothiki.gr), με καταχωρημένες ενυπόγραφες αναρτήσεις, αλλά χωρίς παραπομπές.

[6] Παραλείπουμε κάποιες μη βιογραφικού χαρακτήρα εργασίες, όπως π.χ.  τα άρθρα των Ν. ΒΕΗ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών και τα σχετικά σχόλια του Αρέθα Καισαρείας, εις Ελληνικά, 1 (1928), σελ. 337-370, V. VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos and its Historical Significance, εις Traditio, 5 (1947), σελ. 163-191, Α. ΓΛΑΡΟΥ, Το μυστήριο της θείας οικονομίας και η περί Θεοτόκου διδασκαλία του Αγίου Πέτρου επισκόπου  Άργους, εις Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, 44 (2009), σελ. 343-354.

[7] Οι παραπομπές γίνονται στην έκδοση του Βίου του Αγίου Πέτρου Άργους από τον Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976, σελ. 238, § 8.

[8] Ένθ. αν. ο Θεόδωρος τονίζει ότι ο Νικόλαος εξορίστηκε εξαιτίας της σθεναρής στάσης του στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος Στ΄, σημείωση που υπονοεί ότι η χειροτονία του Πέτρου πρέπει να τοποθετηθεί στη δεύτερη πατριαρχεία του Νικολάου.

[9] Το μολυβδόβουλλο εκδόθηκε αρχικά από τον G. SCHLUMBERGER, Sceaux byzantins inédits, εις Revue des Etudes byzantines, 4 (1891), σελ. 118, αριθ. 42, εν συνεχεία από τον Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟ, Βυζαντινά μολυβδόβουλλα του εν Αθήναις  Εθνικού Νομισματικού Μουσείου, Αθήνα, 1917, σελ. 23, και τέλος από τον V. LAURENT, Le Corpus des sceaux de l’empire byzantin, V-I-3 : L’Eglise, Παρίσι, 1963-1972, αριθ. 571.

[10] Τη χρονολόγηση αυτή δέχονται οι εκδότες του μολυβδόβουλλου, αλλά επίσης οι ΒΕΗΣ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών, σελ. 349, και VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos, σελ. 171.

[11] J. D. MANSI, Sacrorum Consiliorum nova et amplissima collectio, Βενετία και Φλωρεντία, 1759-1798, τόμ. 11, στήλ. 645.

[12] MANSI, τόμ. 17Α, στήλ. 377.

[13] N. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ, Ο Βίος του Αγίου Θεοδώρου Κυθήρων, εις Πρακτικά 3ου Πανιονίου Συνεδρίου, Αθήνα, 1967, τόμ. I, σελ. 283.

[14] Τους Λόγους δημοσίευσε αρχικά ο E. RICKENBACH, Storia e scritti di S. Pietro d’Argo, Ρώμη, 1899, και στη συνέχεια ο Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976.

[15] Βλ. το κείμενο του επιγράμματος στον Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976, σελ. 424. Το επίγραμμα παραδίδει ο Ελληνικός Αμβροσιανός  κώδικας 668.

[16] Την άποψη αυτή δέχεται και ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 424-428, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[17] Κριτική έκδοση της αλληλογραφίας από τον  J. DARROUZES, Epistoliers byzantins du Xe siècle (Archives d’Orient Chrétien, 6) Παρίσι, 1960. Η αλληλογραφία του Θεοδώρου έχει κατά καιρούς επισύρει την προσοχή των ερευνητών, βλ. σχετικά εις  ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Θεόδωρος Νικαίας, σελ. 118, σημ. 4. Στο θέμα της διαδοχής του αγίου Πέτρου αναφέρεται στην επιστολή 15.

[18] Βλ. τον Πίνακα 2 του Παραρτήματος, με τον κατάλογο των επισκόπων ΄Αργους και Ναυπλίου.

[19] Τη βιογραφία του Θεοδώρου καθώς και την περί το πρόσωπό του βιβλιογραφία βλ. εις ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Θεόδωρος Νικαίας, σελ. 117 κ. ε.

[20] Την άποψη αυτή δέχονται αβασάνιστα ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 436 και ο N. BEES, Basileios von Korinth und Theodoros von Nikaia, εις Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher, 6 (1927-1928), σελ. 386-387. Όμως ο Θεόδωρος (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1) γράφει ότι έτυχε από τον  Πέτρο «και αυτής ιερωσύνης» όταν ενηλικιώθηκε, αλλά δεν είναι σαφής σε ποιο βαθμό της ιερωσύνης τον χειροτόνησε ο Πέτρος. Το γεγονός ότι χειροτονήθηκε στο βαθμό του επισκόπου στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε μητροπολίτης Νικαίας, σημαίνει ότι δε διετέλεσε επίσκοπος Άργους.

[21]  Στο Βίο Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1, ο Θεόδωρος σημειώνει ότι καθυστέρησε να γράψει τη βιογραφία εξαιτίας των περιπέτειών του, ενώ στη σελ. 254,  § 25, σημειώνει πως όταν συνέταξε τελικά τη βιογραφία του διδασκάλου του ήταν επίσκοπος. Η χειροτονία του Θεοδώρου στον επισκοπικό βαθμό τοποθετείται μετά το 945, βλ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ιστορικές πληροφορίες του Θεοδώρου Νικαίας, σελ 150, σημ. 5.

[22] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232,  § 3-σελ. 236, § 6. Ο Θεόδωρος δεν παραδίδει τα ονόματα των γονέων, αλλά ούτε και της κόρης τους. Για την κόρη αναφέρει μόνον ότι ήταν σε νέα ηλικία και ανύπανδρη, όταν πήγε στο μοναστήρι. Ο Θεόδωρος σημειώνει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 234, § 5) ότι  πριν ακόμα ο Πέτρος και ο Πλάτων να γίνουν μοναχοί, οι  γονείς τους και η αδελφή τους  ήταν «μακαρίως αναπευσάμενοι». 

[23] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 238, § 8-9. Στην Κόρινθο ο Πέτρος εγκαταστάθηκε σε κάποιο μη κατονομαζόμενο μοναστήρι  εκτός πόλεως.

[24] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους,  σελ. 238-240, § 9-10 : την άρνηση του Πέτρου έκαμψαν οι Αργείοι και οι Ναυπλιείς τονίζοντάς του ότι εξαιτίας της χηρείας της επισκοπής, δεν υπήρχαν χειροτονίες πρεσβυτέρων με αποτέλεσμα τα μεν παιδιά να μένουν αβάπτιστα, οι δε νεκροί να θάπτονται χωρίς ιερολογία.

[25] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 242, § 13. Ο Θεόδωρος πάντως υπογραμμίζει (σελ. 242, § 12) ότι εκτός από την περίοδο του λιμού, η επισκοπή ΄Αργους βοηθούσε όλους τους πρόσφυγες που εξαιτίας των βαρβαρικών επιδρομών  εγκατέλειπαν τις εστίες τους.

[26] Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Θεόδωρος αναφέρει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 246-248, § 16) την περίπτωση μιας ιδιαίτερα όμορφης απελεύθερης που την εκμεταλλευόταν  ο «στρατηγός» της Πελοποννήσου. Ο Πέτρος τον υποχρέωσε να την ελευθερώσει. Φαίνεται όμως ότι πρόκειται μάλλον για κοινό τόπο, γιατί ο στρατηγός Πελοποννήσου δεν έδρευε στο Άργος.

[27] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 244, § 14. Βλ. P. YANNOPOULOS, Byzantins et Arabes dans l’espace grec aux IXe et Xe siècles selon les sources hagiographique locales et contemporaines, εις  East and West. Essays  on Byzantine and Arab Worlds in the Middle Ages, έκδ. J. P. Monferrer-Sala, V. Christides, Th. Papadopoullos (= Gorgias Eastern Christian Studies, 15 (2009), σελ. 91-105.

[28] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1. Εξάλλου στην Επιστολή 39, ο Θεόδωρος δηλώνει ότι απέκτησε την κλασική παιδεία, για την οποία υπερηφανευόταν, στο Άργος.

[29] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 244, § 14. Ο Θεόδωρος δε δίνει περισσότερες πληροφορίες για την προέλευση αυτών των ειδωλολατρών, πιθανόν να πρόκειται για τα τελευταία ειδωλολατρικά υπολείμματα των Σλάβων που είχαν εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο κατά την περίοδο των εισβολών τον 7ο αι.

[30] ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 427, ο οποίος υιοθετεί επί του προκειμένου την άποψη του ΖΕΓΚΙΝΗ, Το Άργος, σελ. 294.

[31] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 248-450, § 19.

[32] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 250, § 20.

[33] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 252, § 22.

[34] Ο Κ. Κυριακόπουλος στη νεοελληνική μετάφραση του Βίου Αγίου Πέτρου Άργους (σελ. 253, § 22) θέτει εντός παρενθέσεως «του ναού (της Θεοτόκου)», επειδή όχι μόνο δέχεται λανθασμένα ότι ο άγιος Πέτρος οικοδόμησε τη Νέα με σκοπό να ταφεί μέσα στο ναό, αλλά  δέχεται επίσης, χωρίς κανένα επιχείρημα, ότι η Νέα ήταν ο ναός της Θεοτόκου.

[35] Συνεχιστής του Θεοφάνη, έκδ. I. BEKKER, στο Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Βόννη, 1838, σελ. 417-418.

[36] Την άποψη αυτή δέχονται ο ΒΕΗΣ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών, σελ. 349, και ο VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos, σελ. 163-191, οι οποίοι σχετίζουν την πληροφορία με τις βουλγαρικές επιδρομές στη νότια Ελλάδα επί Συμεών.

[37] Την άποψη αυτή υποστηρίζουν ο P. ORGELS, En marge d’un texte hagiographique. La Vie de S. Pierre d’Argos, 19: La dernière invasion slave dans le Péloponnèse, εις Byzantion, 34 (1964), σελ. 271-287, και ο R. J. H. JENKINS, The Date of the Slav Revolt in Peloponnese under Romanus I, εις Late Classical and Medieval Studies in Honor Albert Mathias Friend Jr., Πρίνσετον, 1955, σελ. 204-211, οι οποίοι θεωρούν ότι πρόκειται για επανάσταση των Σλάβων της Πελοποννήσου.

[38] Ο Θεόδωρος αναφέρει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 242, § 12) και άλλες βαρβαρικές επιδρομές στην Πελοπόννησο ζώντος του αγίου Πέτρου. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα κατά πόσον δεν πρόκειται για κοινό τόπο, που ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται με επιδεξιότητα ανάλογα με τις περιπτώσεις.

[39] Επιστολή 39.

[40] Επιστολή 43.

[41] N. BEES, Basileios von Korinth und Theodoros von  Nikaia, σελ. 385.

[42] MANSI, τόμ. 18, στήλ. 331.

[43] V. GRUMEL, Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople. I : Les actes des patriarches, τόμ. 2-3 : Les regestes de 715 à 1204, Παρίσι, 1η έκδ. 1972, 2η έκδ. 1989, αριθ. 669. Με την άποψη αυτή φαίνεται να τάσσεται και ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 434.

[44]  Ένθ. αν., αριθ. 641.

[45] Πρόκειται για μολυβδόβουλλο του Μουσείου Κορίνθου, βλ. LAURENT, Corpus des sceaux de l’empire byzantin, αριθ. 573.

[46] Πρόκειται για το υπ’ αριθ. 82 μολυβδόβουλλο του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών που δημοσίευσε ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, Βυζαντινά μολυβδόβουλλα του εν Αθήναις  Εθνικού Νομισματικού Μουσείου, αριθ. 82.

[47] Το μολυβδόβουλλο εξέδωσαν οι J. NESBITT και N. OIKONOMIDES, Catalogue of Byzantine Seals at Dumbarton Oaks and in the Fogg Museum of Art, τόμ. 2 : South of the Balkans, the Islands, South of Asia Minor, Ουάσιγκτον, 1994, αριθ. 24.1.

[48] Ο επισκοπικός κατάλογος (βλ. Πίνακα 2 του Παραρτήματος) αναφέρει δύο επισκόπους με το όνομα Νικόλαος (ο 6ος και ο 16ος του καταλόγου), δύο με το όνομα Θεόδωρος (ο 9ος και ο 20ος του καταλόγου) και δύο με το όνομα Γρηγόριος (ο 15ος και ο 18ος του καταλόγου).

[49] Οι παραπομπές γίνονται στην κριτική έκδοση του Συνοδικού από τον J. GOUILLARD, Le Synodikon de l’Orthodoxie, εις  Travaux et Mémoires, 2 (1967).

[50] O ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 415-416, υιοθετεί τη χρονολόγηση του καταλόγου της Παρισινής βιβλιοθήκης που, με βάση τα παλαιογραφικά δεδομένα, τοποθετεί την αντιγραφή του κώδικα στο 15ο αι. Όμως ο κώδικας παραδίδει επίσης τη βιογραφία του Σταυρακίου Μαλαξού, που  συνέγραψε ο Ιωάννης  Ζυγομαλάς. Δεν είναι συνεπώς δυνατόν ο κώδικας να χρονολογηθεί από τον 15ο αι. Για την ιστορία του κώδικα βλ. Ch. ASTRUC και M. L. CONCASTRY, Catalogue des manuscits grecs, III : Le Supplément grec, τόμ. 3, Παρίσι, 1960, σελ. 214-215. Τον κατάλογο των επισκόπων ΄Αργους και Ναυπλίου του κώδικα δημοσίευσε αρχικά ο ΣΑΚΚΕΛΙΩΝ, Άργους και Ναυπλίου παλαιοί ιεράρχαι, σελ. 32-38 και εν συνεχεία ο ΛΑΜΠΡΟΣ, Ο κατάλογος των αρχαιοτέρων ιεραρχών Ναυπλίου και Άργους, σελ. 122-123. Ο P. SCHREINER, Die byzantinischen Kleinchroniken I (= Corpus Fontium Historiae Byzantinae, XII/1 : Chronica byzantina breviora), Βιέννη, 1975, αριθ. 32,6, σελ. 229, δημοσίευσε τον σχολιασμένο από τον Ζυγομαλά κατάλογο ως Βραχύ χρονικό.

[51] ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 416-417.

[52] Το Βίο δημοσίευσε  ο ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Νέον Εκλόγιον, 1η έκδ. Βενετία, 1803, σελ. 183-192, 2η έκδ. Κωνσταντινούπολη, 1863, σελ. 164-172. Οι παραπομπές γίνονται στην έκδοση της Κωνσταντινούπολης. Η πληρέστερη μελέτη περί του Νικολάου Μαλαξού παραμένει του Π. Π. ΠΕΤΡΗ, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου (1500ci-1594), εις Πελοποννησιακά, 3-4 (1958-1959), σελ. 348-375. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. P. YANNOPOULOS, Hosios Théodose le Jeune : Personnage historique ou légentaire ?, εις Byzantion, 76 (2006), σελ. 372-401.

[53] Βίος Αγίου Θεοδοσίου,  σελ. 165.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »