Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Τζένη Ντεστάκου’

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων «Διδύμου» την εικοσαετία 1838 -1858  &  1859-1879 | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Με το υπ. αρ.11737/16 Απριλίου 1837 έγγραφο τού «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα» διορίζεται, ως δημοδιδάσκαλος, στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμου ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος από τη Χαλκίδα.

Γεώργιος Γλαράκης (1789-1855). Γεννήθηκε στη Xίο και σπούδασε ιατρική στη Γοττίγγη και τη Bιέννη. Αναμίχτηκε στον Αγώνα και διετέλεσε πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, υπουργός Nαυτικών, Eξωτερικών, Eσωτερικών, και Παιδείας. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δύο, σχεδόν, χρόνια αργότερα ο Υποδιοικητής Σπετσών και Ερμιονίδος στέλνει την υπ’ αριθμ. 37/8 Φεβρουαρίου 1839 αναφορά του προς τη Γραμματεία «Περί διαγωγής του δημοδιδασκάλου του Διδύμου». Ο Γραμματέας (Υπουργός), Γεώργιος Γλαράκης, επιστρέφει την αναφορά του στον Διοικητή Αργολίδας με την εντολή να λάβει σαφείς και ακριβείς πληροφορίες για τη διαγωγή του δημοδιδασκάλου και να αναφέρει σχετικά. Στις 26 Αυγούστου 1839 ο Διοικητής Αργολίδας ενημερώνει για τις ενέργειές του λέγοντας ότι η αναφορά του Υποδιοικητή Σπετσών «Περί καλής διαγωγής του δημοδιδασκάλου» δημιουργεί ορισμένες αμφιβολίες και την υπόνοια ότι ο Υποδιοικητής έχει επηρεασθεί από την αναφορά του Ειρηνοδίκη.

Γεγονός είναι ότι τα κομματικά πάθη τροφοδότησαν και μεγένθυναν τις όποιες κατηγορίες. Έβλαψαν, όμως, και την τοπική κοινωνία με αποτέλεσμα από τους εβδομήντα (70) μαθητές που φοιτούσαν στο Σχολείο, να παραμείνουν είκοσι (20) και στις εξετάσεις να εμφανιστούν μόνο τέσσερις (4) μαθητές. Μετά από έντονες διαμαρτυρίες και αλλεπάλληλες αναφορές του Υποδιοικητή Σπετσών, του Δημάρχου Ερμιόνης και των κατοίκων του Διδύμου ο Γραμματέας μετέθεσε τον δημοδιδάσκαλο Κωνσταντίνο Πιπινόπουλο στη Δρυόπη Τροιζηνίας, ενώ με το από 20 Απριλίου 1843 έγγραφό του ενημέρωνε για τη μετάθεση του ανωτέρω δημοδιδασκάλου τον Υποδιοικητή Σπετσών και Ερμιονίδας.

Με το πέρας των ως άνω γεγονότων στο Σχολείο διορίστηκε, ως δημοδιδάσκαλος, ο Κωνσταντίνος Δημητριάδης από τις Μυκήνες. [1] Ωστόσο ο διορισμός του στο Δίδυμο κατόπιν των όσων είχαν συμβεί, δεν ήταν γι’ αυτόν ιδιαίτερα ευχάριστος. Μετά από έναν χρόνο παραμονής του στο χωριό, στις 16 Νοεμβρίου 1844, αιτήθηκε από τον Γραμματέα μετάθεση στην ιδιαίτερή του πατρίδα. Πιστεύουμε πως η αίτηση μετάθεσης του Κωνσταντίνου Δημητριάδη δεν ικανοποιήθηκε άμεσα και ότι παρέμεινε στο Δίδυμο για μια τετραετία, περίπου, μέχρι το 1848. Τότε πήρε μετάθεση για την Ελευσίνα (1848) και κατόπιν για την πατρίδα του, τις Μυκήνες, όπου παρέμεινε μόνο 6 μήνες, γιατί με το υπ’ αριθμ.13187/28 Δεκεμβρίου 1849 έγγραφο του Γραμματέα μετατέθηκε στην Πυργέλα Αργολίδας (1849). [2] Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πυργέλα ζήτησε, με αναφορά του, άδεια σύστασης ιδιωτικού σχολείου στο Άργος, η οποία και του χορηγήθηκε. Στη συνέχεια υπηρέτησε στον Αχλαδόκαμπο (1851) και την Επίδαυρο (1852). Ως εκ τούτου το Σχολείο του Διδύμου παρέμεινε τουλάχιστον για 2 ή 3 χρόνια κλειστό. Αυτό αποτυπώνεται και στον στατιστικό πίνακα «των κατά το 1849 Δημοτικών Σχολείων του Κράτους» που υποβλήθηκε στον Υπουργό το 1850, όπου Δημοτικό Σχολείο Διδύμου δεν εμφανίζεται. [3]

Με την υπ’ αρ. 4324/15 Ιουνίου 1849 αναφορά του προς το Υπουργείο «επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως» ο Νομάρχης Αργολίδας ζητεί τον διορισμό δημοδιδασκάλου στο Σχολείο του Διδύμου. Είχε προηγηθεί και η αναφορά των κατοίκων του χωριού προς τον Έπαρχο Σπετσών και Ερμιονίδος, όπου σημειώνεται ότι με την έλλειψη δημοδιδασκάλου βλάπτεται ανεπανόρθωτα η νεολαία του χωριού, ενώ το διδακτήριο το οποίο είχε παραχωρηθεί από τον Κυβερνήτη για την πολυετή στέγαση του Σχολείου, βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Επίσης στην αναφορά του προς το Υπουργείο ο Νομάρχης Αργολίδας σημείωνε ότι, σύμφωνα με τα όσα ο Έπαρχος αναφέρει σε αυτόν, οι κάτοικοι του Διδύμου είχαν φροντίσει να προμηθευτούν και τα απαραίτητα βιβλία για τις ανάγκες του Σχολείου. Στο Σχολείο, όμως, καθώς φαίνεται, δημοδιδάσκαλος δεν διορίστηκε.

Με την υπ’ αριθμ. 2751/10 Μαΐου 1850 αναφορά του προς το Υπουργείο ο Νομάρχης Αργολίδας αναφέρει ότι ζήτησε από τον Δήμαρχο Ερμιόνης Ιωάννη Γ. Οικονόμου τον διορισμό του δημοδιδασκάλου Κωνσταντίνου Πιπινόπουλου, προσώπου αποδεκτού από τους κατοίκους του Διδύμου. Προσκάλεσε, μάλιστα, τον Δήμαρχο να πληρώσει τον δημοδιδάσκαλο από το Δημοτικό Ταμείο, αλλά αυτός αρνήθηκε κατηγορώντας τον δημοδιδάσκαλο ως «ραδιούργο». Αλλά και η απόφαση της εφορευτικής επιτροπής «ουδόλως διαφέρει εκείνης του Δημάρχου», αφού ήταν «υποκινούμενη» από εκείνον.

Ακολούθησαν δύο ακόμα αναφορές του Νομάρχη Αργολίδας, η υπ’ αριθμ. 3210/17 Μαΐου 1850 και η υπ’ αριθμ. 4376/22 Ιουνίου 1850 προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για το ίδιο θέμα, αλλά λύση, σύμφωνα με τα έγγραφα που μελετήσαμε, δεν δόθηκε. [4]

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795 Καστρί Κυνουρίας -1864). Το 1836 διορίστηκε διευθυντής του Διδασκαλείου και επιθεωρητής των διδακτικών ιδρυμάτων της Πελοποννήσου.

Με την εκλογή νέας Δημοτικής Αρχής και επί Δημαρχίας Δημητρίου Νικολάου ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος επανήλθε στη θέση του, καθώς οι αντιστάσεις είχαν πλέον καμφθεί. Υπογράφει, ως δημοδιδάσκαλος Διδύμου, δυο αναφορές (την από 1 Οκτωβρίου 1850 και την από 19 Δεκεμβρίου 1851), αιτούμενος απλήρωτους μισθούς παρελθόντων μηνών. Στο Σχολείο του Διδύμου φαίνεται να παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια της 10/ετίας του 1950.

Να σημειώσουμε ότι με το υπ’ αριθμ. 651/21 Ιουνίου 1851 έγγραφό του ο Γενικός Επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων Πελοποννήσου Ιωάννης Κοκκώνης ζήτησε τον αριθμό, το είδος και το κόστος των βιβλίων της βιβλιοθήκης του Σχολείου του Διδύμου. Υποβλήθηκε η παρακάτω ανυπόγραφη κατάσταση με το συνολικό κόστος των βιβλίων να ανέρχεται στις 46,60 δραχμές. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι τα βιβλία αυτά ήσαν τα εξής:

 

 

Τέλος ο Γενικός Επιθεωρητής ζήτησε από τον Έπαρχο Σπετσών να διατάξει «τα δέοντα προς ασφαλή αποστολή των εισηγμένων βιβλίων» απαντώντας στο υπ’ αρ. 151/3 Μαΐου 1851 έγγραφό του.

 

 

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων την εικοσαετία

1859-1879

 

 

Εισαγωγικά

 

Όπως είναι γνωστό με το Β.Δ. της 24ης -12-1841 έγινε συγχώνευση των Δήμων Ερμιόνης και Διδύμου σε έναν Δήμο με την ονομασία «Δήμος Ερμιόνης». Έτσι το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμου, για μια 15/ετία, ήταν το 2ο Δημοτικό Σχολείο του Δήμου Ερμιόνης. Με νέο Β.Δ. στις 20 Αυγούστου 1866 «Περί διαιρέσεως του Δήμου Ερμιόνης…», που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 60/29-8-1866, ο ενιαίος Δήμος διασπάστηκε εκ νέου σε δυο Δήμους ήτοι Ερμιόνης και Διδύμων.

 

Στοιχεία της λειτουργίας του Σχολείου

 

Το σχολικό έτος 1859-1860, σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο (1860) της 1ης τριμηνίας, το Σχολείο Διδύμων είχε τον Ιανουάριο πενήντα πέντε (55) μαθητές, τον Φεβρουάριο πενήντα πέντε (55) και τον Μάρτιο πενήντα πέντε (55). Λειτούργησε σε κλάσεις, ενώ υπήρχε και συνδιδακτικό τμήμα, όπου φοιτούσαν δέκα (10) μαθητές. Οι μαθητές του σχολείου «φιλοτιμούνται εις την μάθησιν» είναι «εύτακτοι και ευπηθείς» και διδάσκονται Γραφή, Ανάγνωση, Αριθμητική και Χριστιανική διδασκαλία.

Δημοδιδάσκαλος του Σχολείου ήταν ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος, Γ΄ τάξεως, απόφοιτος του Β΄ Διδασκαλείου Αθηνών και ο μισθός του ανερχόταν στις εξήντα (60) δραχμές μηνιαίως. Το διδακτήριο, ενώ βρισκόταν σε καλή γενικά κατάσταση, παρουσίαζε και πολλές ελλείψεις. Σύμφωνα με την έκθεση της επιθεωρητικής επιτροπής, που την υπογράφει ο πάρεδρος Α. Αντωνόπουλος και τα μέλη της παπα-Δημήτριος Μπάρδης και Αναγνώστης Αντ. Αντωνόπουλος, δεν υπάρχει το γραφείο της έδρας του διδασκάλου, λείπουν οι σανιδοπίνακες και τα παράθυρα χρειάζονται επισκευή. Ο αριθμός των μαθητών κάθε χρόνο αυξάνεται, ενώ ο διδάσκαλος εκτελεί με ευσυνειδησία τα καθήκοντά του. Για τους ανωτέρω λόγους η επιθεωρητική επιτροπή παρακαλεί τον Δήμαρχο Ερμιόνης Ιωάννη Γ. Οικονόμου, να φροντίσει για την ευπρέπεια του περιβάλλοντα χώρου του Σχολείου.

 

Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διδύμων Αργολίδας, 1900. Δημοσιεύεται στο: Καλαφάτη, Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929), Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1860-1861, το Σχολείο είχε κατά τι λιγότερους μαθητές. Έτσι, σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της 2ης τριμηνίας (1861), τον Απρίλιο ενεγράφησαν πενήντα (50) μαθητές, τον Μάιο πενήντα (50) και τον Ιούνιο σαράντα (40). Δημοδιδάσκαλος του Σχολείου παρέμεινε ο ίδιος, με μηνιαίο μισθό ογδόντα (80) δραχμές, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία της λειτουργίας του Σχολείου παρέμειναν αμετάβλητα. Το τριμηνιαίο δελτίο έχει ημερομηνία 1 Ιουλίου 1861.

Κατά το σχολικό έτος 1861-1862 το Σχολείο λειτούργησε κανονικά σύμφωνα με την έκθεση της επιθεωρητικής επιτροπής, οι ελλείψεις, ωστόσο, παραμένουν. Οι εγγραφέντες μαθητές για την 3η τριμηνία (1862), σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο, είναι για τον Ιούλιο σαράντα (40), τον Αύγουστο σαράντα (40) και τον Σεπτέμβριο σαράντα (40). Δημοδιδάσκαλος και πάλι ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος.

Το σχολικό έτος 1864-1865 ο αριθμός των μαθητών αυξήθηκε κατά δέκα (10) και ανέρχονταν κατά τη 2η τριμηνία (1865) σε πενήντα πέντε (55) τον Απρίλιο, πενήντα πέντε (55) τον Μάιο και πενήντα οκτώ (58) τον Ιούνιο.

Η σχολική χρονιά 1865-1866 είναι η τελευταία που το Σχολείο υπαγόταν στον Δήμο Ερμιόνης και είχε τότε σαράντα πέντε (45) μαθητές (τριάντα πέντε -35- αγόρια και δέκα -10- κορίτσια). Δημοδιδάσκαλος ήταν ο Δημήτριος Παπασωτηρίου, Γ’ τάξεως, απόφοιτος του Β΄ Διδασκαλείου Αθηνών. [6] Για το σχολικό έτος 1868-1869 στον τριμηνιαίο έλεγχο της 2ης τριμηνίας (Απρίλιος – Ιούνιος) με ημερομηνία υποβολής την 17η Ιουλίου 1869, δεν αναγράφεται ο αριθμός των μαθητών, ενώ δημοδιδάσκαλος παραμένει ο Δημήτριος Παπασωτηρίου.

Στην 4η τριμηνία (1870) του σχολικού έτους 1870-1871 ενεγράφησαν τον Οκτώβριο οκτώ (8) μαθητές, τον Νοέμβριο δέκα (10) και τον Δεκέμβριο δέκα τρεις (13) σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο. Δημοδιδάσκαλος είναι ο Δημήτριος Παπασωτηρίου και ο μηνιαίος μισθός του εξήντα (60) δραχμές. Το διδακτήριο και το υλικό του Σχολείου βρίσκονται σε μέτρια κατάσταση. Φανερά μειωμένος είναι ο αριθμός των εγγραφών με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς (Δ΄ τριμηνία), για άγνωστους λόγους.

Ως σημαντικό γεγονός για το σχολικό έτος 1875-1876 καταγράφεται η συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 1876 του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Διδύμων για την ίδρυση Δημοτικού Σχολείου Θηλέων, έναν μήνα μετά το σχετικό έγγραφο της 16ης Ιανουαρίου 1876 του Υπουργού Γεωργίου Ιωαν. Μίληση. Ωστόσο πληροφορίες για τη λειτουργία του Σχολείου τα επόμενα πέντε χρόνια δεν εντοπίσαμε.

Το σχολικό έτος 1876-1877 ενεγράφησαν στο Σχολείο εξήντα επτά (67) μαθητές, φοίτησαν εξήντα (60), εξετάσθηκαν πενήντα δύο (52), απολύθηκαν δύο (2) και αρίστευσαν δέκα τρεις (13), σύμφωνα με τον «Γενικό Έλεγχο» του Σχολείου που κλείνει με ημερομηνία 21 Αυγούστου 1877 και τον υπογράφει ο δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Παπασωτηρίου. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν ο ιερέας Ιωάννης Παπαδημητρίου και ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος.

Το μεθεπόμενο σχολικό έτος 1878-1879 φοίτησαν πενήντα οκτώ (58) μαθητές, εξετάσθηκαν πενήντα (50), απολύθηκαν δύο (2) και αρίστευσαν οκτώ (8), σύμφωνα με τον «Γενικό Έλεγχο» του Σχολείου που κλείνει με ημερομηνία 29 Ιουλίου 1879 και υπογράφεται από τον δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Παπασωτηρίου. Στην εξεταστική επιτροπή συμμετείχε ο ιερέας Αντώνης Ιωάν. Αντωνόπουλος.

 

Γενικές παρατηρήσεις

  • Ο αριθμός των μαθητών που φοιτούσαν στο Σχολείο ήταν κατώτερος του στόχου του 10% που είχε θέσει το Υπουργείο επί του συνολικού πληθυσμού. Τότε ο πληθυσμός του Διδύμου αριθμούσε τους εννιακοσίους (900) κατοίκους.
  • Τα κορίτσια που φοιτούσαν στο Σχολείο ήταν περίπου το ¼ των αγοριών, όπως άλλωστε συνέβαινε σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα.
  • Το Σχολείο στεγαζόταν στο «παραχωρηθέν εθνικόν οσπίτιον κείμενον εν τω χωρίω» από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

 

Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος

Ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος με καταγωγή από τη Χαλκίδα διορίστηκε το 1837 στο Δίδυμο, όπου και παντρεύτηκε. Η κόρη του, Σταματίνα, παντρεύτηκε κάποιον Δραπανιώτη. Ο γιος τους, Δημήτριος, υιοθετήθηκε από τον παππού του – από μητέρα- και έφερε το επίθετό του (Πιπινόπουλος). Σπούδασε Νομικά και δικηγορούσε στη Λάρισα. Η κόρη του, Μαρίκα, παντρεύτηκε τον Γεώργιο Σωτηρίου, καθηγητή Θεολογίας και Ακαδημαϊκό, από τις Σπέτσες.

Δημήτριος Παπασωτηρίου

Ο Δημήτριος Παπασωτηρίου καταγόμενος από την Τροιζήνα, διορίστηκε στα Δίδυμα, παντρεύτηκε την κόρη του Γεωργίου Αντωνόπουλου και παρέμεινε στα Δίδυμα, όπου δίδαξε για πολλά χρόνια. Ο τιμώμενος δημοδιδάσκαλος είναι προπάππος του Διδυμιώτη διδασκάλου Δημητρίου Σερέτη.[7]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Α΄, «Διδύμου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων», Φακ. 1532-1533.

[2] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Παύσεις Μεταθέσεις…», Φακ. 132.

[3] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Οργανισμός λειτουργίας…», Φακ. 133.

[4] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάσταση των εκπαιδευτηρίων», Φακ. 175.

[5] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Βιβλιοθήκαι των Δημοτικών Σχολείων», Φακ. 171.

[6] Περισσότερα στοιχεία για τη λειτουργία του Σχολείου για το έτος 1865-1866 δημοσιεύονται στο υπό έκδοση βιβλίο μας «Τα Δημοτικά Σχολεία του Δήμου Ερμιόνης, 1863-1899».

[7] Τις πληροφορίες για τους δύο δημοδιδασκάλους έδωσε ο πολυμαθέστατος, αγαπητός φίλος και εκλεκτός Νομικός-Δικηγόρος Κύριος Δημήτριος Αντωνόπουλος. Φαίνεται πως την 20/ετία αυτή (1859-1879) δύο μόνο δημοδιδάσκαλοι δίδαξαν στο Σχολείο: Ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος (1859-1864) και ο Δημήτριος Παπασωτηρίου (1865-1879).

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου κατά την περίοδο 1847-1859 & 1860 -1879 | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Το έτος 1847 υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου ο Ιωάννης Πάνος. Με την από 4 Ιουνίου 1847 αναφορά του ζητούσε να του καταβληθούν οι μισθοί των προηγουμένων μηνών, ειδάλλως θα υποχρεωνόταν να υποβάλλει την παραίτησή του. [1] Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο Ιωάννης Πάνος παρέμεινε και τον επόμενο χρόνο (1848) στη θέση του, ενώ στη συνέχεια πήρε μετάθεση για τον Πόρο.

Την ίδια περίοδο προβλήματα είχε και το διδακτήριο του Σχολείου. Με την υπ’ αριθμ. 7408/28 Δεκεμβρίου 1848 αναφορά του προς τον Υπουργό ο Νομάρχης Αργολίδας, αναφέρει ότι «το διδακτήριο του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου μετά και την προτροπή σας όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλ’ έκτοτε εχειροτέρευσεν. Η δε δημοτική αρχή Κρανιδίου, απροκαλύπτως ομολογούσης ως οικτράν την κατάστασιν αυτήν, μέχρις ότου νέα πρόσωπα αντικαταστήσωσι τα μέχρι τούδε διέποντα τα του Δήμου. Τοιαύτης ούσης της καταστάσεως δεν δυνάμεθα να γνωμοδοτήσωμεν περί του διορισμού δημοδιδασκάλου καθότι το διδακτήριο είναι ετοιμόροπον».[2]

Για τα θέματα εξάλλου της μισθοδοσίας των δημοδιδασκάλων ο Νομάρχης Αργολίδας με την από 23 Οκτωβρίου 1848 αναφορά του είχε διατυπώσει προς τον Υπουργό το παράπονο όλων σχεδόν των δημοδιδασκάλων, καθώς το ήμισυ των μισθών τους που καταβάλλεται από το Δημόσιο Ταμείο, δεν το είχαν λάβει εδώ και αρκετούς μήνες.[3]

Στη συνέχεια με το υπ’ αριθμ. 522/18 Φεβρουαρίου 1849 έγγραφό του ο επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέας πληροφορεί τον Νομάρχη Αργολίδας ότι:

«Αν και επανειλημμένως σας προσκαλέσαμεν να μας ενημερώσετε περί της καταστάσεως του Σχολείου Μάσητος και να προτείνετε τον διορισμόν δημοδιδασκάλου εις αυτό το Σχολείον εισέτι όμως δεν ελάβομεν ουδεμίαν απάντησιν, έχοντας υπ’ όψιν την υπ’ αριθμ. 9 πράξιν του Επαρχιακού Συμβουλίου διορίζομεν ως δημοδιδάσκαλον τον Δημήτριον Αντωνάκην δημοδιδάσκαλον Θυρέας».

Ο διορισμός έγινε με την υπ’ αριθμ. 238/17 Φεβρουαρίου 1849 πράξη. [4] Αιτιολογώντας την καθυστέρηση που επέδειξε ο Νομάρχης Αργολίδας ανέφερε στον Υπουργό με το υπ’ αριθμ. 1391/7 Μαρτίου 1849 έγγραφό του ότι η Δημοτική Αρχή αδυνατεί να γνωμοδοτήσει για τον διορισμό δημοδιδασκάλου, καθώς το κτήριο που στεγάζεται το σχολείο κρίνεται ακατάλληλο, με αποτέλεσμα τη διακοπή της λειτουργίας του.

Έναν χρόνο, σχεδόν, μετά τον διορισμό του, ήτοι στις 5 Μαΐου 1850, ο δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Αντωνάκης αναφέρει στο Υπουργείο «τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην εξαργύρωση των χρηματικών ενταλμάτων για την μισθοδοσία του».[5]

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1850 επανέρχεται με νέα αναφορά του και ενημερώνει τον Υπουργό ότι λαμβάνει την μισθοδοσία την εκ μέρους της Κυβέρνησης μόνον και όχι από τον Δήμο. Εδώ και είκοσι μήνες «δεν έλαβον ούτε οβολόν απέναντι της εκ του Δήμου μισθοδοσίας μου», αναφέρει. [6]

Με το υπ’ αριθμ. 4375/24 Ιουλίου 1850 έγγραφό του ο Νομάρχης Αργολίδας στέλνει προς έγκριση στο Υπουργείο την επιτροπή των εξετάσεων αποτελούμενη από τους: Αναγνώστη Γουζούαση, Ανδρέα Πέπα, Αναγνώστη Π. Φασιλή, Βασίλειο Χαρακόπουλο και τον ιερέα Ιωάννη Σακελλαρίδη, η οποία και εγκρίθηκε από τον Υπουργό. [7]

Με την υπ’ αριθμ. 6173/2 Σεπτεμβρίου 1850 αναφορά του ο Νομάρχης Αργολίδας αποστέλλει τον πίνακα των θερινών εξετάσεων του Σχολείου στον επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα. Αυτός με το από 16 Σεπτεμβρίου 1850 έγγραφό του εκφράζει τις ευχαριστίες του και την ευαρέσκειά του προς τον δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Αντωνάκη. Πραγματικά ο Δημήτριος Αντωνάκης ήταν ένας εργατικός και τίμιος δημοδιδάσκαλος, γι΄ αυτό και οι κάτοικοι του Κρανιδίου τον σέβονταν και τον αγαπούσαν.[8]

Τον επόμενο χρόνο (1851) ο Δ. Αντωνάκης φαίνεται πως μετατίθεται στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Πόρου, ενώ ο δημοδιδάσκαλος Ιωάννης Πάνος μετατίθεται για δεύτερη φορά στο Κρανίδι.[9]

Στις 27 Οκτωβρίου 1851 ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος στέλνει αναφορά προς το Υπουργείο γράφοντας τα εξής:

«Με λύπη μου εδέχθην την άνευ λόγου μετάθεσίν μου εις Κρανίδιον. Μόλα ταύτα προθυμοποιούμαι να υπακούσω την διαταγήν του Σου Υπουργείου. Εις την θέσιν ταύτην και προ χρόνων υπηρέτησα δια δύο έτη, αλλά δεν πληρωνόμουν από τον Δήμον, αλλά ούτε οι προ εμού υπηρετήσαντες που κατέφυγαν στα δικαστήρια. Προβλέπω δε ότι ούτε τώρα θα πληρωθώ».

Φαίνεται πως ο Δήμος Κρανιδίου δεν ήταν ιδιαίτερα φιλικός προς τους δημοδιδασκάλους και γενικότερα προς τα θέματα της εκπαίδευσης. Για τον λόγο αυτό ούτε αποδιδόταν στους δημοδιδάσκαλους ο μισθός τους, ούτε διατίθονταν χρήματα για τις επισκευές του διδακτηρίου και την αγορά των απαραιτήτων μέσων διδασκαλίας. Το φαινόμενο αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια.

Ο Υπουργός προβληματισμένος από την αναφορά του Ιωάννη Πάνου εισηγήθηκε με το από 15 Δεκεμβρίου 1851 έγγραφό του τη μετάθεσή του στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Ύδρας. Δημοδιδάσκαλος στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Ύδρας ήταν ο Γεώργιος Μαρινιώτης, ο οποίος είχε μετατεθεί στην Ύδρα από τις Βρασιές, με το υπ’αριθμ.10991/11 Αυγούστου 1848 έγγραφο του Υπουργείου, αντί του Δημητρίου Καλκάνη, που ήταν απασχολημένος στην Κόρινθο με την μισθοδοσία του και καθυστέρησε να αναλάβει υπηρεσία. Ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στις ογδόντα (80) δραχμές.

Έτσι ο δημοδιδάσκαλος του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Ύδρας Γεώργιος Μαρινιώτης μετατέθηκε στο Κρανίδι. Με τις ενέργειες του ανωτέρω δημοδιδασκάλου (οι από 19 Φεβρουαρίου 1852 και από 20 Απριλίου 1852 σχετικές αιτήσεις του) και επί Δημαρχίας Βασιλείου Νόνη δόθηκαν από το Υπουργείο στον βουλευτή Ερμιονίδας Ανδρέα Πέπα βιβλία για τις ανάγκες των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου Κρανιδίου.[10]

 

 

Στο Κρανίδι λειτουργούσε Γραμματοσχολείο,

με δημοδιδάσκαλο αμειβόμενο

από τους γονείς των μαθητών, καθώς η μετάβαση

στο Δημόσιο σχολείο της πόλης δεν ήταν εύκολη

 

 

Ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός είναι και το ακόλουθο. Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 8002/15 Νοεμβρίου 1852 αναφορά του Νομάρχη Αργολίδος προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για την κατάσταση των εκπαιδευτηρίων της Νομαρχίας αναφέρεται ότι στο Κρανίδι λειτουργούσε Γραμματοσχολείο, με δημοδιδάσκαλο αμειβόμενο από τους γονείς των μαθητών, καθώς η μετάβαση στο Δημόσιο σχολείο της πόλης (απόσταση 20 λεπτών) δεν ήταν εύκολη. Εκτός, όμως, από αυτό, όπως ισχυρίζονταν οι γονείς των μαθητών, ο διδάσκαλος, ο οποίος διέμενε στην ίδια γειτονιά με τους μαθητές, τους «παιδαγωγούσε» στον ελεύθερο χρόνο τους. Το έτος ίδρυσης/κατάργησης του ανωτέρω Γραμματοσχολείου παραμένει άγνωστο.

Τον κατάλογο των εκατόν έξι μαθητών (106) του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου που εξετάσθηκαν κατά τις θερινές εξετάσεις της 14ης Αυγούστου 1853, υπογράφει ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Μαρινιώτης. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Άγγελος Γουζούασης, Ιωάννης Ζέρβας και ο ιερέας Ιωάννης Σακελλαρίδης.

Στο από 4 Σεπτεμβρίου 1853 έγγραφο ο Νομάρχης Αργολίδας αναφέρει ότι ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Μαρινιώτης επέδειξε επιμέλεια και ο μισθός του ανέρχεται στις ογδόντα δραχμές (80 δρχ.) πληρωτέος «εξ ημισείας» από το Δημοτικό και Δημόσιο ταμείο.

Να σημειώσουμε ότι κατά το σχολικό έτος 1852-1853, σύμφωνα με τον πίνακα των εγγραφών της 19ης Αυγούστου 1853, ενεγράφησαν στο σχολείο εκατόν ενενήντα επτά (197) μαθητές. Τότε το Κρανίδι αριθμούσε τους επτά χιλιάδες (7.000) κατοίκους.[11]

Το έτος 1854 στο υπ’ αριθμ. 10345/27 Νοεμβρίου 1854 έγγραφο του Νομάρχη Αργολίδας προς τον Υπουργό αναγράφονται προς έγκριση τα ονόματα της εξεταστικής επιτροπής αποτελούμενης από τους: Γεώργιο Δέδε, Λογοθέτη Ζέρβα, Χρήστο Φασιλή, Σπηλιώτη Κρέστα, Κοσμά Τσαμαδό και Χρήστο Βενέτη. Δήμαρχος ήταν τότε ο Άγγελος Γουζούασης.

Τον επόμενο χρόνο, 1855, ο Γεώργιος Μαρινιώτης μετατέθηκε στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Τρίπολης. Απεβίωσε 21 χρόνια αργότερα στις 4 Σεπτεμβρίου 1876.

Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια δεν γνωρίζουμε ονόματα δημοδιδασκάλων του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, ούτε εντοπίσαμε έγγραφα σχετικά με τη λειτουργία του. Το 1859 δημοδιδάσκαλος του Σχολείου ανέλαβε ο Ιωάννης Γλύνης.

 

 

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου

κατά την περίοδο 1860 -1879

 

 

Το σχολικό έτος 1860-1861 δημοδιδάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου ήταν ο Ιωάννης Μ. Γλύνης, Β΄ τάξεως, που αποφοίτησε από το Β΄ Διδασκαλείο Αθηνών. Κατά την Α΄ τριμηνία (1861) ενεγράφησαν στο σχολείο τον Ιανουάριο τριακόσιοι οκτώ (308) μαθητές, τον Φεβρουάριο τριακόσιοι (300) και τον Μάρτιο τριακόσιοι τρεις (303), ενώ κατά τη Β΄ τριμηνία (1861), τελευταία του σχολικού έτους 1860 – 1861, ενεγράφησαν τον Απρίλιο διακόσιοι είκοσι (220) μαθητές, τον Μάιο διακόσιοι δώδεκα (212) και τον Ιούνιο διακόσιοι εβδομήντα εννέα (279). Το Κρανίδι αριθμούσε τότε έξι χιλιάδες εξακόσιους δεκαεννέα (6.619) κάτοικους.

Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το υπ’ αριθμ. 2585/16 Ιουνίου 1861 έγγραφο του Επάρχου Σπετσών και Ερμιονίδος προς τη Νομαρχία Αργολίδος «Περί της καταστάσεως των Δημοτικών Σχολείων της Επαρχίας», όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι:

Δεν αναπληρώθηκαν οι υφιστάμενες ελλείψεις, όπως αναφέρθηκαν στους ελέγχους της Α΄ τριμηνίας στα σχολεία Κρανιδίου και Ερμιόνης. Στον μεν δήμο Κρανιδίου εξαιτίας της αμέλειας και της ανικανότητας της δημοτικής αρχής αλλά και στην όχι καλή διαχείριση των δημοτικών πόρων. Στον δε δήμο της Ερμιόνης εξαιτίας της έλλειψης δημοτικού εισπράκτορα ώστε να εισαχθούν χρήματα στο Δημοτικό Ταμείο.

Νικόλαος Σκλιάς

Το επόμενο σχολικό έτος 1861-1862 δημοδιδάσκαλος παρέμεινε ο ίδιος. Σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της Δ’ τριμηνίας (1861) στο σχολείο, «χωρητικότητας» τετρακόσιων (400) μαθητών, ενεγράφησαν τον Οκτώβριο τριακόσιοι σαράντα οκτώ μαθητές (348), τον Νοέμβριο τριακόσιοι σαράντα τρεις (343) και τον Δεκέμβριο τριακόσιοι σαράντα εννέα (349). Τη Β΄ τριμηνία (1862) ενεγράφησαν τον Απρίλιο διακόσιοι δεκατρείς (213), τον Μάιο διακόσιοι δύο (202) και τον Ιούνιο διακόσιοι δεκαπέντε (215) μαθητές. Είναι φανερό ότι κατά τη Β΄ τριμηνία ο αριθμός των  εγγραφέντων μαθητών ήταν λιγότερος κατά εκατόν τριάντα (130). Το σχολικό έτος 1862-1863 καθήκοντα δημοδιδασκάλου ασκούσε ο Νικόλαος Σκλιάς, ιερέας, εξαιρετικά προσεκτικός και καλλιγράφος, βοηθούμενος από τον υποδιδάσκαλο Ιωάννη Νίκα.

Το σχολείο λειτουργούσε με τρία (3) συνδιδακτικά τμήματα και οκτώ (8) κλάσεις αλληλοδιδακτικών τμημάτων. Οι μαθητές που φοιτούσαν αριθμούσαν τους τριακόσιους εξήντα τέσσερις (364), από τους οποίους εξετάσθησαν οι τριακόσιοι τριάντα δύο (332). Η κατανομή των μαθητών ανά τμήμα/κλάση είχε ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: τριάντα δύο (32)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: έντεκα (11)
  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι εννέα (29)
  • Η΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: τριάντα τέσσερις (34)
  • Ζ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: τριάντα ένας (31)
  • Στ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: είκοσι πέντε (25)
  • Ε΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: σαράντα πέντε (45)

Οι υπόλοιποι εκατόν πενήντα εννέα (159) μαθητές φοιτούσαν στις άλλες τέσσερις κλάσεις των αλληλοδιδακτικών τμημάτων, όπως αναγράφεται, συνοπτικά, στον κατάλογο των ετησίων εξετάσεων. Τριάντα (30) μαθητές εκρίθησαν ικανοί να δώσουν εξετάσεις και να φοιτήσουν στο Ελληνικό Σχολείο, σύμφωνα με το πρακτικό της 27ης Ιουλίου 1863, που υπογράφεται ως εξής:

 

Δημοδιδάσκαλος Δήμαρχος
Νικόλαος Σκλιάς Πέτρος Γουζούασης
Εξεταστική Επιτροπή
Ιωάννης Λουκάς ιερέας Πέτρος Γουζούασης

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1864-1865 δημοδιδάσκαλος του σχολείου παρέμεινε ο Νικόλαος Σκλιάς. Σύμφωνα με τον «κατάλογο των ενιαυσίων εξετάσεων»[12] της 19ης Ιουλίου 1865 στο σχολείο φοιτούσαν οι μαθητές κατά τμήμα/κλάση ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: τριάντα επτά (37)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα εννέα (19)
  • Α΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα επτά (17)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Η΄, Τμήμα 1ο δεκαοκτώ (18), Τμήμα 2ο είκοσι έξι (26)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ζ΄: είκοσι επτά (27)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Στ΄: δώδεκα (12)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ε΄: δεκαεπτά (17)

Ο αριθμός των μαθητών των άλλων κλάσεων δεν αναγράφεται στο έγγραφο. Η εξεταστική επιτροπή έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον Ευστάθιο ή Γεώργιο Υφαντίδη, ο οποίος από τη σύσταση του σχολείου βοηθούσε στην εύρυθμη λειτουργία του. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους Κοσμά Τσαμαδό και Ιωάννη Ζέρβα, ευελπιστεί ότι η σπουδαιότητα του ανωτέρω εγγράφου θα ληφθεί υπόψη από το αρμόδιο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και θα τιμήσει δεόντως τον Υφαντίδη.

Το επόμενο σχολικό έτος 1865-1866 δημοδιδάσκαλος του σχολείου ήταν πάλι ο ιερεύς Νικόλαος Σκλιάς. Σύμφωνα με τον κατάλογο των «ενιαυσίων εξετάσεων» της 27ης Ιουλίου 1866 το σχολείο λειτούργησε με μαθητές ανά τμήμα/κλάση ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι πέντε (25)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι τέσσερις (24)
  • Α΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα επτά (17)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Η΄, Τμήμα 2ο : πενήντα (50), Τμήμα 1ο : οκτώ (8)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ζ΄: είκοσι τέσσερις (24)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Στ΄: δεκαέξι (16)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ε΄: δώδεκα (12)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Δ΄: δώδεκα (12)

Για τις υπόλοιπες (Γ΄, Β΄, Α΄) κλάσεις δεν αναγράφεται ο αριθμός των μαθητών. Την έκθεση της εξεταστικής επιτροπής υπογράφουν: Ο Α΄ δημαρχεύων πάρεδρος Αντώνιος Σκρεπετός και οι: Ιωάννης Καλομπίρης, ιερέας, Άγγελος Γουζούασης, Πέτρος Γουζούασης, Κ. Ζέρβας και Εμμανουήλ Μίλησης.

Κατά τη Β΄ τριμηνία (1870) του σχολικού έτους 1869-1870 στο σχολείο ενεγράφησαν τον Απρίλιο τριακόσιοι σαράντα τρεις (343) μαθητές, τον Μάιο τριακόσιοι σαράντα (340) και τον Ιούνιο τριακόσιοι σαράντα (340). Δημοδιδάσκαλος εκ νέου ο ιερεύς Νικόλαος Σκλιάς με μηνιαίο μισθό που ανερχόταν στις ογδόντα (80) δραχμές.

 

Το σχολικό έτος 1872-1873 υπηρετούσε στο σχολείο

ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος

 

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1870-1871, σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της Δ΄ τριμηνίας (1870), στο σχολείο ενεγράφησαν τον Οκτώβριο διακόσιοι πενήντα (250) μαθητές, τον Νοέμβριο διακόσιοι πενήντα δύο (252) και τον Δεκέμβριο διακόσιοι πενήντα τρεις (253) με δημοδιδάσκαλο τον ιερέα Νικόλαο Σκλιά.

Αντώνιος Στρίγκος

Το σχολικό έτος 1872-1873 υπηρετούσε στο σχολείο ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος. Σύμφωνα με τον κατάλογο των «ενιαυσίων εξετάσεων» της 25ης Ιουλίου 1873, στο συνδιδακτικό τμήμα φοιτούσαν τριάντα (30) μαθητές χωρισμένοι σε δύο «κλάσεις». Στη Β΄ κλάση φοιτούσαν έντεκα (11) μαθητές και στην Α’ δεκαεννέα (19). Και η Η΄ κλάση του αλληλοδιδακτικού τμήματος ήταν χωρισμένη σε δύο τμήματα. Στο Β΄ τμήμα φοιτούσαν πενήντα επτά (57) μαθητές και στο Α΄ δεκατρείς (13). Στις υπόλοιπες κλάσεις οι εγγεγραμμένοι μαθητές κατανέμονταν ως εξής:

 

  • Ζ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: επτά (7)
  • Στ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δεκαέξι (16)
  • Ε΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δέκα (10)
  • Δ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δεκατρείς (13)
  • Γ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: είκοσι οκτώ (28)

Στη σημείωση του σχετικού εγγράφου αναφέρεται πως άλλοι εκατόν είκοσι έξι (126) μαθητές ανήκουν στις κλάσεις των αλληλοδιδακτικών τμημάτων Β΄ και Α΄. Το σύνολο των μαθητών ανέρχεται στους τριακόσιους (300). Από τους έντεκα (11) μαθητές της Β΄ κλάσης του συνδιδακτικού τμήματος εννέα (9) προετοιμάσθηκαν για τις εξετάσεις στο Ελληνικό Σχολείο. Στη σχετική κατάσταση αναγράφεται η βαθμολογία των μαθητών ως εξής:

Πέντε (5) μαθητές είχαν βαθμολογία α΄ (άριστα)

Τρεις (3) μαθητές είχαν βαθμολογία β΄ (λίαν καλώς)

Ένας (1) μαθητής είχε βαθμολογία γ΄ (καλώς)

Δύο (2) μαθητές είχαν βαθμολογία δ΄ (σχεδόν καλώς)

Μηδέν(0) μαθητές είχαν βαθμολογία ε΄ (μετρίως)

Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Αριστείδης Ι. Ζέρβας, Νικόλαος Βασιλείου, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Σπύρος Γεωργόπουλος και Βασίλειος Τσούτσας, ιερέας.

Το σχολικό έτος 1876-1877 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωάν. Στρίγκος. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (31 Ιουλίου – 1 Αυγούστου 1877) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι σαράντα (240). Οι εξετασθέντες διακόσιοι (200), οι απολυθέντες οκτώ (8) και οι αριστεύσαντες εξήντα (60).

Το ίδιο σχολικό έτος στο «2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – Παράρτημα» υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Νικόλαος Δ. Σκλιάς. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (2 και 3 Αυγούστου 1877) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι δεκατρείς (213). Οι εξετασθέντες εκατόν ογδόντα εννέα (189), οι απολυθέντες δεκατρείς (13) και οι αριστεύσαντες σαράντα επτά (47). Την εξεταστική επιτροπή για τα δύο σχολεία αποτελούσαν οι: Λουκάς Ρομπότης, ιερέας, Βασίλειος Βασιλείου. Ράλλης Πάππας, Ελληνοδιδάσκαλος, Αριστείδης Ζέρβας και Αντώνιος Σακελλαρίου.

Το μεθεπόμενο σχολικό έτος 1878-1879 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων υπηρετούσε ο ίδιος δημοδιδάσκαλος, Αντώνιος Ιωάν. Στρίγκος. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (25 και 26 Ιουλίου 1879) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι πενήντα τέσσερις (254). Οι εξετασθέντες εκατόν εβδομήντα (170), οι απολυθέντες δεκατρείς (13) και οι αριστεύσαντες εξήντα (60). Την εξεταστική επιτροπή για τα δύο σχολεία αποτελούσαν οι: Λουκάς Ρομπότης, ιερέας, Α. Βαλληνδάς, Ν. Α. Βασιλείου και Δ. Γιαλούρης.

Το ίδιο σχολικό έτος στο «2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – Παράρτημα» υπηρετούσε ο ίδιος δημοδιδάσκαλος Νικόλαος Δ. Σκλιάς. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (27 και 28 Ιουλίου 1879) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι σαράντα τρεις (243). Οι εξετασθέντες διακόσιοι τριάντα τρεις (233), οι απολυθέντες διακόσιοι (200) και οι αριστεύσαντες εβδομήντα οκτώ (78). Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Ιωάννης Καλομπίρης, ιερέας, Μ. Βλαβιανός, Γ. Α. Νικολάου, Ν. Λέκκας και Μ. Μπιρμπίλης.

Η σύνταξη του πρακτικού της εξεταστικής επιτροπής έγινε στις 30 Ιουλίου 1879.

 

Υποσημειώσεις


  

[1]Ησαΐας Αγγ. Ιωάννης: «Η ιστορία του Κρανιδίου…», Αθήνα 2013.

[2]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάστασις των εκπαιδευτηρίων», Φ.177.

[3]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε Β΄, «Μισθοί…», Φ. 231.

[4]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάστασις των εκπαιδευτηρίων», Φ.176.

[5]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Μισθοί…», Φ. 231.

[6] όπ. π.

[7]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Εξεταστικαί επιτροπαί», Φ. 152.

[8] όπ. π.

[9]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Διορισμοί…», Φ. 138.

[10]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Περί βιβλίων», Φ. 172.

[11]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Εξετάσεις Δημοτικών Σχολείων», Φ. 168.

[12] Στον κατάλογο εκτός από το ονοματεπώνυμο του μαθητή αναγραφόταν η ηλικία, ο τόπος γέννησης, η θρησκεία και η βαθμολογία, 4 =Άριστα, 3=Λίαν καλώς, 2= μέτριος.

 

Πηγή


  • Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Γ΄, Φακ. 345 (1855-1886).

 

 Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Read Full Post »

Γυναικεία στοιχειά στους μύθους και τις παραδόσεις της Ερμιόνης | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Τα γεγονότα κάθε εποχής τα αφηγείται η ιστορία. Η «ατμόσφαιρα» όμως, οι δοξασίες, οι αφηρημένες ιδέες, τα άυλα πνεύματα και οι θεσμοί αποτυπώνονται σε σύμβολα. Συχνά πίσω τους κρύβονται συναρπαστικές ιστορίες και μυθοπλασίες, που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα και παγιώνονται από γενιά σε γενιά. Γίνονται λογοτεχνικά βιβλία, θεατρικά, κινηματογραφικά, μουσικά έργα, κάθε λογής εικαστική δημιουργία προξενώντας ξεχωριστό ενδιαφέρον. Με αυτά τα δεδομένα κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ή να αποσιωπήσει τη σημασία των συμβόλων, καθώς η μελέτη τους φέρνει στο φως τα κρυμμένα μυστικά τους.

Προσεγγίσαμε δύο τέτοια ερμιονίτικα σύμβολα – στοιχειά κάνοντας ένα ταξίδι ανακάλυψής τους στην άβυσσο των χρόνων. Ιχνηλατώντας μυθικές παραδόσεις, όπου συνδέονται πραγματικά και φανταστικά γεγονότα, προϊόντα υποκειμενικής σκέψης και κοινωνικών αντιλήψεων, συναντήσαμε τη Βιτόρα και τη Ζώρα. [1] Δύο αόρατες γυναικείες υπάρξεις που στοίχειωσαν μέσω της προφορικής παράδοσης σε ωραίους τοπικούς μύθους και επηρέαζαν σημαντικά τη ζωή των Ερμιονιτών.

 

Η Βιτόρα ή Βιτόριζα

 

Για άγνωστους λόγους τη φανταστική της ιστορία [2] οι παλιοί ναυτικοί του τόπου μας τη συνέδεαν με μια «ερμιονίτικη παραλλαγή» γνωστού αρχαιοελληνικού μύθου.

Εκεί στη… μακρινή Κρήτη «με τα θελκτικά, τερπνά και πολυφίλητα όρη» ο πατέρας των θεών Δίας και η όμορφη νύμφη Κάρμη απέκτησαν μια πανέμορφη θυγατέρα, τη Βριτόμαρτη, που το όνομά της θα πει «γλυκιά παρθένα». Στη Βριτόμαρτη άρεσε να διατρέχει στεριές και θάλασσες, να κυνηγάει και να ψαρεύει με τα δίχτυα που η ίδια είχε εφεύρει, γι’ αυτό, συμβολικά, την ονόμαζαν και Δίχτυνα (Δίκτυννα). [3]

Κάποτε ο παντοδύναμος βασιλιάς της Κρήτης, ο γνωστός Μίνωας, θαμπωμένος από τα κάλλη της Βριτόμαρτης θέλησε να την απαγάγει και γυναίκα του να την κάνει. Εκείνη όμως γρήγορα αντιλήφθηκε τα πονηρά του σχέδια και μη θέλοντας να πέσει στα χέρια του, καταδιωκόμενη απ’ αυτόν, βούτηξε στη θάλασσα. Καθώς κολυμπούσε τρομαγμένη, μπλέχτηκε στα δίχτυα κάποιου – για φανταστείτε, ερμιονίτικου καϊκιού. Την ώρα που οι ψαράδες ανέβαζαν τα δίχτυα τους, έκπληκτοι διαπίστωσαν πως ανάμεσα στα ψάρια βρισκόταν και μια πανέμορφη γυναίκα. Αμέσως την ελευθέρωσαν κι εκείνη ανακουφισμένη τους ευχαρίστησε, γνωρίζοντας, βέβαια, πως τη σωτηρία της την όφειλε  στη θεά Άρτεμη. [4]

Στη συνέχεια η Βριτόμαρτη τούς διηγήθηκε την ιστορία της και οι ψαράδες προθυμοποιήθηκαν να την βοηθήσουν, να φτάσει στην Αθήνα. Όμως τον λόγο τους δεν τον τήρησαν. Θαμπωμένοι από τα κάλλη της ονειρεύονταν… θεϊκές απολαύσεις. Το πάθος και ο πόθος τους γίνηκαν πέλαγος απέραντο σαν κι αυτό που ταξιδεύαν… Εκείνη αντιλήφθηκε τις προθέσεις τους και για να γλιτώσει, έπεσε ξανά στη θάλασσα και βρέθηκε στην Αίγινα! Εκεί, με τη βοήθεια του πατέρα της του Δία, χάθηκαν τα ίχνη της. Κρύφτηκε σε μια σπηλιά σε πευκοφυτεμένο δάσος [5] κι έτσι γλίτωσε. Οι Αιγινήτες την θεοποίησαν και την ονόμασαν Αφαία, επειδή έγινε άφαντη.

 

The Drowning of Britomartis, probably design by Jean Cousin the Elder, tapestry. This tapestry is from a set depicting scenes from the story of Diana probably made for the château of Anet, about forty miles west of Paris, which was the chief residence of Henry II's mistress, Diane de Poitiers. She herself, born in 1499, was named after the goddess, a sign that the Renaissance, with its emulation of classical antiquity, had come to France. The inscription in French verse on the upper border of the tapestry tells the story depicted: Britomartis, pursued by Minos, who wished to take her by force in the woods, greatly preferred to end her life in the sea rather than submit to his outrageous will. Accordingly, wishing to give her fame for her death, Phoebe [Diana] invested fishnets and snares, with which the body was brought to a holy place, and since then the Greeks have called her Dictynna ["fishnet"]. O holy death, that gave such a valuable thing to the world by means of such a misfortune! Diana stands in the center of the tapestry, a crescent on a support above her forehead. To the right, the drowning Britomartis raises one hand above the water. In the middle distance, Minos, king of Crete, stands looking into the water with his arms raised in astonishment, while Britomartis' body is being fished out of the water to the right. In the left background we see Minos pursuing Britomartis, and farther back, to the right, Diana hands a net to two men. The version of the story shown here is not precisely that found in the writings of any classical author, and the invention of the net by Diana does not seem to be a classical idea at all. It is here in order to glorify Diane de Poitiers, who is portrayed in the guise of the goddess. The borders of the tapestry are marked by the Greek character delta and other symbols of Diane. (The Metropolitan Museum of Art)

Σκηνή από την ιστορία της Βριτόμαρτης. Έργο πιθανότατα σχεδιασμένο από το Γάλλο Jean Cousin the Elder (1490 – 1560;). Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης.

 

Με τον ερχομό και την εγκατάσταση των Αρβανιτών στην Πελοπόννησο και φυσικά στον τόπο μας από τα τέλη του 14ου αιώνα και μετά, ένα στοιχειό με γυναικεία μορφή, αρβανίτικη καταγωγή και …ελληνική ιθαγένεια, έρχεται να ταράξει για τα καλά τη ζωή των Ερμιονιτών και να ξυπνήσει μνήμες αλγεινές.

Είναι η Βιτόρα, που λίγο από το φόβο μιας παλιάς χρωστούμενης εκδίκησης, λίγο από τη φωνητική ομοιότητα των δύο ονομάτων, συνδέθηκε με τη μυθική Βριτόμαρτη. Η ιστορία της φαίνεται πως δεν είχε ξεχαστεί. Διατηρήθηκε ζωντανή στη μνήμη των προγόνων μας και στις δύσκολες στιγμές ή στα αναπάντεχα γεγονότα της ζωής τους, ερχόταν στο προσκήνιο. Έχοντας ριζωμένο τον φόβο μέσα τους για όσα θέλησαν να κάνουν κάποτε στη Βριτόμαρτη, περίμεναν πως θα επιστρέψει και θα πληρώσουν ακριβά για την προσβλητική τους σκέψη. Η Βιτώ, όπως την αποκαλούσαν κάποιοι παλαιοί Ερμιονίτες, θα πάρει αργά ή γρήγορα την εκδίκησή της…

Για να καλοπιάσουν το ξωτικό, να το εξευμενίσουν ή και να το κολακέψουν το προσφωνούν με το χαϊδευτικό του, Βιτόριζα [6] το λένε! Θέλουν να δηλώσουν – μετανιωμένοι για όσα οι πρόγονοί τους επιχείρησαν να κάνουν, ότι το αγαπούν και το θεωρούν κομμάτι της ζωής τους.

Τέτοιες όμως γαλιφιές στη Βιτόριζα δεν περνάνε! Η προσβολή ήταν μεγάλη! Κι αν ακόμη η ίδια είχε σκοπό να τους συγχωρήσει, η θεά Άρτεμη δεν θα το επέτρεπε. Έτσι η παρουσιάζεται, τώρα, σαν μια γυναίκα μοχθηρή, σκληρή και εκδικητική, πνιγμένη στον θυμό της. Μια γυναίκα στοιχειό, ψιλόλιγνη και σκελετωμένη, αναμαλλιασμένη, με λιγδιασμένα μακριά μαλλιά που φτάνουν σχεδόν ίσαμε τα πόδια της. Με όψη φρικιαστική και πρόσωπο ολημερίς αγριεμένο. Με μακάβριο χαμόγελο και δόντια σουβλερά που διακρίνονται κατάμαυρα στο μισάνοιχτο στόμα της. Με μάτια βαθουλωμένα και βλέμμα ανέκφραστο και παγερό. Με φωνή πνιχτή και βραχνή που με δυσκολία βγαίνει από τα σωθικά της. Με χέρια μακριά, κάτισχνα και νύχια γαμψά και ακάθαρτα, έτοιμα να ξεσκίσουν σάρκες!

Έτσι ακριβώς την είχε απεικονίσει ένας παλαιός ανώνυμος λαϊκός ζωγράφος στον τοίχο της ταβέρνας/μπαρμπέρικου του Μαρουλά ζωντανεύοντας το μύθο, όπως τον άκουγε στις διηγήσεις ηλικιωμένων Ερμιονιτών, που τον μετέφεραν από γενιά σε γενιά. Έτσι τη σκέφτονταν τα παιδιά «βλέποντας από την κλειδαρότρυπα τη ζωγραφιά και την καρδιά τους έσφιγγε ο φόβος σαν τη μέγγενη» και τα δόλια έτρεμαν σύγκορμα! Η Βιτόριζα! έλεγαν τρομαγμένα και το αίμα τους πάγωνε. [7]

Το ξωτικό μας, λοιπόν, έμενε σε μια απόμερη σπηλιά στην άκρη του Μπιστιού, όπου βασίλευε νεκρική σιωπή. Την αμφιθεατρική είσοδό της κατάφατσα στην Ανατολή, την έκρυβαν πελώρια βράχια. [8]  Το εσωτερικό της βαθύ, θεοσκότεινο και δαιδαλώδες. Κανείς, ποτέ του δεν τόλμησε ούτε να σκεφτεί πώς θα ήταν εκεί μέσα! Γνώριζε πως αν επιχειρούσε να πλησιάσει, εκείνη θα πεταγόταν αγριεμένη από τα απόκρημνα βράχια, όπου παραφύλαγε τις νύχτες, θα τον άρπαζε, θα τον βασάνιζε σκληρά και στο τέλος θα τον …«μαρμάρωνε».

Σ’ αυτή τη σπηλιά το στοιχειό έπαιρνε τρομερές αποφάσεις, που νους ανθρώπου δεν χωρούσε. Μόνο συμφορές προξενούσαν στους Ερμιονίτες και τη ζωή τους όριζαν κάνοντάς την κόλαση!

Διηγούνται οι παλαιότεροι, κυρίως οι ναυτικοί που τα πίστευαν κιόλας, πολλά τέτοια συμβάντα που προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στους κατοίκους της πόλης μας. Ισχυρίζονται πως εξαιτίας της μανίας του στοιχειού καταστράφηκαν περιουσίες, ερημώθηκαν σπίτια, μέχρι και ανθρώπινες ζωές χάθηκαν.

Ο Σπύρος Λάμπρου στην κριτική του για το έργο του Νικ. Πολίτη «Μελέται περί του βίου και της γλώσσας του ελληνικού λαού. Παραδόσεις», σημειώνει: «Εν Ερμιόνη ήκουσα το 1879 παράτινος λεμβούχου την παράδοσιν ότι κατά την βραχώδη άκραν την υπερκειμένην εκ των βορειοανατολικών του σημερινού Καστρίου του επέχοντος την θέσιν της αρχαίας πόλεως υπάρχει σπήλαιον βαθύ, εις το οποίον οι παλαιοί είδον πολλάκις πολλούς μαρμαρωμένους ανθρώπους. Από του σπηλαίου δ’ εκείνου εξήρχεντο από καιρού εις καιρόν υψηλή γυνή ονομαζόμενη Βιτόριζα». [9]

 

– Μα είναι δυνατόν να πιστεύουμε τέτοια πράγματα; Όλα αυτά ψέματα είναι! Στους θρύλους και τα παραμύθια τα ξωτικά και οι μάγισσες «μαρμαρώνουν» ανθρώπους και προστατεύουν θησαυρούς. Κάτι άλλο κρύβεται πίσω τους, σχολίαζαν οι πιο θαρραλέοι και οι πιο γνωστικοί.

– Κι αυτοί οι μαρμαρωμένοι άνθρωποι που «είχαν δει» οι παλαιοί Ερμιονίτες στη σπηλιά της, ψέματα είναι; αναρωτιόνταν άλλοι.

– Αγάλματα ήσαν, που τα είχαν μεταφέρει εκεί, για να τα προστατεύει το …στοιχειό! κορόιδευαν οι πρώτοι.

 

Οι μανάδες και οι γιαγιάδες είχαν βρει τον καλύτερο τρόπο να «φοβερίζουν» τα παιδιά, για να είναι υπάκουα και πειθαρχημένα. Στα σχήματα που έπαιρναν τα σύννεφα στον ουρανό, προέτρεπαν τους «ζωηρούς» να αναγνωρίσουν τη μορφή της Βιτόριζας. Και καθώς εκείνη έτρεχε στους αιθέρες κυνηγημένη από τον δυνατό άνεμο, τα …απειλούσαν πως έρχεται να τα …φάει, στο δρόμο σαν τα βρει!

Αλλά και κάποιοι άλλοι παλαιοί Ερμιονίτες έκαναν με το στοιχειό χρυσές δουλειές! Βλέπετε το λαθρεμπόριο, η λαθραλιεία και όλα τα σχετικά δεν είναι ανακάλυψη της εποχής μας! Υπήρχαν από παλιά και έφερναν στους ανθρώπους παράνομα κέρδη από απαγορευμένες διακινήσεις και συναλλαγές. Ποιος να ξέρει τι γινόταν τότε, μετά από τόσα χρόνια που έχουν περάσει!

Οι περισσότεροι Ερμιονίτες θεωρούμε πως πίστευαν στην ύπαρξη του μυθικού γυναικείου στοιχειού και της σπηλιάς του, όχι γιατί ήταν υπερβολικά δεισιδαίμονες, αλλά γιατί είχαν ανάγκη, σαν στήριγμα ζωής, την πεποίθησή τους αυτή.

 

Βιτόριζα, πίνακας της Ανθούλας Λαζαρίδου. Η κ. Λαζαρίδου επέλεξε να απεικονίσει στον πίνακά της τη Βιτόριζα σαν μια νεαρή γυναίκα, πανέμορφη, αέρινη, λυγερόκορμη με ξανθά, μακριά μαλλιά, ξανοιγμένα από τον ήλιο, διχτυοφορούσα που με βήμα ταχύ διασχίζει τους βράχους. Προτίμησε να ζωντανέψει την εικόνα της με βάση τον αρχαιοελληνικό μύθο, που της είχε διηγηθεί ο Ερμιονίτης επιφανής καθηγητής του Πολυτεχνείου και συγγραφέας, Άγγελος Προκοπίου.

 

Η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου επέλεξε να απεικονίσει στον γνωστό πίνακά της τη Βιτόριζα σαν μια νεαρή γυναίκα, πανέμορφη, αέρινη, λυγερόκορμη με ξανθά, μακριά μαλλιά, ξανοιγμένα από τον ήλιο, διχτυοφορούσα που με βήμα ταχύ διασχίζει τους βράχους. Προτίμησε να ζωντανέψει την εικόνα της με βάση τον αρχαιοελληνικό μύθο, που της είχε διηγηθεί ο Ερμιονίτης επιφανής καθηγητής του Πολυτεχνείου και συγγραφέας, Άγγελος Προκοπίου. Η άλλη όψη της Βιτόριζας, ως γυναίκας σκληρής και εκδικητικής, ενισχύθηκε, καθώς μας είπε, και από τα εξής γεγονότα: [10]

«Ο καπεταν-Αδριανός Μήτσας, πατέρας των οπλαρχηγών του ΄21 Γιάννη και Σταμάτη Μήτσα, αποφάσισε να σηκώσει Μύλο (ανεμόμυλο) στο Μπίστι, για να αλέθει τα γεννήματά του. Για να κρατήσει μακριά από τις παράνομες δουλειές του τους «περίεργους» Ερμιονίτες, ανέσυρε, σκόπιμα και καθόλου τυχαία, τον μύθο της μοχθηρής Βιτόρας». [11]

Ο καπεταν-Αδριανός Μήτσας, πανέξυπνος, αλλά και παμπόνηρος άνθρωπος καταγόμενος από τη Χειμάρα, ασφαλώς γνώριζε τη Βιτόρα, όπως όλοι οι Αρβανίτες, και από την καλή και από την ανάποδη. Για τους δικούς του λόγους, λοιπόν, βρήκε την ευκαιρία να τη «χρησιμοποιήσει» και να συνεργαστεί μαζί της!

Το συσχετισμό, ωστόσο, του αρχαιοελληνικού μύθου της Βριτόμαρτης με το θρύλο της Βιτόρας, τον συναντήσαμε στην Ερμιόνη. Στο θέμα, όμως, αυτό θα επανέλθουμε…

 

Η Ζώρα

 

Στο πλούσιο αποκριάτικό τραπέζι που στρωνόταν το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής με τα μακαρόνια, τα κρέατα, τα τυριά, το γιαούρτι και τα πιπέκια θυμάμαι τη μητέρα μου, να λέει:

-Φάτε ό,τι φάτε σήμερα, γιατί από αύριο νηστεύουμε! Ό,τι μείνει θα το μαζέψουμε, να το πάρει η Ζώρα!

Πράγματι τα περισσέματα από τα φαγητά τα μάζευε προσεχτικά και τα έβαζε ξεχωριστά, διπλωμένα σε μια εφημερίδα, πλάι στα σκουπίδια. Άλλες νοικοκυρές τα άφηναν σε μια άκρη στο παραγώνι. Ήθελαν να τα βρει η Ζώρα ή «Σώρα», [12] το απαίσιο φάντασμα με τη γυναικεία όψη, που κάθε χρόνο τέτοια μέρα κατέβαινε στα κρυφά, χωρίς κανείς να την αντιληφθεί, από την καμινάδα. Έπρεπε κάτι να βρει να φάει και ευχαριστημένη, φεύγοντας, τα πεθαμένα του σπιτιού να «συγχωρέσει», μια και οι ψυχές «γύριζαν έξω» εκείνες τις μέρες της Σαρακοστής. Στην περίπτωση που η νοικοκυρά την ξεχνούσε και δεν της άφηνε φαγητό, μικροαναποδιές και μικροπροβλήματα έφερνε στο σπίτι.

 

Ζώρα. Η λαϊκή μας ζωγράφος Ανθούλα Λαζαρίδου παρουσιάζει ιδιαίτερα επιτυχημένα τη Ζώρα με την αποκρουστική όψη και με «μια τουλούπα» μύγες να την περιβάλλουν.

 

Αυτή η Ζώρα πολύ με είχε «μπερδέψει». Συσχέτιζα το όνομά της με τα εντόσθια των ζώων και κυρίως των ψαριών, που στον τόπο μας τα λέμε «ζώρες», λέξη, πιθανόν, αρβανίτικη. «Του βγήκανε οι ζώρες έξω!», λέγαμε βλέποντας την  εικόνα ξαντεριασμένων ψαριών.

-Σου βγήκαν οι ζώρες έξω! Βάλτες μέσα! Μάς έλεγαν, επίσης, όταν είμαστε παιδιά και έβγαιναν τα ρούχα μας από το παντελόνι.

Αλλά και τα ανδρικά «ολόσωμα» εσώρουχα, φερμένα από την Αμερική, που φορούσαν τα ηλικιωμένα άτομα, «ζώρες» τα έλεγαν, καθώς μας είπε η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου.

Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω «δανείζονται» το όνομά τους από το ξωτικό, τη Ζώρα, πιθανότατα, επειδή συνδέονται με την ασχήμια του. Η λαϊκή μας ζωγράφος κ. Ανθούλα παρουσίασε ιδιαίτερα επιτυχημένα τη Ζώρα με την αποκρουστική όψη και με «μια τουλούπα» μύγες να την περιβάλλουν.

Στην εθνολογία η Ζώρα συναντάται ως «Ζέρα», φάντασμα, δηλαδή, αντίστοιχο με τη νεράιδα. Άσχημη, όμως, στη μορφή και δύστροπη στον χαρακτήρα, δηλώνεται, συχνά, και με τον αρβανίτικο όρο «τε πρεγιάσμ» που θα πει «ξωτικό». Θεωρείται πνεύμα του κακού, όπως λέμε «διαβόλισσα» και «εξαποδώ». Ζέρες και πρεγιάσμες συναντώνται και στους Αρβανίτες.

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, η Ζώρα κάνει την εμφάνισή της! οι Ερμιονίτες την καλοδέχονται και δεν παραλείπουν να αφήσουν το πεσκέσι της στο παραγώνι! Έτσι πιστεύουν πως τα πεθαμένα τους θα συγχωρέσει και οι μέρες τους θα κυλήσουν ήσυχα, χωρίς προβλήματα κι αναποδιές.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Άλλα στοιχειά στις λαϊκές μας παραδόσεις είναι οι: Αραήδες, Νεράιδες, Ανερούσες, Μοίρες, Στρίγγλες, Λάμιες.

[2] Μιχ. Παπαβασιλείου: «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης», Αθήνα 1988.

[3] «Δίχτυνα» ήταν ένα από τα πολλά επίθετα της Άρτεμης, ως θεάς του κυνηγιού. Η Βριτόμαρτη, ως αγνή κόρη, πάντοτε συνόδευε τη θεά στους χορούς και στο κυνήγι και της ήταν ιδιαίτερα αγαπητή.

[4] Η θεά Άρτεμη πάντοτε προστάτευε τους αδύναμους και ανυπεράσπιστους που είχαν την ανάγκη της και τιμωρούσε αυστηρά, όσους αψηφούσαν τη δύναμή της. Ιδιαίτερα νοιαζόταν για τα ανύπαντρα κορίτσια και τους αγνούς νέους. Εξάλλου και η ίδια, παιδί όταν ήταν, «γύρεψε και πήρε από τον Δία την άδεια να μείνει για πάντα ελεύθερη από τα δεσμά του γάμου».

[5] Η Δικτύνα επέλεγε πάντα πευκόφυτους τόπους κατοικίας, καθώς το πεύκο ήταν το ιερό της δέντρο. Γι’ αυτό και στις γιορτές που γίνονταν προς τιμή της, στεφάνωναν τους αθλητές με στεφάνια από κλαδιά πεύκου, καθώς σημειώνει ο Ν. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του.

[6] Η κατάληξη (ζε) ή (σε), μπαίνει στις αρβανίτικες λέξεις, για να δείξει κάτι το μικρό, το αγαπητό και ταυτόχρονα πολύ δικό μας. Βιτόριζα: η δικιά μας Βιτόρα.

[7] Μιχ. Παπαβασιλείου: «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης», Αθήνα 1988.

[8] Ακόμα και σήμερα στην Ερμιόνη όταν βλέπουν γυναίκα απεριποίητη, αναμαλλιασμένη, με ματιά που προξενεί φόβο, λένε: Τι είσαι μωρή έτσι σαν τη Βιτόριζα!

[9] Σήμερα, μετά τις ανασκαφές που έγιναν, γνωρίζουμε πως πρόκειται για τάφο, πιθανόν κάποιου άρχοντα του τόπου, καθώς πρόκειται για μοναδικό κτίσμα με μεγαλοπρεπή κατασκευή (Β. Γκάτσος).

[10] Σπύρος Π. Λάμπρου, περιοδ. «Νέος Ελληνομνήμων», τομ. 1ος (1904), σ. 505.

[11] Πρβλ. Β. Γκάτσος, «Η ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας», σελ. 158-159.

[12] «Σώρα» την ονομάζει ο Μιχαήλ Παπαβασιλείου, στο βιβλίο του «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης». Θεωρούμε πιο σωστό το όνομα «Ζώρα», γιατί στην εθνολογία τα φαντάσματα αυτά αναφέρονται ως «Ζέρες».

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

Read Full Post »

Πορφύρες από την Ερμιόνη, ένα βιβλίο του Γιάννη Σπετσιώτη και  της  Τζένης Ντεστάκου


 

Αλέξανδρος δε Σούσων κυριεύσας παρέλαβεν εν τοις βασιλείοις τετρακισμύρια τάλαντα νομίσματος, την δε άλλην κατασκευήν και πολυτέλειαν αδιήγητον, όπου φασί και πορφύρας Ερμιονικής ευρεθήναι τάλαντα πεντακισχίλια, συγκειμένης μεν εξ ετών δέκα δεόντων διακοσίων, πρόσφατον δε το άνθος έτι και νεαρόν φυλαττούσης, αίτιον δε τούτου φασίν είναι το την βαφήν δια μέλιτος γίνεσθαι των αλουργών, δι’ ελαίου δε λευκού των λευκών και γαρ τού­των τον ίσον χρόνον εχόντων την λαμπρότητα καθαράν και στίλβουσαν οράσθα. (Βίοι Παράλ­ληλοι, Αλέξανδρος 36).

 

«Πορφύρες από την Ερμιόνη»,  ένα βιβλίο του Γιάννη Σπετσιώτη και  της  Τζένης Ντεστάκου, το πρώτο της σειράς «Μύθοι και Αλήθειες», το οποίο κυκλοφόρησε το 2011, ζωντανεύει τους μύθους και την ιστορία της Πορφύρας στην Ερμιόνη.

 

Πορφύρες από την Ερμιόνη

 

 

Βουτήξαμε την πένα μας σε πορφυρένιο μελανή ανεξίτηλο αιώνες τώρα. Μες από λάφυρα μύθων και θρύλων, ιστορικές αλήθειες και ζωντανές εικόνες ανασύραμε κομμάτι του πολιτισμού μας ανεκτίμητο και συναρπαστικό.

Αυτό που έκανε τον τόπο μας ξακουστό και περιζήτητο σ’ ένα κόσμο περασμένο που δηλώνει, ωστόσο, την παρουσία του και μας ξαφνιάζει.

Είναι η πορφυρά το κοχύλι, το χρώμα, το ένδυμα, το έμβλημα, η δύναμη, ο πλούτος, η δόξα. Αναλογιζόμενοι το μέγεθος της πρόκλησης και της ευθύνης  σάς καλούμε να ταξιδέψουμε μαζί σ’ αυτό το ταξίδι, γιατί της μεγάλης πολιτιστικής παρακαταθήκης είμαστε όλοι κληρονόμοι…

  

Δυο λόγια…

(…κι ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας)

 

Άνοιξη του 2003

 

Πώς τολμούν και περνούν τα χρόνια! Μια βόλτα στο Μπίστι. Κι η φύση στην πιο «γλυκιά της ώρα»… Άρωμα πεύκου κι αγέρι θαλασσινό. Μάς προκαλούν, να τα σκορπίσουμε… Τα πρώτα κρινάκια. Δειλά μάς γνέφουν: Καλοτάξιδοι!  Κι ο δρόμος μας, στρωμένος κοχύλια. Οι ψυχές γαληνεύουν… Μα ο χρόνος, αμείλικτος. δε σταματά. Τρία κλικ στις στιγμές του. Ν’ αδράξουμε τη μέρα! Να γράψουμε! Να ονειρευτούμε! «Να κρατηθούμε μέσα στη φυγή!»

Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη…

Μια ιστορία – που μοιάζει παραμύθι, αρχινά… Με ταξίδια στο χρόνο. Ξεκινά απ’ τα «γύρω μας», πλανιέται στα «εντός μας»… Τριγυρνάμε στην πόλη. Ακουμπάμε αισθήσεις. Μελετάμε βιβλία. Ακούμε ψιθύρους. Συντροφιά η φαντασία… Αποζητάμε την έμπνευση… Απανωτά flash back. Κι ύστερα, η χαρά. Συναντά τη δημιουργία… Και ισόποση λύπη. Δύσκολο το «ταξίδι», σα γίνεται μοναχικό… Όμως, μια λέξη, δυο εικόνες, τρεις θύμησες και… φούσκωνε το αεράκι της γραφής. «Κι έγραφε κι έπλεε, κι έγραφε και ταξίδευε, και πήγαινε και πάει…». 

 

Λίγο πριν την Άνοιξη του 2011

 

Οκτώ χρόνια μετά… Δίπλα τους γέρνει ο Φλεβάρης. Η γραφή χαράχτηκε παρέα με τις μνήμες. Το παραμύθι ζωντανεύει. Η ιστορία γίνεται βιβλίο. Το πρώτο της σειράς. Η Ερμιόνη ποζάρει μέσα από τις Πορφύρες της. Οι αλήθειες αγκαλιάζουν τους μύθους τους. Δυνατά φυσούν το ταξίδι μας. Στην πόλη που αγαπήσαμε και ζήσαμε: Ζωή καθάρια. με το Ζ με το Ω και το Η της… Ας σαλπάρουμε μαζί! Καλοτάξιδοι στα όνειρα που γίνονται ΖΩΗ… Και τα ταξίδια μας δεν θα ‘χουν τέλος…

 

Πορφύρες από την Ερμιόνη

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

Σελίδες 32, Αθήνα 2011

ISBN: 978-960-93-2489-2

                               

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »