Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Τρίπολη’

Μητροπολίτης Μαντινείας & Κυνουρίας Θεόκλητος (1918-1995)


  

Μητροπολίτης Μαντινείας & Κυνουρίας Θεόκλητος

Ο κατά κόσμον Νικόλαος Φιλιππαίος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1918 από γονείς καταγομένους εκ Ναυπλίου. Σπούδασε Νομική και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκάρη Μοναχός στη Μονή Ταξιαρχών Επιδαύρου την 4η Δεκεμβρίου 1941 και χειροτονήθηκε Διάκονος στις 6 Δεκεμβρίου 1941 υπό του Μητροπολίτου Αργολίδος Ιωάννου Παπασαράντου και υπηρετήσας από το 1941 έως το 1945 ως Διάκονος, ιεροκήρυξ και υπάλληλος στα Γραφεία της Μητροπόλεως Αργολίδος εχειροτονήθη Πρεσβύτερος τον Απρίλιο του 1945 υπό του Μητροπολίτου Αργολίδος Αγαθονίκου Παπασταματίου.

Υπηρέτησε ως Εφημέριος, στρατιωτικός Ιεροκήρυκας, Γραμματέας και Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Μετεξεπαιδεύθη επί τριετίαν εις Παρισίους στο Κανονικό Δίκαιο. Στις 21 Νοεμβρίου 1965 στον Ιερό Ναό Αγίου Αλεξάνδρου Παλαιού Φαλήρου χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας. Εκοιμήθη στις 9 Ιανουαρίου 1995 στην Τρίπολη, όπου και ετάφη. Εκτός από το ποιμαντικό και το διοικητικό άφησε και σημαντικό συγγραφικό έργο.

  

Πηγή


  • Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 11ος, Αθήναι 1967, στήλη 1076.

Read Full Post »

Αρχιερείς και Προύχοντες στη φυλακή της Τριπολιτσάς (1821)


 

Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821

Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821.

Οι επαναστατικοί σχεδιασμοί των Φιλικών Πελοποννήσιων προυχόντων-προεστών και κληρικών, οι ασυνήθιστες κινήσεις και η συμπεριφορά του υπόδουλου λαού ενόχλησαν και προβλημάτισαν την τουρκική διοίκηση στην Τριπολιτσά, μήνες πριν από την έκρηξη της Επανάστασης. Είχε προηγηθεί η μυστική Συνέλευση των προεστών και κληρικών στη Βοστίτζα (29 Ιανουαρίου 1821), όπου πολλά συζητήθηκαν, συνομολογήθηκαν και υπογράφτηκαν από τους παρευρεθέντες. Εκεί συμφώνησαν και αποφάσισαν να μη μεταβούν στην Τριπολιτσά, εάν κληθούν, γιατί ήταν βέβαιη η καταδίκη τους.

Από τα τέλη του 1820 είχαν σχεδιαστεί από τους Τούρκους σφαγές των Ελλήνων προυχόντων και θρησκευτικών ηγετών, για να προλάβουν ενδεχόμενες ανεπιθύμητες κινήσεις των υποδούλων. Περίπου ένα μήνα πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, το Φεβρουάριο του 1821, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να προσκαλέσει στην Τριπολιτσά τους προύχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου, υπό το πρόσχημα διαβουλεύσεων.

Σκοπός τους ήταν να αποφύγουν απρόβλεπτες εξελίξεις, οι οποίες θα ανέτρεπαν το κλίμα ηρεμίας στη χώρα, τη στιγμή μάλιστα που ο Χουρσίτ, ο νέος πασάς της Πελοποννήσου, ήταν απασχολημένος στα Γιάννενα, προσπαθώντας να περιορίσει τις δραστηριότητες του Αλή Πασά. Το έργο ανέλαβε ο Μεχμέτ Σελήχ, αναπληρωτής του απουσιάζοντος πασά, γνωστός ως καϊμακάμης. Οι προύχοντες και οι αρχιερείς, παρά τα συμφωνηθέντα στη Βοστίτζα, ανταποκρίθηκαν στις τουρκικές αρχές της Τριπολιτσάς προκειμένου να διασκεδάσουν τις βάσιμες υποψίες τους και να μη δώσουν επιχειρήματα για γενικευμένες σφαγές.

Το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1821 (8-9 του μηνός) εμφανίστηκαν ενώπιον του καϊμακάμη δεκαέξι προεστοί και οχτώ αρχιερείς με τις συνοδείες τους˙ οι προεστοί Αναστάσιος Μαυρομιχάλης, γιος του Πετρόμπεη, Ιωάννης Τομαράς, Αντωνάκης Καραπατάς, Ιωάννης Βιλαέτης, Πανάγος Κυριακός, Αναγνώστης Κωστόπουλος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Μήτρος Ροδόπουλος, Σωτηράκης Νοταράς, Ιωάννης Περούκας, Γιαννούλης Καραμάνος, Αναγνώστης Κοπανίτζας, Μελέτης Μελετόπουλος, Νικόλαος Γεωργακόπουλος, Θεόδωρος Δεληγιάννης και ο Παπαλέξης˙ οι αρχιερείς, Τριπολιτσάς Δανιήλ, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Δημητσάνης Φιλόθεος, Ναυπλίου Γρηγόριος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Κορίνθου Κύριλλος και Ωλένης Φιλάρετος.

Οι προύχοντες και αρχιερείς των Πατρών και Καλαβρύτων δεν προσήλθαν, εφαρμόζοντας τη σχετική απόφαση της Βοστίτζας, παρά τις επίμονες προσκλήσεις και τις διαβεβαιώσεις των Τούρκων για την ασφάλειά τους. Το γεγονός ενίσχυσε τις υποψίες του Σελήχ και των Τούρκων της Τριπολιτσάς. Η τουρκική διοίκηση υπέθετε ότι με την αιχμαλωσία των πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών θα φρονημάτιζε τους υποδούλους και θα ανέστελλε κάθε σκέψη και κίνηση αμφισβήτησης των πολιτικών πραγμάτων, που θα καθιστούσε επισφαλή τη θέση των Οθωμανών στον Μοριά.

Τις λεπτομέρειες της φυλάκισης των ομήρων γνωρίζουμε από τρία, μικρά σε έκταση, αλλά εξαιρετικής σημασίας, απομνημονεύματα αιχμαλώτων κληρικών˙ του διακόνου Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου, του Τριπολιτσάς Δανιήλ (στιχούργημα) και του Ανδρούσης Ιωσήφ. Ο ιστορικός Τ. Γριτσόπουλος ομαδοποιεί τα αξιόλογα αυτά κείμενα και τα ονομάζει «Απομνημονεύματα κληρικών – δεσμωτών». Η ιστορική σπουδαιότητα αυτών των κειμένων έγκειται στο γεγονός ότι καταγράφουν με ακρίβεια την ψυχολογία των αιχμαλώτων, ψυχογραφούν τη στάση των δυναστών και αποδεικνύουν πόσο τεταμένες υπήρξαν οι σχέσεις και οι διαθέσεις κυριάρχων και υποδούλων.

Η Επανάσταση έχει γενικευθεί στον Μοριά και η Τριπολιτσά πολιορκείται από τους Έλληνες με την αρχηγία του Θ. Κολοκοτρώνη. Οι εξελίξεις στην πολιορκία της πόλης και η επιτυχημένη απόκρουση επιθετικών αντιπερισπασμών των εγκλείστων Τούρκων (μάχες Βαλτετσίου, Βερβαίνων, Γράνας), έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ψυχολογική διάθεση και συμπεριφορά των Τούρκων˙ ο τουρκικός όχλος της Τριπολιτσάς εξεγείρεται και απαιτεί την άμεση εκτέλεση των ομήρων. Οι τελευταίοι προσεύχονται για την επιτυχία των ελληνικών όπλων και αγωνιούν.

Οι Τούρκοι πιέζουν τους αιχμαλώτους να ενδώσουν και να μεσιτεύσουν με τη θέλησή τους, ώστε να λυθεί η πολιορκία της πόλης, να ανασταλεί κάθε επαναστατική δραστηριότητα και να επιστρέψουν οι ραγιάδες στο προηγούμενο καθεστώς.

Παρά τη δεινή θέση τους, οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς έχουν χάσει την ψυχραιμία τους και συμπεριφέρονται προκλητικά όχι μόνο στους ομήρους, αλλά και στους εναπομείναντες εντός της πόλης χριστιανούς.

Την Κυριακή του Θωμά (17 Απριλίου 1821), καθώς εξιστορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, οι όμηροι μεταφέρθηκαν «εις το κάτω μέρος του Σεραγίου, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων… Αυτή δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό το Σεράγιον επί του εδάφους, αριστερώθεν του εισερχομένου διά της του Σεραγίου Πύλης» και δέθηκαν όλοι στο φοβερό Κούτσουρο, «εις τας οπάς του οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων….Εισελθόντες δε εις ταύτην την φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας την εσπέραν εκείνην».

Φόβος και αγωνία κατέλαβε τους ομήρους. Ο προεστός Μήτρος Ροδόπουλος «ένεκα του φόβου ηρνήθη την πατρώαν ημών θρησκείαν» και απέφυγε τα δεινά της φυλακής, ενώ ο καϊμακάμης παρέλαβε υπό την προστασία του τον Αναστάση Καλαμογδάρτη και ο Κιαμήλμπεης τον Κορίνθου Κύριλλο και τον Σωκράτη Νοταρά, οι οποίοι δεν φυλακίστηκαν, αλλά παρέμειναν στο σεράγι καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας.

Τόσο στενά ήταν στοιβαγμένοι μέσα στο μικρό χώρο οι δεκαεννέα φυλακισμένοι «ώστε ουδέ τους πόδας ηδύναντο να εκτείνωσιν, αλλά νυχθημερόν καθήμενοι διαλέγοντο, και ούτως εκοιμώντο επί πέντε ολόκληρους μήνας, μη δυνάμενοι να ανακληθώσι… Αέναος ιδρώς έρρε ποταμιδόν εκ των σωμάτων αυτών, εξ ου τα ενδύματα αυτών εσάπησαν».

Την επομένη, Δευτέρα 18 Απριλίου, εκτελέστηκαν δεκαοκτώ Έλληνες υπηρέτες και σωματοφύλακες των αιχμαλώτων «αφού έρριψαν επάνω τους επτακοσίας βολάς τηλεβόλων, απέτεμαν τας κεφαλάς», εκτός ενός νέου, ο οποίος δειλίασε, εξώμοσε και αφέθηκε ελεύθερος.

Δικαιολογήθηκαν οι Τούρκοι στους ομήρους ότι την εκτέλεση διέταξε ο καϊμακάμης για να σώσει τις ζωές τους από τη μανία του τουρκικού όχλου της Τριπολιτσάς, ο οποίος ορκίστηκε να εισβάλει στο σεράγι και να τους θανατώσει. Οι Τούρκοι ιθύνοντες ήλπιζαν ακόμη σε ειρηνικές διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές, χρησιμοποιώντας τους προεστούς και αρχιερείς ως όπλο.

Με την άφιξη στην Τριπολιτσά του κεχαγιά Μουσταφά μπέη (Κεχαγιάμπεη) μαζί με περίπου 4.000 Αλβανούς στρατιώτες, οι Τούρκοι αποφυλάκισαν προσωρινά τους ομήρους στο πλαίσιο της πολιτικής κατευνασμού των Ελλήνων. Μόλις δεκατρείς ημέρες πριν από την άλωση, στις 10 Σεπτεμβρίου, οι δέσμιοι μεταφέρθηκαν σε τρία μεγαλύτερα δωμάτια του σεραγιού και τους περιποιήθηκαν με την υστερόβουλη σκέψη ότι θα επηρεάσουν τους Έλληνες πολιορκητές, ώστε να επέλθει συμβιβασμός.

Η διάθεση συνεννόησης των Τούρκων αποδεικνύει απόγνωση, δεινή αμυντική θέση και πολιτικό αδιέξοδο, ενώ εμμέσως αναγνωρίζεται η επιτυχία της στρατηγικής τακτικής των πολιορκητών. Όμως καμιά θετική εξέλιξη δεν σημειώνεται˙ ο αποκλεισμός της πόλης ήταν απόλυτος και η πτώση της επήλθε στις 23 Σεπτεμβρίου.

Από τα δεινά της ειρκτής, τις κακουχίες, τον υποσιτισμό και τις αρρώστιες πέθαναν οι φυλακισμένοι πρόκριτοι Αναγνώστης Κωστόπουλος, Θεόδωρος Δεληγιάννης καθώς τον μετέφεραν εκτός της πόλης μετά την άλωσή της, ο Ιωάννης Περούκας στον Αχλαδόκαμπο, στο δρόμο προς τοΆργος και ο Παπαλέξης˙ από τους αρχιερείς, ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο Δημητσάνης Φιλόθεος και από τους κληρικούς ο πρωτοσύγκελος Ανδρούσης Χρύσανθος.

Προεστοί, αρχιερείς, φύλακες και υπηρέτες των προεστών, κληρικοί βοηθοί των αρχιερέων, έδωσαν από κοινού το δικό τους αγώνα με την αυθόρμητη μετάβασή τους στη φοβερή Τριπολιτσά, υπομένοντας τα πάνδεινα εντός της φυλακής, χωρίς διχογνωμίες και υπολογισμούς, επισπεύδοντας την έκρηξη της Επανάστασης.

 

 Παναγιώτης Βελισσάριος

ιστορικός, προϊστάμενος ΓΑΚ- Αρχείων

Νομού Αρκαδίας, Τρίπολη.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »

Σέκερης Παναγιώτης, (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1847)


  

Σέκερης Παναγιώτης, Ελαιογραφία. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο.

Σέκερης Παναγιώτης, Ελαιογραφία. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο.

Γεννήθηκε στην Τρίπολη της Αρκαδίας το 1785. Σπούδασε στη Δημητσάνα, και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην πόλη, όπου ίδρυσε εμπορικό οίκο – με τους δυο μικρότερους αδελφούς* του, τον Αθανάσιο** και το Γεώργιο –   επεκτείνοντας την οικονομική δραστηριότητά του στην Οδησσό και τη Μόσχα. Ηγετική μορφή της Φιλικής Εταιρείας, αδελφός του Γεωργίου Σέκερη, του πρώτου μέλους που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Σκουφά στη Μόσχα, στις 13 Δεκεμβρίου 1814. Μυήθηκε στην Φιλική, το Μάιο του 1818, και διέθεσε για τους σκοπούς της εταιρείας 10.000 γρόσια. Η μύηση των αδελφών Σέκερη ήταν καθοριστικής σημασίας για την πορεία της Εταιρείας, καθώς ήταν άνθρωποι με ιδιαίτερο κύρος στους κόλπους της ελληνικής ομογένειας.

Ο Σέκερης μύησε και άλλους σημαντικούς εμπόρους και ναυτικούς, τον Τοπάζη, τον Πάνου κ.ά. και μετά το θάνατο του Σκουφά εξελέγη μέλος της Αρχής. Χάρη στις μεγάλες του προσπάθειες, τα συνεχή του ταξίδια και τις διασυνδέσεις του με τον Ελληνισμό της διασποράς, η Εταιρεία κατάφερε γρήγορα να βρει  χρηματοδότες και να αναπτυχθεί.

Μετά την έναρξη του αγώνα, διέφυγε στην Οδησσό όπου και συνέχισε τη δράση του. Το 1830 ήρθε στην Ελλάδα με την οικογένειά του, δεν πήρε κανένα αξίωμα και υπηρέτησε τελώνης στην Ύδρα και στο Ναύπλιο «…εις τα κάθυγρα εργαζόμενος διά τον άρτον των τέκνων του…», όπως έγραψε ο Ιωάννης Φιλήμων στην εφημερίδα «Αιών».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το αρχείο του, το οποίο αφορά όχι μόνο τη δράση του ίδιου, αλλά και των άλλων Φιλικών. Περιέχει επίσης σημαντικά στοιχεία για την ιεράρχηση, την τάξη και την οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας. Το πολυμερές και ανεκτίμητης αξίας αρχείο του Σέκερη φυλάσσεται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. Πέθανε στο Ναύπλιο, σε ηλικία 62 ετών.

  

Υποσημειώσεις


 

* Αδελφοί Σέκερη.  Mεταξύ  των 40 Τριπολιτών φιλικών (και των 200 συνολικά Αρκάδων μελών) εξέχουσα θέση κατέχουν οι τρείς αδελφοί Σέκερη. Οι αδελφοί Σέκερη, προσέφεραν σημαντικό έργο στη Φιλική Εταιρεία, διέθεσαν όλη την τεράστια περιουσία τους στον αγώνα, πήραν ενεργό μέρος στον αγώνα και πέθαναν πάμπτωχοι. Ο μεγαλύτερος από τους αδελφούς ήταν ο Παναγιώτης ο οποίος ήταν ευκατάστατος έμπορος στην Κωνσταντινούπολη.

Ο δεύτερος αδελφός, ο Αθανάσιος, ήταν μεγαλέμπορος στην Οδησσό. Μυήθηκε από τον Νικόλαο Σκουφά στη Μόσχα στις 13 Δεκεμβρίου του 1814. Ανέπτυξε μεγάλη δράση και κατείχε υψηλή θέση στην Εταιρία. Μάλιστα υπήρξε ο τέταρτος στη σειρά μετά από τους τρεις ιδρυτές. Με την έκρηξη της Επανάστασης κατέβηκε στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στον αγώνα. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και μετά την άλωση της Τριπολιτσάς εγκαταστάθηκε εκεί. Το 1824 διορίστηκε έπαρχος Πατρών. Μετά την άφιξη του Καποδίστρια εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, όπου ανάλαβε διάφορες υπηρεσίες. Το 1843 διορίστηκε ειρηνοδίκης Μάπητος, αλλά το 1844 απολύθηκε χωρίς να του ανακοινωθεί ο λόγος.

Ο μικρότερος από τους αδελφούς ήταν ο Γιώργος, ο οποίος ήταν και ο πλέον μορφωμένος, με σπουδές στο Παρίσι. Ήταν μάλιστα το πρώτο μέλος της Εταιρίας. Μυήθηκε στην Μόσχα από τον Νικόλαο Σκουφά στις 21 Οκτωβρίου 1814. Στις 18 Ιουλίου 1821 κατέβηκε στην Ελλάδα και έλαβε ενεργό μέρος στον αγώνα. Υπηρέτησε κάτω από τον Δημήτριο Υψηλάντη σαν αξιωματικός, συμμετείχε στις μάχες κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς, όπου και διακρίθηκε ιδιαίτερα. Στη συνέχεια πολέμησε μαζί με τον αδελφό του Αθανάσιο κάτω από τις διαταγές του Κολοκοτρώνη και τέθηκε επικεφαλής του Σώματος των Τριπολιτσιωτών. Στις μάχες που έδωσε το Σώμα τραυματίστηκε σοβαρά. Το δεύτερο χρόνο της επανάστασης δεν άντεξε τις συνέπειες των τραυμάτων του και πέθανε στην Τριπολιτσά.

**Ο Φωτάκος γράφει:  Αθανάσιος Σέκερης.
Οὗτος ἦτον εἰς τὴν Ὀδησσὸν καὶ ἐκεῖ ἐμπορεύετο. Κατηχήθη δὲ τὰ μυστήρια τῆς Φιλικῆς Ἑταιρίας ἀπὸ  τὸν αὐτάδελφόν του Γεώργιον Σέκερην, καὶ ἀνεδείχθη εἷς τῶν ἀρχηγῶν ἑταιριστῶν. Ὁ Σκουφᾶς, ὁ Τσακάλωφ καὶ ὁ Γεώργιος Σέκερης, οἱ τρεῖς οὗτοι ὁμοῦ ἔκαμον τὸ πρῶτον σχέδιον εἰς τὴν Μόσχαν πῶς νὰ γείνῃ ὀ ὀργανισμὸς τῶν Φιλικῶν. Αὐτὸς ἐβοήθησε πολὺ τὸν Ξάνθον καὶ τοὺς λοιποὺς ἑταίρους, καὶ ἔκαμε πολλὴν διάδοσιν τοῦ μυστικοῦ τῆς ἑταιρίας, διὰ δὲ τῆς συνεννοήσεώς του μὲ τὸν ἀδελφόν του Παναγιώτην Σέκερην ἐμπορευόμενον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἡ ἑταιρία γενικωτέρα ἐγένετο. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Σεκεραίους, ὡς Πελοποννησίους, οἱ ἄλλοι Πελοποννήσιοι ἐξεμυστηρεύοντο μὲ περισσότερον θάρρος καὶ εὐκολίαν, διὰ τοῦτο οἱ περισσότεροι ἐκ τούτων κατηχήθησαν ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν αὐτήν.

Αἱ ἐκδουλεύσεις καὶ αἱ θυσίαι τῶν Σεκεραίων πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ μετ᾿ αὐτὴν εἶναι πολλαὶ καὶ μεγάλαι. Ἔλαβον μέρος ἐνεργητικὸν εἰς τὸν πόλεμον, καὶ μάλιστα ὁ ἀδελφός των Γεώργιος Σέκερης, ὁ ἔξοχος καὶ πολυμαθέστατος τότε ἀνὴρ, ἔγεινεν ἀρχηγὸς τῶν ὅπλων τῆς ἐπαρχίας Τριπολιτσᾶς. Οὗτος εὑρέθη εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Θ. Κολοκοτρώνη, ὅπου ἠρίστευσε κατὰ τὴν μάχην τῆς 9 Μαρτίου, ὡς φαίνεται εἰς τὰς διηγήσεις μου. Κατὰ δὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ Μαΐου ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν ὑπῆγεν εἰς τὴν Ἀργολίδα, καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐκστρατείαν τῶν Μεγάλων Δερβενίων. Τότε δὲ  κανεὶς ἄλλος δὲν ἤθελε νὰ ὑπάγῃ, καὶ μόνοι οἱ Τριπολιτσιῶται ἀπεφάσισαν, καὶ ὅμως τοὺς κατηγοροῦν ὅτι ἔφυγον ἐκεῖθεν χωρὶς πόλεμον.

Κατὰ δὲ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Δράμαλη εἰς τὴν Ἀργολίδα εὑρέθη μετὰ τοῦ στρατηγοῦ Πλαπούτα, καὶ μάλιστα εἰς τὸ Κεφαλάρι τοῦ Ἄργους, καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐκεῖ γενομένας μάχας πολέμησε καλῶς μὲ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν πατριώτας του Τριπολιτσιώτας. Ἔπειτα δὲ εἰς τὸν Ἅγιον Σώστην, Ἅγιον Βασίλειον καὶ Κλένιαν, ὅπου τότε ἦτο τοποθετημένον τὸ στρατόπεδον τοῦ πολιορκητοῦ τῶν δύω φρουρίων Ναυπλίου καὶ Κορίνθου ἀρχηγοῦ Θ. Κολοκοτρώνη, εὑρεθεὶς ὁ Γ. Σέκερης  ἐκεῖ, καὶ κυριευθεὶς ἀπὸ νόσον ἀνίατον ἀπέθανεν, καὶ οὕτως ἡ Πελοπόννησος ἔχασε στρατηγὸν πεπαιδευμένον καὶ κάτοχον πολλῶν γλωσσῶν καὶ γνώσεων.

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Φιλική Εταιρεία», τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία


  • Αναστάσιος Ν. Γούδας, Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα 1872, τ. Ε΄, σσ. 93-120.
  • Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος, Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία (1715-1821), εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2005.
  • Δόμνα Βισβίζη-Δοντά, «Η ανεξαρτησία της Ελλάδος και η οικογένεια Σέκερη», Μνημοσύνη τ. 16 (2003-2005) 283-340.
  • Μελετόπουλου Α. Ιωάννου , Η Φιλική Εταιρεία, Αρχείον Π.Σέκερη, Αθήνα 1967.

 

  

 

Read Full Post »

Τρίπολη ( Απελευθερωτικός Αγώνας)

 

 

Η Ιστορία της πόλης

 

 

Η Τρίπολη είναι μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες πόλεις της Πελοποννήσου. Είναι πρωτεύουσα του Ν. Αρκαδίας και της Επαρχίας Μαντινείας.  Κατοικήθηκε για πρώτη φορά μετά την κατάληψη του Μοριά από τους Τούρκους (1460) από καταδιωγμένους κατοίκους της Αρκαδίας και κυρίως από ανθρώπους των χωριών Δαβιάς, Μοχλίου και Βελιγοστής. Γι’ αυτό και μετεπαναστατικά ονομάστηκε Τρίπολις.

 

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Στα περισσότερα έγγραφα του απελευθερωτικού αγώνα αναφέρεται ως Τριπολιτσά ή Τριπολιτζά και σε παλιότερες γραπτές πηγές, ως Ντρομπολιτζά*. Με το τελευταίο όνομα μνημονεύεται και κάποιο τουρκικό κάστρο από το 1467 και μετά. Η Τριπολιτσά μέχρι και τις αρχές του 18ου αι. ήταν ένα  χωριό, το οποίο στη συνέχεια αναπτύχθηκε και έγινε μετά τα Ορλωφικά διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου και έδρα του Μόρα Βαλεσή, δηλαδή του Τούρκου διοικητή της Πελοποννήσου, με πρώτο τον Αχμέτ πασά Σαλάμπαση (1770-1787).

Η Τρίπολη, δέχτηκε την οργή των Τούρκων κατά τα Ορλωφικά** και στη συνέχεια επί εννέα χρόνια τις λεηλασίες των Αλβανών, μέχρι που τα σουλτανικά στρατεύματα σε συνεργασία με τους χριστιανούς κλέφτες κατόρθωσαν να τους εξοντώσουν. Εκεί διακρίθηκε ο πατέρας του Θ. Κολοκοτρώνη, Κωνσταντής. Από τους 12.000 Αρβανίτες μόνο 700 γλίτωσαν και διέφυγαν στη Ρούμελη. Μέχρι το 1808 υπήρχε στην άκρη της πόλης, κατά την πύλη τ’ Αναπλιού, πυραμίδα από χιλιάδες ασβεστωμένα κεφάλια Αλβανών.

Ο Αχμέτ πασάς, ο πρώτος Μόρα Βαλεσής, έκανε την Τριπολιτσά πρωτεύουσα του Μοριά με σουλτανικό φιρμάνι και εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα το 1786, όταν ολοκληρώθηκε το τείχος της πόλης, που κτίστηκε με αγγαρείες των χριστιανών. Το τείχος είχε 5,5 μ. ύψος, 3,5 χλμ. μήκος και πάνω από δύο μέτρα πάχος στη βάση.

 

Στη συνέχεια, η Τρίπολη έγινε πολυάνθρωπη με πολλούς Τούρκους και αξιόλογο στράτευμα. Ιδιαίτερα αναπτύχθηκε, όταν Μόρα Βαλεσής έγινε ο γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελής (1807-1820), γιατί τον ακολούθησαν πολλοί βιοτέχνες και τεχνίτες Γιαννιώτες, οι οποίοι συνετέλεσαν στην οικονομική της ανάπτυξη.

 

 

Η Τρίπολη στην Επανάσταση

 

 

 
Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Το 1821 η Τρίπολη είχε 35.000 κατοίκους, Τούρκους, Έλληνες και λίγους Εβραίους. Με το ξέσπασμα της επανάστασης ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά, γιατί πολλοί Τούρκοι κατέφευγαν εκεί για ασφάλεια. Όταν άρχισε η πολιορκία, υπήρχαν μέσα 15.000 αρματωμένοι Τούρκοι και Αλβανοί. Ο Θ. Κολοκοτρώνης πίστευε πως έπρεπε να καταληφθεί η Τρίπολη, για να στεριώσει η επανάσταση, και είχε απόλυτο δίκιο, γιατί ήταν διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του Μοριά, ικανό λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της δύναμής του να αντιμετωπίζει με επιτυχία τους επαναστατημένους Ρωμιούς σ’ όλο το Μοριά. Με δυσκολία κατόρθωσε να μαζέψει λίγο στρατό στην αρχή, γιατί πολλοί καπεταναίοι και πρόκριτοι δε συμφωνούσαν μαζί του. Στη συνέχεια όμως κατάλαβαν πως είχε δίκιο. Έτσι, τον Ιούνιο τα ελληνικά στρατεύματα, που συμμετείχαν στην πολιορκία, ήταν πάνω από 7.000. Όσο περνούσαν οι μέρες και η θέση των πολιορκουμένων χειροτέρευε, τόσο πλήθαιναν και οι πολιορκητές που συνέρρεαν με κάθε πολεμικό μέσο.

Εκείνες τις μέρες η αλληλεγγύη και η διάθεση συνεισφοράς στον αγώνα ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένες ανάμεσα στους αγωνιστές. Εκείνο που προείχε και φλόγιζε τις καρδιές τους ήταν η επιτυχία του σχεδίου του Κολοκοτρώνη.

Στην Τρίπολη λοιπόν πολέμησαν στο πλευρό του Γέρου του Μωριά και του Νικηταρά και αρκετοί μαχητές από την Επαρχία Άργους, με επικεφαλής τον Γιαννάκο Δαγρέ, τον αδελφό του Θανάση, τον Θεόδωρο Τριγγούνη, τον Ηλία Θεοδωρόπουλο και τον Γεώργιο Φράγκο, ο οποίος και έπεσε κατά την πολιορκία.   

 

 
Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Η Τρίπολη έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, από ένα τυχαίο και αναπάντεχο περιστατικό· ο Τσακωνίτης αγωνιστής, ο Μανώλης Δούνιας,*** έδινε στους Τούρκους ψωμί και σύκα και είχε πιάσει φιλίες μαζί τους. Εκείνοι τον δέχονταν στο πυροβολείο τους – τάπια – που ήταν κοντά στην πύλη τ’ Αναπλιού, και κάνανε συντροφιά. Ο Δούνιας έπαιρνε και κάποιους φίλους μαζί του. Την ημέρα εκείνη παρατήρησαν ότι οι υπερασπιστές στις επάλξεις ήταν ελάχιστοι, γιατί οι Τούρκοι είχαν μεγάλη σύναξη, για να δουν τι θα κάμουν, και η φρούρηση είχε χαλαρώσει.

Εκμεταλλεύτηκαν, λοιπόν, την ευκαιρία και άνοιξαν την πύλη τ’ Αναπλιού. Όρμησαν τότε κι άλλοι μέσα, ανοίχτηκαν κι άλλες πύλες και σε λίγο οι πολιορκητές έμπαιναν από παντού. Ο πρώτος καπετάνιος που πάτησε την πόλη ήταν ο Παναγιώτης Κεφάλας,**** ο οποίος μπήκε από την πύλη του Μυστρά. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν κι έτρεξαν να σώσουν τις οικογένειές τους. Αμέσως άρχισε άγρια σφαγή. Οι Έλληνες δεν ήταν δυνατό να πειθαρχήσουν στους αρχηγούς τους, αφού μάλιστα η πόλη δεν είχε καταληφθεί με έφοδο αλλά από τυχαίο περιστατικό.

Ο Καπετάνιος Γιαννάκος Δαγρές από την Καρυά, συνέλαβε τον κοτζάμπαση Σωτηράκη Κουγιά, ο οποίος ήταν προδότης και είχε αποκαλύψει στους πασάδες της Τρίπολης το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και αφού του έκοψε τ᾽ αυτιά, τον σκότωσε.

 

Ο Φωτάκος γράφει:

 

 «Η σφαγή άρχισεν εις όλα τα μέρη της πόλεως, το τουφέκι εδούλευε πανταχού και ανηλεώς και κατά τρεις ολοκλήρους ημέρας εσκοτώνοντο πάσης ηλικίας άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά ανήλικα. Οι Έλληνες εδώ εξεδικήθησαν δι’ όσα τόσους χρόνους είχαμεν πάθει από τους τυράννους μας…».

 

Η σφαγή κράτησε τρεις μέρες, μέχρι την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου, και τελείωσε μόνο όταν έσβησε κάθε αντίσταση των Τούρκων. Οι Έλληνες εκδικήθηκαν τους Τούρκους για όσα τους είχαν κάνει τόσους αιώνες και φάνηκε ότι η συμβίωσή τους πια δεν ήταν δυνατή. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 10.000 Τούρκοι και ότι 8.000 αιχμαλωτίστηκαν. Έλληνες σκοτώθηκαν περίπου 300.

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει στο ημερολόγιό του σχετικά με την απελευθέρωση της Τρίπολης:

 

«Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες. Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατό.»‘

 

 
Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Τόσα ήταν τα πτώματα στους δρόμους, που το άλογο του Κολοκοτρώνη προχωρούσε, χωρίς ν’ ακούγονται τα πέταλά του. Στη συνέχεια ο Δημ. Υψηλάντης φρόντισε να καθαριστεί η πόλη. Εντούτοις, έπεσε τύφος και οι άνθρωποι πέθαιναν, μέχρι που έπιασαν τα δυνατά κρύα του χειμώνα και υποχώρησε η ασθένεια. Η Τριπολιτσά έγινε έδρα της Πελοποννησιακής Γερουσίας (1822) και κατόπιν του Εκτελεστικού και Βουλευτικού Σώματος (1823).

 Αργότερα ο Ιμπραήμ κατέλαβε την πόλη (10 Ιουνίου 1825) και την έκανε ορμητήριό του μέχρι το Φεβρουάριο  1828, όταν ο Αιγύπτιος στρατηλάτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά την Πελοπόννησο. Φρόντισε μάλιστα να κατεδαφίσει το τείχος και να κάψει την πόλη λίγο πριν από την αναχώρησή του. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους η Τριπολιτσά ξανακτίστηκε και μετονομάστηκε σε Τρίπολη.

 

 

Αξιοθέατα της πόλης

 

  • Μητρόπολη. Αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο, οικοδομήθηκε στην θέση όπου ήταν το τζαμί του Μπεκίρ-Πασά.
  • Πλατεία Άρεως. Διαμορφώθηκε στη θέση όπου βρισκόταν το σεράι.
  • Κεντρική Πλατεία Τρίπολης ή Πλατεία Αγίου Βασιλείου.
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης. Στεγάζεται σε διώροφο νεοκλασικό κτίριο, έργο του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ. Εκτίθενται ευρήματα από τις ανασκαφές αρχαίων θέσεων στην Αρκαδία. Περιλαμβάνει νεολιθικά και πρωτοελλαδικά αντικείμενα και σκεύη από πρόσφατες ανασκαφές στο Σακοβούνι Καμενίτσας Αρκαδίας, καθώς και πλούσια συλλογή Υστερομυκηναϊκών και Υπομυκηναϊκών Χρόνων από το Παλαιόκαστρο της Γόρτυνας. Εκτίθενται ακόμα ευρήματα Γεωμετρικών χρόνων από νεκροταφεία της Μαντινείας και κεραμική, γλυπτική και ανάγλυφα Αρχαϊκών μέχρι Ρωμαϊκών χρόνων από περιοχές της Αρκαδίας. Ξεχωρίζει η μοναδική στην Ελλάδα συλλογή των λατρευτικών ειδωλίων των Πρωτοελλαδικών χρόνων από το Σακοβούνι όπως και το ομόγλυφο καθήμενο άγαλμα θεάς (ίσως Αθηνά) από την Ασέα και τα ευρήματα της 15ετούς ανασκαφής στην Έπαυλη του Ηρώδου του Αττικού στην Λουκού Κυνουρίας. Υπάρχουν επίσης ευρήματα Παλαιοχριστιανικών και Πρώιμων Βυζαντινών.
  •  Πολεμικό Μουσείο. Ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 2000 και στεγάζεται στο ισόγειου του σπιτιού του Μαλλιαρόπουλου στην κεντρική πλατεία του Αγίου Βασιλείου. Περιλαμβάνει κύρια εκθέματα από τον αγώνα του 1821, όπως και του πολέμου του 1940. Ξεχωρίζουν το εκμαγείο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, η προτομή του και συλλογές όπλων και σπαθιών από την επανάσταση.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ντρομπολιτζά

 

Εκτός του «Ντρομπολιτσά», η προφορική παράδοση και οι γραπτές πηγές χρησιμοποιούν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία ονομάτων: Ντρομπολ(ι)τζιά, Τροπολιτζ(ι)ά, Τροπολικιά, Ντριμπολιτζ(ι)ά, Τριπολιτζά, Τριπολιτσά, Τρομπολιτσά, Τροπολ(ι)τσά, Υδροπολιτζά, Ύδωρ Μολιτζά, κλπ. (Οι Τούρκοι παράλληλα χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Νταραμπολίτζα, Ταραμπολίτζα, Ταραμπουλούς). Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι είναι από το Υδρόπολις, (αρχαία Ελληνική αποικία, στην νότια Αλβανία, Ιλλυρία τότε), Ντρόπολις και χαϊδευτικά Ντροπολιτσά ( ιτσα = υποκοριστικό π.χ. Ελένη = Ελενίτσα), δηλαδή μικρή Ντρόπολι.  

 

 

**  Τα Ορλωφικά

 

Η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, ακλουθώντας το όραμα του Μεγάλου Πέτρου για ανα­σύσταση της ορθόδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό το σκήπτρο του, παρακινεί τους Έλληνες σε επανάσταση, στέλνοντας στην Ελλάδα τρεις αξιωματικούς του ρωσικού στρατού, τους αδελφούς Ορλώφ. Στόχος των ενεργειών της ήταν απλώς η δημιουργία αντιπε­ρισπασμού, αφού η Ρωσία βρισκόταν ήδη σε εμπόλε­μη κατάσταση με τους Τούρκους. Οι Έλληνες, με επί­κεντρο την Πελοπόννησο και τη Στερεά, ξεσηκώθηκαν, αλλά οι δυνάμεις που έστειλε η Ρωσία για να τους συν­δράμει αποδείχθηκαν πενιχρές και ανοργάνωτες. Πα­ρά τις αρχικές επιτυχίες των Ελλήνων οπλαρχηγών, η επανάσταση στην ξηρά έληξε, λίγους μήνες αργότε­ρα, με σφαγές, μαζικούς εξισλαμισμούς και εξαν­δραποδισμό του πληθυσμού στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία και στηνΉπειρο. Αντίθετα, στη θάλασσα, το τουρκικό ναυτικό υπέστη πανωλεθρία στο Τσεσμέ (Μάιος 1770) από τον ρωσικό στόλο.

*** Οι Τσάκωνες είχαν κάνει γνωριμίες με τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τριπολιτσά κι εμπορεύονταν τρόφιμα με αντάλλαγμα όπλα. Κατάφεραν να αποφυλακίσουν τον πρόκριτο Πραστού Γιαννούλη Καραμάνο δίνοντας υπόσχεση «στους φίλους τους», να τους διασώσουν, αν πέσει η Τριπολιτσά στα χέρια των Ελλήνων.Σε μία συνάντηση τέτοια, για ανταλλαγή τροφών με όπλα, ο Τσάκωνας Μανώλης Δούνιας (ή Ντούνιας) κατάφερε «τους φίλους» του, Τούρκους, να τον ανεβάσουν στην Τάπια (τουρκ. tabya: ταμπούρι, προμαχώνας) του κάστρου της Τριπολιτσάς. Με λίγους φίλους του, που τον ακολούθησαν, αιχμαλώτισε τους Τούρκους φρουρούς, γύρισε τα κανόνια στην πόλη κι άνοιξε την πόρτα του Αναπλιού, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821.

 

**** Κεφάλας Παναγιώτης

Αγωνιστής του Εικοσιένα από το Δυρράχιο Μεγαλόπολης που γεννήθηκε το 1790 και έπεσε ηρωικά το 1825 στο Μανιάκι. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων από το Νοέμβρη του 1820 μαζί με τα αδέλφια του Θεόδωρο και Δημήτριο κι άλλους συμπατριώτες του. Στις 15 Απρίλη 1821 πήρε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου και στις 12 – 13 Μάη στη μάχη του Βαλτετσίου. Με 600 διαλεχτά παλικάρια πήρε ενεργό μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ήταν ο πρώτος που στις 23 Σεπτέμβρη παραβίασε το φρούριο στην πόρτα του Ναυπλίου κι έστησε πάνω στα τείχη την ελληνική σημαία. Συνέχισε να πολεμά παίρνοντας μέρος σε διάφορες μάχες μέχρι το 1825. Όταν οι ορδές του Ιμπραήμ σάρωναν το Μοριά, ο Κεφάλας με τον Παπαφλέσσα, αντιτάξανε ηρωική μα απελπισμένη άμυνα στο θρυλικό Μανιάκι. Στις 19 Μάη 1825, και αφού από τους 2.000 άντρες τους απόμειναν μόνο 600, έπεσαν πολεμώντας πολυάριθμους εχθρούς.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1858.
  • Κωστή Ι. Τσούχλου, «Οι Τσάκωνες του ’21»,  εκδ. Αδελφότητος Κυνουριέων.
  • Φωτογραφίες: Πανεπιστήμιο Πάτρας στον ιστότοπο www.arcadiasite.gr

 

 

Read Full Post »

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (1782 ή 1787-1849)


 

Νικηταρά –Νικηταρά

Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι.

 

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Ο Νικηταράς γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας), στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης.

«Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι…».

Ο Φωτάκος στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», αναφέρει ότι τόπος γεννήσεως του ήταν το  χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας.

Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά.

Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα.

Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. «Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: «Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

Εκείνο τον καιρό τα Επτάνησα τα εξουσίαζαν οι Ρώσοι. O Νικηταράς εντάχθηκε στο ρωσικό στρατό και με το τάγμα του πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ζάκυνθο και υπηρέτησε αυτή την φορά τους Γάλλους, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει το νησί με την συνθήκη του Τίλσιτ.

Στις 18 του Οκτώβρη του 1818  – ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα – μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό.

Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 του Μάρτη του 1821. Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο.

Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια  καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.

Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : «Σταθήτε Πέρσαι να πολεμήσωμε» και μάλιστα τους αποκαλούσε Περσιάνους.

Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ’ τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.

 

Νικηταράς, ακουαρέλα, έργο του Δανού ζωγράφου, το 1836, Martinus Rørbye (1803-1848).

 

Στρατηγός Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

 

Με τις μάχες των Δολιανών και των Βερβένων, προξενήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές στους Τούρκους – που αναγκάστηκαν να κλειστούν στην Τρίπολη – ξανάδωσαν κουράγιο  στους ξεσηκωμένους ραγιάδες, και προετοίμασαν το κλίμα για την άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτέμβρη 1821, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά, την στρατηγική του Κολοκοτρώνη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts