Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Τυπογραφία’

Ναύπλιο: το Ενετικό κτίριο και το Πρώτο Τυπογραφείο της Διοικήσεως


 

Στα νότια της μητρόπολης του Αγίου Γεωργίου σώζεται σε ερειπωμένη κατάστα­ση ένα μοναδικό διώροφο ενετικό κτίριο. Το κτίριο αυτό σε σχήμα Γ είναι μεταγενέστερο της εκκλησίας του Αγίου Γεωρ­γίου, με την οποία δεν έχει καμία επικοινωνία, κλείνει ασφυκτικά τη νότια πλευρά της με πρόσοψη στην οδό Παπανικολάου και δυτικά στην πάροδο Γενναδίου και χρονολογείται στη Β’ Ενετοκρατία (1686-1715). Δεν μας είναι γνωστή η αρχική του χρήση. Το βορειοδυτικό τμήμα του κτιρίου σε μήκος 5,50μ. Β-Ν που απέχει λίγα μέτρα από τον Άγιο Γεώργιο είχε κάθετα καταρρεύσει και έχει ξανακτισθεί. Η κάθετη κατάρρευση του βορειότερου τμήματος του κτιρίου, κατά την άποψή μας, οφείλεται στην υποχώρηση του υπεδάφους της θεμελίωσης, το οποίο ήταν προσχωσιγενές, όταν οι Βενετσιάνοι μπάζωσαν τη θάλασσα και μεγάλωσαν την πόλη στα 1500 μ. Χ., ενώ το νοτιότερο μεγαλύτερο τμήμα του κτιρίου προφανώς είναι θεμε­λιωμένο πάνω στο φυσικό στέρεο βραχώδες υπέδαφος. Στην νότια πλευρά (οδός Παπανικολάου), στο ισόγειο έχουν γίνει μεταγενέστερες τροποποιήσεις των ανοιγ­μάτων και αλλαγή στο δυτικότερο παράθυρο του α’ ορόφου.

 

Ενετικό κτίριο μερική άποψη από Ν.Δ.

Ενετικό κτίριο μερική άποψη από Ν.Δ.

Ο μικρός πληθυσμός της πόλης του Ναυπλίου κατά την εποχή της Β’ Ενετοκρα­τίας δεν ενισχύει την άποψη ότι πρόκειται για Λόντζια. Πιθανότερη φαίνεται η άπο­ψη ότι κτίστηκε από τους Ενετούς ως Ενετική Σκουόλα (Scuola), δηλαδή ως κτίριο αδελφότητας, κομπανίας, όπου συγκεντρώνονταν οι αξιωματούχοι, οι έμποροι και η ανώτερη τάξη της πόλης. Έχει εκφραστεί επίσης η λιγότερη πιθανή άποψη ότι το κτίριο είχε κτισθεί ως μοναστήρι Δομηνικανών. Το κτίριο στην εσωτερική του αυλή φέρει χαμηλή αψιδωτή μαρμάρινη στοά.

 

Ενετικό κτίριο εσωτερική στοά.

Ενετικό κτίριο εσωτερική στοά.

Από το μνημειακό αυτό ενετικό σωζόμενο κτίριο, εκτός από την αποθήκη του Στόλου (Αρχαιολογικό Μουσείο), σώζονται μόνο οι τοίχοι, ενώ ένα τμήμα του στην εσωτερική αυλή έχει καταρρεύσει.

 

Το κτίριο εικονίζεται σε μνημειακή απεικόνιση σ’ ένα σχέδιο με μολύβι του αρχιτέκτονα Leon von Klenze [1], το 1834 μαζί με την εκκλησία του Αγίου Γεωρ­γίου και τα βορειότερα της εκκλησίας κτίρια. Μεταξύ της εκκλησίας και του ενετικού κτιρίου εικονίζεται το κατώτερο σωζόμενο τμήμα μιναρέ, όταν ο Άγιος Γεώρ­γιος είχε μετατραπεί σε τζαμί, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ενώ σήμερα σώζεται μόνο η ψηλή ορθογώνια βάση του.

 

Ενετικό κτίριο δεξιά, ο Άγιος Γεώργιος και βορειότερα κτίσματα. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

Ενετικό κτίριο δεξιά, ο Άγιος Γεώργιος και βορειότερα κτίσματα. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο νάρθηκας (αψιδωτή στοά), ο γυναικωνίτης και το κα­μπαναριό του Αγίου Γεωργίου σύμφωνα με την μαρμάρινη επιγραφή ολοκληρώθη­καν το Φεβρουάριο του 1834 καθώς και ότι ο νάρθηκας του Αγίου Γεωργίου χρησί­μευσε ως πρότυπο κατά την διαμόρφωση των σχεδίων, από τον Klenze, για την καθολική εκκλησία του Διονυσίου Αρεοπαγίτου στην Αθήνα. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ότι τα κιονόκρανα της στοάς του Αγίου Γεωργίου και της στοάς του Διονυσίου Αρεοπαγίτου έχουν ως πρότυπο τα κιονόκρανα της στοάς του Ενετικού κτιρίου. Μεταξύ του ενετικού κτιρίου και του καμπαναριού του Αγίου Γεωργίου εικονίζεται η κλίμακα ανόδου στο γυναικωνίτη. Το μικρό υπάρχον σήμερα πρόσθετο ισόγειο κατάστημα, καφενείο, μεταξύ του καμπαναριού και του ενετικού κτιρίου προφανώς φτιάχτηκε πριν από τον πόλεμο.

 

Ο Άγιος Γεώργιος ως γνωστόν κτίσθηκε ως τζαμί κατά την πρώτη Τουρκοκρα­τία στη θέση καθολικού ενετικού ναού. Στα χρόνια της Β’ Τουρκοκρατίας 1715-1821 το ενετικό κτίριο χρησιμοποιήθη­κε ως λατρευτικό κτίριο, τεκές,[2] των αιρετικών Μπεκτασήδων και συνυπήρχε με το διπλανό μουσουλμανικό τζαμί (Άγιο Γεώργιο). Μετά την απελευθέρωση το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας χωροφυλα­κής [3] και μερικοί χώροι χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς ως σχολείο της πόλης [4]. Αλλά στο κτίριο αυτό στεγάστηκε κατά την Ελληνική Επανάσταση το 1825 το «Τυπογραφείο της Διοικήσεως» [5] με διευθυντή τον Παύλο Πατρίκιο, ο οποίος φρόντισε μαζί με τον Αστυνόμο και βρήκε οίκημα «αρμόδιον δια την σύστασιν της ρηθείσης τυπογραφείας, κείμενον πλησίον του Υπουργείου των Εσωτερικών». Από τον Σεπτέμβριο του 1825 αποφασίστηκε η έκδοση της «Γενικής Εφημερίδας της Ελλάδας» με εφημεριδογράφο τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Την εποχή αυτή έφθασε στο Ναύπλιο και ένα καινούριο αγγλικό πιεστήριο των μηχανουργείων Τέϊλορ-Μαρτινό (Taylor-Martineau) με έκκεντρη κίνηση. Η τυπογραφία της Διοικήσεως διέθε­τε τρία τυπογραφεία και από την εποχή αυτή (1825) άρχισαν να τυπώνονται και διάφορα άλλα βιβλία.

 

Το 1827 το τυπογραφείο μεταφέρθηκε από την Αίγινα στον Πόρο και πάλι στο Ναύπλιο. Την έκδοση της «Γενικής Εφημερίδας» ανέλαβε ο Γ. Χρυσίδης, όπου εκ­δόθηκε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδας» της Τροιζήνας και ο «Κώδιξ της Γ’ Συνελεύσεως». Για το ενετικό κτίριο στο Ναύπλιο όπου πρωτολειτούργησε προφανώς σύμφωνα με τα παραπάνω, το πρώτο «Τυπογραφείο της Διοικήσεως», στα χρόνια της Επανά­στασης και επί Καποδίστρια το πρώτο τυπογραφείο του ελεύθερου Ελληνικού Κρά­τους ο Δήμος Ναυπλίου έχει ήδη εκπονήσει μελέτη αναπαλαίωσης σε συνεργασία με το Ε.Μ.Π. με σκοπό τη χρηματοδότηση από το Υπουργείο Πολιτισμού, προκει­μένου να στεγασθεί σε αυτό το «Μουσείο της πόλεως Ναυπλίου», είναι αναγκαίο και ώριμο αίτημα των καιρών.

 

Ωστόσο η χρηματοδότηση για την αναπαλαίωση έχει δυστυχώς καθυστερήσει και το κτίριο κινδυνεύει να καταρρεύσει ολοσχερώς από τις καιρικές συνθήκες. Ο Δήμος Ναυπλίου σε συνεργασία με το ΥΠΠΟ ή με άλλο φορέα είναι αναγκαίο να προχωρήσει τις διαδικασίες για την αναπαλαίωση του κτιρίου το συντομότερο δυ­νατόν. Το Ναύπλιο, ως γνωστόν, έχει μακρά παράδοση στην τυπογραφία από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Τυπογραφική μηχανή Hopkinson 1830.

Τυπογραφική μηχανή Hopkinson 1830.

 

Στην απαλλοτριωμένη νεοκλασική οικία του 1878, από το Υπουργείο Πολιτισμού, πρώην ιδιοκτησία Σ. Ε. Βίγγα, στην πλατεία Συντάγματος δίπλα στον Πλάτανο, όπου λειτουργούσε τυπογραφείο και εκδιδόταν τοπική εφημερίδα «ΑΡΓΟΛΙΣ» σώζονται δύο παλιές, παρόμοιες τυπογραφικές μηχανές του 1830 κατασκευασμένες στο Λονδί­νο: α) Τυπογραφική μηχανή μάρκας Hopkinson 1830, Hopkinson COPE, Finnsbury London διαστ. 2,08X0,93μ. β) Τυπογραφική μηχανή John & Jep Barrett 1830, excorsor R. W. COPE, Finnsbury London, διαστ. 2,20X0,97 μ. Πρόκειται για γερές μεταλλικές κατασκευές όπου στηρίζονται σε τέσσερα πόδια διαμορφωμένα σε λεοντοπόδαρα.

 

Τυπογραφική μηχανή J. J. Barrett 1830.

Τυπογραφική μηχανή J. J. Barrett 1830.

 

 

Οι διαβρωμένες από την υγρασία μηχανές διατηρούνται σε κακή κατάσταση και πρέπει το συντομότερο να συντηρηθούν. Όταν λειτουργήσει το «Μουσείο της Πό­λεως Ναυπλίου», στο ενετικό κτίριο της πόλης, το οποίο είναι ώριμο αίτημα των καιρών, πρέπει να εκτεθούν στο χώρο αυτό, όπου πρωτολειτούργησε το 1825 το «Τυπογραφείο της Διοικήσεως».

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο 1979, εικ. 83. Μ. Κασιμάτη, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα Μόναχο, Τέχνη και Πολιτισμός στη νέα Eλλάδα, 2000, 572-573, εικ. 281.

[2] Τάκης Μαύρος, Χάρτης Ναυπλίου α’ ημίσεως ΙΘ’ αιώνα, αρ. 8. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, 2009.

[3] Μαύρος οπ. 8.

[4] Μ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, Γ’ έκδοση 1975, 301.

[5] Αικ. Κουμαριανού, Ο Τύπος στη μαχόμενη Ελλάδα, «Ελευθεροτυπία», Ιστορικά, 1821 οι αθέατες όψεις, 25/3/2008, 145-148. Ιωάννη Κ. Μαζαράκη Αινιάν, Τα Ελληνικά Τυπογραφεία του Αγώνα, «Ελευθεροτυπία» Ιστορικά ο.π, 155-164, ειδικ. 162-163.

 

 
Χρήστος Πιτερός

Αρχαιολόγος Δ΄ ΕΠΚΑ Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αντωνιάδης Εμμανουήλ (1791-1863)


 

  

Εμμανουήλ Αντωνιάδης

Ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης [1] – αγωνιστής του ’21, δημοσιογράφος, μαχητής της ελευθεροτυπίας, τυπογράφος και πολιτικός -γεννήθηκε στη Χαλέπα της Κρήτης το 1791 και πέθανε στην Αθήνα τον Αύγουστο του  1863. Το 1814 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Μέλος εκ των πρώτων της Φιλικής Εταιρείας «κατελίμπανε συνεχώς τας υποθέσεις αυτού, ίνα απελλών συσκεφθή μετ΄ άλλων εταίρων τα περί του μεγάλου αγώνος» [2].

Καταδιωχθείς υπό των τουρκικών αρχών λίγο προ της καθόδου του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, μπόρεσε να  δραπετεύσει στην Οδησσό και από εκεί μέσω Βιέννης και Τεργέστης ήλθε  στην Ελλάδα την ημέρα της άλωσης της Τριπολιτσάς (23 Σεπτ. 1821). Στη συνεχεία μετέβη στην επαναστατημένη Κρήτη, όπου υπηρέτησε ως Γραμματεύς του Μιχαήλ Αφεντούλιεφ και ακολούθως υπό τον Εμμανουήλ Τομπάζη.

Διετέλεσε Πληρεξούσιος Κρήτης στις εθνικές συνελεύσεις και μετείχε στην επιτυχή εναντίον του Ιμπραήμ άμυνα στους Μύλους του Ναυπλίου και  στην εκστρατεία της Γραμβούσας υπό τον Δημήτριο Καλλέργη.

Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος εξέ­δωσε δύο εφημερίδες την Ηώ (Ναύπλιο, 1830- 1831) και την Αθηνάν (1832-1863) και το περιοδικό Ηώς (1836-1837) σε συνεργασία με τον Ιωάννη Νικολαΐδη, από την Λειβαδιά. Ακόμη, είχε τη διεύθυνση της έκδοσης του περιο­δικού Ερανιστής (1840, 1842-1843), το οποίο εκδιδόταν από τους Φίλιππο Ιωάννου, Γ. Βέλλιο, Κωνστ. Παπαρρηγόπουλο, Περ. Αργυρόπουλο κ.ά.

Για το τυπογραφείο του Εμμανουήλ Αντωνιάδη πρέπει να σημειωθεί ή παρουσία του σ’ αυτό, ως συνεργάτη, του Κ. Δημίδη (1830-1833) και ή επιτόπου κατασκευή – χύτευση στοιχείων από τον ίδιο τον Αντωνιάδη, πού προξενούσε ζωηρή εντύπωση στους κατοίκους του Ναυπλίου. Το τυπογραφείο Αντωνιάδη τύπωσε δέκα περίπου βιβλία ιστορικά, σχολικά και λογοτεχνικά.  Τα περισσότερα από τα τυπογραφεία του Ναυπλίου θα μεταφερθούν από το 1834 στη νέα πρωτεύουσα, την Αθήνα.

Ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από τις ιδέες του Κοραή τον οποίο θαύμαζε. Χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στην εφη­μερίδα του τον σατιρικό διάλογο ή τον αλληγορικό μύθο, για να ασκή­σει κριτική ή να νουθετήσει. Είχε απόλυτη πίστη στην αποστολή και τη δύναμη του τύπου. Έμμονή του ιδέα ήταν η οργάνωση της εκπαίδευσης και η διάδοση της παιδείας σε όλες τας τάξεις του λαού. Ενδιαφερόταν επίσης για την καλλιέργεια της γης.

Ο φιλελευθερισμός του έφερε τον Αντωνιάδη στην αντιπολιτευόμενη τον Καποδίστρια μερίδα. Η κριτική του όμως από το βήμα της Ηούς ήταν μετριοπαθής και με απόλυτο σεβασμό στο πρόσωπο του Κυβερνήτη. Η αντιπολιτευτική στάση του, του στοίχισε, μετά την δημοσίευση του υπ’ άρ. 7-8 φύλλου της Ηούς, στο ο­ποίο χρησιμοποίησε αυστηρή γλώσσα για την μη σύγκληση Εθνικής Συνέλευσης, την στάση των Γραμματέων της Κυβέρνησης και την πολιτεία της δικαστικής εξουσίας, την καταδίκη του από το Πρωτόκλητο δικαστήριο Αργολίδας «ως  στασιαστού και ανατροπέως των καθεστώτων». Μετά την αθώωσή του από το Έκκλητο δικαστήριο Τριπολιτσάς, ο Αντωνιάδης κατάφυγε στα Μέγαρα, όπου άρχισε την έκδοση νέας εφημερί­δος της Αθηνάς, αντιπολιτευόμενος τον Αυγουστίνο  Καποδίστρια και εν συνε­χεία την Αντιβασιλεία.

Ο Ν. Δραγούμης υπογραμμίζει τα εξής [3], αναφερόμενος στις φιλελεύθερες αρχές και την ανεξαρτησία του χαρακτήρα του Αντωνιάδη: …εγκολπωθείς  από του 1831 πολιτικάς  τινας  αρχάς, ενέμεινεν αυταίς μέχρι τέλους διό και ευκόλως  θα επορίζετο ο αναγνώστης  το συμπέρασμα ότι και  το αίμα του  θα έχεεν, ίνα σώση τας συνταγματικάς ελευθερίας. Θέλων δε να τηρήση ακεραίαν, ως έλεγε, την ανεξαρτησίαν του χαρακτήρος αυτού, ου­δέποτε συνήνεσε να δεχθή έμμισθον θέσιν. Και ότε επί βασιλείας Όθωνος προσηνέχθη αυτώ κατά πρώτον μεν αξίωμα συμβούλου επικρατείας, είτα δε, τω 1844, γερουσιαστού, απέβαλε και τούτο και εκείνο… Εν τούτοις, αρνήθηκε να λάβει μέρος στην συνωμοσία η οποία κατέληξε στην επανάσταση της τρίτης Σεπτεμβρίου 1843 για την διεκδίκηση συντάγματος.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βιογραφία τούτου βλ. εις Σ. Αντωνιάδη, Εμμανουήλ Αντωνιάδης.

[2] Βλ. Νεκρολογία Εμμ. Αντωνιάδου υπό Ν. Δραγούμη ειςΣ. Αντωνιάδη, Εμμ. Αντωνιάδης.

[3] Ν. Δραγούμη, Ιστορικαί Αναμνήσεις (Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, έκδ. Ερμής), τ. Α’, Αθήναι 1973, σ. 239.

 

Πηγή


 

  • Ελένη Δ. Μπελιά δ.Φ., «Η ¨Ηώς¨ και η ¨Αθηνά ¨ του Ναυπλίου», Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Πελοποννησιακά, Περιοδικόν της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Εν Αθήναις, 1979.  

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ελληνική Τυπογραφία στη διαδρομή πέντε αιώνων


 

Η γένεση της Τυπογραφίας

Στα μισά του ΙΕ’ αι. σε μια δύσκολη περίοδο για τον Ελληνισμό, όταν το Βυζάντιο έπεφτε στα χέρια των Τούρκων και η εξάπλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έφτανε μέχρι τα Βαλκάνια, στη Δύση έχουμε τη γένεση της Τυπογραφίας. Η μεγάλη και σημαντική αυτή εφεύρεση – προϊόν της οποίας είναι το έντυπο βιβλίο και οι εφημερίδες – έμελλε να φέρει την Αναγέννηση, πρώτιστα στον Ευρωπαϊκό χώρο και στην συνέχεια στην οικουμένη ολόκληρη. Η εφεύρεση αυτή ανήκει, όπως είναι γνωστό, στον Γιόχαν Γκούντενμπεργκ [Johannes Gensfleisch zur Laden zum Gutenberg], στα ελληνικά Ιωάννης Γουτεμβέργιος.

 

Ο Γουτεμβέργιος

Ιωάννης Γουτεμβέργιος

Ο σοφός αυτός άνθρωπος γεννήθηκε στη Μαγεντία [Μάιντς] της Γερμανίας το 1394/98, ήταν χαράκτης και χρυσοχόος στο επάγγελμα και άρχισε να πειραματίζεται στον χώρο της τυπογραφίας, όταν συνειδητοποίησε ότι: αν τα γράμματα της Αλφαβήτου, αντί να είναι χαραγμένα σε ξύλινες πλάκες, ήταν κομμένα ώστε να χρησιμοποιούνται πολλές φορές, θα υπήρχε τεράστιο όφελος ως προς την εκτύπωση βιβλίων.

Αφού πέρασε από πολλά στάδια αγωνίας, κοπώσεως και απογοητεύσεως κάνοντας διάφορους πειραματισμούς, κατάφερε να εφεύρει όλα τα απαραίτητα συστατικά της τυπογραφίας. Αυτά, ήταν οι μεταλλικές μήτρες για το καλούπωμα των στοιχείων, ένα πιεστήριο που ήταν σαν το πιεστήριο που έστιβαν τα σταφύλια και ένα λιποδιαλυτικό μελάνι. Έτσι, τελειοποίησε την τεχνική της Τυπογραφίας με την οποία θα μπορούσε να τυπώσει ένα βιβλίο, με τη μορφή που έχουν τα βιβλία ακόμη και σήμερα. 

Το πρώτο του βιβλίο τυπώθηκε το 1450. Ο Γουτεμβέργιος πέθανε στη Μαγεντία στις 3 Φεβρουαρίου 1468. Για να αντιληφθούμε τη σπουδαιότητα αυτής της εφευρέσεως, πρέπει να αναφέρουμε ότι στην προ τυπογραφίας εποχή, τα βιβλία που κυκλοφορούσαν ήταν χειρόγραφα. Υπήρχαν επαγγελματίες αντιγραφείς – κυρίως δάσκαλοι και καλόγηροι ασκούσαν το επάγγελμα αυτό – οι όποιοι ανελάμβαναν την αντιγραφή βιβλίων επιστημονικών, θρησκευτικών, εκπαιδευτικών και άλλων. Τα χειρόγραφα αυτά βιβλία είχαν μεγάλο κόστος και συνήθως προορίζονταν για πλούσιους που είχαν ενδιαφέρον για τα γράμματα και τις επιστήμες. Με την εμφάνιση της Τυπογραφίας, το έντυπο βιβλίο ήρθε να αντικαταστήσει το χειρόγραφο με χαμηλό κόστος. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι οι αντιγραφές βιβλίων συνεχίστηκαν και χρειάστηκαν περίπου εκατό χρόνια για να αντικατασταθούν πλήρως τα χειρόγραφα βιβλία από έντυπα, όταν πλέον η Τέχνη της Τυπογραφίας εξελίχθηκε και τελειοποιήθηκε.

Μετά την εφεύρεση της Τυπογραφίας, όταν άρχισαν οι ιδέες και οι γνώσεις να διαχέονται μέσω των εντύπων βιβλίων, εύκολα και οικονομικά στο ευρύτερο κοινό και δεν ανήκαν μόνο σε λίγους, τότε, άνθισαν οι τέχνες και τα γράμματα, η ανθρωπότητα δέχθηκε μια πνευματική καλλιέργεια και η μεγάλη ανάπτυξη των επιστημών που δημιουργήθηκε ήταν προς όφελός της. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πρώτα πενήντα χρόνια από την εφεύρεση, πραγματοποιήθηκαν 35.000 εκδόσεις που αντιπροσώπευαν 15-20 εκατομμύρια αντίτυπα. Δίκαια για τους λόγους αυτούς η Τυπογραφία θεωρήθηκε ως ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά του πολιτισμού στον κόσμο και ο Αδαμάντιος Κοραής πολύ αργότερα, στον ΙΘ’ αι. θα την χαρακτηρίσει «Θείο δώρο».

  

Η Ελληνική τυπογραφία

Η ευλογημένη αυτή εφεύρεση έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για τον Ελληνισμό. Βρισκόμαστε μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, οι περισσότεροι Έλληνες λόγιοι, είτε διωκόμενοι είτε οικειοθελώς, εγκατέλειψαν τη σκλαβωμένη πατρίδα και εγκαταστάθηκαν διάσπαρτα σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Δύσης, αλλά και οι απόγονοι αυτών, αγκάλιασαν την τυπογραφία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ασχολήθηκαν με την τέχνη αυτή ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά περισσότερο από κάθε άλλο λαό, γιατί πίστεψαν ότι θα γίνει το μετερίζι απ’ όπου θα μπορούσαν να διατηρήσουν την Ελληνική γλώσσα και την ορθόδοξη πίστη και να πολεμήσουν για τον ξεσκλαβωμό του Ελληνικού Έθνους.

Οι Έλληνες που ασχολήθηκαν με την τυπογραφία – όταν αυτή ήταν ακόμη στο ξεκίνημά της – αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες. Μετά από επίμονες και επίπονες προσπάθειες και αφού τυπώθηκαν σποραδικά αρκετά ελληνικά έντυπα, μπορεί να θεωρηθεί ότι το πρώτο ελληνικό χρονολογημένο βιβλίο τυπώθηκε το 1476 στο Μιλάνο από τον Κρητικό Δημήτρη Δαμιλά σε συνεργασία με τον Ιταλό Παραβίτσινο. Το βιβλίο αυτό ήταν η γραμματική του μεγάλου δασκάλου της Αναγέννησης Κωνσταντίνου Λασκάρεως και έφερε τον τίτλο «Η Επιτομή των οκτώ του λόγου μερών».

 

Τυπογραφικό εργαστήριο

 

Ακολούθησαν και άλλες εκδόσεις Γραμματικών και Λεξικών γιατί θεωρήθηκαν ως απαραίτητα σύνεργα για την εκμάθηση της Ελληνικής Γλώσσας. Σταθμός όμως στην Ιστορία των Ελληνικών λεξικών είναι το έτος 1499. Στο χρόνο αυτό, εκδόθηκε στην Βενετία το «Ετυμολογικόν Μέγα». Αυτό το λεξικό το αποκάλεσαν «αριστούργημα της Τυπογραφίας» και έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί είναι έργο συλλογικής προσπάθειας από επώνυμους Έλληνες συντελεστές όπως: ο Ζαχαρίας Καλλιέργης, ο Νικόλαος Βλαστός, ο Μάρκος Μουσούρος και άλλοι.

Παραθέτω απόσπασμα από στίχους που προτάσσονται στο λεξικό από τον Μάρκο Μουσούρο:

 Αλλά τι  Θαυμαίνω Κρητών φρένας;

Κρής γάρ ο τορνεύσας,

τα δε χαλκιά Κρής ο συνείρας,

Κρής ο καθ’ εν στίξας, Κρής ο μολυβδοχύτης,

και τελειώνει:

Κρήσιν ο Κρής ήπιος Αγίοχος (χορηγός)

 

Με πολύ καμάρι γράφει ο Μουσούρος αυτούς τους στίχους γιατί είναι και αυτός Κρητικός.

Στη συνέχεια η «Ελληνική Τυπογραφία» θα έχει μια λαμπρή και θαυμαστή πορεία και η μεγάλη Ελληνική εκδοτική δραστηριότητα – τουλάχιστον τους τρεις πρώτους αιώνες – θα αναπτυχθεί έξω από τον Ελλαδικό χώρο και κατά τους ΙΕ’ και ΙΣΤ’ αιώνες σχεδόν όλες οι εκδόσεις εντοπίζονται στις μεγάλες ιταλικές πόλεις όπως: η Βενετία, η Ρώμη, η Φλωρεντία και το Μιλάνο από τις οποίες θα ξεκινήσει και θα ριζώσει η Ελληνική εκδοτική παραγωγή.

Η Βενετία θα είναι για μεγάλη χρονική περίοδο το κατ’ εξοχήν Ελληνικό Τυπογραφικό κέντρο. Εκεί στον ΙΣΤ’ αι. ο φιλέλληνας Άλδος Μανούτιος, με συνεργάτη και επιμελητή τον Έλληνα λόγιο Μάρκο Μουσούρο, θα εκδώσει βιβλία που θα αναφέρονται σε όλους τους αρχαίους κλασσικούς όπως: ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Πλάτων και γενικά σε ό,τι λαμπρότερο έχει να επιδείξει η αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Ο Μάρκος Μουσούρος σε όλες αυτές τις εκδόσεις δεν παραλείπει να περνάει, με τη μορφή προλόγων και αφιερώσεων, την αγωνία των Ελλήνων της διασποράς για τον ξεσκλαβωμό του Ελληνικού Γένους.

Όμως από τα τέλη περίπου του ΙΗ’ αι., την σκυτάλη στην «Ελληνική Τυπογραφία» θα την πάρει η Βιέννη και θα αντικαταστήσει τη Βενετία η οποία ήταν για 300 περίπου χρόνια το παραδοσιακό Τυπογραφικό κέντρο.

Το Ελληνικό στοιχείο στη Βιέννη το αποτελούσαν όχι μόνο λόγιοι, αλλά και πλούσιοι έμποροι, προερχόμενοι κυρίως από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Οι Έλληνες αυτοί της Βιέννης επιζητούσαν, μέσω της πλούσιας εκδοτικής παραγωγής τους, όχι μόνο να διαφωτίσουν το Ελληνικό Γένος και να το ενημερώσουν για όλα τα συμβαίνοντα στον Ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και να του μεταλαμπαδεύσουν την φλόγα και τον πόθο της Ελευθερίας του από τον Οθωμανικό ζυγό.

Στη Βιέννη ο Ζακυνθινής καταγωγής Γεώργιος Βεντότης το 1784 θα εκδώσει την πρώτη ελληνική εφημερίδα και οι αδελφοί Μαρκιδών Πουλίου θα εκδώσουν στη Βιέννη το 1790 τη δεύτερη εφημερίδα με τον τίτλο «Εφημερίς». Ο Εθνομάρτυρας Ρήγας Φερραίος στο τυπογραφείο των αδελφών Μαρκιδών Πουλίου θα τυπώσει τον Θούριό του, και ποιος Έλληνας δεν άκουσε και δεν έμαθε στο σχολείο τους στίχους:

 Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή

παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή 

και βέβαια ο Ρήγας θα είναι εκείνος που με την «Χάρτα της Ελλάδος» και με πολλές άλλες φλογερές προκηρύξεις θα σπείρει τον σπόρο για την Ελληνική Επανάσταση και οι προεπαναστατικές εκδόσεις στη Βιέννη δεν θα έχουν τελειωμό.

Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτούς τους αιώνες της μαύρης σκλαβιάς, από το τέλος περίπου του ΙΕ’ αι. και μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του ΙΘ’ κυκλοφόρησαν, όχι μόνο στη Δύση αλλά και από τα παράνομα τυπογραφεία της Κωνσταντινουπόλεως, της Μοσχοπόλεως και του Αγίου Όρους, επτά χιλιάδες τίτλοι Ελληνικών βιβλίων και εφημερίδων.

Ο Μεγάλος δάσκαλος του γένους Αδαμάντιος Κοραής θα πιστέψει πολύ στη χρησιμότητα της Τυπογραφίας και θα παροτρύνει με επιστολές προς τους συμπατριώτες του, να μη παραμελούν την εγκατάσταση και τη λειτουργία τυπογραφείων και στον Ελλαδικό χώρο. Σε μια από αυτές τις επιστολές μεταξύ άλλων γράφει:

 

«Αυτή (η τυπογραφία) μόνη ενίκησε τον πανδαμάτορα χρόνο, φυλάξασα σοφά, των παλαιών φιλοσόφων και προγόνων ημών παραγγέλματα… αυτή και σήμερον, ως άγγελος εξ ουρανού ταράττει την κολυμβήθραν των επιστημών και βαπτίζει εις αυτήν την Ελλάδα, δια να θεραπεύσει τα πολλά και μακρά της αρρωστήματα και να την καθαρίσει από τον ρύπον της απαιδευσίας…»

 

Οι παροτρύνσεις αυτές του Κοραή στις αρχές του ΙΘ’ αι. θα έχουν μεγάλη απήχηση και ανταπόκριση.

Η «Ελληνική τυπογραφία», μετά την περιπλάνησή της σε ξένες χώρες περίπου τρεισήμισυ αιώνες, θα εγκατασταθεί τελικά στην Ελλάδα. Στο τέλος του IH’ αι. θα έχουμε τυπογραφεία στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στον Άθω και στη Χίο όπου θα τυπώνονται κυρίως φυλλάδια και προκηρύξεις για τον αγώνα και η πρώτη Ελληνική περιοχή στην οποία θα εκδοθούν Ελληνικές εφημερίδες θα είναι το 1797 τα Ιόνια Νησιά.

Ελληνικά Χρονικά – Μεσολόγγι 1825

Μετά την ελληνική επανάσταση, η πρώτη εφημερίδα στην Ελλάδα κυκλοφόρησε στην Καλαμάτα τον Αύγουστο του 1821 και έφερε τον τίτλο «Σάλπιγξ η Ελληνική» και το 1824 κυκλοφόρησαν στο Μεσολόγγι τα «Ελληνικά Χρονικά» με εκδότη τον Ελβετό Ιάκωβο Μάγερ. Παράλληλα στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε η «Εφημερίς των Αθηνών» και στην Ύδρα ο «Φίλος του Νόμου».

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι στον ΙΘ’ αι. η εφημεριδογραφία εμφανίζεται δυναμικά στον Ελλαδικό χώρο με στόχο πλέον την πλήρη ενημέρωση του λαού για τα προβλήματα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Στην Πάτρα το 1886 εμφανίζεται η εφημερίδα «Πελοπόννησος», η οποία κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Στον Κ’ αι. μέχρι και το 1930 θα κυκλοφορήσουν 26 Ελληνικές εφημερίδες από τις οποίες μόνο 11 συνεχίζουν την έκδοσή τους μέχρι σήμερα και είναι: η Αθηναϊκή, η Αυγή, η Απογευματινή, η Ακρόπολις, η Βραδυνή, το Βήμα, η Εστία, το Έθνος, ο Ελεύθερος Τύπος, η Καθημερινή και ο Ριζοσπάστης. Αυτά σαν παρένθεση για την εφημεριδογραφία και επανερχόμαστε στα πρώτα χρόνια της ελληνικής επαναστάσεως.

Tο 1825 στο Μεσολόγγι, θα εκδοθεί ο «Ύμνος εις την Ελευθέριαν» του Εθνικού μας ποιητού Διονυσίου Σολωμού, το 1826 στο Ναύπλιο θα εκδοθεί ο «Νικήρατος» της Ευανθίας Καΐρη και θα ακολουθήσει στον ΙΘ’ αι. ένα ποτάμι εκδόσεων Ελληνικών βιβλίων που θα πλατύνει και θα γίνει στις ημέρες μας ωκεανός, για να μπορούμε να αντλήσουμε όση θέλουμε και όποτε θέλουμε γνώση, πληροφόρηση και ευχαρίστηση, και ευτυχώς για πολλούς σύγχρονους Έλληνες σήμερα η μελέτη θα γίνει η ουσιαστικότερη λειτουργία μετά την αναπνοή.

Με την ίδρυση του Ελληνικού κράτους η Εθνική μας τυπογραφία εγκαταστάθηκε αρχικά το 1828 στην Αίγινα και το 1830 ακολουθώντας την μετακίνηση της κυβερνήσεως μεταφέρεται στο Ναύπλιο. Τελικά από το 1834 θα εγκατασταθεί στη νέα πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους στην Αθήνα σε νεόδμητο κτίριο και από το 1862 θα ονομάζεται Εθνικό Τυπογραφείο. Η συνέχεια είναι γνωστή, η «Ελληνική Τυπογραφία» θα πάρει τον δρόμο της και μέσω αυτής θα αποτυπωθεί η πορεία του Ελληνικού Κράτους και της Ελληνικής κοινωνίας, οι αγώνες για την ανάπτυξή του και γενικά η ιστορία ολόκληρη.

Αλλά ταυτόχρονα, μέσω των βιβλίων και των εφημερίδων θα διαχέονται στον Ελλαδικό χώρο όλα τα παγκόσμια επιτεύγματα στις τέχνες και τις επιστήμες με αποτέλεσμα την σημερινή μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη. Τελειώνοντας τη μικρή μας αναφορά στο ανεξάντλητο αυτό θέμα μπορούμε να τονίσουμε με βεβαιότητα ότι: Στα πεντακόσια χρόνια που πέρασαν από την έκδοση του πρώτου ελληνικού βιβλίου, η συμβολή της «ελληνικής τυπογραφίας» στην Ανάσταση του Γένους, στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και της Χριστιανικής Ορθόδοξης πίστεως καθώς και στη συνοχή του Ελληνικού Έθνους ήταν μεγάλη και καθοριστική.

 

Αθανασία Βανδώρου

Δημοσιογράφος

Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών, «Επετηρίς», τόμος 14ος, Αθήναι, 2009.  

 

Βιβλιογραφία


 

 Αικ. Κουμαριανού, Το Ελληνικό βιβλίο 1476-1830, Αθήνα 1986.

Αικ. Κουμαριανού, Ο Ελληνικός προεπαναστατικός τύπος. Βιέννη-Παρίσι 1784-1821, Αθήνα 1995.

Κ. Σπ. Στάικος, Βιβλία Τα τυπωμένα στη Βιέννη Ελληνικά 1749-1800, Αθήνα 1995.

Ν. Ελευθερίου – Αντώνης Χατζής, MME Τύπος – Δεοντολογία – Σύνταγμα, Αθήνα 1999.

Alberto Manguel, Η ιστορία της ανάγνωσης, Αθήνα 1997.

Η θαυμαστή ιστορία του βιβλίου, έκδ. Δελφίνι, 1995.

Άδωνις Κ. Κύρου, Το απωλεσθέν θέλγητρον…, Αθήνα 1997.

Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Ελληνικός τύπος και τυπογραφεία της Βιέννης 1790-1821, Αθήνα 1967.

Ρήγας – Υψηλάντης – Καποδίστριας, Αθήνα 1965.

«Ελληνική Τυπογραφία», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 7 Απριλίου 1996.

«Η Ελληνική Γλώσσα», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 3 Οκτωβρίου 1999.

«Η Τέχνη της Βιβλιοδεσίας», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 6 Φεβρουαρίου 1998.

Κ. Σπ. Στάικος – Τ. Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Πεντακόσια χρόνια Έντυπης Παράδοσης του Νέου Ελληνισμού 1499-1999, Αθήνα 2000.

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »