Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Φαρμακοποιία’

Ζαβιτσάνος Γεώργιος (1838-1893)


  

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Έλληνας χημικός γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1838 και πέθανε στην Αθήνα το 1893. Μετά το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών γράφτηκε στο Εθνικό Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει Φυσικές Επιστήμες. Δύο χρόνια μετά πήγε στο Παρίσι και συνέχισε τις σπουδές του στο ανώτερο φαρμακευτικό σχολείο, από το οποίο κατόπιν ευδοκίμου πτυχιακής εξετάσεως πήρε τον τίτλο του «πρωτοταγούς  φαρμακέως». Στο Παρίσι έγραψε την πραγματεία «Περί της επιδράσεως του φωσφόρου εις τον ζωικόν οργανισμό».

Το 1863 έγινε υφηγητής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, το1869 διορίστηκε έκτακτος  καθηγητής της φαρμακευτικής χημείας και συνταγολογίας. Το 1875 τακτικός καθηγητής. Υπήρξε εύγλωττος και μεθοδικός διδάσκαλος και πολύ καλός πειραματιστής.

Εξέδωσε: «Φαρμακευτικόν δελτίον» επί μια τετραετία, «Φαρμακευτική χημεία»  (τ.Α΄), «Ουρολογίαν», «Συνταγολογία», μετέφρασε δε τα χημικά σύμβολα, έτσι ώστε να γράφει  Αργ = αργίλλιον, Μ = μόλυβδος, Λ= λευκόχρυσος, Χρ = χρυσός κλπ.

Ως αντιπρόσωπος της Ελλάδος παρακάθησεν σε ευρωπαϊκά συνέδρια υποβάλλοντας ανακοινώσεις «Περί της φαρμακευτικής εκπαιδεύσεως» και «Περί των εν Ελλάδι τελουμένων νοθειών», οι οποίες κρίθηκαν πολύ επιτυχείς. 

  

Πηγή


  •  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, έκδοσις δευτέρα δια συμπληρωμάτων, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1926-1934, 24 τόμοι.

Read Full Post »

Λάνδερερ Ξαβέριος (1809-1885)


 

Ο πρώτος καθηγητής της Χημείας στην Ελλάδα.

 

Ο Ξαβέριος Λάνδερερ γεννήθηκε σε προάστιο του Μονάχου της Βαυαρίας το 1809, σπούδασε φυσικές επιστήμες και ιατρική στο εκεί Πανεπιστήμιο και αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας.

Στην Ελλάδα τον έστειλε νεότατο, το 1833, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος για να υπηρετήσει τον γιό του Βασιλέα Όθωνα, στο Ναύπλιο, ως αρχιφαρμακοποιός του. Στρατιωτικός φαρμακοποιός αρχικά, διορίσθηκε, μόλις ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκτακτος καθηγητής του για τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και της Πειραματικής Φυσικής (14 Απριλίου 1837) και σε λίγο τακτικός καθηγητής της ίδιας έδρας (11 Ιανουαρίου 1838).

Μετά τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, απολύθηκε ως αλλοδαπός, σε εφαρμογή του σχετικού γενικού μέτρου, για να ξαναδιορισθή σε λίγο (12 Σεπτεμβρίου 1844), ως τακτικός καθηγητής της Φαρμακευτικής Χημείας, της Συνταγολογίας και της Βοτανικής, και να συνεχίσει διδάσκοντας, έκτοτε, με εξαιρετικό ζήλο, επί ολόκληρη 25ετία. Στις 17 Ιανουαρίου 1869 λόγοι υγείας τον ανάγκασαν να παραιτηθεί, αλλά στις 26 Ιουνίου 1875 διορίσθη εκ νέου ως επίτιμος πια καθηγητής.

Επιστήμων εμβριθείς και πολυπράγμων, ερευνητής ακούραστος, διδάσκαλος ευφραδής και απολαυστικός, πρόσφερε και σαν πνευματικός άνθρωπος και σαν κοινωνικός παράγων πολύτιμες υπηρεσίες στον τόπο μας, τον πρωτόγονο ακόμη τότε και καθυστερημένο. Τον αγάπησε, του αφοσιώθηκε και έγινες ένας αληθινός Έλληνας. Κοντά στις άλλες πολύτιμες υπηρεσίες του για τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του κράτους της εποχής εκείνης, στις οποίες ανταποκρίθηκε, του ανήκει η τιμή να είναι ο πρώτος που δίδαξε επί πανεπιστημιακού επιπέδου, τη χημεία στην Ελλάδα. Χημικός, φαρμακοποιός και ιατρός συγχρόνως, προσέτρεχε και βοηθούσε πρόθυμα και ακούραστα όπου ζητούσαν τη συνδρομή του.

Διατέλεσε μέλος του Ιατροσυνεδρίου για πολλά χρόνια, άμισθος καθηγητής της Χημικής Τεχνολογίας στο σχολείο των Τεχνών (1833 – 1868), συνεργάσθηκε στην ίδρυση του Οφθαλμιατρείου και το βοήθησε στη λειτουργία του, οργάνωσε τις ολυμπιακές εκθέσεις και δούλεψε αποτελεσματικά και για πολλούς ακόμη ελληνικούς και ξένους επιστημονικούς οργανισμούς και ιδρύματα. Παντού και πάντοτε έτοιμος για όλα. Ιδιαίτερα μνημονεύεται η με αυτοθυσία προσωπική του συμβολή στην καταστολή της πανώλης, που κτύπησε τον Πόρο το 1837.

Τα μαθήματά του, πριν κτισθή το Πανεπιστήμιο, γίνονταν στο Βασιλικό Φαρμακείο, στη γωνία των δρόμων Ακαδημίας και Κηφισίας (στο κτίριο που μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε ως υπουργείο Στρατιωτικών) και τα παρακολουθούσαν, εκτός από τους φοιτητές, και πολλοί ιδιώται ακροαταί.

Στο στρατιωτικό φαρμακείο στεγαζόταν επίσης και το προσωπικό του μικρό χημικό εργαστήριο, που είχε δημιουργήσει με δικές του δαπάνες. Ο Λάνδερερ έφθανε στην αίθουσα του μαθήματος με παραγεμισμένες τις τσέπες της φαρδιάς ρεντιγκότας του από χημικά σκεύη και ουσίες, για τα πειράματα που σε λίγο θα παρουσίαζε. Τα σπασμένα ελληνικά του δεν χαλούσαν την πηγαία ευφράδεια και μάλιστα με τους ιδιωματισμούς τους, προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερο το ενδιαφέρον.

Αργότερα, όταν χτίσθηκε το Πανεπιστήμιο, το υποτυπώδες χημείο του, που εν τω μεταξύ ενισχυόταν και από το κράτος, με ετήσια επιχορήγηση 600 δραχμών, μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της βορεινής πλευράς του, ενώ τα μαθήματα διδάσκονταν στην αίθουσα της Φιλοσοφικής Σχολής.

Η αγάπη του για την επιστήμη του και το ακούραστο ενδιαφέρον του για τη νέα του πατρίδα, εκδηλωνόταν και με το ερευνητικό του έργο για τον φυσικό της πλούτο, το οποίο υπήρξε αξιόλογο, μάλιστα όταν κριθή υπό τις δύσκολες συνθήκες και τα πενιχρά μέσα της εποχής. Ασχολήθηκε κυρίως με τα ιαματικά μας νερά και δημοσίευσε σχετικές μελέτες που περιγράφουν τη σύστασή τους, την ωφελιμότητά τους και τη θεραπευτική τους εφαρμογή. Έγραψε για τα νερά της Μήλου, της Κύθνου, της Υπάτης, της Αιδηψού, των Θερμοπυλών και των Μεθάνων. Και άλλα θέματα ερεύνησε και πολλά γι’ αυτά δημοσίευσε, σε ελληνικά και σε ξένα ειδικά περιοδικά. Ακούραστος επίσης συλλέκτης, απέκτησε πλούσια βιβλιοθήκη και κατάρτισε συλλογές φαρμακογνωστικές και ορυκτολογικές.

Πολυγραφότατος, εξέδωσε πολλά διδακτικά βιβλία που υπήρξαν πολύτιμα στην εποχή τους για τους φοιτητές του και τον άλλο κόσμο και είναι από τα πρώτα του χημικού κλάδου. Η δουλειά του αυτή ήταν δύσκολη και κουραστική για εκείνον, αφού οι γνώσεις του της ελληνικής υστερούσαν. Και όμως κατόρθωνε να ξεπερνά το εμπόδιο αυτό με επιτυχία. Στα συγγράμματά του περιλαμβάνονται: Αναλυτική Χημεία (1842), Χημεία (ανόργανος 1840, οργανική 1842), Οδηγίαι προς παρασκευήν Χημικών και Φαρμακευτικών σκευασμάτων (1857), Εγχειρίδιον Ζωολογίας (1844), Εγχειρίδιον Συνταγολογίας (1845), Εγχειρίδιον Τοξικολογίας (1843) κ.ά.

Τη φημισμένη αναλυτική του δεξιοτεχνία, που γινόταν με τα ολίγα και πτωχά μέσα του εργαστηρίου του, τη συμπλήρωνε, χρησιμοποιώντας και τη γλώσσα του. Δοκίμαζε κάθε τι που ανέλυε, ακόμη κι εκείνα που ήσαν ή φαίνονταν αηδή και αποκρουστικά. Απαράδεκτο αυτό για τον πολύ κόσμο, υπήρξε αφορμή να τον χαρακτηρίζουν μερικοί ως «ρυπαρό».

Ο Ξ. Λάνδερερ, που έφθασε στον τόπο μας μόλις 24 χρονών, που πολύ εργάσθηκε γι’ αυτόν κι πέρασε ολόκληρη τη ζωή του στην αγαπημένη του Αθήνα και που τόσο αγαπήθηκε και θαυμάστηκε από όλους τους Έλληνες, πέθανε* στις 7 Ιουλίου του 1885.

 

Υποσημείωση


* Εφημερίς, αρ. φύλ. 189, 08.07.1885  

Υπό κεραυνοβόλου αποπληξίας βληθείς εξέπνευσε χθες ο ΞΑΒΕΡΙΟΣ ΛΑΝΔΕΡΕΡ. Γεννηθείς εν Βαυαρία κατά το 1809 επεράτωσεν εκεί τα γυμνασιακά αυτού μαθήματα και ενεγράφη φοιτητής εις την φιλοσοφικήν σχολήν του Πανεπιστημίου του Μονάχου, ίνα τραπή κατόπιν εις την σπουδήν της ιατρικής. Περατώσας τας εις την ιατρικήν σπουδάς του, ηκολούθησε προσκληθείς τον μακαρίτην Όθωνα εις Ελλάδα, όπου ανέλαβε την διδασκαλίαν της φαρμακευτικής, αναδείξας τότε πλείστους φαρμακοποιούς διασπαρέντας ανά πάσαν την Ελλάδα. Κατά το 1834 εκλήθη ως μέλος της συστάσης επιτροπής προς έκδοσιν ελληνικής φαρμακολογίας, ήτις εξεδόθη κατά το 1837 και ης δευτέρα έκδοσις εγένετο κατά το 1868. Κατά το 1837 ιδρυθέντος του Εθνικού Πανεπιστημίου, διωρίσθη τακτικός καθηγητής της φυσικής χημείας και φαρμακευτικής μετά ζήλου εργασθείς.

Ευθύς μετά τον διορισμόν του εξερράγη εν Πόρω η πανώλης, ένθα μετέβη και συνέτεινε προς περιορισμόν της εξαπλώσεως της νόσου. Κατά το 1843 μετά των άλλων Βαυαρών ο Λάνδερερ ηναγκάσθη να αποσυρθή του Πανεπιστημίου, αλλά επειδή ουδείς υπήρχεν ο αντικαταστήσων αυτόν, εξεδόθη μετά δύο έτη Β. Διάταγμα, δια ου επανήλθε πάλιν εις την προτέραν εν τω Πανεπιστημείω έδραν του. Ο Λάνδερερ ειργάσθη και επί 25 έτη αμισθώς ως καθηγητής της χημικής τεχνολογίας εν τη πολυτεχνική σχολή. Την εν τω Πανεπιστημίω θέσιν του ετήρησε και μετά την έξωσιν του Όθωνος, μετ΄ ολίγον ηναγκάσθη να παραιτηθή, αλλά και μετά τούτο παρέμεινεν εν τω ανωτάτω τούτω εκπαιδευτηρίω διδάσκων επί τίνα χρόνον αμισθί την Βοτανικήν. Κατά το 1847 το εν Ερλάγγη πανεπιστήμιον ανηγόρευσε τον Λάνδερερ διδάκτορα της φιλοσοφίας. Και μετά την εκ του πανεπιστημίου απομάκρυνσιν του ο Λάνδερερ ουκ επαύσατο εργαζόμενος υπέρ κοινοφελών σκοπών άλλοτε μεν συγγράφων άλλοτε δε εις εφημερίδας καταχωρίζων κοινωφελείς γνώσεις.

Ο μακαρίτης ετιμήθη διά παρασήμων διαφόρων κρατών, έφερε δε και τον χρυσούν σταυρόν του Σωτήρος. Διετέλει μέλος πεντήκοντα επιστημονικών συλλόγων και εταιριών, συνέγραψε δε γερμανιστί και ελληνιστί περί τα είκοσι συγγράμματα. Άμα τη γνώσει του θανάτου του συνήλθεν εις συνεδρίασιν η του πανεπιστημίου σύγκλητος, ήτις διά δημοψηφίσματός της απεφάσισεν, ίνα εκφρασθώσι διά του πρυτάνεως τα συλλυπητήρια τη οικογενεία του θανόντος, καθηγηταί του Πανεπιστημίου να κρατώσι κατά την κηδείαν τας ταινίας του φερέτρου του και εξελέγη ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ. Χρηστομάνος να εκφωνήση από μέρους του Πανεπιστημίου τον επικήδειον.

Δρ. Ιωάννης Δ. Κανδήλης

 

Πηγή


  • Βιομηχανική Επιθεώρησις 49, 565-569 (Αύγουστος 1981).

Read Full Post »

Φαρμακοποιία – Ναύπλιο 1828-1832


 Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

Φαρμακοποιία

Γενικά

Κατά την περίοδο της Επανάστασης δεν υπήρχε οργανωμένη επιμελητεία για την περίθαλψη των πληγωμένων αγωνιστών. Ήταν φρικτά τα «μαρτύρια» τους στα πεδία των μαχών. Η επιβίωση τους τις περισσότερες φορές ήταν θέμα τύχης. Μεγάλες ήταν οι ελλείψεις ιατρικού προσωπικού, εργαλείων και του αναγκαίου ιατροφαρμακευτικού υλικού. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Ιωάννη Φιλήμονα στο θέμα αυτό:

«Ελλείποντος οίουδήτινος νοσοκομείου στρατιωτικού, οι τραυματίαι και ασθενείς παρεπέμποντο εις τας οικίας αυτών, ή εις την πλησιεστέραν πόλιν, ή μονήν ή χωρίον. Άλλως, οι στρατιώται ενοσοκόμουν τούτους, τυγχάνοντας αλλοδαπούς μάλιστα, όπου και όπως ήδύναντο. Γραία δε τις, ή κουρεύς, ή μοναχός, ή εμπειρικός επεσκέπτοντο αυτούς, πολλάκις στερούμενοι και αυτών των προχειρότερων οργάνων και μέσων οίον μήλης ή φλεβοτόμου, αλοιφής ή κηρωτής, τιλτού και των τοιούτων […] Σπανιώτατοι ήσαν, και περιοδικοί ανεφαίνοντο, επιστήμονες ιατροί, άνθ’ ών οφείλομεν ειπείν, εμπειρικοί τινές χειρούργοι […], παρά τούτους δε και τινές μυστηριώδη τινά κατά παράδοσιν γνωρίζοντες φάρμακα εκ χόρτων και άλλων συνθέσεων, κατά πολύ ωφέλιμοι εγίνοντο».

φαρμακοποιιαΚατά την καποδιστριακή περίοδο καταβάλλονται προσπάθειες και για τη βελτίωση της φαρμακοποιίας. Αν και το ιατρικό επάγγελμα επηρεάστηκε από τις επιστημονικές επιτεύξεις και ο εμπειρικός βοτανιστής αρχίζει να γίνεται φαρμακοποιός, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη βρίσκεται σε νηπιακή κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι επαφίεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία όχι μόνο η παρασκευή φαρμακευτικών σκευασμάτων για την προάσπιση της δημόσιας υγείας αλλά και η εκπαίδευση όσων ενδιαφέρονται να ασκήσουν «την φαρμακευτικήν τέχνην». Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ως Κυβερνήτης και ιατρός, αποβλέποντας στην πρόληψη των ασθενειών που μάστιζαν τους κατοίκους της χώρας και γενικότερα στη βελτίωση της δημόσιας υγείας, φρόντισε για την εκπαίδευση τροφίμων του Ορφανοτροφείου της Αίγινας σε σχετικά επαγγέλματα.

Ήδη το 1830 ένας υπότροφος εκπαιδεύεται στη φαρμακευτική τέχνη « εις το φαρμακοπωλείον εν ‘Ύδρα». Το Μάρτιο του 1831 παρα­χωρήθηκαν επίσης στον Ιταλό γιατρό Γεώργιο Αλμπέρτη, «έμπειρον περί την εμβολίασιν της δαμαλίτιδος», δύο υπότροφοι, για να τους εκπαιδεύσει «εις τήν τέχνην τον κεντρώματος». Καθορίστηκε μάλιστα να δίδονται στον καθένα 60 γρόσια το μήνα για τα έξοδα της τροφής και του ταξιδιού τους. Ο Ανδρέας Μουστοξύδης εξέφρασε την ευχή «οι νέοι ούτοι, αποσπώμενοι τού εκπαιδευτικού των καταστήματος και επιτιθέ­μενοι νέα βάρη εις τήν Κυβέρνησιν, να κατασταθώσι πότε και προς εαυτούς ιδίως και προς το κοινόν ωφέλιμοι».

 

Σύσταση «καταστήματος φαρμακοποιίας Ναυπλίου  

Η λειτουργία φαρμακείων είναι γνωστή και κατά την περίοδο του Αγώνα. Ήδη από το 1825 «ηνοίχθησαν και ανοίγονται πολλά φαρμακοπωλεία, των οποίων τα ιατρικά και εις βαρύτατην πωλούνται τιμήν και κακής ποιότητος είναι…».

Για τη σύσταση εργαστηρίων φαρμακοποιίας κατά την καποδιστριακή περίοδο κινήθηκαν Έλληνες και ξένοι επιστήμονες. Έντονο επίσης ενδιαφέρον εκδηλώθηκε από την κυβέρνηση και από ιδιώτες για την εκπαίδευση νέων στη φαρμακευτική επιστήμη.

Πρώτος που ζήτησε άδεια από τον Κυβερνήτη για την ίδρυση εργαστηρίου φαρμακοποιίας και κηροποιΐας στην Ελλάδα ήταν ο Κερκυραίος Νικόλαος Βρακλιώτης, ο οποίος ήταν «ένας από τούς αρχαιότερους φαρμακοποιούς» στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Για την έγκαιρη πραγματοποίηση του στόχου του υπέβαλε σχέδιο του καταστήματος με τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη λειτουργία του. Αγνοούμε την έκβαση που είχε η πρόταση του.

Οκτώ μήνες αργότερα, στις 18 Μαΐου 1830, ο επιχειρηματίας Adolphe Mahn, ευρισκόμενος στο Ναύπλιο, υπέβαλε στον Κυβερνήτη ανάλογη αίτηση. Οι προτάσεις του ήταν αξιοπρόσεκτες. Ανελάμβανε τη διεύθυνση των φαρμακείων των δημόσιων νοσοκομείων της πόλης, την παρασκευή των αναγκαίων φαρμάκων σ’ αυτά, την εκτέλεση συνταγών σε ιδιώτες με λογικές τιμές και την παραχώρηση όλων των εργαλείων του εργαστηρίου σε τιμή κόστους. Οι μισθολογικές του απαιτήσεις συμβάδιζαν με τις οικονομικές δυνατότητες της κυβέρνησης. Ιδιαίτερα ελκυστική ήταν η πρόταση του για την εκπαίδευση νέων στη φαρμακοποιία.

Σημειώνουμε ότι τη δημιουργία «εργαστηρίου φαρμακοποιίας» στο Ναύπλιο επεδίωξε και ο Γερμανός χημικός και φαρμακοποιός Σλαάβ κατά την παραμονή του στην πόλη. Ο Κυβερνήτης μάλιστα ενέκρινε την αίτηση του και εξουσιοδότησε το Διοικητή Ναυπλίας να του ενοικιάσει ένα κατάστημα παρά την Πύλη της Ξηράς. Αγνοούμε όμως την εξέλιξη και αυτής της περίπτωσης.

Η μοναδική πρόταση για σύσταση φαρμακείου στο Ναύπλιο που ευοδώθηκε με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της πόλης και την εκπαίδευση νέων στη φαρμακευτική τέχνη είναι του Νικόλαου Ζαβιτσιάνου. Με αίτηση που υπέβαλε στην κυβέρνηση στις 13 Σεπτεμβρίου 1830 έκανε τις ακόλουθες προτάσεις:

Ζητούσε να διοριστεί φαρμακοποιός στο Κεντρικό Φαρμακείο και παράλληλα να διδάξει στους ενδιαφερόμενους τη χημεία, με αντιμισθία ανάλογη των υπηρεσιών του. Ως εναλλακτική λύση πρότεινε να οργανώσει στο Ναύπλιο με έξοδα του φαρμακείο σε οίκημα που θα του χορηγούσε η κυβέρνηση, στο οποίο θα παρασκεύαζε όλα τα φάρμακα για λογαριασμό του. Αντί ενοικίου αναλάμβανε την εκπαίδευση δύο νέων από το Ορφανοτροφείο της Αίγινας στην «φαρμακευτικήν τέχνην» και τη διατροφή τους.

Η κυβέρνηση θεώρησε δελεαστικές τις προτάσεις του Νικόλαου Ζαβιτσιάνου. Για το λόγο αυτό μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, στις 29 Σεπτεμβρίου 1830, έθεσε τους παρακάτω όρους «διά να βάλη» σε πράξη τη σύσταση του φαρμακείου και την εκπαίδευση των υποψηφίων φαρμακοτεχνιτών στο Ναύπλιο:

 

«Α. Η κυβέρνησις θέλει σάς δώση τον άναγκαίον τόπον εις οικοδομήν Καταστή­ματος και τα έξοδα της οικοδομής αυτού.

Β. Θέλεια αγοράζη τα αναγκαία ιατρικά διά το ορφανοτροφείων, και τα νοσοκομεία τής Κυβερνήσεως από το φαρμοκοποιεΐον.

Γ. Θέλει δώση εις υπηρεσίαν σου εκ των παίδων του Ορφανοτροφείου διά να διδαχθώσι το πρακτικόν της Φαρμακοποιίας.

Δ. Όταν δώσητε απόδειξιν τής περί την τέχνην ικανότητος σας ημπορείτε νά διδάξητε επί μισθώ και το θεωρητικόν μέρος αυτής εις τους προηγμένους μαθητάς του κεντρικού σχολείου, όσοι έχουσιν έφεσιν να διδαχθώσιν την επιστήμην ταύτην.

Ε. Όταν η Κυβέρνησης κρίνη αναγκαίον να συστήση φαρμακοποιεϊον, θέλει αγοράση παρά σου εις την αξίαν τιμήν όλα τα εργαλεία της τέχνης τα οποία θέλετε πρόβλεψη εξ ιδίων σας διά την σύστασιν του εργαστηρίου της χημείας».

 

Η κυβέρνηση επομένως έκανε δεκτό το αίτημα του Ζαβιτσάνου για τη χορήγηση οικήματος και την αγορά «ιατρικών» από το φαρμακείο του, με απώτερο στόχο την εκπαίδευση υποτρόφων ορφανών στην πρακτική της φαρμακευτικής τέχνης. Σημειώνουμε ότι με τον Δ’ και τον Ε’ όρο του συμφωνητικού δηλώνεται με σαφήνεια το ενδιαφέρον της για την εισαγωγή της φαρμακευτικής επιστήμης στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας, όπου οι μαθητευόμενοι θα αποκτούσαν θεωρητική και πρακτική κατάρτιση. Διαπιστώνουμε παράλληλα την πρόθεση της να προχωρήσει στη σύσταση δημόσιου φαρμακείου· ανέβαλε όμως την υλοποίηση του ελπίζοντας να εξασφαλισθούν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις στο μέλλον, προφανώς οικονομικές.

Μετά την υπογραφή του συμφωνητικού ο Νικόλαος Ζαβιτσάνος αναχώρησε για την Ευρώπη, όπου παρέμεινε μέχρι το Μάρτιο του 1831. Εκεί προμηθεύτηκε «όλα τα ιατρικά και εργαλεία» για τη σύσταση του φαρμακείου του. Δε διαθέτουμε στοιχεία για τις γνώσεις ή τις σπουδές του. Η μετάβαση του στο εξωτερικό και η πρόταση για διδασκαλία του μαθήματος της χημείας στο Κεντρικό Σχολείο αποκλείουν την εμπειρική γνώση της φαρμακευτικής και συνηγορούν για την υπόθεση προηγούμενων σπουδών του στην Ευρώπη.

Για τη στέγαση του φαρμακείου διατέθηκε με εντολή του Γραμματέα Δημόσιας Παιδείας «εν από τα εθνικά εργαστήρια, κείμενα εις την πόρταν της ξηράς», σε επίκαιρο μέρος του Ναυπλίου. Ο Ζαβιτσάνος διέθεσε για την επισκευή και τον ευπρεπισμό του τρεις χιλιάδες περίπου γρόσια.

Ο Ζαβιτσάνος αμέσως μετά την επιστροφή του από την Ευρώπη (Μάρτιος 1831) ασχολήθηκε με την οργάνωση του φαρμακείου του, το οποίο λειτούργησε μάλλον στις αρχές Μαΐου 1831. 

Ταυτόχρονα με την έναρξη λειτουργίας του φαρμακοπωλείου Ναυπλίου, άρχισαν να παρακολουθούν την φαρμακευτική τέχνη δύο τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου της Αίγινας.  Ο Ζαβιτσάνος συνέχισε να εκπαιδεύει και άλλους τροφίμους και απεδείχτη απόλυτα συνεπής στα όσα είχε συμφωνήσει με την Κυβέρνηση. Κατά αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε  η «φαρμακευτική τέχνη» στο Ναύπλιο στα πλαίσια μιας γενικότερης πολιτικής του Καποδίστρια, που είχε ως μακροπρόθεσμο στόχο τη βελτίωση της κοινωνίας.     

 

Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

Read Full Post »