Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Φειδίας’

Αργειακός Πολιτισμός


Αναδιφώντας σε μαρτυρίες αρχαίων ιστορικών και στις τοπικές παραδόσεις διαπιστώνουμε ότι στο Άργος πρωτοφεγγοβόλησε από τα πανάρχαια χρόνια η αυγή του πολιτισμού μας και αυτή η αρχαιότερη πόλη είναι το πρώτο φυτώριο και τόπος καταγωγής πολλών από τους γεννήτορες του ελληνικού πολιτισμού.

 

Τα επιτεύγματα του Αργειακού Πολιτισμού


Εκτός από ένα πλήθος σοφών επινοήσεων του ήρωα Παλαμήδη που η γενεαλογική ρίζα του αρχίζει από το Άργος, θα παραθέσουμε στην συνέχεια επιτεύγματα στα γράμματα, τις τέχνες, τις εφευρέσεις και ανακαλύψεις και τις άλλες πολιτισμικές εκφάνσεις, που είδαν το πρώτο φως στην Ιναχία γη.

Από Αργείο ποιητή γράφτηκε το αρχαιότερο έπος «Φορωνίς», που δυστυχώς χάθηκε, αλλά γίνεται λόγος γι’ αυτό από άλλους ιστορικούς. Παρόμοιο περιεχόμενο είχε και ένα ακόμη έπος με τίτλο «Αιγίμιος» που αποδιδόταν στον Ησίοδο, και αναφερόταν στην ίδρυση της βασιλικής και ηρωικής δυναστείας του Άργους.

Επίσης η αρχαιότερη τραγωδία του Ευριπίδη «Ικέτιδες«, έχει ως θέμα της τον ερχομό του Δαναού και των θυγατέρων του, στην προγονική τους γη. Στο Άργος, ως κοιτίδας των Πελασγών, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η Πελασγική γραφή, που αναφέρει ο Διόδωρος: «ιδία δέ των Πελασγών πρώτων χρησαμένων τοις μετατεθείσι χαρακτήρσι, πελασγικά προσαγορευθήναι».[1]

Η πρώτη δε υπόμνηση για χρήση γραπτού λόγου με ανακοίνωση αισθημάτων και διανοημάτων, έχει αφετηρία το Άργος. Προηγουμένως οι πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β’ των ανακτορικών αρχείων, είχαν λογιστικό περιεχόμενο και αναφέρονταν σε δοσοληψίες και παραγωγή αγαθών. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας Προίτος, δισέγγονος του Δαναού, έστειλε τον Βελλερεφόντη στη Λυκία, για να παραδώσει στον πενθερό του Ιοβάτη δίπτυχο πινάκιο με σήματα λυγρά, με γραπτή δηλαδή μυστική παραγγελία να θανάτωση τον κομιστή του: «και τον έστειλε στη Λυκία, και μέσα σε κλειστό πίνακα του έδωσε σημεία που χάραξε κακόβουλα, με νόημα θανάτου». [2]

Περισσότερο συγκεκριμένος ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι ο Προίτος παρέδωσε στον Βελλερεφόντη γραπτές επιστολές:

«Ο Προίτος το πίστεψε και του δίνει γράμμα να το πάη στον Ιοβάτη. Μέσα στο γράμμα του έγραφε να θανατώση τον Βελλερεφόντη. Ο Ιοβάτης όταν το διάβασε, τον προστάζει να πάη να σκοτώση την Χίμαιρα…» [3]

Για πρώτη φορά αναφέρεται ως υλικό γραφής η δίπτυχη ξύλινη πινακίδα ο πτυκτός πίναξ, που ήταν επιστρωμένος εσωτερικά με λεπτό στρώμα κεριού ή ρητίνης, πάνω στο οποίο γινόταν η χάραξη μηνυμάτων.

Οι Αργείοι χρησιμοποιούσαν τοπικό αλφάβητο, το αργολικό, με διαφορές σε ορισμένα γράμματα από τα άλλα ελληνικά. Όμοιο με το αργειακό αλφάβητο ήταν και το παλαιότερο ροδιακό, λόγω εποικισμού της Ρόδου από Αργείους. Σε παραστάσεις που εικόνιζαν σκηνές του Τρωικού πολέμου στην ροδιακή πόλη Κάμιρο, τα ονόματα των ηρώων ήταν γραμμένα με αργειακά γράμματα.

Τα πρώτα σπέρματα δημοκρατίας τα συναντούμε στο αρχαίο Άργος. Όπως γράφει ο Παυσανίας«Οι Αργείοι όμως που από τα παλιά χρόνια αγαπούν την ανεξαρτησία της γνώμης, και την θέληση να αυτοδιοικούνται, περιόρισαν εις το ελάχιστο την βασιλική εξουσία».[4]

Ο γενάρχης βασιλιάς Πελασγός μιλάει σαν δημοκρατικός άρχοντας που υπολογίζει τη γνώμη του λαού: «Λόγο να δώσω μονάχος μου, πριν την γνώμη των πολιτών πάρω δεν πρέπει».[5]

Και λίγο πιο κάτω: «Είπα και πριν: Δεν παίρνω απόφαση χωρίς την γνώμη του λαού, κι ας έχω την εξουσία».[6]

Τα περίφημα πυραμιδοειδή κτίσματα του ελληνικού χώρου ανεγέρθηκαν στην Αργολίδα. Η πυραμίδα των Κεγχρεών (Ελληνικού) και η αναφερόμενη από τον Παυσανία μεταξύ Άργους και Τίρυνθας που ήταν διακοσμημένη με αργολικές ασπίδες, βρίσκονται σε ελάχιστη απόσταση από το Άργος:

«Όσοι έρχονται από το Άργος στην Επίδαυρο, θα βρουν στα δεξιά του δρόμου ένα οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα κι έχει ασπίδες που είναι φκιαγμένες κατά το σχήμα σαν τις Αργολικές».[7]

Σύμφωνα με το πόρισμα ομάδας της Ακαδημίας Αθηνών, που προέβη στην χρονολόγησή τους με την μέθοδο της οπτικής θερμοφωταύγειας και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οι πυραμίδες του Ελληνικού και της Λήσσης (Λυγουριού), προσδιορίζονται χρονικά στα τέλη της 4ης ή στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Συγκεκριμένα, για την πυραμίδα του Ελληνικού, η μέση ηλικία των μεγαλίθων υπολογίζεται από τα αποτελέσματα των μετρήσεων, στο 2720 (± 580, ± 1050 π.Χ). [8]

Στην αρχαία αμαξιτή οδό που ξεκινώντας από Άργος – Μυκήνες έφτανε στην Επίδαυρο, διασώζεται ακόμη σε άριστη κατάσταση Μυκηναϊκή γέφυρα από λαξευτούς ογκόλιθους, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας ίσως η αρχαιότερη, κοντά στο χωριό Αρκαδικό, στη θέση Καζάρμα.

Ονομαστό ήταν επίσης το Αργείον Εργαστήριον, από όπου πρόβαλε η αυγή της τέχνης, αφού εκεί πρωτοδημιουργούσαν κάθε λογής καλλιτέχνες, ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες ξυλουργοί, αγγειοπλάστες. Εκεί οι Αργείοι, τέχνας ειδότες έκ προτέρων όπως γράφει ο Παυσανίας (6,10,5), κατασκεύασαν τα πρώτα ξόανα (ξύλινα ομοιώματα) θεών. Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση το αρχαιότερο ξόανο της Ήρας, σκαλισμένο σε ξύλο αχλαδιάς, κατασκευάστηκε στο Άργος και αφιερώθηκε στη θεά, από τον βασιλιά Πείρασο, γιο του Άργου.

Στο Άργος επίσης πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η μετατροπή της ξοανοποιΐας σε μαρμαρογλυφία από τους γιους ή μαθητές του Δαιδάλου Δίποινο και Σκύλλη, που κατέφυγαν εκεί από την Κρήτη, καθώς μας λένε ο Πλίνιος (36,4) και ο Παυσανίας:

«Στο μέρος αυτό, – στις Κλεωνές – είναι ιερό της Αθηνάς, το δε άγαλμά της είναι της τεχνοτροπίας του Σκύλλη και του Διποίνου, αυτοί δε είναι μαθητές του Δαιδάλου υπάρχουν όμως άλλοι που λένε πως ο Δίποινος και ο Σκύλλης ήταν παιδιά του Δαιδάλου από μια γυναίκα που καταγόταν από τη Γορτυνία».[9]

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο περίφημος γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας, κοντά στον οποίο μαθήτευσαν οι μετέπειτα μέγιστοι καλλιτέχνες Μύρων, Πολύκλειτος και Φειδίας, στον οποίο αναφέρεται και το εξής επίγραμμα: «Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης Ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου»[10] 

Αργείος ήταν και ο διάσημος αρχιτέκτων Πολύκλειτος, του οποίου έργο είναι το περίφημο – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – για την ακουστική του, την αρμονία, το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του, θέατρο της Επιδαύρου, καθώς και η αινιγματική θόλος.

Επίσης ο Αργείος ιεροφάντης Τροχίλος κατασκεύασε το πρώτο άρμα, το οποίο αφιέρωσε κι αυτός στην Ήρα: «Ο Αργείος Τροχίλος είναι ο κατασκευαστής της άμαξας. Αυτό το έργο το αφιέρωσε στην πατρώα Ήρα».[11]

Ο κατασκευαστής του Δουρείου Ίππου Επειός (Οδυσσ. Θ, 492), ήταν γόνος Αργείων που είχαν αποικήσει την Φωκίδα.

Η πρώτη κατά τον Α. Σταγειρίτη μακρά ναυς Αργώ, με την οποία ο Ιάσων και οι Αργοναύτες του πραγματοποίησαν την αρχαιότερη υπερπόντια ναυτική επιχείρηση για το χρυσόμαλλον δέρας, ναυπηγήθηκε από τον Άργο, με την βοήθεια της Αθηνάς ή της Ήρας.[12]

Όπως μας πληροφορούν ο Απολλόδωρος και ο Παυσανίας, στο Άργος εφευρέθηκαν οι ασπίδες και εκεί χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τους δίδυμους γιους του βασιλιά Άβαντα Ακρίσιο και Προίτο και τον στρατό τους, στον μεταξύ τους πόλεμο για τον θρόνο του Άργους.

«Λένε πως τότε για πρώτη φορά κι αυτοί κι ο στρατός τους κατά τη μάχη που  έγινε ήταν οπλισμένοι με ασπίδες» [13]

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, (Β,2,1) η διαμάχη τους είχε ξεκινήσει ενώ βρίσκονταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας τους, και όταν ανδρώθηκαν ήρθαν σε πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πρωτοχρησιμοποιήθηκαν οι ασπίδες : «Ούτοι καί κατά γαστρός μέν έτι όντες εστασίαζον προς αλλήλους, ώς δέ ανετράφησαν, περί της βασιλείας επολέμουν, καί πολεμούντες εύρον ασπίδας πρώτοι».[14]

Γι’ αυτό οι Αργείοι αποκαλούνται από τον Αισχύλο «ασπιδηφόρος λεώς». Όταν μετά την μάχη οι αδελφοί συνθηκολόγησαν, επειδή κανένας δεν βγήκε νικητής, για να τιμήσουν αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ανήγειραν στον ίδιο τόπο κοινό μεγαλοπρεπές μνημείο σε σχήμα πυραμίδας, σύμφωνα με την παράδοση του Παυσανία, το οποίο διακόσμησαν με ανάγλυφες παραστάσεις αργολικών ασπίδων.

Στα Ηραία, εορτή των Αργείων προς τιμήν της πολιούχου των Ήρας, τελούσαν αγώνες, με έπαθλο στον νικητή μια χάλκινη ασπίδα και στέφανο μυρτιάς.

Στην αρχαιότερη ακρόπολή τους, είχαν αναρτήσει μιαν ασπίδα ως σύμβολο της πόλης. Λόγω του σεβασμού των Αργείων προς αυτήν, είχε προέλθει η παροιμιώδης φράση «ώς τήν έν Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται».[15]

Ο δε ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς των Μυκηνών Περσεύς, εγγονός του Ακρίσιου, εφεύρε τον δίσκο και καθιέρωσε το αγώνισμα της δισκοβολίας: «Εκεί ο Περσεύς, νέος και γεμάτος σφρίγος, ,ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση να επιδεικνύη τα χαρίσματά του, και ιδιαίτερα να ρίχνει μπροστά στον πολύ κόσμο τον δίσκο, που ήταν δική του εφεύρεση».[16]

Στους αγώνες που διοργάνωναν μεταξύ τους οι αρχηγοί της Τρωικής εκστρατείας στην Αυλίδα, ο Διομήδης χαιρόταν με το αγώνισμα της δισκοβολίας:

«Είδα και τον Διομήδη ολόχαρο

από του δίσκου την απόλαψη

και πλάι του τον Μηριόνη…,

τον αντρειωμένο πολέμαρχο

που όλοι τον θαυμάζουν»[17]

Αλλά και σε όλους τους πολεμιστές ήταν το πιο προσφιλές άθλημα η δισκοβολία, όπως μαρτυρούν ο Όμηρος και ο Ευστάθιος:

«οι λαοί στην ακροθαλασσιά με δίσκους

ετέρποντο και με ακόντια που έριχναν και τόξα»[18]

Η Νιόβη κόρη του Φορωνέα και εγγονή του Ινάχου ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση τους γεννήθηκαν ο Άργος και ο Πελασγός, από αυτόν δε πρώτοι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου πήραν το όνομα Πελασγοί:

«Ο Ζευς και η Νιόβη – ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία πλάγιασε ο Ζευς – γέννησαν τον Άργο, όπως δε λέγει ο Ακουσίλαος και τον Πελασγό, από τον οποίο οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ονομάστηκαν Πελασγοί».[19]

Από τον Άργο πήρε το όνομά της και η πολιτεία που πριν λεγόταν Απία, όπως και όλη η Πελοπόννησος, από τον αδελφό της Νιόβης Άπι.

Στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, γι’ αυτό από τον Όμηρο αποκα­λείται πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος) και οι αργείτικοι αγροί «άρουραι πυροφόροι» (Ιλιάς Ξ 121). Τον έφερε ο Άργος από την Λιβύη και δίδαξε στους Αργείτες την καλλιέργειά του (Πολέμων απόσπ. 44).

Οι Αργείοι μετά την Ήρα που κατείχε την πρώτη θέση στην λατρεία τους, τιμούσαν · ιδιαίτερα και την Δήμητρα, και την αποκαλούσαν Εύπυρον, Πυροφόρον, Φιλόπυρον και Λίβυσσαν. Λέγανε μάλιστα πως όταν η θεά ήρθε στο Άργος, την φιλοξένησε ο βασιλιάς Πελασγός.[20]

Ο Φείδων απόγονος του πρώτου Ηρακλείδη βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου στην Αίγινα, που ήταν Αργειακή αποικία και υπαγόταν στην εξουσία του Άργους: «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν»[21]

«Ο δε Έφορος λέγει ότι ο Φείδων έκοψε το πρώτο αργυρό νόμισμα στην Αίγινα».[22]

«άφ’ ου ό Φείδων ό Αργείος εδήμευσε τά μέτρα καί σταθμά, κατεσκεύασε καί νόμισμα αργυρούν έν  Αιγίνη… βασιλεύοντος Αθηνών Φερεκλέους».[23]

Τα πρώτα Αργείτικα νομίσματα εικόνιζαν δύο δελφίνια. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από παράσταση λύκου, σύμβολο του Δαναού και της λατρείας του Λυκίου Απόλλωνα, στον ναό του οποίου φυλαγόταν το άσβεστο πυρ του Φορωνέως.[24]

Όπως μας πληροφορεί επίσης το Πάριον Χρονικόν, ο Φείδων όρισε τα μέτρα και τα σταθμά που επεκράτησαν σε όλη την Ελλάδα από τον 7ο  π.Χ. αιώνα. Εκτός από τα μέτρα και τα σταθμά, όρισε και τα μέτρα των υγρών. Καθιέρωσε ακόμη και τον πόδα, ελληνική μονάδα μετρήσεως του μήκους.[25]

Οι πρώτες ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν από Αργείους. Καμιά άλλη πόλη δεν ίδρυσε τόσες πολλές αποικίες και στους πλέον απόμακρους τόπους, από τον καιρό των Πελασγών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μας διασώζει μια παράδοση που δείχνει πόσο νωρίς οι Αργείοι ξεκίνησαν τις αποικιακές εξορμήσεις τους:

Όταν εξαφανίστηκε η βασιλοκόρη Ιώ, ο πατέρας της Ίναχος επάνδρωνε πλοία και τα έστελνε να την αναζητήσουν σε στεριές και θάλασσες, με την εντολή να μην επιστρέψουν αν δεν την φέρουν μαζί τους. Όταν οι έρευνες απέβαιναν άκαρπες, οι επικεφαλής των αποστολών αναγκάζονταν να παραμένουν σε ξένη γη και να κτίζουν νέες πόλεις, στις οποίες έδιναν συνήθως το όνομα της γενέτειράς τους. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, στην Κύπρο, στα Μικρασιατικά παράλια, στην Κάτω Ιταλία, υπήρχαν πόλεις με το όνομα Άργος. Στην Κρήτη τελούσαν εορτή τα «Ινάχεια».

Αλλά και η εξιστόρηση των περιπλανήσεων της ίδιας της Ιούς, θεωρείται ως μια εξερευνητική επιχείρηση των Αργείων κατά τους προϊστορικούς χρόνους με σκοπό τον αποικισμό, που κατέληξε στην Αίγυπτο:

Πολυάριθμες είναι οι πόλεις που το Άργος έχτισε και εποίκισε στην Αίγυπτο Με το χέρι του Επάφου.[26]

Και τέλος, κάτι επίσης πολύ σημαντικό, το Άργος υπήρξε η γενέτειρα της βασιλικής γενιάς των Μακεδόνων, εξ ου και Αργεία καταγωγή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Διοδώρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη, 3,67,1

[2] Ιλιάς Ζ,168. «πέμπε δε μιν Λυκίηνδε, πόρεν δ’ό γε σήματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά,»

[3] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β’ ΙΙΙ, Ι Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Μετ. I. Χατζηφώτη.

«Προίτος δέ πιστεύσας έδωκεν επιστολάς αυτώ πρός Ιοβάτην κομίσαι, έν αίς ενεγέγραπτο Βελλερεφόντην αποκτείναι. Ιοβάτης δέ αναγνούς, επέταξεν αυτόν Χίμαιραν κτείναι…».

(Για να προσδιορισθεί χρονικά το περιστατικό, υπενθυμίζουμε ότι ο Αργείος Ταλαός που πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ήταν εγγονός του Προίτου).

[4] Παυσανίου Κορινθιακά 19,2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. » Αργείοι δέ άτε ισηγορίαν καί τό αυτόνομον αγαπώντες έκ παλαιοτάτου, τά της εξουσίας των βασιλέων ές ελάχιστα προήγαγον».

[5] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ.368. «εγώ δ’αν ου κραίνοιμ’ ύπόσχεσιν πάρος αστοίς δε πάσι των δε κοινώσας πέρι».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στ. 398 μετ. φιλολογική ομάδα ΚΑΚΤΟΥ. «Είπον δέ καί πρίν, ούκ άνευ δήμου τάδε πράξαιμ’ άν ουδέ πέρ κρατών…»

[7] Παυσανίου Κορινθιακά, 25, 7, εκδ. Ζαχαρ. Μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«ερχόμενος δέ έξ Άργους ές τήν Επιδαυρίαν εσίν οικοδόμημα έν δεξιά πυραμίδι μάλιστα εικασμένον, έχει δέ ασπίδας σχήμα Αργολικάς επειργασμένας».

[8] Από σχετική ομιλία του καθηγητή Περικλή Σ. Θεοχάρη στο Ναύπλιο, 15/5/95, που περιέχεται στο βιβλίο του Χρήστου Δ. Λάζου «Πυραμίδες στην Ελλάδα» Εκδ. ΑΙΟΛΟΣ, σελ 183.

Ο Χρήστος I. Πιτερός αρχαιολόγος Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, σε μελέτη του με θέμα ΟΙ «ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ» ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ υποστηρίζει ότι οι «πυραμίδες» ήταν διώροφοι ή τριώροφοι οχυρωματικοί πύργοι και τους χρονολογεί στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. (Βλ. πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Γ’, σελ. 370. Άργος-Ναύπλιον 6-10 Σεπτεμβρίου 1995).

[9] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,1 εκδ. Ζαχαρόπουλου μτ. Γιάννη Κορδάτου. » Ενταύθα έστιν ιερόν Αθηνάς, τό δέ άγαλμα Σκύλλιδος τέχνη καί Διποίνου μαθητάς  δέ είναι Δαιδάλου σφάς, οί δέ καί γυναίκα έκ Γόρτυνος εθέλουσι λαβείν Δαίδαλον,  καί τόν Δίποινον και Σκύλλον έκ της γυναικός οί ταύτης γενέσθαι».

[10] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 251

[11] «Tertullien de spektae 9: Si vero Trohilos argivus auktor est currus patriae Iunoni id opus suum dedicavit». Τερτυλλιανός

[12] Α. Σταγειρίτη Ωγυγία, βιβλ. Θ ‘σελ.143. «Τό δέ σχήμα της Αργούς ήτο επίμηκες. «Οθεν ωνομάσθη μακρά ναύς. Καί πρώτη μακρά ναύς αυτή εφάνη εις τήν Ελλάδα επειδή μέχρι τότε μετεχειρίζοντο μικρά καί στρογγυλοειδή πλοία».

Και κατά τον Απολλώνιο «ταύτην λέγουσιν πρώτην ναύν γεγενήσθαι».

[13] Παυσανίου Κορινθιακά,25,7, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γ. Κορδάτου. «συμβαλείν δέ σφάς λέγουσιν ασπίσι πρώτον τότε καί αυτούς καί τό στράτευμα οπλισμένους».

[14] Σύμφωνα με ιστορικούς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική ιστορία έχει την αφετηρία του στο Άργος και ξεκίνησε από τον Ακρίσιο και Προίτο απογόνους του Δαναού, από την κόρη του Υπερμνήστρα.

[15] Το Άργος είχε δύο ακροπόλεις: Η αρχαιότερη και σημαντικότερη σ’ όλες τις εποχές ήταν η Λάρισα, ένα τμήμα της οποίας ονομαζόταν στους ιστορικούς χρόνους Ασπίδα (2800- 1900 π.Χ.) ήταν η κύρια ακρόπολη και βορειότερα υπάρχει μια μικρότερη ακρόπολη της Δειράδας (προφήτης Ηλίας).

[16] Παυσανίου Κορινθιακά,25,3, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«καί ό μέν Περσεύς οία ηλικία τε ακμάζων καί τού δίσκου χαίρων τω ευρήματι επεδείκνυτο   εις άπαντας…»

[17] Ευριπίδου Ιφιγένεια η εν Αυλίδι 200, εκδ. Πάπυρος, μετ. Α. Παπαχαρίση.

Διομήδεά θ’ ήδοναίς δίσκον κεχαρημένον, παρά δέ Μηριόνην, Άρεος όζον, θαύμα βροτοίσιν.

[18] Ιλιάς Β, 773 Μετ. Κ. Δούκα.

 λαοί δέ παρά ρηγμίνι θαλάσσης δίσκοισιν τέρποντο καί αιγανέησιν ίέντες τόξοισίν θ’.»

«Δίσκοι δέ ώς καί έν Οδυσσεία, λίθοι στρογγυλοί οις χειριζόμενοι ερρίπτουν εις μήκος οί γυμναζόμενοι. Ει δέ ήν έκ σιδήρου, σόλος τό τοιούτον ελέγετο. Τόν αγώνα τούτον κατ’εξοχήν ηγάπων οί Αχαιοί». [ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ]

[19] Απολλόδωρος Β, 1, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. I. Χατζηφώτη.

«Νιόβης δέ καί Διός (ή πρώτη γυναικί Ζεύς θνητή εμίγη), παίς Άργος εγένετο, ώς δέ

Ακουσίλαος φησί, καί Πελασγός, άφ ου κληθήναι τούς τήν Πελοπόννησον οικούντας Πελασγούς».

[20] Παυσανίας 1,14,2: «Λέγεται ούν ώς Δήμητραν ές Άργος ελθούσαν Πελασγός δέξαιτο οίκω».

[21] Στράβων Η, 3,33.

[22] Στράβων Η, 375, 16. » Έφορος δ’ έν Αιγίνη άργυρον πρώτον κοπήναι φησίν υπό Φείδωνος «.

[23] Από το Πάριον Χρονικόν.

[24] Από τα Αιγινήτικα νομίσματα που εικόνιζαν θαλάσσια χελώνη, προήλθε ο στατήρας και από αυτόν το εθνικό ελληνικό νόμισμα η δραχμή. Αυτή υποδιαιρέθηκε σε έξι μέρη, τους οβολούς. Στο Ηραίο (ναό της Ήρας) του Άργους, είχαν αναρτηθεί δείγματα αυτών των αρχαίων μονάδων οι οβελίσκοι: «Πρώτος δέ πάντων Φείδων Αργείος νόμισμα έκοψεν έν Αιγίνη, καί διδούς τό νόμισμα, καί αναλαβών τούς οβελίκους, ανέθηκεν τή έν Άργει Ήρα. Επειδή τότε οι οβελίσκοι τήν χείρα επλήρουν, τουτέστι τήν δράκα, ημείς καίπερ μή πληρούντες τήν δράκα τοις έξ οβολοίς, δραχμήν αυτήν λέγομεν, παρά τό δράξασθαι».

(Ωρίων Ετυμολογικόν, – 5ος αι. μ.Χ. – 118,19, λήμμα οβολός).

[25] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 227.

[26] Πινδάρου 10ος Νεμεόνικος στιχ. 5-6, μετ. Β. Λαζανά.  Πολλά δ’Αιγύπτω καταοίκισεν άστη ταις Επάφου παλάμαις»

Read Full Post »

Αργειακό Εργαστήριο Γλυπτικής

 

 

Η σχολή του Άργους διδάχτηκε την τέχνη από τη Λυκία.  Η παράδοση όμως για τον Επειό o οποίος κατασκεύασε το Δούρειο ίππο (Ι. 22,665-838 και Οδ. 8,493 και 11, 532) και τα ξόανα του Ερμή και την Αφροδίτης που αφιέρωσε η Υπερμνήστρα στο ναό του Λύκειου Απόλλωνα στο Άργος, το ίδιο και η παράδοση για τον Πείρασο, το γιο του Άργου και βασιλιά του Άργους που αφιέρωσε το αρχαιότατο άγαλμα της Ήρας κατασκευασμένο από αγριαχλαδιά στην Τίρυνθα κι από κει μεταφέρθηκε στο Ηραίο – μετά την καταστροφή της Τίρυνθας- μας διδάσκουν ότι εδώ, στο Άργος, ασκούνταν η γλυπτική τέχνη από τα πολύ παλιά χρόνια. Και από το επόμενο επίγραμμα, που είναι χαραγμένο πάνω στους ανδριάντες του Θεόπομπου και του Δαμάρετου  τους οποίους κατασκεύασαν οι Αργείοι τεχνίτες Ευτελίδας και Χρυσόθεμις, αποδεικνύεται πόσο παλιό είναι το Αργειακό εργαστήριο.

 

Ευτελίδας και Χρυσόθεμις τάδε έργα τέλεσαν

Αργείοι, τέχναν ειδότες  εκ προτέρων.

 

Στην πρόοδο όμως και την ανάπτυξη αυτής της σχολής συνετέλεσαν και οι αγαλματοποιοί Δίποινος και Σκύλλις που ήλθαν από την Κρήτη και ήταν γιοι και μαθητές του ονομαστού Δαίδαλου. Αυτοί πρώτοι δούλεψαν το μάρμαρο, έμειναν εδώ για πολλά χρόνια και γέμισαν την πόλη με τα έργα τους. Μ΄ αυτό τον τρόπο ξεσήκωσαν κι άναψαν το ζήλο των ντόπιων τεχνιτών. Το πιο αξιόλογο έργο τους, όπου βλέπουμε τα σπέρματα της τέχνης που κατεργάζεται το χρυσό και το ελεφαντοστό, βρισκόταν στο ναό των Διοσκούρων στο Άργος. Επρόκειτο για ένα σύμπλεγμα αγαλμάτων που παρίσταναν τους Διόσκουρους έφιππους, τα παιδιά Άναξιν και Μνασίνουν και μαζί τους τις μητέρες τους Αλάειρα και Φοίβη. Και αυτά τα αγάλματα ήταν εβένινα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των αλόγων ήταν βέβαια από έβενο, ένα μικρό όμως μέρος τους ήταν  από ελεφαντοστό. Οι Δαιδαλίδες αυτοί άκμασαν κατά την 30ή  Ολυμπ. το 580 π.Χ.

 

Έτσι,  περνώντας τα χρόνια διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε η σχολή (515 π.χ.).  Απ΄ αυτή βλάστησε και αναδείχθηκε ο Αγελάδας ή Γελάδας. Αυτός, σαν τεχνίτης εργάστηκε εξήντα περίπου χρόνια, ενώ η ακμή του τοποθετείται από το (520 π.χ.) έως το (480 π.χ.). Δούλευε μάλιστα αποκλειστικά το χαλκό και προσέλκυε στο Άργος τους πιο ξακουστούς τεχνίτες από χώρες μακρινές που έρχονταν εδώ για να τελειοποιηθούν στη σχολή του. Αυτό όμως που πάνω απ΄ όλα μαρτυρεί τη μεγάλη  κλάση αυτού του τεχνίτη   είναι ότι κοντά του μαθήτευσαν  οι πιο μεγάλοι γλύπτες της αρχαιότητας: Μύρων, Πολύκλειτος και  Φειδίας.

 

 

 

 

Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών », σελ. 254 – 255.  Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδόσεις  «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008. 

 

Απόδοση στην Νεοελληνική: Γιώργος Τασσιάς 

 

Read Full Post »

Αγελάδας

 

 

Ονομαστός Αργείος γλύπτης. Εργάστηκε εξήντα περίπου χρόνια και άκμασε το 520- 480 π.Χ.. Εργαζόταν αποκλειστικά το χαλκό, και στη σχολή του έρχονταν όλοι οι περίφημοι γλύπτες από μακρινές χώρες για να τελειοποιηθούν.  Ο Αγελάδας είναι ο δάσκαλος των φημισμένων γλυπτών της αρχαιότητας Μύρωνα, Πολυκλείτου και Φειδία, για τον οποίο αναφέρεται και το επίγραμμα:

 

«Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης

ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου».

 

 

Έργα του Αγελάδα

 

 

  • Κατασκεύασε άγαλμα του Ανόχου του Ταραντίνου, γιου του Αδαμάτα, ο οποίος νίκησε στο στάδιο και στο δίαυλο στην 65η Ολυμπιάδα.
  • Άγαλμα του Κλεοσθένη ο οποίος νίκησε στην 66η ολυμπιάδα με το άρμα του και τον ηνίοχο. Πάνω του είχαν γραφεί και τα ονόματα των αλόγων, Φοίνιξ και Κόραξ  και από τις δυο μεριές κοντά στο ζυγό, Κνακίας στα δεξιά και Στάμος στ΄ αριστερά. Πάνω μάλιστα στο άρμα υπήρχε και το ακόλουθο ελεγείο: Κλεοσθένης μ΄ ανέθηκεν…καλόν αγώνα Διός.
  • Το άγαλμα του Τιμασίθεου, που νίκησε στην 68η Ολυμπιάδα δύο νίκες στο παγκράτιο στην Ολυμπία και τρεις στα Πύθια (Παυσ.  6,8,6 Τιμασίθεος ανάκειται…ανηρημένος Πυθοί).
  • Το άγαλμα του Διός Ιθωμάτα που κατασκευάστηκε για χάρη των Μεσσήνιων οι οποίοι μετά την πτώση της Ιθώμης αποίκησαν τη Ναύπακτο στην 81,2 ολυμ.( Παυσ. 4,33,2).
  • Χάλκινα αγάλματα που κατασκευάστηκαν για χάρη των Αιγιέων. Παριστάνουν το βασιλιά των θεών Δία σε παιδική ηλικία και τον Ηρακλή χωρίς γένι.  Επειδή οι Αιγιείς έχουν κάποια παράδοση σύμφωνα με  την οποία ο Δίας ανατράφηκε στο Αίγιο από κάποια κατσίκα, [σελ. 256] τον παριστάνουν σαν παιδί. Και παλαιότερα, βέβαια, διάλεγαν από τα παιδιά το πιο όμορφο να  ΄ναι ιερέας του Δία. Όταν όμως γινόταν έφηβος, η τιμή πήγαινε σε άλλον. Αργότερα όμως τα ίδια  εκλέγονταν ιερείς και τα αγάλματα παρέμεναν στα σπίτια τους. Επειδή όμως και η Ιθώμη είχε όμοια παράδοση σχετικά με το Δία, υπάρχει αυτή  η καταπληκτική ομοιότητα του Ιθωμάτη Δία και του Δία στο Αίγιο.
  • Το άγαλμα του Αλεξίκακου Ηρακλή στη Μελίτη, δήμο της Αττικής. Εδώ ο ήρωας μυήθηκε στα μικρά μυστήρια και είχε ξακουστό ναό και ιερό. Το ιερό ιδρύθηκε στη διάρκεια του μεγάλου λοιμού για να δηλωθεί ότι η αρρώστια έπαψε, αφού κατάστρεψε πολλούς ανθρώπους, στην 87, 2 ολυμπιάδα, δηλαδή το 429 . (σχόλ. αριστ. βάτραχ. 501). Το άγαλμα του Ηρακλή στη Μελίτη μνημονεύει και ο Τζέτζης (chil. 8. 192). Γελάδου του Αργείου…Ηρακλέα. πρβλ.  de Hercule Attico από τον Dettmer.
  • Το άγαλμα της μούσας στο Άργος  κρατώντας βάρβιτο, ανάμεσα σε δυό άλλους, τον Κάναχο και τον Αριστοκλή, όπως μαρτυρεί το ακόλουθο επίγραμμα του Αντίπατρου.  Τρίζυγες αι  Μούσαι…ευρέτις Αρμονίας.
  • Επιπλέον,  κατασκεύασε μαζί με τον Ονατά  κι ένα σύμπλεγμα που παρίστανε πολεμιστή με χάλκινα άλογα και αιχμάλωτες γυναίκες. (Brunn geschichte der Griechischen Kunster 1 p. 90) . Αυτό  οι Ταραντίνοι το  αφιέρωσαν  στην  LXXVIII  και LXX ολυμπιάδα στους Δελφούς, σαν ανάθημα για τη νίκη που πέτυχαν ενάντια στους Μεσσάπιους, όμορούς τους βαρβάρους.

 

 

Για το ύφος του Αγελάδα σύγχρονές του εκτιμήσεις δεν υπάρχουν. Έτσι, είμαστε αναγκασμένοι να συμπληρώσουμε το κενό με τη βοήθεια των έργων του. Από αυτά, λοιπόν, προκύπτει ότι, παρά την εμμονή του στη χρήση του χαλκού, σημαντική είναι η ποικιλία των παραστάσεων. Βρίσκουμε αγάλματα θεών, αθλητών, ανδρών, ιππέων, γυναικών, γερόντων και νέων, μεμονωμένα αγάλματα αλλά και συμπλέγματα και , τέλος, ζώα. Στην Ολυμπία βρέθηκε βάθρο σπασμένο σε πολλά κομμάτια το οποίο είχε πάνω του τις εξής επιγραφές: ( inschrif. gr. bild   από τον Lowey σελ. 65) από τις οποίες μαθαίνουμε τρεις τεχνίτες: τον Ασωπόδωρο, τον Άττωτο και τον Αργειάδα, γιό του Αργείου Αγελάδα ο οποίος εργάστηκε κι αυτός για το βάθρο που κατασκεύασε ο Πραξιτέλης, ο οποίος το 461 έφυγε  από τις Συρακούσες και πήγε στην πόλη Καμάρινα που  μόλις είχε χτιστεί.

 

 

Πολεμιστές του Ριάτσε

Πολεμιστές του Ριάτσε

Στο Μουσείο του Ριάτσε (Calabria)* εκτίθενται οι διάσημοι  «χάλκινοι Πολεμιστές του Ριάτσε» έργα που αποδόθηκαν στο σπουδαίο γλύπτη Αγελάδα**.  Τα δύο αγάλματα, πρωτότυπα ελληνικά έργα του 5ου αι. π.χ. απεικονίζουν δύο δίμετρους πολεμιστές***, βρέθηκαν στην θαλάσσια περιοχή κοντά στο Ριάτσε της Καλαβρίας την 16η Αυγούστου του 1972, από έναν νεαρό δύτη από την Ρώμη, τα οποία συντηρήθηκαν στην Φλωρεντία.

 

 

Σύγχρονος του Αγελάδα ήταν ο Αργείος Αριστομέδων (496 π.Χ.), επιφανής γλύπτης πολλών έργων. Λίγο μετά τον Αριστομέδοντα άκμασαν στο Άργος ο Γλαύκος και ο Διονύσιος, εργαζόμενοι και οι δύο στο χαλκό, οι οποίοι δημιούργησαν πολλά έργα. Πρώτοι οι Αργείοι γλύπτες έπλασαν αγάλματα στα οποία το αριστερό σκέλος δεν πατούσε στο έδαφος με όλο το πέλμα, αλλά με το γόνατο σε κάμψη έκλινε προς τα πίσω. Η επινόηση αυτή αποδίδεται στον Πολύκλειτο, δικαία δε θεωρείται ότι οι καλλιτέχνες της Αργείας Σχολής έγιναν γι’ αυτό οι δημιουργοί της Ευρωπαϊκής τέχνης.

 

 

Πρώιμη Κλασική Περίοδος (480-450 π.Χ.)

 

 

Τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου (Περσικοί Πόλεμοι, εγκαθίδρυση δημοκρατίας κτλ.) έχουν αντίκτυπο στις τέχνες και ειδικότερα στη γλυπτική. Τότε είναι που συντελούνται πολλές μεταβολές. Για παράδειγμα, το βάρος του σώματος μετατοπίζεται στα αγάλματα στο ένα σκέλος,  κάτι που έχει ως συνέπεια την αλυσιδωτή μετατόπιση και των λοιπών μελών.

Στα γυναικεία αγάλματα προβάλλει ο δωρικός πέπλος και η ανάδειξη του σώματος γίνεται με τον περιορισμό των πτυχών του. Στις πολυπρόσωπες συνθέσεις, πάλι, οι μορφές δεν είναι πια παρατακτικές αλλά υποταγμένες σε μια κεντρομόλο σύνθεση. Η πιο σημαντική αλλαγή, όμως, είναι η αντικατάσταση του μειδιάματος με μία έκφραση που δείχνει ενδοστρέφεια και  περισυλλογή, ενώ όσα κατάλοιπα ζωομορφισμού επιζούσαν έως τότε σβήνουν.

Πρωτοπόροι γλύπτες της περιόδου θεωρούνται ο Ονάτας, ο Νάξιος Αλξήνωρ, ο Αργείος Αγελάδας, ο Μύρων, ο Πυθαγόρας, που τις μορφές του χαρακτήριζε ρυθμός και συμμετρία, και ο Πολύγνωτος. Αυτοί έθεσαν τα θεμέλια της κλασικής φόρμας που θα ολοκληρώσει η γενιά του Φειδία και του Πολύκλειτου.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ρήγιον (σημ. Ρέτζιο ντι Καλάμπρια). Ελληνική αποικία στην Μεγάλη Ελλάδα χτισμένη στο στενό της Μεσσήνης.

 

**  Μεγάλα Μουσεία « Αθήνα – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», τόμος 19, σελ. 112. Εκδοτική σειρά από το Έθνος της Κυριακής, 2007.

 

Ορισμένοι αποδίδουν  στο Φειδία τους δύο Πολεμιστές του Ριάτσε και τους συνδέουν με το σύνταγμα, (σύνταγμα (το): δύο ή περισσότερα αγάλματα τοποθετημένα παρατακτικά)  που αφιέρωσαν οι Αργείοι στους Δελφούς. Κατ’ άλλους αυτά τα αγάλματα προέρχονται από ανάλογο σύνταγμα στην αγορά του Άργους και αποδίδονται στον Αλκαμένη και τον Αγελάδα. Ο ιστορικός της Τέχνης Paolo Moreno, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ρώμης, σε εργασίες του υποστήριξε ότι τα αγάλματα αναπαριστούσαν μορφές από τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου.

*** […] Οι ανδριάντες του Ριάτσε είναι τα δύο χάλκινα αγάλματα που βρέθηκαν στη θάλασσα πριν από όχι και πολλά χρόνια. Και όχι μόνο η ανεύρεση αλλά και η άμεση ανακοίνωση του ευρήματος στις Αρχές από τον επαινούμενο – πολύ σωστά για την τιμιότητά του- ερασιτέχνη, απασχολούμενο με το υποβρύχιο ψάρεμα, Στέφανο Μαριστίνι επέτρεψε τη διάσωσή τους. Τ’ αγάλματα αυτά, κοντά στ’ άλλα, διακρίνονται για την ομορφιά, την ποιότητα, τον πλούτο και τον χαρακτήρα των διατυπώσεων της χαλκοπλαστικής της γλώσσας, και πολύ σωστά χαρακτηρίζονται ως τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της ελληνικής πλαστικής και πιο γενικά της ελληνικής τέχνης του πέμπτου π.Χ. αιώνα, της πιο σημαντικής της περιόδου. […] Με ύψος λίγο πάνω λίγο κάτω από τα 2 μέτρα, οι ανδριάντες του Ριάτσε αναφέρονται ως ήρωες, πολεμιστές, αθλητές-οπλιτοδρόμοι, ακόμη και θεοί, λιγότερο, γιατί εικονίζονται με όπλα, ασπίδες ξίφη ή δόρατα. Για την τεχνική τους οι περισσότεροι μελετητές και οι ειδικοί στα ζητήματα της χαλκοπλαστικής δέχονται ότι έχουν κατασκευαστεί με την ίδια τεχνική, αυτή του χαμένου κεριού και από το ίδιο υλικό και κατά πάσαν πιθανότητα ακόμη και στο ίδιο εργαστήριο. […]

Κείμενο από το βιβλίο του Χρήστου Χρύσανθου, «Περικλής και Εφιάλτης τυραννοκτόνοι Οι ανδριάντες του Ριάτσε, τέχνη και ιστορία», Έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Ποιοι είναι τα αγάλματα του Ριάτσε;

 

 

Ο Περικλής και ο φίλος του Εφιάλτης είναι οι «Πολεμιστές του Ριάτσε». Τριάντα χρόνια μετά την ανάδυσή τους από τη θάλασσα του Ριάτσε της Καλαβρίας, οι δύο χάλκινοι άνδρες αποκτούν ταυτότητα. Τη νέα αυτή ερμηνεία θα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών (3/12, 7μμ) ο ακαδημαϊκός Χρύσανθος Χρήστου, στην ομιλία του με θέμα: «Περικλής και Εφιάλτης. Οι ανδριάντες του Ριάτσε ως τυραννοκτόνοι».

Με ύψος λίγο μεγαλύτερο των δύο μέτρων, οι δύο χάλκινοι ανδριάντες, οι οποίοι βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Καλαβρίας, χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και οι μελετητές τούς συνδέουν με το εργαστήρι του Φειδία. Σ’ αυτό συγκλίνουν οι περισσότεροι, οι οποίοι όμως διαφωνούν με τις μορφές που εικονίζονται, αφού επιχείρησαν να τις ταυτίσουν με βάση τις πληροφορίες των Παυσανία και Πλίνιου. Κάποιοι θεώρησαν πως εικονίζονται ο Μιλτιάδης και ο Κόδρος, ενώ άλλοι πως είναι ήρωες των Αχαιών στην Ολυμπία ή επίγονοι του Θηβαϊκού κύκλου.

Η νέα ερμηνεία του Χρ. Χρήστου, βασίζεται στα ίδια τα αγάλματα και στην ανεύρεσή τους. Εξηγεί τη διαφορετική τους ηλικία, γιατί ο ένας φοράει κράνος, γιατί δημιουργήθηκαν στα μέσα του 5ου αιώνα, γιατί είναι μόνο δύο και γιατί βρέθηκαν μαζί. Οι αναφορές του Πλούταρχου στο σχήμα της κεφαλής του Περικλή (είχε πολύ μακρύ κρανίο, γι’ αυτό εικονιζόταν πάντα με περικεφαλαία), κάνουν το Χρ. Χρήστου να δεχτεί ότι η μορφή με την περικεφαλαία είναι ο Περικλής ο Ξανθίππου και ότι η άλλη ανήκει στον φίλο του, τον φτωχό και αδιάφθορο Εφιάλτη του Σοφωνίδη, που πέτυχε τον περιορισμό των εξουσιών του Αρείου Πάγου. Κίνηση που οδήγησε το 461 π.Χ. στη δολοφονία του. Σύμφωνα με τον Χρ. Χρήστου, το έργο ίσως ήταν παραγγελία του Περικλή στο στενό του φίλο Φειδία, για να τιμήσει το δολοφονημένο αρχηγό των Δημοκρατικών και να εξάρει το δικό του ρόλο.

Εφημερίδα Ριζοσπάστης Σάββατο 30 Νοέμβρη 2002.

Πηγές

 

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Α. Παπαγιαννοπούλου, «Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη», σ.167-172.
  • Μεγάλα Μουσεία « Αθήνα – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», τόμος 19, σελ. 112. Εκδοτική σειρά από το Έθνος της Κυριακής, 2007.
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.

 

 

Read Full Post »

Πολύκλειτος

 

Ο διάσημος γλύπτης της αρχαιότητας Πολύκλειτος κατέχει στην Αργεία τέχνη την ίδια θέση που κατείχε ο Φειδίας στην Αττική. Ήταν κατ’ άλλους μεν Σικυώνιος, ο οποίος ζούσε και εργαζόταν κυρίως στο Άργος, κατ’ άλλους δε Αργείος. Ήκμασε γύρω στο 450 – 420 π.χ. και υπήρξε μαθητής του περίφημου Αργείου γλύπτη Αγελάδα.

Βίος

 

Το λαμπερό αυτό αστέρι της σχολής του Άργους, κατέχει στην Αργειακή τέχνη θέση παρόμοια μ΄  αυτή του Φειδία στην Αττική. Άλλοι ισχυρίζονται ότι κατάγεται  από τη Σικυώνα, αλλά ζούσε και εργαζόταν κυρίως στο Άργος· άλλοι, ισχυρίζονται πως κατάγεται από το Άργος. Από αυτό παρορμητικά μερικοί δέχθηκαν, χωρίς να αληθεύει, ότι ο Σικυώνιος και ο Αργείος Πολύκλειτος ήταν δυο εντελώς  διαφορετικά πρόσωπα. Η γνώμη αυτή αποδεικνύεται εντελώς ανυπόστατη. Ο Overbeck (gesch. der gr. plastic  τόμος 1, σελ. 386) πιστεύει ότι γεννήθηκε την 74η  ή 75η Ολυμπιάδα (περίπου το 482 – 478). Επομένως, ήταν σύγχρονος του Φειδία, αλλά νεότερός του  16-18 χρόνια.

 

Μαζί με τον Αθηναίο τεχνίτη μαθήτευσαν κοντά στον Αγελάδα. Ο πατέρας του ονομάζονταν Πάτροκλος ή Πατροκλής. Όταν μάλιστα το Άργος απόκτησε πολύ σημαντική πολιτικά θέση εξαιτίας και της σταθερής συμμαχίας του με την Αθήνα, συγκεντρώθηκε σ΄ αυτό η καλλιτεχνική δραστηριότητα του Αργειακού εργαστηρίου. Επικεφαλής του και πρώτος του τεχνίτης   αναδεικνύεται ο Πολύκλειτος. Προώθησε σε μέγιστο βαθμό  την τέχνη, όπως ο Φειδίας στην Αθήνα , με τις ιδιότητες εκείνες της γλαφυρότητας και της συμμετρίας, οι οποίες απέρρεαν από το Δωρικό χαρακτήρα. Όπως και ο Φειδίας ήταν υπεύθυνος για το γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα, έτσι και ο Πολύκλειτος αντίστοιχα γι΄ αυτόν του  Ηραίου, του οποίου οι μετόπες και η ζωφόρος παρίσταναν τη γέννηση του Δία, τη Γιγαντομαχία και τον Τρωικό πόλεμο.

Έργα

 

Ο Ερμής στη Λυσιμάχια: πρωτοβρέθηκε στη Λυσιμάχια  στη Θρακική χερσόνησο, όπου μεταφέρθηκε την 117,3 ολυμπιάδα τη χρονιά δηλαδή που χτίστηκε η πόλη, ενώ πριν η βάση του βρισκόταν στον Αίνο ή στην Καρία. Όπως μάλιστα μπορεί κανείς να συμπεράνει από τη στάση του δεξιού χεριού, ο  Ερμής που βρίσκεται μπροστά μας είναι ο λόγιος. Η στάση γενικά, η μορφή του κεφαλού και οι αναλογίες συμφωνούν μ΄ αυτές του Δορυφόρου  και του Διαδύμενου. Πολυκλείτειες μορφές δείχνει και το ωραίο χάλκινο άγαλμα του Ερμή το οποίο δημοσίευσε ο Conze. ( Jachr. d;  arch. inst. 1887 taf. 9).

 

Αφροδίτη στις Αμύκλες: αυτό αποτελούσε μέρος του αναθήματος που αφιέρωσαν οι Σπαρτιάτες για τη νίκη τους στους Αιγός ποταμούς (Ολυμπ. 93,4). Ήταν χάλκινο και στηριζόταν πάνω σε τρίποδα.

 

Ζεύς Μειλίχιος: Μαρμάρινο άγαλμα τοποθετημένο στο Άργος. Το άγαλμα αυτό όπως και το επόμενο μερικοί το αποδίδουν  στο νεότερο Πολύκλειτο.

 

Απόλλων, Λητώ, Άρτεμη: Από λευκό μάρμαρο, στο ιερό της ορθίας Αρτέμιδος, πάνω στο όρος Λυκώνη.

 

Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους

 

Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους

Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους

Εκείνο όμως το έργο του Πολύκλειτου που ξεπερνά όλα τα άλλα εμπνευσμένα του έργα, είναι η Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους Όπως μάλιστα ο Φειδίας εμπνεύστηκε από τον Όμηρο την κατασκευή του αγάλματος του Ολυμπίου Διός, έτσι και ο Αργείος τεχνίτης, του ίδιου  του  Φειδία ζήλεψε τη δόξα και βάλθηκε να δημιουργήσει ένα έργο αντίστοιχο και αντάξιο σύντροφο του Παντοκράτορα Δία.

Το κολοσσιαίο τούτο χρυσελεφάντινο  άγαλμα του δαιμόνιου τεχνίτη, καθόταν πάνω σε θρόνο στο Ηραίο. Το κατασκεύασε μετά την 89,2 ολυμπιάδα (423 π.χ.), δηλαδή μετά την καταστροφή του αρχαίου ναού. Αυτό ήταν το πιο τέλειο και εκλεπτυσμένο έργο που το εκτέλεσε με δημόσια παραγγελία. Ήταν η πιο άρτια παράσταση της θεάς και το πρότυπο του αρχετύπου της Ήρας. Είναι κολοσσιαίου μεγέθους, αλλά μικρότερο από το Δία και την Αθηνά του Φειδία, γιατί έπρεπε να είναι ανάλογο με το μέγεθος του ναού. Η θεά  παριστάνεται να κάθεται πάνω σε χρυσό θρόνο, ντυμένη με πλούσιο φόρεμα, που άφηνε γυμνούς μόνο το λαιμό και τους ωραίους λευκούς ώμους. Σύμφωνα μάλιστα με το επόμενο επίγραμμα του Παρμενίωνα που γράφτηκε για το άγαλμα της Ήρας, ο τεχνίτης έδειξε από το σώμα της θεάς μόνο ό, τι επιτρέπεται να δουν θεοί και άνθρωποι, ενώ συγκάλυψε ό,  τι μόνο το μάτι του Δία έπρεπε να βλέπει. (Ελλ. Ανθολ. 2,185.5)

Ωργείος…φυλασσόμεθα.

Το κεφάλι με τα πλούσια μαλλιά, το  έζωνε χρυσό στεφάνι, πάνω στο οποίο ήταν σμιλεμένες οι ακόλουθες της θεάς, οι Ώρες και οι Χάριτες. Στ΄ αριστερό της χέρι κρατούσε σκήπτρο, πάνω στο οποίο καθόταν ένας κούκος σύμβολο του ιερού της γάμου με τον Δία και της καλότυχης γονιμότητάς της. Στο δεξί της χέρι κρατούσε  ρόδι είτε για να συμβολίζει το θρίαμβό της ενάντια στην αντίζηλό της Δήμητρα η οποία μισούσε τον καρπό αυτό που συμβόλιζε το γάμο του Πλούτωνα με την αγαπημένη της θυγατέρα Περσεφόνη, είτε σα γενικό έμβλημα του γάμου. Υπήρχε όμοια ένα κλήμα αμπελιού και δέρμα λιονταριού, πάνω στο οποίο έβαζε τα πόδια της, για να φανερώσει το μίσος της κατά των δύο άλλων παλλακίδων του Δία,  δηλαδή της Σεμέλης και της Αλκμήνης και κατά των γιών τους,  Διόνυσου και Ηρακλή, γιατί το κλήμα και το δέρμα του λιονταριού ήταν σύμβολα αυτών των θεών. Τέλος, γνωρίζουμε ότι η Ήβη, το παιδί που έκανε με το Δία η  ίδια η θεά, χρυσελεφάντινο κι αυτό, το φιλοτέχνησε ο Ναυκύδης μαθητής του Πολύκλειτου και ήταν τοποθετημένο δίπλα στο θρόνο της μητέρας του, πάνω στην ίδια βάση. Χρυσελεφάντινη την έκανε την Ήρα ο χαλκοπλάστης Πολύκλειτος, παρακινημένος βέβαια από τα έργα του ένδοξου συμμαθητή του, του  Φειδία. Ο Μάξιμος μάλιστα ο Τύριος την περιγράφει ως εξής: Ήραν έδειξεν Αργείοις…βασιλικήν (δηλαδή, καθισμένη πάνω σε χρυσό θρόνο). Και ο Μαρτιάλιος ακολούθως: «βοώπιν…μεγαλοπρέπειαν.

Αυτή, λοιπόν, τη μορφή της Ήρας δεν μπορούμε να την παραλληλίσουμε και να τη θεωρήσουμε εφάμιλλη του Ολύμπιου Δία του Φειδία, ο οποίος παράστησε έτσι το θεό όπως τον έπλασε η φαντασία όλων των Ελλήνων και ήταν ριζωμένος βαθιά στη συνείδηση ολόκληρου του Έθνους. Αυτό το πρότυπο ακολουθώντας ο Πολύκλειτος, όφειλε να παραστήσει την Ήρα σαν την ανώτατη βασίλισσα του ουρανού και έξοχη σύζυγο του παντοκράτορα Δία. Αλλά, αντί να παρακινηθεί από την ιδέα που είχε ολόκληρο το έθνος για την ιδεατή μορφή της Ήρας, βασίστηκε μόνο στη θρησκεία και τη λατρεία της Ήρας από τους Αργείους, οι οποίοι βέβαια την τιμούσαν  σα βασίλισσα του ουρανού και ευγενή σύζυγο του κοσμοκράτορα Δία, αλλά τη θεωρούσαν ιδιαίτερα σαν προστάτισσα και οδηγήτρια του ιερού δεσμού του γάμου. Γι΄ αυτό και την έκανε ένθρονη, με συστολή να στέκεται, ντυμένη αναμφίβολα με φόρεμα που φτάνει ως τα πόδια, και με πανωφόρι που είχε πτυχές βαθιές,  πάνω στο οποίο έδειχναν ακόμα λευκότερα τα χέρια της, πλασμένα από ελεφαντόδοντο. Επομένως, συγχώνευσε τη μερική αυτή ιδέα με την καθολική και αναγκαστικά παράστησε τη θεά αυστηρή φύλακα του ιερού νόμου σε αντίθεση με την ελαφρότητα και την αστάθεια και την επιρρέπεια του συζύγου της να παραβιάζει το συζυγικό του καθήκον. Μαρμάρινο κεφάλι στη Νεάπολη παριστάνει τη θεά  καχύποπτη, ν΄ αρπάζεται εύκολα και να μαλώνει με  το Δία. Μόνο η συνεχής και επανειλημμένη εξέταση της προτομής της θεάς μπορεί να μας κάνει ικανούς να κατανοήσουμε αυτή την αξιοθαύμαστη εργασία, η οποία είναι η τελειότερη αναπαράσταση της ιδέας της θεάς και είναι απαράμιλλης αισθητικής αξίας. Και είναι αναγκαία η συνεχής και επανειλημμένη εξέταση ιδιαίτερα για τούτο: γιατί η θεά είναι κλεισμένη εντελώς στον εαυτό της και δεν μας προκαταλαμβάνει όπως ο Δίας μ΄ εκείνο το γλυκύ και πράο μειδίαμα, το οποίο παίζοντας πάνω στα χείλη της προτομής μας επιτρέπει να αισθανθούμε τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων σε όλη του την κυριαρχία πάνω στον κόσμο. Αλλά εδώ κυριαρχεί η αυστηρότητα και το μεγαλείο. Η προτομή της Ήρας παρουσιάζεται φοβερή. Κι όμως. Είναι αλήθεια ότι μόνο αυτή η ομορφιά υποφέρει τη μεγαλοπρέπεια του βασιλιά των θεών. Ας δοκιμάσουμε, λοιπόν, εστιάζοντας στα μέρη της μορφής της  να αισθανθούμε αυτή την ομορφιά. Το πολύ πλατύ και ψηλό, ιδιαίτερα μάλιστα στη μέση και προς τα κάτω, ισχυρά καμαρωτό μέτωπο, προδίδει την  πολύ ισχυρή θέληση και τον αυστηρό χαρακτήρα της θεάς. Το μέτωπο το λαμπερό και νεανικό που με την ισχυρή του απόληξη ρίχνει για τα καλά  τη σκιά του στα περήφανα βαθουλωτά μάτια, αναδεικνύει το κάτω μέρος του προσώπου μέσα σε μια ουράνια καθαρότητα. Με ράχη πλατιά η ολόισια μύτη ανεβαίνει  κλιμακωτά. Το λίγο ανοιχτό στόμα προδίδει την αυστηρότητα και την τραχύτητα της θεάς. Το πηγούνι της που είναι γενικά δυνατό και προεξέχει πολύ, αλλά είναι κανονικά  στρογγυλό, φανερώνει την ανεξάντλητη ενεργητικότητά της, ενώ ο λαιμός της μας αναγκάζει να αισθανθούμε την ακατάβλητη δύναμη της θέλησης της θεάς. Το κάλλος της, λοιπόν, μοιάζει όχι με το ανοιξιάτικο μπουμπούκι, αλλά με το ρόδο που΄ ναι στην ώρα του το καλοκαίρι·όχι με την τρυφεράδα της κόρης, αλλά με την πληρότητα και της ωριμότητα της μεστωμένης γυναίκας. Αυτής όμως  που  ποτέ δεν μαραινόταν, αλλά ξανάπαιρνε πάντα πίσω τη λαμπρή της νιότη, καθώς λουζόταν  στην Κάναχο πηγή.

Αλλά παρόλο της το μεγαλείο η Ήρα  είναι η θεϊκή σύζυγος στην τελειότερή της εκδοχή. Πάνω στα λουλουδιασμένα μάγουλα περνούν οι χιλιετηρίδες χωρίς ν΄ αφήνουν τα ενοχλητικά τους ίχνη, ενώ η απαλή στρογγυλάδα της μπροστινής επιφάνειας του λαιμού, μας αφήνει το περιθώριο να μαντέψουμε τα πλούσια στήθια  της, το μαλακό μαξιλάρι που πάνω του αφήνει τις έγνοιες του ο Δίας. Με την απαλότητα της σάρκας και την περιποίηση των μαλλιών, μαλακώνει κάπως ο καλλιτέχνης την αυστηρότητα της μορφής. Πάνω απ΄ όλα η αντίθεση αυτών  των μαλλιών που πλούσια κυματίζουν ήρεμα, ενώ το φως που πέφτει χάνεται στη σκιά των αυλακιών τους κάνοντάς τα να μοιάζουν  χαλαρά, με το χάλκινο λείο μέτωπο της θεάς και τον ευθυτενή λαιμό είναι απαράμιλλη. Τα  απαλά μαλλιά είναι πολύ απέριττα τραβηγμένα προς τα πάνω, αλλ΄ όμως χτενισμένα με μεγάλη επιμέλεια και το μαργαριταρένιο στεφάνι δείχνει, ότι η Ήρα είναι αντάξια σύζυγος του βασιλιά των θεών.  Απ΄ αυτή λοιπόν την ιδεατή  παράσταση της βασίλισσας του ουρανού και της θεάς του γάμου, κατανοούμε τον απέραντο σεβασμό, που έτρεφε στο πρόσωπό της ο πιστός Αργείος, και την πεποίθηση  ότι ο γάμος είναι ιερός και η ζωή μέγα αγαθό και πρώτο. Αυτή την πεποίθηση ενέπνεε η θεά στους πιστούς της δούλους.

 

Στη σφαίρα του υπεράνθρωπου ανήκουν και τα επόμενα έργα

 

Hρακλής Ηγήτωρ παίρνοντας τα όπλα:  Σύμφωνα με τον Lowey (inschrif. griech. bild  σελ 321) βρέθηκε στη Ρώμη η εξής επιγραφή:  opus polycliti.  Η επιγραφή ααυτή ίσως αναφέρεται σ΄ αυτό το άγαλμα, διότι, όπως αναφέρει ο Πλίνιος  (34, 56) στη Ρώμη ένα έργο αναφερόταν στον Πολύκλειτο (  fecit Herculem qui Romae, hagetera arma sumentem).

 

Ηρακλής Υδροκτόνος, νικώντας την Ύδρα.

 

Δορυφόρος

 

 

Ο «Δορυφόρος», αντίγραφο του πρωτότυπου έργου. Φωτογραφία: Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών

Ο «Δορυφόρος», αντίγραφο του πρωτότυπου έργου. Φωτογραφία: Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών

Ο «Δορυφόρος», (αυτός που φέρει το δόρυ), είναι ένα μαρμάρινο Ρωμαϊκό αντίγραφο του χαμένου χάλκινου πρωτοτύπου Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της ώριμης κλασσικής  γλυπτικής (480-323 π. Χ) Βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο της Νάπολης. Φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Πολύκλειτο από το Άργος. Ο «Δορυφόρος» χρονολογείται γύρω στο 440 π.Χ. Απεικονίζει έναν καλογυμνασμένο αθλητή ο οποίος φέρει βαρύ δόρυ. Το γλυπτό αυτό φέρει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της ώριμης κλασσικής περιόδου και θεωρείται σταθμός στην γλυπτική. Ο Δορυφόρος θεωρείται εφαρμογή της αισθητικής θεωρίας του Πολύκλειτου του «κανόνα» . Ίσως ενσάρκωνε τον Αχιλλέα. Ταυτίζει την ιδέα της ανδρείας και της ομορφιάς με την ιδέα του ωραίου ήρωα. Ο Πολύκλειτος από το Άργος είχε εξειδικευτεί στην κατασκευή ανδριάντων αθλητών και απεικόνιζε στα αγάλματά του την χαλάρωση μετά τον αγώνα. Το σώμα του Δορυφόρου είναι δοσμένο με μαθηματική ακρίβεια στις αναλογίες και με στοιχεία αφαίρεσης. Επιδεικνύει το τέλος της εφηβείας. Η έμπειρη κατεργασία των μυών και το τριχωτό του ηβαίου επιτυγχάνουν την αποτύπωση της ωριμότητας του ανθρώπου (όπως και στην ώριμη κλασσική γλυπτική) της τέλειας ωριμότητας του ανθρώπου. Το ανθρώπινο ανδρικό σώμα παρουσιάζεται με ιδανικές αναλογίες χάρη σε ένα σύστημα που επινόησε ο Πολύκλειτος γνωστό ως «κανών» Ο Πολύκλειτος έγραψε και σχετική γραμματεία και κατασκεύασε το άγαλμα σύμφωνα με τον κανόνα. Φυσιοκρατία, τρισδιάστατη κάλυψη. Ιδανικό κάλλος, νηφάλιο πρόσωπο ,γυμνασμένο σώμα.

Ο νέος άνδρας παριστάνεται με το δόρυ στηριγμένο στον αριστερό του ώμο, φαίνεται σαν να στέκεται ενώ βαδίζει. Ο θεατής κοιτάζοντας το έχει την αίσθηση πως ο νέος την επόμενη στιγμή θα ξεκινήσει να κινείται πάλι. Το κορμί του είναι ρωμαλέο και αθλητικό Ζυγιάζεται πάνω στο δεξί του πόδι , ενώ το αριστερό του πόδι (χαλαρό) πατά πίσω στα ακροδάχτυλα. Το κεφάλι του είναι στραμμένο δεξιά. Χαρακτηριστικό για τα έργα του Πολύκλειτου είναι το χαμηλό ανάγλυφο των μαλλιών ,οι φαρδιοί ώμοι και το τονισμένο και ευδιάκριτο σχέδιο των μυών.

 

Μέτρο – συμμετρία

 

Το άγαλμα αυτό φανερώνει μια τέλεια δομή, με τέλειες αναλογίες (συμμετρία) οι οποίες δεν ήταν πραγματικές αλλά καθαρά θεωρητικές, υπολογισμένες με μαθηματικό τρόπο και με μεγάλη ακρίβεια με βάση ένα κοινό μέτρο αντιπροσώπευε το σύνολο των καλύτερων αναλογιών μιας σειράς αθλητών δηλ. ολυμπιονικών (ειδίκευση του Πολύκλειτου). Έχει ωραίο αθλητικό σώμα που αντανακλάται στο νηφάλιο και σεμνό του πρόσωπο με αυτό τον τρόπο εκφράζεται καλύτερα το ανθρωπιστικό ιδεώδες της καλοκαγαθίας του σωματικού και ψυχικού κάλους των πολιτών.

 

 

Διαδούμενος

 

Διαδούμενος. Φώτο: Υπουργείο Πολιτισμού.

Διαδούμενος. Φώτο: Υπουργείο Πολιτισμού.

Πρόκειται για αντίγραφο του 100 π.X. του φημισμένου χάλκινου αγάλματος του Διαδούμενου, που κατασκεύασε γύρω στο 450-425 π.X. ο Aργείος γλύπτης Πολύκλειτος. Tο άγαλμα ήταν περίφημο ήδη από την αρχαιότητα και αναφέρεται από το Pωμαίο ιστορικό Πλίνιο (nat. 34.55). Παριστάνεται νεαρός αθλητής να δένει στο κεφάλι του την ταινία της νίκης. Δίπλα στη μορφή υπάρχει κορμός δέντρου, που αποτελεί προσθήκη του αντιγραφέα. Σε αυτόν είναι ριγμένο το ένδυμα του νέου, και επάνω του στηρίζεται μια φαρέτρα, γεγονός που έχει οδηγήσει ορισμένους μελετητές στην ταύτιση της μορφής με τον θεό Aπόλλωνα. Tο άγαλμα ενσαρκώνει το αθλητικό ιδεώδες, αλλά και τις ιδανικές αναλογίες του γυμνού ανδρικού σώματος, όπως αυτές εκφράστηκαν στον “κανόνα” του Πολύκλειτου, ενός από τους κατ’ εξοχήν γλύπτες χάλκινων αγαλμάτων αθλητών της κλασικής αρχαιότητας. Πρόσφατες έρευνες αποκάλυψαν ότι το γλυπτό έφερε επιχρύσωση.

 

 

 

 

Η Πληγωμένη Αμαζόνα

 

Αμαζόνα

Αμαζόνα

Το αυθεντικό αυτού του αγάλματος επήρε το πρώτο βραβείο κατά την διάρκεια ενός διαγωνισμού στην Έφεσο, στην οποία έλαβαν μέρος ο Πολύκλειτος, Φειδίας, Κρεσίλας, Κύδων και Φράδμων. Ο Πλίνιος μας αναφέρει τα γεγονότα: Οι κάτοικοι της Εφέσου είχαν ζητήσει  ένα άγαλμα της Αμαζόνας για τον ναό της Αρτέμιδος. Οι πιο φημισμένοι γλύπτες της Ελλάδος της εποχής ήλθαν στην Έφεσο να λάβουν μέρος με τα έργα τους. Οι αρμόδιοι τους ζήτησαν να εκτιμήσουν οι ίδιοι τα έργα τους. Όλοι φυσικά αξιολόγησαν το έργο τους ως το καλύτερο αλλά στην θέση του δεύτερου ο Πολύκλειτος έλαβε τους περισσότερους ψήφους και αναδείχθηκε ο νικητής του διαγωνισμού.

Ο Φειδίας ήλθε δεύτερος, Κρεσίλας τρίτος, Κύδων τέταρτος και ο Φράδμων πέμπτος.  Ο Πολύκλειτος χρησιμοποιεί ξανά το κόντρα πόστο. Το άγαλμα δίνει την αίσθηση της ηρεμίας και ανάπαυσις. Το προεξέχων αριστερό πόδι, το οποίο δέχεται το βάρος του σώματος, δίνει κίνηση στο αρμονικά συμπλεγμένο σώμα.

 

Ο Αποξυόμενος: Το άγαλμα αυτό παριστάνει νεαρό με ζωστήρα να καθαρίζεται από τη σκόνη της παλαίστρας.

 

Αποπτερνίζων:  Παριστάνει παγκρατιαστή πιθανώς να χρησιμοποιεί τη φτέρνα του για να πλήξει τον αντίπαλο.

 

Κανηφόροι: Τα αγάλματα αυτά ,πιθανώς, ήταν προορισμένα σαν αφιερώματα στην Ήρα. Είναι μάλιστα γνωστό ότι και στη λατρεία της θεάς του Άργους υπηρετούσαν γυναίκες  (πρβλ. arch. zeitung  σελ. 253 του έτους 1866).

 

Αστραγαλίζοντες: Δυο παιδιά, ίσως ο Έρωτας κι ο Γανυμήδης παριστάνονται σε σύμπλεγμα να παίζουν με τους αστραγάλους. Σύμφωνα με τον Πλίνιο βρίσκονταν στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Τίτου και θεωρούνταν το πιο άρτιο έργο της αρχαιότητας. (Sillig. cat. artif.  SEL. 364).  Μερικοί θεωρούν την εικόνα η οποία έχει σωθεί στο  Description ancient marbles  τόμο 2, ότι παριστάνει το ένα μόνο παιδί  να παίζει.

 

Αρτέμονας: Μηχανικός τον καιρό του Περικλή και ονομάσθηκε Περιφόρητος, αφού, επειδή ήταν κουτσός, τον πήγαιναν με φορείο στα έργα που ήταν κατεπείγοντα. Υπάρχουνε όμως και μερικοί, οι οποίοι πιστεύουν, ότι ο Αρτέμων Περιφόρητος αποτελεί παράσταση ανθρώπου θηλυπρεπή και έκλυτου, με σκουλαρίκια και παρασόλι, δηλαδή με εξολοκλήρου γυναικείες ιδιότητες σε αντίθεση με τον Ηρακλή τον Ηγήτορα, το πρότυπο αυτό του  άριστου άνδρα, του ικανού στον πόλεμο ανθρώπου. (Πλτ. Περ. 8,27. «  Έφορος δε και μηχαναίς… Περιφόρητον).

 

Το άγαλμα του αθλητή Θερσίλοχου από την Κέρκυρα ο οποίος νίκησε στην Ολυμπία και πήρε στεφάνι σε ένα παιδικό αγώνισμα.

 

Του Αριστίωνα, γιου του Θεόφιλου από την Επίδαυρο , ο οποίος νίκησε στην πυγμαχία και πήρε στεφάνι. Στην Ολυμπία βρέθηκε βάση από λευκό μάρμαρο, πάνω στην οποία είναι χαραγμένη η ακόλουθη επιγραφή, η οποία συμφωνεί με όσα λέει ο Παυσανίας (6,13,6)  Αριστίων Θεοφίλεος../ Πολύκλειτος εποίησε. Μερικοί αποδίδουν αυτό το έργο στο νεότερο Πολύκλειτο. (inschrif. gr. bild.  από τον  Lowey σελ. 73),

 

Το άγαλμα του Κυνίσκου πυγμάχου από τη Μαντίνεια. Βρέθηκε μάλιστα στην Ολυμπία και επιγραφή που συμφωνεί με όσα λέει ο Παυσανίας. (Παυσ. 6,4,11 inschrif. Lowey  σελ. 43).

 

Το άγαλμα του Πυθοκλή από την Ηλεία , ο οποίος νίκησε στο πένταθλο. Η βάση αυτού του αγάλματος βρέθηκε στην Ολυμπία, από μαύρο ασβεστόλιθο με εγχάρακτη επιγραφή. (Παυσ. 6,7,10 inscrip. gr. ant.  σελ. 19. 44). Και αυτό και το επόμενο αποδίδονται στο νεότερο Πολύκλειτο.

 

Το άγαλμα του Ξενοκλή του Μαιναλίου που νικά παιδιά παλαιστές (Παυσ. 6,9,2) Στην Ολυμπία βρέθηκε επιγραφή πάνω σε μαρμάρινη βάση (inschrif. Lowey σελ. 70).

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 
  • Υπουργείο Πολιτισμού.
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.
  • ΕΑΠ: Ελληνικός Πολιτισμός.

Read Full Post »