Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Φιλέλληνες’

«Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών». Ιωάννης Νεραντζής – Δρ. ιστορίας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Ο αββάς Fourmont, ασύδοτος χάρη στο σουλτανικό φιρμάνι και τη διπλωματική κάλυψη, θα επιδοθεί στη συστηματική καταστροφή των αρχαίων μνημείων του ελλαδικού χώρου, προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή που του ανέθεσε ο βασιλικός του αυθέντης και να συγκεντρώσει αρχαιότητες. Στην Αθήνα έφθασε λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1729. Εκεί στην Αθήνα αρχίζει η καταστροφή των ενεπίγραφων μνημείων. Ύστερα από πεντάμηνη παραμονή στην Αθήνα ο Fourmont θα συνεχίσει την περιοδεία του στον Μωριά, μ’ όλο που η πανώλη απλωνόταν παντού και προκαλούσε μεγάλο θανατικό, έπειτα, το ταξίδι ήταν επικίνδυνο και εξ αιτίας των ληστοσυμμοριών, γι’ αυτό τη συνοδεία του Γάλλου αββά αποτελούσαν, εκτός από τον ανιψιό του, ένας δραγουμάνος, ένας γενίτσαρος, τρεις υπηρέτες και πέντε άλογα. Προχώρησε ως την καρδιά της Πελοποννήσου (Μαντινεία, Καρύταινα). Στην Αρκαδία όμως έβραζε η πανώλης κι’ αναγκάστηκε να γυρίσει στην Αργολίδα.

Ενεργεί ανασκαφές στο Άργος και την Ερμιόνη. Εν τέλει ο Fourmont θα διασχίσει ολόκληρο τον Μωριά, από τον Αργολικό ως το Ιόνιο και από τον Κορινθιακό ως τη Μάνη· [Αρχαία και παλαιά] βιβλία δεν βρήκε πουθενά για να αγοράσει. Όμως η τελευταία φάση των αρχαιοθηρικών περιηγήσεων του Fourmont υπήρξε καταστροφική. Γκρέμισε και αφάνισε τα αρχαιολογικά μνημεία που είχαν απομείνει στην Πελοπόννησο. Ενεργούσε ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους και θρυμμάτιζε τα μάρμαρα που έρχονταν στο φως. Στη Σπάρτη η καταστροφή ήταν προμελετημένη και πήρε μεγάλη έκταση. Από την εποχή των Γότθων είχε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα τέτοια βαρβαρότητα. Ο Fourmont όμως είναι περήφανος για τους βανδαλισμούς του. Με υπεροψία περιγράφει το καταστροφικό έργο του στο γράμμα της 10 Απριλίου 1730 προς τον φίλο του Freret:

«Τα ισοπέδωσα, τα ξεθεμελίωσα όλα. Από τη μεγάλη αυτή πολιτεία, [δηλ. τη Σπάρτη], δεν απόμεινε πια λίθος επί λίθου. (…). Έψαξα να βρω τις αρχαίες πολιτείες αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Ανάμεσα σ’ αυτές την Ερμιόνη, την Τίρυνθα, την Τροιζήνα, τη μισή Ακρόπολη του Άργους, τη Φλιούντα, τη Φενεό και αφού ταξίδεψα στη Μάνη, όσο βέβαια επέτρεπε η φρόνηση, είμαι απασχολημένος εδώ και έξι βδομάδες με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης. (…). Η Σπάρτη είναι η πέμπτη πολιτεία του Μωριά που ξεθεμελιώθηκε. Η Ερμιόνη και η Τροιζήνα είχαν την ίδια τύχη. Δεν μου γλύτωσαν ούτε το Άργος ούτε η Φλιούντα. (…). Τώρα είμαι απασχολημένος με την καταστροφή του ναού του Απόλλωνα στις Αμύκλες. (…). Θα καταστρέψω κι’ άλλους ναούς αν μ’ αφήσουν. (…)».

 

Η πεδιάδα του Άργους με καταγεγραμμένες τις πόλεις και τα χωριά. Ο Fourmont έψαχνε αρχαιότητες και ελληνικά χειρόγραφα για να τα μεταφέρει στη βιβλιοθήκη των ανακτόρων. Στο κέντρο τοποθετεί την πυραμίδα του Ελληνικού.

 

Την ίδια ημέρα (10 Απριλίου 1730) γράφει στον Sevin ότι εξασφάλισε τη συμπαράσταση των Τούρκων και των Εβραίων στο καταστροφικό του, όσο και φιλόδοξο, έργο του να εξαφανίσει όλα τα μνημεία, αλλά ευτυχώς ανεκλήθη στη Γαλλία και τελικώς μπαρκάρει στις 23 Απριλίου 1730 στ’ Ανάπλι και επιστρέφει στη Γαλλία μέσω Κρήτης. Η περιήγησή του στην Ελλάδα κράτησε δεκαέξι μήνες…

Chateaubriand – Έργο του Γάλλου ζωγράφου Anne-Louis Girodet de Roussy-Trioson (1767- 1824) 1808.

[…] Στο Άργος φιλοξενήθηκε και ο Γάλλος αριστοκράτης Francois-Rene de Chateaubriand, στο σπίτι του εκ Ζακύνθου και μονίμως εγκατεστημένου στο Άργος γιατρού και λόγιου Διονυσίου Αβραμιώτη. Όταν ξεκίνησε για το ταξίδι του στην Ελλάδα, το 1806, και με τελικό προορισμό την Παλαιστίνη, ο Γάλλος φιλοβασιλικός ευγενής ήταν 38 χρόνων, συνομήλικος με τον Ναπολέοντα. Φευγαλέα η παρουσία του στην Ελλάδα. Η περιήγηση του Chateaubriand στην Ελλάδα άρχισε από τη Μεθώνη στις 10 Αυγούστου 1806. Έμεινε στην Ελλάδα δέκα εννέα μέρες, από τις οποίες τις επτά άρρωστος από θέρμες σ’ ένα αρβανιτοχώρι της Αττικής, μοιρασμένες ανάμεσα στην Αττική και την Πελοπόννησο. Ωστόσο ο Chateaubriand κατόρθωσε με τους ερεθισμούς των 13 ημερών στην Ελλάδα να καλύψει έναν ολόκληρο τόμο από το τρίτομο περίφημο «Οδοιπορικό» του.

Ζούσε μόνιμα στο Άργος ο λόγιος γιατρός Διονύσιος Αβραμιώτης όταν έλαβε συστατική επιστολή του δραγουμάνου του γαλλικού προξενείου της Κορώνης Fornetti να φιλοξενήσει και να ξεναγήσει τον Chateaubriand που φθάνει στο Άργος στις 20 Αυγούστου.

Πραγματικά ο Έλληνας γιατρός του Άργους, κατοπινός κατήγορος του Chateaubriand, υποδέχτηκε τον Γάλλο λογοτέχνη και τον ξενάγησε. Ούτε μία μέρα δεν κράτησε η παραμονή του Chateaubriand στο Άργος· ο Αβραμιώτης τον συνόδεψε μόνο στο φρούριο της Λάρισας.

«[Ο Αβραμιώτης] γύρισε τη συζήτηση γύρω από το Άργος. Μίλησε στον περιηγητή για τη Λάρισα, για τον Ίναχο, για τις Μυκήνες, για την Τίρυνθα, για το Ναύπλιο, αρχαίους και ένδοξους τόπους, αλλά ο Chateaubriand είχε το νου του στο φευγιό. Να ετοιμάσετε τα άλογα». Έπρεπε να φύγει χαράματα. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να δη το θέατρο.

– Το είδα όταν ερχόμουν στο Άργος, απάντησε ο ξένος.

– Παρατηρήσατε τις κερκίδες που έχουν ανοιχτεί στο βράχο;

– Όχι, όχι, δεν πλησίασα. Το είδα από μακριά, από τον δρόμο. Δεν μ’ ενδιαφέρουν άλλωστε τέτοιες λεπτομέρειες».

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Τον έπεισε τελικά να ανεβούν στην ακρόπολη του Άργους, τη Λάρισα. Ενθουσιάστηκε από τη θέα. Του μίλησε ο γιατρός για τις αρχαιότητες, για τα λείψανα των μνημείων, για το χρέος του σοφού ταξιδιώτη να ερευνήσει, να φωτίσει.

«Μου απάντησε ότι δεν είναι πλασμένος για τέτοιες δουλικές μελέτες, ότι του ήταν αρκετή μία ματιά από εκείνο το ύψωμα για να ξυπνήσει στη μνήμη του τις γελαστές εικόνες του μύθου και της ιστορίας».

Ο Chateaubriand έδειχνε συνέπεια και ειλικρίνεια. Απορούσε ο λόγιος Ζακυθινός γιατρός. Τέτοιος περιηγητής δεν είχε ξαναβρεθεί στην Ελλάδα.

« – Αγαπητέ μου κύριε, δεν μοιάζετε διόλου με τους άλλους ταξιδιώτες, που δεν λογαριάζουν κόπους, κινδύνους, έξοδα για να δουν τα αρχαία λείψανα και να με συμπαθάτε που θα σας πω ότι αυτή η οδοιπορία που κάνατε εδώ δεν θα σας χρησιμέψει σε τίποτα. Το πολύ-πολύ να σας χαρίσει τίποτα θέρμες που θα σας βασανίσουν τον χειμώνα». Ο Chateaubriand θα συνεχίσει το γοργό ταξίδι του προς την Αθήνα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η μάχη στο Πέτα – 4 Ιουλίου 1822


  

Τα πριν από τη μάχη – Εκστρατεία στην Ήπειρο – σύσταση εκστρατευτικού σώματος

 

Η κατάσταση στην Ήπειρο για τους Σουλιώτες κατέστη εξαιρετικά κρίσιμη μετά την ε­ξόντωση του Αλή πασά και την παρασπονδία των Τουρκαλβανών. Ο Χουρσίτ, πανίσχυρος, έθεσε προτεραιότητα εκστρατείας ενάντιά τους, μη θέλο­ντας δε «ν’ αφήσει οπίσω φλόγα επαναστάσεως δυναμένην να διαδοθεί», πολιόρκησε με τον υπ’ αυ­τόν Ομέρ Βρυώνη στενότατα το δυσπόρθητο φρού­ριο της Κιάφας, στο οποίο είχαν καταφύγει με πλή­θος γυναικοπαίδων και ανεπαρκέστατο εφοδιασμό. Έφταναν, τότε, επικλήσεις τους στη Διοίκηση του Αγώνα και με τον Μάρκο Μπότσαρη για επείγου­σα αποστολή ενισχύσεών τους.

Η Διοίκηση του Αγώνα μόλις είχε συγκροτηθεί μετά την Α’ στην Επίδαυρο Εθνοσυνέλευση με έ­δρα την Κόρινθο, μετά την παράδοση του Ακρο­κορίνθου, και πρόεδρο του Εκτελεστικού Σώματος τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος αποδέχθηκε το σουλιώτικο αίτημα, γνωρίζοντας ότι «μόνη η πολιτική επιτηδειότης, αν δεν συνοδεύεται με στρατιωτικήν ικανότητα και επιρροήν δεν αρκεί», αλλ’ απαιτείται «κάππα και τσαρούχι» και κρίνο­ντας τους Σουλιώτες δυναμικό στήριγμα στα πολι­τικά του σχέδια. Αποφασίστηκαν τότε: διενέργεια εκστρατείας στην Ήπειρο, σύσταση εκστρατευτικού σώματος, διορισμός του Μαυροκορδάτου αρχηγού στα «πολιτικά τε και πολεμικά πράγματα» της εκ­στρατείας.

Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών το εκστρα­τευτικό σώμα απαρτίστηκε από: Ένα σύναγμα τα­κτικού πεζικού, που περιελάμβανε δύο τάγματα, το καθένα από πέντε λόχους. Διοικητής και υποδι­οικητής ανέλαβαν αντίστοιχα οι Ιταλοί φιλέλληνες Ταρέλα (Tarella) και Γκουμπερνάτι (Gubernati). Διλοχία φιλελλήνων με διοικητή τον Ιταλό Ντάνια (Dania) και διοικητές του πρώτου λόχου, απαρτιζόμενου από Γερμανούς-Πολωνούς, τον Πο­λωνό Μιζιέφσκι (Mirziewsky) και του δεύτερου, από Γάλλους-Ιταλούς, τον Ελβετό Σεβαλιέ (Chevalier). Το σώμα Επτανησίων. Διοικητής ο Κεφαλονίτης Σπύρος Φωκάς. Δύο κανόνια και 10 κανονιοβολιστές υπό τον Βουτιέ (Voutier). Στρα­τιωτικός διοικητής, ο Γερμανός Νόρμαν (Nor­man). Αρχηγός εκστρατείας, ο Μαυροκορδάτος, με φρουρά και επιτελείο προσωπικά.

 

Πορεία του σώματος από Κόρινθο στο Κομπότι – Πρώτες ελληνοτουρκικές αναμετρήσεις

 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826.

Το εκστρατευτικό σώμα από Κόρινθο διά Πατρών έφτασε στο Μεσολόγγι, όπου έφταναν και οκτώ πλοία, πε­λοποννησιακά σώματα και αυτά των Καρατάσου-Γάτσου. Στο Μεσολόγγι διαλύθηκε «αφ’ εαυτής» η Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος για να ε­νεργεί ο Μαυροκορδάτος «κατ’ ευθείαν τα δόξαντα»· στάλθηκε με εντολή του το σώμα των υπό Κυριακούλη Μαυρομιχάλη Μανιατών στο λιμάνι της Σπλιάντζας – Φαναρίου για βοήθεια στους Σουλιώ­τες· και η όλη δύναμη, περί τους 1.500-2.000 άν­δρες, αναχώρησε για το Κομπότι. Ενδιάμεσος σταθ­μός υπήρξε η Λάσπη, «εν μέσω Ακαρνανίας και ε­ντεύθεν Καραβοσαρά», όπου, φτάνοντας και άτα­κτα σώματα, σε σύσκεψη που συγκάλεσε ο Μαυροκορδάτος οπλαρχηγών-προκρίτων αποφασίστηκε η δύναμη των 3.000, συν άλλους 4.000. μετά την εν­σωμάτωση των ατάκτων, να κινηθεί προς Κομπότι, όπου και στρατοπέδευσε στις 9 Ιουνίου 1822.

Τη στρατοπέδευση του σώματος επακολουθήσαν οι πρώτες ελληνοτουρκικές αναμετρήσεις, από τις οποίες σημαντικότερες μαρτυρούνται: στις 23 Ιου­νίου, με νικηφόρο ελληνικό αποτέλεσμα, και η κρισιμότερη, ασφαλές προοίμιο της μάχης στο Πέ­τα, στις 29 Ιουνίου στο χωριό Πλάκα. Αυτή προήλ­θε έπειτα από τριχοτόμηση της εκστρατευτικής δύ­ναμης: το δυναμικότερο τμήμα, 1.500-2.000 άνδρες, υπό τους Βαρνακιώτη, Μπότσαρη, Βλαχόπουλο, προσπαθώντας να προσεγγίσει το Σούλι, σε εκτέ­λεση εντολής για βοήθειά του, απέτυχε και καταδιωκόμενο κατέφυγε στην Πλάκα, όπου έγινε ο­λοήμερη αιματηρή μάχη με αποτέλεσμα την υπο­χώρησή του και την καταφυγή του την 1η Ιουλίου στο Πέτα· το δεύτερο τμήμα, με το τακτικό σύνταγμα, τους φιλέλληνες, τους Επτανήσιους και μερι­κούς ατάκτους, κατέλαβε το Πέτα προς υπεράσπισή του· το τρίτο, ολιγαριθμότερο, υποχωρώντας από το Κομπότι, προ υπέρτερων δυνάμεων, κατέφυγε και αυτό στο Πέτα. Έτσι, την 1η Ιουλίου 1822 όλη η ελ­ληνική εκστρατευτική δύναμη, περί τους 3.000 άν­δρες, βρισκόταν στο Πέτα έναντι 7.000 Τούρκων στρατοπεδευμένων στην Άρτα.

 

Η μάχη στο Πέτα – Διάταξη μάχης

 

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Έπειτα από αυτές τις εξελίξεις η μάχη ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα ήταν προδιαγεγραμμένη και το ελληνικό πήρε διάταξη μάχης. Το Πέτα, θέση ορεινή και οχυ­ρά, περικλείεται από δύο σειρές βουνών. Μία μπροστά από το χωριό «την και επικινδυνοτέραν», τα χθαμαλά της οποίας κατέλαβαν, κέντρο το τακτικό σύνταγμα, παράπλευρα δύο κανόνια και 10 κανονιοβολιστές, δεξιά οι Επτανήσιοι, αριστερά «την και επικινδυνοτέραν» όλων των θέσεων κατέλαβαν οι φιλέλληνες.

Τη δεύτερη σειρά βουνών, πίσω α­πό το χωριό, «την και επιμηκεστέραν» κατέλαβαν τα άτακτα σώματα, κέντρο των Βαρνακιώτη-Βλαχό­πουλου, αριστερά του Μπότσαρη, δεξιά του Γώγου, επιφορτισμένου με τη φρούρηση της στενωπού Μετωπιού και του παρακείμενου λόφου, όπου βρίσκονταν χωρικοί του Πέτα -εφεδρεία οι Ισκος-Γάτσος. Ο Μαυροκορδάτος στη Λαγκάδα του Μακρυνόρους με την υπό Θοδωρή Γρίβα φρουρά του ως φροντιστής της Επιμελητείας του στρατού. Στρατιωτικής διοικητής της μάχης, ο Νόρμαν.

 

Διεξαγωγή της μάχης

 

Ο στρατηγός Normann (Karl Friedrich Leberecht Graf von Normann-Ehrenfels 1784–1822), διοικητής του τακτικού στρατεύματος (Σύνταγμα, Τάγμα Φιλελλήνων, Επτανήσιοι).

Στις 4 Ιουλίου πολύ πρωί, ιππικές-πεζικές δυνάμεις υπό τον Κιουταχή βγή­καν από την Άρτα και πλησιάζοντας το Πέτα χωρίστηκαν σε δύο σώματα. Το ισχυρότερο προσέβαλε μετωπικά τις δυνάμεις του Νόρμαν ανεπιτυχώς. Το δεύτερο, περί τους 2.000 άνδρες, κινήθηκε στα δε­ξιά των ατάκτων σκοπεύοντας να χτυπήσει το ελ­ληνικό στρατόπεδο, υπερφαλαγγίζοντάς το, από τα νώτα.

Ο Γώγος Μπακόλας, που κατείχε τη δεξιά πτέρυγα των ατάκτων, προσέβαλε τους προπορευόμενους 80 Τουρκαλβανούς σημαιοφόρους, οι οποίοι υπέστειλαν τις σημαίες και υποχωρώντας ζητούσαν διέξο­δο φυγής και σωτηρίας. Περνώντας από το Μετωπιό παρατήρησαν αφύλακτο τον παρακείμενο λόφο, τον κατέλαβαν και ανεπέτασσαν τις σημαίες κραυγάζο­ντας και πυροβολώντας. Οι άτακτοι, θεωρώντας αυ­τό ήττα είτε προδοσία, αποχωρούσαν αβλαβείς. Οι Τούρκοι στα χθαμαλά της μάχης παίρνοντας θάρ­ρος άρχισαν σφοδρότατες επιθέσεις ενάντια στις δυνάμεις του Νόρμαν, με επακόλουθο αιματηρή μά­χη, σώμα προς σώμα, όταν τραυματίας βαριά ο Νόρμαν, με νεκρούς τους Ταρέλα-Φωκά, διαπιστώ­νοντας μάταιη κάθε αντίσταση, διέταξε υποχώρη­ση· οι δε άνδρες του «ξιφοκτονούντες και ξιφοκτονούμενοι» τράβηξαν προς τη Λαγκάδα, όπου βρισκόταν ο Μαυροκορδάτος και όπου έφτασαν «γυμνοί, ανυπόδητοι και το χείριστον νήστεις».

Οι φιλέλληνες* με τον Ντάνια αποκόπηκαν, κυκλώθηκαν, σχημάτισαν τετράγωνο, πολέμησαν με απαρά­μιλλο ηρωισμό και αυτοθυσία και «φονεύοντες και φονευόμενοι» εθυσιάστηκαν άπαντες. Την ίδια μέρα, 4 Ιουλίου, υπέκυψε σε υπέρ­τερες δυνάμεις και το σώμα των Μανιατών, στο Φανάρι, παρά την ηρωική του αντίστα­ση, και τα κατάλοιπά του με νεκρό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη επιβιβάστηκαν στα πλοία, και αφού αποβίβασαν το νεκρό αρχηγό τους στο Μεσολόγγι για ενταφιασμό, ξαναγύρισαν στην Πελοπόννησο.

Αίτια της καταστροφής

Η υπεροχή των τουρκικών δυνάμεων κατά το πλήθος, τον πολεμικό εφοδιασμό, τις βάσεις ανε­φοδιασμού και ενισχύσεων και σε περιοχές κυ­ριαρχούμενες από αυτές, έναντι κατά πολύ ασθενέ­στερων ελληνικών δυνάμεων, ανεπαρκέστατα εφο­διασμένων, χωρίς βάσεις ανεφοδιασμού και ενισχύ­σεων και με καταλυτική την τουρκική κυριαρχία στις ηπειρωτικές περιοχές.

– Η ανεπαρκής εκπαίδευση, προετοιμασία και ο εξοπλισμός του εκστρατευτικού σώματος. Κατά συγκλίνουσες μαρτυρίες της εποχής, οι τακτικοί ή­ταν ανεκπαίδευτοι, αγύμναστοι στον τρόπο τακτι­κής και πειθαρχικής αντιμετώπισης του εχθρού και απροετοίμαστοι για ένα τόσο σημαντικό εγχείρημα. Ο οπλισμός τους περιοριζόταν μόνον «εις εν λογχοφόρον τουφέκιον και πυριταποθήκην», ως ένδυ­μα είχαν «μίαν καπόταν και εν ζεύγος τσαρουχιών» και «με ένδυσιν και υπόδησιν εκ των ενόντων και ουχί ομοιομόρφως».

– Η διαφορετικότητα των ανδρών του σώματος κατά την πολεμική εμπειρία. Διαφορετική των φιλελλήνων, απόμαχων πολεμικών και επαναστα­τικών περιπετειών, διάφορος των Επτανησίων, των τακτικών, των ατάκτων. Οι φιλέλληνες πολεμούσαν τον εχθρό «εκ του συστάδην», σώμα προς σώμα, οι άτακτοι με προμαχώνες-ταμπούρια «εν καιρώ μά­χης». Χαρακτηριστική είναι η απάντηση των Ταρέλα-Ντάνια στις συμβουλές οπλαρχηγών να ανεγείρουν προμαχώνες-ταμπούρια: «Εμείς προμαχώ­νες έχουμε τα στήθια μας».

– Η παντελής έλλειψη σχεδίου επιχειρησιακής δράσης και, εκ τούτου, απουσία συντονισμού των ε­πιχειρήσεων, με αποφάσεις να λαμβάνονται κατά τις εκάστοτε διαμορφούμενες συνθήκες και η οποία ε­πιτεινόταν από διαπληκτισμούς Γερμανών-Γάλλων γα τα πρωτεία και τις διαφορές τακτικών – ατάκτων.

– Τέλος, το και σπουδαιότερο αίτιο ήταν ότι η εκ­στρατευτική δύναμη έπασχε επικίνδυνα από ικανό και εμπειροπόλεμο ηγέτη. Ο Μαυροκορδάτος δεν ανταποκρίθηκε, έστω και στοιχειωδώς, ως ηγέτης. Ανέλαβε την αρχηγία της εκστρατείας για τα πολι­τικά του σχέδια και στην κρισιμότητα της μάχης του Πέτα, αφήνοντας τη διεξαγωγή της στον Νόρμαν, ι­κανότατο, αλλά παντελώς αδαή των ελληνικών συνθηκών, κατέφυγε ασφαλής με την προσωπική του φρουρά στη Λαγκάδα, όπου υποδεχόταν σε α­ξιοθρήνητη κατάσταση τα γυμνά ανυπόδητα και νηστικά λείψανα του εκστρατευτικού σώματος, α­πό αρχηγός του με απόλυτη εξουσία, απλός φροντιστής της επιμελητείας του.

 

Αποτελέσματα της καταστροφής

 

Της μάχης στο Πέτα οδυνηρά ήταν τα αποτελέσματα για τον Αγώ­να, μέγιστες οι απώλειες του εκστρατευτικού σώμα­τος.

-Χάθηκαν: το ένα τρίτο του τακτικού συντάγματος με νεκρό τον Ταρέλα και τον Γκουμπερνάτι να πα­σχίζει απελπισμένα να διατηρήσει τα λείψανά του. Το μισό των Επτανησίων. Τα δύο τρίτα των φιλελ­λήνων με νεκρό τον Ντάνια.

– Οι Τούρκοι νικητές επιστρέφοντας στην Άρτα, με πλήθος παντοειδών λαφύρων και τη σημαία των φιλελλήνων, κατέσφαξαν όλους τους ασθενείς, α­ποκεφάλισαν τους αιχμαλώτους.

– Το και σπουδαιότερο, εξέλιπε οριστικά για τον Αγώνα το Σούλι, τελευταία αντιστασιακή εστία στην Ήπειρο, προπύργιο της Ακαρνανίας. Γιατί οι Σου­λιώτες, μετά τη μάχη, περιήλθαν σε δεινότατη θέ­ση· απομονωμένοι, χωρίς ελπίδα βοήθειας, ανα­γκάστηκαν να υπογράψουν έντιμη συνθήκη με τους Τούρκους με μεσολάβηση του Άγγλου πρόξε­νου στην Πρέβεζα, Μέγερ, όπου κατέβηκαν με τα όπλα και γυναικόπαιδα, επιβιβάστηκαν σε αγγλικά πλοία και μεταφέρθηκαν στην Άσσο της αγγλοκρατούμενης Κεφαλονιάς για να σκορπιστούν και στα άλλα Επτάνησα.

– Ελεύθερος πλέον κατέστη ο δρόμος για τους Κιουταχή- Ομέρ Βρυώνη ανενόχλητοι να περάσουν στην Ακαρνανία και να πραγματοποιήσουν την πρώτη του Μεσολογγίου πολιορκία.

 

* Σημείωση βιβλιοθήκης: Οι Φιλέλληνες που έπεσαν στη μάχη του Πέτα ήταν: Οι Γερμανοί: Νόρμαν Βον ΦέΪμαν, Ροστ,Μόριτ, Τάϊχμαν (σημαιοφόρος), Σνάϊδερ, Κάρολος Μπάρς, Θεόδωρος Ντήτερλε, Έμπεν, Κούρτιος Δάρνερ, Φερνινάρος Άϊζεν, Μαυρίκιος Φέλς, Φέλος, Φέλς, Ιωάννης Χάϊσσε (ναυτικός), Αλβέρτος φον ΚάΪζενμαρκ, Γεώργιος Γιόχαν (θαλαμηπόλος του Νόρμαν), Λουδοβίκος Κάϊζεμπεργκ (υπολοχαγός Βαυαρικού πυροβολικού), Κάρολος Λέσκυ, Λαουρίκε, Ερνέστος Λούτσε, Χ.Φ. Μάνεκε, Γουσταύος Νάγκελ (φαρμακοποιός), Θεόδωρος Όμπερστ, Φρειδερίκος Όλμερ, Χριστόφορος Αιλμάγερ, Κάρολος Ράγκε (σημαιοφόρος), Ερνέστος Ρούστ, Φρειδερίκος Σάντερ, Ιάκωβος Σάντμαν (αξιωματικός), Ερρίκος Σμίτ (αξιωματικός), Ι. Σνάϊντερ (υπολοχαγός), Φρειδερίκος Σέεγκερ και Χάινριχ Σέεγκερ (αδέλφια), Φ. Β. Τάιχμαν (λοχαγός σημαιοφόρος), Ιωάννης Βέτσερ, Νικόλαος Βέτσερ, Νικόλαος Βόλφ (φοιτητής Θεολογίας) , ο Γάλλος Μινιάκ, οι Πολωνοί Μιζιέφσκι και Αλεξάντερ Κουσιανόβσκυ, οι Ιταλοί Πέτρος Ταρέλλα, Ανδρέα Δάνια, Μπατελάνι, Σελεστίν, Φόρτζιο, Βιβιανί, Πλενάριο, ο Ολλανδός Ροδόλφος Χούγκφανς, ο Ρώσος Μπερεντζόφσκι, ο Αιγύπτιος Δαβουσί, οι Ελβετοί Λουδοβίκος Σεβαλιέ, Καίνιχ, Βράνδλιν και οι Μικρασιάτες Άγγελος Ζωντανός, Μανώλης και Γαβρίλος Αμανίτης και ο Σμυρνιός Πέτρος Μέγγος.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βυζαντίου Χρήστου, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών, ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός, έκδοση Τσουκαλά, Νο 10, 1956.
  • Οικονόμου Μ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοση Τουκαλά, 1ος, Νο 14, 1957. Σπηλιάδη Ν., Απομνημονεύματα, 1ος, 1851.
  • Τρικούπη Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2ος, 1861.
  • Gordon Thomas, History of the Greek révolution, 1ος, 1832.
  • Jourdain, Mémoires historiques et militaires sur les événements de la Grèce depuis 1822, jusqu’ au combat de Navarin, 1ος, 1828.
  • Voutier, Mémoires sur la guerre actuelle des Grecs, 1823, μετάφραση, Απομνημονεύματα, έκδοση Τσουκαλά, Νο 11, 1957.

 

Σπύρος Δ. Δουκάτος

Ιστορικός

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι μεγάλες μάχες του 1821», τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μάγερ Ιωάννης Ιάκωβος (17981826)


 

Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ. Συλλεκτική σειρά γραμματοσήμων των ΕΛΤΑ, αφιερωμένων σε επιφανείς δημοσιογράφους, 2015.

Ο Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ (Johann Jacob Meyer) ήταν Ελβετός φιλέλληνας, ήρωας της Επανάστασης του 1821 και πρωτοπόρος του ελληνικού Τύπου. Γεννήθηκε στη Ζυρίχη, σπούδασε φαρμακευτική και κατόπιν ιατρική στο Φράιμπουργκ αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Με τη βοήθεια του Φιλελληνικού Κομιτάτου της Βέρνης έφτασε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Τον Μάρτιο του 1822 έλαβε μέρος στη ναυμαχία του Κορινθιακού. Εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, έγινε ορθόδοξος και παντρεύτηκε την Αλτάνα Ιγγλέση.   Συνδέθηκε στενά με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο όταν ήταν εκεί (1824) ως «γενικός διευθυντής» της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας. Για ένα διάστημα υπήρξε μέλος της τριμελούς επιτροπής του Μεσολογγίου.

Το 1824 τυπώνει την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά» στο πιεστήριο που έφερε ο Στάνχοπ από την Αγγλία, με τυπογράφο τον Θεσσαλονικέα Δημήτριο Μεστανέ ή Μεσθενέα.  Η εφημερίδα εκδιδόταν μέχρι το 1826, οπότε και καταστράφηκε από βομβαρδισμό κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Στο ίδιο πιεστήριο είχε τυπωθεί το 1825 ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού.

 

Προσωπογραφία του Ιωάννη Ιακώβου Μάγερ, με φόντο την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά».

 

Διορίστηκε το 1824 μέλος της Τριμελούς Διευθύνουσας Επιτροπής του Μεσολογγίου, αγωνιζόμενος μέχρι τέλους για τη σωτηρία της πόλης και των προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί. Οι ανταποκρίσεις του Μάγερ που δημοσιεύθηκαν στις ευρωπαϊκές εφημερίδες προσέφεραν τα μέγιστα στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Πολέμησε γενναία και έπεσε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου κοντά στη θέση Αρμυράκι. Μαζί του σφαγιάστηκαν η γυναίκα και τα δύο παιδιά τους. Το πτώμα μετέφεραν στην πόλη Μεσολογγίτες αιχμάλωτοι και ο τάφος του βρίσκεται στο Μεσολόγγι στον «Κήπο των Ηρώων».

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

Read Full Post »

Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα: Ξαναδιαβάζοντας τον DanielJohann Elster και τις άλλες πηγές | Νίκος Κανελλόπουλος – Νίκος Τόμπρος, Πρακτικά Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου με θέμα: «Ο διεθνής περίγυρος και ο Φιλελληνισμός κατά την Ελληνική Επανάσταση», Αθήνα, 14-15 Οκτωβρίου 2016.


 

Ο στρατηγός Normann (Karl Friedrich Leberecht Graf von Normann-Ehrenfels 1784–1822), διοικητής του τακτικού στρατεύματος (Σύνταγμα, Τάγμα Φιλελλήνων, Επτανήσιοι).

Την εντονότερη έκφραση του Φιλελληνισμού, που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα των Ελλήνων για την απελευθέρωσή τους από τους Οθωμανούς, απετέλεσε η πολεμική δράση που ανέπτυξαν Ευρωπαίοι εθελοντές – κυρίως αξιωματικοί – στο πλευρό των επαναστατών. Στο πλαίσιο της δράσης αυτής συγκροτήθηκε τάγμα Φιλελλήνων, που ακολούθησε – τον Ιούνιο του 1822- τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στην εκστρατεία του στην Ήπειρο προς ενίσχυση των Σουλιωτών. Στις 4 Ιουλίου 1822 το εν λόγω τάγμα συγκρούστηκε στο χωριό Πέτα με υπέρτερες αριθμητικά εχθρικές δυνάμεις. Στη μάχη που ακολούθησε οι περισσότεροι από τους Φιλέλληνες περικυκλώθηκαν από τους Οθωμανούς με αποτέλεσμα να φονευθούν όλοι πλην ενός.

Η παρούσα ανακοίνωση σκοπό έχει να αναλύσει τη στρατιωτική επιχείρηση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα, μέσα από τα στοιχεία που παραθέτει στο ημερολόγιό του ένας από τους ελάχιστους επιζώντες Φιλέλληνες, ο ιατρός του τάγματος Daniel–Johann Elster. Παράλληλα συγκρίνονται οι πληροφορίες του Elster με ό,τι αναφέρουν για τη συγκεκριμένη μάχη οι ελληνικές πηγές (π.χ. απομνημονεύματα), προκειμένου να ελεγχθεί η αξιοπιστία τους. Με βάση τέλος τις πηγές αποτιμώνται εκ νέου τόσο οι συνθήκες της εκστρατείας στην Ήπειρο και η πολιτική που ακολούθησε η ελληνική ηγεσία, όσο και οι συνθήκες που οδήγησαν τους Φιλέλληνες στην ήττα.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα

Read Full Post »

Ναυμαχία του Ναβαρίνου: Η συνεισφορά Ρωσικού Στόλου και η ίδρυση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού – (Πάνος Στάμου, Γενικός Γραμματέας Κέντρου ΕλληνοΡωσικών Ιστορικών Ερευνών «ΚΕΡΙΕ»).


 

Το Ναβαρίνο, η σημερινή Πύλος στα νότια της Πελοποννήσου, δεν έμεινε στην ιστορική μνήμη  μόνον από τη ναυμαχία της 20ης Οκτωβρίου 1827, που ήταν η δεύτερη. Το Ναβαρίνο είναι γνωστό από την  πρώτη ναυμαχία, που έγινε το 425 π.Χ. όταν οι Αθηναίοι πολέμησαν τους Σπαρτιάτες. Η δεύτερη όμως ναυμαχία (1827) δεν σημειώθηκε απλώς ως η τελευταία μεγάλη ναυμαχία της ιστορίας μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων και ως η μεγαλύτερη ναυμαχία «της μίας πλευράς» (one-side battle), αλλά ήταν ίσως και η μεγαλύτερη ναυμαχία που έγινε στη νεότερη Ελλάδα. Εάν δε, δεν ήταν νικηφόρα για τους Στόλους των συμμαχικών δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, ίσως δεν θα υπήρχε σήμερα Ελλάδα ως κράτος.

Το έτος 1827 είναι η χρονιά που η Ελληνική Επανάσταση που άρχισε το 1821 βρίσκεται σε πολύ δύσκολη καμπή. Πριν ένα χρόνο είχε πέσει το  Μεσολόγγι. Τον Ιούνιο του 1827 έπεσε η Ακρόπολη των Αθηνών. Ολόκληρη η Ηπειρωτική Ελλάδα βρισκόταν στα χέρια του εχθρού. Η Πελοπόννησος βρισκόταν κάτω από τη συνεχή πίεση ενός επί πλέον κατακτητή του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου. Στις Ελληνικές θάλασσες κυριαρχούσαν οι πειρατές. Η αναρχία και οι διχόνοιες συγκλόνιζαν τους αντιπροσώπους του Έθνους στο Ναύπλιο [1].

Στις 4 Απριλίου 1826 έχει υπογραφεί το πρωτόκολλο της Ρωσο-Αγγλικής συμφωνίας της Πετρούπολης για την δημιουργία Ελληνικού Κράτους και είναι η πρώτη φορά που γίνεται επίσημα μνεία για Ελληνικό Κράτος. Η Οθωμανική Πύλη όμως κωφεύει στις ειρηνευτικές αυτές προσπάθειες. Στο μεταξύ, η Γαλλία, που μέχρι τότε έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο στο αγγλορωσικό παιχνίδι, παρ’ όλη τη φιλοτουρκική πολιτική της, κατέβαλλε μεγάλες διπλωματικές προσπάθειες για να κερδίσει ισότιμη θέση στο σχέδιο για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος και να αυξήσει την επιρροή της στην ανατολική Μεσόγειο.

Στη πραγματικότητα όμως η Οθωμανική Πύλη γνωρίζοντας, ότι οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν επιθυμούσαν την επιτυχία της Ελληνικής Επαναστάσεως και την αποκατάσταση της Ελλάδος σε εντελώς ανεξάρτητο κράτος, αντιδρούσαν στις πιο πάνω κινήσεις εκ του ασφαλούς. Ο ισχυρισμός της Ελένης Κούκου ότι «Στόχος του ειρηνευτικού αυτού διακανονισμού ήταν η επαναφορά και αποκατάσταση του status quo ante bellum – του προ του πολέμου status quo (=καθεστώτος) – του οποίου μέρος αποτελούσε και η ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…» [2] μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους.

 Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης είχαν η κάθε μία τους δικούς τους λόγους για την αντίθεση στη επιτυχία της Επανάστασης στην Ελλάδα. Όλες μαζί όμως, είχαν λόγους στρατηγικούς σ’ αυτή τους την αντίθεση: «Την προστασία των μεγάλων δρόμων που οδηγούσαν στην Ασία και, επιπλέον, την παρεμπόδιση της καθόδου των Ρώσων στη Μεσόγειο. Το τελευταίο ενδεχόμενο ανησυχούσε ιδιαιτέρως την Αγγλία και τη Γαλλία που έβλεπαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως τη μόνη ικανή δύναμη περιορισμού της ρωσικής επιρροής και, φυσικά, κάθε ανάλογης απόπειρας εξόδου της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες της Μεσογείου»[3].

Η επίσημη ανάμειξη των ξένων, των Μεγάλων Δυνάμεων της περιόδου, για πρώτη φορά στην Ελληνική υπόθεση ήταν ακριβώς στη περίοδο αμέσως πριν από τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Οι πρέσβεις των τριών Δυνάμεων, ο Ριμποπιέρ της Ρωσίας, ο Γκιγιεμινό της Γαλλίας και ο Κάνιγκ της Αγγλίας – προσπαθώντας  να πείσουν το Σουλτάνο να δεχθεί την κατάπαυση των εχθροπραξιών, απείλησαν ότι θα αποχωρούσαν οι πρέσβεις από την Κωνσταντινούπολη. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι όλες αυτές οι διαπραγματεύσεις γίνονταν «εν αγνοία της Ελλάδας» [4].

Τελικά, η Αγγλία και η Γαλλία πείσθηκαν επιτέλους ότι έπρεπε να σπεύσουν να επιλύσουν με ειρηνικό τρόπο το ελληνικό ζήτημα και να κηρύξουν τον πόλεμο οι Ρώσοι εναντίον της Τουρκίας. Οι τρεις «προστάτιδες» δυνάμεις υπέγραψαν στο Λονδίνο τη συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827, την επονομαζόμενη «Συνθήκη Ειρηνεύσεως της Ελλάδος», με την οποία ιδρυόταν ελληνικό κράτος, φόρου υποτελές στο Σουλτάνο [5]. Το πιο σημαντικό όμως μέρος της συνθήκης ήταν το μυστικό «συμπληρωματικό» άρθρο, το οποίο καθόριζε τα μέσα εξαναγκασμού κυρίως της Τουρκίας, για τη συμμόρφωσή της με τους όρους της συνθήκης. «…Αν σε ένα μήνα οι εμπόλεμες χώρες – Ελλάδα, Τουρκία – δεν συμμορφώνονταν με τους όρους της συνθήκης για ανακωχή, οι προστάτιδες Δυνάμεις θα φρόντιζαν να το επιβάλουν…» [6].

Την Άνοιξη του 1826, ο νέος αυτοκράτορας της Ρωσίας, Νικόλαος I, προάγωντας τον υπό δυσμένεια Senyavin στο βαθμό του ναυάρχου του ανέθεσε να οδηγήσει μια Ναυτική Μοίρα, που αποτελείται από εννέα πλοία γραμμής, επτά φρεγάτες, μιάς κορβέτας και τεσσάρων βριγκατντίνιων [7], προκειμένου να ενωθεί με τον Αγγλικό και το Γαλλικό Στόλο με την αυτοκρατορική πρόθεση να  ενισχυθούν οι Έλληνες να αποτινάξουν το ζυγό της Οθωμανικής κατοχής. Στις 8 Αυγούστου 1827, ο Senyavin έφθασε στο Πόρτσμουθ. Από εκεί όμως επέστρεψε στη Βαλτική Θάλασσα αφήνοντας πίσω του μια Μοίρα από τέσσερα πλοία γραμμής, τέσσερες φρεγάτες και πέντε μικρά μπριγκαντίνια υπό τον υπονάυαρχο κόμη Λόγκιν Χέυδεν (Login Ηeiden).

Από τις 12 Σεπτεμβρίου 1827 στον κόλπο του Ναβαρίνου έχουν αγκυροβολήσει ο Αιγυπτιακός Στόλος και μία Τουρκική και μία Τυνησιακή Μοίρα.

Στις 13 Οκτωβρίου ο Ρωσικός στόλος είχε φθάσει στην περιοχή, ενώ στις 15 του ίδιου μήνα είχαν συγκεντρωθεί και οι τρεις στόλοι έξω από το Ναβαρίνο.

Sir Edward Codrington έργο του Thomas Lawrence.

Στις 16 Οκτωβρίου 1827 ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος υπό τον Ιμπραήμ πασά, αρχηγού των αιγυπτιακών στρατευμάτων της Πελοποννήσου, βρίσκεται ακόμα στον κόλπο του Ναβαρίνου και ο Άγγλος ναύαρχος  Κόδριγκτον λαβαίνει οδηγίες που ανέφεραν: «…Όσο για τα τουρκικά και αιγυπτιακά πλοία, που βρίσκονται τώρα στα λιμάνια του Ναβαρίνου και της Μεθώνης και που θα επιμείνουν εκεί, θα πρέπει να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο επιθέσεως…». Η ώρα της σύγκρουσης δεν είναι μακριά!

Ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος διέθετε συνολικά 89 πολεμικά πλοία, με 2240 πυροβόλα, ενώ ο συμμαχικός δεν αριθμούσε περισσότερα από 27 πλοία (12 αγγλικά, 8 ρωσικά και 7 γαλλικά) με 1324 πυροβόλα, που ήσαν ισχυρότερα του αντιπάλου του.

Η υπεροχή των 3 Δυνάμεων σε ποιότητα, εμπειρία και εκπαίδευση απομειωνόταν από τη δυσκολία συνεννοήσεως μεταξύ των, αλλά και από εγωιστικούς ανταγωνισμούς των επικεφαλής, του Άγγλου  Κόδριγκτον, που ήταν και ο αρχηγός, τον Γάλλο Δεριγνύ και τον Ρώσο Χέυδεν. Ο Κόδριγκτον δεν έκρυβε καθόλου την δυσαρέσκειά του. Στις 7 Αυγούστου έγραφε στον Φ. Άνταμ στην Κέρκυρα: «Είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να εμπιστευθώ στη διαγωγή του Δεριγνύ και ούτε σε κανένα άλλο ομοεθνή του. Και τώρα τι στο διάβολο θα κάνω με όλους αυτούς τους λαρδοφάγους Ρώσους! … αν ήταν στο χέρι μου ποτέ δεν θα ήθελα να τους έχω υπό τις διαταγές μου, γιατί δεν θα μπορούσα να τους τιμωρήσω αν δεν με υπάκουαν… Τώρα όμως τι να κάνω; Δεν είναι στο χέρι μου!...» [8].

 

«Genoa» at the Battle of Navarino, 20 October 1827 – George Philip Reinagle. Ο Άγγλος ζωγράφος George Philip Reinagle, υπήρξε επιβάτης του βρετανικού πλοίου «Mosquito» που συμμετείχε στην ναυμαχία και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Όταν επέστρεψε ζωγράφισε και δημοσίευσε το 1828 το έργο «Illustrations of the Battle of Navarin».

 

Αφού οι Τούρκοι απέρριψαν την τελευταία προειδοποίηση των 3 Δυνάμεων, με τη δικαιολογία ότι απουσίαζε ο Ιμπραήμ πασάς, οι τρεις Στόλοι αποφάσισαν να αγκυροβολήσουν στο Ναβαρίνο εμπρός από τις Τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις πιέζοντας τες με την παρουσία της ναυτικής τους ισχύος να υποχωρήσουν στις ειρηνευτικές προτάσεις.

Το μεσημέρι της 8ης / 20ης Οκτωβρίου 1827 [9] ο επικεφαλής Κόδριγκτον επάνω στο πλοίο 80 πυροβόλων «Ασία» οδήγησε μέσα στον κόλπο τον Αγγλικό Στόλο, που σχημάτισε την εμπροσθοφυλακή. Ακολούθησαν οι Γάλλοι. Ο Ρώσος νάυαρχος Χέυδεν επάνω στο 74 πυροβόλων πλοίο «Αζώφ» ακολούθησε με το δικό του Στόλο, πίσω και αριστερά από τους Άγγλους.

Υπάρχουν απόψεις ιστορικών που απομειώνουν τον βαθμό συμμετοχής των Ρώσων σ’ αυτή την μάχη. Οι Γάλλοι [10] μάλιστα υποστήριξαν ότι άργησαν τα Ρωσικά πλοία να μπουν στον κόλπο του Ναβαρίνου, άργησαν δηλαδή να λάβουν  θέσεις μάχης, πλέοντας στην πρύμη των Γάλλων. O καθηγητής Β. Σφυρόερας υποστηρίζει ότι από το μεσημέρι που άρχισε «Η ναυμαχία συνεχίστηκε με αμείωτη σφοδρότητα, ιδίως μετά τις 3 μ.μ., όταν μπήκε στον αγώνα η ρωσική μοίρα, που ως την ώρα εκείνη βρισκόταν αρκετά πίσω…». Από την πλευρά των Ρώσων υπήρχε ο ισχυρισμός ότι έπρεπε να περιμένουν για να δώσουν δρόμο στους Γάλλους, να μην τους εμποδίζουν να πλεύσουν στις θέσεις τους στην αριστερά πλευρά και ότι η Ρωσική ναυαρχίδα «Αζώφ» έπρεπε να πάει δίπλα στο Γαλλικό «Σειρήν» (Sirene). Πιο συγκεκριμένα, κατά τον καθηγητή Γιούρι Πρυάχιν [11] «…Στην ιστορική μνήμη των Ρώσων έμειναν τα κατορθώματα των πλοίων του Ρωσικού Στόλου, που βρίσκονταν στο κέντρο της Ναυμαχίας και ουσιαστικά πήραν επάνω τους το κύριο βάρος της μάχης…».

Κατά τον R.C. Anderson πιθανώς η αλήθεια είναι κάπου στη μέση των δύο απόψεων. Σύμφωνα όμως με ένα σχέδιο, που έκανε ένας αξιωματικός του Albion, και σε σημείωση που υπάρχει σ’ αυτό, το πρώτο Ρωσικό πλοίο και το τελευταίο γαλλικό αγκυροβόλησαν ταυτοχρόνως μιάμιση ώρα αφότου είχε αρχίσει η πολεμική δράση, «ενώ τα Αζώφ και Γκανγκούτ είναι σίγουρο ότι είχαν αναλάβει δράση πολύ πριν το Γαλλικό Breslau εμφανισθεί στη σκηνή…» [12].

Στην υπηρεσιακή αναφορά [13] του της 21ης Οκτωβρίου 1827 ο Αντιναύαρχος Εδουάρδος Κόδρικτον αναφέρει σχετικά: «Τα Τουρκικά πλοία ήσαν αγκυροβολημένα σε σχήμα ημισελήνου, έχοντας πλαγιοδετήσει…Ο συμμαχικός στόλος σχημάτιζε δύο στήλες, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι κρατούσαν την προσήνεμη στήλη και οι Ρώσοι την υπήνεμη….Εξέδωσα διαταγές ότι κανένα πυροβόλο δεν θα βάλει, εκτός εάν οι Τούρκοι βάλουν πρώτοι και αυτές οι διαταγές τηρήθηκαν αυστηρά…». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σε μια τέτοια σημαντική αναφορά ο Άγγλος ναύαρχος δεν αναφέρει τίποτα για αργοπορία των Ρωσικών πλοίων να λάβουν τη θέση τους, γεγονός, που αν συνέβη και δημιουργήθηκε πρόβλημα στο σχηματισμό μάχης, είναι ζήτημα που θα έπρεπε να αναφερθεί στις παρατηρήσεις του ναυάρχου.

Μετά από ένα «τυχαίο επεισόδιο» [14], όπως το χαρακτήρισαν οι Άγγλοι, και αφού προκλήθηκαν οι Τούρκοι κι άνοιξαν πυρ σε Αγγλική λέμβο, ξέσπασε μια σκληρή ναυμαχία, χωρίς οι Στόλαρχοι να έχουν προλάβει να ετοιμάσουν κοινά σχέδια δράσεως.

Ο διοικητής του πλοίου Αζόφ, Μιχαήλ Πετρόβιτς Λάζαρεφ.

Το «Αζώφ» με κυβερνήτη τον  Πλοίαρχο Mikhail Lazarev [15] προχώρησε προς το κέντρο της γραμμής μάχης, και παρόλο που δεν μπόρεσε να λάβει το σωστή θέση του λόγω του πυκνού καπνού και της συγχύσεως, βαλλόμενο από πέντε συγχρόνως εχθρικά πλοία, κατάφερε να βυθίσει με τα πυρά του «…τρεις φρεγάτες, ένα πλοίο γραμμής 80 κανονιών και να προκαλέσει ζημιές  σε μια κορβέτα….επίσης, σε συνεργασία με το Αγγλικό πλοίο γραμμής «Ασία» βύθισε την ναυαρχίδα του Αιγυπτιακού Στόλου…» [16]. Είχε όμως το «Αζώφ» 91 νεκρούς άνδρες και τραυματίες, τις πιο βαριές απώλειες μεταξύ των συμμαχικών πλοίων. Δύο ακόμα πλοία, μεταξύ τους η φρεγάτα του Τούρκου ναυάρχου, και ένα πλοίο γραμμής έπιασαν φωτιά και τινάχθηκαν στον αέρα από την έκρηξη των πυρομαχικών τους. Το ίδιο το «Αζώφ» όταν κτυπήθηκε είχε 153 τρύπες από τις εχθρικές βολές [17]. Τα πληρώματα των Ρωσικών πλοίων Gangut, Ezekiel και Castor διακρίθηκαν στην ναυμαχία, έχοντας απέναντί τους τουλάχιστον πέντε εχθρικά πλοία, αλλά και τα ίδια υπεστήκανε σοβαρές βλάβες. Το «Γκογκούτ» ανέφερε τη βύθιση μιας φρεγάτας και την ανατίναξη ενός πλοίου 64 πυροβόλων δύο καταστρωμάτων. Βύθισε επίσης ένα μικρότερο πολεμικό.

Το Ρωσικό πολεμικό «Αλέξανδρος Νιέφσκι», ιστιοφόρο πλοίο γραμμής 80 πυροβόλων, ήταν τέταρτο στη «γραμμή μάχης» της μοίρας  του ναυάρχου Χέυδεν. Κατά τη βαθμιαία εξασθένηση του ανέμου μόλις μπορούσε να κινείται. Μαζί με τα άλλα παραπλέοντα ρωσικά πλοία, όταν βρέθηκε μεταξύ των πυροβολείων Πύλου και Σφακτηρίας στο στόμιο του Ναβαρίνου δέχθηκε διασταυρούμενα πυρά καθώς και πυκνό τυφεκισμό από τουρκικό πυρπολικό που προσπαθούσε να προσεγγίσει. Τόσο το «Αλέξανδρος Νιέφσκυ» όσο και τα λοιπά ρωσικά σκάφη συνέχισαν τη πλεύση τους προς το υποδειχθέν σημείο αγκυροβολίας από τον ναύαρχο Κόδριγκτον, χωρίς να ανταποδώσουν ούτε μία βολή, παρόλο που δεχόντουσαν βροχή πυρών [18].  Μόλις το «Αλέξανδρος Νιέφσκυ» έφθασε στο σημείο αγκυροβολίας βρήκε εκεί αιγυπτιακή φρεγάτα, άνοιξε σφοδρό πυρ εναντίον της και την ανάγκασε να υποστείλει τη σημαία της και να παραδοθεί [19].Το «Αλέξανδρος Νέφσκι» επίσης αιχμαλώτισε ένα πλοίο 56 πυροβόλων, το οποίο ρυμούλκησε έξω από τον κόλπο την επόμενη μέρα, του έκοψε τους ιστούς και του άνοιξε τρύπες για να βυθιστεί [20].

Τα «Προβόρνιι» και «Ελένη» επιτέθηκαν σε τουρκική φρεγάτα, μεταξύ των «Armide» και «Αλέξανδρου Νέφσκι». Το «Κάστωρ» έλαβε θέση εμπρός από το Talbot για να καταστρέψει την τελευταία τουρκική φρεγάτα που είχε απομείνει, ενώ το «Κωνσταντίνος» υποστήριξε τα Talbot και «Κάστωρ».

 

Το σχεδιάγραμμα του πλοίου Albion με τη διάταξη των εμπλεκομένων πλοίων. Anderson, Naval wars…, p. 528-9.

Το σχεδιάγραμμα του πλοίου Albion με τη διάταξη των εμπλεκομένων πλοίων. Anderson, Naval wars…, p. 528-9.

 

Η ναυμαχία έληξε μετά από τέσσερες περίπου ώρες και οι απώλειες των Οθωμανών ήσαν τεράστιες: 60 εχθρικά πλοία καταστράφηκαν εντελώς και πολλά άλλα ανατινάχθηκαν από τους ίδιους τη νύχτα για να μην τα αιχμαλωτίσουν οι σύμμαχοι. Κατά το Γάλλο πλοίαρχο του Oθωμανικού Στόλου Λετελιέ τα μόνα πλοία που επέπλεαν την άλλη ημέρα ήταν μια φρεγάτα δίχως ιστούς, 4 κορβέτες, 6 μπρίκια και 4 ημιολίες. Είχαν 6000 νεκρούς περίπου και 4000 τραυματίες. Τα συμμαχικά πλοία είχαν 43 νεκρούς και 144 τραυματίες τα γαλλικά, 80 και 206 τα αγγλικά και 59 και 139 τα Ρωσικά. Τα Ρωσικά πλοία «Γκαγκούτ» και «Ιεζεκιήλ» έπαθαν σοβαρές βλάβες [21].

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Ο ναύαρχος Χέυδεν ανέφερε μετά τη Ναυμαχία στον αυτοκράτορα Νικόλαο Ι μεταξύ άλλων τα ακόλουθα «….δεν βρίσκω αρκετά λόγια για να εκφράσω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, το υψηλό ηθικό και το ζήλο που επέδειξαν οι κυβερνήτες, οι αξιωματικοί και τα πληρώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της έντονα αιματοβαμμένης Ναυμαχίας…. Πάλεψαν σαν λιοντάρια εναντίον ενός πολλαπλά ισχυρότερου και πείσμονα αντιπάλου. Δυστυχώς τα πλοία «Αζώφ», «Γκογκούτ» και «Ιεζεκιήλ» έπαθαν καταστροφικές ζημιές…» [22].

Κατά την ναυμαχία τα συμμαχικά πλοία βοηθούσαν το ένα το άλλο. Το «Αζώφ» υποστήριξε σε μια στιγμή της σκληρής μάχης το «Ασία» σε μια αψιμαχία με το 96 πυροβόλων πλοίο «Μωχάμετ Μπέη», το οποίο όπως αναφέρθηκε βύθισαν, και το Γαλλικό Breslau βοήθησε το πλοίο του Ρώσου αρχηγού της Μοίρας σε άλλη φάση της μάχης.

Ναύαρχος Παύλος Ναχίμωφ (Pavel Stepanovich Nakhimov 1802-1855). Μουσείο Ρωσικού Στόλου Μ. Θάλασσας Σεβαστούπολης.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου έλαβαν μέρος «…και δοκιμάστηκαν στη μάχη οι πιο κάτω αξιωματικοί του πλοίου «Αζώφ»: Ο Υποπλοίαρχος Ναχίμωφ, ο Σημαιοφόρος Κορνίλωφ και ο Ναυτικός Δόκιμος Ιστόμιν – οι αργότερα ένδοξοι Ναύαρχοι του Ρωσικού Στόλου, οι ήρωες της υπεράσπισης της Σεβαστούπολης – που διακρίθηκαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου για την ανδρεία τους, την εξαιρετική ναυτική τους εκπαίδευση, την ψυχραιμία και τη ναυτική τους δεξιοτεχνία…» [23]. Στον Ναχίμωφ απονεμήθηκε το Παράσημο του Αγίου Γεωργίου 4ης Τάξεως και προάχθηκε σε Πλωτάρχη. Τοποθετήθηκε αργότερα ως κυβερνήτης της κορβέτας που αιχμαλωτίσθηκε κατά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και ονομάσθηκε συμβολικά «Ναβαρίν». Με το «Ναβαρίν» ο Ναχίμωφ έλαβε μέρος με επιτυχία στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο 1828-1829 [24]!

Ο ναύαρχος Ναχίμωφ [25] έχει ταφεί στον καθεδρικό ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στη Σεβαστούπολη, μαζί με τους Μ. Λαζάρεφ, Β. Α. Κορνίλωφ και Βλ. Ιστόμιν.

Οι συμμαχικές κυβερνήσεις φαίνεται ότι δεν ήσαν ευχαριστημένες από τη νικηφόρα έκβαση της ναυμαχίας. Οι Άγγλοι, πίσω στην πατρίδα του,  για τη βοήθεια του Κόδρικτον προς το Ρωσικό στόλο  και για μερικές αποφάσεις του  τον ανακάλεσαν στο Λονδίνο λίγο μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο. «…Η κυβέρνηση της Αγγλίας έδειχνε κεραυνόπληκτη προ του ανεπιθύμητου τετελεσμένου, που διέπραξε ο Κόδριγκτον…» σημειώνει η Ελένη Κούκου. Κατά μία άποψη ο Κόδρικτον και η διάλυση του Τουρκοαιγυπτιακού Στόλου είχαν βοηθήσει την ενίσχυση της θέσης των Ρώσων στη Μεσόγειο.

Μετά τη ναυμαχία ο Ρώσος αυτοκράτορας σε μια διπλωματική κίνηση απένειμε  στους τρεις συμμάχους ναυάρχους το παράσημο του Αγίου Γεωργίου. Επίσης προβίβασε τον Lazarev  σε υποναύαρχο. Το «Αζώφ» παρασημοφορήθηκε με ένα νέο παράσημο το «Σήμα του Αγίου Γεωργίου» [26]. Ακολουθώντας τη ρωσική ναυτική παράδοση το παράσημο αυτό, το σήμα, περνά σε κάθε νέο πλοίο «Αζώφ» και φέρεται στον ιστό του. Η Βρετανική κυβέρνηση επίσης, θέσπισε ασημένιο μετάλλιο, αργότερα το 1847, το Μετάλλιο Γενικής Υπηρεσίας Ναυτικού. Στην οριζόντια μεταλλική μπάρα γράφει ΝΑVΑRΙΝΟ και απονεμήθηκε το 1848 σε 1142 επιζώντες Άγγλους της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου [27].

 Τα ρωσικά πλοία που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία του Ναβαρίνου υπό τον υποναύαρχο κόμη Login Petrovich van der Heiden ήσαν [28]:

   – Πλοία γραμμής: Το Γκανγκούτ (Gangut) 84 πυροβόλων, Αζώφ (Azov) 80 (ναυαρχίδα), Ιεζεκιήλ (Iezekiil) 80, Αλέξανδρος Νέφσκι (Aleksandr Nevskii)  80.

   – Φρεγάτες: Προβόρνι (Provornyi)  πυροβόλων 48, Κωνσταντίνος (Konstantin) 44, Ελάνη (Elena) 38 και Κάστωρ (Kastor) 36 πυροβόλων.

Ο Ρωσικός Στολίσκος από 4 πλοία γραμμής, 2 φρεγάτες και μια κορβέτα μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου έφτασε στη πλησιέστερη φιλική βάση της Μάλτας, στις 8 Νοεμβρίου, όπου επισκευάστηκε, ενώ το «Κωνσταντίνος» ακολούθησε τον Δεριγνύ στη Σμύρνη.

 

Το λιμάνι του Ναβαρίνου. Πηγή: Πολεμικό Ναυτικό.

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ελαιογραφία George Phillip Reinagle, 1828. Ο Άγγλος ζωγράφος George Philip Reinagle, υπήρξε επιβάτης του βρετανικού πλοίου Mosquito που συμμετείχε στην ναυμαχία και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Όταν επέστρεψε ζωγράφισε και δημοσίευσε το 1828 το έργο «Illustrations of the Battle of Navarin».

 

Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου και οι εξελίξεις της  πυροδότησαν πολεμικές προετοιμασίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία, εναντίον της οποίας  στράφηκε η οργή των Οθωμανών. Παρά τις προσπάθειες ιδίως της Αγγλίας να εκτονώσει την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, ο νέος Ρωσοτουρκικός πόλεμος κηρύχτηκε τον Απρίλιο του 1828. Ο Ρωσικός Στολίσκος πήρε μέρος στον νέο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1828-1829), όπου ο αντιναύαρχος Χέυδεν πήρε υπό τις διαταγές του τον υποναύαρχο  Pyotr Rikord με τη Μοίρα του. Μετά το τέλος του πολέμου αυτού ο Στολίσκος του Χέυδεν επέστρεψε στη Βαλτική αφήνοντας πίσω του τον υποναύαρχο Rikord με επτά πλοία. Η Μοίρα αυτή επέστρεψε στη Ρωσία το καλοκαίρι του 1833.

Όπως φαίνεται και από τα πιο πάνω, στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν υπήρξε συμμετοχή συγκροτημένης Ναυτικής Δύναμης Ελληνικής. Το Ελληνικό Έθνος βρίσκεται σε αγώνα ανεξαρτησίας τα τελευταία έξι χρόνια στηριζόμενο κυρίως σε στρατιωτικά αποσπάσματα ξηράς.

Τα τρία νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά έχουν αναλάβει το ναυτικό αγώνα από την αρχή της Επαναστάσεως (1821), κινούμενα αυτόνομα και περισσότερο αυτοδύναμα, χωρίς να καλέσουν ναυτικές δυνάμεις άλλων νησιών να ενταχθούν σε μια ενιαία και πιο αποτελεσματική δύναμη. Τα τρία νησιά δημιούργησαν ναυτικές δυνάμεις και ηγήθηκαν του ναυτικού αγώνα, εξασφαλίζοντας στα πληρώματα τους και τον αναγκαίο βιοπορισμό «στον αργούντα πληθυσμό» [29]. Παράλληλα οι κοινότητες των νησιών αυτών είχαν αναλάβει και τις δαπάνες για τον εξοπλισμό και συντήρηση των πλοίων των. Τις ναυτικές δαπάνες ανέλαβε η Προσωρινή Κυβέρνηση από το 1824, αλλά πάλι οι ναυτικές δυνάμεις σχηματίζονταν από τα τρία νησιά. Η σύνθεση των πληρωμάτων και οι δαπάνες των πλοίων ήταν ζήτημα του πλοιοκτήτη, που συνήθως ναυτολογούσε συγγενικά πρόσωπα. Επομένως ο στόλος στο μεγαλύτερο μέρος της Επαναστάσεως ήταν στόλος εφοπλιστών και συντροφοναυτών και ο καθένας ήταν «καπετάνιος με το καράβι του και το πουγκί του» [30]. Δεν μπορεί επομένως κανείς να μιλάει για αμιγώς στρατιωτικής οργάνωσης ναυτικές δυνάμεις.

Μόλις το 1826, λίγους μήνες πριν από τα γεγονότα του  Ναβαρίνου, έγινε στο νησί της Ύδρας μια πρώτη προσπάθεια δημιουργίας ενός υποτυπώδους κέντρου ελέγχου Ναυτικής Δύναμης , από φόβο μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826) [31]. Τον Απρίλιο του 1826 οι 48 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του νησιού δημιούργησαν την λεγόμενη «φροντιστική επιτροπή», που όμως μεταβίβασε την εξουσία φροντίδας του ναυτικού στους προκρίτους στις 6 Ιουνίου 1826 [32]. Από εδώ αρχίζει η προσπάθεια δημιουργίας Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Ουσιαστικά όμως, ήταν οι επιπτώσεις της ναυμαχίας του Ναβαρίνου, οι ειρηνευτικές προσπάθειες των συμμαχικών δυνάμεων και η πολιτική συγκυρία που δημιούργησε η κάθοδος από τη Ρωσία του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της δημιουργίας και συγκρότησης των Ελληνικών Ναυτικών Δυνάμεων σε κρατική βάση και υποδομή. Είναι δε η δεύτερη σημαντική προσπάθεια συγκροτήσεως τακτικών ναυτικών δυνάμεων στην Ελλάδα μετά το πρώτο αξιόλογο κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη [33] κατά το Β’ Ρωσοτουρκικό πόλεμο και μετά (1787-1792).

Στην διευθυντική ομάδα του Ναυτικού συμμετείχαν και αλλοδαποί εμπειρογνώμονες και φιλέλληνες που συμμετείχαν ενεργά στον Ελληνικό Αγώνα, όπως οι Ελβετός γιατρός L.A Gosse, ο συνταγματάρχης Heideck, ο Γάλλος Bailly.Το Μάρτιο του 1827, μετά την ανάληψη της αρχηγίας από το ναύαρχο Κόχραν, ο Γκός διορίζεται γενικός επιμελητής του στόλου και μεταφέρει το εφοδιαστικό κέντρο στο νησί του Πόρου, για ασφάλεια μακριά από τη συνεχώς εμπόλεμη Ύδρα [34]. Ο Πόρος γίνεται το εφοδιαστικό κέντρο των χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων του Επαναστατικού Αγώνα, ο πρώτος Ναύσταθμος [35].

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. (5 Δεκεμβρίου) Έκδοση «Χριστούγεννα 1970 (5 Δεκεμβρίου). Αναμνηστική έκδοση για τα Χριστούγεννα 1970. Σχεδιάστηκε από τον Γ. Βελισσαρίδη, Π. Γράββαλο και τυπώθηκε στο τυπογραφείο Ασπιώτη ΕΛΚΑ. Από την ιστοσελίδα «Το Ελληνικό Γραμματόσημο».

 

Με τα χρήματα που έχουν διαθέσει φιλέλληνες επισκευάζονται τα πλοία «Καρτερία», μερικά πυρπολικά, το βρίκι «Σωτήρ» και το πλοίο του Μιαούλη «Άρης». Μετά τα τέλη του 1827 την ευθύνη της λειτουργίας του Ναυστάθμου ανέλαβε η Επιτροπή Επί Των Ναυτικών Υποθέσεων, που από το Μάρτιο του 1828 την αποτελούσαν και οι Κ. Μπότασης, Ν. Γιαννίτσης και Εμ. Τομπάζης, που μαζί με τον Άστιγγα ονομάσθηκαν Διευθυντές Ναυτικών Υποθέσεων.

Ο Ι. Καποδίστριας έφτασε στην Ελλάδα στις αρχές του 1828 και η άφιξη του Κυβερνήτη στην κατεστραμμένη από τον μακροχρόνιο πόλεμο χώρα θεωρήθηκε εγγύηση για ένα καλύτερο μέλλον [36]. Ο Καποδίστριας επωφελούμενος από την ευνοϊκή συγκυρία, με σωστές, βήμα-βήμα, κινήσεις και αποφάσεις κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει ένα συγκεντρωτικό σύστημα προσωρινής διακυβερνήσεως της χώρας, προσπαθώντας να συνενώσει τις δυνάμεις που δρούσαν ανεξάρτητα σ’ όλη την τότε Ελληνική περιοχή. Η προσπάθεια αυτή βρήκε τις αντιδράσεις, μεταξύ των άλλων, των νησιών και των καπεταναίων, που μέχρι τότε δρούσαν αυτοδύναμα και ανεξάρτητα.

Ο Καποδίστριας συγκρότησε τον Ιανουάριο του 1829 το Πολεμικό Συμβούλιο, που ήταν η προϊσταμένη Αρχή του Στρατού και του Ναυτικού, στο οποίο προέδρευε ο ίδιος ο Κυβερνήτης [37]. Υπεύθυνος στη Επιτροπή αυτή για το Ναυτικό ήταν ο Α. Μαυροκορδάτος, που σημειωτέον είχε ταχθεί με την αγγλική πολιτική. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1829 δημιουργήθηκαν έξι Υπουργεία, μεταξύ των οποίων του Πολεμικού Ναυτικού με επί κεφαλής τον αδελφό του Κυβερνήτη, Βιάρο Καποδίστρια [38].

Η διοίκηση του Ναυτικού άρχισε να αναδιοργανώνεται στις αρχές του 1828, λίγους μήνες μετά το Ναβαρίνο. Το Μάρτιο του 1828 ιδρύεται η Υπηρεσία των Προσωρινών Διευθυντών των Ναυτικών Υποθέσεων. Τον Μάρτιο του 1829, όταν Διευθυντές ήσαν οι Εμ. Τομπάζης, Ανδρέας Γιαννίτσης και Νικόλαος Μπότασης, τα καθήκοντά τους μεγάλωσαν και σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα μετατρέπεται η Υπηρεσία αυτή σε Ναυαρχείο, με την ονομασία «Αρχηγείο Στόλου και Ναυτικό Τεχνικό Συμβούλιο» [39].

Επίσημα το Ναυαρχείο του Ελληνικού Ναυτικού συγκροτήθηκε τον Οκτώβριο του 1829 με υπεύθυνους τους Ναυάρχους Γεώργιο Σαχτούρη της Ύδρας, Γεώργιο Ανδρούτσο της νήσου των Σπετσών και Κωνσταντίνο Κανάρη από το νησί των Ψαρών. Είναι τότε που παίρνει το Ναυτικό επισήμως την ονομασία «Ναυτική Υπηρεσία του εν Πόρω Ναυστάθμου» [40].

Δύο χρόνια μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, με την συγκρότηση του Ελληνικού κράτους, παράλληλα έχει ιδρυθεί και το Πολεμικό Ναυτικό του.

Τα πλοία του Εθνικού Στόλου  αποτελούνταν από τρεις κατηγορίες:

1) Τα πλοία που είχαν παραγγελθεί από την Επανάσταση στο εξωτερικό (δηλαδή το «Ελλάς» και το «Καρτερία»),

2) Τα πλοία που ανήκαν στο Ελληνικό κράτος, που είχαν αγορασθεί στο εσωτερικό ή είχαν κατασχεθεί από πειρατές ή εχθρικά που είχαν αιχμαλωτισθεί κατά τις ναυμαχίες και

3) Τα πλοία που είχαν ναυλωθεί από την Κυβέρνηση ή είχαν παραχωρηθεί σ’ αυτήν από τους πλοιοκτήτες.

Τα πλοία των δύο πρώτων κατηγοριών αναφέρονται στα αρχεία ως «Εθνικά πλοία», ενώ τα της τρίτης κατηγορίας αναφέρονται ως «πλοία σε εθνική υπηρεσία» και ήσαν ιδιόκτητα. Από τα 92 πλοία όμως όλων των κατηγοριών, μόνον τα 48 ήσαν κατάλληλα για υπηρεσία [41].

Το πλήρωμα του πλοίου «Рамять Азова» (Παμιάτ Αζόβα) στο Ναβαρίνο. Αποδίδουν τιμές στους Ρώσους νεκρούς της Ναυμαχίας. Ιανουάριος 1894. Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου Ελλάδος.

Στο Ναυτικό της Ελλάδας εκείνης της περιόδου έπρεπε ακόμα να γίνουν πολλά, ώστε να μπορεί κανείς να μιλήσει για πειθαρχημένα στρατιωτικά σχήματα. Για τους αλλοδαπούς συμβούλους και φιλέλληνες η κατάσταση ήταν ασφαλώς παράδοξη και σύμφωνα με τις παρατηρήσεις τους «τα πληρώματα φαίνονταν απείθαρχα και άτακτα…το εσωτερικό κάθε πλοίου παρουσίαζε σκηνή συγχύσεως και απειθαρχίας» [42]. Ο ίδιος ο Κόχραν ζήτησε να δημιουργηθεί κλίμακα ιεραρχίας τριών βαθμών, ώστε να μπορέσει να εισαχθεί στα πλοία «ευταξία και πειθαρχία παρόμοια με εκείνη των ευρωπαϊκών στόλων» [43].

Τα προβλήματα αυτά της νηπιακής ηλικίας του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας ξεπεράστηκαν σιγά-σιγά και παράλληλα με την κρατική συγκρότηση προχώρησε και η ενδυνάμωση και σωστή εκπαίδευση των Ναυτικών Δυνάμεων στα επόμενα χρόνια. Σημαντικό όμως είναι να μνημονεύομε αυτό το σημείο καμπής, από το οποίο ξεκίνησαν οι προϋποθέσεις της δημιουργίας του Ελληνικού κράτους και του Ναυτικού του, τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα της Ναυμαχίας, είναι σίγουρα μια λαμπρή στιγμή στην Νεότερη Ελληνική Ιστορία, αφού επέβαλε τη διεθνή αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους.  Έτσι, στις 22 Μαρτίου 1829 υπογράφεται στο Λονδίνο το Πρωτόκολλο, που αναγνωρίζει την Αυτονομία της Ελλάδας, μέχρι τον Βόλο και τον Αμβρακικό κόλπο. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 η Ρωσία υπογράφει συμφωνία με την Τουρκία (Ανδριανουπόλεως), που στο 10ο άρθρο της βεβαιώνει τα υπογραφέντα στο Λονδίνο περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας, ενώ και οι δύο συμφωνίες κρατούσαν την Ελλάδα υπόχρεη σε φόρους στο Σουλτάνο.

Τελικά, με  νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, της 3ης Φεβρουαρίου 1830, η Τουρκία αποδέχεται (24 Απριλίου 1830) την Ανεξαρτησία της Ελλάδας [44].

Η  Ναυμαχία του Ναβαρίνου πέρασε στην ιστορία και η σπουδαιότητά της άφησε τ’ αχνάρια της στη διεθνή λογοτεχνία της εποχής της.

Στις 9 Νοεμβρίου 1828 κυκλοφορούν στο Παρίσι τα νέα για τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και λίγες ημέρες αργότερα ο Βίκτωρ Ουγκό συνθέτει ένα μέρος του ποιήματος που φέρει τον ομώνυμο τίτλο Ναβαρίνο [45]. Ο μεγάλος Ουγκό έγραφε στο ποίημά του: «Τώρα το Ναυαρίνο, η πόλη με τα βαμμένα σπίτια, τους χρυσούς θόλους, τ’ άσπρο Ναυαρίνο, που πάνω στο λόφο είναι χτισμένο ανάμεσα στα πεύκα, τον γαλήνιο κόλπο του σε μάχη φοβερή δανείζει σε δυο στόλους, που τις πρύμνες τους παράφορα τσουγκρίζουν. Κοίτα τους εκεί κάτω: είναι γεμάτος ο γιαλός καράβια κι έτοιμος τη φωτιά να καταπιεί, για το αίμα τους διψάει…». [46]!

Τον Αύγουστο του 1832 κι ο άλλος μεγάλος Γάλλος, ο Λαμαρτίνος έγραψε: «…Το μπουρίνι μας πετάει έξω από την πορεία μας και μας φέρνει πολύ κοντά στην ακτή του Ναυαρίνου. Ξεχωρίζουμε τα δυο νησάκια που κλείνουν την είσοδο του λιμανιού και το ωραίο βουνό με τις δυο κορφές, που στεφανώνει το Ναυαρίνο. Εδώ πριν από λίγο καιρό τα κανόνια της Ευρώπης καλούσαν την αναστημένη Ελλάδα…» [47]!

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Εύστοχες παρατηρήσεις στο Ε. Κούκου, Η Ναυμαχία στο Ναυαρίνο, oμιλία στο Α’ τοπικό συνέδριο στην Πύλο, 1 – 3 Μαΐου 1998. Η καθηγήτρια Ε. Κούκου ήταν από τους πιο βαθείς μελετητές της ιστορίας του Ι. Καποδίστρια.

[2] Ίδιο Ε. Κούκου.

[3] Φ. Tομαή  Πώς οι Μεγάλες Δυνάμεις φοβήθηκαν την Επανάσταση του 1821, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ της 25.03.2006.

[4] Ε. Κούκου ίδιο.

[5] Β. Σφυρόερα, ομ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών στο άρθρο του Ναυμαχία Ναβαρίνου, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica , σελ.271-272.

[6] Ίδιο Ε. Κούκου.

[7] Ιστοσελίδα http://www.navy.ru

[8] Ίδιο Ε. Κούκου.

[9] Παλαιό/νέο ημερολόγιο. Όλες οι αναφερόμενες ημερομηνίες είναι του νέου ημερολογίου.

[10] Troude, Bataille navales de la France, Vol. 4, p. 240.  Επίσης R. C. Anderson Naval Wars in the Levant 1559-1853, Liverpool University Press, 1952, p. 527.

[11] Καθηγητής ιστορίας στη Ναυτική Ακαδημία Αγίας Πετρούπολης, στο βιβλίο του Έλληνες στην ιστορία της Ρωσίας 18- 19 αι., c. 256-259.

[12] Anderson, Naval wars…, p.527.

[13] The Naval History of Great Britain, tom. 6, London 1859. Βλ. επίσης Περιοδικό «Περίπλους» Ναυτ. Μουσείου Ελλάδος, τεύχος 57, 2006, σελ. 23-26.

[14] Ένα εχθρικό πυρπολικό πλησίασε το Αγγλικό πλοίο «Ντάρτμουθ» και ο κυβερνήτης έστειλε μια λέμβο με λίγους άνδρες για να αναγκάσει το εχθρικό πυρπολικό να απομακρυνθεί. Εκείνοι άρχισαν τότε να πυροβολούν και σκότωσαν το νεαρό Άγγλο υποπλοίαρχο και μερικούς ακόμη άνδρες. Το «Ντάρτμουθ» ανταπέδωσε το πυρ. Η γαλλική ναυαρχίδα «Σειρήν» κτυπήθηκε από την αιγυπτιακή φρεγάτα «Έσμίνα». Αμέσως ο Γάλλος διοικητής Δεριγνύ διέταξε σφοδρό κανονιοβολισμό κατά της εχθρικής φρεγάτας και σε ελάχιστα λεπτά το πυρ γενικεύθηκε .

[15] Κατά τα  1813-1825 έκανε με ιστιοφόρο τρεις φορές τον γύρω του κόσμου. Κατά τα 1833-1850 ήταν αρχηγός του Στόλου της Βαλτικής και των λιμένων της Μαύρης Θάλασσας. Βλ. ιστοσελίδα  http://www.neva.ru/EXPO96/admir.en.html.

[16] Πρυάχιν  ίδιο.

[17] Ίδια ιστοσελίδα. Επίσης Πρυάχιν ίδιο, όπου περιγράφει ότι από τις τρύπες οι 7 ήσαν στα ύφαλα του πλοίου.

[18] Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.

[19] Ίδιο.

[20] Anderson ίδιο.

[21] http://wiki.phantis.com/index.php/Battle_of_Navarino#Russia_.28Rear_Admiral_Count_Login_Petrovich_van_der_Heiden.29 .

[22] Πρυάχιν ίδιο.

[23] Πρυάχιν ίδιο.

[24] Ίδιο Πρυάχιν.

[25] Η αυτοκρατορική κυβέρνηση τον τίμησε επί πλέον δίνοντας το όνομά του στο Ναυτικό Κολλέγιο της Αγ. Πετρούπολης και θεσπίζοντας το παράσημο της ‘Τάξεως  Ναχίμωφ’ (με δύο βαθμίδες) και το μετάλλιο ‘Ναχίμωφ’ για το προσωπικό του Ναυτικού.

[26] Ιστοσελίδα http://www.navy.ru, και ίδιο Πρυάχιν

[27] Δ. Γιαννόγλου στο Περιοδικό του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος Περίπλους, τευχ. 59, 2007, σελ. 50.

[28] R.C.Anderson Naval wars in the Levant, p.524. Επίσης στην Ιστοσελίδα http://wiki.phantis.com/index.php/Battle_of_Navarino#Russia_.28Rear_Admiral_Count_Login_Petrovich_van_der_Heiden.29 .

[29] Τρ. Κωνσταντινίδη, Καράβια, Καπεταναίοι και συντροφοναύται (1800-1830), Αθήναι 1954, σελ. 318.

[30] Αναργύρου, Σπετσώτικα, σελ. μγ’.

[31] Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό στην Καποδιστριακή περίοδο,  Αθήνα 1994, σελ. 28.

[32] Αντ. Λιγνός, Ιστορία της νήσου Ύδρας, τομ. Β’, σελ. 609-610.

[33] Π. Στάμου, Είναι ο Λ. Κατσώνης δημιουργός του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας?, Πρακτικά συνέδριου 1998 στη Λιβαδειά.

[34] Κ. Βάρφης Το Ναυτικό…., σελ. 28.

[35] Ι. Λαζαρόπουλος, Το Πολεμικό Ναυτικό, σελ. 193.

[36] Στ. Παπαγεωργίου, Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια, Αθήνα 1986, σελ. 36.

[37] Στ. Παπαγεωργίου ίδιο, σελ. 55.

[38] Γενική Εφημερίς, 2 Νοεμβρίου 1829.

[39] Γενική Εφημερίς, 15 Μαρτίου 1829.

[40] Ι. Λαζαρόπουλος, ίδιο με πάνω, σελ. 209. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο, σελ. 16.

[41] Σύμφωνα με έκθεση που παρουσίασε ο Α. Μαυροκορδάτος για το ναυτικό στα χρόνια του Καποδίστρια, βλ. Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό…., σελ. 17.

[42] S. Howe, An Historical Sketch of the Greek Revolution, New York 1828, p. 33. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο όπως πάνω, σελ. 35.

[43] Αρχείο Ύδρας, τομ. ΙΓ’, σελ. 214 και Τρ. Κωνσταντινίδη, Το Αρχείον Άστιγγος, Ναυτική Επιθεώρησις, τεύχος 216, 1949.

[44]  Μ. Ραφαήλ, Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, Ορόσημο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, περιοδικό «Ναυτική Ελλάς», Νοέμβριος 1978.

[45] Φρειδερίκη Ταμπάκη-Ιωνά στο Ο φιλελληνισμός του Βίκτωρος Ουγκό, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 13.10.2002.

[46] Φ. Τομαή, Πλοίο διάρκειας η χώρα μου…, στο Λιμάνια του Ελληνισμού, Αθήνα 2004, σελ. 154.

[47] Φ. Τομαή Ίδιο.

 

Πάνος Στάμου,

Γενικός Γραμματέας Κέντρου ΕλληνοΡωσικών Ιστορικών Ερευνών (ΚΕΡΙΕ), Οκτώβριος 2007.

23 Οκτωβρίου 2007, Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ρώσοι ναυτικοί στη μάχη του Ναυαρίνου – Γκριγκόρι Λ. Αρς


 

Πριν από 180 χρόνια, στις 8/20 Οκτωβρίου 1827, στα ελληνικά παράλια έλαβε χώρα μία φημισμένη ναυμαχία, η ναυμαχία του Ναυαρίνου, η οποία απετέλεσε όχι μόνο μία από τις σημαντικότερες ναυμαχίες της εποχής των ιστιοφόρων, αλλά και καθοριστική σελίδα στην ιστορία διεθνών σχέσεων της δεκαετίας του ’20 του 19ου αι., στην οποία δεσπόζουσα θέση κατείχε το Ελληνικό Ζήτημα.

Το Μάρτιο του 1821 στην Ελλάδα ξέσπασε εξέγερση ενάντια στον οθωμανικό ζυγό, που δέσποζε επί 400 χρόνια. Αρχικά τα αντιδραστικά καθεστώτα της Ευρώπης αντιμετώπισαν την προοπτική ανεξαρτησίας της Ελλάδος, που γεννιόταν μέσα στη φλόγα πολέμου, με απροκάλυπτη εχθρότητα. Η ευρύτερη, ωστόσο, κοινή γνώμη της Ευρώπης και της Αμερικής στήριξε την Ελληνική Επανάσταση. Σε πολλές χώρες αναπτύχθηκε έντονο φιλελληνικό κίνημα. Φιλέλληνες υπήρξαν ο Μπάϋρον, ο Γκαίτε, ο Πούσκιν, ο Ουγκώ και πολλές άλλες εξέχουσες προσωπικότητες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η πίεση που άσκουσε η κοινή γνώμη, καθώς και η συνειδητοποίηση του αναπότρεπτου ως προς τις αλλαγές στη διεθνή σκηνή, που γέννησε ο αγώνας των Ελλήνων, οδήγησαν τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής να επιδιώκουν τη διπλωματική πλέον ρύθμιση του Ελληνικού Ζητήματος. Στις 6 Ιουλίου του 1827 οι εκπρόσωποι της Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας υπέγραψαν στο Λονδίνο Σύμβαση που προέβλεπε  τη διακοπή των εχθροπραξιών στην Ελλάδα και τη δημιουργία ενιαίου ελληνικού κράτους, υποτελούς στο Σουλτάνο. Κατόπιν επιμονής της Ρωσίας, η οποία είχε έρθει επανειλημμένα σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και η οποία τηρούσε και την πιο αποφασιστική στάση, στη Σύμβαση του Λονδίνου ενσωματώθηκε μυστικό άρθρο που προέβλεπε ότι, σε περίπτωση που ένα εκ των μερών δε συμμορφωθεί στους όρους ανακωχής και συμφιλίωσης (όπως προέβλεπε η Σύμβαση), τότε «οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εφαρμόσουν από κοινού μέτρα για την εκπλήρωση της Σύμβασης». [1]

 

Η ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ελαιογραφία, 1831, του Γάλλου ζωγράφου Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ. (Ambroise Louis Garneray 1783-1857).

 

Αποτέλεσμα της ρήτρας αυτής υπήρξε η εμφάνιση στα ελληνική παράλια στις αρχές Οκτωβρίου 1827 της συμμαχικής άγγλο-ρώσο-γαλλικής ναυτικής μοίρας. Κατόπιν επιμονής του Ρώσου επιτετραμμένου στο Λονδίνο Χ.Α. Λήβεν, στις από κοινού οδηγίες προς τους τρεις συμμαχικούς ναυάρχους περιλήφθηκε το εξής σημαντικό εδάφιο: «Σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους της Πύλης της διαμεσολάβησης και της εκεχειρίας σε διάστημα μηνός, οι μοίρες των τριών συμμαχικών Δυνάμεων θα πρέπει να πλησιάσουν τις ακτές της Ελλάδος και από κοινού να αναχαιτίσουν οποιαδήποτε βοήθεια, μέσω θαλάσσης, εκ μέρους τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων, αποφεύγοντας, παράλληλα, συμμετοχή σε πολεμικές συρράξεις». [2] Ωστόσο η λήψη οποιωνδήποτε καταναγκαστικών μέτρων απέναντι στις τουρκικές δυνάμεις, στο έδαφος της Ελλάδος, χωρίς την προσφυγή σε πολεμική σύρραξη, απεδείχθη αδύνατη.

Η είδηση για τη Σύμβαση του Λονδίνου έγινε δεκτή στην Ελλάδα σε μια κρίσιμη για το λαό της στιγμή. Το 1824 ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ κατάφερε να προσελκύσει με το μέρος του, στις ένοπλες αντιπαραθέσεις του, τον υποτελή του πασά της Αιγύπτου Μωχάμεντ Αλή, ο οποίος διέθετε καλά εξοπλισμένο και εκπαιδευμένο, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, στρατό. Μετά από επίμονη ηρωική πάλη, στα χέρια του κατακτητή έπεσαν το Μεσολόγγι και η Ακρόπολη – σημαντικές βάσεις του ένοπλου αγώνα των εξεγερθέντων. Αναζωογονημένοι από αυτές τις στρατιωτικές επιτυχίες, η Υψηλή Πύλη απέρριψε την Ιουλιανή Σύμβαση του Λονδίνου.

Το φθινόπωρο του 1827 ο επικεφαλής του τουρκοαιγυπτιακού στόλου Ιμπραήμ πασάς προέβη στην προετοιμασία νέων πολεμικών συρράξεων, ώστε να καταπνίξει και τις τελευταίες εστίες αντίστασης των Ελλήνων στην ενδοχώρα και τις νήσους. Με αυτό το στόχο, στο Ναυαρίνο συγκεντρώθηκαν μεγάλες θαλάσσιες και χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις. Ο στρατός του Ιμπραήμ συνέχιζε ασύστολα να ξεκληρίζει το Μοριά, ενώ ο ίδιος ο Ιμπραήμ εξακολουθούσε να αγνοεί το τελεσίγραφο που του έστειλαν οι αρχηγοί των τριών συμμαχικών στόλων. Τότε οι τρεις σύμμαχοι αποφάσισαν να οδηγήσουν τις μοίρες τους στον κόλπο του Ναυαρίνου, ώστε με την παρουσία τους να ακινητοποιήσουν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο και να εμποδίσουν τις εχθροπραξίες κατά των Ελλήνων. Αγκυροβολημένος στον κόλπο του Ναυαρίνου, άρτια προετοιμασμένος, ο στόλος του Σουλτάνου αποτελούσε μεγάλη στρατιωτική απειλή. Αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, είκοσι φρεγάτες και πάνω από σαράντα γαλέτες, βρίκια και μεταγωγικά, ενώ διέθετε πάνω από 2.000 πυροβόλα. Πέραν αυτού, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος ήταν αγκυροβολημένος μέσα στον κόλπο σε σχήμα πετάλου, τα δύο άκρα του οποίου στηρίζονταν στα δύο πυροβολεία που βρίσκονταν το ένα στο φρούριο του Ναυαρίνου και το άλλο στο νότιο άκρο της νήσου Σφακτηρίας. Ο αγγλικός στόλος αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, τέσσερις φρεγάτες, μία γαλέτα και τρία βρίκια με 472 πυροβόλα. Αρχηγός του αγγλικού στόλου ήταν ο έμπειρος και αποφασιστικός θαλασσόλυκος και συμμαχητής του Νέλσωνα ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτων. Επικεφαλής της γαλλικής μοίρας, που αποτελείτο από τρεις ναυαρχίδες, δύο φρεγάτες, δύο γαλέτες με 362 πυροβόλα, ήταν ο αντιναύαρχος Ερρίκος Δεριγνύ.

Ο διοικητής του πλοίου Αζόφ, Μιχαήλ Πετρόβιτς Λάζαρεφ.

Ο ρωσικός στόλος αποτελούνταν από τέσσερις ναυαρχίδες [«Αζόφ», «Ιεζεκιήλ», «Αλέξανδρος Νέβσκι» με 74 κανόνια έκαστη και «Γκανγκούτ» με 84 κανόνια] και τέσσερις φρεγάτες: «Κωνσταντίνος», «Προβόρνι» (= επιδέξιος), «Κάστωρ», «Έλενα». Η ρωσική μοίρα διέθετε 466 πυροβόλα και 3764 άνδρες. Επικεφαλής της ρωσικής μοίρας η ναυαρχίδα «Αζόφ», όπου επέβαινε ο αντιναύαρχος Λογγίνος Χέϋδεν και η οποία κυβερνείτο από τον διακεκριμένο Ρώσο θαλασσοπόρο και επιστήμονα Μ. Π. Λάζαρεβ. Συνολικά η συμμαχική μοίρα αριθμούσε 26 πλοία: 10 ναυαρχίες, 10 φρεγάτες, 6 γαλέτες και βρίκια με 1300 πυροβόλα. Ο αρχηγός της αγγλικής μοίρας ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτον, ως ανώτερος ιεραρχικά, υπήρξε ο αρχηγός του συμμαχικού στόλου.

Η συμμαχική μοίρα ήταν αισθητά υποδεέστερη του τουρκοαιγυπτιακού στόλου ως προς τον αριθμό των κανονιών και των πλοίων, αλλά υπερίσχυε ως προς τη στρατιωτική εξάσκηση και την πειθαρχία. Η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία αποτελούσαν μεγάλες ναυτικές δυνάμεις, οι σημαίες των οποίων είχαν στεφανωθεί με νίκη σε πολλές ναυμαχίες.

Στους κόλπους των συμμαχικών ναυτών παρατηρούνταν έντονες φιλελληνικές διαθέσεις. Αυτό αφορούσε, κατά κύριο λόγο, τους Ρώσους ναυτικούς, δεδομένου ότι το ρωσικό και ελληνικό λαό συνέδεαν, κατά τη διάρκεια αιώνων, ισχυροί δεσμοί φιλίας. Κάτι τέτοιο πιστοποιούν και οι σημειώσεις του ανθυπολογαχού Αλεξάντρ Ρικατσέβ, που έλαβε μέρος στην εποποιία του Ναυαρίνου. Πριν τον απόπλου του ρωσικού στόλου από την Κρονστάνδη, όταν δεν ήταν ακόμη γνωστός ο προορισμός του, ο Ρικατσέβ έγραφε στο ημερολόγιό του: «Δεδομένου ότι ο καθένας επιθυμεί να βοηθά τους Έλληνες, καθίσταται κατανοητό το ότι περισσότερο απ΄ όλα ονειρευόμαστε τη Μεσόγειο. Κάτι τέτοιο θα ήταν η κορύφωση της ευτυχίας και όλη η νεολαία μας από την εποχή της εκστρατείας του Σενιάβιν, διαρκώς ονειρεύεται αυτή την καταπληκτική εκστρατεία». [3]

Στις 13.00 το μεσημέρι της 8ης/20ης Οκτωβρίου 1827 ο συμμαχικός στόλος, παραταγμένος σε δύο στήλες, – εκ δεξιών η αγγλική και η γαλλική μοίρα, εξ αριστερών η ρωσική – άρχισε να εισχωρεί στον κόλπο του Ναυαρίνου, για να αγκυροβολήσει απέναντι από τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Η εντολή του Κόδριγκτον,  που εδόθη αμέσως πριν την είσοδο των συμμάχων στον κόλπο, είχε ως εξής: «Κανένα κανόνι του συμμαχικού στόλου δε θα πρέπει να πυροβολήσει αν δεν δοθεί προηγουμένως σήμα, και κάτι τέτοιο μόνο σε περίπτωση που ανάψει πυρ από τον τουρκικό στόλο». [4] Και πράγματι, ένα τουρκικό μεταγωγικό άνοιξε πυρ εναντίον μιας λέμβου, στην οποία επέβαινε Άγγλος υποπλοίαρχος, απεσταλμένος του Άγγλου κυβερνήτη του πολεμικού «Ντάρτμουθ». Ο Άγγλος υποπλοίαρχος Φιτσρόυ και μερικοί ακόμη άνδρες της λέμβου πυροβολήθηκαν, με αποτέλεσμα τα αγγλικά και γαλλικά πλοία να ανταποδώσουν το πυρ. Οι μεμονωμένες τουφεκιές εξελίχθηκαν σε κανονιοβολισμούς και η μάχη γενικεύθηκε.

Η σύγκρουση διεξήχθη σε μικρές αποστάσεις και ξεχώρισε για το σκληρό και καταστροφικό χαρακτήρα της. Γύρω στα 100 πολεμικά πλοία με μερικές χιλιάδες πλήρωμα μάχονταν σε έναν ιδιαίτερα στενό, ουσιαστικά κλειστό, κόλπο. Σύμφωνα με την περιγραφή του συγχρόνου των γεγονότων αξιωματικού Βλαντίμιρ Μπρονέβσκι, «η μάχη, που διεξήχθη σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο και σε ένα κλίμα, σχεδόν απελπισίας, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, παρά η πιο αιματηρή, ολέθρια και αποφασιστική. Οι δύο στόλοι, που μάχονταν σχεδόν σώμα με σώμα, μοιάζανε με δύο λυσσασμένου μονομάχους, που αναζητούσαν όχι ζωή και νίκη, παρά θάνατο ολέθριο, αλλά ένδοξο. Ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί δεν μπορούσαν πλέον να ξεφύγουν από την απόλυτη τελική καταστροφή: η παραμικρή αποτυχία στην κίνηση ή στον πυροβολισμό θα συνοδεύονταν από βέβαιο θάνατο». [5]

Τα πυρά που εκτόξευαν τα ρωσικά πολεμικά πλοία ήταν εύστοχα και ισχυρά. Ιδιαίτερα εύστοχα και αποτελεσματικά λειτούργησαν οι πυροβολητές της ναυαρχίδας «Αζόφ». Μαχόμενοι, ταυτόχρονα, με πέντε εχθρικά πλοία, βούλιαξαν δύο μεγάλες φρεγάτες και γαλέτες, επέφεραν σοβαρές ζημιές σε εχθρική ναυαρχίδα με 80 κανόνια, που έπεσε στα αβαθή και εξερράγη. Επίσης, μεγάλες ζημιές υπέστη, η δικάταρτη φρεγάτα, στην οποία επέβαινε ο αρχηγός της τουρκικής μοίρας Ταχήρ.

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Όλοι οι Ρώσοι ναυτικοί, από το ναύαρχο μέχρι το ναύτη, επέδειξαν στη μάχη γενναιότητα, πίστη στο υπηρεσιακό καθήκον, πολεμική μαεστρία. «Δε βρίσκω επαρκείς εκφράσεις  – έγγραφε ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά της 12ης/24ης Οκτωβρίου 1827 προς τον Αυτοκράτορα Νικόλαο τον Α΄- για να περιγράψω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, την ευψυχία και το ζήλο των καπετάνιων, των αξιωματικών και των χαμηλότερων ιεραρχικά, που τους χαρακτήρισε κατά τη διάρκεια της αιματηρής αυτής μάχης. Μάχονταν ως λέοντες εναντίον ενός πολυάριθμου, ισχυρού και πείσμονα εχθρού». [6] Μεταξύ αυτών που ξεχώρισαν στη μάχη ήταν ο ανθυπολοχαγός Πάβελ Ναχίμωβ, ο αρχικελευστής Βλαντίμιρ Κορνίλωβ και ο δόκιμος Βλαντίμιρ Ιστόμιν. Για αυτούς τους ένδοξους Ρώσους ναυάρχους, ήρωες της άμυνας της Σεβαστούπολης (1854-1855), η μάχη του Ναυαρίνου απετέλεσε το βάπτισμα του πυρός.

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, που διήρκησε τέσσερις ώρες περίπου, η ρωσική μοίρα εξολόθρευσε τη δεξιά πτέρυγα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Με την ίδια επιτυχία μάχονταν εναντίον της αριστερής πτέρυγας του εχθρού η αγγλική και γαλλική μοίρα.

Τα πληρώματα του συμμαχικού στόλου λειτούργησαν στη μάχη σε πνεύμα αλληλεγγύης και ομοψυχίας και την κρίσιμη στιγμή παρείχαν ο ένας στον άλλο τη βοήθεια που χρειάζονταν. Παραδείγματα τέτοιας ομοψυχίας αναφέρει ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά του στο Νικόλαο τον Α΄ της 13ης/25ης Νοεμβρίου 1827. Ο Λα-Μπρετονιέρ, κυβερνήτης του γαλλικού πλοίου «Μπρεσλάβλ», βλέποντας ότι η ναυαρχίδα «Αζόφ» βάλλεται από έντονα πυρά, αμέσως έκοψε το παλαμάρι του πλοίου του και κατέλαβε θέση μεταξύ του «Αζόφ» και του αγγλικού πλοίου «Αλβιών», δεχόμενος, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέρος των πυρών πάνω του. Από την πλευρά του το «Αζόφ», αν και ήταν περικυκλωμένο από εχθρικά πλοία, κατηύθυνε τα πυρά 14 πυροβόλων του εναντίον αιγυπτιακού πολεμικού πλοίου 80 κανονιών, από το οποίο βάλλονταν η αγγλική ναυαρχίδα «Ασία», με αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα το εχθρικό πλοίο να ανατιναχθεί στον αέρα. [7] «Κανένας στόλος στον κόσμο – διατυπώνει στην αναφορά του μετά το πέρας της ναυμαχίας ο Κόδριγκτον – δεν επέδειξε σε τέτοιο βαθμό τέτοια απόλυτη ομοψυχία, τέτοια πλήρη ομοφωνία, με τις οποίες ήταν διαποτισμένες οι μοίρες των τριών συμμαχικών δυνάμεων σε μία τόσο αιματηρή μάχη». [8]

Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου έληξε με σχεδόν ολοκληρωτικό αφανισμό του στόλου του Σουλτάνου. Μερικά από τα καράβια τους, που απώλεσαν τη μαχητική τους ικανότητα, ήδη οι Τούρκοι τα ανατίναξαν την επόμενη ημέρα. Το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν από την απειλητική  αρμάδα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου που αριθμούσε πάνω από 60 πλοία, άθικτη παρέμεινε μια φρεγάτα και δεκαπέντε πλοιάρια. Οι ανθρώπινες απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ανήλθαν σε 6 χιλ. νεκρούς και 4 χιλ. τραυματίες.

Οι απώλειες των συμμάχων ανέρχονταν σε 750 άτομα νεκρούς και τραυματίες [Άγγλοι – 74 νεκροί, 206 τραυματίες, Γάλλοι – 46 νεκροί, 128 τραυματίες, Ρώσοι – 59 νεκροί, 139 τραυματίες]. [9]

Ο συμμαχικές στόλος δεν έχασε ούτε ένα πλοίο, αλλά αρκετά πλοία, ιδίως οι ναυαρχίδες, είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές. Από τα ρωσικά πολεμικά, ιδιαίτερες ζημιές υπέστη η ναυαρχίδα «Αζόφ», η οποία μετά τη μάχη αριθμούσε 153 οπές, εκ των οποίων επτά υποβρύχιες. Τα δε κατάρτια της είχαν χτυπηθεί τόσο πολύ, ώστε με δυσκολία το πλήρωμά της κατόρθωσε να ανεβάσει τα ιστία της.

Ο αντίκτυπος από την κανονιοβροντή στον κόλπο του Ναυαρίνου σύντομα διαδόθηκε σε Ελλάδα και σε ολόκληρη της Ευρώπη. Η είδηση για τη νίκη στο Ναυαρίνο ενέπνευσε κύμα χαράς και ανακούφισης σε Έλληνες και Φιλέλληνες. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη αναγνώρισε στο Ναυαρίνο το θρίαμβο του φιλελληνισμού.

Οι αντιδράσεις των κυβερνήσεων των συμμάχων ήταν ποικίλες. Στην Αγία Πετρούπολη εξολοκλήρου επικρότησαν τις ενέργειες του Χέυδεν ως συμβαδίζουσες με τη Σύμβαση του Λονδίνου και ανταποκρινόμενες στην εφαρμογή αυτής. Στο Λονδίνο θεωρήθηκε ότι ο Κόδριγκτον παραβίασε τις εντολές που είχε. Ο Άγγλος μονάρχης στο λόγο του της 29ης Ιανουαρίου 1828 χαρακτήρισε το Ναυαρίνο «ατυχές συμβάν» και εξέφρασε τη λύπη του για τη σύρραξη του βρετανικού στόλου με «τη ναυτική δύναμη του παλαιού συμμάχου». [10] Μετά από μερικούς μήνες ο Εδουάρδος Κόδριγκτον απομακρύνθηκε από το αξίωμά του.

Για την Υψηλή Πύλη και τη στρατιωτική ηγεσία της, το Ναυαρίνο απετέλεσε αναπάντεχο και δυνατό πλήγμα. Ο Ιμπραήμ, που υπολόγιζε σε καταστροφή του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναυαρίνου, εκφράστηκε με λύπη μετά τη Ναυμαχία ως εξής: «Ποιός μπορούσε να ξέρει ότι τα πλοία τους είναι σιδερένια, το δε πλήρωμά τους πραγματικοί διάβολοι». [11]

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου απετέλεσε αξιοσημείωτο στρατιωτικό-πολιτικό γεγονός, που διαδραμάτισε θετικό ρόλο στην επιτυχή έκβαση του Αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία. Κυριολεκτικά έσωσε τους Έλληνες από την απειλή του αφανισμού και τους επέτρεψε να επανακτήσουν τις δυνάμεις τους, για τους δε εχθρούς τους υπήρχε σημαντική στρατιωτική και πολιτική ήττα.

Στη βιβλιογραφία, ιδίως στη δυτικοευρωπαϊκή, υπάρχουν απόλυτες εκτιμήσεις για τη σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου. Ο Άγγλος ιστορικός Richard Clogg, στην εισαγωγή της ενδιαφέρουσα μονογραφίας του για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, γράφει ότι «η συντριβή του αιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο τον Οκτώβριο του 1827 από τον ενωμένο άγγλο-ρώσο-γαλλικό στόλο σε τελική ανάλυση εξασφάλισε την επιτυχία του ελληνικού ζητήματος». [12]

Αναγνωρίζοντας τη γενναιότητα των πληρωμάτων της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας, που πολέμησαν στο Ναυαρίνο, και τις επιτηδευμένες και αποφασιστικές ενέργειες των συμμαχικών ναυάρχων, εκτιμώ την ως άνω κρίση ως υπερβολή. Στην πραγματικότητα, ούτε από στρατιωτικής ούτε από πολιτικής άποψης, η ναυμαχία του Ναυαρίνου δε διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση του ελληνικού πολέμου για ανεξαρτησία. Από στρατιωτικής άποψης η ναυμαχία αναμφίβολα βελτίωσε τη θέση των Ελλήνων, αλλά και μετά από αυτή το μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδος εξακολουθούσε να παραμένει στα χέρια των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων. Μόλις το φθινόπωρο του 1828, μετά την απόβαση γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στο Μοριά, τα στρατεύματα των κατακτητών εγκατέλειψαν τη χερσόνησο της Πελοποννήσου. Η απόβαση, ωστόσο, του σώματος του Μαιζόν πραγματοποιήθηκε μετά την έναρξη του ρώσο-τουρκικού πολέμου των ετών 1828-1829 και υπήρξε άμεσο αποτέλεσμα αυτού.

Αξιοσημείωτο, εξάλλου, είναι να λαμβάνεται υπόψη ότι μετά το Ναυαρίνο και μέχρι την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου η Πύλη διέθετε αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις ώστε να προβεί σε νέες προσπάθειες πλήρους κατάπνιξης της εξέγερσης των Ελλήνων. Και μετά το Ναυαρίνο η Πύλη αρνείτο να αναγνωρίσει στους Έλληνες οποιαδήποτε μορφή αυτονομίας. Ο Σουλτάνος ο Μαχμούτ ο Β΄ εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τους Έλληνες αγωνιστές ως «εξεγερθέντες ραγιάδες». Το μοναδικό, στο οποίο συμφωνούσε ο Σουλτάνος, ήταν να παράσχει αμνηστία και άλλες «μεγαλοψυχίες», σε περίπτωση που οι Έλληνες καταθέσουν τα όπλα και ομολογήσουν την ενοχή τους. [13] Υπενθυμίζουμε ότι μέχρι τότε, τη δεκαετία του ΄20 του 19ου αι., η Πύλη υποχρεούτο, κατόπιν ήττας της σε πολέμους, να παραχωρεί στις Δυνάμεις κατεχόμενες από αυτή εκτάσεις, ουδέποτε, ωστόσο, μέχρι τότε είχε συμφωνήσει να αναγνωρίσει διεθνώς την αυτονομία ή ανεξαρτησία υπόδουλού της λαού. Τα μάθημα του Ναυαρίνου δε στάθηκε επαρκές για να σπάσει αυτό το ιδιάζον ψυχολογικό κατεστημένο, αυτό το εμπόδιο. Από τις Δυνάμεις που υπέγραψαν τη Σύμβαση του Λονδίνου απαιτούνταν νέες, ακόμη πιο αποφασιστικές ενέργειες. Η Αγγλία, ωστόσο, και η Γαλλία απέφευγαν τέτοιου είδους ενέργειες. Μόνο η Ρωσία εξακολουθούσε να καταλαμβάνει αποφασιστική στάση.

Τον Απρίλιο του 1828 ξεκίνησε νέος ρώσο-τουρκικός πόλεμος. Αν και το Ελληνικό Ζήτημα παρέμενε σημαντικό, αλλά δεν απετέλεσε το μοναδικό λόγο ξεσπάσματος του πολέμου, η νίκη της Ρωσίας στον πόλεμο επέφερε τη διπλωματική του διευθέτηση. Σύμφωνα με τη Συνθήκη Ειρήνης της Ανδριανούπολης της 2ης/14ης Σεπτεμβρίου 1829, η Πύλη υποχρεούνταν να αναγνωρίσει την αυτονομία της Ελλάδος, σε δε μισό χρόνο την ίδια την ανεξαρτησία της. «Με τον τρόπο αυτό – σύμφωνα με τον επιφανή Έλληνα ιστορικό Α. Βακαλόπουλο, – ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, που δημιούργησε τέτοια ανησυχία στην πολιτική ατμόσφαιρα της Ευρώπης, έλυσε, σαν το σπαθί το γόρδιο δεσμό,  τις ατελείωτες διαπραγματεύσεις και υποκίνησε της απελευθέρωση της Ελλάδας». [14] Αυτή η διατύπωση δε μειώνει την ιστορική σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, στην οποία ανήκει σημαίνων ρόλος στην υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Ωστόσο, παρά το σημαντικό ρόλο της εξωτερικής βοήθειας, η απελευθέρωση αυτή υπήρξε πριν απ’  όλα έργο των ίδιων των Ελλήνων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μάρτενς, Φ.Ο., Συλλογή συνθηκών και συμβάσεων, συναφθεισών μεταξύ Ρωσίας και ξένων Δυνάμεων, Αγία Πετρούπολη 1895, τ. ΧΙ, σ. 361.

[2] Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας κατά τον 19ο – αρχές του 20 ου αι., Μόσχα 1992, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV), σ. 153.

[3] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 4.

[4] Στο ίδιο, σ. 58.

[5] Μπρονέβσκι Β., Η ναυμαχία του Ναυαρίνου της 8ης Οκτωβρίου 1827. Πολεμικό περιοδικό 1829. № 3, σ. 31.

[6] Λάζαρεβ, Μ.Π., Τεκμήρια, Μόσχα 1952, τ. 1, σ. 323.

[7] ΒΠΡ, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV).

[8] Αντριένκο, Β.Γ., Πριν και μετά το Ναυαρίνο, Μόσχα 2002, σ. 162.

[9] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 295.

[10] Memoir of the life of Admiral Sir Edward Codrington. L., 1873. Vol. 2. P. 178-179.

[11] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 75.

[12] Clogg R. The Movement for Greek Independence. 1770-1821. A collection of documents. London and Bastingstoke, 1976. P. XXIII.

[13] Νοβιτσέβ, Α.Ν., Ιστορία της Τουρκίας, Λένινγκραντ 1968, τ. ΙΙ, Μέρος Ι, σ. 159.

[14] Βακαλόπουλου Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1988, τ. Η΄, σ. 502.

 

Γκριγκόρι Λ. Αρς,

Διδάκτωρ Ιστορικών Επιστημών,

Ινστιτούτο Σλαβικών Σπουδών Ακαδημίας Επιστημών Ρωσικής Ομοσπονδίας 

 23 Οκτωβρίου 2007, Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Βονιφάτιος Βοναφίν και η ταρίχευση του Καποδίστρια – «Errare humanum est» (το σφάλλειν είναι ανθρώπινο)


 

Την αποφράδα ημέρα της Κυριακής 27ης Σεπτεμβρίου 1831, με το παλιό ημερολόγιο, περίπου στις 6:45 πμ, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας έπεσε νεκρός στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα, στο Ναύπλιο, όπου πήγαινε να εκκλησιαστεί, άγρια δολοφονημένος «για λόγους τιμής», από τους δύο Μαυρομιχαλαίους (τους Μαυρομιχάλας), τον Κωνσταντίνο, αδερφό του Πετρόμπεη, που τον πυροβόλησε εξ’ επαφής στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφαλής με πιστόλι οπλισμένο με διπλό μπαλαρμά και τον Γεώργιο, γιό του Πετρόμπεη, ο οποίος τον χτύπησε θανάσιμα με μαυρομάνικο μαχαίρι στη δεξιά βουβωνική χώρα.

Το φονικό του Κυβερνήτη έγινε θρύλος και τραγούδι και η μνήμη του παραμένει ζωντανή στη λαϊκή συνείδηση των Ελλήνων, όπως το τραγούδησε η λαϊκή μούσα: «o Γιώργος και ο Κωσταντής, δυο Μπέηδες της Μάνης / μια πιστολιά του ρίξανε φαρμακερό μαχαίρι». «Το στόμα τ’ αίμα γέμισε τα χείλη του φαρμάκι / κι η γλώσσα τ’ αηδονολαλεί σαν το χελιδονάκι» (Χ. Πιτερός, Ναύπλιο, H πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα 7, (2009) 115-121).

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Η νεκροψία έγινε από επιτροπή γιατρών, έπειτα από δύο ώρες περίπου από τη δολοφονία. Την επόμενη, στις 28 Σεπτεμβρίου προσκλήθηκε ξανά επιτροπή γιατρών που την αποτελούσαν οι: Σπ. Καρβελάς, Ν. Μαράτος, Δομ. Μαλδίνης, Π. Ζεγκίνης, Ανδρ. Παπαδόπουλος – Βρεττός και Ιακ. Θεοφιλάς καθώς και ο φαρμακοποιός Βονιφάτσιο Βοναφίν, ο οποίος είχε ιδρύσει από το 1828 το πρώτο φαρμακείο στην Ελλάδα, στο Ναύπλιο, και ήταν ο αρμόδιος για την ταρίχευση. Τα σπλάχνα του Κυβερνήτη αφαιρέθηκαν από το σώμα, τοποθετήθηκαν σε πολυτελή θήκη και τάφηκαν κάτω από το Άγιο Βήμα του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνα.

Το πρώτο φαρμακείο «Ο Σωτήρ» του Β. Βοναφίν στεγαζόταν στο μεγάλο δρόμο, δίπλα από το πρώτο γυμνάσιο, το σημερινό δημαρχείο. Αρχικά, το φαρμακείο στεγαζόταν σε παλιότερη μη σωζόμενη διώροφη οικία. Η υπάρχουσα νεοκλασική οικία χτίστηκε περίπου γύρω στα 1880. Ο φαρμακοποιός Β. Βοναφίν (1800-1893), ιταλικής καταγωγής, ήταν σπουδαία φυσιογνωμία, σπουδαγμένος στην Πάδοβα της Ιταλίας, όπου είχε σπουδάσει ιατρική και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Τον Β. Βοναφίν στην συνέχεια διαδέχτηκε στο φαρμακείο ο ανιψιός του Α. Κάτσικας και κατά την τελευταία περίοδο το φαρμακείο λειτούργησε ως το 1972 από την Ε. Γουζουάση.

 

Το φαρμακείο όπως ήταν τη δεκαετία του ’60. Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

 

Κατά τη δεκαετία του 1980 στην πρόσοψη του νεοκλασικού κτιρίου τοποθετήθηκε, από τον πρόεδρο του Συλλόγου Παλαμήδης, Τ. Τούμπα, μαρμάρινη επιγραφή με το εξής κείμενο:

 

Το πρώτο φαρμακείον της Ελλάδος 1828-1972. Ιδρυτής Βονιφάτιος Βοναφίν. Εδώ εταριχεύθη ο Α΄ Κυβερνήτης της Ελλάδος Καποδίστριας την 28/09/1831.

 

Μετά την τοποθέτηση της επιγραφής αυτής έχει καθιερωθεί η άποψη από όλους ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ταριχεύθηκε στο φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν. Κανείς δεν έχει εκφράσει έκτοτε διαφορετική γνώμη, ούτε οι ασχολούμενοι επιστημονικά με την Νεοελληνική Ιστορία. Αλλά όπως είναι γνωστό, στην έρευνα αυτό το οποίο θεωρείται ως πιθανόν, δεν είναι και πραγματικό. Και στην περίπτωση αυτή βρισκόμαστε μπροστά στη δημιουργία μιας λόγιας καινοφανούς θα λέγαμε παράδοσης, η οποία δε συμβαδίζει με την αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα.

Για τον χώρο που ταρίχευσε ο Β. Βοναφίν τη σορό του Καποδίστρια δεν υπάρχουν ιστορικές αμφιβολίες και περιθώρια αμφισβήτησης. Όπως προκύπτει από την Γενική Εφημερίδα της Κυβέρνησης όπου έχουν δημοσιευθεί όλα τα σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια, αλλά και από την «Ναυπλία» του Μ. Λαμπρυνίδη (1875, σελ. 292):

«O νεκρός του Ι. Καποδίστρια μετεκομίσθη ευλαβώς εκ του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος εις το ανάκτορο αυτού, συνοδευόμενος υπό πλήθους λαού ολοφυρομένου επί τη απωλεία και καταρωμένου τους αυτουργούς˙ εκεί δε μετά την αυτοψία εταριχεύθη υπό του φαρμακοποιού Β. Βοναφίν και απετέθη εις την αίθουσαν της υποδοχής (του Κυβερνείου), όπου ο λαός συνέρεε και καθισπάζετο τα πόδια αυτού».

Τα πράγματα για την ταρίχευση είναι ξεκάθαρα. Η ταρίχευση έγινε στο Κυβερνείο που βρισκόταν στο μικρό πάρκο δυτικά της πλατείας Τριών Ναυάρχων, στο χώρο που έχει ανεγερθεί το άγαλμα του Όθωνα.

 

Εικόνα 3: Κυβερνείο, Παλατάκι Ι. Καποδίστρια (1890) από ανατολικά.

 

Η κηδεία του Κυβερνήτη έγινε 18 Οκτωβρίου 1831. Στη συνέχεια η σορός του τοποθετήθηκε στο αριστερό του Ιερού Βήματος του Αγίου Γεωργίου και στις 28 Μαρτίου 1832 ο αδελφός του Αυγουστίνος Καποδίστριας τη μετέφερε με πλοίο στην Κέρκυρα, όπου τάφηκε στο Μοναστήρι της Παναγίας μέσα στην πόλη.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι και ο φαρμακοποιός Θ. Κωστούρος στην μυθιστορηματική βιογραφία του για τον Βοναφίν (Θ. Κωστούρος, Βονιφάτιος Βοναφίν, Ανάπλι 1979) αναφέρει σαφώς ότι μετά τη δολοφονία «ο Μέγας Νεκρός, ανάμεσα σε γόους και ολοφυρμούς του πλήθους, μεταφέρθηκε στο Κυβερνείο, όπου οι γιατροί Παπαδόπουλος, Μαράτος, Τράϊμπερ, έκαναν τη νεκροψία …και κατόπιν ο Β. Βοναφίν ανάλαβε… την ταρίχευση του αδικοσκοτωμένου Κυβερνήτη».

Το φαρμακείο, σήμερα, στην Πλατεία Ναυάρχων. Στο χώρο που λειτούργησε το πρώτο φαρμακείο της Ελλάδας από τον Βοναφίν, λειτούργησε ως το 1972 το φαρμακείο της Ε. Γουζουάση. Ωστόσο, η υπάρχουσα νεοκλασσική οικία χτίστηκε περίπου γύρω στα 1880.

Γύρω από σημαντικά ιστορικά πρόσωπα στη μνήμη των ανθρώπων συγχέεται συχνά η πραγματικότητα με τη φαντασία, όπως π.χ. γύρω από τη φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι, την Αρβανιτιά κλπ (Χ. Πιτερός Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009).

Είναι καιρός το Ίδρυμα Ιωάννη Καποδίστρια να απομακρύνει από το πρώτο Φαρμακείο, το συντομότερο δυνατόν, την επιγραφή αυτή με την λανθασμένη πληροφόρηση για την ταρίχευση του Καποδίστρια και να τοποθετήσει νέα υπεύθυνα τεκμηριωμένη σύμφωνα με την ιστορική πραγματικότητα.

Σχετικά με το κτίριο του πρώτου φαρμακείου ανεξάρτητα από την δυνατότητα απαλλοτρίωσής του ή μη από το Δήμο Ναυπλίου, τα εκκλησιαστικά Συμβούλια του Αγίου Γεωργίου, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου, που εκμεταλλεύονται το κτίριο, έχουν υποχρέωση και καθήκον να αναλάβουν το συντομότερο δυνατόν την επισκευή της εξωτερικής όψης σε ένα τόσο ιστορικό κτήριο, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Είναι καιρός ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του.

Σημ. Βιβλιοθήκης:  Το ιστορικό κτίριο του Πρώτου Φαρμακείου πέρασε στις 6 Νοεμβρίου 2017 στην κυριότητα του Δήμου καθώς υπεγράφησαν τα συμβόλαια μεταβίβασης από τις τρεις εκκλησίες που το είχαν στην ιδιοκτησία τους στον Δήμο Ναυπλιέων.

Τα συμβόλαια παρουσία συμβολαιογράφου υπέγραψαν εκ μέρους των εκκλησιών οι πρόεδροι των εκκλησιαστικών συμβουλίων, Αγίου Γεωργίου π. Ελευθέριος Μίχος, Αγίου Νικολάου π. Κυριακός Αγγελόπουλος και Γενεσίου της Θεοτόκου (Παναγίας) π. Διονύσιος Ταμπάκης και εκ μέρους του Δήμου Ναυπλιέων ο Δημαρχος Δημήτριος Κωστούρος, ενώ η τιμή της αγοραπωλησίας ανέρχεται στο ποσό των 585.000 ευρώ.

 

Χρήστος Πιτερός

Αρχαιολόγος

Εφημερίδα «ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ», φύλλο 212, 29 Σεπτεμβρίου 2012.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »