Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Χαράλαμπος Β. Κριτζάς’

Οι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες του Άργους* – Χαράλαμπος Β. Κριτζάς, Επίτιμος Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου και τέως Επιμελητής Αρχαιοτήτων Αργολίδος


 

Η τύχη – μερικές φορές – μας χαρίζει απρόσμενα δώρα. Κανείς από τους αρχαιολόγους, που χρόνια τώρα ανασκάπτουν τα πλούσια χώματα του Άργους, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι στο μικρό οικόπεδο του κ. Ευάγγελου Σμυρναίου, στην οδό Κορίνθου 48, στην πλατεία του Σταροπάζαρου, κρυβόταν ένας πραγματικός επιστημονικός θησαυρός. Κι αυτό, γιατί μέχρι τώρα η περιοχή είχε δώσει κυρίως τάφους και όλοι πίστευαν ότι βρισκόταν εκτός των αρχαίων τειχών.

Η εξαγωγή των χαλκών πινάκων από τη λίθινη θήκη (πέτρον).

Γι αυτό και η έκπληξη της ανασκαφέως δρος Άλκηστης Παπαδημητρίου και των συνεργατών της – της Δ’ Εφορείας Αρχαιοτήτων – ήταν μεγάλη, όταν στις 3-10-2000 σηκώνοντας τις βαρύτατες καλυπτήριες πλάκες των θεωρούμενων τάφων βρήκαν, αντί για οστά και κτερίσματα, χάλκινους ενεπίγραφους πίνακες. Ένα ολόκληρο πολύτιμο αρχείο, που κυριολεκτικά φυλαγμένο για 25 περίπου αιώνες μέσα στην κιβωτό του χρόνου, έφερε μπροστά στα σαστισμένα αυτιά και μάτια μας τη φωνή και τη γραφή των αρχαίων Αργείων.

Η δρ. Παπαδημητρίου έδωσε ήδη από τις σελίδες αυτού του περιοδικού μια πρώτη έκθεση του χρονικού της ανακάλυψης και της ανασκαφής, που έγινε με υποδειγματικό τρόπο (Αργειακή Γη, τεύχος 2, Δεκ. 2004, σελ. 37-51).

Συνοψίζοντας τα ανασκαφικά δεδομένα, μπορούμε να πούμε ότι σε ένα χώρο, που στα γεωμετρικά χρόνια χρησίμευε ως νεκροταφείο, άρχισε πιθανώς τον 5ο π.Χ. αιώνα να υπάρχει μια λατρευτική δραστηριότητα. Λόγω του περιορισμένου χώρου η ανασκαφή δεν μπόρεσε να επεκταθεί και να δώσει μιαν ολοκληρωμένη εικόνα. Βρέθηκε πάντως ένα σχετικά πρόχειρης κατασκευής δωμάτιο, στο δυτικό άκρο του οποίου παρατηρήθηκε ένα είδος μεταλλουργικής δραστηριότητας. Κάτω από το δάπεδο του δωματίου και σε αξονική σχεδόν διάταξη βρέθηκαν λί­θινες θήκες, πήλινα αγγεία και ένας μεγάλος χάλκινος λέβητας. Τα περισσότερα ήταν καλυμμένα με ογκώδεις λίθινες πλάκες, βάρους άνω του ενός τόνου. Όσες από τις θήκες ή τα αγγεία δεν είχαν συληθεί ήδη στην αρχαιότητα, περιείχαν χαλκούς πίνακες διαφόρων σχημάτων.

Κρίνοντας από το περιεχόμενο των κειμένων, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι βρέθηκε το επίσημο οικονομικό αρχείο της πόλεως και κατά συνέπεια ο συγκεκριμένος χώρος φαίνεται να αποτελούσε παράρτημα κάποιου ιερού, που βρισκόταν φυσικά εντός των τειχών.

Έχομε έτσι μιαν έμμεση ένδειξη για την έκταση της τειχισμένης πόλεως του Άργους κατά την κλασική εποχή, το τείχος της οποίας περιλάμβανε την Ακρόπολη της Λάρισας και τα ανατολικά πρανή της, περνούσε περίπου πίσω από το Νεκροταφείο της Παναγίας, διέσχιζε την οδό Τριπόλεως και κατηφόριζε προς την περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου. Από εκεί στρεφόταν προς τα βόρεια και ακολουθούσε πορεία παράλληλη με τον Ξεριά, για να καταλήξει στη λεγόμενη Ασπίδα (Προφήτη Ηλία), τη δεύτερη Ακρόπολη του Άργους.

Πριν προχωρήσομε, θα ήταν χρήσιμο να κάνομε κάποιες διευκρινίσεις σχετικά με την ορολογία που χρησιμοποιούμε. Προκειμένου να καταλαβαίνει ο σημερινός αναγνώστης, μεταχειριζόμαστε συμβατικά όρους όπως πίνακες, θήκες, αγγεία κ.λ.π. Τα ίδια όμως τα κείμενα αποκαλούν τους χάλκινους πίνακες τελαμώνες, τις λίθινες θήκες πέτρους (στον ενικό ο πέτρος), τα πήλινα αγγεία λέκεα (στον ενικό το λέκος, που ετυμολογικά είναι από την ίδια ρίζα με το λεκάνη), ενώ για τη χάραξη των γραμμάτων χρησιμοποιούν το ρήμα ανγράφειν (δηλαδή αναγράφειν).

Να πούμε, τέλος, ότι ανάλογα οικονομικά αρχεία σε χαλκούς πίνακες έχουν βρεθεί ελάχιστα, με πιο γνωστό παράδειγμα τους 39 πίνακες που φυλάσσονταν σε θαμμένη λίθινη θήκη στο ιερό του Ολυμπίου Διός στους Λοκρούς της Κάτω Ιταλίας. Πρόσφατα βρέθηκαν 3 αμφίγραφοι πίνακες σε κτιστή υπόγεια θήκη στη Θήβα της Βοιωτίας. Αλλά και στο ίδιο το Άργος, στο οικόπεδο Καπετάνου, σε κάποια πάροδο της οδού Ηρακλέους, είχαν βρεθεί προ ετών 3 πίνακες όμοιου περιεχομένου με τους τωρινούς. Είχαν διπλωθεί ή κοπεί, προκειμένου να ξαναχρησιμοποιηθούν ως μέταλλο στα ελληνιστικά χρόνια. Ίσως αυτό αποτελεί μιαν ένδειξη για το τι απέγιναν οι χαλκοί πίνακες των θηκών και των αγγείων του οικοπέδου Σμυρναίου, που βρέθηκαν κενά, συλημένα ήδη στην αρχαιότητα. Το μέταλλο ήταν πάντα πολύτιμο υλικό και ήταν συχνή η αναχύτευση σκευών και αναθημάτων. Άλλωστε, πολλοί από τους πίνακές μας ήταν παλίμψηστοι, δηλαδή είχαν σφυρηλατηθεί και γραφεί για δεύτερη φορά.

 

Οι πίνακες όπως εξάγονται συσσωματωμένοι και με σκληρά ιζήματα.σκληρά ιζήματα.

 

Ο πίνακας ΟΜ 137 από το πήλινο αγγείο (λέκος) πριν τον καθαρισμό.

 

Ο πίνακας ΟΜ 137 από το πήλινο αγγείο (λέκος) κατά τη διάρκεια της συντήρησης και συγκόλλησης.

 

Η κακή κατάσταση διατήρησης των πινάκων, που παρουσιάζουν έντονη οξείδωση και πολλές ρηγματώσεις, καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη την εξαγωγή τους από τις θήκες, χωρίς να μεταβληθούν σε σωρό θραυσμάτων. Η δυσκολία αυξανόταν από το γεγονός ότι ήταν πάχους μόλις ενός χιλιοστού και πολλοί από αυτούς βρέθηκαν συσσωματωμένοι μεταξύ τους. Παρά ταύτα, οι έμπειροι συντηρητές Φώτης Δημάκης και Βασίλης Κοντός κατάφεραν να τους αφαιρέσουν με ασφάλεια και να τους συσκευάσουν κατάλληλα, για να μεταφερθούν στο Επιγραφικό Μουσείο στην Αθήνα.

Εκεί στήθηκε ένα ειδικό εργαστήριο, με στερεομικροσκόπιο, μηχάνημα υπερήχων με μικρό- υδροβολή, κλίβανο αφύγρανσης, ειδικά ξέστρα, στερεωτικά κ.λ.π. Το δύσκολο και χρονοβόρο έργο της συντήρησης ανέλαβε με μοναδική αφοσίωση ο έμπειρος συντηρητής μετάλλινων Τάσος Μαγνήσαλης, με τη συνεχή παρακολούθηση του υπογράφοντος. Η συντήρηση, εκτός από δεξιοτεχνία, απαιτεί και τεράστια υπομονή, ώστε να μην προκληθούν ζημιές.

Καθώς αποκαλύπτονται σταδιακά τα περίτεχνα σύμβολα των γραμμάτων, νομίζεις ότι αντηχεί η φωνή των αρχαίων από το βάθος του χρόνου. Πρόκειται για μια συγκλονιστική εμπειρία, που αποζημιώνει για όλο το μόχθο και την ένταση της αποκρυπτογράφησης και της μεταγραφής. Μέχρι σήμερα έχουν καθαριστεί και διαβαστεί περίπου 100 από τα κείμενα, που ίσως φθάσουν τελικά τα 150.

Τα κείμενα έχουν γραφεί με τη λεγόμενη έκκρουστη τεχνική (repousse). Ο χαράκτης δηλαδή, χρησιμοποιώντας μικρά κοπίδια, ευθύγραμμα και κυκλικά, «χτύπησε» τα γράμματα από την πίσω πλευρά του χαλκού ελάσματος, προχωρώντας ανάποδα από τα δεξιά προς τα αριστερά, ώστε να διαβάζονται ανάγλυφα από την κυρίως όψη και κανονικά, από τα αριστερά προς τα δεξιά. Διακρίναμε πολλά χέρια διαφορετικών χαρακτών.

Τα κείμενα είναι συνταγμένα στη δωρική διάλεκτο του Άργους του πρώιμου 4ου αιώνα π.Χ., που διαφέρει αρκετά από την αντίστοιχη αττική. Πάρα πολλές λέξεις ήταν μέχρι τώρα εντελώς αμάρτυρες και προστέθηκαν ήδη στο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, της πλουσιότερης του κόσμου.

Το αλφάβητο είναι το λεγόμενο επιχώριο αλφάβητο του Άργους, ορισμένα γράμματα του οποίου (όπως το Β, το Δ, το Λ, το Ξ) είναι εντελώς ιδιόρρυθμα. Διατηρούνται ακόμη πολλά αρχαϊκά στοιχεία, όπως η δασεία (Η) και το δίγαμμα (F).

Υπάρχει ακόμα πλήρως ανεπτυγμένο δεκαδικό αριθμητικό σύστημα, το λεγόμενο ακροφωνικό, σε μια παραλλαγή του που απαντά μόνο στην Αργολίδα. Χρησιμοποιείται για την καταγραφή ποσών, με βασική νομισματική μονάδα τη δραχμή και τα πολλαπλάσια ή τις υποδιαιρέσεις της.

Τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται είναι τα εξής:

Μ=Μύρια=10.000

Χ=Χίλια=1.000

Η=Ηεκατόν=100

Π=Πεντήκοντα=50

๏ =Δέκα=10

• δραχμή

=1 οβολός

C=μισός οβολός (ημιωβόλιον)

Τ=1/4 οβολού (τεταρτημόριον)

Σ=1/12 οβολού (χαλκούς)

Παράδειγμα ΜΜΧΧΧΗΗΗΗΗΗΗΠ๏๏๏::=CΤΣ=23784 δραχμές, 2½ οβολοί, 1 τεταρτημόριον και 1 χαλκούς.

Τα κείμενα, σχεδόν στο σύνολό τους, είναι οικονομικού – λογιστικού χαρακτήρα. Πρόκειται για απολογισμούς διαφόρων σωμάτων αρχόντων και θρησκευτικών αξιωματούχων, οι οποίοι διαχειρίσθηκαν τα ιερά και δημόσια χρήματα. Ο τελευταίος όρος δεν πρέπει να εκπλήσσει. Στις περισσότερες αρχαίες πόλεις, τα κεντρικά ιερά έπαιζαν το ρόλο τράπεζας και δημόσιου θησαυροφυλακίου. Αρκεί να θυμηθούμε τα χρήματα της Αθηναϊκής Συμμαχίας, που φυλάσσονταν αρχικά στο Ιερό του Απόλλωνος στη Δήλο και αργότερα στον Παρθενώνα. Η πόλη αντλούσε από εκεί άφθονα χρήματα για τακτικές ή έκτακτες (ιδίως πολεμικές) ανάγκες, αλλά όφειλε κάποτε να τα επιστρέψει, είτε υπό μορφή μετρητών είτε με τη μορφή αναθημάτων ή και με την ανέγερση κτιρίων θρησκευτικού χαρακτήρα στα ιερά.

Τα ιερά πάλι φρόντιζαν να αξιοποιούν τα χρήματα που κατείχαν, δανείζοντάς τα με τόκο ή μετατρέποντας παλιά νομίσματα και αναθήματα από πολύτιμα μέταλλα σε τάλαντα χρυσού και αργύρου, όπως οι σημερινές ράβδοι, δημιουργώντας έτσι αποθέματα ασφαλείας για την πόλη. Τα κείμενά μας τα αποκαλούν χρυσίον ή αργύριον αFεργόν (=αργόν, ακατέργαστο).

Στην περίπτωση του Άργους, η παλιά σεβάσμια πολιούχος ήταν η Παλλάς Αθηνά, μια πολεμική θεότητα, το κύριο ιερό της οποίας βρισκόταν στην κορυφή της Ακρόπολης της Λάρισας, όπου λατρευόταν με την επίκληση Πολιάς. Είναι, όμως, φιλολογικά και επιγραφικά μαρτυρημένη η ύπαρξη ιερού της Παλλάδος Αθηνάς στην κάτω πόλη. Τα κείμενα των πινάκων αποτελούν απολογισμούς διαχείρισης των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στο «θησαυρό» της, δηλαδή στα θησαυροφυλάκια του ιερού της. Αξιοσημείωτο είναι ότι και τα χρήματα της Ήρας, της μεγάλης θεάς που αντικατέστησε την Παλλάδα ως πολιούχος του Άρ­γους από τον 5ο π.Χ. αιώνα, κατετίθεντο στα ίδια θησαυροφυλάκια, ίσως γιατί το Ηραίο, ευρισκόμενο 8 χιλιόμετρα έξω από το Άργος, δεν παρείχε ασφάλεια την ταραγμένη, όπως θα δούμε, αυτή εποχή.

Οι ίδιοι οι πέτροι και τα αγγεία, τα θαμμένα στη γη και καλυμμένα με τις βαρύτατες πέτρες, αποτελούσαν τους «θησαυρούς», δηλαδή ένα είδος πρωτόγονων θησαυροφυλακίων. Μέσα εκεί εξασφαλίζονταν τα χρήματα, είτε σε μορφή νομισμάτων, είτε σε μορφή πολύτιμων μετάλλων. Αυτό επιβεβαιώθηκε τόσο από αναφορές μέσα στα ίδια τα κείμενα, όσο κυρίως από την ανεύρεση ενός μικρού χρυσού σύρματος και αρκετών μικροσκοπικών, σχεδόν αόρατων με γυμνό μάτι, ψηγμάτων χρυσού (χρυσόσκονης), που ξέφυγε και συσσωματώθηκε στην οξείδωση του χαλκών πινάκων.

 

Επτά πίνακες από τη λίθινη θήκη (πέτρoν) περασμένοι με σύρμα σε ορμαθό.

 

Όταν έκαναν καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων, έβαζαν μέσα στις θήκες ή τα αγγεία, ως υποκατάστατα ή αποδείξεις, τους χάλκινους πίνακες. Επειδή αποτελούσαν παραστατικά αξιών και δεν έπρεπε να αλλοιωθούν, τα έγραφαν σε χαλκό, που δεν σάπιζε μέσα στη γη, κι επιπλέον με έκκρουστα γράμματα, που δεν ήταν εύκολο να παραχαραχθούν. Ας θυμηθούμε ότι και σήμερα εκτυπώνουν διάφορους αριθμούς και ποσά σε διαβατήρια, τιμολόγια και γραμμάτια με διάτρητα στοιχεία! Ορισμένοι πίνακες με ομοειδές περιεχόμενο είχαν τρυπούλες και βρέθηκαν περασμένοι σε κρίκο ως ορμαθοί.

Πριν όμως προχωρήσομε σε μια λεπτομερέστερη εξέταση του περιεχομένου των πινάκων, είναι χρήσιμο να κάνομε μια σύντομη σκιαγράφηση της ιστορίας του Άργους στα κλασικά χρόνια, ώστε το σπουδαίο εύρημα να ενταχθεί στο ιστορικό του πλαίσιο.

 

Σύντομη σκιαγράφηση της ιστορίας του Άργους

 

Μετά την ένδοξη περίοδο της βασιλείας του Φείδωνος τον 7ο π.Χ. αιώνα, οπότε το Άργος φθάνει στο απόγειο της δόξας του, στα αρχαϊκά χρόνια επικρατεί ένα ολιγαρχικό πολίτευμα, με τη δύναμη στα χέρια ισχυρών γαιοκτημόνων – πολεμιστών.

Η διαρκής αντιπαλότητα με τη Σπάρτη οδηγούσε σε διαρκείς συγκρούσεις, από τις οποίες κρίσιμη για το Άργος υπήρξε η μάχη της Σήπειας, με την οποία ανοίγει ο 5ος π.Χ. αιώνας. Το 494 π.Χ. στη μάχη αυτή, που έγινε στα βαλτοτόπια της Τίρυνθας, οι Αργείοι υπέστησαν βαριά και φονική ήττα από τους Σπαρτιάτες με αρχηγό τον Κλεομένη τον πρεσβύτερο. Χάθηκαν 6.000 μάχιμοι πολίτες. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που οι Αργείτες έμειναν ουδέτεροι κατά τους περσικούς πολέμους.

Έστω κι αν η πόλη σώθηκε τότε χάρη στον ηρωισμό της ποιήτριας Τελέσιλλας, ο κλονισμός και η πολιτική και κοινωνική αναστάτωση ήταν αναπόφευκτες συνέπειες. Οι περίοικες πόλεις, όπως οι Μυκήνες και η Τίρυνθα, που ζούσαν σε ένα καθεστώς υποτέλειας έως τότε, βρίσκουν ευκαιρία να εκδηλώσουν τάσεις αυτονόμησης. Το ίδιο και άλλοι περίοικοι με περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα, που θέλησαν να επωφεληθούν από την αδυναμία του Άργους. Η παράδοση διασώζει την ανάμνηση ενός μεσοδιαστήματος με κυριαρχία των «δούλων», έως ότου η γενιά των παιδιών των σκοτωμένων ανδρωθεί. Δεν αποκλείεται, στο πλαίσιο ενός αναγκαίου συμβιβασμού, να δόθηκαν πολιτικά δικαιώματα σε διάφορους περίοικους με φιλοαργειακά αισθήματα. Το Άργος έτσι ενδυναμώθηκε και γρήγορα επέβαλε την ισχυρή κυριαρχία του σε όλη την Αργολίδα. Οι γύρω πόλεις, όπως οι Μυκήνες, η Τίρυνθα, η Μιδέα και άλλες υποτάχθηκαν. Οι γαίες τους κατασχέθηκαν και χαρακτηρίστηκαν ως ιερές και δημόσιες.

 

Η πίσω πλευρά του πίνακα ΟΜ 160, που δείχνει τον τρόπο χάραξης των γραμμάτων με την έκκρουστη τεχνική, από τα δεξιά προς τα αριστερά.

 

Η πλούσια πεδιάδα χωρίσθηκε σε κλήρους (γύας) και παραχωρήθηκε σε καλλιεργητές, που πλήρωναν ενοίκιο (δωτίνα). Από εκεί προέρχονταν τα κύρια έσοδα του κράτους, τα οποία κάλυπταν την άμυνα, τα κρατικά έργα και τις ποικίλες δημόσιες δαπάνες. Στη θεά ’Ηρα ανετίθετο η δέκατη των χρημάτων.

Αλλά η εισδοχή νέων μελών στο πολιτικό σώμα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια την εγκατάλειψη των παλιών κοινωνικών δομών και τον πλήρη εκδημοκρατισμό του Άργους. Είχαν προηγηθεί οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη στην Αθήνα και δεν αποκλείεται η παρουσία του Θεμιστοκλή, που ζει εξόριστος στο Άργος μετά το 471 π.Χ., να επηρέασε τις δημοκρατικές εξελίξεις.

Όπως πιστεύεται, γύρω στο 460 π.Χ. έγινε ανακατανομή των πολιτών στις 4 φυλές του Άργους (Υλλείς, Δυμάνες, Παμφύλαι και Υρνάθιοι), σε καθεμιά από τις οποίες υπάγονταν 12 φράτρες (σύνολο 48).

Όπως έδειξαν τα κείμενά μας, όλοι οι πολίτες εναλλάσσονταν σε όλες τις εξουσίες και υπήρχε μια ανακύκληση των φυλών στα διάφορα αξιώματα. Όλες οι κρατικές αρχές είχαν εξάμηνη θητεία, ώστε να μπορούν να ασκούν εξουσία περισσότεροι πολίτες. Όλα αυτά αποτελούν αποδείξεις ομαλής λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Οι επιβουλές, όμως, κατά της δημοκρατίας δεν έλειπαν. Η αριστοκρατική μερίδα παρέμενε ισχυρή και έβρισκε υποστηρικτές από άλλες πόλεις. Μια απόπειρα των ολιγαρχικών να ανακτήσουν την εξουσία κατέληξε στα αιματηρά γεγονότα του σκυταλισμού το 370 π. X. Οι δημοκράτες, υποδαυλιζόμενοι από τους δημαγωγούς, σκότωσαν με φρικτό τρόπο, χρησιμοποιώντας ξύλινα ραβδιά (σκυτάλες), τους ολιγαρχικούς, πριν στραφούν στη συνέχεια κατά των ίδιων των δημαγωγών. Τα κείμενά μας απηχούν πιθανότατα τα δραματικά αυτά γεγονότα, καθώς κάνουν λόγο για δημεύσεις και εκποιήσεις περιουσιών, τα έσοδα από τις οποίες κατατίθενται στο ιερό ταμείο.

Παράλληλα όμως με τις κοινωνικές ταραχές, είχαμε και εξωτερικά πολεμικά γεγονότα, καθώς από το 394 έως το 386 π. X. έλαβε χώρα ο λεγόμενος ο Κορινθιακός πόλεμος, στον οποίο εμπλέκονται και οι Αργείοι, με κύριους αντιπάλους τους Σπαρτιάτες και θέατρο των συγκρούσεων την Κορινθία, από την οποία πήρε και το όνομά του.

Τα κείμενά μας φωτίζουν και αυτήν την πτυχή της ιστορίας, καθώς διάφορα ποσά που αντλούνται από το ταμείο δίνονται στους στρατηγούς, τους ιππείς και τις περιπόλους για την εκστρατεία στην Κόρινθο (στρατεία ται εν Κορίνθωι), αλλά και για τη φρούρηση της υπαίθρου, που κυρίως υπέφερε από τις επιδρομές των Σπαρτιατών.

Είναι απορίας άξιο πώς – παρά τις ταραχές και τα πολεμικά γεγονότα – η οικονομία της πόλης παρέμενε ανθηρή, αν κρίνομε από τα τεράστια ποσά που τα κείμενά μας αναγράφουν ως υπόλοιπο ταμείου. Σε μια περίπτωση φθάνουν το εκπληκτικό ποσό των 217.373 αργυρών δραχμών, που αντιστοιχούν περίπου σε 434.746 σημερινά ημερομίσθια. Σε άλλη περίπτωση απογράφεται απόθεμα ακατέργαστου χρυσού βάρους 7 μνων και 7 στατήρων ευβοϊκού τύπου, δηλαδή περίπου 6 κιλών και 40 γραμμαρίων.

Φαίνεται ότι εκτός από τις προσόδους της πεδιάδας και τα χρήματα από τις δημεύσεις περιουσιών, υπήρχαν πολεμικά λάφυρα (για τα οποία κάνουν επίσης λόγο τα κείμενά μας), αλλά και περσικός χρυσός, που σύμφωνα με άλλες ιστορικές πηγές, μοίραζε αφειδώς η περσική προπαγάνδα σε εχθρικές προς τη Σπάρτη πόλεις, για αντιπερισπασμό. Το Άργος αναφέρεται ρητά ως μια από αυτές και ξέρομε και τα ονόματα αυτών που τα παρέλαβαν. Ο Ηρόδοτος μάλιστα (VI 125) αναφέρει ρητά ότι ο χρυσός στα περσικά θησαυροφυλάκια αποθηκευόταν και σε μορφή ψηγμάτων. Ίσως δεν θα μάθομε ποτέ αν η χρυσόσκονη που ξέφυγε και κόλλησε πάνω στην οξείδωση των χαλκών πινάκων, ήταν μέρος του χρυσού της περσικής προπαγάνδας…

Ποια, όμως, είναι τα σώματα αρχόντων και θρησκευτικών αξιωματούχων, που εμπλέκονται στις διάφορες δοσοληψίες; Πολλά από αυτά ήταν μέχρι τώρα αμάρτυρα. Και τα καθήκοντά τους (σε αυτό τουλάχιστον το στάδιο μελέτης) μπορούμε να τα εικάσομε από την ετυμολογία του ονόματός τους ή από τα συμφραζόμενα των κειμένων μας.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στον πέτρο, που τυχαία πρωτομελετήσαμε, παίζει μια αμάρτυρη μέχρι τώρα αρχή, η Επιγνώμα. Πρόκειται για την περιεκτική ονομασία ενός σώματος 8 Συνεπιγνωμόνων (2 από κάθε φυλή), που εισπράττουν (ενδεχομένως από τις κρατικές γαίες και άλλους κρατικούς πόρους) και πάντα καταθέτουν ή παραδίδουν κρατικά χρήματα.

Αυτά τα χρήματα τα αναλαμβάνουν, πολλές φορές αυθημερόν, οι λεγόμενοι Ογδοήκοντα. Πρόκειται για ένα σώμα γνωστό από παλιά, που αποτελείται από 80 ογδοηκοστείς (πιθανότατα 20 από κάθε φυλή), που ασκεί οικονομικά και δικαστικά καθήκοντα. Τώρα μάθαμε ότι ασκούσαν τα καθήκοντά τους κατά δεκάδες, με ένα δεκάδαρχο και εννέα συνδεκαδέες. Θυμίζουν κάπως τους Αθηναίους Αρεοπαγίτες.

 

Ο πίνακας ΟΜ 114 από το πήλινο αγγείο (λέκος) μετά τον καθαρισμό.

 

Ανώτατη θρησκευτική αρχή είναι οι 4 Ιαρομνάμονες (1 από κάθε φυλή), που διαχειρίζονται τα ιερά χρήματα. Εκλέγονταν για ένα έτος και ασκούσαν την προεδρία του σώματος ένα τρίμηνο ο καθένας, με αυστηρή τήρηση της ανακύκλησης των φυλών.

Σχετική με αυτούς ήταν η αρχή των τεσσάρων ΗαFεθλοθετών (=Αθλοθετών), που ήταν επιφορτισμένοι με τη διοργάνωση των αγώνων προς τιμήν της ‘Ηρας και την κατασκευή των χαλκών βραβείων. Την εποχή των πινάκων μας οι αγώνες λέγονταν Εκατόμβουα, αργότερα ονομάσθηκαν Ηραία και τέλος η εξ Άργους ασπίς. Κάθε 4 χρόνια οι αγώνες γιορτάζονταν μεγαλοπρεπέστεροι και ονομάζο­νταν πενταετηρίς. Σχετικοί με τις θυσίες ήταν και οι αμάρτυροι έως τώρα κριθοχύται, που εξάγνιζαν τα προς θυσία ζώα, ραντίζοντάς τα με χοντροαλεσμένο κριθάρι, όπως οι ουλοχύται των Αθηνών. Συγγενής με τις παραπάνω είναι μια αμάρτυρη, τετραμελής αρχή, η Αρτύνα τας ιππαφέσιος. Αρτύνα σημαίνει γενικά αρχή και στον πληθυντικό, αι αρτύναι, σημαίνει γενικά οι Αρχές της πόλεως. Η συγκεκριμένη αρχή αναλαμβάνει χρήματα για την κατασκευή ενός πολύπλοκου μηχανισμού ταυτόχρονης εκκίνησης των ίππων και των αρμάτων του ιπποδρόμου. Ο Παυσανίας περιγράφει μια τέτοια ιππάφεση στην Ολυμπία. Φαίνεται ότι στο ιππόβοτον Άργος οι ιππικοί αγώνες ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς.

Μια άλλη αρχή, όσο κι αν φαίνεται περίεργη, είναι η Αρτύνα των ποτηρίων, που ήταν επιφορτισμένη με την προμήθεια ποτηρίων από χρυσό και άργυρο. Πρόκειται φυσικά για τελετουργικά σκεύη, τα οποία χρησιμοποιούσαν στα επίσημα γεύματα κατά τη διάρκεια της πανήγυρης της ’Ηρας. Σε μια περίπτωση η επιτροπή αυτή (2 από κάθε φυλή) παίρνει από το ταμείο 13.626 δραχμές αργύρου, ενώ σε άλλο πίνακα αναφέρονται χρυσά ποτήρια βάρους 48 δραχμών και ασημένια βάρους 42.058 δραχμών (δηλαδή περίπου 1.156 κιλών). Φαίνεται πως εκτός από πολύτιμα σκεύη, αποτελούσαν ένα είδος κρατικού αποθέματος σε πολύτιμα μέταλλα.

Άγνωστος προς το παρόν είναι ο ρόλος των Αρτυνών του αγεμαστικού, ενώ αι Αρτύναι αι εν ται αγοράι πρέπει να ήταν αγορανομική αρχή.

Άλλο σώμα αρχόντων αποκαλείται οι ποι τανς δαπάνανς, αρχή επιφορτισμένη να πληρώνει τις δημόσιες δαπάνες.

Αντίθετα εισπρακτικό ρόλο είχαν οι αμάρτυροι μέχρι τώρα Οδοτήρες, λέξη που προέρχεται μάλλον από το ρήμα του οδάω=πωλώ. Στην Αθήνα λεγόταν πωληταί και στις αρμοδιότητές τους ήταν η πώληση δημευόμενων περιουσιών αλλά και η ανάθεση των δημοσίων έργων, καθώς και η εκμίσθωση των κρατικών ακινήτων.

Παραπλήσια καθήκοντα είχαν και οι αμάρτυροι μέχρι σήμερα Ανελατήρες (από το ρήμα ανελαύνω=σύρω, τραβώ), που ήταν υπεύθυνοι για την επιβολή ποινών και την είσπραξη προστίμων.

Στον κύκλο των στρατιωτικών αξιωμάτων ανήκουν οι Στραταγοί και οι Πο­λέμαρχοι. Αντίθετα, άγνωστου προς το παρόν χαρακτήρα είναι δύο σώματα αρχόντων, που αποκαλούνται οι Fεξακάτιοι (=οι εξακόσιοι) και οι Πεντακάτιοι (=οι πεντακόσιοι). Ίσως είχαν δικαστικές αρμοδιότητες.

Οι Σπονδοδίκαι πρέπει να ήταν οι διαμεσολαβητές για τη σύναψη σπονδών, δηλαδή εκεχειρίας και ειρήνης με τον εχθρό. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του Κορινθιακού πολέμου.

Οι Άκοι (=ακοοί, μάρτυρες) ήταν παρόντες στις περισσότερες δοσοληψίες και μαζί με τους εκπροσώπους της Βωλάς (=βουλής), των Δαμιοργών (=αρχόντων) και άλλων σωμάτων επικύρωναν και εγγυώντο με την παρουσία τους την ακρίβεια των συναλλαγών.

Ανώτατη αρχή ήταν η λαϊκή συνέλευση, η Αλιαία. Μερικοί πίνακες αναγράφουν ψηφίσματά της, από τα οποία πιο συγκινητική είναι η ομόφωνη απόφαση να διατεθούν τα ιερά χρήματα για τις ανάγκες του πολέμου και τη σωτηρία της Πατρίδας.

Άφησα τελευταίες τέσσερις άλλες αρχές, αμάρτυρες έως τώρα, που όλες συνδέονται με το καύχημα του Άργους, δηλαδή τον περικαλλή ναό της Ήρας στο Ηραίο, έργο του αργείου αρχιτέκτονα Ευπόλεμου, και το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς, έργο του Πολυκλείτου.

 

Ο νεότερος ναός της Ήρας, για την κατασκευή του οποίου κάνουν λόγο οι πίνακες.

 

Ο παλιός ναός καταστράφηκε από τυχαία πυρκαϊά το 423 π.Χ. Έως τώρα πιστεύαμε ότι η ανοικοδόμηση του νέου ναού είχε αρχίσει αμέσως και είχε ολοκληρωθεί πριν από τα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα. Ορισμένοι όμως νεότεροι μελετητές, με βάση αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, είχαν προτείνει να κατεβάσομε τη χρονολογία περάτωσης του ναού και του αγάλματος στις πρώτες δεκαετίες του 4ου π.Χ. αιώνα. Τώρα φαίνεται να δικαιώνονται. Τα κείμενά μας αναφέρουν το σώμα των Δωματοποιών ενς Ήραν, δηλαδή των υπεύθυνων για την κατασκευή του δώματος, του ναού της θεάς. Αντλούν διάφορα ποσά και πληρώνουν τους εργολάβους. Η κατασκευή του ναού πρέπει να βρισκόταν προς το τέλος της, αν κρίνομε από την παρουσία ενός άλλου σώματος, της Αρτύνας των θυρωμάτων, που ήταν υπεύθυνοι για την κατασκευή της τεράστιας θύρας του ναού (6Χ3,5μ.), από πολύτιμα ξύλα και ενθέματα από ελεφαντόδοντο. Αλλά και οι δωματοποιοί παραλαμβάνουν διάφορες ποσότητες χρυσού σε λεπτά φύλλα (πετάλια) για την επιχρύσωση των αρχιτεκτονικών λεπτομερειών του ναού.

Ταυτόχρονα αντλούν μεγάλα χρηματικά ποσά και ποσότητες χρυσού οι Εδοποιοί ενς Ήραν, δηλαδή οι υπεύθυνοι για την κατασκευή του χρυσελεφάντινου έδους (=καθιστού σε θρόνο αγάλματος) της θεάς. Το ύψος του αγάλματος, μαζί με το βάθρο έφτανε περίπου τα 8μ. Είχε ξύλινο σκελετό και επένδυση από φύλλα χρυσού, ενώ το πρόσωπο και τα γυμνά μέρη του σώματος ήταν από φύλλα ελεφαντοστού. Φορούσε βαρύτιμο περιδέραιο και στέφανο στο κεφάλι, πάνω στο οποίο ήταν σκαλισμένες οι Χάριτες και οι Ώρες. Στο ένα χέρι κρατούσε καρπό ροδιάς και στο άλλο σκήπτρο. Η φήμη του είχε διαδοθεί σε όλο τον αρχαίο κόσμο. Τώρα έχομε την απόδειξη ότι περατώθηκε στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα και συνεπώς ήταν έργο του Πολυκλείτου του νεότερου.

Σχετική με το άγαλμα πρέπει να ήταν και η Αρτύνα του Ευξοϊδείου, του εργαστηρίου δηλαδή που έφτιαχναν λεπτουργήματα (ευ+ξέω) και προετοίμαζαν τα μέρη του αγάλματος για συναρμολόγηση.

Σε μια περίπτωση οι Εδοποιοί παίρνουν από το ταμείο 10.000 αργυρές δραχμές, ενώ άλλες πινακίδες αναφέρουν ότι έλαβαν χρυσό για το έδος βάρους περίπου 14 κιλών. Φυσικά, δεν ήταν αυτή όλη η ποσότητα. Για σύγκριση αναφέρομε ότι η χρυσελεφάντινη Αθηνά του Φειδία στον Παρθενώνα είχε περί τα 40-50 τάλαντα χρυσού ( 1047- 1300 κιλά) και το συνολικό της κόστος υπερέβαινε τα 705 τάλαντα (περίπου 4.230.000 αργυρές δραχμές).

Είναι αδύνατο, στο πλαίσιο αυτού του εκλαϊκευτικού άρθρου, να αναφερθούν όλες οι ιστορικές πληροφορίες που μας χαρίζουν τα νέα κείμενα.

Χιλιάδες είναι τα νέα ονόματα πολιτών που συμπληρώνουν την αργειακή προσωπογραφία και πλουτίζουν την ελληνική ονοματολογία με δεκάδες αμάρτυρα ονόματα.

Τα ονόματα των Αργείων πολιτών στα επίσημα έγγραφα συνοδεύονταν σπανίως από τα πατρώνυμά τους και συνηθέστερα από τα ονόματα της φράτρας ή / και της κώμης από τις οποίες προέρχονταν.

Οι φράτρες ήταν πιθανότατα 48, όπως αναφέραμε, 12 για καθεμία από τις 4 φυλές. Στα γνωστά από παλιά ονόματα προστέθηκαν τώρα μεταξύ άλλων οι Δαρμείς, Ερβασίδαι, Ευρυσθίδαι, Μαλωνίδαι, Νοστιμίδαι, Παλίνστροφοι, Ελαιείς, Fαριάδαι, Σωφυλίδαι.

Μάθαμε ακόμα περί τα 30 νέα ονόματα κωμών του Άργους, που δείχνουν πως η επικράτειά του, τη συγκεκριμένη περίοδο, άρχιζε από τα σύνορα με την Κορινθία, περιελάμβανε τις Κλεωνές και τη Νεμέα, ολόκληρο τον αργολικό κάμπο και μέρος της Κυνουρίας, και έφτανε μέχρι τον αρχαίο Μάσητα, σημερινή Κοιλάδα της Ερμιονίδας.

Πολύτιμα είναι και τα νέα στοιχεία για το αργειακό ημερολόγιο, στο οποίο προστέθηκαν επιτέλους οι δύο από τους δώδεκα σεληνιακούς μήνες που μας έλειπαν, ο Αρταμίτιος και ο Εριθαίεος. Βρήκαμε επίσης ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο εξίσωναν το σεληνιακό με το ηλιακό έτος, προσθέτοντας εμβόλιμους μήνες ή συγχωνεύοντας δύο μήνες σε ένα, ιδίως όταν ήθελαν να αποφύγουν πολεμικές εισβολές και συγκρούσεις, προφασιζόμενοι ότι είχαν θρησκευτικές εορ­τές (ιερομηνίες).

Η μελέτη των πινάκων προχωρεί με πολύ μόχθο, με ενθουσιασμό αλλά και απογοητεύσεις, όταν τα κείμενα με αμάρτυρους και δυσνόητους όρους αρνούνται να αποκαλύψουν τα μυστικά τους. Τα απόγραφα και οι σημειώσεις συσσωρεύονται. Οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Συμπεράσματα που τα θεωρούσαμε σχεδόν βέβαια ανατρέπονται από το κείμενο μιας νέας πινακίδας. Το μωσαϊκό της γνώσης συμπληρώνεται αργά – αργά, έχοντας ακόμη πολλά χάσματα και φθορές.

Ανταμοιβή για την πολύμοχθη αυτή προσπάθεια είναι το συναίσθημα ότι από τους χάλκινους πίνακες αναδύεται η φωνή των αρχαίων, όπως μία θεία μελωδία μέσα από τις γραμμώσεις ενός δίσκου.

Το μέγα προνόμιο, ότι ακούς εσύ πρώτος την προαιώνια αυτή φωνή, αποζημιώνει για όλα τα ξενύχτια, τις ατέλειωτες ώρες στις βιβλιοθήκες, την κούραση των ματιών στο στερεοσκόπιο, τους χαμένους περιπάτους και διακοπές.

Προσπαθείς να μη συντρίβεις από τη διαπίστωση ότι όσο πιο ψηλά ανεβαίνεις στο βουνό της γνώσης, τόσο πιο πολύ διευρύνεται ο ορίζοντας της άγνοιας.

Παρηγοριέσαι (αλλά και ανησυχείς) με την ιδέα ότι πολλοί θα ασχοληθούν με τα ίδια κείμενα στους αιώνες που θα έλθουν και θα σε κρίνουν, θα σε διορθώσουν ή και θα σε απορρίψουν.

Το βέβαιον είναι ότι το Άργος ανέκτησε ένα πολύτιμο μέρος από τους ιστορικούς του τίτλους, που πρέπει να εκτεθούν σε ένα χώρο ασφαλή και αντάξιο της σημασίας τους. Θα αποτελούν πόλο επιστημονικών συναντήσεων αλλά και αειφόρου ανάπτυξης για την πόλη. Ήδη ο Δήμος αλλά και η Πολιτεία συντονίζονται στο να μετατραπεί η ανατολική πτέρυγα των Στρατώνων του Καποδίστρια σε Επιγραφική Συλλογή. Όταν ολοκληρωθεί, όπως την ονειρεύομαι, καμιά πόλη στον κόσμο δε θα έχει να επιδείξει κάτι παρόμοιο.

*Το ανωτέρω άρθρο έχει χαρακτήρα πρόδρομης εκλαϊκευτικής ανακοίνωσης και δεν αποτελεί δημοσίευση του ευρήματος, την οποία προετοιμάζει ο συγγραφέας.

 

Χαράλαμπος Β. Κριτζάς

Επίτιμος Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου

και τέως Επιμελητής Αρχαιοτήτων Αργολίδος

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 3, Δεκέμβριος, 2005.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »