Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Χριστούγεννα’

Dies Natalis Invicti Solis  – Γενέθλιος ημέρα του ανίκητου ήλιου (γιορταζόταν από τους Ρωμαίους στις 25 Δεκεμβρίου)


 

Σε μερικές ημέρες, στις 25 Δεκεμβρίου, θα γιορτάσουμε όπως κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα. Κι όμως, αυτή μάλλον δεν πρέπει να είναι η γενέθλιος ημέρα του Χριστού, αφού εξαρχής οι διάφορες πρωτοχριστιανικές εκκλησίες γιόρταζαν τα Χριστούγεννα σε διαφορετικές ημερομηνίες, ενώ μερικές μάλιστα δεν τα γιόρταζαν καθόλου. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, τον 2ο μ.Χ. αιώνα, είναι ο πρώτος που αναφέρει την εορτή των Χριστουγέννων και μας πληροφορεί ότι μερικοί γιόρταζαν τα Χριστούγεννα στις 20 Μαΐου και άλλοι στις 19 ή 20 Απριλίου. Ο ίδιος ο Κλήμης γιόρταζε τα Χριστούγεννα στις 17 Νοεμβρίου, ενώ άλλες μαρτυρίες μας πληροφορούν ότι ο εορτασμός των Χριστουγέννων τελούνταν επίσης στις 25 Μαρτίου και στις 29 Σεπτεμβρίου. Σε τι στοιχεία όμως βάσιζαν τον εορτασμό στις ημερομηνίες αυτές είναι σήμερα πια άγνωστο.

Ο εορτασμός των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου ξεκίνησε στη Ρώμη, όπου οι πρώτοι χριστιανοί τελούσαν τις θρησκευτικές τους εορτές κρυφά και σε μικρές ομάδες στις κατακόμβες τους όταν οι Ρωμαίοι ήσαν απασχολημένοι με τις δικές τους γιορτές των Σατουρναλίων.

Sol Invictus: ο Ακατανίκητος Ήλιος, ο θεός των Ρωμαίων. Λέγεται πως η λατρεία του αργότερα συνέπιπτε με τα Χριστούγεννα.

Sol Invictus: ο Ακατανίκητος Ήλιος, ο θεός των Ρωμαίων. Λέγεται πως η λατρεία του αργότερα συνέπιπτε με τα Χριστούγεννα.

Στην Περσία, η 25η Δεκεμβρίου γιορταζόταν ως ημέρα της γέννησης του Θεού «ηλίου-βασιλέως» Μίθρα, ενώ το 275 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αυρηλιανός θέσπισε τη γιορτή αυτή σ’ ολόκληρη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Συγχρόνως, οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν τα Κρόνια και τα Διονύσια, καθώς επίσης και τα Θεοφάνια ή Επιφάνια του ηλιακού θεού Φοίβου-Απόλλωνα. Οι γιορτές αυτές έπαιρναν πανηγυρικό χαρακτήρα και είχαν κατακτήσει ολόκληρο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Άρχιζαν με τα Βρουμάλια, από τις 24 Νοεμβρίου έως τις 17 Δεκεμβρίου και ακολουθούσαν τα Σατουρνάλια, από τις 18 έως τις 24 Δεκεμβρίου. Κατά την κεντρική ημέρα της γιορτής του «αηττήτου ηλίου» στις 25 Δεκεμβρίου, γνωστή ως Dies Natalis Solis Invicti, γιορταζόταν το γεγονός της τροπής του ηλίου, που άρχιζε και πάλι να ανεβαίνει στον ουρανό κι έτσι οι ημέρες να γίνονται όλο και πιο μεγάλες. Επειδή μάλιστα για μερικές ημέρες πριν και μετά τη «χειμερινή τροπή» ο Ήλιος φαίνεται να αργοστέκεται πάνω στην εκλειπτική σαν να είναι έτοιμος να σταματήσει, η χειμερινή τροπή ονομάζεται επίσης και «χειμερινό ηλιοστάσιο», σημαδεύοντας έτσι την αρχή του χειμώνα.

Η πρώτη φορά που η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε επίσημα ως ημέρα εορτασμού των Χριστουγέννων ήταν στα μέσα περίπου του 4ου μ.Χ. αιώνα, ενώ κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Ιουστινιανού, τον 6ο αιώνα, ο εορτασμός των Χριστουγέννων εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ανατολή εκτός από την Αρμενία, όπου διατηρήθηκε ο συνεορτασμός Χριστουγέννων και Θεοφανίων στις 6 Ιανουαρίου. Ο κύριος δηλαδή λόγος που έκανε την εκκλησία να προσδιορίσει τον εορτασμό των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου είναι η προσπάθεια των Πατέρων, όπως αναφέρει ο Πάπας Γρηγόριος ο Α΄, «να μετατραπούν βαθμιαίως αι εορταί των εθνικών εις Χριστιανικάς». Ο εορτασμός όμως των Χριστουγέννων την ίδια ημέρα που οι εθνικοί γιόρταζαν τα δικά τους Σατουρνάλια είχε και τις δυσμενείς του επιπτώσεις. Γιατί, σιγά σιγά, και ιδιαίτερα μεταξύ του 5ου και 8ου αιώνα, πολλά από τα απαράδεκτα για την εκκλησία έθιμα των αρχαίων εορτασμών πέρασαν και στη χριστιανική εορτή και ιδιαίτερα στο Βυζάντιο «όπου ο λαός τα ακολουθούσε με υπερβολή και γι’ αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Κανόνες των Συνόδων τα πολεμούσαν». Το 729 μ.Χ. μάλιστα ο Πάπας Ζαχαρίας αναγκάστηκε να απαγορεύσει με αυστηρότητα τους εορτασμούς των Χριστουγέννων του τύπου των αρχαίων Σατουρναλίων και του Χειμερινού Ηλιοστασίου στις 25 Δεκεμβρίου.

Στην εποχή μας, όμως, ο Ήλιος βρίσκεται στο νοτιότερο ύψος του στις 22 κι όχι στις 25 Δεκεμβρίου, ενώ αμέσως μετά αρχίζει σιγά σιγά να αναρριχάται και πάλι στον ουρανό. Το πρόβλημα αρχίζει με το Ιουλιανό Ημερολόγιο που εισήγαγε ο Ιούλιος Καίσαρ, το 44 π.Χ., για να διορθώσει τα κακώς κείμενα του προηγούμενου ημερολογίου. Αλλά και το Ιουλιανό είχε κι αυτό τις δικές του ατέλειες γιατί έχανε μία ημέρα κάθε 128 χρόνια. Το Ιουλιανό λοιπόν ημερολόγιο είχε θεσπίσει τη «χειμερινή τροπή του Ηλίου», το χειμερινό δηλαδή ηλιοστάσιο, στις 25 Δεκεμβρίου, αλλά με την πάροδο των ετών το προστιθέμενο μικρό λάθος είχε μεταθέσει την πραγματική ημερομηνία της χειμερινής τροπής. Έτσι, λοιπόν, το 325 μ.Χ., το έτος που έγινε η Σύνοδος της Νικαίας, η χειμερινή τροπή συνέβαινε στις 22 Δεκεμβρίου. Η μετάθεση όμως του Χειμερινού Ηλιοστασίου συνεχίστηκε χωρίς να διορθωθεί μέχρι και το έτος 1582, οπότε η χειμερινή τροπή συνέβαινε στις 12 Δεκεμβρίου. Τότε, ο Πάπας Γρηγόριος 13ος εισήγαγε μια νέα μεταρρύθμιση, γι’ αυτό και το νέο ημερολόγιο ονομάζεται Γρηγοριανό και χάνει μία μόνον ημέρα στα 4.000 χρόνια. Για να γίνει μια καινούργια αρχή, η γρηγοριανή μεταρρύθμιση έτρεψε τη θέση του ημερολογίου προς τα εμπρός με βάση το έτος της Συνόδου της Νικαίας το 325 μ.Χ. και όχι το έτος εισαγωγής του Ιουλιανού ημερολογίου το 44 π.Χ.

Γι’ αυτό και το χειμερινό ηλιοστάσιο συμβαίνει σήμερα στις 22 Δεκεμβρίου και ο πρωταρχικός λόγος για τον εορτασμό του στις 25 Δεκεμβρίου έχει πια χαθεί.

Διονύσης Π. Σιμόπουλος

Επίτιμος διευθυντής Ευγενιδείου Πλανηταρίου

Τέχνες & Γράμματα, Εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016.

Read Full Post »

Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα»

 

Κάθε χρόνο, όταν φτάνουν τα Χριστούγεννα, χωριά και πόλεις στολίζονται με τα γιορτινά τους και τα παιδιά, άλλα μοναχικά, άλλα σε παρέες, κρατώντας κουδουνιστά τρίγωνα ή μπαγλαμαδάκια, κιθάρες, ακορντεόν, λύρες ή φυσαρμόνικες, ξεχύνονται στους δρόμους, για ν’αναγγείλουν πόρτα-πόρτα το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Χριστού τραγουδώντας τα κάλαντα. Τα Κάλαντα αποτελούν δημοτικά ευχητικά και εγκωμιαστικά τραγούδια, που ψάλλονται εθιμικά την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών, όπως τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά (Αγ. Βασιλείου), των Θεοφανίων, ακόμη και των Βαΐων (του Λαζάρου), με εξαίρεση εκείνα της Μεγάλης Παρασκευής, που έχουν θρηνητικό χαρακτήρα και ομάδες παιδιών γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το μοιρολόι «Σήμερα μαύρος ουρανός», γνωστό και ως «Μοιρολόι της Παναγίας».

Στα παλιά χρόνια τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων κρατώντας φαναράκια αναμμένα, άλλα φλογέρα ή φυσαρμόνικα και τραγουδούσαν σαν σε χορωδία. Κύρια παραδοσιακά μουσικά όργανα που συνοδεύουν τα κάλαντα είναι το τρίγωνο, το λαούτο, το νταούλι, η τσαμπούνα, η φλογέρα κ.ά.

 

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

 

Η ρίζα του εθίμου

 

Τα κάλαντα είναι αρχαϊκὸ ελληνικὸ και ρωμαϊκό έθιμο, ενώ η λέξη κάλαντα έχει λατινική προέλευση. Η ρίζα τους φαίνεται ότι ξεκινάει απὸ τοὺς «αγερμούς» της αρχαίας Ελλάδας. Οι αγερμοὶ (απὸ τὸ ρήμα ἀγείρω = αθροίζω, μαζεύω) αρχικά ήταν έρανοι για την οικονομικὴ στήριξη ενός πολιτικού ή ζητιανιὰ των φτωχών στα αρχοντικὰ των πλουσίων ή στους ναοὺς που πανηγύριζαν ή θρησκευτική ζητιανιά σιτηρών και άλλων αγροτικών προϊόντων για τους ναούς και τα μοναστήρια των θηλυκών κυρίως θεοτήτων, όπως της Ρέας, Ειλειθυίας, Κυβέλης, Αρτέμιδος, Ήρας και άλλων.

Κάποια στιγμή πέρασαν από τους θρησκευτικούς στους παιδικούς αγερμούς, σε πράγματα δηλαδή που μάζευαν κάποια παιδιά, τα οποία ανακοίνωναν τις ημερολογιακές αλλαγές. Όπως είναι λογικό, στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν ακριβή ημερολόγια. Το αρχαιότερο ημερολόγιο το έγραψε κατά τον Δ΄ π.Χ. αιώνα ο μαθηματικός και αστρονόμος Εύδοξος ο Κνίδιος, σύγχρονος του Αριστοτέλη, γι΄ αυτὸ και λεγόταν «Ευδόξου Τέχνη». Απὸ την προϊστορικὴ εποχή ο άνθρωπος είχε παρατηρήσει τα τέσσερα κρίσιμα σημεία του έτους, που το χωρίζουν σε τέσσερα τέταρτα (εποχές), δηλαδή τις δύο ισημερίες, εαρινή στις 20 Μαρτίου και φθινοπωρινή στις 22 Σεπτεμβρίου, και τα δύο ηλιοστάσια, το χειμερινή στις 21 Δεκεμβρίου με τη μεγαλύτερη νύχτα της χρονιάς, και το θερινὸ στις 21 Ιουνίου με τη μεγαλύτερη ημέρα της χρονιάς. Τις αλλαγές αυτές τις διαπίστωναν παρατηρώντας το βορειότερο και το νοτιώτερο σημείο της ανατολής και της δύσης του Ηλίου στις οροσειρές του ορίζοντα.

Τις ακριβείς ημερολογιακές αλλαγές του έτους ή και του μηνός τις ανακοίνωναν εκείνοι που ασχολούνταν με τα ημερολόγια και ο απλός λαός τις μάθαινε από μικρά παιδιά, μικροὺς ἀγγελιοφόρους, που μετέφεραν το μήνυμα της χρονικής αλλαγής με αγγελτήρια και ευχετήρια τραγουδάκια και έπαιρναν φιλοδωρήματα. Στην αρχή, που δεν υπήρχε νόμισμα, τα φιλοδωρήματα ήταν ξηροὶ ή λιασμένοι καρποί, αμύγδαλα, καρύδια, ξυλοκέρατα, σύκα ή τρόφιμα, αυγά, τυρί, κρέας, ψωμιά, κουλούρες, κρασὶ στο ποτήρι, σιτάρι, κριθάρι, μέλι, αλάτι και διάφορα άλλα καλούδια απὸ το κελλάρι του κάθε σπιτιού. Αργότερα ήταν και νομίσματα μικρής αξίας, όπως οι οβολοὶ.

Τα παιδιά της προϊστορικής εποχής έλεγαν το μήνυμα και τις ευχές κάθε πρωτομηνιά (νεομηνία), όπως μνημονεύει ο συντάκτης του ψευδηροδότειου Βίου του Ομήρου, που γράφει ότι δήθεν ο φτωχὸς και τυφλός Όμηρος παραχειμάζων ἐν τῇ Σάμῳ, ταῖς νουμηνίαις προσπορευόμενος πρὸς τὰς οἰκίας τὰς εὐδαιμονεστάτας, ἐλάμβανέ τι ἀείδων τὰ ἔπεα τάδε, ἃ καλεῖται εἰρεσιώνη˙ ὡδήγουν δὲ αὐτὸν καὶ συμπαρῆσαν αἰεὶ τῶν παίδων τινὲς τῶν ἐγχωρίων, δηλαδή ο Όμηρος «περνώντας το χειμώνα στη Σάμο κάθε πρώτη του μηνός περνούσε από αρχοντικό σε αρχοντικό, και έπαιρνε κάτι, αφού τραγουδούσε τα λόγια αυτά, τα οποία ονομάζουν ειρεσιώνη. Και τον οδηγούσαν κάθε φορά παιδιά από την περιοχή αυτή, που τραγουδούσαν κι αυτά μαζί του». Ο χαρακτηρισμός των τραγουδιών αυτών ως «ειρεσιώνη» δείχνει την εξέλιξη των αγερμών στο πέρασμα των χρόνων και την ταύτισή τους με την ειρεσιώνη των αρχαίων Ελλήνων.

 

Στα χρόνια της «ειρεσιώνης»

 

Ειρεσιώνη

Ειρεσιώνη

Πίσω από τα κάλαντα, λοιπόν, κρύβεται και το αρχαίο Ελληνικό έθιμο με το όνομα Ειρεσιώνη. Η Ειρεσιώνη (από το είρος = έριον, μαλλί) ήταν ένα κλαδί αγριελιάς (κότινος) στολισμένο με γιρλάντες από λευκό και κόκκινο μαλλί, πάνω στις οποίες κρεμούσαν τους καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λ.π.), που τους προσέφεραν στα διάφορα σπίτια. Συμβόλιζε την ευφορία και τη γονιμότητα της γης και εορτάζονταν δυο φορές το χρόνο, μια την άνοιξη, στα Θαργήλια (27 Απριλίου – 26 Μαΐου),  με σκοπό την παράκληση των ανθρώπων προς τους θεούς να ευνοήσουν την καρποφορία, και μια το φθινόπωρο, στα Πυανέψια, την 7η ημέρα του μηνός Πυανεψιόνος (Ιανουαρίου), για να ευχαριστήσουν τους θεούς για την συγκομιδή των καρπών. 

Στην αρχαία Ελλάδα, πολλούς αιώνες πριν τη γέννηση του Χριστού, «παίδες αμφιθαλείς» (παιδιά που και οι δυο γονείς τους βρίσκονταν στη ζωή) ξεχύνονταν στους δρόμους δύο φορές το χρόνο με «ειρεσιώνες» στα χέρια, τραγουδούσαν από σπίτι σε σπίτι ευχόμενα πλούτο, χαρά και ειρήνη και έπαιρναν ως φιλοδώρημα καρπούς κάθε λογής από το νοικοκύρη ή την κυρά του σπιτιού. Το έθιμο της ειρεσιώνης ήταν έκφραση ευχαριστίας για τη γονιμότητα του έτους που έφευγε και παράκληση να συνεχιστεί η γονιμότητα και η ευφορία και το επόμενο έτος και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη). Όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπως κρεμάμε σήμερα τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια. Εκεί θα έμενε μέχρι το επόμενο έτος, όποτε θα καίγονταν σε τελεστική φωτιά, όπως καίμε στις μέρες μας τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια στις φωτιές του Αη-Γιάννη. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από τη θύρα του Ιερού του Απόλλωνα.

Ας δούμε τους επόμενους στίχους, που φέρεται ότι τραγούδησε στη Σάμο, κατά το έθιμο της ειρεσιώνης, ο Όμηρος και μας διασώζει ο Πλούταρχος («Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22»):

 

Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,

ος μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί.

Αυταί ανακλίνεσθαι θύραι πλούτος γαρ έσεισι πολλός,

συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ’αγαθή…

Όσα δ’ άγγεα, μεστά μεν είει κυρβαίη δ’ αεί

κατά καρδόπου έρποι μάζα…

 Δηλαδή:

Ήρθαμε στο αρχοντικὸ μεγάλου νοικοκύρη,

γενναίου με τρανή φωνή και πάντα ευτυχισμένου.

Ανοίξτε πόρτες μόνες σας, ο πλούτος να ‘μπει μέσα,

και με τον πλούτο συντροφιά χαρά και ευτυχία

και η ειρήνη η γλυκιά στο σπίτι να ριζώσει.

Όσα δοχεία έχετε, όλα γεμάτα να ‘ναι

στη σκάφη το ζυμάρι σας πάντοτε να φουσκώνει.

 

Το τραγούδι της Ειρεσιώνης της εποχής του Ομήρου το συναντάμε σήμερα με μικρές παραλλαγές στα κάλαντα της Θράκης:

 Στο σπίτι ετούτο πού ‘ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη

ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα

να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη

και να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι

κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.

Επομένως τα κάλαντα με τις αρχαίες ελληνικές ονομασίες τους, αγερμοί,  ειρεσιώνες κ.α. ήταν κοινωνικά και ημερολογιακά άσματα χωρίς κανένα θρησκευτικό χαρακτήρα. Θρησκευτικά στοιχεία, ειδωλολατρικά στην αρχή και χριστιανικά στη συνέχεια, μπήκαν σ᾽ αυτά μόνο σε όψιμα χρόνια.

 

Από τις calendae στα κάλαντα

 

Μέχρι να φτάσουμε από τις αρχαίες ειρεσιώνες στα σημερινά κάλαντα μεσολάβησε μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδος για τη σημερινή διαμόρφωση των καλάντων, η οποία τους χάρισε και το όνομα που έχουν σήμερα.

Στα αρχαία ρωμαϊκά χρόνια κάθε μήνας διαρκούσε όσο μία περίοδος περιφοράς της σελήνης γύρω από τη γη (σεληνιακοί μήνες). Στην αρχή κάθε σεληνιακού μήνα οι ρωμαίοι συνήθιζαν να γιορτάζουν τις λεγόμενες «calendae» καλένδες (υπάρχει και γραφή με k, kalendae), που μεταφράζεται «νουμηνίες» (νέος + μήνας). Η λέξη calendae προέρχεται από τη λατινική φράση calo luna novella, δηλαδή «ανακηρύσσω τη νέα σελήνη», με την οποία ο αρχιερέας του Καπιτωλίου ανάγγελλε τη νεομηνία. Το ρήμα calo είναι συγγενικό με το δικό μας ρήμα «καλώ». Από το calo προέκυψαν οι calendae και από εκεί και τα σημερινά calendar, calendrier και το δικό μας καλεντάρι ( το calendarium των Ρωμαίων ήταν κατάλογος  χρεών μαζί με τόκους και φόρους, που πληρώνονταν την πρώτη κάθε μήνα).

Η πιο εντυπωσιακή από όλες τις γιορτές των ρωμαϊκών νουμηνιών ήταν οι Καλένδες του μήνα Ιανού, δηλαδή του Ιανουαρίου, κατά τις οποίες, πέρα από το γλέντι και την ανταλλαγή των δώρων, οι άρχοντες αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους σε μια πανηγυρική τελετή. Από τις ρωμαϊκές καλένδες πήραν το όνομά τους τα κάλαντα, που αρχικά ήταν η πρώτη μέρα του μήνα, γρήγορα όμως ταυτίστηκαν με την 1η Ιανουαρίου και επομένως με την πρωτοχρονιά (Κάλαντα = πρωτοχρονιά). Σήμερα βέβαια κάλαντα λέγονται τα ευχετήρια τραγούδια, που τραγουδούν τα παιδιά στα σπίτια και στα μαγαζιά όλη την περίοδο των Χριστουγέννων. Ετυμολογικά τουλάχιστον από ‘κει κρατούν τα «κάλαντα».

Από τις καλένδες προέρχεται, εκτός από τα κάλαντα, και η παροιμιακή φράση «παραπέμπω στις (ελληνικές) καλένδες», που τη χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και σημαίνει κάτι που διαρκώς αναβάλλεται και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ποτέ. Γιατί δεν υπήρχαν ελληνικές καλένδες, ενώ ρωμαϊκές υπήρχαν. Για το ρωμαίο της εποχής του Αυγούστου η υπόσχεση «θα σε πληρώσω στις καλένδες» ήταν εντελώς κυριολεκτική, ισοδύναμη με τη δική μας «θα σε πληρώσω την πρώτη του μηνός». Η έκφραση όμως «θα σε πληρώσω στις ελληνικές καλένδες» (ad calendas graecas) έδειχνε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και ήταν ισοδύναμη με τις δικές μας φράσεις «θα σε πληρώσω στις 30 του Φλεβάρη» ή «το μήνα που δεν έχει Σάββατο».

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα πήραν τη σημερινή τους μορφή στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Τότε οι χριστιανοί ήθελαν να εξοβελίσουν από τη ζωή τους κάθε τι που θύμιζε το ρωμαϊκό κόσμο, απ’ τον οποίον καταδιώχθηκαν άγρια. Χρησιμοποιούσαν μάλιστα με διαφορετική νόημα λέξεις που σχετίζονταν με τελετουργίες ειδωλολατρικών ρωμαϊκών εορτών και επέλεγαν να γιορτάζουν τις δικές τους γιορτές σε ημερομηνίες αντιστοίχων ειδωλολατρικών. Επειδή όμως οι προχριστιανικές τελετουργίες είχαν διεισδύσει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της εποχής των πρώτων ρωμαϊκών χρόνων, η χριστιανική εκκλησία έπρεπε να βρει μια συμβιβαστική λύση. Έτσι, λοιπόν, διατήρησε τα περισσότερα λαοφιλή αρχαία έθιμα, αλλά  με άλλη μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Η λαϊκή παράδοση  από τις αρχαίες καλένδες ήθελε την Πρωτοχρονιά μια μέρα σημαδιακή για την εξέλιξη της χρονιάς και έδωσε στον «Αϊ Βασίλη», που ο θάνατος του συνέπεσε με την Πρώτη του Γενάρη του 379 μ.Χ., όλες εκείνες τις ιδιότητες που ανταποκρίνονταν στους πόθους και τις ανάγκες της.

Οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν στις 30 Δεκεμβρίου την αναγέννηση του Διονύσου, ο οποίος γεννήθηκε από την παρθένο Σεμέλη και σκοτώθηκε από τους τιτάνες. Αυτή η αρχαία Ελληνική γιορτή είχε ταυτιστεί με τη γιορτή του Ήλιου, τον οποίο οι αρχαίοι λαοί είχαν θεοποιήσει. Συγκεκριμένα στους Έλληνες ο Ήλιος είχε ταυτιστεί με τον Φωτοφόρο Απόλλωνα, ο οποίος απεικονιζόταν πάνω στο ιπτάμενο άρμα του να μοιράζει το φως του Ήλιου. Οι αρχαίοι λαοί αναπαριστούσαν την κίνηση του ήλιου με τη ζωή ενός ανθρώπου, που γεννιόταν κατά τη χειμερινή τροπή του ήλιου, μεγάλωνε βαθμιαία καθώς αυξάνονταν και οι ώρες που ο ήλιος φωταγωγούσε τη Γη, και πέθαινε ή ανασταίνονταν το Μάρτιο, την ημέρα της Εαρινής Ισημερίας, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναγέννηση του φυτικού βασιλείου μέσα από τη μήτρα της Γης. Το χειμερινό Ηλιοστάσιο 22-25 Δεκεμβρίου σημαίνει την αρχή του χειμώνα και ο Ήλιος αρχίζει βαθμιαία να αυξάνει την ημέρα μέχρι να εξισωθεί με τη νύχτα κατά την Ισημερία το Μάρτιο. Τότε «αλλάζει ο χρόνος», ο Ήλιος νικά το σκοτάδι και έρχεται η άνοιξη, η εποχή της αναγέννησης της φύσης.

Το «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου» αναφέρει μεταξύ άλλων στο λήμμα «κάλανδα»: 

 

[…] «Το έθιμον ίσως να είναι συνέχεια της περιφοράς της αρχαίας ειρεσιώνης υπό παίδων ή και ένωσις συνηθειών περισσοτέρας της μίας αρχαίων εορτών, διότι οι αποτελούντες τα άδοντα συγκροτήματα περιέρχονται τας οικίας συχνά, κρατούντες ράβδους κεκοσμημένας, όπως περίπου οι αρχαίοι θύρσοι των διονυσιακών εορτών και φανούς πολυχρώμους ή εσωτερικώς φωτιζόμενα ομοιώματα πλοίων, με άνοιγμα απομιμούμενον αστέρα, από όπου μόνον χύνεται το φως κ.λ.π..[…] Φαίνεται πάντως ότι η συνήθεια υφίστατο και προ της βυζαντινής εποχής και ίσως είχε συνδυασθεί η χαρά για την γέννησιν του Σωτήρος, η οποία προ του 4ου αιώνος επανηγυρίζετο την 1ην του έτους, με τας ελπίδας και τας ευχάς του νέου έτους, τας οποίας συνήθιζον οι Ρωμαίοι, και με τον τρόπον του εορτασμού, που ήτο αρχαίος ελληνικός.»[…]

 

Στη βυζαντινή περίοδο

 

Βυζαντινά Κάλαντα

Βυζαντινά Κάλαντα

Η συνήθεια διατηρήθηκε και στο Βυζάντιο και δεν υποχώρησε, παρά τις απαγορεύσεις και τις αντιρρήσεις των πατέρων της εκκλησίας, οι οποίοι κατά τους Βυζαντινούς χρόνους απαγόρευαν ή απέτρεπαν αυτό το έθιμο ως καταγόμενο από τις εορτές των ρωμαϊκών Καλενδών, που είχε καταδικάσει η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος το 680 μ.Χ. Και πολλοί Πατριάρχες το απαγόρευαν στους πιστούς, ενώ ο βυζαντινός χρονικογράφος Ιωάννης Τζέτζης, που έζησε τον 12ο αιώνα, αποκαλούσε τους καλαντιστές κάθε πρωτομηνιάς «μηναγύρτες»:

 Οπόσοι περιτρέχουσι χώρας και προσαιτούσι

και όσοι κατ΄ αρχίμηνον του Ιανουαρίου

και του Χριστού γεννήσει και Φώτων τη ημέρα

οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες

μετά ωδών ή επωδών ή λόγων εγκωμίων,

………………………………

ούτοι αν πάντες λέγοιντο κυρίως Μηναγύρται.

 

Τους παρουσιάζει μάλιστα ως γάλλους (= κίναιδους) ιερείς, οι οποίοι έβαζαν πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι το είδωλο της θεάς  Ρέας και περιερχόμενοι στις κώμες τραγουδούσαν τα αρχίμηνα χτυπώντας και τύμπανα (=ντέφια) και ζητιανεύοντας (προσαιτούντες) όσπρια και σιτηρά υπέρ του μοναστηριού τους. Και οι οπαδοί της λατρείας ασπάζονταν το είδωλο και τους έδιναν ένα πιάτο απ᾽ αυτά που ζητούσαν, όπως ακριβώς έκαναν και οι καλόγεροι, που ζητιάνευαν για τα μοναστήρια τους με λείψανα και εικονίσματα αγίων πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι  και μάζευαν παρόμοια προϊόντα ή χρήματα μέχρι τη δεκαετία του 1960.

Οι αντιδράσεις όμως της εκκλησίας στη Βυζαντινή περίοδο δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν φραγμό σε συνήθειες αιώνων και κυρίως στα κάλαντα, που καθιερώθηκαν από το 13ο αιώνα και απέκτησαν σημασία και διαδόθηκαν σαν αναπόσπαστο στοιχείο των γιορταστικών εκδηλώσεων για τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα. Ωστόσο τα Κάλαντα ή Κάλενδοι, όπως ονομάζονταν στο Βυζάντιο, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη, δεν ήταν απλά τραγούδια. Ήταν λαμπρή γιορτή. Μικροί και μεγάλοι χωρισμένοι σε ομάδες γυρνούσαν στα σπίτια και τραγουδούσαν διάφορα εγκωμιαστικά ή και σατιρικά τραγούδια παίρνοντας το ανάλογο φιλοδώρημα από κάθε νοικοκύρη.  Κρατούσαν ραβδιά ή φανάρια ή ομοιώματα πλοίων στολισμένα και συνόδευαν το τραγούδι με κρούση τριγώνου ή τύμπανου.

 

Τα κάλαντα στη νεοελληνική παράδοση

 

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Από την Κωνσταντινούπολη και το Βυζάντιο το έθιμο των καλάντων εντάχθηκε στη νεοελληνική παράδοση, πέρασε στην υπόλοιπη Ελλάδα, απλώθηκε και απέκτησε τις διάφορες τοπικές παραλλαγές κρατώντας μέχρι σήμερα. Ομάδες παιδιών ή και ώριμων ανδρών περιφέρονται στα σπίτια, στους δρόμους, στα καταστήματα και τραγουδούν με ειδικό όργανο τραγούδια, που αφορούν στα Χριστούγεννα, τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς, τη γιορτή του Μ. Βασιλείου και είναι διαφορετικά για κάθε γιορτή. Από την περίοδο της Βασιλευομένης Δημοκρατίας μάλιστα καθιερώθηκε το έθιμο της απαγγελίας των καλάντων από τους άνδρες της ανακτορικής φρουράς ενώπιον των Βασιλέων, όπως συνέβαινε και σε άλλους Ευρωπαϊκούς Βασιλικούς Οίκους, όπου είχαν καθιερωθεί παρόμοιες εθιμικές ευχητικές εκδηλώσεις. Έτσι μέχρι σήμερα συνεχίζεται το έθιμο να λέγονται τα κάλαντα όχι μόνο στα σπίτια, αλλά και σε πρόσωπα πολιτικά από ομάδες, συλλόγους, χορωδίες κλπ.

Τα κάλαντα, που ακούμε σήμερα στα διάφορα διαμερίσματα της χώρας μας, είναι πολλά και ποικίλα, πανέμορφα και γεμάτα παραλλαγές, αυτοσχεδιασμούς και αποχρώσεις και ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή, τα τοπικά ιδιώματα και τα χαρακτηριστικά στοιχεία των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται. Είναι τραγούδια με στίχους, που από τη μια υπενθυμίζουν – αναγγέλλουν-τονίζουν την έλευση κάποιας χαρμόσυνης γιορτής (τη Γέννηση Του Χριστού) και από την άλλη εκφράζουν ευχές σε φίλο ή γείτονα ή άρχοντα και γενικά σε κάθε νοικοκύρη, που επισκέπτονται ή συναντούν οι καλαντάρηδες, και στα μέλη της οικογένειάς του,  την «κυρά» (= σύζυγο), το γιο ή τη θυγατέρα.

Παρόλο όμως που διαφοροποιούνται από περιοχή σε περιοχή, έχουν μια «τυπική» δομή: το πρώτο μέρος τους αναφέρεται στην εορτή, το δεύτερο εγκωμιάζει το σπίτι στο οποίο ψάλλονται και καθένα από τα μέλη της οικογένειας, και το τρίτο παραινεί τους οικοδεσπότες σε φιλοδώρημα προς τους καλαντιστές. Ξεκινούν δηλαδή με χαιρετισμό και στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Το τραγούδι κλείνει με ευχαριστίες για το φιλοδώρημα ή με αποδοκιμασία και σκωπτικά σχόλια για τον οικοδεσπότη, που θα αρνηθεί να «φιλέψει» τους τραγουδιστές.

Πολλά από τα κάλαντα έχουν λόγιο ύφος και βασίζονται σε εκκλησιαστικούς ύμνους, όπως τους διαμόρφωσαν σε κάλαντα κατά τη Βυζαντινή περίοδο σημαντικοί λόγιοι, που ανέλαβαν να δημιουργήσουν κάλαντα με καθαρά χριστολογικό περιεχόμενο, όπως τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς Εις αυτό το Νέο Έτος, Βασιλείου εορτή, ήρθα να σας χαιρετίσω με την πρέπουσα αυτή…, που τραγουδάνε στην Κάλυμνο, ή τα βυζαντινά κάλαντα των Φώτων από της Ερήμου ο Πρόδρομος, ήλθε του βαπτίσαι τον Κύριον, Βασιλέα πάντων εβάπτισεν, εις τον Ιορδάνην ο Πρόδρομος….

Την παράδοση συνέχισε ο απλός λαός, που δημιούργησε στιχουργικά αριστουργήματα με το ανεπιτήδευτο, αλλά γοητευτικό και πρωτότυπο ύφος του, όπως τα κάλαντα των Χριστουγέννων της Θράκης Χριστός γεννιέται σα νιο φεγγάρι, σα νιο φεγγάρι σαν παλληκάρι. Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο στην οικουμένη… ή τα κάλαντα Πρωτοχρονιάς των Φούρνων Ικαρίας Άγιος Βασίλης έρχεται ‘πο πίσ’ απ’ το Καμάρι, βαστάει μυτζήθρες και τυριά, βαστάει κι ένα κυνάρι…

 Πέρα μάλιστα από τα καθαρά «λόγια» κάλαντα (π.χ. «Καλήν ημέραν άρχοντες…») ή τα «λαϊκότερα» («Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη χαρά στον κόσμο..»), υπάρχουν τα «λαϊκά» κάλαντα, που είναι αυτοσχέδια ευχετήρια τραγούδια προς τους νοικοκύρηδες και το σπιτικό, ανάλογα με τις ιδιότητες και τις ανάγκες τους (π.χ. «Σ’αυτό το σπίτι πού’ρθαμε, πέτρα να μη ραΐσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει…»).

Πολλές φορές όμως παρατηρούμε ότι η αναφορά στον άγιο ή στην εορτή ανακατεύεται με ευχές των καλαντιστών στα μέλη της οικογένειας και μάλιστα στα ανύπαντρα παλικάρια και κορίτσια για έναν καλό έρωτα ή γάμο. Μερικές φορές μάλιστα είναι και άμεση ερωτική πρόταση, γιατί τα κάλαντα ήταν κάποτε και ευκαιρία καντάδας καμουφλαρισμένης ανάμεσα στους στίχους των εγκωμίων του αγίου της ημέρας. Παρόμοια περίπτωση αποτελούν τα σημερινά κάλαντα της πρωτοχρονιάς που, αν κάποιος τα ακούσει προσεκτικά, δε βγάζει σαφές νόημα από τα λεγόμενά τους, γιατί συνδέονται με μια ρομαντική ιστορία, που μας πάει πίσω στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Στη βυζαντινή εποχή οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές, όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές. Ένα φτωχό παλικάρι, λοιπόν, εκείνη την εποχή είχε ερωτευθεί σφοδρά μια κόρη αυτοκρατορικής οικογένειας, ψηλή, όμορφη και γλυκιά, που κυκλοφορούσε φορώντας ένα από τα συνηθισμένα ψηλά καπέλα της εποχής. Επειδή δεν είχε άλλο τρόπο να της εκφράσει τον έρωτά του, σκέφτηκε να πάει την Πρωτοχρονιά να τις πει τις ευχές του για το νέο έτος, αλλά να τροποποιήσει το ποιηματάκι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη γίνει αντιληπτός από τους άλλους.

Σε κάθε στίχο από τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς παρενέβαλλε και ένα στιχάκι δικό του, το οποίο θα απευθυνόταν στην κοπέλα, όπως διαπιστώνουμε, αν εξετάσουμε προσεκτικά το περιεχόμενό τους [σε αγκύλες οι ενδιάμεσοι στίχοι, που απευθύνονται στην καλή του].

 Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά

[ψιλή μου δεντρολιβανιά]

Κι αρχή καλός μας χρόνος

[εκκλησιά με τ’ άγιο θόλος]

Άγιος Βασίλης έρχεται

[και δε μας καταδέχεται]

από την Καισαρεία

[συ σ’ αρχόντισσα κυρία]

Βαστάει πένα και χαρτί

[Ζαχαροκάντυο ζυμωτή]

Χαρτί χαρτί και καλαμάρι

[δες και με το παλικάρι]

 

Όπως διαπιστώνουμε, την αποκαλεί ψηλή σαν δεντρολιβανιά, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με το Άγιο Θόλος (θόλος εκκλησίας), επειδή φορούσε ψηλό καπέλο με τούλι στην κορυφή, της λέει ότι δεν τον καταδέχεται, γιατί είναι αρχόντισσα κυρία, την αποκαλεί ζαχαροκάντυο ζυμωτή, δηλαδή γλυκιά σαν κάποιο παραδοσιακό γλύκισμα, και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά (δες και με το παλικάρι!). Αυτό το βυζαντινό τραγουδάκι έμεινε ως τις μέρες μας ως παράδοση που διατηρήθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά η ιστορία ξεχάστηκε στα βάθη των αιώνων. Έτσι λοιπόν μια ιστορία αγάπης έγινε τραγούδι και για αιώνες τα παιδιά το τραγουδάνε κάθε Πρωτοχρονιά παίρνοντας τον μποναμά τους.

 

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

 

Η τάση αυτή της ανάμειξης των λόγιων βυζαντινών στίχων με θρησκευτικό περιεχόμενο και των αυτοσχέδιων λαϊκών στιχουργημάτων απλών ανθρώπων επιβεβαιώνει τη σύνδεση των καλάντων με τους ιστορικούς προγόνους τους, τους αγερμούς, την ειρεσιώνη και τις καλένδες. Έχουμε δηλαδή μια σύνθεση των παλιών στιχουργημάτων με κοινωνικό περιεχόμενο και των εκκλησιαστικών ύμνων, που έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο. Εξηγεί επίσης και τη γλώσσα, στην οποία είναι γραμμένα τα κάλαντα, αφού η έκφρασή τους ακολούθησε την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από την καθαρεύουσα, που δηλώνει την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους, στην απλή δημοτική γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών. Πρόκειται επομένως για τραγούδια φτιαγμένα από λόγιους ή ποιητές, αλλά και από τον ίδιο το λαό μας, τραγούδια φτιαγμένα από απλούς ανθρώπους, που πολλές φορές οι στίχοι τους συναγωνίζονται και τους πιο φροντισμένους στίχους ποιημάτων και φανερώνουν την ποιητική ψυχή του λαού μας.

Ο λόγος που το έθιμο αυτό επιβιώνει μέχρι σήμερα είναι γιατί πρώτα – πρώτα θεωρείται μια πράξη τελετουργική, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη έχει ως αποτέλεσμα την ευημερία. Για τα παιδιά όμως που τα τραγουδούν κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα είτε σε προϊόντα. Η ανταμοιβή για τις ευχές, το «φίλεμα», στο παρελθόν ήταν σε είδος: γλυκά, ξηροί καρποί, αυγά, στάρι, λάδι, κουλούρες ειδικά φτιαγμένες για την περίσταση. Αργότερα καθιερώθηκε να δίνονται χρήματα. Για να συγκινήσουν το νοικοκύρη και να δώσει μεγάλα φιλοδωρήματα, οι καλαντάρηδες λένε και πάρα πολλά παινέματα, χαρακτηρισμούς (αφέντη, πρωταφέντη, άρχοντα) τόσο για τον ίδιο όσο και για τα άλλα μέλη της οικογένειάς του και με στίχους εκπληκτικής ομορφιάς και γεμάτους από ωραίες εικόνες. Πολλές φορές, όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές, τα παιδιά συνέχιζαν να λένε με πολύ δυνατή φωνή έξω από το σπίτι δίστιχα σκωπτικά, ειρωνικά και περιπαιχτικά,  που έχουν τη ρίζα τους στο έθιμο της αρχαίας “ειρεσιώνης,” όπως:

 Αφέντη μου στην κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες.

Άλλες γεννούν άλλες κλωσσούν κι’ άλλες αυγά μαζώνουν…

Εσέ Κυρά η ομορφιά, γρήγορα να σ’ αφήσει…

Την κόρη σου την όμορφη βάλτηνε στο ζεμπίλι

και κράτησέ την αψηλά να μη τη φαν’ οι ψύλλοι…

 

Κύριος σκοπός των καλαντιστών ωστόσο ήταν και είναι πάντοτε η παρέα, η συνεύρεση με την παρέα. Γι’ αυτό οι καλαντιστές δεν εισπράττουν ξεχωριστά τα φιλοδωρήματά τους, αλλά έχουν ταμείο κοινό και στο τέλος ακολουθεί η μοιρασιά. Αυτή η μοιρασιά, τα κοινά γλέντια, η κοινή διασκέδαση της παρέας είναι η μεγαλύτερη χαρά των καλαντιστών. Εξίσου σημαντική είναι και η επικοινωνία, όχι μονάχα με την παρέα, αλλά και με τα άλλα μέλη της κοινότητας, με τα οποία είναι γνώριμοι και δεμένοι οι καλαντιστές. Γι’ αυτό και παλαιότερα έλεγαν στο κάθε σπιτικό και άλλα λόγια, άλλα για τον παπά, άλλα για τον μορφωμένο, άλλα για το σπίτι που έχει ανύπαντρο κορίτσι ή ξενιτεμένο ή μικρό παιδί, κάτι  που προϋποθέτει το δέσιμο των μελών της κοινότητας μεταξύ τους. Τα κάλαντα χάνουν το νόημά τους, όταν χάνεται αυτή η προσωπική σχέση του καλαντιστή με το νοικοκύρη.

Έθιμο σχετικό με τα κάλαντα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας είναι και οι μεταμφιέσεις. Σκοπός τους είναι ο εξευμενισμός κάποιων υπερφυσικών δυνάμεων, που πίστευαν κυρίως οι παλιοί ότι καθόριζαν τις μοίρες των ανθρώπων. Οι μεταμφιεσμένοι, που συνήθως παίρνουν τη μορφή άγριων ζώων ή αγροίκων πολεμιστών ή άλλων προσώπων, όπως γαμπρός, νύφη, αράπης, γιατρός, καπετάνιος, «αλής», «καλικάντζαρος» κ.α. περιφέρονται ανά ομάδες συνοδεύοντας τους νεαρούς καλαντιστές και τραγουδώντας μαζί τους. Οι πιο γνωστές ομάδες μεταμφιεσμένων με δέρματα ζώων είναι τα «ρογκάτσια» ή «ρογκατσάρια» (ρογκάτσια=προβιές) της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, οι «Μπαμπαλιάρηδες» της Θράκης (μπάμπαλο=κουρέλι), οι «Μωμόγεροι» του Πόντου κ.α. Οι άνθρωποι από την αρχαιότητα, για να εξευμενίσουν αυτές τις ψυχές, ετοίμαζαν ως προσφορά «μελιτόεσσες», μικρές μελόπιτες, που πιθανότατα είναι οι πρόγονοι των «μελομακάρονων».

Χαρακτηριστικό στοιχείο μεταμφίεσης είναι και το ραβδί που χρησιμοποιούν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας οι καλαντιστές, απόρροια κι αυτό της «ειρεσιώνης» ή και των ράβδων των ποιμένων της Βίβλου. Πέραν όμως απ’ το συμβολισμό τους τα ραβδιά αυτά χρησίμευαν στα παιδιά και ως αμυντικό όπλο για τα σκυλιά, που θα έβρισκαν στο δρόμο τους…

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βαρβούνη Γ. Μ., «Μελετήματα Ελληνικής Λαογραφίας» , εκδ. Σπανίδης, 2007.
  • Βρετάκου Φίλιππου, «Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των», Αθήνα, 1980.
  • Θεοδοσίου Σ. – Δανέζη Μ., «Ο κύκλος του χρόνου, αστρονομία και μυστηριακές Λατρείες», εκδ. Δίαυλος.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ.
  • Liddell/Scott, Μέγα Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας,
  • Λουκάτου Δ., «Χριστουγεννιάτικα και των εορτών»
  • Μέγα Α. Γ., «Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004.
  • Μερακλή Μ., «Ελληνική Λαογραφία», εκδ. Οδυσσέας, 2004.
  • Παπαθανάση – Μουσιοπούλου Καλ., «Λαογραφικά Θράκης Α΄», 1979.
  • Περιοδικό «Τερπνή», Τα Κάλαντα στην Αρχαία Ελλάδα,  μελέτη , φ. 42 – 44 (2001 – 02).
  • Πολίτη Ν., «Παραδόσεις Α&Β», Αθήνα 1994.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ηρώδης ο Μέγας (73 – 4 π.Χ.*) – Η σφαγή των νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη


 

Ηρώδης

Ηρώδης ο Μέγας Βασιλιάς της Ιουδαίας, αραβικής καταγωγής. Ήταν γιος του στρατηγού Αντιπάτρου, συνεργάτη των Ρωμαίων, ο οποίος μαζί με το διεκδικητή του θρόνου Υρκανό βοήθησε τον Καίσαρα με στρατό όταν αυτός έφτασε στην Αλεξάνδρεια. Ο Αντίπατρος σε ανταμοιβή έγινε τετράρχης της Γαλιλαίος το 47 π.Χ., έπειτα κυβερνήτης της Κοίλης Συρίας και επί Αντωνίνου, Βασιλιάς της Ιουδαίας. Τα παιδιά του επίσης απέκτησαν αξιώματα και ο Ηρώδης έγινε τότε έπαρχος στη Γαλιλαία.

Ο Ηρώδης, αφού εξασφάλισε την εύνοια της Ρώμης, ελίχθηκε στις συμμαχίες του ανάμεσα στον Βρούτο, τον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό, τασσόμενος κάθε φορά με το μέρος του νικητή. Παρά το γεγονός ότι παρέδωσε σημαντικό έργο στην περιοχή, ωστόσο ήταν ως χαρακτήρας αδίστακτος σε κάθε εγκληματική του ενέργεια που θα μπορούσε να του εξασφαλίσει την εξουσία του, ήταν φιλόδοξος και ακόλαστος. Ήταν απάνθρωπος σε σημείο που δεν δίστασε να σφάξει την ίδια του τη γυναίκα, τρία από τα παιδιά του, τον πεθερό του και φυσικά παρέμεινε στην ιστορία ως αιμοσταγής Βασιλιάς σφάζοντας τα αθώα νήπια της Βηθλεέμ (Ματθ. Β’ 16-18). Πέθανε λίγο μετά τη σφαγή των νηπίων από φριχτή και επίπονη ασθένεια, πληρώνοντας έτσι, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, το αποτρόπαιο έγκλημά του.

* Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο θεολόγος – θρησκειολόγος  Δημήτρης  Μπεχριδάκης, διευθυντής του περιοδικού « Θρησκειολογία- Ιερά/Βέβηλα» γράφει:

Ένα σημαντικό ζήτημα που απασχόλησε για αιώνες την έρευνα είναι αυτό της χρονολόγησης της γεννήσεως του Ιησού Χριστού. Παρ’ όλο που σήμερα θεωρείται γενι­κώς λυμένο, το ακριβές έτος γέννησης παραμένει άγνωστο (όπως, άλλωστε, ο μήνας και η ημέρα). Οι ευαγγελιστές τοποθετούν τα γεγονότα «εν ημέραις Ηρώδου, του βασιλέως» (Μτ. 2:1, Λκ. 1:5)· αυτή φαίνεται να είναι η πιο ασφαλής ένδειξη που έχουμε στη διάθεσή μας από χρονολογικής απόψεως.

Ο Ηρώδης ο Μέγας βασίλευσε από το 37 π.Χ. έως το 4 π.Χ., οπότε και πέθανε από υδρωπικία στο ανάκτορό του στην Ιεριχώ. Ο Χριστός γεν­νήθηκε σίγουρα λίγο πριν από το θάνατο του Ηρώδη, αφού οι Μάγοι επισκέφθηκαν τον τελευ­ταίο στα Ιεροσόλυμα, προτού, δηλαδή, αναχωρή­σει βαριά άρρωστος για την Ιεριχώ. Έτσι, η πλειονότητα των σύγχρονων ερευνητών έχει καταλήξει ότι η γέννηση του Ιησού πρέπει να τοποθετηθεί στο διάστημα ανάμεσα στο 6 και το 4 «προ Χρι­στού».

Το παράδοξο που εμφανίζεται σ’ αυτή τη χρονολόγηση οφείλεται στο σφάλμα ενός Σκύθη μοναχού, του Διονυσίου του Μικρού, ο οποίος έζησε στη Ρώμη τον 4ο αιώνα μ.Χ. και επεξεργάστηκε ένα ημερολόγιο που είχε αφετηρία το έτος γέννησης του Χριστού. Λόγω των περιορισμένων πηγών του, ο Διονύσιος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια ούτε το θάνατο του Ηρώδη ούτε την απογραφή του Κυρηνίου, με αποτέλεσμα να τοποθετήσει τη γέννηση μερικά χρόνια αργότερα, δηλαδή το 754 από κτίσεως Ρώμης, αντί του ορθού 747. Όταν, από τον 6ο αιώνα και εξής, το ημερολόγιο του Διονυσίου έγινε γενικά αποδεκτό, το λάθος διαιωνίστηκε, ενώ οποιαδήποτε απόπειρα διόρθωσής του στις μέρες μας θα προκαλούσε χάος.

 

 

Η σφαγή των νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη


  

Του Γεωργίου Π. Πατρώνου

Ομότιμου καθηγητή Θεολογικής

Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Από το 63 π.Χ. χρονολογείται η ουσιαστική ρωμαϊκή κυριαρχία στην Παλαιστίνη. Έκτοτε, οι εμφύλιοι πόλεμοι ως μέσον άσκησης πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στη χώρα αυτή, καθώς και οι συχνές επαναστάσεις εναντίον της Ρώμης με αρχηγούς συνήθως θρησκευτικούς ηγέτες που θεωρούνταν από το λαό Μεσσίες, αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο. Κυρίαρχη μορφή αυτής της περιόδου υπήρξε ο Ηρώδης ο Μέγας, ο οποίος αναγνωρίστηκε από τη Ρώμη ως βασιλέας της Ιουδαίας, εξαιτίας της φιλορωμαϊκής πολιτικής του. Δια του γάμου του, μάλιστα, με τη Μαριάμμη, από αρχιερατική οικογένεια, εγγονή του Υρκανού Β’, κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του εκτός από την πολιτική και τη θρησκευτική εξουσία. Στη θέση του αρχιερέα διόρισε τον άβουλο αλλά παμπόνηρο Άννα, πεθερό στη συνέχεια του Καϊάφα, γνωστούς από τις ευαγγελικές διηγήσεις για την καταδίκη και το θάνατο του Ιησού.

Το προσωνύμιο «μέγας» ο Ηρώδης το απέκτησε χάρη στα μεγαλεπήβολα σχέδιά του για ανοικοδόμηση των Ιεροσολύμων και των άλλων μεγάλων πόλεων με φρούρια, ιπποδρόμους, θέατρα και άλλα μεγαλοπρεπή κτίρια και μνημεία. Σύγχρονοί του συγγραφείς τον επαινούσαν γι’ αυτή την οικοδομική του πολιτική και ιδιαίτερα για την ανακατασκευή του Ναού των Ιεροσολύμων, που σκοπό είχε να εξυψώσει το γόητρο των Ιουδαίων σε ολόκληρη τη ρωμαϊκή επικράτεια. Παράλληλα, κτίζοντας παντού «Καισάρεια», μνημεία προς τιμήν του Αυγούστου, που θεωρούνται σήμερα από τα λαμπρότερα της περιόδου, ο Ηρώδης πέτυχε σε μεγάλο βαθμό την εύνοια του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Ακόμη, ενισχύοντας οικονομικά πολλές ελληνικές πόλεις και συμβάλλοντας στην ανέγερση δημοσίων οικοδομημάτων, επεδίωξε να καλλιεργήσει το προφίλ του φιλέλληνα ευεργέτη.

Η βασιλεία του (40 (ουσιαστικά το 37) – 4 π.Χ.), ωστόσο, εξελίχθηκε σε μια από τις τραγικότερες περιόδους στην ιστορία του ιουδαϊσμού λόγω των πολλών και φρικτών εγκλημάτων του. Με την ά­νοδό του στο θρόνο, εκτέλεσε 45 από τα 71 μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου και αποκεφάλισε ή εξόρισε τους περισσότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους της ιουδαϊκής κοινωνίας. Ανέγγιχτη δεν έμεινε ούτε η ίδια του η οικογενείας. Με εντολή του δολοφονήθηκαν η πεθερά του, η γυναίκα του Μαριάμμη που υπεραγαπούσε, ακόμη και τα παιδιά του Αλέξανδρος, Αριστό­βουλος και Αντίπατρος, εξαιτίας της υποψίας ότι προετοίμαζαν την ανατροπή του. Οι ανατριχιαστικές πράξεις του τον οδήγησαν τελικά στην παραφροσύνη, και η κάθε απόφαση και ενέργειά του αποτελούσε απόρροια της καθολικής του σχιζοφρένειας.

Ο θάνατος του Ηρώδη υπήρξε τραγικότερος και από τη ζωή του. Τα τελευταία του χρόνια υπέφερε φρικτά και πέθανε, κατά μια εκδοχή, από καθολι­κό καρκίνο και υδρωπικία το Μάρτιο του 4 π.Χ. Μέσα σε αφόρητους πόνους και γεμάτος οργή και μανία για τους πάντες και τα πάντα, έδωσε ως ύστατη εντολή να σφαγιασθούν στον ιππόδρομο όλα τα ανώτερα στελέχη της πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής ηγεσίας, ώστε κατά το θάνατό του να θρηνήσει αναγκαστικά ολόκληρη η χώρα.

Ενδεικτικό της καθολικής μετά θάνατον απαξίωσης προς το πρόσωπό του ήταν το σκωπτικό επίγραμμα που με εντολή του ίδιου του Ρωμαίου αυτοκράτορα χαράχτηκε στον τάφο του: «θα προτιμού­σα να ήμουν χοίρος του Ηρώδη παρά γιος του». Μια τέτοια εγκληματική ψυχοπαθολογική προσωπικότητα δεν φαίνεται απίθανο να έδωσε εντολή να σφαγιαστούν όλα τα άρρενα νήπια «από δύο ε­τών και κάτω» στη Βηθλεέμ και τα περίχωρά της προς αποφυγήν μιας απειλής – ακόμη και δυνητικής – από τη γέννηση του Ιησού, όπως περιγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος.

 

Η σφαγή των νηπίων ως ιστορικό γεγονός

 

Η σφαγή των νηπίων - Χαρακτικό του Gustave Doré

Η σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ κατά το χρόνο της γέννησης του Ιησού Χριστού αποτελεί γεγονός πολυσυζητημένο και ιδιαίτερα αμφισβητημένο τόσο ως προς την αγριότητά του όσο και ως προς τον αριθμό των 14.000, στον οποίο κατά την παράδοση ανήλθαν τα θανατωθέντα βρέφη. Μια πραγματική γενοκτονία εμφανίζεται να έλαβε χώρα δίχως την παραμικρή μαρτυρημένη αντίδραση του λαού της Ιουδαίας ή της ρωμαϊκής διοίκησης. Πολλοί μελε­τητές θεωρούν αδύνατο να πραγματοποιήθηκε μια τέτοια εκστρατεία με πλήρη μυστικότητα σε τόσο σύντομο χρόνο, οπότε η συγκεκριμένη ευαγγελική αναφορά (Ματθ. 2,16-18) θα πρέπει, κατά την άπο­ψή τους, να εκληφθεί ως «συμβολική διήγηση» και να ενταχθεί στο χώρο της θρησκευτικής μυθοπλασίας και της φιλολογικής μυθολογίας των αρχαίων ανατολικών λαών.

Αν, όμως, συσχετίσουμε την ευαγγελική αυτή διήγηση με τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα των χρόνων της Καινής Διαθήκης και ιδιαίτερα με όσα είναι γνωστά για την προσωπικότητα του Ηρώ­δη, τότε η περιγραφή του Ματθαίου φαίνεται να αποκτά χαρακτήρα μάλλον ρεαλιστικό. Προληπτικές ή κατασταλτικές, επιλεκτικές ή μαζικές, οι δολοφονίες αντιφρονούντων και ανταγωνιστών αποτελούσαν στην αρχαιότητα – και συχνά ακόμη α­ποτελούν – σύνηθες γνώρισμα του βίου και της πολιτείας των ασκούντων απολυταρχική εξουσία.

Ωστόσο, οι ιστορικές πηγές, ακόμη και οι αδιάφορες προς το χριστιανισμό, παρουσιάζουν γλαφυρά το βασιλιά Ηρώδη ως φυσιογνωμία σχιζοφρενή και ιδιαζόντως εγκληματική, που η υπέρμετρη φιλοδοξία και αρχομανία ωθούσαν στην άσκηση στυγνής πολιτικής χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για τις συνέπειες. Η εξουσία στα χέρια του εμφανίζεται ως όργανο ικανοποίησης των παράδοξων επιδιώξεων και των σκοτεινών επιθυμιών του. Το ότι αμέσως μετά την ανάρρησή του στο θρόνο διέταξε τη γενική σφαγή όλων των αντιπάλων του, εκδηλωμένων ή δυνητικών, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, που έντρομοι είχαν καταφύγει στα όρη και στις σπηλιές, και ότι αργότερα δεν δίστασε να δολοφονήσει και τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας, αποτελούν σημαντικά προηγούμενα για την ιστορική προσέγγιση της «σφαγής των νηπίων».

Η βασιλεία του Ηρώδη περιγράφεται ως μια ατελείωτη σειρά ραδιουργιών, δολοπλοκιών και εκτελέσεων, και η επί μακρόν επικράτησή του χαρακτηρίζεται ως η σκοτεινότερη και αλγεινότερη περίοδος της ιουδαϊκής ιστορίας, επενδυμένη με όρους πολιτικού σκοταδισμού και θρησκευτικού αποκαλυπτισμού.

Οι Μάγοι - Giotto di Bondone, Arena Chapel (ca. 1305)

Στα μάτια οικείων και εχθρών, ευγενών και απλού λαού, ο Ηρώδης εξελίχθηκε σε προσω­ποποίηση του δαιμονικού στοιχείου, σε «αποκαλυ­πτικό θηρίο» βγαλμένο από τα Δανιήλεια οράματα του παρελθόντος, που δημιουργούσε ιδιαίτερα στα εξουθενωμένα λαϊκά στρώματα έντονες εσχατολογικές προσδοκίες για άμεση επέμβαση του θεού και έλευση του αναμενόμενου Λυτρωτή και Μεσσία. Έναντι του καταχθόνιου και σκοτεινού βασιλιά Ηρώδη εμφανίζεται, λοιπόν, ένας νέος «άρχων ειρήνης» με τη μορφή θείου βρέφους, το οποίο καλούνται να προσκυνήσουν οι Ποιμένες ως εκπρόσωποι του αγνού και άδολου λαού του Ισραήλ, και οι Μάγοι της Ανατολής ως εκπρόσωποι των εθνών όλης της οικουμένης.

Το ελπιδοφόρο και χαρμόσυνο, όμως, γεγονός της γέννησης του Ιησού Χριστού επισκιάζεται, κατά τον ευαγγελιστή Ματθαίο, από την τραγική και αποτρόπαια πράξη της σφαγής των νηπίων. Μια προσεκτικότερη προσέγγιση της ιστορικής αξιοπιστίας και της θεολογικής ερμηνευτικής του γεγονότος αυτού καθίσταται αναγκαία, καθώς τα ευαγγελικά κείμενα δεν εκθέτουν απλώς τα γενόμενα, αλλά τα ερμηνεύουν κιόλας θεολογικά.

Με άλλα λόγια αποτελούν ένα είδος «σπουδής» επί των ιστορικών φαινομένων – κατά την επιτυχή ρήση του μεγάλου ιστορικού Α. Τόινμπι (Α. Toynbee) («Studies of History») – με θε­ολογική προοπτική. Η ύπαρξη «σημείων» έλευσης ενός νέου «άρχοντα» κατά τη διαβεβαίωση των Μάγων της Ανατολής και των ερμηνευτών ραβίνων – δηλαδή των εκπροσώπων της επιστήμης και της θρησκείας, που ως γνωστόν ερωτήθηκαν διερευνητικά από τον ίδιο τον Ηρώδη (Ματθ. 2, 4)- ήταν ενδεχομένως υπεραρκετή για να οδηγήσει τον παθολογικά ανασφαλή «βασιλίσκο της Ιουδαίας» στη λήψη των οικείων προς αυτόν προληπτικών μέτρων.

Υπό τους αυστηρούς όρους της επιστημονικής ιστορικής ακρίβειας, ωστόσο, ο αριθμός των 14 χιλιάδων θανατωθέντων νηπίων κατά την παράδοση δημιουργεί – ακόμη και για τα δεδομένα του Ηρώδη – ανυπέρβλητα προβλήματα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι πηγές και ιδιαίτερα ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος – σύγχρονος των ευαγγελιστών Λουκά και Ιωάννη και άρα καλός γνώστης της εποχής των ευαγγελικών γεγονότων – η κωμόπολη της αρχαίας Βηθλε­έμ και τα περίχωρά της θα πρέπει τότε να είχαν πληθυσμό ίσως λίγο μεγαλύτερο από χίλιους κα­τοίκους. Η σφαγή των αρρένων νηπίων «από διε­τούς και κατωτέρω» δεν θα ήταν, επομένως, στην πραγματικότητα δυνατό να αφορά περισσότερα από 30 ή το ανώτατο 40, με βάση τα στατιστικά δεδομένα που προκύπτουν από την πληθυσμιακή κατανομή της συγκεκριμένης περιοχής.Ένας τέτοιος αριθμός θα καθιστούσε πολύ πιο πιθανό, κατά τους ιστορικούς, ο Ηρώδης να αποτόλμησε όντως ακόμη ένα τραγικό εγχείρημα προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του από την έστω και υποθετική απειλή της εμφάνισης ενός διεκδικητή του θρόνου.

Η «αναίρεση» μερικών δεκάδων νηπίων, άσημων αγροτικών οικογενειών μιας απομακρυσμένης και αγνοημένης περιοχής, δεν θα αποτελούσε «παρά μόνο ένα μικρό και ασήμαντο επεισόδιο» στο βίο και την πολιτεία του, όπως εύστοχα παρατηρεί ένας σύγχρονος ερευνητής, ένα πταίσμα σε σύγκριση με τα άλλα του εγκλήματα, που δεν επιβάρυνε αισθητά τον ήδη μακρύ κατάλογο των θυμάτων της καχυποψίας του, και δεν διαφοροποιούσε ιδιαίτερα την ούτως ή άλλως έκρυθμη τοπική κατάσταση ώστε να προκαλέσει την παρέμβαση της Ρώμης στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι πουθενά στα ιερά κείμενα των Ευαγγελίων δεν καταγράφεται συγκεκριμένος αριθμός «αναιρεθέντων νηπίων». Η αναφορά στη σφαγή «χιλιάδων όντων δεκατεσσάρων» αρρένων τέκνων προέρχεται αντίθετα από την ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας – από το εορτολογικό Συναξάρι της συγκεκριμένης ημέρας- και μάλιστα με την επισήμανση ότι τα νήπια αυτά εντάσσονται στο χώρο των Μαρτύρων της Εκκλησίας και θεωρούνται ως οι πρώτοι ανώνυμοι και «αναρίθμητοι» μάρτυρες της χριστιανικής πίστης. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσδίδει, επομένως, στο όλο ζήτημα παράλληλα προς την ιστορική και μία ιδιαίτερη «συμβολική» παράμετρο, που καθιστά απαραίτητη τη θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση.

 

Η θεολογική σημειολογία του αριθμού των «αναιρεθέντων νηπίων»

 

Όπως ήδη επισημάνθηκε, τα Ευαγγέλια δεν ε­πέχουν θέση «χρονικών» ή απλών «δημοσιογραφικών εκθέσεων» επί των ιστορικών γεγονότων. Σκοπός τους δεν είναι η απλή ενημέρωση κάποιων αναγνωστών, αλλά η πνευματική καθοδήγηση και η θεολογική παίδευση των πιστών στο πλαίσιο του κατηχητικού και ποιμαντικού ρόλου της Εκκλησίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η σφαγή των νηπίων έχει ιδιαίτερο θεολογικό νόημα για τα ιερά κείμενα, και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ερμηνευτική προσέγγιση και κατανόηση της σημειολογίας των γεγονότων στην ευαγγελική διήγηση. Στην παράδοση του ιουδαϊκού λαού και τη θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης υπήρχε το «ιστορικό» προηγούμενο ακόμη μιας δίωξης και «σφαγής».

Η φυγή στην Αίγυπτο - Giotto di Bondone, Arena Chapel (ca. 1305)

Συγκεκριμένα, η εξιστόρηση του βιβλίου της Εξόδου εμφανίζει τον αλλοεθνή και αλλόθρησκο Φαραώ της Αιγύπτου να είχε διατάξει τη θανάτωση με πνιγμό στον Νείλο ποταμό όλων των πρωτότοκων αγοριών των Ισραηλιτών, μια πραγματική γε­νοκτονία, που σκοπό είχε τη μείωση του αριθμού των δούλων Εβραίων οι οποίοι αυξάνονταν με ανησυχητικό ρυθμό στη χώρα. Το στοιχείο αυτό αξιοποιήθηκε από τους ιερούς συγγραφείς της Καινής Διαθήκης ως θεολογικό προηγούμενο στη γλώσσα της ερμηνευτικής «προτύπωσης» για την παράλληλη θεολογική προσέγ­γιση και ερμηνεία του αντίστοιχου γεγονότος της σφαγής των νηπίων από ένα «νέο Φαραώ», τον αλ­λόθρησκο και μισητό βασιλιά της Ιουδαίας Ηρώ­δη. Όπως ο παλαιός Φαραώ εξέφραζε τις αντίπα­λες δυνάμεις του σκότους και της καταπίεσης αντι­δρώντας στα «σημεία» της εφαρμογής του σχεδίου του θεού για τη σωτηρία και ιστορική καταξίωση του Ισραήλ, έτσι και ο Ηρώδης ως «νέος Φαραώ» ενσαρκώνει με τις πράξεις του τις ίδιες δαιμονικές δυνάμεις για την παρεμπόδιση της έλευσης του Σω­τήρα του κόσμου και την ιστορική καταξίωση του νέου Ισραήλ.

Κατά το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, ο Ιησούς αποκαλύπτεται από τη βρεφική ήδη ηλικία ως ο Χρι­στός και ο Κύριος, ο απεσταλμένος του θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Και ο Ηρώδης, που κατά ένα μανιακό και παράφρονα τρόπο «ζητεί την ψυχήν του Παιδίου», φανερώνεται με τις ενέργειές του ως εκπρόσωπος των δυνάμεων του κακού και παρου­σιάζεται με τη μορφή Αντιχρίστου. Ο ισχυρός του παρόντος, όμως, είναι ο ουσιαστικά αδύναμος, και το ευάλωτο Βρέφος θα αναδειχθεί ο τελικός νικη­τής.

Το γεγονός της σφαγής των νηπίων αποκτά έτσι και μια σωτηριολογική και εσχατολογική προ­οπτική, εφ’ όσον εντάσσεται παράλληλα μεταξύ των «σημείων των εσχάτων» που προϊδεάζουν και προετοιμάζουν για την τελική συντριβή του κακού και την επικράτηση του καλού.

Σε αυτή τη γραμμή της θεολογικής σημειολογίας, η σφαγή των νηπίων φέρνει επίσης στο νου και την προφητεία του Ιερεμία, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε προαναγγεί­λει προφητικά και περιγράψει ποιητικά την ακόλουθη αποκαλυπτική σκηνή: «Φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής και ουκ ήθε­λε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν» (Ιερ. 31, 15). Ο ιστορικός και ευαγγελιστής Ματθαίος κάνει χρήση της προφητικής αυτής ρήσης και θεολογεί ερμη­νευτικά πάνω στο σύγχρονό του γεγονός του «θρή­νου, του κλαυθμού και του οδυρμού» της Βηθλεέμ (Ματθ. 2,18).

Η αρχαία προφητεία αναφερόταν στις θυσίες κατά την έξοδο του παλαιού Ισραήλ από την Αίγυπτο. Και όπως τότε ο Μωυσής μαζί με τον Ιη­σού του Ναυή οδήγησαν το λαό του θεού μακριά από την Αίγυπτο και την «αιγυπτιώδη ανελευθερία», από τον Φαραώ και τη φαραωνική δουλεία προς τη γη της επαγγελίας και της ελευθερίας, έτσι και τώρα ένας «νέος Μωυσής» και «νέος Ιη­σούς» θα οδηγήσει το λαό του σε μια νέα έξοδο προς μια νέα γη της επαγγελίας, προς μια εσχατο­λογική χώρα ελευθερίας και αξιοπρέπειας.

Γι’ αυτό ο ευαγγελιστής Ματθαίος εμπνευσμένα υπογραμμίζει σε αυτόν το θεολογικό συμβολισμό και την «προτύπωση» γεγονότων ότι «εξ Αιγύπτου» και πάλι ο θεός κάλεσε ηγέτη για το λαό Του και για τη μεγάλη «έξοδο» στην ιστορία των νέων χρόνων (Ματθ. 2, 15).

Ο απόστολος Παύλος και πολλοί ερμηνευτές Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν εκτεταμένη χρήση των θεολογικών πλέον όρων «Αίγυπτος» και «Φα­ραώ» στην τυπολογική τους ερμηνεία με καθαρά θεολογικό χαρακτήρα. Η φυγή του θείου Βρέφους στην Αίγυπτο ως επακόλουθο της σφαγής των νη­πίων της Βηθλεέμ αποκτά, πέρα από την ιστορική της σημασία, και εσχατολογικές προεκτάσεις ωσάν μια άλλη «κάθοδος του Υιού του θεού στον Άδη». Εκεί, στον «Άδη της Αιγύπτου», ο Ιησούς Χριστός ως «νέος Μωυσής» θα συναντήσει το λαό του και θα τον καλέσει σε μια νέα εσχατολογική «έξοδο» προς τη νέα γη της επαγγελίας, τη Βασιλεία του θεού.

Όσον αφορά, τέλος, τον αριθμό 14.000 που η ιερή παράδοση διασώζει για τα σφαγιασθέντα νήπια, αυτός δεν οφείλεται σε λογιστικό σφάλμα, αλλά προέρχεται από την επίδραση της ιουδαϊκής αποκαλυπτικής αριθμολογίας. Πρόκειται στην ουσία για πολλαπλάσιο του ιερού αριθμού 7 των Εβραίων, ο οποίος συμβολίζει την ολότητα και την καθο­λικότητα.

Ομοίως στην Αποκάλυψη του Ιωάννη συναντάται σημειολογική αναφορά στον έτερο ιε­ρό αριθμό 12 και στα πολλαπλάσιά του, με την επισήμανση ότι κατά τους έσχατους χρόνους ο Ιη­σούς Χριστός θα συνοδεύεται και πάλι από τους μάρτυρές του, που στην ολότητα και τελειότητά τους ανέρχονται σε 144.000 (Αποκ. 14,1). Και σε αυτήν ασφαλώς την περίπτωση δεν πρόκειται για πραγματικό αριθμό, αλλά για θεολογικό συμβολισμό της καθολικότητας της Εκκλησίας, η οποία συγκροτείται και εκπροσωπείται στην ιστορία από τους Μάρτυρες. Οι ανά τους αιώνες θυσιαζόμενοι και μαρτυρούντες Άγιοι εκφράζουν την ιστορική και εσχατολογική ενότητα της Εκκλησίας. Όσοι προσεταιρίζονται την εξουσία και τη δύναμη συ­ντάσσονται με τους εκάστοτε «Φαραώ» και «Ηρώδεις» της ιστορίας.

Η αναφορά του ευαγγελιστή στο γεγονός της σφαγής και της θυσίας εκφράζει κατά τον πλέον ε­ναργή τρόπο ότι ο Ιησούς και οι πιστοί του δεν πραγματοποιούν την ιστορική τους πορεία μέσα σε έναν κόσμο ρομαντικό και ειδυλλιακό, αλλά κυ­ριαρχούμενο από το ρεαλισμό της βίας, της ανελευθερίας, των καταπιέσεων και των διωγμών. Οι ι­σχυροί «Φαραώ» και «Ηρώδεις» που διαφεντεύουν συνήθως τις τύχες των λαών, εκπροσωπούν τις α­ντίθετες και δαιμονικές δυνάμεις, διαιωνίζοντας και επαυξάνοντας το κακό και την αδικία σε βάρος των αδυνάτων.

Το θείο Βρέφος, που από την πρώτη στιγμή δοκίμασε την απειλή και τη βία, την αμφισβήτηση και την απόρριψη, καθόρισε το πρότυπο της μαρτυρικής ζωής εκείνων που θα ακολου­θήσουν πιστά τα ίχνη του μέχρις εσχάτων του ιστορικού χρόνου. Η ιστορία της Εκκλησίας με το πλήθος των μαρτύρων επαληθεύει συνεχώς την τραγική πραγματικότητα πως δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αλλαγή στον κόσμο χωρίς τους ομολογητές της αλήθειας και τους μάρτυρες της ελευθερίας.

Δια της αφήγησης του περιστατικού της σφαγής των νηπίων υπογραμμίζεται, λοιπόν, για ακόμη μια φορά το μόνιμο ιστορικό ερώτημα με ποιους οφείλει κανείς τελικά να συντάσσεται, με τους ισχυρούς «Ηρώδεις» ή με τους αθώους και αδύναμους ανθρώπους που ως τέκνα του «εσφαγμένου Αρνίου» και αθώα νήπια γίνονται μάρτυρες της αλήθειας «από καταβολής κόσμου» (Αποκ. 13, 8). Αυτό άλλωστε είναι και ένα από τα καίρια ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να δώσει απάντηση ο χριστιανισμός δια των ιερών του κειμένων.

 

Σημείωση:

Για λεπτομερέστερη ιστορική και θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση του γεγονότος της σφαγής των νηπίων βλ. Γεωργίου Π. Πατρώνου, Η Ιστορική Πορεία τον Ιησού (από τη φάτνη ως τον κενό τάφο), Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1991, σ. 580.      

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ο Ηρώδης και η σφαγή των νηπίων», τεύχος 216, 18 Δεκεμβρίου 2003.

Read Full Post »