Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ψηφιακές Συλλογές’

Η ανακάλυψη της μυκηναϊκής Πελοποννήσου μέσα από τον ελληνικό εθνικό Τύπο (δεκαετία 1830-δεκαετία 1920), Δρ. Αναστασία Λερίου. Διημερίδα «Η Ιστορική και αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.


 

Ο αρχαιολογικός όρος «μυκηναϊκός» δηλώνει τον σχετικό με τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στην κεντρική και νότια ηπειρωτική Ελλάδα κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, δηλαδή από τις αρχές του 16ου έως τα τέλη του 12ου αιώνα, και χαρακτηριζόταν από σύνθετες κοινωνικο-πολιτικές και οικονομικές δομές, συστηματικές επαφές με τα κέντρα της ανατολικής Μεσογείου, εξελιγμένη τεχνολογία και εκλεπτυσμένη αισθητική. Αν και, κατά την περίοδο της ακμής του, κατά τους 13ο και 12ο αιώνες, ο μυκηναϊκός πολιτισμός έφτασε έως την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου, τη Μικρά Ασία, την Κύπρο και τα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου, κοιτίδα του αποτελεί η νότια ηπειρωτική Ελλάδα και η Πελοπόννησος, όπου έχουν εντοπισθεί τα ανακτορικά κέντρα, οι διοικητικοί και οικονομικοί πυρήνες των μυκηναϊκών «κρατών». Ο χαρακτηριστικός υλικός πολιτισμός των Μυκηναίων αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά στην αργολική θέση των Μυκηνών, η οποία έδωσε και το όνομά της σε αυτόν.

Ο Βρετανός ιστορικός Τζωρτζ Γκρόουτ (George Grote 1794-1871), συγγραφέας του θεμελιώδους έργου A history of Greece (1846-1856).

Η ανασκαφή στις Μυκήνες, που ξεκίνησε το 1876, καθώς και αυτή του ανακτορικού κέντρου της Τίρυνθας, λίγο αργότερα, σηματοδοτούν την απαρχή της ανακάλυψης της μυκηναϊκής Πελοποννήσου, αλλά και αυτής καθαυτής της μυκηναϊκής εποχής. Μέχρι τότε, οι ιστορικοί, φιλόλογοι, και αρχαιολόγοι, θεωρούσαν ότι της ακμής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, δηλαδή του 5ου και 4ου αιώνα, είχε προηγηθεί μία «ηρωϊκή» εποχή, την οποία απηχούσαν τα ομηρικά έπη και ανέφεραν ο Ησίοδος, ο Ηρόδοτος, αλλά και ο Θουκυδίδης. Καθώς η χρονολόγηση της εποχής αυτής βασίστηκε στις πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων, οι πολλαπλές ερμηνείες των πηγών την καθιστούσαν ασαφή και προβληματική, με μόνο σίγουρο το terminus ante quem της πρώτης Ολυμπιάδας. Ένα επιπλέον ζήτημα ήταν και η ιστορικότητα των πληροφοριών που παρέδιδαν οι αρχαίοι συγγραφείς, κυρίως ο Όμηρος. Κατά το β΄ μισό του 18ου και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οι ευρωπαίοι ιστοριογράφοι πίστευαν ότι μπορούσαν να αντλήσουν ιστορικά δεδομένα από τα έπη, πεποίθηση που ανατράπηκε σημαντικά από τον θετικιστή βρετανό ιστορικό Τζωρτζ Γκρόουτ (1794-1871), συγγραφέα του θεμελιώδους έργου A history of Greece (1846-1856), ο οποίος υποστήριξε ότι κανένας αρχαίος ελληνικός μύθος δεν περιείχε αξιόπιστες ιστορικές πληροφορίες.

Αρκετοί, βέβαια, ήταν εκείνοι που δεν επηρεάστηκαν από τις απόψεις του Γκρόουτ, με γνωστότερο εκπρόσωπό τους τον γερμανό αρχαιόφιλο έμπορο και λάτρη του Ομήρου Ερρίκο Σλήμαν (1822-1890), ο οποίος το 1868, με τα ομηρικά έπη και την Ελλάδος Περιήγησιν του Παυσανία ανά χείρας, περιηγήθηκε την Ελλάδα ξεκινώντας από την Κέρκυρα, την Κεφαλονιά και την Ιθάκη και συνεχίζοντας στην Πελοπόννησο, στην Αθήνα, και στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη, και την περιοχή της Τρωάδας, η οποία είχε ταυτιστεί βάσει τοπογραφικών πληροφοριών που παραδίδονταν στην Ιλιάδα. Στόχος του ταξιδιού αυτού ήταν να επισκεφθεί τις τοποθεσίες που ανέφερε ο Όμηρος, προκειμένου να εντοπίσει αρχαία ερείπια, που θα μπορούσαν να συνδεθούν με τους ομηρικούς ήρωες και την εποχή τους. Κατά την περίοδο αυτή, αν και η θέση της Τροίας δεν εντοπιζόταν με βεβαιότητα, οι περισσότεροι ερευνητές, βασισμένοι στις περιγραφές των ομηρικών κειμένων και σε επιφανειακά αρχαιολογικά κατάλοιπα, θεωρούσαν ότι τα ερείπια της πόλη του Πριάμου βρίσκονταν στο Μπουνάρμπασι, κοντά στο Τσανάκκαλε. Αφού εξέτασε με λεπτομέρεια τα τοπογραφικά χαρακτηριστικά της περιοχής και πραγματοποίησε δοκιμαστικές τομές, ο Σλήμαν πείστηκε ότι το Μπουνάρμπασι δεν ήταν σε καμία περίπτωση η θέση του Ιλίου και μετέφερε την έρευνά του βορειότερα, στο λόφο Χισαρλίκ. Εκεί τον οδήγησε η συνδυασμένη μελέτη της Ιλιάδας και της τοπογραφίας της περιοχής αυτής.

 

Ο Ερρίκος Σλήμαν μιλώντας σε ακροατήριο στο Λονδίνο για τις ανασκαφές που πραγματοποίησε στις Μυκήνες. H ομιλία έγινε στο Burlington House στην Πλατεία Piccadilly, στην Εταιρία Αρχαιοτήτων του Λονδίνου, (από Αγγλική εφημερίδα της εποχής). Αρχείο: Κώστας Καράπαυλος.

 

Η συστηματική ανασκαφή στο Χισαρλίκ ξεκίνησε το 1871, διήρκεσε τρία χρόνια κι έφερε στο φως οχυρώσεις, εκτεταμένα οικιστικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και σημαντικά κινητά ευρήματα, με γνωστότερο παράδειγμα τον εντυπωσιακό «θησαυρό του Πριάμου». Τα ευρήματα αυτά προκάλεσαν, όπως ήταν αναμενόμενο, το ενδιαφέρον του ελληνικού Τύπου, που με συνεχή δημοσιεύματα παρακολουθούσε εντατικά τις εξελίξεις στο ανασκαφικό πεδίο του Χισαρλίκ. Μάλιστα, η Εφημερίς των Συζητήσεων, αθηναϊκή εφημερίδα που εκδιδόταν δύο φορές την εβδομάδα κατά την περίοδο 1870-1895, δημοσίευε τακτικά αναφορές, τις οποίες απέστελλε ο ίδιος ο Σλήμαν από την Τροία, προκειμένου να ενημερώσει το ελληνικό κοινό για την εξέλιξη των εργασιών και τα ευρήματά του. Αντίστοιχο ενδιαφέρον έδειξε ο ελληνικός Τύπος και για τις επαναληπτικές ανασκαφές, που πραγματοποίησε ο Σλήμαν στο Χισαρλίκ την περίοδο 1878-1879, το 1882 και το 1890, τις προστριβές του με την Υψηλή Πύλη σχετικά με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των ευρημάτων του, καθώς και για την τύχη αυτών, και για τις σχετικές δημοσιεύσεις που εξέδωσε ο γερμανός ανασκαφέας. Τέλος, υπήρχαν άρθρα, που αφορούσαν διαλέξεις, μελέτες και σχόλια ελλήνων και ξένων επιστημόνων σχετικά με την Τροία, καθώς και κάποιες αναδημοσιεύσεις άρθρων ξένων, κατεξοχήν ευρωπαϊκών, εφημερίδων σχετικά με τις ανακαλύψεις του Σλήμαν.

Χαρακτηριστική ως προς τη σημασία που απέδιδε ο ελληνικός τύπος στα αρχαιολογικά επιτεύγματα του Σλήμαν, είναι η αναφορά στην Αυγή (29.09.1873) σχετικά με τον θησαυρό του Πριάμου:

«Εκεί ευρέθησαν πλην πολυαρίθμων άλλων αντικειμένων, σκεύη εκ καθαρού χρυσού, αργυρού και ηλέκτρου πλάκες αργυραί, δύο λαμπροί γυναικείοι στολισμοί εκ καθαρού χρυσού, πολλαί χιλιάδες χρυσών μαργαριτών απεσπασμένων εκ περιδεραίων, οκτώ ψέλια και 36 χρυσά ενώτια. Ουδεμία αμφιβολία ότι ο θησαυρός ούτος ανήκεν εις τον κύριον των ανακτόρων, όστις ήτον συγχρόνως και βασιλεύς του τόπου. Αλλά ποίον το όνομα του βασιλέως εκείνου; Ήτον άρα γε ο Πρίαμος; Όπως απαντήσω εις την ερώτησιν ταύτην, έπρεπε προηγουμένως να ήμαι βέβαιος ότι η Ιλιάς δεν ομοιάζει προς τας εποποιείας της Ραμαγιάνας και Σαχ Ναμέ, εν αις ο ήλιος, η σελήνη, οι άνεμοι και τα νέφη παριστώνται υπό αρχαίων ηρώων, η δε πάλη των στοιχείων και η κοσμογονία ως συμβάντα ανθρώπινα. Οπωσδήποτε ο κ. Σχλιέμαν παρέσχε μεγάλην υπηρεσίαν εις την επιστήμην και μεγάλως ετίμησεν εαυτόν χρησιμοποιήσας τοσούτον ευγενώς πλούτον αποκτηθέντα δια των δοκιμασιών, ας αφηγήθητε».

Ο προβληματισμός που εκφράζει ο ανώνυμος συντάκτης της Αυγής σχετικά με την ιστορικότητα των επών και, συνακόλουθα, με την ταύτιση της Τροίας, αποτελούσε  θεμελιώδες επιστημονικό ζήτημα με απήχηση και στο ευρύ κοινό, όπως προκύπτει από τα δημοσιεύματα σε όλες τις ελληνικές εφημερίδες σχετικά με την τοπογραφία της Τρωάδας και τον συσχετισμό της με τις πληροφορίες που παραδίδονται στην Ιλιάδα. Η διαφωνία κάποιων ελλήνων αρχαιολόγων με την τοποθέτηση της ομηρικής Τροίας στο λόφο Χισαρλίκ ήταν τόσο έντονη, που έφτασε και στον Τύπο. Πιο δραστήριος αντιπρόσωπος της ομάδας αυτής ήταν ο Γεώργιος Νικολαΐδης (1820-1907), ο οποίος είχε εκπονήσει πραγματεία σχετικά με την ταύτιση της Τροίας με το Μπουνάρμπασι, εμμένοντας στην προ Σλήμαν επικρατούσα άποψη.

Αν και πολύ συχνά ο τελευταίος αντιμετωπιζόταν από τον ελληνικό Τύπο ως πρωτοπόρος και ικανός λόγιος και ανασκαφέας, η κριτική για την έλλειψη επιστημονικής εγκυρότητας στο έργο του δεν ήταν σπάνια, ούτε άλλωστε και τα ειρωνικά σχόλια για την τυφλή, σχεδόν γραφική του προσκόλληση στον Όμηρο. Σε άρθρο της Εφημερίδας (15.03.1891) αναφέρεται ότι ο θεός της οικίας του «ήτο ο Όμηρος, η Ιλιάς ήτο η Γραφή της. Επί όλων των θυρών, εις όλας τας γωνίας είνε γεγραμμένοι στίχοι των αρχαίων ποιητών. Εντός της οικίας δεν ήκουε τις άλλα ονόματα ειμή Αγαμέμνων, Τελαμών, Αινείας, Λαομέδων, Ανδρομάχη, Κρέουσα· και αυτοί οι υπηρέται του έφερον αρχαία ονόματα».

Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις ο Σλήμαν χαρακτηρίστηκε «αρχαιοκάπηλος», καθώς ένα μεγάλο μέρος των ευρημάτων του μεταφέρθηκε στη Γερμανία, ενώ δεν έλειψαν και κατηγορίες ότι τα ευρήματά του δεν ήταν γνήσια. Χαρακτηριστική είναι η σχετική διαμάχη που ξέσπασε μεταξύ του ανασκαφέα και του διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης Σπυρίδωνα Κόμνου, στον οποίο ο Σλήμαν απάντησε με εκτενείς επιστολές, που δημοσιεύτηκαν σε ελληνικές εφημερίδες…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η ανακάλυψη της μυκηναϊκής Πελοποννήσου μέσα από τον ελληνικό εθνικό Τύπο

 

Read Full Post »

Καταγραφή των πλημμυρών και του πλημμυρικού κινδύνου στην ευρύτερη περιοχή του Αργολικού Πεδίου – Παναγιώτης Καμπόσος, Πτυχιακή εργασία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, Αθήνα, 2016.


 

[…] Σε ότι αφορά αντιπλημμυρικά έργα, στους χειμάρρους Χάραδρο και Ίναχο έχουν διεξαχθεί από τη δεκαετία του 1940 και μετά έργα διάνοιξης και διευθέτησης τμημάτων των κοιτών στο Αργολικό πεδίο. Μάλιστα κατά τμήματα έχουν αναπτυχθεί και τραπεζοειδή αναχώματα.

Η κοίτη του χειμάρρου Χαράδρου από την συμβολή του με τον ‘Ιναχο διαθέτει διευθετημένη κοίτη μήκους περίπου 2,5 km, μέχρι την γέφυρα Κουρτακίου, στη συνέχεια και για μήκος 1,5 km μέχρι τη γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου, η κοίτη του έχει επενδυθεί ολικώς στη δεξιά όχθη για προστασία της πόλης του Άργους και μερικώς στην αριστερή όχθη.

Πάντως, τα παραπάνω έργα κατά καιρούς δεν αποδείχθηκαν επαρκή για την αποτελεσματική αντιπλημμυρική προστασία της περιοχής, δεδομένου ότι στο μεν Ίναχο, λόγω ρηγμάτωσης των αναχωμάτων, προκλήθηκε υπερχείλιση της αριστερής όχθης του στο παρελθόν, από τη γέφυρα Κουρτακίου μέχρι την γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου, στο δε Ξεριά σημειώθηκαν επανειλημμένες υπερχειλίσεις, ιδιαίτερα δε στο τμήμα από τη συμβολή του στον Ίναχο μέχρι την γέφυρα Κουρτακίου, με αποτέλεσμα την κατάκλυση οικισμών του Άργους και την πρόκληση σημαντικών ζημιών.

 

Η κατεστραμμένη γέφυρα στη θέση Άκοβα Άργους κατά τα πλημμυρικά φαινόμενα του 2013.

 

[….] Από τη γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου έως και τη θέση Διπόταμα, όπου συμβάλλει στον Ίναχο, η κοίτη του Ξεριά είναι πολλαπλά τροποποιημένη σε διάφορες περιόδους στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα. Διατέμνεται από μια σειρά από γέφυρες που ενώνουν την πόλη του Άργους με τους οικισμούς του Δήμου και πριν από τη θέση Διπόταμα, στον Άγιο Βασίλειο, διατέμνεται σε πολύ μικρή απόσταση από οδική και σιδηροδρομική γέφυρα. Οι διαστάσεις της κοίτης του Ξεριά στη γέφυρα της ΕΟ Άργους – Κορίνθου ξεπερνούν τα 90m σε μήκος και φθάνουν τα 3,5m σε ύψος. Αντίθετα στη περιοχή του Αγίου Βασιλείου η κοίτη είναι διαμορφωμένη σε διατομή τραπεζίου με βάση μικρή 18,9m (πυθμένας), βάση μεγάλη 26,1m, ενώ το ύψος στην οδική γέφυρα φθάνει τα 3,7m και στη γέφυρα του τρένου τα 3,3m. Η σημαντική αυτή μείωση της ωφέλιμης διατομής του Ξεριά δημιουργεί σε συνδυασμό με ακραίες βροχοπτώσεις πλημμυρικά φαινόμενα. Από γεωμορφολογικής άποψης, το τμήμα αυτό του Ξεριά, αποτελεί ένα ενεργό αλλουβιακό ριπίδιο, το οποίο διαμορφώνεται ήδη από τους ιστορικούς χρόνους. Σύμφωνα με τους (FOUACHE & GAKI – PAPANASTASSIOU, 1997) και (ZAMANI et al., 1991), οι ρυθμοί απόθεσης του σύγχρονου αλλουβιακού ριπιδίου του Ξεριά στη περιοχή του Αγίου Βασιλείου στην περίοδο των Ρωμαϊκών χρόνων φθάνουν τα 3,1 χιλ./έτος. Η τιμή αυτή υπολογίστηκε με βάση τα θαμμένα ερείπια γεφυρών των Ρωμαϊκών χρόνων σε βάθη 7m (2ος – 3ος αιώνας μΧ) και 5,5m (4ος αιώνας μΧ).

Όπως αντιλαμβάνεται εύκολα κάνεις, ο ρυθμός απόθεσης σε χιλιοστά/έτος, δε διατηρείται σταθερός. Η τάση όμως καταδεικνύει, πως ο Ξεριάς βρίσκεται σε δυναμικό καθεστώς απόθεσης με υψηλούς ρυθμούς, πάνω από 2.000 χρόνια. Οι αποθέσεις αυτές δημιούργησαν το σημερινό του ριπίδιο, το οποίο δεν είναι ορατό εύκολα, δεδομένου ότι διαχέεται στο Αργολικό πεδίο. Όμως η πόλη του Άργους, που βρίσκεται δυτικά της κοίτης του Ξεριά, είναι συστηματικά σε χαμηλότερα υψόμετρα, δημιουργώντας μια ξεχωριστή υδρολογική λεκάνη, η οποία μέσω τάφρων διοχετεύει τα νερά της στα κατάντη, στη περιοχή της λεκάνης του Ερασίνου. Η κοίτη του Ξεριά, από τη γέφυρα της ΕΟ Άργους – Κορίνθου έως και τα Διπόταμα, όπως έχει διαμορφωθεί κατά θέσεις, αποτελεί το σχετικό όριο (υδροκρίτη) των επιφανειακών υδάτων. Έτσι σε κανονικές περιόδους βροχοπτώσεων, όσο δεν υπερχειλίζει ο Ξεριάς, το δίκτυο των τάφρων νότια του Άργους, έχει την ικανότητα να μεταφέρει τα επιφανειακά νερά στα κατάντη, έστω και με αργούς ρυθμούς. Σε περιόδους όμως ακραίων και ραγδαίων βροχοπτώσεων, όταν η κοίτη του υπερχειλίζει, ο όγκος του νερού που διοχετεύεται προς τη πόλη του Άργους είναι τέτοιος που τόσο το αποχετευτικό σύστημα ομβρίων, όσο και οι τάφροι στη κατάντη περιοχή αδυνατούν να το οδηγήσουν γρήγορα στη θάλασσα, με άμεσο αποτέλεσμα τη πλημμύρα σε περιοχές εντός της πόλης του Άργους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της εργασίας πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:Καταγραφή των πλημμυρών και του πλημμυρικού κινδύνου στην ευρύτερη περιοχή του Αργολικού Πεδίου

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα – Σάββας Παρ. Σπέντζας, Ομότ. τακτικός Καθηγητής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολής Ευελπίδων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Το Άργος όμως κατά την προσωπική μας εκτίμηση διαθέτει και ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο, έναν άλλον πλούτο, που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως θα έπρεπε και συστηματικά. Ο πλούτος αυτός είναι γνωστός σε όλους μας. Είναι το Αρχείο της Οικογενείας Περρούκα, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα με την πόλη του Άργους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, αφορά και ενδιαφέρει, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, την ελληνική επιστήμη και φυσικά τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά, για την Ιστορία του, για την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Οι σοβαρότεροι ιστορικοί, μελετητές, ερευνητές και ιστοριοδίφες έχουν αναφερθεί στην «προυχοντική» αυτή οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά στην προσφορά της όχι μόνο στην τοπική κοινωνία του Άργους, αλλά γενικότερα για την παρουσία της τόσο στην προετοιμασία και την στήριξη του απελευθερωτικού αγώνα του Εικοσιένα, όσο και στις θυσίες των μελών της, αφού άλλοι «Περρουκαίοι» η «Μπερουκαίοι» φυλακίσθηκαν, άλλοι πέθαναν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η πλούσια βιβλιογραφία πιστοποιεί το γεγονός.

 

Δείγμα εγγράφου από το αρχείο Περρούκα.
Αριθμ. Έγγραφου 17.246 (1)
Γέροντες του χωρίου Άλβαινας, Νικολό και Χρίστο, και επίλοιποι ραγιάδες του ιδίου χωρίου είητε υγιαίνοντες. Σας φανερώνομεν, ότι με το να έπεσε ζήτησις αναμεταξύ του καζά Άργους, και του καζά Αρκαδίας δια το χωρίον σας, ο μεν καζάς της Αρκαδίας εζήτει δια να πλερώνετε
δια τα τεκιαλίφια του {βιλα}ετίου και τα ματλουπάτια του Μωρέως, εις την Αρκαδίαν, ο δε καζάς του Άργους εγύρισε τα ίδια, και δια να παύση η τέτοια ζήτησις και λογοτριβή, ευρέθη εύλογον και από τους λοιπούς προεστώτας των άλλων καζάδων, όπου ευρέθησαν εδώ, και αποφασίσθη, όπου εις τον καζά της Αρκαδίας να δώσετε δια τον τρέχοντα χρόνον μόνο γρόσια εννιακόσια, και όχι άλλο τίποτα περισσότερον. Και εις τον καζά σας Άργος να δώσετε δια τον ίδιον τούτον χρόνον γρόσια δύω χιλιάδες τρακόσια όπου είναι παρακάτω γρόσια διακόσια πενήντα από την ποσότητα εκείνην, όπου με γράμμα των προεστώτων του βιλαετίου σας Άργους εσυμφωνήσατε…

 

Οι μελετητές του Άργους ιδιαίτερα της δεύτερης τουρκοκρατικής περιόδου αντλούν στοιχεία οπωσδήποτε ενδιαφέροντα από τις δραστηριότητες της οικογένειας «Περρούκα», αφού τα μέλη της είχαν πολλές και διάφορες ιδιότητες, τόσο στο Άργος, όσο και την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα υπολογίζονταν και ως παράγοντες που οδήγησαν σε σύγκρουση με τους Τούρκους αψηφώντας τις συνέπειες οι οποίες ακολουθούσαν με αγριότητα είτε για την ίδια την ζωή τους, είτε για φορολογικές και τη γενικότερα οικονομικής φύσεως υποθέσεις. Γι’ αυτό οι αναφορές είναι πολλές και διάφορες.

Μικρότερη βέβαια δραστηριότητα παρουσιάζει ο κλάδος της ιδίας οικογένειας «Περρούκα» στην Πάτρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει «ανυπαρξία», αφού οι δραστηριότητές της είναι υπαρκτές και «καταγεγραμμένες», όπως μάλιστα παρουσιάζονται στην εργασία του Ηλ. Γιαννικοπούλου με πληθώρα ειδήσεων.

Το γεγονός όμως ότι ήταν πραγματικά μία αξιόλογη οικογένεια δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσε για τον οικονομικό παράγοντα, για τα χρήματα, αφού αναφέρονται ακόμα και αντιδικίες μεταξύ συγγενικών προσώπων και μάλιστα πολύχρονοι δικαστικοί αγώνες, όπως διαπίστωσε ο Ηλ. Γιαννικόπουλος, μετά από επισταμένη έρευνα, την οποία και παρουσίασε τελευταία στο Ζ’  Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Αμαλιάδα 11-17/9/2005).

Ο Ν. Σπηλιάδης στο πολύτιμο έργο του με τίτλο Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε, ο προσφάτως βραβευθείς (2008) από την Ακαδημία Αθηνών ιστορικός Π. Φ. Χριστόπουλος, Καθηγητής του ιονίου Πανεπιστημίου, αναφέρεται τριάντα φορές και για διαφορετικές περιπτώσεις στην οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά για όλα της τα μέλη και ειδικότερα στους τόμους Α, Β, Δ και Ε και για άλλες κατά καιρούς καταστάσεις.

Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα του συγγραφέα αντανακλά φυσικά και στις αναφορές η υποσημειώσεις σχετικά με την οικογένεια Περρούκα ή τα μέλη της που κατά καιρούς σημειώνονται.

Ο Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008)  στην εργασία του «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων Ηγετών (26-29/1/1821)», αναφέρεται συχνά στην Οικογένεια «Περρούκα» για αρκετές, αλλά και διαφορετικές περιπτώσεις.

Θετική αναφορά βέβαια παραμένει για τον αναγνώστη η πληροφορία, ότι τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο Χαράλαμπος είχαν μυηθεί και κατηχηθεί στην Φιλική Εταιρεία, ήσαν Φιλικοί. Ο Ιωάννης, προεστός του Άργους, μυήθηκε από τον Π. Αρβάλη στις 2/5/1819, ενώ ο Χαράλαμπος, έμπορος στην Πάτρα, μυήθηκε από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο στις 20/5/1819. Για τον Δημήτριο όμως Περρούκα, Βικέλη, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη από αρκετά χρόνια, αμφισβητείται αν είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία κάποτε και από ποιόν, αφού δεν αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του Παναγιώτη Σέκερη.

Για την κατήχηση και τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία τόσο για τον Ιωάννη Περρούκα όσο και για τον Χαράλαμπο Περρούκα αναφέρονται στις εργασίες τους ο Βαλ. Μέξας και ο Ι. Μελετόπουλος. Αντίθετα, δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς αυτούς κάτι σχετικό με τον Βικέλη, «Δημήτριο Περρούκα» και τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Τ. Γριτσόπουλος περιγράφει με αρνητική τοποθέτηση για την οικογένεια «Περρούκα», όσα ελάμβαναν χώρα το 1819 αναφορικά με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, όταν δηλαδή παρά το επίσημο «υποσχετικό» της 1-4-1816, μεταξύ των διαφόρων ισχυρών οικογενειών της Πελοποννήσου, παρουσιάσθηκε «υποτροπή» τότε, το 1819, όχι από τις γνωστές ισχυρές αντιμαχόμενες οικογένειες, δηλαδή εκείνες που υπέγραψαν το «υποσχετικό» αλλά από την εξ ίσου ισχυρή οικογένεια «Περρούκα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα

 

     Σχετικά θέματα:  

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Older Posts »