Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ψηφιακές Συλλογές’

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου. Αθήναι Εκ του Τυπογραφείου Α. Γκαρπολά, 1845.


 

Τα «Απομνημονεύματα περί φιλικής Εταιρείας» του Εμμανουήλ Ξάνθου τυπώθηκαν το 1845, όταν ο μεγάλος Φιλικός, έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης, σε ένα χαμόσπιτο στην οδό Νικοδήμου 27. Πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, λίγες ώρες μετά το βαρύτατο τραυματισμό του από πτώση στις σκάλες της Βουλής, όπου είχε παρακολουθήσει ως απλός πολίτης μια συνεδρίαση. Το Ελληνικό Κράτος τού απέδωσε κατά την κηδεία τιμές στρατηγού.

 

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου…

 

Το 1834 ο Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας,  γράφοντας  με βάση κυρίως τις προφορικές αφηγήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου κατηγόρησε τον Ξάνθο για κακή διαχείριση των χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας. Άλλωστε, υπήρχε πάντα μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου ανοικτή η διαμάχη για το ποιός υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο Ξάνθος υποστήριζε ότι ανήκει στην πρώτη τριάδα της Εταιρείας, ενώ για τον Αναγνωστόπουλο υποστήριζε ότι κατηχήθηκε πολύ αργότερα από εκείνον, δηλαδή το 1817. Αντίθετα, ο Αναγνωστόπουλος υποστήριζε ότι ο ίδιος είχε κατηχηθεί από το 1814, ενώ ο Ξάνθος αργότερα από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι η αρχική καλή σχέση και συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών, κατά τα πρώτα αποφασιστικά βήματα της Εταιρείας, όπως είδαμε, θα μεταβληθεί σε ανοιχτή έχθρα.

Έτσι ο Εμμανουήλ Ξάνθος βρίσκεται στην ανάγκη να επιστρέψει το 1837 στην Ελλάδα και το ίδιο έτος να συγγράφει πρώτα το «Υπόμνημα». Το απολογητικό αυτό κείμενο προκειμένου να ανασκευάσει όσα έγραψε εναντίον του ο Φιλήμων. Στο «Υπόμνημα» αυτό, που αποτελεί οιονεί απολογία του, γίνεται συνεχής αναφορά στα κεφάλαια του Δοκιμίου τον Φιλήμονα, προκειμένου να αντικρούσει τα γραφόμενά του.

Μολονότι, το κείμενο της Απολογίας (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212) δεν δημοσιεύτηκε στον καιρό του αλλά πολύ αργότερα, το 1931, φαίνεται ότι ο Ιωάννης Φιλήμων πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της, επειδή το 1839 κιόλας αρθρογραφώντας στην εφημερίδα Αιών, αποκαθιστά την προσωπικότητα του Ξάνθου, παραδεχόμενος ότι «υπέπεσεν εξ αγνοίας εις παραδρομάς τινας, ως προς το πρόσωπον του Ξάνθου ιδιαιτέρως». Μάλιστα αξίζει να επισημάνουμε εδώ ότι ακόμη και το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που θα εκδώσει ο I. Φιλήμων το 1845, ουσιαστικά αποτελεί μία ανασκευή του Δοκι­μίου του περί της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και η διένεξη Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου συνέβαλε αρκετά.

Ωστόσο, και παρά την αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονος, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα προχωρήσει στη σύνταξη και έκδοση των Απομνημονευμάτων του το 1845, στα οποία μετά από μια σύντομη έκθεσή του για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, προβαίνει, παράλληλα, στην έκδοση των γραπτών αποδείξεων για τους ισχυρισμούς του, δηλαδή παραθέτει 168 έγγραφα, τα οποία αποτελούν πρωτογενές υλικό για την ιστορία της Εταιρείας και τη δράση του ίδιου αλλά και πολλών από τα πρώτα μέλη της, που έδρασαν κυρίως στις Ηγεμονίες και στη Ρωσία.

Με άλλα λόγια ο Εμμ. Ξάνθος τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει τόσο κατά τη σύνταξη της «Εκθέσεως» του όσο και κατά τη σύνταξη του Υπομνήματος ότι πρόκειται να παρουσιάσει τις γραπτές πηγές τις οποίες επικαλείται. Έτσι κατά κάποιο τρόπο απαντά και στην πρόκληση του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του Δοκιμίον πε­ρί της Φιλικής Εταιρείας, εκφράζοντας τις αμφιβολίες του για την «Έκθεση» του Ξάνθου, τον καλούσε να δημοσιεύσει τα έγγραφα που κατέχει: «…καθίσταται τοιουτοτρόπως επι­θυμητή η εκπλήρωσή της υποσχέσεώς του. Eις το έργον τούτο δύναται μεγάλως να ευκολυνθή διά των αποτεταμιευμένων εις αυ­τόν εγγράφων της Εταιρείας και των οποίων ημπορεί να έχη ιδεών περί αυτής πλέον κα­θαρών παρά τας οποίας έγραψε».

 

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο:Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου

 

Read Full Post »

Οι τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία – Εμμανουήλ Ξάνθος και Παναγιωτάκης Καραγιάννης | Βασίλης Παναγιωτόπουλος,  Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, «Ο Ερανιστής», τόμος Β’, Αθήνα, 1964.


 

Φιλικός, Εμμανουήλ Ξάνθος εκ Πάτμου, Ελληνικά Γραμματόσημα,1947.

Η μύηση του Εμμανουήλ Ξάνθου στον τεκτονισμό είναι γνωστή από πληροφορία του ίδιου, διατυπωμένη μάλιστα με μια τάση έξαρσης του γεγονότος, στα Απομνημονεύματά του. Στο σημείο που κάνει λόγο για τις προεπαναστατικές εμπορικές δραστηριότητές του, μιλώντας σε τρίτο πρόσωπο, γράφει: «Απήλθεν κατά τας αρχάς του 1813 εις την Πρέβεζαν δι’ αγοράν λαδιών· εκείθεν διέβη εις Ιωάννινα … μεταβάς ακολούθως εις την Αγίαν Μαύραν, διά παρακινήσεως φίλου του τινός Παναγιωτάκη Καραγιάννη εισήχθη εις την εταιρίαν των Ελευθέρων Κτιστών (Μασόνων)».

Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνει λόγο για την ιδιότητά του αυτή ο Ξάνθος. Πριν εκδώσει τα Απομνημονεύματά του είχε γράψει δύο εκθέσεις για τη «φιλική» του δράση, που κυκλοφόρησαν τότε σε ορισμένους κύκλους χειρόγραφες. Η πρώτη σε τύπο επιστολιμαίας διατριβής, γραμμένη στα 1835, δημοσιεύτηκε στα 1901 από τον Δ. Καμπούρογλου.

Μιλώντας ο Ξάνθος για τις συναντήσεις του με τον Τσακάλωφ και τον Σκουφά, το 1814 στην Οδησσό, γράφει: «Απεφάσισαν λοιπόν αυτοί οι φίλοι να σχεδιάσωσι τους κανόνας ταύτης της εταιρείας, την οποίαν και Εταιρείαν των Φιλικών ωνόμασαν, δανεισθέντες πολλούς κανόνας από την Εταιρίαν των Φραγκ-Μασόνων, εις ην ο Ξάνθος προ τίνος χρόνου είχεν έμβει ευρεθείς εις μίαν της Επτανήσου Πολιτείας νήσον»

Η δεύτερη έκθεση, γραμμένη την 1 ’Οκτωβρίου 1837 και δημοσιευμένη στα 1931 από τον A. Α. Παπανδρέου, είναι αναλυτικότερη και, ως προς την διατύπωση και το περιεχόμενο, πολύ κοντά στα Απομνημονεύματά του. Και εδώ ο Ξάνθος μιλάει με σαφήνεια και ακρίβεια για την μύησή του στον τεκτονισμό: «απήλθεν… κατά τας αρχάς του 1813 εις την Πρέβεζαν και Ιωάννινα δι’ εμπορικάς υποθέσεις. Εκείθεν δε διαβάς εις Αγίαν Μαύραν, μίαν των Ιονικών νήσων, εισήχθη εις την εκεί υπάρχουσαν τότε εταιρίαν των Ελευθέρων Κτίστων, ων δε ιδεών ελευθέρων και πνέων πάντοτε μίσος κατά της τουρκικής τυραννίας, αμέσως συνέλαβε την ιδέαν να ενεργήση μίαν μυστικήν εταιρίαν κατά τους κανονισμούς ταύτης των Κτίστων … διά να ενεργήσωσιν, ευκαιρίας τυχούσης, την απελευθέρωσιν της πατρίδος».

Στην συνέχεια επαναλαμβάνει όσα γράφει και στην πρώτη έκθεση για την ίδρυση της Φιλικής στην ’Οδησσό το 1814: «Εκοινοποίησεν εις αυτούς τους φίλους του [Σκουφά, Τσακάλωφ] την ιδέαν του περί συστάσεως μιας εταιρείας, φανερώσας αυτοίς και την είσοδον του εις την των Κτίστων, τινα των σημείων τούτων όσα εδύναντο να προσαρμοσθώσιν εις αυτήν κοινοποιήσας …».

Εκτός από τα παραπάνω, δ Ξάνθος μιλάει και σε άλλα σημεία των Απομνημονευμάτων και των εκθέσεών του για την τεκτονική του ιδιότητα. Ακόμη δεν παραλείπει να φανερώνει την ιδιότητά του αυτή κάθε φορά που υπογράφει ένα έγγραφο ή μια επιστολή, τοποθετώντας μπροστά από το όνομά του τα σύμβολα του τεκτονικού του βαθμού, όπως συνήθιζαν τότε οι τέκτονες: τρείς διαδοχικές τελείες μέσα σ’ ένα γραμμικό σύμπλεγμα ή μέσα σε δύο παράλληλες μικρές ευθείες.

Δεν είναι χωρίς σημασία οι αλλεπάλληλες αυτές αναφορές του Ξάνθου, αν υπολογίσουμε μάλιστα ότι και όταν έβγαζε τα Απομνημονεύματά του (1845) και λίγα χρόνια πριν, όταν έγραφε τις δυο εκθέσεις του (1835, 1837), ο εταιρισμός γενικά, άλλα και ειδικότερα ο τεκτονισμός, αποτελούσαν μη κανονικές δραστηριότητες. Οι τέκτονες του καιρού του δεν έκρυβαν βέβαια την τεκτονική τους ιδιότητα, ήταν όμως φαινόμενο ασυνήθιστο η προβολή και η με κάθε τρόπο κοινολόγηση της ιδιότητας αυτής. Στη συνέχεια θα φανεί το αιτιολογικό της αντίθετης συμπεριφοράς του Ξάνθου.

Ο τεκτονικός χαρακτήρας της Φιλικής Εταιρείας, όταν μετά την επανάσταση άρχισε να γίνεται λόγος πάλι γι’ αυτήν, ήταν παραδεκτός και αδιαφιλονίκητος. Ο Ι. Φιλήμων στο Δοκίμιό του για την Φιλική ‘Εταιρεία (1834), γράφει για τον οργανισμό της τα παρακάτω, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα την εποχή που γράφτηκαν: «Οι αυτουργοί του εδανείσθησαν κανόνας πολλούς από την εταιρίαν των Μασσόνων, και τους εφήρμοσαν επιτηδείως εις το πνεύμα και τα πάθη του έθνους. Ήτο διά τούτο ηθικώτατος και προβλεπτικώτατος ως προς όλα τα στοιχεία της συντηρήσεως και της προόδου του Συστήματος».

Ο Φιλήμων, τέκτονας ο ίδιος την εποχή που έγραφε αυτά, ήταν σε θέση να γνωρίζει ως ποιο σημείο έφθανε η σχέση τεκτονισμού και Φιλικής. Δεν ήταν βέβαια φιλικός, άλλα γράφοντας για τη Φιλική Εταιρεία είχε αποκτήσει πλήρη συνείδηση της δραστηριότητας και των μεθόδων των φιλικών, κι έτσι η έλλειψη της προσωπικής εμπειρίας είχε αντισταθμιστεί από τις σχετικές γνώσεις.

Ο Ξάνθος, στηριγμένος στην καθολική αναγνώριση του τεκτονικού χαρακτήρα του οργανισμού της Φιλικής Εταιρείας, έρχεται με την έξαρση της τεκτονικής του ιδιότητας να υποδηλώσει διακριτικά, αλλά και αναντίρρητα, τη θέση του σαν συνιδρυτή της Εταιρείας, θέση που είχε κλονιστεί από τις ειλικρινείς καθώς φαίνεται, αλλά βασισμένες σε ασύνδετες γνώσεις, πληροφορίες του Αναγνωστόπουλου, όπως αυτές είχαν διοχετευτεί στο «Δοκίμιον περί της Φιλικής Εταιρείας» του Φιλήμονος και όπως θα κυκλοφορούσαν, υποθέτω, προφορικά στην Αθήνα της εποχής.

Για μύηση στον τεκτονισμό των άλλων συνιδρυτών της Εταιρείας δεν είχε γίνει λόγος. Η σχέση του Τσακάλωφ με τον κύκλο του Ζαλίκογλου και το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» του Παρισιού δεν μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι ήταν τέκτονας, αλλά ούτε και για τον Σκουφά διατυπώθηκε τέτοια άποψη.

Στο συμφωνητικό μάλιστα που υπογράψανε στις 22 Σεπτ. 1818 στην Κωνσταντινούπολη οι Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλος, Σέκερης και Ξάνθος, ενώ ο τελευταίος τοποθετεί μπρος από την υπογραφή του τα σύμβολα του τεκτονικού του βαθμού, οι άλλοι υπογράφουν χωρίς κανένα διακριτικό. Η τεκτονική ιδιότητα του Ξάνθου, σε αντιδιαστολή με τον συνιδρυτή του 1814 Τσακάλωφ και τους συναρχηγούς του 1818, εκφράζεται εύγλωττα ατό έγγραφο αυτό. Άλλα και μια άλλη πληροφορία του Ξάνθου, γραμμένη μάλιστα σε χρόνο που μπορούσε εύκολα να την αναιρέσει κανείς (1837), λύνει οριστικά το πρόβλημα της πατρότητας των τεκτονικών στοιχείων στον οργανισμό της Φιλικής:«εις δε την Εταιρίαν των Κτίστων, άλλος παρά τον Ξάνθον δεν ήτο μεμυημένος»  γράφει ο ίδιος…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Οι τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία. Εμμ. Ξάνθος και Παν. Καραγιάννης

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αφορισμός – Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας | Παναγιώτης Μιχαηλάρης, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών – Ε.Ι.Ε., σελ. 516, Β΄ έκδοση 2004.


 

Αντικείμενο της μελέτης αυτής είναι μια εκκλησιαστική ποινή, ο αφορισμός και οι προσαρμογές που γνώρισε την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επειδή όμως το επιτίμιο αυτό δεν ανακύπτει αιφνιδίως κατά την περίοδο αυτή, πολλές φορές κρίθηκε απαραίτητο να γίνουν ουσιαστικές αναφορές προς το απώτερο ή και το απώτατο παρελθόν. Έτσι οι προσφυγές όχι μόνο στην βυζαντινή περίοδο αλλά και στην περίοδο των πρώτων χριστιανικών αιώνων είναι αρκετές καθώς κρίθηκαν απαραίτητες για την κατανόηση τους θέματός μας. […]

 

Αφορισμός – Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας

Αντικείμενο της μελέτης αυτής είναι μία εκκλησιαστική ποινή, ο αφορισμός και οι προσαρμογές που γνώρισε την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επειδή όμως το επιτίμιο αυτό δεν ανακύπτει αιφνιδίως κατά την περίοδο αυτή, πολλές φορές κρίθηκε απαραίτητο να γίνουν ουσιαστικές αναφορές προς το απώτερο ή και το απώτατο παρελθόν έτσι οι προσφυγές όχι μόνο στην βυζαντινή περίοδο άλλα και στην περίοδο των πρώτων χριστιανικών αιώνων είναι αρκετές καθώς κρίθηκαν απαραίτητες για την κατανόηση του θέματος μας.

Το ενδιαφέρον μου με την ποινή του αφορισμού έχει διττή την προέλευση, σημειώνει ο συγγραφέας: υπήρξε πρώτα πρώτα το ερέθισμα που προήλθε από την ενασχόληση μου με την ιστορία της οικονομίας. Είχα διαπιστώσει τότε ότι πολλές φορές οι αντίδικοι για οικονομικά ζητήματα (εμπορικές ή εταιρικές διενέξεις, διαιτησίες κ.τ.ο.) προκειμένου να επιλύσουν τις διαφορές τους προσέφευγαν συχνά στις «υπηρεσίες» της ποινής. Με άλλα λόγια στήριζαν τις μαρτυρικές καταθέσεις τους στην επίκληση του επιτιμίου ενισχύοντας έτσι το κύρος των επιχειρημάτων τους. ‘Επιπλέον, πάντα μέσα στο ίδιο πλέγμα συμφερόντων, άλλοι που θεωρούσαν ότι υφίσταντο αδικίες προσέφευγαν στις υπηρεσίες των εκκλησιαστικών άρχων, τις όποιες παρακαλούσαν να επιβάλουν την ποινή του αφορισμού εις βάρος του αδικούντος∙ στην διαπλοκή αυτή τις περισσότερες φορές η Εκκλησία στήριζε τον αδικούμενο επιβάλλοντας την ποινή: απειλώντας δηλαδή ότι θα απομακρύνει ή και απομακρύνοντας προσωρινά τον χριστιανό από το άμεσο πεδίο δράσης της, δίνοντας του όμως παράλληλα την δυνατότητα να επανορθώσει και να επιστρέψει πάλι στον οικείο του χώρο.

Αυτό είναι το ένα. Το άλλο ερέθισμα προέρχεται από την ενασχόληση μου στο Πρόγραμμα «Θεσμοί και Ιδεολογία στην ελληνική κοινωνία: 15ος-19ος αι.» που εκπονείται στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του EIE υπό την διεύθυνση του συναδέλφου κ. Δ. Γ. Αποστολόπουλου. Από την συγκέντρωση ενός μεγάλου αριθμού πατριαρχικών πράξεων της τάξεως των χιλιάδων και την συνεχή εξοικείωση με αυτές άρχισα να διαπιστώνω την ιδιαίτερη σημασία της ποινής στη διάρκεια τής Τουρκοκρατίας.

Ο αφορισμός ήταν συνεχώς στο προσκήνιο καθώς αποτελούσε σταθερά την ποινή πού χρησιμοποιούσε η Εκκλησία προκειμένου να αποκαθιστά το δίκαιο μεταξύ των μελών της, δηλαδή το μέσον με το όποιο εξασφάλιζε την εφαρμογή των αποφάσεων της. Το ευρύ αυτό πεδίο δράσης και εφαρμογής της ποινής, συνεχώς διευρύνεται και ενισχύεται κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όταν συνεπεία της πολιτικής συγκυρίας η Εκκλησία επεκτείνει τις αρμοδιότητες της – επέκταση που είχε αρχίσει να συντελείται ήδη από την ύστερη βυζαντινή περίοδο – σε όλα σχεδόν τα πεδία του Δικαίου.  Έτσι η ποινή από μία καθαρά εκκλησιαστική «επιτιμία» αρχίζει να λειτουργεί και ως κοσμικός, πολιτικός μοχλός αφού χρησιμοποιείται τόσο στο προληπτικό όσο και στο κατασταλτικό επίπεδο.

Το εύρος της λοιπόν καθίσταται υποχρεωτικά πολύ εκτεταμένο κατά συνέπεια η λέξη αφορισμός και όσα αυτή σηματοδοτεί, γίνεται ένας όρος κοινότατος με ποικίλες χρήσεις σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται αυτόματα ότι είναι γνωστό τόσο το περιεχόμενο όσο και οι ποικίλες εφαρμογές του. Η ενασχόληση μου ωστόσο με το θέμα αυτό αποκάλυψε ότι πέραν των διαφόρων κοινοτοπιών, πολλές από τις όποιες στηρίζονται σε μια καθαρά υποκειμενική ή αλογική βάση, το επιτίμιο παραμένει στην ουσία άγνωστο στις λεπτομέρειες του άλλα και στην σημασία του. Περιλαμβάνεται βέβαια η ποινή σε όλα τα εγχειρίδια του εκκλησιαστικού και κανονικού δικαίου αφού η χρήση της δεν έχει θεσμικά αποκλεισθεί και για αμαρτήματα που διαπράττονται στις μέρες μας· επί πλέον κάποιες μικρές μελέτες και άρθρα έχουν γραφτεί γι’ αυτήν ενώ οι συνήθεις δημοσιεύσεις αφοριστικών πράξεων που γίνονται τα τελευταία χρόνια προϋποθέτουν ένα κατακτημένο ήδη θεωρητικό και πρακτικό γνωστικό πεδίο της ποινής. Ωστόσο από την «καταμέτρηση» των αφοριστικών γνώσεων εύκολα συνάγεται ότι η ποινή παραμένει, ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά της άλλα και την λειτουργία της, πεδίο ανοιχτό στην έρευνα καθόσον μάλιστα αποτελεί έναν από τους κύριους παράγοντες για την διαμόρφωση της νοοτροπίας των χριστιανών της Τουρκοκρατίας με προεκτάσεις εμφανείς ως και στις μέρες μας.

Βρισκόμαστε στην ουσία μπροστά σε έναν θεσμό, την Εκκλησία, που σε πολλά πεδία υποκαθιστά το πολιτικό πλαίσιο, χωρίς ωστόσο να διαθέτει τους απαιτούμενους κατασταλτικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την στήριξη των διοικητικών αποφάσεων, και τις δυνάμεις που θα εξαναγκάσουν την εφαρμογή του Δικαίου. Κατά συνέπεια η προσφυγή στην χρήση του αφορισμού προκειμένου να δημιουργηθεί το απαιτούμενο κλίμα του φόβου είναι περίπου αναγκαστική: ο άδικων (αμαρτάνων) θα πρέπει να τεθεί αντιμέτωπος με την ποινή που ασφαλώς θα του δημιουργήσει προβλήματα στις καθημερινές ασχολίες του και αν αδιαφορήσει για τις συνέπειες της να συναισθανθεί ότι μπορεί να οδηγηθεί και στην απώλεια της ψυχής του.

Στην διαπλοκή αυτή δεν μένει απαθής ούτε η πολιτική εξουσία που καταφεύγει στην ποινή – ή και στην ποινή – όταν το κρίνει απαραίτητο. Μπορούμε να διαισθανθούμε και να υποστηρίξουμε ανεπιφύλακτα ότι η τουρκοκρατούμενη κοινωνία, νιώθει την ποινή με τα δραστικά αποτελέσματα της – τα όποια διογκώνονται με την σύνδεση τους προς άλλες καταστάσεις, έλλογες και άλογες -, συνεχώς μπροστά της, έτοιμη να στιγματίσει τον αδικούντα και να τον θέσει στο κοινωνικό περιθώριο. Με αντίστροφο βέβαια τρόπο ο αφορισμός αποτελεί μια κανονικότητα στην οποία το κοινωνικό σύνολο πάντα προσφεύγει δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις της ακύρωσης κάθε προσπάθειας κριτικής στάσης και πολύ περισσότερο ανατροπής τής ποινής.

Αυτά στο γενικό πλαίσιο. Άλλα και ειδικότερα θέματα που έχουν σχέση με την μορφολογία της ποινής, τον τρόπο επιβολής, την άρση της κτλ. εξετάζονται αναλυτικά στην παρούσα μελέτη, προκειμένου να δειχθεί ότι η επιβολή της δεν είναι στοιχείο ξεχωριστό από την τυπολογία της: η απλή μορφή αφορισμού γίνεται συνεχώς συνθετότερη, η απλή αφοριστική απειλή μετατρέπεται σε σχοινοτενή παράθεση αρών, πάντα σε συνάρτηση προς τον χρονικό και τον κοινωνικό συντελεστή.

Τελικά δηλαδή έγινε προσπάθεια το φαινόμενο αυτό να εξεταστεί συνθετικά τόσο από την άποψη των εξωτερικών στοιχείων που το συγκροτούν όσο και από την πλευρά του μηχανισμού παραγωγής φόβου, ικανού να επηρεάσει και ως ένα βαθμό να συντελέσει στην δημιουργία της ατομικής και της συλλογικής νοοτροπίας.

Στις γραμμές των κεφαλαίων που θα ακολουθήσουν πρώτα θα περιγράφουν συνοπτικά τα γενικά χαρακτηριστικά των εκκλησιαστικών ποινών και θα τονισθεί η σημασία που έχουν αυτές για την γενική εκκλησιαστική θεωρία και πρακτική. Για τον αφορισμό βέβαια πού επέλεξα ως θέμα ανάλυσης και επεξεργασίας ο λόγος θα είναι περισσότερο εκτεταμένος και αναλυτικός.

Αυτά θα γίνουν στις σελίδες του εισαγωγικού κεφαλαίου. Στα άλλα κεφάλαια της μελέτης μας θα αναλυθούν φυσικά διεξοδικότερα οι κύριες συνιστώσες του θέματος. Θα εκθέσουμε δηλαδή πρώτα πρώτα τα βασικά εξωτερικά, κατά κάποιον τρόπο, χαρακτηριστικά της ποινής: τι είναι ο αφορισμός, ποια είναι τα διάφορα «είδη» του επιτιμίου, ποιος ο τρόπος επιβολής και άρσης, καθώς και τα «είδη» της ποινής και τα μορφολογικά της στοιχεία. Στο τρίτο μέρος θα δούμε τον τρόπο με τον όποιο η ποινή θα ενσωματωθεί στις διάφορες ιδιωτικές συλλογές απονομής δικαιοσύνης, θα ακολουθήσουν τα σχετικά με την εξέλιξη του επιτιμίου και την προσαρμογή του προς τις εκάστοτε πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές, θα μας απασχολήσει ακόμα η χρήση της ποινής και από την άποψη του δογματικού όπλου.

Τέλος, κλείνοντας το θέμα μας θα σταθούμε σε ορισμένες καίριες στιγμές που σημαδεύουν την εξέλιξη της ποινής μέσα στην διαχρονία, μέσα στο γενικό σχήμα: γέννηση – ανάπτυξη –έκρηξη – ανάσχεση που παρακολουθεί την ποινή θα επιχειρήσουμε να δείξουμε τους βασικότερους σταθμούς που προσδιορίζουν άλλωστε και τις διάφορες φάσεις της εξελικτικής πορείας του αφορισμού. Με την διεξοδική αυτή προσέγγιση ελπίζω ότι θα καταδειχθεί πρώτα η μορφή του επιτιμίου, τι είναι ο αφορισμός, άλλα και ποιες είναι οι συνέπειες τής επιβολής του εις βάρος κάποιου χριστιανού… [Από τον πρόλογο του βιβλίου].

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Αφορισμός – Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας

Read Full Post »

Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821, υπό Ιωσήφ Ζαφειροπούλου ιερομονάχου. Συνταχθέν δε υπό Θεοδώρου Ζαφειροπούλου.


 

Από τα τέλη του 1820 είχαν σχεδιαστεί από τους Τούρκους σφαγές των Ελλήνων προυχόντων και θρησκευτικών ηγετών, για να προλάβουν ενδεχόμενες ανεπιθύμητες κινήσεις των υποδούλων. Περίπου ένα μήνα πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, το Φεβρουάριο του 1821, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να προσκαλέσει στην Τριπολιτσά τους προύχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου, υπό το πρόσχημα διαβουλεύσεων.

 

Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821

 

Τις λεπτομέρειες της φυλάκισης των ομήρων γνωρίζουμε από τρία, μικρά σε έκταση, αλλά εξαιρετικής σημασίας, απομνημονεύματα αιχμαλώτων κληρικών: του διακόνου Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου, του Τριπολιτσάς Δανιήλ (στιχούργημα) και του Ανδρούσης Ιωσήφ…

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο:Αρχιερείς και Προύχοντες στη φυλακή της Τριπολιτσάς 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

H Napoli Di Romania των Stradioti (15ος-16ος Αι.): Πως ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα – Κατερίνα Β. Κορρέ, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

«Το παρελθόν, είναι αυτή η μάζα μικρών περιστατικών, άλλων λαμπρών, άλ­λων σκοτεινών […]. Αλλά αυτή η μάζα δεν αποτελεί όλη την πραγματικότητα, όλο το βάθος της ιστορίας που πάνω του μπορεί άνετα να δουλέψει η επιστημονική σκέψη», έγραψε ο Braudel, o κατεξοχήν ιστορικός της μακράς διάρ­κειας. Η συγκέντρωση και η επεξεργασία στοιχείων που ανήκουν στο παρελθόν και συνιστούν την ιστορία, περνά μέσα από ερμηνευτικές ατραπούς, στις οποίες οι κάθε είδους διανοητικοί καταναγκασμοί είναι δύσκολο – αν όχι ακα­τόρθωτο – να αποφευχθούν. Ένα τέτοιο δύσκολο παρελθόν είναι το παρελθόν των μισθοφορικών ομάδων του 15ου-16ου αι., που είναι γνωστές ως stradioti. Θα μοιραστώ μαζί σας τη δική μου συγκομιδή, βάσει των αρχειακών πάντα τεκμηρίων, στην οποία κατέληξα μετά από τη μεγάλη ή μικρή διανοητική περιπέτεια που επιτρέπει κανείς στον εαυτό του, προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα πώς – και κυρίως γιατί – είναι δυνατό να υιοθετεί κανείς μια πατρίδα.

Έφιππος stradioti του 16ου αιώνα.

Η στενή σύνδεση του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου με τις τύχες του Δεσποτάτου του Μοριά αντανακλάται και στην ονομασία των stradioti, που, αντίθετα από ό,τι έχει υποστηριχθεί ως προς την ετυμολογία της (ότι προέρχεται από τη λέξη strada), αποτελεί προφανές γλωσσικό δάνειο της ελληνικής (στρατιώτης) στη βενετική. Ο θεσμός των μισθοφόρων στρατιωτών του είδους που οι stradioti αναδείχθηκαν αργότερα, σχετίζεται με τις πολιτικές εποικισμού των τελευταίων δεσποτών του Μοριά και κατ’ επέκταση των βυζαντινών αυτοκρατόρων των τελευταίων δύο αιώνων: στην usanza greca αναζητούν οι βενετικές πηγές το πρότυπο δημιουργίας αυτών των πολεμικών σωμάτων ατάκτων. Η βυζαντινή στρατεία, η υποχρέωση δηλαδή για πολεμική υπηρε­σία – που εντοπίζεται στις βυζαντινές, νομικές κυρίως, πηγές –, αποσκοπούσε εξαρχής στη δημιουργία στρατευμένων, πολεμιστών δηλαδή σε εφεδρεία. Οι πολεμιστές αυτοί προέρχονταν πρωτίστως από ντόπιους. Ιδίως όμως στην υστεροβυζαντινή περίοδο, στρατολογούνταν και άλλες εθνοτικές ομάδες που ενδεχομένως ήταν σε θέση να απειλήσουν την εσωτερική τάξη και ασφάλεια, αν δεν ενσωματώνονταν με κάποιο τρόπο στη βυζαντινή στρατιωτική μηχα­νή. Η προβληματική των στρατιωτικών προνοιών συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με τις εν λόγω πραγματικότητες.

Οι σημαντικότερες κινήσεις εγκατάστασης πληθυσμών, που προέρχονταν από τη σημερινή γεωγραφική περιοχή της νότιας Αλβανίας (το παλιό Θέμα Δυρραχίου), στο Δεσποτάτο πρέπει να έγιναν από τον Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό γύρω στο 1340 και από τον Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο μεταξύ 1395 και 1396. Τα κριτήρια ήταν τόσο οικονομικά όσο και πολιτικοστρατιωτικά. Ενώ για την πρώτη περίπτωση ο αριθμός των εποίκων δεν είναι γνωστός, στη δεύ­τερη εικάζεται ότι πάνω από 10.000 άνθρωποι με τα κοπάδια τους πέρασαν μέσω Ισθμού στην Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκαν σε ακαλλιέργητες εκτά­σεις του Δεσποτάτου και αποτέλεσαν τους – αρχικά τουλάχιστον – «προθύ­μους και αγαθούς στρατιώτας» του. Αρκετοί όμως εξ αυτών κατέληξαν και σε ιδιωτικές γαίες των δυνατών, αποτελώντας, σε πολλές περιπτώσεις, τους ιδιωτικούς τους στρατούς.

Το πρώτο κύμα των εποικισμών για το βενετικό Ναύπλιο έγινε στα μέσα του 15ου αι. και οι έποικοι προερχόταν από τις περιοχές του Δεσποτάτου. Επρόκειτο για δυσαρεστημένους Αλβανούς μετανάστες που ανήκαν στη φάρα των Μπούα, επειδή στα πράγματα του Δεσποτάτου είχαν προκριθεί οι άσπον­δοι εχθροί τους, οι Μπόχαλη. Ο Μπούας Κούκης ήταν από τους πρώτους που προσφέρθηκαν, το 1423-1425, να έλθει στην υπηρεσία των Βενετών από την Αρκαδία, όντας σε ρήξη με τον Θεόδωρο Παλαιολόγο. Οι άνδρες του, μαζί με τις οικογένειές τους, εγκαταστάθηκαν ανάμεσα στο Άργος και το Ναύπλιο, στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία. Καθώς οι εμφύλιοι πόλεμοι για την εξουσία του Δεσποτάτου εντείνονταν, το κύμα των αποσκιρτήσεων προς τις ασφαλέστερες βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου, ενώπιον της τουρκικής μάλιστα απειλής, γινόταν μεγαλύτερο.

Η πλειονότητα εκείνων των ανθρώπων, που περιπλανούνταν στην κεντρι­κή και νοτιοανατολική Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκε στο Άργος, περιοχή που είχε αποψιλωθεί πληθυσμιακά μετά από τη μεγάλη τουρκική επίθεση του 1397. Το 1451 η βενετική διοίκηση είχε προσκαλέσει επισήμως όσους επιθυμούσαν να εγκατασταθούν εκεί, με συγκεκριμένα ανταλλάγματα: 40 στρέμματα γης, 4 στρέμματα αμπέλια για κάθε οικογένεια, μαζί με οικοδομικό υλικό για να ξαναφτιαχτούν οι κατεστραμμένες οικίες ή να χτιστούν νέες. Ανάμεσα στους άλλους, στην πρόσκληση ανταποκρίθηκαν και 115 ελληνικές οικογένειες από τον Μοριά.

 

Λεπτομέρεια της εικόνας της Δέησης (1546) που βρίσκεται στον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων στη Βενετία. Απεικονίζεται ο στρατιώτης Ιωάννης Μάνεσης. Τη γνωστή εικόνα της Δέησης, αφιέρωσαν τα αδέλφια stradioti Ιωάννης και Γεώργιος Μάνεσης, οι γιοι του Κομίνη, ελληνοαλβανικής καταγωγής, στον ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία, ανήμερα της εορτής του προστάτη των στρατιωτών αγίου Γεωργίου (21 Απριλίου 1546). Στο βάθος της αφιερωματικής παράστασης εικονίζεται ένα χαρακτηριστικό τοπίο, το οποίο όμως έχει διαφύγει της προσοχής στη βιβλιογραφία. Πρόκειται ασφαλώς για το Ναύπλιο, όπως θα φαινόταν από την πλευρά της ακτής, εκεί από όπου περνά η σημερινή λεωφόρος Ναυπλίου – Νέας Κίου: διακρίνεται καθαρά το Μπούρτζι και οι τρεις πύργοι της πόλης, πίσω από τη φιγούρα του στρατιώτη στην αριστερή γωνία.

 

Η εικόνα της Δέησης με του αφιερωτές Ιωάννη και Γεώργιο Μάνεση. Πιθανότατα έργο του Κρητικού ζωγράφου Στρελίτζα Μπαθά.

 

Το δεύτερο κύμα εποικισμών προς το Ναύπλιο, στα τέλη του 15ου αι., αφο­ρούσε – εκτός από παλιούς – και σε νέους μετανάστες. Στους παλιούς συγκαταλέγονταν ομάδες Αλβανών που είχαν από δεκαετίες εγκατασταθεί στη Μάνη, στην περιφέρεια της Μεθώνης και της Κορώνης, καθώς και πολυάριθμων Ελλήνων προσφύγων που αναζητούσαν ένα χριστιανικό καταφύγιο μπροστά στην οθωμανική προέλαση. Ο Μανουήλ Μπόχαλης, που ήταν στην πρώτη γραμμή της άμυνας του Δεσποτάτου και συγγένευε με τους Παλαιολόγους, εντάχθηκε με τους άνδρες του στις μισθοφορικές δυνάμεις του Ναυπλίου το 1461.

Στην Αργοναυπλία εγκαθίσταντο όμως και άλλες ομάδες, προερχόμενες από τον δυτικό βορρά, οι οποίες έφταναν μέσω της Αιτωλοακαρνανίας στον Ισθμό. Προς τα τέλη όμως του 15ου αι., η πορεία ολοένα και δυσκόλευε και οι ομάδες απορροφούνταν λιγότερο από τις βενετικές κτήσεις. Έτσι, η κίνηση προς τον νότο σταδιακά ανακόπηκε. Η Βενετία ήταν πολύ επιφυλακτική με αυτή την κατηγορία εποίκων, που δεν είχαν δηλαδή προηγούμενη εμπειρία ελληνικών διοικήσεων. Προτιμούσε φανερά τους εξελληνισμένους Αλβανούς του Δε­σποτάτου, που είχαν αποδεδειγμένα συνεργατικές συμπεριφορές, θεωρώντας ότι μπορούσε να τους εμπιστευτεί περισσότερο. Αυτούς αποκαλούσε συχνά στα έγγραφα albanesi greci, δηλαδή Ελληνοαλβανούς, τοποθετώντας τους δί­πλα στους greci, στους Έλληνες μισθοφόρους της, ντόπιους και μετοίκους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: H Napoli di Romania των Stradioti (15ος-16ος αι.)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »