Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ψηφιακές Συλλογές’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Οι «ελάσσονες» πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου Θρ. Ζαΐμη. Νίκη Μαρωνίτη στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7- 8 Νοεμβρίου, 2015.


 

[…] Ο Ζαΐμης συνιστούσε ένα μείγμα επαγγελματία πολιτικού και ερασιτέχνη. Ακουμπούσε με ασφάλεια στην πολιτική οικογενειακή παράδοση, στις περγαμηνές που όριζαν η ένδοξη καταγωγή και τα ευρύτερα συγγενικά δίκτυα – εγχώρια και ομογενή – στη συστηματική μόρφωσή που απέκτησε, καθώς και στην ευρύτερη καλλιέργεια που διέθετε. Το ξεκίνημα, και στη συνέχεια η σύνολη πολιτική του σταδιοδρομία, βασίστηκαν αφενός στα εδραιωμένα και γόνιμα τοπικά ερείσματα, με άξονα τη γενέτειρα του, τα Καλάβρυτα, αφετέρου σε αυτά που αντλούσε έξω από τα εθνικά σύνορα: στα διπλωματικά σαλόνια, στις πρεσβείες, στα δυναστικά περιβάλλοντα, στα διεθνή fora, στους χώρους δράσης της ελληνικής ομογένειας.

Αλέξανδρος Ζαΐμης (1855-1936). Library of Congress.

Επομένως η αξιοθαύμαστη ανέλιξη του εδραιώθηκε εποικοδομητικά στις δύο αυτές κλίμακες, τοπική και κοσμοπολιτική, χωρίς να χρειαστεί να αναμετρηθεί στον εθνικό, ανταγωνιστικό κομματικό στίβο, με τους πολιτικούς πρωταγωνιστές της εποχής του. Δεδομένο που του επέτρεψε, αφενός να εκφράσει τις ενδιάμεσες, ρευστές θέσεις των πολυσυλλεκτικών εκλογικών πελατειών, εκείνες δηλαδή που η καθαρότητα και αποκλειστικά των αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων δεν μπορούσαν προγραμματικά να εκπροσωπήσουν, αφετέρου να αποκτήσει περισσότερους οιονεί συμμάχους, από ότι δηλωμένους πολέμιους ή εχθρούς. Άλλωστε, αυτές ακριβώς οι πολυσυλλεκτικές, ανυπόμονες εκλογικές πελατείες ευθύνονταν κατά πολλοίς για τον τρωτό, αναλώσιμο χαρακτήρα των πλειοψηφικών κυβερνητικών σχημάτων, καθώς για την αναγκαιότητα προσφυγής σε ανορθόδοξες συνταγματικές επιλογές από την πλευρά του ανώτατου άρχοντα για τη διαμόρφωση ευκαιριακών, μειοψηφικών κυβερνήσεων. Δεν ήταν συμπτωματικό επομένως ότι η ανάληψη ύπατων αξιωμάτων που εγγράφονται στην αδιάλειπτη, μακρά πορεία του Ζαΐμη- βουλευτής, πρόεδρος της Βουλής, πρωθυπουργός (επανειλημμένα), ύπατος αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας, διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, Πρόεδρος της Γερουσίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας – οφειλόταν σε διορισμούς, αξιοκρατικούς ή σκιώδεις, νόμιμους ή «πραξικοπηματικούς» στους περισσότερους από τους οποίους οι εκπρόσωποι του ελληνικού στέμματος, Γεώργιος και Κωνσταντίνος, αλλά και ο χαρισματικός Ελευθέριος Βενιζέλος έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Αυτή η διαδικασία των «γκρίζων» διορισμών δεν κατάφερε ωστόσο να υπονομεύσει το πολλαπλό όφελος που αποκόμισε ο Καλαβρυτινός πολιτικός: καθώς, μετά την ανάληψη του εκάστοτε υψηλού αξιώματος, το πολιτικό/συμβολικό του κεφάλαιο αποκτούσε πλουσιότερες και ωριμότερες υποδοχές, χρησιμότερες δικτυώσεις, ενισχυμένη διαπραγματευτική ισχύ. Ηγούνταν κατά κανόνα μειοψηφικών ή κυβερνήσεων συνεργασίας, υπηρεσιακών, έκτακτων ή οικουμενικών υπουργείων, σχημάτων δηλαδή που χαρακτηρίζονταν από προσωρινή διάρκεια, ad hoc κοινοβουλευτική υποστήριξη, ρευστό και μεταβαλλόμενο κοινωνικό αντίκρισμα/έρεισμα, αποτελούσαν ωστόσο τον κανόνα και όχι την εξαίρεση στην κυβερνητική ιστορία της μέσης διάρκειας 1890-1936.

Παράλληλα, τα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά του – νηφαλιότητα, μετριοπάθεια, ικανότητα να διαμορφώνει συναίνεση γύρω από το πρόσωπό του, διαχειριστική δεινότητα, διεθνή αναγνώριση, συνείδηση καθήκοντος – επισκιάζονταν μεν από καταγεγραμμένα ελαττώματα όπως ατολμία, αναποφασιστικότητα, έλλειψη ηγετικών προσόντων, υποχωρητικότητα, ιδιότυπη φιλοδοξία. Σύστηναν όμως, την ίδια στιγμή, ένα εναλλακτικό, νεωτερικό, μοντέλο διακυβέρνησης απέναντι σε αυτό των πρωταγωνιστών της πολιτικής: με άλλα λόγια, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης παρουσιαζόταν στο πηδάλιο της εξουσίας, σε επίμαχες και κρίσιμες περιόδους, με στόχο να διαχειριστεί επιτακτικά ζητήματα, αντιπροσωπευτικά των εκάστοτε οξύνσεων/πολώσεων, και να αποκαταστήσει, έστω προσωρινά, την εύρυθμη, θεσμική λειτουργία του πολιτικού και κοινωνικού βίου. Η πολιτική κουλτούρα που υπηρετούσε, οικεία και παρούσα στις ασταθείς και εξίσου ρευστές ευρωπαϊκές πολιτικές σκηνές της περιόδου που εξετάζουμε, νομιμοποιούνταν στην ετοιμότητα και βούληση να αναλάβει την κατάλληλη στιγμή το ύπατο αξίωμα, να ανταποκριθεί επαρκώς κατά τη σύντομη μα εύθραυστη διάρκεια του και να αποσυρθεί όταν ολοκληρωθεί η ορισμένη αποστολή του. Προσημειώνοντας έτσι την δυνατότητα επανάκαμψης, την επόμενη προσωρινή θητεία…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Οι «ελάσσονες» πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου Θρ. Ζαΐμη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η Ήπειρος κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – Η ιταλική κατοχή, 1917. Ελευθερία Κ. Μαντά στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Η έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, το καλοκαίρι του 1914, έμελλε να προκαλέσει αναταράξεις στην περιοχή της Ηπείρου που οδήγησαν, πέρα από τις εσωτερικές επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού – ιδιαίτερα εμφανείς και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας -, έως και στην προσωρινή κατάλυση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας.

Ο Μεγάλος Πόλεμος έβρισκε την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου (το ελληνικό και το αλβανικό κομμάτι) σε αναβρασμό: σε έξαρση βρίσκονταν ήδη κινητοποιήσεις Αλβανών επαναστατών στην κεντρική Αλβανία ενώ νοτιότερα ο αγώνας των Βορειοηπειρωτών για τη δημιουργία αυτόνομου κράτους δεν είχε ακόμη λήξει οριστικά. Η γενική αναταραχή ανησυχούσε τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, γεγονός που τον οδήγησε να διεκδικήσει ανακατάληψη της βόρειας Ηπείρου από τον ελληνικό στρατό προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν ακρότητες. Το ελληνικό αίτημα, όμως, ήταν αναμενόμενο ότι θα συναντούσε τις ιταλικές αντιρρήσεις, αφού ερχόταν σε αντίθεση προς τα από δεκαετίες γνωστά συμφέροντα της Ιταλίας στην Αλβανία.

 

Κόνιτσα, 15 Οκτωβρίου 1917. Τρίτος από αριστερά, καθιστός εικονίζεται ο στρατιωτικός διοικητής Delli Ponti. Πηγή: http://www.rivistamilitare.it

 

Βασική επιδίωξη της Ιταλίας, ήδη από την εποχή της ενοποίησής της το 1870, υπήρξε η άνοδος του κύρους της χώρας στον διεθνή χώρο και η ένταξή της στον κύκλο των θεωρούμενων ως μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Καθώς όμως στο χώρο της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης δεν υπήρχαν αντικειμενικά τα περιθώρια για την εξάπλωση της επιρροής της λόγω της ισχυρής παρουσίας εκεί των άλλων δυνάμεων, ήταν αναγκασμένη να στραφεί σε νέες κατευθύνσεις και πιο συγκεκριμένα στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, η στροφή προς την ανατολική πλευρά της Αδριατικής αποτελούσε ζωτική ανάγκη όχι μόνο για την επέκταση της επιρροής, πολιτικής ή οικονομικής, του ιταλικού κράτους, αλλά και για την ίδια την ύπαρξη και την ασφάλειά του: τα λιμάνια των αλβανικών ακτών και ιδιαίτερα εκείνο της Αυλώνας κρατούσαν το κλειδί για τα στενά του Οτράντο και εξασφάλιζαν τον έλεγχο της Αδριατικής Θάλασσας.

 

Εξώφυλλο της εφημερίδας «Domenica del Corriere», 20 – 27 Μαΐου 1917. Κάτω από την φωτογραφία αναγράφει: «Οι Ιταλοί στην Ήπειρο. Ο συνταγματάρχης Brussi, επισκεπτόμενος την περιοχή γύρω από τους Φιλιάτες, συνοδεύεται από γραφική τιμητική συνοδεία και δέχεται δώρο λουλούδια από γυναίκες και παιδιά». Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ως ευπρόσδεκτη η ιταλική άφιξη στην Ήπειρο είναι εμφανής.

 

Όσον καιρό η Βαλκανική Χερσόνησος βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία, η Ιταλία δεν φαινόταν να ανησυχεί ιδιαίτερα· όταν όμως η διάλυση της αυτοκρατορίας άρχισε πλέον να γίνεται ορατή, η ιταλική πολιτική υποχρεώθηκε να δραστηριοποιηθεί, καθώς δεν ήταν δυνατό να επιτρέψει την επέκταση στις ανατολικές ακτές της Αδριατικής οποιασδήποτε ξένης δύναμης, πολύ δε περισσότερο της Ελλάδας, η οποία θα ήταν δυνατό να θέσει σε κίνδυνο τα ιταλικά συμφέροντα. Η Αλβανία ήταν ιδιαίτερα σημαντική ως προγεφύρωμα για την διεύρυνση της ιταλικής επιρροής αρχικά Βαλκάνια και κατόπιν στον ευρύτερο χώρο της Ανατολής, γι’ αυτό και ήταν απαραίτητο να ενισχυθεί και να υποστηριχθεί στις διαφορές της με τα γειτονικά κράτη και ιδιαίτερα με την Ελλάδα. Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει λοιπόν να ερμηνευθούν οι επίμονες προσπάθειες που κατέβαλε η Ιταλία προκειμένου πρώτα να επιτύχει τη δημιουργία ενός μεγάλου αλβανικού κράτους μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και έπειτα, μετά την έκρηξη του A΄ Παγκόσμιου Πολέμου, να διαπραγματευτεί τη συμμετοχή της στο πλευρό ενός εκ των δύο αντιμαχόμενων συνασπισμών στη βάση των εδαφικών ανταλλαγμάτων που θα λάμβανε. Συγκεκριμένα, από την Αλβανία η Ιταλία επιθυμούσε να αποκτήσει τουλάχιστον τον έλεγχο του νησιού Σάσων και του λιμανιού της Αυλώνας.

Ακριβώς το στοιχείο αυτό επιχείρησε να εκμεταλλευτεί ο Βενιζέλος όταν πρότεινε στη βρετανική κυβέρνηση, το 1914, ανακατάληψη της βόρειας Ηπείρου από τον ελληνικό στρατό – από όπου είχε αποχωρήσει μόλις λίγους μήνες νωρίτερα – με παράλληλη κατάληψη της Αυλώνας από τις ιταλικές δυνάμεις. Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Έντουαρντ Γκρέι δεν φάνηκε να είχε ουσιαστικές αντιρρήσεις για το σχέδιο και, ύστερα από παρέμβασή του στην ιταλική πλευρά, συμφωνήθηκαν τελικά τα εξής: Η Ελλάδα θα καταλάμβανε τη βόρεια Ήπειρο υπό τον όρο ότι η κατοχή θα ήταν προσωρινή, θα απέσυρε τις δυνάμεις της όταν θα της το ζητούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις και θα συναινούσε υπέρ της κατάληψης της Αυλώνας από την Ιταλία. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο ελληνικός στρατός, με επικεφαλής τους στρατηγούς Ιωάννου και Παπούλα και τον συνταγματάρχη Κοντούλη, εισήλθε στις περιοχές της βόρειας Ηπείρου (Πρεμετή, Αργυρόκαστρο και Κορυτσά) τον Οκτώβριο του 1914, θέτοντάς τες υπό ελληνική διοίκηση. Φαίνεται ωστόσο πως ο Έλληνας πρωθυπουργός ήλπιζε ότι το τέλος του πολέμου θα έφερνε και επίλυση του θέματος της βόρειας Ηπείρου κατά τρόπο θετικό για την ελληνική πλευρά…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Ήπειρος κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – Η ιταλική κατοχή, 1917

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις. Κώστας Δανούσης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

[…] Οι Κυκλάδες καλύπτουν το κεντρικό Αιγαίο και ανάμεσά τους διέρχονταν από αιώνες οι κύριοι θαλασσινοί δρόμοι που οδηγούσαν από τη Δύση στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τη Σμύρνη. Ας μην ξεχνάμε ότι στους διαύλους της Κέας – Μακρονήσου και Τήνου – Μυκόνου το γερμανικό υποβρύχιο U-73 πόντισε τις νάρκες που έστειλαν στο βυθό τον «Britannic» στις 8/11/1916 (π.η.) και έπληξαν το «Braemar Castle» δύο μέρες αργότερα. Η γεωπολιτική τους θέση ενισχύθηκε μετά την Εκστρατεία της Καλλίπολης και την εγκατάσταση του συμμαχικού προγεφυρώματος στη Μακεδονία. Άμεσα κατελήφθησαν η Μήλος και η Λήμνος, λιμάνια κομβικής σημασίας για τις επιχειρήσεις και τις θαλάσσιες μεταφορές. Ταυτόχρονα οι Σύμμαχοι – με βάση το προηγούμενο της ανθράκευσης παρά τη Δονούσα των γερμανικών καταδρομικών Goeben και Breslau – υποψιάζονταν ότι στις μικρές Κυκλάδες γινόταν με την ανοχή, ή την άμεση συνεργασία, της Ελληνικής Κυβέρνησης τροφοδοσία σε καύσιμα των εχθρικών υποβρυχίων. Τέλος, και ίσως το σημαντικότερο, η Ερμούπολη ήταν κεντρικός σταθμός της Eastern Telegrapf, της Αγγλικής Εταιρείας που διαχειριζόταν το δίκτυο των τηλεγραφικών επικοινωνιών με τη Μέση και Εγγύς Ανατολή, τις Ινδίες και την Ινδοκίνα. Ήταν, λοιπόν, αδύνατον να μην ενδιαφερθούν για τον απόλυτο έλεγχο μιας τόσο κομβικής σημασίας για το Μακεδονικό μέτωπο, αλλά και για την Ανατολική Μεσόγειο, περιοχής. Αντιθέτως μάλιστα, τόσο οι Αγγλικές όσο και Γαλλικές Υπηρεσίες Πληροφοριών είχαν αρκετά νωρίς εγκαταστήσει τα δίκτυά τους στην περιοχή. Εξάλλου η Σύρος ήδη από τις αρχές του 1916 τελούσε υπό την άμεση εποπτεία του Αγγλικού στόλου.

[…] Στη Νάξο, η άρνηση των Απειρανθιτών να αναγνωρίσουν την κυβέρνηση
Θεσσαλονίκης οδήγησε σε αιματηρές εξελίξεις, τα τραγικά γεγονότα οφείλονταν στην
παθολογική εξάρτηση των κατοίκων από τον συμπατριώτη τους Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, την εσφαλμένη εκτίμηση της κατάστασης και την ανελαστικότητα του επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων. Οι ορεσίβιοι και αγέρωχοι εκείνοι Αξιώτες αναγκάστηκαν να υποταχθούν, όταν αντιλήφθηκαν ότι τα όπλα σκοτώνουν!… Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης πάλι, η οποία ενδιαφερόταν, για την επέκταση του χώρου ελέγχου της και συνακόλουθα για την ενίσχυση των μονάδων στρατού που είχε ήδη συγκροτήσει, κατανόησε πολύ ενωρίς ότι οι συνθήκες για μια επιχείρηση προσεταιρισμού των Κυκλάδων – όπως και άλλων νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου – είχαν ωριμάσει. Τα νησιά, ήδη από τον πρώτο συμμαχικό αποκλεισμό της χώρας, που απέβλεπε στον περιορισμό της εισαγωγής καυσίμων και σιτηρών, είχαν έντονα αισθανθεί το φάσμα της πείνας. Εκτός ίσως τα δύο μεγάλα νησιά, την Άνδρο και την Νάξο, όπου θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για κάποια αυτάρκεια, στα υπόλοιπα η επιβίωση εξαρτιόταν άμεσα από τις εισαγωγές. Στην Τήνο, αίφνης, από τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας τα παραγόμενα δημητριακά δεν κάλυπταν τις τοπικές ανάγκες για περισσότερους από 7 ή 8 μήνες.

Οι τοπικές κοινωνίες ήσαν εξαιρετικά εξωστρεφείς – η θάλασσα συνδέει, δε χωρίζει – και είχαν στενές επαφές με τα κοσμοπολίτικα κέντρα της Ανατολής, όπου διατηρούσαν ισχυρές παροικίες. Π.χ. τα Βουρλά, στη χερσόνησο της Ερυθραίας, μύριζαν έντονα Νάξο! Μοιραία οι πληθυσμοί τους ανήκαν στην Ελλάδα που τολμούσε να αισιοδοξεί και στις εκλογές των 1910, 1912 και του Μαΐου του 1915 είχαν στηρίξει εγκαρδίως το κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ στις εκλογές του επόμενου Δεκεμβρίου η αποχή υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη. Αυτό βέβαια δε σημαίνει – το απέδειξε εξάλλου το Δημοψήφισμα του 1924 – ότι διαπνέονταν από αντιδυναστικά αισθήματα. Τουναντίον, ιδίως οι καθολικοί των Κυκλάδων, ήσαν προσηλωμένοι στην ιδέα της βασιλείας. 85 χρόνια ελεύθερου βίου ήσαν εκπαιδευμένοι στην ελέω θεού βασιλεία. Στα περισσότερα μάλιστα σπίτια των καθολικών των Κυκλάδων υπήρχαν λιθογραφίες των βασιλιάδων της Ευρώπης, κληρονομιά της Ιεράς Συμμαχίας και της πολιτικής του Πίου του Θ΄ (1846-78). Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι κατά το Δημοψήφισμα του 1924 κατά του βασιλικού θεσμού τάχθηκε ρητά μόνον το ανατολικό τόξο της χώρας, περιοχές δηλαδή που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων…

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής. Βασίλης Τσιλιμίγκρας στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Στόχος της εισήγησής μου, που αφορά τον Εθνικό Διχασμό, είναι να προσπαθήσω να παρουσιάσω, όσο πιο συνοπτικά γίνεται, ένα αρκετά μεγάλο σε έκταση γεγονός, ιδιαίτερα έντονο και ενδιαφέρον σε διακυμάνσεις και καθοριστικό σε αποτελέσματα, δηλαδή το ρόλο των διανοουμένων κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού.

Ο Εθνικός Διχασμός (1915-1917) αποτέλεσε ένα δραματικό εμφυλιοπολεμικό γεγονός που επηρέασε καθοριστικά την πορεία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας. Πιστοποιούσε τη θερμή «ρήξη» Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών, που προσωποποιούνταν συμβολικά αλλά και ουσιαστικά στον Βενιζέλο και στον βασιλιά Κωνσταντίνο, και είχε ως ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο τη σφοδρή αντιπαράθεση των νέων αστικών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και αντιλήψεων με τις αντίστοιχες συντηρητικές – παραδοσιακές.

Η παρουσία και η δράση των πνευματικών ανθρώπων δεν ξεκινά ξαφνικά το 1915, που αρχίζει η ρήξη, ούτε τελειώνει το 1917 με την αποκατάσταση της βενιζελικής διακυβέρνησης. Είναι η κορύφωση μιας πορείας που θα συνεχιστεί με άλλες μορφές και όρους στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας και του κράτους.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Θα παρουσιάσω τις ιδεολογικές τάσεις, τα πρόσωπα ως δράστες και εκφραστές – ενσαρκωτές απόψεων και αντιλήψεων, τις δράσεις και τις συνέπειές τους στο ελληνικό γίγνεσθαι. Ενώ θα έπρεπε να αναφερθώ και στη στάση του τύπου της εποχής, που αποτελεί όχημα επικοινωνίας, έστω και περιορισμένης εμβέλειας εκείνη την εποχή, του λαού με τους πολιτικούς και τους διανοούμενους, αλλά και το όργανο της σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, της προπαγάνδας, του φανατισμού και της καθοδήγησης των πολιτικοκοινωνικών δυνάμεων με τα οδυνηρά αποτελέσματα των συγκρούσεων και των υπερβολών κάθε είδους στην περίοδο του Εθνικού διχασμού, αυτό δεν είναι δυνατό στο πλαίσιο της παρούσας εισήγησης.

Ο Εθνικός Διχασμός, ως όρος, απαλύνει κάπως την πραγματικότητα που δεν ήταν άλλη απ’ αυτή ενός εμφυλίου πολέμου με διαιρεμένη τη χώρα σε μια κρίσιμη περίοδο, όπου ποικίλες ευρωπαϊκές και βαλκανικές δυνάμεις, στη δίνη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, χρησιμοποιούν τη βόρεια Ελλάδα ως πεδίο στρατιωτικών επιχειρήσεων και πεδίο ανταγωνισμού των βαλκανικών εθνικισμών με ιδιαίτερα επικίνδυνες προεκτάσεις που απειλούν την ίδια την υπόσταση της χώρας και το μέλλον της.

Επιχειρώντας να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου διανοούμενος πρέπει να επισημάνουμε ότι στις δύο πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα παρατηρείται ένα καινούριο φαινόμενο που αφορά τη συγκρότηση των διανοουμένων σε διακριτή ομάδα. Έτσι η ατομική πνευματική και καλλιτεχνική προσπάθεια μετατρέπεται σε συλλογική, κοινωνικοπολιτική παρέμβαση στα πλαίσια του Δημοτικισμού.

Ο όρος διανοούμενος αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του μαζί με τον αντίστοιχο ξένο «ιντελεκτουάλ», που προηγείται, στην περίοδο αυτή. Οι παλαιότεροι όροι λόγιοι, πεπαιδευμένοι, άνθρωποι των γραμμάτων δε φαίνεται να μπορούν να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες της κοινωνικής και εκπαιδευτικής εξέλιξης. Ο Παναγιώτης Μουλλάς σημειώνει: «Οι διανοούμενοι, λοιπόν, στο προσκήνιο. Γύρω στα 1910, η λέξη μπορεί να μην υπάρχει ακόμη, αλλά οι άνθρωποι υπάρχουν. Οι άνθρωποι: δηλαδή όσοι αγωνίζονται για τη γλώσσα και συζητούν στο Νουμά για το βιβλίο του Σκληρού ή ιδρύουν συλλόγους και υπογράφουν διαμαρτυρίες ή σπουδάζουν και ονειρεύονται ανορθώσεις, σχολεία, πολιτική δράση, δημιουργία κόμματος, κλπ., οι πρεσβύτεροι και οι νεώτεροι, οι αναλυτές της εξουσίας».

Βάση και κυρίαρχο πεδίο έντονης ιδεολογικής και όχι μόνο αντιπαράθεσης, που έχει γενικότερη συμβολική αξία για τη γενικευμένη σύγκρουση μεταρρυθμιστών και συντηρητικών, είναι η γλώσσα, και συγκεκριμένα η υιοθέτηση και χρήση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Έτσι, η γλώσσα δεν είναι μόνο ο προνομιακός χώρος αντιπαράθεσης, με δεδομένη την κυριαρχία της καθαρεύουσας στο χώρο της παιδείας, της επιστήμης αλλά και του κράτους, αλλά και η ενοποιητική ουσία ενός έθνους – κράτους καθώς και χώρος αποτύπωσης των ιδεολογικών αναζητήσεων, των επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων και κυρίως μέσο διαμόρφωσης και καθοδήγησης των ανθρώπων.

Στην Ελλάδα, στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, κύριος ιδεολογικός άξονας και προβληματισμός είναι «το ζήτημα της ολοκλήρωσης του εθνικού γίγνεσθαι, της Μεγάλης Ιδέας». Αν και δεν ικανοποιείται από τους βαλκανικούς πολέμους η ανάγκη ενοποίησης των ελληνικών πληθυσμών, όλοι κινούνται στο πλαίσιο αυτής της ιδέας, ακόμη και αυτοί που στοχεύουν στην ανατροπή της.

Ταυτόχρονα ο δημοτικισμός και μάλιστα ο εκπαιδευτικός, στον οποίο κυριαρχεί η φιλελεύθερη τάση, εντάσσεται στο συνολικότερο αίτημα του εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού της ελληνικής κοινωνίας. Όμως, εξακολουθεί να υπάρχει «το ομιχλώδες κλίμα των ελπίδων και των προσμονών» που δημιούργησε η επανάσταση του 1909. Αυτό το γεγονός αποτυπώνεται σε επιστολή του Μ. Τριανταφυλλίδη προς την Πηνελόπη Δέλτα (7/12/1909), όπου, αφού εκφράζει την απογοήτευσή του για την έλλειψη ηγετικής μορφής, γράφει το εξής για τις κινήσεις των δημοτικιστών: «Στο ότι δε το ζήτημα θα καταντήση πολιτικό, όταν βέβαια ωριμάση, σ’ αυτό και οι άλλοι μας έχομε την ίδια γνώμη». Στο πλαίσιο του ίδιου προβληματισμού θα γράψει ο ίδιος τον Αύγουστο του 1910: «το ζήτημα δεν μπορεί να μείνη – καθώς ούτε και είναι – γλωσσικό αλλά κοινωνικό, γιαυτό τίποτε δεν θα μπορέσει να κατορθωθεί μέσα στο κράτος χωρίς τη βοήθεια ενός πολιτικού κόμματος». Προτείνει, τέλος, να προσεγγισθεί και να κρατείται ενήμερη η πριγκίπισσα Σοφία και ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Ο κοινωνικός και πολιτικός χαρακτήρας του γλωσσικού ζητήματος είχε ήδη επισημανθεί, πριν από τον Ψυχάρη και τον Σκληρό. «Το γλωσσικό ζήτημα θεωρείται ζήτημα εθνικό», σύμφωνα με τους δημοτικιστές, γιατί το ιδανικό μιας ενιαίας γλώσσας εξακολουθεί να εκφράζει την αποκρυστάλλωση της εθνικής ενότητας μέσα και κυρίως έξω από τα τότε ελληνικά σύνορα.

Η παρέμβαση του Σκληρού, με το έργο του Το κοινωνικό μας ζήτημα, στο διαμορφωμένο εθνικό προβληματισμό των δημοτικιστών συνίσταται κυρίως στην τοποθέτηση του δημοτικιστικού κινήματος μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών και όχι των εθνικών αγώνων, εφόσον η γλώσσα, ως πνευματικό αγαθό, γίνεται αντικείμενο συγκρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων. Πιστεύει ότι, για να μπορέσει ο δημοτικισμός να επιτύχει τους στόχους του, πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένη κοινωνική βάση και να ταυτιστεί με την τάξη εκείνη της οποίας τα συμφέροντα υπηρετούνται με την υιοθέτηση της δημοτικής, για να μπορέσει μέσα από αυτή να ασκήσει πολιτική πίεση για την επικράτηση του Δημοτικισμού. Έτσι, ο Σκληρός προχωρεί στην ταξικοποίηση και πολιτικοποίηση του γλωσσικού ζητήματος. Τέλος αξιολογώντας τους φορείς του δημοτικισμού γνωρίζει ότι πρόκειται για την πρωτοπορία της αστικής τάξης, για τα «καλύτερα, γνωστότερα, γενναιότερα και μάλλον ενθουσιώδη παιδιά της μπουρζουαζίας μας». Καταλήγει, τελικά, στο συμπέρασμα ότι ο δρόμος της επικράτησης του δημοτικισμού είναι ο δρόμος του σοσιαλισμού. Την ίδια άποψη έχουν και ο Κ. Χατζόπουλος και ο Δ. Γληνός και άλλοι ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »