Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ψηφιακές Συλλογές’

Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929) – Από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό», Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας – Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.


 

Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)

Σήμερα στην Ελλάδα το σχολικό κτίριο αποτελεί βασικό στοιχείο του συστήματος κοινωνικού εξοπλισμού. Συνδεδεμένα με ένα θεσμό εθνικό, τα διδακτήρια ανήκουν σ’ εκείνες τις εγκαταστάσεις που θεωρούνται απαραίτητες για τη ζωή της κοινότητας. Το κτιριολογικό τους πρόγραμμα και οι κατασκευαστικές προδιαγραφές απασχολούν αρχιτέκτονες και παιδαγωγούς και αποτελούν αντικείμενο θεσμικών και διοικητικών ρυθμίσεων. Υπάρχει ένας κρατικός οργανισμός που έχει ως αποκλειστικό έργο την κατασκευή τους και μια διεύθυνση στο Υπουργείο Παιδείας που μελετά τις ανάγκες και προγραμματίζει την κάλυψη τους σε εθνικό επίπεδο. Ενώ το γεγονός, ότι αυτές οι ανάγκες δύσκολα καλύπτονται, θεωρείται κοινωνικό πρόβλημα. Τέλος, έχει διαμορφωθεί μια «κανονική» εικόνα κτιρίου, που επιτρέπει την ανάγνωση της χρήσης μέσω του χώρου και αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία του κτισμένου τοπίου.

Αυτές οι πρακτικές και παραστάσεις είναι, ωστόσο, φαινόμενο αρκετά πρόσφατο. Στα 1911, σ’ ένα άρθρο του με προγραμματικό χαρακτήρα για τους στόχους και τα καθήκοντα της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, ο Εμμ. Κριεζής διαπιστώνει: «Ενώ ο ναός και ο οίκος του χωρικού υπέστησαν την εξέλιξίν των δια μέσου πολλών αιώνων, ήτις βραδέως και διαδοχικώς έφθανεν από βαθμίδας εις βαθμίδα, το σχολείον καταλαμβάνει άλλην θέσιν ως νεώτατον δημιούργημα αναβλάστησεν ταχέως από τα πρώτα του σπέρματα και εξελίχθη ιδιαιτέρως κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας εις νέαν εκδήλωσιν του δημοσίου βίου».

Οι όροι της γέννησης του σχολικού κτιρίου ως εξειδικευμένου χώρου και η ανάδειξή του σε «νέα εκδήλωση του δημοσίου βίου» αποτελεί ακριβώς το αντικείμενο αυτής της μελέτης. Για να μπορέσω να παρακολουθήσω την εξέλιξη αυτή χρειάστηκε να επεκταθώ χρονικά σε διάστημα ενός αιώνα, παραμένοντας όμως γεωγραφικά πάντα στα όρια του ελληνικού κράτους.

Η χρονολογική αφετηρία που δηλώνεται στον τίτλο, 1821, δεν αντιστοιχεί σε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός στον τομέα των σχολικών εγκαταστάσεων. Επιλέχτηκε όμως γιατί υποδηλώνει, μέσα από την τομή της επανάστασης και της εγκαθίδρυσης ενός σύγχρονου εθνικού αστικού κράτους, τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται στον τομέα τόσο της εκπαίδευσης όσο και του δομημένου χώρου. Και είναι στα πλαίσια αυτών των μεταβολών που το σχολικό κτίριο γεννιέται ως σύγχρονο εξοπλιστικό κτίριο.

Το φαινόμενο αυτό θέλησα να προσεγγίσω στο πρώτο μέρος της μελέτης, εξετάζοντας αφ’ ενός πώς το πρόβλημα του σχολικού χώρου διατυπώνεται σε σχέση με την εγκαθίδρυση ενός εθνικού σχολικού συστήματος και την ομοιόμορφη οργάνωση των σχολείων στη βάση μιας συγκεκριμένης μεθόδου διδασκαλίας, και αφ’ ετέρου πώς μορφοποιείται η λύση του σε σχέση με τις νέες πρακτικές και αντιλήψεις που καθιστούν κάθε κοινωφελές έργο αντικείμενο πρόβλεψης, αξιολόγησης, ελέγχου και προγραμματισμού εκ μέρους της κεντρικής διοίκησης. Πριν όμως προχωρήσω σ’ αυτήν την ανάπτυξη θεώρησα σκόπιμο, να αναφερθώ σε ορισμένα στοιχεία των προεπαναστατικών σχολικών πρακτικών και των παιδαγωγικών/εκπαιδευτικών αντιλήψεων, χρήσιμα για να εκτιμηθούν οι τομές και οι συνέχειες, το εύρος των θεσμικών ρυθμίσεων που συνεπάγεται η εθνική επανάσταση και τα προβλήματα της εφαρμογής τους.

Στο δεύτερο μέρος σκιαγραφείται η εξέλιξη τον ζητήματος των σχολικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, από τη στιγμή που η τοποθέτηση των προβλημάτων καθώς και οι απαντήσεις που δίνονται προσδιορίζονται ακριβώς από την ύπαρξη ενός θεσμοθετημένου προτύπου που άφορα τόσο τα χαρακτηριστικά του σχολικού χώρου όσο και τους όρους της παραγωγής και της χρήσης του.

Ο βασικός άξονας της προβληματικής μου, που υποδηλώνεται από τον υπότιτλο «από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό», με οδήγησε χρονικά ως το 1929. τη χρονιά αύτη εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση ενός μεγάλου προγράμματος κατασκευής σχολικών κτιρίων, το γνωστό ως πρόγραμμα Παπανδρέου, που θα καλύψει ένα σημαντικό τμήμα των αναγκών σε εθνικό επίπεδο. Για την υλοποίηση αυτού τον προγράμματος θα χρησιμοποιηθεί ένα θεσμικό πλαίσιο και ένας ειδικός κρατικός μηχανισμός που διαμορφώνονται σταδιακά στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ολοκληρώνοντας έτσι τη σύγχρονη αντίληψη για το σχολικό κτίριο.

Πολλοί παράγοντες παρεμβαίνουν σ’ αυτήν την εξέλιξη. Επιμείναμε κυρίως στην εξέταση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, στο εννοιολογικό πεδίο και στις πρακτικές που αναφέρονται στο δομημένο χώρο, στις υγιεινολογικές θεωρίες και στη θέση που ο χώρος κατέχει σ’ αυτές. Τέλος, το ζήτημα των σχέσεων κράτους και τοπικών αρχών τέθηκε από το ίδιο το καθεστώς του δημοτικού σχολείου. Η σχετική τους θέση στην παραγωγή των σχολικών κτιρίων αποτελεί κομβικό σημείο της ανάπτυξης που ακολουθεί.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ιστορικός που ασχολείται με τον ελληνικό 19ο αι. έχουν πολλές φορές επισημανθεί σε ότι άφορα τα ποσοτικά στοιχεία. Στην περίπτωση των σχολικών εγκαταστάσεων η κατάσταση επιβαρύνεται στο βαθμό που η σημασία τους σε σχέση με τα άλλα στοιχεία του σχολείου είναι υποτονισμένη τουλάχιστον για την κεντρική διοίκηση και οι λύσεις που δίνονται σε τοπικό επίπεδο είναι, παρά την ύπαρξη των προδιαγραφών, ποικίλες.

Δύο δημοτικά αρχεία μου έδωσαν τη δυνατότητα να καταγράψω ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων και λύσεων: το δημοτικό αρχείο της Ερμούπολης – ένα από τα πρώτα αστικά, κέντρα και με σημαντικές εκπαιδευτικές επιδόσεις – και το αρχείο του Δήμου Ναυπλίου, που αφορά μια μεσαία πόλη με κύρια διοικητικό χαρακτήρα αλλά και μια αγροτική ενδοχώρα όπου βρίσκονται διεσπαρμένοι 12 οικισμοί με 3000 κατοίκους περίπου.

Επιπλέον, το τμήμα του αρχείου της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας που εντοπίσαμε στη Νομαρχία Αργολίδος και στο Υπουργείο Παιδείας, αν και άφορα τον 20ό αιώνα, ωστόσο περιέχει κάποιες ακριβείς πληροφορίες για σχολικές εγκαταστάσεις του περασμένου αιώνα. Στηριζόμενη κυρίως σ’ αυτό το αρχειακό υλικό και χρησιμοποιώντας παράλληλα δημοσιευμένες πηγές κυρίως θεσμικού και διοικητικού χαρακτήρα επεχείρησα να αναδείξω μερικές βασικές τάσεις στη μορφοποίηση του σχολικού χώρου.

Η ερευνά αυτή ξεκίνησε το 1980 και στο τέλος του 1985 υποβλήθηκε στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, ως διδακτορική διατριβή…

Για την ανάγνωση όλου του βιβλίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: ΒΙΒΛΙΟ – Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)

 

Read Full Post »

Επαμφοτερισμοί της κυριάρχου στο κράτος της θάλασσας – Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη Βενετοκρατία (1388-1540) – Μαρίνα Κουμανούδη, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Τον Δεκέμβριο του 1388 η Βενετία προσάρτησε το Άργος και το Ναύπλιο στον κορμό του θαλάσσιου κράτους της, αγοράζοντας τα δικαιώματα της χω­ροδεσποτείας από την τελευταία κυρίαρχο, τη νεαρή Μαρία d’Enghien, χήρα του Βενετού Pietro Cornaro. Πριν προλάβει όμως να αποκτήσει τον έλεγχο των δύο πόλεων, ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος, με τη βοήθεια του πεθερού του Nerio Acciauioli, επιτέθηκε στην Αργολίδα, κατέ­λαβε το Άργος και πολιόρκησε το Ναύπλιο. Οι ενέργειες του δεσπότη περιέπλεξαν τη διαδικασία της προσάρτησης, ανατρέποντας μοιραία τα σχέδια της Βενετίας για την οργάνωση της νέας κτήσης. Παρά ταύτα, ήδη από τις αρχές του επόμενου έτους, η βενετική κυβέρνηση έλαβε πρόνοια για την εγκαθί­δρυση διοικητικού μηχανισμού και για την οργάνωση της άμυνας των δύο πόλεων, όταν αυτές θα επανέρχονταν στον έλεγχό της.

Η οργάνωση, η λειτουργία και η στελέχωση της διοίκησης στο Ναύπλιο από την εδραίωση της βενετικής κυριαρχίας (τέλη 14ου αι.) έως την τουρκική κατάκτηση (1540) έχουν μελετηθεί στο πλαίσιο ευρύτερων συνθέσεων με ποικίλες οπτικές αλλά και ειδικών μελετών με αντικείμενο την ιστορία της περιοχής, για την οποία υπάρχει ανανεωμένο ενδιαφέρον τα τελευταία χρό­νια. Ωστόσο, το θέμα δεν έχει εξαντληθεί, καθώς διαφορετικές αναγνώσεις των ήδη μελετημένων πηγών, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση πρόσθετων μαρτυριών, οδηγούν σε αναθεώρηση πολλών από τα εγνωσμένα. Υπό το πρίσμα αφενός των νέων στοιχείων και αφετέρου της νέας βιβλιογραφίας για την οργάνωση της διοίκησης στη βενετική επικράτεια, στην παρούσα μελέτη επανεξετάζεται η διοικητική πολιτική της Βενετίας στην περιοχή και επιχειρείται η τοποθέτηση των εξελίξεων στη σωστή ιστορική διάσταση. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι για οικονομία χώρου, εκτός από έναν, αναγκαίο σε ορισμένες περιπτώσεις, «διάλογο» με τις νεότερες μελέτες που πραγματεύονται ζητήματα της διοικητικής ιστορίας του Ναυπλίου, δεν θα γίνει περαιτέρω εμβάθυνση στις αποκλίσεις και τις συγκλίσεις μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων και θέσεων.

Ο Antonio Venier (1330-1400) ήταν ο 62ος Δόγης της Δημοκρατίας της Βενετίας (1382 – 23 Νοεμβρίου 1400).

Εν μέσω συγκεχυμένων πληροφοριών, στις 26 Ιανουαρίου του 1389 η Σύγκλητος αποφάσισε να αποστείλει εκτάκτως στην περιοχή έναν προνοητή (provisor pro factis Argos et Neapolis), δηλαδή έναν αξιωματούχο με αυξημένες πολιτικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες, προκειμένου να διερευνήσει από κοντά την κατάσταση και, σε συνεργασία με τον επικεφαλής του βενετικού στόλου και τους διοικητές της Μεθώνης και της Κορώνης, να αναλάβει διπλωματική δράση για την επίλυση της κρίσης. Την ίδια μέρα, η διευρυμένη Σύγκλητος εξέλεξε στη θέση αυτή τον Βενετό ευγενή Perazzo Malipier, ο οποίος παρέλαβε την Εντολή του (Comissio) από τον δόγη Antonio Venier στις 18 Φεβρουαρίου, λίγο πριν αναχωρήσει για την Πελοπόννησο.

Λόγω της ρευστότητας της κατάστασης και της ελλιπούς πληροφόρησης της βενετικής κυβέρνησης, η Εντολή του Malipier περιείχε διαφορετικές οδηγίες για την πολιτική που έπρεπε να ακολουθήσει στο πλαίσιο της αποστολής του, ανάλογα με τις ποικίλες πιθανές εκδοχές της έκβασης των πραγμάτων.

Έτσι, μεταξύ άλλων, προβλεπόταν ότι, στην περίπτωση που η Βενετία αποκτούσε τον έλεγχο του Άργους ή του Ναυπλίου ή και των δύο πόλεων, ο Malipier θα παρέμενε στη μία από αυτές ως προνοητής, αναλαμβάνοντας και αρμοδιότητες τοπικού διοικητή, εκτός δηλαδή από τα διπλωματικά του καθήκοντα θα είχε και την ευθύνη της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και δικαστικές, επίσης, εξουσίες στην πόλη.

Οι βασικοί άξονες της πολιτικής της Βενετίας στην περιοχή, την οποία καλούνταν να εφαρμόσει ο Malipier, ήταν η εύρυθμη και αποτελεσματική είσπραξη των εσόδων του δημοσίου, η απόδοση ορθής δικαιοσύνης και η διασφάλιση της άμυνας με στόχο την εδραίωση και διατήρηση της κυριαρχίας της. Σε θέματα δημοσιονομικά τον προνοητή θα πλαισίωνε ένας αξιόπιστος, έντιμος και ικανός οικονομικός αξιωματούχος της δικής του επιλογής και, για την καλύτερη υποστήριξη γενικά του διοικητικού του έργου, στην ακολουθία του, την οποία αποτελούσαν ένας νοτάριος και τρεις υπηρέτες (famuli), θα προστίθεντο ένας βοηθητικός υπάλληλος (socius) και ένας ακόμα υπηρέτης. Ως δικαστής όφειλε να αποφασίζει με γνώμονα τις χριστιανικές επιταγές της δικαιοσύνης και την τιμή του βενετικού κράτους, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται ποιο θα ήταν το εφαρμοζόμενο δίκαιο. Σε ό,τι αφορούσε την οργάνωση της άμυνας, οι διοικήσεις της Κορώνης και της Μεθώνης, που ήταν οι πλη­σιέστερες γεωγραφικά, είχαν λάβει εντολή να βρίσκονται σε ετοιμότητα για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας· την ίδια εντολή είχαν λάβει αντιστοίχως και οι διοικήσεις της Εύβοιας και της Κρήτης, μαζί με τον βενετικό στόλο για την παροχή της απαιτούμενης ναυτικής υποστήριξης. Επίσης, προβλεπόταν το ποσό των 600 δουκάτων για επισκευές σε οχυρώσεις και για άλλες επεί­γουσες ανάγκες.

Παρότι οι κάτοικοι του Άργους και του Ναυπλίου διά του εκπροσώπου τους Giovanni Gradenigo είχαν ζητήσει οικειοθελώς να υπαχθούν στο βενετικό κράτος, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί, λόγω της έλλειψης επαρκών πληροφοριών, κατά πόσο ήταν ουσιαστική η ταύτισή τους με τη νέα κυρίαρχο.

Οι οδηγίες που έλαβε ο προνοητής, καθιστούν σαφές ότι η βενετική κυβέρνηση θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση και αναγκαία συνθήκη για την πραγμάτωση των κυριαρχικών της στόχων τη διαρκή συναίνεση της τοπικής κοινωνίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η πίστη του εγχώριου πληθυσμού δεν ήταν δεδομένη. Στην κατεύθυνση της επίτευξης συναίνεσης ο προνοητής όφειλε, βάσει της Εντολής του, με τον λόγο που θα εκφωνούσε κατά την είσοδό του στην πόλη, να παροτρύνει τους κατοίκους να παραμείνουν πιστοί στη νέα κυρίαρχο, υποσχόμενος ως αντάλλαγμα προστασία. Επίσης, είχε οδηγία να κινηθεί αυστηρά εντός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου σε θέματα δη­μοσιονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο προφανώς των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η Βενετία για τον σεβασμό των τοπικών συνηθειών. Τέλος, ήταν υποχρεωμένος να κρατά ενήμερες τις μητροπολιτικές αρχές για κάθε πράξη και απόφασή του, σύμφωνα με την πάγια πρακτική του βενετικού κράτους, για την αποτροπή αυθαιρεσιών και οικονομικών σκανδάλων που θα είχαν δη­μοσιονομικό κόστος και θα διατάρασσαν την κοινωνική ομαλότητα…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Μαρίνας Κουμανούδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη βενετοκρατία (1388-1540)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η ανακάλυψη της μυκηναϊκής Πελοποννήσου μέσα από τον ελληνικό εθνικό Τύπο (δεκαετία 1830-δεκαετία 1920), Δρ. Αναστασία Λερίου. Διημερίδα «Η Ιστορική και αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.


 

Ο αρχαιολογικός όρος «μυκηναϊκός» δηλώνει τον σχετικό με τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στην κεντρική και νότια ηπειρωτική Ελλάδα κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, δηλαδή από τις αρχές του 16ου έως τα τέλη του 12ου αιώνα, και χαρακτηριζόταν από σύνθετες κοινωνικο-πολιτικές και οικονομικές δομές, συστηματικές επαφές με τα κέντρα της ανατολικής Μεσογείου, εξελιγμένη τεχνολογία και εκλεπτυσμένη αισθητική. Αν και, κατά την περίοδο της ακμής του, κατά τους 13ο και 12ο αιώνες, ο μυκηναϊκός πολιτισμός έφτασε έως την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου, τη Μικρά Ασία, την Κύπρο και τα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου, κοιτίδα του αποτελεί η νότια ηπειρωτική Ελλάδα και η Πελοπόννησος, όπου έχουν εντοπισθεί τα ανακτορικά κέντρα, οι διοικητικοί και οικονομικοί πυρήνες των μυκηναϊκών «κρατών». Ο χαρακτηριστικός υλικός πολιτισμός των Μυκηναίων αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά στην αργολική θέση των Μυκηνών, η οποία έδωσε και το όνομά της σε αυτόν.

Ο Βρετανός ιστορικός Τζωρτζ Γκρόουτ (George Grote 1794-1871), συγγραφέας του θεμελιώδους έργου A history of Greece (1846-1856).

Η ανασκαφή στις Μυκήνες, που ξεκίνησε το 1876, καθώς και αυτή του ανακτορικού κέντρου της Τίρυνθας, λίγο αργότερα, σηματοδοτούν την απαρχή της ανακάλυψης της μυκηναϊκής Πελοποννήσου, αλλά και αυτής καθαυτής της μυκηναϊκής εποχής. Μέχρι τότε, οι ιστορικοί, φιλόλογοι, και αρχαιολόγοι, θεωρούσαν ότι της ακμής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, δηλαδή του 5ου και 4ου αιώνα, είχε προηγηθεί μία «ηρωϊκή» εποχή, την οποία απηχούσαν τα ομηρικά έπη και ανέφεραν ο Ησίοδος, ο Ηρόδοτος, αλλά και ο Θουκυδίδης. Καθώς η χρονολόγηση της εποχής αυτής βασίστηκε στις πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων, οι πολλαπλές ερμηνείες των πηγών την καθιστούσαν ασαφή και προβληματική, με μόνο σίγουρο το terminus ante quem της πρώτης Ολυμπιάδας. Ένα επιπλέον ζήτημα ήταν και η ιστορικότητα των πληροφοριών που παρέδιδαν οι αρχαίοι συγγραφείς, κυρίως ο Όμηρος. Κατά το β΄ μισό του 18ου και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οι ευρωπαίοι ιστοριογράφοι πίστευαν ότι μπορούσαν να αντλήσουν ιστορικά δεδομένα από τα έπη, πεποίθηση που ανατράπηκε σημαντικά από τον θετικιστή βρετανό ιστορικό Τζωρτζ Γκρόουτ (1794-1871), συγγραφέα του θεμελιώδους έργου A history of Greece (1846-1856), ο οποίος υποστήριξε ότι κανένας αρχαίος ελληνικός μύθος δεν περιείχε αξιόπιστες ιστορικές πληροφορίες.

Αρκετοί, βέβαια, ήταν εκείνοι που δεν επηρεάστηκαν από τις απόψεις του Γκρόουτ, με γνωστότερο εκπρόσωπό τους τον γερμανό αρχαιόφιλο έμπορο και λάτρη του Ομήρου Ερρίκο Σλήμαν (1822-1890), ο οποίος το 1868, με τα ομηρικά έπη και την Ελλάδος Περιήγησιν του Παυσανία ανά χείρας, περιηγήθηκε την Ελλάδα ξεκινώντας από την Κέρκυρα, την Κεφαλονιά και την Ιθάκη και συνεχίζοντας στην Πελοπόννησο, στην Αθήνα, και στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη, και την περιοχή της Τρωάδας, η οποία είχε ταυτιστεί βάσει τοπογραφικών πληροφοριών που παραδίδονταν στην Ιλιάδα. Στόχος του ταξιδιού αυτού ήταν να επισκεφθεί τις τοποθεσίες που ανέφερε ο Όμηρος, προκειμένου να εντοπίσει αρχαία ερείπια, που θα μπορούσαν να συνδεθούν με τους ομηρικούς ήρωες και την εποχή τους. Κατά την περίοδο αυτή, αν και η θέση της Τροίας δεν εντοπιζόταν με βεβαιότητα, οι περισσότεροι ερευνητές, βασισμένοι στις περιγραφές των ομηρικών κειμένων και σε επιφανειακά αρχαιολογικά κατάλοιπα, θεωρούσαν ότι τα ερείπια της πόλη του Πριάμου βρίσκονταν στο Μπουνάρμπασι, κοντά στο Τσανάκκαλε. Αφού εξέτασε με λεπτομέρεια τα τοπογραφικά χαρακτηριστικά της περιοχής και πραγματοποίησε δοκιμαστικές τομές, ο Σλήμαν πείστηκε ότι το Μπουνάρμπασι δεν ήταν σε καμία περίπτωση η θέση του Ιλίου και μετέφερε την έρευνά του βορειότερα, στο λόφο Χισαρλίκ. Εκεί τον οδήγησε η συνδυασμένη μελέτη της Ιλιάδας και της τοπογραφίας της περιοχής αυτής.

 

Ο Ερρίκος Σλήμαν μιλώντας σε ακροατήριο στο Λονδίνο για τις ανασκαφές που πραγματοποίησε στις Μυκήνες. H ομιλία έγινε στο Burlington House στην Πλατεία Piccadilly, στην Εταιρία Αρχαιοτήτων του Λονδίνου, (από Αγγλική εφημερίδα της εποχής). Αρχείο: Κώστας Καράπαυλος.

 

Η συστηματική ανασκαφή στο Χισαρλίκ ξεκίνησε το 1871, διήρκεσε τρία χρόνια κι έφερε στο φως οχυρώσεις, εκτεταμένα οικιστικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και σημαντικά κινητά ευρήματα, με γνωστότερο παράδειγμα τον εντυπωσιακό «θησαυρό του Πριάμου». Τα ευρήματα αυτά προκάλεσαν, όπως ήταν αναμενόμενο, το ενδιαφέρον του ελληνικού Τύπου, που με συνεχή δημοσιεύματα παρακολουθούσε εντατικά τις εξελίξεις στο ανασκαφικό πεδίο του Χισαρλίκ. Μάλιστα, η Εφημερίς των Συζητήσεων, αθηναϊκή εφημερίδα που εκδιδόταν δύο φορές την εβδομάδα κατά την περίοδο 1870-1895, δημοσίευε τακτικά αναφορές, τις οποίες απέστελλε ο ίδιος ο Σλήμαν από την Τροία, προκειμένου να ενημερώσει το ελληνικό κοινό για την εξέλιξη των εργασιών και τα ευρήματά του. Αντίστοιχο ενδιαφέρον έδειξε ο ελληνικός Τύπος και για τις επαναληπτικές ανασκαφές, που πραγματοποίησε ο Σλήμαν στο Χισαρλίκ την περίοδο 1878-1879, το 1882 και το 1890, τις προστριβές του με την Υψηλή Πύλη σχετικά με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των ευρημάτων του, καθώς και για την τύχη αυτών, και για τις σχετικές δημοσιεύσεις που εξέδωσε ο γερμανός ανασκαφέας. Τέλος, υπήρχαν άρθρα, που αφορούσαν διαλέξεις, μελέτες και σχόλια ελλήνων και ξένων επιστημόνων σχετικά με την Τροία, καθώς και κάποιες αναδημοσιεύσεις άρθρων ξένων, κατεξοχήν ευρωπαϊκών, εφημερίδων σχετικά με τις ανακαλύψεις του Σλήμαν.

Χαρακτηριστική ως προς τη σημασία που απέδιδε ο ελληνικός τύπος στα αρχαιολογικά επιτεύγματα του Σλήμαν, είναι η αναφορά στην Αυγή (29.09.1873) σχετικά με τον θησαυρό του Πριάμου:

«Εκεί ευρέθησαν πλην πολυαρίθμων άλλων αντικειμένων, σκεύη εκ καθαρού χρυσού, αργυρού και ηλέκτρου πλάκες αργυραί, δύο λαμπροί γυναικείοι στολισμοί εκ καθαρού χρυσού, πολλαί χιλιάδες χρυσών μαργαριτών απεσπασμένων εκ περιδεραίων, οκτώ ψέλια και 36 χρυσά ενώτια. Ουδεμία αμφιβολία ότι ο θησαυρός ούτος ανήκεν εις τον κύριον των ανακτόρων, όστις ήτον συγχρόνως και βασιλεύς του τόπου. Αλλά ποίον το όνομα του βασιλέως εκείνου; Ήτον άρα γε ο Πρίαμος; Όπως απαντήσω εις την ερώτησιν ταύτην, έπρεπε προηγουμένως να ήμαι βέβαιος ότι η Ιλιάς δεν ομοιάζει προς τας εποποιείας της Ραμαγιάνας και Σαχ Ναμέ, εν αις ο ήλιος, η σελήνη, οι άνεμοι και τα νέφη παριστώνται υπό αρχαίων ηρώων, η δε πάλη των στοιχείων και η κοσμογονία ως συμβάντα ανθρώπινα. Οπωσδήποτε ο κ. Σχλιέμαν παρέσχε μεγάλην υπηρεσίαν εις την επιστήμην και μεγάλως ετίμησεν εαυτόν χρησιμοποιήσας τοσούτον ευγενώς πλούτον αποκτηθέντα δια των δοκιμασιών, ας αφηγήθητε».

Ο προβληματισμός που εκφράζει ο ανώνυμος συντάκτης της Αυγής σχετικά με την ιστορικότητα των επών και, συνακόλουθα, με την ταύτιση της Τροίας, αποτελούσε  θεμελιώδες επιστημονικό ζήτημα με απήχηση και στο ευρύ κοινό, όπως προκύπτει από τα δημοσιεύματα σε όλες τις ελληνικές εφημερίδες σχετικά με την τοπογραφία της Τρωάδας και τον συσχετισμό της με τις πληροφορίες που παραδίδονται στην Ιλιάδα. Η διαφωνία κάποιων ελλήνων αρχαιολόγων με την τοποθέτηση της ομηρικής Τροίας στο λόφο Χισαρλίκ ήταν τόσο έντονη, που έφτασε και στον Τύπο. Πιο δραστήριος αντιπρόσωπος της ομάδας αυτής ήταν ο Γεώργιος Νικολαΐδης (1820-1907), ο οποίος είχε εκπονήσει πραγματεία σχετικά με την ταύτιση της Τροίας με το Μπουνάρμπασι, εμμένοντας στην προ Σλήμαν επικρατούσα άποψη.

Αν και πολύ συχνά ο τελευταίος αντιμετωπιζόταν από τον ελληνικό Τύπο ως πρωτοπόρος και ικανός λόγιος και ανασκαφέας, η κριτική για την έλλειψη επιστημονικής εγκυρότητας στο έργο του δεν ήταν σπάνια, ούτε άλλωστε και τα ειρωνικά σχόλια για την τυφλή, σχεδόν γραφική του προσκόλληση στον Όμηρο. Σε άρθρο της Εφημερίδας (15.03.1891) αναφέρεται ότι ο θεός της οικίας του «ήτο ο Όμηρος, η Ιλιάς ήτο η Γραφή της. Επί όλων των θυρών, εις όλας τας γωνίας είνε γεγραμμένοι στίχοι των αρχαίων ποιητών. Εντός της οικίας δεν ήκουε τις άλλα ονόματα ειμή Αγαμέμνων, Τελαμών, Αινείας, Λαομέδων, Ανδρομάχη, Κρέουσα· και αυτοί οι υπηρέται του έφερον αρχαία ονόματα».

Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις ο Σλήμαν χαρακτηρίστηκε «αρχαιοκάπηλος», καθώς ένα μεγάλο μέρος των ευρημάτων του μεταφέρθηκε στη Γερμανία, ενώ δεν έλειψαν και κατηγορίες ότι τα ευρήματά του δεν ήταν γνήσια. Χαρακτηριστική είναι η σχετική διαμάχη που ξέσπασε μεταξύ του ανασκαφέα και του διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης Σπυρίδωνα Κόμνου, στον οποίο ο Σλήμαν απάντησε με εκτενείς επιστολές, που δημοσιεύτηκαν σε ελληνικές εφημερίδες…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η ανακάλυψη της μυκηναϊκής Πελοποννήσου μέσα από τον ελληνικό εθνικό Τύπο

 

Read Full Post »

Καταγραφή των πλημμυρών και του πλημμυρικού κινδύνου στην ευρύτερη περιοχή του Αργολικού Πεδίου – Παναγιώτης Καμπόσος, Πτυχιακή εργασία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, Αθήνα, 2016.


 

[…] Σε ότι αφορά αντιπλημμυρικά έργα, στους χειμάρρους Χάραδρο και Ίναχο έχουν διεξαχθεί από τη δεκαετία του 1940 και μετά έργα διάνοιξης και διευθέτησης τμημάτων των κοιτών στο Αργολικό πεδίο. Μάλιστα κατά τμήματα έχουν αναπτυχθεί και τραπεζοειδή αναχώματα.

Η κοίτη του χειμάρρου Χαράδρου από την συμβολή του με τον ‘Ιναχο διαθέτει διευθετημένη κοίτη μήκους περίπου 2,5 km, μέχρι την γέφυρα Κουρτακίου, στη συνέχεια και για μήκος 1,5 km μέχρι τη γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου, η κοίτη του έχει επενδυθεί ολικώς στη δεξιά όχθη για προστασία της πόλης του Άργους και μερικώς στην αριστερή όχθη.

Πάντως, τα παραπάνω έργα κατά καιρούς δεν αποδείχθηκαν επαρκή για την αποτελεσματική αντιπλημμυρική προστασία της περιοχής, δεδομένου ότι στο μεν Ίναχο, λόγω ρηγμάτωσης των αναχωμάτων, προκλήθηκε υπερχείλιση της αριστερής όχθης του στο παρελθόν, από τη γέφυρα Κουρτακίου μέχρι την γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου, στο δε Ξεριά σημειώθηκαν επανειλημμένες υπερχειλίσεις, ιδιαίτερα δε στο τμήμα από τη συμβολή του στον Ίναχο μέχρι την γέφυρα Κουρτακίου, με αποτέλεσμα την κατάκλυση οικισμών του Άργους και την πρόκληση σημαντικών ζημιών.

 

Η κατεστραμμένη γέφυρα στη θέση Άκοβα Άργους κατά τα πλημμυρικά φαινόμενα του 2013.

 

[….] Από τη γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου έως και τη θέση Διπόταμα, όπου συμβάλλει στον Ίναχο, η κοίτη του Ξεριά είναι πολλαπλά τροποποιημένη σε διάφορες περιόδους στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα. Διατέμνεται από μια σειρά από γέφυρες που ενώνουν την πόλη του Άργους με τους οικισμούς του Δήμου και πριν από τη θέση Διπόταμα, στον Άγιο Βασίλειο, διατέμνεται σε πολύ μικρή απόσταση από οδική και σιδηροδρομική γέφυρα. Οι διαστάσεις της κοίτης του Ξεριά στη γέφυρα της ΕΟ Άργους – Κορίνθου ξεπερνούν τα 90m σε μήκος και φθάνουν τα 3,5m σε ύψος. Αντίθετα στη περιοχή του Αγίου Βασιλείου η κοίτη είναι διαμορφωμένη σε διατομή τραπεζίου με βάση μικρή 18,9m (πυθμένας), βάση μεγάλη 26,1m, ενώ το ύψος στην οδική γέφυρα φθάνει τα 3,7m και στη γέφυρα του τρένου τα 3,3m. Η σημαντική αυτή μείωση της ωφέλιμης διατομής του Ξεριά δημιουργεί σε συνδυασμό με ακραίες βροχοπτώσεις πλημμυρικά φαινόμενα. Από γεωμορφολογικής άποψης, το τμήμα αυτό του Ξεριά, αποτελεί ένα ενεργό αλλουβιακό ριπίδιο, το οποίο διαμορφώνεται ήδη από τους ιστορικούς χρόνους. Σύμφωνα με τους (FOUACHE & GAKI – PAPANASTASSIOU, 1997) και (ZAMANI et al., 1991), οι ρυθμοί απόθεσης του σύγχρονου αλλουβιακού ριπιδίου του Ξεριά στη περιοχή του Αγίου Βασιλείου στην περίοδο των Ρωμαϊκών χρόνων φθάνουν τα 3,1 χιλ./έτος. Η τιμή αυτή υπολογίστηκε με βάση τα θαμμένα ερείπια γεφυρών των Ρωμαϊκών χρόνων σε βάθη 7m (2ος – 3ος αιώνας μΧ) και 5,5m (4ος αιώνας μΧ).

Όπως αντιλαμβάνεται εύκολα κάνεις, ο ρυθμός απόθεσης σε χιλιοστά/έτος, δε διατηρείται σταθερός. Η τάση όμως καταδεικνύει, πως ο Ξεριάς βρίσκεται σε δυναμικό καθεστώς απόθεσης με υψηλούς ρυθμούς, πάνω από 2.000 χρόνια. Οι αποθέσεις αυτές δημιούργησαν το σημερινό του ριπίδιο, το οποίο δεν είναι ορατό εύκολα, δεδομένου ότι διαχέεται στο Αργολικό πεδίο. Όμως η πόλη του Άργους, που βρίσκεται δυτικά της κοίτης του Ξεριά, είναι συστηματικά σε χαμηλότερα υψόμετρα, δημιουργώντας μια ξεχωριστή υδρολογική λεκάνη, η οποία μέσω τάφρων διοχετεύει τα νερά της στα κατάντη, στη περιοχή της λεκάνης του Ερασίνου. Η κοίτη του Ξεριά, από τη γέφυρα της ΕΟ Άργους – Κορίνθου έως και τα Διπόταμα, όπως έχει διαμορφωθεί κατά θέσεις, αποτελεί το σχετικό όριο (υδροκρίτη) των επιφανειακών υδάτων. Έτσι σε κανονικές περιόδους βροχοπτώσεων, όσο δεν υπερχειλίζει ο Ξεριάς, το δίκτυο των τάφρων νότια του Άργους, έχει την ικανότητα να μεταφέρει τα επιφανειακά νερά στα κατάντη, έστω και με αργούς ρυθμούς. Σε περιόδους όμως ακραίων και ραγδαίων βροχοπτώσεων, όταν η κοίτη του υπερχειλίζει, ο όγκος του νερού που διοχετεύεται προς τη πόλη του Άργους είναι τέτοιος που τόσο το αποχετευτικό σύστημα ομβρίων, όσο και οι τάφροι στη κατάντη περιοχή αδυνατούν να το οδηγήσουν γρήγορα στη θάλασσα, με άμεσο αποτέλεσμα τη πλημμύρα σε περιοχές εντός της πόλης του Άργους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της εργασίας πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:Καταγραφή των πλημμυρών και του πλημμυρικού κινδύνου στην ευρύτερη περιοχή του Αργολικού Πεδίου

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα – Σάββας Παρ. Σπέντζας, Ομότ. τακτικός Καθηγητής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολής Ευελπίδων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Το Άργος όμως κατά την προσωπική μας εκτίμηση διαθέτει και ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο, έναν άλλον πλούτο, που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως θα έπρεπε και συστηματικά. Ο πλούτος αυτός είναι γνωστός σε όλους μας. Είναι το Αρχείο της Οικογενείας Περρούκα, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα με την πόλη του Άργους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, αφορά και ενδιαφέρει, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, την ελληνική επιστήμη και φυσικά τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά, για την Ιστορία του, για την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Οι σοβαρότεροι ιστορικοί, μελετητές, ερευνητές και ιστοριοδίφες έχουν αναφερθεί στην «προυχοντική» αυτή οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά στην προσφορά της όχι μόνο στην τοπική κοινωνία του Άργους, αλλά γενικότερα για την παρουσία της τόσο στην προετοιμασία και την στήριξη του απελευθερωτικού αγώνα του Εικοσιένα, όσο και στις θυσίες των μελών της, αφού άλλοι «Περρουκαίοι» η «Μπερουκαίοι» φυλακίσθηκαν, άλλοι πέθαναν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η πλούσια βιβλιογραφία πιστοποιεί το γεγονός.

 

Δείγμα εγγράφου από το αρχείο Περρούκα.
Αριθμ. Έγγραφου 17.246 (1)
Γέροντες του χωρίου Άλβαινας, Νικολό και Χρίστο, και επίλοιποι ραγιάδες του ιδίου χωρίου είητε υγιαίνοντες. Σας φανερώνομεν, ότι με το να έπεσε ζήτησις αναμεταξύ του καζά Άργους, και του καζά Αρκαδίας δια το χωρίον σας, ο μεν καζάς της Αρκαδίας εζήτει δια να πλερώνετε
δια τα τεκιαλίφια του {βιλα}ετίου και τα ματλουπάτια του Μωρέως, εις την Αρκαδίαν, ο δε καζάς του Άργους εγύρισε τα ίδια, και δια να παύση η τέτοια ζήτησις και λογοτριβή, ευρέθη εύλογον και από τους λοιπούς προεστώτας των άλλων καζάδων, όπου ευρέθησαν εδώ, και αποφασίσθη, όπου εις τον καζά της Αρκαδίας να δώσετε δια τον τρέχοντα χρόνον μόνο γρόσια εννιακόσια, και όχι άλλο τίποτα περισσότερον. Και εις τον καζά σας Άργος να δώσετε δια τον ίδιον τούτον χρόνον γρόσια δύω χιλιάδες τρακόσια όπου είναι παρακάτω γρόσια διακόσια πενήντα από την ποσότητα εκείνην, όπου με γράμμα των προεστώτων του βιλαετίου σας Άργους εσυμφωνήσατε…

 

Οι μελετητές του Άργους ιδιαίτερα της δεύτερης τουρκοκρατικής περιόδου αντλούν στοιχεία οπωσδήποτε ενδιαφέροντα από τις δραστηριότητες της οικογένειας «Περρούκα», αφού τα μέλη της είχαν πολλές και διάφορες ιδιότητες, τόσο στο Άργος, όσο και την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα υπολογίζονταν και ως παράγοντες που οδήγησαν σε σύγκρουση με τους Τούρκους αψηφώντας τις συνέπειες οι οποίες ακολουθούσαν με αγριότητα είτε για την ίδια την ζωή τους, είτε για φορολογικές και τη γενικότερα οικονομικής φύσεως υποθέσεις. Γι’ αυτό οι αναφορές είναι πολλές και διάφορες.

Μικρότερη βέβαια δραστηριότητα παρουσιάζει ο κλάδος της ιδίας οικογένειας «Περρούκα» στην Πάτρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει «ανυπαρξία», αφού οι δραστηριότητές της είναι υπαρκτές και «καταγεγραμμένες», όπως μάλιστα παρουσιάζονται στην εργασία του Ηλ. Γιαννικοπούλου με πληθώρα ειδήσεων.

Το γεγονός όμως ότι ήταν πραγματικά μία αξιόλογη οικογένεια δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσε για τον οικονομικό παράγοντα, για τα χρήματα, αφού αναφέρονται ακόμα και αντιδικίες μεταξύ συγγενικών προσώπων και μάλιστα πολύχρονοι δικαστικοί αγώνες, όπως διαπίστωσε ο Ηλ. Γιαννικόπουλος, μετά από επισταμένη έρευνα, την οποία και παρουσίασε τελευταία στο Ζ’  Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Αμαλιάδα 11-17/9/2005).

Ο Ν. Σπηλιάδης στο πολύτιμο έργο του με τίτλο Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε, ο προσφάτως βραβευθείς (2008) από την Ακαδημία Αθηνών ιστορικός Π. Φ. Χριστόπουλος, Καθηγητής του ιονίου Πανεπιστημίου, αναφέρεται τριάντα φορές και για διαφορετικές περιπτώσεις στην οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά για όλα της τα μέλη και ειδικότερα στους τόμους Α, Β, Δ και Ε και για άλλες κατά καιρούς καταστάσεις.

Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα του συγγραφέα αντανακλά φυσικά και στις αναφορές η υποσημειώσεις σχετικά με την οικογένεια Περρούκα ή τα μέλη της που κατά καιρούς σημειώνονται.

Ο Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008)  στην εργασία του «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων Ηγετών (26-29/1/1821)», αναφέρεται συχνά στην Οικογένεια «Περρούκα» για αρκετές, αλλά και διαφορετικές περιπτώσεις.

Θετική αναφορά βέβαια παραμένει για τον αναγνώστη η πληροφορία, ότι τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο Χαράλαμπος είχαν μυηθεί και κατηχηθεί στην Φιλική Εταιρεία, ήσαν Φιλικοί. Ο Ιωάννης, προεστός του Άργους, μυήθηκε από τον Π. Αρβάλη στις 2/5/1819, ενώ ο Χαράλαμπος, έμπορος στην Πάτρα, μυήθηκε από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο στις 20/5/1819. Για τον Δημήτριο όμως Περρούκα, Βικέλη, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη από αρκετά χρόνια, αμφισβητείται αν είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία κάποτε και από ποιόν, αφού δεν αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του Παναγιώτη Σέκερη.

Για την κατήχηση και τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία τόσο για τον Ιωάννη Περρούκα όσο και για τον Χαράλαμπο Περρούκα αναφέρονται στις εργασίες τους ο Βαλ. Μέξας και ο Ι. Μελετόπουλος. Αντίθετα, δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς αυτούς κάτι σχετικό με τον Βικέλη, «Δημήτριο Περρούκα» και τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Τ. Γριτσόπουλος περιγράφει με αρνητική τοποθέτηση για την οικογένεια «Περρούκα», όσα ελάμβαναν χώρα το 1819 αναφορικά με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, όταν δηλαδή παρά το επίσημο «υποσχετικό» της 1-4-1816, μεταξύ των διαφόρων ισχυρών οικογενειών της Πελοποννήσου, παρουσιάσθηκε «υποτροπή» τότε, το 1819, όχι από τις γνωστές ισχυρές αντιμαχόμενες οικογένειες, δηλαδή εκείνες που υπέγραψαν το «υποσχετικό» αλλά από την εξ ίσου ισχυρή οικογένεια «Περρούκα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα

 

     Σχετικά θέματα:  

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Φορολογικό κατάστιχο της δημογεροντίας Άργους των ετών 1806-1807. Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Όπως είναι γνωστό, στα χρόνια της τουρκοκρατίας ίσχυε στην Πελοπόννησο το διανεμητικό σύστημα φορολογίας. Κατ’ αυτό, οι επαρχίες και οι κοινότητες έπρεπε να καταβάλουν το ποσό που αναλογούσε σ’ αυτές σύμφωνα με τον καταλογισμό που έκανε το κράτος. Στην πρωτεύουσα του πασαλικίου, την Τριπολιτσά, οι εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων μοραγιάνηδων, συνέτασσαν κάθε έτος το «Κοινόν κατάστιχον του Μορέως», βάσει του οποίου κάθε επαρχία συνέτασσε το δικό της φορολογικό κατάστιχο και το έστελνε στην Τριπολιτσά για να το επικυρώσει ο αρμόδιος καδής. Το κατάστιχο αυτό χρησίμευε και στον απολογισμό που έκανε κάθε δημογεροντία σε επαρχιακή συνέλευση, με την παρουσία του βοεβόδα και του καδή, προς απαλλαγή των προεστών από τις ευθύνες της διαχείρισης.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Ορισμένα κατάστιχα επαρχιακών συνελεύσεων της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα της Καρύταινας (1819-1820) και της Πάτρας (1819) έχουν ήδη δημοσιευθεί. Υπάρχει όμως και ένα ανέκδοτο κατάστιχο της δημογεροντίας του Άργους των ετών 1806-1807, το οποίο παρουσιάζει ικανό ενδιαφέρον λόγω της έκτασής του και του πλήθους των αναγραφών και εν γένει των καταγεγραμμένων στοιχείων. Φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και περιλαμβάνεται στο αρχείο του Ρήγα Παλαμήδη. Το πώς βρέθηκε το έγγραφο αυτό στο αρχείο του ανωτέρω δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί, αν λάβουμε υπόψη μας ότι αυτός είχε χρηματίσει κοινός γραμματικός της πελοποννησιακής «γερουσίας» και υπηρετούσε κοντά στον δραγομάνο της Πελοποννήσου. Φαίνεται πως για κάποιο λόγο είχε τεθεί υπόψη του και το κράτησε στο αρχείο του.

Το κατάστιχο αποτελείται από 7 ημίκλαστες κόλλες διαστάσεων 28,5 x 38 εκ. μ., δηλ. από 28 σελίδες χωρίς αρίθμηση, οι οποίες απαρτίζουν τεύχος που συγκρατείται στη ράχη με κλωστή. Άγραφες είναι μόνο οι σελίδες 18 και 25. Η γραφή είναι επιμελημένη και διορθώσεις υπάρχουν μόνο σε ορισμένους αριθμούς-ποσά.

Στην πρώτη σελίδα υπάρχει η εξής επιγραφή: «δευτέρι του αναγνώστη ντοροβίνη. 1806: μαρτίου 9». Συμπεραίνουμε ότι ο αναφερόμενος Αναγνώστης Ντοροβίνης υπήρξε συντάκτης του καταστίχου και αποτελούσε εκτελεστικό μέλος της επαρχιακής δημογεροντίας Άργους. Προφανώς ήταν ο σεντούκ εμίνης  (τουρκ. sendik emin-i), ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με τη σύνταξη των καταστίχων και των φορολογικών καταλόγων της επαρχίας του, καθώς και την φύλαξη των ποσών που συγκεντρώνονταν για τις τουρκικές αρχές. Γνωστοί, ύστερα από αυτόν  σεντούκ εμίνηδες της ίδιας επαρχίας ήσαν οι Αναγνώστης Γκελμπερής και Νικ. Ζεγκίνης. Όπως σημειώνει ο περιηγητής W. M. Leake (1805) ο μουκατάς (δικαίωμα είσπραξης προσόδων) του Άργους ανήκε σε μία από τις αδελφές του σουλτάνου, η οποία είχε αναθέσει την είσπραξή του σε Έλληνες.

Το κατάστιχο είναι διαιρεμένο σε δύο μέρη. Το α’ μέρος περιλαμβάνει αναγραφές για τα «έξοδα της εξαμηνιαίας του μουαρεμίου» (9η Μαρτίου έως 8η Σεπτεμβρίου του έτους 1806 [σσ. 2-7]) και το τύπωμα, δηλαδή η διανομή και η είσπραξη των φόρων κατά χωριό (σσ. 8-9). Ακολουθούν οι αναγραφές «της εξαμηνίας του ρετζεπίου» (9 Σεπτ. 2006 – 25 φεβρ. 1807 [σσ. 10-15]) με το αντίστοιχο τύπωμα (σσ. 16-17). Το β΄μέρος περιλαμβάνει αναγραφές του έτους 1807 (26 Φεβρ. – 29 Ιουνίου) [σσ. 19-24] και στο τέλος (σσ. 26-27) καταχωρίζεται συγκεντρωτικός πίνακας δοσοληψιών των προαναφερθέντων ετών. Έχουμε δηλαδή αναγραφές για τρία εξάμηνα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικό κατάστιχο της δημογεροντίας Άργους των ετών 1806-1807

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »