Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Όθωνας’

Το Σύνταγμα του 1844 – Ακρίτας Καϊδατζής


 

Το Σύνταγμα του 1844* αποτελείται από 107 άρθρα κατανεμημένα στα εξής δώδεκα μέρη: «Περί Θρησκείας», «Περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων», «Περί συντάξεως της πολιτείας», «Περί του Βασιλέως», «Περί διαδοχής και αντιβασιλείας», «Περί της Βουλής και της Γερουσίας», «Περί της Βουλής», «Περί της Γερουσίας», «Περί των Υπουργών», «Περί δικαστικής εξουσίας», «Γενικαί διατάξεις» και «Ειδικαί διατάξεις». Εκτός από το κείμενο του Συντάγματος, η Εθνοσυνέλευση υιοθέτησε επίσης 18 Ψηφίσματα, που ρυθμίζουν διάφορα θέματα και τα οποία έχουν τυπική ισχύ ίδια με αυτή του Συντάγματος. Εξάλλου, στις 18 Μαρτίου 1844, την ίδια ημέρα που δημοσιεύθηκε το Σύνταγμα, η Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον, πρωτοποριακό για την εποχή του, εκλογικό νόμο.

Με τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος ξεκινάει για την Ελλάδα η περίοδος της συνταγματικής μοναρχίας. Στο πολίτευμα αυτό ο βασιλιάς εξακολουθεί να κατέχει τις περισσότερες κρατικές εξουσίες, σε αντίθεση όμως με την απόλυτη μοναρχία βασιλεύει εντός των ορίων που θέτει το Σύνταγμα. Βέβαια, ο Όθωνας δεν σεβάστηκε πάντοτε τα όρια αυτά. Ανεξάρτητα από τις παραβιάσεις του Συντάγματος, που και συχνές και σοβαρές υπήρξαν, η περίοδος της απολυταρχίας είχε πάντως παρέλθει ανεπιστρεπτί.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844). Δημοσιεύεται το σύνταγμα που ψήφισε η Εθνοσυνέλευση, που προέκυψε μετά την επανάσταση της Γ΄ Σεπτεμβρίου και με το οποίο καθιερώθηκε η συνταγματική μοναρχία στο ελληνικό κράτος.

 

Η νομική φύση και τα κύρια χαρακτηριστικά του Συντάγματος

 

Όσον αφορά τη νομική φύση του, το Σύνταγμα του 1844 αποτελεί «σύνταγμα–συνάλλαγμα». Έτσι χαρακτηρίζονται τα συντάγματα τα οποία δεν θεσπίζονται από μια κυρίαρχη και αδέσμευτη συντακτική συνέλευση, αλλά αποτελούν προϊόν συμφωνίας του βασιλιά με το έθνος, οι οποίοι έτσι θεωρείται ότι συνάπτουν μεταξύ τους ένα είδος «συμβολαίου».

Φορέας της συντακτικής εξουσίας στην περίπτωση αυτή θεωρείται ο μονάρχης, ο οποίος απλώς δέχεται να αυτοπεριοριστεί και να αυτοδεσμευτεί με Σύνταγμα. Από νομική άποψη, λοιπόν, το Σύνταγμα του 1844 υπήρξε έργο του βασιλιά, με τον οποίον η Εθνική Συνέλευση απλώς συνέπραξε. Αυτό φαίνεται και από το προοίμιο του Συντάγματος, που αρχίζει με τη φράση: «Όθων, ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος» και διακηρύσσει ότι «συνωμολογήθη μεταξύ Ημών και των πληρεξουσίων του Έθνους».

Βέβαια, από πολιτική άποψη, τον κύριο ρόλο στην παραγωγή του Συντάγματος τον είχε η Εθνοσυνέλευση, η οποία προσδιόρισε αυτοτελώς σημαντικά στοιχεία του πολιτεύματος. Εξάλλου, ο μονάρχης δεν παραχώρησε το Σύνταγμα αυτοβούλως, αλλά αναγκάστηκε να ενδώσει στη θέσπισή του μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, οι πολιτικές συνθήκες που οδήγησαν στην κατάρτιση του Συντάγματος δεν αναιρούν τον νομικό χαρακτήρα του ως «συντάγματος–συναλλάγματος». Ο χαρακτήρας αυτός αποτυπώνεται άλλωστε και στο περιεχόμενό του, κυρίως με την καθιέρωση της μοναρχικής αρχής.

Πράγματι, η νομική φύση ενός συντάγματος δεν απορρέει μόνο από τον τρόπο παραγωγής του, αλλά εξίσου και από τα κύρια χαρακτηριστικά του πολιτεύματος που αυτό εγκαθιδρύει.

Τα χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1844 μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

α) Καθιερώνει – κι αυτό αποτελεί ίσως το πιο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του – τη μοναρχική αρχή, σύμφωνα με την οποία ο μονάρχης είναι ο ανώτατος άρχοντας και το κυρίαρχο όργανο του κράτους. Η αρχή αυτή καθορίζει και το χαρακτήρα του πολιτεύματος ως συνταγματικής μοναρχίας.

β) Δεν προβλέπει διαδικασία αναθεώρησης, ανήκει δηλαδή στα λεγόμενα «απολύτως αυστηρά» Συντάγματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία άλλη δυνατότητα κατάργησης, τροποποίησης ή προσθήκης διατάξεων στο Σύνταγμα, παρεκτός εάν ο μονάρχης παραχωρήσει ένα νέο «σύνταγμα-συνάλλαγμα».

γ) Καθιερώνει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αν και σε αρκετά ατελή μορφή. Η νομοθετική εξουσία «ενεργείται συνάμα» από το Βασιλιά, τη Βουλή και τη Γερουσία. Η εκτελεστική εξουσία «ανήκει» στο Βασιλιά, αλλά ενεργείται από τους υπουργούς που αυτός διορίζει. Η δικαστική εξουσία πηγάζει από το βασιλιά, αλλά «ενεργείται» δια των δικαστηρίων.

δ) Θεσπίζει, δίπλα στην αιρετή Βουλή, ένα δεύτερο – μη αιρετό – νομοθετικό σώμα, τη Γερουσία.

ε) Αναγνωρίζει ευρύτατες εξουσίες στο Βασιλιά, ο οποίος, εκτός από την εκτελεστική εξουσία, έχει ουσιώδη συμμετοχή και στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας. Παράλληλα, προβλέπεται ότι οι υπουργοί ευθύνονται για τις πράξεις του Βασιλιά.

στ) Τέλος, το Σύνταγμα του 1844 ακολουθεί την παράδοση των πρώτων συνταγμάτων της Επανάστασης του 1821 και προστατεύει τις ατομικές ελευθερίες, εμπλουτίζοντας μάλιστα το σχετικό κατάλογο με νέα δικαιώματα, όπως το απόρρητο των επιστολών και το άσυλο της κατοικίας. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να μνημονευθεί και το άρθρο 107 του Συντάγματος, που αφιερώνει την τήρηση του Συντάγματος στον «πατριωτισμό των Ελλήνων».

Συνολικά, και παρά τα φιλελεύθερα στοιχεία του, πρόκειται για ένα σύνταγμα μοναρχικό και συντηρητικό. Ιστορικά πρότυπά του υπήρξαν κυρίως το γαλλικό μοναρχικό σύνταγμα του 1830 και, λιγότερο, το δημοκρατικό βελγικό σύνταγμα του 1831. Σε αρκετά σημεία μάλιστα οι διατάξεις του Συντάγματος του 1844 αποτελούν αντιγραφή των αντίστοιχων διατάξεων των συνταγμάτων αυτών.

 

Οι ρυθμίσεις για τη θρησκεία και τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας

 

 Στην προμετωπίδα του Συντάγματος του 1844 τέθηκε η επίκληση: «Εν ονόματι της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Στο σημείο αυτό, η Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου ακολούθησε το πρότυπο των Συνταγμάτων του Αγώνα. Δημιουργήθηκε έτσι μια παράδοση την οποίαν έμελλε να ακολουθήσουν όλα τα κατοπινά συντάγματα της Ελλάδας, με την εξαίρεση του δημοκρατικού Συντάγματος του 1927. Η αναφορά αυτή έχει βέβαια έναν καθαρά συμβολικό χαρακτήρα: ισοδυναμεί με επίσημη διαβεβαίωση, εν είδει όρκου, ότι όσα συμφωνήθηκαν και αποφασίσθηκαν στο Σύνταγμα είναι θεμελιώδη για την υπόσταση του έθνους και θα τηρηθούν ως τέτοια.

Επίσης κατά το πρότυπο των συνταγμάτων της Παλιγγενεσίας, προτάχθηκε στο συνταγματικό κείμενο το περί θρησκείας κεφάλαιο, που το συνθέτουν δύο άρθρα. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Συντάγματος, επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η ανατολική ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ κάθε άλλη γνωστή θρησκεία είναι ανεκτή και η λατρεία της τελείται ανεμπόδιστα. Ωστόσο, απαγορεύεται ο προσηλυτισμός και κάθε άλλη επέμβαση κατά της επικρατούσας θρησκείας. Σύμφωνα με το άρθρο 2, η ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας είναι δογματικά ενωμένη με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, αλλά διοικητικά αυτοκέφαλη και ανεξάρτητη και διοικείται από Ιερά Σύνοδο Αρχιερέων.

Στις συνταγματικές αυτές διατάξεις αποτυπώνεται η βούληση για αποκατάσταση των σχέσεων κράτους και εκκλησίας, οι οποίες είχαν διαταραχθεί επί αντιβασιλείας, όταν η Εκκλησία της Ελλάδας ανακηρύχθηκε «αυτοκέφαλη» και ο βασιλιάς αναγορεύθηκε σε «αρχηγό της Εκκλησίας» (σύμφωνα με το σύστημα του «καισαροπαπισμού»). Το εκκλησιαστικό ζήτημα είχε αποτελέσει μια από τις κύριες πηγές διαμαρτυρίας κατά της αντιβασιλείας. Με το Σύνταγμα του 1844 καθίσταται εφικτή η επανασύνδεση της Εκκλησίας της Ελλάδας με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο βασιλιάς παύει να αποκαλείται «αρχηγός» της. Προς την κατεύθυνση αυτή, το άρθρο 2 του Συντάγματος περιέχει δύο σημαντικές διευθετήσεις. Πρώτον, η Εκκλησία της Ελλάδας διατηρεί διοικητικά το αυτοκέφαλο, παράλληλα όμως διατηρεί και τη δογματική της εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Δεύτερον, η Εκκλησία της Ελλάδας διοικείται από σύνοδο αρχιερέων, καθιερώνεται δηλαδή ένα σημαντικό στοιχείο ανεξαρτησίας της από το κράτος.

Ωστόσο, οι διευθετήσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο που θέτει η επιδίωξη δημιουργίας μιας «εθνικής» εκκλησίας του ελληνικού κράτους. Αυτό το νόημα έχει και ο πανηγυρικός χαρακτηρισμός, στην πρώτη κιόλας φράση του Συντάγματος, της ορθόδοξης Εκκλησίας ως επικρατούσας θρησκείας. Η («επίσημη») Εκκλησία της Επικρατείας εντάσσεται στους θεσμούς του κράτους και υποτάσσεται έτσι στο Σύνταγμα και την πολιτική εξουσία. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται από ένα τρίτο – και πολύ σημαντικό για τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας – άρθρο του Συντάγματος του 1844. Πρόκειται για το άρθρο 105, το οποίο δεν βρίσκεται στο «περί θρησκείας» πρώτο κεφάλαιο του Συντάγματος, αλλά στο τελευταίο κεφάλαιο («Ειδικαί διατάξεις»). Εκεί προβλέπεται η έκδοση ειδικών νόμων, προκειμένου να ρυθμιστούν, μεταξύ άλλων, τα «περί του αριθμού των Επισκόπων του Κράτους, της εξασφαλίσεως των προς συντήρησιν των κληρικών… και περί των ιερών καταστημάτων και των εν αυτοίς λειτουργούντων ή μοναζόντων», όπως επίσης και «περί των εκκλησιαστικών κτημάτων». Με την αναγνώριση της εξουσίας του νομοθέτη να παρεμβαίνει στα διοικητικά ζητήματα της Εκκλησίας θεσμοποιείται η στενή σύνδεση του κράτους με την Εκκλησία. Πάντως, οι ειδικοί αυτοί νόμοι, παρά τη ρητή συνταγματική επιταγή για έκδοσή τους «όσον ένεστι ταχύτερον», εκδόθηκαν με αρκετή καθυστέρηση και κάλυψαν εν μέρει μόνο τα προς ρύθμιση αντικείμενα. Έτσι, μόλις το 1852 δημοσιεύθηκαν οι νόμοι Σ΄ «Περί Επισκοπών και Επισκόπων και περί του υπό τους Επισκόπους τελούντος κλήρου», και ΣΑ΄ «Νόμος Καταστατικός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας τη Ελλάδος».

Το Σύνταγμα του 1844, όσον αφορά το εκκλησιαστικό ζήτημα, εμπεριέχει έναν θεμελιώδη συμβιβασμό, ο οποίος άλλωστε αποτυπώνεται και στον δυισμό των κανόνων που ρυθμίζουν τα της Εκκλησίας: Ως προς τα δογματικά και πνευματικά ζητήματα, η Εκκλησία της Ελλάδας είναι ενωμένη με τις άλλες ομόδοξες εκκλησίες και ιδίως με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και διέπεται από τους ιερούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Από την άλλη, ως προς τα διοικητικά ζητήματα, θεωρείται Εκκλησία της Επικρατείας, δηλαδή του ελληνικού κράτους, και διέπεται από τους νόμους του. Ο συμβιβασμός αυτός παγιώθηκε με τον «Πατριαρχικό Τόμο» του 1850, με τον οποίον το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδας και αποκαταστάθηκαν οι μεταξύ τους σχέσεις. Η ιδιαίτερη σημασία της διευθέτησης του εκκλησιαστικού στο Σύνταγμα του 1844 έγκειται στο ότι οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις σφράγισαν ανεξίτηλα την ελληνική συνταγματική ιστορία και έμελλε να επαναληφθούν, με επουσιώδεις τροποποιήσεις, σε όλα τα Συντάγματα που ακολούθησαν, όπως άλλωστε και στο ισχύον Σύνταγμα του 1975/1986/2001.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας

 

Το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας, που καθιερώνει ο Καταστατικός Χάρτης του 1844, αντιδιαστέλλεται τόσο προς την βαυαρική και οθωνική απολυταρχία (1832-1843), που ήταν μια απεριόριστη μοναρχία, όσο και προς τη βασιλευόμενη δημοκρατία, η οποία καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1864 και διήρκεσε, με μικρά διαλείμματα, μέχρι το 1967.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Η μοναρχική αρχή και ο θεσμικός ρόλος του βασιλιά

 

Το πολίτευμα χαρακτηρίζεται από την ισχύ της μοναρχικής αρχής. Σύμφωνα μ’ αυτήν η κυριαρχία ανήκει στον μονάρχη, που αναγνωρίζεται ως φορέας και πηγή της κρατικής εξουσίας. Ο μονάρχης είναι «ιερός» και «απαραβίαστος», δεν είναι απλώς ο ανώτατος άρχοντας (δηλαδή ο αρχηγός του κράτους), αλλά το κυρίαρχο όργανο του κράτους. Υπέρ του μονάρχη συντρέχει το «τεκμήριο της αρμοδιότητας». Αυτό σημαίνει ότι είναι αρμόδιος για κάθε ζήτημα που δεν ανήκει ρητώς στην αρμοδιότητα άλλου κρατικού οργάνου. Ως το ανώτατο όργανο του κράτους, αποδέχεται εκείνους μόνο τους περιορισμούς της εξουσίας του που είναι ρητά διατυπωμένοι στο Σύνταγμα.

Το Σύνταγμα, άλλωστε, απονέμει ευρύτατες και σημαντικότατες εξουσίες στον βασιλιά, ο οποίος συμμετέχει και στις τρεις λειτουργίες της κρατικής εξουσίας: νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Καταρχάς, αποτελεί τον κύριο παράγοντα της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, του «ανήκει». Ο βασιλιάς διορίζει και παύει χωρίς κανένα περιορισμό τους υπουργούς «του». Επίσης, διορίζει και παύει τους δημοσίους υπαλλήλους, ενώ εκδίδει και τα αναγκαία διατάγματα για την εκτέλεση των νόμων. Εξάλλου, ο βασιλιάς χαρακτηρίζεται ως ο «ανώτατος Άρχων του Κράτους», αποτελεί δηλαδή συμβολικά την κεφαλή του κρατικού μηχανισμού. Είναι αυτός που άρχει των ενόπλων δυνάμεων, κηρύσσει πόλεμο και συνομολογεί διεθνείς συνθήκες.

Παράλληλα, ο βασιλιάς αποτελεί σημαντικό παράγοντα της νομοθετικής λειτουργίας. Έχει, μαζί με τη Βουλή και τη Γερουσία, την αρμοδιότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας, μπορεί δηλαδή να συντάσσει και να υποβάλλει στη Βουλή προτάσεις νόμου προς συζήτηση και ψήφιση. Έχει ακόμη, επίσης μαζί με τη Βουλή και τη Γερουσία, δικαίωμα αναβλητικής αρνησικυρίας, μπορεί δηλαδή να απορρίψει μια πρόταση νόμου, οπότε αυτή δεν μπορεί να υποβληθεί ξανά στην ίδια βουλευτική σύνοδο, αλλά σε κάποια επόμενη. Η βασική νομοθετική αρμοδιότητα του βασιλιά είναι να κυρώνει και να δημοσιεύει τους νόμους μετά την ψήφισή τους από τη Βουλή. Έμμεσα, εξάλλου, ο βασιλιάς συμμετέχει στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας με το να διορίζει χωρίς περιορισμό τα μέλη της Γερουσίας, ενώ διαθέτει και την αρμοδιότητα διάλυσης της Βουλής.

Τέλος, ο βασιλιάς είναι παράγοντας και της δικαστικής εξουσίας. Πέρα από την, συμβολικής κυρίως σημασίας, διακήρυξη ότι η δικαιοσύνη «πηγάζει» απ’ αυτόν και ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται «εν ονόματί του», έχει και ορισμένες ουσιαστικές δικαστικές αρμοδιότητες. Πρόκειται βασικά για την αρμοδιότητα απονομής χάριτος, δηλαδή το προνόμιο να χαρίζει, να μεταβάλλει ή να ελαττώνει ποινές που έχουν επιβληθεί από τα δικαστήρια. Εξάλλου, ο βασιλιάς διορίζει και τους δικαστές.

Παράλληλα με τις παραπάνω τρεις λειτουργίες, έχει και μια τέταρτη λειτουργία, ως ρυθμιστής του πολιτεύματος (ρυθμιστική λειτουργία). Στο πλαίσιο αυτό, ο βασιλιάς εκδίδει τα διατάγματα για το διορισμό και την παύση της κυβέρνησης, για την τακτική ή έκτακτη σύγκληση της Βουλής και της Γερουσίας, καθώς και για τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών.

Βέβαια, οι παραπάνω εξουσίες του βασιλιά είναι πλέον εξουσίες συνταγματικά ρυθμισμένες. Η άσκησή τους οριοθετείται από την συνταγματικά καθιερωμένη αρχή του «ανεύθυνου» του βασιλιά και της αρχής που απαιτεί την προσυπογραφή των πράξεών του. Ο βασιλιάς, ως πρόσωπο ιερό και απαραβίαστο, θεωρείται ότι δεν φέρει ευθύνη για τις πράξεις του. Την (πολιτική) ευθύνη την αναλαμβάνουν οι υπουργοί «του». Για τον λόγο αυτό, καμία πράξη του βασιλιά δεν ισχύει και δεν εκτελείται, αν δεν προσυπογράφεται από τον αρμόδιο (και υπεύθυνο) υπουργό. Έτσι, δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να «λογοδοτήσει» ή να δικαστεί ο βασιλιάς για οποιαδήποτε πράξη του. Αντ’ αυτού την ευθύνη φέρουν οι υπουργοί του: η Βουλή μπορεί να τους κατηγορήσει και τότε δικάζονται από τη Γερουσία (που, στην περίπτωση αυτή, λειτουργεί κατ’ εξαίρεση ως «δικαστήριο»). Για τη ρύθμιση της σχετικής διαδικασίας, μάλιστα, το Σύνταγμα προβλέπει την έκδοση ειδικού νόμου «περί ευθύνης των Υπουργών».

Με τις αρχές του ανεύθυνου και της προσυπογραφής συντελείται μια στοιχειώδης μετατόπιση από τις εξουσίες του μονάρχη στις αρμοδιότητες του υπουργικού συμβουλίου. Παράλληλα, με τη θέσπιση ποινικής ευθύνης των υπουργών εισάγεται έμμεσα και εν τοις πράγμασι ένας στοιχειώδης έστω «κοινοβουλευτικός έλεγχος» της κυβέρνησης. Οι θεσμοί αυτοί επέτρεψαν στη Βουλή να διεκδικήσει έναν ουσιαστικότερο πολιτικό ρόλο και δημιούργησαν ένα πρώιμο κοινοβουλευτικό «κλίμα». Βέβαια, η απόσταση από ένα πραγματικό κοινοβουλευτικό σύστημα (όπου η κυβέρνηση και οι υπουργοί εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη της Βουλής) είναι ακόμη μεγάλη, όσο οι προσυπογράφοντες και υπεύθυνοι υπουργοί παραμένουν πρόσωπα της απόλυτης επιλογής του βασιλιά.

 

Τα δύο σώματα του κοινοβουλίου: Βουλή και Γερουσία

 

Στην Ελλάδα κοινοβούλιο συγκροτείται ουσιαστικά για πρώτη φορά το 1844, παρόλο που «Βουλευτικόν», δηλαδή ένα συλλογικό αντιπροσωπευτικό σώμα που «βούλεται» και «νομοθετεί», προβλεπόταν ήδη από το Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822. Το Σύνταγμα του 1844 θεσπίζει σύστημα δύο νομοθετικών σωμάτων, Βουλή και Γερουσία. Τέτοιο σύστημα είχε για πρώτη φορά προβλεφθεί, χωρίς βέβαια να εφαρμοστεί, στο λεγόμενο «ηγεμονικό» Σύνταγμα του 1832.

Η Βουλή είναι αιρετό σώμα. Τα μέλη της, που δεν μπορούν να είναι λιγότερα από 80, εκλέγονται για τρία χρόνια από τους πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο. Η εκλογή της Βουλής αποτελεί την πιο σημαντική μορφή συμμετοχής του λαού στην άσκηση της κρατικής εξουσίας και, για τον λόγο αυτό, κορυφαίο δημοκρατικό στοιχείο του Συντάγματος. Το Σύνταγμα μάλιστα προβλέπει, σε μια διάταξη που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα, ότι «οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος» και όχι μόνο την επαρχία στην οποίαν εκλέγονται. Για να εκλεγεί κάποιος βουλευτής πρέπει να είναι έλληνας πολίτης εγκατεστημένος στην Ελλάδα και να έχει συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του. Οι ιδιότητες του βουλευτή και του γερουσιαστή είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες. Ασυμβίβαστη με τα καθήκοντα του βουλευτή είναι επίσης η οποιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία στο δημόσιο. Αν κάποιος διοριστεί σε τέτοια θέση, χάνει τη βουλευτική του ιδιότητα.

Η Γερουσία, ως δεύτερο νομοθετικό σώμα, δεν είναι αιρετή και τα μέλη της, που δεν μπορούν να είναι λιγότερα από 27, διορίζονται από τον βασιλιά και είναι ισόβια. Ο βασιλιάς μπορεί μάλιστα να αυξήσει τον αριθμό των γερουσιαστών, εάν κρίνει ότι συντρέχει ανάγκη, μέχρι το 1/2 του όλου αριθμού των βουλευτών. Η Γερουσία αποτελεί ένα αριστοκρατικό στοιχείο του πολιτεύματος και, λόγω της απόλυτης εξάρτησής της από τον μονάρχη, λειτουργεί ως αντίβαρο στο ρόλο της λαϊκής αντιπροσωπίας, αποδυναμώνοντας τον δημοκρατικό χαρακτήρα της τελευταίας. Εξάλλου, καλύπτει το κενό που άφησε η κατάργηση των δυο συμβουλευτικών του βασιλιά θεσμών της απόλυτης μοναρχίας, δηλαδή του ανακτοβουλίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Για να διοριστεί κάποιος γερουσιαστής πρέπει να είναι έλληνας πολίτης εγκατεστημένος στην Ελλάδα, να έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του και να έχει προηγουμένως ασκήσει κάποιο από τα πολιτικά, δικαστικά ή στρατιωτικά αξιώματα που απαριθμούνται αναλυτικά στο Σύνταγμα. Χαρακτηριστικό της εξάρτησης της Γερουσίας είναι και το ότι ο πρόεδρος του σώματος διορίζεται από τον βασιλιά (σε αντίθεση με τον πρόεδρο της Βουλής που εκλέγεται από το ίδιο το σώμα).

Από την άλλη, το Σύνταγμα προβλέπει δυο σημαντικές εγγυήσεις υπέρ της ανεξαρτησίας των βουλευτών και γερουσιαστών και υπέρ της «αυτονομίας» των κοινοβουλευτικών σωμάτων.

Συγκεκριμένα, οι βουλευτές και γερουσιαστές δεν καταδιώκονται ούτε με οποιονδήποτε τρόπο εξετάζονται για γνώμη ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων· εξάλλου, όσο διαρκεί η βουλευτική σύνοδος (και με την εξαίρεση των αυτόφωρων εγκλημάτων), δεν διώκονται ούτε συλλαμβάνονται ούτε φυλακίζονται χωρίς άδεια του σώματος στο οποίο ανήκουν. Επίσης, η Βουλή και η Γερουσία ορίζουν οι ίδιες τον τρόπο λειτουργίας τους με κανονισμούς που ψηφίζουν. Η σημασία των εγγυήσεων αυτών καταδεικνύεται από το γεγονός ότι επαναλαμβάνονται έκτοτε σε όλα τα ελληνικά Συντάγματα.

Η Βουλή και η Γερουσία αποτελούν παράγοντες της νομοθετικής εξουσίας, την οποίαν ασκούν από κοινού με τον βασιλιά. Οι αρμοδιότητές τους είναι βασικά νομοθετικές και συνίστανται στην υποβολή προτάσεων νόμου, τη συζήτηση και την ψήφισή τους. Επίσης, κάθε έτος ψηφίζουν τον προϋπολογισμό του κράτους και αποφασίζουν για τον απολογισμό. Περαιτέρω, η Βουλή και η Γερουσία έχουν κάποιες περιορισμένες αρμοδιότητες κοινοβουλευτικού ελέγχου. Μπορούν να απαιτήσουν την εμφάνιση των υπουργών στις συνεδριάσεις τους και να ζητήσουν απ’ τους υπουργούς διασαφήσεις σε σχέση με υποβληθείσες αναφορές. Η πιο σημαντική, βέβαια, αρμοδιότητα του κοινοβουλίου, όσον αφορά τις σχέσεις της με την εκτελεστική εξουσία, είναι ότι μπορεί να κατηγορήσει (η Βουλή) και να δικάσει (η Γερουσία) τους υπουργούς, ενεργοποιώντας την ποινική ευθύνη τους για εγκλήματα εσχάτης προδοσίας, κατάχρησης δημόσιας περιουσίας και γενικά για κάθε παραβίαση του Συντάγματος. Το κοινοβούλιο λειτουργεί έτσι ως «ποινικό δικαστήριο» για τους υπουργούς. Δικαστικός είναι και ο χαρακτήρας της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Βουλής να κρίνει τις διαφορές σχετικά με την εκλογή των βουλευτών, οπότε λειτουργεί ως «εκλογοδικείο».

Κατά τα λοιπά, το κοινοβούλιο είναι αποστερημένο από τις βασικές αρμοδιότητες που ένα τέτοιο όργανο έχει σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα. Συγκεκριμένα, ο διορισμός των κυβερνήσεων δεν εξαρτάται από την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου, το οποίο δεν μπορεί επίσης να προκαλέσει την παραίτηση υπουργών ή κυβερνήσεων αποσύροντας την προς αυτούς εμπιστοσύνη του. Έτσι, παρά τη συγκρότηση και λειτουργία Κοινοβουλίου (Βουλή–Γερουσία), κοινοβουλευτικό σύστημα δεν λειτουργεί στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας και ούτε θα μπορούσε, άλλωστε, διότι μια τέτοια εκδοχή πολιτεύματος την αποκλείει το Σύνταγμα. Η συνταγματική διαρρύθμιση των πολιτειακών θεσμών και η διευθέτηση των σχέσεων μεταξύ των οργάνων του κράτους είναι τέτοια που, ενόψει και του δεδομένου συσχετισμού δυνάμεων, καθιστά θεσμικά και πολιτικά αδύνατο το συγκερασμό της συνταγματικής μοναρχίας με το κοινοβουλευτικό σύστημα. Για την εισαγωγή του τελευταίου θα πρέπει να περιμένουμε το Σύνταγμα του 1864 και την αντικατάσταση της μοναρχικής από τη δημοκρατική αρχή, η οποία καθιστά δυνατή την κοινοβουλευτική εκδοχή του πολιτεύματος – που όντως εισάγεται το 1875.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Δυνατότητα εισαγωγής κοινοβουλευτικού συστήματος υπό το Σύνταγμα του 1844

 

Από το όλο πλέγμα των διατάξεων του Συντάγματος του 1844 φαίνεται να αποκλείεται η λειτουργία κοινοβουλευτικού συστήματος στο πλαίσιο του πολιτεύματος της συνταγματικής μοναρχίας.

Αντίθετη άποψη έχει διατυπώσει ο Ηλίας Κυριακόπουλος στο έργο του Ο κοινοβουλευτισμός εν Ελλάδι ως πολιτικός και νομικός κανών (1929). Υποστήριξε εκεί (σ. 46 επ.) ότι η μη ανάπτυξη του κοινοβουλευτικού συστήματος στην περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας δεν οφειλόταν σε πλημμέλειες των συνταγματικών διατάξεων ούτε στην έλλειψη κανόνων που διευκόλυναν την καθιέρωση σταθερών κοινοβουλευτικών αρχών, αλλά στη μη εφαρμογή του Συντάγματος από τον Όθωνα και στις εσκεμμένες παραβιάσεις του.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Οι υπουργοί του στέμματος

 

Υπό τις παραπάνω συνθήκες (υπερεξουσίες του μονάρχη και ατροφική λειτουργία του κοινοβουλίου), δεν είναι παράδοξο ότι ο θεσμικός ρόλος της κυβέρνησης παραμένει υποβαθμισμένος. Καθώς η εκτελεστική λειτουργία συγκεντρώνεται στα χέρια του μονάρχη, η κυβέρνηση αδυνατεί να λειτουργήσει ως αυτοτελής παράγοντάς της. Εξάλλου, όσο πιο ασθενής είναι ο έλεγχος της κυβέρνησης από το κοινοβούλιο, τόσο ισχυρότερη είναι η εξάρτησή της από το μονάρχη. Κατ’ ακριβολογία μάλιστα, «κυβέρνηση» ως συλλογικό άμεσο όργανο του κράτους δεν υφίσταται: ο όρος δεν απαντάται πουθενά στο Σύνταγμα. Συνταγματικά όργανα είναι μόνον οι υπουργοί, δια των οποίων ο βασιλιάς ασκεί την εκτελεστική εξουσία. Το «Υπουργείον» (υπουργικό συμβούλιο) είναι απλώς το συλλογικό σώμα των υπουργών, ο δε «Πρόεδρος του Υπουργείου» (οι όροι αναφέρονται στο άρθρο 24 του Συντάγματος) καταχρηστικά μόνο μπορεί να χαρακτηριστεί ως πρωθυπουργός.

Πράγματι, οι «πρωθυπουργοί» της συνταγματικής μοναρχίας δεν έχουν θεσμική εξουσία εντός της κυβέρνησης και βέβαια δεν επιλέγουν τους υπουργούς της. Ο μονάρχης είναι αυτός που επιλέγει εξίσου τόσο τον πρωθυπουργό όσο και τους υπουργούς, κατά την απόλυτη και ανέλεγκτη κρίση του. Είναι ενδεικτικό ότι το Σύνταγμα προβλέπει ότι στην περίπτωση παύσης ολόκληρου του υπουργικού συμβουλίου από τον βασιλιά, προκειμένου να μην αρθεί ο κανόνας της προσυπογραφής, το σχετικό διάταγμα αρκεί να το προσυπογράφει ένας οποιοσδήποτε από τους παυθέντες υπουργούς. Αν πάλι αυτοί αρνηθούν να προσυπογράψουν το διάταγμα της παύσης τους, τότε αυτό υπογράφεται από τον πρόεδρο του νέου υπουργικού συμβουλίου που θα διορίσει ο βασιλιάς.

 

Η κατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

Σύμφωνα με το άρθρο 102 του Συντάγματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας διαλύεται αυτοδικαίως με τη συγκρότηση της πρώτης βουλευτικής συνόδου και πάντως το αργότερο μέσα σε τρεις μήνες από την ορκωμοσία του βασιλιά.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε ιδρυθεί από την αντιβασιλεία και λειτουργούσε από το 1835 (σύμφωνα με το «Οργανικόν Διάταγμα περί συστάσεως Συμβουλίου της Επικρατείας» της 18 Σεπτεμβρίου 1835 και το «Διάταγμα περί της καθιδρύσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας» της 12 Οκτωβρίου 1835). Όπως προέβλεπε και το Διάταγμα της 6 Απριλίου 1833 «περί της διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του», το όργανο αυτό συστάθηκε «προς συζήτησιν των σπουδαιοτέρων του Κράτους υποθέσεων και λύσιν διοικητικών αμφισβητήσεων», είχε δηλαδή διττή λειτουργία, αφενός ως συμβουλευτικό όργανο της διοίκησης – συγκεκριμένα ως σύμβουλος του Στέμματος – και αφετέρου ως δικαστήριο. Αν και κατά βάση υπήρξε συντηρητικό, το Συμβούλιο της Επικρατείας επέδειξε έναν αξιoσημείωτα θετικό ρόλο μεσολαβητή μεταξύ λαού και βασιλιά κατά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, στη συνείδηση του λαού φαίνεται πως είχε συνδεθεί αμετάκλητα με τη βαυαρική και την οθωνική απολυταρχία, γι’ αυτό και η Εθνική Συνέλευση αποφάσισε την κατάργησή του.

Η διάλυση του Συμβουλίου της Επικρατείας συντελέστηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 102 του Συντάγματος, με διάταγμα που εκδόθηκε στις 18 Ιουνίου 1844, την τελευταία μέρα της προβλεπόμενης στο άρθρο αυτό τρίμηνης προθεσμίας.

 

ΔΙΑΤΑΓΜΑ

Περί διαλύσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας

ΟΘΩΝ

ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Λαβόντες υπ’ όψιν το άρθρον 102 του Συντάγματος κηρύττομεν από την σήμερον διαλελυμένον το Συμβούλιον της Επικρατείας. Κατά την περίστασιν δε ταύτην ευδοκούμεν να εκφράσωμεν εις το Σώμα τούτο την Ημετέραν ευαρέσκειαν δια την μετά ζήλου πολυετή υπηρεσίαν του.

Ο Ημέτερος επί του Β. Οίκου Υπουργός θέλει εκτελέσει και δημοσιεύσει το παρόν Διάταγμα.

Εν Αθήναις, την 18 Ιουνίου 1844

ΟΘΩΝ

Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ

 

Η θέση του λαού στο πολίτευμα: διείσδυση φιλελεύθερων και δημοκρατικών στοιχείων

 

Ο συντηρητικός και μοναρχικός χαρακτήρας του πολιτεύματος και η ατροφία του κοινοβουλευτισμού θέτουν, όπως είναι εύλογο, τον λαό στο περιθώριο του συστήματος διακυβέρνησης. Σε αντίθεση, ωστόσο, με την περίοδο της απολυταρχίας, τα φιλελεύθερα και δημοκρατικά στοιχεία που εισάγονται με το Σύνταγμα του 1844 καθιστούν δυνατή τη συμμετοχή του λαού στην άσκηση της κρατικής εξουσίας και τον έλεγχό της. Όπως επισημαίνει ο Αριστόβουλος Μάνεσης: «Το Σύνταγμα του 1844 έδινε μια θέση στο λαό εντός του κρατικού οργανισμού δια της αναγνωρίσεως εις αυτόν πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων, καθώς στο κείμενό του δεν κατάφερε να αποφύγει την διείσδυση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αρχών». Έτσι, η κατοχύρωση ατομικών ελευθεριών επιτρέπει τη συμμετοχή των πολιτών στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Παράλληλα, η επέκταση του εκλογικού δικαιώματος στο σύνολο σχεδόν του ανδρικού πληθυσμού συμβάλλει σταδιακά στην πολιτική χειραφέτηση του λαού. Εξάλλου, το ίδιο το Σύνταγμα, διακηρύσσοντας ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, αναγνωρίζει ότι τελικά ο λαός, αν και δεν είναι φορέας της κρατικής εξουσίας, μπορεί να προσδιορίσει την άσκησή της στο πλαίσιο του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη.

 

Φιλελεύθερα στοιχεία του πολιτεύματος: η κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών

 

Αν και γενικά συντηρητικό, κρίνοντας από τη σκοπιά των ατομικών ελευθεριών, το Σύνταγμα του 1844 έχει έναν σαφέστατα φιλελεύθερο προσανατολισμό. Θα ήταν, άλλωστε, πολύ δύσκολο για την Α΄ Εθνική Συνέλευση να αποστεί από τη σημαντική φιλελεύθερη παράδοση των Συνταγμάτων του Αγώνα. Έτσι, οι περί ατομικών ελευθεριών διατάξεις του Συντάγματος του 1844 επαναλαμβάνουν κατά βάση τα αντίστοιχα άρθρα εκείνων των Συνταγμάτων –βασικά δηλαδή του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827, που έχει χαρακτηρισθεί από τον Αλ. Σβώλο ως «το τελειότερον και ωραιότερον εκ των Συνταγμάτων της Επαναστάσεως».

Περαιτέρω, στο νέο Σύνταγμα υπάρχουν και μερικές ενδιαφέρουσες καινοτομίες.

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει τις ατομικές ελευθερίες στο δεύτερο κεφάλαιό του (άρθρα 3-14), που επιγράφεται «Περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων». Σε άλλες διατάξεις, εκτός του κεφαλαίου αυτού, κατοχυρώνονται η θρησκευτική ελευθερία και η ελευθερία της λατρείας (στο άρθρο 1), καθώς επίσης και ορισμένα διαδικαστικού χαρακτήρα δικαιώματα σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης (στο κεφάλαιο περί δικαστικής εξουσίας).

 

Ο «κλασικός» κατάλογος των ελευθεριών και ο εμπλουτισμός του

 

Είναι σημαντικό ότι ο «κλασικός κατάλογος», όπως είχε διαμορφωθεί στο Σύνταγμα της Τροιζήνας, εμπλουτίζεται στο νέο Σύνταγμα με νέα δικαιώματα. Έτσι, για πρώτη φορά ορίζεται ότι «το απόρρητο των επιστολών είναι απαραβίαστο», ενώ επίσης ρητά κατοχυρώνεται και το άσυλο της κατοικίας (το οποίο πάντως προβλεπόταν και στο μηδέποτε ισχύσαν ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832). Πρόκειται για δυο σημαντικές εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας των μηχανισμών του νεότευκτου κράτους. Η σημασία τους επιβεβαιώθηκε, αν και με αρνητικό τρόπο, κατά την εφαρμογή του Συντάγματος: οι παραβιάσεις του απορρήτου των επιστολών στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας ήταν τόσο σοβαρές, που η Β΄ Εθνοσυνέλευση αναγκάστηκε να διακηρύξει στο Σύνταγμα του 1864 ότι «το απόρρητο των επιστολών είναι απολύτως απαραβίαστο».

Καινούργιες είναι επίσης οι διατάξεις που κατοχυρώνουν την αρχή του «φυσικού δικαστή» και την εγγύηση του «ορκωτού συστήματος». Σύμφωνα με την αρχή του φυσικού δικαστή, ο καθένας έχει δικαίωμα να δικαστεί από τον δικαστή που προβλέπει γενικά και εκ των προτέρων ο νόμος. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να συσταθούν έκτακτα δικαστήρια, για να δικάσουν συγκεκριμένα πρόσωπα ή συγκεκριμένες πράξεις. Εξάλλου, η κατοχύρωση του ορκωτού συστήματος αποτελεί όχι μόνον εγγύηση ατομικής ελευθερίας, αλλά και πολιτικό δικαίωμα. Το ορκωτό σύστημα αποτελεί μέσο συμμετοχής των πολιτών (ενόρκων) στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας και, ως εκ τούτου, εγγύηση δημοκρατικής νομιμοποίησής της. Για το λόγο αυτόν, προβλέφθηκε ότι τα πολιτικά εγκλήματα, καθώς και τα εγκλήματα που τελούνται δια του τύπου δικάζονται από ορκωτά δικαστήρια.

Περαιτέρω, στα θετικά του Συντάγματος συγκαταλέγονται και οι διατάξεις του που ενισχύουν την προστασία των ατομικών ελευθεριών σε σχέση με την κατοχύρωσή τους στα Συντάγματα του Αγώνα. Η προσωπική ελευθερία, για παράδειγμα, κατοχυρώνεται πληρέστερα. Συγκεκριμένα, θεσπίζεται ότι όχι μόνον η φυλάκιση, αλλά και κάθε άλλος περιορισμός της ελευθερίας κίνησης επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Εξάλλου, όπως σαφώς προκύπτει από τις εργασίες της Συνέλευσης, η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι απαγορεύονται η εξορία και η εκτόπιση. Προβλέφθηκε ακόμη ότι, με την εξαίρεση των αυτόφωρων εγκλημάτων, κανείς δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται, εάν δεν του κοινοποιηθεί αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα.

Ιδιαίτερη σημασία στο Σύνταγμα του 1844 έχει το άρθρο για την ελευθερία της έκφρασης και ιδίως οι διατάξεις για την ελευθερία του τύπου. Σύμφωνα με την αντίληψη που επικρατούσε μεταξύ των μελών της Συνέλευσης, πρωταρχική λειτουργία του τύπου είναι να ελέγχει την άσκηση της κρατικής εξουσίας και να θέτει φραγμούς στην ανάπτυξη απολυταρχικών τάσεων. Ως εκ τούτου, επίκεντρο των συζητήσεων ήταν η προστασία του τύπου απέναντι σε κρατικές επεμβάσεις. Το ενδεχόμενο ότι ο τύπος μπορεί να λειτουργεί και ο ίδιος ως εξουσία ήταν τόσο απομακρυσμένο την εποχή εκείνη, ώστε το ζήτημα της προστασίας των πολιτών απέναντι στον ίδιο τον τύπο να μην απασχολεί τον συντακτικό νομοθέτη. Για τον λόγο αυτόν, οι διατάξεις που τέθηκαν στο Σύνταγμα διαπνέονται από πνεύμα φιλελεύθερο και ενισχύουν την προστασία του τύπου σε σχέση με τα Συντάγματα του Αγώνα. Ορίζεται έτσι, καταρχάς, ότι ο καθένας μπορεί να διαδίδει τους στοχασμούς του δια του τύπου ή με άλλον τρόπο, χωρίς να υπόκειται σε άλλους όρους, παρά μόνο στους νόμους του κράτους. Περαιτέρω, τίθενται δυο ειδικές εγγυήσεις υπέρ του τύπου. Πρώτον, η λογοκρισία απαγορεύεται ρητά και απερίφραστα. Δεύτερον, στους φορείς του τύπου (συντάκτες, εκδότες και τυπογράφους εφημερίδων) απαγορεύεται να επιβάλλεται χρηματική προκαταβολή λόγω εγγύησης, κάτι που, μέσα στη γενική πενία της εποχής, θα μπορούσε να λειτουργήσει εν τοις πράγμασι ως ισχυρότατος περιορισμός της ελευθεροτυπίας. Ως περιορισμός του τύπου τίθεται πάντως η απαίτηση, οι εκδότες εφημερίδων να είναι έλληνες πολίτες.

Πολύ σημαντική επίσης είναι, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι ο κατάλογος των ελευθεριών ξεκινάει μ’ αυτή, και η διακήρυξη της γενικής αρχής της ισότητας: «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου». Η διάταξη αυτή είναι τόσο θεμελιώδης, που θεωρήθηκε περίπου ως αυτονόητη και έγινε δεκτή με χαρακτηριστική ευκολία από την Συνέλευση. Η γενική αρχή συνοδεύεται από την κατοχύρωση δύο ειδικότερων εκφάνσεών της, την ισότητα στα δημόσια βάρη και την ισότητα πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις. Ισότητα στα δημόσια βάρη (δηλαδή φορολογική ισότητα) σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες αδιακρίτως συνεισφέρουν με παροχές προς το κράτος, ο καθένας ανάλογα με την περιουσία του. Από την άλλη, ισότητα πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις (δημόσια επαγγέλματα) σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες πολίτες – και μόνον αυτοί – μπορούν, ανάλογα με την αξία τους, να διοριστούν ως δημόσιοι υπάλληλοι ή να καταλάβουν άλλες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Η σχετική διάταξη υπήρξε αντικείμενο ζωηρής αντιπαράθεσης στη Συνέλευση, καθότι συνδέεται με το ακανθώδες ζήτημα του προσδιορισμού της ιδιότητας του έλληνα πολίτη. Από την άποψη αυτή, άλλωστε, το δικαίωμα πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις αποτελεί όχι μόνον έκφανση της αρχής της ισότητας, αλλά και πολιτικό δικαίωμα, δηλαδή δικαίωμα συμμετοχής στην άσκηση της κρατικής εξουσίας.

Ενδιαφέρον έχει, εξάλλου, η ρύθμιση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας στο Σύνταγμα του 1844. Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ανάγκη που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί αποζημίωση. Με επουσιώδεις τροποποιήσεις, η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται έκτοτε σε όλα τα ελληνικά Συντάγματα. Πέρα από τον εγγυητικό για την ατομική ιδιοκτησία χαρακτήρα της, η διάταξη είναι σημαντική και για έναν ακόμη λόγο: ότι ρυθμίζει συνταγματικά και άρα παγιώνει το θεσμό της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο άρθρο του Συντάγματος που αναφέρεται στην εκπαίδευση. Στις διατάξεις του κατοχυρώνεται καταρχάς το δικαίωμα του καθενός να ιδρύει εκπαιδευτικά καταστήματα, δηλαδή ένα κλασικό ατομικό δικαίωμα. Παράλληλα, όμως, ορίζεται ότι η ανώτερη εκπαίδευση παρέχεται με δαπάνες του κράτους, ενώ το κράτος συνδράμει τους δήμους για την παροχή της δημοτικής εκπαίδευσης. Τη ρύθμιση αυτή μπορούμε να την αντιληφθούμε και ως ένα πρόδρομο κοινωνικό δικαίωμα.

Πράγματι, το Σύνταγμα επιβάλλει μιαν υποχρέωση στο κράτος, τη χρηματοδότηση της ανώτερης και (από κοινού με τους δήμους) της δημοτικής εκπαίδευσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η παροχή παιδείας προς τους πολίτες. Σε εγχειρίδιο συνταγματικού δικαίου της εποχής, ο Νικόλαος Παππαδούκας σχολίαζε μάλιστα, προσφυώς, ότι «καθώς οι πολίται, αντί των φόρων και λοιπών αυτών υποχρεώσεων, δικαιούνται να έχωσι πρόχειρον τον εφημέριον και τον ειρηνοδίκην, ούτω δικαιούνται να έχωσι και τον δημοδιδάσκαλον». Παρόλο που οι σχετικές συζητήσεις στην Συνέλευση επικεντρώθηκαν κυρίως στο βαθμό της αυτονομίας των δήμων και, αντίστοιχα, της παρέμβασης του κράτους στη δημοτική εκπαίδευση, υπήρχε πάντως συνείδηση της σημασίας της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού. Όπως θα επισημάνει κατά τις συζητήσεις και ο πληρεξούσιος Ι. Περίδης, «η εκπαίδευσις είναι μέγα έργον, και καθ’ ό τοιούτον, πρέπει να απόκηται εις την πολιτείαν».

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το Σύνταγμα του 1844 επαναλαμβάνει τη διάταξη για την απαγόρευση της δουλείας, μια από τις πιο φιλελεύθερες και προοδευτικές διατάξεις που είχαν εισαχθεί από τα Συντάγματα του Αγώνα. Το σχετικό άρθρο όχι μόνο διακηρύσσει ότι στην Ελλάδα ούτε πωλείται ούτε αγοράζεται άνθρωπος, αλλά ορίζει επιπλέον ότι κάποιος που ήταν δούλος στη χώρα του καθίσταται ελεύθερος μόλις πατήσει σε ελληνικό έδαφος. Τέλος, χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση έγιναν δεκτές από τη Συνέλευση οι διατάξεις του Συντάγματος που προβλέπουν την αρχή της νομιμότητας των ποινών (δηλαδή, για να επιβληθεί ποινή, πρέπει αυτή να έχει προηγουμένως οριστεί σε νόμο), το δικαίωμα του καθενός να υποβάλλει εγγράφως αναφορές στις αρχές, καθώς επίσης την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της γενικής δήμευσης.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Η ελλειμματική προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και η μη κατοχύρωση δικαιωμάτων συλλογικής δράσης

 

Στα αρνητικά του Συντάγματος του 1844 πρέπει πάντως να καταλογίσουμε την ελλειμματική προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία βρίσκεται σε σχέση έντασης με την αναγνώριση της ορθόδοξης Εκκλησίας ως «επικρατούσας» θρησκείας. Στο άρθρο 1 ορίζεται, βέβαια, ότι κάθε άλλη – πέρα από την επικρατούσα – γνωστή θρησκεία «είναι ανεκτή», ενώ η λατρεία της τελείται ανεμπόδιστα και υπό την προστασία των νόμων. Ωστόσο, η απλή ανοχή των διαφορετικών θρησκειών με παράλληλη αναγνώριση μιας επίσης θρησκευτικής ιδεολογίας συνιστά απλώς ανεξιθρησκεία και όχι πραγματική θρησκευτική ελευθερία. Η τελευταία προϋποθέτει, αφενός, τη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους και, αφετέρου, τη διασφάλιση της θρησκευτικής ισότητας. Το Σύνταγμα του 1844, όμως, επιφυλάσσει σαφέστατα προνομιακή θέση στην επικρατούσα θρησκεία, καθώς μάλιστα ορίζει ότι απαγορεύεται ο προσηλυτισμός και κάθε άλλη επέμβαση κατά αυτής. Ο Ποινικός Νόμος προέβλεπε αυστηρή τιμωρία (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) για τον προσηλυτισμό. Η ανεπάρκεια των συνταγματικών εγγυήσεων για την άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας φάνηκε σε αρκετές περιπτώσεις, με πιο χαρακτηριστική τη δίωξη και καταδίκη του Θεόφιλου Καΐρη για τις λεγόμενες «κακοδοξίες» του.

Εξάλλου, μία σημαντική παράλειψη του Συντάγματος του 1844 εντοπίζεται στο ότι δεν κατοχυρώνει δύο βασικά δικαιώματα συλλογικής δράσης: την ελευθερία της συνάθροισης ή, αλλιώς, «ελευθερία του συνέρχεσθαι», δηλαδή το δικαίωμα διοργάνωσης και συμμετοχής σε συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις κλπ., και ιδίως την ελευθερία της συνένωσης ή «ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι», δηλαδή το δικαίωμα σύστασης ενώσεων και σωματείων. Κοινό χαρακτηριστικό των δυο αυτών δικαιωμάτων είναι μπορούν να ασκηθούν μόνον από περισσότερους μαζί. Τα δικαιώματα αυτά έχουν μιαν ιδιαίτερη πολιτική σημασία, αφού η συμμετοχή στην πολιτική ζωή προϋποθέτει εν πολλοίς την άσκησή τους: αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι και τα ίδια τα κόμματα δεν είναι παρά πολιτικές ενώσεις. Η παράλειψη της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι μπορεί να θεωρηθεί ως μια συντηρητική παραφωνία σε έναν, κατά τα λοιπά, φιλελεύθερο κατάλογο ατομικών ελευθεριών. Η συντηρητική αυτή επιλογή πρέπει να αποδοθεί ακριβώς στον έντονα πολιτικό και δυνάμει επικίνδυνο για τους κρατούντες χαρακτήρα των δικαιωμάτων αυτών. Το έλλειμμα προστασίας που συνεπάγεται η μη κατοχύρωσή τους είναι εντονότερο όσον αφορά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, δεδομένου ότι ο Ποινικός Νόμος προέβλεπε κεφάλαιο «περί αθεμίτων ενώσεων και εταιρειών», σύμφωνα με το οποίο τιμωρούνταν η σύσταση ενώσεων που αφορούν τις εξωτερικές ή εσωτερικές σχέσεις της επικράτειας και θρησκευτικούς ή άλλους σκοπούς.

 

Ελλειμματική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στην πράξη

  

Αν η αναγνώριση και κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών στο συνταγματικό κείμενο είναι σε γενικές γραμμές – και με τις επιφυλάξεις που προαναφέρθηκαν – επαρκής, ωστόσο, στη συνταγματική πραγματικότητα, το επίπεδο προστασίας των ελευθεριών κατά την εφαρμογή του Συντάγματος, δηλαδή στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας, είναι ιδιαίτερα χαμηλό. Αυτό το έλλειμμα αποτελεσματικής προστασίας των ατομικών ελευθεριών στην πράξη μπορεί να αποδοθεί σε δύο βασικούς λόγους: έναν θεσμικό και έναν πραγματικό.

Ο πρώτος λόγος απορρέει από την παράλειψη έκδοσης των αναγκαίων νόμων ή την παράλειψη κατάργησης προγενέστερων νόμων που ήταν αντίθετοι με το Σύνταγμα. Πράγματι, για την αποτελεσματική προστασία των ατομικών ελευθεριών συνήθως δεν αρκεί η συνταγματική κατοχύρωση, αλλά απαιτείται και η έκδοση ειδικών νόμων που ρυθμίζουν την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή διασφαλίζουν τις υλικές ή νομικές προϋποθέσεις τους.

Σε κάποιες περιπτώσεις η έκδοση τέτοιων νόμων προβλέπεται ρητά στο ίδιο το Σύνταγμα: σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 105, το συντομότερο δυνατόν πρέπει να εκδοθούν ειδικοί νόμοι για μια σειρά θεμάτων, όπως, για παράδειγμα, «περί τύπου», «περί της δημοσίας εκπαιδεύσεως», «περί της διαθέσεως και διανομής της εθνικής γης». Εξάλλου, αναφορά στο νόμο γίνεται και σε πολλά σημεία του καταλόγου των ατομικών ελευθεριών, με διατυπώσεις του τύπου: «όπως ο νόμος ορίζει», «όπως ο νόμος διατάσσει» κλπ. Πρόκειται για τη λεγόμενη «επιφύλαξη υπέρ του νόμου», που σημαίνει ότι η συνταγματική διάταξη περιορίζεται στη γενική αναγνώριση της ελευθερίας και κατά τα λοιπά παραπέμπει στον κοινό νόμο για την ειδικότερη ρύθμισή της. Το γεγονός, επομένως, ότι ορισμένοι απαραίτητοι για την προστασία και τη ρύθμιση των ατομικών ελευθεριών νόμοι είτε δεν εκδόθηκαν καθόλου είτε εκδόθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση επέδρασε ασφαλώς αρνητικά στη λειτουργία των ατομικών ελευθεριών.

Πολύ πιο αρνητικό όμως ήταν το γεγονός ότι διατηρήθηκαν σε ισχύ συγκεκριμένοι νόμοι της Βαυαροκρατίας, οι οποίοι μετά τη θέσπιση του Συντάγματος θα έπρεπε να θεωρηθούν αντισυνταγματικοί. Και τούτο μάλιστα, παρόλο που στο άρθρο 103 του νέου Συντάγματος ρητά προβλέπεται ότι όλοι οι νόμοι και τα διατάγματα που αντιβαίνουν στο παρόν Σύνταγμα καταργούνται. Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί ο ανελεύθερος και «τυποκτόνος» Νόμος «περί εξυβρίσεως εν γένει και περί του τύπου» του 1837, ο οποίος όχι μόνο δεν καταργήθηκε, αλλά παρέμεινε, με τροποποιήσεις, σε ισχύ για πολλές δεκαετίες, αναιρώντας ουσιαστικά τη συνταγματική προστασία του τύπου.

 

Η αντίθεση των «τυποκτόνων» νόμων προς το Σύνταγμα

 

Μισόν αιώνα μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1844 και ενώ αυτό είχε ήδη αντικατασταθεί από το Σύνταγμα του 1864, ο διαπρεπής συνταγματολόγος Θεόδωρος Φλογαΐτης διαπίστωνε καταστρατήγηση του Συντάγματος στην οποίαν οδηγούσε η αντίθεση των κοινών νόμων προς τον Καταστατικό Χάρτη, επισημαίνοντας, όσον αφορά ειδικά την ελευθερία του τύπου, τα ακόλουθα:

«Και αληθεύει μεν, ότι αμφότερα τα Συντάγματα [του 1844 και του 1864] επέταξαν την προσεχή έκδοσιν νόμου περί τύπου ασφαλίζοντας την εν αυτοίς ρήτραν, ότι ‘ο τύπος είναι ελεύθερος’. Αλλά δεν εξεπληρώθη το επίτευγμα τούτο των Συνταγμάτων. Και δύναται μεν τις να ισχυρισθή, ότι ο περί εξυβρίσεως και περί τύπου νόμος του 1837, διατελών εν τελεία αντιφάσει και εναντιότητι προς το επελθόν Σύνταγμα, δεν δύναται να έχη νυν ισχύν, αλλ’ η δικαστική ημών νομολογία, υπεράγαν ούσα τυπική, εθεώρησε και θεωρεί τούτον ισχύοντα».

Ο δεύτερος λόγος αναποτελεσματικής προστασίας των ατομικών ελευθεριών πρέπει να αποδοθεί στον Όθωνα και στον συγκεκριμένο τρόπο διακυβέρνησης. Πράγματι, η διακυβέρνηση του Όθωνα και μετά τη θέσπιση του Συντάγματος συνέχισε να χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτισμό και αυταρχισμό. Στην περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας ήταν συχνές και σοβαρές οι παραβιάσεις των ατομικών ελευθεριών, όπως της προσωπικής ελευθερίας και του απορρήτου των επιστολών, ενώ και ο τύπος υπέστη διάφορους διωγμούς.

Η κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών στο Σύνταγμα του 1844 συνιστά γενικά έκφραση του πολιτικού φιλελευθερισμού και, σε μεγάλο βαθμό, απηχεί τις επιδιώξεις αστικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Παράλληλα, βέβαια, επιβιώνουν και κάποιες αποκλίσεις από τη φιλελεύθερη παράδοση (π.χ. η ρύθμιση της θρησκευτικής ελευθερίας, η διατήρηση αυταρχικών νόμων περί τύπου κλπ.), οι οποίες πάντως δεν αναιρούν την παραπάνω εκτίμηση. Ωστόσο, η κατοχύρωση των ελευθεριών στο επίπεδο του Συντάγματος υποσκάπτεται – αν δεν αναιρείται – από την αναποτελεσματικότητα της προστασίας τους στο επίπεδο του κοινού νομοθέτη και της διοίκησης και, κυρίως, από τις συχνές παραβιάσεις τους στην πράξη από το οθωνικό καθεστώς.

 

Δημοκρατικά στοιχεία του πολιτεύματος

 

Το Σύνταγμα του 1844 δεν είναι ένα δημοκρατικό σύνταγμα. Κορυφαία και υποδειγματική έκφραση της δημοκρατικής αρχής υπήρξε η διακήρυξη στο Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 ότι «η Κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος∙ πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Το Σύνταγμα του 1844 κατοχυρώνει, όμως, τη μοναρχική αρχή, αναγνωρίζει δηλαδή ως κυρίαρχο όργανο του κράτους τον μονάρχη. Η θέσπισή του, επομένως, όσο κι αν αποτελεί σημαντική πρόοδο σε σχέση με τη βαυαρική και οθωνική απολυταρχία, συνιστά πάντως και μια συντηρητική οπισθοδρόμηση σε σχέση με τη δημοκρατική παράδοση που είχαν διαμορφώσει τα συντάγματα του Αγώνα.

 

Πολιτικά δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη στο Σύνταγμα του 1844

 

Παρόλα αυτά, η ισχυρή δημοκρατική παράδοση του ελληνικού λαού δεν μπορούσε παρά να βρει έκφραση στις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης, έτσι ώστε, ακόμα και στα ασφυκτικά πλαίσια του μοναρχικού πολιτεύματος, ορισμένα δημοκρατικά στοιχεία να διεισδύσουν στο Σύνταγμα του 1844. Τέτοια στοιχεία αποτελούν ιδίως η αναγνώριση πολιτικών δικαιωμάτων, με κορυφαίο το εκλογικό δικαίωμα, τόσο στην «ενεργητική» μορφή του, δηλαδή το δικαίωμα της ψήφου ή ‘δικαίωμα του εκλέγειν’, όσο και στην ‘παθητική’ μορφή του, δηλαδή το δικαίωμα να εκλεγεί κάποιος σε δημόσιες θέσεις ή, αλλιώς, το δικαίωμα του «εκλέγεσθαι». Το εκλογικό δικαίωμα κατοχυρώνεται ρητά στο Σύνταγμα μόνον όσον αφορά τις εκλογές για την ανάδειξη της Βουλής, εκλογές ωστόσο διενεργούνταν και σε τοπικό επίπεδο, για την ανάδειξη των δημοτικών και   κοινοτικών αρχών. Η αναγνώριση του εκλογικού δικαιώματος εισφέρει βέβαια στο πολίτευμα ένα περιορισμένης εμβέλειας δημοκρατικό στοιχείο, δεδομένου ότι το ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα, η Γερουσία, δεν αναδεικνύεται από εκλογές, αλλά από τον μονάρχη.

Δημοκρατικό χαρακτήρα, καθότι συνεπάγονται συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της κρατικής εξουσίας, έχουν επίσης δύο ακόμη θεσμοί που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Ο πρώτος είναι το δικαίωμα των πολιτών για πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις, ιδίως ως υπάλληλοι της διοίκησης. Ο δεύτερος είναι η εγγύηση του ορκωτού ή «ορκωτικού» συστήματος, δηλαδή η συμμετοχή πολιτών ως ενόρκων στη σύνθεση των δικαστηρίων.

Πάντως, τα πολιτικά δικαιώματα κάθε αυτά δεν απασχόλησαν ιδιαίτερα τις εργασίες της Α΄ Εθνικής Συνέλευσης ούτε άλλωστε αποτέλεσαν πεδία τριβής κατά την εφαρμογή του Συντάγματος. Είναι κι αυτό μια ένδειξη της περιορισμένης σημασίας του δημοκρατικού στοιχείου στη λειτουργία του πολιτεύματος. Άλλωστε, το Σύνταγμα δεν αναγνώριζε τα ατομικά δικαιώματα με την κατεξοχήν πολιτική λειτουργία, δηλαδή τα δικαιώματα συλλογικής δράσης (δικαιώματα «του συνέρχεσθαι» και «του συνεταιρίζεσθαι»), η άσκηση των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για τη διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης του λαού.

Πολύ περισσότερο επίμαχο υπήρξε το ζήτημα του προσδιορισμού των φορέων των πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή του καθορισμού της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη. Υπήρξε σημαντική αντιπαράθεση σχετικά με το αν τα πολιτικά δικαιώματα πρέπει να κατοχυρώνονται ισότιμα τόσο για τους «αυτόχθονες» όσο και για τους «ετερόχθονες». Πρόκειται για τη διάκριση – που δεν απασχόλησε μόνο τη Συνέλευση, αλλά αποτέλεσε ένα οξύτατο κοινωνικό πρόβλημα της εποχής – μεταξύ των γηγενών Ελλήνων από τις ελεύθερες επαρχίες του ελληνικού κράτους (Μωριάς, Ρούμελη κλπ.) και των Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν στο ελληνικό κράτος προερχόμενοι από τις επαρχίες που παρέμεναν στην οθωμανική αυτοκρατορία (Κωνσταντινούπολη, παραδουνάβιες ηγεμονίες, Ήπειρος, Θεσσαλία, Μακεδονία, Κρήτη, νησιά). Σχετικά με την νομική κατάσταση των «ετεροχθόνων», ετίθεντο κυρίως δύο ζητήματα: το αν θα έχουν πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις και αν θα έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι.

Στα ζητήματα αυτά δόθηκε τελικά μια συμβιβαστική λύση. Έτσι, το ζήτημα της πρόσβασης σε δημόσιες θέσεις ρυθμίστηκε με ψήφισμα που επισυνάφθηκε στο Σύνταγμα και έχει την ίδια μ’ αυτό τυπική ισχύ. Σ’ αυτό προβλέφθηκε ότι σε δημόσιες θέσεις μπορούν να διοριστούν όσοι ετερόχθονες αγωνίστηκαν στην Επανάσταση, καθώς και όσοι εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στην Ελλάδα μέχρι το 1837. Για τους υπόλοιπους τέθηκαν ορισμένοι χρονικοί περιορισμοί (δύο μέχρι τεσσάρων ετών), προτού μπορέσουν να διοριστούν. Πάντως, οι περιορισμοί αυτοί δεν αφορούσαν θέσεις στο στρατό και το ναυτικό, καθώς και θέσεις καθηγητών, δασκάλων, προξένων και διερμηνέων. Αυστηρότερες ήταν οι προϋποθέσεις για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, οι οποίες προβλέφθηκαν σε μια περίπλοκη ρύθμιση του εκλογικού νόμου της 18ης Μαρτίου 1844, προφανής στόχος της οποίας ήταν να περιορίσει την εκλογή των ετεροχθόνων τουλάχιστον κατά τις πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, το δικαίωμα του εκλέγεσθαι έχουν κατά βάση όσοι ετερόχθονες εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα ή έλαβαν μέρος στις μάχες κατά τη διάρκεια του Αγώνα, ενώ οι υπόλοιποι έπρεπε να έχουν κατοικήσει έξι χρόνια στην Ελλάδα και να έχουν αποκτήσει ακίνητη περιουσία στην επαρχία όπου είναι υποψήφιοι.

 

Ο εκλογικός νόμος της 18ης Μαρτίου 1844: καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας

 

Η Α΄ Εθνική Συνέλευση απέφυγε να ρυθμίσει την έκταση του δικαιώματος της ψήφου απευθείας στο Σύνταγμα και παρέπεμψε στον εκλογικό νόμο που ψήφισε η ίδια και μάλιστα δημοσιεύθηκε την ίδια μέρα με το Σύνταγμα, στις 18 Μαρτίου 1844. Ο εκλογικός νόμος του 1844 χαρακτηρίστηκε «σταθμός στην ιστορία του εκλογικού μας δικαίου» και «επαναστατικός για την εποχή του», καθότι πρωτοπορεί σε σχέση με τα ισχύοντα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Πράγματι, ο εκλογικός νόμος καθιερώνει την άμεση, σχεδόν καθολική και μυστική ψηφοφορία για την ανάδειξη της Βουλής. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζεται το δικαίωμα της ψήφου σε «όλους τους εντός του βασιλείου γεννηθέντας Έλληνας», που έχουν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και έχουν «ιδιοκτησίαν τινά εντός της επαρχίας» ή εξασκούν «οιονδήποτε επάγγελμα ή ανεξάρτητον επιτήδευμα». Κάθε πολίτης διαθέτει μία ψήφο και οφείλει να ασκεί το δικαίωμά του αυτοπροσώπως. Εξάλλου, η εκλογή διεξάγεται με πλειοψηφικό σύστημα δύο γύρων.

Ελάχιστοι ενήλικοι Έλληνες (εννοείται βέβαια ότι η «καθολικότητα» αναφέρεται ακόμα αποκλειστικά στον ανδρικό πληθυσμό) αποκλείονται από το δικαίωμα της ψήφου, πρακτικά μόνον οι οικόσιτοι υπηρέτες και οι μαθητευόμενοι τεχνίτες, που δεν έχουν ακίνητη ή προσοδοφόρα κινητή ιδιοκτησία.

Για να γίνει κατανοητό το ριζοσπαστικό περιεχόμενο του νόμου, αρκεί μια σύγκριση με τις ευρωπαϊκές χώρες της εποχής: στη Βρετανία δικαίωμα ψήφου είχε τότε μόνον ένας στους 12 πολίτες, ενώ στη Γαλλία μόλις 170.000 πολίτες σε σύνολο 32 εκατομμυρίων κατοίκων. Αποτελεί σίγουρα ένα παράδοξο η εισαγωγή ενός τόσο προοδευτικού θεσμού, της άμεσης και καθολικής ψηφοφορίας, σε ένα πολίτευμα κατά βάση συντηρητικό. Αναμφίβολα συνιστά έκφραση της ελληνικής δημοκρατικής παράδοσης. Πρέπει, ωστόσο, να συνυπολογιστεί ότι το δικαίωμα της ψήφου αποτελεί όχι μόνο τον κύριο μηχανισμό συμμετοχής του λαού στην πολιτική εξουσία, αλλά επίσης και τον βασικό παράγοντα νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα. Χωρίς να παραβλέπεται ότι η καθολική ψηφοφορία σταδιακά προώθησε τη χειραφέτηση των λαϊκών στρωμάτων και συνέβαλε στη διάπλαση μιας δημοκρατικής ιδεολογίας, πάντως παράλληλα εξασφάλισε και ένα minimum λαϊκής συγκατάθεσης στους εκάστοτε κρατούντες.

Ενώ η διεύρυνση του δικαιώματος της ψήφου (ή του εκλέγειν) συνάντησε καθολική αποδοχή στη Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου, ωστόσο το εύρος του δικαιώματος του εκλέγεσθαι υπήρξε αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης, καθότι συνδέθηκε, όπως είδαμε, με τον προσδιορισμό της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη και τη διάκριση μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων. Έτσι, σε αντίθεση με το δικαίωμα του εκλέγειν, η ρύθμιση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι στον εκλογικό νόμο περιλαμβάνει περιορισμούς ως προς τους ετερόχθονες.

Παρά τις όποιες ατέλειές του, ο εκλογικός νόμος δεν παύει να αποτελεί έκφραση προοδευτικών και δημοκρατικών τάσεων. Η εφαρμογή του, ωστόσο, κάθε άλλο παρά δικαίωσε τις επιδιώξεις των συντακτών του. Όπως επισημαίνει και ο Γ. Σωτηρέλης, «οι εκλογές της περιόδου 1844-1862 υπήρξαν κατά βάση παρωδία εκλογών». Οι απροκάλυπτες παρεμβάσεις του Όθωνα και των κυβερνήσεών του με χρήση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους (που ενίοτε κατέληγαν σε αιματηρές ένοπλες συρράξεις), ο αθέμιτος επηρεασμός της βούλησης των εκλογέων από τοπικούς κομματάρχες, η εκτεταμένη βία και νοθεία ουσιαστικά αναίρεσαν τη δημοκρατική κατάκτηση της καθολικής και άμεσης ψηφοφορίας. Εξάλλου, η εκ του Συντάγματος ανάθεση στην ίδια τη Βουλή της αρμοδιότητας να ελέγχει το κύρος των εκλογών επισφράγισε τον παρωδιακό χαρακτήρα τους, καθότι, κατά κανόνα, η Βουλή ακύρωνε ή επικύρωνε την εκλογή βουλευτών όχι με κριτήρια νομιμότητας, αλλά βάσει καθαρά πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Χαρακτηριστικά είναι όσα ομολογεί, στην προκήρυξη που απηύθυνε προς τον ελληνικό λαό, η προσωρινή κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά την κατάλυση της βασιλείας του Όθωνα το 1862:

«…ο περί εκλογής Βουλευτών Νόμος της 18ης Μαρτίου 1844, ει και επί βάσεων, και πράγματι και κατά την κρίσιν της Εθνικής Συνελεύσεως της Γ΄ Σεπτεμβρίου, ορθών και αληθών εστηριγμένος, είναι όμως αναντιρρήτως ατελής, ένεκα δε των ατελειών αυτού ενοθεύθη κατά το παρελθόν η εθνική θέλησις δι’ ακατανοήτου τόλμης περί την παράβασιν των διατάξεων αυτού» (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φύλλο αριθμ. 9 της 25 Νοεμβρίου 1862).

 

Το ανολοκλήρωτο της καθολικής ψηφοφορίας

 

Πρωτοποριακή ήταν η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας με τον εκλογικό νόμο του 1844, ωστόσο αυτή παρέμενε ανολοκλήρωτη κατά την περίοδο ισχύος του Συντάγματος του 1844.

Όπως επισημαίνει ο Γ. Σωτηρέλης:

«Στην πραγματικότητα η καθολική ψηφοφορία, όπως ίσχυε στην περίοδο 1844-1862, ήταν ελλιπής, μονομερής και ανολοκλήρωτη. Δεν πρόκειται εδώ για τους μικρούς περιορισμούς του εκλογικού δικαιώματος, που ήταν άλλωστε αμελητέοι, ούτε βέβαια για την κακή εφαρμογή της καθολικής ψηφοφορίας. Αναφερόμαστε κυρίως στην παράλληλη ύπαρξη δύο θεσμών που αποδυνάμωναν σημαντικά την ισχύ της καθολικής ψηφοφορίας. Ο πρώτος ήταν η Γερουσία, με μέλη διορισμένα από τον μονάρχη, η οποία αποτελούσε το αντίβαρο και συχνά την τροχοπέδη της αντιπροσωπείας της καθολικής ψήφου, σχετικοποιώντας σημαντικά την σημασία της. Ο δεύτερος, και σπουδαιότερος, ήταν η διατήρηση, και κατά την περίοδο ισχύος του Συντάγματος του 1844, του αυστηρά τιμηματικού συστήματος των Βαυαρών για τις δημοτικές εκλογές. Ήταν πράγματι μία τραγελαφική κατάσταση, καθώς πολλοί πολίτες θεωρούνταν ενεργητικοί και ικανοί μεν για την εκλογή των βουλευτών, παθητικοί δε και ανίκανοι, ως προς την – υποδεέστερη – εκλογή των δημοτικών αρχών. Η κατάσταση αυτή οδηγούσε σε μία διαρκή – de jure και de facto – αμφισβήτηση της καθολικής ψήφου, με αποτέλεσμα να διαιωνίζονται πλουτοκρατικές και οιονεί αριστοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές» (Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα 1864–1909 (2003), σ. 74–75).

 

«Η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμό των Ελλήνων»

 

Το άρθρο 107, η ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος, αφιερώνει την τήρησή του στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Η διάταξη αυτή έμελλε να αποδειχτεί ιδιαίτερα ανθεκτική στον χρόνο. Επαναλήφθηκε σε όλα τα μεταγενέστερα ελληνικά συντάγματα, ενώ τη δεκαετία του 1960 (ως άρθρο 114 του Συντάγματος του 1952) έγινε πολιτικό σύνθημα και έμβλημα λαϊκών κινητοποιήσεων.

Η ρήτρα του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844, με το ειδικό ηθικο-πολιτικό βάρος της, έχει ένα βαθύτατα δημοκρατικό περιεχόμενο. Αποτελεί το τυπικό θεμέλιο της αντίστασης των πολιτών σε απόπειρες κατάλυσης του Συντάγματος, ανάγοντας τον λαό σε εγγυητή της ομαλής εφαρμογής του. Εξάλλου, σε συνδυασμό με τον απόλυτα αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος (δηλαδή με το γεγονός ότι δεν προβλέπεται διαδικασία αναθεώρησής του), η ρήτρα του άρθρου 107 καθιστά τον λαό εν δυνάμει παράγοντα της συνταγματικής διαδικασίας. Ως «Σύνταγμα-συνάλλαγμα» μεταξύ του μονάρχη και του έθνους, το Σύνταγμα του 1844 καταρχήν δεν μπορεί να αντικατασταθεί παρά μόνον από ένα νέο Καταστατικό Χάρτη που θα συνομολογήσει ο μονάρχης. Όμως, απέναντι ακόμα και σ’ αυτόν τον μονάρχη, οι Έλληνες μπορούν να διατρανώσουν εμπράκτως τον πατριωτισμό τους, όταν απειλείται κατάλυση του Συντάγματος. Αυτό, άλλωστε, έγινε με το κίνημα του 1862 που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα και τη θέσπιση του Συντάγματος του 1864.

 

Η θεσμική και πολιτική σημασία του άρθρου 107 του Συντάγματος

 

Η θεσμική και πολιτική σημασία του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844 επισημαίνεται με εύγλωττο τρόπο στη σχετική εισήγηση της συντακτικής επιτροπής στην Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου:

«Ήδη εφθάσαμεν εις το τελευταίον μεν, αλλά κυριώτατον άρθρον του Συντάγματος. Πάντα τ’ άλλα, όσα εψηφίσατε μέχρι τούδε είναι η έκφρασις των ευχών σας και των του έθνους ευχών, το δε 107 άρθρον ο τρόπος, δι ού αι ευχαί υμών θέλουσι πραγματοποιηθή· εκείνα αποτελούσι το σώμα του πολιτεύματος, την δε ζώσαν και ενεργόν ψυχήν δίδει το 107 άρθρον. Τα πρώτα άνευ του τελευταίου τούτου καταντώσι νεκρά… Ο πατριωτισμός έδωκε το μεγαλείον του ονόματος εις τον Έλληνα,… ο πατριωτισμός ανέδειξεν αυτόν εκ δούλου ελεύθερον, ο πατριωτισμός απήλλαξεν αυτόν της ξενικής καχεξίας, εις τον πατριωτισμόν επομένως του Έλληνος έκρινεν εύλογον η επιτροπή ν’ αναθέση το τιμαλφέστερον χρήμα του Συντάγματος, το οποίον ήδη διαπράξατε».

 

Η εφαρμογή του Συντάγματος κατά τη λειτουργία του πολιτεύματος

 

Οι πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί εκφράζουν και συμπυκνώνουν κοινωνικές σχέσεις και δυνάμεις. Η δομή και η λειτουργία τους δεν διαμορφώνεται μόνο από τις σχετικές διατάξεις στο συνταγματικό κείμενο, αλλά και από την πολιτική και συνταγματική πραγματικότητα, όπως αυτή προσδιορίζεται από την εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων και δυνάμεων όχι μόνο στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στον ευρύτερο ιστορικό χώρο. Για την κατανόηση της συνταγματικής πραγματικότητας που διαμορφώθηκε στο ελληνικό κράτος μεταξύ 1844 και 1862, δηλαδή στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας, πρέπει ιδίως να συνεκτιμηθούν τρεις παράγοντες: α) η επιρροή του λεγόμενου ξένου παράγοντα και της διεθνούς συγκυρίας, β) η περιφρόνηση που επέδειξε προς το Σύνταγμα ο Όθωνας, με την άρνησή του να συμμορφωθεί προς το γράμμα και κυρίως προς το πνεύμα του, και γ) οι επανειλημμένες και ενίοτε σοβαρές παραβιάσεις του Συντάγματος, ιδίως των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, από τα όργανα της οθωνικής εξουσίας.

 

Ο «ξένος παράγων» και η διεθνής συγκυρία

 

Όπως ήταν επόμενο, λόγω της πολυδιάστατης εξάρτησης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ο λεγόμενος ξένος παράγοντας έπαιξε κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης. Η εξωτερική επιρροή υπήρξε τόσο άμεση, με τις κατά καιρούς απροκάλυπτες επεμβάσεις των προστάτιδων δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) και των εγχώριων πολιτικών σχηματισμών (αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό κόμμα), όσο και έμμεση, μέσα από τον αγωγό της βασιλείας. Εξάλλου, η διεθνής συγκυρία χαρακτηριζόταν από έντονη κινητικότητα και από κρίσιμες εξελίξεις και διεργασίες, που μετέβαλλαν τα δεδομένα του ανατολικού ζητήματος και καθιστούσαν την Ελλάδα πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Την εποχή εκείνη παρατηρούνται τρεις παράλληλες τάσεις στη διεθνή πολιτική, οι οποίες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επηρεάζουν τη θέση της Ελλάδος. Πρώτον, η άνοδος της ισχύος της Ρωσίας, που, ιδίως μετά τη νίκη της στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, εδραιώνει την επιρροή της στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Δεύτερον, η αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία, με ορόσημο την ήττα της από τον Μωχάμετ Άλυ στην Αίγυπτο το 1839, βρίσκεται πλέον σε στάδιο αποσύνθεσης. Και τρίτον, η διατάραξη της – ούτως ή άλλως εύθραυστης – ισορροπίας που είχε διαμορφωθεί με το συνέδριο της Βιέννης και την Ιερά Συμμαχία: πλέον οι δυτικές δυνάμεις, στις οποίες έχει πια προστεθεί και η Γαλλία, επιδίδονται σε έναν οξύτατο ανταγωνισμό για την κατάκτηση χώρων επιρροής. Σε συνδυασμό με τις παραπάνω εξελίξεις, καταλυτική υπήρξε η πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, η οποία υπήρξε αναπόσπαστο στοιχείο και κορυφαίο λάβαρο των εθνικών στόχων και προσδοκιών.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να τοποθετηθούν οι ποικίλες εξωθεσμικές παρεμβάσεις ξένων παραγόντων, οι οποίες όχι μόνο κατέλυαν την εθνική ανεξαρτησία, αλλά και νόθευαν τη λειτουργία του πολιτεύματος. Υπό ομαλές συνθήκες, οι παρεμβάσεις αυτές συνίσταντο στην, αποικιοκρατικού τύπου, απροκάλυπτη συμμετοχή των ξένων πρεσβειών στην πολιτική ζωή του τόπου, ενώ σε στιγμές κρίσεις έφτασαν μέχρι και στη χρήση στρατιωτικών μέσων.

Οι πρέσβεις των μεγάλων δυνάμεων – για παράδειγμα ο Πρόκες Όστεν της Αυστρίας, ο Λάυονς της Αγγλίας ή ο Πισκατόρυ της Γαλλίας – συμπεριφέρονταν ως «πολιτειακοί» παράγοντες: είχαν λόγο στην επιλογή των κυβερνήσεων και τη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής. Η επιρροή τους φάνηκε από τους πρώτους κόλας μήνες λειτουργίας του συνταγματικού πολιτεύματος, όταν η αντιπαράθεση μεταξύ Κωλέττη και Μαυροκορδάτου για το σχηματισμό κυβέρνησης έγινε αντιληπτή, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως αντιπαράθεση μεταξύ της γαλλικής και της αγγλικής αντιπροσωπείας. Τέτοια ήταν η αδιαφορία των ξένων παραγόντων για τους συνταγματικούς θεσμούς, ώστε ενίοτε απαξιούσαν να τηρούν ακόμα και τα προσχήματα, μη διστάζοντας να παρεμβαίνουν φανερά στη λειτουργία των οργάνων του κράτους, ακόμη και να υπαγορεύουν ή να συντάσσουν δημόσια έγγραφα. Καταγγέλλοντας το 1847 ενώπιον της Βουλής την (γαλλόφιλη) κυβέρνηση Κωλέττη για τις παρεμβάσεις της γαλλικής αντιπροσωπείας στην εσωτερική πολιτική ζωή, διερωτάται ο Μιχ. Σχινάς: «τίς δε γιγνώσκει ότι ο πρέσβυς, οι πράκτορες, ο πρόξενος της Γαλλίας λαμβάνουσι μέρος εις την εσωτερικήν ημών διοίκησιν και συντάσσουσι πολλάκις και αυτά τα δημόσια έγγραφα;».

Οι παρεμβάσεις κορυφώθηκαν με δραματικό τρόπο το 1850, όταν στα «παρκερικά» ο αγγλικός στόλος απέκλεισε τα ελληνικά λιμάνια, και ιδίως κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1854–1857), οπότε οι αγγλογαλλικές δυνάμεις έφτασαν στο σημείο να καταλάβουν και να επιβάλλουν κατοχή σε εδάφη της ελληνικής επικράτειας. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι φανερό ότι η διάταξη του άρθρου 98 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία «άνευ Νόμου στρατός ξένος ούτε είναι δεκτός εις την Ελληνικήν υπηρεσίαν, ούτε δύναται να διαμείνη εις το Κράτος, ή να διέλθη δι’ αυτού», είχε απολέσει κάθε ισχύ.

Πέρα απ’ τις άμεσες επεμβάσεις τους, οι προστάτιδες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) είχαν κατορθώσει να υφάνουν ένα πυκνό πλέγμα εξάρτησης, το οποίο κάλυψε ολόκληρη την περίοδο της οθωνικής βασιλείας. Κύριος μηχανισμός διαμεσολάβησης της εξάρτησης αυτής ήταν οι πολιτικοί σχηματισμοί της εποχής, δηλαδή το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό κόμμα. Στην πραγματικότητα, είναι ακόμη πρόωρο να μιλάμε για κόμματα – πρόκειτο μάλλον για χαλαρούς μηχανισμούς προώθησης προσωπικών συμφερόντων, γύρω από τους οποίους συσπειρώνονταν επαγγελματικές ομάδες και τοπικοί κομματάρχες. Προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους, τα τρία κόμματα προσδέθηκαν στο άρμα των αντίστοιχων ξένων δυνάμεων, οι οποίες τούς προσέφεραν μέσα και επιρροή. Ταυτόχρονα, βέβαια, οι ξένες δυνάμεις χρησιμοποιούσαν με αδίστακτο τρόπο τα κόμματα ως οχήματα για την προώθηση των θέσεων τους στην ελληνική πολιτική σκηνή. Αυτές οι σχέσεις συνδιαλλαγής προκαλούσαν τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης και τελικά λειτουργούσαν υπέρ του Όθωνα, ο οποίος κατόρθωνε να παρουσιάζεται υπεράνω των κομματικών ανταγωνισμών και, με τον τρόπο αυτό, να αυξάνει το προσωπικό γόητρό του.

Ένας άλλος μηχανισμός εξάρτησης υπήρξε το επαχθές δάνειο των εξήντα εκατομμυρίων, το οποίο εγγυήθηκαν οι τρεις προστάτιδες δυνάμεις υπέρ της Ελλάδας. Η καταβολή των τοκοχρεολυσίων του δανείου υπήρξε ένας μόνιμος βραχνάς για τις ελληνικές κυβερνήσεις και, φυσικά, ολοκλήρωνε την εξάρτησή τους και στο οικονομικό (πέρα από το πολιτικό και στρατιωτικό) επίπεδο.

 

Η «πολιτεία» του Όθωνα και η «αλλεργία» του για το Σύνταγμα

 

Το γεγονός ότι ο Όθωνας δεν είχε παραχωρήσει το Σύνταγμα οικειοθελώς αποδείχθηκε καταλυτικό για τη λειτουργία του συνταγματικού πολιτεύματος. Έχοντας εξαναγκαστεί να αποδεχτεί το Σύνταγμα, ο Όθωνας δεν ένιωθε ότι δεσμεύεται πραγματικά απ’ αυτό και δεν θεωρούσε υποχρέωσή του να το σέβεται και να το εφαρμόζει. Η «πολιτεία» του ως συνταγματικού μονάρχη χαρακτηρίζεται από την αδιαφορία του απέναντι στις – ούτως ή άλλως περιορισμένες – συνταγματικές δεσμεύσεις του και γενικότερα από την περιφρόνησή του προς το Σύνταγμα και τους θεσμούς. Η στάση του αυτή διαμορφώθηκε τόσο από το ότι δεν αποδέχθηκε ποτέ το πολιτικό μήνυμα της 3ης Σεπτεμβρίου όσο και από το γενικότερο αίσθημα ανασφάλειας που τον διακατείχε, τη χαρακτηριστική καχυποψία του (αλλεργία) απέναντι στο πολιτικό σύστημα και ιδίως τους πολιτικές ηγέτες, αλλά και την ενδοτικότητά του απέναντι στους διάφορους αυλοκόλακες.

Στην άσκηση των βασιλικών του καθηκόντων, ο Όθωνας έρρεπε προς τον συγκεντρωτισμό. Δεν περιορίστηκε στις ήδη εκτεταμένες αρμοδιότητες που του αναγνώριζε το Σύνταγμα, αλλά επιδίωξε να συγκεντρώσει κάθε εξουσία στα χέρια του, μετερχόμενος κάθε πρόσφορο μέσο προκειμένου να πετύχει το σκοπό του. Υπερβαίνοντας τις αρμοδιότητές του, ο Όθωνας παρενέβαινε συστηματικά στο έργο της Διοίκησης και της Δικαιοσύνης και ασκούσε αθέμιτες πιέσεις στους προσωπικούς φορείς τους. Δεν δίσταζε μάλιστα, καταχρώμενος τη σχετική αρμοδιότητά του, να παύει τους «απειθείς» δημοσίους υπαλλήλους και δικαστές. Εξάλλου, ο Όθωνας δεν αρκούνταν στην επιλογή υπουργών της απόλυτης αρέσκειάς του, αλλά παρενέβαινε και ο ίδιος άμεσα στο κυβερνητικό έργο, επιχειρώντας να χαράξει και να ασκήσει προσωπικά ιδίως την εξωτερική πολιτική. Κυρίως, όμως, ο Όθωνας ενέχεται για την παραχάραξη της λαϊκής βούλησης, όντας υπεύθυνος για τη συστηματική νόθευση των εκλογικών διαδικασιών, τόσο για την ανάδειξη Βουλής όσο και σε τοπικό επίπεδο.

Συνολικά, ο Όθωνας επέδειξε πλήρη περιφρόνηση προς το Σύνταγμα, παραβιάζοντας το γράμμα του και διαστρέφοντας το πνεύμα του. Παρά ταύτα, κατόρθωσε να διατηρήσει την εξουσία του και να αναβάλει την εναντίον του εξέγερση επί μια σχεδόν εικοσαετία –μέχρι τον Οκτώβριο του 1862.

Δύο ήταν κυρίως οι λόγοι που συντέλεσαν στην παραμονή του στην εξουσία. Ο πρώτος ήταν η σοβαρή απαξίωση του πολιτικού – κομματικού συστήματος – των κόμματων και των ηγετικών στελεχών τους που επάνδρωναν τις κυβερνήσεις. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας, στο οποίο αποδίδονταν ποικίλα δεινά (φαυλοκρατία, διαφθορά, πελατειακές σχέσεις κλπ.), απορροφούσε μεγάλο μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας, επιτρέποντας στον Όθωνα να εμφανίζεται υπεράνω των (μικρο)κομματικών αντιπαραθέσεων, δήθεν ως εκφραστής της «ενότητας του Έθνους». Ο δεύτερος και ίσως σημαντικότερος λόγος ήταν ότι ο Όθωνας ενστερνίστηκε με ενθουσιασμό την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας. Κατά τη διάρκεια ιδίως του Κριμαϊκού Πολέμου, ενθάρρυνε την εξέγερση του υπόδουλου ελληνισμού της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας και προέβαλλε σαφώς αντιτουρκικές θέσεις, προκαλώντας τη μήνιν των Αγγλογάλλων. Ως σύμβολο των μεγάλων εθνικών πόθων και προσδοκιών, κατόρθωσε να συσπειρώσει τον ελληνισμό και να διασώσει το εθνικό γόητρο απέναντι στην πολιτική των μεγάλων δυνάμεων, κερδίζοντας μεγάλη λαϊκή υποστήριξη και δημοτικότητα. Παράλληλα, με τον τρόπο αυτό πέτυχε να εξασφαλίσει ένα minimum λαϊκής συναίνεσης για τη βασιλική εξουσία, αποσπώντας το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από τα σοβαρά πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που χρόνιζαν.

Ο ίδιος αυτός λόγος που επέτρεψε στον Όθωνα να παρατείνει τη βασιλεία του υπήρξε και αυτός που τελικά συνέτεινε στην πτώση του. Ο Όθωνας επαναπαύθηκε στην υψηλή (αλλά πρόσκαιρη) δημοτικότητα που απέκτησε στα εθνικά θέματα και αρνήθηκε να τη συνδυάσει με την αδιάβλητη εφαρμογή του Συντάγματος και το σεβασμό των θεσμών. Έτσι όμως έχασε την ευκαιρία να παγιώσει τη λαϊκή συναίνεση και να εδραιώσει τη βασιλεία του. Οι συνέπειες φάνηκαν, όταν η πολιτική που ακολουθούσε τον οδήγησε σε ρήξη με τις μεγάλες δυνάμεις, που μέχρι τότε αποτελούσαν το κύριο – και «φυσικό», θα λέγαμε – στήριγμά του. Η ξενική στρατιωτική επέμβαση και κατοχή, εξ αφορμής της στάσης που τήρησε η Ελλάδα στον Κριμαϊκό Πόλεμο, υπήρξε βαρύτατο πλήγμα για το εθνικό γόητρο και επανέφερε στο προσκήνιο τη λαϊκή δυσαρέσκεια για την πολιτική καταπίεση, αλλά και τα ανεπίλυτα κοινωνικά προβλήματα. Όταν οι εθνικές αποτυχίες απογύμνωσαν τον Όθωνα από την αίγλη του «σημαιοφόρου» της Μεγάλης Ιδέας, αυτό που έμεινε ήταν η εμμονή του στην παραβίαση του Συντάγματος και τη νόθευση της λειτουργίας του πολιτεύματος. Όπως ήταν επόμενο, σύσσωμη σχεδόν η αντιπολίτευση στράφηκε κατά του Όθωνα, συμπαρασύροντας αυτή τη φορά και την παραδοσιακή πολιτική ολιγαρχία.

Κατά την τριετία 1859–1862, όταν πλέον ο κριμαϊκός πόλεμος είχε τελειώσει και τα στρατεύματα κατοχής είχαν αποχωρήσει, το αντιδυναστικό ρεύμα γενικεύθηκε. Φιλελεύθεροι διανοούμενοι, η φοιτητική νεολαία, προσωπικότητες από την πολιτική και το στρατό, αλλά και πολλά παλαιοκομματικά στοιχεία διαμόρφωσαν, για διαφορετικούς λόγους, μιαν ευρύτατη αντι-οθωνική συσπείρωση, θέτοντας μάλιστα ζήτημα αποπομπής της δυναστείας. Ο Όθωνας επέλεξε την ρήξη με τις αντιπολιτευόμενες πολιτικές δυνάμεις, εντείνοντας την πολιτική καταπίεση. Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του είναι ένα ιστορικό συνεχών παραβιάσεων του Συντάγματος: περιορισμός των ελευθεριών και ιδίως του τύπου, εκλογές βίας και νοθείας, αυθαίρετη διάλυση των Βουλών και εγκατάσταση αμιγώς αυλικών κυβερνήσεων.

 

Καταγγελίες για παραβιάσεις του Συντάγματος

 

Στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα πληθαίνουν οι καταγγελίες για τις συνεχείς παραβιάσεις του Συντάγματος. Χαρακτηριστική είναι η αγόρευση του Δ. Χρηστίδη στη Βουλή στα μέσα του 1861:

«Η ελευθερία του Τύπου ανεστάλη. Αλλεπάλληλοι κατασχέσεις κατέπαυσαν σχεδόν την κυκλοφορίαν των εφημερίδων∙ εντός τεσσάρων ή πέντε μηνών, εις οκτώ μόνον εφημερίδας γνωρίζω ότι έγιναν εβδομήκοντα περίπου κατασχέσεις, μόνον είκοσι υπεύθυνοι ανεκρίθησαν και δύο παρεπέμφθησαν εις δίκην. Εν τούτω, τέλος, το διαστήματι έλαβε χώραν μεγάλη και όλως αδικαιολόγητος πράξις. Διελύθη η Βουλή. Και ποία Βουλή; Η Βουλή, ήτις και ως εκ των στοιχείων, εξ ων συνέκειτο, και ως εκ της εθνικής οδού, εις την οποίαν εβάδιζεν, εφάνη ότι είχεν υψηλήν αποστολήν. (…) Η διαγωγή αύτη ή καταστιγματίζει το συνταγματικόν πολίτευμα και το καθιστά μισητόν και αποτρόπαιον εις τους λαούς και τούτο είναι έγκλημα ή αποδεικνύει την Ελλάδα μόνην αναξίαν Συντάγματος. Εκεί όπου εφθάσαμεν σήμερον, η Κυβέρνησίς μας δεν είναι συνταγματική. Παρεβιάσθησαν συνειδήσεις, κατεπατήθησαν δικαιώματα, ενοθεύθησαν κάλπαι, εξετοπίσθησαν επίσημοι άνδρες, ελογχεύθησαν συμπολίται, έγιναν κακά πρωτοφανή, ανήκουστα, με έναν λόγον ο νόμος έχασε πάσαν ισχύν, παν σέβας και ανέλαβε το κράτος αυτού η αυθαιρεσία» (πηγή: Δ. Πετρακάκος, Κοινοβουλευτική ιστορία της Ελλάδος, τόμ. Β΄ (1946), σ. 188–189).

Τέτοια ήταν η απαξίωση του Συντάγματος, που ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο θρυλικός μπουρλοτιέρης ήρωας του Αγώνα, έφτασε στο σημείο να αναρωτιέται ενώπιον της Βουλής:

«Τα πράγματα της πολιτείας μας δεν στέκονται διόλου καλά, αφού κατηντήσαμεν να ερωτώμεν ο είς τον άλλον – Έχομεν Σύνταγμα, ναι ή όχι; Διότι αν δεν έχωμεν, οι θέσεις τας οποίας κατέχομεν είναι περιτταί∙ και αν έχωμεν, ό,τι γίνεται προ πολλού εις την πολιτείαν από μέρους της εξουσίας μάς λέγει ότι το Σύνταγμα τούτο παραβιάζεται».

Τη νύχτα της 10ης Οκτωβρίου 1862, όταν πια η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο, λαός και στρατός εξεγέρθηκαν και κατέλυσαν τη δυναστεία του Όθωνα. Αν και εν θερμώ, η «αποτίμηση» της βασιλείας του Όθωνα από το καθεστώς της 10ης Οκτωβρίου είναι ενδεικτική για το μέγεθος των παραβιάσεων του Συντάγματος στις οποίες αυτός ενέχεται – ενός Συντάγματος που, κατά τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, «ουδαμώς ετηρήθη».

Για την προσωρινή κυβέρνηση, «η θλιβερά εποχή της παρελθούσης τριακονταετίας» υπήρξε «εποχή ασεβείας προς τους νόμους, επιβουλής των δικαιωμάτων και της ηθικής του λαού». Οι συνθήκες αυτές ισοδυναμούν με μία «κατάστασιν απάδουσαν προς τον πολιτισμόν και την ηθικήν και υλικήν πρόοδον των εθνών, πολιτικήν οπισθοδρομικήν και της ηθικής πολεμίαν» (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φύλλο αριθμ. 9 της 25ης Νοεμβρίου 1862).

Η προσωρινή μεταβατική κυβέρνηση δεν δίστασε να διακηρύξει ότι:

«Η καταλυθείσα εξουσία [του Όθωνος] κατέφυγεν εις την βαθμιαίαν καταπάτησιν του Συντάγματος, εις την νόθευσιν του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος και των δημοτικών θεσμών, εις την εξόγκωσιν των δαπανών του κράτους, εις την καταπίεσιν του λαού και την διαίρεσιν όλων των τάξεων της κοινωνίας» (Πρακτικά Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Συνεδρ. ΚΘ΄, 21 Ιανουαρίου 1863).

Το χρονικό των παραβιάσεων του Συντάγματος από τον Όθωνα συνοψίζει η εφημερίδα «Αιών», στο κύριο άρθρο του φύλλου της 12ης Οκτωβρίου 1862, με τίτλο «Κατάλυσις της βασιλείας και της δυναστείας του Όθωνος»:

«[Η] από της εγκαταστάσεως του Συντάγματος πολιτική του βασιλέως Όθωνος υπήρξεν απαισία και αξιοθρήνητος. Ορκισθείς να τηρήσει τούτο, απεδέχθη εις την εφαρμογήν αυτού σύστημα αντίθετον και, τηρήσας το γράμμα, επεβουλεύθη το πνεύμα των συνταγματικών θεσμών. Περιττόν να αναμνήσωμεν την ολεθρίαν εκείνην τάσιν προς απορρόφησιν πάντων των δικαιωμάτων του πολίτου, προς συγκέντρωσιν πάσης εξουσίας εις ένα και μόνον και την επίμονον εργασίαν προς εκδολίευσιν των νόμων. Αντί η πρωτοβουλία να υπάρχη εις το Έθνος και τα υπουργεία να ώσιν υπέυθυνα, ως απαιτεί το Σύνταγμα, πάσαν την δύναμιν απερρόφησεν ο βασιλεύς Όθων εις εαυτόν, δεν ηθέλησε ποτέ ν’ αναγνωρίση το δικαίωμα των αντιπροσώπων του Λαού, τον εκλογικόν νόμον κατέστησε νεκρόν γράμμα ή όργανον εικονικότητος, την Γερουσίαν μετεποίησεν εις πτώμα, τους Δήμους κατεστήσατο όργανον πολιτικής ραδιουργίας και πιέσεως των πολιτών, εν γένει δε αντεθνικήν πολιτικήν ηκολούθησεν εσωτερικώς τε και εξωτερικώς…».

 

Πληρεξούσιοι Άργους: Χρήστος Βλάσσης – Δημήτριος Περρούκας.

 

 Παραβιάσεις του Συντάγματος από τα όργανα της κρατικής εξουσίας

 

Αν και ο Όθωνας είχε την κύρια ευθύνη για τις παραβιάσεις του Συντάγματος και τη μη ομαλή λειτουργία του συνταγματικού πολιτεύματος, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι πρόθυμοι υποστηρικτές του, που συνέπρατταν μαζί του σε αντισυνταγματικές ενέργειες και πρακτικές, υπήρξαν πολλά μέλη της πολιτικής ολιγαρχίας της εποχής. Στη διάθεση του Όθωνα, για να εξυπηρετούν τις βλέψεις του, βρίσκονταν κατά κανόνα ορισμένοι γερουσιαστές, νομάρχες και βουλευτές. Πειθήνια όργανα και εκτελεστές των επιδιώξεων του Όθωνα υπήρξαν βέβαια κατεξοχήν οι υπουργοί των κυβερνήσεών του και, μέσω αυτών, τα κατώτερα όργανα της διοίκησης. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Ο Συνταγματικός Έλλην» (21.2.1862): «Το Σύνταγμα, αυτή η ασπίς των ελευθεριών, εις την τήρησιν του οποίου ο ηγεμών και σύμπαν το έθνος ωρκίσθη, κατέστη κατά την εφαρμογήν του το παίγνιον των υπουργών».

Ο Νικόλαος Δραγούμης καταγράφει τις μεθόδους που μετέρχονταν οι κυβερνήσεις – τα μέλη των οποίων, σημειωτέον, προέρχονταν από όλο σχεδόν το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων της εποχής –, ενθαρρύνοντας τον Όθωνα προς «το σύστημα της συγκεντρώσεως»:

«Η καταστολή της ελευθερίας των δημοκρατικών Αρχών, η καταδίωξις του τύπου, η επέμβασις εις τας εκλογάς τας τε βουλευτικάς και τας των δήμων, η αποβολή πάντων των οπωσούν ανεξάρτητον εχόντων το φρόνημα δημοσίων λειτουργών, και ιδίως των της Θέμιδος,… η δια παντός τρόπου πίεσις της συνειδήσεως των δικαστών, η διαστροφή των νόμων, ταύτα και άλλα εις έν μόνον απέβλεπον, εις την σύμπτυξιν πάσης δυνάμεως εις χείρας της εξουσίας και την δι’ αυτής παγίωσιν κυβερνήσεως πανισχύρου και διαρκούς» (Ιστορικαί αναμνήσεις, τόμ. Β΄, 3η έκδ., 1973, σ. 122 επ.)

Σοβαρή ευθύνη για τις παραβιάσεις του Συντάγματος έχει, επομένως, και μέρος του πολιτικού και διοικητικού προσωπικού, το οποίο δεν λειτουργούσε βέβαια απλώς ως υποχείριο του Όθωνα, αλλά παράλληλα εκμεταλλευόταν τη θέση του εντός του συστήματος εξουσίας, προκειμένου να εξυπηρετήσει προσωπικές ή ιδιοτελείς επιδιώξεις. Πολλά κρατικά όργανα, ιδίως μάλιστα σε τοπικό επίπεδο, κατάφερναν να αναπτύξουν μια σχετική αυτονομία από την κεντρική εξουσία του Όθωνα. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνονταν ποικίλα πλέγματα παραεξουσίας και σ’ αυτό συνέβαλε το ότι κάθε άλλο παρά ήταν εγγυημένη η εφαρμογή και τήρηση της τάξης στο νεοσύστατο και ανοργάνωτο ακόμα κράτος. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο πλέγμα αποτελεί η ληστεία, η οποία ανθούσε την εποχή εκείνη και την οποία δεν δίσταζαν να υποθάλπουν και να χρησιμοποιούν (και όχι μόνον ως μηχανισμό εκλογικής βίας) συγκεκριμένοι τοπικοί παράγοντες.

Εύγλωττο είναι το παρακάτω απόσπασμα από το «κλασικό» έργο του Εδ. Αμπού «Ο βασιλεύς των ορέων»:

«Τον Απρίλη του 1856 η έξοδος από την πόλη της Αθήνας ήταν επικίνδυνη. (…) Δυο ληστές με τα πιστόλια στα χέρια εσταμάτησαν τον Χάρρις και τον Λόμπστερ. Εκύτταζαν ολόγυρα και είδαν κάτω σε μια φάραγγα δώδεκα ληστές, οπλισμένους σαν αστακούς, που εφύλαγαν πενήντα ή εξήντα αιχμαλώτους. Όσοι επέρασαν εκείθε από το πρωί εληστεύθησαν και έπειτα  εδέθηκαν για να μη προδώσουν τους ληστές. (…)

Ο ήρως των Αθηνών ήταν ακριβώς η μάστιξ της Αττικής. Στα σαλόνια και στα καφενεία, στα κουρεία όπου μαζεύεται ο κάτω λαός και στα φαρμακεία, όπου πηγαίνουν οι αστοί, στους λασπόδρομους της αγοράς, στο κονιορτοβριθές σταυροδρόμι της ‘Ωραίας Ελλάδος’, στο θέατρο της μουσικής της Κυριακής και στην οδό Πατησίων για άλλο τίποτε δεν μιλούσαν παρά μόνο περί του μεγάλου Χατζησταύρου που ωρκίζονταν στο όνομά του, του ακατάβλητου, του τρόμου των χωροφυλάκων, του ‘βασιλέως των ορέων» (…)

Το πολιτικόν του τάλαντον τον κατέστησε γνωστότατον και όλα τα κόμματα ακολουθούσαν τις συμβουλές του προκειμένου να γίνουν εκλογές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και αντιθέτως προς την αρχή περί αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων κατά την οποίαν ένας άνθρωπος αντιπροσωπεύει πολλούς, μόνον ο Χατζησταύρος είχε καμμιά τριανταριά βουλευτές για να τον αντιπροσωπεύουν…».

Ο οθωνικός συγκεντρωτισμός και οι καταχρήσεις των φορέων της κρατικής εξουσίας οδήγησαν σε αθρόες προσβολές των δικαιωμάτων των πολιτών. Καθώς μάλιστα άμεσα υπεύθυνα γι’ αυτές ήταν κατά κανόνα τα κατώτερα κρατικά όργανα, ο λαός ανέπτυξε καχυποψία απέναντι στη διοίκηση του κράτους και αποστροφή απέναντι στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του.

Στο μυθιστόρημά του «Τζένη Θεοτόκη. Αι Αθήναι του Όθωνος» ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος παραθέτει μια χαρακτηριστική περιγραφή ενός αντιπροσώπου της εκτελεστικής εξουσίας στην Αθήνα του 1845:

«Ο φουστανελοφόρος εύσωμος αστυνομικός κλητήρ ενεφανίσθη. Παραπλεύρως της φουστανέλας κατά μήκος του αριστερού μηρού του εκρέμετο ένα ρόπαλον, μήκους πενήντα εκατοστών και πάχους τριών δακτύλων, του οποίου το ζυγόν εκαλύπτετο από ταινίας κυανάς και λευκάς αυστηρώς εναλλασσομένας και συμβολίζουσας τα δύο χρώματα της ελληνικής σημαίας. Το ρόπαλον εκείνον έφερε κατά μήκος με κεφαλαία γράμματα την φράσιν «ΙΣΧΥΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ». Αλλ’ ο εξοπλισμός του αντιπροσώπου τούτου της εκτελεστικής εξουσίας δεν περιωρίζετο μέχρι του δια ροπάλου συμβολισμού της ισχύος του νόμου∙ σελλάχιον τεραστίων διαστάσεων άφηνε να διαφαίνωνται δύο κεφαλάς μαύρας πιστολιών, επί των οποίων ο νόμος είχε θεωρήσει περιττόν το ιδιαίτερον επίγραμμα…»

Οι συστηματικές παραβιάσεις των δικαιωμάτων, η εξαιρετικά χαμηλή συνείδηση της νομιμότητας και ένα γενικότερο κλίμα ανομίας στην κοινωνία είχαν ως αποτέλεσμα την απαξίωση του Συντάγματος στη λαϊκή συνείδηση. Αδυνατώντας να ασκήσουν ανεμπόδιστα τα δικαιώματα που το Σύνταγμα τυπικά τους αναγνώριζε, οι πολίτες έτειναν να τα βλέπουν ως νεκρό γράμμα ή μόνον ως σύνολο «κενών λέξεων». Έτσι όμως ακυρώνονταν στην πράξη τα πολιτικά αιτήματα και οι αξίες της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.

 

Πληρεξούσιος Ναυπλίας: Μιχαήλ Ιατρός.

 

«Κενές λέξεις» τα συνταγματικά δικαιώματα

 

Γράφει χαρακτηριστικά, με αφορμή την επέτειο του κινήματος του 1843, η εφημερίδα «Ευαγγελισμός» στο κύριο άρθρο του φύλλου της 3ης Σεπτεμβρίου 1862:

 

«Βαρυπενθής ανατέλλει σήμερον η εθνική αύτη ημέρα∙ διότι, αν ρίψωμεν τους οφθαλμούς μας προς τα οπίσω, θέλομεν ίδει ότι πάντα τα δικαιώματα του Έλληνος, τα εν τω πολιτικώ τούτω Ευαγγελίω γεγραμμένα, λέξεις μόνον υπήρξαν κεναί και ουδέν πλέον∙ καθ’ όλα τα παρελθόντα έτη ο Έλλην εδιοικήθη κατά το θείον δίκαιον, το δίκαιον του ισχυροτέρου…».

 

Στο ίδιο πνεύμα και το κύριο άρθρο του φύλλου της 7ης Φεβρουαρίου 1862 της εφημερίδας «Ο Συνταγματικός Έλλην» υποστηρίζει:

 

«Αλλά την Ελληνικήν Κυβέρνησιν τί εχαρακτήρισεν ανέκαθεν; Καταπάτησις αναιδής του Συντάγματος και της ελευθερίας των εκλογών δια διορισμού βουλευτών, καταδίωξις του πατριωτικού τύπου, εξύβρισις του ιερού ημών Αγώνος και των αγωνιστών, περιφρόνησις και εξευτελισμός της θρησκείας και του κλήρου, προσβολαί αδιάκοποι κατά του ηρωϊκού στρατού της Ελλάδος και∙ και…»

 

Η εφαρμογή του Συντάγματος από τα δικαστήρια (το Σύνταγμα ως θεμελιώδης νόμος του κράτους)

 

Η περίοδος κατά την οποία ίσχυσε ο Καταστατικός Χάρτης του 1844 είναι η πρώτη στην ελληνική συνταγματική ιστορία όπου ένα Σύνταγμα τίθεται σε εφαρμογή σε συνθήκες οργανωμένου κράτους με σχετικά σταθερούς θεσμούς. Στις συνθήκες αυτές αρχίζει πλέον να αναδεικνύεται η διπλή φύση του Συντάγματος, το οποίο περιέχει τόσο κανόνες πολιτικούς όσο και κανόνες νομικούς. Μέχρι τότε, το Σύνταγμα γινόταν αντιληπτό καταρχάς ως σύμβολο και έκφραση της εθνικής ανεξαρτησίας, και κυρίως ως ένα πλέγμα κανόνων και διαδικασιών σχετικά με τη συγκρότηση των κρατικών οργάνων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, δηλαδή ως καταστατικός χάρτης του πολιτεύματος. Με άλλα λόγια, το σύνταγμα αντιμετωπιζόταν κυρίως ως πολιτικό και όχι τόσο ως νομικό κείμενο. Κατά την εφαρμογή του Συντάγματος του 1844, όμως, αρχίζει σιγά σιγά να συνειδητοποιείται ότι το Σύνταγμα αποτελεί επίσης νόμο και μάλιστα τον θεμελιώδη νόμο του κράτους∙ και, ως εκ τούτου, ότι οι διατάξεις του μπορούν να ερμηνευτούν με τις μεθόδους της νομικής ερμηνείας, να καταστούν αντικείμενο νομικής αντιπαράθεσης και ενδεχομένως να αποτελέσουν κανόνες βάσει των οποίων θα κριθούν υποθέσεις ενώπιον των δικαστηρίων.

Οι υποθέσεις όπου είναι περισσότερο πιθανό να τεθεί ζήτημα εφαρμογής μιας συνταγματικής διάταξης από τα δικαστήρια αφορούν, κατά κανόνα, αντιδικίες ιδιωτών με το κράτος. Σε μια τέτοια δίκη ο ιδιώτης ενδέχεται να επικαλεστεί ότι μια συγκεκριμένη πράξη ενός κρατικού οργάνου είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, δηλαδή τον θεμελιώδη και υπέρτατο νόμο του κράτους, και για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να εφαρμοστεί σε βάρος του. Η εξέταση του αν η κρατική αυτή πράξη συμφωνεί ή δεν συμφωνεί με το Σύνταγμα καλείται Έλεγχος Συνταγματικότητας. Γενικά, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, ανάλογα με την κρατική πράξη που εξετάζεται. Μπορεί έτσι να εξεταστεί η συνταγματικότητα μιας πράξης της νομοθετικής εξουσίας, δηλαδή ενός νόμου, ή μιας πράξης της εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή μιας διοικητικής πράξης, ή ακόμα και μιας πράξης της δικαστικής εξουσίας, μιας δικαστικής απόφασης, όταν αυτή εξετάζεται σε δεύτερο βαθμό από ένα ανώτερο δικαστήριο.

Είναι αλήθεια ότι, κατά την περίοδο αυτή, ελάχιστες ήταν οι υποθέσεις όπου τα δικαστήρια επικαλέστηκαν και εφάρμοσαν κάποιον κανόνα του Συντάγματος. Και πάντως, όλοι συμφωνούσαν ότι ειδικά τη συνταγματικότητα των νόμων τα δικαστήρια δεν μπορούν να την ελέγχουν, διότι αυτό θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας στο χώρο της νομοθετικής εξουσίας. Πράγματι, ο Άρειος Πάγος, το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, ήδη από το 1847, με την απόφαση 198/1847, ρητά ασπάσθηκε την άποψη αυτή και αρνήθηκε να προβεί σε έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου που τέθηκε ενώπιόν του.

Παρόλα αυτά, με την ίδια απόφαση συντελέστηκε έμμεσα μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη: ανεξάρτητα από το συμπέρασμα του συλλογισμού (ότι δηλαδή δεν ελέγχεται η συνταγματικότητα ενός νόμου), ωστόσο αναγκαία προϋπόθεση αυτού του συλλογισμού είναι ότι πάντως οι κανόνες του Συντάγματος έχουν νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα. Εξάλλου, και η ίδια η κατάληξη της υπόθεσης ήταν ότι τελικά δικαιώθηκε ένας πολίτης στην αντιδικία που είχε με το Ελληνικό Δημόσιο. Το κρίσιμο ζήτημα στην υπόθεση ήταν εάν ο ιδιώτης αυτός είχε ή δεν είχε την κυριότητα ορισμένης έκτασης. Ο ίδιος υποστήριζε ότι η κυριότητά του είχε αναγνωριστεί με πράξη της Βουλής, δηλαδή με νόμο. Το Δημόσιο αντέτεινε ότι ο σχετικός νόμος είχε εκδοθεί καθ’ υπέρβαση της συνταγματικής εξουσίας της Βουλής. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι τα δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να ελέγχουν το περιεχόμενο των νόμων και ότι, εφόσον η πράξη που επικαλείται ο ιδιώτης φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα του νόμου, τα δικαστήρια υποχρεούνται να την εφαρμόζουν∙ κατά συνέπεια, η επίδικη έκταση ανήκε πράγματι σ’ αυτόν.

Η σημασία της παραπάνω απόφασης δεν έγκειται τόσο στα νομικά ζητήματα που πραγματεύεται, όσο μάλλον στη διαφαινόμενη ανάδειξη ενός εγγυητικού ρόλου των δικαστηρίων υπέρ των πολιτών. Ο Άρειος Πάγος φαίνεται να στέλνει ένα μήνυμα: Σε μια συντεταγμένη πολιτεία, η εκτελεστική εξουσία δεσμεύεται, όσον αφορά τις σχέσεις της με τους πολίτες, από κανόνες, τύπους και διαδικασίες∙ και ότι τα δικαστήρια δεν θα διστάσουν να εφαρμόσουν τις εγγυήσεις αυτές στις αντιδικίες των ιδιωτών με το Δημόσιο. Ο ρόλος που φαίνεται να αναλαμβάνουν τα δικαστήρια αποκτά ακόμη πιο ουσιαστική αξία, εάν τον αντιπαραβάλουμε με τη θλιβερή πρακτική των αυθαιρεσιών και των καταχρήσεων της Διοίκησης. Υπό την έννοια αυτή, μπορούμε να διαβλέψουμε μια τάση εισαγωγής δικαιοκρατικών στοιχείων στη λειτουργία του πολιτεύματος.

Τη σημασία των τυπικών εγγυήσεων που τα δικαστήρια εφαρμόζουν υπέρ των πολιτών μπορούμε να τη δούμε και σε μια μεταγενέστερη απόφαση του Αρείου Πάγου: Η απόφαση 141/1864 δημοσιεύθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1864, λίγες μόλις ημέρες μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1864, ωστόσο τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αναφέρονται σε προγενέστερο χρόνο. Επρόκειτο για μια πολύ ιδιαίτερη υπόθεση. Κάποιος ονόματι Χατζή Σπύρου βρισκόταν στη φυλακή για φόνο. Τη νύχτα της 10ης προς την 11η Οκτωβρίου, δηλαδή τη νύχτα που ξέσπασε η εξέγερση κατά του Όθωνα, ο εξεγερμένος λαός άνοιξε τις φυλακές και απελευθέρωσε όλους τους κρατούμενους. Ο Χατζή Σπύρου θεώρησε ότι η πράξη αυτή ισοδυναμεί με γενική αμνηστεία, η οποία φυσικά περιλαμβάνει και το έγκλημά του. Ο Άρειος Πάγος δέχτηκε την άποψή του και έκρινε ότι πράγματι η απελευθέρωση των κρατουμένων από το «επαναστατικό καθεστώς» της 10ης Οκτωβρίου 1862 συνιστούσε απονομή αμνηστείας, όπως άλλωστε αργότερα επιβεβαίωσε και η Β΄ Εθνική Συνέλευση∙ ως εκ τούτου, έκρινε ότι ο Χατζή Σπύρου δεν υπέχει πλέον ποινική ευθύνη για το φόνο.

Βέβαια, υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1844, η εφαρμογή του Συντάγματος από τα δικαστήρια είναι όχι μόνο σπάνια, αλλά και εξαιρετικά περιορισμένη: Τα δικαστήρια δεν φτάνουν μέχρι το σημείο να ελέγξουν την ουσιαστική συνταγματικότητα των κρατικών πράξεων (πολλώ δε μάλλον, των νόμων), δεν ελέγχουν δηλαδή εάν το περιεχόμενό τους συμφωνεί με τις διατάξεις του Συντάγματος και κυρίως μ’ αυτές που ρυθμίζουν τα ατομικά δικαιώματα. Περιορίζονται μόνο σε τυπικά ζητήματα, π.χ. εάν μια πράξη της Βουλής φέρει τα τυπικά στοιχεία του νόμου ή εάν μια πράξη του εξεγερμένου λαού μπορεί από τυπική άποψη να θεωρηθεί ως απονομή αμνηστείας. Για την καθιέρωση του δικαστικού ελέγχου της ουσιαστικής συνταγματικότητας, και μάλιστα των νόμων, θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, στο ευνοϊκότερο πλαίσιο που έθεσε το Σύνταγμα του 1864. Ωστόσο, τα θεμέλια για την εξέλιξη αυτή τίθενται ήδη από την περίοδο αυτή, με την αναγνώριση εκ μέρους των δικαστηρίων της εγγυητικής υπέρ των πολιτών αποστολής τους και με την εφαρμογή της, τυπικής έστω, νομιμότητας ακόμα και σε βάρος του κράτους.

 

Αποτίμηση

 

Το Σύνταγμα είχε γίνει ανέκαθεν αντιληπτό από τους Έλληνες ως σύμβολο της εθνικής ανεξαρτησίας και παράλληλα ως εγγύηση της ατομικής και πολιτικής τους ελευθερίας. Το αίτημα για τη θέσπιση Συντάγματος δεσπόζει στους αγώνες του ελληνικού λαού. Η εγκαθίδρυση, εκ των έξω και εκ των άνω, της αυταρχικής μοναρχίας του Όθωνα το 1833 υπήρξε, για τον λόγο αυτό, ένα βαρύτατο πλήγμα στη συνταγματική συνείδηση του λαού και μια σημαντική οπισθοδρόμηση σε σχέση με το – εκπληκτικό, για την εποχή του και όχι μόνο – δημοκρατικό και φιλελεύθερο «κεκτημένο» των συνταγμάτων της Επανάστασης. Από την άποψη αυτή, η επάνοδος, με τη θέσπιση του Συντάγματος του 1844, σε καθεστώς συνταγματικό αποτελεί μια θετική εξέλιξη.

Ωστόσο, το συγκεκριμένο Σύνταγμα υπολείπεται κατά πολύ από το επίπεδο συνταγματισμού στο οποίο είχαν κατορθώσει να φτάσουν οι επαναστατημένοι Έλληνες. Είναι ένα Σύνταγμα συντηρητικό, γιατί καθιερώνει τη μοναρχική αντί της δημοκρατικής αρχής. Κυρίως όμως, είναι συντηρητικό στην ιστορική θεώρησή του, αν συγκριθεί με τα προηγηθέντα Συντάγματα του Αγώνα. Από την άλλη, πρόκειται για ένα Σύνταγμα μετριοπαθές. Απ’ αυτό δεν λείπουν τα φιλελεύθερα στοιχεία (όπως ο σχετικά πλήρης κατάλογος των ατομικών ελευθεριών), καθώς επίσης και ορισμένα δημοκρατικά στοιχεία, ιδίως μάλιστα αν συνδυαστεί με τον πρωτοποριακό εκλογικό νόμο και την καθιέρωση σχεδόν καθολικού δικαιώματος ψήφου. Και σίγουρα αξίζει ιδιαίτερη αναφορά η περίφημη διάταξη του άρθρου 107, που αφιερώνει την τήρηση του Συντάγματος στον πατριωτισμό των Ελλήνων, μια διάταξη που κοσμεί όλα τα ελληνικά συντάγματα μέχρι σήμερα. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το Σύνταγμα του 1844 δεν παραχωρήθηκε μονομερώς από τον μονάρχη, αλλά ψηφίστηκε από μια Εθνική Συνέλευση, που μπορεί να μην είχε κυρίαρχη εξουσία, υπήρξε ωστόσο απόρροια μιας κορυφαίας ιστορικο–πολιτειακής στιγμής, της εξέγερσης της 3ης Σεπτεμβρίου 1862.

Η κύρια και μεγάλη αδυναμία της συνταγματικής μοναρχίας δεν ήταν, ωστόσο, το Σύνταγμα του 1844 καθεαυτό, δηλαδή το συνταγματικό κείμενο, αλλά η αποτυχία εφαρμογής του στην πράξη. Όπως επισημαίνει ο Γ. Αναστασιάδης, «το Σύνταγμα του 1844 έμεινε στην ιστορία όχι βέβαια για τις θεσμικές του προβλέψεις αλλά για τις συνεχείς παραβιάσεις του». Η μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτό ανήκει βέβαια στον Όθωνα, ο οποίος ποτέ δεν αντιλήφθηκε τη σημασία της «3ης Σεπτεμβρίου» και συνέχισε να «πολιτεύεται» σαν απόλυτος μονάρχης. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέπουμε και τις βαρύτατες ευθύνες της ελληνικής πολιτικής ολιγαρχίας, η οποία έβλεπε το Σύνταγμα ως ένα «εργαλείο» για την εδραίωση της εξουσίας της. Όπως αναφέρει και ο Νεοκλής Καζάζης, το Σύνταγμα του 1844 «ως επί το πλείστον έμεινε χάρτης άγραφος, μηδενός τηρήσαντος τας διατάξεις αυτού: μήτε των ολιγαρχικών οίτινες προυκάλεσαν την πολιτικήν εκείνην μεταβολήν, μήτε του Όθωνος, όστις το απεστρέφετο».

Τέλος, το Σύνταγμα του 1844 υπήρξε το πρώτο Σύνταγμα του ελληνικού κράτους το οποίο εφαρμόστηκε – όσο εφαρμόστηκε – σε συνθήκες σχετικής σταθερότητας και με μια κάποια διάρκεια. Από την άποψη αυτή, μπορεί να θεωρηθεί ως ορόσημο της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας και απαρχή των μετέπειτα εξελίξεων: μέσα από την εφαρμογή του, μέσα ακόμα από τις αδυναμίες και τις παραβιάσεις του, προετοίμασε το έδαφος για το Σύνταγμα του 1864.

Συμπερασματικά, και κάπως σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι το Σύνταγμα του 1844 υπήρξε μια τομή, όχι όμως και μια ρήξη (όπως θα ανέμενε κανείς από κάθε νέο Σύνταγμα). Τομή υπήρξε, διότι έβαλε τέλος στην απολυταρχία. Στην προσπάθειά του, όμως, να συμβιβαστεί με τα κεκτημένα της μοναρχίας, απέτυχε να επιφέρει τη ρήξη. Δημιούργησε, ωστόσο, τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις για να εγκαθιδρυθεί η δημοκρατική αρχή με το συνταγματικό πολίτευμα του 1864.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Η της Τρίτης Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική Συνέλευσις – Πρακτικά [1844], Ανατύπωση – ευρετήρια – δημοσιεύματα τύπου, Έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, επιμ. Γ. Σωτηρέλης (1995).
  • Αλιβιζάτος, Νίκος, Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία, τεύχος Α΄ 1821–1941 (1981).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, Πολιτική και συνταγματική ιστορία της Ελλάδας 1821–1941 (2001).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, ‘Η της Τρίτης Σεπτεμβρίου εν Αθήναις’ Εθνική Συνέλευση (1843–1844). Η ιστορική φυσιογνωμία της και οι διαδικασίες δημιουργίας του Συντάγματος του 1844 (1992).
  • Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004).
  • Δημάκης, Ιωάννης, Η πολιτειακή μεταβολή του 1843 και το ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων (1991).
  • Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, Το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ιστορικά κείμενα (1979)
  • Δρόσος, Γιάννης, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας (1996).
  • Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999).
  • Κονιδάρης, Ιωάννης, «Κράτος και Εκκλησία το 1843», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999), σ. 90–98.
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Το Βελγικό Σύνταγμα του 1831 και τα Ελληνικά Συντάγματα του 1844 και 1864», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, 150 χρόνια ελληνικού κοινοβουλευτικού βίου 1844–1994 (2000).
  • Μανιτάκης, Αντώνης, Οι σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος-Έθνος στη σκιά των ταυτοτήτων (2000).
  • Μπιλής, Δημήτρης, «Ο εκλογικός νόμος του 1844: Θεσμική χειραφέτηση και πολιτικές υστεροβουλίες», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999), σ. 137-150.
  • Παππαδούκας, Νικόλαος, Ιππόδαμος. Αρχαί Συνταγματικού δικαίου ή το Ελληνικόν Σύνταγμα σχολιασμένον (1848).
  • Πετρίδης, Παύλος, Σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, τ. Α΄ 1821–1862 (1994), τ. Β΄ 1862–1917 (1997).
  • Σαρίπολος, Νικόλαος Ι., Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου (1851).
  • Σβώλος, Αλέξανδρος, «Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος» [1934], σε: Τα ελληνικά Συντάγματα 1822–1975/1986, επιμ. Λ. Αξελός – πρόλογος Ευ. Βενιζέλος (1998), σ. 55–104.
  • Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος (1987).
  • Τασόπουλος, Γιάννης, «Οι ατομικές ελευθερίες στο Σύνταγμα του 1844: Πολιτική τομή ή νομική εγγύηση;», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999), σ. 99–110.
  • Τάχος, Αναστάσιος, Σκιαγραφία του πρώτου Ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας (1835–1844) (1971).
  • Τρωϊάνος, Σπύρος / Δημακοπούλου Χαρίκλεια, Εκκλησία και Πολιτεία. Οι σχέσεις τους κατά τον 19ο αιώνα (1999).
  • Τσαπόγας, Μιχάλης, «Η Συνταγματική Μοναρχία: Περιεχόμενο και εφαρμογή του Συντάγματος του 1844», σε: Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004), σ. 55-58.
  • Φλογαΐτης, Θεόδωρος, Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου, 2η έκδ. (1895).

 

Ακρίτας Καϊδατζής

Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ (εκλογή: Ιούλιος 2015). Διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία, Συνταγματικές Ελευθερίες. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: Δικαστικός έλεγχος του νόμου, Ιστορία του συνταγματικού δικαίου, Σύνταγμα και πολιτική, Πολιτικός συνταγματισμός.

 

 *  Έχει δημοσιευθεί στο συλλογικό έργο: Ιστορία των Ελλήνων, τόμ. 12, Νεώτερος Ελληνισμός 1827- 1862 (επιμ. Γ.Αναστασιάδη), Εκδ. Δομή, 2η έκδ., σελ. 318-369. 

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Τα ξενικά κόμματα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως τον Κριμαϊκό πόλεμο. Από την ακμή στην εξαφάνιση – Τηλέμαχος Καλομοίρης, Φιλόλογος (Δρ) – Νομικός ΑΠΘ// Εκπαιδευτικός


 

Σκοπός της εισήγησης είναι η ανάδειξη του ρόλου των λεγόμενων ξενικών κομμάτων στην πολιτική ιστορία του ελληνικού κράτους, από την ίδρυσή του μέχρι τον Κριμαϊκό Πόλεμο και την παρακμή τους. Θα αναφερθούν ακροθιγώς οι σημαντικότεροι σταθμοί της εξέλιξης των κομμάτων. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830 επιδιώχθηκε η εγκαθίδρυση  ενός κράτους δυτικού τύπου. Κατά την πρώτη δεκαετία διακυβέρνησης του Όθωνα, το πολιτικό σύστημα βασιζόταν στη βασιλική απολυταρχία. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 αρχίζει η περίοδος της Συνταγματικής Μοναρχίας. Μετά από τον Κριμαϊκό πόλεμο τα ξενικά κόμματα έχασαν την λαϊκή τους επιρροή και παρήκμασαν.

 

  1. Οι πολιτικές παρατάξεις κατά την περίοδο πριν την ανεξαρτησία

Για την κατανόηση της λειτουργίας των ελληνικών πολιτικών κομμάτων, κατά την περίοδο πριν την ανεξαρτησία, είναι απαραίτητο να διερευνηθούν τα συστήματα σχέσεων μεταξύ των κοινωνικών ομάδων των υπόδουλων Ελλήνων. Κυρίαρχο σύστημα, που καθόριζε τη δομή των παραπάνω σχέσεων, μπορεί να θεωρηθεί αυτό της «προστασίας». Τη βάση ολόκληρου του συστήματος αποτελούσε η οικογένεια, στην οποία περιλαμβάνονταν οι επιγαμίες, οι υιοθεσίες, οι κουμπαριές και οι «αδελφοποιτοί» [1]. Μία οικογένεια μπορούσε να αναζητήσει την «προστασία» μίας πιο ισχυρής και πλούσιας οικογένειας. Αυτή η εξάρτηση της μίας οικογένειας από την άλλη δημιουργούσε ενώσεις, τις «φατρίες». Η «φατρία» είχε τοπικό χαρακτήρα κατά την προεπαναστατική περίοδο και δεν διεπόταν από κάποιο ιδεολογικό χαρακτήρα ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως κόμμα, με τη σημερινή έννοια του όρου.

  1. Η δημιουργία του καποδιστριακού κόμματος

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Τον Ιανουάριο του 1828, έφτασε στην Ελλάδα ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Καποδίστριας επιδίωξε να συνενώσει κάποιες από τις «φατρίες», για να δημιουργήσει έναν δικό του κομματικό μηχανισμό, χρησιμοποιώντας την κρατική μηχανή. Το κόμμα ονομαζόταν συνήθως «κυβερνητικό» ή των «Ναπαίων» (πιθανόν πήρε αυτό το όνομα από κάποιον Κερκυραίο Νάπα, που ήταν ένθερμος οπαδός του Καποδίστρια). Κύριος πυρήνας του κόμματος ήταν η ρωσική «φατρία». Δύο θεωρούνται τα επιτεύγματα του Καποδίστρια σε σχέση με το κόμμα που δημιούργησε. Πρώτον, συνέστησε ένα κόμμα με ισχυρή συνοχή και δομή. Δεύτερον, το καποδιστριακό κόμμα αναπτύχθηκε σε εθνικό επίπεδο και κάλυπτε όλη την τότε ελληνική επικράτεια. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το κόμμα επιβίωσε και μετά το θάνατο του Καποδίστρια. Ο Γάλλος πρεσβευτής στην Αθήνα Πισκατόρυ θεωρούσε ότι ο μοναδικός πολιτικός σχηματισμός, που έπρεπε να χαρακτηρίζεται ως κόμμα ήταν το «καποδιστριακό» [2].

  1. Οι «συνταγματικές» φατρίες

Από την άφιξη του Καποδίστρια και μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους λειτουργούσαν τέσσερις ισχυρές συνταγματικές φατρίες. Η πρώτη ομάδα είναι η «αγγλική», η δεύτερη η «γαλλική», η τρίτη η φατρία των Κουντουριωτών και η τέταρτη αυτή των Μαυρομιχαλαίων 3]. Οι παραπάνω «φατρίες», αν και διακρίνονταν για τον συνταγματικό και τον αντικαποδιστριακό τους προσανατολισμό, δεν κατάφεραν να συνενωθούν, ώστε να δημιουργήσουν ένα ενιαίο κόμμα. [4] Η «αγγλική» φατρία αποτελούνταν από εμπόρους, άρχοντες και προερχόμενους από τη Δύση Έλληνες, χωρίς να βασίζεται σε πελατειακές σχέσεις. [5] Αντίθετα, η «γαλλική» φατρία στηριζόταν κυρίως σε πελατειακές δομές, [6] όπου κυριαρχούσαν οι Ρουμελιώτες υπό τον Ιωάννη Κωλέττη, αλλά συμμετείχαν και άρχοντες από την Πελοπόννησο. [7]

  1. Η περίοδος της Αντιβασιλείας (1833-1835)

Την 30η Ιανουαρίου 1833, ο Όθωνας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο από την αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη». Κατόπιν, την 11η Ιουλίου 1832 ορίστηκαν τα μέλη της Αντιβασιλείας (ο κόμης Άρμανσμπεργκ, ο καθηγητής Μάουρερ και ο στρατηγός Έυδεκ). Ο Άρμανσμπεργκ τέθηκε επικεφαλής της Αντιβασιλείας. Είχε την φήμη του φιλελεύθερου στην πατρίδα του, την Βαυαρία. Είχε την υποστήριξη της Αγγλίας και της Γαλλίας. [8] Ο Μάουρερ ήταν εξαιρετικός νομομαθής. [9] Τέλος, ο Έυδεκ είχε έρθει στην Ελλάδα από το 1826 ως απεσταλμένος του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Πολέμησε στον Αγώνα της ανεξαρτησίας και είχε ταυτιστεί με το κόμμα των ρωσόφιλων «Ναπαίων».

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

 

Η Αντιβασιλεία τοποθέτησε σε όλες τις σημαντικές θέσεις Βαυαρούς. [10] Ακόμη και στον στρατό, όπου θα περίμενε κανείς να αποκατασταθούν οι αγωνιστές της Επανάστασης, κυριαρχούσαν οι Βαυαροί. Την 15η Απριλίου 1833 ορίστηκαν τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου (Σπυρίδωνας Τρικούπης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Γεώργιος Ψύλλας, Γεώργιος Πραΐδης και Ιωάννης Κωλέττης).

Στο Υπουργικό Συμβούλιο υπερείχαν οι εκπρόσωποι του «αγγλικού» κόμματος. Ο μοναδικός εκπρόσωπος του «γαλλικού» κόμματος ήταν ο Κωλέττης, ο οποίος ανέλαβε το δευτερεύον Υπουργείο των Ναυτικών.[11] Το «ρωσικό», όμως, κόμμα δεν εκπροσωπήθηκε καθόλου στο Υπουργικό Συμβούλιο.[12] Είχε υποστεί ήδη ισχυρό πλήγμα, όταν δεν τοποθετήθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αρχηγός του στρατού, όπως αναμενόταν, και παραμερίστηκαν πολλά στελέχη του καποδιστριακού κόμματος.

Η Αντιβασιλεία έδειχνε ανησυχία για την αυξανόμενη ανάμιξη της Αγγλίας και της Ρωσίας στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Η Γαλλία θεωρήθηκε λιγότερο ανταγωνιστική δύναμη, σε σχέση με τις άλλες δύο, και ότι δεν προκαλούσε κινδύνους για τις ελληνικές υποθέσεις. Έτσι, η Αντιβασιλεία, με κύριο εκφραστή τον καθηγητή Μάουρερ, υποστήριζε το λεγόμενο «γαλλικό» κόμμα και τη γαλλική πολιτική στην Ελλάδα. [13]

Αντίθετα, όμως, από τις προσδοκίες και τις επιδιώξεις της Αντιβασιλείας, τα κόμματα δεν υπέστησαν καίριο πλήγμα. Οι εκπρόσωποι του «ρωσικού» κόμματος στράφηκαν ανοιχτά κατά της Αντιβασιλείας, μέσω της εφημερίδας «Χρόνος», η οποία άσκησε αυστηρή κριτική στις αποφάσεις της Αντιβασιλείας, όπως για την κατάργηση των ατάκτων στρατιωτικών σωμάτων και το κλείσιμο μοναστηριακών κοινοτήτων. [14] Παράλληλα, το «ρωσικό» κόμμα συνέλεγε υπογραφές με σκοπό την αποστολή επιστολής προς τον Τσάρο Νικόλαο Α΄ (1825-1855) [15] ζητώντας την αποχώρηση της Αντιβασιλείας και την ανάληψη της εξουσίας αποκλειστικά από τον βασιλιά  Όθωνα. [16]

Η σημαντικότερη, όμως, «συνωμοσία», που είχε και δραματικότερες συνέπειες ήταν αυτή του Βαυαρού καθηγητή Φραντς, που εργαζόταν ως διερμηνέας για την Αντιβασιλεία. [17] Ο καθηγητής Φραντς, με την ανοχή, κατά πάσα πιθανότητα, του κόμη Άρμανσμπεργκ, συνέλεγε υπογραφές για την εκδίωξη των άλλων δύο μελών της Αντιβασιλείας, με σκοπό την ανάληψη της εξουσίας εξ ολοκλήρου από τον κόμη Άρμανσμπεργκ. [18] Το «ρωσικό» κόμμα υποστήριξε το κείμενο του καθηγητή Φράντς. Τα άλλα δύο, ωστόσο, μέλη της Αντιβασιλείας, έχοντας την πλειοψηφία, έδωσαν εντολή να εκδιωχθεί από την Ελλάδα ο καθηγητής Φράντς.

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Η δεύτερη απόφαση της πλειοψηφίας της Αντιβασιλείας ήταν η τραγικότερη: δόθηκε εντολή, τον Σεπτέμβριο του 1833, για την μυστική σύλληψη των επιφανεστέρων μελών του «ρωσικού» κόμματος, μεταξύ των οποίων ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο γιός του, Ιωάννης (γνωστός με το προσωνύμιο Γενναίος) Κολοκοτρώνης, ο Δημήτρης Πλαπούτας, ο Κίτσος Τζαβέλλας και άλλοι αγωνιστές. Κατόπιν, η Αντιβασιλεία, για να αποδυναμώσει την επιρροή και άλλων Ελλήνων πολιτικών, απέστειλε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη ως πρεσβευτή στην Αγγλία, τον Ανδρέα Μεταξά στο Κάιρο και τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στην Πρωσία και την Βαυαρία.

Με τον ανασχηματισμό, τον Οκτώβριο του 1833, ο Ιωάννης Κωλέττης ανέλαβε το Υπουργείο των Εσωτερικών και ο, επίσης, γαλλόφιλος Κωνσταντίνος Σχινάς το Υπουργείο της Δικαιοσύνης. Ο Κωλέττης και ο Σχινάς αποδείχθηκαν φανατικοί αντίπαλοι του «αγγλικού», αλλά κυρίως του «ρωσικού» κόμματος, ενώ επιδίωξαν την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη. [19] Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η γαλλόφιλη εφημερίδα «Σωτήρ» αποφασίστηκε να οριστεί ως επίσημη κυβερνητική εφημερίδα και να τυπώνεται στο Βασιλικό Τυπογραφείο. Ο καθηγητής Μάουρερ έφτασε να χαρακτηρίζει το «γαλλικό» κόμμα ως «εθνικό» και θεωρούσε τον αρχηγό του, Ιωάννη Κωλέττη, τον δημοφιλέστερο πολιτικό της Ελλάδας εκείνη την χρονική περίοδο.

Τελικά, κάνοντας συνολική αποτίμηση της πολιτικής της Αντιβασιλείας απέναντι στα κόμματα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τα μέλη της Αντιβασιλείας έπραξαν αυτό το οποίο ήθελαν, αρχικά, να καταπολεμήσουν: αναμίχθηκαν στις κομματικές διενέξεις της Ελλάδας και έλαβαν θέση υπέρ του «γαλλικού» κόμματος. [20]

Τον Ιούλιο του 1834, στάλθηκε από τον βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, στη θέση του καθηγητή Μάουρερ, ο Κόμπελ και, του Άμπελ, που ήταν γραμματέας της Αντιβασιλείας, ο Γκράινερ. Αυτή η αλλαγή θεωρήθηκε νίκη της αγγλικής διπλωματίας.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αρχηγός του «αγγλικού» κόμματος, επιδίωκε την έκδοση αθωωτικής απόφασης στη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Κλωνάρης, που ανέλαβε την υπεράσπιση των κατηγορουμένων, ήταν φίλος του «αγγλικού» κόμματος και φίλος του Μαυροκορδάτου. Συντόνισαν, με αυτό τον τρόπο, τα δύο κόμματα, το «αγγλικό» και το «ρωσικό», τη δράση τους εναντίον της πλειοψηφίας της Αντιβασιλείας.

  1. Η περίοδος κυριαρχίας του Άρμανσμπεργκ (1835-1837)

Μετά την αντικατάσταση των μελών της Αντιβασιλείας, δύο είχαν μείνει κυρίαρχοι στην ελληνική πολιτική σκηνή: ο κόμης Άρμανσμπεργκ και ο Ιωάννης Κωλέττης. Τον Μάιο του 1835 ο Όθωνας ενηλικιώθηκε. Ανέλαβε ο Άρμανσμπεργκ Αρχιγραμματέας. [21] Ο Άρμανσμπεργκ ευνοούνταν από την αγγλική διπλωματία, γιατί θεωρούνταν το καλύτερο αντίβαρο στην επέκταση της ρωσικής πολιτικής στην Ελλάδα. [22] Ο Μακρυγιάννης ονομάζει τον Άρμανσπεργκ «κατζελάριο» (καγκελάριο δηλαδή) της «αγγλικής» φατρίας. [23] Ο σκωτσέζος ιστορικός Τζορτζ Φίνλεϊ ισχυριζόταν ότι ο Άρμανσμπεργκ και ο Λάυονς κυβερνούσαν την Ελλάδα. [24] 

Ο Άρμανσμπεργκ, τον Ιανουάριο του 1837, διέλυσε το αντιπολιτευόμενο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας, κατέστρεψε τα Πρακτικά του και καταδίκασε τον Μακρυγιάννη σε κατ’ οίκον περιορισμό. [25] Ο Μακρυγιάννης είχε στείλει επιστολή στον Όθωνα, ο οποίος βρισκόταν στην Βαυαρία, για να απομακρύνει τον Άρμανσμπεργκ και να αναλάβει ο ίδιος την εξουσία. [26] Τον Φεβρουάριο του 1837, ο Όθωνας απομάκρυνε τον Άρμανσμπεργκ και διόριζε τον Ιγνάτιο φον Ρούντχαρντ Πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργό Εξωτερικών. [27] Ο Ρούντχαρντ, αν και πήρε κάποια ευνοϊκά μέτρα, προκάλεσε την αντιπαλότητα των κομμάτων, που περίμεναν να αναλάβει πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ένας Έλληνας, αλλά και του Άγγλου πρεσβευτή Λάυονς, καθώς θεωρήθηκε ότι είχε στενές σχέσεις με την Αυστρία. Τον Δεκέμβριο του 1837, παραιτήθηκε ο Ρούντχαρντ, [28] εξαιτίας διαφωνιών με τον ίδιο τον Όθωνα, ο οποίος εγκαθίδρυσε καθεστώς «πατερναλιστικής απολυταρχίας» σύμφωνα με τον Άγγλο ιστορικό Ντάγκλας Ντέικιν. [29]  

  1. Η απόλυτη μοναρχία του Όθωνα (1838-1843)

Ο Όθωνας προσπαθούσε να τηρήσει ουδετερότητα απέναντι στα κόμματα και να μην ευνοήσει κάποιο, χωρίς όμως να το καταφέρει. [30] Την ίδια περίοδο, συντελέστηκαν ανακατατάξεις στο «ρωσικό» κόμμα. [31] Νέοι του αρχηγοί αναδείχθηκαν ο Κωνσταντίνος Οικονόμου και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. [32] Ο Ρώσος πρεσβευτής Κατακάζυ προσπάθησε, με κάθε μέσο, να ενισχύσει το κόμμα. Εξαιτίας της ελληνικής καταγωγής του (προερχόταν από μανιάτικη οικογένεια) κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των Ελλήνων.

Στο Υπουργικό Συμβούλιο, το «ρωσικό» κόμμα εκπροσωπούνταν από τον Γεώργιο Γλαράκη και τον Ανδρέα Πάικο. [33] Ως αντίδραση, συνεργάστηκαν το «γαλλικό» και το «αγγλικό» κόμμα και σχημάτισαν την αντιπολίτευση, με κοινό σύνθημα την παραχώρηση Συντάγματος. Με αυτούς συντάχθηκαν τόσο οπλαρχηγοί του Αγώνα, όπως ο Μακρυγιάννης, όσο και μορφωμένοι Έλληνες, όπως ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος και άλλοι. Η εφημερίδα του «ρωσικού» κόμματος, ο «Αιών», αρχικά τασσόταν υπέρ του συστήματος της απόλυτης μοναρχίας. Αργότερα, την Άνοιξη του 1839, όμως, αλλάζει πολιτική και τάσσεται υπέρ της παραχώρησης Συντάγματος. Ο Ρώσος πρεσβευτής Κατακάζυ άφηνε να διαφανεί ότι η Ρωσία δεν θα ήταν αντίθετη στη λειτουργία ολιγομελούς κοινοβουλευτικού σώματος.

Τον Φεβρουάριο του 1841, τοποθετήθηκε Υπουργός των Εξωτερικών και Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ο ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. [34] Ο Μαυροκορδάτος, ζήτησε από τον Όθωνα την κατάργηση του Ανακτοβουλίου, που αποτελούνταν από Βαυαρούς, και την ανάθεση του Υπουργείου Στρατιωτικών σε Έλληνα και όχι σε Βαυαρό, όπως γινόταν μέχρι τότε. Ο Μαυροκορδάτος μιλούσε για συγκερασμένη απολυταρχία. [35] Κατά τον Πετρόπουλο, το πρόγραμμα Μαυροκορδάτου βρισκόταν ανάμεσα στο συντηρητισμό των Ελλήνων και στο μετριοπαθή φιλελευθερισμό της Ευρώπης. [36] Ο βασιλιάς δεν δέχτηκε τις προτάσεις του Μαυροκορδάτου. Έτσι, ο Μαυροκορδάτος αναγκάστηκε να οδηγηθεί σε παραίτηση. Κατόπιν, κανένας πολιτικός δεν αναλάμβανε την πρωθυπουργία, αν προηγουμένως δεν γινόταν δεκτές οι θέσεις του Μαυροκορδάτου. Τον Ιούλιο του 1841, ίσως από τον φόβο λαϊκής εξέγερσης, ο Όθωνας ανέθεσε το Υπουργείο των Στρατιωτικών στον Ανδρέα Μεταξά και, με αυτό τον τρόπο, πείστηκε να ορκισθεί ο Μαυροκορδάτος Υπουργός των Εσωτερικών. Τα υπόλοιπα κόμματα αντιπροσωπεύονταν ισότιμα στην κυβέρνηση. Η συνεργασία, όμως, με τον βασιλιά ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Αναπόφευκτα, ο Μαυροκορδάτος οδηγήθηκε σε παραίτηση τον Αύγουστο του 1841.

Αυτή η παραίτηση του Μαυροκορδάτου θεωρείται, από πολλούς μελετητές, ότι αποτέλεσε τον καταλύτη, που οδήγησε στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. [37] Ο Μαυροκορδάτος, με τη σθεναρή στάση του απέναντι στο βασιλιά, κατέστησε φανερό ότι ο ίδιος ο Όθωνας ήταν αυτός ο οποίος δεν ήθελε να αποδώσει την εξουσία στους Έλληνες πολιτικούς και όχι οι Βαυαροί σύμβουλοί του. Αμέσως μετά την παραίτηση Μαυροκορδάτου ανέλαβε Υπουργός Εσωτερικών το ηγετικό στέλεχος του «γαλλικού» κόμματος Δημήτριος Χρηστίδης. Το «γαλλικό» κόμμα δεν κατάφερε, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης, να ελέγξει την δημόσια διοίκηση, με τον τρόπο που το έκανε το «ρωσικό» κόμμα. Το «γαλλικό» κόμμα περιλάμβανε στις τάξεις του στελέχη που εκπροσωπούσαν σχεδόν όλες τις κοινωνικές τάξεις και δεν αποτελούσε έναν συμπαγή οργανισμό. [38] Ο αρχηγός του «γαλλικού» κόμματος, Ιωάννης Κωλέττης, ήταν αυτός, που κρατούσε ενωμένες τις διάφορες ομάδες. Ο Γάλλος πρεσβευτής Πισκατόρυ προσπαθούσε να ενισχύσει την παρουσία του «γαλλικού» κόμματος στην ελληνική πολιτική σκηνή. [39] Το 1842, το «αγγλικό» και το «ρωσικό» κόμμα ενεργούσαν σαν να βρίσκονταν σε κάποιου είδους συνασπισμό με στόχο την παραχώρηση Συντάγματος. [40] 

  1. Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και η παραχώρηση Συντάγματος

Τον Ιανουάριο του 1843, ο Υπουργός Εξωτερικών, Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, ανακοίνωσε στις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η Ελλάδα αδυνατούσε να πληρώσει τα τοκοχρεολύσια του δανείου. Οι τρεις Δυνάμεις, από κοινού, αρνήθηκαν να διευκολύνουν την ελληνική Κυβέρνηση και πίεσαν για την σύναψη νέου δανείου. Τον Σεπτέμβριο του 1843, η ελληνική Κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι συγκεκριμένα έσοδα θα χρησιμοποιούνταν για την απευθείας αποπληρωμή του χρέους, όπως οι φόροι χαρτοσήμου και ιδιοκτησίας. Οι τρεις ξένοι πρεσβευτές και ο εκπρόσωπος του οίκου Ρότσιλντ θα επέβλεπαν όλη τη διαδικασία και τη μεταφορά των χρημάτων στο εξωτερικό. Αυτή η σκληρή αντιμετώπιση επέσπευσε την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Αυτό ισχυρίζονται τόσο οι πρεσβευτές Πισκατόρυ και Πρόκες Όστεν όσο και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. [41]

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Στην προετοιμασία της επανάστασης συμμετείχαν, ως οργανωτικά και ηγετικά στελέχη, ο Μακρυγιάννης, ο Ανδρέας Μεταξάς, ο Ανδρέας Λόντος, ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος, ο Μιχαήλ Σούτσος και Ρήγας Παλαμήδης. Στη «συνωμοσία» εντάχθηκαν οι στρατιωτικοί, μέλη του «ρωσικού» κόμματος, Δημήτριος Καλλέργης, επικεφαλής του ιππικού της Αθήνας, ο Συνταγματάρχης Σκαρβέλης, Διοικητής του πεζικού, ο Συνταγματάρχης Σπυρομήλιος, Διοικητής της Σχολής Ευελπίδων και ο Λοχαγός του πυροβολικού Σχινάς. Οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων πιθανόν να γνώριζαν για το κίνημα, όπως ισχυρίζεται ο Μακρυγιάννης. [42]

 Ο Όθωνας αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών, τα οποία, εκτός από την παραχώρηση Συντάγματος, ήταν κυρίως η απομάκρυνση όλων των Βαυαρών από τη Διοίκηση και ο σχηματισμός Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη του λαού. Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ανέλαβε ο Ανδρέας Μεταξάς.

  1. Η συνταγματική περίοδος

Μετά την παραχώρηση Συντάγματος, ο Ανδρέας Μεταξάς ανέλαβε Πρωθυπουργός και Υπουργός των Εξωτερικών. Είναι ο πρώτος που έφερε αυτόν τον τίτλο στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. [43] Στην κυβέρνηση αντιπροσωπεύονταν όλα τα κόμματα. Συμμετείχαν, επίσης, σε αυτήν οι αρχηγοί του «αγγλικού» και του «γαλλικού» κόμματος, δηλαδή ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης αντίστοιχα, με την πρόσθετη ιδιότητα και των Υπουργών άνευ χαρτοφυλακίου, θέση, η οποία για πρώτη φορά εμφανίζεται στην ελληνική πολιτική ιστορία. Οι ανταγωνισμοί των κομμάτων και ο παραμερισμός του «ρωσικού» κόμματος, κατά τις διαδικασίες για τη σύγκληση της συνέλευσης, οδήγησαν τον Μεταξά σε παραίτηση. Νέος Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης, αλλά μετά την ψήφιση του Συντάγματος ο βασιλιάς όρισε διάδοχό του Πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Στις εκλογές, που ακολούθησαν, το «γαλλικό» κόμμα σχημάτισε Κυβέρνηση σε συνεργασία με το «ρωσικό» κόμμα. Το δεύτερο «αγγλικό» κόμμα αποτέλεσε την αντιπολίτευση. Στις εκλογές αυτές εκλέχθηκαν 243 βουλευτές, οι οποίοι σταδιακά εκδήλωσαν τις κομματικές του προτιμήσεις. [44] Ο Κωλέττης ορίστηκε  Πρωθυπουργός και Υπουργός Εσωτερικών αλλά και Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών. Από το «ρωσικό» κόμμα, ο Μεταξάς έγινε Υπουργός Οικονομικών, ο Κίτσος Τζαβέλλας των Στρατιωτικών, ο Ζαφείριος Βάλβης της Δικαιοσύνης. Ο Κωλέττης κατηγορήθηκε ότι, με την ακύρωση της εκλογής πολλών βουλευτών της αντιπολίτευσης, παρενέβη και επηρέασε το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών, πείθοντας, ταυτόχρονα, βουλευτές να στηρίξουν την κυβέρνηση, είτε με δωροδοκία είτε με υποσχέσεις. [45] Δημιουργήθηκε, έτσι, το λεγόμενο «σύστημα» του Κωλέττη, στο στρατό με τον στρατηγό Γαρδικιώτη Γρίβα αλλά και στη δημόσια διοίκηση και τη χωροφυλακή. [46] Ο πρεσβευτής της Αγγλίας Λάυονς, σε αναφορές προς την κυβέρνησή του, κατηγορούσε συνεχώς τις πρακτικές του Πρωθυπουργού Κωλέττη. Ο Υπουργός των Εξωτερικών της Αγγλίας Πάλμερστον χαρακτήριζε τον Κωλέττη «διεφθαρμένο, παράνομο, άσωτο, αντισυνταγματικό και τυραννικό». [47]

Σταδιακά, όμως, το «ρωσικό» κόμμα απομακρύνθηκε από την πολιτική του «γαλλικού» κόμματος. Τον Ιούλιο του 1845, ο Ανδρέας Μεταξάς αποχώρησε από την κυβέρνηση, λόγω διαφωνιών. Η κυριαρχία του «γαλλικού» κόμματος και της γαλλικής πολιτικής θεωρείται απόλυτη. [48] Χαρακτηριστική είναι η αποστροφή του λόγου του πρώτου Γραμματέα της πρεσβείας της Γαλλίας στην Ελλάδα, Θουβενέλ: «εμείς κυβερνούμε την Ελλάδα». Επίσης χαρακτηριστική είναι και η ομολογία του ιδίου ότι συνέταξε, τον Ιανουάριο του 1846, τον λόγο στην Βουλή τόσο του βασιλιά Όθωνα όσο και του Πρωθυπουργού Κωλέττη. [49] Ο Μακρυγιάννης υποστηρίζει ότι ο Γάλλος πρεσβευτής Πισκατόρυ ήταν αυτός που μαζί με τον Κωλέττη είχε το «δέσε και το λύσε» στην Ελλάδα. [50] Αποτέλεσμα της παραίτησης Μεταξά ήταν η συνεργασία των δύο κομμάτων της αντιπολίτευσης, του «ρωσικού» και του «αγγλικού», απέναντι στην Κυβέρνηση του «γαλλικού»  κόμματος. Η αντιπολίτευση του «ρωσικού» κόμματος εστιάστηκε στο ζήτημα της διαδοχής του Όθωνα από έναν ορθόδοξο ηγεμόνα.

Η Αγγλία άρχισε να πιέζει στο ζήτημα της καταβολής των δόσεων του δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων. Τον Ιανουάριο του 1847, μοίρα του αγγλικού στόλου, υπό τον ναύαρχο Πάρκερ, εισήλθε στα ελληνικά ύδατα και αξίωσε την αποζημίωση από το ελληνικό κράτος των Άγγλων υπηκόων των Ιονίων νήσων, οι οποίοι έπεσαν θύματα Ελλήνων πειρατών. Ο Κωλέττης δεσμεύτηκε ότι η Κυβέρνηση θα λάμβανε μέτρα για να περιορίσει το φαινόμενο της πειρατείας.

Στις εκλογές, που διεξήχθησαν, το «γαλλικό» κόμμα του Κωλέττη κατάφερε περιφανή νίκη. Ο θάνατος, όμως, του Κωλέττη τον Αύγουστο του 1847, εξαιτίας νεφρικής πάθησης, άλλαξε τα δεδομένα στην ελληνική πολιτική σκηνή. Διάδοχος του Κωλέττη ορίστηκε ο Κίτσος Τζαβέλλας. Ο πρεσβευτής της Αυστρίας Πρόκες Όστεν θεώρησε ότι, με τον θάνατο του Κωλέττη, έχανε ο Όθωνας το σημαντικότερό του στήριγμα στην πολιτική σκηνή καταλήγοντας στην ακόλουθη του θέση: «ο βασιλιάς δεν έχει (άλλη επιλογή) ή να υποκύψει ή να φύγει  (να παραιτηθεί)». Ο ίδιος ο Όθωνας, σε επιστολή προς τον αδελφό του, και αναφερόμενος ευθέως στον Κωλέττη έγραφε: «είναι ο δάσκαλός μου». [51] Αντίθετα, ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε τον Κωλέττη ότι συγκέντρωνε γύρω του όλους τους διεφθαρμένους. [52]

Στις 6 Μαρτίου 1848, παραιτήθηκε ο πρωθυπουργός Κίτσος Τζαβέλλας και, κατόπιν, σχηματίστηκε Κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Η νέα Κυβέρνηση δεν είχε προσανατολισμό προς ένα συγκεκριμένο κόμμα. [53] Στις 12 Οκτωβρίου, η Κυβέρνηση παραιτήθηκε. Στις 15 Οκτωβρίου 1848, ο Κωνσταντίνος Κανάρης αναλάμβανε εκ νέου την Πρωθυπουργία. Τα μέλη της Κυβέρνησης προέρχονταν από το «ρωσικό» και το «γαλλικό» κόμμα. Απουσίαζε το «αγγλικό» κόμμα, γεγονός που έκανε εντονότερη την εχθρότητα της αγγλικής διπλωματίας.

Έτσι, η Αγγλία αξίωσε για λογαριασμό της Ιονίου Πολιτείας, που βρισκόταν υπό την κυριαρχία της, τη διεκδίκηση των νησιών Ελαφονήσου και Σαπιέντζας (βόρεια των Κυθήρων και νότια της Μεθώνης αντίστοιχα). Παράλληλα, η «υπόθεση Πατσίφικο» έδωσε αφορμή στην Αγγλία να παρέμβει στην ελληνική πολιτική. [54]

Ο Δαβίδ Πατσίφικο ήταν Εβραίος, ο οποίος χρημάτισε πρόξενος της Πορτογαλίας στην Ελλάδα, μέχρι το 1842, όταν κατηγορήθηκε για κατάχρηση. Κατόπιν, άλλαξε υπηκοότητα και έγινε Άγγλος συνεχίζοντας να διαμένει στην Αθήνα. Τον Απρίλιο του 1849, κατά τους εορτασμούς της Μεγάλης Παρασκευής, επειδή είχε απαγορευτεί το κάψιμο ομοιωμάτων του Ιούδα, λόγω της παρουσίας του Εβραίου τραπεζίτη Ρότσιλδ στην Πρωτεύουσα, πολίτες της Αθήνας εισέβαλαν στην οικία του Πατσίφικο και προέβησαν σε καταστροφές. Ο Πατσίφικο ζήτησε τη βοήθεια της αγγλικής πρεσβείας ισχυριζόμενος ότι, μεταξύ άλλων, καταστράφηκαν και πορτογαλικά αξιόγραφα αξίας 665 χιλιάδων δραχμών.

Τον Ιανουάριο του 1850, ο Άγγλος πρεσβευτής Ουάις εξουσιοδότησε τον ναύαρχο Πάρκερ να αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά. Παρατηρήθηκε, σύμφωνα με αναφορά του Γάλλου πρεσβευτή Θουβενέλ, μετακίνηση των ψηφοφόρων του «αγγλικού» κόμματος προς το «ρωσικό» και το «γαλλικό» κόμμα. [55] Στο μεταξύ, τον Δεκέμβριο του 1849, είχε οριστεί Πρωθυπουργός ο ναύαρχος Αντώνιος Κριεζής. Το Ιούλιο του 1850, ο αποκλεισμός τερματίστηκε. Είναι ενδεικτικό ότι η πορτογαλική κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι τα χρεόγραφα, που είχε στην κατοχή του ο Πατσίφικο ήταν αξίας μόνο 3.850 δραχμών. [56] 

 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

 

  1. Ο Κριμαϊκός πόλεμος και η παρακμή των «ξενικών» κομμάτων

Αφορμή για το ξέσπασμα του Κριμαϊκού πολέμου θεωρήθηκε η διαμάχη Καθολικών και Ορθοδόξων για τον έλεγχο των Αγίων Τόπων. [57] Αιτία, όμως, ήταν ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων για την επικράτηση στην παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. [58] Η Ρωσία έστειλε τον ναύαρχο πρίγκιπα Μένσικωφ να απαιτήσει από την Πύλη την αναγνώριση του δικαιώματος προστασίας των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που απέρρεε από τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Οι ρωσικές δυνάμεις, όταν δεν ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις τους, κατέλαβαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, ενώ ο ρωσικός στόλος, υπό την διοίκηση του ναυάρχου Νακίμωφ, κατέστρεψε εντελώς τον οθωμανικό. Το Φεβρουάριο η Αγγλία και η Γαλλία υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τον Μάρτιο κήρυξαν τον πόλεμο στην Ρωσία.

Στις 12 Μαΐου 1854, γαλλικό στράτευμα, από 3.000 άνδρες, αποβιβάστηκε και κατέλαβε τον Πειραιά με σκοπό να αποτρέψει την συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο. Ο Όθωνας αναγκάστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να διακηρύξει ουδετερότητα. Επιβλήθηκε Κυβέρνηση φιλική προς την Αγγλία και την Γαλλία, με Πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το «Υπουργείο της κατοχής», όπως το ονόμαζαν οι σύγχρονοι. [59] Ο Άγγλος ιστορικός Ντάγκλας Ντέικιν χαρακτηρίζει τη διακυβέρνηση του Μαυροκορδάτου «δικτατορική». [60]

Ο αθηναϊκός λαός, όμως, αγανακτούσε για την παρουσία και την συμπεριφορά των ξένων στρατευμάτων. Το γεγονός, ιδιαίτερα, που έκανε αφόρητη την παρουσία των στρατευμάτων ήταν η επιδημία χολέρας, που μετέφεραν τα γαλλικά  στρατεύματα από την Βάρνα. Κατά το ξέσπασμα της επιδημίας, πέθαναν 3.000 κάτοικοι της πρωτεύουσας, το ένα δέκατο του πληθυσμού της Αθήνας. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1855, παραιτήθηκε η κυβέρνηση Μαυροκορδάτου. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος έκτοτε αποχώρησε οριστικά από την ενεργό πολιτική σκηνή. Στη νέα κυβέρνηση, Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Δημήτριος Βούλγαρης. Τα στρατεύματα κατοχής εγκατέλειψαν την Ελλάδα, στις 15 Φεβρουαρίου 1857.[61]

Ο Κριμαϊκός πόλεμος είχε καταλυτική επίδραση στην εσωτερική πολιτική κατάσταση της Ελλάδας. Εξαιτίας της ξένης κατοχής και της συμπεριφοράς των συμμαχικών στρατευμάτων, ο ελληνικός λαός έχασε κάθε εμπιστοσύνη στις Μεγάλες Δυνάμεις και πλέον δεν εξαρτούσε την πρόοδο του έθνους και την πραγμάτωση των επιδιώξεών του από την βοήθεια της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. [62]   

Συμπεράσματα

 

Οι αρχηγοί των ξενικών κομμάτων δεν λειτουργούσαν ως πράκτορες των Μεγάλων Δυνάμεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές φορές συγκρούστηκαν με τις κυβερνήσεις των χωρών που συμπαθούσαν. Ο Μαυροκορδάτος διατύπωνε την εξής άποψη: «είμαστε Έλληνες και όχι Ρώσοι, Άγγλοι ή Γάλλοι». Επίσης, τα γαλλικά στρατεύματα αντιτάχθηκαν στα ρουμελιώτικα σώματα του αρχηγού του «γαλλικού» κόμματος, Ιωάννη Κωλέττη. [63] Ο Hering υποστηρίζει ότι τα ξενικά κόμματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε κόμματα προσωπικοτήτων, γιατί αρχηγοί τους γίνονταν ακόμη και αμόρφωτοι αγωνιστές, ούτε κόμματα ενσωμάτωσης μαζών. [64] Και συνεχίζει χαρακτηρίζοντας τα κόμματα «συνδυασμό απολίθωσης ορισμένων παραδόσεων», όπως η Ορθοδοξία, και επιθυμίας ταχύρρυθμου εξευρωπαϊσμού. Κοινές θέσεις και των τριών κομμάτων μπορούμε να θεωρήσουμε: α) την επιθυμία για παραχώρηση συντάγματος, β) την απόδοση αξιωμάτων σε Έλληνες – όχι στους Βαυαρούς- και γ) την υποστήριξη του αλυτρωτισμού και της απελευθέρωσης των ομογενών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. [65] Τα κόμματα είχαν πολύ καλά δομημένη τοπική οργάνωση, αν συγκρίνουμε με το γεγονός ότι στην Αγγλία κομματικές οργανώσεις ιδρύθηκαν μόλις το 1860.

Συνολικά, η πολιτική δράση των λεγόμενων ξενικών κομμάτων είχε τόσο θετικές, όσο και αρνητικές συνέπειες. Αυτή την πολιτική περίοδο, κατά πρώτον, επιτεύχθηκε η παραχώρηση του πρώτου Συντάγματος της Ελλάδας. Και, κατά δεύτερον, τέθηκαν οι βάσεις για την ανάληψη της εξουσίας από Έλληνες πολιτικούς και όχι από ξένους. Αρνητικό στοιχείο μπορεί να θεωρηθεί η συνεχής παρέμβαση των τριών Μεγάλων Δυνάμεων στην εσωτερική πολιτική με τις διχαστικές συνέπειες που αυτή συνεπαγόταν. Η πολιτική δράση των ξενικών κομμάτων θα σταματήσει ουσιαστικά μετά την λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου και την ξενική κατοχή που την ακολούθησε.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα 1977, 27. Επίσης, J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1997, 70.

[2] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 144.

[3] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 29. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, τόμ. Α΄, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2008, 26. Ο Παπαρηγόπουλος ισχυρίζεται ότι η επιθυμία για συνταγματικές ελευθερίες ήταν απολύτως ξένη στη συνείδηση του έθνους. Απέδιδε την πίεση για παραχώρηση συντάγματος σε συνωμοσία της βρετανικής διπλωματίας. Ο δε Καρολίδης παρουσιάζει τον κοινοβουλευτισμό ως τον κύριο εχθρό του έθνους, για το οποίο βλ. ό.π., 28.

[4] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 163. Ο εμφύλιος που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια φανάτισε τους οπαδούς του «γαλλικού» και του «αγγλικού» κόμματος, με αποτέλεσμα να διασπασθεί η συνταγματική παράταξη.

[5] Αν και χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για την ύπαρξη πελατειακών σχέσεων στο «αγγλικό» κόμμα ο γάμος του Σπυρίδωνα Τρικούπη με την αδελφή του Μαυροκορδάτου, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να στηρίξει την υπόθεση ότι το κόμμα στηριζόταν στο πελατειακό σύστημα, καθώς αυτή είναι μία μεμονωμένη περίπτωση. Βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 105.

[6] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 168. Επίσης, το «γαλλικό» κόμμα ήταν σύμπραξη πολλών τοπικών αρχόντων και δεν είχε τόσο μεγάλη συνοχή, όπως το «αγγλικό».

[7] G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 118.

[8] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 34-35.

[9] Ο Μάουρερ υποστήριζε ότι όπως οι Έλληνες τον 14ο και 15ο αιώνα έφεραν την ελληνική σοφία στην Ευρώπη, έτσι τώρα οι Ευρωπαίοι έπρεπε να επαναφέρουν το φως στην πατρίδα του από την οποία είχε εκλείψει τόσο καιρό, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 194-195.

[10] Το 1834 είχαν έρθει στην Ελλάδα 5.000 Βαυαροί στρατιωτικοί και όλοι οι διοικητές ήταν ξένοι. Αντίθετα στο ναυτικό δεν τοποθετήθηκαν ξένοι, για το οποίο βλ. ό.π., 196.

[11] Ο Κωλέττης είχε στόχο, εκείνη την περίοδο, την εκδίωξη των Βαυαρών και την παραχώρηση Συντάγματος, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 218.

[12] Η Αντιβασιλεία μεροληπτούσε κατά του «ρωσικού» κόμματος, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 235.

[13] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, Εστία, Αθήνα 2014, 54.

[14] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 237.

[15] Πολλοί Έλληνες πίστευαν τότε ότι πίσω από την μυστηριώδη ανώτατη αρχή της Φιλικής Εταιρείας βρισκόταν ο τσάρος της Ρωσίας, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 222.

[16] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 46. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 237.

[17] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 238.

[18] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 46-47.

[19] ό.π., 48-49.

[20] ό.π., 51. Το «αγγλικό» και το «ρωσικό» κόμμα είχαν κοινό μέτωπο κατά της Αντιβασιλείας, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 241.

[21] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 58-59.

[22] Ο Άρμανσμπεργκ είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας για τρεις λόγους: α) απολάμβανε την εμπιστοσύνη της Ευρώπης β) είχε άριστη γνώση των ελληνικών πραγμάτων και γ) είχε αναμφισβήτητα διοικητικά προσόντα. Βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 267.

[23] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 64.

[24] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 293.

[25] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 65. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 304-305.

[26] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 67.

[27] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843). Ο Όθωνας τη δεύτερη ημέρα της άφιξης του στην Ελλάδα απέλυσε τον Άρμανσμπεργκ. Ο Ρούντχαρντ σε επιστολή του στον Μέττερνιχ, τον Σεπτέμβριο του 1837, υποδεικνύει ότι ο Όθωνας δεν πρέπει να παραχωρήσει σύνταγμα, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 194 υποσ. 315.

[28] Ο Ρούντχαρντ είχε υποβάλει στον Όθωνα δύο αιτήσεις παραίτησης, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 195-196. Ο Ρούντχαρντ είχε την υποστήριξη της Ρωσίας και την αντιπάθεια της Αγγλίας, εξαιτίας της αντικατάστασης του Άρμανσμπεργκ, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 312. Η Αγγλία παρουσίαζε τον Ρούντχαρντ δημιούργημα αυστρορωσικής διπλωματίας, για το οποίο βλ. ό.π., 335.

[29] D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1989, 117.

[30] Ο Όθωνας, σε επιστολή προς τον πατέρα του, τον Ιανουάριο του 1840, χαρακτηρίζει το «αγγλικό» και «γαλλικό» κόμμα ως «ελευθεριοκαπήλους», G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 194 υποσ. 313. Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 72-73.

[31] Το «ρωσικό» κόμμα χαρακτηριζόταν για την δυσπιστία προς την Δύση. Οπαδοί του ήταν, εκείνη την εποχή, ακτήμονες, αγωνιστές, χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, χαμηλόβαθμοι δημόσιοι υπάλληλοι, φτωχοί και μοναχοί,  G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 225.  Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 73-74.

[32] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 328. Ο Οικονόμος είχε έρθει από την Ρωσία το 1834.

[33] ό.π., 334.

[34] Ο Μαυροκορδάτος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε πρώτα να εξελιχθεί και να αναπτυχθεί εσωτερικά και ύστερα να επιδιώξει εδαφική επέκταση. Το «αγγλικό» κόμμα πρέσβευε το αντιπροσωπευτικό σύστημα, τη διάκριση των εξουσιών και την παραχώρηση συντάγματος. Ο Hering χαρακτηρίζει τις θέσεις του «αγγλικού» κόμματος ρεαλιστικές, στο G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, ό.π., 199-200.

[35] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 532.

[36] ό.π., 531.

[37] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 86.

[38] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 551. Η Γαλλία στην Ελλάδα δεν συμμετείχε στους κομματικούς μηχανισμούς, αλλά ασκούσε άμεσο έλεγχο μέσω του Regny, για το οποίο βλ. ό.π., 557.

[39] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 88.

[40] ό.π., 89.

[41] ό.π., 90.

[42] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 107.

[43] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, 105.

[44] Οι ψηφοφόροι έγραφαν σε ένα χαρτί, εν είδει ψηφοδελτίου, τα ονόματα των βουλευτών, τους οποίους ψήφιζαν. Στο ίδιο χαρτί μπορούσαν να γράψουν ονόματα υποψηφίων από διάφορα κόμματα, εφόσον δεν υπήρχαν ψηφοδέλτια των κομμάτων. Άλλωστε η έννοια «κόμμα» δεν υπήρχε ούτε στο Σύνταγμα ούτε στον εκλογικό Νόμο, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 263-264.

[45] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 119.

[46] Η βασίλισσα Αμαλία έλεγε για τον Κωλέττη: «δεν μπορεί να παραδεχθεί κανείς ότι είναι πολύ συνταγματικός», G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 294.

[47] Ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε τον Κωλέττη για πλουτισμό στον Όθωνα χωρίς να μπορεί να το αποδείξει, στο Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 141. Ο Hering θεωρεί την κατηγορία αυτή άκριτη, καθώς, μετά τον θάνατο του Κωλέττη, χρειάστηκε νόμος για να σβηστούν τα χρέη του, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 220 υποσ. 87.

[48] Το «γαλλικό» κόμμα στόχο είχε την συνέχιση του αγώνα κατά των Τούρκων, δικαιοσύνη για τους αγωνιστές και διανομή γης στους αγωνιστές. Οι οπαδοί του εξέφραζαν την αντίθεσή τους στους Φαναριώτες και στους διανοούμενους, ενώ οι μάχιμοι αγωνιστές του αρνούνταν να ενταχθούν στον τακτικό στρατό, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 209.

[49] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), τόμος Α΄ (1828-1862), Πάπυρος, Αθήνα 1966, 214.

[50] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 144. Ο Μακρυγιάννης ονομάζει σκωπτικά τον Κωλέττη «γκενεράλ Κωλέτη».

[51] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 220.

[52] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 160.

[53] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 135.

[54] ό.π., 137-139. Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 226-227.

[55] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 140.

[56] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 231.

[57] Μ. Λάσκαρις, Το Ανατολικό Ζήτημα, τόμος Α΄ (1800-1923), Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1978, 107-109. Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, 143.

[58] Ο Κολιόπουλος θεωρεί βασικά αιτίες του πολέμου την προκλητική ρωσική πολιτική, που δεν άφηνε περιθώρια οπισθοχωρήσεως στους αντιπάλους της, καθώς και την αδυναμία της βρετανικής κυβέρνησης να ακολουθήσει σταθερή πολιτική αντιστεκόμενη στην πίεση της κοινής της γνώμης εντός της Αγγλίας, για το οποίο βλ. Ι. Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από την Γαλλική Επανάσταση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993, 195.

[59] Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», 148.

[60] D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), 136.

[61] Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», 167.

[62] 62 ό.π..

[63] G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 267.

[64] ό.π., 268-269.

[65] ό.π., 272, 274.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Διαμαντούρος, Νικηφόρος (1977), «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Κολιόπουλος, Ιωάννης (1993), Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από την Γαλλική Επανάσταση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Θεσσαλονίκη: Βάνιας.
  • Λάσκαρις, Μιχαήλ (1978), Το Ανατολικό Ζήτημα, τόμος Α΄ (1800-1923), Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναρά.
  • Μακρυγιάννης, Ιωάννης (2014), Απομνημονεύματα, τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήνα: Εστία.
  • Μαρκεζίνης, Σπυρίδων (1966), Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), τόμος Α΄ (1828-1862), Αθήνα: Πάπυρος.
  • Παπαδόπουλος, Στέφανος (1977), «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Πετρόπουλος, Ιωάννης & Κουμαριανού, Αικατερίνη (1977) «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Dakin, Douglas (1989), Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
  • Hering, Gunnar (2008), Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
  • Petropulos, John (1997), Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

 

Τηλέμαχος Καλομοίρης,

Φιλόλογος (Δρ) – Νομικός ΑΠΘ// Εκπαιδευτικός

Σύλλογος Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας «σὺν Ἀθηνᾷ».

Τί δεῖ τὸ κύριον εἶναι τῆς πόλεως; (Ἀριστ. Πολ.)

Πρακτικά 2ου Πανελληνίου Συνεδρίου Πολιτικής Φιλοσοφίας, Καβάλα, Αύγουστος 2018.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Γιορτάζοντας το έθνος: Εθνικές Επέτειοι στην Ελλάδα τον 19° αιώνα –  Χριστίνα Κουλούρη στο: «Αθέατες όψεις της ιστορίας. Κείμενα αφιερωμένα στον Γιάνη Γιανουλόπουλο», Αθήνα, Ασίνη, 2012.


 

 

Την εορτήν της 25 Μαρτίου οφείλει

να τελή μετ’ ενθουσιασμού ουχί η Ελληνική

πολιτεία, αλλ’ η Ελληνική κοινωνία·

ουχί ο υπάλληλος, αλλ’ ο πολίτης.

 

εφ. Εθνικόν Πνεύμα, 1873

 

Στις 25 Μαρτίου 1838, εικοσιένας κανονιοβολισμοί ανήγγειλαν στους κατοίκους της Αθήνας ότι γιόρταζαν την πρώτη τους εθνική γιορτή, βάσει του Β. Διατάγματος που είχε εκδοθεί λίγες μέρες πριν. Ο βασιλιάς Όθων και η βασίλισσα Αμαλία έφθασαν με άμαξα από το παλάτι στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, όπου παρακολούθησαν τη δοξολογία μαζί με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές της χώρας, τους ξένους διπλωμάτες, όλες τις συντεχνίες και πλήθος λαού. Στους δρόμους από όπου πέρασε η βασιλική πομπή είχε πα­ραταχθεί η ένοπλη φρουρά της πόλης, ενώ πλήθος κόσμου ζητωκραύγαζε. Φωταψίες στην Ακρόπολη, στα δημόσια κτήρια και στα σπίτια έδιναν τον γι­ορταστικό τόνο, ενώ τη μεγαλύτερη εντύπωση την έκανε ένας μεγάλος σταυρός που σχημάτιζαν φανάρια πάνω στη μία πλευρά του Λυκαβηττού. Στην πλατεία του παλατιού, ο Δήμος Αθηναίων είχε στήσει ένα «τρόπαιο» γύρω από το οποίο χόρευαν και πανηγύριζαν. Παρ’ όλο που η εθνική επέτειος είχε καθιερωθεί «κατά κοινήν του έθνους ευχήν», η εορταστική διάθεση σκιαζόταν από τον πολιτικό αναβρασμό. Γράφει η εφημερίδα Αθηνά:

Και πόσην επισημότητα ήθελε δώσει η εορτή αύτη εις την Ελλάδα και εις όλον τον φωτισμένον κόσμον, εάν, μαζή με τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου, της φανερώσεως τον απ’ αιώνος μυστηρίου, της εθνεγέρσεώς μας και τα λοιπά, επανηγυρίζετο και η καθίδρυσης του συντάγματός μας, η στερέωσις της ελευθερίας μας αυτής εις την κοινωνίαν μας. 

Ο Όθωνας (1815-1867), πρίγκιπας της Βαυαρίας και βασιλιάς της Ελλάδας 1832-1862, με ελληνική εθνική φορεσιά, φέροντας στο στήθος του το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος, έργου του Ernst Wilhelm Rietschel, 1850.

Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν μέχρι το 1843, ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου δεν θα είναι ομόψυχος αλλά, αντίθετα, θα αποτελέσει αντικείμενο αντίπαλων εορτασμών και αντιπολιτευτικών εκδηλώσεων. Ήδη, την επόμενη χρονιά από την καθιέρωσή της, το 1839. η μέρα της εθνικής επετείου θα παρέλθει «σκυθρωπή, κατηφής, ατερπής, άσημος, σιωπηλή». Μέχρι το 1843 αντιοθωνική μερίδα θέλησε να οικειοποιηθεί την εθνική επέτειο διοργανώνοντας ιδιωτικούς εορτασμούς με φωταψίες σπιτιών, μνημόσυνα για τους νεκρούς αγωνιστές του 21, συμπόσια και μουσικές, με κορύφωση τη δίκη των πρωτεργατών ενός παρόμοιου εθνικού αντι-εορτασμού το 1841.

Συνεπώς, από τη στιγμή της καθιέρωσής της, η επέτειος της 25ης Μαρτίου υπήρξε αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης και αντίπαλων ερμηνειών. Παρ’ όλο που η επιλογή της ημερομηνίας είχε, όπως φαίνεται, την κοινωνική συναίνεση, ο εορτασμός της δεν ήταν συναινετικός. Ούτε όμως υπήρχε συναίνεση ως προς την ερμηνεία του ιστορικού γεγονότος που εορταζόταν, της Ελληνικής Επανάστασης.

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσω να διατυπώσω κάποιες γενικές υποθέσεις σχετικά με τις εθνικές επετείους στο ελληνικό κράτος τον 19ο αιώνα (1830-1875) τους συμβολισμούς και τους τρόπους εορτασμού τους, τις αντιτιθέμενες ερμηνείες τους και τις πολιτικές τους χρήσεις, με συγκριτικές αναφορές σε άλλα ευρωπαϊκά παραδείγματα. Δεν πρόκειται για τα πορίσματα μιας εξαντλητικής έρευνας, αλλά για την απόπειρα μιας πρώτης ανάλυσης στοιχείων που έχω συλλέξει μέχρι σήμερα με στόχο, στο μέλλον, μια άλλη δημοσίευση που θα καλύπτει μεγαλύτερο χρονικό εύρος και άλλες πτυχές των επετειακών εορτασμών.

Η θεσμοθέτηση εθνικών επετείων αλλά και η ίδια η έννοια της εθνικής επετείου συνδέονται με την ανάδυση του εθνικισμού και τη δημιουργία των εθνών – κρατών από τα τέλη του 18ου και στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μνημονεύουν ιστορικά γεγονότα που αντιστοιχούν σε στιγμές – κλειδιά της εθνικής βιογραφίας και «φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε, διαμορφώνουμε και κινητοποιούμε την εθνική ταυτότητα». Οι εθνικές επέτειοι είναι μια ευκαιρία για κωδικοποίηση της εθνικής ταυτότητας μέσω της γλώσσας των συμβόλων και της θεατρικής αναπαράστασης. Πρώτο σύμβολο των επετείων είναι η ίδια η ημερομηνία που επιλέγεται, εφόσον η επιλογή του γεγονότος στο οποίο παραπέμπει έχει ως στόχο να υπογραμμίσει συγκεκριμένα στοιχεία της εθνικής ταυτότητας και εθνικές αξίες. Η εθνική επέτειος έχει πρωτίστως ιστορικό περιεχόμενο αλλά εορτάζεται μια επιλεκτική και επεξεργασμένη εκδοχή της ιστορίας.

Διάταγμα για την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής.

Παρά την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει ο εθνικισμός με την ιστορία και τη συνέχεια του έθνους που αυτή υποστηρίζει, η ανάγκη για μνημόνευση ιστορικών στιγμών προέρχεται από την επιθυμία της ριζικής τομής με το παρελθόν, της έμφασης στο «νέο» έναντι του «παλιού» και από τη βούληση να εορταστεί το «νέο ξεκίνημα». Η στάση αυτή είναι κοινή στην Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά μόνο οι γάλλοι επαναστάτες εισήγαγαν την «πρώτη πραγματικά εθνική γιορτή μνήμης», γιορτάζοντας στις 14 Ιουλίου 1790 την πρώτη επέτειο της πτώσης της Βαστίλης.

Τα γεγονότα που γιορτάζονται με τις εθνικές επετείους ποικίλλουν σε ολόκληρο τον κόσμο: μέρες απελευθέρωσης, ίδρυσης του κράτους, ψήφισης του συντάγματος, μέρες κατάκτησης, αλλά ακόμη και ήττες ή μέρες πένθους. Εθνική επέτειος της Νορβηγίας είναι η 17η Μαΐου, μέρα σύνταξης του Συντάγματος το 1814 και όχι η μέρα της Ανεξαρτησίας το 1905. Αντίθετα, στη Σουηδία, η 6η Ιουνίου που γιορταζόταν ανεπίσημα από το 1893 ως η μέρα της στέψης του Γουσταύου Α’ (γνωστού ως Γουσταύου Βάζα) το 1523, έγινε επίσημη εθνική επέτειος μόλις το 2005.

Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γεγονότα που δεν γιορτάζονται, η επιλογή δηλαδή της αποσιώπησης ενός σημαντικού ιστορικού γεγονότος για την εθνική μνήμη. Οι σιωπές αυτές παραπέμπουν συνήθως σε τραυματικά και κυρίως σε διχαστικά γεγονότα, που υπονομεύουν την ενοποιητική λειτουργία που οφείλει να επιτελεί μια εθνική επέτειος. Η λήθη, συνεπώς, συνιστά συστατικό στοιχείο της εθνικής ενότητας, εξίσου σημαντικό με τη μνήμη.

Ήδη το 1882, ο Ερνέστ Ρενάν, στην περίφημη ομιλία του στη Σορβόννη με τίτλο «Τί είναι έθνος;», έλεγε χαρακτηριστικά:

Η λήθη, και θα έλεγα ακόμα η ιστορική πλάνη, είναι ουσιαστικός παράγοντας της δημιουργίας του έθνους και, σε αυτή τη βάση, η πρόοδος των ιστορικών σπουδών συνιστά συχνά κίνδυνο για την εθνότητα.

Σύμφωνα με τη διατύπωση του Ρενάν, η ανακάλυψη της ιστορικής αλήθειας μπορεί να απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του έθνους εφόσον η επιβίωση του έθνους εξαρτάται σε ένα σημαντικό βαθμό από την καλλιέργεια «θελκτικών μύθων».

Η ουσία ενός έθνους έγκειται στο ότι όλα τα άτομα έχουν πολλά κοινά πράγματα, καθώς επίσης ότι όλοι έχουν λησμονήσει πολλά πράγματα.

Ως παραδείγματα αναγκαίας λήθης για τους Γάλλους προβάλλει ο Ρενάν τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και τις σφαγές του Midi τον 13ο αιώνα, γεγονότα δηλαδή που εκλαμβάνονται ως «αδελφοκτόνοι πόλεμοι». Αναλογικά, εμφύλιοι πόλεμοι, σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, γεγονότα των οποίων η υπόμνηση δημιουργεί αισθήματα ντροπής ή ενοχής οφείλουν να διαγράφονται από την εθνική ομογενοποιημένη μνήμη. Η ανάμνηση – εξ ορισμού επιλεκτική – συνοδεύεται λοιπόν από την παράλληλη διαδικασία της λήθης, η οποία συχνά παίρνει τη μορφή της επίσημης λογοκρισίας της δυσάρεστης μνήμης. Είναι αυτό που ο Πολ Κόνερτον ονομάζει «οργανωμένη λήθη».

Τέλος, υπάρχουν κράτη χωρίς εθνικές επετείους. Δεν υπάρχει για παράδειγμα εθνική γιορτή στη Μ. Βρετανία, σε έντονη αντίθεση προς τη γειτονική της Γαλλία αλλά και προς την ιρλανδική παγκόσμια γιορτή της Si Patrick’s Day, η οποία γιορτάζεται ως εθνική γιορτή στις 17 Μαρτίου από την ιρλανδική διασπορά, επιβεβαιώνοντας την ιρλανδική εθνική ταυτότητα. Οι διαφορές αυτές έχουν ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Ο Πίτερ Μπερκ υποστηρίζει ότι η ιστορία ξεχνιέται από τους νικητές αλλά όχι από τους ηττημένους, φέρνοντας το παράδειγμα της «δομικής αμνησίας» των Άγγλων και της υπερτροφίας της μνήμης των Ιρλανδών. Επομένως, δεν υπάρχει η ίδια ανάγκη για επετειακή μνημόνευση του εθνικού παρελθόντος. Σύμφωνα με τον Τζον Γκίλις εξάλλου, «τόποι μνήμης» δημιουργούνται στις συγκυρίες όπου υπάρχει ρήξη με το παρελθόν, έστω και κατασκευασμένη. Οι Βρετανοί, που δίνουν έμφαση στη συνέχεια της ιστορίας τους, δεν θεσμοθέτησαν εθνικές επετείους με πατριωτικό περιεχόμενο – ενδεχομένως και γιατί οι πιθανές ημερομηνίες μπορούσαν να λειτουργήσουν διχαστικά ανάμεσα στις διαφορετικές εθνοτικές ομάδες που συγκροτούν τη «βρετανικότητα».

Ανεξάρτητα πάντως από τα κριτήρια επιλογής – ή απόρριψης – μιας εθνικής επετείου, η καθιέρωσή της εξαρτάται από μια κεντρική πολιτική απόφαση. Ο ρόλος του κράτους είναι καθοριστικός, εφόσον, αυτό ορίζει τις εθνικές αργίες (επιδιώκοντας τη μαζική συμμετοχή), αυτό καθορίζει συνήθως το τυπικό της τελετής και ενδεχομένως αυτό χρηματοδοτεί τις σχετικές εορταστικές εκδηλώσεις. Στην πραγματικότητα, από τον 19° αιώνα, οι εθνικές γιορτές δε λειτούργησαν μόνο ως μέσο για την παραγωγή και αναπαραγωγή εθνικών ταυτοτήτων αλλά και για τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας. Επρόκειτο για «πολιτική τελετουργία» με την έννοια ότι εκεί σκηνοθετούνταν και εορταζόταν η πολιτική δύναμη…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Γιορτάζοντας το έθνος – Εθνικές Επέτειοι στην Ελλάδα τον 19° αιώνα

 

Read Full Post »

Η καθιέρωση της Εθνικής Εορτής της 25ης Μαρτίου 


 

Αποτελεί γενικό έθιμο να πανηγυρίζει κάθε κράτος με επίσημες γιορτές, ορισμένη μέρα της χρονιάς, που να θυμίζει το σπουδαιότερο εθνικό γεγονός ή συμβάν, το οποίο τις περισσότερες φορές συνδέεται με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, με την παλιγγενεσία ή την απελευθέρωσή του, την εγκαθίδρυση ή τη μεταβολή του πολιτεύματός του.

Ο μέγας αυτός πανηγυρισμός σε συγκεκριμένη μέρα συνιστά την Εθνική Εορτή της χώρας και η ημέρα αυτή λογίζεται κατ’ εξοχήν επίσημη και συμβολική. Άμεσα συγγενής προς την Εθνική Εορτή είναι η έννοια άλλων μεγάλων δημόσιων εορτών, με τις οποίες τιμούνται ταυτόχρονα και στον ίδιο βαθμό ιστορικά γεγονότα πολύ μεγάλης σημασίας, που συνδέονται με την εθνική μας ζωή.

Διαφορετική είναι η έννοια δημόσιων εορτών, που καθιερώνονται για σπουδαία ιστορικά γεγονότα τοπικής σημασίας. Σ’ αυτές τις εορτές ο πανηγυρισμός πραγματοποιείται επισήμως και με τη συμμετοχή του κράτους, αλλά μέσα σε ορισμένη περιφέρεια και μόνο σ’ αυτήν.

Τέλος, εντελώς διαφορετική είναι η έννοια των δημοτικών εορτών, που αποφασίζονται και τελούνται με την πρωτοβουλία και ευθύνη του οικείου δήμου ή κοινότητας.

 

Οι εθνικές εορτές στην Ελλάδα

 

Η καθιέρωση Εθνικών εορτών στην Ελλάδα, δηλαδή πανελλήνιων πανηγυρισμών, για να τιμηθούν εθνικά και ιστορικά γεγονότα πανελλήνιας σημασίας μέχρι και το 1838 και η τέλεση δημόσιων τελετών γι’ αυτές συμπεραίνεται ότι γινόταν άτυπα με «βασιλικές διαταγές» ή διατάγματα, που δεν δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά πιθανόν να βρίσκονται σε κάποιο κρατικό αρχείο.

Με τον τρόπο αυτό καθιερώθηκαν ως ημέρες εθνικής εορτής οι επέτειοι των αποβατηρίων του Βασιλέως Όθωνος στις 25 Ιανουαρίου 1833 [1], τα γενέθλια και η ονομαστική εορτή των Βασιλέων Όθωνος και Αμαλίας και τα αποβατήρια της βασίλισσας και καταργήθηκαν – εκτός από την πρώτη – το 1859 [2]. Κατά τον ίδιο τρόπο καθιερώθηκε και η κατ’ εξοχήν Εθνική Εορτή της 25ης Μαρτίου, για την οποία θα γίνει ευρύτερος λόγος παρακάτω [3].

Αντιθέτως μετά το 1838 η καθιέρωση όμοιων εορτών γινόταν με την έκδοση ξεχωριστών διαταγμάτων που δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Με τη διαδικασία αυτή καθιερώθηκαν διαδοχικά ως εθνικές εορτές, που γιορτάζονταν παράλληλα με την επέτειο της 25ης Μαρτίου, η επέτειος της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, η οποία ονομάστηκε κατ’ εξοχήν ημέρα παραγωγός λαμπρού μέλλοντος διά το Ημέτερον Βασίλειον, επειδή στέφθηκε από επιτυχία η γνωστή Επανάσταση του 1843 για σύγκληση Εθνικής Συνε­λεύσεως και κατάρτιση Συντάγματος [4]· η επέτειος της 11ης Οκτωβρίου 1862, καθ’ ην εθριάμβευσε Λαός και Στρατός κατά της καταλυθείσης δυναστείας, που θεωρήθηκε επίσης ημέρα παραγωγός λαμπρού μέλλοντος για το Ελληνικό Έθνος [5] και στην ουσία υποκατέστησε την προηγούμενη επέτειο· η επέτειος της 26ης Οκτωβρίου 1912, ημέρα κατά την οποία ελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη από τον νικηφόρο Ελληνικό Στρατό [6]· η επέτειος της 1ης Μαΐου 1924, σαν «εθνική εορ­τή», σε ανάμνηση της «δημοκρατικής ορκω­μοσίας» για τη μεταπολίτευση του 1924 [7], γιορταζόταν όμως μέχρι και το 1935 «μόνον ως ημέρα αργίας καθ’ όλον το κράτος», χωρίς άλλη δημόσια τελετή· ή επέτειος της 28ης Οκτω­βρίου 1940 σε ανάμνηση της αντίστασης του Έθνους στην ιταλική επίθεση και της συμμετοχής του στο συμμαχικό μέτωπο της Ελευθερίας [8].

Για την εκτέλεση των επιτασσομένων από τα διατάγματα, αρχικά ήταν ο Γραμματέας των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης, και αργότερα ο Υπουργός Εσωτερικών, που ήταν και ο εισηγητής της έκδοσης αυτών των διαταγμάτων.

Η τέλεση δημόσιων τελετών κατά τις επετείους των εθνικών ή άλλων επίσημων εορτών αποφασίστηκε, όπως γνωρίζουμε, με ενιαίο τρόπο το 1889, όταν με πρόταση του Υπουργού των Εσωτερικών, ορίστηκε με διάταγμα ότι κατά τις επετείους των εορτών της 1ης Ιανουαρίου, της 25ης Μαρτίου και της ονομαστικής βασιλικής εορτής (23ης Απριλίου) διατάσσονται δημόσιες τελετές [9].

Στο εξής, κάθε που καθιερωνόταν ή καταργούνταν καθιερωμένη εθνική εορτή, ή παριστανόταν ανάγκη να οριστεί νέα γιορτινή ημέρα, η τέλεση κατά την επέτειο του τιμωμένου γεγονότος δημόσιων τελετών οριζόταν με ειδικό διάταγμα που καθιέρωνε την εορτή και με διατάγματα περί δημόσιων τελετών, τα οποία εκδίδονταν στο σωστό χρόνο [10].

Η εκτέλεση των εν λόγω διαταγμάτων και η μέριμνα για την οργάνωση και την τέλεση των δημόσιων τελετών κάθε χρονιάς για τις εθνικές εορτές ανατιθόταν οπωσδήποτε στον Υπουργό των Εσωτερικών [11].

Ήδη με τον Αναγκαστικό Νόμο με αριθμ. 198 της 25ης Νοεμβρίου 1967, ορίστηκε ότι η καθιέρωση δημόσιων εορτών για τις επετείους εθνικών ή ιστορικών γεγονότων πανελλήνιας ή τοπικής σημασίας συντελείται με διατάγματα που εκδίδονται με κοινή πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων [12].

 

Η Εθνική Εορτή της 25ης Μαρτίου

 

Στο μνημονευθέν ήδη διάταγμα του 1838 σημειώνεται ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, που είναι οπωσδήποτε λαμπρή λόγω της εορτής του Ευαγγελισμού, «είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν έναρξιν του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους».

Ύστερα από  έρευνα των πηγών, αποτελεί σήμερα κοινή επιστημονική παραδοχή ότι η παράδοση για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821 συνδέεται με ευσεβή και συγκινητικό θρύλο, ο οποίος  διαχωρίζει βέβαια τα επί μέρους πολεμικά γεγονότα στην Ελλάδα με εκείνα που έγιναν στις Παρίστριες Ηγεμονίες από τον Φεβρουάριο 1821 και μάλιστα από τις 24 Φεβρουαρίου, όταν – ως γνωστόν- ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρος Υψηλάντης εξέδωσε και εξαπέλυσε από το Γενικό Στρατόπεδό του στο Ιάσιο την περίφημη προκήρυξή του προς τους Έλληνες με τον τίτλο: Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.

Για τους λόγους αυτούς πολύ πετυχημένα, η ημέρα της 25ης Μαρτίου, η «Δοξασμένη Μέρα», καθιερώθηκε εθνικά γιορτινή, επειδή περικλείει, όπως ειπώθηκε από τον Ρήγα Παλαμήδη στη Γερουσία στη συνεδρίαση της 26ης Μαρ­τίου 1856, εν ιερώ κειμηλίω, πάσας τας αναμνήσεις του Ελληνικού Έθνους κατά το διάστημα του ιερού αγώνος, δι’ ου ανεκτήσατο την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν[13]. Η χρονική σύμπτωση της μεγάλης θρησκευτικής εορτής προς τις πρώτες ημέρες των επαναστατικών ενεργειών στην Πελοπόννησο απετέλεσε  – κατά τον Ιωάννη Φιλήμονα, αν και υποστήριζε την άποψη ότι ως ημέρα ενάρξεως του Αγώνα έπρεπε να εορτάζεται η 24η Φε­βρουαρίου – ιδέα λαμπρή και ελληνικότατη, επειδή στηριζόταν στις αναλ­λοίωτες αρχές της αγίας ημών Εκκλησίας, και έφερε μέγα ύψος και βεβαίωνε την παντοτινή σωτήρια ενότητα και συγχώνευση του θρησκευτικού και εθνι­κού πνεύματος [14].

 

Βρυζάκης Θεόδωρος, «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης», Λάδι σε μουσαμά ,164 x 126 εκ., 1865, Εθνική Πινακοθήκη. Ο ευσεβής και συγκινητικός θρύλος για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, εκφράζει βαθύτατα το πνεύμα του Αγώνα. Θρησκεία και Πατρίδα γυρεύουν τη λύτρωση, τη λευτεριά.

Βρυζάκης Θεόδωρος, «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης», Λάδι σε μουσαμά ,164 x 126 εκ., 1865, Εθνική Πινακοθήκη.
Ο ευσεβής και συγκινητικός θρύλος για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, εκφράζει βαθύτατα το πνεύμα του Αγώνα. Θρησκεία και Πατρίδα γυρεύουν τη λύτρωση, τη λευτεριά.

 

Πρέπει να εξεταστεί εάν εορταζόταν μέχρι τότε η κήρυξη της Ελληνικής Επανά­στασης και η ανάσταση του Γένους.

Πριν από το 1838, ακόμη και κατά την διάρκεια του Αγώνα, μνημονεύονται αναμνηστικοί εορτασμοί της Επαναστάσεως κατά την 25ην Μαρτίου, άλλα όχι με επίσημο χαρακτήρα [15].

Εκτός από τον εορτασμό, μνημονεύεται ότι κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως γινόταν την 1η Ιανουαρίου τελετή για την επέτειο περί ανεξαρτησίας του Έθνους, σύμφωνα με την προκήρυξη της Α’ Εθνικής Συνέλευσης στην Επίδαυρο, που έγινε την ίδια μέρα το 1822 [16].

Εν πάση περιπτώσει δια­τάγματα με τα οποία καθιέρωναν εθνικές ή άλλες επίσημες εορτές  από την άφιξη του Βασιλέως Όθωνος και μέχρι το 1843 δεν αναφέρονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τούτο δεν είναι παράδοξο, επειδή στην επίσημη εφημερίδα δεν δημοσιευόταν τότε το σύνολον των εκδιδόμενων διαταγμάτων.

Επαναλαμβάνουμε ότι από το 1834 εορταζόταν ως εθνική εορτή η επέτειος της 25ης Ιανουαρίου (6ης Φεβρουαρίου), σε ανάμνηση της αποβιβάσεως του Όθωνος στην ελληνική γη το 1833, και τελούνταν τελετή για τα αποβατήρια. Αυτή η εορτή καθιερώθηκε αρχικά από το Κοινόν των Ναυπλιέων και αναγνωρίστηκε με το  βασιλικό διάταγμα της 20ής Ιανουαρίου 1834, αλλά το κείμενό του δεν επισημάνθηκε ακόμη [17].

Πριν από την έκδοσή του και με διάταγμα της 22ας Νοεμβρίου 1833 «περί προσδιορισμού των εργασίμων ωρών εις τα γραφεία», η επέτειος της αποβιβάσεως του βασιλέως περιελήφθηκε μεταξύ των εορτάσιμων ημερών, που οι εργάσιμες ώρες στα γραφεία περιορίζονταν στις τέσσερεις, ενώ για τις εορτές των γενεθλίων και τις ονομαστικές ορίστηκε ότι διακόπτονται αι ασχολίαι μόνον όσον καιρόν απαιτεί η επίσημος λειτουργία [18]. Πλήρης αργία δεν υπήρχε τότε.

Μέχρι το 1838 οι μη θρησκευτικές επίσημες εορτές εξαιρούνται βέβαια οι πανηγυρισμοί του νέου έτους, έκτακτες περιπτώσεις και εκείνη που γινόταν σε ανάμνηση των «αποβατηρίων» του Όθωνος στις 20 Ιανουα­ρίου 1833 ήταν για τα γενέθλια, τις ονομαστικές εορτές και για την ενηλικίωσή του, θυμίζοντας και την προσωπική  ανάληψη της εξουσίας από αυτόν στις 20 Μαΐου 1835, καθώς επίσης  οι εορτές της Αμαλίας, όπως ήδη σημειώθηκε.

Εν τούτοις, κατά τον Ρήγα Παλαμήδη σκέψη για καθιέρωση Εθνικής Εορτής, που να θυμίζει την κήρυξη του Ιερού Αγώνα και την Εθνική Παλιγγενεσία, μάλιστα στις 25 Μαρτίου, είχε γίνει προ πολλού και τελούνταν κάποιος ανεπίσημος εορτασμός κατ’ αυτήν. Κατά την ημέρα αυτήν: μνημονεύονται ιδίως οι ψυχές των ηρώων εκείνων, οι οποίοι πότισαν με το  πολύτιμο αίμα τους το δένδρο της ελευθερίας και όλοι όσοι μόχθησαν για χάρης της· και υπήρχε φαιδρή ευθυμία στις ψυχές όλων των Ελλήνων, των μεγαλύτερων που διηγούνταν τα διάφορα κατορθώματά τους στους νεότερους και πολλών αρχιερέων και λογίων που εκφωνούσαν λόγους κατάλληλους σε ανάμνηση των ηρωικών πράξεων· με μια κουβέντα δηλαδή, η ημέρα αυτή τιμόταν και με τα τότε μέσα ως εθνική, όχι μόνον από τους ελευθερωθέντες Έλληνες, αλλά και από όλη την ελληνική φυλή [19].

Η ιδέα για επίσημη καθιέρωση του εορτασμού προωθήθηκε με τον καιρό [20], έφθασε μέχρι τη σύνταξη του σχετικού διατάγματος από τον Ι. Κωλέττη ως Γραμματέα των Εσωτερικών το 1835, αλλά δεν επιδόθηκε λόγω της αποχώρησής του από τη Γραμματεία. Όπως φαίνεται, η σύμπτωση της μεγάλης και συμβολικής εορτής του Ευαγγελισμού με τα πρώτα επαναστατικά επεισόδια στην Πελοπόννησο είχε επηρεάσει τη λαϊκή ψυχή τόσο έντονα, ώστε να ωριμάσει με τον πιο φυσικό τρόπο η κοινή επιθυμία για την παραδοχή αυτής της ημέρας ως πανηγυρικής κήρυξης του Ιερού Αγώνα για την Ελευθερία, και προσαρμόστηκε πλήρως ο Ευαγγελισμός της Θεοτό­κου προς την Ανάσταση του Γένους. Το 1837 το θέμα έφθασε πάλι για εισήγηση στον Γραμματέα Εξωτερικών και του Βασιλικού Οίκου, με την παράλληλη ιδιότητά του ως Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου Ιγνάτιο φον Ρούντχαρτ, αλλά αργά ως δημοτική πρόταση, όπως συμπεραίνεται. Επειδή ο χρόνος δεν επαρκούσε για την ολοκλήρωση της αναγκαίας διαδικασίας για την έκδοση διατάγματος, επετράπη άτυπα η διεξαγωγή του ανάλογου εορτασμού στις 25 Μαρτίου του έτους εκείνου (1837).

Κατά τον Ρήγα Παλαμήδη: η τελετή έγινε  με όλη την πομπή και όλη την επισημότητα· και είχαν μαζευτεί  όλες σχεδόν οι δημοτικές αρχές της Αττικής και πλήθος λαού από τα περίχωρα με σημαίες, όπλα και τύμπανα· ώστε η πόλη των Αθηνών παρουσίαζε μέχρι το βράδυ της επομένης το θέαμα μεγαλοπρεπούς και ευχάριστου πανηγυριού, που διεξαγόταν με πλήρη τάξη και ησυχία [21].

Τελικά, στις 15 Μαρτίου 1838 με πρόταση του Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης Γεωργίου Γλαράκη, που ήταν Γραμματέας της Επικρατείας και κατείχε και το χαρτοφυλάκιο του Γραμματέα της Επικρατείας στα Εσωτερικά, καθιερώθηκε η ημέρα της 25ης Μαρτίου με το αριθμ. 980 διάταγμα Εθνική Εορτή στο διηνεκές. Η δημοσίευση και η εκτέλεση (ενέργεια) του διατάγματος ανατέθηκε στον ίδιο Γραμματέα της Επικρατείας στα Εκκλησιαστικά και στη Δημόσια Εκπαίδευση.

Άξιο απορίας είναι ότι το σπουδαίο αυτό διάταγμα δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αλλά μόνο στον ημερήσιο τύπο [22].

 

Διάταγμα για την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής.

Διάταγμα για την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής.

 

Στη δημοσίευση του διατάγματος ακολούθησε μετά από δυο ημέρες η κοινοποίησή του από τη Γραμματεία της Επικρατείας στα Εκκλησιαστικά και στη Δημόσια Εκπαίδευση προς τους διοικητές και υποδιοικητές της Επικρατείας και μετά από τρεις ημέρες πρόσκληση που στάλθηκε από τον Γραμματέα της Επικρατείας στα Εσωτερικά προς τα ίδια Όργανα της περιφερειακής διοίκησης, για να  λάβουν «πρόνοιαν διά να τελεσθή η εορτή αύτη με όλην την λαμπρότητα και αξιοπρέπειαν, ήτις αρμόζει εις ημέραν τοσούτον αξιομνημόνευτον και τοσούτον προσφιλή εις τον Ελληνικόν λαόν».

 

Ο πρώτος εορτασμός της Εθνικής Εορτής στην Αθήνα

 
Η παραπάνω υπουργική διαταγή έτυχε πλήρους κατανοήσεως από τους κατά τόπους διοικητές, αν κρίνουμε από τον εορτασμό που έγινε στην Α­θήνα, όπως περιγράφεται στον τύπο της εποχής [23].

Ο εορτασμός έγινε με βάση επίσημου προγράμματος που εκδόθηκε στις 23 Μαρτίου, στο οποίο περιλαμβανόταν και το καθιερωμένο τότε προβάδισμα των δημόσιων αρχών στην Αθήνα [24]. Τη γενική επιμέλεια φαίνεται πως είχε ο Διοικητής Αττικής Κωνσταντίνος Αξιώτης, ο οποίος απέσπασε και δημοσίους επαίνους για τις επιτυχείς ενέργειές του [25].

Ο ναός της Αγίας Ειρήνης. Η πρώτη Μητρόπολη της Αθήνας. Το 1835, εκεί έγινε η τελετή ενηλικίωσης του βασιλιά Όθωνα και το 1838, γιορτάστηκε για πρώτη φορά η επέτειος της 25ης Μαρτίου. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο: «Η Αθήνα μέσα στο Χρόνο».

Ο ναός της Αγίας Ειρήνης. Η πρώτη Μητρόπολη της Αθήνας. Το 1835, εκεί έγινε η τελετή ενηλικίωσης του βασιλιά Όθωνα και το 1838, γιορτάστηκε για πρώτη φορά η επέτειος της 25ης Μαρτίου. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο: «Η Αθήνα μέσα στο Χρόνο».

Οι πρώτες εκδηλώσεις άρχισαν με 21 κανονιοβολισμούς το βράδυ της προηγούμενης ημέρας [26]. Την Παρασκευή 25 Μαρτίου ο εορτασμός ξεκίνησε με τη συμμετοχή όλου του κόσμου με ομοθυμία και ενθουσιασμό από το πρωί με νέους 21 κανονιοβολισμούς. Επισημότερη εκδήλωση ήταν η τέλεση δοξολογίας στις 9 το πρωί από τον Επίσκοπο Αττικής και πρώην Ταλαντίου Νεόφυτο Μεταξά στον παλαιό ναό της Άγιας Ειρήνης [27], που είχε λάβει μέρος στον Αγώνα, παρουσία του Βασιλέως Όθωνος και της Βασίλισσας Αμαλίας, που φορούσαν ελληνική ενδυμασία, παρουσία των αυλικών, πολιτικών, δικαστικών, στρατιωτικών και δημοτικών αρχών, παρουσία των συντεχνιών, με τις κυανό­λευκες σημαίες τους και με τα σύμβολα της τέχνης κάθε φορά, καθώς επίσης και παρουσία των διπλω­ματικών αντιπροσώπων των ξένων δυνάμεων, ήτοι της Αγγλίας, Γαλλίας, Ι­σπανίας και Σουηδίας, εκτός από τους εκπροσώπους της Ρωσίας, της Αυστρίας και Βαυα­ρίας, αν και ο πρώτος από αυτούς φωταγώγησε λαμπρά την οικία του. Η αγενής απουσία τους δικαίως καυτηριάστηκε έντονα από τον τύπο [28]. Ειδικότερα η εφημερίδα «Ο Σωτήρ» παρουσίασε το γεγονός με τις εξής φράσεις: Σε όσους δεν τίμησαν με την παρουσία τους την Εθνική Εορτή μας απαντάμε: «Η Ελληνική Επανάσταση δεν μοιάζει με καμιά άλλη. Μόνη η δική μας είχε το προνόμιο να χειροκροτηθεί από όλους τους λαούς, να εμπνεύσει την Μούσα Βασιλέων, και να οπλίσει για λογαριασμό της τους βραχίονες των τριών Κολοσσών της Ευρώπης. Τέτοια επανάσταση μπορεί, νομίζουμε, καθένας χωρίς κίνδυνο και χωρίς ντροπή να πανηγυρίζει» [29].

Η συμμετοχή του λαού της Αθήνας και των χωριών της Επαρχίας Αττικής στον εορτασμό ήταν πάνδημος και πολύ ενθουσιώδης [30]. Μαζεύτηκαν αυτοί στην Αθήνα και εκδήλωναν τη χαρά τους, «παίζοντες διάφορα μουσικά όργανα και ζητωκραυγώντες μετ’ ενθουσιασμού» [31]. Προπορευόμενοι μπροστά από τη βασι­λική άμαξα, με την οποία οι βασιλείς μετέβησαν στον τότε Μητροπολιτικό Ναό, αποτέλεσαν αυτόκλητο μέρος της συνοδείας τους, αλλά και όλη την ημέρα κινούμενοι στην πόλη έφιπποι και πεζοί εξέφραζαν με πολλούς τρόπους τα αισθήματα της ζωηρής των χαράς για την πανηγυρική και επίσημη ανάμνηση του εθνικού γεγονότος.

Η ευθυμία και η εορταστική διάθεση δεν μειώθηκαν ούτε από το γεγονός  ότι μετά από αυτά άρχισε να βρέχει ελαφρά για πέντε ώρες περίπου. «Εντούτοις η ευθυμία του λαού δεν είχε καταπαύσει, διότι στην ψυχή καθενός έκανε θαυμάσια εντύπωση η αιφνίδια αυτή μεταβολή της ατμόσφαι­ρας, η οποία κατείχε μα την αλήθεια και την 25η Μαρτίου 1821, επίσης ημέρα Παρασκευή» [32].

Συγκινητικές σκηνές σημειώθηκαν. Στην πλατεία πριν από τα Ανάκτορα, την σημερινή πλατεία Κλαυθμώνος, στήθηκε από το Δήμο Αθηναίων εορταστική αψίδα, και μετά την κατάπαυση της βροχής οι Αθηναίοι χόρευαν γύρω της. «Μέσα σ’ αυτό το περιστατικό, λοιπόν  παρουσιάζεται ξαφνικά η γριά με τα λευκά μαλλιά, αδελφή των αδελφών Λέκκα, που διακρίθηκαν για την ξεχωριστή ανδρεία τους, η οποία απευθυνόμενη στους χορηγούς είπε: «Σταματήστε, παιδιά μου, σ’ εμένα ανήκει να αρχίσω το χορό, διότι σ’ αυτό το έδαφος πρόσφερα ως θύματα δύο ανδρείους αδελφούς και τον μοναχογιό μου» και έτσι με τα δάκρυα στα μάτια χόρευε μαζί τους και χαιρόταν με τους Έλληνες» [33].

Το βράδυ έγινε φωταγώγηση της Ακρόπολης, των δημόσιων και δημοτικών καταστημάτων και των οικιών της πόλης, και προς αυτή την πλευρά του Λυκαβηττού «εσχηματίσθη διά των φανών είς μεγάλος σταυρός, του οποίου η θέα κάμνει μεγάλην εντύπωσιν» [34].

Ανάμεσα στις οικίες, που είχαν φωταγωγηθεί με περισσή φιλοκαλία ήταν του κόμητος Ρώμα και του αρχιμανδρίτη Θεόκλητου Φαρμακίδη. Το δημόσιο κατάστημα, που ξεχώριζε για την διακόσμησή του, ήταν το Διοικητήριο, έδρα του Διοικητή Αττικής Κωνσταντίνου Αξιώτη. Επίσης, ανάμεσα στα δημόσια καταστήματα, που με φιλοκαλία είχαν διακοσμηθεί,  μνημονεύτηκε από τον τύπο το κατάστημα της Βασιλικής Τυπογραφίας (Εθνικό Τυπογραφείο), δηλαδή το κτίριο στην οδό Σταδίου, που τώρα στεγάζεται το Πρωτοδικείο Αθηνών. Στη βάση φωτεινής πυραμίδας είχε αναγραφή το εξής επίγραμμα: Ει  το  καλώς   θνήσκειν αρετής  μέρος εστί μέγιστον ημίν εκ πάντων τούτ’ απένειμε τύχη· Ελλάδι γαρ  σπεύδοντες  ελευθερίην περιθήναι κείμεθ’ αγηράντω χρώμενοι ευλογίη [35].

Για άγνωστο λόγο δεν φωταγωγήθηκαν τα Ανάκτορα, παρά την εντολή του Βασιλέως Όθωνος [36]. Αν συνδυαστεί αυτό με την είδηση ότι ο Επιτετραμμένος της Βαυαρίας όχι μόνο δεν προσήλθε στη δοξολογία, αλλά ούτε ένα λυχνάρι δεν άναψε μια μέρα που ο γιος του Βασιλέα και Κυρίου του, ο τρισέβαστος Όθων, καθιέρωσε Εθνική σε ανάμνηση της παλιγγενεσίας της Ελλάδας [37], θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο εν λόγω διπλωμάτης και το προσωπικό των Ανα­κτόρων που επηρεαζόταν απ’ αυτόν κατείχοντο από δυσαρέσκεια, που προερχόταν πιθανόν από πολιτικές σκέψεις και από συνδυασμό της Εθνικής Εορτής με συνταγματικές εξελίξεις, ανεπιθύμητες για τους ίδιους.

Εορτασμοί ανάλογοι της Αθήνας πραγματοποιήθηκαν και στην επαρχία.

Το μέγα γεγονός της κήρυξης του Αγώνος της Ανεξαρτησίας και της επίτευξης της παλιγγενεσίας του Ελληνικού Έθνους με τον αγώνα αυτόν, εξακολούθησε στο εξής να εορτάζεται σχεδόν ανελλιπώς [38], ακόμη και κατά τη διάρκεια της εχθρικής κατοχής (1941-1944) [39]. Εορτάζεται μάλιστα πάντοτε με εθνική έξαρση, με τη δέουσα υποβλητικότητα και ευγνωμοσύνη των επιγόνων, την οφειλόμενη στη σημασία του και στις θυσίες των γνωστών και άγνωστων αγωνιστών [40].

 

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838 (παραμονή εορτής).

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838 (παραμονή εορτής).

 

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838. Για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1838, εξεδόθησαν δύο προγράμματα, στο ένα εκ των οποίων ανακοινώνονται οι τελετές της παραμονής 24ης Μαρτίου.

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838. Για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1838, εξεδόθησαν δύο προγράμματα, στο ένα εκ των οποίων ανακοινώνονται οι τελετές της παραμονής 24ης Μαρτίου.

 

Τα ισχύοντα σήμερα για εορτές και τελετές

 

Όπως ήδη σημειώθηκε, με τον Αναγκαστικό Νόμο της 25ης Νοεμβρίου 1967 με αριθμ. 198, η καθιέρωση δημόσιων εορτών για τις επετείους εθνικών ή ιστορικών γεγονότων πανελλήνιας ή τοπικής σημασίας ορίστηκε ότι συντελείται με διατάγματα που εκδίδονται με κοινή πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Στον Υπουργό των Εσωτερικών ανατέθηκε η μέριμνα της κατάρτισης, υπογραφής, δημοσίευσης και εκτέλεσης αυτών των διαταγμάτων.

Η οργάνωση και η τέλεση των καθιερωμένων δημόσιων τελετών, με τη διαδικασία αυτή, αλλά και όσων άλλων επισήμων τελετών αποφασίζονται εκτάκτως κάθε φορά από το Υπουργικό Συμβούλιο ή τον Πρωθυπουργό ή τον Υπουργό των Ε­σωτερικών, ανατέθηκε στο Υπουργείο των Εσωτερι­κών, εφόσον με τα οικεία διατάγματα προβλέπεται η καθολική συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών του κράτους, και στις κατά τόπους νομαρχίας, εφόσον προβλέπεται η συμμετοχή μόνον των αρχών στην περιφέρειά τους ή εφόσον πρόκειται για τοπικούς εορτασμούς από κάποιον δήμο ή κοινότητα.

Οι λεπτομέρειες του εορτασμού καθορίζονταν ανέκαθεν με την έκδοση ειδικού προγράμματος από την εκάστοτε αρμόδια αρχή, στο οποίο σημειώνονταν οι επί μέρους εκκλησιαστικές ή άλλες τελετικές εκδηλώσεις, εάν συμμετείχαν οι αρχές κ.λ.π. [41].

Με το διάταγμα της 30ής Οκτωβρίου 1970 (με αριθμ. 703), η αρμοδιό­τητα της οργάνωσης και τέλεσης των δημόσιων τελετών περιήλθε στους νομάρχες του κράτους, πλην του Νομάρχη Αττικής όσον αφορά στην περιφέρεια της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, ανεξάρτητα στις τελετές αυτές εάν είναι καθολική ή όχι η συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών του κράτους [42]. Η  αρμοδιότητα αυτή περιήλθε στο Νομάρχη Αττικής και για την περιοχή της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης λίγο αργότερα και μάλιστα με το διάταγμα της 9ης Μαρτίου 1972 (με αριθμ. 189) [43]. Στο εξής ο Νομάρχης Ατ­τικής κατέστη αρμόδιος και στο αντικείμενο αυτό, το οποίο του επιφυλάχθηκε μετά την αναδιοργάνωση της διοικήσεως της μείζονος πρω­τευούσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του διατάγματος της 30ής Δε­κεμβρίου 1972 (με αριθμ. 799) [44] και με το άρθρο 4 της κοινής απόφασης του Υπουργείου Προγραμματισμού και Κυβερνητικής Πολιτικής παρά τω Πρωθυπουργώ και του Υπουργού των Εσωτερικών της 11ης Δεκεμβρίου 1972 (με αριθμ. Λ7/6-1/10) [45], αλλά μόνον για τις επίσημες τελετές, στις οποίες συμμετέχουν όλες οι συντεταγμένες εξουσίες του κράτους [46]. Εάν δεν προβλέπεται κατ’ αυτές καθολική συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών ή εάν πρόκειται για τοπικούς εορτασμούς, αρμόδιοι είναι οι αναπληρωτές νομάρχες – προϊστάμενοι των τεσσάρων Διαμερισμάτων της Νομαρχίας Αττικής.

Ως εθνικές, ή δημόσιες με την παραπάνω έννοια, εορτές, που αναφέρονται μάλιστα σε επετείους εθνικών και ιστορικών γεγονότων πανελλήνιας σημασίας ορίσθηκαν με το διάταγμα της 25ης Φεβρουαρίου 1969 (με αριθμ. 157) [47] οι εξής: η 25η Μαρτίου, η 28η Οκτωβρίου και η 21η Απριλίου κάθε χρονιάς, η τελευταία για να τιμηθεί η Εθνική Επανάσταση της 21ης Απριλίου του 1967 [48]. Στις εορτές αυτές συμμετέχουν όλες οι συντεταγμένες εξουσίες (λειτουργίες) του Κράτους. Ορίστηκε επίσης ότι με συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών του Κράτους εορτάζονται και οι εξής ημέρες: η 1η Ιανουαρίου για το νέο έτος και η Ημέρα του έφεδρου πολεμιστή και της Πολεμικής αρετής των Ελλήνων [49], που εορτάζεται μαζί με την επέτειο της συντρι­βής των κομμουνιστοσυμμοριτών εις τον Γράμμο και το Βίτσι κατά την πρώτη Κυριακή μετά την 29ην Αυγούστου [50].

Τις ημέρες αυτές διατάσσεται γενικός σημαιοστολισμός σ’ όλη την επικράτεια απ’ την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου και φωταγώγηση των δημόσιων, δημοτικών και κοινοτικών καταστημάτων, καθώς επίσης και των καταστη­μάτων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των τραπεζών από τη δύση του ήλιου και μέχρι των πρωινών ωρών της επομένης της εορτής, ομοίως σ’ όλη την επικράτεια. Τα παραπάνω μέτρα, επειδή αφορούν όλη την επικράτεια, διατάσσονται από τον Υπουργό των Εσωτερικών.

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Διάταγμα περί τακτικού εορτασμού των αποβατηρίων του Όθωνος δεν επεσημάνθη. Βλ. εν τούτοις τον περί εορτασμού της 25ετηρίδος από της εν Ελλάδι αφίξεώς του Νόμον ΥΛΘ’ της 15ης Ιανουαρίου 1858, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», φ. 3 (14 Φεβρ. 1858). Οι προ του 1922 ημερομηνίες δίδονται κατά το παλαιόν ημερολόγιο.

[2] Β.Δ. της 29ης Ιανουαρίου 1859, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», φ. 5 (13 Φεβρ. 1859).

[3] Βλ. Βασιλικόν Διάταγμα (εφεξής: Β.Δ.) της 15ης Μαρτίου 1838, εφ. «Ο Ελλη­νικός Ταχυδρόμος», φ. 20 (20 Μαρτ. 1838)· εφ. «Αθήνα», φ. 518 (23 Μαρτ. 1838). Βλ. και ανακοίνωση της καθιερώσεως της επετείου ως εθνικής εορτής στην εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 17 (20 Μαρτ. 1838).

[4] Β.Δ. της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 31 (3 Σεπτ. 1843).

[5] Β.Δ. της 15ης Οκτωβρίου 1862, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 3 (27 Οκτ. 1862). Μετά την κατ’ Οκτώβριο κατάλυση της δυναστείας άρχισε νέα αρίθμηση των φύλλων της «Εφημερίδος τής Κυβερνήσεως» του έτους 1862.

[6] Β.Δ. της 19ης Οκτωβρίου 1935, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 483 (21 Οκτ. 1935).

[7] Ν.Δ. της 23ης Απριλίου 1924, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 94 (24 Απρ. 1924). Βραδύτερον ή 1η Μαΐου ορίσθηκε  ως ημέρα εόρτιος της Εργασίας. Ούτω διά του Αναγκ. Νόμου υπ. αριθμ. 606 της 4ης Απριλίου 1937 ή τελευταία εβδομάς του Απριλίου έκαστου έτους καθιερώθη ως «Εβδομάς Εργατικής Αμίλλης», ή δε πρώτη Μαΐου ως Ήμερα εορτασμού της Εργασίας. Βλ. «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 135 (9 ‘Απρ. 1937). Πρβλ. και τον Α.Ν. ύπ’ αριθμ. 380 της 25ης Απριλίου 1968 περί καθιερώσεως της 1ης Μαΐου ως ημέρας υποχρεωτικής αργίας, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 85 (26 ‘Απρ. 1968).

[8] Β.Δ. της 24ης ‘Οκτωβρίου 1944, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 4 (24 Οκτ. 1944). Ο τελούμενος εν Αθήναις κατ’ έτος και δη και εν τω χώρω της Ακροπόλεως την 12ην Οκτωβρίου εορτασμός επί τη επετείω της απελευθερώσεως της πόλεως εκ των στρατευμάτων κατοχής πραγματοποιείται δημοτική πρωτοβουλία τη κρατική συμπαραστάσει.

[9] Β.Δ. της 14ης Μαΐου 1889, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 126 (15 Μαΐου1889). Δια του διατάγματος τούτου ατόνησε ο εορτασμός των επετείων της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και της 11ης Οκτωβρίου 1862.

[10] Βλ. και τα διατάγματα της 3ης Απριλίου 1913, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 63 (5 Απρ. 1913)· της 11ης Ιουλίου 1917, Αυτόθι, φ. 140 (12 Ίουλ. 1917)· της 5ης Μαΐου 1921, Αυτόθι, φ. 81 (11 Μαΐου 1921)· της 7ης Δεκεμβρίου . 1922, Αυτόθι, φ. 265 (10 Δεκ. 1922)· της 2ας Αυγούστου 1924, Αυτόθι, φ. 184 (6 Αύγ. 1924)· της 15ης Α­πριλίου 1936, Αυτόθι, φ. 167 (18  Απρ. 1936)· της 9ης Μαΐου 1947, Αυτόθι, φ. 98 (15 Μαΐου 1947)· της 9ης Απριλίου 1964, Αυτόθι, φ. 64 (23 ‘Λπρ. 1964). Διά του δια­τάγματος της 9ης Μαΐου 1947 ή επέτειος της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης έπαυσε να εορτάζεται πανελληνίως ως εθνική εορτή. ‘Εκτοτε τιμάται αυτή ως τοπική εορτή.

[11] Θ. Π. Δηλιγιάννη και Γ. Κ. Ζηνοπούλου, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1869, σελ. 445 (σημ.).

[12]  «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ.215 (28 Νοεμβρ.1967).

[13] Αγόρευση Ρήγα Παλαμήδη, 26 Μαρτ. 1856, Πρακτικά των Συνεδριάσεων τής Γερουσίας (Δ’ Βουλευτική Περίοδος, 3η Σύνοδος), Εν Αθήναις 1855, σελ. 329 -330.

[14] Ι. Φιλήμονος, Δοκίμων Ιστορικόν περί τής Ελληνικής Επαναστάσεως, τομ. Γ’, Εν Αθήναις 1859, σελ. κβ’ και έξης.

[15] Α. π. Δ α σ κ α λ ά κ η, Η έναρξις της Έλληνικής Επαναστάσεως τον 1821, σελ. 28, σημ. 3 (σελ. 29 -30).

[16] Εφ. «Ελληνικά Χρονικά», έτος Β’, φ. 1 (3 Ίαν. 1825). Πρβλ. Σ π. Π. Λάμπρου, «Ή Λ’ Ιανουαρίου και η Ελληνική Ελευθερία», Λόγοι και Άρθρα, 1878-1902, Εν Αθή­ναις 1902, σελ. 552-554.

[17] Βλ. σχετική αναφορά του Δημάρχου Ναυπλιέων προς τον Βασιλέα Όθωνα, 1379/9 Ιαν. 1836, ΓΑΚ, Οθωνικόν Αρχείων (Υπ. Εσωτερικών).

[18] Β.Δ. της 22ας Νοεμβρίου 1833, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», φ. 40 (12 Δεκ. 1833).

[19] Αγόρευσις Ρήγα Παλαμήδη, 26 Μαρτ. 1856, Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Γερουσίας, σελ. 330.

[20] Βλ. ΓΙ α ν. Σούτσου, Επιστολή, εφ. «Αθηνά», φ. 1062 (30 Οκτ. 1843), εν ή αναφέρει ότι διατελών σύμβουλος (τμηματάρχης) εν τη Γραμματεία των Εσωτερικών τω 1834, εισηγήθη αυτός πρώτος δι’ υπομνήματος του «την σύστασιν Εθνικής Εορτής . . . κατά την 25 Μαρτίου .. .», επικαλούμενος επί του προκειμένου την μαρτυρίαν του Ι. Κωλέττη.

[21] Αυτόθι, σελ. 330 – 331

[22] Βλ. Ν. Δ. Λ ε β ί δ ο υ, «Η Ελληνική Επανάστασις», εφ. «Αθήναι», φ. 5 Μαΐου 1916.

[23] Βλ. σχετικά τις εφημερίδες: «Η Φήμη», φ. 108 (26 Μαρτ. 1838)· «Αθηνά», φ. 519 (26 Μαρτ. 1838)· «Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος», φ. 22 (27 Μαρτ. 1838). Βλ. και Γιάν­νη Β λ α χ ο γ ι ά ν ν η, ((Δοξασμένη Μέρα», Ενθ’ άνωτ. Πρβλ. Ιουλίας von Ν ο γ -denpflucht (Κυρίας της τιμής της Βασιλίσσης Αμαλίας), «Επιστολαί Κυρίας τής τιμής εν Αθήναις προς φίλην της εν Γερμανία (Κυρίαν von Sahorst), 1837 – 1842», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τομ. Η’, Εν Αθήναις 1923, σελ. 435-436.

[24] Περί του εορτασμού εξεδόθησαν δύο προγράμματα, το ένα εκ των οποίων περιλαμβάνει και τελετικάς εκδηλώσεις αναγομένας εις την προτεραία της εορτής. Ανεξάρτητα από αυτό, παρατηρούμε διάφορες εκδηλώσεις που αναφέρονται στην ημέρα της Εθνικής Εορτής.

[25] Εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 19 (27 Μάρτ.1838).

[26] Εις την προπαρασκευή φαίνεται ότι έλαβε μέρος και η Εκκλησία. Κατά την προτε­ραίαν φέρεται ότι εγένοντο αγρυπνίαι εις όλους τούς ναούς. Βλ. εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 18 (24 Μαρτ.1838).

[27] Ο προεπαναστατικός ενοριακός ναός τής Άγιας Ειρήνης υπέστη σοβαρές καταστροφές κατά τον Αγώνα, προστεθείσας εις την φθοράν εκ του χρόνου, διό αρχομένου του 1835 επεδιώχθη υπό της Δημογεροντίας των Αθηνών ή επισκευή αυτού. Συγχρόνως ωρίσθη ούτος – ως καθεδρικός ναός. Βραδύτερον απεφασίσθη ή πλήρης κατεδάφιση του ναού και η οικοδόμηση νέου, η οποία άρχισε να πραγματοποιείτε  το 1846. Βλ. Γ. Π. Παρασκευοπούλου, Οι Δήμαρχοι των Αθηνών, 1835- 1907, Έν Αθήναις 1907, σελ. 35″ Δ. Γρ. Καμπού-  ρ ο γ λ ο υ, Αι παλαιοί Αθήναι, Εν Αθήναις 1922, σελ. 241″ Κ. Μ π ί ρ η, ΑΙ Αθήναι από τον 19ον εις τον 20όν Αιώνα, Έν Αθήναις L966, τόμ. Α’, σελ. 136 – 137.

[28] Βλ. τα σχετικά σχόλια εις τας μνημονευομένας ανωτέρω αθηναϊκάς εφημερίδας.

[29] Εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 19 (27 Μαρτ. 1838).

[30] Βλ. και σχετική είδηση στην εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 17 (20 Μαρτ. 1838),: «διάφοροι πολίται, κάτοικοι των Αθηνών, ετοιμάζονται να συνευφρανθώσι μετά των οικογενειών των προς τα μέρη του ναού του Ολυμπίου Διός την 25 Μαρτίου, διά να πανηγυρίσωσι την εθνικήν εορτήν, ήτις εις το έξης θέλει ανακαλεί εις την μνήμην μας την πρώτην λαμπράν ημέραν της ελευθερίας μας. Επαινούμεν και ημείς τον σκοπόν αυτόν και ευχόμενα να εϋρωσι πολλούς μιμητάς διά να καθιερωθή αυτή ή συνήθεια. Όσον η ευωχία της Καθαράς Δευτέρας είναι άτοπος, τόσον ή της 25 Μαρτίου είναι και εύλογος και επαινετή. Ο,τι άγαπα τις με υπερβολήν, τούτο και τον προκαλεί εις διάχυσιν. Και τι τερπνότερον από την ελευθερίαν της πατρίδος!». Ως γνωστόν οι Αθηναίοι κατά την Καθαράν Δευτέραν μετέβαινον εις τον χώρον του Ναού του Ολυμπίου Διός προς αναψυχή.

[31] Εφ. «Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος», φ. 22 (27 Μαρτ. 1838).

[32] Αυτόθι.

[33] Εφ. «Αθηνά», φ. 519 (26 Μαρτ. 1838). Πρβλ. περιγραφή του επεισοδίου και στην εφ. «Η Φήμη», φ. 108 (26 Μαρτ. 1838). Οι μνημονευόμενοι αδελφοί είναι οι Δη­μήτριος (Μητρός) και Γεώργιος Λέκκας.

[34] Εφ. «Αθηνά», φ. 519 (26 Μαρτ. 1838).

[35] Εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 19 (27 Μαρτ. 1838). Το επίγραμμα αποδίδεται εις τον Σιμωνίδην τον Κεΐον. Βλ. ΑΡ, 7, 253

[36] Εφ. «Η Φήμη», φ. 108 (26 Μαρτ. 1838).

[37] Αυτόθι

[38] Πραγματικά ο εορτασμός σε ελάχιστες περιπτώσεις δεν πραγματοποιηθεί. Βλ. για παράδειγμα τα της ματαιώσεως του εορτασμού τω 1839, ένεκα διπλωματικών λόγων, εν Ι.   Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Εν Αθήναις 1907, τόμ. Β’, σελ. 99.

[39] Κατά το 1942 η Εθνική Εορτή εορτάσθει  στην  Αθήνα κατά το καθιερωμένο τυπικό, ενώ κατά το 1943 καμία επίσημη  εκδήλωση δεν έγινε και κατά το 1944 κατετέθη στέφανη στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου αλλά δεν ετελέσθη δοξολογία στον Καθεδρικό Ιερό Ναό.

[40] Σημειωτέον ότι διά του Β.Δ. της 23ης Μαρτίου 1846, μετά από πρόταση  των Υπουργείων Εσωτερικών και  Εκκλησιαστικών, απεφασίσθη ως «καθήκον οφειλής και δικαιο­σύνης» όπως: «Κατά την 25 Μαρτίου εκάστου έτους θέλει τελείσθαι μνημόσυνον όλων των υπέρ τής αυτονομίας της πατρίδος πεσόντων Ελλήνων τε και φιλελλήνων και επιτάφιος λό­γος έκφωνεισθαι εις τιμήν της μνήμης αυτών». Το διάταγμα αυτό δυστυχώς  ατόνησε.

[41] Η εκδίδουσα το πρόγραμμα αρχή προσκαλεί τούς εκπροσώπους των συντεταγμένων εξουσιών, ως και άλλους επισήμους, επί τη βάσει κατηρτισμένου παρ’ αυτής καταλόγου. Κατά το αρθρ. 10 του Νομ. Διατ. ύπ’ αριθμ. 4260/12 Νοεμβρ. 1962: «Ή κατά τας επισήμους τελετάς και εορτάς σειρά προβαδίσματος των προσκαλουμένων εκ των δημοσίων αρχών, οργα­νισμών και ιδρυμάτων, ρυθμίζεται μόνον δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών, καταργουμένης πάσης άλλης διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως το θέμα. Η απόφασις αύτη εκδίδεται μετά γνώμην επιτροπής, συνιστώμενης υπό του Υπουργού των Εσωτερικών». Έκ των πρα­γμάτων ή κατά ταύτα απόφασις περί σειράς προβαδίσματος δεν είναι δυνατόν να περιλαμβάνη πρόσωπα καλούμενα εις ειδικούς ή επί μέρους εορτασμούς. Αναφέρεται βασικώς εις πρόσωπα καλούμενα εις τας νενομοθετημένας επισήμους τελετάς, κατά τας οποίας, όμως, ως και κατά τας άλλας, είναι δυνατόν να κληθούν και πρόσωπα μη προβλεπόμενα εν τη σειρά του προβαδί­σματος ή και να μη κληθούν πρόσωπα (ιδία γενικώς προσδιοριζόμενα) περιλαμβανόμενα εν αύτη. Παλαιότερον τα προγράμματα των εν Αθήναις τελετών ανέφερον και τους παρευρεθησομένους, επέχοντα, ούτος ειπείν, και θέσιν προσκλήσεως. Από τίνος τούτο δεν εφαρμόζεται εν Αθήναις, άλλ’ αποστέλλονται εις τούς καλουμένους προσωπικαί προσκλήσεις μετά του αναφερόντος τας τελετικάς εκδηλώσεις προγράμματος.

[42] «Εφημερίς της Κυβερνήσειος», τευχ. Α’, φ. 235 (5 Νοεμβρ. 1970).

[43] «Εφημερις της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 41 (18 Μαρτ. 1972).

[44]  «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 240 (30 Δεκ. 1972).

[45]  «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Β’, φ. 1097 (15 Δεκ. 1972).

[46] Έκτος των ανωτέρω τελετών ο Νομάρχης Αττικής κατ’ εφαρμογήν της νέας περί αποκεντρώσεως νομοθεσίας είναι εφεξής αρμόδιος διά την διοργάνωσιν και εκτέλεσιν των αναφερομένων εις τας θρησκευτικάς τελετάς της περιφοράς του Επιταφίου και της Αναστάσεως προγράμματος. Κατά τας τελετάς ταύτας προσκαλοΰνται και μετέχουν αι συντεταγμέναι εξουσίαι του κράτους.

[47] «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Λ’, φ. 46    (11 Μαρτ. 1969).

[48] Κατά το 1968 η πρώτη επέτειος της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967 εωρτάσθη συμφώνως τη ύπ’ αριθμ. 33077/16 Απριλίου 1968 αποφάσει του Υπουργού των Εσωτερικών.

[49] Η Ημέρα του εφέδρου πολεμιστού και της Πολεμικής αρετής των Ελλήνων καθιερώθη το πρώτον διά του Β.Δ. της 13ης Φεβρουαρίου 1959, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Λ’, φ. 32 (21 Φεβρ. 1959), και προσδιωρίσθη διά την πρώτην Κυριακήν μετά την 29ην Αυγούστου εκάστου έτους.

[50] Διά του Β.Δ. ύπ’ αριθμ. 702 της 19ης Αυγούστου 1966, επί τω σκοπώ όπως η επέτειος των νικηφόρων κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών μαχών εις το Βίτσι και τον Γράμμον κατά την 15ην και 28ην Αυγούστου 1949 τιμάται ως προσήκει και αποδίδωνται τιμαί ες ένδειξιν πανελλη­νίου ευγνωμοσύνης προς τούς ηρωικούς νεκρούς των εθνικών τούτων αγώνων, ωρίσθη ή αύτη πρώτη Κυριακή μετά την 29ην Αυγούστου εκάστου έτους ως ημέρα επισήμου τελετής καθ’ όλην την επι­κράτειαν. Βλ. «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 167 (31 Αύγ. 1966). Διά του Β.Δ. ύπ’ αριθμ. 157/25 Φεβρ. 1969 απεφασίσθη ο συνεορτασμός τής Πολεμικής αρετής των Ελλήνων, της Ημέρας του έφεδρου πολεμιστού και της συντριβής των κομμουνιστοσυμμοριτών εις τον Γράμμον και το Βίτσι. Βλ. και Διαταγήν Υπουργείου Εσωτερικών, 20431/15 Μαΐου 1973, περί των κατ’ έτος και κατά τετραετίαν ειδικών τελετικών εκδηλώσεων εν τω εν λόγω συνεορτασμώ.

 

Γεώργιος Δ. Δημακόπουλος

Εντεταλμένος Υφηγητής της Ιστορίας της Ελληνικής Διοικήσεως

στην Πάντειο Ανώτατη Σχολή Πολιτικών Επιστημών

Νομάρχης Αττικής

«Η καθιέρωσις της Εθνικής Εορτής της 25ης Μαρτίου εν έτει 1838», ‘Εκδοσις: Νομαρχιακή Επιτροπή Λαϊκής Επιμορφώσεως Αττικής, Εν Αθήναις, Μάιος, 1973*.    

* Απόδοση στη σύγχρονη ελληνική για χάρη των νέων αναγνωστών. Οι υποσημειώσεις παρέμειναν όπως στο πρωτότυπο του 1973.

Read Full Post »

Η Βδέλλα – Η Εμπορία της Επί Όθωνα και τα Προβλήματα των Απροσέκτων


 

Η βδέλλα, κοινώς αβδέλλα, «είναι σκώληξ υδρόβιος, προσκολλόμενος και απομυζών, δίκην παρασίτου». Η λέξη παράγεται από το «βδάλλω» που ση­μαίνει αρμέγω. Είναι γένος ζωνοσκωλήκων της οικογένειας των γναθοβδελλιδών. Οι Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς αναφέρονται συχνά στον ζωνοσκώληκα αυτόν, επομένως οι βδέλλες ήταν γνωστότατες από τα αρχαία χρόνια.

Οι βδέλλες έχουν σώμα επίμηκες που συστέλ­λεται, μαλακό, ανώμαλα κυλινδρικό και πεπιε­σμένο στο πρόσθιο μέρος, όπου και η κεφαλή των, που καταλήγει στην στοματική κοιλότητα, η οποία είναι δίχειλη, με επίμηκες το άνω χεί­λος. Οι σιαγόνες είναι τρεις, μεγάλες, αιχμηρές και πολυοδοντωτές στο ελεύθερο άκρο των. Οι οφθαλμοί, ανάλογα με το είδος των βδελλών, διαφέρουν κατά τον αριθμό. Συνήθως είναι δέκα, ανά ζεύγη, σε κυρτή γραμμή, κατά το πρόσθιο τμήμα του σώματος. Ακριβώς στο αντίθετο μέρος του σώματος βρίσκεται το άνοιγμα της έδρας. Και τα δύο άκρα της βδέλλας, στόμα και έδρα, χρησιμεύουν ως όργανα σύλληψης, κα­θώς και για να προσκολλάται αυτή στα διάφορα έμψυχα ή άψυχα αντικείμενα.

Οι βδέλλες είναι ζώα «ανδρόγυνα». Τα γεν­νητικά των όργανα, αρσενικά και θηλυκά, βρί­σκονται κατά το πρόσθιο τμήμα του ιδίου αυτού ζώου. Το χρώμα τους είναι άλλοτε μελανό, άλλοτε φαιοπράσινο… Τις συναντάμε σχεδόν σε όλη την επιφάνεια της γης.

Οι βδέλλες γενικά τρέφονται σε βάρος των άλλων ζώων (μαλακίων, κλπ), των οποίων απορροφούν το αίμα ή τα τεμαχίζουν και τα κα­ταπίνουν.

Αυτά, από την Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλο­παίδεια (Μ.Ε.Ε. – 1930), όπως και τα επόμενα.

 

Η βδέλλα στην Ιατρική:

 

Μεταξύ των διαφόρων ειδών της βδέλλας, βρίσκεται και η «βδέλλα η ιατρική», που χρησι­μοποιήθηκε για μικρές αφαιμάξεις (αφαίρεση αίματος). Πρώτος την αναφέρει ο Νίκαρχος.

Η βδέλλα, όταν χορτάσει αίμα, αποκολλάται, δηλαδή πέφτει μόνη της. Για την επιτάχυνση της πτώσης βρέχεται με άλμη (αλατόνερο) το μέρος στο οποίο έχει προσκολληθεί. Με τον ίδιο τρόπο αποκολλάται η βδέλλα, αν, κατά την πό­ση νερού από πηγή, τύχει να εισέλθει στο στό­μα και να προσκολληθεί στον ανθρώπινο λαιμό. Αν πέσει στο στομάχι, χορηγείται εμετικό. Αν εισδύσει στο «ορθόν», ενεργούνται αλατούχοι υποκλυσμοί. Αν δεν αποκολλάται, διαιρείται με το ψαλίδι. Η βίαιη απόσπασή της αποφεύγε­ται…

Αξίζει να σημειωθεί ότι: Σε στήλες που βρί­σκονται στο Μουσείο της Επιδαύρου, αναφέρο­νται 43 ιάματα (θεραπευτικά), μεταξύ των οποί­ων και ίαμα κατά της κατάποσης βδελλών. Να προστεθεί ότι μία εύρωστη βδέλλα, απο­μυζά περί τα 16 γραμμάρια αίματος. Για μια μέ­τρια αφαίμαξη χρειάζονται 8-10 βδέλλες. Στο εμπόριο «φέρονται οι βδέλλες υπό πέντε διάφορες κατηγορίες… Από τινων ετών η τιμή των βδελλών ηύξησε καταπληκτικός».

 

Βδελλοκομία:

 

Λόγω της εξαφάνισης βδελλών από πολλά φυσικά τέλματα (λιμνάζοντα νερά), άρχισαν να καλλιεργούνται οι βδέλλες σε τεχνητά. Η μεγαλύτερη εξαγωγή βδελλών γίνεται από την Ασιατική Τουρκία και την Περσία, όπου η βδελλοκομία, κατά τα τελευταία χρόνια, έλαβε καταπληκτική ανάπτυξη.

Τελικά, να σημειωθεί ότι: Η χρήση βδελλών για αφαιμάξεις, μειώθηκε σημαντικά κατά τα τελευταία χρόνια (ΜΕ.Ε. – 1930). Να σημειωθεί επίσης ότι: Αφαιμάξεις γίνο­νταν και στα κουρεία και στα κομμωτήρια.

 

Θεσσαλονίκη, πωλητές βδελλών, 1914. Το επάγγελμα του αβδελά ξεκινάει τον 19ο αιώνα και η ακμή του φτάνει μέχρι το 1953-54.

Θεσσαλονίκη, πωλητές βδελλών, 1914. Το επάγγελμα του αβδελά ξεκινάει τον 19ο αιώνα και η ακμή του φτάνει μέχρι το 1953-54.

 

1836: Το εμπόριο βδελλών επί Όθωνα.

 

Διάταγμα

Περί εξαγωγής βδελλών.

ΟΘΩΝ ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

 

Έχοντας σκοπό να περιορίσει την μεγάλη εξα­γωγή βδελλών έξω από το κράτος, για να μην εξα­ντληθεί ένα από τα πλέον αναγκαία θεραπευτικά μέσα·

Επειδή νομίζει ότι η ελεύθερη και απεριόριστη, από τον κάθε τυχαίο, και μάλιστα από εταιρείες που σχηματίσθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό, εξαγωγή των ζωυφίων αυτών, μπορεί να προκαλέσει γρήγο­ρα την υπερτίμησή των·

Για να αποφύγει, αφ’ ετέρου, την χρήση απαγο­ρευτικών μέσων νια την γενική εξαγωγή τους, για να μην αφαιρέσει από το εμπόριο ένα αντικείμενο, του οποίου η μέτρια διαχείριση μπορεί να αποφέ­ρει όφελος στο δημόσιο ταμείο, πόρο και μέσον ανταλλαγής με άλλα κράτη· (για όλα αυτά),

Στην πρόταση, της επί των Οικονομικών Γραμ­ματείας (του τότε Υπουργείου Οικονομικών), διατάζει τα ακόλουθα:

  1.  Η αλιεία, για εσωτερική χρήση είναι απολύ­τως ελεύθερη στον καθένα μέσα στις λίμνες, οι οποίες βρίσκονται κοντά στα λιμάνια, των οποίων η εξαγωγή παραχωρήθηκε αποκλειστικά σε κά­ποιους, με ενοικίαση.
  2.  Το δικαίωμα εξαγωγής βδελλών έξω από το κράτος, από λίμνες που γειτονεύουν σε διάφορα λιμάνια του βασιλείου, θα εκτεθεί σε δημοπρασία και θα παραχωρηθεί σ’ αυτόν πουθα πλειοδοτή­σει. Η διαίρεση των λιμνών κατά λιμάνια, θα προσδιορισθεί από την επί των Οικονομικών Γραμματεία…
  3.  Η ενοικίαση του δικαιώματος αυτού θα γίνει προς το παρόν για δύο μόνο χρόνια.
  4.  Ο ενοικιαστής είναι υποχρεωμένος να προμη­θεύει τα δημόσια και δημοτικά νοσοκομεία με την προσδιορισμένη, από τον ιατρό του Νομού, ποσό­τητα βδελλών, με τιμή που δε θα υπερβαίνει τα δύο λεπτά την μία. Στην ίδια τιμή υποχρεούται να πωλεί και σε όλους σε περίπτωση έκτακτης επιδη­μίας… (Με μια τρύπια δεκάρα αγόραζαν 5 βδέλ­λες).
  5.  Οι εξαγόμενες από τον ενοικιαστή βδέλλες, είναι ελεύθερες από κάθε τελωνειακό δικαίωμα.
  6.  Απαγορεύεται στο εξής η εξαγωγή βδελλών, η οποία θεωρείτο λαθρεμπόριο, όσες φορές ο έμπορος που εξάγει, δεν είναι εφοδιασμένος με επίσημο έγγραφο…, με το οποίο να αναγνωρίζεται ενοικιαστής του δικαιώματος της εξαγωγής.
  7.  Η λαθραία εξαγωγή των βδελλών, υπόκειται στις περί λαθρεμπορίου διατάξεις. «Η συλληφθείσα ποσότης βδελλών είναι προς όφελος του ανακαλύπτοντος». (Παραχωρούσε, λοιπόν, κίνητρα, για την δίωξη του λαθρεμπορίου).
  8.  Όσες φορές μεταφέρονται βδέλλες από ένα λιμάνι του βασιλείου, προς άλλο λιμάνι, για εσω­τερική χρήση, δίνεται εγγύηση στο Τελωνείο του πρώτου… Συγχρόνως ειδοποιείται το Τελωνείο του δευτέρου, με φροντίδα του ενοικιαστή, και για το όνομα του πλοίου και για το ποσόν και το μέγε­θος των δοχείων με τις βδέλλες.
  9.  Όσες φορές ανακαλυφθεί ότι οι βδέλλες δεν έφθασαν στο λιμάνι του προορισμού των, ούτε σε άλλο λιμάνι του βασιλείου…, η εγγύηση που δό­θηκε, κατάσχεται προς όφελος του ενοικιαστή των λιμνών, στις οποίες αλιεύθηκαν οι βδέλλες, εκτός των εκτάκτων περιπτώσεων της ανάγκης.
  10.  Η εγγύηση που θα δίνεται θα ανέρχεται στο 8πλάσιο της αξίας των βδελλών…
  11.  Παρακαταθήκη ή εγγύηση είναι περιττή, εάν οι βδέλλες που πρόκειται να μεταφερθούν σε κάποιο μέρος του βασιλείου, δεν ξεπερνούν τις πεντακόσιες (500).
  12.  Το παρόν διάταγμα θέλει δημοσιευθεί δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Ο Ημέτερος Γραμματεύς της Επικρατείας Δρό­σος Μανσόλας παραγγέλλεται να προσυπογράψη, το δε Ημέτερον Υπουργείον των Οικονομικών να δημοσιεύση και εκτελέση αυτό.

 Εν Αθήναις τη 19 Φεβρουαρίου (2 Μαρτίου) 1836.

 ΟΘΩΝ

 ΑΡΜΑΝΣΠΕΡΓ                                        ΔΡ. ΜΑΝΣΟΛΑΣ

Αρχιγραμματεύς της Επικρατείας              Γραμμ. της Επικρατείας επί των Εσωτερικών

Γ. ΛΑΣΑΝΗΣ

επιφορτισμένος την επιμέλειαν της διευθύνσεως των Οικονομικών

Το, με 19 Φεβρουαρίου του 1836 με το πα­λαιό ημερολόγιο, 2 Μαρτίου με το νέο, και από 12 άρθρα αποτελούμενο, διάταγμα αυτό του Όθωνα, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυ­βερνήσεως στις 3 Μαρτίου, με α/α 8, από το «δικό» του Υπουργείο των Οικονομικών.

 

Οι βδέλες στην Τήνο

 

Το εάν οι βδέλλες, στα χρόνια εκείνα του Όθωνα, αποτελούσαν και στην Τήνο αντικείμε­νο εμπορίου, αυτή την στιγμή δεν το γνωρίζω. Θυμάμαι, όμως, πολύ καλά από τα παιδικά μου χρόνια, αφού και εγώ απέκτησα τότε προ­σωπικές εμπειρίες, ότι οι βδέλλες αποτελούσαν πρόβλημα για τους ευρισκόμενους στα κτήματά των Τηνιακούς, καθώς και για τα ζώα των.

Συγκεκριμένα: Στις εξοχές της Τήνου υπήρ­χαν και υπάρχουν πηγές με ποτίστρες για τα ζώα. Σε μερικές υπήρχε και «ξυνάρι» για τους ανθρώπους. Σε κάποιες από τις άλλες πηγές, υ­πήρχε «κρατούνι», φλασκί, κονσερβοκούτι ή άλλο αντικείμενο, από το οποίο έπιναν οι άν­θρωποι νερό, που το έπαιρναν από τις ποτίστρες των ζώων. Όπου δεν υπήρχαν αυτά, ο διψασμένος έσκυ­βε ή γονάτιζε και έπινε νερό από τις ποτίστρες των ζώων, πράγμα γνωστό και συνηθισμένο. Όμως, εάν το νερό της πηγής δεν ήταν αρκε­τό, για να ανανεώνεται συνέχεια και καλά, και στο τυχόν κοίλωμα – γούβα του ξυναριού και στις ποτίστρες των ζώων, τότε το νερό «έπιανε» βδέλλες.

Και θυμάμαι ότι σε πολλές ποτίστρες εξοχι­κών πηγών, οι γείτονες, εάν είχαν, έλιωναν ασβέστη μέσα στις ποτίστρες, για να τις εξοντώ­σουν. Όμως αυτό δεν συνέβαινε πάντοτε. Έτσι τα ζώα, συχνά – πυκνά, κατά το καλο­καίρι, «έπιναν» βδέλλες, πράγμα που γινόταν αντιληπτό από το αίμα που παρουσιαζόταν στα ρουθούνια των βοειδών. Και τότε, όπως και εγώ είδα αρκετές φορές, ο ένας κρατούσε ανοικτά τα χείλη ή το στόμα του ζώου, και ο άλλος με ένα φύλλο συκιάς στο χέρι, γιατί το φύλλο της συ­κιάς είναι «αδρύ» από τη κάτω πλευρά του, έ­πιανε την βδέλλα με προσοχή και την αποσπού­σε, αφαιρούσε, όπως γνωρίζουν και οι μεγάλης ηλικίας Τηνιακοί, που προέρχονται από γεωργι­κές οικογένειες. Βέβαια, κάποιες φορές, βδέλλες «έπιναν» και οι άνθρωποι.

 

1886: Θάνατος από βδέλλα

 

Την Κυριακή, 11 Αυγούστου 1886, απεβίωσε στο χωριό Τριαντάρος ο 12ετής Ματθαίος, γιος του Αντωνίου Ν. Σανταμούρη. Ο μικρός Ματ­θαίος είχε καταπιεί μικρή βδέλλα, 12 ημέρες πριν τον θάνατό του, που προσκολλήθηκε στο λάρυγγά του και από την οποία προήλθε ο θάνα­τός του «υπό τα φαινόμενα πνιγμονής, διότι η εξαγωγή αυτής (της βδέλλας) υπήρξεν εντελώς αδύνατος δια των συνήθων μέσων».

Η είδηση από την εφημερίδα «Η Ηχώ της Τή­νου» (φ. 173/17.8. 1886) που εύχεται το δυστύ­χημα να γίνει μάθημα στους γονείς, οι οποίοι πρέπει να απαγορεύουν στα παιδιά των να σκύ­βουν και να πίνουν νερό απ’ ευθείας από τις πο­τίστρες, «ως κτήνη».

Είναι αλήθεια, γράφει στην συνέχεια, ότι ένε­κα της κακής αυτής συνήθειας, πολλοί στην Τή­νο καταπίνουν βδέλλες που εκβάλλονται τυχαία ή τεχνητά, ή πέφτουν στο στομάχι, χωρίς να προξενήσουν κάποια βλάβη. Συνιστά μεγάλη προσοχή σ’ αυτούς που έχουν την κακή συνήθεια, και καταλήγει: «Οι παλαιοί είχον εις όλα τα φρέατα των εξο­χών δοχεία κατάλληλα, επί τω σκοπώ του να αποφεύγωσι την κατάποσιν βδελλών».

Εγώ σ’ αυτά να προσθέσω ότι ήταν απλά θέ­μα τύχης. Και ότι μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα, που καλλιεργούνταν εντατικά η Τήνος, δεκάδες Τηνιακοί κάθε μέρα, μικροί και μεγά­λοι, ευρισκόμενοι στα κτήματά των, αν και γνώ­ριζαν τον κίνδυνο, έσκυβαν και έπιναν νερό για να ξεδιψάσουν, κατά τους καλοκαιρινούς μή­νες.

Σχετικά με τον άτυχο μικρό Τριανταρίτη του 1886, να σημειώσω πιο απλά, ότι, η βδέλλα επί 12 ημέρες προσκολλημένη στο λαιμό του, απο­μυζούσε το αίμα του, αναπτύχθηκε και τελικά τον έφραξε…

 

Επέμβαση στα Υστέρνια

 

Το «Εγχώριο» αυτό της «Ηχούς» του 1886, είχα μεταφέρει στο «Κυκλαδικόν Φως» τον Ιού­νιο του 1996, δηλαδή 110 χρόνια μετά και πριν 12 χρόνια από σήμερα (2008), με τα «Εγχώρια» του χρόνου εκείνου. Και είχα πρόσθεσα τότε, στο «Κυκλαδικόν Φως», και την δική μου παιδική περιπέτεια, που με την άδειά σας. θα την μεταφέρω και εδώ:

Μεγάλωσα στα Υστέρνια, κοντά στους γονείς της μητέρας μου, όπου έμεινα μέχρι τα 12 χρό­νια μου ως μαθητής του δημοτικού σχολείου των Υστερνίων, και ευτυχώς, έχοντας δάσκαλό μου τον Κωνσταντίνο Καρδαμίτση, στον οποίο οφείλω πολλά.

Παρά τις συστάσεις, έσκυβα και εγώ και έπι­να νερό, όπως και όλα τα παιδιά του χωριού, από τις εξοχικές πηγές. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, πριν δη­λαδή από 75 χρόνια περίπου, εμφανίσθηκε αίμα στα ρουθούνια μου, ενώ ένιωθα και μιαν ενό­χληση στον λαιμό, που μεγάλωνε μέρα με τη μέ­ρα. Όταν διαπιστώθηκε ότι αιτία ήταν μία βδέλ­λα, μου έδιναν αλατόνερο και έκανα συνεχώς γαργάρες με αυτό για να αποκολληθεί.

Οι μέρες περνούσαν. Εγώ συνέχιζα τις γαργά­ρες με το αλατόνερο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Και απ’ ό,τι θυμάμαι, χωρίς να έχω συναίσθηση του κινδύνου που διέτρεχα. Και ακόμη, χωρίς να μου κινήσουν την υποψία οι χαμηλόφωνες συζητήσεις του παππού, της γιαγιάς και της θεί­ας. Τελικά, μία μέρα ο παππούς με πήγε στο σπί­τι της Αγγελικής, συζύγου του Λευτέρη του Αθανάση, όπως τον έλεγαν, Ρήγος το επώνυμο, που είχε το σιδηρουργείο και το ελαιοτριβείο στα Υστέρνια, κοντά στην εκκλησία της «Ευβλεπούσας». Στο σπίτι της Αγγελικής, που ήταν, ανηφορί­ζοντας στον κεντρικό δρόμο των Υστερνίων δε­ξιά, πριν στρίψουμε αριστερά προς το ιερό της Αγίας Παρασκευής έγινε η … «επέμβαση».

θυμάμαι, λοιπόν, ότι η Αγγελική, με την στε­νή άκρη ενός κουταλιού που κρατούσε, πίεζε την γλώσσα μου προς τα κάτω. Με μία «τσιμπί­δα» στο άλλο χέρι, από αυτές που χρησιμο­ποιούν οι γυναίκες για να αφαιρούν τρίχες από τα φρύδια τους κατόρθωσε, μετά από αρκετή ώρα και πολλές και επίμονες προσπάθειες, να πιάσει επί τέλους την βδέλλα και να την απο­σπάσει από τον λαιμό μου, η οποία είχε αναπτυ­χθεί αρκετά, απομυζώντας το αίμα μου. Και ασφαλώς, κάποια στιγμή, θα έφραζε τον λαιμό μου, οπότε θα είχα και εγώ την τύχη του άτυχου Τριανταρίτη, του 1886, εάν…

«Ξανασκέπτομαι την περίπτωσή μου και κατα­λήγω στο απλό συμπέρασμα: Ή εγώ ήμουν πολύ τυχερός ή η Υστερνιώτισσα Αγγελική, σύζυγος Ελευθερίου Ρήγου, κόρη του Κων/νου Παλαμάρη ή Καΐρη, ήταν πανάξια. Την θυμάμαι πάντα με ευγνωμοσύνη».

Με αυτήν την φράση έκλεινα το «Εγχώριο» στον «Κυκλαδικόν Φως» το 1996. Σήμερα, 2008, περίπου 75 χρόνια μετά από ε­κείνη την παιδική μου περιπέτεια, βρίσκομαι ακόμη στη ζωή, και ταλαιπωρώ και σένα… απομυζώντας αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο σου, φίλη, φίλε, αναγνώστη…

 

Στέφανος Νικ. Δελατόλας*

Τηνιακά Σύμμεικτα, τεύχος 9ο, Ιούνιος – Σεπτέμβριος, 2008.  

* Ο Στέφανος Δελατόλας (1924 – 2011) ασχολήθηκε με την ιστορία και τον πολιτισμό της Τήνου.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Όθωνας (Όττο φον Βίττελσμπαχ – Otto von Wittelsbach) 1815-1867


 

Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Ο Όθωνας, σε νεαρή ηλικία. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850), ο οποίος συνάντησε των Όθωνα στο Ναύπλιο το 1833.

 

Ο Όθωνας, σε νεαρή ηλικία. Επιχρωματισμένη λιθογραφία του Gilles, έργο, εκ του φυσικού, του  Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).

Ο Όθωνας, σε νεαρή ηλικία. Επιχρωματισμένη λιθογραφία του Gilles, έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).

 

Όθων, λιθογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Όθων, λιθογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας (1833-1862). Δευτερότοκος γιος του Λουδοβίκου Α’, βασιλιά της Βαυαρίας και της Θηρεσίας, κόρης του δούκα του Σάζεν Άλτενμπουργκ. Γεννήθηκε την 20η Μαΐου (1 Ιουνίου) του 1815 στο Σάλσμπουργκ της Βαυαρίας. Επελέγη βασιλιάς της Ελλάδας από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις που υπέγραψαν το βασιλικό πρωτόκολλο του Λονδίνου 1/13 Φεβρουαρίου 1832 και έφθασε στο Ναύπλιο την 18η Ιανουαρίου 1833. Ο Όθωνας αποδέχθηκε το στέμμα σε ηλικία 17 ετών και έφθασε σε ηλικία 18 ετών στη νέα του πατρίδα, ανάμεσα σε πολυπληθές στρατιωτικό και πολιτικό επιτελείο Βαυαρών, υπό την επίδραση των οποίων αποφάσιζε τα πρώτα έτη της βασιλείας του…

 

Πορτραίτο του Όθωνα με φουστανέλα την περίοδο της Αντιβασιλείας.

Πορτραίτο του Όθωνα με φουστανέλα την περίοδο της Αντιβασιλείας.

 

Όθωνας

Όθωνας

 

Όθωνας. Αλληγορική εικόνα από τη στέψη του Όθωνα. Λιθογραφία από το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, του Άνθιμου Γαζή, Βιέννη, 1835.

Όθωνας. Αλληγορική εικόνα από τη στέψη του Όθωνα. Λιθογραφία από το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, του Άνθιμου Γαζή, Βιέννη, 1835.

 

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

 

Ο Όθωνας αποχαιρετά τους δικούς του στις 6 Δεκεμβρίου 1832. Ελαιογραφία Philipp Foltz.

Ο Όθωνας αποχαιρετά τους δικούς του στις 6 Δεκεμβρίου 1832. Ελαιογραφία Philipp Foltz.

 

Η αποβίβαση  του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.       Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

 

Η Διοικητική Επιτροπή του Βασιλείου της Ελλάδας υποδέχεται τον Όθωνα στο Ναύπλιο, 1833. I. B. Dreseli (χαράκτης) – Gustav Kraus (1804-1852) (ζωγράφος, χαράκτης).

Η Διοικητική Επιτροπή του Βασιλείου της Ελλάδας υποδέχεται τον Όθωνα στο Ναύπλιο, 1833. I. B. Dreseli (χαράκτης) – Gustav Kraus (1804-1852) (ζωγράφος, χαράκτης).

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.

 

Το γραφείο του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο. Υδατογραφία του A.Haubenschmid. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το γραφείο του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο. Υδατογραφία του A.Haubenschmid. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

 

Όθων μελέτη - Νικηφόρος Λύτρας, Λάδι σε ξύλο  31 x 19 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείο Αλ. Σούτζου  Κληροδότημα Αντωνίου Μπενάκη

Όθων μελέτη – Νικηφόρος Λύτρας, Λάδι σε ξύλο 31 x 19 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείο Αλ. Σούτζου
Κληροδότημα Αντωνίου Μπενάκη

 

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

 

Η Έξωση του Όθωνα, Έγχρωμη λιθογραφία. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Η Έξωση του Όθωνα, Έγχρωμη λιθογραφία. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Read Full Post »

 

«Εν έτει 1862»: η ευρωπαϊκή και η ελληνική ιστορική συγκυρία. Χριστίνα Κουλούρη, Καθηγήτρια Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

 

Στόχος της ανακοίνωσης είναι η κατανόηση του ιστορικού πλαισίου της Ναυπλιακής Επανάστασης σε ελληνικό και διεθνές επίπεδο. Με αφετηρία το 1848, τα κινήματα που έμειναν γνωστά ως η «άνοιξη των λαών» και στη συνέχεια το 1856, το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου, του πρώτου πολέμου που μπορεί να θεωρηθεί πανευρωπαϊκός και ο οποίος είχε συνέπειες και στην Ελλάδα, καταλήγουμε στη δεκαετία του 1860 όταν κορυφώνονται κάποιες εξελίξεις τόσο σε ελληνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Η επανάσταση του 1848 στη Γαλλία, έργο του Henri Félix Emmanuel Philippoteaux (1815–1884), μουσείο Carnavalet, Paris.    Οι φιλελεύθεροι υψώνουν την τρίχρωμη σημαία ως εθνικό έμβλημα της Γαλλίας (δεξιά) τη στιγμή που οι σοσιαλιστές απέναντί τους υψώνουν την κόκκινη σημαία (αριστερά).

Η επανάσταση του 1848 στη Γαλλία, έργο του Henri Félix Emmanuel Philippoteaux (1815–1884), μουσείο Carnavalet, Paris.
Οι φιλελεύθεροι υψώνουν την τρίχρωμη σημαία ως εθνικό έμβλημα της Γαλλίας (δεξιά) τη στιγμή που οι σοσιαλιστές απέναντί τους υψώνουν την κόκκινη σημαία (αριστερά).

 

Μπορούμε πράγματι να υποστηρίξουμε ότι η ναυπλιακή επανάσταση συνοψίζει όλα σχεδόν τα κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά της εποχής σε ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο. Τα χαρακτηριστικά αυτά αναλύονται σε δύο άξονες: α) τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της συνεχούς επέκτασης της εκβιομηχάνισης και της τεχνολογικής προόδου, έστω και με άνισους ρυθμούς, στην ευρωπαϊκή ήπειρο β) την έμπρακτη αμφισβήτηση της πολιτικής κληρονομιάς του Συνεδρίου της Βιέννης (1815) μέσα από τα κινήματα του φιλελευθερισμού και του εθνικισμού.

Η ναυπλιακή επανάσταση εκδηλώθηκε μέσα σε ένα διεθνές πλαίσιο που σηματοδοτούνταν από τη defacto υπέρβαση των πολιτικών δεδομένων της Ευρώπης της Ιεράς Συμμαχίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, τα χρόνια που προηγήθηκαν του ελληνικού 1862 αντιστοιχούν σε μια πολυεπίπεδη κρίση που δεν αφορούσε μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: «Εν έτει 1862» η ευρωπαϊκή και η ελληνική ιστορική συγκυρία

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »