Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Όμηρος’

Κλυταιμήστρα ή Κλυταιμνήστρα


 

Κλυταιμήστρα, και Κλυταιμνήστρα (ο πρώτος τύπος είναι ο αρχαιότερος, χρησιμοποιούμενος στις επιγραφές). Κόρη του Τυνδάρεω και της Λήδας. Αδέλφια της είναι οι Διόσκουροι κι’ οι αδελφές της η Φοίβη, η Φυλονόη (από άλλον πατέρα), η ωραία Ελένη κι’ η Τιμάνδρα. Οι δύο τελευταίες, όπως κι’ αυτή, απατούν τον άντρα τους – είναι μια κατάρα που βαραίνει τις Τυνδαρίδες. Πληρώνουν την οργή της Αφροδίτης εναντίον του πατέρα τους, που δεν πρόσφερε θυσία, όπως λέει ο Στησίχορος.

Η Κλυταιμνήστρα διστάζει πριν σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, έργο του Pierre-Narcisse Guérin, 1817.

Αν και Σπαρτιάτισσα παίζει σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή των Μυκηνών. Ήταν γυναίκα του Αγαμέμνονα, με τον οποίο απέκτησε τη Χρυσόθεμη, την Ηλέκτρα, την Ιφιγένεια και τον Ορέστη. Στην «Ιλιάδα» (Α, 1/3) μνημονεύεται απλώς ως νόμιμη σύζυγος του Αγαμέμνονα (κουριδίη άλοχος)· στη δε «Οδύσσεια» εκτίθενται εκτενέστερα τα περί αυτής.

Ο Νέστορας διηγείται τα της Κλυταιμήστρας σαν να είναι παγκοσμίου φήμης γεγονός (γ 195 και εφ.). Η διήγηση του Νέστορα καλύπτει κατάτι την Κληταιμήστρα. Κατ’ αρχάς αρνιόταν, διότι είχε σκέψεις αγαθές, αλλά επί τέλους πείσθηκε με τους θελκτικούς λόγους του Αίγισθου. Ο Αγαμέμνονας φονεύεται στο σπίτι του Αίγισθου με την ανοχή της Κλυταιμήστρας.

Ο Αγαμέμνονας διηγείται (λ. 405 και εφ.) διαφορετικά τα της Κλυταιμήστρας, όταν τον συνάντησε ο Οδυσσέας στον Άδη.  

Είναι αυτή δόλια, αναίσχυντη και κακούργα. Λαμβάνει μέρος στο φόνο του συζύγου της και σκοτώνει η ίδια την Κασσάνδρα δίπλα στον Αγαμέμνονα· δε θέλει να κλείσει τα μάτια, του ενώπιόν της αποθνήσκοντος συζύγου της, ο οποίος αναφωνεί ότι «ουκ αινότερον και κύντερον άλλο γυναικός».

 «Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
μήτε στα πλοία με ρήμαξε ο θεός ο Ποσειδώνας,
κακή φουρτούνα στέλνοντας μ’ ανάποδους ανέμους,
μήτε στη γης με χάλασαν οχτροί, παρά τη μοίρα
του Χάρου μου ‘φερε ο Αίγιστος με την καταραμένη

γυναίκα μου, και μ’ έκαψε· με κάλεσε σε δείπνο,
και μ’ έσφαξε όπως σφάζουνε μες στο παχνί το βόδι».

Το ήθος λοιπόν της Κλυταιμήστρας δεν παρουσιάζεται το ίδιο σε όλα τα χωρία της «Οδύσσειας», τα οποία όμως συμφωνούν σ’ αυτό, ότι ο φόνος έγινε στο σπίτι του Αίγισθου κατόπιν δείπνου.

Η Κλυταιμνήστρα μετά τον φόνο του Αγαμέμνονα, πίνακας του John Collier, 1882.

Επτά χρόνια βασίλευσε ο Αίγισθος και τον όγδοο σκοτώθηκε μαζί με την Κλυταιμήστρα από τον Ορέστη. Το τέλος τους όμως δε το διηγείται με σαφήνεια ο Όμηρος (γ 310).

Μετά τον Όμηρο ασχολήθηκαν με τη Κλυταιμήστρα οι τραγικοί. Ο Αισχύλος στην «Ορέστεια» παρουσιάζει την Κλυταιμήστρα να διηγείται στο χορό με αναισχυντία τα του φόνου του συζύγου της και προτρέπει το χορό να χαρεί και αυτός.

Στην απορία του χορού για την θρασύτητα και τους κομπαστικούς της λόγους επαναλαμβάνει ότι έπρεπε να το κάνει αδιαφορώντας για τους ψόγους του χορού. Ο δε Αίγισθος παρουσιάζεται ως τιμωρός του γένους του, διότι ο Ατρέας σκότωσε τον πατέρα του Θυέστη.

Και στο Σοφοκλή το ίδιο παρουσιάζεται η Κλυταιμνήστρα. Έχει μεν συνείδηση της κακή της πράξης αλλά δε μετανοεί και προσπαθεί, χωρίς ντροπή να εξηγήσει το φόνο του συζύγου της ως αντίποινα για τη θυσία της Ιφιγένειας.

Απ’ όλους τους αρχαίους μόνο ο Ευριπίδης προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή, παρουσιάζοντάς την ως εκδικούμενη και ότι την προέτρεψαν άλλοι. Ως δείγμα κακής γυναίκας ήταν κατάλληλη η Κλυταιμήστρα να γίνει υπόθεση και σε σοφιστικά εγκώμια. Ρητορικά μνημεία με αυτή την υπόθεση αναφέρονται του Ισοκράτους και του σοφιστού Πολυκράτους. Αλλά και η γλυπτική και η ζωγραφική ασχολήθηκαν με την Κλυταιμήστρα.

Πολλές παραστάσεις της υπάρχουν σε αγγεία, σαρκοφάγους, τεφροδόχους κάτοπτρα κτλ.

Ανάγλυφο σε σαρκοφάγο του μεγάρου Circi που βρίσκεται στη Ρώμη παριστάνει το φόνο του Αίγισθου και της Κλυταιμήστρας από τον Ορέστη. Σε πίνακα του Γάλλου ζωγράφου Guerin (1774-1883) που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου, παρουσιάζεται ωθούμενη από τον Αίγισθο να πλησιάζει τον κοιμώμενο Αγαμέμνονα.

  

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος δέκατος τέταρτος, «Πυρσός», Αθήναι, 1930.
  • Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, «Κόσμος», Θεόδωρος Γ. Κοντέος, Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1978.     

 

Read Full Post »

Δυτικά του Ομήρου (Βιβλιοπαρουσίαση)


Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιάννη Α. Φίλη, «Δυτικά του Ομήρου» που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μελάνι (2009), είναι μια αναζήτηση του αρχέγονου πάθους της ζωής που οδηγεί τον άνθρωπο μέσα από τις ιδιοτροπίες του χρόνου, σχεδόν με βιολογική αναγκαιότητα. Αυτό το πρωτογενές πάθος ξεδιπλώνεται στις δύο ενότητες που έχει το βιβλίο και σε τόπους που ο ποιητής έχει ζήσει: την Ασίνη, το Ναύπλιο, τα Χανιά, την Κεντρική και Βόρεια Αμερική.

  

Η ποιητική γεωγραφία του Γιάννη Φίλη. 

Πάνος Λιαλιάτσης


 

Η ποίηση σήμερα στην Ελλάδα καλλιεργείται από εκατοντάδες ποιητές που εκδίδουν συνεχώς συλλογές, με δικά τους έξοδα, χωρίς το ευρύ κοινό που τις παρακολουθούσε πριν από μερικές δεκαετίες. Οι ποιητές είναι περισσότεροι των αναγνωστών! Γιατί η ποίηση, με τη διάδοση του σουρεαλισμού και της “αυτόματης γραφής”, έγινε εύκολη μανιέρα, μέσα στη “θολούρα” των μοντέρνων εραστών της, που ανακοινώνουν τα βιώματά τους κρυπτικά μέσα σε πελάγη μυστικών στίχων χωρίς τη ραχοκοκαλιά του συγκεκριμένου.

Ο αναγνώστης μάταια προσπαθεί να προσεγγίσει τον ποιητή, να ενστερνιστεί κάποιο μήνυμά του και τελικά πετάει τη συλλογή οργισμένος και απογοητευμένος. Ωστόσο, μερικοί ποιητές ξεχωρίζουν μέσα στο πλήθος των ομοτέχνων τους, γιατί η έμπνευσή τους έχει λυρικό έρμα και εκφράζει κάποιο προσπελάσιμο νόημα. Αλλά και αυτοί έχουν ανάγκη τον ερμηνευτή τους, που θα τους πλησιάσει με κάποια ειδικά “κλειδιά”, για να αποκρυπτογραφήσει τους στίχους τους.

Είναι η περίπτωση του Γιάννη Φίλη, ενός ποιητή που πρόσφατα κυκλοφόρησε την πέμπτη συλλογή του “Δυτικά του Ομήρου” (σελ. 76, εκδόσεις “Μελάνι”), του οποίου θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω μερικά ποιήματά του. Ο Γιάννης Φίλης κινείται στον ομηρικό κύκλο της Οδύσσειας και προϋποθέτει, δομικά, το γνωστό ποίημα του Γιώργου Σεφέρη “Ο βασιλιάς της Ασίνης”, τίτλος με τον οποίο ο νομπελίστας ποιητής μας έγινε γνωστός στην Ευρώπη με τη μετάφραση στα Αγγλικά των ποιημάτων του (Λονδίνο, 1948). Σημειώνω δύο σχετικούς τίτλους ποιητικών συλλογών του Γιάννη Φίλη: “Αρχάριος Οδυσσέας” (Μεταίχμιο, 2004) και “Ελπήνωρ – ένας χορτοφάγος χωρίς μνήμη” (Kάκτος, 2005).

Η αρχαία Ασίνη έγινε αρχικά γνωστή από τις ανασκαφές των Σουηδών στη δεκαετία του 1920, ακολούθησαν τα ποιήματα του Γ. Σεφέρη και του Ν. Καρούζου (“Στην Ασίνη οι πορτοκαλιές”) και το 1976 η “Aρκτική ζώνη” του Γιάννη Φίλη. Έτσι πλουτίστηκε το ομηρικό “Ασίνην τε”, που έγινε ευρύτερο ποιητικό σύμβολο.

Ο Γιάννης Φίλης γεννήθηκε στην Ασίνη το 1950 και σπούδασε στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο ηλεκτρολόγος μηχανικός και ύστερα στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας UCLA, όπου πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα και δίδαξε αρχικά. Είναι σήμερα καθηγητής στο πολυτεχνείο Κρήτης, του οποίου διετέλεσε επί δεκαετία πρύτανης. Διδάσκει “Eπιστήμη των Συστημάτων”, που προϋποθέτει εφημορσμένα Μαθηματικά. Επιδίδεται στη σχετική ανάλυση και παράλληλα στην Οικολογία, για την οποία πέρσι βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Ποίηση, λοιπόν, και Μαθηματικά, δύο αγάπες αξεχώριστες, σύμφωνα με την πλατωνική επίκληση. Τις πρώτες του αναμνήσεις από τη γενέτειρά του μας τις έδωσε με το αφήγημά του “Μια σταγόνα στο χείμαρρο” (2007), που εξεδόθη στη Νέα Υόρκη.

Το βιβλίο του Γιάννη Φίλη “Δυτικά του Ομήρου”, που θυμίζει –τυχαία- το γνωστό στίχο του Οδυσσέα Ελύτη “δυτικά της λύπης”, αναφέρεται στο κάστρο της Αρχαίας Ασίνης, δυτικά του ανατολίτη Ομήρου, και στη γύρω περιοχή, όπου πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια.

Το πρώτο μέρος, “Λέξεις φυτρωμένες στις Πέτρες”, αναπαριστά τα πρώτα βιώματα και σκιρτήματά του. Είναι η παραλιακή ζώνη από το κάστρο έως τη Σπηλιά –ανατολικά- του Δρεπάνου, γνωστή ως “Πλάκα”. Μπροστά ανοίγεται το πέλαγος, όπου βλέπεις τρία ξερονήσια: την Πλατιά, την Ψηλή και τη Ρόβη, απέναντι από το Τολό.

Κοντά στο κάστρο, όπου κατασκήνωσαν στην Κατοχή οι Ιταλοί που μαζί με τους Γερμανούς ναρκοθέτησαν όλη την Πλάκα για τον κίνδυνο της συμμαχικής απόβασης, υπάρχει μια μικρή λίμνη, ο Γλυφός, όπου καταλήγει ο Δαφνοπόταμος, χείμαρρος που κατεβαίνει από το Αραχναίο. Στα χρόνια της Κατοχής, οι Ασιναίοι έβγαζαν νάρκες και πωλούσαν το δυναμίτη. Πολλοί σκοτώθηκαν σ’ αυτή την προσπάθειά τους. Στην Πλάκα σήμερα έχουν αναπτυχθεί πολλά κάμπινγκ που έχουν αλλοιώσει την παραλία.

Κοντά σ’ αυτήν, υπήρχε το εργοστάσιο κονσερβών “Πεταλούδα” του Τάσου Φίλη, πατέρα του ποιητή, που μνημονεύεται συχνά στους στίχους του. Τούτο το περιβάλλον μνημειώνει ο ποιητής στη δεκαετία του 1950. Δίνει ονόματα αρχαιοπρεπή σε όσους ανθρώπους σχετίζονται με την Ασίνη, επηρεασμένος από τους ποιητές που την εξύμνησαν. Έτσι ο πατέρας του παίρνει το όνομα Οδυσσέας, ο θείος του Κώστας, Μενέλαος κλπ.

Ο ποιητής εξομολογείται: “Η ζωή μου σε άνεμο ανείπωτο/ όταν την Πρώτη θάλασσα άκουσα./ Ήταν τότε που οι πανταχόθεν λέξεις/ εξηγούσαν των ανθρώπων τα έργα αλάθητα/ και χώρος για αμφβιβολία δε μου δόθηκε (…) Με σχημάτισαν η θάλασσα/ και οι πέτρες –Ασίνην τε.”

Ο σεφερικός Ελπήνωρ επανέρχεται: “Στα μέρη αυτά έτσι φτιάχνουμε σκαριά/ λέει ο Ελπήνωρ/ ένοικος στο κάμπινγκ στο Γλυφό δίπλα/ αφού με προσοχή σκότωσε τα στάχυα και τις πέτρες/ και οι τουρίστριες τον φωτογραφίζουν” (…) “Ο υγρότοπος που σκότωσαν του Ελπήνορα οι σύντροφοι/ (Γλυφό τον λέγανε)/ ο σπάρος που διάβαζε με προσοχή την άμμο/ και η φωνή που μ’ έσυρε απ’ το πρώτο φως/ που ο ήλιος βύθιζε στη λήθη τ’ άστρα/ ως την ημέρα που είδα τον τυφλό Πολύφημο/ να γράφει την Ιστορία της φυλής ίδια και απαράλλαχτα:/ Ασίνην τε”. (Η πρώτη θάλασσα).

Ξαναγυρίζει ο ποιητής στην κατοχική Ασίνη, που την συμπλέκει με την Ομηρική και αφηγείται την ιστορία του χωριού του: “O Έκτορας το ‘41 έβγαζε νάρκες στην αρχαία ακτή./ Οι Γερμανοί τον δίκασαν μπροστά σ’ όλο το χωριό/ τον έστησαν στις σκελετωμένες αμυγδαλιές/ -ο πατέρας του στην πρώτη σειρά./ (…) Τον δέσανε για να ‘ναι όρθιος./ Με το χτύπημα των ντουφεκιών/ σωριάστηκε με την ευκολία που σωριάστηκαν οι επιθυμίες του”.

Είναι η πικρή ιστορία μερικών αντιστασιακών της Ασίνης (Πάνος Δαμιανός, αδελφοί Παπαλιάκηδες κ.α.) που “παραδειγματικά” εκτέλεσαν οι Γερμανοί κοντά στο δημοτικό σχολείο.

Στο ποίημα “Iστορίες” αφηγείται, στον απόηχο του “Βασιλιά της Ασίνης”: “Καθίσαμε προς το απόγευμα στου λόφου τα σκαλιά/ σχεδόν ακουμπώντας των θεών την πατούσα (“αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες”). “Οι πορτοκαλιές (απόηχος του Ν. Καρούζου) αργό ποτάμι χυνόταν στον Αργολικό”.

Ήταν παιδί όταν ο πατέρας του του ιστορούσε τον εμφύλιο: “Η αλήθεια με το μέρος μας! φώναζαν οι από δω/. Η  αλήθεια με το μέρος μας! φώναζαν οι από κει. “Η επιθυμία στη δεκαετία του ΄50/ γράφτηκε με πυρρή λεπίδα”. O θείος του “Μενέλαος” του μιλούσε για αντάρτες και δωσίλογους δίπλα στο κάστρο (“Η Ακρόπολη, Ποσειδώνας ηλιόλουστος”). “Και χάθηκαν πολλοί στα έγκατα της νύχτας/ και οι νικητές σέρναν με τ’ άρματά τους νικημένους/ και δείχναν τα λάφυρα με υπερηφάνεια/ στους ξένους πάτρωνες/ γιατί οι ανθρώποι είχαν λησμονήσει από πού έρχονταν (…) και η χώρα είχε μόνο νικημένους/ που υψώνανε τείχη ανάμεσά τους”.

Στα επόμενα ποιήματα της συλλογής “Δυτικά του Ομήρου” o Γ. Φίλης αφηγείται με αυτό τον παραβολικό τρόπο τις αναμνήσεις του πατέρα του από την καταστροφή της Μικράς Ασίας, από το λυρικό του ξεκίνημα στ’ Ανάπλι, από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, από την ανήσυχη στρατιωτική του θητεία και την μετέπειτα κατάσταση στην Ελλάδα. Είναι μια ποίηση αρρενωπή, αγωνιστική και διάφανη, μια υπόσχεση και μια ελπίδα για τα ελληνικά Γράμματα.

  

Πηγή


  •  Εφημερίδα, «Τα Αργολικά», Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010.

  

Read Full Post »

Διομήδης  

 


  

 Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και σύζυγος της Αιγιάλειας, ανήκε στη γενιά των Επιγόνων μαζί με τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Οι τρεις τους έφτασαν στην Τροία με ογδόντα πλοία επανδρωμένα με άντρες από το Άργος.   

   

Διομήδης

Ο βασιλιάς του Άργους και άλλων αργολικών πόλεων είναι ο ευνοούμενος ήρωας του Ομήρου, ο οποίος αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της Ε’ ραψωδίας για να εξυμνήσει τα ηρωικά κατορθώματά του. Ως μνηστήρας της Ελένης, είχε χρέος μετά την απαγωγή της να είναι κι αυτός παρών, όπως είχε υποσχεθεί με όρκο στον πατέρα της.  Η μορφή του κυριαρχεί από την αρχή της Ιλιάδας και συναγωνίζεται σε ανδρεία τον Αχιλλέα και τον Αίαντα, μετά τους οποίους θεωρείται «ο ανδρειότατος καν στρατηγικότατος των πάντων».  

Στις μάχες εισορμούσε στις εχθρικές φάλαγγες χωρίς να νοιάζεται αν τον ακολουθεί ο στρατός του και τις διέτρεχε σκορπώντας το θάνατο και διασκορπίζοντάς τες. Απελπισμένος ο Έκτωρ παρακαλούσε την Αθηνά να τον πάρει μακριά από τις μάχες.[1]   

Ο Όμηρος για να εξάρει την ανδρεία του, σε κανένα μέρος της Ιλιάδας δεν βάζει τον Αχιλλέα και τον Διομήδη να πολεμούν μαζί. Όταν διαπρέπει ο ένας στο πεδίο της μάχης, ο άλλος απουσιάζει είτε γιατί έχει τραυματιστεί, είτε για κάποια άλλη αιτία.  

Για την γενναιότητα του είχε διακριθεί επίσης και στην «εκστρατεία των επτά επιγόνων» κατά των Θηβών, όπως μνημονεύει επίσης ο Όμηρος {Ιλ. Δ, 405}.  

Στον Τρωικό πόλεμο πήρε μέρος με 80 πλοία και άνδρες από όλη την επικράτειά του, που εκτός από το Άργος επεκτεινόταν στην Τίρυνθα, την Ασίνη, την Ερμιόνη, την Αίγινα, την Επίδαυρο, την Τροιζήνα και άλλες πολιτείες:  

 

 «Οι δ’ Άργος τ’ είχον Τίρυνθα τε τειχιόεσσαν,  

Ερμιόνην Ασίνην τε, βαθύν κατά κόλπον εχούσας,  

Τροιζήν’ Ηϊόνας τε καί αμπελόεντ’ Επίδαυρον,  

οί τ’ έχον Αίγιναν Μάσητά τε κούροι Αχαιών,  

των αύθ’ ηγεμόνευε βοήν αγαθός Διομήδης  

και Σθένελος, Καπανήος αγακλειτού φίλος υιός».[2]   

 

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

Όταν γύρισε από την Τροία, βρήκε και αυτός τον οίκο του αλλοτριωμένο. Ο γιος του Ναυπλίου Οίαξ είχε ξεκινήσει από την Κλυταιμνήστρα και την Αιγιάλη σύζυγο του Διομήδη, το εκδικητικό έργο του πατέρα του για τον άδικο θάνατο του Παλαμήδη. Στο διάβημά του αυτό ο Οίαξ βρήκε σύμμαχό του την Αφροδίτη, που ήθελε κι αυτή την τιμωρία του Διομήδη, γιατί στη διάρκεια μιας μάχης στην Τροία την είχε τραυματίσει. (Ιλιάς Ε 335).  

Έτσι και με θεϊκή επέμβαση, η Αιγιάλη, αφού συνδέθηκε με πολλούς εραστές, κατέληξε στον γιο του Σθένελου Κομήτη, στον οποίο ο Διομήδης είχε εμπιστευθεί την φροντίδα του οίκου του. Ο Κομήτης και η Αιγιάλη είχαν αποφασίσει να τον εξοντώσουν, στήνοντάς του ενέδρα μόλις γύριζε στο Άργος.  

Η πολεμική πείρα έσωσε τον Διομήδη από την προδοσία, όταν χωρίς τους συντρόφους του ξεκίνησε μόνος και επιφυλακτικός για το παλάτι. Εκεί δέχτηκε την αιφνιδιαστική επίθεση του Κομήτη και των φρουρών του. Απέκρουσε με το ξίφος του την παγίδα και οπισθοχωρώντας πρόλαβε και κατέφυγε ικέτης στον βωμό της Αθηνάς, όπου δεν τόλμησε να τον πλησιάσει ο Κομήτης. Όταν νύχτωσε βγήκε κρυφά για να βρει τους συντρόφους του, που περίμεναν στα πλοία.  

Θα ήταν πολύ εύκολο για τον πορθητή των Επτάπυλων Θηβών και τους παλαίμαχους άνδρες του να πολιορκήσουν το Άργος και να το κυριεύσουν, για να τιμωρήσει όπως τους άξιζε την άπιστη Αιγιάλη και τον αγνώμονα σφετεριστή του θρόνου του Κομήτη. Δεν βαστούσε όμως η καρδιά του να αιματοκυλίσει την δοξασμένη πόλη, που ήταν άλλοτε το βασίλειό του.  

Έτσι την ίδια νύχτα παίρνοντας μαζί του στα Αργείτικα πλοία όσους συντρόφους θέλησαν να αφήσουν και αυτοί την πατρίδα τους και να τον ακολουθήσουν, έφυγε αναζητώντας μια νέα γη για να εγκατασταθεί και να ιδρύσει ένα νέο βασίλειο στη μακρινή Εσπερία.  

Για το τέλος του υπάρχουν διάφορες παραδόσεις.  

Ο Γλαύκος και ο Διομήδης ανταλλάσσουν τον οπλισμό τους. Αττική πελίκη του «Ζωγράφου του Hasselmann», περ. 420 π.Χ.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη παραλλαγή ο Διομήδης αποβιβάστηκε στην Απουλία, χώρα της Αδριατικής. Ο βασιλιάς της Δαύνος βρισκόταν σε πόλεμο με τους Μεσσάπιους και ζήτησε τις πολεμικές υπηρεσίες του. Σε αντάλλαγμα του υποσχέθηκε μέρος του βασιλείου του και την κόρη του Ευίππη για σύζυγο. Αφού έλαβε όμως τη βοήθεια, δεν τήρησε την υπόσχεση του.  

Τότε ο Διομήδης κυριεύει την χώρα μόνος του, σημαδεύοντας τα σύνορα του δυτικού βασιλείου του με πέτρες από τα τείχη της Τροίας, που τις είχε χρησιμοποιήσει για έρμα στα καράβια του. Εκεί ίδρυσε πόλεις και την πρώτη την ονόμασε Άργος Ίππιον, (Argirippa) τα δε κοντινά νησιά ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι.  

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η διαμάχη του με τον Δαύνο απέβη μοιραία, αφού ο τελευταίος κατάφερε με δόλο να τον σκοτώσει. Ο Διομήδης θάβεται σ’ ένα κοντινό νησί που πήρε το όνομά του. Στον τάφο του χάραξαν το εξής επίγραμμα: «Τον πάντεσι κράτιστον επιχθονίοις Διομήδην ήδ’ ιερά κατέχει νήσος επωνυμίη».[3]   

Η Αθηνά όμως του χάρισε την αθανασία, και οι σύντροφοί του επειδή θρηνούσαν απαρηγόρητοι, μεταμορφώθηκαν από την θεά σε ερωδιούς: «έν ή καί τόν Διομήδη μυθεύουσιν αφανισθήναι τίνες καί τούς εταίρους απορνιθωθήναι…[4]  

Την παράδοση αυτή μνημονεύει και ο Πίνδαρος, ο οποίος τον αποκαλεί πολέμοιο νέφος (αστραποσύννεφο πολέμου): τον Διομήδη η γλαυκομάτα ξανθιά θεά, θεό τον κάνει…[5]   

Τα πουλιά – σύντροφοι του Διομήδη – πετούσαν πάνω από τα γύρω νησιά, που γι’ αυτό ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι. Κάθε φορά – λέει η παράδοση – που αγκυροβολούσαν η περνούσαν από εκεί Ελληνικά πλοία, τα πουλιά πετούσαν χαρούμενα γύρω τους, πλησίαζαν τους Έλληνες ναύτες και άφηναν να τα χαϊδεύουν και να τα ταΐζουν, ενώ απέφευγαν τα πληρώματα των βαρβαρικών πλοίων:  

(Υπάρχει ένα νησί που λέγεται Διομήδεια, και έχει πολλούς ερωδιούς. Αυτοί, λένε, πως τους βαρβάρους ούτε αποστρέφονται αλλά ούτε και τους πλησιάζουν. Εάν όμως φθάσει εκεί Έλληνας ταξιδιώτης, σαν από θεία χάρη τον πλησιάζουν και απλώνοντας τα φτερά τους σαν χέρια, τους καλωσορίζουν και τους αγκαλιάζουν. Και όταν οι Έλληνες τους χαϊδεύουν, δεν φεύγουν αλλά κουρνιάζουν άφοβα στην αγκαλιά τους σαν να υποδέχονται αγαπητούς καλεσμένους.   

Λέγεται λοιπόν ότι αυτοί είναι οι σύντροφοι του Διομήδη, που πήραν μαζί του μέρος στον πόλεμο της Τροίας, και μετά αλλάξανε την προηγούμενη φύση τους και γίνανε πουλιά, αλλά ακόμη και τώρα διαφύλαξαν το να είναι Έλληνες και Φιλέλληνες).[6]  

Στη χώρα που κατέφυγε, σε πολλά μέρη των ανατολικών ακτών της Ιταλίας, στη Βενετία, στη Σαλαμίνα της Κύπρου, στην Κέρκυρα καν σε άλλα μέρη της Ελλάδας, λατρεύτηκε σαν θεός.  

Υπάρχει ακόμη και μια παράδοση που συναντούμε σε λατίνους συγγραφείς (Pompeious Trogus, Siculus Flaccus), ότι οι Κέλτες θεωρούν τον Διομήδη πρόγονό τους και μυθικό αρχηγό τους κατά τις μεταναστεύσεις τους προς την Απουλία.  

Συγκεκριμένα ο S. Flaccus στο έργο του «De condicio nibus agrorum» (= Περί της καταστάσεως των χωρών μας) γράφει: «Συνέβη μετά πλήθη ανθρώπων να βρίσκονται σε συνεχή μεταναστευτική κίνηση, συχνά αλλάζοντας τόπο στην Ιταλία και στις επαρχίες, όπως οι Τρώες στο Lazio, όπως ο Διομήδης με τους Γαλάτες στην Απουλία».[7]   

   

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.    

   

Υποσημειώσεις  


[1] Αθ. Σταγειρίτου, Ωγυγία. Βίβλος Β’ σελ 425.  

[2] Ιλιάς, Β 559-564.   

[3] Αθ. Σταγερίτου, Ωγυγία, Βίβλος Β’, σελ.430.  

[4] Στράβωνος, Γεωγραφικά, C, 284, βιβλ. ΣΤ’  

[5] Νέμεα 10,8, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Β. Τάσσου:  «Διομήδεα δ’ άμβροτον ξανθά ποτέ Γλαυκώπις έθηκε θεόν…»  

[6] Κλαυδίου Αιλιανού (2ος αι μ.Χ), «Περί Ζώων Ιδιότητος», ελεύθερη απόδοση.  

«Καλείται τις Διομήδεια νήσος, καί ερωδιούς έχει πολλούς. Ούτοι φασί τούς βαρβάρους ούτε αδικούσιν ούτε αυτοίς προσίασιν˙ εάν δε Έλλην κατάρη ξένος, οί δέ θεία τινί δωρεά προσιάσι πτέρυγας απλώσαντες οιονεί χείρας τινές ές δεξίωσιν τε καί περιπλοκάς. Καί απτομένων των Ελλήνων ούχ υποφεύγουσιν, αλλ’ ατρέμουσι καί ανέχονται, καί καθημένων ές τούς κόλπους καταπέτονται, ώσπερ ούν επί ξένια κληθέντες. Λέγονται ούν ούτοι Διομήδους εταίροι είναι καί σύν αυτώ των όπλων των επί τήν Ίλιον μετασχηκέναι, είτα τήν προτέραν φύσιν ές τό των ορνίθων μεταβαλλόντες είδος, όμως έτι καί νύν διαφυλάττειν τό είναι Έλληνες καί Φιλέλληνες.  

 [7] Μηνιαίο περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχη 272- 275, 2001.   

 

Read Full Post »

Άργος (Οι ρίζες)

 

 


  

«Υπέρ της των Αργείων πόλεως πολλά μεν αν τις ειπείν έχοι,

σεμνύειν αυτήν εθέλων, παλαιά και νέα πράγματα»

 

«Αν ήθελε κανείς να τιμήση την πόλη των Αργείων,

θα μπορούσε να αναφέρη πολλά, παλαιά και καινούρια γεγονότα»[1]

 

Δυτικά της αργολικής πεδιάδας κτισμένο κάτω από τα τείχη της Λάρισας και της Δειράδας και κοντά στις πολύχρυσες Μυκήνες, βρίσκεται το αρχαίο και δοξασμένο Άργος της ηρωικής εποχής, το όνομα του οποίου στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου έχει υποκαταστήσει ολόκληρη την Ελλάδα και τα ένδοξα ονόματα Αργείος και Δαναός είναι συνώνυμα με το εθνικό όνομα Έλληνας, γεγονός που υποδεικνύει ότι στους χρόνους αυτούς το Άργος ήταν η καρδιά του ελλαδικού και αιγαιακού κόσμου.

Ανάμεσα στις πόλεις που πρωταγωνίστησαν κατά την αρχαιότητα στην εθνική μας πορεία, το κλυτόν και πολυθρύλητον  Άργος κατέχει κορυφαία θέση. Κατά τις τοπικές παραδόσεις είναι η αρχαιότερη όλων των ελληνικών πόλεων, και η έδρα των πρώτων θεογενών βασιλέων, γιατί εκεί πρωτοεγκαθίδρυσαν τους θρόνους τους.

Φρονούσαν  ακόμη  οι  Αργείοι ότι  από  αυτούς έλκει τις ρίζες του το ελληνικό γένος:

«Εντεύθεν Άργος παλαιόν ονομάζεται και οι Αργείοι παλαιότατοι των Ελλήνων αξιούσι και πρωτογενείς αντιποιούνται είναι».[2]

Ο δε Ευριπίδης αρχίζει την τραγωδία του Ηλέκτρα με τον χαιρετισμό, «Ω γης παλαιόν Άργος, Ινάχου ροαί».

Η ιστορία των πρώτων χρόνων του Άργους συνυφασμένη με τους τοπικούς θρύλους φτάνει σε τόσο βάθος χρόνου που, όπως είδαμε στον Ίναχο, αγγίζει τις απαρχές της μυθολογικής εθνοφυλετικής μας Γενέσεως.

Όπως όλες οι αρχαίες πόλεις, έτσι και το Άργος έχει τον ιστορικό του μύθο, δηλαδή την ιστορία του καταγεγραμμένη κατά μυθικό τρόπο. Καμιά όμως ιστορία άλλης πόλης δεν συνοδεύεται με τόσες παραδόσεις, τόσους σαγηνευτικούς μύθους, που μορφώνουν, διδάσκουν, και ψυχαγωγούν αλλά και μας βοηθούν ερμηνεύοντας τις ωραίες αυτές παραδόσεις, κάτω από τις οποίες κρύβεται ο πυρήνας των ιστορικών γεγονότων, να βρούμε τα ίχνη και το φως της ιστορικής αλήθειας.

Και οι ηρωικοί μύθοι που σχετίζονται με την πόλη του Άργους είναι τόσοι πολλοί και έχουν τύχει καθολικής αποδοχής από τον κόσμο της κλασσικής αρχαιότητας, αφού υπήρξαν αστείρευτη πηγή εμπνεύσεως για τους μεγάλους μας ποιητές της αρχαιότητας.

Από την ανεξάντλητη και συναρπαστική αργολική μυθολογία και ιστορία δημιούργησαν αθάνατα και ανυπέρβλητα λογοτεχνικά έργα ο Όμηρος, οι τραγικοί ποιητές μας Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, ο Ησίοδος, ο Πίνδαρος, η λαϊκή Μούσα.

Η ηρωική αργεία μυθολογία μας πείθει για το ρόλο που έπαιξε η πόλη από τα πανάρχαια χρόνια, ενώ λίγες Ελληνικές πόλεις αξιώθηκαν με τόσους πολλούς επαίνους από τα αρχαιότατα χρόνια, ακόμη και από τους θεούς.

Ο Όμηρος συγκαταλέγει το Άργος ανάμεσα στις τρεις πιο αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας:

«Ήτοι εμοί τρεις μεν πολύ φίλταταί εισί πόληες Άργος τε Σπάρτη τε και ευρυάγεια (=πλατύδρομη) Μυκήνη».[3] 

Ακόμη το Άργος περιλαμβάνεται ανάμεσα στις επτά πόλεις που φιλονικούσαν για το ποια είναι γενέτειρα του Ομήρου:

«Επτά πόλεις μάρναντο σοφήν διά ρίζαν Ομήρου Σμύρνα, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι».[4]  

Ο μεγάλος λυρικός ποιητής Πίνδαρος σε μια ωδή του επικαλείται τις χάριτες να υμνήσουν την πόλη αυτή, του Δαναού και των αγλαοθρόνων θυγατέρων του, την θεϊκή κατοικία της Ήρας, γιατί κοσμείται από αμέτρητη δόξα και θαυμαστά έργα:

 «Υμνείστε ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη Και τις πενήντα λαμπρόθρονες τις κόρες του.

 Υμνείστε το Άργος όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα, αντάξιο της θείας καταγωγής της.

Από δόξα άφθαρτη το Άργος απαστράπτει χάρις στα επιτεύγματα των πάντολμων τέκνων του».[5]

Η μεταγενέστερη ονομασία Άργος που πήρε η πόλη από τον ομώνυμο βασιλιά, εγγονό του Φορωνέα, το θεοπρεπές δώμα της Ήρας κατά τον Πίνδαρο, συνοδεύεται από τα πανάρχαια χρόνια από πλήθος ακόμη επιθέτων:

Ιναχία γη, Φορωνικόν, κλυτόν, κοίλον, πολυδίψιον, Ίασον, Ίππιον, Ιππόβοτον, Πελοποννήσιον, παλαιόν, πολύπυρον (πλούσιο σε σιτάρι), ούθαρ αρούρης, φιλτάτη πόλις της Ήρας.

Από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια το Άργος είχε την αγαθή τύχη να κυβερνηθεί από ονομαστούς και φημισμένους βασιλείς όπως ο Ίναχος, ο Φορωνεύς, ο Πελασγός ο Δαναός, οι Ηρακλείδες, με πιο φημισμένο τον Τήμενο, (πρόγονο του Μεγάλου Αλεξάνδρου), ο Φείδων, ο Διομήδης και άλλοι ακόμη, που ο καθένας τους ξεχωριστά είχε πολύτιμη προσφορά στην μεγαλειώδη ιστορική πορεία του Αργείου κράτους.

Όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (1,1), από την παλαιότατη εποχή, σε όλο τον ελληνικό χώρο που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα, το Άργος υπερείχε όλων των πόλεων: «Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη»

Το Άργος θεωρείται η κοιτίδα των Πελασγών, των αυτοχθόνων Πρωτοελλήνων, που ξεκινώντας από εκεί δημιούργησαν στα πέρατα της γης, πελασγικά βασίλεια, και σκόρπισαν τα πρώτα φεγγοβολήματα του πελασγικού πολιτισμού:

«Ήν γάρ δή και το των Πελασγών γένος Ελληνικόν, εκ Πελοποννήσου το αρχαίον». (Διονύσιος Αλικαρνασεύς, Ιστοριών, 17) 

Με υπερηφάνεια για την πανάρχαιη πελασγική καταγωγή του αποκρίνεται ο βασιλιάς του Άργους στις κόρες του Δαναού:

 «Γιατί του ντόπιου Παλαίχθονα ο γιος

ο Πελασγός εγώ είμαι αυτής της χώρας ο άρχοντας

και που από μένα το βασιλιά τους φυσικά ονοματισμένοι

οι Πελασγοί καρπίζονται τη χώρα τούτη».[6]

Υπάρχει δε και μια παράδοση, ότι ο ίδιος ο Όμηρος ήρθε στο Άργος και θέλοντας να τιμήσει τα κατορθώματα των Αργείων Ηρώων που τον ενέπνευσαν στα έπη του, ραψωδούσε στίχους της Ηλιάδος:

 «Της πυργόστηθης Τίρυνθας και τ’ Άργους τους λεβέντες

κι όσους μες στη βαθύκολπη Ασίνη κι Ερμιόνη

και στην Τροιζήνα κάθονταν, κι όσοι στην Ηιόνα

και στην αμπελοφύτευτη Επίδαυρο μα κι όσους

στην Αίγινα και Μάσητα[7] των Αχαιών λεβέντες

τρεις τους οδήγουν, ο γέρος Διομήδης και το τέκνο

του Καπανέα του τρανού ο Σθένελος και τρίτος

του Μηκιστέα το παιδί, ο Ευρύαλος, τ’ αγγόνι

του Ταλαού κι όλων αυτών ο Διομήδης πρώτος

κι είχαν μαζί τους μελανά ογδόντα πλοία φέρει» [8]

 

Οι Αργείοι άρχοντες ακούγοντας το γένος τους από τον πιο δοξασμένο ποιητή, τόσο ενθουσιάστηκαν, ώστε τον τίμησαν με πλούσια και ακριβά δώρα, αποφάσισαν ομόφωνα να τελούν θυσίες προς τιμήν του και του έστησαν ανδριάντα όπου τοποθέτησαν χάλκινη εικόνα του, κάτω από την οποία χάραξαν την επιγραφή:

 

«Εδώ βρίσκεται ο θεϊκός Όμηρος

ο οποίος την πολυφημισμένη Ελλάδα

όλη με γλαφυρή σοφία εκόσμησε.

Ιδιαίτερα δε τους Αργείους,

που την θεόκτιστη Τροία γκρέμισαν

ως τιμωρία για την καλλίκομη Ελένη

για χάρη του ο μεγάλος μας δήμος

του έστησε αυτόν (τον ανδριάντα)

και με τιμές αθανάτων τον περιβάλλει».[9]

(ελεύθερη απόδοση)

Υπήρχε μάλιστα διαμάχη ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Αργείους για το ποια πόλη έχει τα πρωτεία της αρχαιότητας και την μεγαλύτερη εύνοια των θεών. Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, «πρώτοι γάρ Αθηναίοι τα άστη και τάς πόλεις ευρείν ιστορούνται», κατά δε τον Παυσανία:

«Από τους Έλληνες, εκείνοι που αμφισβητούν πιο πολύ απ’ όλους στους Αθηναίους την αρχαιότητα και τα δώρα που λένε ότι έχουν από τους θεούς, είναι οι Αργείοι».[10]

Η από τα πανάρχαια χρόνια ονομασία της πόλεως Άργος προέρχεται από τη ρίζα αργ -που για τους αρχαίους σήμαινε φωτεινός, λευκός, λαμπρός, ταχύς, ευκίνητος.

Οι παραδόσεις που μας μεταφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς σχετικά με τον Πελασγό διαφέρουν. Την καταγωγή του διεκδικούν από τους Αργείους οι Αρκάδες.

Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση ο Πελασγός ήταν γιος του Ινάχου, που ίδρυσε μεταξύ Πηνειού και Ολύμπου την Πελασγιώτιδα. Κατά τον Ησίοδο, ο πρώτος βασιλιάς υπήρξε ο Αρκάς στην Πελοπόννησο, ο οποίος ήταν αυτόχθων και γενάρχης του αρχαιότερου ελληνικού γένους, των Πελασγών.

Και ο Παυσανίας μεταφέροντας την Αρκαδική παράδοση, θέλει τον Πελασγό πρώτο κάτοικο και βασιλιά της Αρκαδίας:

«Οι Αρκάδες λένε ότι ο πρώτος κάτοικος της χώρας τους ήταν ο Πελασγός. Είναι φυσικό να υποθέσει κανείς, ότι ο Πελασγός δεν ήρθε μόνος, αλλά με άλλους μαζί…»

Ο ποιητής Άσιος λέει γι’ αυτόν:

«Το ισόθεο Πελασγικό έθνος στα ψηλόκορφα όρη Η μαύρη γη γέννησε, για να δημιουργηθεί το ανθρώπινο γένος».[11]

Επίσης και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος τους θεωρεί προσέληνους και τους αποκαλεί «βαλανηφάγους»:

«Προτού ακόμα υπάρξουν όλα τ’ αστέρια

που τριγυρίζουν στον ουρανό

κι ούτε ακόμα θα μπορούσε κανείς, ακόμα κι αν ρώταγε

ν’ ακούσει για το ιερό γένος των Δαναών,

υπήρχαν μόνοι οι Αρκάδες οι Απιδανοί,

οι Αρκάδες που, κατά την παράδοση,

ζούσαν πριν κι από την σελήνη,

κι έτρωγαν βελανίδια στα βουνά.

Ούτε η γη των Πελασγών είχε ακόμα την εποχή εκείνη,

άρχοντες, τους δοξασμένους γιους του Δευκαλίωνα».[12]

Άλλες όμως μυθολογικές παραδόσεις αναφέρουν ότι τον πρώτο Αρκαδικό οικισμό ίδρυσαν Αργείοι άποικοι. Κατά τον Απολλόδωρο επίσης (Γ΄, 96) οι βασιλείς της Αρκαδίας Λυκάων, Νύκτιμος – στα χρόνια του οποίου έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνος – και Αρκάς, ήταν απόγονοι του Πελασγού, που γεννήθηκε από τον Δία και την κόρη του Φορωνέως Νιόβη. Επίσης σύμφωνα με τον Ευσέβιο, ο Λυκάων που θεωρείται ο ιδρυτής της Λυκόσουρας – της πρώτης πόλης που αντίκρισε ο ήλιος κατά τον Παυσανία, έζησε πέντε γενιές μετά τον Φορωνέα. (Fragm. Χρον. Α, CI, CII, τ.20, σελ.170).

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 


[1] Ιουλιανός Αργείοις 198, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Όλγας Ρομπάκη.

[2] Ιωάν. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, πρόλογος.

[3] Ιλιάς, Δ, 51

[4] Ελληνική Ανθολογία, 3

[5] Πινδάρου Επίνικοι, Νέμεα 10, 1, μετ. εκδ. Β. Λαζανά.

«Δαναού πόλιν αγλαοθρόνων τε πεντήκοντα κοράν Χάριτες, Άργος Ήρας δώμα θεοπρεπές υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις έργων θρασέων ένεκεν».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ. 250 – 254, Μετ. Ι. Γρυπάρη, εκδ. «Εστία».

 «Του γηγενούς γάρ είμ’ εγώ Παλαίχθονος  ίνις Πελασγός, τήσδε γης αρχηγέτης,

    εμού δε άνακτος ευλόγως επώνυμον  γένος Πελασγών τήνδε καρπούται χθόνα».

[7] Οι Ηιόνες και Μάσητες ήταν κάτοικοι της Ακτής. Ακτή ονόμαζαν οι αρχαίοι την χερσόνησο      που σχηματίζεται στο βορειοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου (Επιδαυρία, Ερμιονίδα, Τροιζηνία).

[8] Ιλιάς Β’ 559-564 Μταφρ. Πάικου Νικολαΐδη.

[9] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, πρόλογος, σελ. στ’

«Θείος Όμηρος οδ’ εστίν ος Ελλάδα την μεγαλαύχην πάσαν  εκόσμησεν καλλιεπώς σοφίη,

έξοχα δ’ Αργείους, οι την θεοτειχέαν Τροίην ήρειψαν ποινήν ηϊκόμου Ελένης˙

ου χάριν έστησεν δήμος μεγαλόπτολις αυτόν, ενθάδε και τιμαίς αμφέπει αθανάτων»

[10] Παυσαν. 1,14,2 Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδη.

«Ελλήνων οι μάλιστα αμφισβητούντες Αθηναίους ες αρχαιότητα και δώρα παρά θεών φασίν έχειν, εισίν Αργείοι»

[11] Παυσανίου Αρκαδικά, 1, 4-5 Εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδη

«Φασί δε Αρκάδες ως Πελασγός γένοιτο εν της γης ταύτης πρώτος. Εικός δε έχει του λόγου και άλλους ομού του Πελασγού, μηδέ αυτού τω Πελασγώ γενέσθαι μόνον….

πεποίηται δε και Ασίω τοιάδε εις αυτόν. Αντίθεον δε Πελασγικόν εν υψικόμοισιν όρεσι

Γαία μέλαιν’ ανέδωκεν, ίνα θνητών γένος είη.

[12] Απολλων. Ροδίου Αργοναυτικά, Δ, 264, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου.

«ούπω τείρεα πάντα τα τ’ ουρανώ, ειλίσσονται, ουδέ τι πω Δαναών ιερόν γένος ήεν ακούσαι

πευθομένοις˙ ּοίοι δ’ έσαν Αρκάδες Απιδονήες, Αρκάδες, οί και πρόσθε σεληναίης υδέονται

ζώειν, φηγόν έδοντες εν ούρεσιν, ουδέ Πελασγίς χθών τότε κυδαλίμοισιν ανάσσετο Δευκαλίδησιν».

Read Full Post »

Φορωνέας (μυθολογία)


 

ο Φορωνέας (Φορωνεύς) ήταν ήρωας και ο γενάρχης των Πελασγών της Πελοποννήσου, και βασιλιάς του Άργους.

  

Phoroneus, roi mythique d'Argos qui personnifie la Législation

Phoroneus, roi mythique d'Argos qui personnifie la Législation

Από την Ωκεανίδα Μελία (ή Αργεία) ο Ίναχος απέκτησε τον Φορωνέα, τον Αιγιαλέα και την Ιώ. Ως παιδιά του αναφέρονται ακόμη ο Φηγεύς, ο Πελασγός, ο Άργος και η Μυκήνη. Ο Φορωνεύς που διαδέχτηκε τον Ίναχο, θεωρείται ο γενάρχης της Πελασγικής φυλής. Η βασιλεία του συνέπεσε με τον μεγάλο κατακλυσμό του Ωγύγου:

«Πρώτος παρ’ Αθηναίοις μνημονεύεται Ώγυγος καθ’ όν Έλλησιν ο μέγας και παλαιός ιστορείται κατακλυσμός. Τούτο λέγεται συγχρονίσαι Φορωνεύς ο Ινάχου, Αργείων βασιλεύς»[1].

Ο Παυσανίας διασώζει πληροφορίες από το αρχαιότερο έπος Φορωνίς, σύμφωνα με το οποίο ο Φορωνεύς μετά από αυτόν τον κατακλυσμό, ήταν ο πρώτος που συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε έναν τόπο, και τους δίδαξε τον τρόπο του κοινωνικού βίου, ιδρύοντας έτσι την πρώτη πόλη:

«Ο Φορωνεύς δε ο γιος του Ινάχου είναι εκείνος που πρώτος συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε κοινότητες, ενώ πριν κατοικούσαν σκόρπιοι ο καθένας μόνος του στα δάση και στα βουνά. Και γι αυτό το μέρος που για πρώτη φορά μαζεύτηκαν ονομάσθηκε «Φορωνικόν»[2]

Προηγουμένως ζούσαν σκόρπιοι και απομονωμένοι όπως οι Κύκλωπες, για τους οποίους ο Όμηρος γράφει:

 

«Δεν έχουν προεστών βουλές, μήτε από νόμους ξέρουν

και κατοικούνε στων βουνών κατακόρυφα τις ράχες,

μέσα σε βαθουλές σπηλιές και τα παιδιά του ορίζει

καθείς και τη γυναίκα του και δεν ψηφάει τους άλλους»[3]

 

Ακόμη για χάρη των ανθρώπων ο Φορωνεύς μεταφέρει τη φωτιά από τον ουρανό με τη συναίνεση του Δία και διδάσκει τους ανθρώπους να την χρησιμοποιούν, κυρίως για να προσφέρουν θυσίες:

«Πιο πέρα από το ομοίωμα (του Βίτωνος) υπάρχει ένας τόπος όπου καίνε φωτιά, που τη λένε φωτιά του Φορωνέα, γιατί οι Αργείοι δεν παραδέχονται πως ο Προμηθεύς έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά, αλλά αποδίδουν την εύρεσή της στο Φορωνέα».[4]

Την φωτιά αυτή διατηρούσαν οι Αργείοι άσβεστη στον ναό του Λυκίου Απόλλωνος και την ονόμαζαν Φορωνικόν πυρ. Ακόμη, όπως γράφει ο Παυσανίας, οι Αργείοι πρόσφεραν θυσίες στον τάφο του Φορωνέα, μέχρι τα δικά του χρόνια.[5]

Από τον Φορωνέα και τη νύμφη Τηλεδίκη γεννήθηκαν ο Άπις και η Νιόβη. Στο μικρό χρονικό διάστημα που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.

Η Νιόβη ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν ο Πελασγός και ο Άργος. Από αυτόν τον γιό του Δία και της Νιόβης η πολιτεία αλλά και όλη η Πελοπόννησος μετονομάστηκε από Απία σε Άργος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ευσέβιος Καισαρείας, Χρονικών Α.

[2] Παυσανίου Κορινθιακά, XV,5, Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Φορωνεύς δε ο Ινάχου τους ανθρώπους συνήγαγε πρώτον ες κοινόν, σποράδας τέως και εφ’ εαυτών εκάστοτε οικούντας ˙και το χωρίον ες ο πρώτον ηθροίσθησαν άστυ ωνομάσθη Φορωνικόν».

[3] Οδύσσεια, Ι, 108, Ο.Ε.Σ.Β, μετ. Ι. Σιδέρη.

[4] Παυσαν. Κορινθιακά, XIX, 5, Εκδ. Ι. Ζαχαροπούλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Εξής δε της εικόνος ταύτης (του Βίτωνος) πυρ καίουσιν, ονομάζοντας Φορωνέως είναι˙ ού γάρ τί ομολογούσι δούναι πυρ Προμηθέα ανθρώποις, αλλ’ ες Φορωνέα του πυρός μετάγειν εθέλουσι την εύρεσιν».

[5] Παυσανίου Κορινθιακά, XX, 2, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου: «εναγίζουσι δε και ες ημάς έτι τω Φορωνεί».

Σύμφωνα με αυτή την πληροφορία του Παυσανία, οι Αργείοι τιμούσαν τον τάφο του Φορωνέα από την εποχή του κατακλυσμού του Ωγύγου μέχρι τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Read Full Post »

« Newer Posts