Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘25η Μαρτίου’

Γιορτάζοντας το έθνος: Εθνικές Επέτειοι στην Ελλάδα τον 19° αιώνα –  Χριστίνα Κουλούρη στο: «Αθέατες όψεις της ιστορίας. Κείμενα αφιερωμένα στον Γιάνη Γιανουλόπουλο», Αθήνα, Ασίνη, 2012.


 

 

Την εορτήν της 25 Μαρτίου οφείλει

να τελή μετ’ ενθουσιασμού ουχί η Ελληνική

πολιτεία, αλλ’ η Ελληνική κοινωνία·

ουχί ο υπάλληλος, αλλ’ ο πολίτης.

 

εφ. Εθνικόν Πνεύμα, 1873

 

Στις 25 Μαρτίου 1838, εικοσιένας κανονιοβολισμοί ανήγγειλαν στους κατοίκους της Αθήνας ότι γιόρταζαν την πρώτη τους εθνική γιορτή, βάσει του Β. Διατάγματος που είχε εκδοθεί λίγες μέρες πριν. Ο βασιλιάς Όθων και η βασίλισσα Αμαλία έφθασαν με άμαξα από το παλάτι στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, όπου παρακολούθησαν τη δοξολογία μαζί με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές της χώρας, τους ξένους διπλωμάτες, όλες τις συντεχνίες και πλήθος λαού. Στους δρόμους από όπου πέρασε η βασιλική πομπή είχε πα­ραταχθεί η ένοπλη φρουρά της πόλης, ενώ πλήθος κόσμου ζητωκραύγαζε. Φωταψίες στην Ακρόπολη, στα δημόσια κτήρια και στα σπίτια έδιναν τον γι­ορταστικό τόνο, ενώ τη μεγαλύτερη εντύπωση την έκανε ένας μεγάλος σταυρός που σχημάτιζαν φανάρια πάνω στη μία πλευρά του Λυκαβηττού. Στην πλατεία του παλατιού, ο Δήμος Αθηναίων είχε στήσει ένα «τρόπαιο» γύρω από το οποίο χόρευαν και πανηγύριζαν. Παρ’ όλο που η εθνική επέτειος είχε καθιερωθεί «κατά κοινήν του έθνους ευχήν», η εορταστική διάθεση σκιαζόταν από τον πολιτικό αναβρασμό. Γράφει η εφημερίδα Αθηνά:

Και πόσην επισημότητα ήθελε δώσει η εορτή αύτη εις την Ελλάδα και εις όλον τον φωτισμένον κόσμον, εάν, μαζή με τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου, της φανερώσεως τον απ’ αιώνος μυστηρίου, της εθνεγέρσεώς μας και τα λοιπά, επανηγυρίζετο και η καθίδρυσης του συντάγματός μας, η στερέωσις της ελευθερίας μας αυτής εις την κοινωνίαν μας. 

Ο Όθωνας (1815-1867), πρίγκιπας της Βαυαρίας και βασιλιάς της Ελλάδας 1832-1862, με ελληνική εθνική φορεσιά, φέροντας στο στήθος του το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος, έργου του Ernst Wilhelm Rietschel, 1850.

Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν μέχρι το 1843, ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου δεν θα είναι ομόψυχος αλλά, αντίθετα, θα αποτελέσει αντικείμενο αντίπαλων εορτασμών και αντιπολιτευτικών εκδηλώσεων. Ήδη, την επόμενη χρονιά από την καθιέρωσή της, το 1839. η μέρα της εθνικής επετείου θα παρέλθει «σκυθρωπή, κατηφής, ατερπής, άσημος, σιωπηλή». Μέχρι το 1843 αντιοθωνική μερίδα θέλησε να οικειοποιηθεί την εθνική επέτειο διοργανώνοντας ιδιωτικούς εορτασμούς με φωταψίες σπιτιών, μνημόσυνα για τους νεκρούς αγωνιστές του 21, συμπόσια και μουσικές, με κορύφωση τη δίκη των πρωτεργατών ενός παρόμοιου εθνικού αντι-εορτασμού το 1841.

Συνεπώς, από τη στιγμή της καθιέρωσής της, η επέτειος της 25ης Μαρτίου υπήρξε αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης και αντίπαλων ερμηνειών. Παρ’ όλο που η επιλογή της ημερομηνίας είχε, όπως φαίνεται, την κοινωνική συναίνεση, ο εορτασμός της δεν ήταν συναινετικός. Ούτε όμως υπήρχε συναίνεση ως προς την ερμηνεία του ιστορικού γεγονότος που εορταζόταν, της Ελληνικής Επανάστασης.

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσω να διατυπώσω κάποιες γενικές υποθέσεις σχετικά με τις εθνικές επετείους στο ελληνικό κράτος τον 19ο αιώνα (1830-1875) τους συμβολισμούς και τους τρόπους εορτασμού τους, τις αντιτιθέμενες ερμηνείες τους και τις πολιτικές τους χρήσεις, με συγκριτικές αναφορές σε άλλα ευρωπαϊκά παραδείγματα. Δεν πρόκειται για τα πορίσματα μιας εξαντλητικής έρευνας, αλλά για την απόπειρα μιας πρώτης ανάλυσης στοιχείων που έχω συλλέξει μέχρι σήμερα με στόχο, στο μέλλον, μια άλλη δημοσίευση που θα καλύπτει μεγαλύτερο χρονικό εύρος και άλλες πτυχές των επετειακών εορτασμών.

Η θεσμοθέτηση εθνικών επετείων αλλά και η ίδια η έννοια της εθνικής επετείου συνδέονται με την ανάδυση του εθνικισμού και τη δημιουργία των εθνών – κρατών από τα τέλη του 18ου και στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μνημονεύουν ιστορικά γεγονότα που αντιστοιχούν σε στιγμές – κλειδιά της εθνικής βιογραφίας και «φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε, διαμορφώνουμε και κινητοποιούμε την εθνική ταυτότητα». Οι εθνικές επέτειοι είναι μια ευκαιρία για κωδικοποίηση της εθνικής ταυτότητας μέσω της γλώσσας των συμβόλων και της θεατρικής αναπαράστασης. Πρώτο σύμβολο των επετείων είναι η ίδια η ημερομηνία που επιλέγεται, εφόσον η επιλογή του γεγονότος στο οποίο παραπέμπει έχει ως στόχο να υπογραμμίσει συγκεκριμένα στοιχεία της εθνικής ταυτότητας και εθνικές αξίες. Η εθνική επέτειος έχει πρωτίστως ιστορικό περιεχόμενο αλλά εορτάζεται μια επιλεκτική και επεξεργασμένη εκδοχή της ιστορίας.

Διάταγμα για την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής.

Παρά την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει ο εθνικισμός με την ιστορία και τη συνέχεια του έθνους που αυτή υποστηρίζει, η ανάγκη για μνημόνευση ιστορικών στιγμών προέρχεται από την επιθυμία της ριζικής τομής με το παρελθόν, της έμφασης στο «νέο» έναντι του «παλιού» και από τη βούληση να εορταστεί το «νέο ξεκίνημα». Η στάση αυτή είναι κοινή στην Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά μόνο οι γάλλοι επαναστάτες εισήγαγαν την «πρώτη πραγματικά εθνική γιορτή μνήμης», γιορτάζοντας στις 14 Ιουλίου 1790 την πρώτη επέτειο της πτώσης της Βαστίλης.

Τα γεγονότα που γιορτάζονται με τις εθνικές επετείους ποικίλλουν σε ολόκληρο τον κόσμο: μέρες απελευθέρωσης, ίδρυσης του κράτους, ψήφισης του συντάγματος, μέρες κατάκτησης, αλλά ακόμη και ήττες ή μέρες πένθους. Εθνική επέτειος της Νορβηγίας είναι η 17η Μαΐου, μέρα σύνταξης του Συντάγματος το 1814 και όχι η μέρα της Ανεξαρτησίας το 1905. Αντίθετα, στη Σουηδία, η 6η Ιουνίου που γιορταζόταν ανεπίσημα από το 1893 ως η μέρα της στέψης του Γουσταύου Α’ (γνωστού ως Γουσταύου Βάζα) το 1523, έγινε επίσημη εθνική επέτειος μόλις το 2005.

Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γεγονότα που δεν γιορτάζονται, η επιλογή δηλαδή της αποσιώπησης ενός σημαντικού ιστορικού γεγονότος για την εθνική μνήμη. Οι σιωπές αυτές παραπέμπουν συνήθως σε τραυματικά και κυρίως σε διχαστικά γεγονότα, που υπονομεύουν την ενοποιητική λειτουργία που οφείλει να επιτελεί μια εθνική επέτειος. Η λήθη, συνεπώς, συνιστά συστατικό στοιχείο της εθνικής ενότητας, εξίσου σημαντικό με τη μνήμη.

Ήδη το 1882, ο Ερνέστ Ρενάν, στην περίφημη ομιλία του στη Σορβόννη με τίτλο «Τί είναι έθνος;», έλεγε χαρακτηριστικά:

Η λήθη, και θα έλεγα ακόμα η ιστορική πλάνη, είναι ουσιαστικός παράγοντας της δημιουργίας του έθνους και, σε αυτή τη βάση, η πρόοδος των ιστορικών σπουδών συνιστά συχνά κίνδυνο για την εθνότητα.

Σύμφωνα με τη διατύπωση του Ρενάν, η ανακάλυψη της ιστορικής αλήθειας μπορεί να απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του έθνους εφόσον η επιβίωση του έθνους εξαρτάται σε ένα σημαντικό βαθμό από την καλλιέργεια «θελκτικών μύθων».

Η ουσία ενός έθνους έγκειται στο ότι όλα τα άτομα έχουν πολλά κοινά πράγματα, καθώς επίσης ότι όλοι έχουν λησμονήσει πολλά πράγματα.

Ως παραδείγματα αναγκαίας λήθης για τους Γάλλους προβάλλει ο Ρενάν τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και τις σφαγές του Midi τον 13ο αιώνα, γεγονότα δηλαδή που εκλαμβάνονται ως «αδελφοκτόνοι πόλεμοι». Αναλογικά, εμφύλιοι πόλεμοι, σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, γεγονότα των οποίων η υπόμνηση δημιουργεί αισθήματα ντροπής ή ενοχής οφείλουν να διαγράφονται από την εθνική ομογενοποιημένη μνήμη. Η ανάμνηση – εξ ορισμού επιλεκτική – συνοδεύεται λοιπόν από την παράλληλη διαδικασία της λήθης, η οποία συχνά παίρνει τη μορφή της επίσημης λογοκρισίας της δυσάρεστης μνήμης. Είναι αυτό που ο Πολ Κόνερτον ονομάζει «οργανωμένη λήθη».

Τέλος, υπάρχουν κράτη χωρίς εθνικές επετείους. Δεν υπάρχει για παράδειγμα εθνική γιορτή στη Μ. Βρετανία, σε έντονη αντίθεση προς τη γειτονική της Γαλλία αλλά και προς την ιρλανδική παγκόσμια γιορτή της Si Patrick’s Day, η οποία γιορτάζεται ως εθνική γιορτή στις 17 Μαρτίου από την ιρλανδική διασπορά, επιβεβαιώνοντας την ιρλανδική εθνική ταυτότητα. Οι διαφορές αυτές έχουν ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Ο Πίτερ Μπερκ υποστηρίζει ότι η ιστορία ξεχνιέται από τους νικητές αλλά όχι από τους ηττημένους, φέρνοντας το παράδειγμα της «δομικής αμνησίας» των Άγγλων και της υπερτροφίας της μνήμης των Ιρλανδών. Επομένως, δεν υπάρχει η ίδια ανάγκη για επετειακή μνημόνευση του εθνικού παρελθόντος. Σύμφωνα με τον Τζον Γκίλις εξάλλου, «τόποι μνήμης» δημιουργούνται στις συγκυρίες όπου υπάρχει ρήξη με το παρελθόν, έστω και κατασκευασμένη. Οι Βρετανοί, που δίνουν έμφαση στη συνέχεια της ιστορίας τους, δεν θεσμοθέτησαν εθνικές επετείους με πατριωτικό περιεχόμενο – ενδεχομένως και γιατί οι πιθανές ημερομηνίες μπορούσαν να λειτουργήσουν διχαστικά ανάμεσα στις διαφορετικές εθνοτικές ομάδες που συγκροτούν τη «βρετανικότητα».

Ανεξάρτητα πάντως από τα κριτήρια επιλογής – ή απόρριψης – μιας εθνικής επετείου, η καθιέρωσή της εξαρτάται από μια κεντρική πολιτική απόφαση. Ο ρόλος του κράτους είναι καθοριστικός, εφόσον, αυτό ορίζει τις εθνικές αργίες (επιδιώκοντας τη μαζική συμμετοχή), αυτό καθορίζει συνήθως το τυπικό της τελετής και ενδεχομένως αυτό χρηματοδοτεί τις σχετικές εορταστικές εκδηλώσεις. Στην πραγματικότητα, από τον 19° αιώνα, οι εθνικές γιορτές δε λειτούργησαν μόνο ως μέσο για την παραγωγή και αναπαραγωγή εθνικών ταυτοτήτων αλλά και για τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας. Επρόκειτο για «πολιτική τελετουργία» με την έννοια ότι εκεί σκηνοθετούνταν και εορταζόταν η πολιτική δύναμη…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Γιορτάζοντας το έθνος – Εθνικές Επέτειοι στην Ελλάδα τον 19° αιώνα

 

Read Full Post »

Η καθιέρωση της Εθνικής Εορτής της 25ης Μαρτίου 


 

Αποτελεί γενικό έθιμο να πανηγυρίζει κάθε κράτος με επίσημες γιορτές, ορισμένη μέρα της χρονιάς, που να θυμίζει το σπουδαιότερο εθνικό γεγονός ή συμβάν, το οποίο τις περισσότερες φορές συνδέεται με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, με την παλιγγενεσία ή την απελευθέρωσή του, την εγκαθίδρυση ή τη μεταβολή του πολιτεύματός του.

Ο μέγας αυτός πανηγυρισμός σε συγκεκριμένη μέρα συνιστά την Εθνική Εορτή της χώρας και η ημέρα αυτή λογίζεται κατ’ εξοχήν επίσημη και συμβολική. Άμεσα συγγενής προς την Εθνική Εορτή είναι η έννοια άλλων μεγάλων δημόσιων εορτών, με τις οποίες τιμούνται ταυτόχρονα και στον ίδιο βαθμό ιστορικά γεγονότα πολύ μεγάλης σημασίας, που συνδέονται με την εθνική μας ζωή.

Διαφορετική είναι η έννοια δημόσιων εορτών, που καθιερώνονται για σπουδαία ιστορικά γεγονότα τοπικής σημασίας. Σ’ αυτές τις εορτές ο πανηγυρισμός πραγματοποιείται επισήμως και με τη συμμετοχή του κράτους, αλλά μέσα σε ορισμένη περιφέρεια και μόνο σ’ αυτήν.

Τέλος, εντελώς διαφορετική είναι η έννοια των δημοτικών εορτών, που αποφασίζονται και τελούνται με την πρωτοβουλία και ευθύνη του οικείου δήμου ή κοινότητας.

 

Οι εθνικές εορτές στην Ελλάδα

 

Η καθιέρωση Εθνικών εορτών στην Ελλάδα, δηλαδή πανελλήνιων πανηγυρισμών, για να τιμηθούν εθνικά και ιστορικά γεγονότα πανελλήνιας σημασίας μέχρι και το 1838 και η τέλεση δημόσιων τελετών γι’ αυτές συμπεραίνεται ότι γινόταν άτυπα με «βασιλικές διαταγές» ή διατάγματα, που δεν δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά πιθανόν να βρίσκονται σε κάποιο κρατικό αρχείο.

Με τον τρόπο αυτό καθιερώθηκαν ως ημέρες εθνικής εορτής οι επέτειοι των αποβατηρίων του Βασιλέως Όθωνος στις 25 Ιανουαρίου 1833 [1], τα γενέθλια και η ονομαστική εορτή των Βασιλέων Όθωνος και Αμαλίας και τα αποβατήρια της βασίλισσας και καταργήθηκαν – εκτός από την πρώτη – το 1859 [2]. Κατά τον ίδιο τρόπο καθιερώθηκε και η κατ’ εξοχήν Εθνική Εορτή της 25ης Μαρτίου, για την οποία θα γίνει ευρύτερος λόγος παρακάτω [3].

Αντιθέτως μετά το 1838 η καθιέρωση όμοιων εορτών γινόταν με την έκδοση ξεχωριστών διαταγμάτων που δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Με τη διαδικασία αυτή καθιερώθηκαν διαδοχικά ως εθνικές εορτές, που γιορτάζονταν παράλληλα με την επέτειο της 25ης Μαρτίου, η επέτειος της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, η οποία ονομάστηκε κατ’ εξοχήν ημέρα παραγωγός λαμπρού μέλλοντος διά το Ημέτερον Βασίλειον, επειδή στέφθηκε από επιτυχία η γνωστή Επανάσταση του 1843 για σύγκληση Εθνικής Συνε­λεύσεως και κατάρτιση Συντάγματος [4]· η επέτειος της 11ης Οκτωβρίου 1862, καθ’ ην εθριάμβευσε Λαός και Στρατός κατά της καταλυθείσης δυναστείας, που θεωρήθηκε επίσης ημέρα παραγωγός λαμπρού μέλλοντος για το Ελληνικό Έθνος [5] και στην ουσία υποκατέστησε την προηγούμενη επέτειο· η επέτειος της 26ης Οκτωβρίου 1912, ημέρα κατά την οποία ελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη από τον νικηφόρο Ελληνικό Στρατό [6]· η επέτειος της 1ης Μαΐου 1924, σαν «εθνική εορ­τή», σε ανάμνηση της «δημοκρατικής ορκω­μοσίας» για τη μεταπολίτευση του 1924 [7], γιορταζόταν όμως μέχρι και το 1935 «μόνον ως ημέρα αργίας καθ’ όλον το κράτος», χωρίς άλλη δημόσια τελετή· ή επέτειος της 28ης Οκτω­βρίου 1940 σε ανάμνηση της αντίστασης του Έθνους στην ιταλική επίθεση και της συμμετοχής του στο συμμαχικό μέτωπο της Ελευθερίας [8].

Για την εκτέλεση των επιτασσομένων από τα διατάγματα, αρχικά ήταν ο Γραμματέας των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης, και αργότερα ο Υπουργός Εσωτερικών, που ήταν και ο εισηγητής της έκδοσης αυτών των διαταγμάτων.

Η τέλεση δημόσιων τελετών κατά τις επετείους των εθνικών ή άλλων επίσημων εορτών αποφασίστηκε, όπως γνωρίζουμε, με ενιαίο τρόπο το 1889, όταν με πρόταση του Υπουργού των Εσωτερικών, ορίστηκε με διάταγμα ότι κατά τις επετείους των εορτών της 1ης Ιανουαρίου, της 25ης Μαρτίου και της ονομαστικής βασιλικής εορτής (23ης Απριλίου) διατάσσονται δημόσιες τελετές [9].

Στο εξής, κάθε που καθιερωνόταν ή καταργούνταν καθιερωμένη εθνική εορτή, ή παριστανόταν ανάγκη να οριστεί νέα γιορτινή ημέρα, η τέλεση κατά την επέτειο του τιμωμένου γεγονότος δημόσιων τελετών οριζόταν με ειδικό διάταγμα που καθιέρωνε την εορτή και με διατάγματα περί δημόσιων τελετών, τα οποία εκδίδονταν στο σωστό χρόνο [10].

Η εκτέλεση των εν λόγω διαταγμάτων και η μέριμνα για την οργάνωση και την τέλεση των δημόσιων τελετών κάθε χρονιάς για τις εθνικές εορτές ανατιθόταν οπωσδήποτε στον Υπουργό των Εσωτερικών [11].

Ήδη με τον Αναγκαστικό Νόμο με αριθμ. 198 της 25ης Νοεμβρίου 1967, ορίστηκε ότι η καθιέρωση δημόσιων εορτών για τις επετείους εθνικών ή ιστορικών γεγονότων πανελλήνιας ή τοπικής σημασίας συντελείται με διατάγματα που εκδίδονται με κοινή πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων [12].

 

Η Εθνική Εορτή της 25ης Μαρτίου

 

Στο μνημονευθέν ήδη διάταγμα του 1838 σημειώνεται ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, που είναι οπωσδήποτε λαμπρή λόγω της εορτής του Ευαγγελισμού, «είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν έναρξιν του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους».

Ύστερα από  έρευνα των πηγών, αποτελεί σήμερα κοινή επιστημονική παραδοχή ότι η παράδοση για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821 συνδέεται με ευσεβή και συγκινητικό θρύλο, ο οποίος  διαχωρίζει βέβαια τα επί μέρους πολεμικά γεγονότα στην Ελλάδα με εκείνα που έγιναν στις Παρίστριες Ηγεμονίες από τον Φεβρουάριο 1821 και μάλιστα από τις 24 Φεβρουαρίου, όταν – ως γνωστόν- ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρος Υψηλάντης εξέδωσε και εξαπέλυσε από το Γενικό Στρατόπεδό του στο Ιάσιο την περίφημη προκήρυξή του προς τους Έλληνες με τον τίτλο: Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.

Για τους λόγους αυτούς πολύ πετυχημένα, η ημέρα της 25ης Μαρτίου, η «Δοξασμένη Μέρα», καθιερώθηκε εθνικά γιορτινή, επειδή περικλείει, όπως ειπώθηκε από τον Ρήγα Παλαμήδη στη Γερουσία στη συνεδρίαση της 26ης Μαρ­τίου 1856, εν ιερώ κειμηλίω, πάσας τας αναμνήσεις του Ελληνικού Έθνους κατά το διάστημα του ιερού αγώνος, δι’ ου ανεκτήσατο την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν[13]. Η χρονική σύμπτωση της μεγάλης θρησκευτικής εορτής προς τις πρώτες ημέρες των επαναστατικών ενεργειών στην Πελοπόννησο απετέλεσε  – κατά τον Ιωάννη Φιλήμονα, αν και υποστήριζε την άποψη ότι ως ημέρα ενάρξεως του Αγώνα έπρεπε να εορτάζεται η 24η Φε­βρουαρίου – ιδέα λαμπρή και ελληνικότατη, επειδή στηριζόταν στις αναλ­λοίωτες αρχές της αγίας ημών Εκκλησίας, και έφερε μέγα ύψος και βεβαίωνε την παντοτινή σωτήρια ενότητα και συγχώνευση του θρησκευτικού και εθνι­κού πνεύματος [14].

 

Βρυζάκης Θεόδωρος, «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης», Λάδι σε μουσαμά ,164 x 126 εκ., 1865, Εθνική Πινακοθήκη. Ο ευσεβής και συγκινητικός θρύλος για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, εκφράζει βαθύτατα το πνεύμα του Αγώνα. Θρησκεία και Πατρίδα γυρεύουν τη λύτρωση, τη λευτεριά.

Βρυζάκης Θεόδωρος, «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης», Λάδι σε μουσαμά ,164 x 126 εκ., 1865, Εθνική Πινακοθήκη.
Ο ευσεβής και συγκινητικός θρύλος για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, εκφράζει βαθύτατα το πνεύμα του Αγώνα. Θρησκεία και Πατρίδα γυρεύουν τη λύτρωση, τη λευτεριά.

 

Πρέπει να εξεταστεί εάν εορταζόταν μέχρι τότε η κήρυξη της Ελληνικής Επανά­στασης και η ανάσταση του Γένους.

Πριν από το 1838, ακόμη και κατά την διάρκεια του Αγώνα, μνημονεύονται αναμνηστικοί εορτασμοί της Επαναστάσεως κατά την 25ην Μαρτίου, άλλα όχι με επίσημο χαρακτήρα [15].

Εκτός από τον εορτασμό, μνημονεύεται ότι κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως γινόταν την 1η Ιανουαρίου τελετή για την επέτειο περί ανεξαρτησίας του Έθνους, σύμφωνα με την προκήρυξη της Α’ Εθνικής Συνέλευσης στην Επίδαυρο, που έγινε την ίδια μέρα το 1822 [16].

Εν πάση περιπτώσει δια­τάγματα με τα οποία καθιέρωναν εθνικές ή άλλες επίσημες εορτές  από την άφιξη του Βασιλέως Όθωνος και μέχρι το 1843 δεν αναφέρονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τούτο δεν είναι παράδοξο, επειδή στην επίσημη εφημερίδα δεν δημοσιευόταν τότε το σύνολον των εκδιδόμενων διαταγμάτων.

Επαναλαμβάνουμε ότι από το 1834 εορταζόταν ως εθνική εορτή η επέτειος της 25ης Ιανουαρίου (6ης Φεβρουαρίου), σε ανάμνηση της αποβιβάσεως του Όθωνος στην ελληνική γη το 1833, και τελούνταν τελετή για τα αποβατήρια. Αυτή η εορτή καθιερώθηκε αρχικά από το Κοινόν των Ναυπλιέων και αναγνωρίστηκε με το  βασιλικό διάταγμα της 20ής Ιανουαρίου 1834, αλλά το κείμενό του δεν επισημάνθηκε ακόμη [17].

Πριν από την έκδοσή του και με διάταγμα της 22ας Νοεμβρίου 1833 «περί προσδιορισμού των εργασίμων ωρών εις τα γραφεία», η επέτειος της αποβιβάσεως του βασιλέως περιελήφθηκε μεταξύ των εορτάσιμων ημερών, που οι εργάσιμες ώρες στα γραφεία περιορίζονταν στις τέσσερεις, ενώ για τις εορτές των γενεθλίων και τις ονομαστικές ορίστηκε ότι διακόπτονται αι ασχολίαι μόνον όσον καιρόν απαιτεί η επίσημος λειτουργία [18]. Πλήρης αργία δεν υπήρχε τότε.

Μέχρι το 1838 οι μη θρησκευτικές επίσημες εορτές εξαιρούνται βέβαια οι πανηγυρισμοί του νέου έτους, έκτακτες περιπτώσεις και εκείνη που γινόταν σε ανάμνηση των «αποβατηρίων» του Όθωνος στις 20 Ιανουα­ρίου 1833 ήταν για τα γενέθλια, τις ονομαστικές εορτές και για την ενηλικίωσή του, θυμίζοντας και την προσωπική  ανάληψη της εξουσίας από αυτόν στις 20 Μαΐου 1835, καθώς επίσης  οι εορτές της Αμαλίας, όπως ήδη σημειώθηκε.

Εν τούτοις, κατά τον Ρήγα Παλαμήδη σκέψη για καθιέρωση Εθνικής Εορτής, που να θυμίζει την κήρυξη του Ιερού Αγώνα και την Εθνική Παλιγγενεσία, μάλιστα στις 25 Μαρτίου, είχε γίνει προ πολλού και τελούνταν κάποιος ανεπίσημος εορτασμός κατ’ αυτήν. Κατά την ημέρα αυτήν: μνημονεύονται ιδίως οι ψυχές των ηρώων εκείνων, οι οποίοι πότισαν με το  πολύτιμο αίμα τους το δένδρο της ελευθερίας και όλοι όσοι μόχθησαν για χάρης της· και υπήρχε φαιδρή ευθυμία στις ψυχές όλων των Ελλήνων, των μεγαλύτερων που διηγούνταν τα διάφορα κατορθώματά τους στους νεότερους και πολλών αρχιερέων και λογίων που εκφωνούσαν λόγους κατάλληλους σε ανάμνηση των ηρωικών πράξεων· με μια κουβέντα δηλαδή, η ημέρα αυτή τιμόταν και με τα τότε μέσα ως εθνική, όχι μόνον από τους ελευθερωθέντες Έλληνες, αλλά και από όλη την ελληνική φυλή [19].

Η ιδέα για επίσημη καθιέρωση του εορτασμού προωθήθηκε με τον καιρό [20], έφθασε μέχρι τη σύνταξη του σχετικού διατάγματος από τον Ι. Κωλέττη ως Γραμματέα των Εσωτερικών το 1835, αλλά δεν επιδόθηκε λόγω της αποχώρησής του από τη Γραμματεία. Όπως φαίνεται, η σύμπτωση της μεγάλης και συμβολικής εορτής του Ευαγγελισμού με τα πρώτα επαναστατικά επεισόδια στην Πελοπόννησο είχε επηρεάσει τη λαϊκή ψυχή τόσο έντονα, ώστε να ωριμάσει με τον πιο φυσικό τρόπο η κοινή επιθυμία για την παραδοχή αυτής της ημέρας ως πανηγυρικής κήρυξης του Ιερού Αγώνα για την Ελευθερία, και προσαρμόστηκε πλήρως ο Ευαγγελισμός της Θεοτό­κου προς την Ανάσταση του Γένους. Το 1837 το θέμα έφθασε πάλι για εισήγηση στον Γραμματέα Εξωτερικών και του Βασιλικού Οίκου, με την παράλληλη ιδιότητά του ως Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου Ιγνάτιο φον Ρούντχαρτ, αλλά αργά ως δημοτική πρόταση, όπως συμπεραίνεται. Επειδή ο χρόνος δεν επαρκούσε για την ολοκλήρωση της αναγκαίας διαδικασίας για την έκδοση διατάγματος, επετράπη άτυπα η διεξαγωγή του ανάλογου εορτασμού στις 25 Μαρτίου του έτους εκείνου (1837).

Κατά τον Ρήγα Παλαμήδη: η τελετή έγινε  με όλη την πομπή και όλη την επισημότητα· και είχαν μαζευτεί  όλες σχεδόν οι δημοτικές αρχές της Αττικής και πλήθος λαού από τα περίχωρα με σημαίες, όπλα και τύμπανα· ώστε η πόλη των Αθηνών παρουσίαζε μέχρι το βράδυ της επομένης το θέαμα μεγαλοπρεπούς και ευχάριστου πανηγυριού, που διεξαγόταν με πλήρη τάξη και ησυχία [21].

Τελικά, στις 15 Μαρτίου 1838 με πρόταση του Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης Γεωργίου Γλαράκη, που ήταν Γραμματέας της Επικρατείας και κατείχε και το χαρτοφυλάκιο του Γραμματέα της Επικρατείας στα Εσωτερικά, καθιερώθηκε η ημέρα της 25ης Μαρτίου με το αριθμ. 980 διάταγμα Εθνική Εορτή στο διηνεκές. Η δημοσίευση και η εκτέλεση (ενέργεια) του διατάγματος ανατέθηκε στον ίδιο Γραμματέα της Επικρατείας στα Εκκλησιαστικά και στη Δημόσια Εκπαίδευση.

Άξιο απορίας είναι ότι το σπουδαίο αυτό διάταγμα δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αλλά μόνο στον ημερήσιο τύπο [22].

 

Διάταγμα για την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής.

Διάταγμα για την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής.

 

Στη δημοσίευση του διατάγματος ακολούθησε μετά από δυο ημέρες η κοινοποίησή του από τη Γραμματεία της Επικρατείας στα Εκκλησιαστικά και στη Δημόσια Εκπαίδευση προς τους διοικητές και υποδιοικητές της Επικρατείας και μετά από τρεις ημέρες πρόσκληση που στάλθηκε από τον Γραμματέα της Επικρατείας στα Εσωτερικά προς τα ίδια Όργανα της περιφερειακής διοίκησης, για να  λάβουν «πρόνοιαν διά να τελεσθή η εορτή αύτη με όλην την λαμπρότητα και αξιοπρέπειαν, ήτις αρμόζει εις ημέραν τοσούτον αξιομνημόνευτον και τοσούτον προσφιλή εις τον Ελληνικόν λαόν».

 

Ο πρώτος εορτασμός της Εθνικής Εορτής στην Αθήνα

 
Η παραπάνω υπουργική διαταγή έτυχε πλήρους κατανοήσεως από τους κατά τόπους διοικητές, αν κρίνουμε από τον εορτασμό που έγινε στην Α­θήνα, όπως περιγράφεται στον τύπο της εποχής [23].

Ο εορτασμός έγινε με βάση επίσημου προγράμματος που εκδόθηκε στις 23 Μαρτίου, στο οποίο περιλαμβανόταν και το καθιερωμένο τότε προβάδισμα των δημόσιων αρχών στην Αθήνα [24]. Τη γενική επιμέλεια φαίνεται πως είχε ο Διοικητής Αττικής Κωνσταντίνος Αξιώτης, ο οποίος απέσπασε και δημοσίους επαίνους για τις επιτυχείς ενέργειές του [25].

Ο ναός της Αγίας Ειρήνης. Η πρώτη Μητρόπολη της Αθήνας. Το 1835, εκεί έγινε η τελετή ενηλικίωσης του βασιλιά Όθωνα και το 1838, γιορτάστηκε για πρώτη φορά η επέτειος της 25ης Μαρτίου. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο: «Η Αθήνα μέσα στο Χρόνο».

Ο ναός της Αγίας Ειρήνης. Η πρώτη Μητρόπολη της Αθήνας. Το 1835, εκεί έγινε η τελετή ενηλικίωσης του βασιλιά Όθωνα και το 1838, γιορτάστηκε για πρώτη φορά η επέτειος της 25ης Μαρτίου. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο: «Η Αθήνα μέσα στο Χρόνο».

Οι πρώτες εκδηλώσεις άρχισαν με 21 κανονιοβολισμούς το βράδυ της προηγούμενης ημέρας [26]. Την Παρασκευή 25 Μαρτίου ο εορτασμός ξεκίνησε με τη συμμετοχή όλου του κόσμου με ομοθυμία και ενθουσιασμό από το πρωί με νέους 21 κανονιοβολισμούς. Επισημότερη εκδήλωση ήταν η τέλεση δοξολογίας στις 9 το πρωί από τον Επίσκοπο Αττικής και πρώην Ταλαντίου Νεόφυτο Μεταξά στον παλαιό ναό της Άγιας Ειρήνης [27], που είχε λάβει μέρος στον Αγώνα, παρουσία του Βασιλέως Όθωνος και της Βασίλισσας Αμαλίας, που φορούσαν ελληνική ενδυμασία, παρουσία των αυλικών, πολιτικών, δικαστικών, στρατιωτικών και δημοτικών αρχών, παρουσία των συντεχνιών, με τις κυανό­λευκες σημαίες τους και με τα σύμβολα της τέχνης κάθε φορά, καθώς επίσης και παρουσία των διπλω­ματικών αντιπροσώπων των ξένων δυνάμεων, ήτοι της Αγγλίας, Γαλλίας, Ι­σπανίας και Σουηδίας, εκτός από τους εκπροσώπους της Ρωσίας, της Αυστρίας και Βαυα­ρίας, αν και ο πρώτος από αυτούς φωταγώγησε λαμπρά την οικία του. Η αγενής απουσία τους δικαίως καυτηριάστηκε έντονα από τον τύπο [28]. Ειδικότερα η εφημερίδα «Ο Σωτήρ» παρουσίασε το γεγονός με τις εξής φράσεις: Σε όσους δεν τίμησαν με την παρουσία τους την Εθνική Εορτή μας απαντάμε: «Η Ελληνική Επανάσταση δεν μοιάζει με καμιά άλλη. Μόνη η δική μας είχε το προνόμιο να χειροκροτηθεί από όλους τους λαούς, να εμπνεύσει την Μούσα Βασιλέων, και να οπλίσει για λογαριασμό της τους βραχίονες των τριών Κολοσσών της Ευρώπης. Τέτοια επανάσταση μπορεί, νομίζουμε, καθένας χωρίς κίνδυνο και χωρίς ντροπή να πανηγυρίζει» [29].

Η συμμετοχή του λαού της Αθήνας και των χωριών της Επαρχίας Αττικής στον εορτασμό ήταν πάνδημος και πολύ ενθουσιώδης [30]. Μαζεύτηκαν αυτοί στην Αθήνα και εκδήλωναν τη χαρά τους, «παίζοντες διάφορα μουσικά όργανα και ζητωκραυγώντες μετ’ ενθουσιασμού» [31]. Προπορευόμενοι μπροστά από τη βασι­λική άμαξα, με την οποία οι βασιλείς μετέβησαν στον τότε Μητροπολιτικό Ναό, αποτέλεσαν αυτόκλητο μέρος της συνοδείας τους, αλλά και όλη την ημέρα κινούμενοι στην πόλη έφιπποι και πεζοί εξέφραζαν με πολλούς τρόπους τα αισθήματα της ζωηρής των χαράς για την πανηγυρική και επίσημη ανάμνηση του εθνικού γεγονότος.

Η ευθυμία και η εορταστική διάθεση δεν μειώθηκαν ούτε από το γεγονός  ότι μετά από αυτά άρχισε να βρέχει ελαφρά για πέντε ώρες περίπου. «Εντούτοις η ευθυμία του λαού δεν είχε καταπαύσει, διότι στην ψυχή καθενός έκανε θαυμάσια εντύπωση η αιφνίδια αυτή μεταβολή της ατμόσφαι­ρας, η οποία κατείχε μα την αλήθεια και την 25η Μαρτίου 1821, επίσης ημέρα Παρασκευή» [32].

Συγκινητικές σκηνές σημειώθηκαν. Στην πλατεία πριν από τα Ανάκτορα, την σημερινή πλατεία Κλαυθμώνος, στήθηκε από το Δήμο Αθηναίων εορταστική αψίδα, και μετά την κατάπαυση της βροχής οι Αθηναίοι χόρευαν γύρω της. «Μέσα σ’ αυτό το περιστατικό, λοιπόν  παρουσιάζεται ξαφνικά η γριά με τα λευκά μαλλιά, αδελφή των αδελφών Λέκκα, που διακρίθηκαν για την ξεχωριστή ανδρεία τους, η οποία απευθυνόμενη στους χορηγούς είπε: «Σταματήστε, παιδιά μου, σ’ εμένα ανήκει να αρχίσω το χορό, διότι σ’ αυτό το έδαφος πρόσφερα ως θύματα δύο ανδρείους αδελφούς και τον μοναχογιό μου» και έτσι με τα δάκρυα στα μάτια χόρευε μαζί τους και χαιρόταν με τους Έλληνες» [33].

Το βράδυ έγινε φωταγώγηση της Ακρόπολης, των δημόσιων και δημοτικών καταστημάτων και των οικιών της πόλης, και προς αυτή την πλευρά του Λυκαβηττού «εσχηματίσθη διά των φανών είς μεγάλος σταυρός, του οποίου η θέα κάμνει μεγάλην εντύπωσιν» [34].

Ανάμεσα στις οικίες, που είχαν φωταγωγηθεί με περισσή φιλοκαλία ήταν του κόμητος Ρώμα και του αρχιμανδρίτη Θεόκλητου Φαρμακίδη. Το δημόσιο κατάστημα, που ξεχώριζε για την διακόσμησή του, ήταν το Διοικητήριο, έδρα του Διοικητή Αττικής Κωνσταντίνου Αξιώτη. Επίσης, ανάμεσα στα δημόσια καταστήματα, που με φιλοκαλία είχαν διακοσμηθεί,  μνημονεύτηκε από τον τύπο το κατάστημα της Βασιλικής Τυπογραφίας (Εθνικό Τυπογραφείο), δηλαδή το κτίριο στην οδό Σταδίου, που τώρα στεγάζεται το Πρωτοδικείο Αθηνών. Στη βάση φωτεινής πυραμίδας είχε αναγραφή το εξής επίγραμμα: Ει  το  καλώς   θνήσκειν αρετής  μέρος εστί μέγιστον ημίν εκ πάντων τούτ’ απένειμε τύχη· Ελλάδι γαρ  σπεύδοντες  ελευθερίην περιθήναι κείμεθ’ αγηράντω χρώμενοι ευλογίη [35].

Για άγνωστο λόγο δεν φωταγωγήθηκαν τα Ανάκτορα, παρά την εντολή του Βασιλέως Όθωνος [36]. Αν συνδυαστεί αυτό με την είδηση ότι ο Επιτετραμμένος της Βαυαρίας όχι μόνο δεν προσήλθε στη δοξολογία, αλλά ούτε ένα λυχνάρι δεν άναψε μια μέρα που ο γιος του Βασιλέα και Κυρίου του, ο τρισέβαστος Όθων, καθιέρωσε Εθνική σε ανάμνηση της παλιγγενεσίας της Ελλάδας [37], θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο εν λόγω διπλωμάτης και το προσωπικό των Ανα­κτόρων που επηρεαζόταν απ’ αυτόν κατείχοντο από δυσαρέσκεια, που προερχόταν πιθανόν από πολιτικές σκέψεις και από συνδυασμό της Εθνικής Εορτής με συνταγματικές εξελίξεις, ανεπιθύμητες για τους ίδιους.

Εορτασμοί ανάλογοι της Αθήνας πραγματοποιήθηκαν και στην επαρχία.

Το μέγα γεγονός της κήρυξης του Αγώνος της Ανεξαρτησίας και της επίτευξης της παλιγγενεσίας του Ελληνικού Έθνους με τον αγώνα αυτόν, εξακολούθησε στο εξής να εορτάζεται σχεδόν ανελλιπώς [38], ακόμη και κατά τη διάρκεια της εχθρικής κατοχής (1941-1944) [39]. Εορτάζεται μάλιστα πάντοτε με εθνική έξαρση, με τη δέουσα υποβλητικότητα και ευγνωμοσύνη των επιγόνων, την οφειλόμενη στη σημασία του και στις θυσίες των γνωστών και άγνωστων αγωνιστών [40].

 

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838 (παραμονή εορτής).

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838 (παραμονή εορτής).

 

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838. Για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1838, εξεδόθησαν δύο προγράμματα, στο ένα εκ των οποίων ανακοινώνονται οι τελετές της παραμονής 24ης Μαρτίου.

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838. Για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1838, εξεδόθησαν δύο προγράμματα, στο ένα εκ των οποίων ανακοινώνονται οι τελετές της παραμονής 24ης Μαρτίου.

 

Τα ισχύοντα σήμερα για εορτές και τελετές

 

Όπως ήδη σημειώθηκε, με τον Αναγκαστικό Νόμο της 25ης Νοεμβρίου 1967 με αριθμ. 198, η καθιέρωση δημόσιων εορτών για τις επετείους εθνικών ή ιστορικών γεγονότων πανελλήνιας ή τοπικής σημασίας ορίστηκε ότι συντελείται με διατάγματα που εκδίδονται με κοινή πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Στον Υπουργό των Εσωτερικών ανατέθηκε η μέριμνα της κατάρτισης, υπογραφής, δημοσίευσης και εκτέλεσης αυτών των διαταγμάτων.

Η οργάνωση και η τέλεση των καθιερωμένων δημόσιων τελετών, με τη διαδικασία αυτή, αλλά και όσων άλλων επισήμων τελετών αποφασίζονται εκτάκτως κάθε φορά από το Υπουργικό Συμβούλιο ή τον Πρωθυπουργό ή τον Υπουργό των Ε­σωτερικών, ανατέθηκε στο Υπουργείο των Εσωτερι­κών, εφόσον με τα οικεία διατάγματα προβλέπεται η καθολική συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών του κράτους, και στις κατά τόπους νομαρχίας, εφόσον προβλέπεται η συμμετοχή μόνον των αρχών στην περιφέρειά τους ή εφόσον πρόκειται για τοπικούς εορτασμούς από κάποιον δήμο ή κοινότητα.

Οι λεπτομέρειες του εορτασμού καθορίζονταν ανέκαθεν με την έκδοση ειδικού προγράμματος από την εκάστοτε αρμόδια αρχή, στο οποίο σημειώνονταν οι επί μέρους εκκλησιαστικές ή άλλες τελετικές εκδηλώσεις, εάν συμμετείχαν οι αρχές κ.λ.π. [41].

Με το διάταγμα της 30ής Οκτωβρίου 1970 (με αριθμ. 703), η αρμοδιό­τητα της οργάνωσης και τέλεσης των δημόσιων τελετών περιήλθε στους νομάρχες του κράτους, πλην του Νομάρχη Αττικής όσον αφορά στην περιφέρεια της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, ανεξάρτητα στις τελετές αυτές εάν είναι καθολική ή όχι η συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών του κράτους [42]. Η  αρμοδιότητα αυτή περιήλθε στο Νομάρχη Αττικής και για την περιοχή της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης λίγο αργότερα και μάλιστα με το διάταγμα της 9ης Μαρτίου 1972 (με αριθμ. 189) [43]. Στο εξής ο Νομάρχης Ατ­τικής κατέστη αρμόδιος και στο αντικείμενο αυτό, το οποίο του επιφυλάχθηκε μετά την αναδιοργάνωση της διοικήσεως της μείζονος πρω­τευούσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του διατάγματος της 30ής Δε­κεμβρίου 1972 (με αριθμ. 799) [44] και με το άρθρο 4 της κοινής απόφασης του Υπουργείου Προγραμματισμού και Κυβερνητικής Πολιτικής παρά τω Πρωθυπουργώ και του Υπουργού των Εσωτερικών της 11ης Δεκεμβρίου 1972 (με αριθμ. Λ7/6-1/10) [45], αλλά μόνον για τις επίσημες τελετές, στις οποίες συμμετέχουν όλες οι συντεταγμένες εξουσίες του κράτους [46]. Εάν δεν προβλέπεται κατ’ αυτές καθολική συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών ή εάν πρόκειται για τοπικούς εορτασμούς, αρμόδιοι είναι οι αναπληρωτές νομάρχες – προϊστάμενοι των τεσσάρων Διαμερισμάτων της Νομαρχίας Αττικής.

Ως εθνικές, ή δημόσιες με την παραπάνω έννοια, εορτές, που αναφέρονται μάλιστα σε επετείους εθνικών και ιστορικών γεγονότων πανελλήνιας σημασίας ορίσθηκαν με το διάταγμα της 25ης Φεβρουαρίου 1969 (με αριθμ. 157) [47] οι εξής: η 25η Μαρτίου, η 28η Οκτωβρίου και η 21η Απριλίου κάθε χρονιάς, η τελευταία για να τιμηθεί η Εθνική Επανάσταση της 21ης Απριλίου του 1967 [48]. Στις εορτές αυτές συμμετέχουν όλες οι συντεταγμένες εξουσίες (λειτουργίες) του Κράτους. Ορίστηκε επίσης ότι με συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών του Κράτους εορτάζονται και οι εξής ημέρες: η 1η Ιανουαρίου για το νέο έτος και η Ημέρα του έφεδρου πολεμιστή και της Πολεμικής αρετής των Ελλήνων [49], που εορτάζεται μαζί με την επέτειο της συντρι­βής των κομμουνιστοσυμμοριτών εις τον Γράμμο και το Βίτσι κατά την πρώτη Κυριακή μετά την 29ην Αυγούστου [50].

Τις ημέρες αυτές διατάσσεται γενικός σημαιοστολισμός σ’ όλη την επικράτεια απ’ την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου και φωταγώγηση των δημόσιων, δημοτικών και κοινοτικών καταστημάτων, καθώς επίσης και των καταστη­μάτων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των τραπεζών από τη δύση του ήλιου και μέχρι των πρωινών ωρών της επομένης της εορτής, ομοίως σ’ όλη την επικράτεια. Τα παραπάνω μέτρα, επειδή αφορούν όλη την επικράτεια, διατάσσονται από τον Υπουργό των Εσωτερικών.

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Διάταγμα περί τακτικού εορτασμού των αποβατηρίων του Όθωνος δεν επεσημάνθη. Βλ. εν τούτοις τον περί εορτασμού της 25ετηρίδος από της εν Ελλάδι αφίξεώς του Νόμον ΥΛΘ’ της 15ης Ιανουαρίου 1858, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», φ. 3 (14 Φεβρ. 1858). Οι προ του 1922 ημερομηνίες δίδονται κατά το παλαιόν ημερολόγιο.

[2] Β.Δ. της 29ης Ιανουαρίου 1859, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», φ. 5 (13 Φεβρ. 1859).

[3] Βλ. Βασιλικόν Διάταγμα (εφεξής: Β.Δ.) της 15ης Μαρτίου 1838, εφ. «Ο Ελλη­νικός Ταχυδρόμος», φ. 20 (20 Μαρτ. 1838)· εφ. «Αθήνα», φ. 518 (23 Μαρτ. 1838). Βλ. και ανακοίνωση της καθιερώσεως της επετείου ως εθνικής εορτής στην εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 17 (20 Μαρτ. 1838).

[4] Β.Δ. της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 31 (3 Σεπτ. 1843).

[5] Β.Δ. της 15ης Οκτωβρίου 1862, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 3 (27 Οκτ. 1862). Μετά την κατ’ Οκτώβριο κατάλυση της δυναστείας άρχισε νέα αρίθμηση των φύλλων της «Εφημερίδος τής Κυβερνήσεως» του έτους 1862.

[6] Β.Δ. της 19ης Οκτωβρίου 1935, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 483 (21 Οκτ. 1935).

[7] Ν.Δ. της 23ης Απριλίου 1924, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 94 (24 Απρ. 1924). Βραδύτερον ή 1η Μαΐου ορίσθηκε  ως ημέρα εόρτιος της Εργασίας. Ούτω διά του Αναγκ. Νόμου υπ. αριθμ. 606 της 4ης Απριλίου 1937 ή τελευταία εβδομάς του Απριλίου έκαστου έτους καθιερώθη ως «Εβδομάς Εργατικής Αμίλλης», ή δε πρώτη Μαΐου ως Ήμερα εορτασμού της Εργασίας. Βλ. «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 135 (9 ‘Απρ. 1937). Πρβλ. και τον Α.Ν. ύπ’ αριθμ. 380 της 25ης Απριλίου 1968 περί καθιερώσεως της 1ης Μαΐου ως ημέρας υποχρεωτικής αργίας, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 85 (26 ‘Απρ. 1968).

[8] Β.Δ. της 24ης ‘Οκτωβρίου 1944, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 4 (24 Οκτ. 1944). Ο τελούμενος εν Αθήναις κατ’ έτος και δη και εν τω χώρω της Ακροπόλεως την 12ην Οκτωβρίου εορτασμός επί τη επετείω της απελευθερώσεως της πόλεως εκ των στρατευμάτων κατοχής πραγματοποιείται δημοτική πρωτοβουλία τη κρατική συμπαραστάσει.

[9] Β.Δ. της 14ης Μαΐου 1889, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 126 (15 Μαΐου1889). Δια του διατάγματος τούτου ατόνησε ο εορτασμός των επετείων της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και της 11ης Οκτωβρίου 1862.

[10] Βλ. και τα διατάγματα της 3ης Απριλίου 1913, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 63 (5 Απρ. 1913)· της 11ης Ιουλίου 1917, Αυτόθι, φ. 140 (12 Ίουλ. 1917)· της 5ης Μαΐου 1921, Αυτόθι, φ. 81 (11 Μαΐου 1921)· της 7ης Δεκεμβρίου . 1922, Αυτόθι, φ. 265 (10 Δεκ. 1922)· της 2ας Αυγούστου 1924, Αυτόθι, φ. 184 (6 Αύγ. 1924)· της 15ης Α­πριλίου 1936, Αυτόθι, φ. 167 (18  Απρ. 1936)· της 9ης Μαΐου 1947, Αυτόθι, φ. 98 (15 Μαΐου 1947)· της 9ης Απριλίου 1964, Αυτόθι, φ. 64 (23 ‘Λπρ. 1964). Διά του δια­τάγματος της 9ης Μαΐου 1947 ή επέτειος της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης έπαυσε να εορτάζεται πανελληνίως ως εθνική εορτή. ‘Εκτοτε τιμάται αυτή ως τοπική εορτή.

[11] Θ. Π. Δηλιγιάννη και Γ. Κ. Ζηνοπούλου, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1869, σελ. 445 (σημ.).

[12]  «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ.215 (28 Νοεμβρ.1967).

[13] Αγόρευση Ρήγα Παλαμήδη, 26 Μαρτ. 1856, Πρακτικά των Συνεδριάσεων τής Γερουσίας (Δ’ Βουλευτική Περίοδος, 3η Σύνοδος), Εν Αθήναις 1855, σελ. 329 -330.

[14] Ι. Φιλήμονος, Δοκίμων Ιστορικόν περί τής Ελληνικής Επαναστάσεως, τομ. Γ’, Εν Αθήναις 1859, σελ. κβ’ και έξης.

[15] Α. π. Δ α σ κ α λ ά κ η, Η έναρξις της Έλληνικής Επαναστάσεως τον 1821, σελ. 28, σημ. 3 (σελ. 29 -30).

[16] Εφ. «Ελληνικά Χρονικά», έτος Β’, φ. 1 (3 Ίαν. 1825). Πρβλ. Σ π. Π. Λάμπρου, «Ή Λ’ Ιανουαρίου και η Ελληνική Ελευθερία», Λόγοι και Άρθρα, 1878-1902, Εν Αθή­ναις 1902, σελ. 552-554.

[17] Βλ. σχετική αναφορά του Δημάρχου Ναυπλιέων προς τον Βασιλέα Όθωνα, 1379/9 Ιαν. 1836, ΓΑΚ, Οθωνικόν Αρχείων (Υπ. Εσωτερικών).

[18] Β.Δ. της 22ας Νοεμβρίου 1833, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», φ. 40 (12 Δεκ. 1833).

[19] Αγόρευσις Ρήγα Παλαμήδη, 26 Μαρτ. 1856, Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Γερουσίας, σελ. 330.

[20] Βλ. ΓΙ α ν. Σούτσου, Επιστολή, εφ. «Αθηνά», φ. 1062 (30 Οκτ. 1843), εν ή αναφέρει ότι διατελών σύμβουλος (τμηματάρχης) εν τη Γραμματεία των Εσωτερικών τω 1834, εισηγήθη αυτός πρώτος δι’ υπομνήματος του «την σύστασιν Εθνικής Εορτής . . . κατά την 25 Μαρτίου .. .», επικαλούμενος επί του προκειμένου την μαρτυρίαν του Ι. Κωλέττη.

[21] Αυτόθι, σελ. 330 – 331

[22] Βλ. Ν. Δ. Λ ε β ί δ ο υ, «Η Ελληνική Επανάστασις», εφ. «Αθήναι», φ. 5 Μαΐου 1916.

[23] Βλ. σχετικά τις εφημερίδες: «Η Φήμη», φ. 108 (26 Μαρτ. 1838)· «Αθηνά», φ. 519 (26 Μαρτ. 1838)· «Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος», φ. 22 (27 Μαρτ. 1838). Βλ. και Γιάν­νη Β λ α χ ο γ ι ά ν ν η, ((Δοξασμένη Μέρα», Ενθ’ άνωτ. Πρβλ. Ιουλίας von Ν ο γ -denpflucht (Κυρίας της τιμής της Βασιλίσσης Αμαλίας), «Επιστολαί Κυρίας τής τιμής εν Αθήναις προς φίλην της εν Γερμανία (Κυρίαν von Sahorst), 1837 – 1842», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τομ. Η’, Εν Αθήναις 1923, σελ. 435-436.

[24] Περί του εορτασμού εξεδόθησαν δύο προγράμματα, το ένα εκ των οποίων περιλαμβάνει και τελετικάς εκδηλώσεις αναγομένας εις την προτεραία της εορτής. Ανεξάρτητα από αυτό, παρατηρούμε διάφορες εκδηλώσεις που αναφέρονται στην ημέρα της Εθνικής Εορτής.

[25] Εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 19 (27 Μάρτ.1838).

[26] Εις την προπαρασκευή φαίνεται ότι έλαβε μέρος και η Εκκλησία. Κατά την προτε­ραίαν φέρεται ότι εγένοντο αγρυπνίαι εις όλους τούς ναούς. Βλ. εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 18 (24 Μαρτ.1838).

[27] Ο προεπαναστατικός ενοριακός ναός τής Άγιας Ειρήνης υπέστη σοβαρές καταστροφές κατά τον Αγώνα, προστεθείσας εις την φθοράν εκ του χρόνου, διό αρχομένου του 1835 επεδιώχθη υπό της Δημογεροντίας των Αθηνών ή επισκευή αυτού. Συγχρόνως ωρίσθη ούτος – ως καθεδρικός ναός. Βραδύτερον απεφασίσθη ή πλήρης κατεδάφιση του ναού και η οικοδόμηση νέου, η οποία άρχισε να πραγματοποιείτε  το 1846. Βλ. Γ. Π. Παρασκευοπούλου, Οι Δήμαρχοι των Αθηνών, 1835- 1907, Έν Αθήναις 1907, σελ. 35″ Δ. Γρ. Καμπού-  ρ ο γ λ ο υ, Αι παλαιοί Αθήναι, Εν Αθήναις 1922, σελ. 241″ Κ. Μ π ί ρ η, ΑΙ Αθήναι από τον 19ον εις τον 20όν Αιώνα, Έν Αθήναις L966, τόμ. Α’, σελ. 136 – 137.

[28] Βλ. τα σχετικά σχόλια εις τας μνημονευομένας ανωτέρω αθηναϊκάς εφημερίδας.

[29] Εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 19 (27 Μαρτ. 1838).

[30] Βλ. και σχετική είδηση στην εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 17 (20 Μαρτ. 1838),: «διάφοροι πολίται, κάτοικοι των Αθηνών, ετοιμάζονται να συνευφρανθώσι μετά των οικογενειών των προς τα μέρη του ναού του Ολυμπίου Διός την 25 Μαρτίου, διά να πανηγυρίσωσι την εθνικήν εορτήν, ήτις εις το έξης θέλει ανακαλεί εις την μνήμην μας την πρώτην λαμπράν ημέραν της ελευθερίας μας. Επαινούμεν και ημείς τον σκοπόν αυτόν και ευχόμενα να εϋρωσι πολλούς μιμητάς διά να καθιερωθή αυτή ή συνήθεια. Όσον η ευωχία της Καθαράς Δευτέρας είναι άτοπος, τόσον ή της 25 Μαρτίου είναι και εύλογος και επαινετή. Ο,τι άγαπα τις με υπερβολήν, τούτο και τον προκαλεί εις διάχυσιν. Και τι τερπνότερον από την ελευθερίαν της πατρίδος!». Ως γνωστόν οι Αθηναίοι κατά την Καθαράν Δευτέραν μετέβαινον εις τον χώρον του Ναού του Ολυμπίου Διός προς αναψυχή.

[31] Εφ. «Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος», φ. 22 (27 Μαρτ. 1838).

[32] Αυτόθι.

[33] Εφ. «Αθηνά», φ. 519 (26 Μαρτ. 1838). Πρβλ. περιγραφή του επεισοδίου και στην εφ. «Η Φήμη», φ. 108 (26 Μαρτ. 1838). Οι μνημονευόμενοι αδελφοί είναι οι Δη­μήτριος (Μητρός) και Γεώργιος Λέκκας.

[34] Εφ. «Αθηνά», φ. 519 (26 Μαρτ. 1838).

[35] Εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 19 (27 Μαρτ. 1838). Το επίγραμμα αποδίδεται εις τον Σιμωνίδην τον Κεΐον. Βλ. ΑΡ, 7, 253

[36] Εφ. «Η Φήμη», φ. 108 (26 Μαρτ. 1838).

[37] Αυτόθι

[38] Πραγματικά ο εορτασμός σε ελάχιστες περιπτώσεις δεν πραγματοποιηθεί. Βλ. για παράδειγμα τα της ματαιώσεως του εορτασμού τω 1839, ένεκα διπλωματικών λόγων, εν Ι.   Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Εν Αθήναις 1907, τόμ. Β’, σελ. 99.

[39] Κατά το 1942 η Εθνική Εορτή εορτάσθει  στην  Αθήνα κατά το καθιερωμένο τυπικό, ενώ κατά το 1943 καμία επίσημη  εκδήλωση δεν έγινε και κατά το 1944 κατετέθη στέφανη στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου αλλά δεν ετελέσθη δοξολογία στον Καθεδρικό Ιερό Ναό.

[40] Σημειωτέον ότι διά του Β.Δ. της 23ης Μαρτίου 1846, μετά από πρόταση  των Υπουργείων Εσωτερικών και  Εκκλησιαστικών, απεφασίσθη ως «καθήκον οφειλής και δικαιο­σύνης» όπως: «Κατά την 25 Μαρτίου εκάστου έτους θέλει τελείσθαι μνημόσυνον όλων των υπέρ τής αυτονομίας της πατρίδος πεσόντων Ελλήνων τε και φιλελλήνων και επιτάφιος λό­γος έκφωνεισθαι εις τιμήν της μνήμης αυτών». Το διάταγμα αυτό δυστυχώς  ατόνησε.

[41] Η εκδίδουσα το πρόγραμμα αρχή προσκαλεί τούς εκπροσώπους των συντεταγμένων εξουσιών, ως και άλλους επισήμους, επί τη βάσει κατηρτισμένου παρ’ αυτής καταλόγου. Κατά το αρθρ. 10 του Νομ. Διατ. ύπ’ αριθμ. 4260/12 Νοεμβρ. 1962: «Ή κατά τας επισήμους τελετάς και εορτάς σειρά προβαδίσματος των προσκαλουμένων εκ των δημοσίων αρχών, οργα­νισμών και ιδρυμάτων, ρυθμίζεται μόνον δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών, καταργουμένης πάσης άλλης διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως το θέμα. Η απόφασις αύτη εκδίδεται μετά γνώμην επιτροπής, συνιστώμενης υπό του Υπουργού των Εσωτερικών». Έκ των πρα­γμάτων ή κατά ταύτα απόφασις περί σειράς προβαδίσματος δεν είναι δυνατόν να περιλαμβάνη πρόσωπα καλούμενα εις ειδικούς ή επί μέρους εορτασμούς. Αναφέρεται βασικώς εις πρόσωπα καλούμενα εις τας νενομοθετημένας επισήμους τελετάς, κατά τας οποίας, όμως, ως και κατά τας άλλας, είναι δυνατόν να κληθούν και πρόσωπα μη προβλεπόμενα εν τη σειρά του προβαδί­σματος ή και να μη κληθούν πρόσωπα (ιδία γενικώς προσδιοριζόμενα) περιλαμβανόμενα εν αύτη. Παλαιότερον τα προγράμματα των εν Αθήναις τελετών ανέφερον και τους παρευρεθησομένους, επέχοντα, ούτος ειπείν, και θέσιν προσκλήσεως. Από τίνος τούτο δεν εφαρμόζεται εν Αθήναις, άλλ’ αποστέλλονται εις τούς καλουμένους προσωπικαί προσκλήσεις μετά του αναφερόντος τας τελετικάς εκδηλώσεις προγράμματος.

[42] «Εφημερίς της Κυβερνήσειος», τευχ. Α’, φ. 235 (5 Νοεμβρ. 1970).

[43] «Εφημερις της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 41 (18 Μαρτ. 1972).

[44]  «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 240 (30 Δεκ. 1972).

[45]  «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Β’, φ. 1097 (15 Δεκ. 1972).

[46] Έκτος των ανωτέρω τελετών ο Νομάρχης Αττικής κατ’ εφαρμογήν της νέας περί αποκεντρώσεως νομοθεσίας είναι εφεξής αρμόδιος διά την διοργάνωσιν και εκτέλεσιν των αναφερομένων εις τας θρησκευτικάς τελετάς της περιφοράς του Επιταφίου και της Αναστάσεως προγράμματος. Κατά τας τελετάς ταύτας προσκαλοΰνται και μετέχουν αι συντεταγμέναι εξουσίαι του κράτους.

[47] «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Λ’, φ. 46    (11 Μαρτ. 1969).

[48] Κατά το 1968 η πρώτη επέτειος της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967 εωρτάσθη συμφώνως τη ύπ’ αριθμ. 33077/16 Απριλίου 1968 αποφάσει του Υπουργού των Εσωτερικών.

[49] Η Ημέρα του εφέδρου πολεμιστού και της Πολεμικής αρετής των Ελλήνων καθιερώθη το πρώτον διά του Β.Δ. της 13ης Φεβρουαρίου 1959, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Λ’, φ. 32 (21 Φεβρ. 1959), και προσδιωρίσθη διά την πρώτην Κυριακήν μετά την 29ην Αυγούστου εκάστου έτους.

[50] Διά του Β.Δ. ύπ’ αριθμ. 702 της 19ης Αυγούστου 1966, επί τω σκοπώ όπως η επέτειος των νικηφόρων κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών μαχών εις το Βίτσι και τον Γράμμον κατά την 15ην και 28ην Αυγούστου 1949 τιμάται ως προσήκει και αποδίδωνται τιμαί ες ένδειξιν πανελλη­νίου ευγνωμοσύνης προς τούς ηρωικούς νεκρούς των εθνικών τούτων αγώνων, ωρίσθη ή αύτη πρώτη Κυριακή μετά την 29ην Αυγούστου εκάστου έτους ως ημέρα επισήμου τελετής καθ’ όλην την επι­κράτειαν. Βλ. «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 167 (31 Αύγ. 1966). Διά του Β.Δ. ύπ’ αριθμ. 157/25 Φεβρ. 1969 απεφασίσθη ο συνεορτασμός τής Πολεμικής αρετής των Ελλήνων, της Ημέρας του έφεδρου πολεμιστού και της συντριβής των κομμουνιστοσυμμοριτών εις τον Γράμμον και το Βίτσι. Βλ. και Διαταγήν Υπουργείου Εσωτερικών, 20431/15 Μαΐου 1973, περί των κατ’ έτος και κατά τετραετίαν ειδικών τελετικών εκδηλώσεων εν τω εν λόγω συνεορτασμώ.

 

Γεώργιος Δ. Δημακόπουλος

Εντεταλμένος Υφηγητής της Ιστορίας της Ελληνικής Διοικήσεως

στην Πάντειο Ανώτατη Σχολή Πολιτικών Επιστημών

Νομάρχης Αττικής

«Η καθιέρωσις της Εθνικής Εορτής της 25ης Μαρτίου εν έτει 1838», ‘Εκδοσις: Νομαρχιακή Επιτροπή Λαϊκής Επιμορφώσεως Αττικής, Εν Αθήναις, Μάιος, 1973*.    

* Απόδοση στη σύγχρονη ελληνική για χάρη των νέων αναγνωστών. Οι υποσημειώσεις παρέμειναν όπως στο πρωτότυπο του 1973.

Read Full Post »