Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Bενετία – Άργος’

Η κατάσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους στα τέλη του 14ου αιώνα – Μαρίνα Κουμανούδη, «Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.


 

Ο γάμος μεταξύ του Pietro  Cornaro και της Μarίe dEnghien [Μαρία ντ΄ Ενγκιέν], που πραγ­ματοποιήθηκε στη Βενετία το 1377, υπήρξε χωρίς αμφιβολία αμοιβαία επωφελής. Με αυτόν, η νεαρή κληρονόμος της χωροδεσποτείας του Άρ­γους και του Ναυπλίου εξασφάλισε την υποστήριξη μιας από τις πλουσι­ότερες και με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις οικογένειες της βενετικής Δημοκρατίας, σε μια εποχή κατά την οποία ο οίκος των Enghien είχε αρχίσει πλέον να διαγράφει φθίνουσα πορεία στον λατινοκρατούμενο ελληνικό χώρο. Από την πλευρά της η οικογένεια Cornaro απόκτησε μια βάση στην Αργολίδα, που της παρείχε τη δυνατότητα να επεκτείνει πε­ραιτέρω το επιχειρηματικό της δίκτυο, αξιοποιωντας τους φυσικούς πό­ρους και την προνομιακή γεωγραφική θέση της περιοχής. Παράλληλα, η διασύνδεση με τη φεουδαρχική ευγένεια του πριγκιπάτου της Αχαΐας, μέσω των εδαφων που κατείχε η σύζυγός του, προσέδωσε στον βενετό πατρίκιο κύρος, δύναμη και εξουσία, προσόντα τα οποία ενδεχομένως μελλοντικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν εφαλτήριο για πολιτική σταδιοδρομία στη Μητρόπολη. [1]

Εκείνη ωστόσο που αποκόμισε το μεγαλύτερο κέρδος από την ένωση ήταν η Βενετία, καθώς, μέσω αυτής, ενέταξε στη σφαίρα επιρροής της το Άργος και το Ναύπλιο· περιοχές τις οποίες θεωρούσε διπλής στρατηγικής σημασίας, αφενός στο πλαίσιο της πολιτικής της για τη δημιουργία μιας αλυσίδας ναυτικών βάσεων από την πόλη του Αδρία προς την Ανατολή, με σκοπό την προστασία των εμπορικών της συμφερόντων, και αφετέρου ως σημείο εκκίνησης προκειμένου να κατακτήσει την υπόλοιπη Πελοπόννη­σο. Για τους παραπάνω λόγους, άλλωστε, έσπευσε να δείξει έμπρακτα την έγκρισή της για τη σύναψη της γαμήλιας συμμαχίας, παρέχοντας εξαρχής την πλήρη υποστήριξή της στις ενέργειες του Pietro Cornaro που απέβλε­παν στην αμυντική ενίσχυση των δύο περιοχών. Για τους ίδιους λόγους, η προσάρτηση του Άργους και του Ναυπλίου στον κορμό του βενετικού κράτους πρόβαλε ως επιτακτική ανάγκη, όταν, μετά τον θάνατο του τε­λευταίου, 11 χρόνια αργότερα, έγινε ορατός ο κίνδυνος να πέσουν στα χέ­ρια των Τούρκων ή των συμμάχων τους, δηλαδή του Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρου Α’ Παλαιολόγου και του πεθερού του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Ατσαγιόλι]. [2]

Κατά παράδοξο τρόπο, η αγορά του Άργους και του Ναυπλίου από το βενετικό κράτος το 1388, σηματοδοτεί το τέλος της κοινής ιστορικής πορείας των δύο περιοχών, μετά από 200 σχεδόν χρόνια. Προηγήθηκε η εγκαθίδρυση της βενετικής κυριαρχίας στο Ναύπλιο, το 1389. Το Άργος ακολούθησε πέντε χρόνια αργότερα, το 1394, μετά από βραχύχρονη κυ­ριαρχία του Δεσπότη του Μυστρά. Πόλη παραθαλάσσια με περιορισμένη ενδοχώρα το πρώτο, εξελίχθηκε σε αξιόλογο λιμάνι και κέντρο εμπορί­ου της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου στην Ανατολή. Με τον ορίζοντά του στραμμένο στο εσωτερικό το δεύτερο, παρεμεινε σε ολη τη διάρκεια του όψιμου Μεσαίωνα κατεξοχήν γεωργοκτηνοτροφική περιοχή.[3]

Όταν οι Βενετοί παρέλαβαν το Άργος, η πόλη εμφάνιζε θετικό ισολογι­σμό, γι’ αυτό και αποφασίστηκε το πλεόνασμα να διατεθεί για την οικονο­μική ενίσχυση του γειτονικού Ναυπλίου, καθώς εκείνη την εποχή είχε αυ­ξημένες δημόσιες δαπάνες. Μάλιστα, στις οδηγίες της προς τον νεοεκλεγμένο podesta και capitano του Άργους Saraceno Dandolo τον Αύγουστο του 1394, η Σύγκλητος ανέφερε ότι, με βάση πληροφορίες που είχε συλλέξει, τα προβλεπόμενα έσοδα του δημοσίου θα ξεπερνούσαν κατά πολύ εκείνα επί Pietro Cornaro.[4] Αύξηση, η οποία πρέπει ενδεχομένως να αποδοθεί στη δημοσιονομική πολιτική του Δεσπότη του Μυστρά.

Από την άλλη, η τοπική κοινωνία, μπροστά στην προοπτική αλλαγής κυριαρχίας, παρουσιάστηκε αρχικά διχασμένη. Στα τέλη του 1388, προτού ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία και με τις δυνάμεις του Θεοδώρου Πα­λαιολόγου να βρίσκονται προ των πυλών, οι ευγενείς και οι πολίτες του Άργους και του Ναυπλίου απευθύνθηκαν στη Σύγκλητο, ζητώντας διά στόματος του εκπροσώπου τους ευγενούς Giovanni Gradenigo την ενσω­μάτωση των δύο πόλεων στη βενετική Δημοκρατία.[5] Και παρότι η κατά­ληψη του Κάστρου της Λάρισας από τον Δεσπότη του Μυστρά και τους συμμάχους του λίγο αργότερα φαινόταν να ματαιώνει το σχέδιο αυτό, εκείνοι δεν αποδέχθηκαν την τροπή των πραγμάτων. Μεταξύ όσων εξα­κολούθησαν να εργάζονται για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού ήταν ο ιερέας Nicolo Cocho, ο οποίος επιδόθηκε στην κατασκοπία για λο­γαριασμό του προνοητή του Ναυπλίου Perazzo Malipier, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακισθεί για περισσότερο από ένα χρόνο.[6] Όμως, τα φιλοβενετικά τους αισθήματα δεν τα συμμερίζονταν όλοι οι κάτοικοι της Αργολίδας, καθώς υποστήριξη στο Θεόδωρο παρείχαν Έλληνες και πιθανότατα ορισμένοι Λατίνοι.[7] Ενώ, απέτυχε η προσπάθεια των Βενετών να προσεταιρισθούν – με το αζημίωτο – τους άρχοντες (barones) που πλαισίωναν τον βυζαντινό Δεσπότη, ώστε να πεισθεί να τους αποδώσει τις διεκδικούμενες περιοχές.[8]

Παρά ταύτα, η μετάβαση στο νέο καθεστώς έγινε τελικά ομαλά, χωρίς αντιπαραθέσεις. Σε αυτό ασφαλώς συνέβαλε η χορήγηση αμνηστίας σε όλους όσοι είχαν συμπαραταχθεί με τον Δεσπότη του Μυστρά εναντίον της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.[9] Εξάλλου, οι Βενετοί όχι μόνον δεν επιχείρησαν να ανατρέψουν τις φεουδαρχικές δομές που είχαν διαμορ­φωθεί στη διάρκεια δύο αιώνων από τους φράγκους κυριάρχους, αλλά υποσχέθηκαν ότι θα διατηρούσαν τους θεσμούς (ritus) και τις τοπικές συνήθειες (consuetudines) των κατοίκων.

Σε θέματα φεουδαρχικά, το βενετικό κράτος ουσιαστικά αντικατέστη­σε τους προηγούμενους κυριάρχους. Ο podesta, ως επικεφαλής της τοπι­κής διοίκησης, όφειλε να περιβάλλει τους φεουδάρχες με τα φέουδα, να ρυθμίζει τα ζητήματα διαδοχής των φεούδων και, σε περίπτωση που εξέλιπαν οι νόμιμοι κληρονόμοι, να ενημερώνει τις μητροπολιτικές αρχές ώστε να μεριμνήσουν σχετικά. Επίσης, όφειλε να ελέγχει εάν οι κάτοχοι φεουδαρχικών γαιών εκπλήρωναν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις προς το κράτος και αν συμμετείχαν στις στρατιωτικές επιδείξεις.[10] Αυτή ακριβώς η σύνδεση της κατοχής φέουδου με την προσωπική στράτευση ή την παροχή άλλων στρατιωτικών υπηρεσιών απο τον φεουδάρχη, σε μια εποχή γενικευμένης αστάθειας και με τον τουρκικό κίνδυνο να πλη­σιάζει απειλητικά, εξηγεί την προσπάθεια προσεταιρισμού της φεουδαρ­χικής τάξης από τις βενετικές αρχές.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Το 1396, δύο χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Βενετούς, πρεσβεία των ευγενών και της λατινικής Εκκλησίας του Άργους υπέβα­λε στη βενετική κυβέρνηση σειρά αιτημάτων που αφορούσαν στη διευ­θέτηση ποικίλων ζητημάτων οικονομικής και νομικής φύσεως.[11] Μετα­ξύ αυτών συμπεριλαμβάνονταν και αιτήματα σχετικά με την παραγωγή και τη διακίνηση της σταφίδας, γεγονός που καταδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο της αμπελουργίας και ειδικότερα της σταφιδοκαλλιέργειας στην τοπική οικονομία. Με αφετηρία το πάγιο αίτημα των ανώτερων κοινω­νικών στρωμάτων της περιοχής για τη διατήρηση των θεσμών και των τοπικών συνηθειών, οι γαιοκτήμονες, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγό­ταν και η Λατινική Εκκλησία, ζήτησαν και εξασφάλισαν από τις αρχές ότι θα παρέμενε σε ισχύ προηγούμενη απαγόρευση, σύμφωνα με την οποία δικαίωμα πώλησης της σταφίδας σε εμπόρους με σκοπό τη διάθεσή της στην αγορά είχαν tam feudati quam liberi et alii quicumque franchi, δηλα­δή τόσο οι φεουδάρχες όσο και οι ελεύθεροι, ενώ οι βιλάνοι ήταν υπο­χρεωμένοι να πωλούν την παραγωγή τους αποκλειστικά στους κυρίους τους, σε προκαθορισμένη από το κράτος τιμή. Στη συνέχεια, η σταφίδα διοχετευόταν στην αγορά από εμπόρους, οι οποίοι είχαν λάβει άδεια για ένα έτος από τις τοπικές αρχές, με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, προκειμένου να αγοράσουν το προϊόν από τους τοπικούς παραγωγούς, σε προκαθορισμένες και πάλι από το κράτος τιμές, ανάλογα με την ιδιό­τητά τους: 13 υπέρπυρα το σακί από τους φεουδάρχες, τρία υπέρπυρα το pentalatro Άργους και δύο υπέρπυρα το pentalatro Ναυπλίου από τους βιλάνους του Κοινού, τους ελεύθερους και τους απελεύθερους.[12] Δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό είχαν υπήκοοι του Άργους, του Ναυπλίου, της Μεθώνης και της Κορώνης, οι οποίοι, αφού θα εξασφάλιζαν τη σχε­τική άδεια, οφειλαν να παράσχουν τις απαιτουμενες εγγυήσεις και να εξοφλήσουν τους παραγωγούς με την παράδοση του προϊόντος.

Μέσα από τα αιτήματα των γαιοκτημόνων και τις σχετικές απαντή­σεις των βενετικών αρχών προβάλλει ανάγλυφα η κοινωνική πραγ­ματικότητα της υπαίθρου κατά τα πρώτα μεταβατικά χρόνια της βενε­τικής κυριαρχίας στο Άργος.[13] Με κριτήριο την προσωπική κατάσταση των ατόμων, η κοινωνία διακρίνεται σε ελεύθερους και μη. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται γαιοκτήμονες, κάτοχοι φεουδαρχικής ή ελεύ­θερης γης, οι οποίοι προσδιορίζονται στο κείμενο ως feudati και liberi αντίστοιχα. Δίπλα σε αυτούς, απαντά ο όρος franchi, που είναι συνώνυμο της λέξης ελεύθερος, ενδέχεται όμως στην προκειμένη περίπτωση να δηλώνει τους απελεύθερους, δηλαδή τα άτομα εκείνα που με διάφορους τρόπους είχαν κατορθώσει να απαλλαγούν από την υποχρέωση παροχής του servicium, δηλαδή από κάθε προσωπική εξάρτηση.[14]

Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι βιλάνοι, πρόσωπα οικονομικά και νομικά εξαρτημένα, που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του φεουδάρ­χη. Ανάλογα με τον ιδιοκτήτη τους, διακρίνονταν σε βιλάνους του Κοι­νού και των φεουδαρχών. Οι βιλάνοι του Κοινού ή rustici nostri Comunis, viUani Comunis και villani de Argo, όπως αναφέρονται στο κείμενο της πρεσβείας, προφανώς ήταν αγρότες, που ανήκαν στους τελευταίους χω­ροδεσπότες του Άργους, δηλαδή στο ζεύγος Enghien- Cornaro, και είχαν περιέλθει στο βενετικό δημόσιο μαζί με τις γαίες τους κατά την πώλη­ση της περιοχής στη Βενετία. Ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των βιλάνων του Κοινού και των βιλάνων των φεουδαρχών δεν μαρτυρούνται. Η μοναδική διαφοροποίηση ήταν ότι οι βιλάνοι του Κοινού μπορούσαν να πουλήσουν την παραγωγή της σταφίδας απευθείας στους εξουσιοδο­τημένους εμπόρους, χωρίς την παρεμβολή ενδιάμεσου, όπως συνέβαινε στην περίπτωση των βιλάνων των φεουδαρχών. Ωστόσο, η τιμή πώλη­σης ήταν η ίδια, με εκείνη που είχε καθοριστεί και για τους βιλάνους των φεουδαρχών. Συνεπώς η παραπάνω ρύθμιση ήταν και προς όφελος του βενετικού δημοσίου, αφού το δικό του προϊόν, απαλλαγμένο από το κέρδος του μεσάζοντα, κατέληγε να είναι περισσότερο ανταγωνιστικό όταν έφτανε στην αγορά.

Από το κείμενο της πρεσβείας προκύπτει η ύπαρξη και μιας τρίτης υποκατηγορίας εξαρτημένων αγροτών, αυτής των βιλάνων της Εκκλη­σίας (villani ecclesie). Οι τελευταίοι φαίνεται ότι υπάγονταν κατά το πα­ρελθόν στη δικαστική δικαιοδοσία του λατίνου επισκόπου και της συ­νόδου των κληρικών, μόνο όμως για υποθέσεις που σχετίζονταν με την εκκλησιαστική περιουσία. Η επισκοπή διέθετε μάλιστα δική της φυλακή, στην οποία εγκλείονταν, τόσο οι αγρότες που είχαν κριθεί ένοχοι όσο και μέλη του λατινικού και του ορθόδοξου κλήρου που είχαν καταδι­καστεί για αστικά και ποινικά αδικήματα. Το προνόμιο της υπό όρους απονομής δικαιοσύνης επεδίωξε να κατοχυρώσει ο λατίνος επίσκοπος Jacomo Pigaloti με σχετικό αίτημα που συμπεριλήφθηκε στην πρεσβεία του 1396, χωρίς ωστόσο να λάβει σαφή απάντηση από τις βενετικές αρ­χές, οι οποίες προτίμησαν μάλλον να αναβάλουν την επίλυση του θέμα­τος παρά να έρθουν σε σύγκρουση με έναν από τους ισχυρότερους παρά­γοντες του Άργους.[15]

Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι απαντήσεις που έδωσε η Σύγκλητος στα αιτήματα των γαιοκτημόνων και της τοπικής Εκκλησίας υπήρξαν καταφατικές, κινούμενες στο πλαίσιο της αρχικής υπόσχεσης που είχε δώσει η βενετική κυβέρνηση για τον σεβασμό των προηγούμενων κοι­νωνικοοικονομικών δομών και του φεουδαρχικού δικαίου, στον βαθμό βέβαια που δεν θίγονταν τα συμφέροντα του κράτους.

Σε ό,τι αφορά τους αγρότες, το καθεστώς τους παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο με τη νέα τάξη πραγμάτων. Διαπιστώνεται ωστόσο προσπά­θεια των αρχών να περιορισθούν οι σε βάρος τους καταχρήσεις εκ μέ­ρους των bailivi. Καθήκον των bailivi, οι οποίοι ήταν ένα είδος επιστάτη και εκπροσώπου του φεουδάρχη, ήταν να συλλέγουν τις οφειλές των αγροτών και να ελέγχουν εάν προσέφεραν τις απαιτούμενες υπηρεσίες. Εφόσον οι αγρότες ήταν πλημμελείς στις υποχρεώσεις τους, οι bailivi εί­χαν δικαίωμα να προβούν σε κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχεί­ων. Το 1396, η βενετική Σύγκλητος αναγνώρισε μεν το δικαίωμα των εκ­προσώπων των φεουδαρχών να κατάσχουν τα περιουσιακά στοιχεία των χρεοφειλετών, για να αποτρέψει όμως φαινόμενα καταχρήσεων έθεσε τους ακόλουθους περιορισμούς στη δραστηριότητά τους: Πρώτον, μπο­ρούσαν να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία ύψους μέχρι 5 υπερπύρων. Δεύτερον, όφειλαν να παρουσιάζονται ενώπιον των αρχών μία φορά τον χρόνο για να λάβουν τη σχετική εξουσιοδότηση, αφού προηγουμέ­νως είχαν δώσει όρκο ότι θα ασκούσαν τα καθήκοντά τους με συνέπεια και σύμφωνα με τους νόμους. Τέλος, οι βιλάνοι είχαν δικαίωμα να προσφύγουν εναντίον τους στη δικαιοσύνη και εφόσον οι καταγγελίες τους αποδεικνύονταν αληθείς, τότε ο ρέκτορας είχε δικαίωμα να επιβάλλει ποινή τόσο στον υπαίτιο όσο και σε άλλους, για παραδειγματισμό.

Και ενώ ο πληθυσμός του Άργους προσαρμοζόταν σταδιακά στη νέα κυριαρχία, τρεις εχθρικές επιδρομές μέσα σε διάστημα τριών ετών, σκόρ­πισαν τον τρόμο και την ανασφάλεια, σπέρνοντας τον θάνατο, διακόπτοντας τους ρυθμούς της αγροτικής παραγωγής και επιφέροντας δρα­ματικές αλλαγές στην κοινωνία της υπαίθρου.

Όπως προκύπτει από απόφαση της βενετικής Συγκλήτου, της 21ης Μαρτίου 1396, η ευρύτερη περιοχή του Άργους είχε δεχθεί επίθεση αν­δρών του Θεόδωρου Παλαιολόγου, οι οποίοι είχαν διαπράξει αρπαγές ζώων. Η ακριβής ημερομηνία της επίθεσης δεν είναι γνωστή. Όσον αφορά τις ζημιές που υπέστη η τοπική κτηνοτροφία, μολονότι οι πηγές σιω­πούν επ’ αυτού, δεν θα πρέπει να υπερέβαιναν τα 7.000 υπέρπυρα, που ήταν η οφειλή της κοινότητας του Άργους προς τον Θεόδωρο. Γιατί, μετά την άρνηση του τελευταίου να αναλάβει την ευθύνη για την επίθεση, αποφασίστηκε οι τοπικές αρχές να παρακρατούν στο εξής τα χρήματα που κατέβαλλε η κοινότητα για την αποπληρωμή χρέους της, μέχρι την κάλυψη του ποσού των ζημιών.[16]

Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην παράδοση της πόλης στους Βενετούς και τις αρχές του καλοκαιριού του 1395, η περιοχή του Άργους δέχθηκε ακόμα μία επιδρομή, αυτή τη φορά από Τούρκους και Αλβανούς μισθοφόρους του Καρόλου Τόκκου. Έχοντας πιθανότατα ως βάση των επιχειρήσεων τους την Κόρινθο, οι μισθοφό­ροι λεηλάτησαν τον αργολικό κάμπο, έκαψαν σπαρτά, άρπαξαν ζώα και αιχμαλώτισαν 200 αγρότες. Στη συνέχεια, μετέφεραν τη λεία τους πίσω στην Κόρινθο, όπου προχώρησαν στη διανομή της, προσφέροντας στη δούκισσα Francesca, την κόρη και κληρονόμο της περιουσίας του Nerio Acciaiuoli, και στον σύζυγό της Κάρολο το μερίδιο που τους αναλογούσε.

Οι ζημιές, σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις των τοπικών βενετικών αρχών, ανέρχονταν σε περισσότερα από 30.000 δουκάτα. Ύστερα όμως από μακρές διαπραγματεύσεις με τους απεσταλμένους του δουκα της Κεφαλληνίας, οι οποίες διήρκεσαν σχεδόν ένα χρόνο, η Σύγκλητος δέ­χθηκε τελικά την καταβολή του κατά πολύ κατώτερου ποσού των 5.000 δουκάτων, σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις. Ενώ δεν ελήφθη καμία μέ­ριμνα για τον επαναπατρισμό όσων είχαν απαχθεί.[17]

Σε επιστολή του προς τον δόγη τον Απρίλιο του 1397, ο βενετός καστελλάνος Μεθώνης και Κορώνης, προειδοποιούσε ότι η πόλη του Αρ­γους θα βρισκόταν εκτεθειμένη στον τουρκικό κίνδυνο εάν η Βενετία δεν αγόραζε την Κόρινθο.[18] Οι δυσοίωνες αυτές προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν τρεις μήνες αργότερα, στις αρχές Ιουνίου, όταν τουρκικό στράτευ­μα, αποτελούμενο από 6 με 7 χιλιάδες άνδρες, εισέβαλλε στον αργολικό κάμπο και, αφού λεηλάτησε και κατέκαψε την ύπαιθρο, πυρπόλησε το κάστρο της Λάρισας και αποχώρησε, παίρνοντας μαζί του 14.000 ή, σύμ­φωνα με άλλες εκτιμήσεις, 30.000 αιχμάλωτους.[19] Μολονότι οι αριθμοί που παραδίδουν οι πηγές πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη, η ταχύτατη κινητοποίηση των αρχών για την αντιμετώπιση του προ­βλήματος της έλλειψης εργατικών χεριών επιβεβαιώνει ότι η μείωση όχι μόνο του αγροτικού αλλά και του αστικού πληθυσμού του Άργους υπήρξε δραματική, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη προσέλκυσης ανθρώπινου δυναμικού.

Πράγματι, η βενετική κυβέρνηση χωρίς χρονοτριβή προχώρησε στην υιοθέτηση μέτρων, τα οποία απέβλεπαν στη δημογραφική ενίσχυση του τόπου και συνακόλουθα στην αναζωογόνηση της αγροτικής οικονομίας, που είχε δεχθεί ισχυρότατο πλήγμα από την τελευταία καταστροφική επιδρομή.

Τα μέτρα περιλάμβαναν: α) την πρόσκληση Αλβανών και άλ­λων εποίκων, στους οποίους παραχωρήθηκαν γαίες και αμπέλια του Κοινού με αντάλλαγμα την παροχή έφιππης, ένοπλης προστασίας, και β) την προσέλκυση των κατοίκων του Άργους που είχαν διαφύγει στο Δε­σποτάτο του Μυστρά και στην καστελλανία της Κορίνθου για να γλυτώ­σουν από την τουρκική επίθεση.[20] Ως κίνητρο για την επάνοδό τους στο Άργος, τους προσφέρθηκε απαλλαγή από κάθε υποχρέωση αγγαρείας προς το Κράτος ή προς τους ιδιώτες για 5 χρόνια, εκτός από την αγγαρεία της σκοπιάς (angaria guarde), την οποία ήταν υποχρεωμένοι να εκτελούν οι ίδιοι πάνω στα τείχη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχές της Κρήτης, σε μια ανάλογη προσπάθειά ενίσχυσης του αγροτικού πληθυσμού του νησιού λίγο μετά τη λήξη του μεγάλου λοιμού του 1348, είχαν παραχω­ρήσει τριετή φορολογική απαλλαγή στους μετανάστες που θα εγκαθί­σταντο εκεί για να καλλιεργήσουν τη γη.[21] Η επέκταση κατά δύο χρόνια της συγκεκριμένης ευνοϊκής ρύθμισης, εν προκειμένω, αποτυπώνει τον βαθμό της ερήμωσης της υπαίθρου και το μέγεθος της καταστροφής που είχε αφήσει πίσω της η τουρκική επιδρομή, καθώς τη φωτιά είχε ακο­λουθήσει η εγκατάλειψη και για να φτάσουν ξανά σε πλήρη παραγωγή οι καλλιέργειες χρειάζονταν, ειδικά στην περίπτωση των αμπελιών, αρ­κετά χρόνια προετοιμασίας και προσπαθειών.

Στους επαναπατρισθέντες πρόσφυγες επιτράπηκε, εξάλλου, να εγκα­τασταθούν σε κενές κατοικίες εντός της girlanda, υπό τον όρο ότι θα τις απέδιδαν στους προηγούμενους κατόχους τους, εφόσον εκείνοι επέστρε­φαν στην πόλη. Ο όρος girlanda εδώ πρέπει να δηλώνει τον οχυρωμένο εξωτερικό περίβολο του Κάστρου της Λάρισας σε αντιδιαστολή προς το castrum superius, δηλαδή το ανώτερο τειχισμένο τμήμα του φρουριακού συγκροτήματος στην κορυφή του λόφου, όπου βρισκόταν η έδρα του διοικητικού και αμυντικού μηχανισμού. Στο ίδιο πνεύμα, τους παραχωρήθηκαν οικόπεδα στην περιοχή του εξωτερικού περίβολου για να οικοδομήσουν οικίες, στις οποίες μπορούσαν να διαμείνουν έως την επάνοδο των οικοπεδούχων. Σε αυτήν την περίπτωση δικαιούνταν να λάβουν αποζημίωση από τις αρχές για τα χρήματα και τον κόπο που είχαν καταβάλλει. Η άδεια εισόδου και εγκατάστασης των προσφύγων στον τειχισμένο οικισμό είχε διπλό στόχο: αφενός, να εμφυσήσει αίσθη­μα ασφάλειας σε όσους κατοίκους είχαν εγκαταλείψει εκούσια την περι­οχή και είχαν αναζητήσει καταφύγιο στις γειτονικές κυριαρχίες, επειδή θεωρούσαν ότι οι Βενετοί δεν ήταν σε θέση να τους προστατέψουν από τους Τούρκους, και αφετέρου, να δώσει νέα πνοή στον, λαβωμένο από τη φωτιά και ερημωμένο από ανθρώπους, οικισμό με νέους κατοίκους. Από την άλλη, οι βενετικές αρχές, τηρώντας επιφυλακτική στάση απέ­ναντι στους ένοπλους Αλβανούς και τους άλλους εποίκους, τους απέ­κλεισαν από το Κάστρο, καθώς τους θεωρούσαν απαραίτητους μεν για τη φύλαξη της υπαίθρου, αλλά ταυτόχρονα προφανώς δυνητικά επικίν­δυνους. Εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι για τους ίδιους λόγους, η κυριότητα των παραχωρούμενων στους «ξένους» γαιών παρέμεινε στο βενετικό δημόσιο.

Παρόλο που η δοκιμαστική εφαρμογή των κινήτρων για την προσέλ­κυση εποίκων στην Αργολίδα, τουλάχιστον κατά δήλωση του βενετού podesta του Ναυπλίου Nicolo Polani, είχε θετική ανταπόκριση, φαίνεται τελικά οτι τα μέτρα δεν σημείωσαν την αναμενόμενη άμεση επιτυχία, γιατί το δημογραφικό πρόβλημα και η εξασφάλιση αγροτικών χεριών εξακολούθησαν να απασχολούν τις αρχές κατά τα επόμενα χρόνια. Το 1404, οι βενετικές αρχές εξήγγειλαν νέα, ευνοϊκότερη, δέσμη μέτρων με στόχο την προσέλκυση και άλλων εποίκων, παρέχοντας, μεταξύ άλλων, στους μετανάστες απαλλαγή από κάθε φόρο και προσωπική υπηρεσία.[22]

Μισόν αιώνα αργότερα, το 1451, τα αποτελέσματα των εποικιστικών μέτρων ήταν πλέον ορατά. Τα αιτήματα πρεσβείας της κοινότητας του Άργους του ίδιου έτους φανερώνουν ότι οι στόχοι της βενετικής πολιτι­κής στο συγκεκριμένο θέμα είχαν εν πολλοίς επιτευχθεί, αλλά όχι χωρίς να αναδείξουν νέες δυσκολίες.[23] Θετική ήταν η αποτίμηση της συνει­σφοράς των εποίκων στην επίλυση των προβλημάτων της περιοχής, στο βαθμό που εκείνοι είχαν προβεί στις αναμενόμενες επισκευές κατοικιών και είχαν επιδοθεί στην αμπελουργία. Ωστόσο, παρά τους ευνοϊκούς για αυτούς όρους, ορισμένοι Αλβανοί έποικοι είχαν εγκαταλείψει τις γαίες που τους είχαν παραχωρηθεί, με συνέπεια να μένουν ανεκμετάλλευτες.

Περί τις 115 οικογένειες Αλβανών, σύμφωνα με εκτιμήσεις, είχαν εγκα­τασταθεί στην περιοχή, γεγονός με ασφαλώς σημαντικές επιπτώσεις στη σύσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους, που μέχρι τότε ήταν στην πλειονότητά του ελληνικός. Εκτός αυτού, η παραχώρηση γαιών σε μετανάστες ανάλογα με την κοινωνική θέση τους και η απαλλαγή τους από φορολογικά βάρη και αγγαρείες είχε οδηγήσει στη δημιουργία κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων μέσα στην τάξη των αγρο­τών, διαταράσσοντας περαιτέρω τις ισορροπίες της υπαίθρου. Το κλίμα αντιπαλότητας και αμοιβαίας εχθρότητας μεταξύ των παλαιών και των νέων κατοίκων, που είχε προκύψει από την προνομιακή μεταχείριση των εποίκων σε σύγκριση με τους εγχώριους, κλήθηκαν να αναστρέ­ψουν οι βενετικές αρχές με τη λήψη νέων μέτρων, αυτή τη φορά, προς όφελος των τελευταίων.

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενικά για τη λατινοκρατούμενη Πελοπόννησο κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, βλ. R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponese au XlVe siecle 1382-1404», Etudes byzantines 1 (1943), 152-196 [= Byzantina et Franco-Graeca. Articles parus de 1935 a 1966, Ρώμη 1970, σσ. 227-265]· P. Topping, «The Morea, 1311-1364», A History of the Crusades, τ. 3, The Fourteenth and Fifteenth Centuries, επιμ. K. M. Setton – H. W. Hazard, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1975, σσ. 104-140 και ο ίδιος, «The Morea, 1364-1460», ό.π., σσ. 141-166. Για το Άργος και το Ναύπλιο κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. A. Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia: 1311-1394», Papers of the British School at Rome 34, n.s. 21 (1966), 34-55 [= Latin Greece, the Hospitallers and the Crusaders, 1291-1440, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1982, αρ. VIII], και ειδικά για τη δράση της οικογένειας Enghien και τον γάμο της Marie με τον Pietro Cornaro, 43-45. Βλ. επίσης Χρύσα Μαλτέζου, «Οι πελοποννησιακές κτήσεις της Βενετίας», Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τ. θ’, Αθήνα 1979, σσ. 275-276.

[2] Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 45-46· R. Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», Nuovo Archivio Veneto n.s. 30 (1915), 147-173 [= Politica ed economia di Venezia nel trecento: Saggi, Ρώμη 1952, σσ. 249-273] και [= Dopo la guerra di Chioggia. Il nuovo orientamento della politica veneziana alla fine del secolo XIV, Βενετία 2005, σσ. 225-252].

[3] Loenertz, «Pour 1’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 37-38, 48-50· Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», 151 κ.εξ.· Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μία συνθετική προσέγγιση, Βενετία 20 082, σσ. 175-180 (για το Άργος) και 180-190 (για το Ναύπλιο).

[4] Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the History of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, έκδ. Julian Chrysostomides, Camberley 1995, σ. 304 αρ. 154 στ. 4-13 και σσ. 306-308 αρ. 156 στ. 20-29, 80-86.

[5] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 στ. 13-16.

[6] C. N. Sathas, Documents inedits relatifs a 1’histoire de la Grece au Moyen Age, τ. 2, Αθήνα – Παρίσι 1881, σ. 19 αρ. 237. Βλ. επίσης Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 υποσημ. 2 και σ. 104 αρ. 47 υποσημ. 10.

[7] Η συνθήκη που συνήψε ο Θεόδωρος Παλαιολόγος με τη Βενετία το 1394 παρείχε τη δυνατότητα σε 20 οικογένειες να εγκαταλείψουν την πόλη σε διάστημα τριών μηνών από την παράδοσή της στους νέους κυριάρχους, υπό τον όρο ότι μέλη τους δεν θα ήταν άτομα εξαρτημένα νομικά (de serva condition) και ότι δεν θα είχαν οφειλές προς την corte ή προς άλλα σημαίνοντα πρόσωπα: Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 203-207. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 47-48 και σημ. 103.

[8] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 104 αρ. 47 στ. 124-131.

[9] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 207-209.

[10]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 307 αρ. 156 στ. 15-17, 61-69. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 48-49 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 178-179.

[11]  Monumenta Peloponnesiaca, σσ. 364-367 αρ. 182. Στις σελίδες που ακολουθούν αναλύεται το κείμενο της πρεσβείας.

[12]  Το pentalatro (πεντάλιτρον) ήταν μονάδα μέτρησης βάρους και μονάδα μέτρησης υγρών, βλ. Ε. Schilbach, Byzantinische Metrologie, Μόναχο 1970, σσ. 109, 104 και Monumenta Peloponnesiaca, σ. 364 αρ. 182 υποσημ. 2.

[13] Γενικά για τη διάρθρωση της κοινωνίας στις λατινοκρατούμενες περιοχές, βλ. D. Jacoby, «Social Evolution in Latin Greece», A History of the Crusades, τ. 6, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1989, σσ. 175-221 (όπου βρίσκεται συγκεντρωμένη η προηγούμενη βιβλιο­γραφία). Για την κοινωνία και την αγροτική οικονομία στην Πελοπόννησο ειδικότερα, βλ. P. Topping, «Le regime agraire dans la Peloponnese latin au XVe siecle», L’ Hellenisme contemporain 2nd ser. 10 (1956), 255-295 [= Studies on Latin Greece A.D. 1205-1715, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΙΙΙ]· J. Longnon, «La vie rurale dans la Grece franque», Journal des Savants janvier-mars 1965, 343-357· A. Carile, La rendita feudale nella Morea latina del XIV secolo, Μπολόνια 1974 και ο ίδιος, «Η κατάσταση της αγροτικής τάξης του Μοριά κατά την περίοδον της φραγκοκρατίας (ΙΔ’ αιών)», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνε­δρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πάτραι 25-31 Μάίου 1980, τ. 1, Αθήνα 1981-1982, σσ. 303-313 (στο άρθρο είναι προβληματική η απόδοση των όρων στα ελληνικά). Επίσης, για τις βενετοκρατούμενες περιοχές, βλ. F. Thiriet, La Romanie venitienne au Moyen Age. Le developpement et I’exploitation du domaine colonial venitien (Xlle-XVe siecles), Παρίσι 1959, σσ. 107-137, 287-302, 395-437· ο ίδιος, «La condition paysanne et les problems de l’exploitaion rurale en Romanie Greco-venitienne», Studi Veneziani 9 (1967), 35-68 [= Etudes sur la Romanie greco-venitienne (Xe-XVe s.), Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΧΙΙΙ]· και πιο πρόσφατα Αναστασία Παπαδία-Λάλα, «Οι Έλληνες και η βενετική πραγματικότητα: ιδεολογική και κοινωνική συγκρότηση», Όψεις της ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, επιμ. Χρύσα Α. Μαλτέζου, Αθήνα 1993, σσ. 173-214.

[14] Οι όροι libero και francho homo απαντούν στις Ασσίζες της Ρωμανίας με δύο σημασίες, μια γενική και μια πιο περιορισμένη, βλ. σχετικά D. Jacoby, La feodalite en Gr’ece medievale. Les «Assises de Romanie»: sources, application et diffusion, Παρίσι – Χάγη 1971, σ. 31. Για τις υποχρεώσεις των εξαρτημένων και των ελεύθερων αγροτών στην Πελοπόννησο, βλ. Carile, La rendita feudale, σσ. 93, 198.

[15] O Jacomo Pigaloti, εκλεγμένος επίσκοπος Άργους από τις 8 Νοεμβρίου 1367 και πρόσωπο της εμπιστοσύνης του Nerio Acciaiuoli, λόγω της θέσης του και των διασυνδέσεών του έπαιξε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης στη Βενετία, βλ. σχετικά Monumenta Peloponnesiaca, αρ. 24, 27, 46-47, 60, 66-67, 93, 96, 98, 101, 103, 142, 144, 160, 164-5, 182, 212, 216, 221, 225. Για τη λατινική επισκοπή Άργους κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. Μ. Φώσκολος «Η Καθολική Εκκλησία Άργους – Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα 1 (1992), 31-39, 45-47 [= Anno Domini 1 (2003), 153-164, με προσθήκη νεότερης βιβλιογραφίας]. Το 1437, η βενετική Σύγκλητος καθόρισε τις δικαστικές αρμοδιότητες του λατίνου επισκόπου, μετά από σχετικό αίτημα του τελευταίου, βλ. Γ. Α. Χώρας, Η «Αγία Μονή» Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Αργους, Αθήνα 1975, σσ. 108, 254-255 (παράρτημα έγγραφο 3).

[16] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 368 αρ. 183 και σσ. 272-273 αρ. 141, σσ. 365-366 αρ. 182.

[17] Εκτός από τον αργολικό κάμπο, οι μισθοφορικές δυνάμεις του Καρόλου Τόκκου επιτέθηκαν και εναντίον της Αθήνας, βλ. Monumenta Peloponnesiaca, σ. 339 αρ. 169 (η Σύγκλητος υιοθετεί επιφυλακτική στάση στο θέμα της αγοράς της Κορίνθου εξαιτίας της διπλής επιδρομής), σσ. 344-345 αρ. 173 (για το ίδιο θέμα), σ. 348 αρ. 175 (μέτρα εναντίον του Τόκκου), σσ. 369-370 αρ. 184 (απόφαση της Συγκλήτου σχετικά με την καταβολή αποζημιώσεων), σ. 371 αρ. 185 (απάντηση των πρεσβευτών του Τόκκου για το ίδιο θέμα). Για τη διανομή των λαφύρων, Archivio di Stato di Venezia, Senato, Misti, reg. 43, φ. 119r και για την καταβολή των αποζημιώσεων, ό.π., φ. 120v. Στις 14 Απριλίου 1396 οι απεσταλμένοι του δούκα της Κεφαλληνίας συμφώνησαν στο ποσό της αποζημίωσης, R. Predelli, I libri Commemoriali della Repubblica di Venezia, τ. 3, Βενετία 1883, σ. 238 αρ. 23. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 49· Julian Chrysostomides, «Corinth 1394-1397: Some new facts», Byzantina 7 (1975), 93-94.

[18]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 367 αρ. 193.

[19] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 392 αρ. 197, σσ. 393-395 αρ. 198· R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 254-255· ο ίδιος, «Autour du Chronicon maius attribue a Georges Phrantzes», Miscellanea Giovanni Mercati, III, Βατικανό 1946, σσ. 291-292 [= Byzantina et Franco-Graeca, σσ. 20-21]· ο ίδιος, «La chronique breve moreote de 1423. Texte, traduction et commentaire», Melanges Eugene Tisserant, II, Βατικανό 1964, σσ. 406, 424. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», σ. 38.

[20]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 397 αρ. 200, σσ. 406-407 αρ. 207. Για την εγκατά­σταση Αλβανών εποίκων στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές, τις σχέσεις τους με τους εγχώριους καθώς και με τις αρχές, βλ. P. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Angeliki Laiou-Thomadakis, New Brunswick 1980, σσ. 261-268. Αντίστοιχη πολιτική με τους Βενετούς, όσον αφορά την αξιοποίηση των συγκεκριμένων πληθυσμών, εφάρμοσαν τόσο οι Βυζαντινοί όσο και οι Καταλανοί στα εδάφη τους, βλ. Topping, ό.π.· Manuel II Paleologus, Funeral Oration on his Brother Theodore, έκδ. Julian Chrysostomides, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 119 κ.εξ.· Diplomatari de I’Orient Catala 1301-1409, έκδ. A. Rubio I Lluch, Βαρκελώνη 1947, σ. 587 αρ 536.

[21]  Συγκεκριμένα με διατάγματα των ετών 1349 και 1351 αποφασίστηκε ότι όλοι οι μετανάστες θα απαλλάσσονταν από την καταβολή του ενός υπερπύρου που πλήρωναν οι δημόσιοι βιλάνοι ως φόρο, βλ. Χ. Γάσπαρης, Η γη και οι αγρότες στη μεσαιωνική Κρήτη. 13ος-14ος αι., Αθήνα 1997, σ. 77.

[22]  Αναλυτικά για τα μέτρα αυτά, βλ. Topping, «Albanian Settlements», σ. 262.

[23]  Επιτομή του κειμένου της πρεσβείας στο F. Thiriet, Regestes des deliberations du Senat de Venise concernant la Romanie, τ. 3, 1431-1463, Παρίσι-Χάγη 1961, σσ. 168-169 αρ. 2865. Επίσης βλ. Topping, «Albanian Settlements», σσ. 262-263 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 179-180.

 

Μαρίνα Κουμανούδη

«Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008. Πρακτικά, Αθήνα -Βενετία, 2010.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Απογραφή του πληθυσμού και των κτισμάτων του Άργους κατά την Β΄ Βενετοκρατία (1698)


 

Η πόλη του Άργους και η επαρχία του γνώρισαν τη βενετική κατοχή σε δύο περιόδους. Η πρώτη από αυτές αρχίζει το έτος 1394 και φθάνει ως την κατάκτηση του από τους Οθωμανούς κατά την αρχή του α’ βενετοτουρκικού πολέμου(1463-1479). Βέβαια η πόλη στο διάστημα αυτό δεν είχε αυτόνομη παρουσία στο χώρο της βενετικής Ανατολής αλλά αποτελούσε τμήμα της τότε ενιαίας και ευρύτερης βενετικής κτήσης της Αργολίδας, στην οποία σημαντικότατη θέση κατείχε και το Ναύπλιο από το 1389 ως το 1540.

Έτσι λοιπόν το Άργος και το Ναύπλιο εντάσσονται κατά τα ως άνω άνισα χρονικά διαστήματα ως περιοχές της Αργολίδας στη λεγόμενη περίοδο της Πρώτης Βενετοκρατίας, στην οποία περιλαμβάνονται και κάποιες άλλες – παλαιότερες ή μεταγενέστερες – βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου. Η δεύτερη βενετική κατοχή του Άργους και της επαρχίας του εκτείνεται στο χρονικό διάστημα από το 1686 ως το 1715 το οποίο ανήκει στην ιστορική περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας (1685-1715), όταν στα πλαίσια του βενετοτουρκικού πολέμου του 1684-1699 κυριεύεται από τους Βενετούς ολόκληρη η Πελοπόννησος.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Κατά τη Δεύτερη Βενετοκρατία η Πελοπόννησος που υπήρξε διαχρονικά η μεγαλύτερη σε έκταση βενετική κτήση στο χώρο της Ανατολής, διαιρέθηκε από τους νέους κυρίαρχους της χώρας σε 24 επαρχίες (territorii), των οποίων τα όρια συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα των καζάδων της προηγούμενης οθωμανικής διοικητικής διαίρεσης και μία από αυτές ήταν και εκείνη του Άργους.

Άλλα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης της βενετοκρατούμενης Πελοποννήσου έχουν πολύ συνοπτικά ως εξής: η κτήση διαιρέθηκε σε τέσσερα διαμερίσματα που ονομάστηκαν «provincie» της Ρωμανίας (Romania) με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (Napoli di Romania), της Μεσσηνίας (Μalvesia), με πρωτεύουσα το Νέο Ναυαρίνο, της Αχαΐας με την Πάτρα και της Λακωνίας με τη Μονεμβασία. Πρωτεύουσα της κτήσης ορίστηκε το Ναύπλιο.

Επικεφαλής των βενετικών διοικητικών αρχών τοποθετήθηκε ένας γενικός διοικητής με τον τίτλο Provveditor General dell’Armi in Regno di Morea. Σε κάθε πρωτεύουσα διαμερίσματος εγκαταστάθηκε ένας «provveditore» με πολιτικά-στρατιωτικά καθήκοντα και ένας «rettore» ως οικονομικός διαχειριστής. Πέρα από αυτό το τακτικό πλέγμα της διοίκησης, σε ορισμένες πρωτεύουσες επαρχιών για ειδικούς λόγους διορίστηκαν επίσης Βενετοί διοικητές με πολιτικές, δικαστικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες. Εξάλλου την ανώτατη διεύθυνση των πολεμικών και στρατιωτικών υποθέσεων κατά την πολεμική περίοδο, δηλαδή ως το 1699, ασκούσε ο αρχιστράτηγος και αντίστοιχα κατά την ειρηνική περίοδο ο γενικός προβλεπτής της θάλασσας.

Παράλληλα όμως με αυτά τα νέα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης, οι Βενετοί προχώρησαν σε σημαντικές θεσμικές αλλαγές και στην κοινωνική, οικονομική και δημοσιονομική ζωή της νέας τους κτήσης. Με συντομία σημειώνουμε τις πιο σημαντικές: Κατήργησαν τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι) και καθιέρωσαν τη δεκάτη επί των αγροτικών προϊόντων ως κύριο και γενικευμένο φόρο. Εφάρμοσαν τη λεγόμενη αρχή της Κυριάρχου (Dominante) στο σύστημα διακίνησης του εμπορίου, τουλάχιστον κατά το πρώτο διάστημα της Δεύτερης Βενετοκρατίας, σύμφωνα με την αρχή αυτή τα προϊόντα που προέρχονταν από διάφορους τόπους και προορίζονταν να εισαχθούν στη βενετική κτήση της Πελοποννήσου ή εξάγονταν από αυτή προς κάθε κατεύθυνση όφειλαν να περάσουν προηγουμένως από τη Βενετία. Ακόμη εισήγαγαν στην αυτοδιοίκηση το σύστημα των κοινοτικών συμβουλίων στα κυριότερα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου, ενώ παράλληλα αναδιοργάνωσαν τα αγροτικά συμβούλια των προκρίτων και γερόντων στις ήδη υπάρχουσες άτυπες αγροτικές κοινότητες.

Εκχριστιάνισαν όσους Τούρκους είχαν παραμείνει σε περιορισμένο αριθμό στη χώρα. Διέκοψαν κάθε επαφή και σύνδεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Πελοποννήσου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ανέθεσαν την εκλογή των ορθόδοξων αρχιερέων σε περίπτωση χηρείας του αρχιερατικού θρόνου στα συμβούλια των αστικών κοινοτήτων. Επιφόρτισαν τους λεγόμενους «μεϊντάνηδες» με την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας κ. ά.

Ωστόσο η αλλαγή που δημιούργησε μία νέα εντελώς πραγματικότητα σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας υπήρξε η ανατροπή του παλαιού καθεστώτος της έγγειας κτήσης και των σχέσεων που πήγαζαν από το καθεστώς αυτό. Συγκεκριμένα όλη η γη που κατείχαν οι Οθωμανοί στην Πελοπόννησο περιήλθε κατακτητικώ δικαιώματι στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου, δηλαδή θεωρήθηκαν ότι ανήκαν στο βενετικό κράτος όλα τα εδάφη της χώρας που τη στιγμή της κατάκτησης των Βενετών δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των χριστιανών.

Ποια όμως ήταν τα εδάφη αυτά και ποια ήταν τα ιδιόκτητα των χριστιανών; Οι Βενετοί για να απαντήσουν σ’ αυτό το ερώτημα επέλεξαν την εξής διαδικασία: διακήρυξαν πρώτα-πρώτα ότι αναγνωριζόταν στους παλαιούς κατοίκους η τυχόν υπάρχουσα ιδιοκτησία επί των γαιών και κτισμάτων και προσκάλεσαν τους δικαιούχους να προσκομίσουν τους οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας ή ελλείψει τούτων να παρουσιάσουν δύο μάρτυρες για να επιβεβαιώσουν ενόρκως το ιδιοκτησιακό τους δικαίωμα.

Στη συνέχεια τους εκχώρησαν νέο προσωρινό τίτλο κυριότητας, τον λεγόμενο τίτλο του «bene probatum». Ύστερα από αυτήν την εξομάλυνση, ό,τι απέμενε στη διάθεση των Βενετών, δηλαδή απέραντες εκτάσεις καλλιεργημένων ή ακαλλιέργητων αλλά και χέρσων γαιών καθώς και ένας πολύ μεγάλος αριθμός αγροτικών και αστικών κτισμάτων, αποτελούσε πλέον περιουσία του βενετικού Δημοσίου.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Η Βενετία έχοντας στην κυριότητα της αυτή την απέραντη περιουσία γαιών και κτισμάτων σκέφθηκε να τη χρησιμοποιήσει για να αντιμετωπίσει ένα οξύ δημογραφικό πρόβλημα που παρουσίαζε η κτήση μετά τη βενετική κατάκτηση. Πραγματικά, τότε διαπιστώνεται δραματική μείωση του πληθυσμού της που είχε ως αποτέλεσμα να ελαττωθεί ο ενεργός αγροτικός πληθυσμός και να εγκαταλειφθεί η γεωργική καλλιέργεια σε μεγάλες εκτάσεις της πελοποννησιακής γης, γεγονός που ανέτρεπε καίρια την επιδίωξη των Βενετών να εκμεταλλευτούν οικονομικά την κτήση τους. Για να αυξήσουν λοιπόν τον πληθυσμό της Πελοποννήσου οργάνωσαν και έθεσαν σε εφαρμογή σύστημα εποικισμού της με την προσέλκυση και εγκατάσταση σ’ αυτήν εποίκων, αγροτικής κυρίως αλλά και αστικής προέλευσης, στους οποίους παραχωρούσαν γαίες και κτίσματα, όταν αυτοί προσέρχονταν και προέρχονταν από γειτονικές ή και πιο απομακρυσμένες τουρκοκρατούμενες περιοχές.

Με την παράδοση κτημάτων και κτισμάτων στους εποίκους άρχισαν βαθμιαία να αυξάνονται οι κάτοικοι και παράλληλα να σχηματίζονται δύο πληθυσμιακές κατηγορίες από τις οποίες η μία περιλάμβανε τους αυτόχθονες, οι οποίοι είτε ως πραγματικοί, είτε ως δήθεν ιδιοκτήτες – με το σύστημα της ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων – είχαν κατορθώσει να εκμαιεύσουν τον τίτλο κυριότητας του «bene probatum«. Σ’ αυτή την κατηγορία θα πρέπει να προσθέσουμε και εκείνους τους γηγενείς που ήταν και συνέχισαν να είναι ακτήμονες καθώς και όσους από τους παλαιούς κατοίκους είχαν περιουσία αλλά δεν επιδίωξαν να προμηθευτούν τον τίτλο του «bene probatum» για τις ιδιοκτησίες τους αλλά εξακολουθούσαν να κυριεύουν τα ακίνητα τους με καθεστώς απλής και αδιατάρακτης κατοχής.

Η άλλη κατηγορία περιλάμβανε όλους τους επήλυδες κατόχους – και όχι ιδιοκτήτες – ακινήτων, τα οποία τους παραχώρησε το κράτος είτε χαριστικά (per grazia), είτε με μακροχρόνια ή στο διηνεκές εκμίσθωση έναντι καταβολής πολύ μικρού ενοικίου (livello), είτε με απλή βραχυχρόνια ενοικίαση (affitanza). Με αυτόν τον τρόπο παράλληλα με τον παλαιό γηγενή πληθυσμό μία πανσπερμία νέων κατοίκων με ποικίλη προέλευση από ξένα μέρη άρχισε να σχηματίζεται τόσο στην ύπαιθρο, όσο και στα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου κατά την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας.

Είναι αυτονόητο ότι ένα τέτοιο φαινόμενο απαντάται εκείνη την εποχή και στην πόλη του Άργους, όπως ευχερώς μπορούμε να το διαπιστώσουμε από τις πληροφορίες που μας παρέχει ένα ενδιαφέρον, αδημοσίευτο ακόμη, αρχειακό έγγραφο, το οποίο απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. Αν και δεν δηλώνεται ρητά, φαίνεται ότι αυτό το έγγραφο καταστρώθηκε και συντάχθηκε το έτος 1698 κατά τα φαινόμενα ύστερα από εντολή του τότε Γενικού Προβλεπτή του Μοριά Φραγκίσκου Grimani. Ο Βενετός αυτός διοικητής μας είναι γνωστός τόσο από την εν γένει επιτυχημένη διοικητική του δραστηριότητα, όσο και από το ειδικότερο ενδιαφέρον του για τη συστηματική κτηματογράφηση των δημόσιων και ιδιωτικών γαιών της Πελοποννήσου, τη συνολική αλλά και την επιμέρους απογραφή των πληθυσμών της, την καταγραφή των κτισμάτων καθώς και των ποικίλων πλουτοπαραγωγικών της πόρων με αντικειμενικό σκοπό τα σχετικά στοιχεία να χρησιμεύσουν στην λειτουργικότερη οργάνωση της κτήσης και κυρίως στην αποδοτικότερη οικονομική εκμετάλλευση της.

Όπως φαίνεται, στα πλαίσια αυτών των επιδιώξεων εντάσσεται και η γένεση του ως άνω εγγράφου, το οποίο περιέχει απογραφή όλων των κτισμάτων της πόλης ή πιο σωστά του εκτός ακρόπολης συνοικισμού (borgo) του Άργους καθώς και όλων των ονομάτων των αρχηγών των οικογενειών που χρησιμοποιούσαν τα κτίσματα αυτά ως κατοικίες ή για άλλους σκοπούς. Ας προσθέσουμε ότι σε όλα τα πρώην τουρκικά κτίσματα αναγράφονται αντιστοίχως τα ονόματα των άλλοτε Τούρκων ιδιοκτητών τους. Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία που μας προσφέρει το έγγραφο μας (εφεξής: απογραφή) για τα κτίσματα και τους ανθρώπους.

Αρχίζουμε με τα κτίσματα. Αυτά διακρίνονται σε σπίτια (case), σε σπιτάκια ή πιο σωστά σε καλύβες (casette), σε καταστήματα ή εργαστήρια (botteghe) καθώς και σε εκκλησίες (chiese) και κελλιά (celle), ενώ σε ορισμένες – πολύ λίγες – περιπτώσεις χρησιμοποιούνται οι ονομασίες πύργος (torre), τζαμί (moschea) και λουτρό (bagno). Κάποια σπίτια αλλά και καλύβες ή καταστήματα φέρουν το χαρακτηρισμό apepian ή in Soler που σημαίνουν αντίστοιχα ότι έχουμε να κάνουμε με ισόγειο κτίσμα (κατώγι) ή κτίσμα με όροφο (ανώγι). Σε μία περίπτωση ένα κτίσμα αναφέρεται ως «vacuffi» που επεξηγείται ως «convento di Turchi», δηλ. μοναστήρι των Τούρκων.

Η απογραφή περιέχει κατ’ αύξοντα αριθμό 254 αναγραφές και χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το πρώτο περιλαμβάνει τους αριθμούς 1-204 όπου καταγράφονται τα άλλοτε τουρκικά κτίσματα που ακολούθως πέρασαν στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου καθώς και οι πρώην Τούρκοι ιδιοκτήτες τους αλλά και οι επόμενοι, μετά την έλευση των Βενετών, χριστιανοί κάτοχοι τους. Το δεύτερο τμήμα περιλαμβάνει τους αριθμούς 205-254 όπου καταγράφονται τα ιδιόκτητα ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας ελληνικά κτίσματα καθώς και οι Έλληνες ιδιοκτήτες τους.

Τα κτίσματα που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονται σε 72 σπίτια με κεραμωτή στέγη καθώς και σε 57 καταστήματα ή εργαστήρια, σε 7 πύργους και σ’ αυτό που σημειώσαμε πιο πάνω ως «vacuffi». Πολύ περισσότερα όμως είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται καλύβες και φθάνουν τα 490. Αυτά τα πρώην τουρκικά ακίνητα σχεδόν στο σύνολο τους-εκτός δηλαδή από πολύ λίγες εξαιρέσεις-αναφέρονται στην απογραφή ως κατοικίες. Ακόμη πρέπει ίσως να προστεθεί και ένας μικρός ή μεγαλύτερος αριθμός από τα πρώην τουρκικά καταστήματα τα οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούνται αδήλως και αυτά ως κατοικίες. Εξάλλου τα ιδιόκτητα κτίσματα των γηγενών Ελλήνων ανέρχονται σε 37 σπίτια, 65 καλύβες και 4 καταστήματα ή εργαστήρια, ενώ υπάρχουν 6 ορθόδοξες εκκλησίες και ενδεχομένως μία ρωμαιοκαθολική.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Αν τώρα περάσουμε από τα κτίσματα στους ανθρώπους τότε θα μας απασχολήσει πρώτα-πρώτα ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει η δημογραφική έρευνα όταν τίθεται το ερώτημα ποιο πληθυσμιακό στοιχείο – το οθωμανικό ή το χριστιανικό – επικρατούσε στα αστικά κέντρα του τουρκοκρατούμενου ελλαδικού ή έστω πελοποννησιακού χώρου και βέβαια του Άργους που τώρα άμεσα μας ενδιαφέρει.

Τα σχετικά στοιχεία που μας παρέχει η απογραφή μας επιτρέπουν προς στιγμήν να σχηματίσουμε την εντύπωση ότι στο Άργος οι Οθωμανοί ήταν πολυπληθέστεροι από τους χριστιανούς, εφόσον τα στοιχεία αυτά δείχνουν αναμφισβήτητα ότι οι Τούρκοι ιδιοκτήτες των ακινήτων κατά την πρώτη Τουρκοκρατία ήταν πολλαπλάσιοι των αντίστοιχων χριστιανών ιδιοκτητών σ’ αυτήν τουλάχιστον την πόλη. Ωστόσο μια τέτοια εντύπωση μπορεί να είναι απατηλή, αφού ούτε όλοι οι ιδιοκτήτες ακινήτων σε μια πόλη είναι και κάτοικοι της, ούτε και όσοι από τους ιδιοκτήτες που κατοικούν εκεί αποτελούν υποχρεωτικά και την πλειονότητα των κατοίκων, θα επανέλθουμε όμως σ’ αυτό το ζήτημα και παρακάτω, όπου θα προσπαθήσουμε να συνδυάσουμε τις ειδήσεις της απογραφής με συναφείς πληροφορίες και από άλλες βενετικές πηγές.

Ας στρέψουμε όμως τώρα την προσοχή μας στην εξιχνίαση των συνθετικών στοιχείων που απαρτίζουν τον πληθυσμό της πόλης του Άργους κατά την εποχή της απογραφής, δηλαδή περί τα μέσα της περιόδου της Δεύτερης Βενετοκρατίας. Εν πρώτοις θα πρέπει να περιλάβουμε σ’ αυτόν  όλους ή έστω σχεδόν όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων με ή χωρίς τον τίτλο του «bene probatum».

Αυτοί όπως σημειώσαμε πιο πάνω αναφέρονται στους αριθμούς 205-254 της απογραφής. Συγκεκριμένα, εκεί έχουμε να κάνουμε με 40 συνολικά οικογένειες γηγενών, οι οποίες μεταξύ τους παρουσιάζοντα οικονομικά και κοινωνικά διαφοροποιημένες, αφού από το σύνολο τους μόνο οι 18 έχουν στην κυριότητα τους όλα τα κτίσματα που χαρακτηρίζονται ως σπίτια, ενώ οι υπόλοιπες 22 έχουν στην ιδιοκτησία τους μόνο καλύβες. Να προσθέσουμε εδώ και μια παρατήρηση: σε μια συστάδα με 9 καλύβες που όλες ανήκουν σε γηγενή ιδιοκτήτη φέρονται να κατοικούν, σύμφωνα με την απογραφή, 9 οικογένειες. Δεν γίνεται όμως φανερό αν πρόκειται για αυτόχθονες κατοίκους της πόλης ή για εποίκους από τα ξένα μέρη. Την ίδια αβεβαιότητα όμως θα αντιμετωπίσουμε και παρακάτω σε πολλές περιπτώσεις οικογενειών που καταγράφονται να κατοικούν σε πρώην τουρκικά κτίσματα. Πράγματι, τα άλλοτε τουρκικά ακίνητα, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, χρησιμοποιήθηκαν ως κατοικίες εποίκων που προσήλθαν από τα έξω μέρη. Παράλληλα όμως, τέτοια ακίνητα σε απροσδιόριστο αριθμό φαίνεται ότι αποτέλεσαν – ή αποτελούσαν ήδη – κατοικίες γηγενών οικογενειών του Άργους, χωρίς αυτό να δηλώνεται ρητά στην απογραφή. Έτσι λοιπόν είναι προβληματικό να ξεχωρίσουμε με ευχέρεια στο έγγραφο αυτό τους επήλυδες από τους αυτόχθονες αφού είναι εγκατεστημένο σε ακίνητα της ίδιας κατηγορίας χωρίς να δηλώνεται η προέλευση τους.

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τους εποίκους με βάση τον τόπο προέλευσης τους και σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία και ενδείξεις της απογραφής μας.

Αρχίζουμε με τους Αθηναίους. Είναι γνωστή η φοβερή περιπέτεια των Αθηναίων οι οποίοι, μετά την κατάληψη της πόλης τους από τους Βενετούς το φθινόπωρο του 1687 και την επικείμενη αποχώρηση των βενετικών στρατευμάτων την επόμενη άνοιξη, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν σύσσωμοι την πατρίδα τους και να εγκατασταθούν τελικά ως έποικοι σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου αλλά και αλλού. Οι περισσότεροι από αυτούς και κυρίως οι οικογένειες αστικών χαρακτηριστικών βρήκαν καταφύγιο στα δύο μεγαλύτερα κέντρα της Πελοποννήσου, δηλαδή στην Πάτρα και το Ναύπλιο. Στο αγροτικό όμως Άργος σύμφωνα με την απογραφή φέρονται να κατοικούν μόλις 11 αθηναϊκές οικογένειες.

Ωστόσο είναι ενδεχόμενο να υπάρχουν εκεί πολύ περισσότερες, των οποίων όμως παραμένει άδηλη η προέλευση μέσα στο πλήθος των απροσδιόριστης καταγωγής εποίκων της απογραφής. Σε επίρρωση αυτής της υπόθεσης έχουμε μία άκρως ενδεικτική μαρτυρία άλλης βενετικής πηγής, σύμφωνα με την οποία στην ενορία της Αγίας Παρασκευής στο παζάρι του Άργους το 1696 σε 65 «αυθεντικές» (=πρώην τουρκικές) καλύβες κατοικούσαν 310 έποικοι, Αθηναίοι και Ευριπιώτες, χωρίς όμως να καθορίζεται πιο συγκεκριμένα ο αντίστοιχος αριθμός των ατόμων που ανήκαν στην κάθε μια από τις δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες.

Όπως βλέπουμε σ’ αυτή τη μαρτυρία εκτός από την Αθήνα άλλη τουρκοκρατούμενη περιοχή που έστειλε μετανάστες στην Πελοπόννησο υπήρξε και η Εύβοια, που βρέθηκε σε ανάλογες περίπου συνθήκες με εκείνες που εξώθησαν τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να μετοικήσουν εκεί.

Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια των Βενετών να εκπορθήσουν το φρούριο του Ευρίπου πολλοί χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής προσήλθαν τότε ή αργότερα στην Πελοπόννησο και εγκαταστάθηκαν εκεί με τις γνωστές εποικιστικές διαδικασίες. Στην απογραφή μαρτυρούνται μόνο 4 με 6 τέτοιες οικογένειες. Προφανώς και εδώ, όπως διαπιστώσαμε πιο πάνω, παρέμειναν αδιευκρίνιστοι πολύ περισσότεροι Ευριπιώτες μετανάστες.

Συνεχίζουμε με τους Θηβαίους, δηλαδή με τους εποίκους που προέρχονταν από τη Θήβα και την περιοχή της. Στην απογραφή σημειώνονται ρητά 18 μόνο οικογένειες ως θηβαϊκές, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση οι έποικοι τέτοιας προέλευσης πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι. Μάλιστα, όπως πληροφορούμαστε και εδώ από άλλη βενετική πηγή οι Θηβαίοι αποτελούσαν την πολυπληθέστερη πληθυσμιακή ομάδα που παρουσιάζεται να έχει εγκατασταθεί στο Άργος εκείνη την εποχή. Από το σύνολο των εποίκων που το 1696 ανέρχεται σε 881 άτομα τα 551 έχουν ως τόπο προέλευσης τη Θήβα. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε κάποια χωριά της Αργολίδας όπως το Κουτσοπόδι (όπου στο σύνολο των κατοίκων έχουμε 327 Θηβαίους και 86 αυτόχθονες) και σε μικρότερη αναλογία στη Δαλαμανάρα. Πως εξηγείται το φαινόμενο αυτό; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αιτιολογία;

Τέλος ερχόμαστε στους εποίκους που έχουν ως τόπο καταγωγής τους τη Ρούμελη. Βέβαια η ονομασία αυτή καλύπτει ευρύτατη περιοχή από την οποία προήλθε οπωσδήποτε το μεγαλύτερο μέρος των εποίκων προς την Πελοπόννησο. Οι βενετικές πηγές όταν κάνουν λόγο για μετανάστες αυτής της προέλευσης αναφέρονται συνήθως σε μικρότερα ή μεγαλύτερα αστικά κέντρα ή χωριά της υπαίθρου. Στην απογραφή όμως δεν έχουμε τέτοιου είδους αναφορές, αν βέβαια εξαιρέσουμε την Αθήνα και τη Θήβα, και έτσι έχουμε απλώς την ένδειξη για μετανάστες από τη «Ρούμελη» και πιο συγκεκριμένα για 9 μόνο οικογένειες αυτής της κατηγορίας. Φυσικά και εδώ είναι αυτονόητο ότι οι έποικοι από τη Ρούμελη θα πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι.

Μετά τη Ρούμελη δεν αναφέρεται στην απογραφή κάποιος άλλος συγκεκριμένος τόπος προέλευσης των μεταναστών αλλά εμείς θα επιχειρήσουμε με βάση έμμεσα στοιχεία της απογραφής ή άμεσα άλλων βενετικών πηγών να εξιχνιάσουμε – ίσως όχι πάντοτε επιτυχώς – την καταγωγή και άλλων οικογενειών – επήλυδων ή και αυτοχθόνων – του Άργους. Συνοπτικά συμπεραίνουμε τα εξής: α) έχουμε 23 οικογένειες που ίσως κατάγονται από διαφορετικούς οικισμούς της Πελοποννήσου όπως δείχνει το όνομα τους π.χ. Thodorin di Andrizza, Dimitri Muchlioti κ.α., β) 9 οικογένειες που φαίνεται να προέρχονται από εκτός Πελοποννήσου περιοχές π.χ. Meleti Desfinioti, Maria de Tine κ.α., γ) 11 οικογένειες που κατάγονται από τη Θήβα π.χ. Gianni Calomira, Petro Cutra κ.α., δ) 2 οικογένειες από την Κρήτη π.χ.(; )  Palada και Zuanne Zelaiti και τέλος ε) 2 οικογένειες από την Αθήνα π.χ. Thodorachi Calogera και Dimitri Galaci.

Εξάλλου δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι στην απογραφή αναφέρονται ως κάτοχοι πρώην τουρκικών ιδιοκτησιών δύο οικογένειες, οι οποίες είναι ενδεχομένως γηγενείς, δηλαδή του Dimitri Caramuza και του Stathi Caramuza. Σ’ αυτές ας προσθέσουμε και άλλες 8 ακόμη που είναι με βεβαιότητα γηγενείς, αφού τις συναντούμε και στο σχετικό τμήμα της απογραφής (στους αριθμούς 205-254) όπου καταγράφονται οι αυτόχθονες. Τέλος ας επισημάνουμε μία οικογένεια της οποίας δεν γνωρίζουμε την καταγωγή αλλά απλώς μας κίνησε το ενδιαφέρον λόγω του αξιοπερίεργου ονόματος της: ο αρχηγός της ονομάζεται Dimitri Chigliarabi και μας φέρνει στο νου τον αρχαίο Κυλαράβη, γιο του Σθένελου βασιλιά του Άργους.

Σ’ αυτό το σημείο θεωρούμε σωστό να παρατηρήσουμε ότι ως τώρα χρησιμοποιήσαμε κατά κύριο λόγο τις ειδήσεις της απογραφής για να διακρίνουμε ξεχωριστά και κατά περίπτωση την προέλευση των οικογενειών του συνολικού πληθυσμού του Άργους τη συγκεκριμένη εποχή.

Ωστόσο τα αποτελέσματα της προσπάθειας μας δεν είναι τόσο ικανοποιητικά, αφού η εξακρίβωση της προέλευσης όχι μόνο δεν πραγματοποιήθηκε επιτυχώς για το σύνολο αλλά ούτε καν για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Γι αυτούς τους λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να στρέψουμε την προσοχή μας τόσο στις ειδήσεις της απογραφής αλλά και άλλων αρχειακών πηγών, όσο και σε πληροφορίες περιηγητικών και ταξιδιωτικών κειμένων που θα μπορούσαν να συνδυαστούν με συναφή πορίσματα της νεότερης ιστορικής έρευνας.

Σύμφωνα με ταξιδιωτικές μαρτυρίες του πρώτου μισού του 18ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (Fourmont, 1729) η πόλη του Άργους παρουσιάζεται να έχει περισσότερο αγροτικό παρά αστικό χαρακτήρα.

Εκεί αναφέρεται ότι απαρτιζόταν από «600 εστίες που δεν βρίσκονταν η μία κοντά στην άλλη αλλά ήταν διάσπαρτες κατά ομάδες και καταλάμβαναν μεγάλη έκταση» (Fourmont σε Michel Seve, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες, σ.33). Παράλληλα γίνεται λόγος για ένα οικισμό διασκορπισμένο σε «συστάδες» (Στ. ίδιο, σ.29). Εξάλλου η νεότερη έρευνα πιστεύει ότι η αρχιτεκτονική του Άργους την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν τυποποιημένη με ισόγεια σπίτια από πλίθρες με πλατυμέτωπο σχέδιο και με κήπους που περιβάλλονταν με πλίθινη μάντρα. Η αρχιτεκτονική αυτή ανταποκρινόταν στην οικονομική και κοινωνική δομή της πόλης και κυριαρχεί ως την αρχή της τελευταίας εικοσαετία του 19ου αιώνα (Β. Δωροβίνης, Παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο Άργος).

Ας δούμε τώρα ως ποιο σημείο οι πληροφορίες και οι παρατηρήσεις αυτές συμπίπτουν κατά  κάποιο τρόπο με στοιχεία της απογραφής όπου σημειώνονται τα εξής: «ένα μέρος από τα πρώην  τουρκικά κτίσματα απαρτίζεται από σπίτια και καταστήματα, τα οποία είχαν στέγη από κεραμίδια, ενώ τα υπόλοιπα από αυτά, πολύ περισσότερα σε αριθμό είναι κατασκευασμένα από πηλό ή λάσπη (=πλίθρες) και καλύπτονται από αχυροσκεπές, ώστε είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν ως καλύβες. Για παρόμοιους λόγους μπορούν να ονομαστούν καλύβες και όλα σχεδόν τα κτίσματα που ανήκουν στους Έλληνες».

Σ’ αυτές τις ειδήσεις της απογραφής ας προσθέσουμε και τα ποσοτικά στοιχεία που αυτή περιέχει για το σύνολο των πρώην τουρκικών καθώς και των ελληνικών κτισμάτων τα οποία χρησίμευαν ως κατοικίες: έχουμε 674 ακίνητα, δηλαδή 490 καλύβες, 72 κεραμοσκεπή σπίτια και 7 πύργους πρώην τουρκικής ιδιοκτησίας, καθώς και 40 κεραμοσκεπή σπίτια και 65 καλύβες ελληνικής ιδιοκτησίας. Το σύνολο των κτισμάτων αυτών απαρτιζόταν από 119 κεραμοσκεπή σπίτια και πύργους και από 555 αχυροσκεπείς καλύβες. Έτσι λοιπόν η πληροφορία του Fourmont ότι στο Άργος υπήρχαν 600 εστίες, δηλαδή κατοικίες οικογενειών, δεν απέχει πολύ από τα ποσοτικά δεδομένα της απογραφής. Εκεί όμως που οι ειδήσεις από τον Fourmont αλλά και τα συμπεράσματα της νεότερης έρευνας συμβαδίζουν με τα στοιχεία της απογραφής είναι όταν κάνουν λόγο ότι οι κατοικίες στην πόλη του Άργους συσσωματώνονται σε συστάδες κτισμάτων που περικλείονταν σε μικρό ή μεγάλο ποσοστό με περίβολο από πλίθινη μάντρα (Δωροβίνη, ό.π.).

Σύμφωνα με τις ειδήσεις της απογραφής στο σύνολο των 674 πρώην τουρκικών και ελληνικών κατοικιών έχουμε μόλις 35 μονοκατοικίες. Όλες οι υπόλοιπες κατοικίες είναι ομαδοποιημένες σε συστάδες – 117 πρώην τουρκικές και 27 ελληνικές – όπου η κάθε μία συστάδα περιλαμβάνει ποικίλο αριθμό οικογενειών που κυμαίνεται από 2 ως 16. Ας προσθέσουμε πως στην ίδια πηγή διαπιστώνεται ότι πολλές από τις εν λόγω συστάδες αναφέρονται ως περίκλειστες με μαντρότοιχο. Συγκεκριμένα 331 κατοικίες, οι μισές περίπου από το σύνολο, είτε βρίσκονταν σε περίκλειστες συστάδες μέσα σε μία αυλή είτε διέθεταν αυλή ή κήπο.

Μετά την παράθεση των στοιχείων αυτών είναι καιρός να επανέλθουμε στο ερώτημα που ήδη έχουμε διατυπώσει και το αφήσαμε αναπάντητο: ποιο δηλαδή από τα δύο πληθυσμιακά στοιχεία – το οθωμανικό ή το ελληνικό – υπερτερούσε στο Άργος κατά την προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας;

Όπως έχουμε ήδη επισημάνει τα ακίνητα στην πόλη του Άργους που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονταν σε 72 σπίτια και 490 καλύβες. Τα σπίτια – στο σύνολο τους ή κατά ένα μεγάλο μέρος – χρησίμευαν τότε ως κατοικίες των Τούρκων. Αντίθετα όμως οι πολυπληθείς καλύβες που οι περισσότερες συσσωματώνονταν σε συστάδες κατοικιών και στην πλειονότητα τους ήταν διασκορπισμένες σε μεγάλη έκταση του αργειακού οικισμένου χώρου, είχαν χωρίς αμφιβολία στενή και αποκλειστική σχέση με το χριστιανικό αγροτικό στοιχείο.

Πραγματικά φαίνεται ότι όλες αυτές οι καλύβες αποτελούσαν κατοικίες των παροικών καλλιεργητών των τουρκικών κτημάτων, οι οποίοι την ίδια περίοδο σε άλλες πελοποννησιακές περιοχές – όπως για παράδειγμα σε εκείνη της Τριπολιτσάς – χαρακτηρίζονται ως «coloni» των Τούρκων. Είναι μάλιστα πολύ ενδεικτική μία σχετική μαρτυρία στην απογραφή που υπαινίσσεται την ύπαρξη τέτοιων καλλιεργητών των Οθωμανών και στο Άργος παρόλο που δεν χρησιμοποιείται ο χαρακτηρισμός τους ως «coloni».

Έτσι σημειώνεται στον αριθμό 196 αυτού του εγγράφου ότι κατοικούσαν 16 οικογένειες σε συστάδα με 16 καλύβες, η οποία άλλοτε ανήκε στον Τούρκο Imbro και αποτελούσε τη δική του «villa», δηλαδή το δικό του χωριό ή πιο σωστά το τσιφλίκι του. Παρόλο που έχουμε να κάνουμε μόνο με μία μαρτυρία, ωστόσο θεωρούμε δικαίωμα μας, συνυπολογίζοντας και άλλα σχετικά στοιχεία, να συμπεράνουμε ότι όλοι αυτοί οι χριστιανοί αγρότες που κατοικούσαν σε καλύβες τουρκικής ιδιοκτησίας μπορούν να ταυτιστούν με τους προσαρτημένους «coloni» των οθωμανικών γαιών. Αν λοιπόν τα πράγματα έχουν έτσι τότε το σύνολο του χριστιανικού πληθυσμού υπερτερούσε κατά πολύ έναντι των Οθωμανών της πόλης του Άργους.

Ποιες όμως υπήρξαν οι τύχες αυτού του πολυάριθμου χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού του Άργους μετά την κατάκτηση της Αργολίδας από τους Βενετούς; Είναι πολύ πιθανό ότι ένα μικρό ή μεγαλύτερο μέρος του αφανίστηκε από τα δεινά του πολέμου είτε κατά τη βενετική κατάληψη της Αργολίδας το 1686, είτε κατά την πυρπόληση και καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους εισβολείς το 1692. Είναι ακόμη ενδεχόμενο ένα τμήμα του να διασκορπίστηκε σε άλλες αργολικές ή πελοποννησιακές περιοχές γενικά ή να υποχρεώθηκε σε ακούσια ή και εκούσια φυγή προς τη Ρούμελη μαζί με τους Οθωμανούς κυρίους του. Πάντως έτσι και αλλιώς μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι στις αγροτικές καλύβες της πόλης που εγκαταλείφθηκαν από τους αυτόχθονες κατοίκους σύντομα οι Βενετοί εγκατέστησαν άλλους επήλυδες από ξένα μέρη. Επομένως όλοι όσοι κατά τη βενετική περίοδο παρουσιάζονται ως κάτοικοι στις παραπάνω καλύβες προφανώς συναπαρτίζουν έναν ανάμεικτο πληθυσμό από γηγενείς και επήλυδες οικογένειες των οποίων όμως δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προέλευση μόνο από τις ειδήσεις της απογραφής.

Από άλλη βενετική πηγή που χρονολογείται στο 1696, δηλαδή δύο χρόνια πριν την απογραφή, τα δύο αυτά πληθυσμιακά στοιχεία παρουσιάζονται με την αναλογία που έχουμε ήδη αναφέρει: οι έποικοι ανέρχονται σε 881 άτομα και οι εντόπιοι σε 663. Ο συσχετισμός αυτών των αριθμών θα μπορούσε βέβαια να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός των αυτοχθόνων του Άργους είχε υποστεί την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας μεγάλη δημογραφική μείωση, η οποία φαίνεται να αναπληρώθηκε επιτυχώς με ανάλογο ή μεγαλύτερο αριθμό εποίκων, από τους οποίους οι περισσότεροι – και εδώ υπονοούμε τους Θηβαίους – είχαν ενδεχομένως κάποια σχέση με τους παλαιότερους κατοίκους του Άργους πριν από την έλευση των Βενετών.

Φθάνοντας στο τέλος της ανακοίνωσης θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου αναγκαστικά παραλείψαμε αρκετά ζητήματα που ίσως είχαν κάποιο ενδιαφέρον για το θέμα που μας απασχόλησε. Ελπίζουμε να επανέλθουμε μελλοντικά με πληρέστερο τρόπο κατά τη δημοσίευση του εγγράφου της απογραφής.

 

Κωνσταντίνος Ντόκος 

Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του. Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.

Read Full Post »