Η ελιά και το λάδι από την αρχαιότητα έως σήμερα – Γεώργιος Ζέρβας, π. Πρύτανης Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
Εισαγωγή
Το θέμα του άρθρου είναι η ελιά και το λάδι. Λέξεις σε όλους μας γνωστές, καθημερινές και συχνές, ιδιαίτερα στην όμορφη Ερμιονίδα που έχει μακρά παράδοση στην ελαιοκαλλιέργεια και την παραγωγή του φημισμένου ποιοτικού της ελαιόλαδου.
Η ελιά χαρακτηρίζεται ως δένδρο ιερό και τιμημένο, ταπεινό και ζωηφόρο, αιωνόβιο που από τα πολύ παλιά χρόνια τρέφει τους Έλληνες και όχι μόνο, στεφανώνει τους νικητές, ζεσταίνει τις κρύες ημέρες του χειμώνα, και συντηρώντας μια μικρή φλόγα με το λάδι των καρπών της στο καντήλι απευθύνει προσευχή και ευχαριστία, εκπέμποντας πνευματικότητα και δύναμη.
Η ελιά αποτελεί μια ξεχωριστή παρουσία στο τοπίο και τον πολιτισμό της Χώρας μας που χάνεται στα βάθη του χρόνου και του μύθου, που έχει αποτελέσει, μεταξύ άλλων, αγαπημένο θέμα για την τέχνη που καταγράφει παραστάσεις, έννοιες και βιώματα και εικαστικές αναφορές στον χώρο και τον χρόνο. Αποτέλεσε, και εξακολουθεί να αποτελεί, ανεξάντλητη πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης και δημιουργίας εικαστικής, ποιητικής, λογοτεχνικής, κ.ά. με τη μορφή της, το χρώμα της, το φως και την αίσθηση γαλήνης που αναδύει.
Η ελιά αγαπήθηκε, υμνήθηκε και τιμήθηκε σαν γυναίκα ή σαν η «ελιά η τρελή», η ιερή. Της αποδόθηκε θεϊκή προέλευση, ιερότητα και συμβολικό περιεχόμενο, ιδιαίτερα από τους Έλληνες, περισσότερο από κάθε άλλο Μεσογειακό πολιτισμό. Θεωρείται σύμβολο της αθανασίας, της καρποφορίας, της αφθονίας, της νίκης, της σοφίας και της συμφιλίωσης.
Από την Ελληνική και Αιγυπτιακή Μυθολογία, η ελιά παρουσιάζεται ως θεϊκό δώρο στους θνητούς και μέχρι σήμερα, τον αιώνα της παγκοσμιοποίησης, παραμένει ένα από τα ελάχιστα στοιχεία του Μεσογειακού πολιτισμού που δεν έχει αλλοιωθεί.
Σύμφωνα με τους ιστορικούς, η ελιά κατάγεται από τις χώρες της Ν. Ασίας, ενώ κατ’ άλλους από τη Συρία. Δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για το πότε άρχισε η καλλιέργεια της ελιάς στη Μεσογειακή λεκάνη, ούτε για τον τρόπο διάδοσής της. Θεωρείται ότι στη Χώρα μας έφτασε ή με τα περιττώματα των αποδημητικών πτηνών ή με την ανάπτυξη της θαλάσσιας επικοινωνίας. Από σχετικές μελέτες προκύπτει ότι η ελιά, ως αγριελιά, καλλιεργούνταν από την παλαιολιθική και μεσολιθική περίοδο, ενώ ίχνη ελιάς, ως απολιθωμένα φύλλα, βρέθηκαν στην Καλδέρα της Σαντορίνης που χρονολογούνται πριν 50.000 με 60.000 χρόνια.
Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι η ελιά καλλιεργήθηκε αρχικά στην Κρήτη, στο τέλος της ενετοκρατίας και κυρίως επί τουρκοκρατίας, ενώ στη Μυθολογία αναφέρεται ότι το πρώτο δένδρο ελιάς φύτρωσε στην Ακρόπολη και το δεύτερο στον ελαιώνα της Ακαδημίας. Πινακίδες που βρέθηκαν στα ανάκτορα του Νέστορα στην Πύλο και την Κνωσσό, διέσωσαν τα ιδεογράμματα που χρησιμοποιήθηκαν από τους ανακτορικούς γραφείς για να δηλωθεί συντομογραφικά το ελαιόδεντρο, ο ελαιόκαρπος και το ελαιόλαδο. Σημαντικές πηγές πληροφόρησης για την ελαιοκαλλιέργεια στη Χώρα μας, αλλά και για την εξέλιξη της τεχνολογίας παραλαβής ελαιόλαδου από τον ελαιόκαρπο, αποτελούν κυρίως τα μοναστηριακά αρχεία.

Το μάζεμα της ελιάς. Μελανόμορφος αττικός αμφορέας που αποδίδεται στον ζωγράφο του Αντιμένη, περίπου 520 π.Χ. Βρέθηκε στο Vulci της Ιταλίας. Βρετανικό Μουσείο.
Στην περιοχή μας, στη θέση Μπουζέικα, δεξιά από το ξενοδοχείο ΝΙΚΙ BEACH στο Πορτοχέλι, υπάρχουν απομεινάρια της πόλης των Αλιέων η οποία τον 7ο π.Χ. αιώνα αριθμούσε περί τους 450 κατοίκους. Η πόλη αυτή έφθασε στην ακμή της τον 6ο με 4ο αιώνα π.Χ. με 2.500 κατοίκους οι οποίοι είχαν αναπτύξει σημαντική εμπορική δραστηριότητα στηρίζοντας την οικονομία της πόλης στην εμπορική εκμετάλλευση του ελαιόλαδου. Στα ευρήματα της περιοχής αυτής έχει εντοπιστεί ένας αριθμός ελαιοπιεστηρίων (ελαιομύλων) της εποχής και μεγάλα πιθάρια αποθήκευσης ελαιόλαδου που αποδεικνύουν το μέγεθος της παραγωγής ελαιόλαδου την εποχή εκείνη.
Η ελιά, χαρακτηριστικό δένδρο του μεσογειακού τοπίου, αποτελεί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα παράγοντα πολιτισμού, οικονομίας, υγείας και γαστρονομίας, σε πρακτικό και συμβολικό επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Ρωμαίος αγρονόμος Columella την αποκάλεσε «βασίλισσα όλων των φυτών».
Προς τιμήν της, επίσης, το Επιμελητήριο Μεσσηνίας πήρε την πρωτοβουλία το 1999 και οργάνωσε για πρώτη φορά το Πολιτιστικό Οδοιπορικό: «Οι Δρόμοι της Ελιάς» που εντάσσεται στις δραστηριότητες του ομώνυμου Πολιτιστικού Οργανισμού. Κάθε χρόνο διανύει οδικώς 16.000 km σε 22 Μεσογειακές Χώρες όπου οι συμμετέχοντες έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν σε όλη τους τη διάσταση, στη διάρκεια μιας μοναδικής, γοητευτικής και ενδιαφέρουσας διαδρομής, παλιούς και ξεχασμένους δρόμους της ελιάς.
Ο πολιτισμός της ελιάς περιλαμβάνει αντικείμενα, τεχνικές, διατροφικές συνήθειες, λατρευτικές συμπεριφορές, τελετουργίες, ιατρικές συνταγές, υλικά καλλωπισμού του σώματος και συμβολισμούς που ξεπερνούν τον τόπο και τον χρόνο χρήσης και αναφοράς τους.
Η ελιά αποτέλεσε από την αρχαιότητα έως και πρόσφατα θέμα παραστάσεων σε ελληνικά νομίσματα. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτύπωσε το 1942 χαρτονόμισμα των 5.000 δραχμών και το 1983 χαρτονόμισμα των 500 δραχμών με σχετικό θέμα την ελιά.

Το αργυρό τετράδραχμο της Αθήνας ήταν το πιο γνωστό νόμισμα του αρχαίου κόσμου. Υπήρξε το ισχυρό διεθνές νόμισμα της αρχαιότητας για 2 συνεχείς αιώνες. Είχε επικρατήσει να λέγεται απλώς «γλαύκα», καθώς απεικονίζει μια κουκουβάγια στην οπίσθια όψη. Η εθνική όψη του ελληνικού κέρματος του 1 ευρώ απεικονίζει την οπίσθια όψη του αργυρού τετράδραχμου Αθήνας.
Εμπρόσθια όψη: Κεφαλή Αθηνάς με στρογγυλά ενώτια (σκουλαρίκια) και αττικό κράνος, διακοσμημένο με άνθη και φύλλα ελιάς. Το πρόσωπο της θεάς απεικονίζεται σε δεξί προφίλ και φαίνεται ολόκληρο το μάτι, που έχει αμυγδαλωτό σχήμα. Η θεά έχει το χαρακτηριστικό μειδίαμα της αρχαϊκής τέχνης.
Οπίσθια όψη: Γλαύκα (κουκουβάγια) με το σώμα προς τα δεξιά, το κεφάλι να κοιτάζει μπροστά και τα φτερά κλειστά. Πάνω αριστερά υπάρχει ένα κλαδί ελιάς και μια ημισέληνος. Δεξιά υπάρχουν κάθετα χαραγμένα τα αρχικά του ονόματος της πόλης «ΑΘΕ». Όλη η παράσταση βρίσκεται μέσα σε έγκοιλο τετράγωνο.
Η ελιά ως δένδρο, γίνεται αντικείμενο θρησκευτικού σεβασμού συνδεδεμένο καθώς ήταν από τη θρησκευτική παράδοση με θεούς και ήρωες και αποδέκτης γεωργικής επιμέλειας λόγω της μεγάλης οικονομικής της σημασίας. Η ελιά συνδέεται ιδιαίτερα με τις γυναικείες θεότητες των Μεσογειακών πολιτισμών ενώ από τα παράγωγά της το ελαιόλαδο συνδέεται ιδιαίτερα με ορισμένες χριστιανικές τελετές και αγίους σε διάφορες περιοχές του τόπου μας.
Η ελιά και τα προϊόντα της
Η ελιά και τα προϊόντα της αποτελούσαν το πλέον σημαντικό αγροτικό προϊόν της αρχαιότητας με ιδιαίτερη κοινωνικο-οικονομική σημασία αφού:
– Το ξύλο της χρησιμοποιήθηκε για θέρμανση στις εστίες το χειμώνα, για ξυλοδεσιά στις κατασκευές των σπιτιών, για φωτιά – ως σημάδι νίκης – σε αγώνες και πολέμους, για κατασκευή αγαλμάτων θεών και εικόνων αγίων αλλά και πολιορκητικών μηχανών για τους πολέμους.
– Τα φύλλα της ελιάς χρησιμοποιήθηκαν στο στολισμό και την ταφή των νεκρών, αλλά και ως ψηφοδέλτια ακόμα στην αρχαία Ελλάδα. Τα κλαδιά από την ιερή αγριελιά της Ολυμπίας για τον κότινο, στεφάνι νίκης στους Ολυμπιακούς αγώνες, αλλά και σε άλλους αγώνες όπως τα Παναθήναια κ.λπ. Επίσης, ο Νώε, μετά τον κατακλυσμό άφησε ελεύθερο περιστέρι που είχε κλαδί ελιάς στο στόμα του για να αναγγείλει ότι ο κατακλυσμός σταμάτησε, που σήμαινε το τέλος του κακού και τη νίκη των δυνάμεων του καλού.

Ο κότινος ήταν στεφάνι από κλαδί αγριελιάς με το οποίο στεφάνωναν τον νικητή στους ολυμπιακούς αγώνες της αρχαιότητας.
– Η ελιά ως καρπός, είναι θρεπτικός, εύγευστος, φθηνός και εύκολα διατηρήσιμος. Χρησιμοποιήθηκε από αρχαιοτάτων χρόνων ως συμπλήρωμα διατροφής και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως ακόμα και σήμερα στο νεοελληνικό τραπέζι και όχι μόνο. Ο καρπός της ελιάς και το λάδι της έδωσαν ζωή και υγεία σε πλούσιους και φτωχούς επί αιώνες. Εξ ου και η φράση «ψωμί κι ελιά» που είναι η συνήθης έκφραση για την επάρκεια της τροφής.
Το ελαιόλαδο, βασικό στοιχείο της Ελληνικής διατροφής, κατέχει δεσπόζουσα θέση στον διατροφικό μας κώδικα, κυρίως των περιοχών που το παράγουν (βλέπε Ερμιονίδα). Ιδιαίτερα οι Έλληνες, αναγνωρίζουμε το ελαιόλαδο ως πολύτιμο είδος διατροφής με ευεργετικές διατροφικές και θεραπευτικές ιδιότητες και γι’ αυτό επιδιώκουμε, ακόμα και σήμερα, να το εξασφαλίσουμε στις ετήσιες προμήθειές μας. Φαντάζομαι ότι οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται ότι τουλάχιστον τις δεκαετίες του 50 – 60 κάθε σπίτι – κάθε οικογένεια – φρόντιζε το φθινόπωρο να έχει τουλάχιστον το λάδι και το στάρι της χρονιάς για ασφάλεια. Η πρόβλεψη αυτή ήταν πράγματι σοφή αν αναλογιστούμε το πρόβλημα της επισιτιστικής επάρκειας και ασφάλειας, δηλαδή την επάρκεια τροφίμων για όλα τα άτομα, που βίωσαν κάποια κράτη πρόσφατα τα χρόνια της πανδημίας του COVID 19.
Η διαδικασία παραλαβής του ελαιόλαδου από τον ελαιόκαρπο είναι διαχρονική και συνεχώς εξελισσόμενη. Προσδιορίζεται από την εποχή του χαλκού οπότε είχε αρχίσει η καλλιέργεια της ελιάς και η τριφασική διαδικασία παραλαβής του ελαιόλαδου. Στα Καψαλιανά της Κρήτης υπάρχει ο ελαιόμυλος, όπως λέγεται, της Μονής Αρκαδίου που λειτουργούσε ως ελαιοτριβείο από το 1763 έως το 1954-55. Σήμερα, αποτελεί έναν επισκέψιμο μουσειακό οικισμό. Η Τράπεζα Πειραιώς έχει κατασκευάσει δυο ενδιαφέροντα Μουσεία, στη Σπάρτη και τη Μυτιλήνη, που αναπαριστούν την εξέλιξη της τεχνολογίας για την παραλαβή του ελαιόλαδου.

Για την Παγκόσμια Ημέρα Ελιάς, ο Αρκάς σκιτσάρει τον μικρό Σπύρο να απαγγέλλει ένα απόσπασμα ποιήματος του Κωστή Παλαμά για την Ελιά, συνδέοντας το χιούμορ με την ελληνική παράδοση και τον πολιτισμό. Η ελιά – η «ευλογημένη», όπως την αποκαλεί ο ποιητής – παρουσιάζεται όχι μόνο ως σύμβολο καρποφορίας και ειρήνης, αλλά και ως στοιχείο ταυτότητας του τόπου.
Οι χρήσεις του ελαιόλαδου
Εντυπωσιακή είναι όμως και η πληροφορία που υπάρχει από την κλασική ακόμα αρχαιότητα για τη χρήση του ελαιόλαδου ως:
– Φωτιστικό στους λύχνους, ακόμα και τον 20ο αιώνα. Στην αρχαιότητα μάλιστα έβαζαν στο λυχνάρι αρωματισμένο λάδι με βότανα για να αρωματίζεται ο χώρος στη διάρκεια συμποσίων.
– Καθαριστικό του σώματος, όπου χρησιμοποιείται σήμερα το σαπούνι, τα σαμπουάν, κ.ά. Στην αρχαιότητα εθεωρείτο κριτήριο για τη διάκριση των καθαρών ανθρώπων από τους αγροίκους, δηλαδή από τους ανθρώπους των αγρών που φαίνεται πως δεν πλένονταν και τόσο συχνά. Εκτός όμως από τις επαλείψεις του σώματος με λάδι, χρησιμοποιούσαν λάδι με ποτάσα από στάχτη, δηλαδή παρασκεύαζαν ένα είδος καθαριστικού που το χρησιμοποιούσαν ανάλογα.
– Καλλυντικό από τις γυναίκες, συνήθως αρωματισμένο με βότανα. Π.x. το ρόδιον από εκχύλισμα τριαντάφυλλων ή το μελίνιον από κυδωνέλαιο.
– Μέσο θεραπείας, ως αντισηπτικό σε πληγές και τραύματα, για πόνους στο αυτί, αντίδοτο για δηλητηριάσεις, για κατευνασμό ερεθισμού του δέρματος, κ.ά.
Ο Δημόκριτος όταν ρωτήθηκε πως μπορεί κάποιος να διατηρήσει το σώμα του υγιές, απάντησε: βρέχοντας το εσωτερικό του με μέλι και το εξωτερικό του με λάδι (τα μεν εντός μέλιτι τα δε εκτός ελαίω). Ο Διοσκουρίδης περιγράφει το ελαιόλαδο ως «υγραντικό τε και συμμέτρως θερμόν».
Η επάλειψη του σώματος με λάδι γίνονταν για τη διατήρηση της υγρασίας του σώματος, όπως χρησιμοποιούνται σήμερα οι ενυδατικές κρέμες, ενώ το χειμώνα προστάτευε από το κρύο διατηρώντας τη θερμοκρασία του σώματος. Το καλοκαίρι το χρησιμοποιούσαν για την αντιμετώπιση της ξηρότητας του δέρματος, κάτι ως αντηλιακό της σημερινής εποχής. Γνωστό είναι, επίσης, ότι οι αθλητές άλειφαν το σώμα τους με λάδι κατά τη συμμετοχή τους στα αθλήματα των Ολυμπιακών αγώνων.
Σημαντικός όμως είναι και ο θεολογικός συμβολισμός του ελαιόλαδου στην ορθόδοξη πίστη και λατρεία και η εκτεταμένη χρήση του στα μυστήρια της εκκλησίας που επιβεβαιώνουν την ιερότητά του και αναδεικνύουν το φυσικό αυτό προϊόν σε αγωγό θείας χάριτος. Θυμίζω ότι στο πλαίσιο της προσφοράς και της ευλογίας ο πιστοί προσφέρουν λάδι και κρασί στην εκκλησία κατά τη διάρκεια της αρτοκλασίας. Το έλαιον μαζί με τον σίτον και τον οίνον αποτελούν τις πρώτες ύλες για την τέλεση της αναίμακτης θυσίας και μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα του Χριστού, συμμετέχοντας στην αυτοπραγμάτωση της εκκλησίας ως ευχαριστιακής σύναξης. Το έλαιον χρησιμοποιείται με διάφορους συμβολισμούς στο μυστήριο της βάπτισης, στο χρίσμα ως Άγιο Μύρο και στο ευχέλαιο, συμβολίζοντας την πνευματική πληρότητα και σωματική θεραπεία του ανθρώπου.
Μια άλλη πρακτική που φανερώνει την ιερότητα του καρπού της ελιάς είναι η ελαιοδοσία, δηλαδή η πράξη του ιερέα να δίνει, δηλαδή να χρίει τους πιστούς, που παρευρίσκονται την ώρα εκείνη στο ναό με αγιασμένο έλαιο, από το καντήλι της εικόνας του αγίου ή της αγομένης εορτής. Τέλος, κατά την εξόδιο ακολουθία, ο ιερέας, αφού καταβυθιστεί ο νεκρός στον τάφο τον ραίνει σταυροειδώς με λάδι λέγοντας το ψαλμικό: «Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπερχιόνα λευκανθήσομαι» Αυτό φαίνεται να αποτελεί συνέχεια των αρχαιοελληνικών ταφικών εθίμων.
Η διατροφική αξία του ελαιόλαδου
Όσον αφορά τη διατροφική αξία του ελαιόλαδου, αυτή είναι σημαντική διότι περιέχει υψηλό ποσοστό μονοακόρεστων λιπαρών οξέων με προεξάρχον το ελαϊκό, αντιοξειδωτικές ενώσεις όπως φαινόλες και βιταμίνη Ε, και πλήθος άλλων βιοδραστικών στοιχείων που το καθιστούν αποτελεσματικό στην προστασία του οργανισμού από οξειδωτικό στρες, φλεγμονές και καρδιαγγειακές παθήσεις.
Σχετικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι κάτοικοι των Μεσογειακών χωρών που καταναλώνουν ελαιόλαδο, έχουν χαμηλό δείκτη καρδιαγγειακών παθήσεων. Ημερήσια κατανάλωση 25 ml παρθένου ελαιόλαδου έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της HDL (καλής χοληστερόλης) και τη μείωση της LDL (κακής χοληστερόλης). Άλλα ερευνητικά αποτελέσματα δείχνουν ότι οι γυναίκες της Μεσογειακής λεκάνης, λόγω της κατανάλωσης ελαιόλαδου, παρουσιάζουν κατά 25 % λιγότερα περιστατικά καρκίνου του μαστού, των ωοθηκών και του ενδομητρίου. Άλλη μελέτη που αναφέρεται στα περιστατικά καρκίνου του παχέως εντέρου, δείχνουν ότι παρά το γεγονός ότι η κατανάλωση κρέατος είναι παραπλήσια μεταξύ των κατοίκων της Β. Ευρώπης και εκείνων της Ν. Ευρώπης, τα περιστατικά αυτά καρκίνου ανέρχονται στο 20-25 % στη Β. Ευρώπη, ενώ στη Ν. Ευρώπη στο 8-16 %. Η διαφορά αυτή αποδίδεται στην κατανάλωση ελαιόλαδου, φρούτων και λαχανικών που είναι υψηλή στις χώρες της Ν. Ευρώπης (Μεσογειακή διατροφή) και χαμηλή στις χώρες της Β. Ευρώπης. Κάτι ανάλογο ισχύει για τα καρδιαγγειακά επεισόδια.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η ετήσια κατανάλωση ελαιόλαδου ανά κάτοικο είναι: στην Ελλάδα 25 κιλά, στην Ισπανία 15, στην Ιταλία 13, στις Β. Ευρωπαϊκές χώρες μέχρι 1 κιλό, στις Η.Π.Α. Ι κιλό, στον Καναδά 1,4 και στην Ιαπωνία 0,25. Ανάλογη ήταν η κατανάλωση ελαιόλαδου κατά την Ελληνο-ρωμαϊκή εποχή με 20-25 κιλά/άτομο ετησίως, ενώ στις πλούσιες Αθηναϊκές οικογένειες ήταν περίπου διπλάσια.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ ενημερωτικά, αλλά πολύ συνοπτικά, σε ένα θέμα που συζητείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) τα τελευταία 2-3 χρόνια και αφορά στο ελαιόλαδο και τις ελιές και την προτεινόμενη σήμανσή τους.
Το Nutri-Score είναι ένα ευρωπαϊκό σύστημα διατροφικής σήμανσης που κατατάσσει τα τρόφιμα σε μια κλίμακα 5 χρωμάτων και γραμμάτων για εύκολη μακροσκοπική αναγνώριση από τον καταναλωτή. Το Α είναι πράσινο και αντιπροσωπεύει την υψηλότερη διατροφική αξία, ενώ το Ε είναι σκούρο πορτοκαλί και υποδεικνύει τη χαμηλότερη διατροφική αξία. Το σύστημα αυτό στη διατροφική αξιολόγηση των τροφίμων, για τη βελτίωση της υγείας των καταναλωτών, λαμβάνει υπόψη τις θερμίδες και την ποσότητα λίπους ανά 100 γραμμάρια (και όχι ανά μερίδα), το ποσοστό των κορεσμένων λιπαρών οξέων και την περιεκτικότητα σε ζάχαρη και αλάτι, χωρίς να αξιολογείται το συνολικό διατροφικό προφίλ του τροφίμου, η παράδοση, η απόλαυση από την κατανάλωσή του ή οι ανάγκες κάθε κατηγορίας καταναλωτών στα επιμέρους θρεπτικά συστατικά.

Το Nutri-Score (νούτρι-σκορ) είναι μια ετικέτα η οποία τοποθετείται στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας τροφίμων και ποτών και αποτυπώνει χρωματικά τη θρεπτική αξία του προϊόντος. Με τον αλγόριθμο του Nutri-Score όμως το ελαιόλαδο κατατάσσεται στη μεσαία κλίμακα (C – χρώμα κίτρινο), ενώ άλλα επεξεργασμένα τρόφιμα και αναψυκτικά εμφανίζονται ως πιο υγιεινά και σε υψηλότερη κατηγορία (Β ή ακόμα και Α). Έτσι το αγοραστικό κοινό ωθείται έμμεσα στο να περιορίσει την κατανάλωση του ελαιολάδου. Το Nutri-Score «αδικεί» το ελαιόλαδο.
Με βάση λοιπόν το σύστημα αυτό, που έχει προταθεί από μια Γαλλική Διατροφική Επιδημιολογική Ερευνητική Ομάδα και έχει γίνει ήδη αποδεκτό από Γερμανία, Ισπανία, Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο, προϊόντα όπως το λάδι, οι ελιές, το ζαμπόν της Πάρμα, η φέτα, το τυρί Parmigiano, το μέλι και άλλα προϊόντα ΠΟΠ (Προστετευόμενης Ονομασίας Προέλευσης) ή ΠΓΕ (Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης) παίρνουν κακή βαθμολογία ως προς τη διατροφική τους αξία διότι παραγνωρίζονται (αγνοούνται) συγκεκριμένοι ισχυρισμοί υγείας και διατροφικές συστάσεις που αναφέρθηκαν ήδη.

Σύμφωνα με το Nutri-Score η Cola είναι πιο υγιεινή από το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, ακόμη και από το βιολογικό, και από τη φέτα Π.Ο.Π. Η Ελλάδα, με την Ιταλία και την Πορτογαλία, με την υποστήριξη πολλών επιστημόνων, εκπροσώπων παραγωγών, μεταποιητών και εμπόρων έχουν αντιταχθεί έντονα στην αποδοχή και εφαρμογή του συστήματος αυτού γιατί είναι παραπλανητικό και θέτει σε κίνδυνο σημαντικά προϊόντα της Μεσογειακής διατροφής, όπως είναι το ελαιόλαδο, οι ελιές, το μέλι, η φέτα, κ.ά. Μετά τις παραπάνω αντιδράσεις η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να επανεξετάσει το θέμα.
Η Ελλάδα, με την Ιταλία και την Πορτογαλία, με την υποστήριξη πολλών επιστημόνων, εκπροσώπων παραγωγών, μεταποιητών και εμπόρων έχουν αντιταχθεί έντονα στην αποδοχή και εφαρμογή του συστήματος αυτού γιατί είναι παραπλανητικό και θέτει σε κίνδυνο σημαντικά προϊόντα της Μεσογειακής διατροφής, όπως είναι το ελαιόλαδο, οι ελιές, το μέλι, η φέτα, κ.ά. Μετά τις παραπάνω αντιδράσεις η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να επανεξετάσει το θέμα.
Στοιχεία της ελαιοκαλλιέργειας στη χώρα μας και την Ερμιονίδα
Πριν κλείσω το άρθρο αυτό θα ήθελα να παρουσιάσω κάποια χαρακτηριστικά συγκριτικά στοιχεία για την ελαιοκαλλιέργεια και την ελαιοπαραγωγή της Χώρας μας. Στην Ε.Ε. η ελαιοκαλλιέργεια καλύπτει περί τα 45 εκατομμύρια στρέμματα, με το 55% της έκτασης αυτής να κατέχει η Ισπανία, το 23% η Ιταλία και το 15% n Ελλάδα με 12 εκατ. περίπου στρέμματα ή το 23% της συνολικά καλλιεργούμενης έκτασης της Χώρας.
Στην Ελλάδα καλλιεργούνται 170 εκατ. ελαιόδενδρα συνολικά, εκ των οποίων τα 140 εκατ. είναι για παραγωγή ελαιόλαδου, με μέση ετήσια παραγωγή περί τους 300.000 τόνους, το 85% του οποίου εμπίπτει στην κατηγορία του εξαιρετικά παρθένου (η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση στην κατηγορία αυτή). Στη παραγωγή ελαιόλαδου προηγείται η Ισπανία με ποσοστό 46%, ακολουθεί η Ιταλία με 17% και έπεται η Ελλάδα με 11%.
Στην παραγωγή επιτραπέζιας ελιάς κατέχουμε τη 2η θέση, με πρώτη την Ισπανία. Παράγουμε συνολικά περί τους 120.000 τόνους, εκ των οποίων εξάγονται οι 80.000 τόνοι. Στη Κρήτη παράγεται το 39% της συνολικής ποσότητας Ελληνικού ελαιόλαδου και ακολουθεί n Πελοπόννησος με 35%. Οι εξαγωγές ελαιόλαδου ανέρχονται σε 35.000 τόνους, αξίας περίπου 550 εκατ. ευρώ ή 900.000 εκατ. ευρώ μαζί με τις βρώσιμες ελιές. Στη Χώρα μας έχουν καταγραφεί από το Γεωπόνο κ. Κωστελένο 80 διαφορετικές ποικιλίες, ενώ επίσημα από το Κράτος 45. Τριάντα ελαιόλαδα και 11 ποικιλίες βρώσιμης ελιάς της Χώρας έχουν καταχωριστεί στα προϊόντα ΠΟΠ (όπως το λάδι Κρανιδίου) ή ΠΓΕ.

Συγκομιδή ελαιοκάρπου στον Δοκό: Τρίτη από αριστερά Φλώρα Κοτταρά -Μπενάρδου, τελευταία από δεξιά Μαρίνα Άκληρου-Μίζη (Αρχείο: Βιβής Σκούρτη).
Όσον αφορά την Ερμιονίδα, οι απέραντοι ελαιώνες που αναπτύχθηκαν έχουν τις ρίζες τους στα πανάρχαια χρόνια. Από την πανάρχαια εποχή μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι το κύριο προϊόν της Ερμιονίδας που αναμφισβήτητα συνέβαλε καθοριστικά και διαχρονικά στην αύξηση του πλούτου και του πληθυσμού της περιοχής.

Γυρίζοντας από τις ελιές: Θανάσης Βουρλής (δραγάτης) – Ελευθερία Βλάσση – Κατσέλη (Αρχείο: Βιβής Σκούρτη).
Η καλλιέργεια της ελιάς αρχίζει να αναπτύσσεται μετά τη δημιουργία του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους, όπου ανασυγκροτούνται οι παλιοί ελαιώνες και μπολιάζονται αρκετές αγριελιές. Μεγάλοι ελαιώνες της Πελοποννήσου ήταν εθνικά κτήματα πρώην Οθωμανικά. Οι ελαιώνες αυτοί το 1830 ενοικιάστηκαν σε καλλιεργητές και το 1856 τους παραχωρήθηκαν. Το 1856 το κράτος έκανε νόμο «περί εγκεντρίσεως εθνικών αγριελαιών» και το 1861 με νέο νόμο «περί διαθέσεως των εθνικών και εκκλησιαστικών ελαιοδένδρων» έδωσε νέα κίνητρα στους αγρότες να ασχοληθούν με την ελαιοκαλλιέργεια.
Στο βιβλίο του φίλου και συμμαθητή Βασίλη Γκάτσου, Χημικού από την Ερμιόνη, με τίτλο Η ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας 7ος– 20ος αιώνας – Κρανιδιωτών Πολιτεία, αναφέρονται πολλά και σημαντικά στοιχεία για το θέμα. Μεταξύ των άλλων αναφέρεται ότι το 1884-85 υπήρχαν 162.000 ελαιόδενδρα με παραγωγή 600.000 οκάδες (=777 τόνοι) ελαιόλαδο. Η μέση απόδοση σε λάδι ήταν 2,5 κιλά/δένδρο στην Ερμιόνη, επειδή τα δένδρα ήταν νέα, και 6,5 κιλά στο Κρανίδι και την Τροιζηνία.
Το 1981 στην Ερμιονίδα αντιστοιχούσαν 66 ελαιόδενδρα/κάτοικο όταν στην Κέρκυρα, που θεωρείται από τις κύριες ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας αντιστοιχούσαν περίπου τα μισά. Από το 1981 και μετά φυτεύθηκαν χιλιάδες νέα δένδρα, κυρίως της ποικιλίας «Κορωνέϊκη». Στην κατοχή, το λάδι στην Ερμιονίδα πήρε τη θέση του νομίσματος όπου οι συναλλαγές γίνονταν με λίρες ή/και με λάδι. Το πόσο σημαντική ήταν η ελαιοκαλλιέργεια στην Ερμιονίδα μαρτυρούν και οι παρακάτω σχετικές παροιμίες: «Βάλε ελιά για το παιδί σου και συκιά για τη ζωή σου!» και «Ελιά από τον πατέρα σου και αμπέλι από τα χέρια σου!».
Στο παραπάνω βιβλίο του Βασίλη Γκάτσου αναφέρονται πάρα πολλά και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα στοιχεία για την ελαιοκαλλιέργεια, τα ελαιοτριβεία και τη λειτουργία τους, και την κοινωνική και οικονομική σημασία του κλάδου αυτού. Συνιστώ να το διαβάσετε, γιατί θα το χαρείτε. Τελειώνοντας, θέλω να τονίσω ότι για πολλούς λόγους, μερικούς από τους οποίους ανέφερα ήδη παραπάνω, την Ερμιονίδα πρέπει να τη θεωρούμε τόπο ευλογημένο γιατί πράγματι είναι! Προσωπικά θεωρώ εαυτόν ευτυχή που γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Κρανίδι…
* Γεώργιος Ζέρβας
«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 37, Οκτώβριος, 2025.
– Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
* Ο Γεώργιος Ζέρβας γεννήθηκε στο Κρανίδι. Είναι Ομότιμος Καθηγητής Φυσιολογίας Θρέψης και Διατροφής και π. Πρύτανης Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (2004-2010).
Σχετικά θέματα:











Σχολιάστε