Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

 σας γνωστοποιεί ότι ο ιστότοπός της ενημερώνεται καθημερινά.

 

 

Προϋποθέσεις Χρήσης

 

 

Το σύνολο του περιεχομένου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού στο διαδικτυακό τόπο http://www.argolikivivliothiki.gr, αποτελεί  πνευματική ιδιοκτησία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των συνεργατών της και προστατεύεται  από τις εθνικές (Νόμος 2121/93) και διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως,

απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε αναπαραγωγή (reformatting), αναδημοσίευση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (upload), διαμόρφωση, τροποποίηση, δημιουργία αντιγράφων site (mirroring) του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση του Δικαιούχου.

Επιτρέπεται

 η ελεύθερη αναπαραγωγή αντιγράφων μέρους ή του συνολικού έργου για προσωπική ή εκπαιδευτική χρήση, εφ’ όσον τα αντίγραφα αυτά δεν θα διανεμηθούν στη συνέχεια για κερδοσκοπικούς σκοπούς, με την προϋπόθεση  ότι  θα υπάρχει αναφορά της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των πηγών του άρθρου καθώς και η ηλεκτρονική διεύθυνση της βιβλιοθήκης.

Για τη χρησιμοποίηση

 για άλλους σκοπούς, όπως εμπορική εκμετάλλευση, φόρτωση σε άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, αξιοποίηση μέρους του έργου για την παραγωγή νέου κ.α., απαιτείται η συνεννόηση με την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Η Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, λειτουργεί ως ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Ο βασικός σκοπός  της είναι η έρευνα, ο εντοπισμός, η συλλογή, η ταξινόμηση, η διάσωση, η μελέτη και η έκδοση αρχειακού υλικού που αφορά στην ιστορική και πνευματική εξέλιξη και ανάπτυξη του νομού Αργολίδας, της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας.

Μέσα από την καταγραφή και την ανάδειξη αυτού του υλικού, στοχεύει να καταστήσει κοινωνούς όλους όσοι ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν, να μελετήσουν ή να αξιοποιήσουν αυτόν τον πολιτιστικό και ιστορικό θησαυρό.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη επιχειρεί να διασώσει, να διατηρήσει, να μελετήσει και να καταγράψει όσα στοιχεία του παρελθόντος ακόμη αχνά διακρίνονται, πριν τα καταπιεί ο χρόνος και η λήθη.

Οι συλλογές της, καλύπτουν πολύπλευρα την ιστορική εξέλιξη και την πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας και ειδικότερα της Αργολίδας, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.

Η σημαντικότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ήδη κατέχει ιδιαίτερα πλούσιο αρχειακό υλικό που αφορά στην πολιτιστική και ιστορική πραγματικότητα της Ελλάδας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής πορείας του τόπου.

Ναύπλιο. Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930.

Την ουσιαστική προσφορά της Βιβλιοθήκης, από τα πρώτα της βήματα, εκτίμησε η Επιτροπή Πολιτών του Νομού Αργολίδας, που την πρότεινε ομόφωνα στον Οργανισμό Πολιτισμού και Αθλητισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και στις 22 Μαρτίου 2009, της απονεμήθηκε το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς 2008, για την συμβολή της στην προώθηση του Πολιτισμού της Αργολίδας, στο διαδίκτυο. Επίσης η ΕΤ1 εκτιμώντας το έργο της, πρόβαλε γι’ αυτήν ένα ειδικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα.

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές  ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

 

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

Η αξιοπιστία και η συνέπεια της επικροτούνται  από διάφορους πνευματικούς φορείς και ιδρύματα, οι οποίοι συνεργάζονται μαζί της αξιοποιώντας το υλικό της, προκειμένου να εκδώσουν σχετικά βιβλία ή να συμπληρώσουν άλλες μελέτες τους.

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για τα θέματα που πραγματεύεται και δηλώνει ότι θα σταθεί συμπαραστάτης και αρωγός σε κάθε πρωτοβουλία που σχετίζεται με αυτά.

  Εκδόσεις Εκ Προοιμἰου

Δημήτρης Π. ΣωτηρόπουλοςΠαγκοσμιοποίηση – Διακυβέρνηση – Τοπικές κοινωνίες. © Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Aναπληρωτής Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης  του ΤΕΙ Πελοποννήσου, Διευθυντής του Διιδρυματικού ΠΜΣ ΤΕΙ και Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Γραμματέας Σύνταξης της Νέας Εστίας.


 

«Παγκοσμιοποίηση – Διακυβέρνηση – Τοπικές κοινωνίες»

 Εισήγηση στην Ημερίδα: «Τρία Χρόνια Διοικητικής Μεταρρύθμισης “Καλλικράτης”: εμπειρίες και προοπτικές», που πραγματοποιήθηκε στο Άργος το Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013.

 

Η Ομάδα Έρευνας για τη Δημόσια Διοίκηση & την Τοπική Αυτοδιοίκηση του ΤΕΙ Πελοποννήσου, έχοντας ήδη στο ενεργητικό της σειρά ερευνών, παρουσίασε στην ημερίδα του Άργους την προβληματική μιας τοπικής αυτοδιοίκησης που αναζητά σύγχρονους τρόπους ύπαρξης σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που φαίνεται να αλλάζει πολύ γρήγορα στο επίπεδο όχι μόνο των οικονομικών σχέσεων αλλά και των πολιτικών και διοικητικών σχέσεων και (αλληλ)εξαρτήσεων.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, μετά την εισήγηση του Θεόδωρου Ν. Τσέκου με τίτλο «Οι Προοπτικές της Αυτοδιοίκησης: Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις», δημοσιεύει σήμερα την εισήγηση του Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου, «Παγκοσμιοποίηση – Διακυβέρνηση – Τοπικές κοινωνίες», και θα ακολουθήσει η εισήγηση της  Αθανασίας Β. Τριανταφυλλοπούλου. Στις εισηγήσεις παρουσιάζονται οι σημαντικότερες πλευρές της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης «Καλλικράτης», τρία χρόνια μετά την υιοθέτησή της και τίθενται ερωτήματα που ακόμη και σήμερα, έξι χρόνια μετά και σε περίοδο βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης, είναι επίκαιρα και αναζητούν απάντηση.

 

 «Παγκοσμιοποίηση – Διακυβέρνηση – Τοπικές κοινωνίες»

 

Έννοιες και μέθοδος

 

Σκοπός του άρθρου είναι να πραγματευτεί με έναν πιο στοχαστικό κι ελεύθερο τρόπο, τα διάφορα επίπεδα διακυβέρνησης της τυπικής (κρατικής) ή άτυπης (μη κρατικής ή διακρατικής ή ενωσιακής) εξουσίας εντός των οποίων παράγονται και λαμβάνονται σήμερα οι αποφάσεις, στο δυτικό κόσμο και όχι μόνο:

α) Σε ό,τι αφορά το επίπεδο του εθνικού κράτους, αυτό αποτελεί το πιο παραδοσιακό και πιο συμπαγές πλαίσιο παραγωγής δημόσιας πολιτικής (είναι και το μόνο από τα υπόλοιπα με πραγματική «κρατική κυριαρχία»), γεγονός, που σημαίνει ότι η αναμφισβήτητη συσσωρευμένη εμπειρία που ενυπάρχει σε αυτό, ιδίως μέσα από τους ισχυρούς κι επί αιώνες διαμορφωμένους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς τής δημόσιας διοίκησης, τού προσφέρει μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα προκειμένου να παράγει αποφάσεις ικανές να αντιμετωπίσουν τα πολύπλοκα ζητήματα της νέας εποχής. Αυτός ο βαρύνων παραδοσιακός του ρόλος θέτει, ωστόσο, και σαφείς  περιορισμούς καθώς δεν είναι πάντα ούτε επαρκώς προετοιμασμένος ούτε και πρόθυμος (οι εθνικισμοί είναι διαρκώς παρόντες, με τη μία ή την άλλη μορφή) να ανταποκριθεί στα κελεύσματα της μετα-νεωτερικότητας και της παγκοσμιοποίησης.

β) ακολούθως, σε ό,τι αφορά το ευρωπαϊκό επίπεδο, αυτό αποτελεί το νέο κρίσιμο ρυθμιστικό πλαίσιο παραγωγής δημόσιας πολιτικής για τα κράτη μέλη της Ε.Ε. και ακόμη περισσότερο της Ευρωζώνης. Πρόκειται επί της ουσίας (και με έναν παράδοξο τρόπο) ταυτόχρονα για ένα «τοπικό/εθνικό» πλαίσιο (η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήθελε par principe να είναι ένα «κράτος» μέσα στο παγκόσμιο σύστημα) αλλά το οποίο λόγω του προαναφερθέντος ειδικού βάρους τού εθνοκρατικού επιπέδου, δυσκολεύεται να αναδειχτεί κι επισήμως σε ένα ενιαίο κράτος με ενιαία (και όχι συλλογική) πολιτική και οικονομική διακυβέρνηση και σύστοιχους θεσμούς. Αυτή η εγγενής αντίφαση είναι που καθορίζει το εντελώς πρωτότυπο αλλά και συχνά αδύναμο πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνονται οι αποφάσεις και οργανώνονται οι πολιτικές, ενώ συνιστά και την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του μοντέλου «κράτους» (που μένει διαρκώς να ορίζεται ο βαθμός και το εύρος κυριαρχίας του) και της διακυβέρνησης από τα οποία κανοναρχείται.

γ) τέλος, σε ό,τι αφορά το παγκόσμιο επίπεδο, εκεί ένα πλήθος διεθνών οργανισμών, ομάδων κρατών (π.χ. G7, G10, G20), ισχυρών μη κυβερνητικών οργανώσεων,  κολοσσιαίων οικονομικών συμφερόντων με μεγάλη ελευθερία κινήσεων στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης (π.χ. κολοσσιαία funds), πολυεθνικών ΜΜΕ ή και μεμονωμένων προσώπων με παγκόσμια επιρροή (π.χ. μεγάλοι επενδυτές) συνθέτουν ένα εντελώς πολύπλοκο πλαίσιο παραγωγής αποφάσεων ή άσκησης επιρροής στα κέντρα αποφάσεων άλλοτε πολύτιμο για την υπέρβαση των τοπικών και εθνοκρατικών εμποδίων άλλοτε όμως άναρχο και χωρίς κανόνες – συνεπώς απρόβλεπτο και γεμάτο κινδύνους για τα κατά τόπους συμφέροντα, ιδίως των πιο αδύναμων. Ωστόσο, παρά τις σχετικές ουσιώδεις εννοιολογικές δυσκολίες που συνοδεύουν την έννοια, είναι δυνατή και απαραίτητη η περαιτέρω (διεπιστημονική) εννοιολογική επεξεργασία του προτύπου διακυβέρνησης που έχει εγκαθιδρυθεί στο παγκόσμιο επίπεδο, και των νέων παραμέτρων που εισάγει αυτό το πρότυπο σε αυτές καθαυτές τις πρακτικές διακυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα, σε μεγάλο βαθμό, καινοφανές πλαίσιο, στο μέτρο που οι αποφάσεις του και οι συνέπειές του διαπερνούν συχνά με πολύ μεγάλη ταχύτητα το εθνικό και το τοπικό επίπεδο, επηρεάζοντας καθοριστικά τις επιλογές των κατά τόπους κυβερνώντων και κυβερνώμενων. Αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της μετα-νεωτερικής δημόσιας διοίκησης (ενωσιακής, εθνικής, τοπικής) και του πολιτικού της πλαισίου να αντιμετωπίσουν τα εντελώς νέα ζητήματα που προκύπτουν από τις συνέπειες της «δεύτερης» παγκοσμιοποίησης (μετά την πρώτη, στα τέλη του 19ου αιώνα) που γνωρίζει ο σύγχρονος κόσμος (η πλημμελής έννοια της παγκοσμιοποίησης απαιτεί και η ίδια περαιτέρω εκλέπτυνση, προκειμένου να μας βοηθήσει να συλλάβουμε τις σύνθετες πραγματικότητες που την διαμορφώνουν).

Παρότι ο χώρος δεν επαρκεί εδώ για κάτι τέτοιο, θα  μπορούσε να πει κανείς ότι ως οδοδείκτη δύο από τα βασικά μεθοδολογικά προαπαιτούμενα μιας τέτοιας ανάλυσης θα ήταν: πρώτον να μελετηθούν τα σημεία συνάντησης και τομής των τριών αυτών επιπέδων και να επιχειρηθεί μια διερεύνηση των συνεπειών αυτής της σύμπλεξης στη λειτουργία τού καθενός από τούτα τα επίπεδα, ξεχωριστά. Ταυτόχρονα, δέον είναι να αποκαλυφθούν οι εσωτερικές αντιφάσεις τους και να καταδειχτεί η σημασία της ετερογονίας των σκοπών (τα κέρδη σε ένα επίπεδο μπορεί να δημιουργούν ακούσιες απώλειες σε ένα άλλο κλπ), στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Kαι δεύτερον, κρίνεται ως απολύτως απαραίτητη η ανάδειξη του ειδικού βάρους της ιστορικής κληρονομιάς που φέρει το καθένα από αυτά, ιδίως μέσα από τη «βαριά» ιστορία τού 20ού αιώνα, προκειμένου να αναδειχτούν και τα όρια των προοπτικών τους στο ορατό μέλλον.

Είναι, τέλος, ιδιαιτέρως σημαντικό να αναλυθεί επισταμένως ο ρόλος του σημερινού ρευστού πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού και πολιτισμικού πλαισίου που προσδιορίζει με πολλαπλούς τρόπους τη διαμόρφωση των αποφάσεων σε πολιτικό και διοικητικό επίπεδο, και την εν γένει λειτουργία των τεσσάρων αυτών επιπέδων. Για το λόγο αυτό, χρήσιμο είναι η όλη συζήτηση να ιδωθεί μέσα από το εννοιολογικό πρίσμα της «διαρκούς κρίσης του παγκόσμιου κοσμοσυστήματος» (I. Wallerstein) το οποίο θέτει ειδικούς περιορισμούς αλλά και νέες δυνατότητες στον τρόπο λειτουργίας και εξέλιξης των τοπικών και εθνικών κοινωνιών αλλά και των πολιτικών και διοικητικών ελίτ σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Πολύ συνοπτικά, αναφερόμαστε εδώ σε ένα κοσμοσύστημα, δηλαδή σε μια οργάνωση του παγκόσμιου καπιταλισμού και των συναφών του πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων, το οποίο βρίσκεται ήδη από τη δεκαετία του ’70 σε κρίση, και όπως φαίνεται θα αργήσει, για διάφορους λόγους, να ξαναβρεί, αν βρει ποτέ, ένα σημείο ισορροπίας ανάλογο με εκείνο που κατάφερε να επινοήσει την πρώτη μεταπολεμική «χρυσή» τριακονταετία της ανάπτυξης και του κράτους πρόνοιας, στο δυτικό κόσμο.

 

Τα τρία βασικά διακυβεύματα στο τοπικό επίπεδο

 

Σε κάθε περίπτωση, όμως, αποδέκτες όλων των διαδικασιών είναι πάντα οι τοπικές κοινωνίες. Αυτές με ποιους όρους και με ποια «όπλα» παίρνουν μέρος σε αυτή την περίπλοκη διαδικασία; Θεωρητικά, σε ό,τι αφορά το τοπικό επίπεδο, τα διάφορα συστήματα τοπικής αυτοδιοίκησης διεθνώς και οι τοπικές κοινωνίες καλούνται εκ του ρόλου τους (συχνά, συνταγματικά κατοχυρωμένος) να πραγματώσουν, στον πιο πρωταρχικό και κρίσιμο βαθμό, την έννοια του συμμετοχικού πολίτη και μιας συμμετοχικής δημοκρατίας αλλά και να οργανώσουν έναν πιο αποτελεσματικό τύπο διοίκησης που θα μπορεί να επεξεργάζεται και να εφαρμόζει δημόσιες πολιτικές για μια ποικιλία όλο και πιο σύνθετων σκοπών αναφορικά με τη βιώσιμη ανάπτυξη, την κοινωνική πολιτική, τη διαχείριση των απορριμμάτων κ.ά. Σημειωτέον, η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί ένα από τα πιο προκλητικά και λιγότερο (σε σχέση τουλάχιστον με τα άλλα τρία) μελετημένα θέματα, παρότι στο πεδίο της διανοίγονται πολύ μεγάλες δυνατότητες παρέμβασης στα μεγάλα ζητήματα της εποχής.

Ι) Συμμετοχική Δημοκρατία

Νομίζω τρία είναι τα κρίσιμα διακυβεύματα της συγκυρίας αυτής όσον αφορά την τοπική αυτοδιοίκηση: πρώτον, η εμβάθυνση και εμπέδωση της δημοκρατίας, και νομίζω ότι είναι ο κατεξοχήν θεσμός που θα μπορούσε με ποικίλες δράσεις και με την υιοθέτηση διαφόρων πρακτικών που προβλέπονται ήδη από το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, να συμβάλλει καθοριστικά σε αυτή την πρόκληση. Η συγκυρία ενδείκνυται καθότι η φιλελεύθερη κοινοβουλευτική Δημοκρατία όπως την ξέραμε μεταπολεμικά αμφισβητείται όλο και εντονότερα εξαιτίας της μετατροπής της (τουλάχιστον στην ελληνική μεταπολιτευτική της εκδοχή) σε κομματοκρατία – εννοώντας εδώ την παντοκρατορία κομμάτων-καρτέλ και την κυριαρχία «εξορυκτικών» ελίτ που τείνουν να υποτάσσουν το δημόσιο συμφέρον στο ιδιωτικό τους [1]. Δεν αναφέρομαι εδώ στη μετατροπή του σημερινού μοντέλου της Δημοκρατίας μας σε δημοψηφισματικού ή άμεσου χαρακτήρα, όπως υποστηρίζουν αρκετοί το τελευταίο διάστημα. Αντιθέτως αναφέρομαι σε πρακτικές που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σε τοπικό επίπεδο από τις δημοτικές Αρχές με σκοπό την ενίσχυση της πολιτικής συμμετοχής, και την ανανέωση του ενδιαφέροντος των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις με πιο ενεργητικό τρόπο. Ένα πρακτικό παράδειγμα, μόνο: μια ιδέα θα ήταν η ανάπτυξη μιας πατέντας καθημερινών δημόσιων δημοσκοπήσεων, με αυτόματα μηχανήματα διασπαρμένα σε κεντρικά σημεία της πόλης, τα οποία θα σφυγμομετρούν κάθε μέρα την τοπική κοινή γνώμη σε σχέση με συνεχώς ανανεούμενα ερωτήματα που θα τίθενται υπόψη των δημοτών. Θα πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια ηλεκτρονική κάλπη που θα ωθεί τους πολίτες να εκφράζουν την άποψή τους ει δυνατόν κάθε μέρα, πηγαίνοντας στις δουλειές τους ή την ώρα της βόλτας τους, και να αισθάνονται πιο ενεργοί πολίτες, χωρίς να χρειάζεται να περιμένουν μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια να ψηφίσουν κάποιους υποψήφιους τους οποίους δεν θα μπορούν να επηρεάζουν ή να ελέγχουν με κανένα τρόπο στο μεσοδιάστημα.

II) Διοικητική αποτελεσματικότητα

Ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο είναι η βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών στους πολίτες οι οποίοι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο κεντρικό κράτος. Ένα από τα προαπαιτούμενα γι’ αυτό είναι η καλύτερη στελέχωση των υπηρεσιών των δήμων και των περιφερειών – όταν βεβαίως το επιτρέψουν οι συνθήκες στο μέλλον. Κι εδώ καθοριστικός μπορεί να είναι ο ρόλος των ΑΕΙ, ιδίως τμημάτων με εξειδίκευση σε αυτό τον τομέα. Μου προξενούσε πάντοτε εντύπωση πως γίνεται οι τοπικές εξουσίες να μην έχουν στις περισσότερες των περιπτώσεων σαφή και ξεκάθαρη γνώση και εικόνα για το κοινωνικό προφίλ των δημοτών τους, για τους τοπικούς πληθυσμούς που διοικούν. Πώς γίνεται οι διοικούντες να μην γνωρίζουν τους «υπηκόους» τους [2]; Νομίζω ότι αυτή η εξειδικευμένη γνώση είναι εκ των ουκ άνευ προκειμένου να έχεις στοχευμένες δράσεις στους δήμους, και καθίσταται ακόμη πιο αναγκαίο όταν υπάρχει σπάνη χρηματικών πόρων, όπως σήμερα. Τα λίγα χρήματα που έχεις πρέπει να ξέρεις που θα πιάσουν περισσότερο τόπο, πως θα αξιοποιηθούν καλύτερα σε μια παρέμβαση του δήμου ή της περιφέρειας. Σε κολοσσιαίους μητροπολιτικούς δήμους όπως της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, η καινούργια τάση είναι να προσπαθούν να εκμεταλλευτούν, με βάση πολύπλοκες παραμέτρους, τα λεγόμενα μεγάλα δεδομένα (big data), δηλαδή τη συνδυαστική χρήση διαφορετικού είδους και κατηγορίας ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων τα οποία μέσα από τις πιθανές συσχετίσεις τους μπορούν να παράσχουν σύνθετες πληροφορίες και πρωτότυπες λύσεις για μια σειρά από προβλήματα της πόλης και των κατοίκων της [3]. Ταυτόχρονα, η διογκούμενη τάση της μεγάλης συγκέντρωσης πληθυσμού στα αστικά κέντρα, παγκοσμίως, γεγονός που έχει καταστήσει ορισμένες εξ αυτών ίδιου μεγέθους με ένα μεσαίο κράτος, έχει ωθήσει τις κατά τόπους διοικήσεις στην ανάπτυξη ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής με σκοπό π.χ. την προσέλκυση επενδύσεων ή  τη σύνδεση της «μέγα-πόλης» τους σε διάφορα παγκόσμια δίκτυα, λειτουργώντας έτσι παράλληλα ή και ανταγωνιστικά με την κεντρική διοίκηση του εκάστοτε εθνικού κράτους. Για όλα αυτά απαιτούνται, προφανώς, διακριτές διοικητικές δομές και ειδικές γνώσεις άρα και πολύ εξειδικευμένο και καλά εκπαιδευμένο προσωπικό. Ωστόσο, τα οφέλη που μπορεί να προκύψουν από τέτοιες επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο – και υπάρχει πολύ τέτοιο κεφάλαιο αναξιοποίητο στην Ελλάδα – είναι εντυπωσιακά. Οι πλατείες, τα πάρκα και άλλες τέτοιες βασικές επενδύσεις υποδομών είναι φυσικά απαραίτητες, ωστόσο εκείνο που λείπει στην Ελλάδα και ιδίως στη δημόσια διοίκησή της είναι η πίστη στο ανθρώπινο κεφάλαιο και στην επινοητικότητά του. Το υψηλού επιπέδου προσωπικό, μόνιμο ή μετακλητό που εδώ και χρόνια σχολάζει, για διαφόρους λόγους, και η άνοδος του επιπέδου του ίδιου του πολιτικού προσωπικού είναι εντελώς απαραίτητα προκειμένου οι θεσμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης να μπορέσουν να συνομιλήσουν και να επωφεληθούν από τις ευκαιρίες που παρέχει ο παγκοσμιοποιημένος μας κόσμος, και οι διεθνείς θεσμοί του, στο ενωσιακό επίπεδο φυσικά, αλλά όχι μόνο. Ο σύγχρονος κόσμος είναι πρωτίστως ένας κόσμος δικτύων, με άπειρες διακλαδώσεις εν δυνάμει [4]. Συγκροτούνται σε διάφορα επίπεδα, άτυπα κι επίσημα, και εκτείνονται από τα φυσικά πρόσωπα μέχρι την κοινωνία των πολιτών, τις επιχειρήσεις και τους ίδιους τους κρατικούς και τοπικούς θεσμούς. Η ένταξη στη δικτύωση αυτή αποτελεί και πρέπει να αποτελεί μία από βασικές προτεραιότητες ιδίως για χώρες και πληθυσμούς σαν της Ελλάδας που τοποθετούνται στη λεγόμενη ημι-περιφέρεια, όπως λέγαμε παλιά. Από αυτή την άποψη, η παγκοσμιοποίηση αποτελεί μια δυνητικά επωφελή διαδικασία ιδίως για χώρες και κοινωνίες με μικρότερες δυνατότητες, διότι τους επιτρέπει να συμμετάσχουν με πιο ισότιμους όρους στις ζυμώσεις τις σχετικές με τα σύγχρονα διακυβεύματα – διακυβεύματα που ενώ μπορεί να φαίνονται πλανητικής ή διεθνούς σημασίας, μπορεί να επηρεάζουν κι επηρεάζουν όντως τις τοπικές κοινωνίες. Συνεπώς, οι τοπικές εξουσίες και οι τοπικές κοινωνίες στην Ελλάδα πρέπει να μπορούν να ενταχτούν σε αυτές τις εθνικές και υπερεθνικές δικτυώσεις, και να αντλήσουν πιθανά οφέλη και καινούργιες εμπειρίες, ξεφεύγοντας από τις αγκυλώσεις και τους περιορισμούς του εθνοκρατικού επιπέδου. Από αυτή την άποψη, το «τοπικό» δεν είναι σήμερα αναγκαστικά περιοριστικό κι εσωστρεφές. Το πρόβλημα είναι πάντοτε ο τοπικισμός. Αλλά να έχουμε υπόψη μας ότι τελικά ο τοπικισμός (δηλαδή η αυτό-περιχαράκωση) οδηγεί σε μεγάλη εξάρτηση, κυρίως υλική, από το κεντρικό κράτος, ενώ η πραγματική χειραφέτηση των τοπικών κοινωνιών και εξουσιών μπορεί να γίνει ευκολότερη χάρη στην πλανητική δικτύωση. Σκέφτομαι εδώ το παράδειγμα των ομοσπονδιακών κρατιδίων της Ινδίας. Τα κρατίδια αυτά κρατούνταν επί δεκαετίες, μετά την ανεξαρτησία της χώρας, σε καθεστώς υπανάπτυξης, βαλτωμένα στους σεκταριστικούς ανταγωνισμούς των καστών κλπ. Κι όμως, σήμερα, αρκετά από αυτά αποτελούν το βασικό μοχλό ανάπτυξης της χώρας, η οποία την τελευταία διετία καταγράφει συνολικά πολύ χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τις άλλες μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες. Ανεβάζουν δηλαδή το μέσο όρο της εθνικής οικονομίας που στην περιοχή της πρωτεύουσας, ας πούμε, πέφτει εξαιτίας της παγκόσμιας ύφεσης. Τι μεσολάβησε; Είναι κυρίως θέμα ποιότητας της πολιτικής ηγεσίας (νέοι ηγέτες εκτός του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος) και της πολιτικής τους βούλησης να επενδύσουν στην ανάπτυξη προσελκύοντας οι ίδιοι επενδύσεις. Φυσικά, διαθέτουν και τις αυξημένες εξουσίες που τους δίνει το ομοσπονδιακό σύστημα για να το κάνουν αυτό, όμως το σημαντικό είναι ότι η τοπική πολιτική ηγεσία πήρε την απόφαση να κάνει άλμα προς τα εμπρός αφήνοντας πίσω το παρελθόν των τοπικιστικών ανταγωνισμών, ανοίγοντας παράθυρο στο μέλλον. Και αν μη τι άλλο, είναι καλύτερο να αποτύχει κανείς παλεύοντας να αλλάξει τη μοίρα του παρά βουλιάζοντας στην ακινησία. Και η Τ.Α διαθέτει μετά τον «Καποδίστρια» και τον «Καλλικράτη» ένα πιο ενισχυμένο θεσμικό πλαίσιο δράσης, αν και πρέπει ταυτόχρονα να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της όσον αφορά την διοικητική αποτελεσματικότητα και τη διάφανεια.

ΙΙΙ) Ανάπτυξη (δικτύωση-επιχειρηματικότητα-ένταξη μεταναστών-περιβαλλοντική πολιτική)

Το τρίτο διακύβευμα είναι εκείνο που αφορά την ανάπτυξη, κι εδώ είναι πράγματι αναγκαία η συμπόρευση των τοπικών κοινωνιών με τον παγκοσμιοποιημένο πλανήτη.

Νομίζω ότι τέσσερις είναι κυρίως οι τομείς όπου οι τοπικές κοινωνίες και οι τοπικές εξουσίες συναντώνται με τα παγκόσμια διακυβεύματα: στον τομέα της τεχνολογίας και τεχνογνωσίας κάθε είδους, στην επιχειρηματικότητα, στο μεταναστευτικό και στα περιβαλλοντικά ζητήματα. Και τα τέσσερα αυτά έχουν διπλή όψη: μπορεί να είναι οχήματα ανάπτυξης και ευημερίας, μπορεί όμως να αποτελέσουν βαρίδια και παράγοντες υπανάπτυξης – εξαρτάται από το πώς θα τα χειριστούμε, εξ ου και είναι τόσο κρίσιμος ο ρόλος της τοπικής διακυβέρνησης και η ικανότητα και η ετοιμότητά της να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις. Να τα δούμε, όμως, με τη σειρά.

Στον τομέα της τεχνολογίας, η συνάντηση είναι εκ των ουκ άνευ. Η τεχνολογία επηρεάζει άτομα και θεσμούς με τον ίδιο καταλυτικό τρόπο, και η διείσδυσή της στην καθημερινότητά μας είναι παραπάνω από πασίδηλη. Άλλωστε, αυτή είναι και η απαραίτητη προϋπόθεση για τη δικτύωση με τον «έξω κόσμο» για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως. Ωστόσο, εκείνο που πρέπει κυρίως να απασχολήσει τις τοπικές κοινωνίες προκειμένου να μπορέσουν να ξεφύγουν από τα στενά τους όρια είναι η χρήση μοντέρνας τεχνογνωσίας σε κάθε είδος δραστηριότητά τους, ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τη διοίκηση. Και πάλι εδώ οι δυνατότητες σε σχέση με το παρελθόν είναι απείρως περισσότερες. Οι τοπικές εξουσίες μπορούν πολύ πιο εύκολα να εντοπίσουν και να αξιοποιήσουν την τεχνογνωσία τής σύγχρονης διακυβέρνησης, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι διαθέτουν κατάλληλο προσωπικό και ειδικούς συνεργάτες οι οποίοι να είναι εξοικειωμένοι ή ειδικευμένοι σε αυτά τα ζητήματα. Τα καλά νέα είναι – το είπαμε και πριν- ότι υπάρχουν όλο και περισσότεροι τέτοιοι ειδικοί στην χώρα μας από ό,τι στο παρελθόν, όταν τέτοια ζητήματα ήταν κτήμα αποκλειστικά μιας ελίτ. Επίσης, τα διάφορα ΑΕΙ που λειτουργούν στις κατά τόπους περιοχές συχνά μπορούν να αποτελέσουν καλούς συμβούλους ή αρωγούς. Οι πρακτικές τού σύγχρονου μάνατζμεντ και η συσσωρευμένη γνώση πάνω στο ζήτημα, σε συνδυασμό με τις νέες τεχνολογίες στις οποίες η πρόσβαση είναι όλο και πιο εύκολη και φθηνή, δίνουν μεγάλες δυνατότητες για την εφαρμογή προωθημένων τεχνικών αναφορικά με τη διαχείριση ποικίλων τοπικών προβλημάτων. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται πάντοτε εκατομμύρια ευρώ για την επίλυση του ενός ή του άλλου τοπικού ζητήματος, αντιθέτως πιστεύω ότι η γνώση και η επαφή και με την ξένη εμπειρία μπορεί να γλυτώσει τις τοπικές διοικήσεις από περιττά έξοδα, ιδίως σήμερα σε καιρούς τέτοιας ένδειας στα δημόσια ταμεία. Φυσικά, υπάρχουν και τα κακά νέα που έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι το ποσοστό των οικιακών συνδέσεων στο Διαδίκτυο, στην Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε. (μόνο πάνω από Βουλγαρία και Ρουμανία) [5], κάτι που θέτει μεν αντικειμενικούς περιορισμούς στον παραπάνω συλλογισμό, από την άλλη όμως καθιστά την επένδυση αυτή ακόμη πιο επιτακτική.

Όσον αφορά το ζήτημα της επιχειρηματικότητας, οι τοπικές κοινωνίες επηρεάζονται άμεσα από την παγκοσμιοποίηση λόγω της μεγάλης ρευστότητας του παγκόσμιου εμπορίου και της διαρκούς γεωγραφικής μετεγκατάστασης των επενδυτών, του υψηλότατου ανταγωνισμού σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, της συχνής αλλαγής των καταναλωτικών συνηθειών και της συχνής απαξίωσης ολόκληρων κλάδων [6]. Αλλά κι εδώ, η υιοθέτηση και η εφαρμογή πολιτικών δημοσίων επενδύσεων που να αφορούν συνολικά μια περιφέρεια μπορούν να ενισχύσουν τη δυνατότητα των κατά τόπους επιχειρήσεων να προσαρμόζονται στη φοβερή σημερινή ρευστότητα των αγορών. Να επαναλάβω εδώ μόνο ότι η κρίση, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά στο καπιταλιστικό κοσμοσύστημα εν γένει, δεν φαίνεται να είναι κάτι άμεσα παροδικό, το οποίο θα έχουμε υπερβεί π.χ. σε μια 3ετία. Φαίνεται ότι αφορά πιο δομικούς μετασχηματισμούς του καπιταλισμού παγκοσμίως, και συνεπώς η μετάβαση αυτή θα κρατήσει αρκετά, ίσως και μια γενιά, σύμφωνα με αρκετές αναλύσεις [7]. Υπό αυτή την έννοια, καθίσταται ακόμη πιο σημαντική η εφαρμογή μιας συνολικής περιφερειακής στρατηγικής ως προς την οικονομική ανάπτυξη (κι εδώ μπορεί να είναι σημαντικός και ο ρόλος των ΑΕΙ χάρη στη γνώση τους και την ενδεχόμενη διεθνοποίησή τους), όπως και η ένταξη μιας περιφέρειας σε διεθνή εμπορικά δίκτυα, κάτι που εξηγήσαμε προηγουμένως.

Η παγκοσμιοποίηση σχετίζεται πάντως και με το μεταναστευτικό. Εδώ το πρόβλημα είναι μάλλον πιο σύνθετο ακόμη και από την υπέρβαση της ίδιας της οικονομικής κρίσης διότι εντέλει αφορά ανθρώπους και όχι αφηρημένα μεγέθη, και μάλιστα σε μεγάλους αριθμούς. Άρα και οι παρεμβάσεις σε υπερεθνικό ή τοπικό επίπεδο είναι πολύ πιο απρόβλεπτου αποτελέσματος. Έχουμε να κάνουμε κατά μία έννοια με ένα «φυσικό» φαινόμενο όπως είναι η μετακίνηση πληθυσμών από το ένα μέρος στο άλλο, που γίνεται πάντα, στα χιλιάδες χρόνια της ανθρώπινης ιστορίας, για δύο λόγους βασικά, είτε κατακτητικούς είτε για λόγους ανάγκης. Εδώ έχουμε τη δεύτερη περίπτωση, και πράγματι τη μεγαλύτερη πίεση τη δέχονται οι τοπικές κοινωνίες οι οποίες καλούνται ακριβώς να διαχειριστούν ένα κατεξοχήν αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, τη μετακίνηση πληθυσμών από το ένα μέρος στο άλλο, και τη μετεγκατάστασή τους σε τόπους με τους οποίους συχνά δεν έχουν καμία προηγούμενη σχέση [8]. Είναι άρα ξένοι από όλες τις απόψεις. Σε αυτή την περίπτωση, οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να κάνουν το μειονέκτημά τους πλεονέκτημα. Δηλαδή, ενώ πράγματι για μια μικρή κοινωνία η είσοδος «ξένων» είναι πάντα μια μεγάλη αλλαγή για τα δεδομένα τής κατά κανόνα λιγότερο ανοικτής σε σχέση με μεγάλα αστικά κέντρα τοπικής κοινότητας, ωστόσο, ακριβώς λόγω των μικρών μεγεθών της, μια πόλη της περιφέρειας διαθέτει μεγαλύτερη ευελιξία στους τυπικούς και άτυπους μηχανισμούς ήπιας και ειρηνικής ενσωμάτωσης των μεταναστών στους κόλπους της. Και πάλι φυσικά εδώ είναι απολύτως αναγκαίο ιδίως για χώρες όπως η Ελλάδα που έγινε ξαφνικά από χώρα εξαγωγής εργατικού δυναμικού, χώρα εισαγωγής, να απευθυνθεί σε ειδικούς στα ζητήματα της μετανάστευσης. Πρέπει να αποδεχτούμε μια πραγματικότητα η οποία δεν πρόκειται να αλλάξει: αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες των μεταναστών [9] ήρθαν για να μείνουν εδώ, και δεν υπάρχει τρόπος να εκδιωχθούν. Οι σημερινές δημοκρατίες δεν πρέπει να ανέχονται την ξενοφοβία και δεν επιτρέπεται να σπέρνουν το ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία, αντίκειται στην ίδια την ουσία τους και την ιδιοσυστασία τους. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα αντέδρασε με καθυστέρηση στο φαινόμενο του ρατσιστικού κόμματος της Χρυσής Αυγής, αλλά πάντως αντέδρασε, και αυτό είναι σημάδι ότι έχει συνειδητοποιήσει το πρόβλημα. Δεν αρκεί βεβαίως η διάλυση ενός ρατσιστικού κόμματος για να εξαφανιστεί το πρόβλημα της ξενοφοβίας, μάλιστα σε μια ήπειρο, όπως η Ευρώπη, με μακρύ και ατιμωτικό παρελθόν στην καλλιέργεια των ρατσιστικών ιδεολογιών. Ας το συνειδητοποιήσουμε παρά ταύτα: οι οικονομικοί μετανάστες δεν μπορούν πλέον ούτε να γυρίσουν στην πατρίδα τους ούτε και να πάνε πουθενά αλλού, θα μείνουν εδώ και θα είναι συγκάτοικοί μας, όσο κι αν κάποιοι ενοχλούνται από την εξέλιξη αυτή. Και η εξαθλίωσή τους δεν είναι κακή μόνο για τους ίδιους είναι πάντα και για την κοινότητα που τους υποδέχεται. Συνεπώς, όσο ηπιότερα και ταχύτερα ενταχθούν αυτοί οι άνθρωποι στο βασικό Σώμα του πληθυσμού, τόσο λιγότερες θα είναι οι παρενέργειες από τη μετακίνησή τους σε τούτη εδώ την χώρα που είναι και γι’ αυτούς όσο άγνωστη είναι και η δική τους σε εμάς [10]. Κι εδώ, οι τοπικές Αρχές μπορούν να επιτελέσουν καίριας σημασίας έργο, μέσα από τα σχολεία (για να τους μάθουν τη γλώσσα), τις κοινωνικές υπηρεσίες (για να τους στηρίξουν στα βασικά), τις διοικητικές υπηρεσίες (για να τους καταγράψουν και να τους δώσουν υπόσταση πολίτη), μέσα από την κοινωνία των πολιτών και τις γειτονιές που θα έρθουν πιο κοντά και τους γνωρίσουν. Αυτά όλα γίνονται ευκολότερα, καλύτερα και βαθύτερα στις τοπικές κοινωνίες, και είναι βέβαιο ότι από αυτή την όσμωση θα βγουν κερδισμένες και οι ίδιες. Ξέρουμε πλέον πολύ καλά από την ιστορία ότι καμία χώρα δεν έχασε μακροπρόθεσμα από τους μετανάστες [11] (και κατά μια έννοια είμαστε όλοι μετανάστες αφού από κάπου ήρθαν οι γονείς μας και οι δικοί τους γονείς και πάει λέγοντας), με μια βασική προϋπόθεση: ότι τους πολίτες και τον εθνικό πληθυσμό θα τους συνέχει ο νόμος και οι θεσμοί της πολιτείας, και όχι το χρώμα τους ή οι πολιτισμικές τους συνήθειες.

Και τέλος, το μείζον ζήτημα του περιβάλλοντος, μια υπόθεση που όσο την επικαλούνται στο δημόσιο λόγο οι κυβερνήσεις και η κοινωνία στην Ελλάδα, τόσο την αγνοούν εντελώς επί της ουσίας, στο πρακτικό επίπεδο. Και οι δημοτικές Αρχές έχουν στο σημείο αυτό αμαρτωλό παρελθόν να παρουσιάσουν, αρκεί να αναφερθεί κανείς μόνο στους ΧΥΤΑ κλπ. Στην Ελλάδα που είναι μια χώρα της ύστερης ανάπτυξης δεν σχηματίστηκε ποτέ ισχυρό περιβαλλοντικό κίνημα, καθώς μέχρι πρόσφατα η Ελλάδα θύμιζε ένα απέραντο εργοτάξιο, και χτιζόταν από το ένα άκρο στο άλλο, συχνά δε άναρχα. Η τάση αυτή περιορίζεται σημαντικά όμως τα τελευταία χρόνια, και σε αυτό δεν φταίει μόνο η σημερινή κρίση. Συνεπώς, η συγκυρία προσφέρεται για την ανάπτυξη σχετικών ευαισθησιών, αν μη τι άλλο. Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει βάσιμα επιχειρήματα για πολλά από όσα ισχυρίζονται ιδίως οι πιο όψιμοι οπαδοί της «οικολογίας» [12]. Ωστόσο, έχω πειστεί τα τελευταία χρόνια από τους ειδικούς επιστήμονες και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις ότι η απειλή της κλιματικής αλλαγής σε έναν κόσμο με ραγδαία αυξανόμενο πληθυσμό και μάλιστα με όλο και πιο αδηφάγες καταναλωτικές συνήθειες, πρέπει είναι μια βασική παράμετρος που να καθορίζει τις όποιες αναπτυξιακές πολιτικές. Και παρότι φυσικά η σχετική συζήτηση είναι τεράστια και εντελώς ανοικτή, το παράδειγμα της Γερμανίας, της πιο πράσινης χώρας στον κόσμο, δείχνει ότι η ανάπτυξη και μάλιστα μια ανάπτυξη που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη βαριά βιομηχανία, μπορεί να είναι απολύτως συμβατή με το σεβασμό στο περιβάλλον, αρκεί η κοινωνία και οι πολιτικοί της να έχουν αναπτύξει τη σχετική κουλτούρα και να έχουν συνειδητοποιήσει το μέγεθος της απειλής. Και πάλι εδώ, οι τοπικές κοινωνίες είναι οι πιο εκτεθειμένες στην κλιματική αλλαγή, πάρτε το παράδειγμα αγροτικών ή νησιωτικών περιοχών – η Ελλάδα έχει και από τα δύο- που είναι πολύ πιο απροστάτευτες απέναντι σε ακραία φυσικά φαινόμενα ή στην αλλαγή των κλιματικών συνθηκών. Υπό αυτή την έννοια, οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονται τα τελευταία χρόνια σε διακυβερνητικό επίπεδο σχετικά με το θέμα αυτό, και η εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων είναι πρώτα και κύρια προς όφελος των πιο αδύναμων κρίκων, δηλαδή των τοπικών κοινωνιών. Αυτές είναι που πρέπει πρώτες να ενδιαφέρονται για το ζήτημα. Φυσικά, πρέπει να το κάνουν και πάλι βασισμένες στην γνώση των ειδικών επιστημόνων – όχι να θεωρούν τις ανεμογεννήτριες (κατεξοχήν εργαλείο φθηνής ενέργειας και πράσινης ανάπτυξης) ως κάτι απορριπτέο και να τις πολεμούν με κάθε μέσο -για να πω ένα μόνο παράδειγμα [13].

Τα τελευταία χρόνια, η αγγλόφωνη βιβλιογραφία έχει εισάγει τον όρο glocalization (global + local) [14] για να περιγράψει προϊόντα που παράγονται από εταιρείες διεθνοποιημένες οι οποίες όμως διαμορφώνουν με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο το προϊόν τους, προκειμένου αυτό να ταιριάζει στις επιμέρους τοπικές αγορές (π.χ. η Google). Θα έλεγα ότι οι ελληνικές τοπικές εξουσίες και κοινωνίες θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την αντίστροφή διεργασία με τα «προϊόντα» της παγκοσμιοποίησης, και αναφέρομαι σε κάθε παράγωγο αυτής της εν εξελίξει διαδικασίας: να συνδιαλλαγούν δημιουργικά και στη βάση επεξεργασμένων πολιτικών από ειδικούς με τα παράγωγα της παγκοσμιοποίησης (π.χ. στους τέσσερις τομείς που θίχτηκαν παραπάνω) έτσι ώστε να διαμορφώσουν με τους δικούς τους όρους μια πραγματικότητα που να στηρίζεται μεν στις τοπικές ιδιαιτερότητες της κάθε κοινωνίας, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις διεθνείς τάσεις και τα μεγάλα διακυβεύματα του πλανήτη. Όπως διδάσκει και ο γνωστός εβραϊκός μύθος, τα όπλα του Δαυίδ μπορεί να είναι παραδοσιακά, όμως αν τα χρησιμοποιήσει με γνώση, μεθοδικότητα και στρατηγική μπορεί να κάνει τον Γολιάθ να τον λάβει σοβαρά υπόψη του.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Μεταφράζω τον όρο extractive elite, τον οποίο δανείζομαι από τους D. Acemoglu – J.A. Robinson, Why Nations Fail: The Origins of Power, Prosperity, and Poverty, Crown Publishers, Ν.Υ. 2012.

[2] Μια τέτοια περίπτωση είναι π.χ. το Σάο Πάολο, μια πόλη 11,3 εκατ. κατοίκων, R. TAVARES, Regional Security: The Capacity of International Organizations and Security in South America: The Role of States and Regional Organizations, Lynne Rienner, 2014.

[3] Κ. CUKIER –V.Μ. SCHOENBERGER, Big Data: A Revolution That Will Transform How We Live, Work, and Think, Houghton Mifflin Harcourt, 2013, και γενικά για τις πόλεις που έχουν «παγκοσμιοποιηθεί», S. Sassen (ed.), The Global City: New York, London, Tokyo, Princeton University Press, 2001 updated 2nd ed.

[4] Βλ. τις μελέτες της S. Sassen, Global Networks, Linked Cities, Routledge: Taylor & Francis Group, 2002 και Cities in a World Economy, Pine Forge Press, 2012, updated 4th ed.

[5]Βλ.http://epp.eurostat.ec.europa.eu/statistics_explained/index.php/Information_society_statistics/el#.CE.A0.CE.B5.CF.81.CE.B1.CE.B9.CF.84.CE.AD.CF.81.CF.89_.CF.80.CE.BB.CE.B7.CF.81.CE.BF.CF.86.CE.BF.CF.81.CE.AF.CE.B5.CF.82_.CF.84.CE.B7.CF.82_Eurostat.

[6] El Mouhoub Mouhoud, Mondialisation et délocalisation des enterprises, La Découverte, Paris 2006.

[7] Η συζήτηση έχει ξεκινήσει από παλιότερα. Παρότι παλιά, η ανάλυση αυτή διατηρεί την αξία της και δείχνει ακριβώς πόσο καλά είχε διαβλέψει τις εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού, βλ.  I. Wallerstein, «The rise and future demise of the World Capitalist System: Concepts for comparative analysis», Comparative Studies in Society and History, Vol. 16, Issue 4 (Sept. 1974), pg 387-415.

[8] Από τις πρόσφατες πολύ αξιόλογες συμβολές στο ζήτημα αυτό βλ. I. Γκόλντιν – Τζ. Κάμερον – Μ. Μπαλαρατζάν, Αυτοί δεν είναι σαν εμάς. Το παρελθόν και το μέλλον της μετανάστευσης (μτφρ Ε. Αστερίου), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013 [2011].

[9] Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή πληθυσμού το 2011, οι αλλοδαποί που διαβιούν στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως καθεστώτος, υπολογίζονται σε περίπου 912.000, εκ των οποίων οι περίπου 700 χιλιάδες προέρχονται από χώρες εκτός της Ε.Ε., εκ των οποίων οι περίπου 200 χιλιάδες από χώρες εκτός Ευρώπης. Το μεγαλύτερο ποσοστό των αλλοδαπών που διαμένουν στην Ελλάδα έχουν Αλβανική υπηκοότητα (52,7%), το 8,3% Βουλγαρική, το 5,1% Ρουμάνικη και ακολουθεί με 3,7% η Πακιστανική και 3,0% η Γεωργιανή. Το ποσοστό των Ελλήνων υπηκόων παραμένει συντριπτικά κυρίαρχο, ήτοι 91,6%. Υπό αυτή την έννοια, το πρόβλημα της πλήρους κοινωνικής ένταξης των μεταναστών δεν πρέπει να φαντάζει ακατόρθωτο διότι αφορά κυρίως Αλβανούς που δεν έχουν τόσο μεγάλες πολιτισμικές διαφορές από τους Έλληνες, ενώ ο αριθμός των υπολοίπων δεν είναι τόσο μεγάλος όσο παρουσιάζεται συχνά –ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ένας αριθμός μεταναστών δεν έχει απογραφεί από φόβο κλπ, βλ. http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/BUCKET/General/nws_SAM01_GR.PDF.

[10] Ό.π., σελ. 327-419.

[11] Τα οφέλη μπορεί να είναι πολλαπλά για την χώρα υποδοχής, όσον αφορά το δημογραφικό, το οικονομικό, το πολιτισμικό πεδίο, ό.π., σελ. 423-505.

[12] Βλ. ορισμένες πιο σκεπτικιστικές προσεγγίσεις αναφορικά με την κλιματική αλλαγή, Jean de Kervasdoue, Κι αν όλα όσα λένε οι οικολόγοι δεν είναι αλήθεια; (μτφρ Α. Μιχαηλίδης), Πόλις, Αθήνα 2010 και Λ. Λουλούδης, «Το φαινόμενο του Τρομοκηπίου. Το κλίμα αλλάζει συνεχώς, τα ‘ανθρώπινα’ σπανίως», Athens Review of Books, τχ 23 (Νοέμβριος 2011), σελ. 50-54.

[13] Πλήθος τα παραδείγματα από όλη την Ελλάδα, π.χ. την Κρήτη όπου οι κάτοικοι της Σπίνας, των Φλωρίων, των Παλαιών Ρουμάτων και του Σέμπρωνα επί χρόνια αντιστέκονται στην εγκατάσταση βιομηχανικού τύπου ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην περιοχή τους, βλ. «Στο σκαμνί η “Αιολική Μουσούρων” για τις ανεμογεννήτριες στο Αποπηγάδι» (28/11/13),  http://www.efsyn.gr/?p=154729. Επίσης, στη Μάνη, «Όποιος τολμήσει να βάλει ανεμογεννήτριες στη Μάνη, θα τον παλουκώσουμε πάνω τους», (14/03/2012), http://www.iefimerida.gr/news (τελευταία επίσκεψη, Δεκέμβριος 2013). Βεβαίως, ανάλογες αντιδράσεις από τοπικά κινήματα αντίστασης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για λόγους καθαρά τοπικιστικούς, θα βρει κανείς ακόμη και στη Γερμανία, «Not In Our Backyard: Popular Protests Put Brakes on Renewable Energy» (21/01/2010), http://www.spiegel.de/international/germany/not-in-our-backyard-popular-protests-put-brakes-on-renewable-energy-a-673023.html (τελ. επίσκεψη, Δεκέμβριος 2013).

[14] Habibul Haque Khondker, Globalization to Glocalization: Evolution of a Sociological Concept, Dept. of Sociology, National University of Singapore, 2004.

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος,

Aναπληρωτής Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης  του ΤΕΙ Πελοποννήσου, Διευθυντής του Διιδρυματικού ΠΜΣ ΤΕΙ και Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Γραμματέας Σύνταξης της Νέας Εστίας.

 

Σχετικά θέματα:

 

Θεόδωρος Ν. ΤσέκοςΟι Προοπτικές της Αυτοδιοίκησης: Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις – © Θεόδωρος Ν. Τσέκος, Αναπληρωτής Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης  του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης  του ΤΕΙ Πελοποννήσου


 

«Οι Προοπτικές της Αυτοδιοίκησης: Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις»

Εισήγηση στην Ημερίδα: «Τρία Χρόνια Διοικητικής Μεταρρύθμισης “Καλλικράτης”: εμπειρίες και προοπτικές», που πραγματοποιήθηκε στο Άργος το Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013.

 

Η Ομάδα Έρευνας για τη Δημόσια Διοίκηση & την Τοπική Αυτοδιοίκηση του ΤΕΙ Πελοποννήσου, έχοντας ήδη στο ενεργητικό της σειρά ερευνών, παρουσίασε στην ημερίδα του Άργους την προβληματική μιας τοπικής αυτοδιοίκησης που αναζητά σύγχρονους τρόπους ύπαρξης σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που φαίνεται να αλλάζει πολύ γρήγορα στο επίπεδο όχι μόνο των οικονομικών σχέσεων αλλά και των πολιτικών και διοικητικών σχέσεων και (αλληλ)εξαρτήσεων.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη δημοσιεύει σήμερα την εισήγηση του Θεόδωρου Ν. Τσέκου με τίτλο «Οι Προοπτικές της Αυτοδιοίκησης: Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις» και θα ακολουθήσουν οι εισηγήσεις  των: Δημητρίου Π. Σωτηρόπουλου, και Αθανασίας Β. Τριανταφυλλοπούλου,  στις οποίες παρουσιάζονται οι σημαντικότερες πλευρές της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης «Καλλικράτης», τρία χρόνια μετά την υιοθέτησή της και τίθενται ερωτήματα που ακόμη και σήμερα, έξι χρόνια μετά και σε περίοδο βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης, είναι επίκαιρα και αναζητούν απάντηση.

 

«Οι Προοπτικές της Αυτοδιοίκησης: Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις»

 

1. Η ποσοτική και ποιοτική βαρύτητα της αυτοδιοίκησης

 

Τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά η θέση της αυτοδιοίκησης στα πλαίσια των σύγχρονων πολιτικο-διοικητικών συστημάτων καθίσταται σταδιακά όλο και περισσότερο βαρύνουσα.

Από ποσοτικής πλευράς, αν σταθούμε στον ευρωπαϊκό και μόνο χώρο, βλέπουμε να υπάρχουν  στην Ευρώπη των 27 91.000 πρωτοβάθμιοι και  1.100 δευτεροβάθμιοι ΟΤΑ που καλύπτουν το 34% της συνολικής δημόσιας δαπάνης και το  16% του συνολικού ΑΕΠ αλλά και δημιουργούν το 50% της συνολικής δημόσιας απασχόλησης. Πρόκειται δηλαδή για φορείς δημόσιας δράσης με αξιοπρόσεκτο θεσμικό αλλά και οικονομικό εκτόπισμα.

Πέραν όμως του ποσοτικού εκτοπίσματος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης  αυτό που έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία  είναι η ποιοτική διάσταση του θεσμικού και λειτουργικού της ρόλου. Ο ρόλος αυτός καθίσταται σταδιακά όλο και περισσότερο σημαντικός εξ αιτίας της εγγύτητας της Τ.Α. προς την τοπικότητα τόσο ως πεδίο χωρικής εξειδίκευσης, πρακτικής ανάδυσης και καθημερινής επίλυσης κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων όσο και ως πεδίο φυσικής παρουσίας του (ατομικού αλλά και συλλογικού) αποδέκτη των παραγόμενων δημοσίων υπηρεσιών: των ατόμων, των νοικοκυριών, των συλλογικοτήτων, των επιχειρήσεων, των κοινοτήτων.

Σημαντικές αποτυχίες στην άσκηση δημοσίων πολιτικών έχουν καταγραφεί διεθνώς λόγω ακριβώς του συγκεντρωτισμού των διαδικασιών σχεδιασμού και εφαρμογής τους. Βασική αιτία των εν λόγω αποτυχιών απετέλεσε η αυξημένη απόσταση του πεδίου σχεδιασμού από το πεδίο του προς επίλυση προβλήματος. Προσπάθειες αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών έγιναν προς δύο βασικές κατευθύνσεις:

Πρώτον, υπήρξε εκχώρηση αρμοδιοτήτων από το κεντρικό κράτος ούτως ώστε ο σχεδιασμός και η απόφαση να πραγματοποιούνται εγγύτερα στο πεδίο των επιπτώσεών τους.  Η εκχώρηση αυτή παίρνει την μορφή της αποσυγκέντρωσης  όταν οι αρμοδιότητες μεταφέρονται σε περιφερειακά κρατικά όργανα, δηλαδή σε φορείς η ηγεσία των οποίων δεν αποτελείται από τοπικά αιρετούς, ή της αποκέντρωσης όταν οι αρμοδιότητες μεταφέρονται σε αυτοδιοικούμενα όργανα, δηλαδή σε φορείς η ηγεσία των οποίων εκλέγεται τοπικά.  Η αρχή της επικουρικότητας είναι, στην γενικότητά της, προϊόν ακριβώς αυτής της δυναμικής προς αντιμετώπιση πιέσεων επί των μηχανισμών λήψης δημόσιων αποφάσεων και γενικότερα επί των θεσμών. Πιέσεων που αφορούν την επιτάχυνση και την αποτελεσματικότητα της δημόσιας δράσης. Η αρχή αυτή βρίσκει εφαρμογή ως γνωστόν και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης νοούμενη ως  εκχώρηση της ευθύνης σχεδιασμού και ενέργειας στα όργανα που βρίσκονται εγγύτερα στα πεδία εφαρμογής του σχεδιασμού αυτού. Επί της αρχής οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί νομιμοποιούνται να παρεμβαίνουν μόνο όπου τα υποκείμενα θεσμικά επίπεδα, τοπικά και εθνικά, δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα ή να αξιοποιήσουν μια ευκαιρία. Στην περίπτωση βέβαια των ενωσιακών θεσμών η ανάδειξη της έννοιας της επικουρικότητας, πέραν των τεχνικών της διαστάσεων, επιτελεί και μιά καθαρά πολιτική λειτουργία στοχεύοντας στην δημιουργία ισορροπιών και την εξεύρεση συμβιβασμών.

Η δεύτερη κατεύθυνση προς την οποία αναζητήθηκαν λύσεις είναι  η αφιεράρχιση.  Με τον όρο αυτόν σημαίνεται η μείωση των  ιεραρχικών διοικητικών επιπέδων ούτως ώστε να περιοριστεί η  μονοδιάστατη, ατελής και – υπό τις δεδομένες συνθήκες, αναποτελεσματική-  κάθετη επικοινωνία, δηλαδή η καθοδική κίνηση εντολών και η ανοδική κίνηση  αναφορών επί της εκτέλεσης και των αποτελεσμάτων των εντολών και, αντιθέτως,  να ενισχυθούν  οι οριζόντιες συντονιστικές λειτουργίες και οι  αντίστοιχοι επικοινωνιακοί μηχανισμοί.

Η έμφαση στις οριζόντιες λειτουργίες συνεπάγεται πιο πολλούς και περισσότερο ισότιμους μετόχους. Οδηγούμεθα έτσι στην έννοια του δικτύου, δηλαδή στην μη ιεραρχημένη, οριζόντια, λειτουργική διασύνδεση μιάς πληθώρας, κατά βάση ισότιμων, δρώντων υποκειμένων. Τέτοια δίκτυα μπορούν να έχουν κάθετο ή οριζόντιο χαρακτήρα. Η  κάθετη δικτύωση αναπτύσσεται μεταξύ υπερεθνικών, εθνικών και τοπικών μετόχων ενώ η οριζόντια μεταξύ φορέων δημόσιας δράσης που λειτουργούν παράλληλα και συμπληρωματικά στο ίδιο θεσμικό επίπεδο, π.χ. διϋπουργικά δίκτυα, τα οποία διασυνδέουν δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς οι οποίοι παρεμβαίνουν ή δραστηριοποιούνται στο ίδιο πεδίο, π.χ. κοινωνική ή αναπτυξιακή πολιτική. Τέλος μικτά δίκτυα συγκεντρώνουν μετόχους τόσο κάθετα όσο και οριζόντια, π.χ. δίκτυα ενωσιακών τομεακών πολιτικών.

Υπό την οπτική αυτή ως σχεδιαστές και παραγωγοί δημόσιας πολιτικής παύουν να θεωρούνται αποκλειστικά και μόνο οι θεσμικοί μέτοχοι δηλαδή οι δημόσιες υπηρεσίες, τα δημόσια βουλευόμενα σώματα και η πολιτικο-διοικητική στελέχωση. Παύει εξ  άλλου η παραγωγή δημοσίων πολιτικών να προσεγγίζεται μέσα από το παραδοσιακό δίπολο διοικούντες/αποφασίζοντες (κράτος, διοίκηση) έναντι διοικουμένων/συμμορφούμενων (κοινωνία πολιτών, επιχειρήσεις, πολίτες, συλλογικότητες). Εμφανίζονται νέες έννοιες και νέες αναλυτικές κατηγορίες όπως οι κοινότητες δημόσιας πολιτικής (policy communities) που συμπεριλαμβάνουν τόσο τους εκπροσώπους του  δημοσίου με την ευρεία έννοια, όσο και τους  εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, των   ομάδων δηλαδή που υφίστανται τις – θετικές ή αρνητικές – συνέπειες δεδομένης δημόσιας πολιτικής καθώς και οι μέτοχοι του προβλήματος ή της ευκαιρίας (stakeholders), έννοια που καλύπτει τους κάθε είδους ενδιαφερομένους ανεξάρτητα από τον θεσμικό τους ρόλο και αναγνωρίζει σε συμβολικό επίπεδο την ισοτιμία τους. Στα πλαίσια των «κοινοτήτων πολιτικής» βασικό παραγωγικό όργανο καθίσταται λοιπόν ο δημόσιος διάλογος μεταξύ των ισοτίμων μετόχων που υποκαθιστά την μονομερή επιβολή θέσεων της δημόσιας εξουσίας. Ο δημόσιος διάλογος συνιστά πλαίσιο διαπραγμάτευσης προς εξασφάλιση συναίνεσης και επιδίωξης αμοιβαίου οφέλους (Win-win model) όπου συνειδητά αναπτύσσονται περιθώρια ώστε όλοι οι μέτοχοι να αποκομίσουν στο μέτρο του δυνατού κάποιο όφελος από τις τελικές ρυθμίσεις μιάς δημόσιας πολιτικής, ρυθμίσεις που διασφαλίζονται μέσω συμφωνιών και όχι μέσω κανόνων (Deals not rules).

Οδηγούμεθα έτσι σταδιακά σε μία ριζική διαφοροποίηση του μοντέλου άσκησης δημοσίων πολιτικών. Στο παρελθόν τα ανώτερα ιεραρχικά επίπεδα και το κέντρο ελάμβαναν την απόφαση, ενώ τα κατώτερα ιεραρχικά επίπεδα και η περιφέρεια επωμίζονταν την εκτέλεση. Τώρα πλέον,  τα  ίδια τα συλλογικά δρώντα υποκείμενα τείνουν να μεταβληθούν: στην θέση των «ανώτερων» ιεραρχικά επιπέδων σταδιακά διαμορφώνονται «ευρύτερα» συναποφασίζοντα σχήματα και αντί για «κατώτερα» ιεραρχικά επίπεδα έχουμε «ειδικότερα» θεματικά ή τοπικά δίκτυα.

Στην παρούσα φάση δεν μπορεί, ασφαλώς, να μιλήσει κανείς για πλήρη αφιεράρχηση. Άλλωστε μια τέτοια έννοια, στην καθαρότητά της, είναι εντόνως ιδεοτυπική και μπορεί ως κοινωνική πραγματικότητα να μην υπάρξει ποτέ. Στον πραγματικό κόσμο καταγράφονται μίξεις, όπου οι κλασσικοί, ιεραρχικοί και ιεραρχημένοι, θεσμοί υφίστανται τις επιδράσεις «αφιεραρχικών» δυναμικών [1]  και καλούνται να προσαρμοστούν σ’ αυτές ως προς τις θεσμικές και ως προς τις  λειτουργικές τους διαστάσεις. Κατ’ αυτή την έννοια οι κεντρικοί θεσμοί – με την διευρυμένη και συμμετοχική φυσιογνωμία που σταδιακά αποκτούν – επωμίζονται τον γενικό σχεδιασμό της επιθυμητής  κατάστασης (διαμόρφωση των σκοπούμενων επιπτώσεων [impacts]  και των ευρύτερων εκροών [outcomes] των δημοσίων πολιτικών),  τον καθορισμό των  γενικών προδιαγραφών αποτελεσμάτων και διαδικασιών,   την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, την κατανομή και την αναδιανομή των πόρων όπου αυτό απαιτείται. Αντίθετα τα ιεραρχικά υποκείμενα επίπεδα με την διοικητική έννοια (εκτελεστικές διοικητικές υπηρεσίες υποκείμενες αποφασιζόντων πολιτικών οργάνων) αλλά και οι τοπικές οντότητες αναλαμβάνουν την προετοιμασία των αποφάσεων με συλλογή επεξεργασία και διάχυση δεδομένων και πληροφοριών, την εξειδίκευση των προδιαγραφών προς υλοποίηση (τοπικός και τομεακός σχεδιασμός) αλλά και την παροχή των υπηρεσιών μέσα από τις οποίες εμπεδώνεται η άσκηση δεδομένης πολιτικής (π.χ. εκπαιδευτικές ή κοινωνικές υπηρεσίες).

 

2. Τοπικός σχεδιασμός και συμμετοχή

 

Ο δημόσιος σχεδιασμός στρατηγικού χαρακτήρα υπήρξε  ιστορικά καθοδικός. [2] Σταδιακά ωστόσο άρχισε να αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο η σημασία του τοπικού  – και κατ’ επέκταση του ανοδικού – σχεδιασμού. Ο καθοδικός χαρακτήρας διασφαλίζει κατ΄ αρχήν ένα –απαραίτητο – ελάχιστο κοινών κατευθύνσεων και προδιαγραφών. Το ελάχιστο αυτό πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι αποδεκτό από τους – υποκείμενους – φορείς που πρόκειται να  εμπλακούν στην υλοποίησή του, άρα να είναι συμπεφωνημένο. Οι άνωθεν προερχόμενες κατευθύνσεις και προδιαγραφές  δεν μπορεί παρά να είναι γενικές, στοχεύοντας στη διασφάλιση μιάς ελάχιστης ομοιογένειας του επιπέδου των παρεχομένων δημοσίων υπηρεσιών. Άρα πάντοτε θα υπάρχει χρεία εξειδίκευσης και προσαρμογής τους στις τοπικές συνθήκες. Η εξειδίκευση αυτή αποτελεί αντικείμενο του τοπικού σχεδιασμού.

Η καθοδικότητα, εξ άλλου, δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον κρατισμό. Δεν συνεπάγεται δηλαδή αυτονόητα ότι οι γενικές κατευθύνσεις και προδιαγραφές δεδομένου πεδίου πολιτικής πρέπει απαραιτήτως να καθορίζονται από κρατικά όργανα. Το υπερκείμενο αποφασίζον όργανο μπορεί να είναι αντιπροσωπευτικό και εμμέσως αιρετό, εκφράζοντας έτσι τη συλλογική βούληση των αιρετών σωμάτων και οργάνων του χαμηλότερου επιπέδου. Μια τέτοια προσέγγιση εμπεδώνει ακριβώς την φιλοσοφία του ανοδικού (bottom-up)  σχεδιασμού. Μπορεί επίσης, σε μια περισσότερο ρεαλιστική και λιγότερο ιδεοτυπική προσέγγιση, ένα τέτοιο συλλογικό όργανο ανοδικά συγκροτούμενο – αυτοδιοικητικό –  να μετέχει στον κεντρικό σχεδιασμό από κοινού και εκ παραλλήλου με τις κρατικές δομές.

Εκείνο που σίγουρα διασφαλίζεται καλύτερα δια του τοπικού σχεδιασμού είναι η πληρέστερη συμπερίληψη στις παραγόμενες πολιτικές των εκπεφρασμένων αναγκών των δυνητικών χρηστών, δεδομένου ότι σε τοπικό επίπεδο οι πληθυσμοί είναι μικρότεροι και περισσότερο ομοιογενείς άρα οι απόψεις τους μπορούν να καταγραφούν σε υψηλότερο βαθμό λεπτομέρειας και εξειδίκευσης. Έτσι οι τοπικές ιδιαιτερότητες και τα προβλήματα που αυτές τυχόν προκαλούν αναδεικνύονται αμεσότερα αλλά και η αντιπροσωπευτικότητα διασφαλίζεται ευκολότερα περιορίζοντας την ανάγκη διαμεσολάβησης. Αυτό επιτυγχάνεται στο μέτρο που οι απόψεις των εμπλεκομένων μπορούν να καταγράφονται άμεσα δια της συμμετοχής τους σε ανοικτές διαβουλεύσεις, τοπικά δημοψηφίσματα, πάνελ πολιτών, κυλιόμενες τοπικές έρευνες σε διευρυμένο δείγμα ή σε ορισμένες περιπτώσεις και στο σύνολο του πληθυσμού κ.λπ.

Ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος η συμμετοχή να είναι προσχηματική και να εκφυλίζεται σε διαδικαστική υπόθεση που απλώς στοχεύει στην τυπική νομιμοποίηση προειλημμένων αποφάσεων. Στην χώρα μας από την δεκαετία του ’80 υπάρχει μεγάλη εμπειρία ψευδο-συμμετοχικών τελετουργικών. Για να παραμείνει ουσιαστική και να αποτελέσει εργαλείο ποιοτικής βελτίωσης του δημόσιου σχεδιασμού η συμμετοχή χρειάζεται να εμπλέξει το μέγιστο δυνατό αριθμό προσώπων και ομάδων προερχομένων από τον πληθυσμό-στόχο, επιλύοντας τρεις τύπους προβλημάτων: (α) τη διαμεσολάβηση, που καθιστά τη συμμετοχή υπόθεση των επαγγελματιών της εκπροσώπησης (β) τη συμβολική απόσταση από τα κέντρα λήψης αποφάσεων του ευρέως κοινού (και ακόμη περισσότερο των μειονεκτουσών ομάδων που αποτελούν σήμερα κατά τεκμήριο τους βασικούς αποδέκτες των κοινωνικών πολιτικών), το φόβο δηλαδή των φυσικών υποκειμένων ότι η διαδικασία τους υπερβαίνει και (γ) την ανάγκη εξειδικευμένων τεχνικών γνώσεων προκειμένου να καταστούν κατανοητά τα διακυβεύματα.

Όπως προελέχθη στην αντιμετώπιση του πρώτου από τα προβλήματα αυτά συμβάλει καθ’ αυτό το γεγονός ότι ο σχεδιασμός σε τοπικό επίπεδο διευκολύνει την  άμεση συμμετοχή και περιορίζει την ανάγκη διαμεσολάβησης. Για την επίλυση του δεύτερου από τα ανωτέρω προβλήματα απαιτείται ένα στοχευμένο και μακρόχρονο πρόγραμμα προετοιμασίας που θα περιλαμβάνει ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των δυνητικών χρηστών, παροχή δυνατοτήτων εναλλακτικής τεκμηρίωσης καθώς και ανάπτυξη δεξιοτήτων δημόσιας διαβούλευσης, χρήσης τεχνικών συμμετοχικής λήψης αποφάσεων και επίλυσης συγκρούσεων (όπως μεθοδολογίες Delphi, Cogniscope κ.λπ.).

Τέλος ο τρίτος τύπος προβλημάτων μπορεί να αντιμετωπισθεί με επεξεργασίες  που απλουστεύουν και συστηματοποιούν την πρόσληψη των κοινωνικών προβλημάτων και ευκαιριών, αναδεικνύοντας τα κρίσιμα διακυβεύματα με όρους καθημερινότητας και καθιστώντας την κατανόησή τους υπόθεση και μη ειδικών, όπως δόμηση προβλήματος, εννοιολογική/ ορολογική εξομάλυνση, ταξινόμηση εναλλακτικών, διαφανής και δομημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων με χρήση τεχνικών όπως αυτές που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο.

 

3. Οι ΟΤΑ ως μηχανισμοί άσκησης δημόσιας πολιτικής: μέθοδοι προσέγγισης

 

Βάσει των ανωτέρω θεωρητικών και μεθοδολογικών αντιλήψεων φαίνεται ότι δεν έχει πλέον νόημα να προσεγγίζονται αναλυτικά και μεθοδολογικά τα αυτοδιοικητικά προβλήματα μέσα από την ανάδειξη των θεσμικών ιδιαιτεροτήτων και της αυτονομίας των ΟΤΑ έναντι της κεντρικής εξουσίας. Στην Ελλάδα ανιχνεύεται  μια παρόμοια τάση αναγόμενη στην ιστορία των σχέσεων Κράτους – Τοπικής Αυτοδιοίκησης και οφειλόμενη στην προσπάθεια των ΟΤΑ να διευρύνουν θεσμικά και να  ασκήσουν εμπράκτως τον ρόλο τους. Ωστόσο η διερεύνηση της σημασίας που η τοπικότητα  – αλλά και η «περιφερειακότητα» –  αποκτούν στις σύγχρονες κοινωνίες και η κατανόηση της δυναμικής που εξ αυτού ακριβώς του γεγονότος αποκτά διεθνώς η αυτοδιοίκηση μπορεί να μας πείσει ότι η λύση δεν πρέπει να αναζητείται στην αντίστιξη αλλά στην σύνθεση, στην σύνθεση του κέντρου και της τόπου, της καθοδικότητας και της ανοδικότητας. Άλλωστε η σύντομη ματιά στην ευρωπαϊκή εμπειρία που επιχειρήθηκε στο ανα χείρας κείμενο καταδεικνύει ότι το διακύβευμα μοιάζει πλέον να είναι λιγότερο η σχέση και οι εντάσεις ανάμεσα στο κράτος και την αυτοδιοίκηση και περισσότερο εκείνες ανάμεσα στο εμπορευματικό και το δημόσιο αγαθό και, συμπληρωματικά, ανάμεσα στην αγορά και την αναδιανομή.

Απαιτείται λοιπόν μια προσέγγιση διαφορετική,  επικεντρωμένη στην συμμετοχή των ΟΤΑ στην άσκηση της εν όλω δημόσιας δράσης. Δράσης νοούμενης ως συνόλου αλυσίδων δημόσιας πολιτικής οι κρίκοι των οποίων συγκροτούνται από δρώντα υποκείμενα που εδράζονται σε επίπεδα διαδοχικά: το υπερεθνικό, το εθνικό, το περιφερειακό, το τοπικό και σε πεδία όμορα  και συνδεδεμένα: τους δημόσιους θεσμούς και την κοινωνία των πολιτών. Άλλωστε « […] Τα μεγάλα προβλήματα και οι ενέργειες αντιμετώπισής τους σπανίως σέβονται τα οργανωσιακά σύνορα. Αντιθέτως τέμνουν  κάθετα και οριζόντια τα διοικητικά επίπεδα, τους τομείς αρμοδιότητας και τις οργανωσιακές μονάδες. Για να αντιμετωπισθούν λοιπόν οι σύγχρονες προκλήσεις δημιουργείται ανάγκη για νέους κατευθυντήριους μηχανισμούς επικεντρωμένους σε ευρύτερα κοινωνικά αποτελέσματα». [3]

Η  υπό το ανωτέρω πρίσμα διερεύνηση της υφιστάμενης κατάστασης, της δυναμικής και των προοπτικών της τοπικής αυτοδιοίκησης στον ευρωπαϊκό χώρο, απαιτεί σύνθετα εννοιολογικά και μεθοδολογικά εργαλεία. [4] Πρώτον, καθίσταται αναγκαία η μελέτη των θεσμικών εξελίξεων με βάση την υπόθεση ότι η εκάστοτε υφιστάμενη κατάσταση επικαθορίζει την επερχόμενη, υπόθεση που αποτυπώνεται στην έννοια της «εξάρτησης από την διαδρομή» (path-dependence). [5] Δεύτερον, απαιτείται ο προσδιορισμός και η κατανόηση των συμπεριφορών των δρώντων υποκειμένων (θεσμικοί παίκτες, ομάδες συμφερόντων και πίεσης) τα οποία αναπτύσσουν διεκδικήσεις και συγκροτούν στρατηγικές, οδηγούμενα σε συμμαχίες και αντιπαραθέσεις. [6] Τρίτον, είναι απαραίτητο να μελετηθούν οι αντιλήψεις που διαμορφώνουν το πλαίσιο κατανόησης και ανάλυσης εκ μέρους των δρώντων υποκειμένων των δεδομένων συνθηκών, των σκόπιμων και εφικτών επιδιώξεων και της κατάλληλης δράσης οδηγώντας σε αποφάσεις και ενέργειες. Το πλαίσιο αυτό παράγεται μέσα από διεργασίες δημόσιου διαλόγου και επιχειρηματολογίας που οδηγούν στην διαμόρφωση και νομιμοποίηση λύσεων και επιλογών. Ο διάλογος αυτός «περί τις πολιτικές» συνιστά ταυτόχρονα ένα πεδίο αντιπαράθεσης με στόχο την κυριαρχία των νομιμοποιητικών επιχειρημάτων και την προώθηση επιλογών. Η κυριαρχία των επιχειρημάτων οδηγεί στην επιβολή λύσεων αφού κατά κανόνα «κυρίαρχη άποψη είναι η άποψη του κυρίαρχου» [7] υπό την διπλή έννοια του ότι είτε ο εκάστοτε «κυρίαρχος» – δηλαδή ο ισχυρότερος δρών δεδομένου πεδίου- επιβάλλει  την άποψή του, είτε η άποψη η οποία θα επιβληθεί, επειδή θα υπαγορεύσει δεδομένες επιλογές και πρακτικές, καθιστά τον φορέα της «κυρίαρχο».

Άξιο παρατήρησης σε συνάρτηση με τον εξελισσόμενο ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι ένα ακόμη φαινόμενο: αυτό της μίμησης των τρόπων δημόσιας οργάνωσης και άσκησης δημοσίων πολιτικών. Η θεσμική και οργανωσιακή μίμηση είναι φαινόμενο το οποίο και έχει απασχολήσει από ετών την ερευνητική κοινότητα της πολιτικής και διοικητικής επιστήμης, αλλά και παραμένει επίκαιρο, ειδικά στα πλαίσια του Ενωσιακού εγχειρήματος, για ευνόητους λόγους. Το φαινόμενο αυτό έχει αποκληθεί  «θεσμικός μιμητισμός». [8] Ο Darbon ορίζει τον θεσμικό μιμητισμό ως μαζική μεταφορά, εξωτερικών θεσμών αποσπασμένων από το γενεσιουργό τους περιβάλλον και αυθαίρετα αναδομημένων με στόχο την ενσωμάτωσή τους σε ένα περιβάλλον διαφορετικό όπου θα υπαχθούν στις πολιτικές στρατηγικές των ανταγωνιζόμενων ελίτ της χώρας εισαγωγής. [9]

Η προσέγγιση του μιμητισμού επιτρέπει την αποτελεσματική ανάλυση σε ενωσιακό επίπεδο,  των διαδράσεων μεταξύ των προηγμένων εθνικών πολιτικο-διοικητικών συστημάτων και εκείνων που, όπως το ελληνικό, βρίσκονται σε αναζήτηση τρόπων βελτίωσης – και ειδικότερα των αυτοδιοικητικών υποσυνόλων τους.  Οι  αναλύσεις του μιμητικού φαινομένου υπογραμμίζουν γενικά την μη αναλογική αλλά στρεβλά προσαρμοσμένη και «χρηστική» λειτουργία των επείσακτων θεσμών στο πεδίο υποδοχής τους .

Η συμμετοχή των ελληνικών ΟΤΑ σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα επιβεβαιώνει τις εν λόγω παραδοχές. Η διεκδίκηση ευρωπαϊκών κονδυλίων επέβαλε, την υιοθέτηση προηγμένων τεχνικών προγραμματισμού: σύνταξη τεχνικών δελτίων, εκπόνηση μελετών επιπτώσεων, πραγματοποίηση αναλύσεων SWOT και αναλύσεων κινδύνου κ.λπ. Η ενσωμάτωση όμως των τεχνικών αυτών στις πρακτικές φορέων της ελληνικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης υπήρξε προσχηματική. Συνήθως τηρούνται οι τύποι, επειδή  συνιστούν προϋπόθεση της χρηματοδότησης, σπανίως όμως και η ουσία. Η σύνδεση, δηλαδή, των δράσεων με συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους η παρακολούθηση των ενεργειών βάσει χρονοδιαγραμμάτων, η διόρθωση των αποκλίσεων ή η τροποποίηση του προγράμματος και η τελική αξιολόγηση βάσει μετρήσεων της ποιοτικής και ποσοτικής αποτελεσματικότητάς του, δεν αποτελούν τον κανόνα στις πρακτικές προγραμματισμού των ΟΤΑ. Στην πράξη εκείνο που συνέβη δεν είναι η προσαρμογή των ελληνικών τρόπων προγραμματισμού και ελέγχου στις ενωσιακές μεθόδους αλλά ακριβώς το αντίθετο: η αφομοίωση των επείσακτων μεθοδολογιών από τις εγχώριες διοικητικές και αυτοδιοικητικές πρακτικές. [10]

 

4. Ευρωπαϊκές εξελίξεις και ελληνικές προοπτικές στον ρόλο της αυτοδιοίκησης

 

Αυτό που η τρέχουσα έρευνα καταγράφει σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι μια   σαφής τάση  επαναφοράς στον κορμό των OTA αρμοδιοτήτων, δραστηριοτήτων και υποδομών που είχαν «απωλέσει» από τις δεκαετίες του ‘80 και μετά, τόσο μέσω της   «εταιριοποίησης» όσο και της ιδιωτικοποίησης. Στην πρώτη περίπτωση αρμοδιότητες που είχαν εκχωρηθεί σε αυτοδιοικητικούς μεν φορείς εταιρικής όμως νομικής μορφής  επανέρχονται εντός του κορμού της δημοτικής υπηρεσίας. Στην δεύτερη περίπτωση οι δημοτικές αρχές ανακτούν δια της επαναγοράς φορείς που είχαν ιδιωτικοποιηθεί ή αποκτούν εταιρείες που δημιουργήθηκαν από ιδιωτικά κεφάλαια προκειμένου να δραστηριοποιηθούν σε κλάδους τοπικών υπηρεσιών. Η τάση αυτή άπτεται ενός ευρύτατου φάσματος υπηρεσιών τοπικού χαρακτήρα. Ο Hall [11] απαριθμεί έξι κλάδους όπου καταγράφεται στην Ευρώπη δυναμική «επαναδημοτικοποίησης»: ύδρευση, παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, συγκοινωνίες, διαχείριση απορριμμάτων, καθαριότητα και κοινωνική κατοικία. Ερευνητές όπως ο Hellmut Wollmann και ο Gérard Marcou ομιλούν περί φαινομένου «επαναδημοτικοποίησης» (remunicipalization) των τοπικών υπηρεσιών δημοσίου ενδιαφέροντος, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τις διαδοχικές μεταπτώσεις του ρόλου των ΟΤΑ στην παραγωγή και παροχή υπηρεσιών δημοσίου ενδιαφέροντος ως κίνηση εκκρεμούς μεταξύ αγοράς και δημόσιου αγαθού. [12]

Ένα ενδιαφέρον μεθοδολογικό αλλά και πρακτικό ζήτημα αφορά την  κατεύθυνση της κίνησης του εκκρεμούς, υπό την έννοια των ενδεχομένων επιπτώσεων της κρίσης επί της  αναπτυχθείσας στην Ευρώπη τάσης «επαναδημοτικοποιήσεων».  Η τάση αυτή εμφανίσθηκε παράλληλα με την παρακμή της μεθοδολογίας του Νέου Δημοσίου Μάνατζμεντ και την γενικότερη υποχώρηση των αντίστοιχων διοικητικών πρακτικών. Ωστόσο την τελευταία πενταετία καταγράφονται ισχυρές ενδείξεις ότι οι πρακτικές αυτές επανέρχονται με αιτιολογία τα δημοσιονομικά προβλήματα, την αδυναμία χρηματοδότησης των δημοσίων δραστηριοτήτων και την μείωση του χρέους. Παρατηρούμε εκ νέου και ιδιαίτερα στις περισσότερο εκτεθειμένες στο χρέος χώρες – αλλά όχι μόνο- εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις, περιορισμό κρατικών και αυτοδιοικητικών λειτουργιών, συρρίκνωση ή κατάργηση δημοσίων φορέων. Πρόκειται άραγε για επιστροφή του εκκρεμούς  προς την κατεύθυνση της αγοράς ή παρακολουθούμε ένα απλό επεισόδιο παροδικής επιβράδυνσης της πορείας του προς την επανεπιβεβαίωση του δημόσιου αγαθού; Ο χρόνος και τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν ακόμη μιαν οριστική απάντηση. Η Ελλάδα, ωστόσο, δεδομένου ότι, για ιστορικο-πολιτικούς λόγους, την αμέσως προηγούμενη φάση – που οριοθετείται από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000 – δεν ακολούθησε την κυρίαρχη ευρωπαϊκή τάση των ιδιωτικοποίησεων και στρέφεται μόλις τώρα προς αυτές, μοιάζει μάλλον να κινείται στην αντίστροφη φορά του ευρωπαϊκού εκκρεμούς.

 

Υποσημειώσεις


[1] Η ίδια η Ε.Ε. αναπτύσσει από την φύση της τέτοιες δυναμικές: στα πλαίσιά της υφίσταται θεσμική ισοτιμία – όχι στενά συμβολική αλλά με σημαντικές λειτουργικές και πολιτικές συνέπειες- μεταξύ δρώντων υποκειμένων [εθνικά κράτη] με βαθμό ισχύος τόσο άνισο, που θα ήταν αδιανόητη σε οποιαδήποτε άλλη ιστορική περίοδο –βλ. πχ την δημιουργία του Ηνωμένου Βασιλείου και τις  θεσμικές (αν) ισορροπίες μεταξύ των συστατικών του οντοτήτων: ενώ η πληθυσμιακή αναλογία μεταξύ Αγγλίας και Σκωτίας ήταν 5:1 η  «θεσμική» τους αναλογία (αντιπροσώπευση στα βουλευόμενα και αποφασίζοντα σώματα) ήταν 10:1.

[2] Βλ. ενδεικτικά Bryson John, (2011), Strategic Planning for Public and Nonprofit Organizations: A Guide to Strengthening and Sustaining Organizational Achievement. , Jossey-Bass, 4η έκδ., 576 σελ., Steiss Alan-Walter,(2003),  Strategic management for Public and Non Profit Organizations, Marcel Dekker, 438 σελ., Courtney Roger , (2002), Strategic Management for Nonprofit Organizations, Routledge, 336 σελ.

[3] Christensen Tom, Lægreid Per (2011), “Post-NPM Reforms: Whole of Government Approaches as a New Trend”, σε Groeneveld, Sandra, Van De Walle Steven (επιμ.) New Steering Concepts in Public Management, Emerald Group Publishing Limited, σ.σ.11-24

[4] Wollmann Hellmut, (2011), “Provision of Public Services in European Countries”, Croatian and Comparative Public Administration, 11 (4), σσ. 889–910

[5] Pierson, P. (2000), “Increasing returns, path dependence, and the study of politics”, American Political Science Review, σσ 251-267.

[6] βλ. σχετικά Scharpf F.W. (1997), Games Real Actors Play: Actor-Centered Institutionalism in Policy Research, Westview Press, 320 σελ. και Sabatier Paul, Jenkins-Smith Hank (2007-β’ εκδ.) “The Advocacy Coalition Framework: An assessment” σσ. 117-166 σε Sabatier P. (επιμ). Theories of the Policy Process, Westview Press, 352 σελ.

[7]  Wollman (2011), οπ.παρ.

[8] Darbon Dominique “A qui profite le mime ? Le mimétisme institutionnel confronté a ses représentations en Afrique.” σε  Meny Yves  (επιμ.), Les politiques de mimétisme institutionnel: La greffe et le rejet,  Editions L’Harmattan, 286 σελίδες.

[9] Αυτόθι, σ.σ. 119-120

[10] Πασσάς Α., Τσέκος Θ., (2006), «Οι διοικητικές επιπτώσεις της Ελληνικής Ενωσιακής πορείας», Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική, τ. 3, Εκδ.Παπαζήση, σ.σ. 178-195.

[11] Hall (2012), οπ.παρ.

[12] Wollmann H., Marcou G., (2010), (Eπιμ) The Provision of Public Services in Europe: Between State, Local Government and Market, Edward Elgar Publishing, 288 σελ.

Θεόδωρος Ν. Τσέκος

Αναπληρωτής Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης 

του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης  του ΤΕΙ Πελοποννήσου

 

Ημερίδα: Τρία χρόνια Διοικητικής Μεταρρύθμισης «Καλλικράτης»: εμπειρίες και προοπτικές.

Άργος, αίθουσα εκδηλώσεων επιμελητηρίου Αργολίδας,  Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013.

Διοργάνωση: Δήμος Άργους Μυκηνών  – ΑΤΕΙ Πελοποννήσου-Ομάδα Έρευνας για τη Δημόσια Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Νικολάου Σκούφου προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια – © Στέφανος Ι. Παπαδόπουλος, «Δωδώνη», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων, τομ.6 (1977).


 

[…] Ο Νικόλαος Σκούφος γεννήθηκε στην Σμύρνη και ήταν ο μεγαλύτερος από τους τρεις άλλους αδελφούς του, τους Σπυρίδωνα, Γεώργιο και Πέτρο. Στα 1811 – 1812 έφυγε από την ιδιαίτερη πατρίδα του, για να σπουδάσει νομικά στην Ευρώπη, και έζησε αρκετά χρόνια στην Γαλλία και την Γερμανία. Κατά τη διάρκεια μάλιστα των σπουδών του στην Γοτίγγη της Γερμανίας υπήρξε και υπότροφος της «Φιλομούσου Εταιρείας» της Βιέννης κάτω από την άμεση επίβλεψη της Ρωξάνδρας Στούρτζα, κόμισσας Edling, που διατηρούσε στενούς φιλικούς δεσμούς με τον κόμη Ιωάννη Καποδίστρια. Κατά τους χρόνους των σπουδών του αυτών ο Σκούφος δημοσίευσε και τα πρώτα έργα του, δύο μεταφράσεις από τα γαλλικά και ένα πρωτότυπο έργο.

Το 1819 ο Σκούφος ήλθε στην Βλαχία, στην αυλή του ηγεμόνα Αλε­ξάνδρου Σούτσου, όπου και ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα, ιδίως στον τομέα του ελληνικού θεάτρου του Βουκουρεστίου, με το οποίο και συνδέθηκε στενά το όνομά του, γιατί μετείχε στην εποπτική επιτροπή του θεάτρου αυτού και διετέλεσε και διευθυντής του. Επίσης, δίδαξε ως καθηγητής στην ηγεμονική αυλή και χρησιμοποιήθηκε ακόμη, μια και γνώριζε καλά ξένες γλώσσες, και ως συνοδός των διπλωματών και των άλλων επιφανών ξένων πού επισκέπτονταν την αυλή του ηγεμόνα τής Βλαχίας.

Ο Σκούφος, αν και το όνομά του δεν συμπεριλαμβάνεται στους γνωστούς καταλόγους των Φιλικών, είχε αναμφισβήτητα μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία και υπήρξε ένα από τα πιο ενθουσιώδη μέλη της. Μάλιστα είναι εκείνος που επιχείρησε να υλοποίηση την ιδέα των Φιλικών να εκδώσουν στο Βουκουρέστι ένα ελληνικό περιοδικό που θα μπορούσε να προβάλει τα αιτήματα του Ελληνισμού και να υπηρέτηση τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας με περισσότερη ελευθερία από εκείνη που διέθεταν οι ελληνικές εφημερίδες και τα περιοδικά της Βιέννης. Η προσπάθεια όμως αυτή δεν καρποφόρησε τελικά και για οικονομικούς λόγους, άλλα και γιατί συνάντησε αρκετή αντίδραση από τον ηγεμόνα Αλέξανδρο Σούτσο.

Όταν άρχισε η εξέγερση στην Μολδοβλαχία, ο Σκούφος ακλούθησε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην εκστρατεία του και στην αρχή κέρδισε την εμπιστοσύνη του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας, ο οποίος τον διόρισε πρώτα γραμματέα του και κατόπιν κυβερνήτη της πόλης Cimpulung. Αργότερα όμως διεφώνησε με ορισμένους Φιλικούς, ιδίως με τον Λασσάνη, και έπεσε στη δυσμένεια του Υψηλάντη. Γι’ αυτό και ο τελευταίος στη γνωστή προ­κήρυξή του της 8ης Ιουνίου 1821 από το Rimnic (της συνταγμένης πιθανόν από τον Λασσάνη), με την οποία αποχαιρετούσε τους συντρόφους που του έμειναν πιστοί και καταριόταν τους προδότες, καταφέρεται και εναντίον του Σκούφου, που τον αποκαλεί «φαυλόβιον». Τότε επίσης ο Σκούφος κατηγορήθηκε, αλλά άδικα, ότι είχε κλέψει το ταμείο της Εταιρείας και έφυγε μ’ αυτό στο Brasov, όπου και κατασπατάλησε τα χρήματα. Πάντως, μαζί μ’ άλλους πρόσφυγες από το στρατό του Υψηλάντη, κατέφυγε και ο Σκού­φος στο αυστριακό έδαφος, πρώτα στο Sibiu και υστέρα στο Cluj, και από εκεί κατά τα τέλη Ιουλίου 1821 στάλθηκε με συνοδεία στην κατεχόμενη από τοyς Ρώσους Βεσσαραβία. Κατόπιν πέρασε στην Οδησσό, όπου τον Αύγουστο του ιδίου έτους, μαζί με μερικούς άλλους, προσπάθησε με μια έγγραφη απολογία ν’ αντικρούσει τις κατηγορίες του Υψηλάντη και να ρίξει σ’ εκείνον όλη την ευθύνη της καταστροφής. Επίσης, για ένα χρονικό διάστημα ο Σκούφος έζησε και στο Κισνόβι της Βεσσαραβίας. Εκεί, μαζί με τους Φιλικούς Βασίλειο Καραβιά, Κωνσταντίνο Δούκα και Κωνσταντίνο Πεντεδέκα, σύχναζε στο σπίτι του συνταγματάρχη της υπηρεσίας πληροφοριών Ivan Petrovic Liprandi, όπου γνώρισε πιθανόν και τον μεγάλο Ρώσο ποιητή Αλέξανδρο Πούσκιν.

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς έφθασε ο Σκούφος στην επαναστατημένη Ελλάδα, τον συναντούμε πάντως στο πολίτικο προσκήνιο από το φθινόπωρο του 1825, οπότε και αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Ο Φίλος του Νόμου». Την εποχή αυτή ανήκει πολιτικά στους οπαδούς του Κουντουριούτη, στον οποίο τον είχε συστήσει ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος. Αργότερα, στις 28 Αύγουστου 1826 η Επιτροπή της Συνελεύσεως, που μαζί με την Διοικητική Επιτροπή μετά την πτώση του Μεσολογγίου είχαν αντικαταστήσει προσωρινά την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, εκλέγει τον Σκούφο μέλος μιας πενταμελούς επιτροπής για τη σύνταξη πρόχειρης συλλογής των «αναγκαιοτέρων πολιτικών νόμων» . Ως άλλα μέλη της επιτροπής αυτής είχαν οριστεί οι Νικ. Σπηλιάδης, I. Θεοτόκης, Γ. Γλαράκης και X. Αινιάν. Τον επόμενο χρόνο (Απρίλιος 1827) ο Σκούφος ορίστηκε πάλι μέλος μιας άλλης πολυμελούς επιτροπής που συνέταξε το Σύνταγμα της Τροιζήνος. Μάλιστα ο Σκούφος, μαζί με δύο άλλους γνωστούς νομομαθείς, τον Χριστό­δουλο Κλονάρη και τον Γρηγόριο Σούτσο, υπήρξαν και οι εισηγητές του σχεδίου του Συντάγματος στην Εθνοσυνέλευση, όπου αγωνίστηκαν με πάθος, ιδίως ο Σκούφος, για να κάμψουν μερικές αντιρρήσεις, που αναφέρονταν ιδίως στις διατάξεις τις σχετικές με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια, και να πείσουν όλους σχεδόν τους αντιπροσώπους του έθνους να δεχτούν το Σύνταγμα της Τροιζήνος.

Με την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα ο Σκούφος τάσσεται στην αρχή ανεπιφύλακτα στο πλευρό του Κυβερνήτη. Tοv πρώτο χρόνο της διακυβερνήσεως της χώρας από τον Καποδίστρια ο Σκούφος παραμένει πιστός οπαδός του Κυβερνήτη, όπως αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο ενός εκτενούς υπομνήματός του, για το οποίο θα κάνουμε λόγο παρακάτω και το οποίο υπέβαλε στον Καποδίστρια τον Δεκέμβριο του 1828. Άγνωστο όμως για ποιόν ακριβώς λόγο ο Σκούφος πέρασε αργότερα στην αντιπολίτευση και εξελίχθηκε σ’ έναν από τους σφοδρούς πολέμιους του Κυβερνήτη, διατηρώντας μάλιστα μυστική επαφή και με τον διπλωματικό εκπρόσωπο της Γαλλίας βαρόνο de Rouen. Γι’ αυτό ίσως την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια ο αδελφός του Σπυρίδων Σκούφος, που κατά τον Αλέξ. Ραγκαβή δεν διακρινόταν για την ανδρεία του, έτρεξε να κρυφτή στο σπίτι του Ραγκαβή, γιατί φοβόταν για τη ζωή του εξ αιτίας της αντιπολιτευτικής στάσης του αδελφού του.

Ο «Σωτήρ, εφημερίς πολιτική, φιλολογική και εμπορική» του Ν.Σκούφου εκδιδόταν στο Ναύπλιο από τον Ιανουάριο του 1834 έως τον Μάρτιο του 1835, όταν και διέκοψε μετά τη δίκη στην οποία οδηγήθηκε ο συντάκτης του για προσβολή της Αρχής, εξαιτίας πολιτικού άρθρου. Επανεκδόθηκε στην Αθήνα μετά το 1838, με συντάκτη τον Π.Σκούφο, και διέκοψε οριστικά το ίδιο έτος. Διέθετε αντικυβερνητικό πνεύμα, έντονη επικριτική στάση προς την Αντιβασιλεία αλλά φιλοβασιλική διάθεση. Στο 5ο φύλλο, 31 Ιανουαρίου 1835, ο συντάκτης περιγράφει με γλαφυρό ύφος την επίσκεψη του Όθωνα στο Ναύπλιο για την επέτειο της αφίξεώς του στην Ελλάδα μετά από την πρόσκληση των ναυπλιακών αρχών.

Ο «Σωτήρ, εφημερίς πολιτική, φιλολογική και εμπορική» του Ν.Σκούφου εκδιδόταν στο Ναύπλιο από τον Ιανουάριο του 1834 έως τον Μάρτιο του 1835, όταν και διέκοψε μετά τη δίκη στην οποία οδηγήθηκε ο συντάκτης του για προσβολή της Αρχής, εξαιτίας πολιτικού άρθρου. Επανεκδόθηκε στην Αθήνα μετά το 1838, με συντάκτη τον Π.Σκούφο, και διέκοψε οριστικά το ίδιο έτος. Διέθετε αντικυβερνητικό πνεύμα, έντονη επικριτική στάση προς την Αντιβασιλεία αλλά φιλοβασιλική διάθεση. Στο 5ο φύλλο, 31 Ιανουαρίου 1835, ο συντάκτης περιγράφει με γλαφυρό ύφος την επίσκεψη του Όθωνα στο Ναύπλιο για την επέτειο της αφίξεώς του στην Ελλάδα μετά από την πρόσκληση των ναυπλιακών αρχών.

Λίγα χρόνια μετά, το θάνατο του Καποδίστρια ο Σκούφος μπόρεσε να ικανοποίηση την επιθυμία του ν’ αποκτήση δική του εφημερίδα. Στις 14 Ιανουάριου 1834 άρχισε να εκδίδεται στο Ναύπλιο «Ο Σωτήρ», μια δισεβδομαδιαία πολιτική, φιλολογική και εμπορική εφημερίδα, τετρασέλιδη και χωρισμένη σε δύο στήλες, από τις όποιες η μία συντασσόταν στα ελληνικά και η άλλη στα γαλλικά. Στην αρχή, για ένα μικρό διάστημα, «Ο Σωτήρ» συμπολιτεύθηκε την Αντιβασιλεία και μάλιστα ως το φ. 69 τυπωνόταν στην «Βασιλικήν Τυπογραφίαν», σύντομα όμως πέρασε στην αντιπολίτευση. Στις 16 Μαΐου 1835 η εφημερίδα μεταφέρθηκε στην Αθήνα και ως τον Ιούλιο του 1837, οπότε διακόπηκε προσωρινά η έκδοσή της, αγωνίστηκε με δύναμη και θάρρος υπέρ των συνταγματικών ελευθεριών και εναντίον του προέδρου της Αντιβασιλείας κόμη Armansperg, που τον θεωρούσε υπεύθυνο για τη δυστυχία της Ελλάδος. Για τη στάση του αυτή ο Σκούφος παραπέμφθηκε αρκετές φορές σε δίκη, άλλα αθωώθηκε. Μόνο μια φορά, στις 12 Αυγούστου 1836, καταδικάστηκε σε «ενός μηνός παύσιν των δικηγορικών χρεών του».

Στις 20 Ιανουάριου 1838, έπειτα από εξάμηνη περίπου διακοπή, «Ο Σωτήρ» επανεκδόθηκε με υπεύθυνο συντάκτη τον Πέτρο Σκούφο. Όμως τώρα, ίσως από φόβο, δεν υποστήριζε πια τις ίδιες αρχές. Το δάφνινο στεφάνι με τη λέξη «Σύνταγμα», που υπήρχε προηγουμένως στην προμετωπίδα της εφημερίδας, είχε αφαιρεθεί και ο αρθρογράφος της δεν επέμενε όπως πρώτα στην άμεση χορήγηση Συντάγματος, άλλα το άφηνε αυτό στην ώριμη κρίση του ’Οθωνα που, με ελεύθερη βούληση, θα αποφάσιζε, όταν θα ερχόταν η κατάλληλη ώρα. Η έκδοση του «Σωτήρος» διακόπηκε οριστικά στις 3 Νοεμβρίου 1838.

Ο Σκούφος διακρινόταν, κατά τον Ραγκαβή, για καλλιέπεια και δεξιότητα στη σύνταξη της εφημερίδας του, ήταν όμως αρκετά φιλόδοξος, όπως φαίνεται και από το εξής χαρακτηριστικό επεισόδιο που αναφέρει πάλι ο Ραγκαβής: «… ότε απήλθεν ο Αρμανσπέργης (δηλαδή τον Φεβρουάριο του 1837), όν επολέμησεν ως τον γαλλορωσικόν σύνδεσμον υποστηρίξας, ωνειρεύθη ότι έφθασεν η στιγμή της εις το υπουργείον ανόδου του (δηλαδή στην κυβέρνηση του Rudhart)̇  και επί του γραφείου του είδον εγώ αυτός στύλον τινά ταλλήρων, όν έμαθον ότι είχε σωρεύσει εκεί διά φιλοδώρημα εις τον κλη­τήρα, όν περιέμενε φέροντα το τής εις υπουργόν αναγορεύσεώς του δίπλωμα. Αλλ’ ο κλητήρ δεν ήλθε και τα τάλληρα δεν εδόθησαν». Τελικά ο Σκούφος, μια και δεν κατόρθωσε να γίνει υπουργός, αρκέστηκε σε μια θέση εισηγητού στο Υπουργείο Εσωτερικών, όπου διορίστηκε το 1840 από τον Όθωνα. Πέθανε στην Αθήνα το 1842.

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Στέφανου Ι. Παπαδόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Νικολάου Σκούφου προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια

Dies Natalis Invicti Solis  – Γενέθλιος ημέρα του ανίκητου ήλιου (γιορταζόταν από τους Ρωμαίους στις 25 Δεκεμβρίου)


 

Σε μερικές ημέρες, στις 25 Δεκεμβρίου, θα γιορτάσουμε όπως κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα. Κι όμως, αυτή μάλλον δεν πρέπει να είναι η γενέθλιος ημέρα του Χριστού, αφού εξαρχής οι διάφορες πρωτοχριστιανικές εκκλησίες γιόρταζαν τα Χριστούγεννα σε διαφορετικές ημερομηνίες, ενώ μερικές μάλιστα δεν τα γιόρταζαν καθόλου. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, τον 2ο μ.Χ. αιώνα, είναι ο πρώτος που αναφέρει την εορτή των Χριστουγέννων και μας πληροφορεί ότι μερικοί γιόρταζαν τα Χριστούγεννα στις 20 Μαΐου και άλλοι στις 19 ή 20 Απριλίου. Ο ίδιος ο Κλήμης γιόρταζε τα Χριστούγεννα στις 17 Νοεμβρίου, ενώ άλλες μαρτυρίες μας πληροφορούν ότι ο εορτασμός των Χριστουγέννων τελούνταν επίσης στις 25 Μαρτίου και στις 29 Σεπτεμβρίου. Σε τι στοιχεία όμως βάσιζαν τον εορτασμό στις ημερομηνίες αυτές είναι σήμερα πια άγνωστο.

Ο εορτασμός των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου ξεκίνησε στη Ρώμη, όπου οι πρώτοι χριστιανοί τελούσαν τις θρησκευτικές τους εορτές κρυφά και σε μικρές ομάδες στις κατακόμβες τους όταν οι Ρωμαίοι ήσαν απασχολημένοι με τις δικές τους γιορτές των Σατουρναλίων.

Sol Invictus: ο Ακατανίκητος Ήλιος, ο θεός των Ρωμαίων. Λέγεται πως η λατρεία του αργότερα συνέπιπτε με τα Χριστούγεννα.

Sol Invictus: ο Ακατανίκητος Ήλιος, ο θεός των Ρωμαίων. Λέγεται πως η λατρεία του αργότερα συνέπιπτε με τα Χριστούγεννα.

Στην Περσία, η 25η Δεκεμβρίου γιορταζόταν ως ημέρα της γέννησης του Θεού «ηλίου-βασιλέως» Μίθρα, ενώ το 275 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αυρηλιανός θέσπισε τη γιορτή αυτή σ’ ολόκληρη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Συγχρόνως, οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν τα Κρόνια και τα Διονύσια, καθώς επίσης και τα Θεοφάνια ή Επιφάνια του ηλιακού θεού Φοίβου-Απόλλωνα. Οι γιορτές αυτές έπαιρναν πανηγυρικό χαρακτήρα και είχαν κατακτήσει ολόκληρο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Άρχιζαν με τα Βρουμάλια, από τις 24 Νοεμβρίου έως τις 17 Δεκεμβρίου και ακολουθούσαν τα Σατουρνάλια, από τις 18 έως τις 24 Δεκεμβρίου. Κατά την κεντρική ημέρα της γιορτής του «αηττήτου ηλίου» στις 25 Δεκεμβρίου, γνωστή ως Dies Natalis Solis Invicti, γιορταζόταν το γεγονός της τροπής του ηλίου, που άρχιζε και πάλι να ανεβαίνει στον ουρανό κι έτσι οι ημέρες να γίνονται όλο και πιο μεγάλες. Επειδή μάλιστα για μερικές ημέρες πριν και μετά τη «χειμερινή τροπή» ο Ήλιος φαίνεται να αργοστέκεται πάνω στην εκλειπτική σαν να είναι έτοιμος να σταματήσει, η χειμερινή τροπή ονομάζεται επίσης και «χειμερινό ηλιοστάσιο», σημαδεύοντας έτσι την αρχή του χειμώνα.

Η πρώτη φορά που η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε επίσημα ως ημέρα εορτασμού των Χριστουγέννων ήταν στα μέσα περίπου του 4ου μ.Χ. αιώνα, ενώ κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Ιουστινιανού, τον 6ο αιώνα, ο εορτασμός των Χριστουγέννων εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ανατολή εκτός από την Αρμενία, όπου διατηρήθηκε ο συνεορτασμός Χριστουγέννων και Θεοφανίων στις 6 Ιανουαρίου. Ο κύριος δηλαδή λόγος που έκανε την εκκλησία να προσδιορίσει τον εορτασμό των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου είναι η προσπάθεια των Πατέρων, όπως αναφέρει ο Πάπας Γρηγόριος ο Α΄, «να μετατραπούν βαθμιαίως αι εορταί των εθνικών εις Χριστιανικάς». Ο εορτασμός όμως των Χριστουγέννων την ίδια ημέρα που οι εθνικοί γιόρταζαν τα δικά τους Σατουρνάλια είχε και τις δυσμενείς του επιπτώσεις. Γιατί, σιγά σιγά, και ιδιαίτερα μεταξύ του 5ου και 8ου αιώνα, πολλά από τα απαράδεκτα για την εκκλησία έθιμα των αρχαίων εορτασμών πέρασαν και στη χριστιανική εορτή και ιδιαίτερα στο Βυζάντιο «όπου ο λαός τα ακολουθούσε με υπερβολή και γι’ αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Κανόνες των Συνόδων τα πολεμούσαν». Το 729 μ.Χ. μάλιστα ο Πάπας Ζαχαρίας αναγκάστηκε να απαγορεύσει με αυστηρότητα τους εορτασμούς των Χριστουγέννων του τύπου των αρχαίων Σατουρναλίων και του Χειμερινού Ηλιοστασίου στις 25 Δεκεμβρίου.

Στην εποχή μας, όμως, ο Ήλιος βρίσκεται στο νοτιότερο ύψος του στις 22 κι όχι στις 25 Δεκεμβρίου, ενώ αμέσως μετά αρχίζει σιγά σιγά να αναρριχάται και πάλι στον ουρανό. Το πρόβλημα αρχίζει με το Ιουλιανό Ημερολόγιο που εισήγαγε ο Ιούλιος Καίσαρ, το 44 π.Χ., για να διορθώσει τα κακώς κείμενα του προηγούμενου ημερολογίου. Αλλά και το Ιουλιανό είχε κι αυτό τις δικές του ατέλειες γιατί έχανε μία ημέρα κάθε 128 χρόνια. Το Ιουλιανό λοιπόν ημερολόγιο είχε θεσπίσει τη «χειμερινή τροπή του Ηλίου», το χειμερινό δηλαδή ηλιοστάσιο, στις 25 Δεκεμβρίου, αλλά με την πάροδο των ετών το προστιθέμενο μικρό λάθος είχε μεταθέσει την πραγματική ημερομηνία της χειμερινής τροπής. Έτσι, λοιπόν, το 325 μ.Χ., το έτος που έγινε η Σύνοδος της Νικαίας, η χειμερινή τροπή συνέβαινε στις 22 Δεκεμβρίου. Η μετάθεση όμως του Χειμερινού Ηλιοστασίου συνεχίστηκε χωρίς να διορθωθεί μέχρι και το έτος 1582, οπότε η χειμερινή τροπή συνέβαινε στις 12 Δεκεμβρίου. Τότε, ο Πάπας Γρηγόριος 13ος εισήγαγε μια νέα μεταρρύθμιση, γι’ αυτό και το νέο ημερολόγιο ονομάζεται Γρηγοριανό και χάνει μία μόνον ημέρα στα 4.000 χρόνια. Για να γίνει μια καινούργια αρχή, η γρηγοριανή μεταρρύθμιση έτρεψε τη θέση του ημερολογίου προς τα εμπρός με βάση το έτος της Συνόδου της Νικαίας το 325 μ.Χ. και όχι το έτος εισαγωγής του Ιουλιανού ημερολογίου το 44 π.Χ.

Γι’ αυτό και το χειμερινό ηλιοστάσιο συμβαίνει σήμερα στις 22 Δεκεμβρίου και ο πρωταρχικός λόγος για τον εορτασμό του στις 25 Δεκεμβρίου έχει πια χαθεί.

Διονύσης Π. Σιμόπουλος

Επίτιμος διευθυντής Ευγενιδείου Πλανηταρίου

Τέχνες & Γράμματα, Εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016.

Το έργο του Διογένη Μαλτέζου παρουσιάζεται την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου στην αίθουσα διαλέξεων του Δαναού


 

Ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» και ο Σύλλογος «Άργους-Abbeville» διοργανώνουν, την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016 στις 6.30 μ.μ., αφιέρωμα, με τίτλο «Σαν τα ψηλά βουνά», στο έργο του γνωστού εκπαιδευτικού και συγγραφέα Διογένη Μαλτέζου. 

Την εκδήλωση παρουσιάζουν, ο Γεώργιος Κόνδης και η Βίκυ Σωτηροπούλου, ενώ  τη βραδιά θα διανθίσουν με μουσική και τραγούδι, ο Θεόδωρος Παπαϊωάννου (Τραγούδι), ο Παναγιώτης Κοτσώνης (Βιολί), ο Βασίλης Καλαγκιάς (Λαούτο) και η Ράνια Κουτρούλη (Παραδοσιακά κρουστά).

 

Διογένης Μαλτέζος : υπάρχει ελπίδα

 

Η γιαγιά άναψε το τζάκι και

Μάζεψε γύρω τα εγγονάκια της.

«Μια φορά κι έναν καιρό…»,

άρχισε να λέει.

Όμως η φωνή της δεν ακουγόταν.

Η τηλεόραση έπαιζε δυνατά.

«Γιαγιά», είπαν τα εγγονάκια,

«πήγαινε να κοιμηθείς·

δε χρειάζονται τώρα τα παραμύθια σου».

«Ναι, παιδάκια μου, έχετε δίκιο.

Τα παραμύθια πέθαναν.

Οι γιαγιάδες δεν χρειάζονται πια.

Ήρθε χειμώνας».

(…δι’ ελέου και φόβου…, 2008, «Ήρθε χειμώνας», σ. 31)

 

Διογένης Μαλτέζος

Διογένης Μαλτέζος

Ήρθε χειμώνας πράγματι. Ο Διογένης Μαλτέζος έχοντας βουτήξει τη σκέψη του σε αρχαίους και νέους κλασικούς, γνωρίζει καλά τη συμβολική διάσταση της εποχής του πάγου και του χιονιού. «Βαρύς ενέσκυψε χειμών» καθώς γράφει για μια άλλη γιαγιά, τη σταχομαζώχτρα του, ο Άγιος των γραμμάτων Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Χειμώνας στη σκέψη, στις σχέσεις, στο πνεύμα. Χειμώνας που στερεί στον άνθρωπο το ελάχιστο της αξιοπρέπειάς του, το φαγητό! Μοναχικοί, ζευγάρια και ανθρώπινες αγέλες, ψάχνουν αυτό το ελάχιστο σε κάδους σκουπιδιών που ακόμα συντηρούν τη φήμη τους ως αποδεκτών της καταναλωτικής μανίας  μιας μάζας που θεωρεί πως ένδειξη αξιοπρέπειας είναι να αγοράζεις και να πετάς. Άσε να φάνε και οι πεινασμένοι….

Ήρθε χειμώνας πράγματι. Ο Διογένης Μαλτέζος γνωρίζει καλά το τραγούδι της ευλογημένης ελιάς παρέα με τη φωτιά στο τζάκι. Και είναι το πρώτο παρήγορο μήνυμα που δέχεται καταμεσής του χειμώνα. Της μιλάει και του μιλάει. Κάνει τον απολογισμό της: «Φεύγω ευτυχισμένη· γεννήθηκα για το καλό. Μάζεψα σταγόνα σταγόνα το λάδι. Δεν το κράτησα για τον εαυτό μου. Το έδωσα. Ήταν ζωή και φως. Φώτισα ανθρώπους και αγίους. Ο λύχνος τα βράδια και το καντηλάκι μπροστά στις εικόνες το δικό μου λάδι έκαιγαν. Και τούτη τη στιγμή που φεύγω καίγομαι για να σας ζεστάνω. Η ζωή μου είχε νόημα». Η ώρα πέρασε. Ο κορμός κάηκε, έγινε στάχτη. Ώρα να πάει για ύπνο. Το πρωί τον περιμένει σκληρή δουλειά. Χάρηκε με τη σκέψη αυτή. Θα είναι κι αυτός χρήσιμος. Η ελιά έκανε το χρέος της. Ο παππούς έμεινε πιστός Τοις Κείνων ρήμασι πειθόμενος. Η γιαγιά δεν άφησε παιδιά κι εγγόνια να πεινάσουν. Αυτός; Πρέπει κι αυτός να γίνει γέφυρα να περάσουν άλλοι.

 

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

 

Ο Διογένης Μαλτέζος μαζεύει ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα, τις εμπειρίες ζωής και προσπαθεί να τις αποδώσει εκεί που τις χρειάζονται. Στην επόμενη γενιά που δεν αφήνει ο μανιασμένος αέρας και το κρύο του χειμώνα να γευτούν το καταστάλαγμα αυτής της εμπειρίας. Υπάρχει ελπίδα μας φωνάζει  στηρίζοντας την πίστη αυτή σε όσα από αιώνες έφτασαν με τον ίδιο τρόπο στο μυαλό και την καρδιά του. Το καταστάλαγμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, τη βυζαντινή διαίσθηση για τον κόσμο, τη δύναμη των εικόνων, των λέξεων και των νοημάτων της σκέψης των μεγάλων Ρώσων κλασικών, τα συναισθήματα και τους λεπτούς συμβολισμούς των σύγχρονων Ελλήνων μαστόρων των γραμμάτων και τεχνών. Το πέρασμά του από την εκπαίδευση συμπλήρωσε και ενδυνάμωσε την πίστη στις δυνατότητες των νέων και έδωσε νόημα στις υπαρξιακές του αναζητήσεις. Ο Διογένης Μαλτέζος κοινωνεί ιδέες, απόψεις και νοήματα στην παρέα, στον κόσμο που υπάρχει γύρω του, αναζητεί ευκαιρίες να διαλογιστεί μαζί του, να καταγράψει προοπτικές και να στοιχειοθετήσει το νόημα μιας ελπίδας υπαρκτής για το τέλος του καταχείμωνου. Την ερημιά του παγωμένου τοπίου δεν θα την αφήσουμε να μπαίνει στην ψυχή μας, γράφει στο «Καλό χειμώνα»,  θα ‘χουμε συντροφιά πρόσωπα αγαπημένα και άλλες φωνές σοφές, κλεισμένες στα βιβλία, θα είναι πάντα πρόθυμες να μας ξεναγήσουν μέσα στο απέραντο βασίλειο του πνεύματος.

 

Διογένης Μαλτέζος

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

 

Όχι τα παραμύθια δεν πέθαναν και οι γιαγιάδες χρειάζονται όσο ποτέ άλλοτε. Μ’ αυτές θα μεγαλώσουν τα παιδιά όσο θα λείπουν οι γονείς από το σπίτι. Στις ιστορίες τους θα αναπαυθεί η φαντασία και θα γεννηθούν τα πρώτα όνειρα. Στις γλυκές κουταλιές του ζεστού φαγητού τους θα αναπτυχθούν οι θαυμασμοί και οι αγάπες για τα ανθρώπινα και με το ζεστό πιάτο θα καταλάβουν για πρώτη φορά πως η αξιοπρέπεια είναι για τον άνθρωπο ότι το χώμα και το νερό για το φυτό…. ζωή! Κι όταν θα νιώσουν την θαλπωρή που αναδύεται απ’ της γιαγιάς την αγάπη και τα χάδια, σ’ αυτήν θα δώσουνε το πιο γλυκό φιλί πριν με χαρούμενες φωνές καλοδεχτούν την επιστροφή των γονιών στο σπίτι.

Καθώς όλες αυτές οι εικόνες ξεπηδούν από το έργο του Διογένη Μαλτέζου,  βγαίνουν μονάχες τους μια-μια οι λέξεις σαν αντιδώρημα στο έργο αυτό: όχι! Δεν θα αφήσουμε να χαθούν οι γιαγιάδες, ούτε τα παραμύθια τους. Εμείς θα συνεχίσουμε ν’ ανάβουμε το τζάκι, με προσοχή θρησκευτική θα βάζουμε τις γιαγιάδες μας στην πολυθρόνα και παρακλητικά θα τους σιγοτραγουδάμε: Κόκκινη κλωστή δεμένη – στην ανέμη τυλιγμένη – δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει – παραμύθι ν’ αρχινίσει.

 Γιώργος Κόνδης

Το «Το μειδίαμα του Σωκράτη» του Πέτρου Λυγίζου –  18 Δεκεμβρίου στο Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Έξω η νύχτα έμοιαζε να μην ήθελε να τελειώσει. Ένας αγέρας έτρεχε ορμητικός πάνω απ’ τη σκοτεινή θάλασσα αφήνοντας γύρω ένα απόκοσμο βουητό, κι εγώ – αμήχανος, σκεπτικός, αναποφάσιστος – έβλεπα πίσω απ’ το τεχνητό χαμόγελο των ηδονιζόμενων συμποσιαστών το μειδίαμα του Σωκράτη, και μέσα στο ακόρεστο βλέμμα τους τη διαπεραστική ματιά του ιδιαίτατου εκείνου ανθρώπου, που μέσα σε λίγες μέρες μου είχε έμμεσα –μα συγχρόνως τόσο άμεσα κι επίμονα– θέσει τόσα ερωτηματικά, όσα δεν είχαν συστηματικά διατυπώσει οι περίφημοι δάσκαλοί μου επί είκοσι περίπου χρόνια. Ήταν πια επιτακτική η ανάγκη να κάνω κάτι. Απ’ το επόμενο κιόλας πρωινό θα επιχειρούσα με μεγαλύτερη προσπάθεια να τον συναντήσω. Ήταν ο μόνος τρόπος να πετύχω την απαραίτητη ειρήνευση μέσα μου, ν’ αποφασίσω τι πραγματικά ήθελα, να κατανοήσω αν οι πατρικές συμβουλές δεν ήταν παρά αυστηρές εντολές…

 

Το μειδίαμα του Σωκράτη

Το μειδίαμα του Σωκράτη

Κυκλοφορεί το ιστορικό – φιλοσοφικό μυθιστόρημα του Πέτρου Λυγίζου «Το μειδίαμα του Σωκράτη». Η παρουσίασή του θα γίνει την Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016 στις 8 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου.

Για το συγγραφέα και το έργο του θα μιλήσουν οι φιλόλογοι Βασιλική Τράκα και Καλλιόπη Καλποδήμου. Τη δραματοποιημένη απόδοση αποσπασμάτων του βιβλίου έχουν αναλάβει ο Κωνσταντίνος Σπηλιώτης και η Ελισάβετ Γεωργίου. Παίζουν η Ελισάβετ Γεωργίου και η Γωγώ Σπηλιοπούλου. Σκηνοθετεί ο Κωνσταντίνος Σπηλιώτης.

Το εν λόγω μυθιστόρημα διεκδικεί το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας.

Η εκδήλωση πραγματοποιείται με την υποστήριξη του ΣΦΑ Αργολίδας και της Ένωσης Συγγραφέων και Λογοτεχνών Αργολίδας.