Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

 σας γνωστοποιεί ότι ο ιστότοπός της ενημερώνεται καθημερινά.

 

 

Προϋποθέσεις Χρήσης

 

 

Το σύνολο του περιεχομένου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού στο διαδικτυακό τόπο http://www.argolikivivliothiki.gr, αποτελεί  πνευματική ιδιοκτησία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των συνεργατών της και προστατεύεται  από τις εθνικές (Νόμος 2121/93) και διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως,

απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε αναπαραγωγή (reformatting), αναδημοσίευση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (upload), διαμόρφωση, τροποποίηση, δημιουργία αντιγράφων site (mirroring) του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση του Δικαιούχου.

Επιτρέπεται

 η ελεύθερη αναπαραγωγή αντιγράφων μέρους ή του συνολικού έργου για προσωπική ή εκπαιδευτική χρήση, εφ’ όσον τα αντίγραφα αυτά δεν θα διανεμηθούν στη συνέχεια για κερδοσκοπικούς σκοπούς, με την προϋπόθεση  ότι  θα υπάρχει αναφορά της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των πηγών του άρθρου καθώς και η ηλεκτρονική διεύθυνση της βιβλιοθήκης.

Για τη χρησιμοποίηση

 για άλλους σκοπούς, όπως εμπορική εκμετάλλευση, φόρτωση σε άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, αξιοποίηση μέρους του έργου για την παραγωγή νέου κ.α., απαιτείται η συνεννόηση με την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Η Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, λειτουργεί ως ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Ο βασικός σκοπός  της είναι η έρευνα, ο εντοπισμός, η συλλογή, η ταξινόμηση, η διάσωση, η μελέτη και η έκδοση αρχειακού υλικού που αφορά στην ιστορική και πνευματική εξέλιξη και ανάπτυξη του νομού Αργολίδας, της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας.

Μέσα από την καταγραφή και την ανάδειξη αυτού του υλικού, στοχεύει να καταστήσει κοινωνούς όλους όσοι ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν, να μελετήσουν ή να αξιοποιήσουν αυτόν τον πολιτιστικό και ιστορικό θησαυρό.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη επιχειρεί να διασώσει, να διατηρήσει, να μελετήσει και να καταγράψει όσα στοιχεία του παρελθόντος ακόμη αχνά διακρίνονται, πριν τα καταπιεί ο χρόνος και η λήθη.

Οι συλλογές της, καλύπτουν πολύπλευρα την ιστορική εξέλιξη και την πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας και ειδικότερα της Αργολίδας, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.

Η σημαντικότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ήδη κατέχει ιδιαίτερα πλούσιο αρχειακό υλικό που αφορά στην πολιτιστική και ιστορική πραγματικότητα της Ελλάδας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής πορείας του τόπου.

Ναύπλιο. Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930.

Την ουσιαστική προσφορά της Βιβλιοθήκης, από τα πρώτα της βήματα, εκτίμησε η Επιτροπή Πολιτών του Νομού Αργολίδας, που την πρότεινε ομόφωνα στον Οργανισμό Πολιτισμού και Αθλητισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και στις 22 Μαρτίου 2009, της απονεμήθηκε το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς 2008, για την συμβολή της στην προώθηση του Πολιτισμού της Αργολίδας, στο διαδίκτυο. Επίσης η ΕΤ1 εκτιμώντας το έργο της, πρόβαλε γι’ αυτήν ένα ειδικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα.

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

 

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

Η αξιοπιστία και η συνέπεια της επικροτούνται  από διάφορους πνευματικούς φορείς και ιδρύματα, οι οποίοι συνεργάζονται μαζί της αξιοποιώντας το υλικό της, προκειμένου να εκδώσουν σχετικά βιβλία ή να συμπληρώσουν άλλες μελέτες τους.

 

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για τα θέματα που πραγματεύεται και δηλώνει ότι θα σταθεί συμπαραστάτης και αρωγός σε κάθε πρωτοβουλία που σχετίζεται με αυτά.

  Εκδόσεις Εκ Προοιμἰου

Χρήστος Τσούντας (1857-1934) – Ερευνητικό, δημιουργικό και πειθαρχημένο πνεύμα. Σταυρούλα Μασουρίδη, Αρχαιολόγος – Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017


 

Ο Χρήστος Τσούντας (1857-1934), φοιτητής στη Γερμανία. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

Ο Χρήστος Τσούντας, από τις σπουδαιότερες επιστημονικές φυσιογνωμίες της Ελλάδας, γεννήθηκε το 1857 και μεγάλωσε στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας. Τις εγκύκλιες σπουδές του έκανε στη Στενήμαχο, τη Φιλιππούπολη και την Αθήνα, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, δίπλα στον Heinrich Brunn. Το 1880, σε ηλικία 23 ετών, πήρε τον τίτλο του διδάκτορος από το Πανεπιστήμιο της Ιένας. Όταν επέστρεψε από τη Γερμανία, δίδαξε για έναν χρόνο στα Ζαρίφεια διδασκαλεία στη Φιλιππούπολη.

Το 1882 προσελήφθη στην Αρχαιολογική Εταιρεία και πολύ σύντομα, στις 5 Αυγούστου 1883, διορίσθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ως Έφορος των Αρχαιοτήτων στους νομούς Άρτας και την Αιτωλοακαρνανίας. Ποτέ δεν ανέλαβε, όμως, καθήκοντα στις περιοχές αυτές, καθώς παρέμεινε στην Αθήνα, υπηρετώντας το Υπουργείο αλλά και την Εταιρεία (υπό την αιγίδα της οποίας ποτέ δεν σταμάτησε να εργάζεται), σε διάφορες αποστολές ανά την Ελλάδα.

Ο Τσούντας ήταν μεγάλος και συστηματικός ανασκαφέας. Ξεκίνησε το 1882 με την εποπτεία των ανασκαφών του Άγγλου αρχιτέκτονα Francis Penrose στο Ολυμπιείο. Ο Παναγιώτης Σταματάκης του ζήτησε να τον συνοδεύσει σε ταξίδι του στη Βοιωτία, όπου η αρχαιοκαπηλία βρισκόταν σε έξαρση, και από τότε ο Τσούντας μαθήτευσε κοντά του. Το 1884 επόπτευσε τις έρευνες στον βυθό του στενού της Σαλαμίνας για την αναζήτηση λειψάνων πλοίων της μεγάλης ναυμαχίας. Συνέχισε το 1886 και 1891 με την ανασκαφή των νεκροταφείων της Ερέτριας, που λεηλατούσαν τότε οι αρχαιοκάπηλοι, και το 1887 με τις έρευνές του στην Τανάγρα.

 

Ο Χρήστος Τσούντας κατά τα πρώτα χρόνια της καθηγεσίας του. Πρωτοπόρος της ελληνικής αρχαιολογίας διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκός. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

 

Ο Χρήστος Τσούντας, υπήρξε πρωτοπόρος στην επιστημονική έρευνα των προϊστορικών πολιτισμών της Ελλάδας. Το 1886 άρχισε τις ανασκαφές του στις Μυκήνες, συνεχίζοντας το έργο του Σλήμαν. Έγραψε ο Χρήστος Καρούζος, «Το ερευνητικό, δημιουργικό αλλά και πειθαρχημένο μυαλό του Τσούντα μπόρεσε να δώσει λύση σε προβλήματα που κανείς ως τότε δεν τα είχε υποψιαστεί και να ολοκληρώσει την εικόνα του Μυκηναϊκού κόσμου». Οι εκεί έρευνές του κράτησαν ως το 1910, ενώ παράλληλα έκανε ως Έφορος ανασκαφές και σε άλλα μέρη, στη Λακωνική το 1890 (τάφος Βαφειού, Αμυκλαίο, Θεράπνες, Αρκίνες, Παληόπυργος), στην Τίρυνθα το 1890-1891 και στον Κάμπο της Λακωνικής επίσης το 1891.

Κατά τα έτη 1894-1898, στράφηκε στην έρευνα και μελέτη του κυκλαδικού πολιτισμού, πραγματοποιώντας ανασκαφές στην Αμοργό, στην Πάρο, την Αντίπαρο, στο Δεσποτικό, στη Σύρο και την Σίφνο. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν οι λαμπρές του έρευνες στη Θεσσαλία, αρχικά με τις ανασκαφές στη Μαρμάριανη το 1899 και στον Βόλο το 1901, και κατόπιν με την ανασκαφή του Σέσκλου το 1901-1903 και του Διμηνίου το 1903. Έτσι, ο Τσούντας, ίδρυσε και θεμελίωσε τη συστηματική αποκάλυψη και μελέτη τριών πολιτισμών της Ελλάδας, του Μυκηναϊκού, του Κυκλαδικού και του Νεολιθικού της Θεσσαλίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως σκόπευε να στραφεί στην Κρήτη, όπως φαίνεται από μεγάλη περιοδεία που πραγματοποίησε στο νησί το 1903, προς αναζήτηση κατάλληλου μέρους για ανασκαφή από την Αρχαιολογική Εταιρεία.

«Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός», Χρήστος Τσούντας (1893)

Στην Αρχαιολογική Υπηρεσία παρέμεινε έως το 1904 και στη συνέχεια, θυσιάζοντας τη χαρά της επιστημονικής έρευνας, διορίστηκε τακτικός καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το 1904 έως το 1925. Στο διάστημα αυτό σταμάτησε εντελώς τις ανασκαφές και περιόρισε το συγγραφικό του έργο, προκειμένου να προετοιμάζει τα μαθήματά του. Επιτομή της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας αποτελεί η «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης», που δημοσιεύθηκε το 1928. Μετά την παραίτησή του από το Πανεπιστήμιο, του αποδόθηκε ο τίτλος του ομότιμου καθηγητή. Για λίγο (10/11-20/12/1926), δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Το 1926 διορίστηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Είχε διατελέσει Γραμματέας και Σύμβουλος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και έγινε επίτιμο μέλος της Society for the Promotion of Hellenic Studies στο Λονδίνο.

Ο Τσούντας, απαλλαγμένος από τη μονομέρεια, δημοσίευσε εξαίρετες μελέτες τόσο για την προϊστορική όσο και για την κλασική αρχαιολογία, την αττική αγγειογραφία, τα ειδώλια της Τανάγρας, τις επιγραφές της Ακροπόλεως, της Ελευσίνας και της Ερέτριας. Από τις πρώτες δημοσιεύσεις του ήταν έκδηλη η διαύγεια του μυαλού του, η κριτική αλλά και η συνθετική του ικανότητα. Ανάμεσα στα κορυφαία έργα του συγκαταλέγεται το «Μυκῆναι καὶ Μυκηναῖος Πολιτισμὸς (1893)». Αν και όταν ο Τσούντας έγραψε το βιβλίο του ήταν μόλις 36 ετών, το έργο αυτό θεωρείται σήμερα κλασικό, καθώς αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη ιστορία του μυκηναϊκού κόσμου, παρουσιάζοντάς τον με τρόπο σαφή σε μία εποχή που η έρευνα ήταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Θεμελιώδες σύγγραμμά του ήταν επίσης το «Αι Προϊστορικαί Ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου (1908)». Και εδώ, όπως και στα Κυκλαδικά του (1898, 1899), ο Τσούντας πρώτα εξέτασε και περιέγραψε λεπτομερώς όλα τα ευρήματα και στη συνέχεια διατύπωσε θεωρίες. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποτραβηγμένος, με τη μελέτη μόνο των αρχαίων κειμένων.

Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του μαθητή του Χρήστου Καρούζου στα 1934: «Μεγάλος νους, ανώτερος άνθρωπος, έσβησε ήσυχα και μακριά από το θόρυβο, που συστηματικά τον απόφυγε σ΄όλη του τη ζωή… Με το θάνατο του Χρήστου Τσούντα χάσαμε μια σπάνια ανθρώπινη και επιστημονική συνείδηση».

 

Σταυρούλα Μασουρίδη

Αρχαιολόγος

Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017

http://www.themata-archaiologias.gr

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Για περισσότερο διάβασμα:

  • Καρούζος, Χ. (1934) «Χρήστος Τσούντας», Νέα Εστία 180, σ. 564.
  • Καρούζου, Σ. (1993) «Χρήστος Τσούντας, ένας ήρωας της αρχαιολογικής έρευνας», Ο Μέντωρ 28 (1993), σ. 178-183.
  • Μασουρίδη, Σ. (2013) «1885-1909. Η Υπηρεσία στα χρόνια του Π. Καββαδία. Συστηματική οργάνωση και επιτεύγματα», σ. 30, 31, 32, 91-92, στο: Ιστορίες επί χάρτου. Μορφές και θέματα της Αρχαιολογίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (επιμ. Ε. Κουντούρη, Σ. Μασουρίδη), Κατάλογος Έκθεσης του Ιστορικού Αρχείου του ΥΠΠΟΑ, Αθήνα, Βιβλιοσυνεργατική.
  • Πετράκος, B. Χ. (2009) «Χρήστος Τσούντας (1857-1934)», Ο Μέντωρ 91 (2009), σ. 6-34.
  • Πετράκος, Β. Χ. (2011) Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Οι αρχαιολόγοι και οι ανασκαφές (1837-2011), κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, σ. 4, 16, 21, 143-144, φωτ. σ. 52, 66.

Σχετικά θέματα:

Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832) μέσα από τις επιστολές του προς τη σύζυγό του, ως πηγή αρχαιολογικής μαρτυρίας για την Πελοπόννησο – Ιωάννα Σπηλιοπούλου. Διημερίδα «Η Ιστορική και αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.


 

Φρειδερίκος Θείρσιος, λιθογραφία 1830.

Κατά τη διάρκεια μίας πολύμηνης παραμονής του στην Ελλάδα (1831-1832), ο ξακουστός Γερμανός Κλασικός Φιλόλογος και φιλέλληνας Friedrich Thiersch ή Ειρηναίος Θείρσιος, όπως συνήθως αναφέρεται στα ελληνικά κείμενα, επισκέφτηκε και πολλά μέρη της Βορειοανατολικής και Κεντρικής Πελοποννήσου: τη Ναυπλία, το Άργος, την Τίρυνθα, τις Μυκήνες, τη Νεμέα, τον Φλ(ε)ιούντα, την Μαντίνεια, τον Αρκαδικό Ορχομενό, τη Στύμφαλο, τη Σικυώνα, την Κόρινθο και την Ισθμία. Μέσα από την αλληλογραφία του με τη γυναίκα του, μία σημαντική ιστορική πηγή για την κρίσιμη περίοδο των πολιτικών διενέξεων που μεσολάβησαν από τη δολοφονία του Καποδίστρια έως την άφιξη του Όθωνα, προκύπτουν και πολύτιμες αρχαιολογικές πληροφορίες για τα μέρη που επισκέφτηκε, που φωτίζουν εν μέρει άγνωστες πτυχές της ιστορίας της ελληνικής αρχαιολογίας.

[…] Τα πρωτότυπα κείμενα των επιστολών πρόκειται να δημοσιευθούν προσεχώς με εισαγωγή του Hans Martin Kirchner, αρχαιολογικό και ιστορικό υπομνηματισμό του Καθηγητή Hans Rupprecht Goette (Πανεπιστήμιο Giessen / Κεντρική Υπηρεσία του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, Βερολίνο) και της Ιωάννας Σπηλιοπούλου, ελληνική μετάφραση της ιδίας, καθώς και απεικονίσεις, κυρίως από περιηγητικές εκδόσεις της εποχής. Η επικείμενη δίγλωσση έκδοση θα φέρει τον τίτλο: Friedrich Thiersch, Reisebriefe aus Griechenland an seine Frau in der Fassung der Publikation im Morgenblatt fur gelehrte Stande” (1831-1832) / Φρειδερίκος Θείρσιος, Ταξιδιωτικές Επιστολές προς τη σύζυγό του από την Ελλάδα, όπως αυτές δημοσιεύτηκαν στο «Πρωινό Φύλλο για μορφωμένα κοινωνικά στρώματα» 1831-1832….

[…] Την 21η Αυγούστου του 1831 έφυγε ο Θείρσιος από το Μόναχο με μία ταξιδιωτική άμαξα και προορισμό του την Τεργέστη, για να επιβιβασθεί στο πλοίο που θα τον έφερνε στην Ελλάδα, προβάλλοντας ως επίσημη αιτία τη διεξαγωγή αρχαιογνωστικής έρευνας. Τί ήταν όμως πραγματικά αυτό που τον οδήγησε ειδικά εκείνο το πολυτάραχο φθινόπωρο του 1831 στη χώρα μας ως απεσταλμένο του Λουδοβίκου; Για ποιο επίσης λόγο δεν δημοσίευσε τις ταξιδιωτικές του επιστολές στην τόσο σημαντική και οικεία του «Γενική Εφημερίδα του Augsburg» (“Augsburger Allgemeiner Zeitung”) με την οποία είχε στενή συνεργασία, αλλά στο λογοτεχνικό περιοδικό “Morgenblatt fur gebildete Stande”, και πάλι όργανο του Cotta; Γιατί αυτό το ταξίδι ξεκίνησε χωρίς μακρά προετοιμασία και παρατάθηκε πέραν των θερινών τριμήνων διακοπών του Πανεπιστημίου, οδηγώντας τον Θείρσιο να πάρει επιπρόσθετα έξι εβδομάδες ερευνητική εκπαιδευτική άδεια, ξεπερνώντας συνολικά ένα έτος; Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα γεννώνται στον υποψιασμένο αναγνώστη, που έκπληκτος πληροφορείται ότι ο Θείρσιος είχε ήδη στραφεί προς το στρατόπεδο των αντιπάλων του Καποδίστρια και ότι η πολιτική τον ενδιέφερε περισσότερο από τις αρχαιότητες, και γι’ αυτόν τον λόγο είχε πάρει την εκπαιδευτική άδεια από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Κύριος λοιπόν στόχος του ταξιδιού του ήταν να προετοιμάσει αποτελεσματικά το έδαφος για την ανακήρυξη του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας και να εκθέσει στη βαυαρική αυλή την πολιτική και οικονομική κατάσταση του υπό συγκρότηση ελληνικού κράτους. Καρπός της μονοετούς αυτής παραμονής του στη χώρα (1831-1832) υπήρξε το δίτομο έργο του De letat actuel de la Grece et des moyens darriver a sa restauration, στο οποίο ασχολείται με την πολιτική κατάσταση της χώρας στα χρόνια του Καποδίστρια και στο διάστημα που μεσολάβησε από τη δολοφονία του Κυβερνήτη έως την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα.

Τώρα όμως ας περάσουμε στην αρχαιολογική του περιπλάνηση και τις μικροανασκαφές που διενήργησε, περιοριζόμενοι στην Αργολιδοκορινθία και τη γειτονική της Αρκαδία, εφόσον η παρούσα δημοσίευση αποτελεί μόνο προαναγγελία της επικείμενης δίγλωσσης σχολιασμένης έκδοσης.

 

Ναυπλία, 21 Σεπτ.

 

Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1831, μετά από ένα ταξίδι 16 ημερών, έφτασε ο Θείρσιος με πλοίο από την Τεργέστη στο ύψος της Κέρκυρας. Την 21η Σεπτεμβρίου βρίσκεται στο ύψος της Ύδρας και των Σπετσών και συνεχίζει για τη Ναυπλία, από όπου γράφει στη γυναίκα του Αμαλία:

«Ποτέ δεν ήταν η υγεία μου σε καλύτερη κατάσταση, ο καιρός είναι θαυμάσιος, όπως στη χώρα μας το κατακαλόκαιρο, και το κομμάτι της Ελλάδας που βλέπω εδώ γύρω από τον Αργολικό κόλπο, απέναντι το Άργος με την Ακρόπολη της Λάρισας, στα πλάγια τα ερείπια της Τίρυνθας μέσα στην ωραία πεδιάδα, μαγευτικό […]. Αλλά και με τη χολέρα και την πανούκλα δεν υπάρχει εδώ τίποτα το ανησυχητικό. Σε τέσσερεις μέρες θα γράψω σε σένα και σε άλλους αναλυτικά για τη Σύρα, ελπίζοντας ότι αυτό εδώ το γράμμα με τα καλά νέα θα φτάσει νωρίτερα».

 

Άργος, 26 Σεπτ.

 

Πέντε μέρες αργότερα ο Θείρσιος γράφει στη σύζυγό του, ενθουσιασμένος για τις αρχαιολογικές εξορμήσεις που έκανε από το Άργος στις πανάρχαιες κυκλώπειες πόλεις της Αργειακής γης, Τίρυνθα και Μυκήνες.

«Φτάσαμε με τον κ. Metzger την ίδια μέρα στο Άργος μέσω Τίρυνθας, συνοδευόμενοι από τον κ. Ρίζο και τον κ. Σχινά, έναν από τους Έλληνες της νεώτερης γενιάς, που σπούδασαν στη Γερμανία. Σκοπός μας είναι να γνωρίσουμε αυτή τη γωνιά της ιπποτρόφου Αργειακής γης (μυχὸς Ἄργεoς ἱππoβότoιo) και τις πανάρχαιες κυκλόπειες πόλεις του, από τις οποίες η Τίρυνς και οι Μυκήνες κείτονται ακόμη μέσα στα ίδια ερείπια, που ήδη περιέγραψε ο Παυσανίας. Ο δρόμος από το Ναύπλιο οδηγεί μέσω της πεδιάδας, που απλώνεται μεταξύ της άκρης του αργολικού κόλπου και των βουνών σε μία έρημη περιοχή χωρίς καθόλου βλάστηση και φτάνει στα ερείπια της Τίρυνθας, που εκτείνονται στη μέση της πεδιάδας πάνω σε μία επιμήκη βραχώδη ράχη [..]. Τα κυκλώπεια τείχη, η σκεπαστή πύλη κατασκευασμένη από πελώρια κομμάτια βράχου και ο πύργος που υψώνεται πάνω σε μία κολοσσιαία βάση έχουν εξίσου τον μεγαλειώδη χαρακτήρα μιας ηρωικής εποχής».

Στο ίδιο γράμμα της 26ης Σεπτεμβρίου εκφράζει ο Θείρσιος την απογοήτευσή του από τη σύγχρονη πόλη του Άργους, που δεν είναι πλέον αντάξια του ονόματός της, σε αντίθεση με την Ακρόπολη της Λάρισας που δεσπόζει στο βάθος, τα ερειπωμένα τείχη της οποίας αποτελούν άφθαρτα κατάλοιπα της ελληνικής προϊστορίας.

«Από την Τίρυνθα, που απέχει από το Ναύπλιο μόνο τρία τέταρτα, φτάσαμε εγκαίρως το βράδυ στο Άργος, και αντί να βρούμε μία πόλη αντάξια του ονόματός της, αντικρύσαμε μία σειρά από ευτελείς καλύβες φτιαγμένες από τούβλα, με αμέτρητα ερείπια να παρεμβάλλονται ανάμεσά τους: τις απαρχές μιας πόλης που αρχίζει να ξανακτίζεται μετά από μία ολοσχερή καταστροφή, ήδη σε μία ανάκατη μορφή με ωραία μεμονωμένα νεόδμητα σπίτια, και πίσω της πάνω σε απόκρηνο ύφωμα το αρχαίο κάστρο της Λάρισας, που τα ερειπωμένα τείχη του  φέρουν τα ίχνη της ενετικής κατάκτησης, το δε κυκλώπειο κάτω μέρος του τα άφθαρτα κατάλοιπα της ελληνικής προϊστορίας».

 

Μυκήνες, 28 Σεπτ.

 

Μετά από δύο ημέρες γράφει ο Θείρσιος με μεγάλο θαυμασμό για την επίσκεψή του στις Μυκήνες, αναφέροντας και τη μικροανασκαφή που επιχείρησε στον Θησαυρό του Ατρέα.

«Οι Μυκήνες βρίσκονται ακόμα μέσα στα ίδια ερείπια που τις είδε ο Παυσανίας και κείτονται μέσα σε αυτά ήδη 500 χρόνια προ Χριστού, από τότε που η πόλη καταστράφηκε από το γειτονικό Άργος. Ο κυκλώπειος στενός δρόμος με την Πύλη των Λεόντων, το υπόσκαφο οικοδόμημα στο οποίο φύλαγε ο Ατρέας τα όπλα και τα κειμήλιά του, και τα ερείπια πέντε άλλων, ίδιων με αυτά της Τίρυνθας, μαρτυρούν τον χαρακτήρα και τη ζωή της πανάρχαιας εκείνης ελληνικής εποχής, που αποτυπώνεται εδώ οπτικά, ενώ στα ομηρικά έπη εκφράζεται ψυχικά. Όποιος θέλει να γνωρίσει και να κατανοήσει την αρχαία Ελλάδα, θα πρέπει να αρχίσει υποχρεωτικά από αυτό εδώ το αρχαιότερο ιερό της και να καταλήξει στην Αθήνα, δρόμο που θα ακολουθήσω γενικά κι εγώ, και θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή που ευνοήθηκα από περιστάσεις τρίτων και οικειοποιήθηκα τις γνώσεις τους μέσα από προσωπική μου αυτοψία. Στον Θησαυρό του Ατρέα έβαλα να ανασκάψουν μέρος του δαπέδου, που αποτελείται κοντά στους τοίχους από κόκκινο κονίαμα, ενώ κοντά στην είσοδο από μαρμάρινες πλάκες, κι έτσι μπόρεσα να διασώσω μερικά υπολείμματα από τους πολύτιμους κίονές του».

Στην επιστολή της 30ης Σεπτεμβρίου από τη Ναυπλία αναφέρεται ο Θείρσιος στα αποτελέσματα των ανασκαφικών του επιχειρήσεών στην Τίρυνθα, που αποσκοπούσαν στον εντοπισμό των θεμελίων του ανακτόρου και της εισόδου του.

«Επιστρέψαμε εχτές το βράδυ μέσω Τίρυνθας στη Ναυπλία. Συνεχίζοντας τις ανασκαφές στην Τίρυνθα, έφερα στο φως μέρος των θεμελίων του αρχαίου ανακτόρου […], μόνο ένα κομμάτι των παραστάδων της πύλης από πράσινο γρανίτη κείτονταν σε απόσταση εικοσιενός ποδιών από την πεσσοστοιχία, εγείροντας την υποψία ότι είχαμε μπροστά μας τα θεμέλια του ανακτόρου και σε αυτό το σημείο σίγουρα την κάτοψη της πύλης του. Πράγματι δεν θα μπορούσε να βρίσκεται σε καλύτερο σημείο από αυτό εδώ, στην άκρη του μέσου της βουνοκορυφής, πίσω από μία κύρια ανάβαση, με θέαση προς τη θάλασσα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης, της κυρίας Ιωάννας Σπηλιοπούλου, Επίκουρος Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832)…

 

Η Μακρόνησος μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού


 

Τασούλα Βερβενιώτη, «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού», Εκδόσεις Μέλισσα 2009, σελ. 112-133 (στην παρούσα δημοσίευση δεν περιλαμβάνονται οι φωτογραφίες).

Εάν το «πείραμα» των αναμορφωτηρίων κείτεται σήμερα σε άμορφα ερείπια πάνω στα γυμνά βράχια της Μακρονήσου, το πτώμα του δεν έπαψε να μυρίζει. Και πρέπει κάποτε να θαφτεί. (Νίκος Μάργαρης [1])

 

Η Μακρόνησος, το νησί από όπου πέρασε η Ωραία Ελένη, απέναντι από τα ανατολικά παράλια της Αττικής, με πρόσβαση από το Λαύριο, έχει μήκος 18 και φάρδος ένα χιλιόμετρο. Δεν έχει νερό και δεν κατοικείται, αν και υπάρχουν προϊστορικά ευρήματα. Η μνήμη της όμως είναι συνδεδεμένη με βασανιστήρια, «Νταχάου» την ονόμασαν, και με τον εξευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που οδήγησαν σε σωρεία υπογραφών δηλώσεων μετανοίας. Τα βασανιστήρια καταγγέλθηκαν ήδη από το 1947 στην ελληνική και παγκόσμια κοινή γνώμη και συζητήθηκαν στον ΟΗΕ. Ωστόσο, την εποχή της λειτουργίας της, οι αντικομμουνιστές εξέφραζαν έναν υπέρμετρο θαυμασμό για το έργο που συντελούνταν στη Μακρόνησο και για το μεγάλο αριθμό «ανανηψάντων». Ο θαυμασμός όμως έμεινε να αιωρείται στο κενό μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του Μαρτίου 1950, όπου πάνω από το 50% των «αναμορφωμένων» ψήφισε αριστερά ή κέντρο.

Στη Μακρόνησο λειτούργησαν πολλά στρατόπεδα. Η χρησιμοποίηση της ως χώρος εγκλεισμού αποφασίστηκε στο ΓΕΣ τον Απρίλιο του 1947 και η λειτουργία της ανατέθηκε στη Διεύθυνση Β ΧΙ, με Δ/ντη τον Ταξίαρχο Μπαϊρακτάρη. Οι στρατιώτες που στέλνονταν εκεί ονομάζονταν σκαπανείς και ήταν άοπλοι, εξαιτίας των πολιτικών τους φρονημάτων. Στη Μακρόνησο όμως λειτούργησαν και στρατόπεδα για πολίτες, ιδιώτες τους ονόμαζαν. Το παράδοξο είναι ότι, όσο μειωνόταν ο αριθμός των στρατιωτών, τόσο αυξανόταν ο αριθμός των πολιτών.

Όλα τα στρατόπεδα βρίσκονταν στη δυτική πλευρά του νησιού, από όπου διέκρινε κανείς πολύ καλά την Αττική. Στο νοτιότερο άκρο ήταν οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), οι οποίες είχαν μεταφερθεί από την οδό Βουλιαγμένης, και στο βορειότερο, στις θέσεις Τρισανέμι και Αη Γιώργη, τα στρατόπεδα των πολιτικών εξορίστων. Στον ενδιάμεσο χώρο ήταν τα τρία Τάγματα Σκαπανέων: το Α΄ στο μέσο, προς βορράν το Β΄ και νοτιότερα, κοντά στις ΣΦΑ, το Γ΄ Τάγμα. Ανάμεσα στο Γ΄ και στο Α΄ ήταν το «Κέντρο», όπου έδρευε ο στρατοπεδάρχης όλου του νησιού.

Η πρώτη επίσκεψη του εκπροσώπου του ΔΕΣ (Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού), Α. Λαμπέρ, στη Μακρόνησο έγινε τον Ιούνιο 1948. Τότε, εκτός από το Γ΄ Τάγμα, το επονομαζόμενο «Γαλάζιο», ήδη και το Α΄ Τάγμα, το «Κόκκινο», μετά τα αιματηρά γεγονότα του Μαρτίου 1948, τον θάνατο κρατουμένων φαντάρων και τη δίκη για «στάση» που ακολούθησε [2], είχε δεχτεί τα νάματα της «ανάνηψης». Τα βασανιστήρια είχαν ήδη δει το φως της δημοσιότητας και οι εκθέσεις του ΔΕΣ (Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού) χαρακτηρίζονται «άκρως εμπιστευτικές». Οι εκπρόσωποί του επισκέφτηκαν δύο στρατόπεδα ιδιωτών και το «Κέντρο», όπου βρισκόταν και το στρατόπεδο των αξιωματικών.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου της Τασούλας Βερβενιώτη, «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού», Εκδόσεις Μέλισσα 2009.

 

Τα ΕΤΑΞ

 

Το «Γ΄ Κέντρο Παρουσίας Αξιωματικών» ή Στρατόπεδο Δημοκρατικών Αξιωματικών ιδρύθηκε το Σεπτέμβρη του 1947 από αξιωματικούς του ΕΛΑΣ που βρίσκονταν ήδη στα νησιά της εξορίας και από έφεδρους αξιωματικούς αποδεδειγμένα μη κομμουνιστές (Βήμα 6.12.47). Σπουδαία προσωπικότητα μεταξύ των κρατουμένων ο Κ. Δεσποτόπουλος, υφηγητής τότε της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Διοικητής του στρατοπέδου και τότε στρατοπεδάρχης Μακρονήσου, συνταγματάρχης Δαούλης, γνωστός και ως «Γάτος», του ανέθεσε την ομιλία για την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1948. Επειδή όμως θεώρησε ότι ο λόγος του δεν ήταν μέσα στα πλαίσια της εθνικοφροσύνης, του είπε «Σκάσε!» και αποχώρησε.

Η καθαίρεσή των αξιωματικών έγινε στις 7 Απριλίου 1948. Τους πήραν τα πηλήκια και όταν τους κούρεψαν τους έβγαλαν και φωτογραφίες. Την προηγούμενη μέρα, με την ευκαιρία της επετείου της χιτλερικής επίθεσης στην Ελλάδα, τους είχαν οδηγήσει στο Γ΄Τάγμα, όπου οι «αναμορφωμένοι» φαντάροι τους διαπόμπευσαν με φωνές, κατάρες, βλαστήμιες και λιθοβολισμούς. Όσοι δεν υπέγραψαν, 147 αρχικά και στη συνέχεια 29, μεταφέρθηκαν σε άλλο κλωβό, πιο μακριά, στη χαράδρα [3].

Τον Ιούνιο του 1948 που πήγε ο Α. Λαμπέρ, το στρατόπεδο είχε 650 άνδρες, τους οποίους η διοίκηση τους είχε κατατάξει σε τέσσερις κατηγορίες ανάλογα όχι μόνο με τα φρονήματα αλλά και με την πίστη τους στο καθεστώς. Η κατηγορία Α΄ περιλάμβανε τους νομιμόφρονες, οι οποίοι σύντομα θα επέστρεφαν στις μονάδες τους. Η Β΄ αξιωματικούς που δεν ήταν πλήρως νομιμόφρονες και είχαν ακόμα ανάγκη αναμόρφωσης. Στην Γ΄κατηγορία ανήκαν οι νεοφερμένοι που δεν θεωρούνταν ανεπίδεκτοι αναμόρφωσης. Η Δ΄ περιλάμβανε κυρίως αξιωματικούς της εφεδρείας και κάποιους άλλους όχι επικίνδυνους αλλά αμετανόητους που σκόπευαν να τους διαγράψουν από τις τάξεις του στρατού [4].

Τον Αύγουστο του 1948, οι «αναμορφωμένοι» αξιωματικοί έφυγαν από τη Μακρόνησο, πήραν όπλα, καθώς και τη σημαία από τα χέρια του βασιλιά, στη διάρκεια μιας πανηγυρικής τελετής στο Στάδιο. Έτσι δημιουργήθηκαν τα Ειδικά Τάγματα Αξιωματικών (ΕΤΑΞ), τα οποία στάλθηκαν στο μέτωπο για να πολεμήσουν τους «κομμουνιστάς». Στα ΕΤΑΞ συμμετείχαν και φαντάροι, αρχικά κυρίως από το Γ΄ Τάγμα, το «Γαλάζιο» [5]. Μετά την αποχώρηση των αξιωματικών, το «Κέντρο» παρέμεινε ως έδρα του στρατοπεδάρχη. Εκεί κτίστηκε αργότερα και το Νοσοκομείο.

 

Τα Τάγματα Σκαπανέων

 

Το Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1947 και άνοιξε το δρόμο για τη μαζική «ανάνηψη» των στρατιωτών. Παρομοιαζόταν με «κολυμπήθρα του Σιλωάμ», όπου οι «εαμοβούλγαροι» αναβαπτίζονταν στα νάματα της εθνικοφροσύνης και έβγαιναν απαλλαγμένοι από το μικρόβιο του κομμουνισμού. Στο γκρι τοπίο και στο βαρύ κλίμα της Μακρονήσου το γαλάζιο της θάλασσας και η δυνατότητα να κάνουν μπάνιο αποτελούσε μια παρηγοριά.

Η επιχείρηση αναμόρφωσης είναι συνδεδεμένη με το όνομα του Ταγματάρχη Π. Σκαλούμπακα, ο οποίος υπήρξε αρχικά υποδιοικητής και στη συνέχεια Διοικητής του Γ΄Τάγματος, μέχρι το Σεπτέμβριο του 1948. Άμεσος βοηθός του ο Μάκης Δόγκας, πρώην κομμουνιστής, αρχισυντάκτης του περιοδικού Σκαπανεύς, συντάκτης του Ύμνου του Γ΄Τάγματος και δημιουργός της χορωδία που το τραγουδούσε. Η εκκλησία, την οποία έκτισαν οι φαντάροι και διακόσμησαν μετά από έρανο, είχε ονομαστεί, συνδηλωτικά, Απόστολος Παύλος. Όπως ο Παύλος, από φανατικός αντίπαλος του χριστιανισμού μετατράπηκε σε φανατικό υπέρμαχο, έτσι και οι φαντάροι θα….

 

Καθαριότητα, Γ’ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών Μακρονήσου, 1953 (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Όταν οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ επισκέφθηκαν τη Μακρόνησο, τον Ιούνιο του 1948, τα τρία Τάγματα είχαν 15.300 άνδρες και η Διοίκηση τους πληροφόρησε ότι 5.000 είχαν ήδη επανενταχθεί στο στρατό. Οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ, πήγαν ή τους πήγαν στο Γ΄ Τάγμα, το οποίο εκείνη την εποχή λειτουργούσε ως «βιτρίνα». Τους έκανε εξαιρετική εντύπωση. Οι σκηνές ήταν βαλμένες τακτικά, οι κουβέρτες επαρκείς, τα κτίρια της διοίκησης καλής κατασκευής. Το μενού και οι μερίδες ήταν αναρτημένα μια εβδομάδα νωρίτερα, για να λαμβάνει γνώση ο καθένας. Η Έκθεσή του Α. Λαμπέρ αποπνέει ένα θαυμασμό. Γράφει ότι οι φαντάροι το πρωί έπιναν τσάι ή καφέ, το μεσημέρι έτρωγαν ψάρι ή κρέας με λαχανικά, το βράδυ σούπα με λαχανικά ή ζυμαρικά, όλα φτιαγμένα με λάδι. Οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ δοκίμασαν τη σούπα και την αξιολόγησαν ως πολύ καλής ποιότητας και επαρκούς ποσότητας. Ενημερώθηκαν ότι η μερίδα του ψωμιού ήταν 250 δράμια (800 γραμ.). Σημείωσαν ότι δεν υπήρχε εστιατόριο, αλλά υπήρχε καντίνα ευπρόσιτη σε όλους, που λειτουργούσε υπό την εποπτεία της Διοίκησης και διέθετε και χυμούς. Η καντίνα διέθετε επίσης και μεγάφωνα για να ακούν ραδιόφωνο [6].

Τα ρούχα και τα παπούτσια τους φάνηκαν σε εξαιρετική κατάσταση και οι σχέσεις των στρατιωτών με τη διοίκηση «εγκάρδιες». Οι «ανανήψαντες» έπαιρναν και άδειες για το σπίτι τους. Όσοι θα επανεντάσσονταν σύντομα στο Στρατό έπαιρναν 2.500 δραχμές την ημέρα, όσοι ήταν υπό «επιτήρηση» 500 δραχμές. Το Τάγμα χορηγούσε και έντεκα τσιγάρα την ημέρα. Η Διοίκηση τους ενημέρωσε ότι η καταναγκαστική εργασία δεν ήταν υποχρεωτική, αλλά οι στρατιώτες «συγύριζαν» το στρατόπεδο, κατασκεύαζαν και βελτίωναν τους δρόμους που το συνέδεαν με τα άλλα. Το πρωί οι κρατούμενοι έκαναν ασκήσεις και όσοι ήταν αναλφάβητοι παρακολουθούσαν μαθήματα στοιχειώδους εκπαίδευσης. Τα απογεύματα ήταν αφιερωμένα σε θεωρητικά μαθήματα και η παρουσία όλων ήταν υποχρεωτική. Το Τάγμα διέθετε μια μικρή ορχήστρα με κιθάρες και καλούς τραγουδιστές, καθώς και μία μπάντα. Η χορωδία του είχε κάνει επιτυχή εμφάνιση στη Σύρο, όπου και η ποδοσφαιρική ομάδα «Μακρόνησος» είχε νικήσει την αντίστοιχη της Σύρου με 6-0.

Την ιατρική περίθαλψη, η οποία εξασφαλιζόταν από στρατιωτικούς γιατρούς και νοσοκόμους, τη βρήκαν επαρκή. Οι βαριά ασθενείς μεταφέρονταν στο στρατιωτικό νοσοκομείο Αθηνών, ενώ στο νοσηλευτήριο του Τάγματος βρίσκονταν 40 ασθενείς. Είχαν μεγάλη έλλειψη από φάρμακα και εργαλεία, αλλά και από ζάχαρη και ο ΔΕΣ υποσχέθηκε να συμβάλει.

Οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ, γνώστες των δημοσιευμάτων για τα βασανιστήρια, αλλά και «ενθουσιασμένοι από τη συμπεριφορά όχι μόνο των αρχών αλλά κυρίως από την έκφραση της συμπάθειας των στρατιωτών απέναντι τους» θεώρησαν ότι στους πρώτους έξι μήνες έγιναν «κάποια λάθη κυρίως ψυχολογικού τύπου», αλλά ότι έχει γίνει μια «αξιοσημείωτη επανόρθωση» από νέους αξιωματικούς, ειδικά επιλεγμένους, οι οποίοι κατηύθυναν τη διαδικασία αναμόρφωσης. Οι νεοφερμένοι μοιράζονταν αναλογικά στα τρία τάγματα και μεγάλο μέρος της αναμόρφωσης γινόταν από τους συντρόφους τους. Και η Έκθεση καταλήγει ότι, αν και κινήθηκαν ελεύθερα μεταξύ των στρατιωτών, κανείς δεν εξέφρασε κανένα παράπονο [7].

Η επόμενη επίσκεψη των εκπροσώπων του ΔΕΣ έγινε το Δεκέμβρη 1948. Στο διάστημα των έξι μηνών που μεσολάβησε από την πρώτη επίσκεψη η δύναμη των τριών Ταγμάτων είναι μειωθεί σχεδόν στο μισό: το Α΄ Τάγμα είχε 4.000 άνδρες με Διοικητή τον Αντώνη Βασιλόπουλο, το Β΄ 2.500 άνδρες με Διοικητή το Γιώργο Τζανετάτο, ο οποίος αργότερα φυλακίστηκε για κατάχρηση του επιδόματος των κρατουμένων [8] και το Γ΄ 2.300 με Διοικητή το Γιώργο Σγούρο. Το στρατόπεδο αξιωματικών είχε 702. Επρόκειτο να ενταχθούν στο στράτευμα ακόμα 1.600 στρατιώτες.

Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι οι συνθήκες δεν είχαν αλλάξει. Οι στρατιώτες τρέφονταν με 3.300 έως 3.900 θερμίδες την ημέρα. Μόνο στην καντίνα οι τιμές είχαν αυξηθεί κατά 10%. Με τα χρήματα αυτά όμως σκόπευαν να αγοράσουν μουσικά όργανα, δίσκους γραμμοφώνου, είδη αθλητισμού, να δημιουργήσουν δικό τους ραδιοφωνικό σταθμό, να ανεβάσουν θεατρικές παραστάσεις και να βοηθήσουν τις οικογένειες των στρατιωτών που είχαν ανάγκη. Η «αναμόρφωση» είχε οργανωθεί καλύτερα. Σε κάθε στρατόπεδο είχε ιδρυθεί Γραφείο Ηθικής και Εθνικής Αγωγής, με τμήμα συνεδρίων, τμήμα τύπου (Βλ. Παράρτημα, τέχνης (μουσική, θέατρο) καθώς και τμήμα αθλητισμού. Υπήρχε μεγάλη πειθαρχία. Οι Διοικητές ενδιαφέρονταν όμως για τους άντρες τους και εκείνοι τους αποκαλούσαν «παππού» ή «μπαμπά» [9].

 

Το θέατρο του Γ’ Τάγματος Σκαπανέων, 5/7/1948 (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Μετά από μερικούς μήνες, τον Απρίλιο του 1949, η δύναμη των τριών Ταγμάτων είχε μειωθεί ακόμα περισσότερο. Το Α΄ είχε 1.700 άντρες, το Β΄ 3.500 και το Γ΄ 2.500. Αξιωματικοί 500. Ο ραδιοφωνικός σταθμός είχε αρχίσει τις εκπομπές του και είχε αρχίσει να κατασκευάζεται μια αίθουσα φαγητού για τους αξιωματικούς καθώς και το νοσοκομείο. Ο Α. Λαμπέρ στην Έκθεσή του σημειώνει ότι είναι «αδύνατο» να περιγράψει κανείς την εντύπωση που αποκομίζει από αυτά τα στρατόπεδα, τα περιφραγμένα με αγκαθωτό σύρμα, καθώς και από το πνεύμα που τα διακατέχει. Αναφέρει ότι ρώτησε για κάποιον που ήταν κουρεμένος «γουλί», εάν ήταν νεοσύλλεκτος και του απάντησαν ότι μετά από μερικούς μήνες παραμονής στη Μακρόνησο χορηγούσαν στους φαντάρους μια 48ωρη άδεια. Ο συγκεκριμένος στρατιώτης παραβίασε την άδεια του και το κούρεμα «εν χρω» ήταν τιμωρία, γιατί κανείς, εκείνη την εποχή, δεν ήθελε να τον δουν έτσι [10].

Το γεγονός αυτό δίνει μια εξήγηση γιατί, τους αξιωματικούς, όταν τους καθαίρεσαν, τους κούρεψαν και επιπλέον τους φωτογράφισαν κουρεμένους. Στη Μακρόνησο η βία δεν ήταν μόνο σωματική. Το σύστημα αναμόρφωσης στόχευε στον εξευτελισμό του ανθρώπου, δημιουργώντας μια κατάσταση συνεχούς ψυχικής αγωνίας, άγχους και απροσδιόριστου φόβου που άγγιζε κάθε πλευρά της ανθρώπινης συγκρότησης και καθημερινότητας, ακόμα και τις «τρίχες». Εκείνη την εποχή το μουστάκι θεωρείτο συνώνυμο του ανδρισμού. Στη Μακρόνησο το ξερίζωναν. Κάποιοι, για να αποφύγουν τη σωματική βία (τον πόνο από το ξερίζωμα) και την ηθική (τον εξευτελισμό) αποφάσιζαν να το ξυρίσουν μόνοι τους. Συνειδητά ή ασυνείδητα μια τέτοια ενέργεια συνιστούσε μια πράξη υποταγής, μια άλλου είδους δήλωση μετανοίας. Ωστόσο οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ ήταν πολύ μακριά από όλα αυτά.

 

Άποψη του Β’ Τάγματος Σκαπανέων (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Στρατόπεδα για «ιδιώτες»

 

Μπορεί η Μακρόνησος να δημιουργήθηκε από το ΓΕΣ, η παρουσία όμως των πολιτών, οι οποίοι ανήκαν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και του υπουργείου Δικαιοσύνης, ήταν έντονη. Η έννοια του πολίτη, του ανθρώπου που ασχολείται με τα κοινά, με τα δημόσια, με την πολιτική, ήταν ίσως ακατανόητη για τους στρατιωτικούς που εμπνεύστηκαν και οργάνωσαν τη Μακρόνησο, γι αυτό χρησιμοποίησαν τη λέξη «ιδιώτης». Τα στρατόπεδα πολιτών τα ονόμαζαν «Στρατόπεδα Ιδιωτών». Από αυτά «πέρασαν» όλες οι προσωπικότητες της αριστεράς που δεν πήγαν φυλακή ή δεν βρέθηκαν «έξω» ως πολιτικοί πρόσφυγες, αλλά και «προληπτικοί» επαρχιώτες, συγγενείς ανταρτών, άντρες γυναίκες και παιδιά που είχαν συλληφθεί για προληπτικούς λόγους, επειδή βοηθούσαν τους αντάρτες ή πιθανόν να τους βοηθούσαν.

Στη διάρκεια της πρώτης τους επίσκεψη στη Μακρόνησο οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ, Α. Λαμπέρ και ο Ρ. Ροθ, επισκέφτηκαν και τα δύο στρατόπεδα πολιτών. Το «Ειδικό» όπου κρατούνταν οι προληπτικοί, κυρίως από την Πελοπόννησο, το οποίο ανήκε στο Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων και το στρατόπεδο «Ιδιωτών», το οποίο βρισκόταν στη ΣΦΑ, όπου κρατούνταν και οι στρατηγοί του ΕΛΑΣ Σ. Σαράφης [11]11, Εμ. Μάντακας (Βλ. Δεκεμβριανά) και Μ. Χατζημιχάλης [12], ο Κ. Γαβριηλίδης, αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος, πρώην βουλευτής, κ.ά..

Τον Ιούνιο του 1948 το στρατόπεδο «ιδιωτών» στη ΣΦΑ, είχε 224 άνδρες, Διοικητή το Λοχαγό της Χωροφυλακής Μιχαλόπουλο και περιβαλλόταν από σύρμα αγκαθωτό. Στην πράξη λειτουργούσαν δύο στρατόπεδα, ένα για τους δεξιούς (δοσίλογους, Μάυδες) και ένα για τους αριστερούς, εξ ολοκλήρου χωρισμένα το ένα από το άλλο, με δικές τους εισόδους. Και η ΣΦΑ είχε δύο στρατόπεδα, ένα για τους κρατούμενους κοινού ποινικού δικαίου (κυρίως ναρκομανείς) και ένα για τους «άλλους», τους πολιτικούς. Όλοι οι κρατούμενοι ζούσαν στοιβαγμένοι σε σκηνές, στις οποίες είχαν κτίσει τοιχία και κοιμόνταν πάνω σε ψάθες ή/και κουβέρτες. Οι γηραιότεροι απολάμβαναν κάποιας εύνοιας και οι σκηνές τους είχαν κρεβάτια.

Μπαίνοντας στο στρατόπεδο ο Α. Λαμπέρ και ο Ρ. Ροθ, συνοδευόμενοι από τον Διοικητή του στρατοπέδου, από τον Γενικό Διευθυντή του υπουργείου Δικαιοσύνης και από τον Διοικητή του Γ΄ Τάγματος (Π. Σκαλούμπακα) συνάντησαν τον Α. Λούλη, μέλος της ΚΕ του ΕΑΜ, τον οποίο ο Α. Λαμπέρ γνώριζε από την Κατοχή και είχαν συνεργαστεί στη διάρκεια των Δεκεμβριανών (βλ. Δεκεμβριανά). Ο Α. Λούλης τους προσκάλεσε στη σκηνή του την οποία μοιραζόταν με πέντε άλλους, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Μιχάλης Χατζημιχάλης του ΕΛΑΣ [13].

Ο Α. Λούλης, μιλώντας εν ονόματι όλων, έκανε κριτική στις συνθήκες κράτησης και επικαλέστηκε τους συγκρατούμενούς του στρατηγούς Σαράφη, Μάντακα και τον Κ. Γαβριηλίδη. Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει «Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον ενός πραγματικού κομμουνιστικού συνεδρίου» και υπογραμμίζει – μάλλον έκπληκτος – ότι μιλούσαν ελεύθερα μπροστά στους «αξιωματούχους». Ο Α. Λούλης επισήμανε ότι φοβόντουσαν κυρίως τα μέτρα που επρόκειτο να εφαρμοστούν και σε αυτό ήταν σύμφωνος και ο στρατηγός Σαράφης. Ο Α. Λαμπέρ δεν ήθελε ή/και δεν μπορούσε να μπει σε μια συζήτηση πολιτική και διευκρίνισε, όπως έκανε συνήθως, ότι η Συνθήκη της Γενεύης δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στη δική τους περίπτωση και ότι η παρουσία του ΔΕΣ στο στρατόπεδο οφειλόταν στην καλή θέληση των ελληνικών αρχών.

Στην Έκθεση του, όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης, μας πληροφορεί ότι η «καταναγκαστική» εργασία δεν ήταν υποχρεωτική, ότι οι κρατούμενοι μπορούσαν να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, ότι περνούσαν το χρόνο τους διαβάζοντας βιβλία και παίζοντας σκάκι ή τάβλι. Δεν είχαν όμως βιβλιοθήκη, ούτε ορχήστρα, ούτε ράδιο, ούτε θέαμα. Δικαιούνταν να γράφουν ένα γράμμα την εβδομάδα, αλλά δέχονταν απεριόριστα και γράμματα και δέματα. Με τα δέματα που έστελναν οι οικογένειές τους οι περισσότεροι συμπλήρωναν τη διατροφή τους. Δεν υπήρχε εστιατόριο και έτρωγαν κάτω από τις σκηνές. Φορούσαν τα δικά τους ρούχα. Το νερό το μετέφεραν δεξαμενόπλοια από το Λαύριο και θεωρητικά ο κάθε κρατούμενος δικαιούτο οκτώ λίτρα την ημέρα. Τα αποχωρητήρια απολυμαίνονταν με ασβέστη και γινόταν ψεκασμός με DTT. Στην ιατρική περίθαλψη, εκτός από το ιατρικό προσωπικό του υπουργείου Δικαιοσύνης, συμμετείχαν και έξι γιατροί κρατούμενοι και ο ΔΕΣ ενήργησε ώστε να απομακρυνθεί ένας κρατούμενος με ανοικτή φυματίωση [14].

Η επόμενη επίσκεψη στο στρατόπεδο «ιδιωτών», έγινε από τον Α. Λαμπέρ το Δεκέμβρη του 1948. Ως Διοικητής του στρατοπέδου αναφέρεται ο Διοικητής της ΣΦΑ, ο πρώην Συνταγματάρχης του ιππικού Θωμάς Σούλης, γνωστός και με το παρατσούκλι «παππούς». Ανέλαβε Διοικητής στις ΣΦΑ το Μάρτιο του 1948 και έφυγε τον Ιούλιο του 1949, κατηγορούμενος για οικονομικές ατασθαλίες αλλά και για ασέλγεια σε βάρος ανηλίκων [15].

Η σημαντικότερη διαφορά από την προηγούμενη επίσκεψη ήταν ότι ο αριθμός των κρατουμένων είχε αυξηθεί: 902 άνδρες, από τους οποίους οι 808 ήταν υπόδικοι και οι 94 καταδικασμένοι. Οι συνθήκες δεν είχαν αλλάξει. Ο ΔΕΣ έκανε ονομαστική διανομή και φρόντισε να πάρει έστω και κάτι, κάθε ένας από τους 94 καταδικασμένους. Στις γενικές παρατηρήσεις ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι ένας μεγάλος αριθμός υποδίκων έχει υπογράψει δήλωση, αφού απομόνωσαν τους αρχηγούς σε ένα στρατόπεδο που βρισκόταν στο βόρειο τμήμα της Μακρονήσου, σε 13 χλμ. απόσταση, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να το επισκεφτεί, λόγω έλλειψης μεταφορικών μέσων. Εκεί θα εγκαθιστούσαν και τους εξόριστους που θα έφερναν από την Ικαρία [16].

 

Οι πολιτικοί εξόριστοι

 

Το Δεκέμβριο του 1948, τελικά όλο το στρατόπεδο των πολιτών από το νοτιότερο άκρο του νησιού, όπου ήταν οι ΣΦΑ, μεταφέρθηκε στο βορειότερο σημείο, στο Τρισανέμι. Ονομαζόταν «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων» ή «Πειθαρχημένη» (συντόμευση του «Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης») ή «Δ΄ Τάγμα» (το Α΄, Β΄ και Γ΄ αποτελούνταν από στρατιώτες) ή «Στρατόπεδο Ρέντη», γιατί ιδρύθηκε όταν Υπουργός Δημόσιας Τάξεως ήταν ο Κ. Ρέντης. Η μεταφορά των εξορίστων από τα νησιά οδήγησε και στην επέκταση του στρατοπέδου, 1.000 μ. νοτιότερα, στην περιοχή του Αη Γιώργη. Σε σύντομο χρονικό διάστημα στη θέση Τρισανέμι –  Άη Γιώργης λειτούργησε το μεγαλύτερο στρατόπεδο πολιτών του εμφυλίου πολέμου [17].

 

Πολιτικοί εξόριστοι στο Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης (Αη Γιώργης-Τρισανέμι), 5/1949, (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Ο Α. Λαμπέρ το επισκέφτηκε στις 2 Απριλίου 1949. Είχε 5.000 άντρες, από τους οποίους οι 4.370 ήταν στο Τρισανέμι και οι 630 στον Αη Γιώργη που άρχιζε και αυτός σιγά σιγά να γεμίζει με εξόριστους. Διοικητής ήταν ο Συνταγματάρχης της Χωροφυλακής Σηφάκης. Οι κρατούμενοι έμεναν σε σκηνές υπερπλήρεις και μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι είχαν κρεβάτια. Οι σκηνές ήταν σε κακή κατάσταση και τις επιδιόρθωναν μόνοι τους, ενώ δεν υπήρχε καμιά πρόνοια για θέρμανση. Υπήρχε μια ηλεκτρογεννήτρια, δύο εγκαταστάσεις με νιπτήρες, η μία σκεπασμένη και η άλλη υπαίθρια και κτίρια υπό κατασκευή. Οι κρατούμενοι μπορούσαν να τριγυρνούν στο στρατόπεδο και να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, καθώς και την τουαλέτα τους. Δεν ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν και οι αγγαρείες γίνονταν εκ περιτροπής. Η θρησκευτική ζωή ήταν ανύπαρκτη, αφού οι εξόριστοι ήταν μέλη του ΚΚΕ, σύμφωνα με τον Α. Λαμπέρ. Δεν υπήρχε ούτε βιβλιοθήκη, ούτε ραδιόφωνο [18].

Τα γεύματα κανονίζονταν από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, με βάση το επίδομα των 3.000 δρχ. την ημέρα. Το πρωί έπιναν καφέ ή τσάι, το μεσημέρι και το βράδυ ¾ του κιλού σούπα με φασόλια ή φακές. Η μερίδα του ψωμιού ήταν 120 δράμια (384 γραμ.). Η τροφή ήταν λιγοστή, καθώς και το γάλα για τους αρρώστους. Πολλοί κρατούμενοι δεν είχαν ούτε κουβέρτες, ούτε ρούχα.

Υπήρχε γιατρός στο στρατόπεδο αλλά και γιατροί εξόριστοι. Οι φυματικοί είχαν απομονωθεί σε τέσσερις σκηνές, οι οποίες δεν είχαν καλό αερισμό. Ο γιατρός είπε στον Α. Λαμπέρ ότι υπήρχαν 80 άτομα με ανοιχτή φυματίωση και ότι τον προηγούμενο μήνα είχε πεθάνει κάποιος, ενώ τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Η έλλειψη φαρμάκων ήταν μεγάλη και φεύγοντας ο Α. Λαμπέρ πήρε μαζί του μία κατάσταση τεσσάρων σελίδων με τα αναγκαία φάρμακα. Στην περιοδεία του στις σκηνές των αρρώστων συνοδεύτηκε από τους Στρατηγούς Σαράφη και Μάντακα, τον Κ. Γαβριηλίδη και το γιατρό Κ. Ζωγράφο. Τους υποσχέθηκε ότι ο Ελληνικός και ο Διεθνής ΕΣ θα φροντίσουν για φάρμακα, καθώς και για τη διατροφή των αρρώστων και τη λειτουργία ενός νοσοκομείου [19].

Τέσσερις μήνες αργότερα, τον Ιούλιο 1949, ο Α. Λαμπέρ επισκέφτηκε ξανά το στρατόπεδο. Ο αριθμός των κρατουμένων είχε διπλασιαστεί: 10.494. Στο Τρισανέμι ήταν 4.994 άντρες και στον Άη Γιώργη 5.500: από 630 στις 2 Απριλίου. Μεγάλο μέρος από τις σκηνές των νεοφερμένων ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Σε έναν από τους «κλωβούς» μόνο οι επτά σκηνές, από τις 45, ήταν σε καλή κατάσταση. Έλειπε το σαπούνι, όπως σε όλα τα στρατόπεδα, και το μπάνιο στη θάλασσα είχε περιοριστεί στις τρεις φορές την εβδομάδα, με αιτιολογικό το μεγάλο αριθμό των εξορίστων. Το φαγητό δεν ήταν καλό. Είχε πολύ νερό και λίγο ρύζι. Οι κρατούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να εργάζονται έξι ώρες την εβδομάδα. Στους τέσσερις μήνες που μεσολάβησαν είχαν φτιάξει φούρνο, δεξαμενές νερού, αποθήκες τροφίμων και κτίρια για τη Διοίκηση [20].

Η περίθαλψη δεν ήταν καλή, παρόλο που υπήρχαν 46 γιατροί μεταξύ των κρατουμένων. Δεν υπήρχε συνολική διαχείριση του φαρμακευτικού υλικού στα στρατόπεδα. Ο Διεθνής μαζί με τον Ελληνικό ΕΣ σχεδίαζαν να λειτουργήσουν ένα αναρρωτήριο με 80 κρεβάτια και ήδη ο Ελληνικός ΕΣ είχε πάρει δυο παραπήγματα για να οργανώσει το φαρμακείο. Οι γιατροί θεωρούσαν ότι οι 80 φυματικοί έπρεπε να σταλούν πίσω στην Ικαρία και ότι 13 έπρεπε να απομονωθούν άμεσα. Κάποιοι εξόριστοι εξέφρασαν την επιθυμία να δημιουργηθεί μια βιβλιοθήκη με βιβλία επιστημονικά αλλά και μυθιστορήματα.

 

Πολιτικοί εξόριστοι στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο (Μίκης θεοδωράκης, Μανώλης Παπουτσάκης, Μανώλης Φουρτούνης), 3/1949, (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Μαζί με τη γυναίκα του ο Α. Λαμπέρ περιηγήθηκαν ανάμεσα στις σκηνές και μίλησαν με τους κρατούμενους. Αυτοί παραπονέθηκαν ότι τα γράμματα αλλά και τα δέματα με τα τρόφιμα που τους έστελναν οι δικοί τους ή δεν τα έπαιρναν καθόλου ή καθυστερούσαν έως και 15 μέρες και πίστευαν ότι αυτό γινόταν επίτηδες, ενώ ο Λαμπέρ θεωρούσε ως αιτία την κακή οργάνωση. Οι κρατούμενοι διαμαρτυρήθηκαν για την έλλειψη νερού και υποστήριξαν ότι, εάν η υδροφόρα ερχόταν καθημερινά, όλοι οι εξόριστοι θα μπορούσαν να είχαν τέσσερις οκάδες πόσιμο νερό την ημέρα. Διαμαρτυρήθηκαν και για τη μείωση των ημερών του θαλάσσιου μπάνιου καθώς και ότι το μπάνιο γινόταν κοντά στις αποχετεύσεις και τα μαγειρεία, πράγμα επικίνδυνο για την υγεία τους. Υποστήριξαν επίσης ότι η εργασία ήταν υποχρεωτική και κατήγγειλαν ότι τους ξυλοκοπούσαν, εάν δεν την έκαναν γρήγορα. Κατήγγειλαν ακόμα ότι δεν έστελναν στο νοσοκομείο όσους δεν είχαν υπογράψει δήλωση, ακόμα και εάν ήταν βαριά άρρωστοι. Κάποιοι κατηγόρησαν ευθέως τον ΔΕΣ ότι φέρει ευθύνη για όσα τους συμβαίνουν, γιατί δεν τα καταγγέλλει. Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι αυτές οι διαμαρτυρίες εκπορευόταν από μια συγκεκριμένη ομάδα εξορίστων, η οποία τους πολιορκούσε «στενά» σε όλη τη διάρκεια της περιοδείας τους στις σκηνές [21].

Ο Διοικητής Σηφάκης είπε στον Α. Λαμπέρ ότι επιθυμούσε να βελτιώσει τις συνθήκες στο στρατόπεδο. Κατηγόρησε τους κρατούμενους ότι δήλωναν άρρωστοι ή τρελοί χωρίς να είναι και ανέφερε την περίπτωση του Θ. Μακρίδη, στρατιωτικού στελέχους του ΚΚΕ. Ο συγκεκριμένος κρατούμενος είχε σταλεί στην Αθήνα δύο φορές ως ασθενής αλλά αποδείχτηκε ότι δεν είχε τίποτα [22]. Είπε ακόμα ότι οι φυματικοί ήθελαν να γυρίσουν στην Ικαρία, όχι γιατί εκεί θα γίνονταν καλά, αλλά γιατί εκεί η ζωή ήταν πιο ευχάριστη.

 

Οι Μάνος Κατράκης, Τ. Καρούσος, Γιάννης Ιμβριώτης, Μενέλαος Λουντέμης, Δημήτρης Φωτιάδης, Νίκος Παπαπερικλής στη Μακρόνησο, 1949 (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Η γνώμη του Α. Λαμπέρ για τα αίτια της σωρείας των προβλημάτων που παρουσίαζε το στρατόπεδο ήταν η απότομη αύξηση του αριθμού των κρατουμένων και η παντελής έλλειψη οργάνωσης. Επιπλέον είχε τη γνώμη ότι οι κρατούμενοι, ως εξόριστοι στα νησιά, είχαν μια ζωή ασύγκριτα πιο ελεύθερη και ανεξάρτητη απ’ ό,τι στη Μακρόνησο και ότι κάποιοι ήθελαν να υπάρχει σύγχυση, ακαταστασία και βρωμιά για να έχουν μια ακόμα ευκαιρία να διαμαρτύρονται. Το «συν Αθηνά και χείρα κίνει» δεν εκτιμάται σε αυτό το στρατόπεδο, γράφει. Θεωρεί επίσης ότι μια από τις αιτίες της κακής λειτουργίας ήταν η έλλειψη απασχόλησης και ήλπιζε ότι τα πράγματα θα διορθώνονταν με τον καιρό. Ως άμεση ανάγκη, πριν πιάσει ο χειμώνας, ήταν να βρεθούν 3-4.000 κουβέρτες, παρόλο που η Λίγκα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα, από το Λονδίνο είχε στείλει αρκετές. Γενικότερα σημειώνει ότι σε αυτό το στρατόπεδο «οι συνθήκες ήταν αντίθετες και με τους πιο βασικούς ανθρωπιστικούς κανόνες» [23].

Μετά από δύο εβδομάδες ο Α. Λαμπέρ πήγε ξανά στο στρατόπεδο συνοδεύοντας τα φάρμακα και τα κρεβάτια για το αναρρωτήριο του Ελληνικού ΕΣ. Αυτά είχαν μεταφερθεί με καμιόνι στο Λαύριο για να φορτωθούν στο καΐκι, αλλά ο καιρός δεν το επέτρεψε και έμειναν σε μια στρατιωτική αποθήκη. Οι κρατούμενοι πίστευαν ότι η Διοίκηση του στρατοπέδου μπλόκαρε τα φάρμακα, με το αιτιολογικό ότι περίμενε γράμμα από τον Ελληνικό ΕΣ και ο Α. Λαμπέρ θεώρησε ότι πρόκειται για παρεξήγηση. Συναντήθηκε με τους κρατούμενους γιατρούς και ο Κ. Ζωγράφος τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν πια μόνο 30 φυματικοί και ότι θα έστελναν και αυτούς στην Ικαρία. Ο αριθμός των κρατουμένων είχε λίγο μειωθεί (9.996), αφού 500 περίπου εξόριστοι είχαν απελευθερωθεί την προηγούμενη εβδομάδα [24].

 

Σκαπανεύς Μακρονήσου. Μηνιαίο περιοδικό των Μονάδων Μακρονήσου, τχ. 7 (11/1949) (Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ).

 

Οι «προληπτικοί»

 

Στη Μακρόνησο, εκτός από τα στρατόπεδα πολιτών στο βόρειο άκρο του νησιού, στο Τρισανέμι και τον Αη Γιώργη που δημιουργήθηκαν στα τέλη του 1948, τον Απρίλιο του 1949 συγκεντρώθηκαν πολίτες, οι οποίοι δεν ήταν ούτε εξόριστοι, ούτε φυλακισμένοι, σε ένα «Ειδικό» στρατόπεδο, το οποίο ανήκε στο Α΄ Τάγμα Σκαπανέων ή Α΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (ΑΕΤΟ), με Διοικητή τον Α. Βασιλόπουλο, από το οποίο και ηλεκτροφωτίζονταν. Τη «μαγιά» αποτέλεσαν 2.200 κρατούμενοι που είχαν συλληφθεί για προληπτικούς λόγους στη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του Στρατού στην Πελοπόννησο, οι οποίοι βρίσκονταν στη ΣΦΑ από το Δεκέμβριο του 1948 [25]. Η παρουσία ηλικιωμένων αλλά και ανηλίκων ήταν σημαντική. Το «Ειδικό» αυτό στρατόπεδο ήταν ένας από τους προάγγελους του «Οργανισμού Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου» (ΟΑΜ), που ιδρύθηκε μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού.

Ο Α. Λαμπέρ επισκέφτηκε το «Ειδικό» στρατόπεδο το Μάιο 1949. Αποτελείτο από τέσσερις τομείς/κλωβούς, με διοικητή έναν υπολοχαγό. Είχε 7.000 άντρες από τους οποίους οι 150 ήταν ανήλικοι από 10 έως 20 χρονών. Οι κρατούμενοι έμεναν σε τεράστιες, ψηλές, στρατιωτικές σκηνές, τακτικά βαλμένες. Μπορούσαν να περιφέρονται ελεύθερα στον κλωβό τους και να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα. Στο στρατόπεδο υπήρχαν εγκαταστάσεις με νιπτήρες, αλλά δεν υπήρχε καθόλου σαπούνι, ούτε για το πόσιμο νερό, ούτε για το νερό της θάλασσας, το οποίο συνήθως χρησιμοποιούσαν και για καθαριότητα, αφού το πόσιμο ήταν σπάνιο [26].

Τα τρία τέταρτα των κρατουμένων ήταν πολύ φτωχοί. Φορούσαν τα ρούχα που είχαν φέρει, όταν τους συνέλαβαν, αλλά δεν επαρκούσαν. Χρειάζονταν επίσης εσώρουχα, κάλτσες και κουβέρτες για να στρώνουν κάτω να κοιμούνται. Οι 3.000 την ημέρα που διατίθεντο για τον καθένα δεν κάλυπταν τις βασικές ανάγκες διατροφής τους. Η μερίδα του ψωμιού, 120 δράμια (384 γραμ.), ήταν ανεπαρκής και τα τρόφιμα στην καντίνα ήταν ακριβότερα, λόγω των εξόδων μεταφοράς.

Ο γιατρός ήταν στρατιωτικός, από το ΑΕΤΟ, αλλά υπήρχαν και γιατροί μεταξύ των κρατουμένων. Δεν υπήρχε αναρρωτήριο αλλά είχαν απομονώσει τους 80 φυματικούς. Από τότε που άνοιξε το στρατόπεδο είχαν πεθάνει δύο άνθρωποι. Δεν υπήρχε φαρμακείο, ενώ χρειάζονταν άμεσα φάρμακα. Και ενώ υπήρχαν πολλοί τεχνίτες, κουρείς, ράφτες, δεν είχαν υλικά για τη δουλειά τους. Είχαν προγραμματιστεί μαθήματα για τους αναλφάβητους, αλλά από τους 400, μόνο 150 τα παρακολουθούσαν. Δεν έκαναν αθλήματα, ούτε γυμναστική. Τις Κυριακές όμως και τις γιορτές γίνονταν λειτουργίες και Κατηχητικό μια φορά την εβδομάδα. Το Τάγμα, όταν οργάνωσε μια εκδήλωση με χορωδία και ορχήστρα και θεατρική παράσταση που συμμετείχε και ένας γνωστός ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου, προσκάλεσε και τους πολίτες.

Ο Α. Λαμπέρ συναντήθηκε με το Διοικητή της Μακρονήσου Ταξίαρχο Μπαϊρακτάρη, ο οποίος αρνήθηκε ότι οι πολίτες ήταν χωρισμένοι σε κατηγορίες και υποστήριξε ότι οι τέσσερις τομείς / κλωβοί του στρατοπέδου είχαν δημιουργηθεί για να διευκολύνουν την τάξη και την πειθαρχία. Είπε ακόμα ότι σιγά σιγά θα έκανε το στρατόπεδο των «ιδιωτών» να μοιάζει με το στρατιωτικό, το ΑΕΤΟ. Και ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι οι σκηνές ήταν καθαρές και εσωτερικά και εξωτερικά.

Στις συνομιλίες που είχε ο Α. Λαμπέρ με τους κρατούμενους κάποιοι του εκμυστηρεύτηκαν ότι είχαν πολύ φόβο μαθαίνοντας ότι θα σταλούν στη Μακρόνησο, αλλά αναγνώριζαν ότι αντιμετωπίζονται πολύ ανθρώπινα, με καλοσύνη και μεγάλη κατανόηση. Ένας δικηγόρος όμως παρατήρησε ότι ο ΔΕΣ δεν είχε υποβάλει μέχρι τώρα καμιά Έκθεση για το τι συμβαίνει στη Μακρόνησο, ούτε έκανε κάποια διαμαρτυρία για όσα έβλεπε να γίνονται. Φεύγοντας ο Α. Λαμπέρ πήρε μαζί του μία κατάσταση με τα αναγκαία φάρμακα, με υλικά ραπτικής, με υλικά απαραίτητα για τον τσαγκάρη, για τον κουρέα και μια συγκεντρωτική κατάσταση για ρούχα, εσώρουχα και κάλτσες, που οι αριθμοί άρχιζαν από 1.500 κουβέρτες μέχρι 10.000 σαπούνια για πλύσιμο στη θάλασσα [27].

Η επόμενη επίσκεψη του εκπροσώπου του ΔΕΣ στο στρατόπεδο έγινε μετά από δυόμιση μήνες. Στο διάστημα αυτό είχαν απελευθερωθεί περίπου 2.000. Η κινητικότητα του στρατοπέδου ήταν μεγάλη, γιατί την προηγούμενη εβδομάδα, από την επίσκεψη του Α. Λαμπέρ, είχαν μεταχθεί 654 άντρες από τη Μακεδονία, ο αριθμός των ανηλίκων είχε φτάσει τους 200 και μαζί με τους 25 φυματικούς που είχαν σταλεί στο Νοσοκομείο Σωτηρία η συνολική δύναμη του στρατοπέδου ανερχόταν σε 7.780 άνδρες [28].

Η έλλειψη ρούχων, εσωρούχων, παπουτσιών, κουβερτών καθώς και σαπουνιού συνέχιζε να είναι μεγάλη. Ο Διοικητής Μακρονήσου Μπαϊρακτάρης, είπε στον Α. Λαμπέρ, ότι δεν μπορούσε να αυξήσει τη μερίδα του ψωμιού από 120 δράμια (384 γραμ) σε 140, παρόλο που ήξερε ότι δεν ήταν επαρκής, γιατί ο προϋπολογισμός του ήταν ισχνός. Συμπλήρωσε μάλιστα ότι για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες στη διατροφή των «ιδιωτών» αύξησε τον αριθμό των αδειών των στρατιωτών, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί τις μερίδες τους. Είπε ακόμα, ότι με τον ίδιο τρόπο κατόρθωσε να τους δίνει κρέας δύο φορές την εβδομάδα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αύξησε τις τιμές στην καντίνα από 5 έως 10% για να βελτιώσει το συσσίτιο.

Την ιατρική περίθαλψη του στρατοπέδου είχαν έξι στρατιωτικοί γιατροί και έξι κρατούμενοι. Από την προηγούμενη επίσκεψη είχαν πεθάνει δύο ακόμα άνθρωποι: ένας 77 και ένας 89 χρονών(!). Εκτός από τους ηλικιωμένους και τα παιδιά οι υπόλοιποι κρατούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν εκ περιτροπής πέντε ώρες τη μέρα, όλες τις μέρες, για την κατασκευή δρόμων και κτιρίων. Μεγάφωνα είχαν στηθεί σε όλους τους κλωβούς για να ακούν το ραδιοφωνικό σταθμό της Μακρονήσου. Όλοι έπρεπε να παρακολουθούν τα μαθήματα «κοινωνικής διαπαιδαγώγησης». Κάθε κλωβός είχε και δική του χορωδία και θέατρο που έδιναν παραστάσεις κάθε εβδομάδα, εκ περιτροπής. Ο Α. Λαμπέρ παρακολούθησε μια παράσταση του 1ου κλωβού και ενθουσιάστηκε από το χιούμορ και το πνεύμα του έργου και σημείωσε ότι η χορωδία ήταν εξαιρετική [29].

 

Μακρόνησος. Δεκαπενθήμερος έκδοσις του Ειδικού Τάγματος Αξιωματικών (Ε.Τ.ΑΞ.), αρ. φ. 4 (10/9/1948) (Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ).

 

Μετά τις εκλογές του Μαρτίου 1950

 

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, το Νοέμβριο του 1949, ιδρύθηκε ο Οργανισμός Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου (ΟΑΜ), ο οποίος υπαγόταν στο ΓΕΣ αλλά εποπτευόταν από ένα πενταμελές συμβούλιο που αποτελείτο από τους υπουργούς Δικαιοσύνης, Στρατιωτικών, Παιδείας, Δημοσίας Τάξεως, Τύπου και Πληροφοριών [30]. Ήταν η αποκορύφωση των «έκτακτων μέτρων». Στο πλαίσιο της λειτουργίας του ΟΑΜ ιδρύθηκαν τα Ειδικά Σχολεία Αναμορφώσεως Ιδιωτών (ΕΣΑΙ) στο Α΄ και το Β΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (ΑΕΤΟ και ΒΕΤΟ), στα οποία «αναμορφώνονταν» οι άνδρες πολιτικοί κρατούμενοι. Για τις εξόριστες που έφεραν από το Τρίκερι τον Ιανουάριο του 1950 ιδρύθηκε το Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ). Και ενώ οι «αμετανόητοι» αποτελούσαν ένα πολύ μικρό ποσοστό, περίπου 10%, στις εκλογές του έγιναν το Μάρτιο του 1950 το 35,3% από τους «αναμορφωμένους» Μακρονησιώτες ψήφισε τη Δημοκρατική Παράταξη (αριστερά) και το 24,7% την ΕΠΕΚ (κέντρο)  [31]. Με την άνοδο των κομμάτων του Κέντρου στην εξουσία το κατασκεύασμα της «εθνικοφροσύνης» μετεωρίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια άρχισε να καταρρέει.

Η κυβέρνηση όρισε μια τετραμελή επιτροπή με πρόεδρο τον Υπουργό Δικαιοσύνης, η οποία στις 29 Μαρτίου πήγε στη Μακρόνησο για να εξετάσει την κατάσταση και να μιλήσει με τους κρατούμενους. Την ίδια μέρα – και την επόμενη – ο Α. Λαμπέρ που βρισκόταν και αυτός στη Μακρόνησο επισκέφτηκε σχεδόν όλα τα στρατόπεδα, το ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ, το ΓΕΤΟ, το ΕΣΑΓ, τις ΣΦΑ και το Πρότυπο Κέντρο Διαπαιδαγωγήσεως Ανηλίκων Φυλακισμένων. Έκανε δύο διανομές και συνέταξε επτά Εκθέσεις [32].

 

ΣΦΑ

 

Το καθεστώς στις Στρατιωτικές Φυλακές ελάχιστα είχε διαφοροποιηθεί με την κυβερνητική αλλαγή. Στο στρατόπεδο των στρατιωτών κρατούνταν 664 καταδικασμένοι με μικρές ποινές. Το στρατόπεδο των πολιτών περιείχε διπλάσιους κρατούμενους (1.288), οι περισσότεροι υπόδικοι. Υπήρχαν δύο θανατοποινίτες και 142 ανήλικοι από 16 έως 20 χρονών, υπόδικοι. Οι στρατιώτες σιτίζονταν καλύτερα, αφού τους έκοβαν το ένα τρίτο του μισθού τους. Έτρωγαν μισή οκά ψωμί (640 γραμ), ενώ οι πολίτες 140 δράμια (448 γραμ). Οι πολίτες χρειάζονταν 600 κουβέρτες ακόμα και το 70% είχε ανάγκη από ρούχα.

Για όλους το σαπούνι ήταν ανεπαρκές και υπήρχε επίσης έλλειψη στα αναγκαία φάρμακα. Στις 9 Ιανουαρίου είχε πεθάνει ένας άνθρωπος από αιματουρία. Οι κρατούμενοι δούλευαν σε διάφορες εργασίες χωρίς να πληρώνονται, έκαναν κάθε πρωί γυμναστική και οι παπάδες κανονικά την κατήχηση. Τα μαθήματα αναμόρφωσης γίνονταν δυο φορές την ημέρα, μία ώρα το πρωί και μία το βράδυ και ο Διοικητής είπε ότι τα αποτελέσματα ήταν θετικά, γιατί υπήρχαν μόνο 14 «αμετανόητοι» [33].

 

ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ

 

Μπορεί στις ΣΦΑ οι εκλογές να μην άλλαξαν σχεδόν τίποτα, αλλά η Έκθεση που συντάσσει ο Α. Λαμπέρ για το ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ, το οποίο βρισκόταν στο κέντρο σχεδόν του νησιού, μαρτυρεί μια εντελώς διαφορετική κατάσταση, αν και τόσο ο Ταξίαρχος Μπαϊρακτάρης, Διοικητής Μακρονήσου, όσο και ο Αντώνης Βασιλόπουλος, Διοικητής του ΑΕΤΟ, παρέμεναν στη θέση τους. Η βασική ανατροπή αφορούσε την αναλογία μεταξύ των φαντάρων στο ΑΕΤΟ και των πολιτών στο ΕΣΑΙ. Ενώ στις 16 Δεκεμβρίου 1949 στο ΑΕΤΟ υπήρχαν περίπου 8.500 πολίτες, στις 29 Μαρτίου 1950 είχαν μείνει 1.312 άντρες. Οι ηλικιωμένοι είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους και 1.700 «ιδιώτες» που δεν είχαν συμπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις είχαν ντυθεί στρατιώτες. Γι’ αυτό οι στρατιώτες από 1.000 είχαν αυξηθεί σε 2.671 [34].

Την αλλαγή σηματοδοτούσε επίσης το γεγονός ότι η καταναγκαστική εργασία γινόταν μέρα παρά μέρα, χωρίς όμως να σταματήσει το κτίσιμο της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου, που έφερε το όνομα του Διοικητή του ΑΕΤΟ Αντώνη Βασιλόπουλου. Μικρότερες αλλαγές ήταν ότι οι κρατούμενοι μπορούσαν να στέλνουν δύο γράμματα την εβδομάδα, οι φυματικοί είχαν συγκεντρωθεί όλοι στο ΒΕΤΟ, ενώ οι βαριές περιπτώσεις είχαν μεταφερθεί στο Νοσοκομείο Σωτηρία και ότι δεν υπήρξε νέος νεκρός. Οι ανάγκες σε κουβέρτες είχαν καλυφθεί, αλλά το 50% των πολιτών δεν είχε ρούχα. Στρατιώτες και πολίτες είχαν ανάγκη από σαπούνι. Ο ΔΕΣ μοίρασε 4.000 κομμάτια, καθώς και ρούχα και κουβέρτες.

Ο Α. Λαμπέρ ενθουσιάστηκε όταν άκουσε μια χορωδία 70 ατόμων, τα περισσότερα μέλη της οποίας ήταν από το ΕΣΑΙ. Η ορχήστρα και η θεατρική ομάδα επίσης έδινε συχνά παραστάσεις, και για τους στρατιώτες και για τους πολίτες, στο ανοικτό θέατρο του στρατοπέδου που είχαν φτιάξει οι κρατούμενοι.

Ο Α. Βασιλόπουλος διαβεβαίωσε τον Α. Λαμπέρ ότι γινόταν επιλογή, ώστε να απελευθερωθεί -το συντομότερο – όσο γίνεται μεγαλύτερος αριθμός «αναμορφωμένων». Στο ερώτημα για τους τρελούς είπε ότι οι περισσότεροι παριστάνουν τους τρελούς αλλά δεν είναι, ενώ παραδέχτηκε ότι μερικοί έχουν σταλεί για θεραπεία. Για τους φυματικούς είπε ότι πρόκειται να κάνουν όλοι οι κρατούμενοι ακτινογραφίες. Τέλος, ο Α. Λαμπέρ σημειώνει στην Έκθεσή του ότι το στρατόπεδο διακατείχετο από ένα μεγάλο πνεύμα ελευθερίας και οι κρατούμενοι έλπιζαν να γυρίσουν σύντομα στα σπίτια τους [35].

 

Αναμόρφωσις. Εβδομαδιαία εφημερίς του Α΄ Τάγματος Σκαπανέων, αρ. φ. 44 (25/3/1949) (Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ).

 

Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών

 

Το Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ) αποτελούσε τμήμα του ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ, είχε τον ίδιο Διοικητή, τον Α. Βασιλόπουλο, ίδια μαγειρεία και καντίνα. Οι κρατούμενες ήταν περίπου 2.000 και 50 παιδιά. Είχαν μεταφερθεί στη Μακρόνησο από το Τρίκερι τον Ιανουάριο του 1950. Αυτές που είχαν μείνει «αμετανόητες», περίπου 600, διαβιούσαν σε χωριστό στρατόπεδο από τις 1.300 «αναμορφωμένες». Το στρατόπεδο των γυναικών είχε το μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων που δεν είχαν υπογράψει δήλωση.

Η φαρμακευτική περίθαλψη χαρακτηρίζεται ως ανεπαρκής και οι κρατούμενες έδωσαν στον Α. Λαμπέρ μια κατάσταση με τα αναγκαία φάρμακα. 110 γυναίκες ήταν άρρωστες, οι 55 με φυματίωση από τις οποίες οι έντεκα είχαν άμεση ανάγκη από νοσηλεία. Στα μέσα Μαρτίου 1950 μια γυναίκα είχε πεθάνει [36].

Στο στρατόπεδο των αμετανόητων η μεταχείριση ήταν σκληρότερη και η πειθαρχία αυστηρότερη. Οι γυναίκες υποστήριξαν ότι εξαιτίας της αγριότητας που υφίσταντο, αρρώστησαν και ένας μεγάλος αριθμός γυναικών κακοποιήθηκε και τρελάθηκε.

Ο Α. Λαμπέρ μετέφερε τα λεγόμενα των γυναικών στον Διοικητή του ΑΕΤΟ, Α. Βασιλόπουλο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι οι στρατιώτες δεν χτύπησαν ποτέ καμιά γυναίκα, ούτε την κακομεταχειρίστηκαν [37]. Ο Α. Λαμπέρ του έδωσε τα δημοσιεύματα τη εφημερίδας Μάχη, όπου αναφέρονταν ονομαστικά επτά «τρελές» και 49 «τραυματισμένες και κακοποιημένες» γυναίκες. Το απόκομμα της εφημερίδας επισυνάπτεται στην Έκθεσή του μαζί με την Έκθεση του γιατρού από το Ψυχιατρείο Δαφνίου που αναφέρεται στις επτά «τρελές» και άλλες τόσες κακοποιημένες γυναίκες. Ο Διοικητής αρνήθηκε και πάλι κατηγορηματικά ότι οι στρατιώτες συμπεριφέρθηκαν άσχημα στις γυναίκες και για να αποδείξει το «ποιόν» αυτών των γυναικών ανέφερε δύο παραδείγματα. Το πρώτο ήταν η στάση τους ήταν ήρθε στο στρατόπεδο η Επιτροπή από το Υπουργείο Δικαιοσύνης: πήγαν προς τη θάλασσα και φώναζαν ότι θα πέσουν να πνιγούν. Το δεύτερο αφορούσε τις αντάρτισσες. Ο Α. Βασιλόπουλος είπε ότι οι «αγνές διανοούμενες κομουνίστριες» τις αντιμετώπιζαν με σκαιότητα και είχαν ζητήσει να φύγουν από το στρατόπεδο [38].

 

Εξόριστες γυναίκες στο αναμορφωτήριο του Α’ Τάγματος, Άνοιξη 1950, (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Ο Α. Βασιλόπουλος είχε «προηγούμενα» με τις κρατούμενες. Και οι δύο λόχοι γυναικών, δηλωσίες και μη, δεν χειροκροτούσαν ούτε ζητωκραύγαζαν σε κείνες τις πανηγυρικές επισκέψεις που έκαναν διάφοροι «επίσημοι» στη Μακρόνησο. Και το χειρότερο ήταν, ότι, όταν στις 13 Μαρτίου 1950 επισκέφτηκαν το νησί ξένοι δημοσιογράφοι και ενώ οι αξιωματικοί τους συνόδευαν μέχρι τα αυτοκίνητα για να φύγουν, αφού τους είχαν δείξει τη «βιτρίνα», ξεχύθηκε η φάλαγγα των γυναικών, τους γύρισε πίσω και τους «ξενάγησε» στις σκηνές με τις τρελές. «Η φωνή μας βγήκε έξω απ’ τα συρματοπλέγματα. Ό,τι κι αν έφερνε κείνη η νύχτα θα το δεχόμαστε με εγκαρτέρηση», γράφουν οι γυναίκες [39].

Στο στρατόπεδο των γυναικών ο ΔΕΣ έκανε δύο διανομές μεταχειρισμένων ρούχων και άλλων αναγκαίων πραγμάτων. Η πρώτη ξεκίνησε από την πολυπληθέστερη ομάδα, τις «αναμορφωμένες». Η δεύτερη από τις «αμετανόητες». Στην πρώτη διανομή οι κρατούμενες αφέθηκαν να επιλέξουν το μέγεθος και το χρώμα, αλλά η διαδικασία αποδείχτηκε χρονοβόρα. Γι’ αυτό στη δεύτερη έδωσε ο ΔΕΣ τα ρούχα, τα οποία στη συνέχεια μπορούσαν να τα ανταλλάξουν μεταξύ τους [40].

Οι περισσότερες οργανώσεις οι οποίες έστειλαν πράγματα στους κρατούμενους της Μακρονήσου ήταν οργανώσεις του εξωτερικού, φιλικά προσκείμενες προς το ΚΚΕ. Η πρώτη οργάνωση που αναφέρεται στην Έκθεση του ΔΕΣ είναι η Λίγκα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα, με έδρα το Λονδίνο. Αυτή ιδρύθηκε το 1945 και διαλύθηκε το 1975. Η δράση της διήρκεσε 30 χρόνια, όσα περίπου το ΚΚΕ βρισκόταν εκτός νόμου.

Η δραστηριότητά της ήταν έντονη την περίοδο των «έκτακτων μέτρων» και της ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης (1946-1949) καθώς και στην επτάχρονη δικτατορία (1967-1974). Στυλοβάτες των δραστηριοτήτων της Λίγκας υπήρξαν δύο γυναίκες: η Νταϊάνα Πιμ και η Μάριον Πασκόε – Σαράφη, η γυναίκα του Στρατηγού. Στην ίδια κατηγορία με τη Λίγκα πρέπει να εντάξουμε και την Ελβετική Επιτροπή Βοήθειας στη Δημοκρατική Ελλάδα καθώς και την Παγκόσμια Ένωση Σπουδαστών Πράγας. Παρείχαν όμως «βοήθεια» και οργανώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης όπως η αμερικάνικη Unitarian Service Committee, η ελβετική Centrale Sanitaire, ο Ελληνικό ΕΣ, ο Πορτογαλλικός ΕΣ κ.ά.  Τα είδη που διανεμήθηκαν ήταν κυρίως μεταχειρισμένα ρούχα, κουβέρτες, σαπούνι Μασσαλίας, δέματα με τρόφιμα, παιγνίδια για τα παιδιά, γάλα και ζάχαρη, ένα «Λινγκουαφόν» με δύο σειρές ξένων γλωσσών, μία αγγλική και μία γαλλική, ένα μικροσκόπιο, 20 κρεβάτια, κλινοσκεπάσματα και φάρμακα για το νοσοκομείο και ένα μπετόνι με πομάδα. Τα ρούχα στις γυναίκες και τα παιδιά τα μοίρασε η Αντιπροσωπεία μαζί με ένα κομμάτι σαπούνι [41].

Η διανομή είχε έναν πανηγυριώτικο τόνο, τον οποίο ενέτειναν τα αποτελέσματα των εκλογών. Τα παιδιά πρωτοστατούσαν. Εκτός από παιγνίδια υπήρχαν και γι αυτά παπούτσια που μπορούσαν να τα δοκιμάσουν πριν τα πάρουν. Για τις γυναίκες μικροπράγματα όπως τα κουμπιά, οι κλωστές και οι αγκράφες ήταν επίσης πολύ χρήσιμα. Αυτό που έκανε δύσκολη την επιλογή, κυρίως στα ρούχα, ήταν ο φοβερός αέρας της Μακρονήσου. Η Ντόλλα Λαμπέρ ήταν και αυτή παρούσα. Εξάλλου είχε ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για το νοσοκομείο και το αναρρωτήριο στο ΕΣΑΙ, αλλά και στο στρατόπεδο του Άη Γιώργη [42]. Επιπλέον είχε τη δυνατότητα να μιλήσει με «παλιές γνωστές» από τη Χίο και το Τρίκερι.

 

ΓΕΤΟ – ΒΕΤΟ

 

Το Μάρτιο του 1950, στο ΓΕΤΟ, με νέο Διοικητή τον Ασημάκη Καράγιωργα, υπήρχαν 1.200 στρατιώτες. Τίποτα καινούργιο δεν συμβαίνει, όλα όπως και στην προηγούμενη Έκθεση, γράφει ο Α. Λαμπέρ. Η αναμόρφωση συνεχιζόταν κανονικά με μαθήματα για τη νεότερη ελληνική ιστορία και όταν ο καιρός ήταν καλός γίνονταν στο ύπαιθρο. Η Έκθεση επισημαίνει ακόμα ότι οι στρατιώτες είχαν δημιουργήσει θίασο καλά στελεχωμένο καθώς και ορχήστρα. Το περιοδικό Σκαπανεύς, μηνιαίο πια και για όλη τη Μακρόνησο, συνέχιζε να εκδίδεται στο ΓΕΤΟ. Επίσης ο ραδιοφωνικός σταθμός ήταν και αυτός εγκατεστημένος εκεί, ενώ πολυάριθμα μεγάφωνα τοποθετημένα σε όλα τα στρατόπεδα επέτρεπαν στους κρατούμενους να ακούν τις εκπομπές του, άλλες «τοπικές» και άλλες πανελλήνιου χαρακτήρα [43].

Στο ΒΕΤΟ, με Διοικητή τον Γ. Τζανετάτο, ο αριθμός των στρατιωτών (1.300) σε σχέση με τον αριθμό των πολιτών (3.508) ήταν αντιστρόφως ανάλογη. Οι πολίτες κατανέμονταν σε τέσσερις επιμέρους κατηγορίες και αντίστοιχα στρατόπεδα:

  • των «δηλωσιών», με 2.324 άνδρες
  • των παλιών αξιωματικών, με 64 άνδρες
  • των αμετανόητων, με 720 άνδρες και
  • του Άη Γιώργη με 400 αμετανόητους που είχαν εξαιρεθεί από την εργασία λόγωηλικίας ή αρρώστιας.

Παρόλα αυτά και ο αριθμός των πολιτών είχε μειωθεί αισθητά, γιατί πριν τρεις μήνες ήταν διπλάσιοι: 6.637. Η διαφορά οφειλόταν σε απελευθερώσεις που έγιναν σε αυτό το διάστημα. Η εφημερίδα Καθημερινή (1.3.1950) με τίτλο «1.406 ανανήψαντες απελύθησαν εκ Μακρονήσου» δημοσίευσε τα ονόματά τους και ο Διοικητής του στρατοπέδου θεωρούσε ότι μέχρι το Πάσχα θα απολύονταν άλλοι 1.000 περίπου κρατούμενοι [44].

Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι από την 1η Νοεμβρίου 1949 που ανέλαβε ο στρατός (δηλαδή ο ΟΑΜ) τους πολίτες, αυτοί σιτίζονταν καλύτερα από την εποχή που ανήκαν στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Πέρασε από τα μαγειρεία την ώρα που ετοίμαζαν τα γεύματα και δοκίμασε το φαγητό. Και η μερίδα του ψωμιού είχε αυξηθεί σε 180 δράμια (575 γραμ). Επίσης ο στρατός εξέτασε τους 10.000 εξόριστους που παρέλαβε και βρήκε ότι 2.058 ήταν άρρωστοι: περίπου 500 φυματικοί και 1.500 με χρόνιες ή/και πολλαπλές παθήσεις που τους καθιστούσαν ανίκανους για εργασία και γι’ αυτό σκόπευε να στείλει τις βαριές περιπτώσεις στα νοσοκομεία και άλλους 624 στο στρατόπεδο του Άη Γιώργη, όπου βρίσκονταν όσοι ήταν ανίκανοι προς εργασία.

 

Μακρόνησος 1950. Απομονωμένοι στη χαράδρα του ΕΣΑΙ. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας ο Ν.Μ. αναφέρει: «Μοναδική φωτογραφία των απομονωμένων στη χαράδρα του ΕΣΑΙ την ώρα που οδηγούνται στη θάλασσα για να πλυθούν. Είναι στα τέλη Απριλίου 1950, δυο μήνες μετά τις βουλευτικές εκλογές. Οι μεγάλες δοκιμασίες έχουν σταματήσει. […] Αλλά ποιος αποθανάτισε αυτή τη σπάνια εικόνα; Ποιος άλλος από τις γυναίκες; Όταν είδαν τη φάλαγγα των ανδρών να κατηφορίζει από τη χαράδρα και να μπαίνει στον κεντρικό δρόμο που περνούσε μπροστά από τον κλωβό τους, πετάχτηκαν από τις σκηνές τους κι αγνάντευαν την πορεία, πίσω από τα σύρματα. Κάποια ξέθαψε τη φωτογραφική μηχανή και «κλικ». (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Στο στρατόπεδο του Άη Γιώργη, στο βόρειο άκρο του νησιού, το φαρμακείο και τα δύο αναρρωτήρια λειτουργούσαν σε σκηνές. Οι εξόριστοι γιατροί δούλευαν κάτω από τη διεύθυνση ενός στρατιωτικού γιατρού. Τους τελευταίους πέντε μήνες είχαν έξι θανάτους, ο ένας ήταν αυτοκτονία. Εκεί υπήρχαν 86 ανάπηροι πολέμου που υπολόγιζαν να τους φτιάξουν πρόσθετα μέλη. Είχαν ανάγκη από γάλα για τους αρρώστους και από πιζάμες, αλλά κυρίως από φάρμακα και DTT.

Οι κρατούμενοι έκαναν αγγαρείες στα μαγειρεία, έφτιαχναν δρόμους, τοίχους, διαμερίσματα ή τούβλα, όλα αμισθί. Οι πολίτες είχαν φτιάξει χορωδία, θέατρο, γήπεδο ποδοσφαίρου με αποδυτήρια και ντους. Έκαναν μπάνιο στη θάλασσα και γίνονταν μαθήματα ιστορίας καθώς και μαθήματα για τους αναλφάβητους.

Οι «αμετανόητοι» δεν συμμετείχαν καθόλου σε όλα αυτά. Ο Α. Λαμπέρ επισκέφτηκε το στρατόπεδό τους και πίστευε ότι, εάν γινόταν μια καλύτερη διαλογή, ένας μεγάλος αριθμός θα «ανένιπτε» και θα γύριζε στα σπίτια του. Η συζήτηση μαζί τους δεν του ήταν ευχάριστη, όπως και την προηγούμενη φορά ή όπως και στην Ικαρία. Άκουσε όμως τις καταγγελίες τους ότι δεν είχαν ούτε ένα ποτήρι νερό την ημέρα, ενώ δικαιούντο δύο οκάδες (2,6 λίτρα), καθώς και για τους άρρωστους, τους τρελούς από τα βασανιστήρια και τους φυματικούς. Σε όλα αυτά ο εκπρόσωπος του ΔΕΣ είχε μια μόνιμη απάντηση: συνεργάζεται με τις κρατικές, στρατιωτικές και πολιτικές, αρχές για να βελτιώσει την ιατρική περίθαλψη των κρατουμένων και δεν αναμειγνύεται σε πολιτικές παραμέτρους.

 

Μακρόνησος 1947. Το Πειθαρχείο του Β’ Τάγματος. (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Ωστόσο ο Α. Λαμπέρ μετέφερε τις καταγγελίες των κρατουμένων στο Διοικητή Γ. Τζανετάτο. Αυτός απάντησε ότι το γεγονός ότι μπορούν να διαμαρτύρονται αποτελεί την καλύτερη απόδειξη ότι είχαν ελευθερία και ότι δεν κακοποιούνταν. Υποστήριξε ότι θα μπορούσαν να τους κακοποιήσουν, μετά την αποχώρηση του ΔΕΣ, αλλά δεν το έκαναν, γιατί ήταν ενάντια στις αρχές τους. Συμπλήρωσε ότι κάποιοι από τους κρατούμενους με τις πράξεις τους επιδίωκαν να βασανιστούν, ώστε να γίνουν μάρτυρες. Οι 700 ηγέτες δεν ανέχονταν να βλέπουν να φεύγουν από τις γραμμές τους, όσους, πριν λίγο, θεωρούσαν ότι βρίσκονταν κάτω από την εξουσία τους, συμπλήρωσε. Είναι υποχρέωσή μας, είπε ο Διοικητής, να συνεχίσουμε το έργο της αναμόρφωσης. Η άποψή του για τους αρρώστους ήταν ότι έπρεπε να φύγουν, γιατί η Μακρόνησος δεν ήταν ούτε σανατόριο, ούτε νοσοκομείο, αλλά στρατόπεδο αναμόρφωσης. Και τελειώνοντας επισήμανε ότι είναι θαύμα πως με τις συνθήκες περίθαλψης που επικρατούσαν δεν υπήρχαν περισσότεροι θάνατοι.

Ο Α. Λαμπέρ στην Έκθεσή του, θέλοντας να τονίσει το έργο του ΔΕΣ στον τομέα της περίθαλψης των κρατουμένων, αναφέρεται στη συνομιλία του με τον Κ. Γαβριηλίδη, έναν «αμετανόητο» που είχε πρόσφατα νοσηλευτεί στο Κεντρικό Νοσοκομείο Μακρονήσου. Σε ερώτηση του, ο Κ. Γαβριηλίδης απάντησε ότι η περίθαλψη που του παρείχαν εκεί ήταν καλή. Ωστόσο ο Α. Λαμπέρ παραπονείται ότι τα μέλη του ΚΚΕ ποτέ δεν εξέφρασαν μια ευχαριστία προς τον ΔΕΣ, με εξαίρεση τις «αμετανόητες» γυναίκες [45].

 

Η κατάρρευση

 

Μετά τις εκλογές τα στρατόπεδα των πολιτών άρχισαν να διαλύονται. Οι ηλικιωμένοι και οι δηλωσίες επέστρεψαν σπίτια τους. Τον Αύγουστο του 1950 περίπου 500 «αμετανόητες» ξαναπήγαν στο Τρίκερι, στο Δεύτερο Τρίκερι. Τους «επικίνδυνους» άντρες τους έστειλαν στον Αη Στράτη ή σε φυλακές. Η Μακρόνησος παρέμεινε ως στρατιωτικό κέντρο. Απέμειναν τα τρία στρατόπεδα (πρώην ΑΕΤΟ, ΒΕΤΟ και ΓΕΤΟ), το νοσοκομείο και οι Στρατιωτικές Φυλακές Μακρονήσου (ΣΦΜ), πρώην Αθηνών. Στις ΣΦΜ οι κρατούμενοι δούλευαν στα εργαστήρια και στο κτίσιμο κτιρίων. Εκεί εκδίδονταν και Η Φωνή των Σ.Φ.Μ., δεκαπενθήμερη [46].

Την Άνοιξη του 1951 κρατούνταν στις ΣΦΜ περίπου 600 πολίτες, οι μισοί από τους οποίους ήταν «πολιτικοί». Από αυτούς πάνω από το ένα τρίτο ήταν ανήλικοι, από το Στρατόπεδο Ανηλίκων που βρισκόταν στο ΓΕΤΟ. Όταν το ΓΕΤΟ διαλύθηκε οι ανήλικοι μεταφέρθηκαν στις ΣΦΜ.

Το Νοέμβριο του 1951 όλοι οι πολίτες στάλθηκαν σε άλλες φυλακές της χώρας. Το αίτημα να κλείσει η Μακρόνησος είχε κατατεθεί στον ΟΗΕ τόσο από την Ελληνική Επιτροπή για την Κατάργηση της Μακρονήσου, που αποτελείτο από προσωπικότητες Ελλήνων προσφύγων του Εμφυλίου, όσο και από την Ελληνο-Αμερικάνικη Επιτροπή για την κατάργηση της Μακρονήσου, καθώς και από το συγκλονιστικό «Κατηγορώ» προς το ΒΕΤΟ του Μανώλη Πρωιμάκη, πρώην βουλευτή [47].

Η κατάρρευση του αναμορφωτικού συστήματος της Μακρονήσου συμπαρέσυρε και τα δημιουργήματα των ανθρώπων. Τη δεκαετία του 1960 δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα από τις βίλες των διοικητών, τις λέσχες αξιωματικών, τα φυλάκια, τα διοικητήρια, τις προβλήτες, τις γέφυρες και τις λιμενικές εγκαταστάσεις, τις αποθήκες, τις δεξαμενές, τους καλοστρωμένους δρόμους, τις τεράστιες πλατείες, τα γήπεδα, τις εκκλησίες με τα χρωματιστά τζάμια, τα τρία θέατρα, του ΑΕΤΟ με τις πέτρινες κερκίδες για 5.000 θεατές, το μνημείο ηρώων του ΓΕΤΟ, τις αψίδες, τα κιονόκρανα και τις τσιμεντένιες γλάστρες στις ΣΦΑ, τους αρτοκλίβανους του ΑΕΤΟ, το εργοστάσιο παραγωγής λεμονάδας, την κεραμοποιία και το τουβλοκάμινο, την κάτασπρη πολιτεία του ΒΕΤΟ με το λιοντάρι, τις αψίδες, τους κρεμαστούς κήπους που «έμοιαζε με λουλουδιασμένη μυγδαλιά μέσα στην παγωνιά του Γενάρη». Τα οικοδομικά υλικά ληστεύτηκαν ή πουλήθηκαν και ο καιρός συμπλήρωσε την καταστροφή [48]. Κανένα άτομο και καμιά κοινωνική ή εθνική ομάδα δεν θέλει να συντηρεί μνήμες που προξενούν ντροπή και αποτελούν όνειδος.

Ωστόσο η συλλογική μνήμη δεν μπορούσε να σβήσει, να ταφεί. Στο τέλος της δεκαετίας του 1980, με απόφαση που πάρθηκε όταν υπουργός πολιτισμού ήταν η Μελίνα Μερκούρη (16.5.1989), η Μακρόνησος ανακηρύχτηκε Ιστορικός Τόπος, «σύμβολο καταδίκης του εμφυλίου πολέμου, όλων των βασανιστηρίων και κάθε καταπίεσης». Συγκροτήθηκε μια ομάδα εργασίας (2.4.1990), οργανώθηκε μία ημερίδα (28.4.1993), όπου αναγνωρίστηκε ότι η Μακρόνησος «αποτελεί εθνικό μνημείο εξαιρετικής σημασίας για την αυτογνωσία και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης του λαού μας», εκδόθηκε ένα Προεδρικό Διάταγμα για τις χρήσεις γης (30.8.1995) και οργανώθηκε μία διημερίδα, με τη συμμετοχή και ιστορικών (6-7.3.1998) [49]. Στο πλαίσιο αυτό φτιάχτηκε μια μικρή προβλήτα και αναστηλώθηκαν εν μέρει οι αρτοκλίβανοι και το θέατρο του ΑΕΤΟ. Μέχρι σήμερα έχουν οργανωθεί κάποιες εκδηλώσεις στο θέατρο και η Πανελλήνια Ένωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου πραγματοποιεί την καθιερωμένη ετήσια επίσκεψη τιμής και μνήμης.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μάργαρης Νίκος, Ιστορία της Μακρονήσου, Αθήνα: Δωρικός 1982, τόμ. Α΄, σελ. 6.

[2] United Nations, General Assembly, Fifth Session, New York 1950. Annexes:A/C.1/626, σελ. 36-37.

[3] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Α΄, σελ. 405-6, 445-463, τόμ. Β΄ σελ. 259-274, 298-305.

[4] «Στρατιωτικό Κέντρο Αναμόρφωσης, Ειδικόν Τάγμα Αξιωματικών Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Ρ. Ροθ και Α. Λαμπέρ, 14 Ιουνίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. Ι, σελ. 148-151.

[5] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 344-351.

[6] «Στρατιωτικό κέντρο αναμόρφωσης, Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Ρ. Ροθ και Α. Λαμπέρ, 14 Ιουνίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. Ι, σελ. 135-147.

[7] Στο ίδιο.

[8] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 546.

[9] «Στρατιωτικό κέντρο αναμόρφωσης Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 13 Δεκεμβρίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙΙ, σελ. 83-88.

[10] «Στρατιωτικό Κέντρο Αναμόρφωσης Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 3 Απριλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙV, σελ. 12- 19.

[11] Στέφανος Σαράφης, πρώην αξιωματικός του τακτικού στρατού, Στρατιωτικός Αρχηγός του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ.

[12] Στρατηγός Χατζημιχάλης, Στρατιωτικός Διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού, μέλος της ΚΕ του ΕΛΑΣ.

[13] «Στρατόπεδο σωφρονισμού και υποδίκων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική» Ρ. Ροθ και Α. Λαμπέρ, 14 Ιουνίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. Ι, σελ. 128- 134.

[14] Στο ίδιο.

[15] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 372, 423.

[16] «Στρατόπεδο σωφρονισμού και υποδίκων Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 18 Δεκεμβρίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙΙ, σελ. 89-99.

[17] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 393-5, 529-31.

[18] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Α. Λαμπέρ, 2 Απριλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙV, σελ. 1-11.

[19] Στο ίδιο.

[20] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Α. Λαμπέρ, 31 Ιουλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙV, σελ. 171-185.

[21] Στο ίδιο.

[22] Στο Deuxieme Livre Bleu, Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, Αύγουστος 1949, σελ. 59, καθώς και στο Υπόμνημα που κατέθεσε η Λίγκα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα στον ΟΗΕ, στις 8 Φεβρουαρίου 1950 (UN, A/C.1/626, σελ. 41) αναφέρεται ότι ο υποστράτηγος Θ. Μακρίδης είχε τρελαθεί από τα βασανιστήρια και είχε σταλεί σε άσυλο.

[23] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Α. Λαμπέρ, 31 Ιουλίου 1949, ό.π.

[24] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 17 Αυγούστου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. V, σελ. 53-57.

[25] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 439, 382-390.

[26] «Ειδικόν Στρατόπεδον Ιδιωτών Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 16 Μαίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. IV, σελ. 20-40.

[27] Στο ίδιο.

[28] «Ειδικόν Στρατόπεδον Ιδιωτών Μακρονήσου (ΕΣΑΙ)», Α. Λαμπέρ, 30 Ιουλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. IV, σελ. 163-170.

[29] Στο ίδιο.

[30] Μπουρνάζος Στρατής, «Το Μέγα Εθνικόν Σχολείον Μακρονήσου 1947-1950», Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 115-145.

[31] Νικολακόπουλος Ηλίας, «Εκλογές στη Μακρόνησο», Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 329-336.

[32] Υπήρχαν και προηγούμενες επισκέψεις στις 10 και 16 Δεκεμβρίου 1949, καθώς και στις 2-5 Μαρτίου 1950, τουλάχιστον στο ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ και στο ΒΕΤΟ, αλλά οι εκθέσεις δεν εντοπίστηκαν στο αρχείο του ΔΕΕΣ.

[33]  «Στρατιωτικές φυλακές και στο Στρατόπεδο Σωφρονισμού Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 29 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 12-23.

[34] «ΑΕΤΟ και ΕΣΑΙ», Α. Λαμπέρ, 29 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 1-11.

[35] Στο ίδιο.

[36] «Στρατόπεδο εξορίστων γυναικών Μακρονήσου [ΕΣΑΓ]», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 24-38.

[37] Για το τι υπέστησαν οι γυναίκες στη Μακρόνησο βλ. Θεοδώρου Βικτωρία, «Τα τετράδια της Βικτωρίας Θεοδώρου» στο Θεοδώρου Βικτωρία (επιμ.) Στρατόπεδα Γυναικών, Αθήνα 1976, σελ. 121-221.

[38] «Στρατόπεδο εξορίστων γυναικών Μακρονήσου [ΕΣΑΓ]», ό.π..

[39] Μαυροειδή – Παντελέσκου, Αφροδίτη, «Γράφει η Αφροδίτη Μαυροειδή – Παντελέσκου για την αναμόρφωση στη Μακρόνησο» στο Στρατόπεδα Γυναικών, ό.π., σελ. 385-393.

[40] «Διανομή ρούχων και σαπουνιού στις εξόριστες της Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 39-68.

[41] «Διανομή του Τομέα Βοήθειας ΔΕΣ, Γενεύη, στα στρατόπεδα της Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 95-98.

[42] «Στρατόπεδο εξορίστων γυναικών Μακρονήσου [ΕΣΑΓ]», ό.π.

[43] «ΓΕΤΟ και Στρατόπεδο καταδικασμένων ανηλίκων», Α. Λαμπέρ, 29 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 69-79.

[44] «ΒΕΤΟ και Στρατόπεδο εξορίστων ιδιωτών [ΕΣΑΙ]», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 80-94

[45] «ΒΕΤΟ και Στρατόπεδο εξορίστων ιδιωτών [ΕΣΑΙ]», ό.π.

[46] «Στρατιωτικές φυλακές Μακρονήσου [ΣΦΜ]», Γ. Κολλαντόν, 24 Μαρτίου και 25 Μαίου 1951, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΧΙV, σελ. 40- 68.

[47] United Nations, General Assembly, Fifth Session, New York 1950. Annexes:A/C.1/626/Add.1, σελ. 42-43, A/C.1/626/Add.2, σελ. 43-46 και A/C.1/626/Add.3, σελ. 46-50.

[48] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 226-7, 464-8, 476, 537.

[49] Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 13-33.

 

Τασούλα Βερβενιώτη,

 «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού», Εκδόσεις Μέλισσα 2009.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Οι πρώτες εργασίες συντήρησης των θολωτών τάφων των Μυκηνών μέσω των αρχείων της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων – Σταματούλα Μακρυπόδη


 

Οι εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης αρχιτεκτονικών μνημείων σήμερα απαιτούν αξιόλογη υποδομή σε επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, καθώς και τεχνολογικό εξοπλισμό. Για να πραγματοποιηθούν ακολουθούν μια σειρά αρχών επιστημονικής δεοντολογίας που είναι κατοχυρωμένες με διεθνείς συμβάσεις, αλλά και μια γραφειοκρατική διαδικασία που απαιτεί υποβολή πολυσέλιδων μελετών, εγκρίσεις, τροποποιήσεις, τεκμηρίωση κάθε είδους.

Εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης των μνημείων στην Ελλάδα κρίθηκαν απαραίτητες πολλές φορές στο παρελθόν ακόμα και κατά τη διάρκεια της ανασκαφής τους για να προχωρήσει με ασφάλεια η έρευνα ή λίγο αργότερα, όταν διαπιστώθηκε ότι οι συνθήκες του περιβάλλοντος, στις οποίες εκτέθηκαν τα μνημεία μετά την ανασκαφή τους, λειτούργησαν καταστροφικά γι’ αυτά.

Μέσα από το αρχείο της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων (ΔAAM) του νυν Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού (παλαιότερα Γραφείο Αναστυλώσεως και Συντηρήσεως Αρχαίων Μνημείων του Υπουργείου Παιδείας) θα παρουσιάσουμε τις πρώτες προσπάθειες «διάσωσης» των Θολωτών Τάφων των Μυκηνών που συγκεντρώνονται κυρίως στα πρώτα πενήντα πέντε χρόνια του 20ου αι. [1]

Οι πληροφορίες που μας παρέχει το αρχείο της Διεύθυνσης Αναστήλωσης συνδυάζονται και αλληλοσυμπληρώνονται με τις δημοσιευμένες εκθέσεις και αναφορές σε επιστημονικά περιοδικά της εποχής, αλλά και με τα στοιχεία που παρατίθενται στη σύγχρονη των έργων ή τη μεταγενέστερή τους βιβλιογραφία. [2]

Οι εννέα θολωτοί τάφοι των Μυκηνών ανεσκάφησαν την τελευταία τριακονταετία του 19ου αι. Οι περισσότεροι ήταν εκ των προτέρων ορατοί και τοποθετημένοι στους χάρτες της εποχής. Θα τους παρουσιάσουμε εν συντομία αναφέροντας παράλληλα επιγραμματικά τις επεμβάσεις στερέωσης και συντήρησης που έχουν πραγματοποιηθεί στον καθένα. [3]

  1. Ο τάφος των Κυκλώπων

Ο τάφος ήταν γνωστός από παλιά και ολοκληρωτικά συλλημένος κατά το παρελθόν. Καθαρίστηκε από τον Χρ. Τσούντα το 1891. Συμπληρωματική έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Α. Wace το 1922. Χρονολογείται στα τέλη της ΥΕ Ι περιόδου. Δεν αναφέρονται εργασίες συντήρησης στο παρελθόν.

  1. Ο τάφος του Επάνω Φούρνου

Χρήστος Τσούντας (1857-1934). Πρωτοπόρος της ελληνικής αρχαιολογίας, διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκός.

Γνωστός από παλιά και συλλημένος ήδη από την αρχαιότητα, ο τάφος ερευνήθηκε μερικώς από τον Χρ. Τσούντα το 1892, οπότε και αποκαλύφθηκε ο δρόμος, η εξωτερική πλευρά του στομίου και το ανώτερο μέρος του τοίχου του θαλάμου. Μελετήθηκε στα 1922 από τον Α. Wace μετά από καθαρισμό του δρόμου και ολοκληρωτική αποκάλυψη του στομίου. Επειδή υπήρχε κίνδυνος κατάρρευσης του ταφικού θαλάμου, η θόλος έμεινε ανεξερεύνητη ως το 1950. Τότε οι Wace και Hood την καθάρισαν ως το δάπεδο, αφού προηγήθηκε στερέωση του εσωτερικού τμήματος του υπερθύρου με τη βοήθεια ξύλινης δοκού [4] από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Χρονολογείται στο πρώτο ήμισυ της ΥΕ ΙΙ περιόδου και πριν το 1450 π.Χ.

  1. Ο τάφος του Αιγίσθου

Ο τάφος αποκαλύφθηκε και ερευνήθηκε μερικώς από τον Χρ. Τσούντα στα 1892. Τότε ήρθε στο φως μόνο το ανώτερο τμήμα του στομίου. To 1914 πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης στο στόμιο. Ο δρόμος, το στόμιο και τα δύο τρίτα του θαλάμου ερευνήθηκαν από τον Α. Wace κατά το 1922. Μεταξύ των ετών 1952-1954 οι Wace και Taylour ερεύνησαν τα πέριξ του τάφου. Στα 1955 και 1958 πραγματοποιήθηκε καθαρισμός του θαλάμου με παράλληλη ανάταξη και συμπληρωματική ανασκαφή στο δρόμο από τον Ι. Παπαδημητρίου. [5] Ο τάφος ήταν συλλημένος κατά την αρχαιότητα. Χρονολογείται στα τέλη της ΥΕ Ι ή στις αρχές της ΥΕ ΙΙ περιόδου.

  1. Ο τάφος της Παναγίας

Ονομάστηκε «Τάφος της Παναγίας» από τον Α. Wace λόγω της γειτνίασής του με το εκκλησάκι της Παναγίας, περίπου 150 μ. ΒΔ του Θησαυρού του Ατρέως. Ανακαλύφθηκε και ανασκάφηκε από τον Χρ. Τσούντα στα 1887 και από τον Α. Wace στα 1922. Είχε συλληθεί κατά την αρχαιότητα. Δεν αναφέρονται εργασίες συντήρησης. Ο τάφος χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙ περίοδο.

  1. Ο τάφος του Κάτω Φούρνου

Το ανώφλι του τάφου ήταν ήδη εμφανές όταν τον ανέσκαψε ο Χρ. Τσούντας το 1893. Ερευνήθηκε εκ νέου από τον A. Wace στα 1922. Δεν αναφέρονται εργασίες συντήρησης, παρά μόνο λήψη μέτρων για την προστασία του τάφου από τα όμβρια ύδατα με τη διάνοιξη δύο τάφρων πάνω από τη θόλο. [6] Ο τάφος χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι. π.Χ.

  1. Ο τάφος των Λεόντων

Η μικρή απόσταση που τον χωρίζει από την Πύλη των Λεόντων συνέβαλε στην ονομασία του. Ο τάφος ήταν από παλιά γνωστός. Είχε συλληθεί κατά την αρχαιότητα. Ανεσκάφη από τον Χρ. Τσούντα στα 1892 και από τον Α. Wace στα 1922. Επανερευνήθηκε από τον Wace το 1954. Σύμφωνα με τον τελευταίο, το terminus ante quem για τη χρονολόγησή του είναι το τέλος της ΥΕ ΙΙ περιόδου. Δεν υπάρχουν αναφορές για την πραγματοποίηση εργασιών συντήρησης.

  1. Ο τάφος των Δαιμόνων

Λόγω της άριστης κατάστασης διατήρησής του ονομάστηκε από τους Άγγλους αρχαιολόγους ο «τέλειος θολωτός τάφος». Εντοπίστηκε και ανασκάφηκε από τον Χρ. Τσούντα στα 1896. Ήταν συλλημένος ήδη από την αρχαιότητα. Ερευνήθηκε εκ νέου από τον Α. Wace στα 1921. Η έρευνα ολοκληρώθηκε από τον ίδιο την επόμενη χρονιά. Ο τάφος χρονολογείται στις αρχές του 14ου αι. π.Χ., λίγο μετά τα 1400 π.Χ. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την πραγματοποίηση εργασιών συντήρησης.

  1. Ο τάφος της Κλυταιμήστρας

Αρχικά ονομάστηκε «ο θησαυρός της κας Σλήμαν», επειδή τον ανέσκαψε πρώτη η Σοφία Σλήμαν. Την ονομασία που επικράτησε – «Τάφος της Κλυταιμήστρας» – την οφείλει στην τοπική παράδοση. Η Σοφία Σλήμαν άρχισε την ανασκαφή στον τάφο το 1876. Ο τάφος είχε ερευνηθεί γύρω στα 1808 από το Βελή Πασά του Ναυπλίου, στον οποίο πιθανώς οφείλεται η κατάρρευση του άνω μέρους της θόλου. Την ανασκαφή της Σοφίας Σλήμαν συνέχισε ο Χρ. Τσούντας στα 1891-1892 και το 1897. Μετά τις εργασίες στερέωσης στο δρόμο και το στόμιο[7], ο Α. Wace επιχείρησε μικρής έκτασης έρευνα κάτω από τους τοίχους το 1921, της οποίας τα αποτελέσματα ανακοίνωσε το 1922. Το 1950 με την ευκαιρία της αποδόμησης και της ανάταξης του ανατολικού τοίχου του δρόμου που κινδύνευε να καταρρεύσει και την αποκατάσταση της κορυφής της θόλου που είχε καταστραφεί από το Βελή Πασά, έγιναν νέες παρατηρήσεις από τους Ι. Παπαδημητρίου και Α. Wace. Συμπληρωματική έρευνα πραγματοποιήθηκε στα πέριξ από τους Hood και Taylour το 1952 και 1953. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο συγκεκριμένο θολωτό τάφο είχαν πραγματοποιηθεί – ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή – εργασίες επισκευής του δυτικού τοίχου του δρόμου, ίχνη της οποίας είναι ορατά μέχρι σήμερα. Ο τάφος χρονολογείται από τον A. Wace γύρω στα 1300 π.Χ. και από τον Γ. Μυλωνά περίπου στα 1220 π.Χ.

  1. Ο θησαυρός του Ατρέως

Heinrich Schliemann

Είναι γνωστός και ως «τάφος του Αγαμέμνονος». Ο τάφος ήταν από παλιά γνωστός και για το λόγο αυτό έπεσε θύμα πολλών σποραδικών ανασκαφών, ανάμεσα στις οποίες αναφέρονται αυτές του Λόρδου Elgin γύρω στα 1800. Ακολούθησε η πρώτη έρευνα του Ερρρίκου Σλήμαν στα 1873. Το 1878 ο Ι. Σταματάκης πραγματοποίησε καθαρισμό του δρόμου και του εσωτερικού του τάφου. Στα 1920 και 1921 ο A. Wace διεξήγαγε έρευνα σε διάφορα σημεία και μελέτησε εκ νέου την αρχιτεκτονική. Το 1939 και το 1955 μελέτησε με διερευνητικές τομές τη στρωματογραφία του τύμβου του τάφου. Ο Θησαυρός του Ατρέως είναι από τους καλύτερα σωζόμενους θολωτούς τάφους των Μυκηνών.

Από όσα προαναφέρθηκαν διαπιστώνουμε ότι οι θολωτοί τάφοι των Μυκηνών υπέστησαν επεμβάσεις μεγαλύτερης ή μικρότερης κλίμακας, προκειμένου να διασωθούν από περαιτέρω φθορά, να διασφαλιστούν οι συνθήκες για τη συνέχιση και ολοκλήρωση της ανασκαφικής έρευνας χωρίς την απειλή κατάρρευσης αρχιτεκτονικών μελών, καθώς και να διαφυλαχθεί το αυθεντικό υλικό, αλλά και η μορφή των μνημείων.

Αν εξαιρέσουμε τις μικρής έκτασης εργασίες «άμεσης διάσωσης», όπως για παράδειγμα τη λήψη μέτρων προστασίας για την απομάκρυνση των ομβρίων που απειλούσαν τον τάφο του Κάτω Φούρνου και την πρόχειρη στερέωση του υπερθύρου του τάφου του Επάνω Φούρνου, σημαντικότερες εργασίες συντήρησης πραγματοποιήθηκαν στους τάφους Αιγίσθου και Κλυταιμήστρας.

Το 1915 στερεώθηκε με κτιστή κατασκευή το ανώφλι του θολωτού τάφου του Αιγίσθου που είχε διαρραγεί. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία πραγματοποίησε εργασίες αναστηλώσεως ορισμένων τμημάτων «των τοίχων παρά την είσοδον» προς στερέωση κυρίως του μεγάλου λίθου ανωφλίου της εισόδου [8]. Επισημαίνεται ότι η ανασκαφή Τσούντα δεν ολοκληρώθηκε, επειδή υπήρχε κίνδυνος κατάρρευσης της ανατολικής παρειάς της θόλου. Η στερέωση του υπερθύρου επέτρεψε να συνεχιστεί με ασφάλεια η ανασκαφή από την Αγγλική Σχολή το 1923. [9]

Τα έτη 1953-1955 πραγματοποιήθηκαν αναστηλωτικές εργασίες, με χρηματοδότηση από το κληροδότημα Φαρμά, από τον καθηγητή Α. Ορλάνδο και τον επιθεωρητή αναστηλώσεως Ε. Στίκα. Οι καθαρισμοί και οι ανασκαφές που προηγήθηκαν για να διευκολύνουν τις αναστηλωτικές εργασίες έδωσαν σημαντικές πληροφορίες για τον τρόπο δόμησης της θόλου. Το ανατολικό τμήμα της θόλου είχε παραμείνει άσκαφο για λόγους ασφαλείας. Μετά την ανασκαφή διαπιστώθηκε η εξαιρετική κατάσταση διατήρησής του, καθώς και η παρουσία «ισχυρού συνδετικού μίγματος» μεταξύ των λίθων του κατωτέρω δόμου. [10]

Μεγαλύτερης έκτασης εργασίες καταγράφονται για τον τάφο της Κλυταιμήστρας. Στο μνημείο πραγματοποιήθηκαν μικρές επεμβάσεις κατά το 1897. Αποκαταστάθηκε ο αποστραγγιστικός αγωγός που αρχίζει από το εσωτερικό του τάφου και συνεχίζει κατά μήκος του δρόμου. Αφαιρέθηκαν οι πώρινες καλυπτήριες πλάκες του για να καθαριστεί το εσωτερικό του και ακολούθως επανατοποθετήθηκαν. Οι αρμοί επιχρίσθηκαν με «ασβέστη». Ο αγωγός αυτός όμως δεν ετέθη σε λειτουργία, καθώς για την απομάκρυνση των υδάτων από το εσωτερικό του τάφου χτίστηκε, επάνω στον πώρινο, νέος αγωγός από αργολιθοδομή.[11]

Οι αναστηλωτικές εργασίες του 20ου αι. πραγματοποιήθηκαν – βάσει των υπαρχουσών μαρτυριών – σε δύο χρονικές περιόδους. Η πρώτη τοποθετείται μεταξύ των ετών 1907 και 1916 και η δεύτερη μεταξύ των ετών 1950 – 1951.

Κατά την πρώτη περίοδο φαίνεται ότι έγιναν επεμβάσεις στο εσωτερικό του τάφου, ενώ παράλληλα στερεώθηκαν με ξύλινες δοκούς οι τοίχοι του δρόμου που είχαν υποστεί βλάβες από τα όμβρια ύδατα που περνούσαν πίσω από αυτούς. Τότε τοποθετήθηκε μεταλλική σκαλωσιά στην είσοδο [12]. Το 1907 [13] αναφέρεται ότι επισκευάστηκε το αριστερό ήμισυ του τάφου με την αφαίρεση των σαθρών λίθων και την αντικατάστασή τους από νέους και ότι καθαρίστηκε ο τάφος από τους πεσμένους ογκολίθους και τα χώματα «μέχρι του στερεού».

Στα χρόνια που ακολούθησαν [14] αναφέρονται μικρής διάρκειας εργασίες για στερέωση και «υποστήριξη» του τάφου, χωρίς να διευκρινίζεται πάντοτε ότι πρόκειται για τον συγκεκριμένο θολωτό τάφο, ενώ εκφράζεται η λύπη για τη μη ολοκλήρωση των εργασιών, «διότι αἱ βλάβαι τοῡ σπουδαίου τούτου μνημείου εἶναι πολύ μεγάλαι». [15]

Οι επεμβάσεις αυτές συνίστανται σε συμπληρώσεις των διαβρωμένων λίθων με νέο υλικό, όπου υπήρχε μεγάλης έκτασης φθορά, και πλήρωση των αρμών με τσιμέντο (βλ. Παρακάτω τα στοιχεία του αρχείου της ΔΑΑΜ). Την ανάγκη ολοκλήρωσης των εργασιών αυτών, κάποιες εκ των οποίων είχαν προσωρινό και προληπτικό χαρακτήρα, επιβεβαιώνει έγγραφο του 1921, με το οποίο προτείνεται η αντικατάσταση του ξύλινου ικριώματος του δρόμου. [16] Ο Ι. Παπαδημητρίου αναφέρει ότι κατά το 1916 είχε πραγματοποιηθεί «συναρμογή των διαβρωθέντων λίθων της θόλου» και εξάγει το συμπέρασμα ότι η πλήρης αναστήλωση είναι δυνατή και όχι τόσο δαπανηρή λόγω της διάσωσης όλων σχεδόν των λίθων των άνω δόμων της θόλου. [17]

Κατά τη δεύτερη περίοδο των επεμβάσεων πραγματοποιήθηκε η ανάταξη του ανατολικού τοίχου του δρόμου και η αποκατάσταση της κορυφής της θόλου με χρήση των αρχαίων λίθων που είχαν καταπέσει μέσα στο θάλαμο. Των εργασιών αυτών προηγήθηκαν έγγραφες αναφορές, στις οποίες εκφράζονταν οι φόβοι για κατάρρευση του τάφου λόγω της ανεπάρκειας, αλλά και της φθοράς των πρόχειρων κατασκευών που είχαν τοποθετηθεί κατά το παρελθόν προληπτικά για τη στερέωσή του. [18]

Σύντομη έκθεση του Ι. Παπαδημητρίου περιγράφει εκτεταμένες αναστηλωτικές εργασίες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν το Μάιο του 1950 με δαπάνη της Υπηρεσίας Αναστυλώσεων του Υπουργείου Παιδείας υπό τη διεύθυνση του ιδίου και την επίβλεψη του επιμελητή Φ. Πέτσα. [19] Σκοπός των εργασιών ήταν κυρίως η ανάταξη του ανατολικού τοίχου του δρόμου που παρουσίαζε επικίνδυνη κλίση λόγω της αποσάθρωσης των ξύλινων στηριγμάτων που είχαν τοποθετηθεί παλαιότερα. Απομακρύνθηκαν οι λίθοι του τοίχου και ανατάχθηκαν με υποδειγματική μέθοδο, καθώς κατά την απομάκρυνσή τους, αριθμούνταν και στοιβάζονταν με τρόπο που επέτρεπε την επανατοποθέτησή τους στην αρχική τους θέση. Η πραγματοποίηση επεμβάσεων στον ανατολικό τοίχο εικονίζεται και σε φωτογραφία της εποχής. [20] Η μέριμνα αυτή μαρτυρεί την ευσυνειδησία των αναστηλωτών να εξασφαλίσουν τις προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν τη διατήρηση του αυθεντικού υλικού και της αρχικής μορφής του μνημείου, όπως προβλέπουν οι διεθνείς συμβάσεις που διέπουν σήμερα τις επεμβάσεις συντήρησης σε μνημεία.

Ο Ι. Παπαδημητρίου αναφέρει ότι πραγματοποιήθηκαν εργασίες μεταξύ του ανατολικού τοίχου του δρόμου και του αναλημματικού τοίχου που αποκάλυψαν οι ανασκαφές στα ανατολικά αυτού, ο οποίος προοριζόταν για την ανακούφιση του τοίχου του δρόμου από τις ωθήσεις των γαιών. [21] Ανατάχθηκε και αυτή η κατασκευή με πλήρωση του κενού μεταξύ του τοίχου του δρόμου και του αναλημματικού τοίχου με τσιμεντοκονίαμα αναμεμειγμένο με μικρούς λίθους σε στρώματα. Η συνοχή μεταξύ τους εξασφαλίστηκε με την τοποθέτηση λίθων σε οδοντωτή διάταξη, ενώ η συνοχή με τον αναλημματικό τοίχο με οπές που ανοίχτηκαν σε αυτόν. [22]

Την ίδια εποχή τοποθετήθηκαν στη θέση τους οι δύο λίθοι του κατωφλίου, οι οποίοι είχαν εξωθηθεί προς τα επάνω. Στις εκθέσεις των εργασιών αναφέρεται ότι διασώζονταν όλοι οι λίθοι των άνω δόμων της θόλου. Παράλληλα εντοπίστηκαν τμήματα του γλυπτού διακόσμου της εισόδου του τάφου. Ο Ι. Παπαδημητρίου εκφράζει τη στεναχώρια του για τη μη ολοκλήρωση της αναστήλωσης ελλείψει πιστώσεων, «αίτινες εδόθησαν εκ των γλίσχρων πόρων της Υπηρεσίας Αναστηλώσεως άνευ της αναμενόμενης χρηματικής αρωγής του σχεδίου ανασυγκροτήσεως». [23] Στην ανωτέρω έκθεση του Ι. Παπαδημητρίου προτείνεται η ολοκληρωτική αναστήλωση του μνημείου για την αποφυγή της ολοκληρωτικής καταστροφής.

Πράγματι το 1951 πραγματοποιήθηκε αποκατάσταση του ανώτερου τμήματος της θόλου από τον αρχιτέκτονα της Διεύθυνσης αναστηλώσεως του Υπουργείου Παιδείας Ε. Στίκα. [24] Η επέμβαση αυτή έγινε υπό τη διεύθυνση του Ορλάνδου και την επίβλεψη του Ε. Στίκα, βάσει παλαιότερης μελέτης του δεύτερου, με την οποία είχε δείξει ότι ο σχεδιασμός του μνημείου είχε περισσότερα του ενός κέντρα χάραξης και ότι η θόλος είχε το ίδιο σχήμα με αυτή του θησαυρού του Ατρέως, υπολογίζοντας τους πεσμένους λίθους του ανώτερου τμήματος. Για την αποκατάσταση χρησιμοποιήθηκαν οι πεσμένοι – στο εσωτερικό του τάφου – λίθοι που προέρχονταν από τη θόλο, αλλά και νέοι λίθοι που εξορύχθηκαν από τα λατομεία της περιοχής. [25] Το ποσοστό νέου υλικού που χρησιμοποιήθηκε για την ανάταξη της θόλου πρέπει να ήταν μεγάλο καθώς από τα 170 τρέχοντα μέτρα του αναστηλωμένου τμήματος μόνο τα 37 μ. προέρχονταν από αυθεντικό υλικό. [26]

Τέλος αποκαταστάθηκε ο τύμβος που κάλυπτε το μνημείο. Κατά τη διάρκεια εργασιών αποκατάστασης του τύμβου, που δρομολογήθηκε χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η ανασκαφή της γύρω περιοχής, αποκαλύφθηκε ο ταφικός περίβολος Β στα ΒΔ του μνημείου.

Στην έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών «Α. Ορλάνδος, ο άνθρωπος και το έργο του» αναφέρεται ότι ο μεγάλος αναστηλωτής πραγματοποίησε στερέωση και καθαρισμό στο θησαυρό του Ατρέως, αλλά και όλων των άλλων θολωτών τάφων των Μυκηνών. [27] Είναι πολύ πιθανό να πραγματοποιήθηκαν εργασίες μικρής ίσως έκτασης και σε άλλους θολωτούς τάφους χωρίς να υπάρχουν αναλυτικές εκθέσεις.

Στο πλαίσιο των αναστηλωτικών εργασιών των θολωτών τάφων των Μυκηνών οφείλουμε να συμπεριλάβουμε μια επιπλέον εργασία που δεν αποτελεί επέμβαση στο πεδίο, αλλά πραγματοποιήθηκε στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και είναι εξίσου σημαντική. Κατά το 1940-41, είχε διαταχθεί από το Υπουργείο Παιδείας η εσπευσμένη ασφάλιση των αρχαιοτήτων, αφού η χώρα είχε εμπλακεί στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σπυρίδων Μαρινάτος είχε αναλάβει την ασφάλιση της μυκηναϊκής συλλογής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. [28] Ανάμεσα στα αντικείμενα που τακτοποιούσε σε κιβώτια εντόπισε τμήματα του γλυπτού διακόσμου του Θησαυρού του Ατρέως. Με την εθελοντική συμμετοχή του Α. Wace κατόρθωσαν να προσαρμόσουν αρκετά από αυτά. Συντάχθηκε μια μικρή μελέτη των δύο και τα αποτελέσματα εστάλησαν με επιστολή στο Robertson, ο οποίος και δημοσίευσε σύντομη έκθεση. [29] Η αναζήτηση της θέσης των τμημάτων αυτών στο μνημείο και

μια μικρή ανασκαφική έρευνα που αποκάλυψε επί τόπου κατεργασία γυψολίθου έδωσαν ώθηση στη διατύπωση μιας σειράς προβληματισμών σχετικά με την αποκατάσταση των προσόψεων των δύο μεγάλων θολωτών τάφων, του θησαυρού του Ατρέως και του τάφου της Κλυταιμήστρας, αλλά και τη θέση των σωζόμενων αρχιτεκτονικών μελών των προσόψεων των μνημείων.

Παραθέτουμε παρακάτω χρονολογικά τις εργασίες, διοικητικές ενέργειες, αλλά και επεμβάσεις στο πεδίο, όπως προκύπτουν από το αρχείο εγγράφων της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων (ΔΑΑΜ):

 

Στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα του αρχείου εγγράφων της Διεύθυνσης

Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων

 

  1. Στις 27/6/1910 ζητείται να εγκριθούν 1500 δρχ. για την επισκευή του τάφου της Κλυταιμήστρας.
  2. Στις 16/7/1911 ζητείται η έγκριση της μετάβασης δύο λιθοξόων στις Μυκήνες για τις εργασίες που πραγματοποιούνται στον τάφο της Κλυταιμνήστρας.
  3. Στις 5/8/1911 υποβάλλονται οι καταστάσεις αγοράς τσιμέντου για την υποστήριξη του τάφου της Κλυταιμήστρας, πράγμα που πιστοποιεί την χρήση τσιμέντου στις αναστηλωτικές εργασίες. (έγγραφο του Χ. Κτενά προς τον Διευθυντή του Αρχιτεκτονικού γραφείου του Υπ. Εκκλησιαστικών).
  4. Στις 13/8/1921 προτείνεται η ανακαίνιση του ξύλινου ικριώματος του δρόμου του τάφου της Κλυταιμήστρας. Παράλληλα προτείνεται η κατεδάφιση και ανοικοδόμηση «αμφοτέρων των εκατέρωθεν τοίχων». Επισημαίνεται ότι θα είναι επέμβαση χρονοβόρα και ότι θα καταστραφεί αρχαίο υλικό, του οποίου το μόνο πρόβλημα είναι η «παρέκκλιση από την κατακόρυφο». (έγγραφο του Μπαλάνου προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών).
  5. Στις 4/10/1921 αναφέρεται ότι τοποθετήθηκε σκαλωσιά στον τάφο της Κλυταιμήστρας, χωρίς να διευκρινίζεται πού ακριβώς.
  6. Στις 13/12/1929 ζητείται η έγκριση ποσού 10.000 δρχ. για τις αναγκαίες εργασίες στερέωσης του δρόμου του Τάφου της Κλυταιμήστρας με προθεσμία ολοκλήρωσης διμήνου (τμήμα αρχαιολογίας προς Ορλάνδο).
  7. Στις 22/2/1936, κατατίθεται αναφορά του Eφόρου της Αρχαιολογικής Περιφέρειας ότι «κατέπεσεν ο ανατολικός τοίχος του πρώτου τάφου δεξιά τω εισερχομένω» με παράκληση να μεταβεί ο Α. Ορλάνδος. (Επειδή η είσοδος του αρχαιολογικού χώρου τότε πρέπει να βρισκόταν στην περιοχή της πύλης των Λεόντων, ο «τοίχος» που κατέπεσε πρέπει να ανήκε στον τάφο του Αιγίσθου. Εξάλλου μεταγενέστερα στοιχεία αποδεικνύουν ότι τα ξύλινα ικριώματα του τάφου της Κλυταιμήστρας παρέμεναν να συγκρατούν τους ετοιμόρροπους τοίχους του δρόμου ως το 1949).
  8. Στις 15/2/1940 κατατίθεται αναφορά της Τουριστικής Αστυνομίας. Αναφέρεται ότι το ξύλινο υποστήριγμα του τάφου της Κλυταιμήστρας «κατέστη σεσηπός» και άρχισε να καταρρέει με αποτέλεσμα «να απειλείται και η κατάρρευση του τάφου».
  9. Στις 27/2/1940, κατά την 23η συνεδρίαση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου, λέγεται ότι είναι επείγουσες οι εργασίες στερέωσης των τάφων Ατρέως και Κλυταιμήστρας.
  10. Στις 24/2/1947 αναφέρεται ότι έγινε αλλαγή της δοκού στην είσοδο, αλλά προτείνεται αντικατάσταση με σιδερένιες δοκούς κάθετες και εγκάρσιες.
  11. Στις 14.12.1949 διαβιβάζεται η υπ’ αρ. 98/1949 πράξη του Aρχαιολογικού Συμβουλίου για την ανάγκη λήψης μέτρων προστασίας των αρχαίων των Μυκηνών που υπέστησαν βλάβες από τις καταρρακτώδεις βροχές του Νοεμβρίου και η υπ’ αρ. 116 έκθεση του εφόρου της Β΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας Ι. Παπαδημητρίου. Το απόσπασμα της πράξης του Αρχαιολογικού Συμβουλίου αναφέρει ότι «κατέστη ετοιμόρροπος ο θολωτός τάφος της Κλυταιμήστρας, του οποίου ο ξύλινος σκελετός αντιστηρίξεως των τοίχων έχει σχεδόν καταστραφεί. Τα ξύλα αποσπώνται το ένα κατόπιν του άλλου με άμεσο κίνδυνο μεγαλυτέρων ανεπανορθώτων ζημιών». Το Συμβούλιο εγκρίνει τη λήψη μέτρων.

Φαίνεται ότι όλες αυτές οι προσπάθειες, οι εκκλήσεις και η ανησυχία είχαν ως αποτέλεσμα τις εκτεταμένες εργασίες των ετών 1950-58 στους Θολωτούς τάφους Κλυταιμήστρας και Αιγίσθου.

Όσα προαναφέρθηκαν παρουσιάζουν με εύγλωττο τρόπο την ανησυχία και τη μέριμνα των ιθυνόντων για την προστασία των μνημείων σε χρονικές περιόδους ιδιαίτερα δύσκολες, εν μέσω πολέμων και οικονομικών δυσχερειών. Επιβεβαιώνεται η μέριμνα για τη διατήρηση του αυθεντικού υλικού και της αρχικής μορφής των μνημείων στο μέτρο του δυνατού, καθώς και η λήψη μέτρων για εργασίες στερέωσης μέχρις ότου βρεθούν οι οικονομικοί πόροι και τα μέσα για πιο δραστικές και μόνιμες επεμβάσεις.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ευχαριστώ θερμά το Διευθυντή της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων κο Δημοσθένη Σβολόπουλο για τη χορήγηση της άδειας έρευνας του αρχείου της Διεύθυνσης και την αρχαιολόγο της ΔΑΑΜ κα Σοφία Σπυροπούλου για την πολύτιμη βοήθειά της.

[2] Το κείμενο που κατατίθεται είναι ουσιαστικά εκείνο της παρουσίασής μου κατά τη διάρκεια της διημερίδας, καθώς ο περιορισμένος σχετικά χρόνος που μεσολάβησε από την πραγματοποίηση της διημερίδας μέχρι την παράδοση των κειμένων δεν επέτρεψε την ολοκληρωμένη σύνταξη και τη φωτογράφηση των εγγράφων των στοιχείων της ΔΑΑΜ που θα πλαισίωναν για εποπτικούς λόγους το κείμενο. Ολοκληρωμένη παρουσίαση της έρευνας προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί προσεχώς.

[3] Τα περισσότερα στοιχεία που παρατίθενται για τους θολωτούς τάφους των Μυκηνών (χρονικό της ανασκαφής, χρονολόγηση κτλ.), αντλήθηκαν από το έργο του O. Pelon, Tholoi, tumuli et cercles funeraires, 157-175. 

[4] Wace 1953, 69, πιν. 24 b.

[5] Παπαδημητρίου 1955, 218.

[6] Κτενάς 1915, 54.

[7] Κτενάς 1915, 53-54

[8] Κτενάς 1915, 54. Wace 1921-22, 296.

[9] Wace 1949, 38.

[10] ΠΑΕ 1955, σ. 220.

[11] ΠΑΕ 1897 σελ. 25

[12] Wace 1921-23, σ. 359, εικ. 77.

[13] ΠΑΕ 1907, σ. 61. Υποθέτουμε ότι ελήφθη κάποια μέριμνα για τη φύλαξη των λίθων που ήταν πεσμένοι στο εσωτερικό και οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για να γίνουν οι υπολογισμοί του Ε. Στίκα, που οδήγησαν αργότερα στην αποκατάσταση του ανώτερου τμήματος της θόλου.

[14] ΠΑΕ 1908, 65. ΠΑΕ 1909, 63. ΠΑΕ 1910, 64.

[15] ΠΑΕ 1910, 64.

[16] Βλ. παρακάτω σ. 11 τον κατάλογο των εργασιών που προκύπτουν από τα αρχεία της ΔΑΑΜ., αρ. 4.

[17] Παπαδημητρίου 1948-49, 45.

[18] Βλ. στοιχεία του αρχείου της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων κατά τα έτη 1929- 1949 σελ. 11, αρ. 8, 9 και11.

[19] Παπαδημητρίου 1948-49, 43.

[20] Wace 1955, πιν. 32 b. 33 a. 34 a,b.

[21] Βλ. Ανωτέρω: Οι ανασκαφές αποκάλυψαν τοίχο στα ανατολικά του ανατολικού τοίχου του δρόμου, κατασκευασμένο από αργολιθοδομή. Μεταξύ αυτού και του ανατολικού τοίχου του δρόμου υπήρχε γέμισμα από μικρούς λίθους και «αδιάβροχο χώμα». Όλη αυτή η κατασκευή προοριζόταν για την ανακούφιση του ανατολικού τοίχου του δρόμου από τις ωθήσεις των γαιών (σύμφωνα με τον Χρ. Τσούντα) ή για την εξασφάλιση της στεγανότητας του τοίχου του δρόμου (σύμφωνα με τον Α. Wace).

[22] Wace 1955, πιν. 32 b.

[23] Παπαδημητρίου 1948-49 σ. 43.

[24] ΠΑΕ 1951, σ. 25.

[25] Η προμήθεια λίθων από τα αρχαία λατομεία της περιοχής των Μυκηνών για τις αναστηλωτικές εργασίες αναφέρεται στα χρονικά της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής για το έτος 1951 (BCH 1952 σ. 220, εικ. 18,19, πιν. LXXVI, 1952 (φωτογραφία εργασιών).

[26] Wace 1955 σ. 198.

[27] Σ. 439.

[28] Παπαδημητρίου 1953-54 Ι, σ. 11-23.

[29] Robinson 1941, 14-16.

 

Συντομογραφίες – Βιβλιογραφία


 

  • Αναστάσιος Ορλάνδος 1978: Αναστάσιος Ορλάνδος: ο άνθρωπος και το έργον του. Αθήναι: Ακαδημία Αθηνών (1978).
  • BCH 1951: De Santerre, H., “Chronique des fouilles et decouvertes archeologiques en Grece en 1950”, BCH 1951, σ. 101-129 και συγκεκριμένα σ. 113.
  • BCH 1952: Courbin, P.,”Chronique des fouilles et decouvertes archeologiques en Grece en 1951”, BCH 1952, σ. 201-247 και συγκεκριμένα σ. 218-221.
  • Κτενάς 1915: Κτενάς Χ., «Περί της στερεώσεως των αρχαίων μνημείων Μυκηνών», ΑΔ 1915, Παράρτημα, σ. 53-54.
  • Μαρινάτος 1953-54: Μαρινάτος Σπ., «Μικραί έρευναι εν Μυκήναις» ΑΕ, 1953-54 Ι, σ. 9-24.
  • Robinson 1941: Robinson, “New light on the facade of the Treasury of Atreus”, JHS 62, 1941, σ. 14-16.
  • ΠΑΕ 1907: Καββαδίας Π., «Έκθεσις των Πεπραγμένων της Εταιρείας κατά το έτος 1907», ΠΑΕ 1907, σ. 51-74 και συγκεκριμένα σ. 61.
  • ΠΑΕ 1908: Καββαδίας Π., «Έκθεσις των Πεπραγμένων της Εταιρείας κατά το έτος 1908», ΠΑΕ 1908, σ. 51-69 και συγκεκριμένα σ. 65.
  • ΠΑΕ 1909: Τσούντας Χρ., «Έκθεσις των Πεπραγμένων της Εταιρείας κατά το έτος 1909, ΠΑΕ 1909, σ. 57-67 και συγκεκριμένα σ. 63.
  • ΠΑΕ 1910: Τσούντας Χρ., «Έκθεσις των Πεπραγμένων της Εταιρείας κατά το έτος 1910» ΠΑΕ 1910, σ. 53-66 και συγκεκριμένα σ. 64.
  • ΠΑΕ 1951: Ορλάνδος Α., «Έκθεσις περί του έργου της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας», ΠΑΕ 1951, σ. 1-39 και συγκεκριμένα σ. 25.
  • Παπαδημητρίου 1948-49: Παπαδημητρίου Ι., «Αναστηλωτικαί εργασίαι εν Μυκήναις», ΑΕ 1948-49, Αρχαιολογικά Χρονικά σ. 43-48.
  • Παπαδημητρίου 1955: Παπαδημητρίου Ι., «Ανασκαφαί εν Μυκήναις», ΠΑΕ 1955 (1960), σ. 217-232.
  • Pelon 1976: Pelon O., Tholoi, tumuli et cercles funeraires, Παρίσι 1976.
  • Wace 1953: Wace A., Hood. S., “Mycenae 1939-1952. Part IV. The Epano Phournos Tholos Tomb”, BSA 48, 1953, σ. 69-83.
  • Wace 1921-23: Wace A., “Mycenae. The Tholos Tombs. The Tomb of Clytemnestra”, BSA 25, 1921-23, σ. 357-376.
  • Wace 1949: Wace, A., Mycenae. An Archaeological History and Guide, Princeton, 1949.
  • Wace 1955: Wace A., Mycenae 1939-1954. Part III. Notes on the Construction of the “Tomb of Clytemnestra”, BSA 50, 1955, σ., 194-198, πιν. 32-35.

 

Σταματούλα Μακρυπόδη,

 Αρχαιολόγος,

Νομισματικό Μουσείο

 

Διημερίδα «Η Ιστορική και αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Μήτσας Αντ. Σταμάτης  (1857-1933)


 

Σταμάτης Μήτσας. Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό αρχείο του Παναγιώτη Σταμ. Μήτσα, απόγονου της ιστορικής οικογένειας.

Ο Σταμάτης Αντ. Μήτσας γεννήθηκε στην Ερμιόνη το 1857. Ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά, τέσσερα αγόρια (Σταμάτης, Δημοσθένης, Αθανάσιος, Κωνσταντίνος) κι ένα κορίτσι (Μαργαρίτα), του Αντώνη Στ. Μήτσα. Από μικρός διδάχθηκε την ένδοξη ιστορία της οικογένειάς του, γαλουχήθηκε με τις αρχές της και ανατράφηκε με τις αναλλοίωτες κληρονομικές αρετές της.

Ακολούθησε το στρατιωτικό επάγγελμα και το 1875 όντας τριτοετής εύελπις αφήνει τα θρανία της Σχολής, λιποτακτεί και έρχεται να αγωνιστεί στο πλευρό του πατέρα του, που συμμετείχε στη Θεσσαλική επανάσταση. Ο τύπος εκείνης της εποχής και αργότερα οι ιστορικοί που κατέγραψαν και σχολίασαν τα πολεμικά γεγονότα και τις μάχες που δόθηκαν στα Θεσσαλικά πεδία εξυμνούν την ανδρεία και την προσφορά του 20χρονου εύελπι.

Το 1897, λοχαγός ήδη, παίρνει μέρος στο φοβερό μα άτυχο Ελληνοτουρκικό πόλεμο, ως Διοικητής της 1ης ορειβατικής πυροβολαρχίας του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού (Στρατού Θεσσαλίας). Οι μάχες που δίνει στο Γρίμποβο, το Βελεστίνο, τον Δομοκό, το Μάτι, τα Πέντε Πηγάδια είναι φονικές. Η ευστοχία, όμως, και η ακρίβεια των κανονιών της πυροβολαρχίας του Σταμάτη Μήτσα κάτω από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες και τις δυσμενείς καταστάσεις του εδάφους θερίζουν τις αντίπαλες δυνάμεις! Οι εφημερίδες των Αθηνών που μεταφέρουν τις ειδήσεις του πολέμου, εγκωμιάζουν τον γενναίο και συνετό αξιωματικό. Ο ποιητής Γεώργιος Σουρής τού αφιέρωσε τιμητικό ποίημα. [1]

 

Σταμάτης Μήτσας

 

Του κανονιού του τη φωνή

την τρόμαξαν οι μάχες

και των Φερών εσείστηκαν

τραγουδημένες ράχες,

την ώρα την αξέχαστη,

την καθεμιά του μπάλα

νεκρή στο χώμα σώριαζε

των Τούρκων την καβάλα.

Συ που τον κοίταξες κι αλλού

και μες στην γη του Ρήγα

να πολεμά μερόνυχτα,

συ μάννα, γλυκοφίλησε

το τιμημένο το παιδί,

που ξέρει λόγια λίγα

και μόνο με του κανονιού

το στόμα παραμίλησε.

 

Μετά τον πόλεμο ο Σταμάτης Μήτσας επέστρεψε στην Αθήνα. Ο κόσμος τον περίμενε με λαχτάρα και κοντά στο Δαφνί του επεφύλαξε θερμότατη υποδοχή ραίνοντας με άνθη τον ίδιο, τους στρατιώτες, τα άλογα και τα κανόνια.

Ο Σταμάτης Μήτσας έδωσε το παρόν, 55 ετών πλέον και στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 1913 Αντισυνταγματάρχης όντας του Ελληνικού Στρατού. Το όνομά του, όπως είδαμε, συνδέθηκε με την κατάληψη του Μετσόβου και μέχρι σήμερα οι κάτοικοί του θυμούνται τον απελευθερωτή της πόλης τους. Μετά τους πολέμους τοποθετήθηκε φρούραρχος Ιωαννίνων και στις 13 Δεκεμβρίου 1916 αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του Υποστρατήγου. Θεωρήθηκε από τους «λογίους» αξιωματικούς, μιλούσε τη Γαλλική γλώσσα και τιμήθηκε με τον «Χρυσούν Σταυρόν του Σωτήρος» και το «Μετάλλιον Ελληνοβουλγαρικού Πολέμου» για την πολυετή και γενναία προσφορά του στην Πατρίδα.

Ο Σταμάτης Μήτσας, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, συμμετείχε και στην πολιτική ζωή της χώρας. Πέτυχε μάλιστα να εκλεγεί δύο φορές βουλευτής Ερμιονίδας: α) 3 Μαΐου 1892 – 20 Φεβρουαρίου 1895 και β) 27 Νοεμβρίου 1902 – 22 Δεκεμβρίου 1904.

Παντρεύτηκε την Άννα Τομαροπούλου (1868-1906) από την Καλαμάτα και απέκτησαν 5 κορίτσια. [2] Ίσως ο Σταμάτης Μήτσας, ως αξιωματικός που ήταν, να επιθυμούσε να αποκτήσει ένα αγόρι που θα συνέχιζε την παράδοση της οικογένειας, πράγμα που δεν έγινε. Ωστόσο, αισθανόταν πολύ περήφανος για τις θυγατέρες του και τις καμάρωνε, όταν καβάλα πάνω στ’ άλογα τις πήγαινε βόλτα στο Φάληρο. [3]

Ο Σταμάτης Μήτσας [4] παραβρέθηκε στην πόλη μας προσκαλεσμένος της Δημοτικής Κοινότητας στις λαμπρές τελετές για την εκατονταετηρίδα της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους και τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου των πεσόντων το Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 1930.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1933 ημέρα Σάββατο ο άνθρωπος που αψήφησε τόσους κινδύνους και έδωσε τόσες μάχες στη ζωή του, έκλεισε ήρεμα τα μάτια του σε ηλικία 76 χρόνων στην Αθήνα ανάμεσα στα απαρηγόρητα παιδιά του. Η εξόδια ακολουθία τελέσθηκε την επομένη, στον Ι. Ν. της Μητρόπολης χοροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου. Σ’ αυτή παραβρέθηκαν ο Υφυπουργός Σαγιάς, εκπροσωπώντας τον Πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη, ο Αντιπρόεδρος της Βουλής Αθηνογένης, ο Υπουργός Στρατιωτικών Κονδύλης, ο Υπουργός Εσωτερικών Μουντζουρίδης, ο Δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης, [5] γερουσιαστές, βουλευτές, αξιωματικοί και πλήθος κόσμου.

Κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία επικήδειους λόγους εκφώνησαν εκ μέρους του Στρατού ο Υπουργός Κονδύλης, της Βουλής ο αντιπρόεδρος Αθηνογένης, του Δήμου Αθηναίων ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Παπαγεωργίου και από την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ερμιόνη, ο βουλευτής Ερμιονίδας Ιωάννης Μάλλωσης.

Όλοι οι ομιλητές τόνισαν την προσφορά του νεκρού προς την πατρίδα και εγκωμίασαν την ανδρεία και τη σεμνότητα του χαρακτήρα του. Στη συνέχεια με τιμητική συνοδεία αποσπάσματος του προτύπου Τάγματος Ευζώνων και τη Μουσική της Φρουράς οδηγήθηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών και κηδεύτηκε στον οικογενειακό τάφο.

 

Η προσωπικότητα του Σταμάτη Αντ. Μήτσα

 

Ασφαλώς ο Σταμάτης Μήτσας δεν είχε το κάλλος, τη σωματική ρώμη και την εκρηκτικότητα του πατέρα του Αντώνη. Ήταν όμως εξ ίσου ανδρείος, αγέρωχος, απτόητος αλλά και συνετός πολεμιστής. Η αγάπη του προς την Πατρίδα ανιδιοτελής, ενώ η απαράμιλλη γενναιοψυχία και η πολεμική του αρετή αναγνωρίζονταν από όλους. Οι κίνδυνοι του πολέμου και οι δύσκολες οικογενειακές περιστάσεις δεν τον λύγιζαν, μάλλον χαλύβδωναν την ψυχή του.

Άριστος αξιωματικός και βαθύς γνώστης της πολεμικής τέχνης είχε αποκτήσει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των ανωτέρων του. Διεξήγαγε με επιτυχία δεκάδες πολεμικές επιχειρήσεις οδηγώντας με ασφάλεια τους «υπ’ αυτόν» αξιωματικούς και οπλίτες, που τον υπεραγαπούσαν, σε νικηφόρες μάχες.

Στοργικός πατέρας καμάρωνε τις θυγατέρες του και τις δίδασκε με το παράδειγμά του το ήθος, τη σεμνότητα, την ευγένεια και την ευπρέπεια. Χαιρόταν τους συγγενείς, τους φίλους, τους ανθρώπους που τον περιέβαλαν και έπνιγε μέσα του πικρίες, πάθη και κυρίως την ανθρώπινη αχαριστία.

Θεωρώ πως τέτοια παραδείγματα αποτελούν πολύτιμη κληρονομιά και μακάρι να μας κατευθύνουν τα χρόνια που έρχονται…

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το ποίημα/αφιέρωμα στον Σταμάτη Αντ. Μήτσα γράφτηκε στις 28 Ιουνίου 1897. Ανήκει σε μια θαυμάσια σειρά από ωδές και θούρια, εμπνευσμένα από τους αγώνες για την πατρίδα, τους τολμηρούς αγωνιστές και φλογερούς πατριώτες.

[2] Καλλιρρόη, Ελένη, Ερμιόνη, Βασιλική και Μαρία.

[3] Η τρίτη από τις θυγατέρες του, η Ερμιόνη, πέθανε στις 9 Ιουνίου 1898 σε ηλικία μόλις 8 χρόνων από σοβαρά εγκαύματα.

[4] Το όνομά του είναι γραμμένο στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ερμιόνης του έτους 1906-1907 με αύξ. αρ. 260, αρ. Μητρώου Αρρένων: 271 και Επάγγελμα: Μαθητής Στρατιωτικής Σχολής.

[5] Ο Σπύρος Μερκούρης ήταν πρώτος εξάδελφος του Σταμάτη Μήτσα.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Ταύρ(ι)ος  – (Υλλικός)


 

Αρχαίος ποταμός στην Τροιζήνα. Ο Παυσανίας [1] εντοπίζει την πηγή του Υλλικού [2], που αρχικά ονομαζόταν όπως λέει Ταύριος, ακολουθώντας τον ορεινό δρόμο από Τροιζήνα για Ερμιόνη. Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος μιλώντας γενικά για το νερό κάνει μνεία σ’ αυτό της Τροιζήνας: Αλλά πριν απ’ όλα είναι καταδικασμένα τα πικρά νερά κι αυτά που δίνουν μια αίσθηση πληρότητας ευθύς μόλις τα πιεις, όπως κάνει το νερό της Τροιζήνας [3]. Ο μεταγενέστερός του Αθήναιος ξεκαθαρίζει ότι το νερό αυτό είναι το Ταύρειον ύδωρ, στο οποίο αναφέρεται τέσσερεις φορές: Ο Κύνουλκος λέει απευθυνόμενος στον Ουλπιανό: Δεν θα σου πω να πιω το νερό του Ταύρου που συ δεν ξέρεις ποιο είναι [4] και ο συνομιλητής του περίεργος του λέει: …μην αρνηθείς να μας πεις τι είναι αυτό το Ταύριο νερό [5]. Αλλού περιγράφει το νερό της Τροιζήνας το οποίο των γευομένων ευθύς ποιεί πλήρες το στόμα αφού ανήκει στα ύδατα που …και σωματώδη εστί καί έχει ώσπερ τι βάρος εν εαυτοίς [6]. Ο σοφιστής συγγραφέας βάζει στο στόμα του Κύνουλκου [7] απόσπασμα που λέει πως πήρε από την κωμωδία Πυθαγορίζουσα του Άλεξι [8] ένα ποτήρι νερό που βράστηκε καλά αλλ’ αν άβραστο το πιεις είναι βαρύ κουραστικό, και εξηγεί πως το Ταύρειον ύδωρ ονόμασε ο Σοφοκλής στον «Αιγέα» [9] από το όνομα του περί την Τροιζήνα ποταμού Ταύρου, μνημονεύοντας παράλληλα κοντά στον ποταμό κρήνη Υόεσσα.

 

Baron de Stackelberg

Η Τροιζήνα και ο Πόρος, λιθογραφία από το βιβλίο La Grece, σχέδιο του Baron de Stackelberg, Παρίσι, 1834.

 

Το νερό του Ταύρου πρέπει να εννοεί και ο Βιτρούβιος, που αναφέρει πως προκαλούσε ποδάγρα σχεδόν σε όλους τους κατοίκους της Τροιζήνας [10], αφού ό,τι άλλο νερό υπήρχε ήταν μολυσμένο. Ανάλογες πληροφορίες μεταδίδει και ο Πλίνιος λέγοντας: Οφείλεται στο νερό της Τροιζήνας ότι όλοι εκεί υποφέρουν από ασθένεια των ποδιών [11]. Στον Ησύχιο τέλος καταγράφεται: Ταύρειον πώμα: Σοφοκλής Αιγεί, από Ταύρου ποταμού Τροιζήνα, παρ’ώ και κρήνη Υόεσσα. Στην κρήνη αυτή αναφέρεται και ο Ευστάθιος [12], συνδέοντάς την με ποταμό της Τροιζήνας. Στα νερά του ποταμού αυτού πρέπει να αναφέρεται και η τροφός της μητριάς του Ιππόλυτου Φαίδρας, απαντώντας στη δύστυχη κυρά της, που ονειρεύεται να φύγει στα βουνά και να πιει νερό δροσεράς από κρηνίδος καθαρών υδάτων:

τι αναζητάς πηγής τρεχούμενα νερά

δίπλα στον πύργο σου είναι πλαγιά

όπου πώμα εσύ μπορείς να βρεις [13].

H ονομασία του ποταμού μας βάζει στον πειρασμό να θυμηθούμε τον άγριο ταύρο που βγήκε από τη θάλασσα, προκαλώντας θανάσιμο ατύχημα στον Ιππόλυτο, που έτρεχε στην ακτή με το άρμα του. Άλλωστε, ο ταύρος αποτελεί μια συνήθη απεικόνιση ποταμών. Το τοπωνύμιο αυτό θα το βρούμε εκτός από την ομώνυμη μικρασιατική οροσειρά και σε ένα ακρωτήρι στην ανατολική Σικελία, πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η πόλη Ταυρομένιο, κοντά στον ομώνυμό της ποταμό [14].  Όσον αφορά στην ονομασία Υλλικός, ο Σ. Βυζάντιος στο λήμμα Υλλείς γράφει: έστιν Υλλίς και φυλή Άργους και Δωριέων και Τροιζινίων ο φυλέτης Υλλεύς. Ίσως εννοεί τον Ύλλο, γιο του Ηρακλή και της Δηιάνειρας, ο οποίος λατρευόταν και στην Τροιζήνα. Αναφέρονται και δύο παραπόταμοι του Έρμου με το όνομα Ύλλος[15] στην Ιωνία, ενώ παρεμφερής είναι και η ονομασία της βοιωτικής λίμνης Υλίκη. Τέλος ο Μελέτιος, προφανώς από λάθος, τον γράφει Υλισό: Ευρίσκεται αύτη η πόλις (η Ερμιόνη)…ου μακράν του Υλισού ποταμού.

Στα νότια της Τροιζήνας υπάρχει στο βουνό πηγή, που σήμερα υδροδοτεί το χωριό. Ίσως να είναι η πηγή του Ταύριου, ίσως Ταύριος να ήταν ο Κρεμαστός, ή τέλος ίσως Ταύριος να ήταν ένα ασήμαντο σήμερα ρέμα, που εκκινώντας Ν. του χωριού, καταλήγει Δ. της Τροιζήνας,  στον  όρμο του Πώγωνα, στην αρχαία παραλία της Κελενδέρεως.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  2, 32, 7. [«Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980].

[2] Γράφεται σε χειρόγραφα των Κορινθιακών και Υλικού ή Υλυκού ή και Ολικού.

[3] «Φ. Ιστορία» XXXI, 36

[4] «Δειπνοσοφισταί», 3,122 a.

[5] «Δειπν.», 3, 122, e.

[6] «Δειπνοσοφισταί» 2,42 α.

[7]  «Δειπν.», 3, 122, f.

[8] Πολυγραφώτατος σκωπτικός ποιητής της Κάτω Ιταλίας (3ος π.Χ. αιώνας). Σώζονται αποσπάσματα.

[9] «Αιγεύς», απ. 20 Ν.

[10]  8, 3, 6.

[11] «Φυσική Ιστορία», XXXI, 12.

[12]  881, 24.

[13] Ευρ. «Ιππόλυτος», 225-227.

[14] Ανώνυμου XXI, Keller «Scriptores Graeci Minores».

[15] Ηροδ. Α΄. 80.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

 Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας

Σαν σήμερα… πριν από 106 χρόνια! Η κατάληψη του Μετσόβου (31 Οκτωβρίου 1912) και ο απελευθερωτής Ερμιονίτης Αξιωματικός Σταμάτης Αντ. Μήτσας – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Γιάννης Σπετσιώτης μας περιγράφει την κατάληψη του Μετσόβου και τον πρωταγωνιστή της νίκης αυτής,  Ερμιονίτη, Αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Σταμάτη Αντ. Μήτσα.

 

«Η κατάληψη του Μετσόβου (31 Οκτωβρίου 1912) και ο απελευθερωτής Ερμιονίτης Αξιωματικός Σταμάτης Αντ. Μήτσας»

 

Το χρονικό της απελευθέρωσης

 

Στις 16 Οκτωβρίου ο αρχηγός του Στρατού Θεσσαλίας Διάδοχος Κωνσταντίνος έδωσε διαταγή στην 1η Στρατιωτική Περιοχή Λάρισας να συγκροτήσει απόσπασμα δύναμης 340 ανδρών τακτικού στρατού. Ως Διοικητή τοποθέτησε τον Αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Σταμάτη Αντ. Μήτσα, διοικητή έως τότε της εκεί τοπομαχικής Μοίρας, με κύρια αποστολή την απελευθέρωση του Μετσόβου. Το απόσπασμα αποτελούμενο από δύο λόχους με έντεκα (11) αξιωματικούς, τριακόσιους τριάντα δύο (332) οπλίτες και σαράντα (40) ζώα έφθασε στις 29 Οκτωβρίου το μεσημέρι στο χωριό Μαλακάσι διαμέσου Τρικάλων και Καλαμπάκας. Παράλληλα το Υπουργείο Στρατιωτικών συγκρότησε και έστειλε στην Καλαμπάκα εθελοντικό στρατιωτικό τμήμα διακοσίων πενήντα (250) Κρητικών. Τελικός σκοπός του ήταν να προωθηθεί στο Μέτσοβο μέσα από την Ελληνοτουρκική μεθόριο, που διέσχιζε τότε τα ανατολικά υψώματα της περιοχής. Έτσι, σύμφωνα με τους πίνακες δημοσιευμένους από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, το απόσπασμα Μετσόβου είχε την εξής σύνθεση:

 

Διοικητής: Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού
  Μήτσας Σταμάτιος μέχρι 8/2/1913
Συγκρότηση: 2 λόχοι (11 αξιωματικοί και 332 οπλίτες)
  Σώματα εθελοντών Κρητικών (550 άνδρες)
  Σώμα εθελοντών Ηπειρωτών (100 άνδρες)

 

Η κατάληψη του Μετσόβου έπαιζε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή των συνθηκών υπέρ των Ελλήνων και θα διευκόλυνε, επίσης, την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Γι’ αυτό, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες (υπερβολικό κρύο, σφοδροί άνεμοι, χιόνια), ο Ελληνικός Στρατός με υψηλό ηθικό και αφού πριν από πέντε μέρες είχε απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη, προχωρούσε αποφασιστικά προς το Μέτσοβο.

 

Η ημέρα των επιχειρήσεων

 

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Οκτωβρίου του 1912 (2 π.μ.) το απόσπασμα του Μετσόβου συνεπικουρούμενο από αντάρτικες ομάδες της Ηπείρου και Μετσοβίτες εθελοντές έχοντας περάσει τη νύχτα την κορυφογραμμή Κατάρας – Ζυγού επιτίθεται κατά των Τούρκων φρουρών. Αυτοί, διακόσιοι πέντε (205) στρατιώτες με δύο (2) κανόνια, μόλις τους αντιλήφθηκαν άρχισαν τους κανονιοβολισμούς.

Η προέλαση όμως του Ελληνικού Στρατού συνεχιζόταν. Γύρω στις 10:00 το πρωί  αιφνιδίασαν το εχθρικό πυροβολικό και το έτρεψαν σε φυγή. Περίπου στις 4:30 το απόγευμα υψώθηκε λευκή σημαία από τους εντός του φρουρίου πολιορκημένους Τούρκους στρατιώτες και υπαλλήλους, σήμα ότι παραδίδονται. Ο Ελληνικός στρατός συνέλαβε πολλούς από τους νιζάμηδες (Οθωμανούς στρατιώτες που υπηρετούσαν στον τακτικό στρατό).

Έτσι απελευθερώθηκε το Μέτσοβο του οποίου οι κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους και υποδέχτηκαν το απόσπασμα και τον Διοικητή του Σταμάτη Μήτσα με μεγάλο ενθουσιασμό. Οι απώλειες για τους Έλληνες ήσαν ένας (1) νεκρός και πέντε (5) τραυματίες. Για τους Τούρκους ένας (1)αξιωματικός και δεκαοκτώ (18) οπλίτες νεκροί, (18) δεκαοκτώ τραυματίες και (3) τρεις αξιωματικοί με ενενήντα δύο (92) οπλίτες αιχμάλωτοι, καθώς επίσης δύο (2) πυροβόλα και άφθονα υλικά πολέμου.

Τις επόμενες ημέρες μετά την απελευθέρωση του Μετσόβου και επί ένα 10/μερο, από 1-10 Νοεμβρίου, οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν με σκληρές μάχες για να «εξασφαλιστεί» η γύρω περιοχή και με Διοικητή του αποσπάσματος τον Ερμιονίτη Αξιωματικό Σταμάτη Αντ. Μήτσα.

 

Οι τρεις αδελφοί Μήτσα: Αθανάσιος, Σταμάτιος και Κων/νος, και οι τρεις αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού.

 

Οι στίχοι του ποιητή Γεωργίου Σουρή

 

Η απελευθέρωση του Μετσόβου, το ήθος, η πολεμική αρετή και αυταπάρνηση του Σταμάτη Μήτσα δεν άφησαν ασυγκίνητο τον ποιητή Γεώργιο Σουρή. Γι΄ αυτό στο φύλλο «Δευτέρα Δεκεμβρίου κι’ εικοστή έτος χίλια δώδεκα και εννιακόσ’ ακόμα» της ιδιαίτερης εφημερίδας «ΡΩΜΙΟΣ», που ο ίδιος έγραφε, του αφιέρωσε τους παρακάτω στίχους:

Θέαμα τρομερόν

αιματηράς σκηνής.

Εκεί να πας κωθώνι

με το νωθρό το μάτι

ν’ ακούσης το κανόνι

του Μήτσα του Σταμάτη.

Το Μέτσοβο υμνεί

με δάφνινο στεφάνι

παλληκαριά σεμνή

όπου μιλιά δεν βγάνει.

Εκεί να πας μαγκούφη

της σαχλοπρωτευούσης.

Δημοσιεύουμε στη συνέχεια δύο μοναδικά ντοκουμέντα. Την επιστολή που έστειλε η Βασιλική Γεωργ. Δεληγιάννη (κόρη του Σταμάτη Μήτσα) στις 20 Μαΐου 1937 στην Κοινότητα Μετσόβου μαζί με τη σπάνια φωτογραφία απελευθέρωσης της πόλης, που βρέθηκε στο αρχείο του Στρατηγού πατέρα της.

 

Φωτογραφία από την ελευθέρωση του Μετσόβου. Διακρινονται ο Διοικητής του αποσπάσματος Αντισυνταγματάρχης Σταμάτης Μήτσας, και οι αξιωματικοί Μπασακίδης, Δεπάστας, Μαντούβαλος κ.α.

 

Επιστολή της Βασιλικής Γεωργ. Δεληγιάννη, κόρης του Σταμάτη Μήτσα.

Σημ. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο Παναγιώτη Σταμ. Μήτσα, απόγονο της ιστορικής οικογένειας, για το γράμμα και τις φωτογραφίες από το προσωπικό του αρχείο, που μου παραχώρησε.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης