Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

 σας γνωστοποιεί ότι ο ιστότοπός της ενημερώνεται καθημερινά.

 

 

Προϋποθέσεις Χρήσης

 

 

Το σύνολο του περιεχομένου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού στο διαδικτυακό τόπο http://www.argolikivivliothiki.gr, αποτελεί  πνευματική ιδιοκτησία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των συνεργατών της και προστατεύεται  από τις εθνικές (Νόμος 2121/93) και διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως,

απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε αναπαραγωγή (reformatting), αναδημοσίευση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (upload), διαμόρφωση, τροποποίηση, δημιουργία αντιγράφων site (mirroring) του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση του Δικαιούχου.

Επιτρέπεται

 η ελεύθερη αναπαραγωγή αντιγράφων μέρους ή του συνολικού έργου για προσωπική ή εκπαιδευτική χρήση, εφ’ όσον τα αντίγραφα αυτά δεν θα διανεμηθούν στη συνέχεια για κερδοσκοπικούς σκοπούς, με την προϋπόθεση  ότι  θα υπάρχει αναφορά της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των πηγών του άρθρου καθώς και η ηλεκτρονική διεύθυνση της βιβλιοθήκης.

Για τη χρησιμοποίηση

 για άλλους σκοπούς, όπως εμπορική εκμετάλλευση, φόρτωση σε άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, αξιοποίηση μέρους του έργου για την παραγωγή νέου κ.α., απαιτείται η συνεννόηση με την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Η Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, λειτουργεί ως ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Ο βασικός σκοπός  της είναι η έρευνα, ο εντοπισμός, η συλλογή, η ταξινόμηση, η διάσωση, η μελέτη και η έκδοση αρχειακού υλικού που αφορά στην ιστορική και πνευματική εξέλιξη και ανάπτυξη του νομού Αργολίδας, της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας.

Μέσα από την καταγραφή και την ανάδειξη αυτού του υλικού, στοχεύει να καταστήσει κοινωνούς όλους όσοι ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν, να μελετήσουν ή να αξιοποιήσουν αυτόν τον πολιτιστικό και ιστορικό θησαυρό.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη επιχειρεί να διασώσει, να διατηρήσει, να μελετήσει και να καταγράψει όσα στοιχεία του παρελθόντος ακόμη αχνά διακρίνονται, πριν τα καταπιεί ο χρόνος και η λήθη.

Οι συλλογές της, καλύπτουν πολύπλευρα την ιστορική εξέλιξη και την πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας και ειδικότερα της Αργολίδας, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.

Η σημαντικότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ήδη κατέχει ιδιαίτερα πλούσιο αρχειακό υλικό που αφορά στην πολιτιστική και ιστορική πραγματικότητα της Ελλάδας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής πορείας του τόπου.

Ναύπλιο. Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930.

Την ουσιαστική προσφορά της Βιβλιοθήκης, από τα πρώτα της βήματα, εκτίμησε η Επιτροπή Πολιτών του Νομού Αργολίδας, που την πρότεινε ομόφωνα στον Οργανισμό Πολιτισμού και Αθλητισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και στις 22 Μαρτίου 2009, της απονεμήθηκε το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς 2008, για την συμβολή της στην προώθηση του Πολιτισμού της Αργολίδας, στο διαδίκτυο. Επίσης η ΕΤ1 εκτιμώντας το έργο της, πρόβαλε γι’ αυτήν ένα ειδικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα.

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

 

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

Η αξιοπιστία και η συνέπεια της επικροτούνται  από διάφορους πνευματικούς φορείς και ιδρύματα, οι οποίοι συνεργάζονται μαζί της αξιοποιώντας το υλικό της, προκειμένου να εκδώσουν σχετικά βιβλία ή να συμπληρώσουν άλλες μελέτες τους.

 

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για τα θέματα που πραγματεύεται και δηλώνει ότι θα σταθεί συμπαραστάτης και αρωγός σε κάθε πρωτοβουλία που σχετίζεται με αυτά.

  Εκδόσεις Εκ Προοιμἰου

Η πολιτισμική γενοκτονία του ελληνισμού του Πόντου 1908-1923: μία άλλη πτυχή του διωγμού των Ελλήνων – Ευριπίδης Π. Γεωργανόπουλος


 

Ο όρος γενοκτονία είναι ένας όρος αρκετά γνωστός καθώς τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και συχνότερα αναφορά σε αυτόν για εγκλήματα που διενεργηθήκαν κατά εθνών τον 20ο αι. με πιο γνωστά αυτά κατά των Αρμενίων το 1915 από τους νεοτούρκους και κατά των Εβραίων από τους ναζί. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι είναι σαφές στους περισσότερους το ακριβές περιεχόμενό του. Η συνήθης ερμηνεία που δίνεται είναι ότι γενοκτονία είναι η ολοκληρωτική εξόντωση ενός έθνους ή μίας εθνοτικής ομάδας.

Σύμφωνα όμως με τη «Συνθήκη περί Γενοκτονίας», που υπεγράφη στον ΟΗΕ στις 9 Δεκεμβρίου 1948, ως γενοκτονία νοείται η εφαρμογή ενός οργανωμένου σχεδίου ενεργειών με σκοπό την καταστροφή των θεμελιωδών στοιχείων διαβιώσεως των εθνικών, φυλετικών ή θρησκευτικών ομάδων τα οποία επιφέρουν και την εξόντωσή τους ολική ή μερική. [1] Αυτοί που διενεργούν τη γενοκτονία δεν εξοντώνουν μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι.

Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, εξοντώθηκαν μαζικά και οργανωμένα επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί. Αξιοσημείωτο είναι πως σύμφωνα με τη συνθήκη η απώλεια της ζωής δεν συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τον ορισμό μίας γενοκτονίας. Αυτό μάλιστα αποτελεί τη χαρακτηριστική διαφορά μεταξύ της γενοκτονίας και του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Πρόκειται για ένα έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση μόνο με πολεμικές συγκρούσεις αλλά μπορεί να λάβει χώρα και σε καιρό ειρήνης. Η γενοκτονία αποτελεί βαριά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως το δικαίωμα στη ζωή, στη σωματική ακεραιότητα στην προσωπική ελευθερία και στην οικογενειακή εστία, δηλ. περιλαμβάνονται στη γενοκτονία και ο εκτοπισμός, οι καταστροφές των σπιτιών και η βίαιη αλλαγή της θρησκείας. Οποιαδήποτε παραβίαση των ανωτέρω δικαιωμάτων αποτελεί υπό κάποιες προϋποθέσεις γενοκτονία.[2]

Υπάρχουν όμως και άλλα δικαιώματα που θεωρούνται ζωτικά. Ο Ραφαήλ Λέμκιν, εισηγητής του όρου, αρχικά υποστήριξε ότι υπάρχουν οκτώ είδη γενοκτονίας: η φυσική, η βιολογική, η πολιτιστική, η πολιτική, η κοινωνική, η θρησκευτική, η ηθική και η οικονομική. Αυτές, στη συνέχεια, συνοψίστηκαν σε τρεις: τη φυσική, τη βιολογική και την πολιτιστική, που περιέλαβε την πολιτική, την κοινωνική, την θρησκευτική, την ηθική και την οικονομική.[3]

Στο προσχέδιο της Συνθήκης ως Πολιτιστική Γενοκτονία οριζόταν: α) η αναγκαστική μεταφορά παιδιών σε άλλη ομάδα (έγινε δεκτή η περίπτωση αυτή μετά από αγώνα της ελληνικής αντιπροσωπείας), στην οποία περιλαμβάνεται και η περίπτωση της βίαιης αλλαγής της θρησκείας τους, όπως και η κατήχηση κατά του έθνους τους προκειμένου να το μισήσουν, β) η βίαιη και συστηματική απομάκρυνση των αντιπροσωπευτικών μορφωτικών στοιχείων της ομάδας, όπως οι πνευματικοί, πολιτικοί και οικονομικοί ταγοί της, γ) η απαγόρευση της χρήσης της εθνικής γλώσσας ακόμη και στις ιδιωτικές σχέσεις, δ) η συστηματική καταστροφή βιβλίων στην εθνική γλώσσα ή θρησκευτικών έργων ή απαγόρευσης έκδοσης νέων, όπως και η καταστροφή εγγράφων και ε) η συστηματική καταστροφή ή απαγόρευση χρήσης σχολείων, εκκλησιών, βιβλιοθηκών και ιδρυμάτων, αλλά και θρησκευτικών, ιστορικών, καλλιτεχνικών κ. ά. μνημείων, όπως και αντικειμένων προορισμένων για τη λατρεία και ιστορικών εγγράφων. Ουσιαστικά δηλ. καθορίζονταν όλες εκείνες οι ενέργειες που τείνουν στην καταστροφή των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών μίας ομάδας. Όμως επειδή υπήρχαν διαφωνίες εάν η πολιτιστική γενοκτονία έπρεπε να περιληφθεί στις περιπτώσεις γενοκτονίας, τελικώς απορρίφθηκε η πρόταση αυτή με την επισήμανση ότι θα εξασφαλιζόταν η αναγνώριση της πολιτιστικής γενοκτονίας στην παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.[4]

Η διάσταση αυτή, της πολιτισμικής δηλ. Γενοκτονίας, απουσιάζει γενικώς ως ξεχωριστό αντικείμενο έρευνας από την έρευνα της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου καθώς τις περισσότερες φορές αναφέρονται παρεπιπτόντως και δευτερευόντως στις περιπτώσεις αυτές. Και είναι αναμενόμενο καθώς η μεγάλη σε έκταση και ένταση γενοκτονία των Ποντίων της κύριας περιόδου διώξεώς τους, δηλ. της περιόδου 1916-1923, επισκιάζει την πολιτισμική γενοκτονία που επιτελέσθηκε παράλληλα, αλλά και νωρίτερα αυτής της περιόδου. Αρκετοί ερευνητές πάντως εντάσσουν την περίοδο από την επικράτηση των νεοτούρκων το 1908 έως την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ή έως την έναρξη των μαζικών διωγμών των Ελλήνων στον Πόντο, δηλ. έως το 1916, στην περίοδο της γενοκτονίας θεωρώντας την ως την πρώτη φάση της γενοκτονίας, βασιζόμενοι όμως κυρίως σε στοιχεία που στοιχειοθετούν πολιτισμική γενοκτονία στις περισσότερες περιπτώσεις. Δηλ. στα μέτρα που έλαβε η νεοτουρκική κυβέρνηση κατά των ελληνικών σχολείων, της διοικούσας εκκλησίας και της οικονομικής και πολιτικής υπόστασης των Ελλήνων, καθώς και οι διώξεις Ελλήνων και ο βίαιος εξισλαμισμός, κυρίως Ελληνίδων και παιδιών.

 

Εστίες Ελληνισμού στη Μαύρη θάλασσα. Πηγή: Φωτιάδης Κώστας.

 

Οι νεότουρκοι αμέσως μετά την επικράτηση του κινήματος τους έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο εκτουρκισμού της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρά τα όσα θεωρητικά διακήρυσσαν έως τότε περί ισότητας και αδελφοσύνης των εθνών της Αυτοκρατορίας. Το αρχικό σχέδιο που εφάρμοσαν είχε ως στόχο τον εκτουρκισμό της χώρας με έμμεσο σε ένα βαθμό και όχι τόσο μαζικά βίαιο τρόπο προκειμένου να μην προκαλέσει την αντίδραση και των ίδιων των εθνών της αυτοκρατορίας, αλλά και των ομοεθνών κρατών τους και των Μ. Δυνάμεων.

Η εκτουρκιστική πολιτική, που σε αυτή τη φάση είχε ως κύριο στόχο τους Έλληνες επιδιώκοντας τη συνολική αποδυνάμωσή τους (πολιτική, οικονομική και πληθυσμιακή), επιχειρούνταν να επιτευχθεί και νομιμοφανώς μέσω της κατάργησης των προνομίων πρωτίστως με τη μείωση της δυνατότητας της πολιτικής τους αντιπροσώπευσης, με την υποβάθμιση και εντέλει κατάργηση του πολιτειακού ρόλου του Οικουμενικού Πατριάρχη ως εκπροσώπου των Ρωμιών και κυρίως με τις παρανομίες στις εκλογές που ακύρωσαν την πιθανότητα αναλογικής εκπροσώπευσής τους στην οθωμανική πολιτική ζωή, με τον ανθελληνικό εμπορικό αποκλεισμό και με τη στρατολόγηση και δευτερευόντως με την παρέμβαση στην εκπαίδευση, με την απαγόρευση ίδρυσης εθνικών συλλόγων και με ποικίλες διώξεις και βιαιότητες.[5]

Οι νεότουρκοι πολύ νωρίς, από τον Αύγουστο του 1908, φανέρωσαν τους εκτουρκιστικούς τους σκοπούς όχι μόνο ορίζοντας στο νέο σύνταγμα την τουρκική ως επίσημη γλώσσα, αλλά επιβάλλοντάς την ως υποχρεωτική στην κατώτερη και μέση εκπαίδευση, σε αντίθεση με τις διακηρύξεις τους περί οθωμανικής εθνότητας, την οποία υποτίθεται ότι αυτή η επιβολή υπηρετούσε. [6] Σε αυτή την πρώτη φάση έδωσαν ιδιαίτερη βάση στο ρόλο της εκπαίδευσης στο εκτουρκιστικό τους σχέδιο, καθώς το Σεπτέμβριο του 1908 έλαβαν απόφαση για «εθνική ισοπέδωση», για αφομοίωση δηλ., όλων των λαών κάτω από την «εθνική ιδέα της οθωμανικής (βλ. τουρκικής) πατρίδας έναντι των θρησκευτικών διαφορών», μέσω των σχολείων. [7] Αυτή η πολιτική σύντομα τέθηκε σε σταδιακή εφαρμογή με την κατάργηση των προνομίων στην εκπαίδευση, γεγονός που αποξένωνε το Πατριαρχείο από την εκπαίδευση των Ελλήνων και το οποίο είχε ως συνέπεια την επιβολή της τουρκικής γλώσσας και στα ελληνικά σχολεία, τον απ’ ευθείας έλεγχο των σχολείων από το υπουργείο Παιδείας, παρακάμπτοντας τις κατά τόπους αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές, και την εκδίωξη των δασκάλων Ελληνικής Υπηκοότητας. Η άμεση παρέμβαση των οθωμανικών αρχών στα εκπαιδευτικά ζητήματα σήμαινε και τη συνεχή και αδικαιολόγητη έγερση εμποδίων στη λειτουργία των ελληνικών σχολείων.[8]

 

Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος. Φωτογραφία των αρχών του 20ου αιώνα που απεικονίζει το κτήριο που στέγασε το Φροντιστήριο Τραπεζούντας κατά την τελευταία περίοδο λειτουργίας του (1902-1921).

 

Έτσι, από την αρχή του σχολικού έτους 1908-9 το υπουργείο Παιδείας παρακάμπτοντας τις κατά τόπους εκκλησιαστικές αρχές απευθύνθηκε κατ’ ευθείαν στα σχολεία ζητώντας στατιστικά στοιχεία.[9] Παράλληλα άρχισαν να επιθεωρούν τα σχολεία επιθεωρητές του Υπουργείου Παιδείας, δίχως άδεια, απαιτώντας περισσότερες πληροφορίες άμεσα από το διευθυντή, ενώ παράλληλα απαγορεύθηκε η περιοδεία των κοινοτικών επιθεωρητών στα σχολεία. Επειδή όμως οι διευθυντές των σχολείων αρνούνταν να δώσουν πληροφορίες, ψηφίστηκε νόμος το 1910 που προέβλεπε την τιμωρία τους σε τέτοια περίπτωση. Με το νόμο αυτό αφαιρέθηκε ουσιαστικά η δυνατότητα ελέγχου από το Πατριαρχείο και τις εφορείες και δόθηκε στο υπουργείο Παιδείας, στους επιθεωρητές και στα τοπικά εκπαιδευτικά συμβούλια, παραμένοντας μόνο θεωρητικά το δικαίωμα της ίδρυσης και διεύθυνσης των σχολείων από τις εθνικές κοινότητες, σαν να ήταν ιδιωτικά και όχι κοινοτικά. Το Πατριαρχείο περιορίστηκε μόνο στην εποπτεία του μαθήματος των Θρησκευτικών και οι εφορείες επωμίστηκαν την ευθύνη εξεύρεσης οικονομικών πόρων για τη συντήρηση των σχολείων. Οι επιθεωρητές ήλεγχαν τους δασκάλους ως προς την επάρκεια και το ήθος τους και τους τιμωρούσαν μέχρι και με κλείσιμο του σχολείου. Ο νόμος επέβαλλε επιπλέον την υποχρεωτική διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας και ιστορίας στα σχολεία των εθνοτήτων, με την επισήμανση ότι η τουρκική γλώσσα έπρεπε να διδάσκεται όπως στα κυβερνητικά σχολεία, δηλ. ως εθνική γλώσσα και όχι ως ξένη. Παράλληλα προβλεπόταν ότι οι μη Τούρκοι μαθητές, που οι γονείς τους δεν τους είχαν γράψει στα μειονοτικά σχολεία ή ήταν υπεράριθμοι λόγω έλλειψης χώρου στα σχολεία τους, θα στέλνονταν στα κυβερνητικά, όπου όμως δεν θα διδάσκονταν τη μητρική γλώσσα. Μόνο στα χριστιανικά χωριά που δεν είχαν σχολείο θα ιδρύονταν κυβερνητικά και θα γινόταν η διδασκαλία στη μητρική γλώσσα, κατά το πρόγραμμα όμως των κυβερνητικών και με παράλληλη διδασκαλία της τουρκικής.[10] Όλα αυτά τα μέτρα έδειχναν ότι οι νεότουρκοι επιδίωκαν να εφαρμόσουν με αυστηρότητα την απόφασή τους για εξαφάνιση των υπολοίπων γλωσσών προκειμένου έτσι να εκτουρκίσουν τους υπόλοιπους πληθυσμούς.[11]

 

Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος, μαθητές και καθηγητές της σχολής, 1911.

 

Η εφαρμογή του εκπαιδευτικού νόμου του 1910, όπως φανερώνουν τα πολυάριθμα προξενικά έγγραφα, ήταν άμεση σε όλα τα σχολεία του Πόντου και αφορούσε όλα τα σημεία του νόμου δηλ. τον έλεγχο των σχολείων με την παράκαμψη εκκλησιαστικών αρχών, τη συλλογή πληροφοριών και στατιστικών στοιχείων και την τιμωρία δασκάλων που αρνούνταν να συμμορφωθούν. Στο πρώτο τρίμηνο του 1911 η επιθεώρηση των ελληνικών σχολείων της Τραπεζούντας από κρατικούς επιθεωρητές προκάλεσε την αντίδραση του μητροπολίτη που υπερασπίστηκε τα εκπαιδευτικά προνόμια τα οποία όμως είχαν παρακαμφθεί με τον νόμο του 1910.[12] Ανάλογη περίπτωση έχουμε την ίδια εποχή και στην Αμισό και στην Πάφρα στις οποίες παρά τις αντιδράσεις, αναγκάστηκαν τελικά να δεχτούν και την επιθεώρηση και να παρέξουν τα στατιστικά στοιχεία που τους ζητήθηκαν.[13] Η προσπάθεια άμεσου ελέγχου της ελληνικής εκπαιδεύσεως παρουσιάστηκε και στην απόφαση για επικύρωση των πτυχίων των ελληνικών σχολείων από το υπουργείο Παιδείας και όχι από το Πατριαρχείο. Έτσι, ουσιαστικά δεν αναγνωρίζονταν ως έγκυρες οι διαδικασίες απόκτησης πτυχίου σε ελληνικά σχολεία ενώ ταυτόχρονα η κυβέρνηση ασκούσε άμεσο έλεγχο στην απονομή πτυχίων. Η υποβάθμιση των πτυχίων επιτάθηκε με το νομοσχέδιο του 1912, κατά το οποίο απαιτούνταν εξετάσεις, και μάλιστα στην τουρκική, για την εισαγωγή στο Οθωμανικό Πανεπιστήμιο, τη στιγμή που οι απόφοιτοι των Ελληνικών Γυμνασίων της αυτοκρατορίας γίνονταν δεκτοί στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια χωρίς εξετάσεις.[14]

Απολυτήριο Γυμνασίου του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, 1916.

Σημαντικότερο πρόβλημα προέκυψε με την επικύρωση των διπλωμάτων των δασκάλων των ελληνικών σχολείων, δικαίωμα που μέχρι τότε είχε μόνο το Πατριαρχείο. Η επικύρωση των διπλωμάτων ήταν και ένας τρόπος εκδίωξης των ήδη υπαρχόντων δασκάλων μη οθωμανικής υπηκοότητας καθώς από το 1909 είχαν απαγορέψει την πρόσληψη αλλοδαπών δασκάλων σε όλα τα σχολεία, θεωρώντας ότι θα έπλητταν καίρια τη λειτουργία των ελληνικών σχολείων, αφού δεν υπήρχε ικανοποιητικός αριθμός δασκάλων οθωμανικής υπηκοότητας για να καλύψει τις υπάρχουσες ανάγκες, και ότι παράλληλα θα περιοριζόταν η επαφή των υπόδουλων σχολείων με τα ελλαδικά.

Αρχικά οι οθωμανικές αρχές επέβαλαν την επικύρωση αυτή έμμεσα, ως συμπληρωματική στην κύρια επικύρωση του Πατριαρχείου, προκειμένου να απαλλαγούν οι δάσκαλοι οθωμανικής υπηκοότητας από τη στρατιωτική θητεία. Κατόπιν όμως επέβαλαν την επικύρωση ως υποχρεωτική, προκειμένου να δοθεί άδεια άσκησης του διδασκαλικού λειτουργήματος, επί τη απειλή μάλιστα της διακοπής των μαθημάτων και της αποπομπής των δασκάλων. Καθώς πολλοί μητροπολίτες αρνήθηκαν να υπακούσουν στο νέο καθεστώς πολλοί δάσκαλοι παύθηκαν.[15] Στην Αμισό, όπου εφαρμόσθηκε το μέτρο το 1911, παρά την αρχική αντίδραση και του μητροπολίτη και των κατοίκων, αποδέχτηκαν τελικά τα νέα μέτρα προκειμένου να μην δημιουργηθούν περισσότερα προβλήματα.[16]

Έντονα προβλήματα δημιουργήθηκαν σε σχέση και με τις άδειες ανεγέρσεως και λειτουργίας ελληνικών σχολείων και το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Αρχικά ανεστάλη η έκδοση φιρμανίων για την ανέγερση ή επισκευή σχολείων και ναών, ενώ αργότερα προβάλλονταν πολύπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες, πολύ μεγαλύτερες από αυτές που υπήρχαν παλαιότερα και οι οποίες μπορούσαν, τουλάχιστον, να ξεπεραστούν με την παρέμβαση του Πατριαρχείου ή του ενδιαφερομένου μητροπολίτη.

Όσα σχολεία και ναοί δεν είχαν φιρμάνι ανεγέρσεως και λειτουργίας σταματούσαν τη λειτουργία τους, ενώ αφαιρούνταν και διδακτήρια διά της βίας ή μετατρέπονταν, βάσει του νόμου, σε κυβερνητικά από κοινοτικά, με αίτηση της πλειοψηφίας του χωριού ή της συνοικίας της πόλης. Επιχορήγηση μπορούσαν να λάβουν μόνο όσα σχολεία ιδρύονταν σε μη μουσουλμανικές περιοχές ως κυβερνητικά και όχι ως κοινοτικά. Με το νόμο δε του 1910 επιβλήθηκε η υποχρέωση των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων στη συμμετοχή στα έξοδα για ίδρυση και συντήρηση των κρατικών δηλ. τουρκικών σχολείων. Από το Σεπτέμβριο του 1913 τα κοινοτικά σχολεία θεωρούμενα ως ιδιωτικά, απώλεσαν οριστικά την εποπτεία τους από τις μητροπόλεις και ο έλεγχός τους ανατέθηκε στους κυβερνητικούς επιθεωρητές, ενώ οι δάσκαλοι διορίζονταν απ’ ευθείας από την κυβέρνηση. Επιπλέον αυξήθηκαν οι ώρες διδασκαλίας της τουρκικής, η οποία έγινε υποχρεωτική και στα παρθεναγωγεία, ενώ η ιστορία και η γεωγραφία θα διδάσκονταν στα τουρκικά, μέτρα που θα ίσχυαν και στα Γυμνάσια αρρένων και θηλέων. [17] Οι Έλληνες αντέδρασαν το 1910 και το 1911 μέσω των υπομνημάτων του Πατριαρχείου και των Ελλήνων βουλευτών χωρίς όμως αποτέλεσμα. [18] Ιδιαίτερη κινητικότητα σε σχέση με την υποστήριξη των αιτημάτων του Πατριαρχείου παρουσιάσθηκε στον Πόντο το καλοκαίρι του 1911 με διαδηλώσεις και ψηφίσματα διαμαρτυρίας.[19]

Ανάμεσα στα προνόμια που κατήργησαν οι νεότουρκοι με το πρόσχημα της εκκοσμικεύσεως του οθωμανικού κράτους ήταν και οι αρμοδιότητές των εκκλησιαστικών αρχών σε ζητήματα εκκλησιαστικής δικαιοσύνης των χριστιανών (όπως γάμοι, διαθήκες, διαζύγια) και της συμμετοχής τους στην τοπική αυτοδιοίκηση. [20] Παράλληλα όμως η νεοτουρκική κυβέρνηση άρχισε να αναμιγνύεται και σε εσωτερικά θέματα της εκκλησίας, ενώ παρουσιάστηκαν πολλά φαινόμενα περιφρόνησης του ορθόδοξου κλήρου, παρεμπόδισης του έργου του από τις οθωμανικές αρχές ακόμη και φυλάκιση και προσαγωγή σε δίκη δίχως τη μεσολάβηση των τοπικών εκκλησιαστικών αρχών και με ανυπόστατες κατηγορίες αλλά και παρεμβάσεις ιεροδικών σε διαθήκες και σε διαφορές συζύγων σε διαζύγια. Επιπλέον το νεοτουρκικό κράτος αμφισβήτησε με ψεύτικους τίτλους εκκλησιαστικές, μοναστηριακές και κοινοτικές ιδιοκτησίες τις οποίες επιχείρησε και πέτυχε σε ορισμένες περιπτώσεις είτε το ίδιο είτε μουσουλμάνοι ιδιώτες να τις κατάσχουν παράνομα ακόμη και μέσω δικαστικών αποφάσεων, [21] ενώ δεν έλειψαν και περιπτώσεις καταστροφής εκκλησιών.[22]

Αυτές οι ενέργειες εντάσσονταν σε μία κλιμακούμενη ανθελληνική δράση των νεοτούρκων στον Πόντο σε όλα τα επίπεδα όπως η απαγόρευση εράνων και εισφορών προς την ανέγερση και επισκευή κοινοτικών σχολείων και εκκλησιών, η καταπάτηση ελληνικών περιουσιών [23] και η επιβολή μόνο στους χριστιανούς νέων φόρων, όπως ο φόρος επιτηδεύματος, ελαιοτριβείων ή ο φόρος 2% της αξίας των γεωργικών προϊόντων υπέρ του οθωμανικού στόλου που έως τότε ήταν προαιρετική συνεισφορά και υποχρεωτικών εισφορών κάθε είδους μόνο στους χριστιανούς,[24] και υποχρεωτικές εισφορές κάθε είδους, όπως αυτή για την κατασκευή των στρατιωτικών υποδημάτων. [25] Ιδίως ο φόρος επιτηδεύματος που επιβλήθηκε μόνο στους εμπόρους ελληνικής υπηκοότητας από το 1909 δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα, παράλληλα με τον οικονομικό αποκλεισμό που υφίσταντο.

 

Κερασούντα: Οικογένεια Ελλήνων Ποντίων, 1910.

 

Οι Έλληνες έμποροι της Τραπεζούντας για να αποφύγουν τα εναντίον τους μέτρα, δέχτηκαν να καταβάλουν αυτόν τον φόρο αλλά τους ζητήθηκε να πληρώσουν για πολλά χρόνια, ως καθυστερημένους, αυτούς τους φόρους και με ποσά δυσανάλογα σε σχέση με εκείνα που πλήρωναν οι Οθωμανοί υπήκοοι, που έφταναν στο πενταπλάσιο ή και εξαπλάσιο ποσό. [26] Παρά τη δυσχερή οικονομική τους κατάσταση σχεδόν κανένας δεν άλλαξε την ελληνική του υπηκοότητα σύμφωνα με τον πρόξενο Τραπεζούντας και της Αμισού, όπου και εκεί δέχθηκαν να καταβάλλουν τον φόρο μολονότι ήταν εξισωμένοι με τους πολίτες των ευρωπαϊκών δυνάμεων βάσει των υπαρχουσών συνθηκών και πρωτοκόλλων.[27]

Τα οικονομικά αυτά μέτρα εντάσσονταν σε μία συνολικότερη πολιτική διωγμού των Ελλήνων ελληνικής υπηκοότητας. Έτσι, πέρα από τους Έλληνες δασκάλους που είδαμε παραπάνω, προχώρησαν σε απελάσεις και άλλων επαγγελμάτων Ελλήνων, όπως γιατρών, δημοσιογράφων, γαιοκτημόνων, εμπόρων και βιομηχάνων, επειδή δεν δέχθηκαν να αλλάξουν την ελληνική τους υπηκοότητα. Υπήρξαν συλλήψεις, παραπομπές σε δίκες, έρευνες χωρίς δικαιολογίες και χωρίς την ενημέρωση των ελληνικών προξενικών αρχών, κατάσχεση περιουσιών και κάθε είδους δυσχέρειες στο ζήτημα της υπηκοότητας, κυρίως των παιδιών των Ελλήνων υπηκόων. Οι περισσότεροι βέβαια ήταν μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, που είχαν πάρει την ελληνική υπηκοότητα για οικονομικούς λόγους. [28] Οι νεότουρκοι ενέτειναν τις πιέσεις το 1911 μην αφήνοντας στα προξενεία περιθώρια προστασίας των Ελλήνων υπηκόων. Έτσι, στην Αμισό οι οθωμανικές αρχές ζήτησαν από το υποπροξενείο, όπως και από όλα τα ελληνικά υποπροξενεία, κατάλογο των Ελλήνων υπηκόων που υπήρχαν στην περιφέρειά του. Ο υποπρόξενος, μολονότι προσπάθησε να καθυστερήσει την έκδοσή του, αναγκάστηκε τελικά να δώσει τον κατάλογο των 500 Ελλήνων υπηκόων. [29] Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών προκειμένου να αντιμετωπίσει σε κάποιο βαθμό την κατάσταση έδωσε οδηγίες στα προξενεία το Σεπτέμβριο του 1911 να κρατήσουν τα ονόματα των Ελλήνων που έχασαν με αυτόν τον τρόπο την υπηκοότητά τους ώστε όταν τελείωνε ο εμπορικός αποκλεισμός να αποκτούσαν και πάλι την ελληνική υπηκοότητά τους.[30]

 

Οικογένεια Ελλήνων Ποντίων στις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Ιδιαίτερη περίπτωση πιέσεων αποτελούσαν οι βιασμοί γυναικών, συνήθως με την πρόφαση της έρευνας για λιποτάκτες και φυγόστρατους, [31] και οι περιπτώσεις εξισλαμισμών που αν και δεν είχαν λάβει ακόμη την έκταση που θα έχουν κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο είχαν αυξηθεί σε σχέση με το παρελθόν. [32] Συνήθως αφορούσαν ανήλικες γυναίκες μέσω απαγωγών και εκβιασμών. Χαρακτηριστικό είναι ότι υπήρχε και ειδικό κονδύλι στον προϋπολογισμό του κράτους για τους εξισλαμισμούς. Το Πατριαρχείο, λόγω των αυξανόμενων συμβάντων, προχώρησε σε επανειλημμένες διαμαρτυρίες προς την κυβέρνηση με αποτέλεσμα την έκδοση διατάγματος στις 25 Μαΐου 1913 που καθόριζε ως κατώτατο όριο εξισλαμισμού μιας γυναίκας το εικοστό έτος της ηλικίας της. Η απόφαση αυτή όμως δεν υλοποιήθηκε και το Πατριαρχείο συνέχισε τις διαμαρτυρίες.[33]

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους στον Πόντο το νεοτουρκικό καθεστώς προχώρησε, βάσει του σχεδίου οικονομικής αποδυνάμωσης των Ελλήνων, σε επιτάξεις μόνο από αυτούς ζώων, τροφίμων, ενδυμάτων και ό,τι άλλο ήταν ωφέλιμο για το στρατό, αλλά και σε αρπαγή χρημάτων. Όσοι αντιστέκονταν, ξυλοκοπούνταν και φυλακίζονταν. [34] Κατ’ εντολή του νομάρχη Τραπεζούντας επιτάχθηκαν το ελληνικό παρθεναγωγείο, εκκλησίες και ενορίες. [35] Παράλληλα το ζήτημα των εράνων, όπως είχε γίνει και πριν από τους Βαλκανικούς, εξελίχθηκε σε ένα ακόμη μέτρο οικονομικής αφαίμαξης των Ελλήνων καθώς προσέλαβε μόνο για αυτούς υποχρεωτικό χαρακτήρα. Αφορούσε κυρίως την ενίσχυση του οθωμανικού στόλου και μαρτυρούνται περιπτώσεις εράνων και στην Τραπεζούντα και στην Αμισό.[36]

Μεγάλο πρόβλημα δημιουργήθηκε με την υποχρεωτική εγκατάσταση μουσουλμάνων προσφύγων από τα Βαλκάνια σε ελληνικά χωριά στον Πόντο και την αρπαγή ελληνικών κτημάτων σε μία προσπάθεια αλλοίωσης της πληθυσμιακής σύνθεσης της περιοχής. [37] Σε μία τέτοια περίπτωση δημιουργήθηκε σοβαρό επεισόδιο το Μάιο του 1913 σε χριστιανικά χωριά γύρω από την Αμισό, όπου με κυβερνητική διαταγή επιχειρήθηκε να εγκατασταθούν περίπου 2.500 Τουρκαλβανοί, που προέρχονταν από τη Βόρεια Ήπειρο, στους οποίους διατάχθηκε να δώσουν τροφή και να παραχωρήσουν χωράφια. Η βίαιη αντίδραση των κατοίκων και η παρέμβαση του μητροπολίτη Γερμανού στο νομάρχη, είχε μόνο πρόσκαιρα αποτελέσματα καθώς δεν αποτράπηκε η εγκατάσταση ενώ συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν οι επικεφαλής των Ελλήνων. [38] Το σχέδιο αφελληνισμού της περιοχής περιελάμβανε και προτάσεις για αλλαγή των ελληνικών ονομάτων περιοχών, πόλεων και χωριών.[39]

Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η ήδη δυσχερής θέση των Ελλήνων στον Πόντο επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο. Έχοντας ως στόχο την παραπέρα οικονομική αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου οι νεότουρκοι προχώρησαν σε καθολικές επιτάξεις κάθε είδους από τα ελληνικά καταστήματα και σπίτια πολλές φορές άσχετων με οποιαδήποτε στρατιωτική χρήση, όπως οικιακά έπιπλα, κοσμήματα ακόμη και γυναικεία ενδύματα, καπέλα και εσώρουχα! Αντιθέτως από τους μουσουλμάνους επίτασαν ελάχιστα, τα οποία μάλιστα πολλές φορές τα επέστρεφαν ύστερα από λίγο. Επιπλέον έγιναν επιτάξεις εμπορικών οίκων κοινοτικών κτιρίων, σχολείων, ορφανοτροφείων, βιβλιοθηκών, φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, ακόμη και εκκλησιών. [40] Τον ίδιο σκοπό είχε και η Επιτροπή κατά της αισχροκέρδειας, που δημιουργήθηκε για να προστατέψει, υποτίθεται, τους πολίτες από τυχόν αισχροκέρδεια των εμπόρων, αλλά κατ’ ουσίαν ήταν ένα ακόμη μέτρο κατά των Ελλήνων εμπόρων καθώς τους επιβάλλονταν για υποτιθέμενες παρανομίες υπέρογκα πρόστιμα και προχωρούσαν σε κατασχέσεις εμπορευμάτων ή κλείσιμο των καταστημάτων τους. Ο έλεγχος των τιμών περιοριζόταν μόνο στους Έλληνες εμπόρους, ενώ οι μουσουλμάνοι μπορούσαν να πωλούν σε όποιες τιμές ήθελαν. Απαγορεύονταν στους μουσουλμάνους να συναλλάσσονται με Έλληνες, στην περίπτωση δε που το έκαναν κινδύνευαν με ξυλοδαρμό και καταστροφή του προϊόντος που αγόραζαν. Επιπλέον οι κατά τόπους αρχές ζήτησαν από τις ξένες επιχειρήσεις να απολύσουν τους Έλληνες και να τους αντικαταστήσουν με μουσουλμάνους. Νέοι αναγκαστικοί έρανοι για τον οθωμανικό στόλο, τους μουσουλμάνους πρόσφυγες κ. ά. αλλά και φόροι επιβλήθηκαν μόνο στους Έλληνες και στους Αρμενίους, ενώ αυξήθηκαν οι απελάσεις Ελλήνων με ελληνική υπηκοότητα με παράλληλη δήμευση των περιουσιών τους.[41]

Στην εκπαίδευση προχώρησαν τον Ιούλιο του 1915 σε οριστική κατάργηση των προνομίων και στον πλήρη εκτουρκισμό της καθώς επέβαλαν το πρόγραμμα των τουρκικών σχολείων, απαγορεύοντας τη διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας και περιορίζοντας τη χρήση της ελληνικής γλώσσας μόνο στα γλωσσικά μαθήματα. Επιπλέον καταργήθηκαν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια όπως και η κοινοτική αυτοδιοίκηση, ενώ όλα τα ιδρύματά της δημεύτηκαν με νόμο στις 14 Αυγούστου 1916. Σημαντική εξέλιξη αποτέλεσε και η απαγόρευση παρέμβασης του Πατριαρχείου σε περιπτώσεις εξισλαμισμού με νόμο στις 28 Ιουλίου 1915 σε μία περίοδο που όλο και συχνότερα υπήρχαν καταγγελίες για βίαιο εξισλαμισμό. Οι εξισλαμισμοί έγιναν πιο οργανωμένοι με την ίδρυση ειδικών ορφανοτροφείων για ελληνόπουλα που οι γονείς τους είτε είχαν δολοφονηθεί είτε εκτοπισθεί ή απελαθεί ή είχαν απαχθεί διά της βίας. Στα παιδιά αυτά παρεχόταν μόνο μουσουλμανική εκπαίδευση στην τουρκική γλώσσα με στόχο τον εξισλαμισμό και παράλληλα ή εκ των υστέρων τον εκτουρκισμό τους.[42]

Ο Αντισυνταγματάρχης Τουρκικής πολιτοφυλακής Topal Osman.

Κατά την υποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων μπροστά στη ρωσική προέλαση την άνοιξη του 1916 υπήρξαν πολλά έκτροπα στον ανατολικό Πόντο, ανάμεσα στα οποία λεηλασίες και καταστροφές σπιτιών, εκκλησιών και σχολείων, όπως στην περίπτωση των χωριών της Αργυρούπολης,[43] και κυρίως στοχευμένες καταστροφές μοναστηριών. Έτσι, αρχικά λεηλατήθηκε στις 19 Απριλίου η Παναγία Σουμελά χωρίς να καταστραφεί μετά από παρέμβαση Οθωμανού αξιωματικού αραβικής καταγωγής και στις 23 Απριλίου καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Τούρκους η I. Μ.  Βαζελώνος, ένα από τα τρία μεγάλα μοναστήρια του Πόντου, ενώ λίγο αργότερα καταστράφηκαν και δύο γυναικεία μοναστήρια. Παράλληλα υπήρξαν και πολλές περιπτώσεις βιασμών Ελληνίδων όπως στην περιοχή της Αργυρούπολης, όπου κάποιες προκειμένου να μην ατιμασθούν προτίμησαν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας στο ποτάμι, και μάλιστα γυναικών μοναχών όπως στην περίπτωση της μονής Σιμικλή. Μετά την πτώση της Τραπεζούντας ο Τοπάλ Οσμάν στην Κερασούντα προχώρησε σε διώξεις πλουσίων Ελλήνων, βιασμούς γυναικών και δολοφονίες ιερέων. [44] Όλα αυτά αποτέλεσαν το «προανάκρουσμα» των καθολικών διωγμών που ακολούθησαν στον δυτικό Πόντο το επόμενο διάστημα.

 

Η Παναγία Σουμελά.

 

Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος. (Φωτ.: IHA)

 

Η κατάσταση βέβαια έγινε πραγματικά δραματική με την έναρξη των εκτοπισμών των ελληνικών πληθυσμών του δυτικού Πόντου που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1916[45] και έλαβαν χώρα κυρίως από τον Νοέμβριο του 1916 έως την άνοιξη του 1917. Αρχικά στράφηκαν κατά των προκρίτων, των δασκάλων, των ιερέων, των εύπορων και των μορφωμένων της κάθε ελληνικής κοινότητας τους οποίους κατά περίπτωση τους εκτόπιζαν ή τους εκτελούσαν λεηλατώντας στη συνέχεια την περιουσία τους. Παράλληλα προχώρησαν σε δηώσεις και καταστροφές πολλών σχολείων και εκκλησιών των περιοχών αυτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την επιστροφή τους οι επιζήσαντες εκτοπισμένοι κατά το τέλος του πολέμου βρήκαν σε αρκετές περιπτώσεις κατεστραμμένα μόνο το σχολείο και την εκκλησία του χωριού τους. Πέρα από τις καταστροφές οι βεβηλώσεις των ιερών ναών αποτελούσαν συχνό φαινόμενο όπως και η διαπόμπευση ιερέων με ξυλοδαρμό, ξύρισμα και διάφορους άλλους εξευτελισμούς.[46]

 

Αμισός. Η Αμισός ή Σαμισός (σήμερα Σαμψούντα) ήταν ο αμέσως μετά την Σινώπη ακμαιότερος ελληνικός λιμένας στη νότια ακτή του Ευξείνου Πόντου.

 

Ο εκτοπισμός αρχικά μόνο των ανδρών άφηνε απροστάτευτα τα παιδιά και τις γυναίκες με αποτέλεσμα οι περιπτώσεις απαγωγών και βίαιων εξισλαμισμών να πολλαπλασιαστούν. Κυρίως όμως κατά την περίοδο των καθολικών εκτοπισμών οι μαρτυρίες βιασμών, βίαιων εξισλαμισμών και απαγωγής μικρών παιδιών ακόμη και βρεφών υπό το πρόσχημα της προστασίας αυτών είναι πάρα πολλές και αφορούν όλες τις περιοχές του δυτικού Πόντου. Δεν είναι λίγες και οι περιπτώσεις γυναικών που προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να αλλαξοπιστήσουν. Αρκετά από τα ελληνόπουλα που είχαν απαχθεί με τη μέθοδο του παιδομαζώματος μέσω της Εταιρείας της Ερυθράς Ημισελήνου εντάχθηκαν σε ειδικά ορφανοτροφεία που είχε ιδρύσει ο Ταλαάτ με σκοπό να τα εκτουρκίσει.[47]

Με την ανακατάληψη του ανατολικού Πόντου από τον οθωμανικό στρατό τον Φεβρουάριο του 1918 οι δύο γυναικείες μονές που είχαν επαναλειτουργήσει ερημώθηκαν και πάλι ενώ στην Παναγία Σουμελά και στον Αγ. Γεώργιο Βαζελώνος απέμειναν ελάχιστοι μοναχοί. Οι μουσουλμάνοι προχώρησαν και πάλι σε καταστροφές εκκλησιών και σχολείων, όπως στην περιοχή της Ριζούντας, ενώ κατασχέθηκαν από την κυβέρνηση ή από ιδιώτες μουσουλμάνους μοναστηριακά, εκκλησιαστικά και κοινοτικά κτήματα σχεδόν εξ ολοκλήρου πέρα από ιδιωτικά κτήματα και οικίες που μετά πωλήθηκαν σε μουσουλμάνους.[48]

 

Άποψη της Ριζούντας, λιμάνι 60 χιλιόμετρα ανατολικά της Τραπεζούντας, πρωτεύουσα της επαρχίας του Λαζιστάν. Φωτογραφία των Αδελφών Κακούλη, δεκαετία 1890. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ο Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης. Φωτογραφία του 1919. Ο Παπα-Ευθύμ (κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης) πρωτοστάτησε στην προσπάθεια δημιουργίας αυτοκέφαλης τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, σε σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο – το οποίο μετά το 1919 είχε ταχθεί πλέον καθαρά στο πλευρό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Συνεργάστηκε στενά με τους κεμαλικούς και κατάφερε να σώσει αρκετά μέλη της κοινότητάς του από διωγμούς κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό φαίνεται ότι τον βοήθησε να πετύχει κάποια λαϊκή στήριξη για το εγχείρημά του, το οποίο πάντως με το τέλος του πολέμου δεν είχε πολλή τύχη.

Μία μικρή ανάπαυλα μερικών μηνών υπήρξε μεταξύ του τέλους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της έναρξης του κεμαλικού κινήματος που σήμανε μία νέα περίοδο μαζικών και ολοκληρωτικών διωγμών από το καλοκαίρι του 1919 έως την επαύριο της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αρχικά οι διώξεις δεν ήταν μαζικές σε όλο τον Πόντο αλλά εντοπίζονταν σε κάποιες περιοχές.[49] Μέσα στο πλαίσιο της ανθελληνικής του πολιτικής ο Κεμάλ ως ένα ακόμη μέσο έμμεσης εξόντωσης των Ελλήνων με σκοπό την αφαίρεση της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων ορθοδόξων ίδρυσε τη λεγάμενη «τουρκοορθόδοξη εκκλησία» στην οποία έθεσε ως επικεφαλής της τον Παπαευθύμ. Το εγχείρημα παρά τις προσπάθειες του Κεμάλ απέτυχε ολοκληρωτικά μολονότι συνέχισε να υφίσταται αυτή η «εκκλησία» και μετά την Καταστροφή.[50]

Η κύρια περίοδος των μαζικών εκτοπισμών και εξόντωσης ήταν το καλοκαίρι του 1921 αν και κλιμακώνονταν συν τω χρόνω οι σφαγές των Ελλήνων σε όλο τον Πόντο. Και σε αυτή την περίπτωση επαναλήφθηκαν οι ίδιες πρακτικές με καταστροφές εκκλησιών και σχολείων,[51] καταλήστευση ελληνικών περιουσιών, βίαιους εξισλαμισμούς που έφτασαν να αφορούν ολόκληρα χωριά, απαγωγή ελληνόπουλων και βιασμούς γυναικών, παιδιών αλλά ακόμη και νέων αγοριών. Πολλά κορίτσια και παιδιά αυτοκτόνησαν μετά από την τραυματική αυτή εμπειρία, όπως στην Οινόη, ή τρελάθηκαν όπως στην περίπτωση του Καβάκ ή ακόμη οι ίδιοι οι γονείς τους τα σκότωσαν.[52]

Των εκτοπισμών αυτών είχε προηγηθεί η απέλαση των Ελλήνων υπηκόων της Αμισού το Νοέμβριο του 1920 και η φυλάκιση στην Αμάσεια τον Ιανουάριο του 1921 επιφανών Ελλήνων της Αμισού, της Πάφρας και του Αλάτζαμ. Η σύλληψη και άλλων Ελλήνων της θρησκευτικής, πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας του ελληνισμού του Πόντου με την κατηγορία ότι ενέχονται στο ζήτημα της Δημοκρατίας του Πόντου και η καταδίκη τους σε θάνατο τον Σεπτέμβριο του 1921 από το «Δικαστήριο Ανεξαρτησίας» φανέρωσε την απόφαση της κεμαλικής ηγεσίας για ολοκληρωτική εξόντωση του ελληνισμού.[53]

 

Χάρτης που επισημάνει τη Ριζούντα, την Τραπεζούντα και το Βατούμ.

 

Η ίδια πρακτική συνεχίστηκε και το 1922 όπως φανερώνουν οι πολλές, αμερικανικές κυρίως, μαρτυρίες. Η Ethel Thompson, μέλος αμερικανικής ιεραποστολής περίθαλψης προσφύγων, ήταν μάρτυρας ύπαρξης ειδικού ορφανοτροφείου στη νοτιοανατολική Μ. Ασία που είχε περισσότερα από 300 ελληνόπουλα συγκεντρωμένα.

Η ίδια αναφέρει ότι κατά τον εκτόπισμά των Ελλήνων μουσουλμάνοι άρπαζαν στη διαδρομή ανενόχλητοι τα ωραιότερα κορίτσια και τα έβαζαν σε χαρέμια. Κάποιες από τις κοπέλες μάλιστα είχαν παραμορφώσει το πρόσωπό τους με την ελπίδα να μην τις πάρουν.[54] Άλλη αμερικανική μαρτυρία αναφέρει την πυρπόληση εκκλησιών στην περιοχή της Μερζιφούντας και το κάψιμο ιερέων των οποίων πρώτα είχαν βουτήξει τα ράσα σε κηροζίνη.[55] Σύμφωνα με τον Γκίμπονς στην Τραπεζούντα τον Μάιο του 1922 όλα τα παιδιά 2 έως 14 ετών είχαν απομακρυνθεί από τις οικογένειές τους και είχαν συγκεντρωθεί σε ειδικό χώρο από τις κεμαλικές αρχές. Τα δε ελληνικά σχολεία σε όλο τον Πόντο είχαν κλείσει από τον Ιούνιο του 1921.[56]

Ακόμη και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή όταν ήταν προδιαγεγραμμένο το τέλος της παρουσίας του ελληνισμού εκεί υπήρξε νέος γύρος δολοφονιών και βιαιοτήτων στον Πόντο με νέες περιπτώσεις εξισλαμισμών γυναικών και παιδιών αλλά και καταστροφής εκκλησιών και μοναστηριών με χαρακτηριστικότερο ίσως αυτό της Παναγίας Σουμελά. Ο κίνδυνος εξισλαμισμού ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου παρέμενε μεγάλος καθώς στην έκθεση που συνέταξε η επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών στην Πόλη για το ζήτημα αναφέρεται ότι 300.000 γυναίκες και παιδιά, από όλο τον ελληνισμό της Μικρός Ασίας είχαν εκτοπιστεί και κρατούνταν από μουσουλμάνους. Χιλιάδες Ελληνίδες που τις είχαν πάρει οι Τούρκοι στα χαρέμια τους όλο αυτό το διάστημα και τις εξισλάμισαν παρέμειναν εκεί.[57] Η πολιτισμική γενοκτονία όμως συνεχίστηκε και μετά τη φυγή των Ελλήνων του Πόντου. Ο Νηλ Άσερσον στο βιβλίο του Μαύρη Θάλασσα. Λίκνο πολιτισμού και βαρβαρότητας επισημαίνει για την Παναγία Σουμελά: «Παντού υπάρχουν ερείπια. Αλλά τα ερείπια αυτά είναι ερείπια μίσους κι όχι ερείπια του χρόνου. Επαγγελματίες κλέφτες χρησιμοποίησαν ειδικά εργαλεία για να αποσπάσουν τμήματα του μωσαϊκού, τα οποία κατέληξαν σε δημοπρατήρια του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης».[58]

 

Summary

  

Immediately after the successful conclusion of the Young Turks movement in 1908, their Committee of Union and Progress (CUP) put in practice a plan for the transformation of the multinational Ottoman Empire into a Turkish national state. The plan of turcification at the beginning included mainly measures for not violated attack against the no Turkish nations and especially the Christians. So in August of 1908, using as a pretext the strengthening of Ottomanism, they started taking away the privileges of the millets. By this way they tried with indirect methods to destroy the education of the Greeks and to restrict the role of the orthodox bishops upon the Greeks. In Pontus the Young Turk government interfere with the internal issues of the orthodox church, in which the government always took the side of the opponents of the topical bishop, and in the ecclesiastical justice of the orthodox such as in matters of marriages, testaments, and divorces, obstructed the ecclesiastical act of the Greek priests, persecuted and imprisoned priests with unfounded accusations, obstructed the travel of the bishops in their area etc. Also later, Kemal interfere with internal affairs of the Oikoumenical Patriarchate with the establishment of the pseudo Turkish-orthodox patriarchate putting as a head of it the Greek orthodox priest from Pontus papa-Efthym.

In the area of education the Young Turks imposed the Turkish language in all schools as obligatory despite their declarations and they decided from September 1908 to impose the ottoman idea through the schools. The main goal was the weakening and the control of the powerful Greek education through the abolition of this responsibility from the patriarchate. So they imposed the teaching of the Turkish language as metrical and of the Turkish history in the Greek schools, they restricted the Greek Schools, they tried, especially in the hinterland of Pontus where the muslims were more from the Greeks, to enlist the Greek pupils to the Turkish schools, which established in great nmnbers from the Young Turks since 1908, they closed Greek schools with different pretexts for supposed irregularities, they restrained the permits for building or repair for the Greek Schools, they deported Greek teachers, scientists and journalists, etc.

During the period of the genocide of the Pontian Greeks (1914-1923) the muslims advanced to destructions of Greek churches and seizures of Greek schools without reasons, which they did not return even after the end of the 1st WW. Especially during the second period of genocide (1919-1923) the attack against the elite of the Pontian Greeks was total as in September of 1921 the verdict of the so-called “Independence Courts”, that Kemal had created in an attempt to have a legal pretext for the execution of noted Greeks (bishops, teachers, journalists, doctors, traders) in Pontus through a parody of trials, sent to death 450 Greeks. The violent islamization of Greeks, especially women and orphans, which have been increased after 1908, became major problem for the Greeks, besides the others, during the period 1914-1924. Even after the Asia Minor destruction and in spite of the Lausanne Agreement (January 30, 1923) the kemalists continued the islamizations of Greeks and the attacks against the church. But even after the expulsion of Greeks the Turks tried to destroy characteristic monuments which reminded the Greek presence in Pontus (for example monaster of Panagia Soumela), suppressed the possibility of the revealing of the islamized Greeks and cryptochrisitans and put in pursuing Greek-speaking Muslims in Pontus.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ήδη με τις συμβάσεις της Χάγης του 1907 είχαν τεθεί οι βάσεις για τη νομική αντιμετώπιση των εγκλημάτων πολέμων. Η εξόντωση των Αρμενίων το 1915 από τους νεοτούρκους προκάλεσε μεγάλη αντίδραση και την προειδοποίηση από την πλευρά της Αντάντ ότι θα τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι της οθωμανικής κυβερνήσεως και όσοι αναμίχθηκαν στην εξόντωση. Επισήμους τότε έγινε για πρώτη φορά χρήση του όρου εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Στη Συνθήκη των Βερσαλλιών κατόπιν γίνεται λόγος για τα εγκλήματα πολέμου, αλλά δεν ελήφθησαν μέτρα είτε τιμωρίας είτε ποινικός καθορισμός των εγκλημάτων αυτών. Πρώτη φορά ο όρος genocide (από την ελληνική λέξη «γένος» και την λατινική caedere (= αποκτείνω, σκοτώνω) εισήχθη από τον Αμερικανό πολωνοεβραϊκής καταγωγής Ραφαήλ Λέμκιν (R. Lemkin), καθηγητή της Νομικής του Πανεπιστημίου του Γέιλ, στο έργο του Axis rule in occupied Europe, Law of Occupation. Analysis of Government proposals for readers, Washington 1944. Η Ελλάδα από την αρχή υπέγραψε τη διεθνή σύμβαση περί γενοκτονίας ενώ η Τουρκία το 1965. Για το ιστορικό του όρου βλ. Απόστολος I. Παπασλιώτης, Το έγκλημα της Γενοκτονίας, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 9, 15, 31, 136.

[2] Γενοκτονία θεωρείται και ο Αργός Θάνατος, δηλ. οι τελέσεις ενεργειών που διά εσκεμμένων παραλείψεων συνεπάγονται την έμμεση εξόντωση της ομάδας, όπως η περίπτωση των εκτοπίσεων των Ελλήνων του Πόντου. Παπασλιώτης, ά π., σ. 30, 32-3, 39- 40.

[3] Στη βιολογική γενοκτονία εμπίπτει και η υποχρεωτική διαμονή και εργασία σε απομακρυσμένα μέρη συνδυαζόμενη με χωρισμό των μελών της οικογένειας. Παπασλιώτης, o. π., σ. 32, 41, 53.

[4] Παπασλιώτης, ό. π., σ. 35, 42-3, 54-8.

[5] Ν. Βλάχος Ιστορία των κρατών της Χερσονήσου του Αίμου 1908-1914, Ο.Ε.Δ.Β., τ. 1, Αθήνα 1954, σ. 152-3, A. X. Χαμουδόπουλος, Ελληνισμός και Νεότουρκοι. Εθνική Δράσις του υποδούλου Ελληνισμού κατά την νεοτουρκικήν περίοδον 1908-1912, Θεσσαλονίκη 1926, σ. 9-10.

[6] F. Ahmad, «Unionist Relations with the Greek, .Armenian and Jewish Communities of the Ottoman Empire, 1908-1914», Christians and Jews in the Ottoman Empire, τ. 1, επιμ. B. Braude-B .Lewis, Νέα Υόρκη-Λονδίνο 1982, σ. 403-6.

[7] Μ. Ροδάς, Πώς η Γερμανία κατέστρεψε τον ελληνισμόν της Τουρκίας, Αθήνα 1978 (1η εκδ. 1916), σ. 25, 27, συνέντευξη Ναζήμ Μπέη, όπου και υπόσχεση για προσωρινή διατήρηση των προνομίων.

[8] Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία. 19ος αχ.-1919. Οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες. Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος, Αθήνα 1997, σ. 462-3, Βλάχος, ό.π., σ. 112, 114.

[9] ΑΥΕ/1911/ΒΓ/39, Έντυπο στατιστικής του υπουργείου Παιδείας του σχολικού έτους 1909 -10.

[10] Αναγνωστοπούλου, ό.π., σ. 463 – 464, 506, σημ. 30, Βλάχος, ό.π., σ. 118 – 127.

[11] Οι Times του Λονδίνου στις 3 Οκτωβρίου 1911 δημοσίευσαν το νεοτουρκικό πρόγραμμα σύμφωνα με το οποίο οι υπόλοιπες εθνότητες μπορούσαν να τη θρησκεία αλλά όχι τις γλώσσες τους. Βλάσης Αγτζίδης, «Η γενοκτονία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας», εφ. Η Καθημερινή, 18 Φεβρουάριου 2001, σ. 37.

[12] ΑΥΕ/1911/Β 39, αρ. πρ. 227, προξ. Τραπεζούντος προς υπουργείο Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), Τραπεζούς, 24 Μαρτίου 1911.

[13] ΑΥΕ/1911/Β 39, αρ. πρ. 89, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 9 Μαρτίου 1911.

[14] Βλάχος, ό.π., σ. 118-9, 124.

[15] Ο Γολγοθάς του εν Τουρκία ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη 1919, σ. 26, X. Σολδάτος, Η εκπαιδευτική και πνευματική κίνηση του ελληνισμού της Μ. Ασίας 1800-1922, τ. 3, Αθήνα 1991 σ. 81, 107, 114-5, 119.

[16] ΑΥΕ/1911/Β 39, αρ. πρ. 397, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 12 Σεπτεμβρίου 1911.

[17] Πανάρετος, Αρχιμανδρίτης Τοπαλίδης Ο Πόντος ανά τους αιώνας, Δράμα 1927 και 1929, σ. 146, 165, Σολδάτος, ό. π., τ. 3, σ. 111, 114-5.

[18] Βλάχος, ό. π., σ. 118-123, 204, 209-211, 213-4, Χαμουδόπουλος, ό.π., σ. 34, 36-9.

[19] ΑΥΕ/1911/Β 39, αρ. πρ. 358 υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 17 Αυγούστου 1911.

[20] Αναγνωστοπούλου, ό.π., 457, 461, 465, Γολγοθάς, ό.π., σ. 21-7 και Βλάχος, ό.π., σ. 116-7, 126-7.

[21] Πανάρετος, ό. π. , σ. 145-6.

[22] ΑΥΕ/1911/Β 53, αρ. πρ. 503, προξ. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 4 Νοεμβρίου 1911.

[23] ΑΥΕ/1912/25.3, αρ. πρ. 476, προξ. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 31 Αυγούστου 1912.

[24] ΑΥΕ/1912/25.3, αρ. πρ. 123, προξ. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 12 Μαρτίου 1912, όπου ο πρόξενος τονίζει ότι ούτε επί τουρκοκρατίας (!) δεν γίνονταν αυτά.

[25] Αναγνωστοπούλου, ό. π., σ. 496, Βλάχος, ό. π., σ. 133, 134.

[26] ΑΥΕ/1909/Κωνσταντινουπόλεως Πρεσβεία, αρ.πρ. 158, προξ. Τραπεζ. Προς πρεσβ. Κων/πόλεως, Τραπεζούς, 28 Νοεμβρίου 1909, όπου αίτημά τους για παρέμβαση της πρεσβείας στην οθωμανική κυβέρνηση.

[27] ΑΥΕ/1910/Α 21, αρ. πρ. 238, προξεν. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 26 Νοεμβρίου 1910, αρ. πρ. 443, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 9 Νοεμβρίου 1910.

[28] Βλάχος, ό. π., σ. 257-8.

[29] ΑΥΕ/1911/Β 43, αρ. πρ. 82, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 2 Μαρτίου 1911.

[30] ΑΥΕ/1911/Α 21, αρ. πρ. 16012, ΥΠΕΞ προς πρεσβ. Κων/πόλεως, Αθήνα, 8 Σεπτεμβρίου 1911.

[31] ΑΥΕ/1911/Β/53, αρ. πρ. 236, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός 30 Μαΐου 1911, για βιασμούς Ελληνίδων στην Έρμπαα, Κωσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, τ. 5, (Θεσσαλονίκη 2002), σ. 50, 55-6, Θ. Παπαθεοδωρίδης, Μαρτυρολόγιον του εν Πόντω Ελληνισμού, σ. 7-8, σ. 572.

[32] ΑΥΕ/1912/25.3, αρ. πρ. 207 και 473, προξ. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 27 Απριλίου και 28 Αυγούστου 1912 αντίστοιχα, Φωτιάδης, Γενοκτονία, τ. 1, σ. 389 από εφ. Φάρος της Ανατολής, Τραπεζούντα, 6 Ιουλίου 1911.

[33] Βλάχος, ό.π., σ. 133, Γολγοθάς, ό.π., σ. 46-50, Χαμουδόπουλος, ό.π., σ. 45.

[34] Χρήστος Σαμουηλίδης, Μαύρη Θάλασσα. Χρονικό από την τραγωδία του Πόντου, Αθήνα 19943, σ. 29-30.

[35] ΑΥΕ/1912/25.3, χ. αρ. πρ., προξ. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Βατούμ, 15 Οκτωβρίου 1912.

[36] ΑΥΕ/1911/Β 53, αρ. πρ. 577, προξεν. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 30 Νοεμβρίου 1911, /1912/25.3, αρ. πρ. 446, ό. π., 10 Αυγούστου 1912, /1912/24.3, αρ. πρ. 110, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 5 Μαρτίου 1912.

[37] Γ. Κ. Σκαλιέρης, Πολιτικαί σελίδες. Τα δίκαια των εθνοτήτων εν Τουρκία (1453-1921), Τροχαλία, Αθήνα 1997, σ. 23.

[38] ΚΜΣ, Χρήστος Γεωργιάδης, Παράλιος Πόντος 32, Αμισός, σ. 6-17, Σαμουηλίδης, Μαύρη, σ. 35-43.

[39] Αναφορά εγγράφου Αυστριακού προξένου Τραπεζούντας Μόριτς το Νοέμβριο του 1913 όπου λόγος μουσουλμάνου κατά Ελλήνων και ελληνικών ονομάτων: Πολύχρονης Ενεπεκίδης, «Το ολοκαύτωμα, του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Οι πρώτοι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου, όπως αποκαλύπτονται από τα αρχεία Βιέννης-Βερολίνου», Λ’ Παγκόσμιο Ποντιακό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη 7-14 Ιουλίου 1985, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 276.

[40] ΑΥΕ/1915/Α/4/15, αρ. πρ. 1, υποπροξ. Αποστολόπουλος προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 11 Ιανουάριου 1915 και /1917/Β/38, χ. στ., 15 Δεκεμβρίου 1916, για επιτάξεις στην Κερασούντα στις αρχές του πολέμου. Βλ. και Γ. Κ. Βαλαβάνης, Σύγχρονος γενική ιστορία του Πόντου, Θεσσαλονίκη 1986 (1η εκδ. 1925), σ. 60-62, 65-66, Γολγοθάς, ό. π., σ. 68-70, 92, 123-126, Σ. Ιοοακειμίδης, Συμβολή εις την γενικήν ιστορίαν του Πόντου, Αθήνα 1970, σ. 64-9, Πανάρετος, ό. π., σ. 175, Φιοτιάδης, Γενοκτονία, σ. 9, σ. 143-144, 148-149, 176-177.

[41] Αναγνωστοπούλου, ό.π., σ. 528-530, Οι ανθελληνικοί διωγμοί εν Τουρκία από της κηρύξεως του Ευρωπαϊκού Πολέμου (κατά τας επισήμους εκθέσεις των πρεσβειών και προξενικών αρχών), Αθήνα 1917, σ. 27-30, Γολγοθάς, ό. π., σ. 92-3,1. Σαλτσής, «Χρονικά Κοτυώρων», Χρονικά του Πόντου, 14 (1945), 325-6 και Ahmad, ά π., σ. 418.

[42] Ανθελληνικοί, ά. π., σ. 16-20, 31, Ιωακειμίδης, ά. π., 62, Πανάρετος, ά π., σ. 174-5, Στάθης Πελαγίδης, Ο ηρωικός Πόντος. Αλησμόνητες πατρίδες του Ελληνισμού, τ. 9, Θεσσαλονίκη (1999), σ . 100-103 και Σαλτσής, ό.π. σ. 325-6.

[43] ΑΥΕ/1917/35, 38, 45, 59, αρ. πρ. 1573, Πανάς προς ΥΠΕΞ, Πετρούπολη, 30 Αυγούστου 1916 από

έκθεση μητροπολίτη Ροδοπόλεως Κυρίλλου 10 Αυγούστου 1916 για λεηλασίες σπιτιών, καταστροφές εκκλησιών, βιασμούς και εξισλαμισμούς από τον Μάρτιο του 1916 κατά την οπισθοχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων.

[44] ΑΥΕ/1917/35, 38, 45, 59, αρ. πρ. 11848, ΥΠΕΞ προς πρεσβεία Κωνσταντινούπολης από τηλεγρ. Πετρούπολης για απαγωγή Ελλήνων Βαζελώνος και εντολή να μεριμνήσει ο Πατριαρχείο, Απρίλιος 1916, αρ. πρ. 824 Πανάς προς ΥΠΕΞ, Πετρούπολη, Μάιος 1916, για εγκατάλειψη Μονών Σουμελάς και Βαζελώνος και απαγωγή 150 Ελλήνων από Τούρκους, αρ. πρ. 1573, Πανάς προς ΥΠΕΞ, Πετρούπολη, 30 Αυγούστου 1916, Έκθεση περί της θέσεως των Ελλήνων της Τραπεζούντος και της περιφερείας αυτής κατά τους τελευταίους μήνες της τουρκοκρατίας υπό του Αρχιμανδρίτου Βαζελώνος Παναρέτου, Πετρούπολη 28/8/1916 προς πρεσβεία Πετρούπολης, Πανάρετος, ό. π., σ. 186-7 για Βαζελώνος: διαρπαγή κινητής περιουσίας και θησαυροφυλακίου, αποτέφρωση αρχειοφυλακείου με όλα τα κειμήλια, χρυσόβουλα, κώδικες και βιβλία, διαρπαγή βιβλιοθηκών, σύληση ναού, βιασμούς εντός της μονής και μετά αποκεφαλισμός, και εξευτελισμός μοναχών που εδάρησαν και τους έβαλαν σε πορεία γυμνούς, Μαύρη Βίβλος διωγμών και μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918), Κωνσταντινούπολη 1919, σ. 224, 242-5, 253-5, 266-7, 269-270, 271-2.

[45] ΑΥΕ/1917/35, 38, 45, 59, αρ. πρ. 7100, ΥΠΕΞ προς πρεσβεία Kωv/πολης, Αθήνα, 4 Αυγούστου 1916 για εκκένωση Αμάσειας και Ινέμπολης και εξισλαμισμούς Ελλήνων.

[46] Μαύρη, ό. π., σ. 239, σ. 392, 300-304, 310-316, όπου έκθεση του μητροπολίτη Νεοκαισαρείας Πολυκάρπου, Πελαγίδης, ό. π., σ. 105, Σαμουηλίδης, Θάλασσα, σ. 90 και ΑΥΕ/1917/35, 38, 45, 59, αρ. πρ. 5153, Κακλαμάνος προς ΥΠΕΞ, Πετρούπολη 23 Ιουλίου 1917, για δολοφονία 40 προκρίτων των Κοτυώρων.

[47] Ανθελληνικοί, ό. π., σ. 49, 51, Ιωακειμίδης, ό. π., σ. 83, Μαύρη, ό. π., σ. 236, 238-240.

[48] Πανάρετος, ό. π., σ. 189, 225, Μαύρη, ό. π., σ. 276-7.

[49] Βλ. ενδεικτικά Γεώργιος Ανδρεάδης, «Πώς έζησα τη σφαγή», εφ. Αγγελιοφόρος, 16 Μαΐου 2010 για βιασμό Ελληνίδων στα Σούρμενα και δολοφονίας τους στη συνέχεια με βασανιστήρια και για δήωση του σχολείου με αποτέλεσμα να καούν όλοι όσοι, ήταν μέσα τον Ιούνιο του 1920.

[50] Αλέξης Αλεξανδρής, «Η απόπειρα δημιουργίας Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας στην Καππαδοκία, 1921-1923», ΔΚΜΣ, 4 (1983), 172, Γεώργιος Ανδρεάδης, Από το μύθο στην έξοδο. Ο ελληνισμός της Μαύρης Θάλασσας, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 87-91 και Νίκος Φωτιάδης, Στο Κεσκίν-Μαδέν με τον Παπαευθύμ, το Ρασπουτίν του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, Αθήνα 1982, σ. 74-5, 100-112, 115.

[51] ΑΥΕ/1921/6.7, αρ. πρ. 196, Πρόεδρος της εν Αθήναις Εθνικής Συνελεύσεως προς ΥΠΕΞ, Αθήνα

20 Φεβρουάριου 1921 για καταστροφή εκκλησίας στην Αμισό.

[52] Black Book, The Tragedy of Pontus 1914-1922, Αθήνα 1922, σ. 21-2, 26, William H. King, Turkish Atrocities in Asia Minor, Ουάσιγκτον 1922, σ. 5-6, Βαλαβάνης, ό. π., σ. 214-5, Αντώνιος I. Γαβριηλίδης,, Σελίδες έκτης μαύρης εθνικής συμφοράς του Πόντου, (Θεσσαλονίκη 1992) (=1η έκδ. Αθήνα 1924), σ. 52-53, Χάρης Τσιρκινίδης, Επιτέλους τους ξεριζώσαμε…Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, της Θράκης και της Μικράς Ασίας, μέσα από τα γαλλικά αρχεία, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 203., Δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας «Daily Telegraph» της 6ης Ιουνίου του 1921, που περιλαμβάνει μαρτυρίες του Αμερικανού Murray, κυβερνήτη του USS Overton.

[53] Βαλαβάνης, ό. π., σ. 232, 254, Γαβριηλίδης, ό. π., σ. 46-9, 80-84, 182-192, Ιωακειμίδης, ό. π., σ. 108, 112-3.

[54] Φωτιάδης, Γενοκτονία, τ. 11, σ. 542-3, King, ό. π., σ. 8, ΕΛΙΑ/Αρχείο Γ. Στρέιτ/ 18.5/Rapport Officiel du Capitaine F. D. Yowell, σ. 1, 22-25 και/18.5/Rapport du Docteur Mark H. Ward, σ. 30-32.

[55] TNA/FO 371/7877, Report of G. W. Rendel, 17 Μαΐου 1922.

[56] Άδαμς Χέμπερτ Γκίμπωνς, «Από την τραγωδίαν του Πόντου», κατά μετάφρασιν εκ της εφημερίδος «Μόνιτορ», εφ. Αθηναϊκή, 26 Ιουνίου 1922 (το πρωτότυπο άρθρο στην εφημερίδα The Christian Science Monitor, 3 Μαΐου 1922 Boston), TNA/FO 371/7877, Herbert Gibbons, Τραπεζούντα, 7/20 και 21 Μαΐου 1922. Βλ. και Σαλτσής, ό. π., 19-20 (1946), 457-8: όταν έκλεισαν όλα τα σχολεία, ένας χότζας Κρητικός πήγε στον διευθυντή των σχολείων της Τραπεζούντας και του είπε ότι ξέρει ελληνικά και πως μπορεί να διδάξει τα ελληνόπουλα.. Τότε αυτός του απάντησε: «Εμείς θέλουμε να τους καταστρέψουμε και εσύ θέλεις να τους σώσεις;».

[57]Everett P. Wheeler, “The Expelled Greeks”, The New York Times, 9 Δεκεμβρίου 1922, Ιωακειμίδης, ό. π., σ. 186-9, 205.

[58] Νηλ Άσερσον, Μαύρη Θάλασσα. Λίκνο πολιτισμού και βαρβαρότητας, μετ. Λεωνίδας Καρατζάς, Αθήνα 2003, σ. 351-2.

 

Ευριπίδης Π. Γεωργανόπουλος*

ΛΑ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 28-30 Μαΐου 2010, Θεσσαλονίκη. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη, 2011.  

*Ο Ευριπίδης Γεωργανόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969 και είναι παντρεμένος με δύο παιδιά. Αποφοίτησε από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α. Π. Θ. και στη συνέχεια έλαβε μεταπτυχιακό και διδακτορικό τίτλο σπουδών από το ίδιο πανεπιστήμιο με ειδίκευση στη Νεώτερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία. Η μεταπτυχιακή του εργασία είχε θέμα «Το νεοτουρκικό κίνημα και οι επιπτώσεις του στον ελληνισμό του Πόντου 1908-1914», ενώ η διδακτορική του διατριβή είχε τίτλο «Οι προσπάθειες των Ελλήνων του Πόντου για αυτοδιάθεση 1916-1921». Έχει κάνει ανακοινώσεις σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια και έχει γράψει άρθρα κυρίως για την ιστορία των Ελλήνων του Πόντου κατά τον 19ο και 20ο αι. Παράλληλα έχει συμμετάσχει στη δημιουργία λογισμικών ιστορίας για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Εργάζεται ως καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Γλυμενόπουλος Ευστάθιος (1833-1912)


 

Ο Ευστάθιος Γλυμενόπουλος (1833-1912) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ήταν διπλωματικός υπάλληλος και χρημάτισε πρόξενος στην Ήπειρο, Θεσσαλονίκη, Κάιρο, Σουέζ και Ανδριανούπολη. Δώρισε πλούσια αρχαιολογική συλλογή στα Μουσεία Αλεξάνδρειας και Ναυπλίου. Εργάσθηκε ως δικηγόρος στην Αίγυπτο. (Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, τόμ. 10,123).

 

Ο γνωστός στην Αργολίδα καθηγητής και ιστοριοδίφης Τόλης Κοΐνης, σημειώνει για το θέμα:

Γλυμενόπουλος: Ένας ξεχασμένος ευεργέτης του Ναυπλίου

 

Γλυμενόπουλος Ευστάθιος (1833-1912)

Η ίδρυση Αρχαιολογικού Μουσείου στο Ναύπλιο, οφείλεται σε έναν ευεργέτη, για τον οποίο ελάχιστα γνωρίζουμε.  Το όνομά του ήταν Ευστάθιος Γλυμενόπουλος. Πλήρες βιογραφικό του στο διαδίκτυο δεν βρήκα. Ανέτρεξα στην προπολεμική εγκυκλοπαίδεια του Δρανδάκη (αθάνατο σύγγραμμα) του αφιερώνει αρκετά μεγάλη αναφορά.

Από εκεί μαθαίνουμε πως γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1833, και έγινε διπλωματικός υπάλληλος, σε διάφορα Ελληνικά προξενεία που υπήρχαν στις επαρχίες (εκείνη την εποχή) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το 1880 τον βρήκε στην Αίγυπτο. Σημαδιακή εκείνη η χρονιά για την χώρα του Νείλου. Οι εθνικιστές Αιγύπτιοι εξεγείρονται κατά των ΆγγλοΓάλλων επικυριάρχων.

Η Αίγυπτος μέχρι τότε ήταν τυπικά μεν επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο βασιλιάς της είχε τον τίτλο του Χεδίβη (αντιβασιλέα) αλλά την ουσιαστική εξουσία την είχαν οι ξένοι, που έλεγχαν την ζώνη της Διώρυγας του Σουέζ. Ακολουθώντας την πολιτική των κανονιοφόρων οι ΑγγλοΓάλλοι (με επικουρία και Ελληνικού πολεμικού πλοίου!!!) συνέτριψαν την επανάσταση του Αραμπή Πασά.

Τα επόμενα είκοσι χρόνια ήταν εκείνα που επέτρεψαν την ανάπτυξη μιας κοσμοπολίτικης κοινωνίας στην Αλεξάνδρεια. Μέλος αυτής της κοινότητας και ο Ναυπλιώτης Ευστάθιος Γλυμενόπουλος. Παραιτήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και άρχισε να δικηγορεύει στα «Μικτά» Δικαστήρια της Αλεξανδρείας. Έκανε μεγάλη περιουσία και απέκτησε μια τεράστια αρχαιολογική συλλογή. Τα «Αιγυπτιακά» τα δώρισε στο Εθνικό Μουσείο της Αιγύπτου, τα «Ελληνιστικά» στην Ελληνική Κοινότητα της Αλεξάνδρειας και μια συλλογή από 4.000 νομίσματα, αγαλματίδια, πινάκια κλπ. τα δώρισε στο Ναύπλιο για τη δημιουργία Αρχαιολογικού Μουσείου. Όταν πέθανε στην Αθήνα, το 1911, γράφτηκε στα περιοδικά της εποχής ότι άφηνε στο Μουσείο του Ναυπλίου και την προσωπική του συλλογή από Μαρμάρινες αρχαιότητες.

 

Επίσης στο διαδικτυακό τόπο Cityofnafplio, υπάρχουν δημοσιεύματα Εφημερίδων σχετικά με τη δημιουργία Μουσείου στο Ναύπλιο και τη δωρεά Γλυμενόπουλου, καθώς και το παρακάτω σημείωμα που δημοσιεύουμε.

 

Βρισκόμαστε στις αρχές του 1900. Ουσιαστικά Μουσείο στην πόλη του Ναυπλίου δεν υπάρχει. Τυπικά στεγάζεται σε ένα μικρό χώρο (πιθανόν ένα γραφείο) του τότε Γυμνασίου Ναυπλίου, σημερινού Δημαρχείου. Έχουν περάσει περίπου 50 χρόνια στασιμότητας και αλληλοκατηγοριών ανάμεσα στους τότε ιθύνοντες, και όλες οι προτάσεις για στέγαση του Μουσείου έχουν ναυαγήσει. Τον Ιούνιο του 1900  το θέμα του Μουσείου ανακινείται και ζητείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης το κτίριο του Βουλευτικού. Στις αρχές Νοεμβρίου του 1900, παραχωρείται «εις φρικώδη κατάστασιν». Οι εργασίες αποκατάστασης ολοκληρώθηκαν το 1902 και στοίχισαν 10.000 δρχ. ποσό που διέθεσε η Αρχαιολογική Εταιρεία.

Το 1902, πραγματοποιείται η δωρεά του Ευστάθιου Γλυμενόπουλου. Δε γνωρίζουμε όμως εάν η δωρεά έχει σχέση με την αποπεράτωση των εργασιών και τη λειτουργία του αρχαιολογικού μουσείου στο Βουλευτικό ή εάν συνέπεσε χρονικά.

Ειδικότερα στις 12 Ιουνίου 1902 ο τότε Υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Α. Μομφεράτος απέστειλε επιστολή προς το Δήμαρχο Ναυπλίου Δημήτριο Τερζάκη, με την οποία του ανακοίνωνε ότι «Ο εκ Ναυπλίου καταγόμενος συγγενής μου κ. Ευστάθιος Γλυμενόπουλος μοι δηλοί ότι προσφέρει ως δωρεάν εις το Ναύπλιον προς πλουτισμόν του αρχαιολογικού μουσείου αυτόθι σπουδαιοτάτην συλλογήν, ης σημείωσιν ευρίσκετε έγκλειστον ώδε». Η επιστολή τελείωνε με την ιδιόχειρη σημείωση του υπουργού: «Δεν θα ήτο άσκοπον αν ήρχεσθε ενταύθα ίνα και προσωπικώς συνενοηθώμεν».

Ο Δήμαρχος απάντησε αμέσως ότι αναμένει τον δωρητή και προτίθεται, μόλις αφιχθεί αυτός, να συγκαλέσει το Δημοτικό Συμβούλιο για να αποδεχθεί τη δωρεά και να εκδώσει αυτό «κατάλληλον ευχαριστήριον ψήφισμα».

Στο σημείωμα που συνόδευε την επιστολή του υπουργού καταγράφεται το περιεχόμενο της συλλογής ως εξής:

1) Πλήρης σχεδόν σειρά των Βυζαντινών νομισμάτων από Κωνσταντίνου του Μεγάλου μέχρι του τελευταίου Παλαιολόγου, χιλίων εκατόν τον αριθμόν, εξ ων διακόσια χρυσά.

2) Τριακόσια περίπου Πτολεμαίων, Αλεξάνδρων και Γραικό – Ρωμαϊκά Αλεξανδρείας.

3) Υπέρ τα χίλια Ελληνικά και Ρωμαϊκά νομίσματα, μη αποτελούντα μεν επιστημονικάς σειράς, αρκούντως όμως ενδιαφέροντα, ως παριστώντα τα χαρακτηριστικά πλείστων ελληνικών πόλεων και τας προτομάς πάντων των Αυτοκρατόρων.

4) Περί τα πεντακόσια Βενετικά και Φραγκικά μετάλλια και νομίσματα, εν οΐς τα κοπέντα αναμνηστικά διά την εκπόρθησιν Ναυπλίου και άλλων Πελοποννησιακών φρουρίων.

5) Τριακόσια μετάλλια και νομίσματα των νεωτέρων χρόνων της Ελλάδος, Τουρκίας και των πλείστων Ευρωπαϊκών Κρατών και τινα παλαιάς χρήσεως Τουρκικά και Αβυσινιακά όπλα.

6) Πάνθεον Αιγυπτιακόν εκ χαλκών και ορειχάλκινων ειδωλίων, πολλούς σκαραβαίους χάνδρας και διάφορα αντικείμενα της αρχαίας Αιγύπτου.

7) Διακόσια περίπου πήλινα ειδώλια, αγγεία, πινάκια κλπ. διαφόρων ελληνικών τόπων, χρόνων, σχημάτων και παραστάσεων.

8) Εν εκ των αποκτηθέντων εσχάτως δύο αγαλμάτων (τον Ασκληπιόν μάλλον ή τον Ηρακλή) εκ Μακεδονίας εισκομισθέντων και αναφερομένων εις την δήλωσιν της 15 Μαΐου».

Δυστυχώς, δεν έχουν σωθεί τα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου γι’ αυτή την περίοδο και έτσι είναι δύσκολο να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της όλης υπόθεσης.

Από τις δύο τελευταίες δημοσιεύσεις (1905), που έχουμε καταγράψει, καταλαβαίνουμε ότι μέχρι τότε δεν είχε το μουσείο Ναυπλίου παραλάβει τη δωρεά του κ. Γλυμενόπουλου. Η μία είναι μια αναφορά του κ. Γλυμενόπουλου όπου επιρρίπτει ευθύνες στη Γενική Εφορία Αρχαιοτήτων ενώ προτείνει τον ευατό του ως «τόσον ως Έφορον και κλειδοκράτορα του Μουσείου, όσον και ως οδηγὸν των περιηγητών…».

Στην τελευταία δημοσίευση υπάρχει η απάντηση της Γενικής Εφορίας η οποία αντικρούει τα λεγόμενα του κ. Γλυμενόπουλου αναφέρει ότι στην προσπάθειά της να καταγράψει και παραλάβει τη δωρεά του, ο κ. Γλυμενόπουλος προέβαλλε επιπλέον όρους για τους οποίους η Γενική Εφορία δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει…

 

Ελληνικός Κινηματογράφος 1955-1965: Κοινωνικές αλλαγές της μεταπολεμικής εποχής στην οθόνη | Ελίζα – Άννα Δελβερούδη


 

Τον ελληνικό κινηματογράφο, από το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και μετά, ως τη δεκαετία του 1970, η κριτική τον θεώρησε ενιαίο σύνολο. Το βασικό χαρακτηριστικό στο οποίο στηρίχθηκε αυτή η αντίληψη ήταν η εμπορικότητα, η δηλωμένη πρόθεση των συντελεστών του να κάνουν ταινίες με επιχειρηματική λογική. Η καταδίκη της κινηματογραφικής παραγωγής τριάντα ετών συλλήβδην, με μοναδικές εξαιρέσεις τις ταινίες του Κούνδουρου και του Κακογιάννη, δεν ενθάρρυνε, ως πρόσφατα, την επιμέρους διερεύνησή της, ώστε να μελετηθούν τα συστατικά της στοιχεία [1]. Ωστόσο, η εξέταση των ταινιών μάς δείχνει ότι, παρά την τυποποίηση που επιβάλλουν τα είδη και την ανακύκλωση των σεναριακών ιδεών, οι κοινωνικές εξελίξεις ενσωματώνονται σταδιακά στις ιστορίες, τους χαρακτήρες και τις νοοτροπίες τους [2]. Η κινηματογραφική παραγωγή, ή έστω ένα πρόσφορο μέρος της, μπορεί να μας αποκαλύψει τις αλλαγές που εισχωρούν διατακτικά στο συλλογικό σώμα, καθώς και τη στιγμή της εισαγωγής ή της παγίωσής τους. Εδώ θα διερευνηθούν ορισμένες ταινίες που γυρίσθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60, στις οποίες εμφανίζονται σημάδια των κοινωνικών αλλαγών.

 

Νίκος Κούνδουρος

 

Οι κωμωδίες είναι το είδος που αναδεικνύει, ευκρινέστερα από τα υπόλοιπα, πολλές πλευρές της ζωής, των προβλημάτων και των επιδιώξεων των ανθρώπων της πόλης. Εδώ οι σεναριογράφοι χρησιμοποιούν κατά κανόνα συμβατικές πλοκές και τυποποιημένους χαρακτήρες- ωστόσο, αντλούν ταυτόχρονα από τη σύγχρονή τους καθημερινότητα, είτε για να τοποθετήσουν τους ήρωές τους σε οικείες, επομένως ενδιαφέρουσες για το θεατή καταστάσεις, είτε για να σχολιάσουν νοοτροπίες και συμπεριφορές που παρατηρούνται στον κοινωνικό περίγυρο.

 

Ο Μιχάλης Κακογιάννης με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Άντονι Κουίν.

 

Οι κωμωδίες κατά κανόνα εκτυλίσσονται στην πόλη, και μάλιστα στην πρωτεύουσα, τον τόπο συρροής των επαρχιωτών από το τέλος της δεκαετίας του ’40 και μετά. Οι ήρωές τους είναι συχνά επαρχιώτες που φθάνουν χαμένοι και απελπισμένοι στη μεγάλη πόλη, όμως, σε πολύ μικρό ποσοστό οι ταινίες εκτυλίσσονται στην επαρχία [3]. Ανάμεσα στις λίγες εξαιρέσεις μπορούμε να μετρήσουμε την Αρπαγή της Περσεφόνης (1956) του Γρηγόρη Γρηγορίου, σε σενάριο Ιάκωβου Καμπανέλλη, και τις Διακοπές στην Κολοπετεινίτσα (1959) του Βασίλη Γεωργιάδη, σε σενάριο Ναπολέοντος Ελευθερίου. Και στις δύο αποτυπώνεται μια διαμάχη ανάμεσα σε αυτούς που επιθυμούν τις αλλαγές και σε αυτούς που επιθυμούν να διατηρηθεί η κατάσταση ως έχει – οι φορείς των αλλαγών αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη και δυσπιστία.

 

Ιάκωβος Καμπανέλλης

 

Στην Αρπαγή της Περσεφόνης η αλλαγή συνδέεται με τη δημιουργία μιας βιομηχανικής μονάδας επεξεργασίας τροφίμων, η οποία όμως θα ευνοήσει καταρχήν ένα μόνο μέρος των κατοίκων της περιοχής, ενώ θα αφήσει άνεργους τους υπόλοιπους. Οι εμπνευστές του σχεδίου είναι οι πλούσιοι τσιφλικάδες της περιοχής, οι οποίοι συναντούν τη σθεναρή αντίδραση των εξαθλιωμένων αγροτών. Η ταινία προβάλλει την άποψη ότι η ανάκαμψη θα πρέπει να αφορά όλους και όχι μόνο τη μερίδα που έχει αφενός τα οικονομικά μέσα και αφετέρου την πρόσβαση στην εξουσία. Το πρότυπο είναι ο νεαρός γεωπόνος (Κώστας Καζάκος), του οποίου οι γνώσεις προσφέρονται στο σύνολο και όχι σε κάποιους ευνοούμενους [4]. Εδώ η αντίδραση στην αλλαγή, στον οικονομικό εκσυγχρονισμό, στην εισαγωγή της βιομηχανικής παραγωγής σε ένα παραδοσιακό αγροτικό μικρόκοσμο συμβαδίζει με την περιφρούρηση των δικαιωμάτων των ασθενέστερων ομάδων. Η πρόοδος δεν είναι μια αξία εν κενώ, αλλά συναρτάται με αυτούς τους οποίους αφορά. Η αλλαγή κρίνεται θετικά μόνο αν εξασφαλίζει ίση μεταχείριση και κέρδη για το σύνολο της ομάδας.

Στις Διακοπές στην Κολοπετινίτσα δεν υπάρχουν αντίστοιχοι ιδεολογικοί στόχοι, γι’ αυτό και ο εκπρόσωπος των αλλαγών παρουσιάζεται και κρίνεται διαφορετικά: ο ιδιόρρυθμος πρόεδρος του χωριού (Κώστας Χατζηχρήστος) επιθυμεί την πρόοδο του τόπου του, την οποία στηρίζει «στον εκπολιτισμό και στην τουριστική κι οικονομική ανάπτυξη». Εκπολιτισμός είναι η υιοθέτηση δυτικών ηθών, όπως η μουσική και οι νέοι χοροί, το τσα-τσα, με ταυτόχρονη κατάργηση της δημοτικής μουσικής, η δε «τουριστική ανάπτυξη» προσβλέπει στη δημιουργία ξενοδοχείου για την υποδοχή των τουριστών.

 

Κινηματογραφική αφίσα της ταινίας «Διακοπές στην Κολοπετινίτσα», 1959.

 

Σύμφωνα με τον πρόεδρο, «ο τουρισμός και ο πολιτισμός ορίζουν να γίνει ο καφές εσπρέσσο, η λεμονάς κόκα-κόλα, το ούζο ουίσκι κ.λπ., κ.λπ.». Μέσα στα σχέδιά του, εκτός από το να φέρει τη θάλασσα στο χωριό, που ειρωνεύεται τις ανέφικτες υποσχέσεις των πολιτευτών, είναι και η δημιουργία καζίνο και κινηματοθέατρου. Ο πρόεδρος είναι αυταρχικός, προσπαθεί να επιβάλει τις αλλαγές βίαια και δεν ενδιαφέρεται να πείσει τους συγχωριανούς του ότι έχει κίνητρα σοβαρότερα από την προσωπική του ιδιορρυθμία και μεγαλομανία. Εντέλει, τέτοιου τύπου αλλαγές θεωρούνται πρώιμες και ανεδαφικές, υπόθεση μεμονωμένων ατόμων, μακρινές και αδιάφορες για την πλειοψηφία των κατοίκων.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, οι κυριότερες κοινωνικές αλλαγές συμβαίνουν στην πόλη. Πολλές από αυτές αποτυπώνονται και στις ταινίες· η εικόνα της σύγχρονης ζωής αρχίζει να διαφοροποιείται στον ελληνικό κινηματογράφο. Τόσο το περιβάλλον όσο και τα πρόσωπα, οι χαρακτήρες, φαίνεται να αλλάζουν. Όχι όλοι, βέβαια· αλλά υπάρχουν τα σημάδια της αλλαγής, που αποκτούν νόημα αν συσχετισθούν με τα κοινωνικά και οικονομικά δρώμενα. Με άλλα λόγια, αποτυπώνονται οι γρήγοροι ρυθμοί ανάπτυξης και εμφανίζεται το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που έχει αποκτήσει τις οικονομικές προϋποθέσεις, ώστε να αποκολληθεί από τη μεταπολεμική καχεξία και να οδεύσει προς την κατανάλωση [5]. Τα αποτελέσματα της αμερικανικής βοήθειας είναι ορατά όχι μόνο σε ορισμένα πορτοφόλια αλλά και στις νοοτροπίες. Παράλληλα, δεν παύουν να υπάρχουν τα σοβαρά προβλήματα του παρελθόντος, με κυριότερο την ανεργία και τα επακόλουθά της[6].

Αλλαγές εμφανίζονται στο περιβάλλον, στον εξωτερικό και στον εσωτερικό χώρο που πλαισιώνει τους ήρωες, αλλά και στις συμπεριφορές, στους χαρακτήρες και στις μεταξύ τους σχέσεις. Θα εκθέσω αυτά τα ζητήματα με τη βοήθεια ενδεικτικών παραδειγμάτων.

Ορέστης Μακρής

Ως το τέλος της δεκαετίας του 1950, το είδος της κατοικίας χρησιμοποιείται συμβολικά και προσδιορίζει επακριβώς την οικονομική κατάσταση των ηρώων των ταινιών. Οι πλούσιοι ζουν σε νεόδμητες πολυκατοικίες με μοντέρνα επίπλωση [7]· τα μεσαία εισοδήματα σε μονοκατοικίες με προπολεμική επίπλωση· οι άνεργοι και όσοι κάνουν δουλειές του ποδαριού μοιράζονται με φίλους τους ένα δωμάτιο αυλής με στοιχειώδη επίπλωση. Στην Οικογένεια Παπαδοπούλου (1960) του Ροβήρου Μανθούλη, υπάρχουν χαρακτηριστικές σκηνές που παρουσιάζουν τις «ταξικές» αντιλήψεις για την κατοικία. Ο Ορέστης Μακρής, αδιευκρίνιστου επαγγέλματος και εισοδημάτων, μένει σε μια προπολεμική πολυκατοικία, τα έπιπλα του διαμερίσματος του είναι επίσης προπολεμικά. Όμως θεωρεί κοινωνικά κατώτερη την οικογένεια του καταστηματάρχη Παντελή Ζερβού, και μόνο από το γεγονός ότι κατοικεί σε μονοκατοικία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση λανθάνει και μία απαξίωση της πόλης για το χωριό: στην ταράτσα της οικίας Ζερβού διατηρείται κοτέτσι, πράγμα που προκαλεί την οργή του ακατάδεχτου Μακρή. Οι σκηνές του κοτετσιού μάς θυμίζουν, πάντως, πόσο απέχει η πρωτεύουσα του 1960 από την ομογενοποιημένη, μοντέρνα πόλη που έγινε, ίσως, αργότερα.

Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’50, οι αλλαγές στην κινηματογραφική όψη της πόλης παραπέμπουν στις πρώτες συνέπειες του νόμου για την αντιπαροχή, που ψηφίζεται το 1956. Τα παλιά σπίτια γκρεμίζονται, ακόμα και συμβολικά, όπως συμβαίνει στο Θησαυρό του μακαρίτη του Νίκου Τσιφόρου, το 1958. Εδώ, η ιδιοκτήτρια μιας παλιάς μονοκατοικίας (Γεωργία Βασιλειάδου) δεν υποκύπτει αμέσως στην αντιπαροχή, επειδή τα οφέλη της δεν έχουν ακόμα καθιερωθεί στην κοινή συνείδηση· διαδίδει, ωστόσο, ότι κάπου στο σπίτι της υπάρχει κρυμμένος θησαυρός και πετυχαίνει βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο κέρδος: νοικιάζει αμέσως τα άδεια δωμάτια, εξασφαλίζοντας ένα μηνιαίο εισόδημα και τυχαία βρίσκει και το θησαυρό· ο πραγματικός θησαυρός όμως είναι το οικόπεδο και η νέα κατοικία που θα χτιστεί σ’ αυτό.

 

«Θησαυρός του Μακαρίτη» (1959), Αυλωνίτης Βασίλης, Βασιλειάδου Γεωργία. Αρχείο: Ταινιοθήκη της Ελλάδας – Μουσείο κινηματογράφου.

 

«Θησαυρός του Μακαρίτη» (1959), αριστερά Φέρμας Νίκος, κέντρο Ζήλια Άντζελα, δεξιά Ληναίος Στέφανος. Αρχείο: Ταινιοθήκη της Ελλάδας – Μουσείο κινηματογράφου.

 

Τα διαμερίσματα αυξάνονται, προσπαθώντας να καλύψουν τη συνεχή ζήτηση, που δεν περιορίζεται πια στους εύπορους πελάτες. Οι διαχωρισμοί παύουν να είναι τόσο κάθετοι. Ο «εκμοντερνισμός», που έχει ξεκινήσει φυσικά από τους πλούσιους, κατακτά σιγά σιγά τα κατώτερα στρώματα. Μια τέτοια οικονομική και κοινωνική ποικιλία ενοίκων, που ξεκινά από το βουλευτή και καταλήγει στο θυρωρό, συναντάμε στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, Στουρνάρα 288 (1959). Το διαμέρισμα σε πολυκατοικία γίνεται προσιτό στα μεσαία εισοδήματα, ιδιαίτερα αν δεν είναι νεόδμητο, και μολονότι στο εσωτερικό του διατηρείται η προπολεμική επίπλωση.

Η ταινία Θα σε κάνω βασίλισσα (1964) του Αλέκου Σακελλάριου, από το ομώνυμο θεατρικό έργο που έγραψε με το Χρήστο Γιαννακόπουλο, το 1956, για το Λογοθετίδη, περιγράφει την πορεία ενός επιχειρηματία (Θανάσης Βέγγος), που αγοράζοντας και πουλώντας με κέρδος διάφορα είδη, όπως παλιοσίδερα ή καναβάτσο, καταφέρνει να αποκτήσει ένα μικρό κεφάλαιο και να το επενδύσει στην οικοδομή. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα τα κέρδη του πολλαπλασιάζονται τόσο, ώστε να αποκτήσει σημαντικές επενδύσεις, είτε σε διαμερίσματα, είτε σε οικόπεδα. Πρόκειται για το τυπικό πορτρέτο ενός ανθρώπου που μετά τις πρώτες επιτυχημένες εμπορικές του συναλλαγές βρήκε ασφαλές καταφύγιο στο επικερδές πεδίο της οικοδομής. Πάντως η ταινία προτρέπει τους θεατές της, που θα μπορούσαν να αποκομίσουν κέρδη από την εκμετάλλευση διαμερισμάτων, να επωφεληθούν και οι ίδιοι από την άνεση που αυτά προσφέρουν στην καθημερινή ζωή και να μην παραμείνουν, από απληστία, στις υπό κατάρρευση μονοκατοικίες τους.

 

«Θα σε κάνω βασίλισσα», αριστερά Λάμπρος Κωνσταντάρας, δεξιά Θανάσης Βέγγος.

 

Η ανάγκη να εγκαταλειφθεί η παλιά, χωρίς ανέσεις κατοικία επεκτείνεται και στον εξοπλισμό της. Το 1957, στη Θεία από το Σικάγο των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, υπάρχει μια σκηνή που συμβολίζει με χαρακτηριστικό τρόπο την περιρρέουσα ανάγκη για ανανέωση. Η θεία, την οποία υποδύεται η Γεωργία Βασιλειάδου, έρχεται από την Αμερική, όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια και πολύ γρήγορα διαπιστώνει ότι η οικογένεια του αδελφού της (Ορέστης Μακρής) ζει μέσα σε τόσο παραδοσιακό περιβάλλον και διακατέχεται από τόσο παραδοσιακές αντιλήψεις, ώστε κινδυνεύει η πιο βασική λειτουργία της: ο γάμος των νεότερων μελών της, επομένως η αναπαραγωγή της. Με τον αέρα της δραστήριας «Αμερικάνας» και χωρίς να αναλωθεί σε περιττές συζητήσεις προκειμένου να πείσει το δύστροπο αδελφό της, η θεία μεταμορφώνει καταρχήν το περιβάλλον: με ένα μοντάζ που αντιστοιχεί στο ραβδάκι της καλής νεράιδας, τα παλιά έπιπλα εξαφανίζονται και στη θέση τους μπαίνουν μοντέρνοι καναπέδες, μπουφέδες και πικάπ. Η Αμερική προσέφερε στην Ελλάδα την οικονομική βάση της μεταπολεμικής της ανασυγκρότησης και στάθηκε, για όσους επωφελήθηκαν, η αναμφίβολη σωτήρας της χώρας. Η εξ Αμερικής θεία, με τον ανανεωτικό άνεμο που φέρνει, δικαιώνεται οριστικά, όταν επιτυγχάνει την αποκατάσταση των ανηψιών της μέσω του γάμου, δηλαδή του βασικότερου κοινωνικού στόχου που αναδύεται από την κινηματογραφική παραγωγή της τριακονταετίας.

 

«Η Θεία από το Σικάγο» (1957), αριστερά Ζαφειρίου Ελένη, κέντρο Βασιλειάδου Γεωργία, δεξιά Μακρής Ορέστης.

 

Από τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά, αυτό που αποκτά τη μεγαλύτερη σημασία και έχει τη μεγαλύτερη αξία για τα πρόσωπα των ταινιών είναι το αυτοκίνητο [8]. Το τηλέφωνο χρησιμοποιείται δραματουργικά· το ψυγείο αποτελεί μέρος της διακόσμησης και συμβολίζει, το ψυγείο πάγου, το πεπαλαιωμένο και το ηλεκτρικό ψυγείο το μοντέρνο· η ηλεκτρική σκούπα μπαίνει στα σπίτια των βιομηχάνων (Καλημέρα Αθήνα, Γρηγόρης Γρηγορίου, I960)· αλλά το αυτοκίνητο είναι πράγματι μια μηχανή κοινωνικής καταξίωσης. Συνδέεται οπωσδήποτε με την οικονομική ευμάρεια. Όμως, επειδή τα αυτοκίνητα έχουν πληθύνει στους δρόμους της Αθήνας, δεν αποκλείεται κάποιος που χρειάζεται ένα αυτοκίνητο για να εντυπωσιάσει τη νέα του κατάκτηση να το δανειστεί από τον κάτοχό του, φανερά ή κρυφά (Ψιτ! κορίτσια, Ντίμης Δαδήρας, 1959). Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ήταν πολύ δύσκολο να αποκτήσει κανείς έστω και ένα παμπάλαιο σαραβαλάκι, μόνο με την εργασία του (Το σωφεράκι, Γιώργος Τζαβέλλας, 1953). Δέκα χρόνια μετά, οι νέοι κυκλοφορούν πολύ συχνά με αυτοκίνητο, χωρίς να είναι απαραίτητα πλούσιοι. Όπως το διαμέρισμα, έτσι και το αυτοκίνητο γίνεται προσιτό σε μεγαλύτερες κοινωνικές ομάδες.

Η κατοικία και το αυτοκίνητο είναι λοιπόν τα σημαντικότερα τεκμήρια για την πορεία των κατοίκων της πόλης προς τη βελτίωση των όρων ζωής τους. Κοντά σ’ αυτά, αρχίζουν τα ταξίδια με αεροπλάνο[9]· το ουίσκι αντικαθιστά άλλα προσφιλή ποτά και η προτίμηση σ’ αυτό υποδεικνύει τη στροφή σε εισαγόμενες διατροφικές συνήθειες, που πραγματοποιούν τα εύπορα στρώματα[10]· τέλος, η μόδα εμφανίζεται όλο και πιο συχνά να απασχολεί το γυναικείο φύλο. Η εικόνα γίνεται αποκαλυπτικότερη, αποτυπώνει προκλητικά το γυναικείο σώμα, όσο και αν κάτι τέτοιο θεωρείται ανήθικο από τα παραδοσιακά μυαλά (Διαβόλου κάλτσα, Γρηγόρης Γρηγορίου, 1961).

Μία άλλη κατηγορία ευδιάκριτων αλλαγών, όχι πλέον υλικών, αφορά στις συμπεριφορές, στους χαρακτήρες, ιδιαίτερα τους νεανικούς και τους γυναικείους, και κατ’ επέκταση στις σχέσεις των ανθρώπων μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία.

Στις ταινίες της πρώτης μεταπολεμικής εποχής τα πρόσωπα είναι ολιγαρκή, αισιόδοξα και έχουν μια καρτερική στάση απέναντι στις δυσκολίες, που τις θεωρούν δεδομένες. Είναι αποφασισμένα να παλέψουν σκληρά για να ξαναφτιάξουν ό,τι έχουν χάσει. Στο τέλος της δεκαετίας του ’50, μια κοινωνική μερίδα έχει πετύχει αυτούς τους αρχικούς στόχους. Οι δουλειές έχουν πάει καλά, ορισμένοι ελεύθεροι επαγγελματίες, ιδιαίτερα όσοι ασχολήθηκαν με τη διατροφή και, όπως είδαμε, με την οικοδομή, έχουν φτιάξει περιουσίες ενώ ξεκίνησαν από το τίποτα (Ο χρυσός κι ο τενεκές, 1962, σενάριο – σκηνοθεσία Ίωνος Νταϊφά- Κολωνάκι, διαγωγή μηδέν, 1967, Στέλιος Ζωγραφάκης, από τη θεατρική κωμωδία του Χρήστου Γιαννακόπουλου Μια τσουκνίδα στις βιολέτες, 1956). Αφού οι βασικές ανάγκες έχουν καλυφθεί, σημαίνει η ώρα των ανέσεων. Πρόκειται για το φαινόμενο που έχει συνδεθεί με την είσοδο του αμερικανικού τρόπου ζωής και των καταναλωτικών προτύπων στην ελληνική κοινωνία.

Αυτά τα πρότυπα, στον κινηματογράφο, αναλαμβάνει να τα διαδώσει η νέα γενιά που βγαίνει τώρα στο προσκήνιο· τα παιδιά που γεννήθηκαν στην Κατοχή, ή λίγο πριν, ενηλικιώνονται στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και εμφανίζουν διαφοροποιημένους στόχους σε σχέση με τους μεγαλύτερους. Δεν είναι καρτερικά, αλλά απαιτούν, βάζουν τους όρους τους στους γονείς τους και πετυχαίνουν αυτό που θέλουν.

Οι νέοι, από δω και πέρα, δεν είναι ολιγαρκείς, αλλά θέλουν γρήγορα να αποκτήσουν όσο το δυνατό περισσότερες ανέσεις, ιδιαίτερα για τους ίδιους και δευτερευόντως για την πατρική τους οικογένεια, να τις επιβάλουν, αν χρειάζεται, στους πρεσβύτερους, που εξακολουθούν να ευχαριστιούνται με τα απαραίτητα: δουλειά, μικρά κέρδη που επιτρέπουν την αξιοπρεπή διαβίωση, ένα απλό σπίτι. Για τους νέους τα απαραίτητα είναι, όπως τα αναλύει ο Βουτσάς στο Τέντυ μπόυ αγάπη μου (Γιάννης Δαλιανίδης, 1965, διασκευή από το έργο του Γεράσιμου Σταύρου Ζήτω η ζωή), η μετακόμιση σε διαμέρισμα, η μοντέρνα επίπλωση και ο οικιακός εξοπλισμός, η απόκτηση αυτοκινήτου και η νυκτερινή διασκέδαση.

 

«Τέντυ Μπόυ… Αγάπη μου» (1965). Ζωή Λάσκαρη – Κώστας Βουτσάς.

 

Η αποδοχή αυτών των απόψεων από τους μεγαλύτερους γίνεται ύστερα από καυγάδες και προϋποθέτει ότι τα παιδιά αμφισβητούν την αυθεντία των γονιών, δηλαδή ότι σηκώνουν κεφάλι, ότι έχουν γνώμη που δεν περιορίζονται στο να την εκφράζουν, αλλά επιδιώκουν και να την επιβάλουν. Συχνά τολμούν να αυθαδιάζουν χωρίς να υφίστανται τις συνέπειες· αν κάτι τέτοιο συνέβαινε λίγα χρόνια πριν, θα έπεφταν ηχηρά χαστούκια. Η κοινωνική μαχητικότητα της νεολαίας, που θα ενταθεί με τις διεκδικήσεις για την παιδεία και τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής, δεν περνάει ατόφια στην κινηματογραφική εικόνα, αλλά ως μεταφορά ή, ακόμα, και ως αίσθηση των συντελεστών για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που αναλαμβάνει η νεολαία.

Στις ταινίες εμφανίζεται μια σειρά από νέα πρόσωπα, μερικά από τα οποία θα καθιερωθούν ως οι πρωταγωνιστές της επόμενης δεκαετίας. Οι νέοι ηθοποιοί φτιάχνουν σιγά σιγά τον κινηματογραφικό τους τύπο, μέσω του οποίου γίνονται γνωστοί και αγαπητοί στο κοινό. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 μπορούμε να μιλάμε για σταρ, στους οποίους ανήκουν, μεταξύ άλλων, ο Ανδρέας Μπάρκουλης, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Τζένη Καρέζη, ο Νίκος Κούρκουλος, η Ζωή Λάσκαρη. Το φαινόμενο των σταρ συντίθεται υπό ορισμένες κοινωνικές και οικονομικές προϋποθέσεις, που δημιουργούνται και στην ελληνική κοινωνία στο τέλος της δεκαετίας του 1950 [11].

Τότε εμφανίζονται και σε ορισμένες ταινίες νέοι που απολαμβάνουν κάποια ανεξαρτησία. Στη Μουσίτσα (1959) του Γιάννη Δαλιανίδη, μια παρέα νέων συγκατοικεί μακριά από την επίβλεψη των κηδεμόνων, χωρίς τα μέλη της, και ιδιαίτερα τα γυναικεία, να θεωρούνται παραστρατημένα. Τα γυναικεία πρότυπα γνωρίζουν μια σταδιακή αλλαγή, που γίνεται ολοφάνερη και κυριαρχεί στις ταινίες της δεκαετίας του 1960.

Σμαρούλα Γιούλη (1934 – 2012).

Αυτή η αλλαγή μπορεί να διερευνηθεί και μέσω των πρωταγωνιστριών που επιλέγονται κάθε φορά για να ενσαρκώσουν τα γυναικεία πρόσωπα. Κατεξοχήν εκπρόσωπος των κυρίαρχων αντιλήψεων για τη γυναίκα, όπως εκφράζονται στις ταινίες του 1950, είναι, πιστεύω, η ηθοποιός Σμαρούλα Γιούλη, η οποία, μέσα από τους πολλούς πρωταγωνιστικούς της ρόλους, έδωσε το πρότυπο αυτής της περιόδου: μια νέα γυναίκα χαμηλών τόνων, σταθερή, μετρημένη, υποταγμένη στους κοινωνικούς κανόνες, που, πάντα μέσα στα κοινώς αποδεκτά πλαίσια, ξέρει τι θέλει και το διεκδικεί (Εκείνες που δεν πρέπει ν’ αγαπούν, Σακελλάριος, 1951, σενάριο Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου από το θεατρικό τους Φτερό στον άνεμο, 1943·  Το σωφεράκι·  Ο μισογύνης, Φίλιππος Φυλακτός, 1958). Οι βλέψεις της δεν είναι ποτέ ιδιαίτερα φιλόδοξες· περιορίζεται σε έναν καλό και εργατικό σύζυγο, που εξασφαλίζει τα απαραίτητα εισοδήματα στο νοικοκυριό και της επιτρέπει να στήσει μια ευτυχισμένη οικογένεια. Αντίστοιχους χαρακτήρες υποδύονται η Ζινέτ Λακάζ (Τα τέσσερα σκαλοπάτια, Γιώργος Ζερβός, 1951), η Γκέλυ Μαυροπούλου (Η ωραία των Αθηνών, Νίκος Τσιφόρος, 1954), η Κάκια Παναγιώτου (Θανασάκης ο πολιτευόμενος, Αλέκος Σακελλάριος, 1954).

Το 1955 εμφανίζεται ένα κλασικό πρόσωπο δυναμικής και ανεξάρτητης γυναίκας, η Στέλλα (Μελίνα Μερκούρη), στην ομώνυμη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη. Δεν μπορεί όμως να λειτουργήσει ως πρότυπο. Πρόκειται για μια γυναίκα που βάζει την ελευθερία της πάνω απ’ όλα και τη διεκδικεί ακόμα και στον έρωτα[12]. Αυτή η αντίληψη, και ιδιαίτερα η ερωτική ελευθερία, είναι πολύ πρώιμη για την κοινωνία της εποχής. Επίσης, και κατά κύριο λόγο, η Στέλλα αντιτίθεται στις κοινωνικές συμβάσεις· αυτό το χαρακτηριστικό της δεν μπορεί να αναπαραχθεί στις ταινίες, που αντιθέτως φροντίζουν να εναρμονισθούν πλήρως με τους ισχύοντες κοινωνικούς κανόνες. Μέσα στην επόμενη πενταετία θα υπάρξει μία αυξανόμενη φιλελευθεροποίηση σε ζητήματα γυναικείας ερωτικής συμπεριφοράς, αλλά οι ηρωίδες πάντα θα έχουν στόχο το γάμο και όχι την προσωπική ελευθερία ή την ισότιμη ερωτική σχέση. Παρά την εισπρακτική επιτυχία της ταινίας, που οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα στην περιέργεια της αθηναϊκής κοινωνίας να δει ένα εξέχον μέλος της, μία εγγονή δημάρχου, να υποδύεται μία κοινή – για τα ήθη της εποχής – γυναίκα, η Στέλλα και η περιφρόνηση των κοινωνικών συμβάσεων δεν θα λειτουργήσουν παραδειγματικά στην κατασκευή δυναμικών γυναικείων χαρακτήρων.

 

«Στέλλα» (1955), Μελίνα Μερκούρη – Γιώργος Φούντας.

 

Η συγκυρία ευνοεί την Αλίκη Βουγιουκλάκη· τη στιγμή που κατακτά την εισπρακτική κορυφή ως πρωταγωνίστρια, το 1958 και το 1959, είναι προφανές ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Από το 1954 η ηθοποιός είχε σταθερή κινηματογραφική παρουσία, αλλά πέρασαν τέσσερα χρόνια ώσπου να φθάσει στην πρώτη γραμμή. Εν τω μεταξύ, στην αναζήτηση και στο χτίσιμο του κινηματογραφικού της προσώπου συνέβαλαν περισσότεροι από ένας σεναριογράφοι και σκηνοθέτες, που ανέλαβαν, από τη μια ταινία στην άλλη, να κρατούν και να επαυξάνουν τα στοιχεία που είχαν τη μεγαλύτερη ανταπόκριση[13].

 

Αλίκη Βουγιουκλάκη (1934-1996).

 

Αφίσα της κινηματογραφικής ταινίας (1959), «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (Φίνος Φιλμ).

Η απελευθέρωση του δυναμισμού της ήταν η πιο σημαντική μεταβολή σε σχέση με ό,τι χαρακτήριζε ως τότε τη γυναικεία παρουσία στον ελληνικό κινηματογράφο. Η επιτυχία της στο Ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο (Αλέκος Σακελλάριος, 1959) αποτελεί σταθμό στα εισπρακτικά δεδομένα του ελληνικού κινηματογράφου. Εδώ υποδύεται ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που επιβάλλει τα καπρίτσια του· δεν είναι το απροστάτευτο αλλά δυναμικό κορίτσι που αντεπεξέρχεται με τα δικά του όπλα στις δυσκολίες της ζωής, όπως, π.χ., συμβαίνει στην επόμενη ταινία της, Το κλωτσοσκούφι (Ντ. Δημόπουλος, 1960). Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον κάπως ενοχλητικό στο θεατή ρόλο της Λίζας Παπασταύρου και σ’ αυτόν που υποδύεται η ίδια ηθοποιός στη Μουσίτσα του Γιάννη Δαλιανίδη [14]· εδώ εμφανίζεται με ένα ασυνήθιστο για γυναίκα επάγγελμα, της δημοσιογράφου, να διεκδικεί με πείσμα και πολλά τερτίπια την παραμονή της στον σκληρά ανταγωνιστικό επαγγελματικό χώρο. Από αυτό το σημείο και μετά, η μαχητικότητα, η διεκδίκηση, το κουράγιο, η επιμονή μέχρις εξαφανίσεως του αντιπάλου, αλλά και η αυθάδεια, το ψέμα, η επινόηση καταστάσεων και ταυτοτήτων, θα είναι βασικά χαρακτηριστικά της, με εξασφαλισμένη την αποδοχή του κοινού. Δε χρειάζεται να είναι πλούσια για να πετυχαίνει τους στόχους της. Και ως φτωχή τα καταφέρνει μια χαρά. Βέβαια, ο τελικός στόχος, ο γάμος, παραμένει αμετάβλητος. Όμως οι τρόποι επίτευξής του έχουν μεταβληθεί. Ανάμεσα στην ταπεινή, άχρωμη δακτυλογράφο της Μπίλλυς Κωνσταντοπούλου στο Μεθύστακα (Γιώργος Τζαβέλλας, 1950) και τη μαχητική, έξυπνη και αστεία δακτυλογράφο (Αλίκη Βουγιουκλάκη) της Μοντέρνας Σταχτοπούτας (Αλέκος Σακελλάριος, 1965), οι συμπεριφορές που εξασφαλίζουν την επιτυχία στη ζωή είναι διαμετρικά αντίθετες[15].

Και άλλες νέες πρωταγωνίστριες, όπως η Τζένη Καρέζη και η Άννα Φόνσου, υιοθετούν αυτά τα χαρακτηριστικά στα κινηματογραφικά τους πρόσωπα και φθάνουν μέσω αυτών στην κορυφή. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ τα καλά και υπάκουα κορίτσια, όπως αυτά που υποδύονται η Χριστίνα Σύλβα ή η Ξένια Καλογεροπούλου, επιβιώνουν, τα δυναμικά έχουν δικαίωμα να σταθούν πλάι τους χωρίς να θεωρούνται ανήθικα. Αν όχι στο σπίτι, τουλάχιστον στην κινηματογραφική αίθουσα, το κοινό επικροτεί τη δράση τους. Οι ταινίες δίνουν έτσι το επιχείρημα για να γίνουν ευρύτερα αποδεκτές αυτές οι συμπεριφορές και στη ζωή. Θα πρέπει, ωστόσο, να τεθεί ως ζήτημα προς διερεύνηση και ερμηνεία ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες από την κωμωδία και το μελόδραμα.

 

Πορτρέτο της Τζένης Καρέζη τη δεκαετία του ’60. © Giancarlo BOTTI / Getty Images / Ideal Image. Πηγή: Lifo

 

Άννα Φόνσου.

 

Ανάμεσα στους κινηματογραφικούς συντελεστές, αυτοί που υποδέχονται τις καινούργιες εικόνες και προβάλλουν τις αλλαγές, είναι, σε επίπεδο παραγωγών, κατά κύριο λόγο η Φίνος φιλμ και σε επίπεδο σεναριογράφων και σκηνοθετών ο Γιάννης Δαλιανίδης. Ο Δαλιανίδης είναι ένα πρόσωπο – κλειδί στη διαμόρφωση της εικόνας της νεολαίας στον κινηματογράφο αυτών των ετών. Σ’ αυτό το σημείο, η σημασία της πρώτης του ταινίας, της Μουσίτσας, έχει περάσει ως σήμερα απαρατήρητη, ενώ είναι γνωστές οι μεταγενέστερες δουλειές του πάνω σε κοινωνικά δράματα νεανικής παραβατικότητας (Ο κατήφορος, 1961) ή στο έγχρωμο μιούζικαλ, με πρωταγωνιστές νεανικές παρέες και τις αισθηματικές τους περιπέτειες (Μερικοί το προτιμούν κρύο, 1962)[16].

 

Αφίσα της ταινίας «Ο Κατήφορος», (1961).

 

Οι αλλαγές που επισημάνθηκαν εδώ αφορούν ασφαλώς στρώματα που κατοικούν στην πρωτεύουσα και που έχουν καταφέρει να επωφεληθούν από τις οικονομικές ανακατατάξεις. Στις ταινίες, η οικονομική άνεση συνδέεται με την ιδιωτική μικροεπιχείρηση και όχι με την οποιαδήποτε υπαλληλία. Δεν καλλιεργείται η έννοια της εξασφάλισης ή της σιγουριάς, αλλά προβάλλεται η άνοδος μέσα από το «δικό μας μαγαζί». Αυτή η επιδίωξη εμφανίζεται σταθερά στην οθόνη καθ’ όλη τη δεκαετία του ’50- στο τέλος της, κάνουν πλέον την εμφάνισή τους τα εύπορα μικροαστικά στρώματα, που πλούτισαν πρόσφατα από την εργασία τους. Όμως, οι λιγότερο προνομιούχες, αλλά πολυπληθέστερες ομάδες, στις οποίες θα μπορούσαμε να κατατάξουμε όχι μόνο τους άνεργους, αλλά και τους υπαλλήλους, συνεχίζουν να αναπαράγονται στον κινηματογράφο, χωρίς αυτές οι αλλαγές να τις αγγίζουν ή να τις επηρεάζουν, τουλάχιστον στα χρόνια που εξετάζουμε εδώ. Κατ’ αναλογία, οι ταινίες που αποτυπώνουν τις αλλαγές καλύπτουν ένα μικρό μέρος της παραγωγής και έχουν θερμή υποδοχή από το κοινό των αιθουσών πρώτης προβολής. Συνυπάρχουν, όμως, με ένα μεγάλο αριθμό ταινιών που απευθύνεται κατευθείαν στη δεύτερη προβολή, στους συνοικιακούς κινηματογράφους ή στην επαρχία, δηλαδή σε λαϊκά και εκτός κέντρου στρώματα και αναπαράγει τα κοινωνικά στερεότυπα της προηγούμενης δεκαετίας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Τα τελευταία χρόνια ο ελληνικός κινηματογράφος κερδίζει ολοένα και περισσότερο το ερευνητικό ενδιαφέρον. Εδώ θα γίνει μνεία μόνο των μελετών που άπτονται του συγκεκριμένου θέματος.

[2] Elise-Anne Delveroudi, «Les joyaux du défiint: la comédie 1950-1970», Le cinéma grec (εκδ. Michel Demopoulos), Centre Georges Pompidou, Παρίσι 1995, σ. 91 και Ελίζα- Άννα Δελβερούδη, «Ο θησαυρός του μακαρίτη: η κωμωδία, 1950-1970», στο «Ξαναβλέποντας τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», Οπτικοακουστική κουλτούρα τχ. 1 (Φεβρουάριος 2002), σ. 67-70.

[3] Μαρία Στασινοπούλου, «Τι γυρεύει η ιστορία στον κινηματογράφο;» Τα Ιστορικά, τόμ. 12, τχ. 23 (Δεκ. 1995), σ. 421-423, σ. 430.

[4] Ελίζα-Άννα Δελβερούδη, «Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και ο ελληνικός κινηματογράφος», Αριάδνη, τόμ. 7 (1994), σ. 172-174.

[5] Για την οικονομία της εποχής και τις επιδράσεις της στην ελληνική κοινωνία, βλ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η ελληνική τραγωδία, από την απελευθέρωση ως τους συνταγματάρχες, Νέα Σύνορα, 1981, σ. 118-128· Χριστόφορος Βερναρδάκης, Γιάννης Χατζής, Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα: Οι προϋποθέσεις της μεταπολίτευσης. Εξάντας, 1991, σ. 118-135· για τη θεαματική άνοδο των ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας από το 1950 ως το 1961, Πάνος Κοζάκος, «Η ελληνική οικονομία 1949-1967, ανασυγκρότηση και ανάπτυξη». Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. 16, Εκδοτική Αθηνών, 2000, σ. 223-233· για την είσοδο στην εποχή της κατανάλωσης και τα καταναλωτικά πρότυπα, Βασίλης Καραποστόλης, Η καταναλωτική συμπεριφορά στην ελληνική κοινωνία, 1960-1975, Ε.Κ.Κ.Ε., β’ έκδ., 1984.

[6] Τσουκαλάς, ό.π., σ. 118· Χατζής-Βερναρδάκης, ό.π., σ. 120.

[7] Στασινοπούλου, ό. π., σ. 431 -432.

[8] Στασινοπούλου, ό. π., σ. 431.

[9] Το αυξανόμενο ενδιαφέρον των Ελλήνων για τα ταξίδια και τον τουρισμό, που αποτυπώνεται και στον κινηματογράφο, μελετά η Lydia Papadimitriou στο «Travelling on Screen: Tourism and the Greek Film Musical», Journal of Modern Greek Studies, τόμ. 18, τχ. 1 (Μάιος 2000), σ. 95-104.

[10] Τσουκαλάς, ό.π., σ. 119.

[11] Σύμφωνα με τον Francesco Alberoni (στο Richard Dyer, Stars, BFI Publishing, 1992, σ. 7) προϋποθέσεις για τη δημιουργία του φαινομένου των σταρ είναι: κράτος δικαίου, αποτελεσματική γραφειοκρατία, δομημένο κοινωνικό σύστημα, ευρείας κλίμακας κοινωνία, οικονομική ανάπτυξη πάνω από τα όρια της επιβίωσης, κοινωνική κινητικότητα.

[12] Δελβερούδη, «Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και ο ελληνικός κινηματογράφος», ό.π.,σ. 168-170.

[13] Δελβερούδη, ό.π., σ. 72-73· Γιώργος Λαζαρίδης, Φλας μπακ: μια ζωή σινεμά, Νέα σύνορα, 1999, σ. 301-306.

[14] Για την παγίωση του προτύπου της «γατούλας» στην ταινία Το ξύλω βγήκε απ’ τον παράδεισο βλ. Γιάννα Αθανασάτου, Ελληνικός κινηματογράφος (1950-1970): Λαϊκή μνήμη και ιδεολογία, Finatec, 2001, σ. 240-242.

[15] Πβ. την άποψη της Αθανασάτου για τα γυναικεία πρωταγωνιστικά πρόσωπα αυτών των δύο ταινιών. Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., σ. 154, υποσ. 35. Παραδείγματα δυναμικών γυναικείων χαρακτήρων, όπως εξελίσσονται στη δεκαετία του 1960, αναλύονται στο άρθρο της Μαρίας Παραδείση «Η παρουσίαση της γυναίκας στις κομεντί του ελληνικού κινηματογράφου». Το Βήμα των κοινωνικών επιστημών, τόμ. Γ’ τχ. 11 (Ιούλ. 1993), σ. 185-204. Βλ. επίσης Στασινοπούλου, ό.π., σ. 434, και Athena Kartalou, «Gender, Professional, and Class Identities in Miss Director and Modern Cinderella», Journal of Modern Greek Studies, τόμ. 18, τχ. 1 (Μάιος 2000), σ. 105-118.

[16] Μαρία Παραδείση, «Η παρουσίαση της νεολαίας στα κοινωνικά δράματα της δεκαετίας του εξήντα», Τα Ιστορικά, τχ. 22 (Ιούν. 1995), σ. 205-218.

 

Ελίζα – Άννα Δελβερούδη

 

Η Ελίζα – Άννα Δελβερούδη είναι καθηγήτρια ιστορίας του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου στον Τομέα Θεατρολογίας & Μουσικολογίας του Τμήματος Φιλολογίας, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Επιστημονικό Συμπόσιο, «Η εκρηκτική εικοσαετία 1949-1967», 10-12 Νοεμβρίου 2000. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας [Ιδρυτής Σχολή Μωραΐτη]  – Πρακτικά, Αθήνα, 2002.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

«Το αμάρτημα της μητρός μου» παρουσιάζεται στο Φρούριο Παλαμηδίου, στις 5 Αυγούστου


 

Η Εφορία Αρχαιοτήτων Αργολίδας σας καλεί στο φρούριο του Παλαμηδίου, στο Ναύπλιο, την Τετάρτη 5 Αυγούστου (7.30 μμ) για το μονόλογο «Tο αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού, στην αγγλική γλώσσα.

Ένα αριστούργημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, το διήγημα του Γεώργιου Βιζυηνού «Το αμάρτημα της Μητρός μου» (1883) στην αγγλική γλώσσα σε μία προσπάθεια σύνδεσης του αγγλόφωνου κοινού με τη σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία, παρουσιάζει στο Ναύπλιο στα πλαίσια του θεσμού  «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», το Εθνικό Θέατρο.

 

Ρένα Κυπριώτη. Φωτογραφία, Πέννυ Καραχάλιου.

 

Ο Βιζυηνός αντλεί αφηγηματικό υλικό από τις προσωπικές και οικογενειακές μνήμες, από τις παραδόσεις και τα βιώματα της λαϊκής ζωής στην ιδιαίτερη πατρίδα του και το ενισχύει με το στέρεο υπόβαθρο της παιδείας του. Η παράσταση έχει ήδη φιλοξενηθεί με μεγάλη επιτυχία σε κορυφαία Ακαδημαϊκά Ιδρύματα (Harvard University, Boston, Yale University, New Haven, το Columbia University, New York, την πόλη της Τάμπα και στο University of Illinois at Chicago) των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής επί δύο συνεχή έτη (2018-2019).

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Δανάη Ρούσσου
Ερμηνεία: Ρένα Κυπριώτη
Σύνθεση μουσικής: Νίκος Κυπουργός
Κοστούμια: Βάνα Γιαννούλα
Καλλιτεχνική συνεργάτις: Ειρήνη Βουρλάκου

Η εκδήλωση προσφέρεται δωρεάν από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Το μόνο αντίτιμο είναι το εισιτήριο (8 ευρώ) για την είσοδο στο φρούριο Παλαμηδίου.

Μέγιστος αριθμός θεατών: 80

Είναι υποχρεωτική η προκράτηση θέσης εδώ

Ώρα προσέλευσης: 19:00 – Ώρα έναρξης: 19:30

Οι θεατές θα πρέπει να τηρούν τις οδηγίες και συστάσεις της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων COVID-19 του Υπουργείου Υγείας για την ασφαλή προσέλευση στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία. Ισχύει ο κανόνας της απόστασης των 1,5 μέτρων κατ’ ελάχιστον για ανοικτούς χώρους.

 

Μορφές του Ελληνικού Ραδιοφώνου (1949-1967) – Γιώργος Ν. Κάρτερ


 

Στο χρονικό διάστημα μεταξύ του 1949 και του 1967, το ελληνικό ραδιόφωνο, συμπτωματικά, είχε παρουσιάσει μιαν αξιοσημείωτη άνθηση, στον τομέα ιδιαίτερα της πνευματικής καλλιέργειας και της αισθητικής εκφραστικής του. Ο τραγικός εμφύλιος είχε τελειώσει και η σχετική μείωση των αντικομμουνιστικών μηνυμάτων άφηνε κάποιο περιθώρια για αναζητήσεις νέων βελτιωμένων μορφών ραδιοφωνικών εκπομπών.

Εκείνον τον καιρό, το ΕΙΡ διέθετε επώνυμα στελέχη από την περιοχή της διανόησης, της τέχνης, της δημοσιογραφίας, της λογοτεχνίας, της μουσικής. Θ’ αναφέρω μόνο μερικούς απ’ αυτούς, που η συμβολή τους ήταν καθοριστική στην ερτζιανή δημιουργία και που, για καλή μου τύχη, τους συνάντησα αργότερα, το 1952, στις ραδιοφωνικές υπηρεσίες, ως νεότερος συνάδελφός τους.

Διονύσης Ρώμας

Γνώρισα το Διονύση Ρώμα, που υπήρξε ο πρώτος ραδιοσυγγραφέας, με 125 ραδιοφωνικές σκηνές στο ενεργητικό του. «Το πρώτο μου σκετς – μου είχε πει – ακούστηκε από το νεοσύστατο τότε ελληνικό ραδιόφωνο στις 25 Μαρτίου 1938 και ονομαζότανε «Πώς γράφτηκε ο Εθνικός μας Ύμνος» [1]. Δικαιολογημένα ο Ρώμας θεωρείται ο δάσκαλος των συγγραφέων του ραδιοφώνου που εμφανίστηκαν κατόπιν.

Από τη γενιά του Ρώμα, γνώρισα και συνδέθηκα με τον πρωτοπόρο ραδιοσκηνοθέτη Κώστα Κροντηρά. Σ’ ένα σημείωμα του Νίκου Φώσκολου, δημοσιευμένο το 1953 στο Ραδιοπρόγραμμα, διαβάζουμε:

 

Σ’ αυτόν κυρίως, και σ’ ελάχιστους άλλους, οφείλεται σήμερα η τεχνοτροπία, η καλλιτεχνική αρτιότητα και η μόνιμη αισθητική ανησυχία, που είναι τα πιο γνώριμα στοιχεία της παραδόσεως του ελληνικού ραδιοφωνικού θεάτρου.

 

Σύντροφος ζωής και πολύτιμη συνεργάτις του Κώστα Κροντηρά, αλλά με δική της προσωπικότητα και σημαντική ραδιοφωνική προσφορά, η Αντιγόνη Μεταξά. Γι’ αυτήν, ο ιστορικός του θεάτρου Νικόλαος Λάσκαρης έλεγε: «Η κ. Μεταξά έχει πλέον κάθε δικαίωμα να επαναλαμβάνει προς τας μητέρας, τα του Χριστού «Άφετε τα παιδία σας να έλθουν προς εμέ”». Πράγματι, η Μεταξά – η «θεία Λένα» – με τις εκπομπές τής «Ώρας του παιδιού» άφησε μια παιδαγωγική εποχή που τη συγκρίνω μόνο μ’ εκείνη του Ξενόπουλου, του «Φαίδωνα» της Διαπλάσεως των Παίδων.

 

Αντιγόνη Μεταξά (1905-1971). Η «Θεία Λένα», η αγαπημένη παιδαγωγός και θεατρίνα που μεγάλωσε μέσα από το ραδιόφωνο πολλές γενιές παιδιών. Εδώ με την κόρη της Λήδα Κροντηρά, που από μικρή συμμετείχε σε παραστάσεις και εκπομπές.

 

Η ραδιοφωνική δουλειά του Ρώμα, του Κροντηρά, της Μεταξά, καθώς και του Στράτη Μυριβήλη, του Σίμωνα Καρρά, της Πόπης Ρηγοπούλου, του Αντίοχου Ευαγγελάτου, αν και είχε αποδώσει καρπούς και πριν από τη δεκαετία του ’50, συνεχίστηκε εύφορη και μέσα σ’ αυτήν. Μέσα σ’ αυτή τη δεκαετία και στα επόμενα πέντε χρόνια, κι άλλες προσωπικότητες από τον πολιτιστικό χώρο πρόσφεραν στο ραδιόφωνο καινούργιες ιδέες, νέες αισθητικές απόψεις και προοπτικές ανάπτυξης. Μ’ αυτές τις προσωπικότητες δημιουργήθηκε ένας ανεπανάληπτος θεωρητικός προβληματισμός, που επηρέασε και διαμόρφωσε, σίγουρα, την ποιότητα των ραδιοπρογραμμάτων. Ενδεικτικά τα ονόματα: Οδυσσέας Ελύτης, Ανδρέας Καραντώνης, Κωστής Μεραναίος, Πύρρος Σπυρομήλιος, Μάριος Πλωρίτης, Δημήτρης Πουρνάρας, Αναστάσιος Πεπονής, Γρηγόρης Δαφνής, Αντώνης Λάβδας, Γιάννης Γιαννόπουλος, Ντίμης Αποστολόπουλος. Ονόματα γνωστά και καταξιωμένα πολύ πριν από το άκουσμά τους κατά τη ραδιοφωνική τους θητεία.

Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να σταθώ για λίγο σ’ αυτόν τον τελευταίο, τον Ντίμη Αποστολόπουλο, που αφιέρωσε ολόψυχα τα δέκα στερνά χρόνια της ζωής του στη ραδιοφωνική πράξη και θεωρία. Ήταν αυτός που έφερε στο ραδιόφωνο το πνεύμα της δημιουργικής έρευνας, την πειθαρχία του φιλοσοφικού στοχασμού, την ευγένεια στη συναδελφική περιοχή[2].

 

Ο ηθοποιός Νίκος Παρασκευάς (κέντρο) διαβάζει το μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη (αριστερά) «Γαλήνη», στην εκπομπή «Τα αριστουργήματα της λογοτεχνίας μας». Στα δεξιά ο δοκιμιογράφος Ντίμης Αποστολόπουλος, 19, Φεβρουαρίου 1954. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Το 1955, ο Αποστολόπουλος, προλογίζοντας το βιβλίο μου Το ραδιόφωνο και η Αισθητική του, που εγκαινίασε την ελληνική βιβλιογραφία για τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, είχε αποφανθεί:

 

Οι περισσότεροι εκφράζουν την πεποίθηση ότι το ραδιόφωνο είναι ένα απλό μέσο ψυχαγωγίας και ότι δεν μπορεί να έχει ειδικές καλλιτεχνικές αξιώσεις. Ο συγγραφέας του βιβλίου, απεναντίας, φρονεί ότι το ραδιόφωνο είναι μια νέα τέχνη, η «όγδοη τέχνη»… Δεν νομίζω ότι στο σημείο αυτό έχει άδικο. Το ραδιόφωνο είναι μια νέα Τέχνη.

 

Ένα χρόνο μετά, ο Αποστολόπουλος επινοεί κι εφαρμόζει σε μερικές λογοτεχνικές εκπομπές την τεχνοτροπία του «σινεμαφόν». Το «σινεμαφόν», όπως εξηγεί ο ίδιος, προσδίδει στη μονοφωνική εκπομπή τη μαγεία της πολύφωνης ραδιοφωνικής σκηνής. Ανήσυχο πνεύμα, καθώς ήταν ο Αποστολόπουλος, στοχαστής και ιστορικός της ελληνικής φιλοσοφίας, πρόσφερε στο ΕΙΡ, μαζί με την ψυχή του, πάνω από 1.700 εκπομπές ραδιοφωνικής τέχνης[3].

 

Οι εκφωνητές Γιώργος Κάρτερ και Νίκος Χάκας σε ραδιοθάλαμο του Ζαππείου, Σεπτέμβριος 1949. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Η εκφωνήτρια Ρεγγίνα Μπέρτου στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου το 1955

Στους θεωρητικούς του ραδιόφωνου της εποχής εκείνης, ανήκει αναμφίβολα κι ο Γιάννης Αστεριάδης, ο οποίος, πέρα από τα ενδιαφέροντα άρθρα του, μετέφρασε το 1960, μ’ ωραίο λόγο και γνώση, το μελέτημα του Ροζέ Πρανταλιέ Η ραδιοφωνική τέχνη, που αποσπάσματά του είχα μεταφράσει και δημοσιεύσει στο περιοδικό Ραδιοπρόγραμμα το 1957. Αναφέρω, επίσης, και το ραδιοσυγγραφέα Τίτο Αινεία, που το 1968 εξέδωσε τα μαθήματά του στη Δραματική Σχολή Αθηνών, κάτω από τον τίτλο Γενικές αρχές της ραδιοφωνικής τέχνης.

Το ραδιόφωνο εκείνου του καιρού είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη όχι μόνο του ακροατηρίου του μα και των πνευματικών ανθρώπων, που μπορούσαν να διαπιστώσουν ότι, πράγματι, εκεί, στους ραδιοφωνικούς θαλάμους του Ζαππείου, δοκιμάζεται μια νέα ηχητική τέχνη, με δικούς της κανόνες, δικές της φόρμες, δικούς της επικοινωνιακούς κώδικες.

Οι συγγραφείς – οι πιο αξιόλογοι, κατά τη γνώμη μου – που ακολούθησαν τις διδαχές του Διονύση Ρώμα και καλλιέργησαν ιδιαίτερα το ραδιοφωνικότερο είδος (αγγλικής καταγωγής) το «φίτσερ», ήταν ο Νίκος Σφυρόερας, η Γεωργία Ταρσούλη, ο Ματθαίος Μουντές κι ο Δημήτρης Λουκάτος. Το «φίτσερ» («ραδιοφωνικό» το βαφτίσαμε) έχει λησμονηθεί έκτοτε, παρόλη τη δυναμική του ιδιοτυπία, που επιτρέπει τη συνθετική χρησιμοποίηση όλων των ηχητικών στοιχείων: το λόγο, τους παντοειδείς θορύβους, τη μουσική, ακόμα και την ηχητική παύση.

Το 1960 η ραδιοφωνική τέχνη απέκτησε και τους κριτικούς της. «Ο Ακροατής» κι ο «Αλέξανδρος Πιζάνης»[4], από το έγκυρο περιοδικό της Ελένης Βλάχου, τις Εικόνες, παρακολουθούσαν συστηματικά τα προγράμματα του ραδιοφώνου.

Το 1962 πρωτοπερνάει στα ερτζιανά και το ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ, που οι σειρές του μου έδωσαν την ευκαιρία να αξιοποιήσω το σπάνιο υλικό της δικής μου φωνοθήκης.

Στην ίδια περίοδο, η 8η τέχνη εμφάνισε σημαντικές προόδους και στο θέατρό της. Από τότε, από το «Θέατρο της Δευτέρας» και το «Θέατρο της Τετάρτης» διατρέφονται ως τα σήμερα οι θεατρικές εκπομπές της ΕΡΑ (της δημόσιας ραδιοφωνίας), που οι επιμελητές τους τις παρουσιάζουν όχι μόνον ως αξιοσυντήρητα ντοκουμέντα, αλλά και ως ραδιοθεατρικά επιτεύγματα. Ήταν τότε που το ΕΙΡ είχε τιμηθεί στο διεθνή διαγωνισμό της Ρώμης με το ραδιοφωνικό «Πρέμιο Ιτάλια».

 

Οι ηθοποιοί Μάνος Κατράκης, Αλέκα Κατσέλη, Νίκος Χατζίσκος και Γιάννης Αργύρης σε ραδιοθάλαμο του Ζαππείου για την εκπομπή «το θέατρο της Τετάρτης», 1960. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Οι θεμελιωτές της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, οι εξαίρετοι συγγραφείς Ιάκωβος Καμπανέλλης και Νότης Περγιάλης είχαν γράψει εκείνα τα χρόνια πρωτότυπα έργα, ειδικά για το ΕΙΡ, όπως κι ο Χάρολντ Πίντερ, λίγο νωρίτερα, είχε γράψει για το BBC. Εμψυχωτής του θεατρικού τμήματος (ας μη τον ξεχνάμε) ήταν ο δραματολόγος Δημήτρης Κωνσταντινίδης.

Όμως, ένα καλό θέατρο έχει ανάγκη καλών σκηνοθετών. Και τέτοιοι εμπνευσμένοι ραδιοσκηνοθέτες υπήρξαν ο Μήτσος Λυγίζος, ο Ίων Νταϊφάς, ο Κωστής Μιχαηλίδης, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης, ο Λάμπρος Κωστόπουλος, ο Μιχάλης Μπούχλης. Πολλές εργασίες τους στο ραδιοφωνικό θέατρο μένουν ως τώρα αξεπέραστες. Στις μέρες μας, κανένας ελληνικός ραδιοσταθμός, ούτε καν κρατικός, δεν προβαίνει σε παραγωγές ραδιοφωνικού θεάτρου. Τόσο πολύ επτωχεύσαμεν;

Τα χρόνια πέρασαν… Το ΕΙΡ στα 1952 είχε κιόλας το Δεύτερο Πρόγραμμά του και στα 1954 το Τρίτο Πρόγραμμα, το μέγα πάθος του Κόντε Ρώμα. Παράλληλα ιδρύθηκαν και δώδεκα περιφερειακοί σταθμοί, μεταξύ των οποίων, της Θεσσαλονίκης, της Κέρκυρας, των Ιωαννίνων, της Πάτρας, της Ρόδου, των Χανίων, των Σερρών και άλλοι, που με τις μεταδόσεις τους κάλυψαν ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα.

 

Ραδιοφωνικός δέκτης Grundig, τέλη δεκαετίας 1950. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Το 1966, στο αρκτικόλεξο του ΕΙΡ προστέθηκε ένα «Τ». Ήρθε ο καιρός της Ελληνικής Τηλεόρασης· το πρώτο αίτιο που διέκοψε την εξελικτική πορεία του ραδιοφώνου. Το κοινό, ανέκαθεν φιλοθέαμον, εντυπωσιασμένο με τα «κατ’ όψιν» του μαγικού κουτιού, απέσυρε αμέσως το ενδιαφέρον του από το δέκτη των ήχων, διαθέτοντας τις ώρες του στην κινούμενη εικόνα, που μεταφέρθηκε από την κινηματογραφική αίθουσα στο ενδιαίτημα του καθενός. «Το ραδιόφωνο θα είναι αναμφίβολα» – είχε προβλέψει ο επικοινωνιολόγος Ζαν Καζνέβ – «το μεγάλο θύμα της θαυμαστής εξάπλωσης της τηλεόρασης»[5].

Σ’ ένα παλιό μελέτημά μου[6], αναφερόμενος στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, είχα υποστηρίξει την άποψη ότι οι μεγάλες ιστορικές εποχές που παρουσιάζουν πολιτισμική ανάπτυξη είναι οι εποχές της άνθησης των ακροαμάτων, ενώ διαπιστώνουμε πως, όταν σημειώνεται έκπτωση του πολιτισμού, είναι γιατί οι κοινωνίες αποχαυνώνονται με τα ευτελή εντυπωσιακά θεάματα.

Θυμηθείτε τα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας, τότε που ο Ιουβενάλης είπε το περίφημο «Άρτον και θεάματα». Ήταν τα χρόνια που προανάγγειλαν το σκοτεινό Μεσαίωνα. Τότε που στα αμφιθέατρα, οι θηριομαχίες κι οι μονομαχίες ως το θάνατο ήταν τα διασκεδαστικότερα «σόου» των Ρωμαίων.

Αντίθετα, μια πολιτισμική εποχή μετά την Αναγέννηση, που άρχισε με το μπαρόκ και τέλειωσε με το ρομαντισμό, ήταν η χρυσή περίοδος των τριών αιώνων του μουσικού ακροάματος. Τότε ακούμε τα κοντσέρτα του Βιβάλντι, τους κανόνες του Μπαχ, τα λεπταίσθητα μηνύματα του Μότσαρτ, τους μπετοβενικούς διαλόγους με τον άνθρωπο. Κι ακόμα, τον υπέρλαμπρο λόγο των ποιητών της θεατρικής σκηνής, του Γκαίτε, του Σίλλερ, του Λέσινγκ και των άλλων.

Τώρα, το κυρίαρχο θέαμα, η τηλεόραση, προμηνύει – κατά τους απαισιόδοξους μελλοντολόγους και κοινωνιολόγους – τον ερχομό ενός νέου απάνθρωπου Μεσαίωνα.

Ας απομακρύνουμε την απειλή, επιχειρώντας, ως συνειδησιακή επιταγή, την ενδύναμη φόρτιση των μαζικών μέσων ακροάματος και θεάματος με τις αξίες του ουμανιστικού πολιτισμού.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σε συνέντευξη στην εκπομπή μου «Σύγχρονη πνευματική Ελλάδα» (ΕΙΡ), το 1963.

[2] Βλ. για τον Ντίμη Αποστολόπουλο αφιέρωμα του περιοδικού Νέα Εστία, 15.4.64, όπου και Γ. Κάρτερ: «Ο Ντίμης Αποστολόπουλος και το ραδιόφωνο». Επίσης, Γ. Κάρτερ, Ραδιόφωνο και Τηλεόραση, Γκόνης, 1966, σ. 39-45 και Γ. Κάρτερ, «Η λυρική καθημερινότητα του Ντίμη Αποστολόπουλου», περ. Τομές, Δεκ. 1976.

[3] Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Σύγχρονη πνευματική Ελλάς» κι ο Διον. Ρώμας παραδέχεται: «Η σημαντική εξέλιξη που έλαβε το ραδιόφωνο τα τελευταία χρόνια, μας δίνει ασφαλώς το δικαίωμα να το κατατάξουμε μέσα στον κύκλο των τεχνών».

[4] Ήταν τα ψευδώνυμά μου.

[5] Κοινωνιολογία της Ραδιο-τηλεόρασης, I. Ν. Ζαχαρόπουλος, σ. 117.

[6] Γ. Κάρτερ, Κείμενα Επικοινωνίας, Δίφρος, 1981, σ. 43-52.

 

Γιώργος Ν. Κάρτερ (1928-2012)

Ο Γιώργος Κάρτερ ήταν λογοτέχνης, κριτικός θεάτρου και τηλεόρασης.

Επιστημονικό Συμπόσιο, «Η εκρηκτική εικοσαετία 1949-1967», 10-12 Νοεμβρίου 2000. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας [Ιδρυτής Σχολή Μωραΐτη]  – Πρακτικά, Αθήνα, 2002.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Trio El Greco – Οι δύο σχολές της Βιέννης | Φρούριο Παλαμηδίου Ναύπλιο


 

Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας, στα πλαίσια των εκδηλώσεων «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» που διοργανώνει το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού το καλοκαίρι του 2020, προσκαλεί σε συναυλία που θα γίνει στο Φρούριο του Παλαμηδίου  την Παρασκευή 31 Ιουλίου στις 7.30 το απόγευμα.

 

Trio El Greco

 

Έργα Χάυντν, Σούμπερτ και Σκαλκώτα επέλεξαν τα μέλη του Trio El Greco για το πρόγραμμα με τίτλο «Οι δύο Σχολές της Βιέννης» που θα παρουσιάσουν στο Παλαμήδι  Ναυπλίου.

Το πρώτο μέρος της συναυλίας εστιάζει σε δύο μουσουργούς που επηρεάστηκαν εξίσου από την κλασική και τη λαϊκή παράδοση, στον Γιόζεφ Χάυντν με το Τρίο για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο σε σολ μείζονα, αρ. 39 «Gypsy» και στον Νίκο Σκαλκώτα με τις 8 Παραλλαγές σε παραδοσιακό θέμα για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο.

Στο δεύτερο μέρος το δημοφιλές σχήμα μουσικής δωματίου, που απαρτίζεται από τους Θοδωρή Ιωσηφίδη (πιάνο), Φαίδωνα Μηλιάδη (βιολί) και Αλέξη Καραϊσκάκη Νάστο (τσέλο), ανατρέχει στον βιεννέζικο Ρομαντισμό μέσα από μία από τις πλέον εμβληματικές συνθέσεις του Φραντς Σούμπερτ, το περίφημο Τρίο για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο σε μι ύφεση μείζονα, έργο 100.

 

Φρούριο Παλαμηδίου

 

Στον θεσμό «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» συμμετέχουν οι εξής πολιτιστικοί οργανισμοί:

Εθνικό Θέατρο, Εθνική Λυρική Σκηνή, Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, MOMus, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης, Λύκειο Ελληνίδων, Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Πολιτιστικός Οργανισμός ΝΕΟΝ.

Οι Διευθύνσεις Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αρχαιολογικών Μουσείων Εκθέσεων και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και οι συνεργαζόμενες Εφορείες Αρχαιοτήτων συνέβαλαν καθοριστικά στην υλοποίηση του φετινού προγράμματος, ξεπερνώντας τις χρονικές δυσκολίες και τις ιδιαίτερες συνθήκες καθώς το πρόγραμμα διαμορφώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα.

 

Χρήσιμες πληροφορίες

 

Οι εκδηλώσεις προσφέρονται δωρεάν από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Το μόνο αντίτιμο είναι το εισιτήριο για την είσοδο σε κάθε χώρο, όπου υπάρχει. Είναι υποχρεωτική η προκράτηση θέσης.

Σημειώνουμε ότι οι θεατές θα πρέπει να τηρούν τις οδηγίες και συστάσεις της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων COVID-19 του Υπουργείου Υγείας για την ασφαλή προσέλευση στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία. Ισχύει ο κανόνας της απόστασης των 1,5 μέτρων κατ’ ελάχιστον για ανοικτούς χώρους και 2 μέτρων για κλειστούς χώρους. Στα μουσεία είναι υποχρεωτική η χρήση μάσκας.

Για λόγους ασφαλείας και για την αποφυγή καθυστερήσεων και συνωστισμού συνιστάται η έγκαιρη προσέλευση, 1 – 1, 5 ώρα πριν από την έναρξη της εκδήλωσης. Η προσέλευση και η αποχώρηση από το χώρο των εκδηλώσεων γίνεται με τη χρήση μάσκας.

Οι εκδηλώσεις προσφέρονται δωρεάν από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Το μόνο αντίτιμο είναι το εισιτήριο για την είσοδο σε κάθε αρχαιολογικό χώρο, όπου υπάρχει.

Μέγιστος αριθμός θεατών: 80.

Ώρα προσέλευσης: 19:00
Ώρα έναρξης: 19:30

Είναι υποχρεωτική η προκράτηση θέσης. Οι προκρατήσεις στη διεύθυνση: https://digitalculture.gov.gr/…/oli-i-ellada-enas-politism…/

 

«Στο Ελάχιστο Μόλις» – Μαρία Α. Βελιζιώτη


 

Κυκλοφορεί η τρίτη ποιητική συλλογή της Αργείας φιλολόγου και καθηγήτριας Μέσης Εκπαίδευσης,  Μαρίας Βελιζιώτη με τίτλο «Στο Ελάχιστο Μόλις», από τις εκδόσεις της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.

Για τη νέα ποιητική συλλογή, γράφει, ο θεατρικός σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής, θεωρητικός του κινηματογράφου και αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου όπου διδάσκει υποκριτική και σκηνοθεσία, Γιάννης Λεοντάρης.

 

Δωρικές Ρωγμές

 

Στο Ελάχιστο Μόλις

Στο μικρό προλογικό σημείωμα που επιχείρησα να συντάξω για την έκδοση των ποιημάτων της Μαρίας Βελιζιώτη, πρότεινα τον τίτλο Δωρικές Ρωγμές. Ο τίτλος αυτός σημαίνει μία ιδιόμορφη αντίφαση. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η αντίφαση θεωρώ ότι ενεργοποιεί τον σπινθήρα της υψηλής θερμοκρασίας στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη. Η ρωγμή είναι το αναπόφευκτο τραύμα μέσα στο οποίο γεννιέται η ποίηση. Η ίδια η ποίηση είναι από τη φύση της μία συνθήκη τραυματική, από τη στιγμή που ο λόγος της είναι εξόριστος και ξένος σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί ο κοινός λόγος, και σε ένα κόσμο τις τύχες του οποίου αποφασίζουν όχι οι ποιητές αλλά οι σε εισαγωγικά «ορθώς σκεπτόμενοι».

Ο περί ποίησης λόγος λοιπόν δεν πρέπει να λησμονεί την εγγενή ρωγμή του ποιητή. Αλλά και ο ίδιος ο ποιητής είναι καταδικασμένος να γράφει κοιτώντας διαρκώς στον καθρέφτη την ραγισμένη όψη του. Μέσω αυτής της οδού συναντά τον αναγνώστη του και μόνον έτσι, η ανάγνωση δεν παραμένει μια συμβατική καθημερινή ενασχόληση αλλά αναβαθμίζεται σε εμπειρία αυτογνωσίας, οδυνηρή, στοχαστική αλλά ταυτόχρονα απολαυστική, αποκαλυπτική, ερωτική. Αν ο αναγνώστης δεν μπει στα επικίνδυνα μονοπάτια της υπέρβασης, δεν μπει δηλαδή στον κόπο του ποιητή δεν θα καταστεί ποτέ συνένοχος της ποίησης, θα παραμείνει εγκλωβισμένος στις συμβάσεις του κοινού λόγου. Γράφει ο Σάββας Μιχαήλ στο εμβληματικό του κείμενο Homo Poeticus.

 

«H εξορία του ποιητή είναι το μέτρο της αποξένωσης του ανθρώπου Εξόριστος ο ποιητής από τον τόπο, εκτός τόπου εν παντί τόπω, διαμένει στον Ού-Τόπο αυτού που δεν υπάρχει ακόμα, στην κατοικία που αναζητά ακόμα ο άνθρωπος επί της γης. Εξόριστος είναι ο ποιητής και από τον χρόνο του, εκτός χρόνου εν παντί χρόνω (…) Ο Ποιητής, όπως κι ο επαναστάτης, μένει πιστός στην εποχή του και ταυτόχρονα εξόριστος απ΄την πατρίδα του μέσα στον χρόνο, σε ρήξη με όσα και όσους την διαφεντεύουν, εκτός νόμου, σε διωγμό. Είναι παρά-φωνος σε σχέση με την φωνή των κυρίαρχων. Κ’είναι αυτή η παραφωνία, που διαταράσσει τον «κοινό λόγο», τον κοινό τόπο, τον κοινό χρόνο, τον «κοινό νου» (…)

 

Επομένως μέσα από τις ρωγμές του ο ποιητής διαταράσσει κάθε συμβατικότητα, κάθε κανονικότητα. Ποίηση χωρίς ρωγμές δεν υπάρχει. Και κάθε ανάγνωση που επιχειρώ στα ποιητικά κείμενα διακόπτεται βίαια και οριστικά, όταν διαπιστώσω ότι η ποιητική γραφή είναι αρραγής, και καλά θωρακισμένη στην αυταρέσκειά της.  Η ποίηση της Μαρίας Βελιζιώτη βρίσκεται στη άλλη πλευρά του λόφου. Εκεί όπου τα τραύματα του ποιητή συνομιλούν με τις αγωνίες του αναγνώστη, γεννώντας έναν διάλογο ισότιμο και παρηγορητικό. Η Βελιζιώτη ευθύς εξαρχής εξομολογείται τους οδυνηρούς σταθμούς της διαδρομής της και τους εκθέτει γενναιόδωρα στον αναγνώστη:

« Το όνειρο πάντα θα μας υπερβαίνει » γράφει, και σηματοδοτεί έτσι την απελπιστική απόσταση ανάμεσα στο επιθυμητό και το βιωμένο.

 

Είπες και τόσο πυρπολήθηκαν τα μάτια

που γέμισε καπνό η απόγνωση

και δεν υπήρχε ρυτίδα

δεν υπήρχε αίμα να τρέξει

να φανεί ότι τα χρόνια συλλογισμένα στέκονται

στην απορία τους

νοσταλγώντας την αμεροληψία της άγνοιας

 

Η πορεία της ποίησης της Βελιζιώτη δεν είναι μονοσήμαντη. Δεν πέφτει στην παγίδα μιας κλειστής σχέσης με το ίδιο της το τραύμα. Δεν αναπαράγει ναρκισσιστικά την απόγνωση, δεν κραυγάζει την εξορία της. Αντίθετα, έχει τις κεραίες της ανοιχτές σε ό,τι μπορεί να λειτουργήσει παρηγορητικά ή παραδειγματικά, σε ό,τι έξω από το κλειστο δωμάτιο και την ανθρώπινη μοναξία, μπορεί να επουλώσει ή έστω να υπερβεί την οδύνη της συνειδητότητας. Τι μπορεί να είναι αυτό ; Τα άστρα, η θάλασσα, η γη, ο αέρας, ο ήλιος, ο βράχος:

 

Ας διδαχτούμε από τους βράχους

των γραμμών τους τη σύγκλιση

και την απόκλισή τους

τις χειρονομίες και τις μορφές

έτσι όπως γεννιούνται ξαφνικά ή μακροπρόθεσμα

 

Ενέργεια αυτοδύναμη

πλέγματα

προσχέδια και σχέδια

αντίκρυ στης φύσης την υπερβολή

της ερωμένης των άκρων

 

Ας εμπεδώσουμε την αρμονία

εξακριβωμένη στη δομική διαπλοκή της

που μεταγγίζεται μέσα από τη μεταφυσική της ύλης

τη διορατικότητά της

ότι ο άνεμος σφυροκοπώντας

θα την αλλάξει

ότι θα φέρει νέα σχήματα

απλά ή δαιδαλώδη

στο μάρμαρο, στον πορφυρίτη, στον ασβεστόλιθο

 

Ανάμεσα στην ιαματική υπέρβαση που σηματοδοτεί η φύση με τα στοιχεία και τα στοιχειά της και την έρημο του κλειστού δωματίου, οι στίχοι της Μαρίας Βελιζιώτη, κεντρίζουν, άλλοτε μελαγχολικά και άλλοτε οδυνηρά, τις προσδοκίες του αναγνώστη. Στίχοι πυκνοί («Το αύριο δεν εξουσιάζεται / και η ζωή θα είναι πάντα χτεσινή »),  εικονοποιία απροσδόκητη και τολμηρή (« Στα μέσα νερά μιας θάλασσας πικρης / εκεί που οι μύθοι βυθίζονται αυτόπρυμνοι… »),  εισάγουν από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη σε ένα ιδιόμορφο και απαιτητικό ποιητικό σύμπαν.

 

Γιάννης Λεοντάρης

 

Μαρία Βελιζιώτη

Η σχέση με τον εαυτό εξελίσσεται σε αναμέτρηση με έναν ανελέητο καθρέφτη: «Αυτός είναι ο τρόπος / κι ο κίνδυνος / σα δυνατό χαλάζι / σα μαύρο αίμα / για μας που ψάχνουμε αφορμές / να ντύσουμε την απληστία με έρωτες / πολεμιστές / πίσω από το βασιλιά εαυτό μας.»

Η συνείδηση του οδυνηρού είναι,  στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη, χτίζει σιγά σιγά και μεθοδικά το οικοδόμημα της θλίψης. Το οικοδόμημα αυτό όπως ήδη είπα, δεν είναι κλειστό, δεν απειλείται από ασφυξία, γιατί κάπου εκεί μακριά, δίπλα, μέσα, και κυρίως ανάμεσα, καραδοκεί το ψύχραιμο και ατάραχο βλέμμα της φύσης. Το βλέμμα του ήλιου και του ανέμου « κοιτάζει » τόσο το μοναχικό εγώ όσο και την απόγνωση του  εμείς,  προσδίδοντας στη θλίψη αυτή, πνοή ποιητική:

«‘Ηταν μια μέρα αναποφάσιστη / κάτι χορτάρια σαλεύανε στη σκόνη / κάποιοι περπατούσαν στην απόγνωση / κάποιοι πέθαιναν απροσδόκητα / για κάποιους άλλη αυγή δε θα ξημέρωνε / έπεφτε ξαφνικά ο θάνατος / κι η σωτηρία ένα παιχνίδι καθώς ο ήλιος ξεψυχούσε». Η σιωπή των πραγμάτων τρέφει την ανάσα της γραφής.

Θα κλείσω αυτή τη σύντομη απόπειρα γνωριμίας με την αναφορά σε αυτό που στην αρχή ονόμασα « δωρικό» στοιχείο στην ποίηση της Βελιζιώτη.

Η ποίηση της Βελιζιώτη έχει μορφή λιτη, ύφος σχεδόν δωρικό. Αρνείται να βαρύνει την όψη της με στολίδια.  Δεν επιχειρεί μορφικές ακροβασίες ούτε σε επίπεδο γλωσσικό ούτε σε επίπεδο ποιητικού ρυθμού. Οι εικόνες της δεν συνομιλούν ούτε με τους ιμπρεσσιονιστές ούτε με τους υπερρεαλιστές ζωγράφους. Κι όμως: η ποίησή της έχει στέρεο εσωτερικό ρυθμό και φιλοτεχνεί πλούσια εσωτερικά τοπία. Ακριβώς αυτή η δυνατότητα της σύνθεσης των αντιθέτων θαρρώ πως αποτελεί και την πολυτιμότερη αρετή της γραφής της Μαρίας Βελιζιώτη: ένα ευάλωττο σύμπαν αισθημάτων γεμάτο αποχρώσεις και ημιτόνια,  σε μια αυστηρή και λιτή όψη γραφής. Με τις λύσεις των  αινίγμάτων της (όπως αυτό του πολύσημου τίτλου της συλλογής: Λευκή) καλά φυλαγμένες για όποιον θα κάνει τον κόπο να αναμετρηθεί μαζί τους.

Κι όμως, από την αυστηρή αυτή «πηγή» αναβλύζουν πλούσιοι χυμοί γεμάτοι από τις ρωγμές της βαθείας ποιητικής συνείδησης. Αναβλύζει η σιωπηλή επίκληση του ‘Αλλου. Αυτή δεν είναι άλλωστε η κοινή αγωνία του ποιήματος και του αναγνώστη του;

 

Γιάννης Λεοντάρης

Αρχαία Ασίνη – Γεωργία Ήβου (Αρχαιολόγος)


 

Το εντυπωσιακό φυσικό τοπίο της χερσονήσου Καστράκι, η γοητεία που αποπνέει το όνομα της Ασίνης, οφειλόμενη σε μεγάλο βαθμό στο ποίημα του νομπελίστα ποιητή Γ. Σεφέρη, και τα αποτελέσματα της αρχαιολογικής έρευνας οδηγούν πλήθος επισκεπτών στο λόφο που ταυτίζεται με τον πυρήνα της αρχαίας Ασίνης. Σ’ αυτό συμβάλλει καθοριστικά το γεγονός της γειτνίασης της θέσης με τουριστικά θέρετρα της Αργολίδας, καθώς η αρχαία Ασίνη βρίσκεται μόλις 1 χλμ. ανατολικά του παραθεριστικού οικισμού του Τολού, ανάμεσα σε δύο πολυσύχναστες παραλίες του Αργολικού κόλπου, την Ψιλή Άμμο στο Τολό και την παραλία της Πλάκας στο Δρέπανο.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Ασίνης.

 

Η καταστροφή μεγάλου μέρους των αρχαιοτήτων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου καθιστούσε μέχρι λίγα χρόνια πριν την επίσκεψη στο λόφο μια όμορφη, φυσιολατρική περιήγηση, η οποία ενείχε στοιχεία περιπέτειας, εάν λάβει κανείς υπόψη του τα απόκρημνα σημεία του βραχώδους τοπίου και την οργιώδη βλάστηση που κάλυπτε μονοπάτια, στρατιωτικά ορύγματα και τα λιγοστά αρχαία κατάλοιπα. Οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας, στο πλαίσιο του ενταγμένου στο ΕΣΠΑ έργου «Ασίνη-Ακρόπολη Αρχαίας Ασίνης, Αναμόρφωση Αρχαιολογικού Χώρου Καστράκι», διαμόρφωσαν έναν αρχαιολογικό χώρο, όπου τα ισχνά πια ίχνη της μακραίωνης ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή ανασυστάθηκαν με συμβατικά και σύγχρονα μέσα. Συνειδητή επιλογή του προγράμματος ήταν η ισότιμη παρουσίαση της πρόσφατης ιστορίας του αρχαιολογικού χώρου, με κομβικά σημεία τις σουηδικές ανασκαφές της δεκαετίας του 1920 και την κατάληψη του λόφου από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παράλληλα ο συνολικός σχεδιασμός των παρεμβάσεων ενσωμάτωσε τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για τη λειτουργική οργάνωση και ασφάλεια ενός αρχαιολογικού χώρου στις διαμορφωμένες από προηγούμενες χρήσεις κατασκευές, προκειμένου να αποφευχθεί η αισθητική επιβάρυνση του φυσικού τοπίου.

Ο παρών οδηγός επιχειρεί να ζωντανέψει τη διαχρονική ιστορία του τόπου, με επίκεντρο τον πρόσφατα διαμορφωμένο αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Ασίνης, προσφέροντας ένα χρήσιμο βοήθημα στον σημερινό επισκέπτη. Η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή, πολυετής αλλά αποσπασματικά αποτυπωμένη στο χώρο, θα αποκαλυφθεί με ουσιαστική αφορμή την περιήγηση στο λόφο Καστράκι.

 

Το Τολό τη δεκαετία του 1920. Η λήψη είναι από το λόφο της Μπαρμπούνας. Αρχείο του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Ονομασία – ταύτιση θέσης

 

Ο λόφος με το όνομα Καστράκι ή Παλιόκαστρο είχε ταυτιστεί ήδη από τα μέσα του 19ου αι. με τη θέση που κατείχε η ομηρική Ασίνη. Πρώτος ο E. Curtius, το 1852, στο έργο Peloponnesos: eine historisch-geographische Beschreibung der Halbinsel, υποστήριξε πως ο απόκρημνος λόφος μεταξύ των μικρών χωριών του Τολού και του Δρεπάνου, που προέβαλλε μέσα στη θάλασσα, ήταν η «κατά βαθύν τον κόλπον έχουσα» Ασίνη της Ιλιάδας. Αυτή είναι και η μοναδική αναφορά της Ασίνης στον Όμηρο, στον κατάλογο νηών, ως μία από τις πόλεις της Αργολίδας που συμμετείχαν με πλοία στην τρωική εκστρατεία υπό τη διοίκηση του Αργείου βασιλιά Διομήδη. Την ταύτιση της θέσης με την αρχαία Ασίνη αποδέχτηκε και διέδωσε περαιτέρω ο Σλίμαν. Σήμερα, Ασίνη ονομάζεται το χωριό που βρίσκεται στη διαδρομή από το Ναύπλιο προς το Καστράκι, 1,5 περίπου χλμ. βορειότερα από το λόφο. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το χωριό ονομαζόταν Τζαφέραγα.

 

Χαρακτηριστικά θέσης

 

Η χερσόνησος Καστράκι συνδέεται με τη στεριά με μια λωρίδα γης πλάτους περίπου 100 μ. Σύμφωνα με τον E. Zangger, η σημερινή μορφή του λόφου είναι αποτέλεσμα της έντονης γεωλογικής αστάθειας που επηρέασε τα παράλια του Αργολικού κόλπου έως το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ.

 

Άποψη της χερσονήσου «Καστράκι» από τα δυτικά (φωτ. «Αρχαιολογία και Τέχνες)».

 

Το Καστράκι, με μήκος 350 μ. (Β-Ν) και πλάτος 140 μ., περιβάλλεται σήμερα σχεδόν κατά το ήμισυ από θάλασσα. Από την πλευρά της θάλασσας, στα νότια, ο λόφος είναι δυσπρόσιτος, με απόκρημνα ψηλά βράχια. Το ύψος του φτάνει τα 52 μ. Στα βορειοδυτικά, ο βράχος ενώνεται με τη στεριά με ομαλή πλαγιά. Η πλαγιά αυτή ονομάστηκε από τους Σουηδούς ανασκαφείς «Κάτω Πόλη», σε αντιπαραβολή με τη βραχώδη κορυφή του λόφου που χαρακτηρίστηκε ως «ακρόπολη». Οι συμβατικές αυτές ονομασίες έχουν καθιερωθεί στη διεθνή βιβλιογραφία.

 

Η αρχαία Ασίνη μετά την ολοκλήρωση των πρώτων σουηδικών ανασκαφών. Άποψη από το λόφο της Μπαρμπούνας. Αρχείο του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Στα βορειοδυτικά βρίσκεται ο ύψους 92 μ. λόφος της Μπαρμπούνας, ο οποίος προστατεύει το Καστράκι από τους δυνατούς βόρειους ανέμους. Φυσική προστασία από τους ανέμους που έρχονται από τα δυτικά προσφέρει και το νησάκι της Ρόμβης απέναντι από το Τολό, δημιουργώντας έτσι έναν ασφαλή τόπο ελλιμενισμού στον μικρό κόλπο που σχηματίζεται αμέσως δυτικά από το Καστράκι. Η διπλά προνομιούχα φυσική θέση, οχυρή και προστατευμένη από τους ανέμους, φαίνεται πως συνέβαλε καθοριστικά στην επιλογή της περιοχής για εγκατάσταση ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. και καθόρισε τα χαρακτηριστικά της εξέλιξής της στους αιώνες που ακολούθησαν.

 

Ανασκαφές

 

Τη δεκαετία του 1920, Σουηδοί αρχαιολόγοι, υλοποιώντας ένα φιλόδοξο ανασκαφικό πρόγραμμα, έφεραν στο φως ένα πολύπλοκο μωσαϊκό πολλαπλών φάσεων κατοίκησης, στο οποίο αποτυπωνόταν η ιστορία της περιοχής για 3.000 και πλέον χρόνια. Πτυχές που αφορούν την καθημερινότητα των κατοίκων της Ασίνης συνεχίζουν να αποκαλύπτονται μέχρι σήμερα, ως αποτέλεσμα της ανασκαφικής έρευνας αλλά και της μελέτης παλαιού και νέου υλικού. Από το 1970 έως και το 1990, το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών ανέλαβε τη διενέργεια ανασκαφών σε επιλεγμένες θέσεις ενώ μεμονωμένες έρευνες πραγματοποιήθηκαν και από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας. Τέλος, το πρόσφατο έργο διαμόρφωσης του αρχαιολογικού χώρου έδωσε τη δυνατότητα να «εντοπιστούν εκ νέου» και να επανεξεταστούν αρχαία κατάλοιπα που είχαν λησμονηθεί με την πάροδο των χρόνων και παράλληλα να προβληθούν μνημεία από τη νεότερη ιστορία του τόπου.

 

Ασίνη. Εργασίες δίπλα στα οχυρώματα έγιναν το 1922 και το 1926. Οι άνδρες έσκαβαν και έκαναν μεταφορές με τις χειράμαξες, ενώ οι γυναίκες φτυάριζαν χώμα. Το καλοχτισμένο τείχος αριστερά υποστηρίζει τις σκάλες που ανεβαίνουν στην ακρόπολη από την ανατολική πλευρά. Ίσως το 1926 (Αρχείο Ασίνης).

 

Ασίνη. Άνδρες και αγόρια στον προμαχώνα της ανατολικής πλευράς του κυκλικού οχυρώματος της ακροπόλεως. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Για την ενασχόληση των Σουηδών με την Ασίνη αφορμή στάθηκε ένα ταξίδι του τότε πρίγκιπα και μετέπειτα βασιλιά της Σουηδίας Γουστάβου Αδόλφου ΣΤ΄, το φθινόπωρο του 1920. Στην επίσκεψη αυτή, ο πρίγκιπας συνοδευόταν από τον Έλληνα νομισματολόγο Ι. Σβορώνο. Λίγους μήνες πριν, ο Σβορώνος είχε στρέψει την προσοχή αρχαιολόγων της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ασίνη, οι οποίοι είχαν προχωρήσει σε μια αρχική καταγραφή και αποτύπωση της θέσης. Μετά την εκδήλωση ενδιαφέροντος για την ανάληψη της ανασκαφής από την πλευρά του πρίγκιπα Γουστάβου, οι Γάλλοι αποσύρθηκαν. Ασαφούς έκτασης ανασκαφική έρευνα στα βορειοανατολικά του λόφου αναφέρεται πως είχε πραγματοποιηθεί στα τέλη του 19ου ή στις αρχές του 20ού αι. από τον εκπαιδευτικό Ιωάννη Κοφινιώτη, χωρίς περαιτέρω καταγεγραμμένα στοιχεία.

 

Ασίνη. Οι αρχαιολόγοι γευμάτιζαν κοντά στο ναό της Παναγίας. Εδώ ο Διάδοχος Γουσταύος Αδόλφος. Συχνά το μεσημεριανό αποτελείτο από σαρδέλες και αβγά, όπως εδώ. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Ασίνη. Όλοι έβαλαν τα καλά τους για την ομαδική φωτογραφία. Αριστερά ο κύριος Νικόλας Γριμάνης, που ήταν φύλακας στο Μουσείο του Ναυπλίου και εργάστηκε ως προϊστάμενος των εργατών σε όλες τις ανασκαφικές περιόδους. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Δύο σχεδόν χρόνια μετά την επίσκεψη του πρίγκιπα, την άνοιξη του 1922, ξεκίνησε η ανασκαφή. Η προετοιμασία της περιελάμβανε μεταξύ άλλων την απαραίτητη αλληλογραφία μεταξύ του ελληνικού και του σουηδικού κράτους, την εξασφάλιση πόρων, τη στελέχωση της επιστημονικής ομάδας, τη συγκέντρωση και τη μεταφορά του εξοπλισμού με τα μέσα της εποχής. Την προκαταρκτική μελέτη της θέσης ανέλαβε ο Axel Persson, κλασικός αρχαιολόγος στο πανεπιστήμιο της Lund, ο οποίος ορίστηκε έπειτα συνδιευθυντής της ανασκαφής μαζί με τον Otto Frödin, αρχαιολόγο με σημαντική ανασκαφική εμπειρία. Ο Γουστάβος έγινε πρόεδρος της Επιτροπής Ασίνης στη Σουηδία, συμμετείχε στην ανασκαφή το φθινόπωρο του 1922 και συνέβαλε καθοριστικά στη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της το 1938, οκτώ χρόνια μετά την ολοκλήρωσή της.

 

Σύντομη αρχαιολογική επισκόπηση

 

Η άφιξη των πρώτων κατοίκων στην περιοχή τοποθετείται στην 6η χιλιετία π.Χ., όπως συνάγεται από την εύρεση νεολιθικών οστράκων στα βαθύτερα στρώματα των ανασκαφών στους πρόποδες της Μπαρμπούνας. Κατά την 3η χιλιετία π.Χ. (Πρωτοελλαδική περίοδος), ο οικισμός φαίνεται πως αναπτύσσεται στην Κάτω Πόλη και σε πλατώματα της ακρόπολης ενώ στο πρώτο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. (Μεσοελλαδική περίοδος), ο οικισμός της Κάτω Πόλης επεκτείνεται και σταδιακά καταλαμβάνει και τμήμα της νότιας πλαγιάς της Μπαρμπούνας. Ανατολικά από το Καστράκι, εκεί όπου σήμερα λειτουργεί εγκατάσταση κάμπινγκ, ανασκάφηκε τμήμα μεσοελλαδικού νεκροταφείου, όπου οι ταφές οργανώνονταν μέσα και γύρω από έναν κυκλικό λιθόκτιστο τύμβο.

Τα ευρήματα από το νεκροταφείο και τον οικισμό των μυκηναϊκών χρόνων εναρμονίζονται με τη σύντομη αλλά ενδεικτική αναφορά του Ομήρου για την Ασίνη ως μια πόλη που συνδέεται άμεσα με τη θάλασσα. Η άνθηση του εμπορίου κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο και η ύπαρξη των μεγάλων ανακτόρων των Μυκηνών, της Τίρυνθας και της Μιδέας στην Αργολίδα φαίνεται πως έδωσαν τη δυνατότητα στους κατοίκους της παραθαλάσσιας Ασίνης να λάβουν ενεργά μέρος στο διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ των αργολικών ανακτόρων και των κέντρων της Μεσογείου. Από τους χρόνους αυτούς, εντοπίστηκε και ανασκάφηκε μικρό μόνο τμήμα νεκροταφείου θαλαμωτών τάφων στην ανατολική πλευρά του λόφου της Μπαρμπούνας, με πλούσια και συχνά εξωτικής προέλευσης κτερίσματα. Αντίθετα με τα ευρήματα από τους θαλαμωτούς τάφους, ο σύγχρονός τους οικισμός δεν εντυπωσιάζει. Αναπτύσσεται κυρίως στην περιοχή της Κάτω Πόλης ενώ κατάλοιπα οικιών της περιόδου έχουν βρεθεί τόσο στη νότια πλαγιά της Μπαρμπούνας όσο και στην επίπεδη έκταση στα ανατολικά από το Καστράκι.

Η ζωή στην Ασίνη συνεχίζεται και μετά το τέλος του μυκηναϊκού κόσμου, χωρίς να καταγράφεται ανασκαφικά κάποια καταστροφή, εγκατάλειψη ή άλλου είδους διακοπή στην κατοίκηση. Από τους υπομυκηναϊκούς χρόνους και σε όλη τη διάρκεια της Γεωμετρικής περιόδου, η δραστηριοποίηση στο Καστράκι και γύρω από αυτό είναι συνεχής. Τους χρόνους αυτούς η οικονομία του οικισμού φαίνεται πως βασιζόταν κυρίως σε ό,τι πρόσφεραν η γη και η θάλασσα. Στην κορυφή της Μπαρμπούνας ανασκάφηκε μικρό ναϊκό οικοδόμημα που ήταν σε χρήση από το τέλος του 8ου έως τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Ερευνητές ταύτισαν το Ιερό με εκείνο του Απόλλωνος Πυθαίου, που αναφέρεται μερικούς αιώνες αργότερα από τον Παυσανία. Σήμερα, την κορυφή του λόφου καταλαμβάνει η τσιμεντένια βάση ενός αντιαεροπορικού πολυβόλου και οχυρωματικά έργα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στο τέλος της Γεωμετρικής περιόδου, γύρω στο 700 π.Χ., καταγράφεται η εγκατάλειψη της θέσης από τους κατοίκους της, ύστερα από πολιορκία των Αργείων. Σύμφωνα με τον Παυσανία, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους, όταν δέχτηκαν επίθεση από το Άργος ως αντίποινα για τη βοήθεια που είχαν προσφέρει στους Λακεδαιμόνιους σε εκστρατεία των τελευταίων στην αργολική επικράτεια. Επιβιβάστηκαν, λοιπόν, σε πλοιάρια και σύμφωνα με την παράδοση μετεγκαταστάθηκαν στην περιοχή της σημερινής Κορώνης, στον Μεσσηνιακό κόλπο, όπου ίδρυσαν νέα πόλη με το ίδιο όνομα. Η σύγχρονη έρευνα απέδειξε πως η περιοχή δεν ερημώθηκε πλήρως για τους επόμενους τέσσερις αιώνες, όπως πίστευαν οι πρώτοι ανασκαφείς. Μικρά λατρευτικά σύνολα από την ακρόπολη, ταφές των αρχών του 5ου αι. π.Χ. και αποσπασματικά ίχνη εγκατάστασης των κλασικών χρόνων στα ανατολικά του λόφου επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός ολιγάριθμου πληθυσμού στην περιοχή κατά τους αιώνες που ακολούθησαν την καταγεγραμμένη «εγκατάλειψή» της.

Η ζωή στην Ασίνη οργανώνεται με επίκεντρο το Καστράκι για ακόμα μία φορά γύρω στο 300 π.Χ. Τότε κτίζονται τα τείχη που περιβάλλουν μέχρι σήμερα το λόφο. Οικίες, εργαστηριακές εγκαταστάσεις, λατρευτικά σύνολα και τάφοι χρονολογούνται την ίδια περίοδο.

Όταν ο Στράβων επισκέπτεται την Ασίνη, στις αρχές του 1ου αι. μ.Χ., αντικρίζει ένα μικρό χωριό, ενώ έναν αιώνα αργότερα, στα μέσα του 2ου αι. μ.Χ., ο Παυσανίας στη θέση της παλιάς πόλης βλέπει μόνο ερείπια. Τον 4ο και στις αρχές του 5ου αι. μ.Χ., η Κάτω Πόλη κατοικείται ξανά. Νέα σπίτια κτίζονται πάνω στα ελληνιστικά συγκροτήματα κατοικιών, ορισμένα δε χρησιμοποιούν τμήματα των παλιότερων κτηρίων. Σε αυτή την περίοδο χρονολογούνται δύο μικρά λουτρά: το πρώτο, κατεστραμμένο σήμερα, βρισκόταν εξωτερικά των τειχών στα ανατολικά, και το δεύτερο διατηρείται ακόμα στο ανατολικό τμήμα της Κάτω Πόλης.

Από τότε και έως την καταγεγραμμένη παρουσία των Ενετών στην περιοχή του Τολού, κατά την περίοδο της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1715), οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την Ασίνη παραμένουν λιγοστές, καθιστώντας ελλιπή κάθε προσπάθεια καταγραφής του στίγματός της στα χρόνια του Βυζαντίου. Η διαμόρφωση της κεντρικής πύλης της πόλης των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων με πλακόστρωτη πρόσβαση ίσως είναι δόκιμο να τοποθετηθεί στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους ενώ μικρής έκτασης επισκευές και μετατροπές σε μέρος των τειχών, κυρίως στα βορειοδυτικά, θα μπορούσαν να έχουν πραγματοποιηθεί τη Βυζαντινή περίοδο.

Κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κατοχής, η Ασίνη θα καταληφθεί από το 433ο Μηχανοκίνητο Τάγμα της Μεραρχίας Πεζικού Piemonte. Η στρατηγική της θέση και ο φόβος μιας πιθανής απόβασης των Συμμάχων στις γειτονικές παραλίες του Τολού και της Πλάκας Δρεπάνου, θα οδηγήσουν στη μετατροπή του λόφου σε ένα σύγχρονο οχυρό, με παρατηρητήρια, πολυβολεία, αποθήκες υλικού, καταφύγια, τάφρους και βοηθητικά κτίσματα. Η κατασκευή τους θα καταστρέψει σε μεγάλο βαθμό τα αρχαία κατάλοιπα, τα οποία επιπλέον προσέφεραν έτοιμο οικοδομικό υλικό. Μετά τη λήξη του πολέμου, θα διαπιστωθεί το μέγεθος της καταστροφής που, σύμφωνα με το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης, ήταν «τελεία, ριζική και ολοκληρωτική».

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, τα ούτως ή άλλως λιγοστά εναπομείναντα κατάλοιπα υπέφεραν περαιτέρω από τη διάβρωση, την ανεξέλεγκτη βλάστηση, την έκθεση στις περιβαλλοντικές συνθήκες και την απουσία οποιουδήποτε μέτρου προστασίας και συντήρησης, συνθήκες που κατέστησαν δυσχερή για κάθε σύγχρονο επισκέπτη την ανασύσταση της διαδρομής του αρχαίου οικισμού. Η παρούσα περιήγηση θα ακολουθήσει τα μονοπάτια του διαμορφωμένου κατά το έργο ΕΣΠΑ αρχαιολογικού χώρου, με σταθμούς τα σωζόμενα αρχαία κατάλοιπα και τις πρόσφατες παρεμβάσεις, προσφέροντας στον επισκέπτη τη δυνατότητα να κατανοήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη μακρά ιστορία του τόπου, από το απώτερο παρελθόν έως τις μέρες μας.

 

Πρόσβαση στην αρχαία Ασίνη

 

Η αρχαία Ασίνη απέχει περίπου 15 λεπτά από την πόλη του Ναυπλίου. Από το Ναύπλιο και μέσω της λεωφόρου Ασκληπιού κινούμαστε ανατολικά έως τον κόμβο της Αγίας Ελεούσας. Στον ίδιο κόμβο καταλήγει κανείς ερχόμενος είτε από την Αθήνα, αποφεύγοντας την είσοδο στην πόλη του Ναυπλίου, είτε από την Επίδαυρο. Στην Αγία Ελεούσα επιλέγουμε την έξοδο προς Τολό/Δρέπανο. Αφού περάσουμε το χωριό Λευκάκια στα αριστερά μας, συνεχίζουμε ευθεία με κατεύθυνση προς Τολό. Έχοντας διασχίσει το χωριό της σύγχρονης Ασίνης, στον επόμενο κυκλικό κόμβο θα ακολουθήσουμε την έξοδο προς Καστράκι/Αρχαία Ασίνη. Μετά από 1.300 μ., στα αριστερά μας, βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος.

 

Λόφος της Μπαρμπούνας

 

Λίγο πριν φτάσουμε στον οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο στα δεξιά μας, υψώνεται ο λόφος της Μπαρμπούνας. Στην κορυφή, στις νότιες και ανατολικές πλαγιές του έχουν εντοπιστεί οικιστικά, λατρευτικά και ταφικά κατάλοιπα, που χρονολογούνται από την 6η χιλιετία π.Χ. έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Από αυτά, ο σημερινός επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να επισκεφθεί τμήμα μόνο του μυκηναϊκού νεκροταφείου στην ανατολική πλαγιά, καθώς οι αποκαλυφθείσες αρχαιότητες είτε έχουν καταστραφεί στο παρελθόν είτε δεν είναι προσβάσιμες.

 

Μυκηναϊκό νεκροταφείο

 

Στα δεξιά του δρόμου προς Καστράκι, 650 περίπου μέτρα μετά τον κυκλικό κόμβο στην έξοδο του χωριού της Ασίνης, ένας μικρός τσιμεντοστρωμένος δρόμος οδηγεί προς την περιοχή των ανεσκαμμένων θαλαμοειδών τάφων του μυκηναϊκού νεκροταφείου της Μπαρμπούνας. Λίγο πριν το τέλος του, 60 σχεδόν μέτρα από τον κεντρικό δρόμο, ανοίγεται στα αριστερά του ένα στενό χωμάτινο μονοπάτι. Ύστερα από 180 μ. το μονοπάτι καταλήγει σε υπό απαλλοτρίωση αγρό, όπου πραγματοποιήθηκε η σουηδική ανασκαφή των θαλαμοειδών τάφων. Κατά τη διάρκεια της περιήγησης, οι επισκέπτες θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί λόγω του έντονα επικλινούς εδάφους και της αυτοφυούς βλάστησης.

 

Ταφικός πίθος. 1900-1700 π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

Οι αναφορές των πρώτων ανασκαφέων κάνουν λόγο για 50 εντοπισμένους θαλαμοειδείς τάφους στην ανατολική και βόρεια πλευρά του λόφου. Από αυτούς, οι μέχρι σήμερα ανεσκαμμένοι μόλις και ξεπερνούν τη δεκάδα. Το νεκροταφείο ήταν σε χρήση από την ΥΕ ΙΙΒ έως και την ύστερη ΥΕ ΙΙΙΓ περίοδο.

Από τους λαξευμένους στον μαλακό βράχο τάφους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τάφος I. Στο θάλαμο και στις πλευρικές κόγχες του είχαν ταφεί τουλάχιστον 6-7 νεκροί, οι οποίοι συνοδεύονταν από πλήθος αντικειμένων. Στο θάλαμο οδηγούσαν δύο επικλινείς δρόμοι, οι οποίοι λαξεύτηκαν σε διαφορετικές φάσεις χρήσης του τάφου. Ο βορειότερος από αυτούς φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε, ίσως λόγω επικινδυνότητας, και κατόπιν διανοίχθηκε ο νότιος δρόμος. Σε αυτή τη φάση, ο κεντρικός θάλαμος επεκτάθηκε προς την πλευρά που κατέληγε ο νέος δρόμος. Ο ακανόνιστα κυκλικός κεντρικός θάλαμος συμπληρωνόταν από δύο πλευρικές κόγχες.

Από τον τάφο προέρχονται 80 αγγεία, εκ των οποίων 41 διακοσμημένα, σφραγιδόλιθοι και χάντρες με πρώτη ύλη από την Ινδία, την Αίγυπτο, τον Λίβανο, τη Μαύρη Θάλασσα, χρυσά και χάλκινα δακτυλίδια και άλλα μικροαντικείμενα από γυαλί, φαγεντιανή, οστό και ελεφαντόδοντο. Ο τάφος έχει μακρά περίοδο χρήσης, η οποία καλύπτει όλη τη διάρκεια λειτουργίας του νεκροταφείου. Μικρό δείγμα των πλούσιων κτερισμάτων από τους θαλαμωτούς τάφους εκτίθενται σήμερα στον πρώτο όροφο του Αρχαιολογικού Μουσείου Ναυπλίου.

 

Περιήγηση στο χώρο

 

Κάτοψη της χερσονήσου Καστράκι. 1. Πύλη – 2. Εκδοτήριο-πωλητήριο – 3. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου – 4. Αίθουσα πολυμέσων – 5. Κάτω Πόλη – 6. Οικία G – 7. Δεξαμενή – 8. Σπήλαιο – 9. Οικία Β – 10. Λουτρό – 11. Πιεστήριο – 12. Έκθεση ανασκαφών – 13. Στοά – 14. Ανατολική πύλη – 15. Ανατολικός πύργος – 16. Οικόπεδο Καρμανιόλα – 17. Πύργος Πρίγκιπα – 18. Πιεστήριο – 19. Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους – 20. Πρωτοελλαδική οικία – 21. Ιταλικό πολυβολείο – 22. Πιεστήριο – 23. Τείχη

 

  1. Πύλη

 

1. Πύλη

Μετά τις εργασίες του πρόσφατου έργου ΕΣΠΑ, η αρχαία πύλη χρησιμοποιείται και πάλι, αποτελώντας τη βασική είσοδο προς τον αρχαιολογικό χώρο, ενώ η επικλινής πρόσβαση στη βορειοδυτική πλευρά των τειχών εξυπηρετεί τους επισκέπτες με κινητικές δυσκολίες.

Η κύρια πύλη προς την πόλη βρισκόταν στο σημείο που τα τείχη συναντούσαν τον φυσικό βράχο. Ένας τετράγωνος πύργος στα βόρεια πρόσφερε περαιτέρω προστασία. Μεγάλο τμήμα από το εσωτερικό του πύργου καταστράφηκε από τη λειτουργία μιας ασβεστοκαμίνου στα ενετικά χρόνια. Η πύλη διαμορφώθηκε κατά την Ελληνιστική περίοδο, όταν κατασκευάστηκαν τα τείχη που περιβάλλουν το λόφο. Ωστόσο, η τελική της μορφή είναι το αποτέλεσμα μετασκευών με υλικό σε δεύτερη χρήση κατά τους ρωμαϊκούς, βυζαντινούς και ενετικούς χρόνους. Κατά την τελευταία της φάση χαρακτηριζόταν από επικλινή πλακόστρωτη πρόσβαση που κατέληγε σε μονολιθικό κατώφλι, μήκους 2,15 μ. Η πύλη έφραζε με δίφυλλη ξύλινη θύρα, η οποία ασφάλιζε εσωτερικά με αμπάρες που στερεώνονταν στους πλάγιους τοίχους. Ο επισκέπτης περνούσε κατόπιν σε ένα εσωτερικό δωμάτιο και ίσως μέσω σκαλοπατιών έμπαινε στην τειχισμένη πόλη.

Η πύλη υπέστη σοβαρές φθορές κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, έχει ανασυσταθεί η πλακόστρωτη, επικλινής πρόσβαση ενώ μια μεταλλική κλίμακα, μετά το εσωτερικό δωμάτιο, καλύπτει την υψομετρική διαφορά προς τον αρχαιολογικό χώρο.

 

  1. Εκδοτήριο-πωλητήριο

 

Αμέσως μετά την πύλη, στα αριστερά βρίσκεται το εκδοτήριο εισιτηρίων και πωλητήριο του αρχαιολογικού χώρου. Το κτήριο στεγάζεται σε μονόχωρο πετρόκτιστο κτίσμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο ανακατασκευάστηκε στο πλαίσιο του έργου ΕΣΠΑ. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής λειτουργούσε ως μαγειρείο. Οι πρόσφατες εργασίες αποκάλυψαν τρεις κτιστές εστίες για την παρασκευή φαγητού στον τοίχο απέναντι από την είσοδο. Ο αύλειος χώρος μπροστά από το κτίσμα καλυπτόταν με λιθόστρωτο.

 

  1. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου

 

Το λευκό εκκλησάκι που βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Πρόκειται για έναν απλό μονόχωρο ναό, ο οποίος πιθανολογείται πως έχει κτιστεί στη θέση τρίκλιτης βασιλικής. Κατάλοιπα τοίχων, παράλληλων με τις μακριές πλευρές της εκκλησίας στα βόρεια και στα νότια, ίσως ανήκουν σε πρωιμότερη φάση του ναού. Οι πρόσφατες εργασίες αποκάλυψαν δύο ακτέριστες ταφές μεταξύ της εκκλησίας και του παράλληλου προς βορρά τοίχου. Κατά τη διάνοιξη αυλάκων για την τοποθέτηση δικτύων εξωτερικά αυτού ήρθε στο φως κεραμική από το 12ο έως το 14ο αι. και αποτμήματα επιχρισμάτων, τα οποία ίσως προέρχονται από την επένδυση των τοίχων του παλαιότερου ναού.

 

3. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου

 

Στις 15 Αυγούστου, πλήθος κόσμου από τις γύρω περιοχές γεμίζει τον προαύλιο χώρο. Η εκκλησία υπάγεται στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Ασίνης.

 

  1. Αίθουσα πολυμέσων

 

Ο αύλειος χώρος μπροστά από την εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου περιβαλλόταν στα νότια και στα δυτικά από μικρά δωμάτια και ημιυπαίθριους χώρους σε διάταξη Γ. Τα δωμάτια εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του Ιερού Ναού και της τοπικής Εφορείας Αρχαιοτήτων, παλιότερα ωστόσο προσφέρονταν για διαμονή και διανυκτέρευση των πιστών. Τα τελευταία χρόνια, η δυτική πτέρυγα είχε υποστεί σημαντικές ζημιές, ορισμένοι δε τοίχοι της είχαν καταρρεύσει.

 

4. Αίθουσα πολυμέσων

 

Στο πλαίσιο του πρόσφατου έργου διαμόρφωσης, τμήμα της δυτικής πτέρυγας ανακατασκευάστηκε για να στεγάσει την αίθουσα πολυμέσων του αρχαιολογικού χώρου, όπου αναπτύσσονται ψηφιακές εφαρμογές με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της αρχαίας Ασίνης. Στη θέση του βορειότερου δωματίου της πτέρυγας, το οποίο είχε καταρρεύσει στο παρελθόν, δημιουργήθηκε ένας ημιυπαίθριος χώρος ανοικτός προς την Κάτω Πόλη και τον κόλπο του Τολού. Σε αυτή την πλευρά, εποπτικό υλικό ενημερώνει τους επισκέπτες για την περιπλάνηση του Γιώργου Σεφέρη στην Ασίνη της δεκαετίας του 1930.

 

  1. Κάτω Πόλη

 

5. Κάτω Πόλη

Από τον ημιυπαίθριο χώρο ο επισκέπτης έχει μια γενική εικόνα της περιοχής που ονομάστηκε Κάτω Πόλη από τους Σουηδούς ανασκαφείς. Σήμερα, στη θέση των πυκνών, σε μεγάλο ύψος σωζόμενων λειψάνων διαφορετικών οικοδομικών φάσεων που είχαν αποκαλυφθεί τη δεκαετία του 1920, υπάρχει ένα μεγάλο ανοιχτό σκάμμα, όπου παραμένουν ορατά ελάχιστα μόνο αρχαία κατάλοιπα, συνέπεια της ιταλικής παρουσίας και της φθοροποιού δράσης του χρόνου. Με εξαίρεση το μικρό ρωμαϊκό λουτρό μπροστά από την αίθουσα πολυμέσων, οι υπόλοιπες αρχαιότητες είτε έχουν ολοκληρωτικά καταστραφεί είτε σώζονται σε επίπεδο χαμηλής θεμελίωσης, παρουσιάζοντας ένα αποσπασματικό σύνολο που ελάχιστα ανταποκρίνεται στη διαχρονικότητα της κατοίκησης στην Κάτω Πόλη.

Στο χώρο αυτό αναπτύχθηκε ο οικισμός των μεσοελλαδικών, μυκηναϊκών, ελληνιστικών, ρωμαϊκών και υστερορωμαϊκών χρόνων της Ασίνης. Ισχνότερα ίχνη πρωτοελλαδικής και γεωμετρικής δραστηριότητας είχαν επίσης αποκαλυφθεί. Ακολουθώντας το μονοπάτι περιμετρικά της Κάτω Πόλης, ο επισκέπτης έχει πια τη δυνατότητα να αναγνωρίσει μια πιλοτική αναπαράσταση της μυκηναϊκής «Οικίας G» στα βόρεια, το στόμιο μιας ελληνιστικής δεξαμενής ενσωματωμένης κάποτε σε σύγχρονή της οικία στα δυτικά και τα κατάλοιπα της μεσοελλαδικής «Οικίας B» και του υστερορωμαϊκού λουτρού στα ανατολικά.

 

Πήλινο γυναικείο ειδώλιο από την Κάτω Πόλη, 3ος αι. π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

  1. Οικία G

 

6. Οικία G

Στο βόρειο τμήμα της Κάτω Πόλης τη δεκαετία του 1920 ήρθε στο φως η μεγαλύτερη οικία του μυκηναϊκού οικισμού της Ασίνης, η λεγόμενη «Οικία G». Ο βασικός πυρήνας του σπιτιού αποτελείτο από μια υπόστυλη αίθουσα με δύο κεντρικούς κίονες και προθάλαμο, στοιχεία που κατατάσσουν το κτήριο στις μεγαροειδούς τύπου οικίες. Η τελική μορφή της διαμορφώθηκε με την προσθήκη δωματίων γύρω από τον κεντρικό χώρο της υπόστυλης αίθουσας, σχηματίζοντας ένα συγκρότημα δωματίων με εντατική χρήση στη Μέση και Ύστερη ΥΕ ΙΙΙΓ περίοδο. Το συγκρότημα μάλιστα που εκτεινόταν στα ανατολικά της «Οικίας G», η λεγόμενη «Οικία Η», θεωρείται πλέον, και κατόπιν της σύγχρονης επεξεργασίας των σχεδίων και των ημερολογίων των παλιών ανασκαφών, ως επέκτασή της, με συνεχή χρήση έως και τους γεωμετρικούς χρόνους.

Τα ευρήματα από την «Οικία G» υποδηλώνουν πως στο εσωτερικό της στεγάζονταν πολλαπλές δραστηριότητες. Σε συνάρτηση με κτιστό θρανίο στη βορειοανατολική γωνία της υπόστυλης αίθουσας, βρέθηκε αριθμός αντικειμένων με λατρευτική πιθανότατα χρήση. Μεταξύ αυτών ένας κέρνος, ένας λίθινος πέλεκυς, ειδώλια και η περίφημη πήλινη κεφαλή του «Άρχοντα της Ασίνης». Η εστία που βρισκόταν στην απέναντι γωνία του δωματίου θα χρησίμευε για λατρευτικές πρακτικές αλλά και για οικιακή χρήση, όπως εξάλλου και τα πολλά μαγειρικά αγγεία. Κάποια από τα δωμάτια ήταν αποθήκες. Η εύρεση τέλος ενός καλουπιού για την κατασκευή περονών στο ίδιο περιβάλλον υποδηλώνει την άσκηση και παραγωγικών δραστηριοτήτων.

 

«Ο άρχοντας της Ασίνης». Μυκηναϊκοί χρόνοι. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

  1. Δεξαμενή

 

7. Δεξαμενή

Λίγο πριν ολοκληρωθεί η περιήγηση γύρω από το μεγάλο σκάμμα της Κάτω Πόλης, στα νοτιοανατολικά, ξεκινά μια ξύλινη κλίμακα με κατεύθυνση προς τα ριζά του βράχου της ακρόπολης. Στα αριστερά της, ένας λαξευμένος στον μαλακό βράχο διάδρομος καταλήγει σε μια τρίχωρη, υπόγεια δεξαμενή. Ο διάδρομος ανοίχτηκε κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής, όταν η δεξαμενή χρησιμοποιήθηκε ως χώρος αποθήκευσης στρατιωτικού υλικού, προκειμένου να συνδεθεί με το γειτονικό χαράκωμα. Τότε καταστράφηκε και το δυτικό τοίχωμα της δεξαμενής, ώστε να δημιουργηθεί η πρόσβαση στο χώρο αποθήκευσης.

Η δεξαμενή έχει συνολικό μήκος 9,40 μ. και μέγιστο πλάτος 1,70 μ. Αποτελείται από τρεις θαλάμους, εκ των οποίων ο κεντρικός είναι μεγαλύτερος, με βάθος 5 μ. Στην οροφή διέθετε στόμιο. Το δάπεδό της ήταν βοτσαλωτό, με κατωφερή κλίση προς μια λεκάνη καθίζησης για τη συγκέντρωση των χωμάτων. Στον κεντρικό θάλαμο προστέθηκαν δύο μικρότεροι, πλευρικοί θάλαμοι, οι οποίοι αύξησαν τη χωρητικότητά της στα 23 κυβ.μ. Επάλληλα στρώματα υδραυλικού κονιάματος στην επιφάνεια των τοίχων εξασφάλιζαν τη στεγανοποίηση της δεξαμενής. Στην επιφάνεια, δίπλα στο στόμιο, είχε κτιστεί μια ορθογώνια λεκάνη.

 

  1. Σπήλαιο

 

Συνεχίζοντας την ανηφορική, ξύλινη κλίμακα και προσπερνώντας μια βάση πολυβόλου στα δεξιά, καταλήγουμε στην είσοδο ενός τεχνητού σπηλαίου, στα ριζά του βράχου της ακρόπολης. Το σπήλαιο διανοίχτηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από τα ιταλικά στρατεύματα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως καταφύγιο και χώρος αποθήκευσης υλικού. Στο εσωτερικό του αναπτύσσεται μια μικρή έκθεση για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Αργολίδα με πληροφοριακό, εποπτικό υλικό και μικροαντικείμενα της εποχής.

 

8. Σπήλαιο

 

  1. Οικία Β

 

9. Οικία Β

Επιστρέφουμε στο κεντρικό μονοπάτι και στη νοτιοανατολική πλευρά της Κάτω Πόλης. Εδώ διατηρείται σε επίπεδο χαμηλού θεμελίου ένα κτήριο που αντιπροσωπεύει μία από τις σημαντικότερες περιόδους της αρχαίας Ασίνης. Πρόκειται για την «Οικία Β», η οποία χρονολογείται στην τελευταία φάση των μεσοελλαδικών χρόνων. Την εποχή της ανακάλυψής της οι τοίχοι της διατηρούνταν σε ύψος μεγαλύτερο του ενός μέτρου.

Η οικία έχει ακανόνιστο, μάλλον τραπεζιόσχημο σχήμα και 13 μακρόστενα δωμάτια. Τα θεμέλιά της ήταν ισχυρά, κτισμένα από λίθους, ενώ η ανωδομή της από ωμή πλίνθο. Το μικρό πλάτος των δωματίων επέτρεπε την κάλυψη του κτηρίου με επίπεδη στέγη. Πιθανότατα διατηρούσε και δεύτερο όροφο. Φαίνεται μάλιστα πως κατοικούνταν από περισσότερες της μίας οικογένειες, καθώς υπάρχουν πολλαπλές είσοδοι και αρκετές θέσεις εντός του ίδιου συγκροτήματος για προετοιμασία φαγητού και αποθήκευση, ώστε κάθε οικογένεια να διατηρεί ένα στοιχειώδες επίπεδο αυτονομίας.

Η οικία ήταν τμήμα μιας μικρής, παράκτιας κοινότητας που αριθμούσε 380-500 κατοίκους. Αναπτύχθηκε αρχικά στην περιοχή της Κάτω Πόλης και αργότερα επεκτάθηκε προς τους πρόποδες του λόφου της Μπαρμπούνας, λόγω της αύξησης του πληθυσμού. Τα σπίτια ήταν ανεξάρτητα και χωρίζονταν μεταξύ τους με στενούς διαδρόμους και αυλές.

 

  1. Λουτρό

 

Η άμεση γειτνίαση του μικρού λουτρού με τη μεσοελλαδική «Οικία Β», από την οποία το χωρίζουν σχεδόν 2.000 χρόνια, είναι μια μικρή μόνο ένδειξη της διαχρονικότητας της κατοίκησης στην Κάτω Πόλη της Ασίνης, όπως τη διαπίστωναν καθημερινά οι πρώτοι ανασκαφείς. Το λουτρό κτίστηκε στο τέλος του 4ου-αρχές 5ου αι. μ.Χ., την ίδια εποχή με τρία ακόμα σπίτια της Κάτω Πόλης ίδιου προσανατολισμού, που δεν διατηρούνται πια. Αποτελείται από τέσσερις κύριες αίθουσες, παρατεταγμένες στον άξονα Βορρά-Νότου. Για τους θερμότερους χώρους επιλέχθηκαν οι αίθουσες στα νότια, καθώς με αυτόν τον τρόπο επιτυγχανόταν καλύτερη εκμετάλλευση της ηλιοφάνειας, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες. Το συγκρότημα διέθετε μια ορθογώνια αίθουσα στα βόρεια, η οποία έχει ερμηνευθεί ως αποδυτήριο. Ακολουθούσε η αίθουσα για το ψυχρό λουτρό με δύο ατομικούς λουτήρες στα ανατολικά (frigidarium). Με τη μικρή αίθουσα του χλιαρού λουτρού στη συνέχεια (tepidarium), η μετάβαση προς τις αίθουσες με το θερμό λουτρό γινόταν πιο ομαλά. Ο επισκέψιμος χώρος του συγκροτήματος ολοκληρωνόταν με το θερμό λουτρό (caldarium), στο οποίο είχαν προστεθεί επίσης δύο ατομικοί λουτήρες. Αργότερα φαίνεται πως συμπληρώθηκε ένα ακόμα δωμάτιο στα δυτικά της αίθουσας με το χλιαρό λουτρό, το οποίο έχει ερμηνευθεί ως αίθουσα ξηράς αφίδρωσης (laconicum).

 

10. Λουτρό

 

Για τη θέρμανση του δωματίου του θερμού λουτρού χρησιμοποιούνταν το σύνηθες στα ρωμαϊκά χρόνια σύστημα διοχέτευσης θερμού αέρα στο υπόγειο και στους τοίχους της αίθουσας. Η φωτιά άναβε εξωτερικά, στα νότια του συγκροτήματος. Ο θερμός αέρας κυκλοφορούσε στο υπόγειο μεταξύ χαμηλών πεσσίσκων που στήριζαν το δάπεδο (υπόκαυστο) και πίσω από τους τοίχους, μέσω αεραγωγών και του κενού που δημιουργούσαν οι πήλινες πλάκες με αποφύσεις, οι οποίες ήταν τοποθετημένες σε απόσταση από το κυρίως σώμα του τοίχου.

Οι μικρές διαστάσεις του λουτρού δεν επέτρεπαν την ταυτόχρονη χρήση του σε περισσότερους από πέντε λουόμενους.

 

  1. Πιεστήριο

 

Μετά την ολοκλήρωση της περιήγησης στην Κάτω Πόλη, μπορούμε πια να ανηφορίσουμε προς τη βραχώδη κορυφή του λόφου, την ακρόπολη. Μπροστά μας προβάλλει η μνημειώδης πετρόκτιστη κλίμακα, η οποία κατασκευάστηκε από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στο λόφο. Η κλίμακα, καθώς παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα ασφάλειας, ανακατασκευάστηκε στο πλαίσιο του έργου ΕΣΠΑ, ακολουθώντας κατά το δυνατόν τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά της ιταλικής κατασκευής.

Κατά τις εργασίες ανακατασκευής της κλίμακας και σύνδεσής της με τις διαδρομές της Κάτω Πόλης, αποκαλύφθηκε τμήμα πιεστηρίου ελληνιστικών χρόνων. Η έρευνα περιορίστηκε στην περιοχή διέλευσης του διαδρόμου κίνησης των επισκεπτών. Στο σημείο αυτό αποφασίστηκε η τοποθέτηση μεταλλικής πεζογέφυρας, προκειμένου να είναι ορατή η εργαστηριακή εγκατάσταση.

 

11. Πιεστήριο

 

Το νέο πιεστήριο ήρθε να προστεθεί σε αυτά που είχαν εντοπιστεί και ανασκαφεί κατά τις έρευνες του προηγούμενου αιώνα στην Κάτω Πόλη και στην ακρόπολη, επιβεβαιώνοντας την ενασχόληση των κατοίκων της ελληνιστικής Ασίνης με αγροτικές δραστηριότητες. Από το κτήριο ερευνήθηκε το νοτιοανατολικό τμήμα του δωματίου όπου γινόταν η συμπίεση του καρπού. Διατηρείται η ελαφρώς υπερυψωμένη ημικυκλικής κάτοψης βάση πίεσης στα ανατολικά και η κυκλική δεξαμενή στα δυτικά. Σε αυτήν κατέληγε το παραγόμενο υγρό, μέσω του επικλινούς, καλυμμένου με κονίαμα, δαπέδου. Η χρήση κονιάματος στο δάπεδο και η απουσία αυλάκων διοχέτευσης του υγρού προς τη δεξαμενή οδηγούν στην υπόθεση πως το πιεστήριο πιθανότατα προοριζόταν για την παραγωγή κρασιού. Σε χαμηλότερο επίπεδο στα βόρεια βρέθηκε η λίθινη βάση, όπου στερεωνόταν ο ξύλινος μηχανισμός συμπίεσης. Όλη η έκταση του δωματίου καλυπτόταν από πήλινες κεραμίδες από την κατάρρευση της στέγης. Το δωμάτιο εκτεινόταν περαιτέρω στα δυτικά και βόρεια. Ο τοίχος που δίνει την εντύπωση πως ορίζει το χώρο στα δυτικά είναι μεταγενέστερος, καθώς θεμελιώνεται πάνω από το στρώμα των κεραμίδων, στοιχείο που μπορεί να διακρίνει ο επισκέπτης κοιτάζοντάς τον από τα ανατολικά.

 

  1. Έκθεση ανασκαφών

 

12. Έκθεση ανασκαφών

Αφού ανέβουμε τη μνημειώδη πετρόκτιστη κλίμακα, ακολουθούμε την προτεινόμενη διαδρομή προς τα αριστερά (βόρεια), προκειμένου να ξεκινήσει η περιήγησή μας γύρω από το λόφο. Μετά τη μεταλλική γέφυρα, προβάλλει μπροστά μας ένα μικρό μονόχωρο ιταλικό κτήριο, το οποίο έχει μετατραπεί σε εκθεσιακό χώρο. Τμήμα των ενετικών τειχών της ακρόπολης αποτελεί τον πίσω τοίχο του κτηρίου. Οι Ιταλοί μιμήθηκαν την οδοντωτή απόληξη των ενετικών τειχών κατά την προσθήκη καθ’ ύψος του νέου τοίχου, ώστε να μην είναι ορατή η νέα κατασκευή από τα βόρεια.

Στο εσωτερικό του κτηρίου αναπτύσσεται μικρή έκθεση με πλούσιο εποπτικό υλικό και τίτλο «Ανασκάπτοντας την αρχαία Ασίνη», η οποία περιγράφει την ανασκαφική διαδικασία μέσα από το παράδειγμα της σουηδικής αποστολής στην Ασίνη. Ανασκαφικά εργαλεία και αντικείμενα από την περίοδο των ανασκαφών της δεκαετίας του 1920 συμπληρώνουν την έκθεση. Στην επιφάνεια του πίσω τοίχου του κτίσματος έχουν διατηρηθεί τα συνθήματα που είχαν γραφτεί από παλιότερους επισκέπτες της Ασίνης. Εξωτερικά του κτηρίου, απέναντι από την είσοδο, υπάρχει ένα από τα κόσκινα που είχαν χρησιμοποιήσει οι Σουηδοί ανασκαφείς.

 

  1. Στοά

 

Βγαίνοντας από τον μικρό εκθεσιακό χώρο, συνεχίζουμε προς τα δεξιά, ακολουθώντας το μονοπάτι που περιτρέχει την ακρόπολη. Στα αριστερά μας βρίσκεται πάντα η εσωτερική πλευρά των τειχών. Η διαδρομή μάς οδηγεί στην ανατολική πλαγιά του λόφου, περνώντας αρχικά μέσα από το εσωτερικό ενός επιμήκους κτηρίου, το οποίο έχει ερμηνευθεί ως στοά. Το κτήριο, όταν αποκαλύφθηκε από τους Σουηδούς, ήταν ήδη σε αποσπασματική κατάσταση, καθώς η βορειοανατολική πλευρά του είχε καταστραφεί κατά την κατασκευή του ενετικού τείχους. Φθορές είχαν πιθανότατα προκληθεί και στο εσωτερικό του οικοδομήματος από ατεκμηρίωτες ανασκαφικές εργασίες, που φαίνεται πως είχαν πραγματοποιηθεί στις αρχές του 20ού αι.

Το κτήριο είχε μήκος μεγαλύτερο των 23 μ., στον άξονα Β-Ν, και πλάτος 9 μ. Αποτελούνταν από τετράγωνο προθάλαμο στα νότια και κυρίως αίθουσα με δύο σειρές τεσσάρων κιόνων στον άξονα. Τα δύο δωμάτια επικοινωνούσαν με θύρα πλάτους 2,5 μ. Χαρακτηρίζεται από τους ανασκαφείς ως στοά, πιθανόν ρωμαϊκών χρόνων, ανοικτή στα ανατολικά. Σήμερα, διατηρούνται μόνο ελάχιστα ίχνη του δυτικού τοίχου και οι απαραίτητες για την κατασκευή του κτηρίου λαξεύσεις στον φυσικό βράχο.

 

Πήλινη πυξίδα γεωμετρικών χρόνων. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

  1. Ανατολική πύλη

 

Καθώς συνεχίζουμε την πορεία μας προς τα νότια, προς την πλευρά της θάλασσας, είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε τις διαφορές στον τρόπο κατασκευής του τείχους της ακρόπολης που υψώνεται στα αριστερά μας. Στο τμήμα αυτό είναι σαφής η ενετική προσθήκη, με χαρακτηριστικά δομικά στοιχεία τις μικρές πέτρες, τα εμβόλιμα θραύσματα πήλινων κεραμίδων και το συνδετικό κονίαμα.

Το σημείο της διαδρομής που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο συμπίπτει με την περιοχή της εισόδου στην ακρόπολη. Πλησιάζοντας προσεκτικά στα τείχη, θα παρατηρήσουμε πως εδώ καταλήγει λίθινη κλίμακα, πλάτους 3,5 μ., η οποία βαίνει παράλληλα με την εξωτερική πλευρά των τειχών. Από αυτή διατηρούνται 15 σκαλοπάτια. Η κλίμακα στηρίζεται σε όμορφα κτισμένο πολυγωνικό τοίχο, τον οποίο θα έχουμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε κατά την περιήγησή μας εξωτερικά των τειχών.

Στις πρώτες ανασκαφικές έρευνες διαπιστώθηκε ότι η κλίμακα οδηγούσε σε κατώφλι μήκους 2 μ. και πλάτους 50 εκ. Στη μία άκρη του υπήρχε υποδοχή για τη στερέωση του άξονα της ξύλινης πόρτας. Το τμήμα αυτό του τείχους συμπληρώθηκε καθ’ ύψος κατά την ιταλική κατοχή με την τοποθέτηση λίθων εν ξηρώ.

 

  1. Ανατολικός πύργος

 

15. Ανατολικός πύργος

Κατά την αρχαιότητα η προστασία της πρόσβασης προς την ακρόπολη ενισχυόταν από δύο τετράπλευρους πύργους εκατέρωθεν, στα βόρεια και στα νότια. Ο νότιος πύργος, σωζόμενου ύψους 9,5 μ., είναι μέχρι σήμερα το πιο εμβληματικό μνημείο της Ασίνης. Αφού ανέβουμε μερικά ξύλινα σκαλοπάτια μετά την είσοδο της ακρόπολης, βρισκόμαστε στην επάνω πλευρά του. Στα δεξιά μας προσπεράσαμε το στόμιο μιας από τις πολλές δεξαμενές της πόλης.

Ο πύργος στεφόταν με χαμηλό παραπέτο, ελάχιστα μέλη του οποίου βρίσκονται πια στη θέση τους. Το δάπεδό του καλυπτόταν από μεγάλες, επίπεδες πλάκες ασβεστολίθου. Η στιβαρότητα, το ύψος, χαρακτηριστικά και λεπτομέρειες της κατασκευής του είναι ορατά από την εξωτερική πλευρά των τειχών. Θα επανέλθουμε σε αυτά κατά την περιήγηση περιμετρικά της ακρόπολης.

 

  1. Οικόπεδο Καρμανιόλα

 

16. Οικόπεδο Καρμανιόλα

Η εγκατάσταση κάμπινγκ που λειτουργεί στα ανατολικά της ακρόπολης, μπροστά από τον πύργο, καλύπτει την ιδιοκτησία Καρμανιόλα, όπου τη δεκαετία του 1970 διενεργήθηκε ανασκαφική έρευνα. Στη θέση αυτή αποκαλύφθηκε τμήμα ενός σημαντικού νεκροταφείου των μεσοελλαδικών χρόνων, το οποίο αποτελείτο από έναν λίθινο κυκλικό τύμβο με ταφές σε κιβωτιόσχημους τάφους και πίθους. Το εύρημα μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως στην Ασίνη του τέλους της Μεσοελλαδικής περιόδου υπήρχε μια ομάδα κατοίκων, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να ανεγείρουν ταφικά μνημεία αυτού του μεγέθους, διαφοροποιούμενοι με αυτή τους την επιλογή από τα μέλη της υπόλοιπης κοινότητας.

Τα αποτελέσματα της ανασκαφής στο οικόπεδο Καρμανιόλα είναι σημαντικά για δύο ακόμα λόγους: Στην περιοχή ήρθαν στο φως σπίτια του τέλους της Μυκηναϊκής περιόδου, τα οποία συνέχισαν να κατοικούνται και από τις επόμενες γενιές χωρίς κάποια ξαφνική διακοπή από βίαιο συμβάν ή εγκατάλειψη, όπως συμβαίνει μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων σε άλλες θέσεις. Ταυτόχρονα, στα ανώτερα στρώματα της ανασκαφής βρέθηκαν λίγα ίχνη οικιστικής εγκατάστασης της περιόδου 500-225 π.Χ. και αριθμός κιβωτιόσχημων τάφων του α’ μισού του 5ου αι. π.Χ., ανατρέποντας τα μέχρι τότε δεδομένα της έρευνας, σύμφωνα με τα οποία η Ασίνη μετά την επίθεση του Άργους το 700 π.Χ. είχε εγκαταλειφθεί.

Οι αρχαιότητες διατηρήθηκαν σε κατάχωση.

 

  1. Πύργος Πρίγκιπα

 

17. Πύργος Πρίγκιπα

Συνεχίζουμε την ανάβαση προς την ακρόπολη, ακολουθώντας το κατασκευασμένο από ξύλινα στοιχεία μονοπάτι. Στα αριστερά και έως τη χερσόνησο «Νησί» στην απέναντι πλευρά, απλώνεται η παραλία της Πλάκας Δρεπάνου. Την 6η χιλιετία π.Χ., η ακτογραμμή εκτεινόταν σχεδόν 700 μ. βορειότερα, σύμφωνα με τον Zangger.

Από αυτό το σημείο και έως τον «Πύργο του Πρίγκιπα», το μονοπάτι διαμορφώθηκε μέσα στο παλιό ιταλικό χαράκωμα. Στα αριστερά, 70 μ. περίπου μετά το χώρο στάσης και θέασης, προβάλλει ένας τετράγωνος πύργος του ελληνιστικού τείχους, που σώζεται σε ύψος 4 δόμων.

Ο πύργος είναι κτισμένος κατά το πολυγωνικό σύστημα τοιχοποιίας από ντόπιο, γκρίζο ασβεστόλιθο. Σε αντίθεση με την ανατολική, εύκολα προσβάσιμη πλευρά της ακρόπολης, η βραχώδης και απόκρημνη νότια πλαγιά του λόφου δεν απαιτούσε στιβαρές κατασκευές. Εδώ, τα τείχη έχουν χαμηλό ύψος και μικρούς πύργους για την ενίσχυσή τους. Ο πύργος που βρίσκεται μπροστά μας ονομάστηκε από τους Σουηδούς «ο Πύργος του Πρίγκιπα» καθώς στην ανασκαφή του είχε λάβει μέρος ο πρίγκιπας Γουστάβος. Στη βόρεια πλευρά του, το στόμιο μιας ακόμα δεξαμενής καλύπτεται με γυάλινο στέγαστρο.

 

  1. Πιεστήριο

 

Φτάνουμε στο πιο ψηλό σημείο της διαμορφωμένης διαδρομής, όπου συναντάμε τα κατάλοιπα ενός ορθογωνίου δωματίου διαστάσεων 3,5×5,5 μ. Για την κατασκευή του έχει επιπεδοποιηθεί ο φυσικός βράχος, ο οποίος αποτέλεσε τμήμα του δαπέδου και των τοίχων του. Όπου ήταν απαραίτητο, το δάπεδο συμπληρώθηκε με επίπεδους λίθους και επιστρώθηκε με κονίαμα. Στο κέντρο σχεδόν του δωματίου έχει αφεθεί υπερυψωμένη κυκλικής κάτοψης επιφάνεια με ορθογώνια εγκοπή. Το δάπεδο του δωματίου έχει κλίση προς δύο δεξαμενές, βάθους 67 εκ. και 50 εκ., οι οποίες διανοίχτηκαν στον φυσικό βράχο, η πρώτη κοντά στον ανατολικό τοίχο και η δεύτερη στη νοτιοανατολική γωνία του δωματίου. Τα τοιχώματά τους συμπληρώθηκαν με μικρά τεμάχια κεραμίδων και κονίαμα. Στον πυθμένα τους βρέθηκαν θραύσματα μεγάλων, άβαφων αγγείων.

 

18. Πιεστήριο

 

Το δωμάτιο χρονολογείται στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Λειτουργούσε ως πιεστήριο για την επεξεργασία αγροτικών προϊόντων. Στη βάση που βρίσκεται στο κέντρο του δωματίου προσαρμοζόταν πιθανότατα ο ξύλινος εξοπλισμός για το σύστημα συμπίεσης του καρπού. Το παραγόμενο υγρό θα κατέληγε, κυλώντας πάνω στο κατωφερές δάπεδο, στις δύο δεξαμενές.

 

  1. Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους

 

19. Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους

Κατεβαίνοντας τα λίγα σκαλοπάτια που συναντάμε στα δυτικά του πιεστηρίου, φτάνουμε σε μια μεγάλη για τα δεδομένα της ακρόπολης της Ασίνης επίπεδη έκταση, η οποία αποκαλείται «Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους». Η ονομασία προέρχεται από το όμορφα κατασκευασμένο τείχος των ελληνιστικών χρόνων, που κτίστηκε μεταξύ δύο βράχων, προκειμένου να συγκρατηθεί η επίχωση και να διαμορφωθεί το τεχνητό αυτό πλάτωμα. Στην πλευρά αυτή έχει τοποθετηθεί ψηλό μεταλλικό κιγκλίδωμα για την προστασία των επισκεπτών. Το ελληνιστικό τείχος είναι ορατό μόνο από το δρόμο που οδηγεί από το Καστράκι στο Τολό. Πιθανότατα αντικατέστησε προηγούμενη αναλημματική κατασκευή, καθώς στο πλάτωμα αποκαλύφθηκαν κατάλοιπα της Πρωτοελλαδικής και της Μεσοελλαδικής περιόδου.

 

  1. Πρωτοελλαδική οικία

 

Σήμερα, στη νοτιανατολική πλευρά του πλατώματος διατηρείται το περίγραμμα ενός μικρού δωματίου, το οποίο ανήκε σε μεγαλύτερων διαστάσεων πρωτοελλαδική οικία. Στο δάπεδο της οικίας είχαν κατόπιν ανοιχθεί δύο κιβωτιόσχημοι τάφοι των μεσοελλαδικών χρόνων.

 

20. Πρωτοελλαδική οικία

 

  1. Ιταλικό πολυβολείο

 

Στη νότια πλευρά του πλατώματος, την περίοδο της ιταλικής κατοχής, κτίστηκε ένα ακόμα παρατηρητήριο-πολυβολείο. Το κτίσμα, ενσωματωμένο στο βραχώδες περιβάλλον, παρείχε πλήρη κατόπτευση του Αργολικού κόλπου. Διακοσμημένο με βοτσαλωτό δάπεδο, διατηρεί μέχρι σήμερα ίχνη από τις εγχάρακτες ιταλικές επιγραφές.

 

21. Ιταλικό πολυβολείο

 

Στα δεξιά αναγραφόταν το όνομα του τάγματος που στρατοπέδευσε στην Ασίνη και στα αριστερά η ημερομηνία που κτίστηκε το πολυβολείο, 9 Μαρτίου 1942. Χαρακτηριστική είναι η παράλληλη αναγραφή της χρονολογίας κατασκευής και με το φασιστικό σύστημα μέτρησης του χρόνου. Σύμφωνα με αυτό, το 1942 είναι το έτος ΧΧ (20), με αφετηρία τη χρονιά που ο Μουσολίνι πραγματοποίησε την πορεία του προς τη Ρώμη. Στο πολυβολείο κατέληγαν χαρακώματα, τα οποία περιέτρεχαν το λόφο και συνέδεαν τις διάφορες στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

 

  1. Πιεστήριο

 

22. Πιεστήριο

Πριν ξεκινήσει η κατάβαση από τη δυτική πλευρά της ακρόπολης, θα παρακάμψουμε τη βασική διαδρομή, προκειμένου να επισκεφθούμε ένα ακόμα πιεστήριο ελληνιστικών χρόνων. Αμέσως μετά τη στάση θέασης και ανάπαυσης με το ημικυκλικό παγκάκι, θα ακολουθήσουμε το χωμάτινο, αρχικά ανηφορικό μονοπάτι προς τα νοτιοανατολικά. Έπειτα από περίπου 70 μ. θα φτάσουμε στο πιεστήριο.

Όταν ανακαλύφθηκε αποτελούνταν από συνεχόμενους χώρους που εκτείνονταν σε διαφορετικά επίπεδα στην πλαγιά του λόφου, σε μήκος μεγαλύτερο των 13 μ.

Στο ανώτερο επίπεδο διακρίνεται σήμερα ο χώρος, όπου γινόταν η διαδικασία της συμπίεσης. Η διάταξη των σταθερών εγκαταστάσεων μοιάζει αρκετά με εκείνη του πιεστηρίου που συναντήσαμε πριν από την κλίμακα ανόδου προς την ακρόπολη, ως προς τη διάταξη τριών βασικών στοιχείων: της επιφάνειας πίεσης, της δεξαμενής και του μέλους με τις δύο ορθογώνιες υποδοχές, όπου θα στερεωνόταν ο εξοπλισμός συμπίεσης. Το δάπεδο του χώρου σχηματιζόταν από μικρά τεμάχια κεραμίδων, συνδεδεμένα και καλυμμένα με κονίαμα. Η κλίση του δαπέδου οδηγούσε το υγρό προς τη μικρή, τετράπλευρη δεξαμενή, βάθους 55 εκ., μέσω δύο οπών που είχαν ανοιχθεί στο υπερυψωμένο χείλος της. Το μέλος με τις υποδοχές για τη στερέωση του εξοπλισμού συμπίεσης βρίσκεται στην ίδια ευθεία με την επιφάνεια πίεσης, 20 εκ. χαμηλότερα από το δάπεδο του δωματίου. Η είσοδος στο συγκρότημα γινόταν από τα νότια, όπου βρέθηκε λίθινο κατώφλι μήκους 1,35 μ. με δύο εγκοπές στις άκρες για την τοποθέτηση των αξόνων της θύρας.

Η ύπαρξη πιεστηρίων στην ακρόπολη της Ασίνης, σε μέρος βραχώδες και δυσπρόσιτο, όπου η μεταφορά του αγροτικού προϊόντος θα ήταν ιδιαίτερα κοπιαστική και χρονοβόρα, δημιουργεί εύλογες απορίες. Κατά την B. Wells, η Ασίνη των ελληνιστικών χρόνων ήταν ένα οχυρωμένο χωριό, όπου μέρος της καλλιέργειας θα μπορούσε να γίνεται και εντός των τειχών. Στην περίπτωση αυτή, τα τείχη θα λειτουργούσαν και ως αναλημματικοί τοίχοι για τη συγκράτηση των χωμάτων και τη δημιουργία εκτάσεων για την καλλιέργεια ελαιόδεντρων, αμπελιών ή σιτηρών. Στη φροντίδα τους θα συνέβαλλαν και οι πολλές δεξαμενές νερού που έχουν εντοπιστεί στην πόλη.

 

  1. Τείχη

 

23. Τείχη

Μετά την ολοκλήρωση της περιήγησης εντός των τειχών της Ασίνης και βγαίνοντας από την αρχαία πύλη της πόλης, ο επισκέπτης μπορεί να ακολουθήσει τον αμαξιτό δρόμο προς ανατολικά και κατόπιν νότια, έως την παραλία της Πλάκας. Από εδώ θα έχει τη δυνατότητα να δει την ισχυρή ελληνιστική οχύρωση, την είσοδο προς την ακρόπολη και να θαυμάσει τον εντυπωσιακό ανατολικό πύργο. Ταυτόχρονα, με ευκολία θα διακρίνει τις διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις του τείχους.

Αμέσως μετά την πύλη και στρέφοντας το βλέμμα ψηλά στο βράχο, στο σημείο όπου βρίσκεται το ιταλικό κτίσμα με τον μικρό εκθεσιακό χώρο, ο παρατηρητικός επισκέπτης θα διαπιστώσει ότι το τείχος εμφανίζει τρεις διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις. Στο κατώτερο τμήμα, οι μεγάλοι δόμοι κατά το πολυγωνικό σύστημα κτίστηκαν την Ελληνιστική περίοδο και ανήκουν στην πρώτη φάση του. Κατά τη Β’ Ενετοκρατία, το τείχος συμπληρώθηκε καθ’ ύψος με μικρούς λίθους, κεραμίδες και κονίαμα. Σε αυτή τη φάση, το τείχος στεφόταν με οδοντωτή απόληξη. Την περίοδο της Κατοχής, όταν δημιουργήθηκε το ιταλικό κτίσμα, το τείχος υψώθηκε ακόμα περισσότερο. Για την αποτελεσματικότερη κάλυψη και απόκρυψη της κατασκευής, οι Ιταλοί μιμήθηκαν τον τρόπο δόμησης και την οδοντωτή απόληξη της ενετικής φάσης.

Ο δρόμος συνεχίζει να περιτρέχει το βράχο της Ασίνης, περνώντας έξω από τα τείχη. Στην ανατολική πλευρά αρχικά ξεχωρίζει ο ισχυρός αναλημματικός τοίχος της κλίμακας που οδηγούσε στην πύλη της ακρόπολης. Είναι κτισμένος με μεγάλα μέλη από ασβεστόλιθο κατά το πολυγωνικό σύστημα. Το κατώτερο τμήμα της κλίμακας δεν διατηρείται. Στην περιοχή αυτή οι πρώτοι ανασκαφείς αναφέρουν την ύπαρξη ενός ρωμαϊκού λουτρού με υπόκαυστα, χωρίς περαιτέρω στοιχεία. Το λουτρό καταστράφηκε κάποια στιγμή μετά την αποκάλυψή του, ίσως κατά τη διάνοιξη του αμαξιτού δρόμου, ο οποίος αντικατέστησε παλιότερο, στενό μονοπάτι.

Μπροστά από την κλίμακα προβάλλει ο μεγάλος ανατολικός πύργος του τείχους. Ο πύργος σήμερα φτάνει τα 9,5 μ., ύψος που δεν πρέπει να απέχει πολύ από το αρχικό του, καθώς πιθανολογείται η ύπαρξη ενός μόνο επιπλέον δόμου. Στη βάση του εξέχει από τα τείχη 5,5 μ. και 7 μ. στα βόρεια και νότια αντίστοιχα, ενώ η ανατολική του πλευρά έχει μήκος 10,3 μ. Αποτελείται από 14 δόμους πολυγωνικών λίθων. Οι δύο κατώτεροι δόμοι έχουν βαθμιδωτή διάταξη. Πάνω από αυτούς, οι γωνίες του πύργου έχουν κοπεί διαγώνια και στις ακμές τους έχει χαραχτεί κατακόρυφη ταινία. Η διαμόρφωση αυτή ακολουθείται σε οκτώ συνεχείς δόμους. Η βαθμιδωτή διάταξη των κατώτερων δόμων συμβάλλει στη στατική επάρκεια του πύργου, ο οποίος συγκρατεί στο εσωτερικό του μεγάλο όγκο χώματος. Η διαγώνια διαμόρφωση των σημείων ένωσης των πλευρών του πύργου θεωρήθηκε ότι αποσκοπούσε στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των πολιορκητικών κριών, καθώς πιθανή προσβολή των γωνιαίων λίθων οδηγεί ταχύτερα στην κατάρρευση όλου του οικοδομήματος. Η χάραξη των κατακόρυφων ταινιών βοήθησε τους τεχνίτες κατά τις οικοδομικές εργασίες.

Τα τείχη της Ασίνης κτίστηκαν στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Αρκετοί μελετητές έχουν εκφράσει την άποψη πως η κατασκευή τους αποτελούσε μέρος του φιλόδοξου προγράμματος του Δημητρίου Πολιορκητή, γιου του Αντιγόνου του Μονόφθαλμου, στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος κυριαρχούσε στο Αιγαίο τα χρόνια γύρω από το 300 π.Χ.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Dietz S., Asine II Results of the Excavations East of the Acropolis 1970-1974, The Middle Helladic Cemetery, The Middle Helladic and Early Mycenaean Deposits, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 24:2, Stockholm 1980.
  • Frizell B.S., An Early Mycenean Settlement at Asine: The Late Helladic IIB-IIIA: 1 Pottery, Göteborg 1980.
  • Frödin O. / A.W. Persson, ASINE Results of the Swedish Excavations 1922-1930, Stockholm 1938.
  • Hägg R., «The House Sanctuary at Asine revisited», στο R. Hägg / N. Marinatos (επιμ.), Sanctuaries and Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the First International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 12-13 May, 1980, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 28, Stockholm 1981, σ. 91-94.
  • Hägg R., «Funerary meals in the Geometric necropolis at Asine», στο R. Hägg (επιμ.), The Greek Renaissance of the eight century BC: tradition and innovation. Proceedings of the Second International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 1-5 June, 1981, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 30, Stockholm 1983, σ. 189-193.
  • Hägg R. / Nordquist G.C. / Wells B. (επιμ.), Asine III. Supplementary Studies on the Swedish Excavations 1922- 1930, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 45:1, Stockholm 1996.
  • Höghammar K., «The dating of the Roman bath at Asine in Argolis», Opuscula Atheniansia 15 (1984), σ. 79-106. Nordquist G.C., «A Middle Helladic Village Asine in the Argolid», Boreas 16, Uppsala 1987.
  • Nordquist G.C., «Asine- A Middle Helladic Society», Hydra Working Papers in Middle Bronze Age Studies 3 (1987), σ. 15-25.
  • Penttinen Α., «Excavations on the Acropolis of Asine in 1990», Opuscula Atheniensia 21 (1996), σ. 149-167.
  • Poulsen E., «The Post Geometric Periods. The Post-Geometric Settlement Material and Tombs of the Hellenistic Period» στο Asine II, Results of the Excavations East of the Acropolis 1970-
  • 1974, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 24:6:2, Stockholm 1994.
  • Sjöberg B.L., «Settlement activity at Late Helladic Asine in the Argolid», Opuscula Atheniensia 28 (2003), σ. 185-201.
  • Sjöberg B.L., Asine and the Argolid in the Late Helladic III Period: A socio-economic study, BAR International Series 1225, Oxford 2004.
  • Styrenius C.-G., Asine, En svensk utgraevningsplats I Grekland, Medelhavmuseet, Stockholm 1998.
  • Voutsaki S. / Dietz S. / Nijboer A.J., «Radiocarbon analysis and the history of the East Cemetery, Asine», Opuscula 2 (2009), σ. 31-56.
  • Voutsaki S., «The Domestic Economy in the Middle Helladic Asine», Bulletin de Correspondance Hellénique, Suppl. 52, MESOHELLADIKA (2010), σ. 765-779.
  • Wells B., Asine II: Results of the Excavations East of the Acropolis 1970-1974, The Protogeometric Period: An Analysis of the Settlement, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4ο, 24:4:2, Stockholm 1983.
  • Wells B., «Apollo at Asine», Πρακτικά Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Καλαμάτα, 8-15 Σεπτεμβρίου 1985, τόμ. Β: Αρχαιότης και Βυζάντιον. Πελοποννησιακά Παράρτημα 13Β, Αθήνα 1987-1988, σ. 349-352.
  • Wells B., «The walls of Asine», Opuscula Atheniensia 19 (1992), σ. 135-142.
  • Wells B. (επιμ.), New Research on old Material from Asine and Berbati in Celebration of the Fiftieth Anniversary of the Swedish Institute at Athens, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 8o, 17, Stockholm 2002.
  • Zangger E., «The island of Asine: A palaeogeographic reconstruction», Opuscula Atheniensia 20 (1994), σ. 221-239.

  

Γεωργία Ήβου – Αρχαιολόγος

Δημοσιεύεται στο έγκριτο περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες»: τεύχος 120, Απρίλιος 2016.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

  

Το πλήρες κείμενο σε μορφή Portable Document Format (PDF), στον σύνδεσμο: Αρχαία Ασίνη

 

Σχετικά θέματα:

 

 

«Ανώνυμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία» – Μια απόπειρα ερμηνείας | Βασίλης Κρεμμυδάς


 

Θα αντιγράψω πλήρη τον τίτλο του βιβλίου και την αφιέρωση και κατόπιν θα εξηγήσω γιατί αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό το κείμενο ή ποια είναι η ερευνητική εκκρεμότητα που με οδήγησε σε αυτή την απόφαση.

Ελληνική Νομαρχία, ήτοι Λόγος περί ελευθερίας, δι’ ού αναδεικνύεται πόσον είναι καληωτέρα η Νομαρχική διοίκησις από τας λοιπάς, ότι εις αυτήν μόνον φυλάττεται η Ελευθερία του ανθρώπου, τι εστί Ελευθερία, οπόσων μεγάλων κατορθωμάτων ήναι πρόξενος, ότι τάχιστα η Ελλάς πρέπει να συντρίψη τας αλύσσους της, ποίαι εστάθησαν αι αιτίαι οπού μέχρι της σήμερον την εφύλαξαν δούλην, και οποίαι είναι εκείναι οπού μέλλει να την ελευθερόσωσι.

Συντεθείς τε και Τύποις εκδωθείς ιδίοις αναλώμασι προς ωφέλειαν των Ελλήνων παρά Ανονίμου του Έλληνος, εν Ιταλία. 1806.

Αυτός είναι ο πλήρης τίτλος. Ακολουθεί, μετά από ένα προλογικό σημείωμα προς τον αναγνώστη, η αφιέρωση:

Εις τον τύμβον του Μεγάλου και Αειμνήτου Έλληνος Ρίγα του υπέρ της σωτηρίας της Ελλάδος εσφαγιασθέντος: χάριν ευγνωμοσύνης ο συγγραφεύς το Πονημάτιον τόδε ως δώρον ανατίθησι.

Εις ποίον άλλον έπρεπε να αναθέσω εγώ το παρόν μου πονημάτιον ώ αξιάγαστε Ήρως, παρά εις εσέ οπού εστάθης ο Πρόδρομος μιας ταχέας ελευθερόσεως της κοινής Πατρίδος μας Ελλάδος, και εθυσίασες την ζωήν σου δι’ αγάπην της; δέξαι το λοιπόν με το συνηθισμένον σου ελληνικόν ιλαρόν και καταδεκτικόν βλέμμα, και δέξαι το προς τούτοις ως αρραβώνα εκδικήσεως του λαμπρού αίματός σου κατά των τυράνων της Ελλάδος. Η δε Ελλάς άπασα θέλει δοξάσει δια παντός το αθάνατον όνομά σου, συναριθμούσα αυτό εις τον κατάλογον των Επαμινόντων, Λεονείδων, Θεμηστοκλέων και Θρασυβούλλων.[1]

 

Η «Ελληνική Νομαρχία» κυκλοφόρησε το 1806 στην Ιταλία από άγνωστο συγγραφέα. Καλούσε τους Έλληνες να εξεγερθούν κατά των Οθωμανών, προκειμένου να αποκαταστήσουν τη «νομαρχία», ένα πολίτευμα δηλαδή στο οποίο θα άρχουν οι νόμοι και όχι η αυθαιρεσία. Ταυτόχρονα σκιαγραφούσε την προεπαναστατική ελληνική κοινωνία και κατήγγελλε με ιδιαίτερη δριμύτητα όσους θεωρούσε υπεύθυνους για την αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει: τους προεστούς, τους Φαναριώτες και τους ιεράρχες.

 

Υπάρχει πράγματι επιστημονική – ερευνητική εκκρεμότητα αυτή τη στιγμή ώστε να ξαναθέσουμε ζήτημα «Ελληνικής Νομαρχίας»; Υπάρχει ζήτημα σε εκκρεμότητα, το οποίο περιγράφεται ως εξής: κατά τη δεκαετία του 1950, νεαρός φοιτητής η αφεντιά μου ακόμη, σε συζητήσεις αριστερών, κυρίως, επιστημονικών κύκλων πρωτάκουσα για την «Ελληνική Νομαρχία» ως το κατεξοχήν επαναστατικό κείμενο, με το επιχείρημα ότι καταγγέλλει τους προεστούς, τους πλούσιους κλπ. και τον ανώτερο κλήρο ως διεφθαρμένους, ανήθικους και εκμεταλλευτές του λαού – ό,τι δηλαδή ώφειλε να μισεί και να πολεμάει κάθε γνήσιος αριστερός εκείνη τη στιγμή.

Το επιχείρημα προέβαλε ο Κ. Θ. Δημαράς, στην πρώτη έκδοση της «Ιστορίας» του «της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» το 1949. [2] Στη δεκαετία του 1950, πολύ νωρίς, ο Γιάννης Κ. Κορδάτος άρχισε να δημοσιεύει, σε φυλλάδια αρχικά, και να κυκλοφορεί τη δική του «Ιστορία της νεότερης Ελλάδας». Εκεί, τονίζεται πολύ η μεταστροφή των υπόδουλων Ελλήνων προς τις δικές τους δυνάμεις, απογοητευμένων από τους Μεγάλους της Ευρώπης, ιδιαίτερα μετά τη γαλλορωσική συνθήκη ειρήνης του 1807. Πιστεύει μάλιστα ότι «ένας απ’ αυτούς που διέδωσε τη σωστή αυτή άποψη» ήταν ο Ανώνυμος της «Ελληνικής Νομαρχίας».[3]

Αν αποφάσισα να συντάξω αυτό το σημείωμα είναι γιατί, καθώς διάβασα, ίσως για δέκατη φορά, πρόσφατα το κείμενο της Ελληνικής Νομαρχίας, έχω οδηγηθεί στο εξής θλιβερό συμπέρασμα, που θα το διατυπώσω κάπως προκλητικά: από όσους έχουν γράψει για την Ελληνική Νομαρχία κανένας δεν την διάβασε· τουλάχιστον κανένας δεν την διάβασε προσεκτικά. Με μια εξαίρεση: Φίλιππος Ηλιού,[4] που μένει στο καταγγελτικό μέρος της κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας του υπόδουλου ελληνισμού ως στοιχείου νεωτερικότητας.

Οι υπόλοιπες παρατηρήσεις όσων έγραψαν, μηδέ του Κ. Θ. Δημαρά εξαιρουμένου, παραμένουν έωλες απέναντι στο ίδιο το κείμενο. Γιατί η Ελληνική Νομαρχία Ανωνύμου του Έλληνος δεν είναι ένα  ανατρεπτικό κείμενο, σε καμία περίπτωση επαναστατικό.

Ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας [5] είναι θαυμαστής του Ρήγα, του αφιερώνει το βιβλίο του και τον θεωρεί ήρωα της ελευθερίας· χωρίς όμως να ασπάζεται το πολιτικό πρόγραμμά του,[6] μολονότι επιθυμεί η μέλλουσα «Ελλάς» να τον ταξινομήσει μαζί με τους ενδόξους «Επαμεινώνδας, Λυκούργους, Θεμιστοκλείς, Θρασυβούλους».

Ο Ανώνυμος θεωρεί ότι έχει έρθει η ώρα της ελευθερίας· ότι είναι επείγον μάλιστα ζήτημα: οι καιροί «βιάζουσιν» (σ. 247). Η ελευθερία γι’ αυτόν είναι ύψιστο αγαθό· ελευθερία, δηλαδή απαλλαγή από τον οθωμανικό ζυγό και συγκρότηση ελληνικού κράτους – η ελευθερία που φέρνει την ατομική ευτυχία.

Να δούμε όμως τι σημαίνουν όλα αυτά. Να δούμε σε ποιο πλαίσιο γίνονται οι προτάσεις του Ανώνυμου και ποιους τρόπους προτείνει για την πραγματοποίησή τους. Το 1806 που κυκλοφόρησε η «Ε.Ν.» στην Ιταλία, στον ευρωπαϊκό χώρο έχουν συμβεί κοσμογονικά γεγονότα. O Διαφωτισμός έχει εκπέμψει παντού τα μηνύματά του και η Γαλλική Επανάσταση έχει ανοίξει τα μάτια του κόσμου, θα πει αργότερα ο Θ. Κολοκοτρώνης· την ίδια ώρα ο Ναπολέων «περιφέρει» την Επανάσταση στην Ευρώπη και έξω απ’ αυτήν.

Εν τούτοις στο κείμενο που έγραψε ο Ανώνυμος δεν αντανακλάται τίποτε από την κοσμογονία. Θα δούμε αναλυτικά, αφού διαβάσουμε πώς περιγράφει ο ίδιος το σκοπό του: «Επροσπάθησα να σας αποδείξω πόσον εύκολος είναι η Επανόρθωσις της Ελλάδος: ο χαρακτήρ μας, η ποσότης μας, τα ήθη μας, το γήρας της Τυρανίας, το πλήθος των συνδρομιτών και η φυγή της αμαθείας, εστάθησαν τα αναντήρητα δικαιολογήματά μου. Εν ενί λόγω έδειξα του καθενός πού ευρίσκεται η ευτυχία του» (σ. 256).

Ο Ανώνυμος γνωρίζει το κήρυγμα του Διαφωτισμού και τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν τα ασπάζεται· ούτε καν αναφέρεται στα γεγονότα αυτά. Θα τα ήθελε αλλιώτικα: δε θέλει ελευθερία και Δικαιώματα ως παράγωγα κοινωνικής ευδαιμονίας, προτιμάει την ελευθερία ως παράγωγο ατομικής ευτυχίας – ασφαλώς όχι Δικαιώματα· δε θέλει «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» που είναι το έμβλημα της Γαλλικής Επανάστασης, παρά θέλει «ομοιότητα» αντί για «ισότητα» που δεν είναι το ίδιο.

Μιλάει για επανάσταση και «επανόρθωση του γένους μας» με ίδιες δυνάμεις και για πατρίδα· η πατρίς» η δική του δεν είναι «la patrie» της Γαλλικής Επανάστασης – θα δούμε τι είναι. Από το κείμενο απουσιάζει εντελώς η οικονομία· αυτή η έκρηξη του εμπορίου και της ναυτιλίας των υπόδουλων Ελλήνων δεν έχει υπολογιστεί, μολονότι το 1803 μόλις είχε κυκλοφορήσει το Mémoire του Αδ. Κοραή που προβάλλει αυτήν ακριβώς την έκρηξη ως πολιτιστικό δεδομένο και μολονότι ο ίδιος είναι θαυμαστής του.[7]

Οι προτάσεις της «Ελληνικής Νομαρχίας» για την απελευθέρωση και το μέλλον των Ελλήνων είναι ενδιαφέρουσες.

Εξηγεί καταρχήν ο συντάκτης της γιατί προτιμάει την Νομαρχία ως πολίτευμα του αυριανού ελληνικού κράτους (σ. 24 κ.ε.): «η Νομαρχία, αδελφοί μου, ευρίσκεται τόσον εις την Δημοκρατίαν, καθώς και εις την Αριστοκρατίαν αι οποίαι εις άλλο δεν διαφέρουσι ειμή μόνον ότι η μεν Δημοκρατία κλίνει εις την Αναρχίαν, η δε Αριστοκρατία εις την Ολιγαρχίαν, η οποία πολλάκις είναι χειροτέρα και από την ιδίαν Τυρανίαν» (σ. 14). Και, τελικά, τι είναι ελευθερία; Στην Αναρχία ελεύθεροι είναι μόνον οι ισχυρότεροι, ένας μόνον στην Μοναρχία, κανένας στην Τυρανία και όλοι στη Νομαρχία (σ. 14-15).

Και πώς θα γίνει λοιπόν η Επανάσταση, η ίδρυση ελληνικού κράτους και κατ’ επέκταση η εφαρμογή στην πράξη μιας πολιτείας-νομαρχίας;· με ποιόν τρόπο. Ας μου επιτραπεί να σχηματοποιήσω – το κείμενο της «Ε.Ν.» δεν δίνει συγκεκριμένη εικόνα – χωρίς να παραποιήσω, ούτε στο ελάχιστο: Οι μορφωμένοι  και πλούσιοι Έλληνες των παροικιών να επιστρέψουν στην Ελλάδα, να απαντούν στους, προφανώς σκοταδιστικούς λόγους των ιεροκηρύκων και δημογερόντων στις συνελεύσεις· οι υπόδουλοι Έλληνες που θέλουν να είναι ελεύθεροι, θα πεισθούν από τους λόγους τους και θα πάρουν τα όπλα, που διαθέτουν δύο και τρία καθένας στο σπίτι του!

Θα κάνω εδώ ένα άλμα. Πρέπει να πούμε δυο λόγια γι’ αυτό που ο συντάκτης της «Ε.Ν.» θεωρεί αποτελέσματα της δουλείας, για το περιεχόμενο δηλαδή του βιβλίου. Πρέπει να τονίσουμε πρώτα ότι ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» είναι φανατικός υποστηρικτής της ελευθερίας, ως πηγής κάθε ευτυχίας – με προϋποθέσεις ασφαλώς. Γι’ αυτό κατηγορεί και καταγγέλλει την εκκλησιαστική και κοσμική εξουσία του υπόδουλου ελληνισμού ως υπεύθυνους για τη συντήρηση και διατήρηση της δουλείας και της εκμετάλλευσης των υπόδουλων από τον κατακτητή και απ’ αυτούς τους ίδιους.[8]

Μπορεί, παράλληλα, να προκύψει και κάτι άλλο: στις αρχές του 19ου αιώνα είχαν όλοι οι νεοέλληνες, υπόδουλοι και μη, συνειδητοποιήσει ότι η απελευθέρωση δεν έπρεπε να καθυστερήσει. Η περιγραφή των δεινών που υφίστανται οι υπόδουλοι γεωργοί, τεχνίτες, εμπορευόμενοι κλπ. δεν αποκλείεται να τονίζει αυτήν ακριβώς τη συνειδητοποίηση.

Πέραν απ’ αυτό όμως, ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» δεν παραλείπει να ψέξει και τους Έλληνες των παροικιών που, αφού πλούτισαν, έκαναν καλές σπουδές και είναι σε θέση να αντιληφθούν, να εκτιμήσουν καταστάσεις, δεν επιστρέφουν στην υπόδουλη πατρίδα να βοηθήσουν στην απελευθέρωσή της (σ. 199-200). Τους ψέγει ακόμη γιατί έχουν παντρευτεί με ξένες («αλλογενείς») γυναίκες, κάτι που το χαρακτηρίζει ως «εντροπήν ανυπόφορον» (σ. 202, 207).

Ας προσέξουμε και κάτι άλλο: «ας ευχαριστήσωμεν τον θεόν, οπού δεν εγεννήθημεν ένα αιώνα προτήτερα, αλλά εγεννήθημεν εις καιρόν επιτηδιότατον εις το να ελευθερόσωμεν την Πατρίδα μας» (σ. 251). Αλλά, αλοίμονο αν το γένος μας «κυριευθή από ετερογενές βασίλειον· τότε οι Έλληνες δεν θέλουν μείνει πλέον Έλληνες» (σ. 252). Αυτές οι φράσεις μιλούν για τις προσπάθειες των Ελλήνων να ελευθερωθούν με τη βοήθεια ξένης δύναμης – της Ρωσίας δηλαδή· και θεωρείται εδώ ότι η βοήθεια των ξένων ισοδυναμεί με μια άλλη υποδούλωση. Και εδώ εκφράζεται μια άλλη συνειδητοποίηση: στήριξη στις δικές μας δυνάμεις.[9]

Ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» είναι κάποιος, ένας Έλληνας της Τουρκοκρατίας, με ανεπτυγμένο πατριωτισμό, με πόνο για την απελευθέρωση της πατρίδας, την οποία μάλιστα θεωρεί «εύκολη» στη συγκεκριμένη συγκυρία της εποχής που έγραψε την «Ε.Ν.». Εν τούτοις τα «δικαιολογήματα» του Ανώνυμου δεν έχουν μεγάλη σχέση με τις πραγματικότητες του ελληνισμού, υπόδουλου και παροικιακού, της στιγμής που κυκλοφορούσε το βιβλίο του. Ο Ανώνυμος μοιάζει να μη θεωρεί ως «δικαιολόγημα» τις βαθιές αλλαγές που συντελούνταν στην υπόδουλη ελληνική κοινωνία, εξαιτίας της τεράστιας ανατροπής στις οικονομικές σχέσεις: εμπορική – ναυτιλιακή ανάπτυξη, νέα επαγγέλματα, πλούτος. Δεν έχουν περάσει, όπως είδαμε, παρά μόνον τρία χρόνια από τότε που ο Κοραής, τον οποίον ο Ανώνυμος φαίνεται να σέβεται, είχε προβάλει αυτήν ακριβώς την αλλαγή στις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις, την τεράστια ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας των Ελλήνων, ως κύριο λόγο πολιτισμικής προόδου.

Ο Ανώνυμος μοιάζει να μην αποδέχεται τα μηνύματα του Διαφωτισμού, ούτε τα κηρύγματα της Γαλλικής Επανάστασης· γι’ αυτά τα δύο μέγιστα γεγονότα της νεώτερης Ιστορίας απουσιάζει οποιοσδήποτε λόγος. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι το κεντρικό σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης «liberté, égalité, fraternité» έχει στην πέννα του Ανώνυμου παραποιηθεί· η δεύτερη λέξη, η μόνη από τις τρεις που αναφέρεται, δεν έχει μεταφραστεί ως ισότητα, αλλά ως «ομοιότητα», που καθόλου δεν είναι το ίδιο.

Γενικότερα, ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» μοιάζει να είναι εκτός τόπου και χρόνου ως προς τις πραγματικότητες του υπόδουλου ελληνισμού: περί εταιρισμού, κύριο – και καίριο – χαρακτηριστικό κάθε οικονομικής δραστηριότητας, δε λέγεται ούτε λέξη. Η Επανάσταση δε χρειαζόταν, φαίνεται, ούτε οργάνωση, ούτε προετοιμασία – ο Ανώνυμος της «Ε.Ν.» δεν έχει ακούσει τίποτε για τεκτονικές στοές, ούτε για καρμποναρισμό· ούτε για εταιρεία του Ρήγα που ήταν θαυμαστής του και του έχει αφιερώσει το βιβλίο· ο Ανώνυμος μοιάζει να μη ζει στις πραγματικότητες του ελληνισμού, ούτε της Ευρώπης.

Γενικά, τον Ανώνυμο της «Ε.Ν.» περισσότερο ενδιαφέρουν κάποιες αόριστες, ίσως ουτοπικές ιδέες, παρά ο υλικός βίος που δε μπορεί να μη γνωρίζει ότι αυτός είναι που διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις. Γι’ αυτό ίσως δεν κάνει λόγο για οικονομική ανάπτυξη – η λέξη κοινωνία ως αναλυτικό εργαλείο απουσιάζει από το κείμενό του· ο λόγος είναι κυρίως για την ελευθερία που οδηγεί στην ατομική ευτυχία – ο Διαφωτισμός εξισώνει την ελευθερία με την κοινωνική ευδαιμονία.

Δεν κάνει ο Ανώνυμος ούτε λόγο για τα οργανωτικά μιας επανάστασης· ίσως, γιατί αυτό που τον καίει είναι το πολίτευμα του αυριανού ελληνικού κράτους περισσότερο: «…η διοίκησις οπού εγώ θέλω να την ονομάσω ΝΟΜΑΡΧΙΑΝ… είναι η μόνη πρόξενος της Αρετής, της Ομοιότητος και της Ελευθερίας.» (σ. 13).

Το πολίτευμα είναι αυτό που ενδιαφέρει τον Ανώνυμο συγγραφέα μας· αυτό είναι η Νομαρχία του. Όχι όμως οποιοδήποτε πολίτευμα, ούτε οποιαδήποτε «Νομαρχία». Ο Ανώνυμος έχει συγκεκριμένο πολίτευμα και συγκεκριμένη Νομοθεσία που προτείνει. Έχει πρότυπο έτοιμο για εφαρμογή:

Η ανατροφή των νέων είναι ο κυριότερος στοχασμός των Νομοδότων. Ο θαυμασιότερος και νουνεχέστερος Νομοδότης οπού μέχρι της σήμερον εφάνη εις τον κόσμον κατά πάντα τρόπον, εστάθη βέβαια ο μέγας Λυκούργος, ο οποίος δεν ηπατήθη να στοχασθή τους ανθρώπους, καθώς επρεπε να ήτον, αλλά γνωρίζωντάς τους οποίας λογής είναι, τούς αποκατέστησε όσον ήτον το δυνατόν καληοτέρους. Η Ανατροφή δια να ειπώ ούτως, είναι μία δευτέρα φύσις εις τον άνθρωπον (σ. 20-21).

Αυτό το πολίτευμα προκρίνει ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» στις αρχές του 19ου αιώνα: δε χωρεί αμφιβολία ότι η Γαλλική Επανάσταση, οι αλλεπάλληλες Συνελεύσεις, Γενικές και μη, η σύνταξη και έγκριση τόσων Συνταγμάτων έχουν απορριφθεί από το συγγραφέα μας ή οφείλονται σε πολιτεύματα που δεν είναι Νομαρχία.

Φανερό είναι επίσης ότι η Νομαρχία δε μπορεί να προβλέπει ούτε Γενικές Συνελεύσεις, ούτε εκλογές, ούτε κυβέρνηση, ούτε Βουλή – όλα όσα κατόπιν προέβλεψε η Επανάσταση.

Αυτό που προτείνει με άλλα λόγια για την ελεύθερη Ελλάδα δεν είναι παρά το πολίτευμα της Αρχαίας Σπάρτης, αυτό με τον Καιάδα και το Μέλανα Ζωμό που όσο και αν είναι μύθοι κάτι σημαίνουν· και αν ψάξουμε βαθύτερα, θα βρούμε ότι επί της ουσίας ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» προτείνει πολλά από τα αποτελέσματα που σε άλλα σημεία του βιβλίου έχει απορρίψει, εκτός της Δημοκρατίας.

Ο θαυμασμός του Ανωνύμου για την αρχαία Σπάρτη, για το Λεωνίδα, για την πολεμική τέχνη, την τακτική του πολέμου τον βρίσκουμε σε κάμποσα σημεία του κειμένου· και όλα όμως είναι «θαυμαστά αποτελέσματα των φοβερών Νόμων του Μεγάλου Λυκούργου» (σ. 37).

Ασφαλώς ο λόγος είναι για τους Μανιάτες, που ήταν οπλισμένοι, πολεμιστές, σκληροτράχηλοι, έτοιμοι να εξεγερθούν – μαζί με τους Σουλιώτες αποδεικνύουν ότι η Ελλάς γεννά ακόμη «Λεωνίδας και Θεμιστοκλείς» (σ. 43).

Η «Ελληνική Νομαρχία, ήτοι λόγος περί ελευθερίας… παρά Ανωνύμου του Έλληνος» είναι ένα βιβλίο με περιεχόμενο άκρως συντηρητικό και αντίθετο προς τα κοινωνικά αιτήματα της εποχής του τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε, στενότερο, ελληνικό.

Την ώρα που κυκλοφορούσε η «Ελληνική Νομαρχία» όλη η Ευρώπη – και όλος ο ελληνισμός – ζούσε μια κοσμογονία· διανοητική και κοινωνική, δηλαδή και πολιτική κοσμογονία: η Γαλλική Επανάσταση συγκλόνιζε τον κόσμο· οι ιδέες και τα κηρύγματα του Διαφωτισμού συζητούνταν και, όπου ήταν δυνατό, εφαρμόζονταν· ένας νέος όρος, Συνέλευση, κατοπινή Βουλή, ως μέθοδος διακυβέρνησης και κοινωνικών σχέσεων γενικευόταν· το ίδιο και ο όρος Σύνταγμα· μια νέα, τέλος, κοινωνική τάξη εμφανιζόταν παντού και διεκδικούσε με εξεγέρσεις και επαναστάσεις την εξουσία.

Αυτά και άλλα, οι προετοιμασίες, για παράδειγμα, από μυστικές, συνωμοτικές οργανώσεις κινημάτων, εξεγέρσεων, επαναστάσεων, η «Ελληνική Νομαρχία» ούτε τα θίγει ως ερωτήματα της εποχής, ούτε τα συζητάει – ούτε, φυσικά, τα προτείνει ως ενδεχόμενη, έστω, διαδικασία απελευθέρωσης από τον τουρκικό ζυγό και διακυβέρνησης του ελληνικού κράτους που θα προέκυπτε.

Ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» δεν μπορεί να μη γνώριζε και να μην έβλεπε όσα γίνονταν γύρω του – δεν τα πολεμάει, δεν τα καταδικάζει – τα αγνοεί και αναλύει τη δική του πρόταση για τη διακυβέρνηση, κυρίως γι’ αυτήν, του ελληνικού κράτους. Ασφαλώς κάνει εντύπωση που ο Ανώνυμος μας λέει πώς πρέπει να κυβερνηθεί το ελληνικό κράτος, αλλά πώς θα γίνει ελληνικό κράτος δεν τον απασχολεί. Ακόμη μεγαλύτερη βέβαια εντύπωση – και απορία – προκαλεί που παρακάμπτει πλήρως τα γεγονότα και το πνεύμα της εποχής του.

Η «Ελληνική Νομαρχία» δε μοιάζει με κανένα ανάλογο κείμενο της περιόδου από τη Γαλλική στην Ελληνική Επανάσταση· είναι ένα κείμενο που δύσκολα κατηγοριοποιείται· μόνον που δεν μπορεί να αποφύγει το χαρακτηρισμό του συντηρητικού και του εκτός τόπου και χρόνου· καμιά ανατρεπτικότητα δεν υπάρχει σ αυτό.

 

Υποσημειώσεις


[1] Χρησιμοποιώ την «φωτοτυπική επανέκδοση Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος», Αθήνα 1976, σ. 5-6.

[2] Αντιγράφω από την έβδομη έκδοση (Ίκαρος, 1983) το χαρακτηρισμό του βιβλίου (σ. 155): «Κι’ αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι μ’ όλον το λιβελλογραφικό χαρακτήρα του, το βιβλίο παρουσιάζει εξαίρετη ωριμότητα της σκέψης και της θεωρίας: παρέχει πολλές και χρήσιμες πληροφορίες, στατιστικές κ.ά. σχετικά με την Ελλάδα και τείνει να συστηματοποιήσει ένα πρόγραμμα για την ανύψωση και την απελευθέρωση του Γένους· φωτεινό βιβλίο, που παρά τις νεανικές του ατέλειες εκφράζει έναν προηγμένο βαθμό εθνικής συνείδησης και κοινωνικής παιδείας». Η πρώτη έκδοση είναι του 1948-1949 – λέγονται και εκεί αυτολεξεί τα ίδια.

[3] Γ. Κ. Κορδάτος, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τόμος πρώτος (Τουρκοκρατία), Εκδόσεις «20ός αιώνας», σ. 501-502.

[4] Φ. Ηλιού, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός· η νεωτερική πρόκληση», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 2, Αθήνα 2003, σ. 19.

[5] Στο εξής «Ε.Ν.» για συντομία.

[6] Δεν επιθυμεί επανάσταση των χριστιανών της Βαλκανικής, αλλά των Ελλήνων· επιθυμεί ελληνικό κράτος – θα δούμε στα επόμενα. Όχι εθνικό κράτος, πάντως.

[7] «Ακροασθήτε τας συμβουλάς του νέου Ιπποκράτους, του εναρέτου φιλοσόφου Έλληνος, του εν Παρρησίοις, λέγω, κυρίου Κοραή» (σ. 196).

[8] Αυτές οι καταγγελίες και η υπεράσπιση των ταπεινών αγροτών, τεχνιτών, εμπορευόμενων κλπ. είναι που έκαναν τους διανοούμενους της Αριστεράς στη δεκαετία του 1950 να αναδείξουν την «Ε.Ν.» σε επαναστατικό κείμενο.

 [9] Το πλήρες σχετικό απόσπασμα: «Αλοίμονον λοιπόν εις το γένος μας αν κυριευθή από ετερογενές βασίλειον. Τότες οι Έλληνες δεν θέλουν μείνει πλέον Έλληνες, αλλά κατ’ ολίγον ολίγον, θέλουν διαφθαρεί τα ήθη των, και θέλομεν μείνει πάλιν δούλοι […] Μην σας πλανήσουν τα ταξήματα των επιτρόπων, και αποστόλων, των ξένων βασιλειών […] Μην στοχάζεσθε, ώ αδελφοί μου, ότι κανείς από αυτούς θέλει θυσιάσει και χρυσόν και στρατηώτας, δια να διώξη τον Ωθομανόν, και να μας αφήση έπειτα ελευθέρους. Ω, κάλλιον ένας σεισμός, ή ένας κατακλεισμός να μας αφανίση όλους τους Έλληνας, παρά να υποκείψωμεν πλέον εις ξένον σκήπτρον. Διατί ώ Έλληνες αγαπητοί μου να προσμείνωμεν να μας δανίση άλλος εκείνο οπού ημείς έχωμεν; Χίλλιας φοράς περισσότερον αίμα ήθελεν εκχυθή, αν ήθελεν εισέλθη ξένον σπαθί εις την Ελλάδα, παρά αν ηθέλαμεν ελευθερωθή μόνοι μας».

 

Βασίλης Κρεμμυδάς (1935-2017)

Ο Βασίλης Κρεμμυδάς ήταν ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου των Αθηνών.

Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, «Μνήμων», τομ. 35, Αθήνα, 2016.

Το όραμα του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη για την Ελληνική Μουσική – Ως το 1967 – Βασίλης Αγγελικόπουλος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μια πολύ ενδιαφέρουσα  ανακοίνωση του κ.  Βασίλη Αγγελικόπουλου,  που αφορά στα μουσικά πεπραγμένα της Ελλάδας τα χρόνια 1947- 1967, με τίτλο:

«Το όραμα του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη για την Ελληνική Μουσική – Ως το 1967».

 

«Γεια σας παίδες!»

O Μάνος Χατζιδάκις σε νεανική ηλικία, αρχείο Μάνου Χατζιδάκι, Γιώργος Χατζιδάκις.

Έτσι χαιρέτησε το αστικό κοινό του Θεάτρου Μουσούρη ο Μάρκος Βαμβακάρης, γεμάτος τρακ, όταν ο νεαρός Μάνος Χατζιδάκις τον έβγαλε στη σκηνή για να παίξει μερικά τραγούδια του. Ήταν αρχές του 1949, τέλη Φεβρουάριου, αρχές Μαρτίου, ανεξακρίβωτο ακόμα, τότε που ο 23χρονος Χατζιδάκις πήρε την απόφαση να μιλήσει ανοιχτά και δημόσια για το ρεμπέτικο τραγούδι, «μια πράξη εξόχως τολμηρή για κείνους τους καιρούς», όπως είπε πολύ αργότερα ο ίδιος, γιατί «το να σ’ αρέσουν τα ρεμπέτικα τότε ήταν το ίδιο επικίνδυνο σαν να διάβαζες “Ρίζο” παράνομο…»[1].

Η τελευταία χρονιά του Εμφυλίου βρίσκει τους δύο κατοπινούς αναμορφωτές του ελληνικού τραγουδιού, το Μάνο Χατζιδάκι και το Μίκη Θεοδωράκη, που είναι συνομήλικοι και φίλοι ήδη από τα χρόνια της Κατοχής, να έχουν μπει για καλά στο δρόμο της μουσικής και μάλιστα να έχουν ήδη πίσω τους όχι ασήμαντο έργο, πράγμα που δεν είναι και ευρέως γνωστό, καθώς η παρουσία τους συνδέεται συνήθως με τη «μεγάλη δεκαετία του ’60».

Ανατέλλοντος του 1949 ο Χατζιδάκις έχει ήδη γράψει μουσική για 12 θεατρικές παραστάσεις, δυο τρεις σουίτες μπαλέτου, μία άλλη για πιάνο, έργα για φωνή και πιάνο και έχει κάνει και την πρώτη του δοκιμή στον κινηματογράφο – σε μια ταινία που ήταν η πρώτη και για την Έλλη Λαμπέτη [2]. Ανάμεσα σ’ αυτά τα περίπου 20 νεανικά του έργα συγκαταλέγονται και ορισμένα πολύ σημαντικά, όπως η σουίτα Για μια μικρή λευκή αχιβάδα, ο κύκλος τραγουδιών Ματωμένος Γάμος, από το θεατρικό του Λόρκα σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου, και τα δύο ναυτικά τραγούδια, σε ποίηση Μίλτου Σαχτούρη.

Λίγο πριν από την ιστορική διάλεξή του για το ρεμπέτικο, η κραταιά μουσικοκριτικός των Νέων Σοφία Σπανούδη γράφει πρωτοσέλιδο ύμνο για το νέο συνθέτη, με αφορμή την ερμηνεία της Αχιβάδας από διακεκριμένο Αμερικανό πιανίστα στην Αθήνα [3], ενώ λίγες μέρες μετά τη διάλεξη, στην ίδια εκείνη σκηνή του Μουσούρη (Θέατρο Αλίκη τότε), το Θέατρο Τέχνης του Κ. Κουν ανεβάζει το Λεωφορείον ο Πόθος του Τ. Γουίλιαμς, με μουσική Χατζιδάκι, όπου η Μελίνα, στον πρώτο σπουδαίο ρόλο της, τραγουδά Χάρτινο το φεγγαράκι – ένα από τα ωραιότερα και δημοφιλέστερα ελληνικά τραγούδια του 20ού αιώνα.

Την ίδια χρονιά, ο νεαρός Μίκης Θεοδωράκης ολοκληρώνει ένα πρώτο τριετές πηγαινέλα του στην Ικαρία και τη Μακρόνησο, όπου εκτοπίζεται λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων – ωστόσο, συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές αλλά και τη σύνθεση, στην οποία επιδίδεται με μένος από την τρυφερή ηλικία των 12 χρόνων. Πράγματι, 24ετής ο Θεοδωράκης έχει πίσω του, το 1949, ένα σύνολο από 50 και πλέον έργα συμφωνικού κυρίως χαρακτήρα, από το οποίο δεν λείπουν όμως και δεκάδες τραγούδια, που έγραφε για το κέφι του, σε στίχους γνωστών ποιητών (Παλαμά, Δροσίνη, Σολωμού, Βαλαωρίτη κ.ά.) αλλά και δικούς του[4].

Το 1949 οι δύο νέοι συνθέτες, που θα κυριαρχούσαν στην ελληνική μουσική το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, φαίνονται αποφασισμένοι να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους, αλλά τους συνδέει ένα κοινό, και όχι μόνο ανάμεσά τους, όραμα: η αλλαγή, μακάρι και ανατροπή, των μουσικών, τουλάχιστον, πραγμάτων της χώρας. Κάτι απολύτως συνειδητό και για τους δύο το 1949.

Γεννημένοι κι οι δύο το 1925, ανδρώθηκαν στα χρόνια της Κατοχής έχοντας, από παιδιά, πάθος για τη μουσική και την ποίηση, αλλά και ιδιαίτερη ευαισθησία για τα κοινωνικά ζητήματα, πράγμα που τους οδήγησε νωρίς στην καρδιά όχι μόνο των αισθητικών-καλλιτεχνικών, αλλά και των πολιτικών κινημάτων της πολυκύμαντης εποχής τους. Είχαν και οι δυο από έφηβοι ενταχθεί στην ΕΠΟΝ του ΕΑΜ, πράγμα που μόλις τα τελευταία χρόνια έγινε ευρύτερα γνωστό για τον Χατζιδάκι, ο οποίος μάλιστα είχε ακολουθήσει και το στρατό του ΕΛΑΣ όταν υποχωρούσε στα βουνά, το 1945, με τον οποίο και επέστρεψε στην Αθήνα μετά τη «Βάρκιζα». Παρέμεινε «στρατευμένος» ως το ’47 περίπου, γράφοντας μουσική για τους θιάσους των Ενωμένων Καλλιτεχνών, τους οποίους ακολούθησε και σε περιοδείες τους στην άγρια τότε ελληνική επαρχία, εισπράττοντας κι αυτός το μερίδιό του σε διώξεις, προπηλακισμούς και άγριους ξυλοδαρμούς. Η εμπειρία και η βάσανος μέσα από τον πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση και τον εμφύλιο, και παράλληλα η μαθητεία δίπλα σε φωτεινές πνευματικές και καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες του καιρού τους, που ευαγγελίζονταν την επανασύνδεση με την ελληνική ρίζα και την αλήθεια των πραγμάτων (είναι πασίγνωστη η φοίτηση του νεαρού Χατζιδάκι στην παρέα Ελύτη, Γκάτσου, Τσαρούχη, Κουν κ.λπ.), είχαν γεννήσει στους δύο νέους μουσικούς, όπως και στους περισσότερους Έλληνες τότε, το όραμα μιας νέας, καλύτερης Πολιτείας και, όσον αφορούσε την τέχνη τους, μιας άλλης, ουσιαστικότερης και γνησιότερα ελληνικής μουσικής. Το όραμα αυτό – με μαχητικότερο, στο πολιτικό σκέλος, το νεαρό Μίκη, περισσότερο σκεπτικιστή πια το νεαρό Μάνο – χαρακτήρισε τους δύο συνθέτες για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Και στο βαθμό που το όραμα αυτό έγινε πραγματικότητα, οφείλεται κυρίως στο έργο των δύο αυτών μεγάλων συνθετών.

 

Μάνος Χατζιδάκις και Μίκης Θεοδωράκης στη Ρώμη το 1954. Πηγή:Lifo.

 

Είναι δίκαιο να επισημάνει κανείς ότι ο Χατζιδάκις πρώτος είχε ήδη αρχίσει να δουλεύει προς αυτή την κατεύθυνση και να παρουσιάζει έργα που αναδείκνυαν την ελληνική καταγωγή και ταυτότητα στο τραγούδι και τη μουσική γενικότερα. Το όραμα του Μίκη, όπως δηλώθηκε αργότερα στο έργο του, θα καθυστερούσε ακόμη μία δεκαετία να φανεί, καθώς δρούσε ανασταλτικά ως προς αυτό ο συγχρωτισμός του με τον κόσμο της «σοβαρής» μουσικής, πρώτα στην Ελλάδα, ως το ’54, και κατόπιν στο Παρίσι, ως το ’59, όπου μάλιστα ενεπλάκη και στη δίνη της δωδεκαφθογγίας, μαθητεύοντας δίπλα στον Ολιβιέ Μεσιάν.

Ωστόσο, κι εκείνον είχε απασχολήσει τότε το ρεμπέτικο – είναι μάλιστα σχετικά άγνωστο το γεγονός ότι λίγους μήνες μετά τη διάλεξη Χατζιδάκι είχε εκδηλωθεί και ο Θεοδωράκης δημόσια υπέρ του ρεμπέτικου με άρθρο του που δημοσιεύθηκε το φθινόπωρο του 1949 [5]. Πέρασε όμως απαρατήρητο, γιατί ο συντάκτης του ήταν άγνωστος, εν αντιθέσει με τον νεαρό Χατζιδάκι, που είχε ήδη συγκινήσει τους καλλιτεχνικούς και φιλότεχνους κύκλους της Αθήνας. Η σχέση πάντως του Θεοδωράκη με το λαϊκό τραγούδι πέρασε από σαράντα κύματα – από την αποδοχή ως την απόρριψη – έως ότου κρυσταλλωθεί οριστικά, μετά την τεράστια επιτυχία του Επιταφίου το 1960, σε μια υπερθετική και μαχητική υπεράσπιση. Λέμε «μετά την επιτυχία του Επιταφίου», γιατί ακόμη και λίγες μόλις εβδομάδες πριν από την κυκλοφορία του, ο Μίκης απέρριπτε κατηγορηματικά το ρεμπέτικο, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του I960[6].

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Κατάφερε να ζήσει στον «υπερθετικό» όπως λέει κι ο ίδιος. Πηγή:Lifo.

 

Αντιθέτως, ο Χατζιδάκις ήταν ήδη «αποφασισμένος» το 1949. Είχε αρνηθεί, «μαζί με διάφορα άλλα», και την ελληνική «σοβαρή» μουσική – «που η μισή ντυμένη με κουρέλια παρίστανε την Ευρώπη, και η άλλη μισή, με φουστανέλλες, την “αθάνατη Ελλάδα”»[7]– και είχε συγκλονιστεί από το λαϊκό τραγούδι. Οι αποτυπώσεις του γεγονότος αυτού στα πρώτα του έργα θα πλήθαιναν όλο και περισσότερο τα επόμενα χρόνια και θα προκαλούσαν ισχυρές εντυπώσεις. Οι λοιδωρίες δεν έλειπαν, αλλά η μαγεία που εξέπεμπε η μουσική του νεαρού Χατζιδάκι επικρατούσε.«Έκανα θέατρο, μουσική και ποίηση, όταν αυτά ήταν διαχωρισμένα στον ελληνικό χώρο», είπε δεκαετίες αργότερα ο ίδιος, αναφερόμενος στην πρώτη δημιουργική δεκαετία του[8].

Από το 1949 ως το 1954, οι μουσικές που έγραψε για το θέατρο (Τέχνης και Εθνικό) και για τον κινηματογράφο, ορισμένα λογιότερου χαρακτήρα έργα του (όπως Ο κύκλος του CNS, οι Δύο χοές και η Ιονική Σουίτα), κυρίως όμως τα πασίγνωστα μπαλέτα του, που κυριολεκτικά ίδρυσαν και στερέωσαν το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου (Μαρσύας. Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές, Το Καταραμένο Φίδι) έφεραν ένα νέο, ζωοποιό αεράκι στην ελληνική μουσική. Ήταν το αεράκι, που δυναμώνοντας συνεχώς όσο προχωρούσε η δεκαετία του ’50, έμελλε να γίνει σφοδρός και ανανεωτικός άνεμος από το ’60 και μετά.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο Παρίσι, 14 Σεπτεμβρίου 1957; Φωτογραφία από το φωτογραφικό πρακτορείο Anefo.

Την ίδια περίοδο, ως το ’54 δηλαδή, θεμελιώνει και ο Μίκης μια ξεχωριστή παρουσία στο μουσικό κύκλο που είχε διαλέξει να κινείται. Το ’50 τελειώνει τις σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών και αρχίζει να εργάζεται στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παίζοντας κρουστά υπό το δάσκαλό του Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Την ίδια χρονιά, παρουσιάζει η ΚΟΑ έργο του (Στο πανηγύρι της Ασή-Γωνιάς), ενώ συνθέσεις του εκτελούνται όλο και συχνότερα σε συναυλίες, αποσπώντας θετικές κρίσεις.

Ως το ’54, οπότε παίρνει υποτροφία από το ΙΚΥ και φεύγει για σπουδές στο Παρίσι, εργάζεται ως μουσικοκριτικός σε διάφορες αριστερές εφημερίδες, με ψευδώνυμο κυρίως, γράφει μουσική για πολλά ραδιοφωνικά σκετς και για τις τέσσερις πρώτες του κινηματογραφικές ταινίες, συνεργάζεται κι αυτός με το Ελληνικό Χορόδραμα (Ορφέας και Ευρυδίκη, 1952) και, βέβαια, συνθέτει ακατάπαυστα: 36 έργα στην πενταετία αυτή, μεταξύ των οποίων η Πρώτη Συμφωνία του και ο κύκλος τραγουδιών Λιποτάκτες, που σε λαϊκότερη επεξεργασία θα γινόταν πασίγνωστος μετά το ’60.

Το 1955 ήταν μια χρονιά εκρηκτική για το Μάνο Χατζιδάκι και για το ελληνικό τραγούδι: ο ιδιοφυής συνθέτης αρχίζει τότε να γράφει τραγούδια που, μέσω κινηματογραφικών ταινιών, απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό και τα οποία, μάλιστα, εκδίδονται αμέσως σε δίσκους – ενώ προηγούμενες συνθέσεις του, όπως τα τραγούδια του Ματωμένου Γάμου ή το Χάρτινο φεγγαράκι δεν εκδόθηκαν παρά 10 ή και 15 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή τους – από το ’60 και μετά. Με ένα μπαράζ ταινιών (Στέλλα, Κάλπικη λίρα, Μαγική πόλις, Λατέρνα, φτώχια και φιλότιμο) ο Χατζιδάκις δίνει εκείνη τη χρονιά μια σειρά λαϊκά τραγούδια (Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι, Ο μήνας έχει δεκατρείς, Εφτά τραγούδια θα σου πω, Η λατέρνα. Γαρίφαλο στ’ αφτί, Ιλισός, Μια πόλη μαγική, Το φεγγάρι είναι κόκκινο κ.ά.) που κατάκτησαν αμέσως τις καρδιές του κόσμου και έδειξαν καθαρά την πορεία που έπαιρναν πια τα πράγματα στο ελληνικό τραγούδι. Σε λίγο ούτε το πνιγηρά ελεγχόμενο κρατικό ραδιόφωνο θα μπορέσει να αντισταθεί πλέον στην απαίτηση του κόσμου να ακούει το λαϊκό τραγούδι του. Θα άρει επιτέλους την καραντίνα και θα αρχίσει να μεταδίδει «λαϊκά» έστω και… ένα τέταρτο την ημέρα.

Από το ’55 ως το ’60, οπότε θα γίνει πια «το μεγάλο μπαμ» στο τραγούδι μας με την παγκόσμια επιτυχία της μουσικής του Ποτέ την Κυριακή και την εκρηκτική εμφάνιση του Μίκη με τον Επιτάφιο στο προσκήνιο, ο Χατζιδάκις διέρχεται μια δημιουργική περίοδο ασύλληπτη σε ποσότητα και σε ποιότητα: 70 έργα! Κοντά στα λαϊκά αλλά, ταυτόχρονα, ευρηματικά και ποιητικά τραγούδια του, που αγαπιούνται πολύ από το ευρύ κοινό, γράφει και άλλης υφής έργα, με την ευκαιρία κυρίως θεατρικών παραστάσεων αλλά και κινηματογραφικών ταινιών, που τον εκτοξεύουν στην κορυφή και στερεώνουν τη φήμη του ως ρηξικέλευθου ανανεωτή του ελληνικού τραγουδιού: Μήδεια με Παξινού, Εκκλησιάζουσες, Λυσιστράτη, θεσμοφοριάζουσες. Πλούτος, Όρνιθες, Βάτραχοι, Κύκλωπας, Αυλή των θαυμάτων, Παραμύθι χωρίς όνομα, Ο κύκλος με την κιμωλία, Δόνια Ροζίτα, Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι, Οθέλος, Ευρυδίκη, Γλυκό πουλί της νιό της, το μπαλέτο Ερημιά…

Με την «ανακάλυψή» του, τη νέα τραγουδίστρια Νάνα Μούσχουρη, κυρίως, αλλά και με πολλούς άλλους τραγουδιστές, μεταξύ των οποίων και «λαϊκοί», όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης (πράγμα σκανδαλώδες για την εποχή), ή λυρικής καταγωγής, όπως ο Γιώργος Μούτσιος, ή και ηθοποιοί, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Χατζιδάκις ηχογραφεί ως το ’60 δεκάδες τραγούδια του, που όλα ανεξαιρέτως έχουν μεγάλη, έως και τεράστια, απήχηση.

 

O Μάνος Χατζιδάκις με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

 

Στο τέλος της δεκαετίας του ’60 η παρουσία του έχει κλονίσει συθέμελα τα κάστρα του κυρίαρχου ως τότε «ελαφρού» τραγουδιού, που μιμείται ανέκαθεν ξένα πρότυπα. Αλλάζει ο ήχος, αλλάζει ο στίχος, αλλάζουν οι ρυθμοί, όλο και περισσότερα είναι τα τραγούδια που γράφονται σε ελληνικούς λαϊκούς μουσικούς δρόμους, με στίχο απαιτητικότερο. Αποκαλυπτική της νέας κατάστασης που σταδιακά διαμορφώνεται είναι η διαφορετική ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει, από χρόνο σε χρόνο, τα τραγούδια που μετέχουν στα τρία πρώτα Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού (1959, 1960, 1961). Τα φεστιβάλ αυτά οργάνωσε το τότε ΕΙΡ, εμπνευσμένο από τον ανανεωτικό άνεμο που είχε φέρει η παρουσία του χαρισματικού Χατζιδάκι – ο οποίος και επικρατεί θριαμβευτικά στις δύο πρώτες χρονιές, 1959 και 1960. Είναι σαφές ότι η Ελλάδα τραγουδά μετά μανίας Χατζιδάκι και ότι τα πράγματα έχουν ήδη αλλάξει σημαντικά στο τραγούδι της, όταν το Σεπτέμβριο του ’60 εμφανίζεται ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Επιτάφιο.

Πρέπει να θεωρείται βέβαιο, γιατί υπάρχουν δηλώσεις του ίδιου από την εποχή εκείνη, ότι ο Θεοδωράκης προσήλθε στο τραγούδι βαθύτατα εντυπωσιασμένος, και προβληματισμένος, από «την καταπληκτική απήχηση που είχαν μέσα στο λαό μας» τα «απλά», λαϊκά τραγούδια του φίλου του του Μάνου[9]. Άλλο τόσο είναι βέβαιο, όμως, ότι δεν ήρθε στο τραγούδι ένας αποτυχημένος στη «σοβαρή» μουσική, αλλά ένας που είχε αρχίσει θριαμβευτική διεθνή καριέρα στον τομέα αυτό και που μάλιστα είχε διακριθεί το 1959 ως ο καλύτερος νέος συνθέτης της Ευρώπης.

Από το ’55 ως το ’60, στην «περίοδο του Παρισιού», ο Μίκης γράφει περισσότερα από 25 συμφωνικά έργα, μεταξύ των οποίων τα μπαλέτα Αντιγόνη, παραγγελία του Κόβεντ Γκάρντεν, που θριάμβευσε στο Λονδίνο το ’59, και Οι εραστές της Τερουέλ, για τη Λουντμίλα Τσερίνα, όπως και η μουσική για την ταινία Μήνας του μέλιτος. Οι λόγοι για τους οποίους ο φέρελπις συνθέτης εγκατέλειψε τη διεθνή καριέρα που ανοιγόταν μπροστά του ήταν, όπως ο ίδιος τους έχει ορίσει, αφενός η ανάγκη του να απευθύνεται «σε όλο το λαό» και όχι στο περιορισμένο κοινό μιας ελίτ, αφετέρου η απαρέσκειά του, παρ’ όλες τις αμφιταλαντεύσεις του, να ακολουθήσει τη σχολή του δωδεκαφθογγισμού, που κυριαρχούσε τότε ως πρωτοπορία στα διεθνή μουσικά πράγματα. Αλλά, φυσικά, στην τελική του απόφαση έπαιξε καταλυτικό ρόλο η άμεση και τεράστια επιτυχία που είχαν τα τραγούδια του Επιταφίου[10]. Είναι χαρακτηριστική η εικόνα που δίνει ο κατάλογος των έργων του Θεοδωράκη: από το ’59 και μετά δεν υπάρχουν πια συμφωνικά έργα. Ο συνθέτης θα τα ξαναθυμηθεί μετά το 1980 πια, όταν όλα πάλι θα έχουν αλλάξει.

Τα τραγούδια του Επιταφίου, που ο Μίκης είχε μελοποιήσει το ’58 στο Παρίσι, πάνω στην ομώνυμη ποιητική σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου, τα είχε στείλει στο Μάνο για να τα ενορχηστρώσει και να τα εκδώσει σε δίσκο[11]. Υπάρχει μια τεράστια «φιλολογία» γύρω από το πώς και γιατί ο κύκλος αυτός δισκογραφήθηκε και εκδόθηκε σχεδόν ταυτόχρονα, το Σεπτέμβριο του ’60, σε δύο εκδοχές: μία από τον Χατζιδάκι με τη Μούσχουρη, τη «λυρική εκδοχή», και μία από το Θεοδωράκη με τον Μπιθικώτση, τη «λαϊκή εκδοχή»[12]. (Χώρια ότι μέσα σε ένα μήνα ο πληθωρικός Μίκης το εξέδωσε σε μια τρίτη, «λυρικολαϊκή εκδοχή», με τη Μαίρη Λίντα).

 

Ο Μανώλης Χιώτης, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στην ηχογράφηση του Επιτάφιου. Πηγή: Lifo.

 

Τεράστια φιλολογία, ανάλογη της εντύπωσης που προκάλεσε το έργο και του διχασμού που προκάλεσε η διπλή του έκδοση: ο πόλεμος ανάμεσα στους υποστηρικτές της μιας ή της άλλης εκδοχής του Επιταφίου – και κατά προέκταση των αισθητικών αλλά και των κοινωνικών απόψεων που εκπροσωπούσε καθεμιά – κράτησε πολλούς μήνες και δεν περιορίστηκε στις στήλες του ημερήσιου και περιοδικού τύπου. Επεκτάθηκε αμέσως στο ραδιόφωνο, τις αίθουσες διαλέξεων, τις συναυλίες, τις επιθεωρήσεις, τις παρέες, τα σπίτια! Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγες μόνο μέρες μετά την κυκλοφορία των δύο δίσκων, στις 5 Οκτωβρίου 1960, ο δραστήριος Σύλλογος Κρητών Φοιτητών διοργανώνει ειδική βραδιά στην αίθουσα «Ελευθέριος Βενιζέλος», Χρήστου Λαδά 2, όπου μίλησαν για το θέμα ο Φοίβος Ανωγειανάκης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, παρουσία πολιτικών αλλά και πλήθους κόσμου, που είχε κατακλύσει ακόμη και το κλιμακοστάσιο του κτιρίου, ως έξω στο πεζοδρόμιο…[13]

Το τραγούδι, που μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν ως θέμα μάλλον ελαφρό και πάντως μη πνευματικό, είχε αναχθεί εν μια νυκτί σε πρωτοσέλιδο και έγινε έναυσμα για συζητήσεις σοβαρών πνευματικών και κοινωνικών ζητημάτων, με όλο και σαφέστερες πολιτικές προεκτάσεις. Δεν ήταν φυσικά ο Επιτάφιος που γέννησε αυτόν τον πολυεπίπεδο προβληματισμό, ο Επιτάφιος όμως τον αποκάλυψε και έδωσε συγκεκριμένη μορφή στο τοπίο που αχνοφαινόταν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’50.

Ο Θεοδωράκης φέρνει καταρχάς το πάντρεμα λαϊκού τραγουδιού και ποίησης. Αυτό βέβαια είχε ήδη αρχίσει με τον Χατζιδάκι, καθώς είδαμε, όπως και το πέρασμα λαϊκών ρυθμών, οργάνων και φωνών στο λογιότερο τραγούδι, αλλά με το Μίκη πήρε άλλες διαστάσεις. Στους σπουδαίους κύκλους τραγουδιών που έδωσε από το ’60 ως το 1967 (Αρχιπέλαγος, Πολιτεία, Λιποτάκτες, Άξιον Εστί, Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, Συνοικία το όνειρο, Επιφάνια, Όμορφη πόλη, Φαίδρα, Ένας όμηρος, Μικρές Κυκλάδες, Η γειτονιά των Αγγέλων, Ζορμπάς, Χρυσοπράσινο φύλλο, Κύκλος Φαραντούρη, Μαουτχάουζεν, Ρωμιοσύνη κ.ά.) συναντώνται και δένονται μοναδικά το τραγούδι και η ποίηση – όχι πια η ποίηση του λαϊκού τεχνίτη, αλλά η λόγια ποίηση, που κατεβαίνει τώρα στα χείλη όλου του κόσμου.

Μίκης Θεοδωράκης. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Από την εφημερίδα «Φως των σπορ»: Ο Μίκης, ανάμεσα στους παίκτες του Ολυμπιακού Αγανιάν και Αυγητίδη, στο Ελληνικό αποχαιρετά την αποστολή της ομάδας που πήγαινε στα Σκόπια για να παίξει με τη Βαρντάρ στο πλαίσιο του Βαλκανικού Κυπέλλου.

 

Ταυτόχρονα, οι στίχοι μιλούν πια και για πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις όλο και συχνότερα όσο προχωρά η δεκαετία. Και τα τραγούδια αυτά, όσο κι αν εμποδίζεται για πολιτικούς λόγους, η ραδιοφωνική τους μετάδοση, κατακτούν τον ελληνικό λαό, που σπεύδει στις λαϊκές συναυλίες, είδος που ο Μίκης εγκαινίασε στην Ελλάδα το 1960 και το οποίο καθιερώθηκε μετά τις ιστορικές συναυλίες της άνοιξης του ’61, με τον Χατζιδάκι να γιορτάζει στον Ορφέα το Όσκαρ που του έφεραν Τα παιδιά του Πειραιά και το Μίκη να ανεβάζει στη σκηνή του Κεντρικόν λαϊκούς τραγουδιστές, όπως ο Μπιθικώτσης και ο Καζαντζίδης. Δεν είναι άσκοπο να αναφερθεί ότι το κοινό συμμετέχει στις συναυλίες εκείνες μέσα σε ατμόσφαιρα πολύ διαφορετική από εκείνη των γηπεδικών συναυλιών της μεταπολίτευσης.

 

Εξώφυλλο του σάουντρακ «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν. O Μάνος Χατζιδάκις βραβεύεται με το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για το τραγούδι «Τα Παιδιά του Πειραιά», που ακουγόταν στην ταινία (7 Απριλίου 1961).

 

Η μουσική και λίγο αργότερα η πολιτική δραστηριότητα του Θεοδωράκη ενοχλεί τόσο την άγρια Δεξιά, όσο και την αρτηριοσκληρωτική Αριστερά της εποχής. Ούτε το -«περιθωριακό»- λαϊκό ήθελαν, ούτε, πολύ περισσότερο, τις ανεξέλεγκτες, πέραν της μουσικής, «δράσεις» του. Ο Μίκης όμως πιστεύει βαθιά ότι εκπροσωπεί «την Πραγματική Αριστερά» και οραματίζεται «μια καινούργια εθνική αναγέννηση», «μια τέχνη για όλο το λαό» και αγωνίζεται γι’ αυτό[14].

Ιδρύει τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών και περιοδεύει στην Ελλάδα παρουσιάζοντας και έργα κλασικής μουσικής, γράφει και ανεβάζει Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, που μιλάει για εμφύλιο και συμφιλίωση, τότε που ακόμη είναι νωπά όλα, εκδίδει βιβλία του, αναλαμβάνει την ηγεσία της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ, γράφει και παρουσιάζει ένα έργο πολύ πιο σύνθετης μορφής, όπως το Αξιόν Εστί, προχωρώντας έτσι σ’ αυτό που λέει «διαπαιδαγώγηση του λαού», ιδρύει τη Συμφωνική Ορχήστρα Πειραιώς για να ’χει ένα όργανο στο χέρι του. Όπως θα πει αργότερα ο ίδιος, «αυτές οι εμπειρίες των δύο κινημάτων εκείνης της εποχής, του πολιτικού και του πολιτιστικού, ήταν οι ωραιότερες στιγμές της ζωής μου»[15]. Έδειχνε τι μπορούσε και τι ήθελε να κάνει, ώσπου ήρθε η δικτατορία…

 

 

Μίκης Θεοδωράκης “Canto General”, Πειραιάς 13/8/1975, Στάδιο Καραϊσκάκη. Πηγή: Lifo.

 

Η πορεία του Χατζιδάκι την ίδια περίοδο (’60-’67), και μετά την εμφάνιση του Μίκη, ήταν μουσικά παράλληλη, όλο και πιο εκλεκτική πια θα έλεγε κανείς, σε σχέση ιδίως με την προηγούμενη υπερδραστήρια πενταετία του. Τα πολλά και σπουδαία έργα του της περιόδου αυτής (Απόψε αυτοσχεδιάζουμε, Οδός Ονείρων, Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη, Συνέβη στην Αθήνα, Όρνιθες ως καντάτα, Βάκχες, Καίσαρ και Κλεοπάτρα, Αμέρικα Αμέρικα, Το χαμόγελο της Τζοκόντα, Δεκαπέντε Εσπερινοί, Μυθολογία, Καπετάν Μιχάλης κ.ά.) αφενός αποφεύγουν τις κραυγαλέες πολιτικές αποχρώσεις, πράγμα που εκμεταλλεύονται όσοι – πολλοί και ποικίλοι – εκτρέφουν την αβαθή αντιπαλότητα «αριστερών θεοδωρακικών» και «δεξιών χατζιδακικών», αφετέρου αποκόπτουν κάθε σχέση με τον ήχο «Ελλάς και μπουζούκι», στον οποίο εκφυλιζόταν συν τω χρόνω, η αποκάλυψη ελληνικής ρίζας που είχε δει ο Χατζιδάκις στο ρεμπέτικο.

Η τεράστια παγκόσμια επιτυχία πρώτα του Ποτέ την Κυριακή, με μουσική Χατζιδάκι, και ύστερα του Ζορμπά, με μουσική Θεοδωράκη, έκανε διεθνή συρμό την Ελλάδα και τη μουσική της, το μπουζούκι δηλαδή, πράγμα που υπέθαλπαν όχι μόνο οι ανερχόμενες τουριστικές φιλοδοξίες της χώρας, αλλά πολλοί και ετερόκλητοι άλλοι παράγοντες – του «εθνικού φιλότιμου» μη εξαιρουμένου. Αυτό όμως, εκτός από τις θετικές πλευρές του, είχε και πολύ δυσάρεστα αποτελέσματα, και όχι μόνο αισθητικής φύσεως.

 

Ο Μάνος Χατζιδάκις, με τον Γιώργο Ρωμανό, στη Συναυλία της Νεολαίας της Ε.Ρ.Ε στον «Ορφέα», το 1965 (Φώτο: Τάκης Πανανίδης).

 

Ο Χατζιδάκις, με την οξυδέρκεια και την έμφυτη καλαισθησία του, ήταν τότε ο πρώτος που το ένιωσε, το κατήγγειλε και φρόντισε να απομακρύνει τη μουσική του από τη γειτνίαση με όλα αυτά. Το δείχνουν ο ήχος των έργων του της εποχής εκείνης, αλλά και άλλες μουσικές δραστηριότητές του, όπως η προκήρυξη διαγωνισμού έργων σύγχρονης μουσικής, όπου βραβεύθηκε και ο Γιάννης Ξενάκης, ή η ίδρυση της Πειραματικής Ορχήστρας Αθηνών, που έδωσε πολλές πρώτες εκτελέσεις ελληνικών έργων συμφωνικής μουσικής – ένας πρόδρομος της Ορχήστρας των Χρωμάτων, που θα ίδρυε 20 χρόνια αργότερα.

Εντούτοις, παρά τις σοβαρές παρενέργειες της μόδας του μπουζουκιού και του κατασκευάσματος που αποκλήθηκε «συρτάκι ντανς» – η οποία πήρε σαρωτικές διαστάσεις με τη δικτατορία, όταν αφέθηκε ασύδοτη, χωρίς αντίπαλο δέος -, το σπουδαιότερο ήταν ότι η παρουσία και το έργο των δύο μεγάλων συνθετών άλλαξε διά παντός το ρου του ελληνικού τραγουδιού και ήταν ένας από τους βασικότερους παράγοντες που δημιούργησαν αυτό που λέμε άνθηση στη δεκαετία του ’60. Άνθηση όχι μόνο στη μουσική, αλλά γενικότερη, πνευματική, καλλιτεχνική, κοινωνική και πολιτική.

 

Μάνος Χατζιδάκις

 

Ιδιαίτερα βεβαίως στο τραγούδι, όπου μετά το ’60 δεν υπάρχει τραγουδοποιός που να μην επηρεάζεται από το δίπολο Χατζιδάκις – Θεοδωράκης στη μελωδία, το ρυθμό, το στίχο, την ενορχήστρωση και τον τρόπο ερμηνείας. Ακόμη και παλαιοί συνθέτες, και οι πιο άξιοι, ακολουθούν ή και μιμούνται απροσχημάτιστα τον έναν ή τον άλλον ή, ευκαιριακά, και τους δύο. Πολύ περισσότερο επηρεάζονται βέβαια, αλλά δημιουργικά εις βάθος χρόνου, οι νέες δυνάμεις που εμφανίζονται τότε στο τραγούδι μας – μια γενιά πολύ σημαντικών συνθετών και στιχουργών, όπως οι Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Κουγιουμτζής, Σπανός, Λεοντής, Μαυρουδής, Σαββόπουλος, Παπαδόπουλος, Ελευθερίου κ.ά.

Δημιουργείται έτσι μια παράδοση που καθόρισε το ελληνικό τραγούδι στο β’ μισό του 20ού αιώνα και συνεχίζει και σήμερα, παρά τα φαινόμενα, να αποτελεί το μέτρο στην τέχνη του τραγουδιού. Ο στίχος με τον οποίο το ελληνικό τραγούδι μπήκε στον 21ο αιώνα, ακόμα κι αν αγνοεί παντελώς την ποίηση (που συχνότατα καθόλου δεν την αγνοεί), έχει ως συνείδηση το στίχο που τραγούδησαν οι Έλληνες από το ’60 και εξής. Και η μουσική του ελληνικού τραγουδιού – μελωδίες, ρυθμοί, όργανα, αίσθημα – διατηρεί ακόμη σήμερα την ιθαγένειά της, σε μια εποχή που ο δυτικός ήχος έχει ισοπεδώσει πολλά άλλα, και κραταιά κάποτε σε διεθνές επίπεδο, εθνικά τραγούδια – το ιταλικό, λ.χ., ή το γαλλικό. Το ελληνικό τραγούδι βρήκε πρόσωπο και ταυτότητα μετά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 κι αυτό το οφείλουμε κυρίως στο Μάνο Χατζιδάκι και το Μίκη Θεοδωράκη.

 

Υποσημειώσεις


[1] Σημείωμα του Χατζιδάκι στο ένθετο έντυπο, σ. 5, της κασετίνας δίσκων βινυλίου Η Ρωμαϊκή Αγορά, ΕΜΙ, 1986.

[2] Για την εργογραφία Χατζιδάκι βλ. Βασίλης Αγγελικόπουλος. Φάρος στη σιωπή – Κείμενα για τη ζωή και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, Καστανιώτης, β’ έκδ., Αθήνα 1997, σ. 173 κ.ε. Επίσης, του ίδιου, «Μ. Χατζιδάκις: Το ξεκίνημα ενός “μύθου»» (η δράση του συνθέτη στη δεκαετία του ’40), Καθημερινή της Κυριακής, 15.6.1997.

[3] Στα Νέα, 20.1.1949. Ο πιανίστας ήταν ο Τζον Κάτσιεν.

[4] Για την εργογραφία Θεοδωράκη βλ. Αστέρη Κούτουλα, Ο μουσικός Θεοδωράκης – Κείμενα – Εργογραφία – Κριτικές. 1937-1996, Νέα Σύνορα- Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1998.

[5] Στη Σημερινή Εποχή, Οκτώβριος και Νοέμβριος 1949. Αναδημοσιεύεται στο: Μίκης Θεοδωράκης, Για την εθνική μουσική, Αθήνα 1961 και, σε επανέκδοση, Καστανιώτης, 1986, σ. 157 κ.ε.

[6] Στο περ. Κριτική, τχ. 3, 1960. Βλ. στο βιβλίο του Μίκη, σ. 91 (και «απολογία» του συνθέτη, σ. 194 και 195).

[7] Σημείωμα του Χατζιδάκι στο κάλυμμα του δίσκου του Ματωμένος Γάμος – Παραμύθι Χωρίς Όνομα, ΕΜΙ, 1961.

[8] Βλ. εργογραφικά του σημειώματα σε προγράμματα συναυλιών του 1983 κ.ε.

[9] Στην τύχη, μία από τις πολλές ενδείξεις: Τον Ιούλιο του 1960, πριν ακόμα εμφανιστεί στο τραγούδι κι ενώ προετοιμάζεται η ηχογράφηση του Επιταφίου, δηλώνει ο Μ. Θεοδωράκης στον Ταχυδρόμο, αναφερόμενος στα λαϊκά τραγούδια του Χατζιδάκι: «Κανείς μας δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί την καταπληκτική απήχηση που θα είχαν οι απλές αυτές μελωδίες μέσα στο λαό μας». Και στο ανωτέρω βιβλίο του, σ. 136.

[10] Αστέρη Κούτουλα, Ο μουσικός θεοδωράκης, σ. 402,403.

[11] Στο σημείο αυτό διαφοροποιούνται σημαντικά οι σχετικές δηλώσεις του Μ. Θεοδωράκη πριν και μετά την έκδοση (και επιτυχία) του Επιταφίου. Πριν (Ιούλιος 1960):«[…] μια μέρα που συγκεντρώθηκαν μερικοί Έλληνες φίλοι στο σπίτι μου (σ.σ: στο Παρίσι), αποφάσισα να τους κάνω έκπληξη τραγουδώντας τους τα οχτώ τραγούδια απ’ τον Επιτάφιο. Μετά τα ξέχασα. Κι ασφαλώς θα ’μεναν για “εσωτερική κατανάλωση’’, πλάι σε τόσα άλλα, αν μερικοί φίλοι μου – και κυρίως ο Χατζιδάκις – δεν αποφάσιζαν να τα προβάλουν». Και μετά την επιτυχία του Επιταφίου (αρχές Οκτωβρίου 1960): «Ευθύς μόλις καθαρόγραψα τις μελωδίες του Επιτάφιου τις έστειλα σε δυο ανθρώπους στην Αθήνα: στο Γιάννη Ρίτσο και στο Μάνο Χατζιδάκι. Αυτό δείχνει τη μεγάλη εκτίμηση που έχω σ’ αυτόν τον τελευταίο, καθώς και την εμπιστοσύνη μου ότι δεν θα αλλοίωνε το χαρακτήρα του έργου. Του υποδείκνυα μονάχα πως θα το ’θελα με σκέτα μπουζούκια. Τα χρόνια πέρασαν κι ωστόσο δε γίνηκε τίποτα. Κατέβηκα φέτος με τη σκέψη να το γράψω με το Γρηγόρη Μπιθικώτση […]», Αυγή, 8.10.1960 και στο Μ. Θεοδωράκης, Για την ελληνική μουσική, σ. 180.

[12] Βλ„ π.χ.. στο ανωτέρω βιβλίο του Μίκη, σ. 149 κ.ε.

[13] Βλ. σχετικά ρεπορτάζ στις εφημερίδες των ημερών.

[14] Α. Κούτουλα. ό.π., σ. 400,405 κ.α.

[15] Ο.π., σ. 404.

 

Βασίλης Αγγελικόπουλος

Επιστημονικό Συμπόσιο, «Η εκρηκτική εικοσαετία 1949-1967», 10-12 Νοεμβρίου 2000. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας [Ιδρυτής Σχολή Μωραΐτη]  – Πρακτικά, Αθήνα, 2002.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.