Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

 σας γνωστοποιεί ότι ο ιστότοπός της ενημερώνεται καθημερινά.

 

 

Προϋποθέσεις Χρήσης

 

 

Το σύνολο του περιεχομένου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού στο διαδικτυακό τόπο http://www.argolikivivliothiki.gr, αποτελεί  πνευματική ιδιοκτησία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των συνεργατών της και προστατεύεται  από τις εθνικές (Νόμος 2121/93) και διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως,

απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε αναπαραγωγή (reformatting), αναδημοσίευση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (upload), διαμόρφωση, τροποποίηση, δημιουργία αντιγράφων site (mirroring) του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση του Δικαιούχου.

Επιτρέπεται

 η ελεύθερη αναπαραγωγή αντιγράφων μέρους ή του συνολικού έργου για προσωπική ή εκπαιδευτική χρήση, εφ’ όσον τα αντίγραφα αυτά δεν θα διανεμηθούν στη συνέχεια για κερδοσκοπικούς σκοπούς, με την προϋπόθεση  ότι  θα υπάρχει αναφορά της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των πηγών του άρθρου καθώς και η ηλεκτρονική διεύθυνση της βιβλιοθήκης.

Για τη χρησιμοποίηση

 για άλλους σκοπούς, όπως εμπορική εκμετάλλευση, φόρτωση σε άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, αξιοποίηση μέρους του έργου για την παραγωγή νέου κ.α., απαιτείται η συνεννόηση με την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Η Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, λειτουργεί ως ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Ο βασικός σκοπός  της είναι η έρευνα, ο εντοπισμός, η συλλογή, η ταξινόμηση, η διάσωση, η μελέτη και η έκδοση αρχειακού υλικού που αφορά στην ιστορική και πνευματική εξέλιξη και ανάπτυξη του νομού Αργολίδας, της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας.

Μέσα από την καταγραφή και την ανάδειξη αυτού του υλικού, στοχεύει να καταστήσει κοινωνούς όλους όσοι ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν, να μελετήσουν ή να αξιοποιήσουν αυτόν τον πολιτιστικό και ιστορικό θησαυρό.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη επιχειρεί να διασώσει, να διατηρήσει, να μελετήσει και να καταγράψει όσα στοιχεία του παρελθόντος ακόμη αχνά διακρίνονται, πριν τα καταπιεί ο χρόνος και η λήθη.

Οι συλλογές της, καλύπτουν πολύπλευρα την ιστορική εξέλιξη και την πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας και ειδικότερα της Αργολίδας, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.

Η σημαντικότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ήδη κατέχει ιδιαίτερα πλούσιο αρχειακό υλικό που αφορά στην πολιτιστική και ιστορική πραγματικότητα της Ελλάδας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής πορείας του τόπου.

Ναύπλιο. Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930.

Την ουσιαστική προσφορά της Βιβλιοθήκης, από τα πρώτα της βήματα, εκτίμησε η Επιτροπή Πολιτών του Νομού Αργολίδας, που την πρότεινε ομόφωνα στον Οργανισμό Πολιτισμού και Αθλητισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και στις 22 Μαρτίου 2009, της απονεμήθηκε το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς 2008, για την συμβολή της στην προώθηση του Πολιτισμού της Αργολίδας, στο διαδίκτυο. Επίσης η ΕΤ1 εκτιμώντας το έργο της, πρόβαλε γι’ αυτήν ένα ειδικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα.

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

 

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

Η αξιοπιστία και η συνέπεια της επικροτούνται  από διάφορους πνευματικούς φορείς και ιδρύματα, οι οποίοι συνεργάζονται μαζί της αξιοποιώντας το υλικό της, προκειμένου να εκδώσουν σχετικά βιβλία ή να συμπληρώσουν άλλες μελέτες τους.

 

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για τα θέματα που πραγματεύεται και δηλώνει ότι θα σταθεί συμπαραστάτης και αρωγός σε κάθε πρωτοβουλία που σχετίζεται με αυτά.

  Εκδόσεις Εκ Προοιμἰου

Η παιδαγωγική αξία των επών του Ομήρου για την εφηβική ηλικία – Ελπινίκη Α. Τσικλείδη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα»  την εισήγηση της κας Ελπινίκης Α. Τσικλείδη στη Στρογγυλή Τράπεζα «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη / Homer and Greek Thought», που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 22 Μαΐου 2019, στις εγκαταστάσεις του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου στην Αθήνα, με θέμα:

 

«Η παιδαγωγική αξία των επών του Ομήρου για την εφηβική ηλικία».

 

Η εφηβική ηλικία συνιστά την εκρηκτική, την ηφαιστειακή ώρα της ανθρώπινης οντότητας. Είναι η ώρα της συνειδητοποίησης μιας νέας, πολυδιάστατης αίσθησης εαυτού. Ένας κόσμος δύει και ένας άλλος ανατέλλει… Ένας κόσμος ονείρων, επιδιώξεων, προσδοκιών και στόχων. Είναι ο χρυσός χρόνος διαμόρφωσης της προσωπικότητας, της τοποθέτησης αξιών και στάσεων ζωής, της αμφισβήτησης και της φανέρωσης νέου τρόπου σκέψης και κοσμοθεώρησης.

Σ’ αυτήν την καταλυτική ώρα της ανθρώπινης ζωής και ύπαρξης, αναντίρρητα, τα μεγάλα, πνευματικά, κλασσικά έργα, μπορούν να καθοδηγήσουν και να προβάλλουν πρότυπα ζωής πλούσια σε περιεχόμενο. Μόνο έργα διαπνεόμενα από πανανθρώπινες, διαχρονικές ιδέες και κλασσικά ιδανικά, μπορούν να παιδαγωγήσουν και να επηρεάσουν τους εφήβους επ’ αγαθῴ.

Ιδανικός Δάσκαλος των εφήβων υπήρξε και υπάρχει ο «Θείος Όμη­ρος». O μεγαλύτερος επικός ποιητής, o κατ’ εξοχήν ποιητής (poète par excellence), με την Ιλιάδα και την Οδύσσειά του παιδαγώγησε και παιδαγωγεί την Ελλάδα και την Ευρώπη. Ο Πλάτων θα πει: «ὡς τὴν Ἑλλάδα πεπαίδευκεν οὗτος ὁ ποιητής». [1] Αλλά και την Ευρώπη πε­παίδευκεν, καθώς διδάσκεται στα σχολεία της Εσπερίας. Ο Όμηρος με τα Έπη του, τα οποία αποτελούν έργα τέχνης απαράμιλλου κάλλους, στοχεύει στην ψυχή και στον νου του καθέκαστου ανθρώπου και μάλιστα περισσότερο του νέου, τον οποίο διδάσκει με βελούδινο τρόπο. Ο Αντόνιο Γκράμσι δηλώνει ενδεικτικά: «Η τέχνη μπορεί να διδάξει, ακριβώς γιατί είναι τέχνη και όχι γιατί είναι “τέχνη που διδάσκει”, γιατί, σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ένα τίποτα και το τίποτα δεν μπορεί να διδάσκει». [2] Είναι μια τέχνη που πλάθει εύπλαστες καρδιές και συγκροτεί ολόδροσα μυαλά. Η δυνατή και πάλλουσα ποίηση του ραψωδού προσφέρει την αισθητική απόλαυση και τη βαθιά διδαχή. Η μεγάλη ποίηση του Ομήρου διαμορφώνει όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ουσίας, φωτίζει το λογικό, πλουτίζει το φαντασιακό, εμπνέει το οραματικό στοιχείο. Ο Όμηρος είναι ένας υπέροχος παραμυθάς, που σαγηνεύει με τον οίστρο και τα τεχνάσματά του τη νεανική, ευεπηρέαστη φύση που λαχταρά να υψωθεί και να αγγίξει τα όνειρά της.

 

Ο Όμηρος και οι Έλληνες, έργο του Γερμανού ζωγράφου Wilhelm von Kaulbach (1805- 1874). Τοιχογραφία στη σκάλα του νέου μουσείου στο Βερολίνο, έκδοση του Alexander Dunckel, 1871.

 

Ποιος ή ποια δεν ταυτίστηκε στα εφηβικά χρόνια με κάποιον ή κάποια από τους ήρωες ή τις ηρωίδες του Ομήρου;

Άλλος μαγεύεται από τη λιονταρίσια ψυχή του Αχιλλέα, άλλος από τη σύνεση, τη γλυκύτητα και τη δύναμη του λόγου του Νέστορα. Κάποια θέλει να μοιάσει στη γοητεία της Κίρκης και κάποια άλλη στην πίστη και την υπομονή της Πηνελόπης. Η δε μορφή του πολύτροπου Οδυσσέα, του σοφού και συνάμα ελεύθερου ανθρώπου αγγίζει κάθε ψυχή στην ολότητά της. Ποιητής, δάσκαλος, μάγος ο Όμηρος, αλλά και πρώιμος φιλόσοφος. Η τέχνη του μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ποιητική φιλοσοφία. Γνωρίζει το καλό και το κακό, το ωφέλιμο και το βλαβερό και το κοινωνεί με το διεισδυτικό και υπόγειο τρόπο της ποίησης στον άνθρωπο, στο νέον άνθρωπο. Στην ποίησή του ενσωματώνεται η ιστορία του παρελθόντος, τα κλέη των ανδρών και η ηθική σοφία ενός έθνους. Παραδίδονται στις επερχόμενες γενεές με εύληπτο τρόπο, τα πρότυπα προς μίμηση, οι στάσεις ζωής και οι υψηλοί σκοποί. Παραδίδεται στη νεότητα πυξίδα ζωής και ιστία πλοήγησης. Μπολιάζονται στις νεανικές ψυχές κλασσικές αξίες, όπως ο σεβασμός, η ευσέβεια, η σεμνότητα, η φιλία, η γενναιότητα, η φιλοπατρία, η θυσία, η επιδεξιότητα, η ευελιξία.

Οι ήρωες και οι ηρωίδες των Επών, είναι παραδειγματικές, εμβληματικές μορφές, ικανές να δονήσουν, να διεγείρουν δημιουργικά τον άνθρωπο που αναπτύσσεται και ανασυνθέτεται. Ποίηση πολυδιάστατη, καλειδοσκοπική, πολύτροπη, δυνατή, νεανική, μουσική, συγκινησιακή και αισθαντική.

Η Ιλιάδα είναι περισσότερο πολεμική και ρεαλιστική και εμφανώς αναδύονται οι αξίες της τιμής, της αρετής, της αριστείας, της αιδούς, της άμιλλας, της φιλοπατρίας.

Η Οδύσσεια είναι ύμνος στην ανθρώπινη περιπέτεια, στην έλλογη αλλά και στην παράλογη σκέψη, στην ανθρώπινη επιδεξιότητα και επινοητικότητα, στην εναγώνια προσπάθεια για επιβίωση και στα επιτεύγματα που προέρχονται απ’ αυτήν. Όμως και στα δύο Έπη υπάρχει η διδαχή της αρμόζουσας (προσήκουσας) συμπεριφοράς, ένας πρακτικός κώδικας συνδιαλλαγής των ατόμων. Το γεγονός αυτό, γίνεται αρωγός στην αναζήτηση της νεότητας για αρμονικούς κανόνες συμβίωσης, για ένα πρότυπο μοντέλο ζωής.

Στην Ιλιάδα η έννοια της τιμής, της αριστείας, της φιλοπατρίας, αποτελούν τα μεγάλα προστάγματα. Πάντα να είσαι ο καλύτερος, να ξεπερνάς τους άλλους, να τιμάς το πατρικό γένος!

«Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν».[3]

Έχουμε την πεμπτουσία, την επιτομή του ηρωικού κώδικα. Έτσι ξεπροβόδισε ο Ιππόλοχος τον γιο του Γλαύκο, όταν πήγαινε να πολεμήσει με την αντίπαλη παράταξη, έτσι αποχαιρέτησε ο Πηλέας τον λεβέντη γιο του Αχιλλέα, όταν μαζί με τους Έλληνες κίνησε να πολεμήσει στην Τροία. [4]

Η αποθέωση του ηρωισμού και της αγάπης προς την πατρίδα εντοπίζεται και στην κορυφαία Ομηρική ρήση: «Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης».[5]

Αλλά και έννοιες όπως της συνδιαλλαγής, του ανθρωπισμού και του σεβασμού του αντιπάλου, αναδύονται από το μέγα Έπος. Η κορυφαία, η καθηλωτική σκηνή της ικεσίας του Πριάμου στον Αχιλλέα να ενταφιάσει το άμοιρο παιδί του και η αποδοχή της από τον ήρωα, είναι δυνατό να μην εγγραφεί στην ολόθερμη, νεανική ψυχή; Ο μεγάλος ποιητής γνωρίζει καλά την ανθρώπινη ύπαρξη και τα χαρακτηριστικά της, μιλά στην καρδιά και το μυαλό κάθε ανθρώπινου όντος. Ο ιδιοφυής ποιητής με τα Έπη του, φθάνει στη ρίζα της ανθρωπιάς, δονεί και συγκινεί, όπως αυτό γίνεται και με τις τραγωδίες των μεγάλων τραγικών ποιητών. Ο Αισχύλος θα αποδώσει την προσήκουσα τιμή στον Όμηρο, αναφέροντας, ότι οι τραγωδίες του ήταν ψίχουλα από το μεγάλο τραπέζι (δείπνο) του Ομήρου. Ο Όμηρος λειτουργεί σαν ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής και έχει την ικανότητα με την τέχνη και την τεχνική του να μεταδίδει τις ιδέες, τα μηνύματα και τις αξίες του, στον εν γένει άνθρωπο, αλλά και στον νέο άνθρωπο ειδικότερα. Επιπρόσθετα, ο ποιητής και η καλλιτεχνική του ευφυΐα μεταδίδει τα νοήματα με τρόπο ευχάριστο και γόνιμο, δημιουργώντας υπέροχες εικόνες, τέτοιες που πλείστοι καλλιτέχνες μετά απ’ αυτόν, να εμπνευστούν απ’ αυτές και να πραγματοποιήσουν αξεπέραστα έργα στη ζωγραφική και στη μουσική.

Επίσης, κάθε δάσκαλος και κάθε παιδαγωγός, με εργαλείο τα βιβλία του Ομήρου, μπορεί να τελέσει φωτισμένη διδασκαλία, ικανή να φλογίσει εφηβικές ψυχές.

Στην Οδύσσεια αποθεώνονται αξίες όπως της φιλοξενίας, της φιλίας, της οικογένειας, της πίστης, της αφοσίωσης, της υπομονής, της ευγένειας. Αξίες που όλοι προσδοκούν και εύχονται να διέπουν τις νέες γενεές. Η ζωή σαν αυταξία παρουσιάζεται με όλα τα αγαθά και με όλα τα δεινά της.

Μέσα από τον αγώνα έρχεται η δικαίωση, η χαρά, το μεγαλείο! Υπάρχει ενθουσιασμός και αισιοδοξία, ιδιότητες που χαρακτηρίζουν την ανόθευτη, υπέροχη, νεανική ψυχή.

Στον Όμηρο οι ήρωες έχουν ισχυρό χαρακτήρα, ταλέντα, ήθος, πραγ­ματώνουν άθλους. Ο μέγας αοιδός διαθέτει πνεύμα, τέχνη και τεχνική, για να συναρπάσει και να καθοδηγήσει με την αφήγησή του. Το σχήμα Ύβρις-Άτη-Νέμεσις-Τίσις δηλώνει την ανθρώπινη πτώση, αλλά και την επαναφορά της ηθικής τάξης και παρουσιάζεται συχνά στα Έπη του.

Μορφή και περιεχόμενο σε πλήρη λάμψη και ανάπτυξη συντελούν στην άσκηση απόκτησης παιδείας και πολιτισμού, από τον έφηβο, το νέο, τον εν γένει άνθρωπο και πολίτη. Ο Όμηρος είναι ο μεγάλος διαφωτιστής των αρχαίων χρόνων. Οι πρώτοι Πυθαγόρειοι θα ορίσουν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως «Ιερά Βιβλία». Οι έφηβοι όλων των εποχών ανακαλύπτουν παγκόσμιες, ανθρώπινες καταστάσεις και συναισθήματα στα Ομηρικά Έπη. Ανακαλύπτουν μεγάλες αλήθειες για τη ζωή και τον άνθρωπο και αποκτούν ωφέλιμη γνώση. Μαθαίνουν για τα ανθρώπινα πάθη, αλλά και για την άρση τους. Η ζωή έχει την αξία της, αλλά η τιμή στέκεται πάνω και απ’ αυτήν! Εκφράζονται πρότυπα ζωής σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Οι άνθρωποι έχουν αδυναμίες, αλλά μπορούν να πραγματώσουν την υπέρβασή τους, να δώσουν νόημα και περιεχόμενο στη δράση τους, στα πρόσωπα και στα πράγματα.

Ο Ομηρικός κόσμος δεν είναι ο κόσμος του χάους, της παρακμής, αλλά ο κόσμος της παράδοσης, της σύγκρουσης, του αγώνα, των διλημμάτων που ενεργοποιούν το ανθρώπινο δυναμικό, το σκέπτεσθαι και το κρίνειν, γονιμοποιούν τις ιδιαίτερες κλίσεις του προσώπου και οδηγούν στην περαιτέρω εξέλιξη της κοινωνίας, μέσα από πολυσήμαντα, πολυδύναμα γεγονότα, συγκρούσεις και προοπτικές.

Ο έφηβος, ο νέος, καλείται να γίνει πολύτροπος, πολυμήχανος, πο­λυμαθής, γονιμοποιός, για να αδράξει τη ζωή, να τη μετουσιώσει, να τη χαρεί, να την παραδώσει στους επιγόνους του ζωντανή και πλούσια.

Το υφαντό της Πηνελόπης υφαίνεται από τον καθένα και την κα­θεμία, ημέρα με την ημέρα της ζωή τους. Το ταξίδι της ζωής είναι η «Οδύσσεια» της κάθε ατομικής ύπαρξης και ο ποθητός νόστος μοναδικός για το καθένα ον. Κάθε άτομο-πρόσωπο σαλπάρει στις θάλασσες, στα κύματα, ανοίγεται στο πέλαγος, κλυδωνίζεται σαν την Αργώ, συντροφιά με τα όνειρά του, για να αγναντέψει στο τέλος το δικό του λιμάνι και να κερδίσει την παράξενη Ιθάκη του, την πατρίδα της καρδιάς και του νου του!…

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πλάτων, Πολιτεία, 606e.

[2] Γκράμσι, 1981, 23.

[3] Ομήρου, Ιλιάδα, Ζ, 208-209.

[4] Edwards, 2001, 206.

[5] Ομήρου, Ιλιάδα, Μ, 243.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Γκράμσι, Αντόνιο, Λογοτεχνία και Εθνική ζωή, μτφρ. Χρήστος Μαστραντώνης, τ.ε΄, Αθήνα, Στοχα­στής, 1981.
  • Edwards, Mark, Όμηρος ο ποιητής της Ιλιάδος, μτφρ. Βάιος Λιαπής, Νικόλαος Μπεζεντάκος, Αθήνα, Ινστιτούτο του Βιβλίου-Α.Καρδαμίτσα, 2001.

 

Ελπινίκη Α. Τσικλείδη

 «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και η εικόνα που παρατίθεται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Η έννοια της ψυχής στα Ομηρικά έπη – Πέννυ Γρούβα στο, «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.


 

Είναι γεγονός πως στα δύο διασωθέντα κύκλια έπη του Ομήρου, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, γίνεται τόσο άμεση, όσο και έμμεση αναφορά στην έννοια της ψυχής, ενώ τα δύο αυτά έπη του 8ου αιώνα π.Χ. είναι τα πρώτα κείμενα της ελληνικής γραμματείας στα οποία πρωτοαπαντάται η συγκεκριμένη λέξη. Ας αποσαφηνίσουμε, λοιπόν, το τι ορίζεται ως ψυχή, προτού εντοπίσουμε αναφορές της έννοιας σε χωρία των δύο ποιημάτων. Αρχικά, ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ρήμα «ψύω», με το επίθημα -χω, δηλαδή «ψύχω» που σημαίνει «φυσώ», «πνέω». Κυριολεκτικά, ψυχή σημαίνει «ψυχρή πνοή», δηλαδή ύστατη ένδειξη ζωής στο ανθρώπινο σώμα.

Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε το γεγονός πως σε τουλάχιστον έξι γλώσσες, όπως αυτή των Ασυρρίων, των Εβραίων, των Ινδών, των Σλάβων, των Λατίνων η αντίστοιχη λέξη ψυχή προέρχεται από ρήματα που σημαίνουν «αναπνέω». Στην πιο γνώριμη σε εμάς γλώσσα, τη λατινική, τα anima, animus έχουν συγγένεια με το αρχαίο ελληνικό ρήμα «άημι» που σημαίνει «φυσώ», «πνέω» και μέχρι σήμερα χρησιμοποιούνται με τις σημασίες «πνοή» και «ψυχή».

Επιστρέφοντας, λοιπόν, στον Όμηρο η ακριβής απόδοση μιας σημασίας στη λέξη ψυχή φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Η μόνη σημασία που μπορούμε να δώσουμε με βεβαιότητα είναι αυτή της «πνοής – αναπνοής», σύμφωνα με τους λεξικογράφους Πανταζίδη και Λορεντζάτου, καθώς υπάρχει χωρίο στην Ιλιάδα, στο οποίο ακριβώς αναφέρεται η λέξη «αϋτμή», δηλαδή «πνοή». Ειδικότερα, αναφέρεται στο κ 89-90 «Ζευς ενέηκε πόνοισι διαμπερές εις ο κ’ αϋτμή/εν στήθεσσι μένη και μοι φίλα γούνατ’ ορώρη» (ο Δίας απ’ όλους πιότερο σε βάσανα με ρίχνει δίχως τέλος / όσο κρατάει η πνοή στα στήθη μου κι η δύναμη στα γόνα).

Στη συνέχεια, η χρήση της λέξης αυτής στα έπη γίνεται αφενός αναφορικά με τον αρχαίο πολεμιστή, υπό την έννοια πως εκείνος οφείλει να επιδείξει ψυχικό σθένος και ανδρεία στη μάχη, καθώς αυτό το οποίο διακινδυνεύει να χάσει, εάν σκοτωθεί, είναι ακριβώς η ψυχή του και, αφετέρου, αναφορικά με τον ανθρώπινο θάνατο, όπως θα δούμε ακολούθως. Αποτελεί επομένως η ψυχή σύμβολο της ανθρώπινης θνητότητας, ενώ αξίζει να σημειώσουμε πως στα ομηρικά έπη δεν αποδίδει το σύνολο των ψυχικών ιδιοτήτων.

 

Η σορός του Έκτορα μεταφέρεται στην Τροία, ρωμαϊκή σαρκοφάγος, περίπου 180-200 μ.X. Louvre Museum from the Borghese collection.

 

Κάποια βασικά στοιχεία, τώρα, που παρατηρούμε στις ομηρικές ψυχές μελετώντας τους ομηρικούς στίχους είναι πως εκείνες, σε συνδυασμό με το σώμα ενός θνητού, συναποτελούσαν την ολότητα του αρχαίου Έλληνα. Ο διαχωρισμός αυτής της ολότητας σε σώμα – ψυχή μπορούσε να επέλθει με δύο τρόπους. Από τη μια, στιγμιαία, όπως για παράδειγμα σε μια λιποθυμία, δηλαδή ολική απώλεια αισθήσεων, από την οποία το άτομο επανερχόταν μέσα σε λίγα λεπτά, όπως περιγράφεται, για παράδειγμα, στην Ιλιάδα η ξαφνική απώλεια των αισθήσεων της Ανδρομάχης. Όταν εκείνη αντίκρισε τον γιο της σερνάμενο από τον Αχιλλέα, η ψυχή της στιγμιαία απομακρύνθηκε από το σώμα. Εκείνο που επανάφερε την ψυχή της «μάνας» στο σώμα της ήταν το συναίσθημα του «θυμού». Από την άλλη, ο θάνατος αποτελεί τη δεύτερη αιτία διάκρισης της ψυχής από το σώμα, με αποτέλεσμα την μόνιμη πλέον μετάβαση της ψυχής στον Κάτω Κόσμο.

Πιο αναλυτικά, οι ομηρικοί άνθρωποι πιστεύουν στον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα μετά τον θάνατο και την εγκατάστασή της στον Άδη, εκεί όπου θα κριθεί και θα τιμωρηθεί, εάν χρειαστεί, για τις πράξεις της όσο βρισκόταν στο σώμα στο οποίο ανήκε. Να σημειώσουμε εδώ πως δεν υπονοείται κάποια μορφή Κόλασης ή Παραδείσου, αλλά εννοείται η κοινή εγκατάσταση όλων των ψυχών συλλήβδην, και εκείνων που θα τιμωρούνταν και εκείνων που θα ησύχαζαν, στον Κάτω Κόσμο. Εκείνο, που προϋποτίθεται για να μπορέσει η ψυχή να οδηγηθεί στον Άδη, είναι η ταφή του θανούντος. Χωρίς αυτήν τη διαδικασία η ψυχή εγκλωβιζόταν στο κατώφλι του Άδη και δεν μπορούσε να μεταβεί εκεί όπου ήταν ο προορισμός της. Το πρόσωπο που οδηγούσε σαν ποιμήν τις ψυχές των νεκρών, αφού πραγματοποιούταν η ταφή τους, ήταν ο Ερμής, όπως φαίνεται για παράδειγμα στη ραψωδία ω της Οδύσσειας.

Γίνεται, λοιπόν, φανερό πως οι ομηρικοί άνθρωποι δέχονται την αθανασία της ψυχής μετά θάνατον, χωρίς όμως να πιστεύουν πως διατηρεί αυτή τας «φρένας», δηλαδή την ενεργή πνευματικότητα και συνείδησή της. Μόνο σε περίπτωση επαφής της με αίμα επανακτούσε μερική συνείδηση, γι’ αυτό ενίοτε οι ψυχές που τριγυρνούσαν στον Άδη χαρακτηρίζονταν «διψασμένες», και εννοείται για αίμα. Διότι η ψυχή χωρίς το αίμα του ανθρώπινου σώματος ήταν «μουδιασμένη». Είναι γεγονός πως οι πρώτοι κι όλας άνθρωποι ταύτιζαν την ψυχή με μέρη του ανθρώπινου σώματος, κι ένα από αυτά είναι το αίμα.

 

Ο Χάρων, ο πορθμέας του Άδη, μεταφέρει τις ψυχές μέσω του ποταμού Στυγός. Έργο του Alexander Dmitrievich Litovchenko (1835 – 1890), Russian Museum, St. Petersburg.

 

Στη συνέχεια, η ψυχή είναι στον Όμηρο άυλη και εξέρχεται από το στόμα ή την πληγή του θανούντος, δηλαδή από κάποιο μέρος του σώματός του, το οποίο είναι υλικό. Φεύγει, λοιπόν, σαν ατμός, όπως διαβάζουμε στον εκατοστό στίχο της ραψωδίας ψ «οὐδ᾽ ἔλαβε· ψυχὴ δὲ κατὰ χθονὸς ἠΰτε καπνὸς ᾤχετο τετριγυῖα·», δηλαδή «κλαψουρίζοντας του εξέφυγε βαθιά η ψυχή στο χώμα, ίδια καπνό». Έτσι φεύγει σαν να πετάει, κατά τη στιγμή της μετάβασης από τη ζωή στον θάνατο. Ένα ακόμη παράδειγμα που επιβεβαιώνει αυτή τη θεώρηση είναι το χωρίο π 503- 505 της Ιλιάδας, όπου περιγράφεται ο θάνατος του Πάτροκλου μέσα από την εικόνα της εξόδου του δόρατος που τον πλήγωσε στο διάφραγμα και ταυτόχρονα της ψυχής του, που βγήκε κι εκείνη από την πληγή σαν αέρας.

Μια ακόμη ονομασία που δίνεται στην υπό εξέταση έννοια είναι το «είδωλον», δηλαδή σκιά, όπως φαίνεται στο χωρίο της Οδύσσειας ω στ.: 14 «ψυχαί, είδωλα καμόντων» και της Ιλιάδας Ψ στ.: 104 «ψυχή και είδωλον, ατάρ φρένες οθκ ένι πάμπαν, δηλαδή «ψυχή και διακαμός στον άνθρωπο, κι όμως ζωή καθόλου!»

Επιπλέον, λέγεται, πως η ψυχή μετά τον θάνατο διατηρεί τη μορφή του ατόμου στο οποίο ανήκε. Πώς μπορεί βέβαια κάτι άυλο να προσο­μοιάζει με κάτι που ήταν υλικό δεν μπορεί να απαντηθεί ξεκάθαρα. Επρόκειτο μάλλον για αιθέριο ομοίωμα του σώματος σε σμίκρυνση. Εκείνο, που συνεπάγεται αναντίλεκτα είναι πως ένας ζωντανός άνθρωπος, άρα ένα υλικό σώμα, δεν μπορεί να έλθει σε επαφή με μια ψυχή που βρίσκεται στον κάτω κόσμο, δηλαδή ένα αποκομμένο από το σώμα του εκλιπόντος άυλο είδωλο. Ένα χωρίο στο οποίο επιβεβαιώνεται το παραπάνω είναι η ραψωδία λ της Οδύσσειας, στην οποία ο Οδυσσέας επικοινωνεί με την ψυχή της μητέρας του, χωρίς όμως να έλθει σε σωματική επαφή μαζί της. Επίσης, στην ίδια ραψωδία, συναντά τις ψυχές του Αγαμέμνονα, του Αχιλλέα και άλλων, χωρίς να μπορεί να αγγίξει κάτι υλικό από αυτούς, παρατηρώντας μόνο τις τιμωρίες των αμαρτωλών.

Δύο όροι, τώρα, που προαναφέρθηκαν και αξίζουν μια σύντομη προ­σέγγιση είναι ο όρος «θυμός» και ο όρος «φρένες». Ποια σχέση παρουσιάζουν με τον όρο ψυχή; Οι δυο αυτοί όροι εκφράζουν ψυχικές δραστηριότητες που σχετίζονται με την καρδιά, καθώς ο θυμός προέρχεται από τις «φρένες», που βρίσκονται στο στήθος, μεταξύ της καρδιάς και των πνευμόνων, όπως ακριβώς και η ψυχή. Σε χωρία της ραψωδίας Ι της Ιλιάδας διαβάζουμε «Λύγισε, Αχιλλέα μου, τη δυνατή ψυχή σου, σκληρή να έχεις την καρδιά δεν πρέπει» και παρακάτω «Ωστόσο ο Αχιλλέας αγρίεψε στα στήθη του τη δυνατή ψυχή του».

Άρα οι παραπάνω όροι αφορούν το εσωτερικό του ανθρώπου και εμφανίζονται ως αυτόνομες προσωποποιημένες έννοιες, ενώ συχνά ο ομηρικός άνθρωπος συνομιλεί, διαπραγματεύεται ή έρχεται σε ρήξη μαζί τους. Είναι, λοιπόν, συναφείς οι τρεις λέξεις με την εξής διαφοροποίηση. Ο όρος ψυχή εμφανίζεται ή υπονοείται σε στιγμές θανάτου ή λιποθυμίας των ομηρικών ηρώων, σε αντιδιαστολή με τους όρους «θυμός» και «φρένες» που εμφανίζονται σε διάφορες στιγμές όλης της διάρκειας της ζωής των ηρώων και ειδικότερα σε καταστάσεις κατά οποίες οι ήρωες βρίσκονταν σε έντονη συναισθηματική κατάσταση, σωματική ή πνευματική εγρήγορση. Πράγματι, ο «θυμός» έχει την έννοια του «βρασμού της ψυχής», του πάθους, της επιθετικότητας, του μένους που πηγάζουν από την ψυχή, όπως ακριβώς πιστεύεται και από τη σύγχρονη Ψυχολογία.

Συμπερασματικά η ψυχή είναι το στοιχείο εκείνο που διαφοροποιεί το ζωντανό από το νεκρό σώμα και στον Όμηρο αφορά μόνο το ανθρώπινο σώμα κι όχι το σώμα των υπολοίπων ζώων. Είναι η απαραίτητη δύναμη που κάνει το σώμα να αναπνέει, άρα να ζει, ενώ ο θάνατός της αφαιρεί αυτόματα τη ζωή του σώματος. Απαραίτητες είναι βέβαια και οι ζωτικές λειτουργίες του σώματος, απλώς στην παρούσα εργασία εξετάσαμε μόνο τον ρόλο της ψυχής μέσα σε αυτό.

Ολοκληρώνοντας, το γεγονός πως τα συναισθήματα των ηρώων είναι έκδηλα και περιγράφονται με τρόπο γλαφυρό από τον μεγάλο ποιητή, μέσα από σκηνές θυμού, κλάματος, κακοποίησης πτωμάτων, ανακούφισης ή έντονης συγκίνησης, μαρτυρά πως Όμηρος αναγνωρίζει τα πάθη, τα σκοτεινά βάθη και τις διάφορες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής. Επομένως οδηγούμαστε αβίαστα στην παραδοχή πως ο ομηρικός άνθρωπος πιστεύει στην έννοια και την ύπαρξη της ψυχής.

 

Πέννυ Γρούβα

«Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Αίας – Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης, στο «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.


 

Η αυτοκτονία έχει αποτελέσει τόσο για τον κοινό νου, όσο και για την φιλοσοφία εξόχως ερεθιστικό ζήτημα, το οποίο συ­νήθως είναι αδιαπέραστο από την ανθρώπινη λογική. Ακόμη και ο Σοπενχάουερ, ο γνωστός και ως ο φιλόσοφος της απαισιοδοξίας, δυσκολεύεται να βρει νόημα στο απονενοημένο αυτό διάβημα. Κατά τον Σοπενχάουερ η αυτοκτονία αποτελεί ένα πείραμα: στην απόπειρά της ελλοχεύει ένα άρρητο ερώτημα που ο υποψήφιος αυτόχειρας απευθύνει στην φύση προσπαθώντας να την εξαναγκάσει να απαντήσει. Το ερώτη­μα έχει ως εξής: τι αλλαγή θα μπορούσε να επιφέρει ο θάνατός μου στην κατάστασή μου και στην αντίληψη που έχω για τα πράγματα; Ωστόσο, λέει ο Σοπενχάουερ, το πείραμα είναι αδέξιο και αλυσιτελές. Και τούτο διότι προϋποθέτει την καταστροφή αυτού που θέτει το ερώτημα, ώστε, τελικά, η όποια απάντηση να μην φθάνει ποτέ στον ενδιαφερόμενο. Η δυτική τουλάχιστον διανόηση, τελώντας υπό την έντονη επιρροή του Χριστιανισμού για περισσότερα από δυο χιλιάδες χρόνια, έχει αντιμε­τωπίσει την αυτοκτονία κατά κύριο λόγο είτε με απαξιωτική αμηχανία, είτε με απροκάλυπτη εχθρότητα. Ωστόσο, η αντιμετώπιση της αυτοκτο­νίας δεν ήταν πάντοτε αυτή.

Κατά την αρχαιότητα, ορισμένως, η αυτοκτονία ενίοτε συνιστούσε λε­λογισμένη απόφαση για την διασφάλιση της τιμής και της αξιοπρέπειας του αυτόχειρα. Στην κατηγορία αυτήν κατατάσσεται ένα από τα πρώτα καταγεγραμμένα στην λογοτεχνία αντίστοιχα περιστατικά. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για την αυτοκτονία του Αίαντα, βασιλιά της Σαλαμίνας, γιου του Τελαμώνα και εγγονού του Αιακού, την οποία παραδίδουν τα έπη του Ομηρικού κύκλου, συγκεκριμένα η 11η ραψωδία της Οδύσσειας, η Αιθιοπίδα και η Μικρή Ιλιάδα. Αιώνες αργότερα ο Σοφοκλής επιλέγει να καταστήσει την αυτοκτονία του Αίαντα άξονα της τραγωδίας που φέρει το όνομα του μυθικού ήρωα. Κατά τον μύθο, συγκεκριμένα, όταν ο Αχιλλέας πέφτει νεκρός από το βέλος του Πάρι, ο Αίας και ο Οδυσσέας κατορθώνουν να αποκρούσουν τους Τρώες που προσπαθούν να πάρουν το πτώμα του ήρωα στην κατοχή τους ως λάφυρο ή, έστω, να σκυλεύσουν την πανοπλία του. Παρότι ο Αίας είναι εκείνος που με την απαράμιλλη δύναμή του σώζει την σωρό του Αχιλλέα από τους εχθρούς, τα όπλα του ήρωα τελικώς δίδονται ως βραβείο στον Οδυσσέα. Ο Αίας, νιώθοντας αδικημένος και μειωμένος, αδυνατεί να συγκρατήσει την οργή του και αποφασίζει το βράδυ της ίδιας μέρας να σκοτώσει τους αρχηγούς των Αχαιών που τον αδίκησαν. Η Αθηνά, όμως, συσκοτίζει τον νου του και τον στρέφει σε ένα κοπάδι πρόβατα, το οποίο ο Αίας εξολοθρεύει. Το πρωί, όταν καταλαβαίνει τι έχει κάνει, αισθάνεται αφόρητη ντροπή, και σχεδιάζει την αυτοκτονία του με τα εξής λόγια:

Ύστερα θα’ βρω ένα μέρος/ που δεν πατάει ποτέ ποδάρι ανθρώπου/ και αυτό το παρά μισητό σπαθί μου, βαθιά στη γη θα χώσω/ όπου κανένας, δεν θα το ξαναδεί, μονάχα ο Άδης. Και μετά: ἐγὼ γὰρ εἶμ᾽ ἐκεῖσ᾽ ὅποι πορευτέον· καὶ τάχ᾽ ἄν μ᾽ ἴσως πύθοισθε, κεἰ νῦν δυστυχῶ, σεσωσμένον. Δηλαδή: εγώ θα πάω εκεί που πρέπει/ …εσείς, σύντομα θα μάθετε πως έχω πια σω­θεί. Ο Αίας, όντως, πραγματοποιεί τις εξαγγελίες του.

Τα σημεία που αποκαλύπτουν το αξιακό σύστημα του Αίαντα μπο­ρούν να εντοπιστούν στις φράσεις «όποι πορευτέον» και «πύθοισθε με σεσωσμένον». Ο Αίας θεωρεί πως πράγματι οφείλει να πορευθεί έναν συγκεκριμένο δρόμο, αυτόν της αυτοκτονίας, κάτι που εμφαίνεται με την χρήση του ρηματικού επιθέτου «πορευτέον». Επίσης, υποστηρίζει πως η επιλογή της αυτοκτονίας Θα αποτελέσει την σωτηρία του, και πως αυτό θα είναι απολύτως προφανές για όσους πληροφορηθούν τον αυτο­χειριασμό του. Γιατί, όμως, οφείλει ένας λαμπρός πολεμιστής να θέσει τέλος στη ζωή του; Και υπό ποία οπτική η αυτοκτονία θα μπορούσε να εκληφθεί ως σωτηρία; Σωτηρία από τι; Είναι προφανές πως εμείς σή­μερα δεν μοιραζόμαστε τις απόψεις του Αίαντα, και πως το αξιακό μας σύστημα είναι ιεραρχημένο κατά εντελώς διαφορετικό τρόπο. Από τους μέσους χρόνους και εντεύθεν η ανθρώπινη ζωή τοποθετείται παγίως στην κορυφή της αξιολογικής κλίμακας του ηθικού προσώπου. Συνεπώς τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο σημαίνον ηθικώς, ώστε να θέσει κάποιος οικειοθελώς τέλος στην ζωή του χάριν αυτού. Οι ήρωες νομι­μοποιούνται, ασφαλώς, να διακινδυνεύουν αυτό το ύψιστο αγαθό χάριν της ελευθερίας. Ωστόσο, για να έχει αξία η διακινδύνευσή τους αυτή, θα πρέπει οι ίδιοι να επιθυμούν να ζήσουν, και όχι να πεθάνουν.

 

Ο Αίαντας αυτοκτονεί. Μετόπη από τον ναό της Ήρας στην αρχαία Ποσειδωνία, περίπου 6ος αι. π.Χ. Ποσειδωνία (Paestum), Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Κατά την προκλασική, κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα, ωστόσο, η ζωή δεν αντιμετωπιζόταν ως το υπέρτατο αγαθό, ούτε περιεβάλετο με την ηθική αξία που σήμερα διαθέτει. Αντιθέτως, αξίες όπως η υστεροφη­μία και η προσωπική τιμή αναγνωρίζονταν ως υπέρτερες, και το ηθικό πρόσωπο όχι μόνον εδικαιούτο, αλλά πολλές φορές υπεχρεούτο να θέτει τέλος στην ζωή του ώστε να διασφαλίσει κάποια από αυτές. Πάμπολλες περιπτώσεις αυτοκτονίας εν ονόματι της τιμής από την αρχαιότητα έχουν διατηρηθεί στην ιστορική μνήμη, άλλες ανταποκρινόμενες σε ιστορικά γεγονότα, και άλλες καλυμμένες από άχλη του μύθου.

Ο Μενοικέας, ο γιος του Κρέοντα, συγκεκριμένα, λέγεται πως όταν άκουσε από τον μάντη Τειρεσία πως μόνον ο θάνατος ενός από τους σπαρτούς μπορούσε να σώσει την πόλη του, την Θήβα, από την πολιορκία των επτά βασι­λέων, ρίχτηκε χωρίς δισταγμό στο σπαθί του. Ο Σωκράτης επέλεξε τον θάνατο ενώ μπορούσε να τον αποφύγει, θέλοντας να τιμήσει την στάση που είχε κρατήσει έως τότε στην ζωή του και να αποφύγει την ατίμωση που θα επέφερε η εκ μέρους του εγκατάλειψη της θέσεως που παγίως και εντόνως πρέσβευε, πως δηλαδή ο πολίτης υποχρεούται να υπακούει ακόμη και σε άδικους ή σκληρούς νόμους. Ο Βρούτος, όταν ηττήθηκε στους Φιλίππους από τον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό, επέλεξε την αυτοκτονία αντί της ατιμωτικής παράδοσης, λέγοντας κατά τον Πλούταρχο: «πάνυ μεν ουν φευκτέον, άλλα διά των χειρών, ού διά των ποδών», δηλαδή: οπωσδήποτε πρέπει να δραπετεύσουμε, αλλά με τα χέρια, όχι με τα πόδια. Ο Κάτων ο νεώτερος έδωσε τέλος στην ζωή του με ήρεμη αποφασιστικότητα όταν ο Ιούλιος Καίσαρας επικράτησε του Πομπήιου. Ο Καίσαρας λέγεται πως, όταν πληροφορήθηκε το γεγονός, είπε: «Κάτωνα, σε φθονώ για τον θάνατό σου, όπως εσύ θα με φθονούσε εάν σου χάριζα την ζωή». Αυτές, και πολλές άλλες περιπτώσεις αυτο­κτονίας από την αρχαιότητα, ενέπνευσαν ανά τους αιώνες αμέτρητους ζωγράφους, γλύπτες και ποιητές, και πολλάκις εξυμνήθηκαν ως πράξεις ανδρείας, τιμής και ηθικής υπεροχής. Καμία, ωστόσο, αυτοκτονία κατά την αρχαιότητα δεν προβλήθηκε ή υμνήθηκε περισσότερο από αυτήν του Αίαντα, την οποία, μάλιστα, ο Σοφοκλής κατά παράβαση των ειωθότων επέλεξε να αναπαραστήσει επί σκηνής.

Είναι προφανές πως η αυτοκτονία δεν θα αντιμετωπιζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, εάν δεν υποστηριζόταν από κάποιο συμπαγές και συνεκτικό ηθικό σύστημα ευρείας αποδοχής. Το σύστημα αυτό δεν ήταν άλλο από εκείνο της Στοάς και των εκπροσώπων της, οι οποίοι αναδείχθηκαν σε ένθερμους υποστηρικτές της αυτοκτονίας, της ευλόγου εξαγωγής εκ του βίου, όπως την αποκαλούσαν, όταν οι συνθήκες επέβαλλαν κάτι τέτοιο. Την θέση τους αυτή, μάλιστα, δεν παρέλειπαν να την εφαρμόζουν και οι ίδιοι. Δεν είναι παράδοξο πως οι Στωικοί αποτελούν την φιλοσοφική κάστα με τους περισσότερους αυτόχειρες μεταξύ των μελών της. Ο Ζή­νων από το Κίτιο, ο αρχηγέτης της σχολής, έθεσε ο ίδιος τέλος στην ζωή του κρατώντας την αναπνοή του όταν, ύστερα από μια πτώση του, έχασε τον έλεγχο του σώματός του, όπως παραδίδει ο Διογένης ο Λαέρτιος. Ο Κλεάνθης ο Φρέαντλις από την Ασσό, μαθητής του Ζήνωνος, σε βαθύ γήρας και ύστερα από ένα πρόβλημα υγείας που τον έφερε κοντά στον θάνατο, αρνήθηκε να δεχθεί τροφή με σκοπό να πεθάνει. Δικαιολόγησε την απόφασή του αυτή λέγοντας πως ήδη είχε κάνει την μισή διαδρομή προς τον θάνατο, και δεν σκόπευε να γυρίσει πίσω στην αρχή, ώστε κάποτε να την επαναλάβει ολόκληρη εκ νέου.

Η αδιαφορία αυτή προς τον θάνατο, η οποία ενίοτε μεταφράζεται σε ανοικτή προτίμηση, δεν είναι διόλου ξένη προς την γενικότερη ηθική θεωρία των Στωικών. Συγκεκριμένα, για αυτούς ο ηθικός ορίζοντας του ανθρώπου περιλαμβάνει μόνον δύο σημεία αναφοράς: την αρετή και την κακία. Όλα τα υπόλοιπα για τους Στωικούς είναι αδιάφορα. Ο πλούτος και η υγεία, επί παραδείγματι. Για τον καθημερινό άνθρωπο, και τότε και σήμερα, αποτελούν ευλογία. Όχι, όμως, για έναν Στωικό. Για τους Στωικούς αμφότερα συνιστούν απλώς αδιάφορες καταστάσεις, χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία. Αυτό, βέβαια, στην σκέψη των Στωικών δεν σημαίνει πως ο άνθρωπος δεν δικαιολογείται να τρέφει μια ελαφρά προτίμηση προς την υγεία, ας πούμε, και όχι προς την ασθένεια. Απλώς, η υγεία δεν είναι τόσο σημαντική καθ’ εαυτήν, ώστε να αποτελέσει αυτοσκοπό. Μόνο η αρετή μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό για το ηθικό πρόσωπο. Η υγεία, ο πλούτος, η ένδεια, η ασθένεια, και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση αντιμετωπίζουμε στον βίο μας, είναι απλώς ένα μέσον προς την επίτευξη της αρετής, και μόνον ως τέτοιο μπορεί να έχει κάποια ηθική αξία. Η υγεία, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, έχει αξία μόνον εάν μας οδηγεί στην αρετή. Εάν, ωστόσο, μας σπρώχνει προς την κακία, τότε καθίσταται επιζήμια. Για τον Νέρωνα ή τον Χίτλερ, επί παραδείγματι, το γεγονός πως έχαιραν άκρας σωματικής υγείας δεν απο­δείχθηκε καθόλου επωφελές, αφού δεν τους οδήγησε στην αρετή, αλλά στην κακία. Για τον Νίτσε και τον Μπετόβεν, αντιστρόφως, η κακή τους υγεία τους οδήγησε στην αρετή, έστω την καλλιτεχνική ή λογοτεχνική. Ο Χίτλερ, κατά την οπτική των Στωικών, θα ήταν πολύ ευτυχέστερος εάν η υγεία του ήταν τόσο κλονισμένη, ώστε να περιστέλλει την ροπή του στο έγκλημα.

Ακριβώς το ίδιο ισχύει για την ζωή. Αυτή δεν είναι παρά ένα μέσον ώστε το ηθικό πρόσωπο να οδηγείται στην αρετή. Ορισμένες φορές, ωστόσο, η ζωή κατά τους Στωικούς καθίσταται βάρος για τον άνθρωπο, και τροχοπέδη στην επιδίωξη της αρετής. Είναι οι περιπτώσεις εκείνες, επί παραδείγματι, που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο είτε του σώματός του, είτε της πορείας των γεγονότων της ζωής του. Ο Αίας, ας πούμε, εάν δεν έθετε τέλος στην ζωή του, θα έπρεπε να υποστεί την περιφρόνη­ση ή την συγκατάβαση των συμπολεμιστών του. Δεν ήταν στο χέρι του να μεταβάλλει την κατάσταση αυτή. Πάντοτε θα ήταν ζωντανή στην μνήμη όλων η ατιμωτική θέση στην οποία κάποτε βρέθηκε, σκιάζοντας και απαξιώνοντας κάθε μέχρι τούδε επίτευγμά του, καθώς και κάθε μελλοντικό. Ο μόνος τρόπος του ήρωα ώστε να διατηρήσει την αρετή του, με τον τρόπο, βέβαια, που εκείνος την αντιλαμβάνεται, είναι να θέσει τέλος στην ζωή του.

Ο Κάτων ο νεώτερος, στον οποίον ήδη ανα­φερθήκαμε, εάν δεν επέλεγε τον αυτοχειριασμό, θα ήταν αναγκασμένος να προσβλέπει στην μεγαλοψυχία του εχθρού του, του Ιουλίου Καίσαρα. Και εάν ο Καίσαρας απεδεικνύετο μεγαλόψυχος προς αυτόν, ο Κάτων θα οφείλε είτε να καταστεί φερέφωνο του ευεργέτη του, είτε να σιωπά. Στην σκέψη του, ωστόσο, τίποτα από τα δύο δεν θα συνέτεινε στην δια­φύλαξη της αρετής του. Για τον Κάτωνα, ο οποίος ήταν ο ίδιος Στωικός φιλόσοφος, η ζωή αποτελούσε πλέον βάρος, το οποίο θα τον απέτρεπε από την άσκηση της αρετής. Κάθε φορά που το δίλημμα τίθεται μεταξύ της διατήρησης της ζωής μας ή της διαφύλαξης της αρετής μας, για έναν Στωικό δεν υφίσταται καμία πραγματική δυσκολία. Αυτός απλώς οφείλει να εξαγάγει αυτοβούλως και άμεσα τον εαυτό του εκ του βίου, ώστε να προασπίσει το ύψιστο ανθρώπινο αγαθό, την αρετή του. Αυτή η εξαγωγή εκ του βίου αντιμετωπίζεται από τους Στωικούς ως απολύτως εύλογη, κατά τον ίδιο τρόπο που ο Αίας – παρότι ο ίδιος δεν ήταν, και ούτε άλλωστε, θα μπορούσε να είναι μέλος της Ποικίλης Στοάς – θεωρεί πως όταν οι οικείοι του πληροφορηθούν τον χαμό του, θα τον αντιληφθούν ως σωτηρία για τον ίδιο. Ο αυτοχειριασμός στην περίπτωση αυτή δεν αποτελεί προϊόν παρόρμησης και πάθους, αποτέλεσμα πλεονάζουσας ορμής, αλλά απότοκο έλλογης διεργασίας και διασκεπτικής προσέγγι­σης. Με άλλα λόγια, για τους Στωικούς η αυτοκτονία αποτελεί επιλογή που όχι μόνον συνάδει με τον λόγο, αλλά πολλές φορές επιβάλλεται από αυτόν.

Η έννοια της ευλόγου εξαγωγής εκ του βίου, του έλλογου όσο και λελογισμένου αυτοχειριασμού, συνοψίζεται κατά τον καλύτερο τρόπο στην σκέψη του Επίκτητου. Κατά τον Επίκτητο οι καταστάσεις στην ζωή μας διακρίνονται στις εφ’ ημίν και στις ουκ εφ’ ημίν. Με άλλα λόγια, σε εκείνες που βρίσκονται στον έλεγχό μας, και σε εκείνες που εκ φύσεως αδυνατούμε να ελέγξουμε. Μεταξύ των ουκ εφ’ ημίν ο Επίκτητος κα­τατάσσει τον πλούτο, την υγεία, την καλή τύχη, την καλή ή την κακή φήμη και άλλα. Στα εφ’ ημίν ανήκουν μεταξύ άλλων οι γνώμες μας, οι επιθυμίες και οι επιδιώξεις μας, καθώς και οτιδήποτε άλλο μπορούμε να προκαλέσουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας. Ένα από αυτά, είναι κατά τον Επίκτητο ο αυτοχειριασμός, ο οποίος ενίοτε αναδεικνύεται ως εκού­σια αυτολύτρωση. Γράφει συγκεκριμένα: η ζωή είναι ένα δωμάτιο, στο οποίο που και που μπαίνει καπνός. Εάν ο καπνός είναι τόσο λίγος, ώστε να μπορεί ο ένοικος του δωματίου να τον ανεχθεί, τότε ο τελευταίος μπορεί να παραμείνει μέσα στο δωμάτιο, εάν το επιθυμεί. Εάν, ωστόσο, ο καπνός γίνει πυκνός και η ατμόσφαιρα αποπνικτική, τότε ο ένοικος του δωματίου δεν έχει παρά να ανοίξει την πόρτα και να βγει έξω.

Με άλλα λόγια, μας λέει ο Επίκτητος, είναι ανόητο να γαντζώνεται κάποιος σε μια ζωή που δεν έχει πλέον να του προσφέρει τίποτα καλό, αλλά αντίθετα τείνει να γίνει – ή έχει ήδη καταστεί – αφόρητη. Η πλέον εύλογη επιλογή, στην περίπτωση αυτή, είναι η αυτόβουλη εξαγωγή εκ του βίου, ο αυτοχειριασμός. Και τούτο, δεδομένου του γεγονότος πως ουδείς μας αναγκάζει να παραμείνουμε ζωντανοί, εάν οι ίδιοι δεν το επιθυμούμε. Όπως γράφει ο Σενέκας στην έβδομη επιστολή του, «ας είμαστε ευγνώμονες προς τους Θεούς για το γεγονός πως κανείς από εμάς δεν υποχρεούται να διατηρηθεί στην ζωή ενάντια την θέλησή του».

Ο ήρεμος και σταθερός τρόπος με τον οποίον ο Επίκτητος προβάλλει την αυτοκτονία ως διέξοδο από καταστάσεις της ζωής που δεν υπόκεινται στον έλεγχό μας και μας επιβαρύνουν αφόρητα, δείχνει πως αφ’ ενός ο ίδιος πίστευε βαθιά αυτά που υπεστήριζε, αφ’ ετέρου πως στις θέσεις του αποκρυσταλλώνεται μια μακρά και ενεργή φιλοσοφική πα­ράδοση σε σχέση με την αυτοκτονία.

Εντούτοις, το έλλογο της αυτοκτο­νίας ως διεξόδου από τα δεινά του βίου δεν είναι αμάχητο. Απεναντίας, πολλοί φιλόσοφοι, τόσο κατά το απώτερο παρελθόν όσο και πιο πρόσφα­τα, έχουν αμφισβητήσει την ευστάθεια της προσέγγισης των Στωικών. Ορισμένως, πολλοί έχουν κατά καιρούς εντοπίσει ένα αδύναμο σημείο στην εκ μέρους των Στωικών υπεράσπιση της λογικότητος της αυτοκτο­νίας. Συγκεκριμένα, στην προτροπή του Επίκτητου να ανοίξουμε την πόρτα του δωματίου ώστε να γλιτώσουμε από τον καπνό, υποφώσκει μια άρρητη μεν, απτή δε σύγκριση: εντός του δωματίου η κατάσταση εί­ναι αφόρητη, συνεπώς έξω δεν μπορεί παρά να είναι καλύτερη. Και εάν όντως πρόκειται για ένα δωμάτιο που έχει γεμίσει καπνό, η σύγκριση πράγματι ευσταθεί. Και τούτο διότι όλοι γνωρίζουμε πως, ενώ στον περιορισμένο χώρο του δωματίου ο καπνός δεν μας αφήνει να αναπνεύσουμε, έξω από το δωμάτιο είναι αδύνατον η κατάσταση να είναι εξίσου αποπνικτική, αφού ο καπνός δεν συγκεντρώνεται σε ένα σημείο, αλλά διαχέεται στην ατμόσφαιρα. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο σε ό,τι αφορά στην ζωή και στον θάνατο, επομένως η σύγκριση δεν μπορεί να είναι εξ ίσου επιτυχής. Και τούτο διότι, ενώ όλοι γνωρίζουμε και μπορούμε να περιγράφουμε τα δεινά που όσο ζούμε μας μαστίζουν, ουδείς γνωρίζει ή δύναται να περιγράφει την κατάσταση του θανάτου. Συνεπώς, η σύγκρι­ση που ελλοχεύει στην επιλογή της αυτοκτονίας, δυνάμει της οποίας ο θάνατος είναι προτιμότερος από τη ζωή, είναι αυθαίρετη, αφού γνωρί­ζουμε μόνον τη ζωή, αλλά όχι τον θάνατο. Πως είναι δυνατόν, λοιπόν, να τον προτιμούμε από την ζωή; Ακριβώς για τον λόγο αυτό η υπό συνθήκες προτίμηση των Στωικών προς τον θάνατο έχει θεωρηθεί πως στηρίζεται σε μία ασύμμετρη σύγκριση και, συνεπώς, ο αυτοχειριασμός δεν μπορεί να συνιστά έλλογη επιλογή, αλλά απονενοημένο διάβημα, στο οποίο ο αυτόχειρας οδηγείται από μια πλεονάζουσα ορμή, από το στιγμιαίο, δηλαδή, πάθος.

Η προσέγγιση αυτή, βεβαίως, διόλου δεν απαξιώνει την επιλογή του Αίαντα, καθώς και όλων όσοι, όπως αυτός, θέλησαν και πέτυχαν να ξεφύγουν από μια ζωή που ένιωθαν να τους φυλακίζει, χωρίς να τους υπόσχεται τίποτα αγαθό. Και τούτο διότι, ακόμη και εάν ο αυτοχειριασμός είναι είτε ανόητος είτε απλώς ακατανόητος, τα κίνητρα ορισμένων εκ των αυτοχείρων είναι αγαθά. Και στην ηθική τα κίνητρα μιας επιλογής έχουν ενίοτε μεγαλύτερη βαρύτητα από τα αποτελέσματα της εν λόγω επιλογής, ή από την συνεκτικότητα του σκεπτικού που είτε λανθάνει σε αυτήν, είτε ρητώς δηλούται μέσω αυτής. Η αυτοκτονία εν ονόματι της τιμής ή για την διασφάλιση της αρετής σίγουρα δείχνει πως ο αυτόχειρας υπήρξε στην ζωή του ιδιαίτερα ευαίσθητος ως προς τα εν λόγω ιδανικά, και αυτό δεν είναι αξιοκατάκριτο. Αντιθέτως, μορφές όπως ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα, ή ο Βρούτος και ο Σωκράτης, θα ήταν λιγότερο ανάγλυφες στην σκέψη μας εάν είχαν συμβιβασθεί με μια ζωή κατώτερη των ιδίων.

Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης 

Δρ. Φιλοσοφίας Λέκτωρ Εφαρμοσμένης Ηθικής του Ε.Κ.Π.Α.

«Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και η εικόνα που παρατίθεται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

2019 – Τα μνημεία της Παιδείας και του Πολιτισμού της Ερμιόνης γιορτάζουν


 

Η φετινή χρονιά 2019 έρχεται να θυμίσει σειρά από γενέθλια ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με τη σύσταση και τη λειτουργία των Σχολείων της ιδιαίτερης πατρίδας μας, των δύο Δημοτικών (Αρρένων – Θηλέων) και του Γυμνασίου. Θεωρούμε, πως η βιωματική προσέγγιση, σπουδή και γνώση αυτής της ζώσας ιστορίας της Ερμιόνης είναι απαραίτητη. Επιβάλλεται δε η ανάδειξή της για λόγους ιστορικούς, μορφωτικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς ως ελάχιστο δείγμα ανιδιοτελούς αγάπης προς τον τόπο μας.

 

Φέτος συμπληρώνονται:

  1. Εκατόν ενενήντα (190) χρόνια από τότε που ο Ερμιονίτης οπλαρχηγός Σπύρος Γεωργ. Μερκούρης, «ως πληρεξούσιος της κώμης Ερμιόνης», κατέθεσε την 5η Αυγούστου 1829 στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση έγγραφη αναφορά για τη σύσταση σχολείου στην πατρίδα του. Πέντε μήνες αργότερα, στις 19 Δεκεμβρίου 1829, τριάντα επτά (37) Ερμιονίτες προσφέρουν οικονομική ενίσχυση για την ανέγερση του κτηρίου. Τα ονόματά τους διασώζονται στον «κατάλογο… περί της σχολής προσφορών».
  2. Εκατόν είκοσι (120) χρόνια, από την ίδρυση, με δεκαετή καθυστέρηση, της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Αρρένων Ερμιόνης και την τοποθέτηση, σύμφωνα με το Β.Δ. 29544/23 Οκτωβρίου 1839, του Ιωάννη Σακόρραφου, ο οποίος «είχεν τριβήν γραφής», ως πρώτου δημοδιδασκάλου στο ως άνω σχολείο.

Το «Καποδιστριακό Σχολείο» του τόπου μας ξεκίνησε να λειτουργεί τους δυο τελευταίους μήνες του 1839. [1] Στεγάστηκε, όπως είναι γνωστό, στην «Εθνική οικία του Αλή Μπαρδουνιώτου», που παραχωρήθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια μετά από αίτημα της Δημογεροντίας Ερμιόνης για να «χρησιμεύση εις την υπηρεσίαν αυτήν». Είναι βέβαιο πως εκείνη η οικία στη συνέχεια ανοικοδομήθηκε σύμφωνα με τις προδιαγραφές των διδακτηρίων του 19ου αιώνα. [2]

Κατά την ενενηντάχρονη διαδρομή του (1839 – 1929) το Σχολείο λειτούργησε σχεδόν ανελλιπώς, για πέντε και πλέον 10ετίες. Αρχικά ως μονοτάξιο με έναν δάσκαλο, στη συνέχεια (1892) ως διτάξιο και τέλος ως τριτάξιο (1907). Από το 1860 ως το 1877 φοίτησε σ’ αυτό ένας μικρός αριθμός κοριτσιών, οπότε και συστάθηκε Σχολείο Θηλέων στην Ερμιόνη που απόκτησε τη δική του στέγη (Σχολείο Συγγρού) το 1903.

  1. Ενενήντα (90) χρόνια από τη συγχώνευση του 3/τάξιου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων με το 2/τάξιο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης σε ένα 5/τάξιο μικτό σχολείο, όπως όριζε το Π.Δ. «Περί συγχωνεύσεως δημοτικών σχολείων…», που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 252/2 Αυγούστου 1929.

 

Μαθήτριες του 3/τάξιου Δημοτικού, περίπου στο 1922, με τις δασκάλες τους Πόπη Ζησιάδου, Μαρία Νικολέτου και Μαρίκα Μπακούρου – Παπαμιχαήλ (από το αρχείο του Ι.Λ.Μ.Ε.).

 

Το νέο 5/τάξιο μικτό Δημοτικό Σχολείο, τρία χρόνια μετά την ίδρυσή του, από το 1932 μέχρι το 1999, στεγάστηκε στο κτήριο του σημερινού «Παλαιού Δημοτικού Σχολείου». Η πρώτη απόφαση για την ανέγερσή του πάρθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο Ερμιόνης τον Μάιο του 1913. Στο κτήριο αυτό στεγάζεται σήμερα η Δημοτική Κοινότητα Ερμιόνης.

  1. Τα γενέθλια, όμως, των σαράντα χρόνων της ίδρυσης και αδιάκοπης λειτουργίας του γιορτάζει φέτος και το Γυμνάσιο Ερμιόνης. Ιδρύθηκε, πόθος δεκαετιών, με το Π.Δ. 530/11 Ιουλίου 1979 – Φ.Ε.Κ. 163/19 Ιουλίου 1979, εγκαινιάσθηκε μέσα σε έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα στις 25 Σεπτεμβρίου 1979, πρωτολειτούργησε τη σχολική χρονιά 1979-1980 και στεγάστηκε προσωρινά στο Σχολείο του Συγγρού. [3] Το Γυμνάσιο μπορεί να θεωρηθεί ως ο μακρινός απόγονος του μονοτάξιου Ελληνικού Σχολείου της Ερμιόνης που λειτούργησε από το 1890-1909 και αποτελούσε, τηρουμένων των αναλογιών, την πρώτη δομή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του τόπου. [4]

Κάτι τελευταίο,

Όπως ο άνθρωπος γερνάει και θέλει ιδιαίτερη περιποίηση και έγνοια έτσι και τα τρία μοναδικά διδακτήρια της Ερμιόνης που στέκονται ορθά και αγέρωχα στον χρόνο, έχουν ανάγκη φροντίδας και προστασίας. Η διάσωση δε και η διατήρησή τους είναι υποχρέωση όλων μας. Αποτελούν ζωντανές και τρανές αποδείξεις της θέλησης των Ερμιονιτών στο πέρασμα των χρόνων για Παιδεία και Πολιτισμό.

Επιπλέον ακολουθώντας την πορεία τους με τα δικά τους μάτια ορθάνοιχτα νύχτα και μέρα μαθαίνουμε έγκυρα άγνωστες πτυχές της ιστορικής διαδρομής της γενέθλιας γης.

Ιδιαίτερα για το Καποδιστριακό, ένα από τα δύο σχολεία που σώζονται στον Νομό Αργολίδας, είναι άμεση ανάγκη να γίνουν οι απαιτούμενες επισκευές και να επεκταθεί σ’ αυτό η βιβλιοθήκη της πόλης σύμφωνα με την αρχιτεκτονική πρόταση που έχει ήδη υποβληθεί. Ενημερωτικά αναφέρουμε ότι σ’ αυτή προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η εγκατάσταση και αξιοποίηση σύγχρονων Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνίας, ώστε να διευκολύνεται η παρουσίαση καινοτόμων εκπαιδευτικών διαδραστικών προγραμμάτων. [5]

Σημ. Η Εταιρεία Μελετών Ερμιονίδας θα οργανώσει κατά το τρέχον σχολικό έτος σχετικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου: «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο (1829-1862)».

[2] Για τους λόγους που εκθέσαμε στην πρόσοψη του Καποδιστριακού Σχολείου θα πρέπει να αναρτηθεί μαρμάρινη επιγραφή με τα εξής στοιχεία:

Αλληλοδιδακτική Σχολή Αρρένων Ερμιόνης

«Καποδιστριακό Σχολείο»

Ανέγερση Διδακτηρίου: 1831

Λειτουργία Σχολείου: Οκτώβριος 1839

[3] Τοπικές εφημερίδες:α) «Ερμιονική Ηχώ», Μάιος – Ιούνιος 1979, αρ.φυλ.40 και 41. – β) «Ερμιονίδα», Σεπτέμβριος 1979, αρ.φυλ.46.

[4] Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου: «Το Ελληνικό Σχολείο(Σχολαρχείον) Ερμιόνης (1890-1909) και τεύχος συμπληρωματικό», Αθήνα 2017.

[5] Μ.Ε.Α.Σ.  Α.Ε. «Αποκατάσταση Καποδιστριακού Σχολείου Ερμιόνης».

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

 

Εργαστήριο Επιγραφικής – Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος


 

Ο Louis Robert χαρακτήρισε τον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο «πολιτισμό της επιγραφικής». Οι αρχαίες πόλεις, τα ιερά, τα δημόσια κτίρια, τα νεκροταφεία, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με επιγραφές σε κάθε είδους αντικείμενα: σε στήλες, σε βάθρα αγαλμάτων, σε αγγεία και σε όστρακα, σε ποικίλα αναθήματα, σε ξύλινους πίνακες, σε όπλα, σε οδοδείκτες, σε αντικείμενα της καθημερινότητας. Οι σωζόμενες σήμερα επιγραφές αποτελούν ένα ελάχιστο μέρος των επιγραφών της αρχαιότητας, οι οποίες έχουν καταστραφεί στο πέρασμα των αιώνων λόγω καιρικών συνθηκών, φυσικών φαινομένων, πολέμων ή βανδαλισμών και δεν είναι δυνατόν να καταμετρηθούν με ακρίβεια, καθώς προστίθενται διαρκώς νέα ευρήματα από τις ανασκαφές. Συνεπώς, οι επιγραφές παρέχουν πολύτιμο πρωτογενές αρχαίο γραπτό υλικό και αποτελούν μια διαρκώς ανανεούμενη πηγή πληροφοριών για την ιστορία του αρχαίου ελληνικού κόσμου σε ένα ευρύτατο χρονικό φάσμα δώδεκα περίπου αιώνων.

Η ελληνική Επιγραφική, η οποία μελετά επιγραφές που έχουν γραφτεί στην ελληνική γλώσσα και σε αλφαβητική γραφή πάνω σε σκληρό υλικό, όπως πέτρα, πηλό, μέταλλο, ξύλο, οστά, στη χρονική περίοδο από τον 8ο αιώνα π.Χ. ως τον 4ο αιώνα μ.Χ., έχει τον δύσκολο αλλά και γοητευτικό ρόλο να αποκαταστήσει και να ερμηνεύσει τα επιγραφικά κείμενα συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανασύνθεση του επιγραφικού πολιτισμού της αρχαιότητας και στην κατανόηση της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας. Η μοναδική αμεσότητα των επιγραφών, το χέρι του αρχαίου χαράκτη, η διάλεκτος και το αλφάβητο που χρησιμοποίησε, τα ορθογραφικά του λάθη, οι διορθώσεις του αποκαλύπτουν την αινιγματική και ταυτόχρονα συναρπαστική υλική διάσταση του γραπτού λόγου συνδέοντας με μοναδικό τρόπο το κείμενο με το αντικείμενο-φορέα γραφής.

Ανδρονίκη Οικονομάκη

 

Ancient Greece Marble – Inscription Museum of Cycladic Art, Athens.

 

Περιγραφή

 

Το Εργαστήριο Επιγραφικής απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς, κυρίως φιλολόγους, ιστορικούς και αρχαιολόγους, χωρίς να αποκλείονται και άλλες ειδικότητες που μπορεί να εκδηλώσουν ενδιαφέρον, εφόσον οι επιγραφές αφορούν όλους τους τομείς της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής στην αρχαιότητα, όπως τη θρησκεία, την πολιτική, το νομικό σύστημα, την οικονομία, τον ρόλο των φύλων στην κοινωνία.  Επίσης, το Εργαστήριο απευθύνεται και σε φοιτητές φιλολογίας και ιστορίας/αρχαιολογίας, οι οποίοι επιθυμούν να εξοικειωθούν με την επιστήμη της επιγραφικής και να διευρύνουν τα επιστημονικά τους ενδιαφέροντα.

Στο εργαστήριο οι συμμετέχουσες/οντες θα έχουν την ευκαιρία να συνεργαστούν με τη Δρα Ανδρονίκη Οικονομάκη.

Το πρόγραμμα του Εργαστηρίου θα βασιστεί στη θεωρητική διδασκαλία και στην πρακτική εφαρμογή με στόχο τη γνωριμία με την Επιγραφική, τη σύνδεσή της με άλλες επιστήμες, όπως η Ιστορία και η Αρχαιολογία, και την αξιοποίησή της τόσο σε ερευνητικό όσο και σε εκπαιδευτικό περιβάλλον.

  •  ημέρα: θεωρητικό σεμινάριο για την εισαγωγή στην επιστήμη της Επιγραφικής (ορισμός και αντικείμενο, αλφάβητα και γλώσσα των επιγραφών, φορείς γραφής, τεχνικές χάραξης, είδη επιγραφών, μορφή επιγραφικής έκδοσης). Θα δοθεί από τη συντονίστρια υλικό (έντυπο και ψηφιακό) για μελέτη και εξάσκηση.
  • 2η ημέρα: ασκήσεις και πρακτική εφαρμογή της θεωρίας σε συγκεκριμένα κείμενα επιγραφών (χρονολόγηση επιγραφών, περιήγηση/αναζήτηση σε επιγραφικές ψηφιακές βάσεις δεδομένων, παραγωγή εκπαιδευτικού σεναρίου, κατασκευή απόγραφου και εκτύπου επιγραφών).
  • Μετά τη λήξη του σεμιναρίου: οι συμμετέχουσες/οντες ενθαρρύνονται να εφαρμόσουν τις γνώσεις και τα δεδομένα του εργαστηρίου στη σχολική τάξη. Εφόσον επιθυμούν να μας ενημερώσουν για τις πρακτικές που εφάρμοσαν και την ανταπόκριση των μαθητών ή για δικές τους νέες πρακτικές και ιδέες, θα λάβουν ανατροφοδότηση από τη συντονίστρια.

Η συμμετοχή στο εργαστήριο, όπως και σε όλες τις δραστηριότητες που οργανώνει το ΚΕΣ, είναι δωρεάν.

 

Corinthian Vase depicting Perseus, Andromeda and Ketos – Altes Museum, Berlin.

 

Στόχοι του εργαστηρίου

 

Οι συμμετέχουσες/οντες στο εργαστήρι αναμένεται:

  • Να γνωρίσουν, να εξοικειωθούν, και να εμβαθύνουν στην επιστήμη της Επιγραφικής και τη δυναμική διεπιστημονική αλληλεπίδρασή της με τις Κλασικές Σπουδές και άλλες επιστήμες.
  • Να έχουν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης και αναζήτησης στις πρωτογενείς πηγές.
  • Να επιμορφωθούν, ώστε να αξιοποιούν τις επιγραφές στην εκπαιδευτική διαδικασία εντός και εκτός της σχολικής τάξης.
  • Να εφαρμόζουν τις γνώσεις τους και να δημιουργούν εκπαιδευτικά σενάρια στη διδασκαλία των μαθημάτων της Ιστορίας και των Αρχαίων Ελληνικών, καθώς και στο πλαίσιο σχολικών projects και άλλων εκπαιδευτικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων.
  • Να προσφέρουν στους μαθητές βιωματική μάθηση συνδέοντας παράλληλα το σχολείο με την κοινωνία, την τοπική ιστορία, αξιοποιώντας τα μουσεία ή τα μνημεία της περιοχής τους.

Οι ενδιαφερόμενες/οι απαιτείται να παρακολουθήσουν όλες τις συναντήσεις του εργαστηρίου και να είναι συνεπείς στις ώρες της υλοποίησής του.

Συντονίστρια: Δρ Ανδρονίκη Οικονομάκη, Ε.ΔΙ.Π. στο Τμήμα Φιλολογίας, μέλος του Εργαστηρίου Επιγραφικής και Παπυρολογίας του Α.Π.Θ., και πρώην Fellow του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών.
Προθεσμία υποβολής αιτήσεων: Κυριακή 6 Οκτωβρίου, 2019
Ημερομηνίες διεξαγωγής των δύο τετράωρων συναντήσεων:
Σάββατο 2 και Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2019

Τόπος διεξαγωγής: Το εργαστήριο θα διεξαχθεί στην αίθουσα σεμιναρίων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (ΚΕΣ) Ελλάδος στο Ναύπλιο.

 

Εργαστήριο Επιγραφικής

 

Ανδρονίκη Οικονομάκη

 

Η Ανδρονίκη Οικονομάκη σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (Πτυχίο 1991, ΜΑ 2005) και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης  (PhD 2010). Έχει διδάξει στη Μέση Εκπαίδευση και έχει συμμετάσχει στα επιγραφικά προγράμματα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. Από το 2017 είναι Ε.ΔΙ.Π. στο Τμήμα Φιλολογίας και μέλος του Εργαστηρίου Επιγραφικής και Παπυρολογίας του Α.Π.Θ. Το ακαδημαϊκό έτος 2017 – 2018 έλαβε ερευνητική υποτροφία του CHS σε συνεργασία με τον Τομέα Κλασικών Σπουδών του ΑΠΘ.

Στα ερευνητικά της ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται η αρχαία ελληνική και λατινική επιγραφική, η ιστοριογραφία, ο αλφαβητισμός στην αρχαία Ελλάδα και η επική ποίηση. Έχει γράψει (με τον Γ. Ζ. Τζιφόπουλο) το βιβλίο Εισαγωγή στην αρχαία ελληνική επιγραφική (Θεσσαλονίκη 2015), έχει δημοσιεύσει λήμματα στο Wiley Blackwell Encyclopedia of Ancient History και άρθρα σχετικά με τις επιγραφές και τον αλφαβητισμό στην αρχαιότητα. Επίσης, συμμετέχει σε ερευνητικά επιγραφικά προγράμματα στη Μακεδονία και στην Κρήτη, καθώς και σε εκπαιδευτικά προγράμματα σε συνεργασία με αρχαιολογικά μουσεία και εκπαιδευτικούς φορείς.

 

Πληροφορίες

 

Για περισσότερες πληροφορίες, παρακαλούμε επικοινωνήστε με τη Ματίνα Γκόγκα, Μάνατζερ Ανάπτυξης Αναλυτικών Προγραμμάτων του Κέντρου, μέσω τηλεφώνου (27520 47030 εσ. 1, Ναύπλιο) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο matina.goga(at)chs.harvard.edu.

 

Το Άργος και το διαμέρισμά του στην όψιμη βενετική περίοδο. Η θέση της πόλης στη βενετική επικράτεια, πληθυσμιακά και γαιοκτητικά φαινόμενα – Αλέξης Μάλλιαρης, «Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.


 

Η περιοχή της Αργολίδας, με τα δύο πληθυσμιακά της κέντρα, το Ναύ­πλιο και το Άργος, αποκτά σημαίνουσα θέση στον πελοποννησιακό κορ­μό κατά την περίοδο της όψιμης βενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόν­νησο. [1] Η επαρχία της Ρωμανίας, που καταλάμβανε τα ανατολικά, βο­ρειοανατολικά και τμήμα από τα κεντρικά μοραïτικα εδάφη και άγγιζε τον Κορινθιακό, τον Σαρωνικό και τον Αργολικό κόλπο, ανυψώθηκε σε κεντρική επαρχία της Πελοποννήσου, φιλοξενώντας την πρωτεύουσα Ναύπλιο, τη σημαντικότερη πόλη – λιμάνι στο βενετικό Λεβάντε αυτήν την περίοδο μετά την Κέρκυρα.

Το Ναύπλιο μετατράπηκε σε βάση της βενετικής διοίκησης και των στρατιωτικών δυνάμεων προσελκύοντας το ιδιαίτερο βενετικό ενδιαφέρον για την οργάνωσή του και δη την επαύξηση της αμυντικής του ικανότητας. Στο πλαίσιο αυτό η πόλη εκσυγχρονίσθηκε οχυρωματικά και ενισχύθηκε κυρίως στα ελλειμματικά της σημεία με αποκορύφωμα την ανέγερση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα του μεγαλειώδους φρουριακού συγκροτήματος στον λόφο του Παλαμηδιού. Η πολυπληθής, πολύβουη κεντρική πόλη-λιμάνι στη βραχώδη χερσόνησο, έδρα των βενετικών Αρχών και της Καθολικής Εκκλησίας της Πελοποννήσου, κυριαρχούσε με τη δυναμική της παρου­σία σε ολόκληρη την περιοχή.

Το δεύτερο σημαντικό πληθυσμιακό κέντρο της Αργολίδας, το Άρ­γος, πόλη πανάρχαια με ιδιαίτερη σημαντική στην ιστορία του αρχαί­ου κόσμου, δεν ακολούθησε την ίδια πορεία στη βενετική περίοδο. Από το 1204 και εξής μαζί με την υπόλοιπη περιοχή γνώρισε αλλεπάλληλες αλλαγές κυριαρχίας, από τη φραγκική, στη βενετική και την οθωμα­νική για να επανέλθει στη βενετική, από το 1686 μέχρι το 1715, οπότε επέστρεψε και πάλι στους Οθωμανούς. [2]

Στην όψιμη βενετική περίοδο η πόλη του Άργους λειτουργεί μάλλον δορυφορικά αναφορικά με την κοντινή της πρωτεύουσα.[3] Πόλη μεσό­γεια, ηπειρωτική, μακριά από το ζωτικό για τη θαλασσοκράτειρα Βενε­τία υγρό στοιχείο, απλώνεται άνετα στον αργείτικο κάμπο, κάτω από τη σκιά της Λάρισας. Αποτελεί ένα παράδοξο θα λέγαμε βενετικής πόλης,[4] καθόσον, στη βενετική συνείδηση και στο ιστοριογραφικό συλλογικό, βενετική κτήση και λιμάνι είναι δύο αναπόσπαστα στοιχεία. Η θάλασ­σα τροφοδοτεί τη Βενετία και τις κτήσεις της ενοποιεί το μητροπολιτικο κέντρο με την περιφέρεια δια της υγρής οδού, ενω οι οχυρώσεις στο θαλάσσιο μέτωπο των πόλεων προστατεύουν και παράλληλα φράζουν την είσοδο σε κάθε επιβουλή εχθρού, που εύκολα και απροειδοποίητα μπορούσε να καταφθάσει από τη θάλασσα. Κι αν τα υγρά τείχη της πό­λης της Βενετίας αποτελούν ένα ιστορικό unicum στη μεσαιωνική και νεότερη Ευρώπη, οι ισχυρές οχυρώσεις των κτήσεών της στην ιταλι­κή Terra Ferma, τη Δαλματία και το Λεβάντε προστάτευαν τις πόλεις – κέντρα της γεωγραφικά διασπασμένης βενετικής επικράτειας.[5]

Από την άποψη αυτή η πόλη του Άργους διαφοροποιείται από τον βενετικό κορμό και τη βενετική παράδοση αφού η γεωφυσική της θέση δεν επέτρεπε την οργάνωση του οικισμού αυτού με τη μετατροπή του σε μια citta-fortezza, σε μια επαρκώς δηλαδή οχυρωμένη πόλη, περίκλει­στη εντός ισχυρών τειχών.[6] Η πόλη, το borgo, εκτείνεται ατείχιστη δι­ασκορπισμένη σε συστάδες, αραιοκατοικημένη, απλωμένη ανάμεσα σε κήπους, πάγιο τοπογραφικό χαρακτηριστικό του Άργους μέχρι και τον 19ο αιώνα. Εποπτεύεται όμως αφ’ υψηλού από τον απότομο βράχο με τις μεσαιωνικές οχυρώσεις, τη Λάρισα· οχυρώσεις εντελώς ακατάλληλες και παρωχημένες στην καμπή του 17ου αιώνα, και πολύ περισσότερο, επικίνδυνες για ολόκληρη την περιοχή, σε περίπτωση που οι Οθωμανοί τις καταλάμβαναν. Οι βενετικές αρχές, έχοντας επίγνωση του κινδύνου αυτού, προβληματίστηκαν για τις οχυρώσεις του Άργους, δεν προχώ­ρησαν όμως σε επεμβάσεις ή σε ριζική επανακατασκευή, όπως ήταν αναγκαίο, αφού ο πάντοτε επίκαιρος οθωμανικός κίνδυνος και τα γλίσχρα οικονομικά της κτήσης αλλά και της Βενετίας δεν επέτρεπαν την ανάληψη έργων τέτοιας έκτασης. Οι ειδικοί πρότειναν την κατεδάφι­σή τους αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εξαλειφόταν σε μεγάλο βαθμό ο κίνδυνος εχθρικής κατάληψης, που ήταν πάντα ορατός λόγω και της γειτνίασης του Άργους με την κορινθιακή είσοδο της Πελοποννήσου. Λίγο πριν από την εισβολή των οθωμανικών στρατευμάτων στον Μοριά το 1715, οι Βενετοί αρκέστηκαν να καταστρέψουν ένα μικρό μέρος της οχύρωσης του Άργους και να την εγκαταλείψουν, αποσυρόμενοι στο ισχυρό Ναύπλιο με το νεότευκτο Παλαμήδι.[7]

Στην ακριβή βενετική ορολογία για τον ελληνοβενετικό Λεβάντε, στα έγγραφα της διοίκησης, η πόλη του Άργους δεν χαρακτηρίζεται ως citta, διότι αυτό σήμαινε πόλη παραθαλάσσια και κυρίως πόλη οχυρω­μένη. Το Άργος είναι terra, δηλαδή ανοικτή, μεσόγαια, ατείχιστη πόλη, όπως στην επαρχία της Αχαΐας η Βοστίτσα (Αίγιο) και κυρίως η πόλη της Γαστούνης, επιπλέον δε το Άργος διαθέτει castello και όχι fortezza.[8]

Προηγουμένως έγινε αναφορά στη στενότατη σύνδεση Βενετίας και θάλασσας, αφού αυτή η τελευταία στα μεσαιωνικά και στα υστερομεσαιωνικά χρόνια αποτέλεσε την αιτία της ύπαρξης, της θεαματικής ανάπτυ­ξης και της αναγωγής της Βενετίας σε υπερδύναμη της Ευρώπης, μέσω του ελέγχου των θαλάσσιων δρόμων και του εμπορίου της Ανατολής.[9] Σε ένα τέτοιο σχήμα η πόλη του Άργους δεν συμμετείχε εκ των πραγμάτων.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Στα όψιμα όμως χρόνια, στα οποία αναφερόμαστε, η Βενετία για πολ­λούς λόγους δεν ήταν πια μια εμπορική και οικονομική υπερδύναμη, που προσδοκούσε εισροή πλούτου από το θαλάσσιο εμπόριο και μόνο. Από πολύ νωρίτερα η στροφή του βενετικού ενδιαφέροντος προς την ιταλική ηπειρωτική ενδοχώρα και η ενασχόληση των ευγενών βενετικών οικογε­νειών με τη γη ανέδειξαν την τελευταία σε βασικό παράγοντα οικονομι­κής ανάνηψης του κράτους. Η κατάκτηση και η κατοχή της Πελοποννήσου, της πλέον εκτεταμένης κτήσης που υπήρξε ποτέ στο βενετικό κρά­τος, προσέφερε εκτός από τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών που κύκλω­ναν τη χερσόνησο, τεράστιες για τα βενετικά δεδομένα εκτάσεις γαιών, των οποίων η συστηματική καλλιέργεια θα απέφερε μεγάλα κέρδη. Άρα η γη και δη οι πεδινές εκτάσεις, που δεν απαιτούσαν εργώδεις, μακροχρό­νιες προσπάθειες και μεγάλα έξοδα για να καλλιεργηθούν και να καρπο­φορήσουν, βρίσκονταν στο επίκεντρο του βενετικού ενδιαφέροντος κατά την περίοδο αυτή, όπως το γνωρίζουμε καλά από την έως τώρα ιστοριο­γραφική παραγωγή για τη συγκεκριμένη εποχή.[10]

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο το μεσόγαιο Άργος με τις πλούσιες γαίες αναβαθμιζόταν στην οικονομική αξιολογική κλίμακα των Βενετών, πα­ρόλο που η αυστηρή και εν πολλοίς άκαμπτη γενικότερη πολιτική της Βενετίας, αγκυλωμένης στους θεσμούς του παρωχημένου υστερομεσαιωνικού της μεγαλείου, δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στους γοργούς ρυθμούς αλλαγών και ανακατατάξεων του νεότερου κόσμου. Στη βενε­τική λοιπόν περίοδο η Αργολίδα προσφέρει την πρωτεύουσα, το μεγάλο διοικητικό κέντρο και το λιμάνι του Ναυπλίου και παράλληλα τη ζωτι­κής σημασίας για την εποχή ενδοχώρα του Άργους. Υφίσταται θα λέγαμε ένα δίπολο, συμπληρωματικό στις λειτουργίες του, όπου στο ένα άκρο υπάρχει το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της κτήσης, με σημαντικό αριθμό κατοίκων κάτω από την παρουσία των υψηλότερων εκπροσώπων της πολιτικοστρατιωτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας και στο άλλο άκρο ένας πολύ μικρότερος οικισμός, αγροτικός, που εποπτεύει τις πέριξ γαίες και προσφέρει, κυριολεκτικά όμως στην περίπτωση αυτή, το έδαφος για την οικονομική συντήρηση και την ευδοκίμηση πολλών εκ των κατοί­κων του πρώτου κέντρου. Πρόκειται για ένα σχήμα που το βλέπουμε να υφίσταται και σε άλλες πελοποννησιακές περιοχές, όπως για παράδειγ­μα στην επαρχία της Αχαΐας, με την Πάτρα και τη Γαστούνη να λειτουρ­γούν κατ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο.[11]

Στην επαρχία της Αργολίδας, αμέσως μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών και την κατίσχυση των βενετικών όπλων, συνέρρευσε, όπως και σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, σημαντικός αριθμός εποίκων· κατοίκων δηλαδή από γειτονικές τουρκοκρατούμενες περι­οχές, οι οποίοι, ακολουθώντας τα βενετικά κελεύσματα, αναζητώντας ευνοϊκότερους όρους ζωής ή επιδιώκοντας να αποφύγουν τα τουρκικά αντίποινα για τη συμπαράταξή τους με τους Βενετούς στη διάρκεια της πολεμικής αναστάτωσης στο νότιο ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, εγκατα­στάθηκαν σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου, κυρίως στο βόρειο ήμισυ της χώρας. Το Ναύπλιο προτίμησαν οι σημαντικότερες οικονο­μικά και κοινωνικά οικογένειες της Αθήνας καθώς εκεί μπορούσαν να συνεχίσουν τις εμπορευματικές τους ασχολίες, ευρισκόμενες παράλλη­λα πολύ κοντά στις κεντρικές βενετικές αρχές.

Στο διαμέρισμα του Άργους, στην πόλη και τα πέριξ χωριά, εγκα­ταστάθηκαν κυρίως πληθυσμοί αγροτοποιμενικής προέλευσης από τη Θήβα και τα χωριά της, την Αταλάντη, τη χαλκίδα και γενικότερα την Εύβοια, αλλά και κάποιοι Αθηναίοι, σε πολύ μικρότερο όμως αριθμό από τους εποίκους που κατευθύνθηκαν στο διαμέρισμα του Ναυπλίου.[12]

Η πόλη του Άργους πρέπει να είχε υποστεί σημαντικές καταστρο­φές κατά τις πολεμικές συγκρούσεις και την αποχώρηση των Τούρκων, όπως διαπιστώνουμε από τις βενετικές καταγραφές και κυρίως από τους μακροσκελείς καταλόγους παραχωρήσεων αστικών ακινήτων, σπιτιών και καταστημάτων, καθώς και γαιών, στους εποίκους. Ο οικισμός που υπήρχε στις περιβόλους του φρουρίου ερημώθηκε καθώς εκεί κα­τοικούσαν προηγουμένως μόνον Οθωμανοί. Μεγάλος αριθμός σπιτιών στον οχυρό αυτό χώρο, όπως και στο borgo του Άργους, καταγράφεται ως καταστρεμμένος. Τα σπίτια αυτά παραχωρούνται, στη συνέχεια, από τη βενετική διοίκηση, ως δημόσια πλέον περιουσία, στους εποίκους για να τα επισκευάσουν και να τα κατοικήσουν, όπως για παράδειγμα σε Κρητικό έποικο από τα Χανιά το 1691,[13] ή ενοικιάζονται από ντόπιους ενδιαφερόμενους. Ο Οθωμανός περιηγητής Evliya Celebi στα 1668 ανα­φέρει ότι στο Άργος υπήρχαν έντεκα γειτονιές και εκτός των άλλων καταγράφει δύο μεγάλα μουσουλμανικά τεμένη και άλλα δέκα μικρότε­ρα και επιπλέον ένα χαμάμ.[14] Οι Βενετοί κάνουν λόγο για το μεγαλύτε­ρο τέμενος που εκείνοι το χρησιμοποιούσαν ως κατοικία των αρχών που επισκέπτονταν την πόλη ενώ αρχειακά τεκμήρια από το Αρχείο Grimani του Κρατικού Αρχείου Βενετίας καταγράφουν την ύπαρξη οθωμανικού λουτρού στην πόλη που είχε δοθεί ως κατοικία σε εποίκους.[15]

Η γνωστή βενετική απογραφή Grimani (1700) καταγράφει εντός του Άργους τις ενορίες Αγίου Βασιλείου, Αγίου Νικολάου και της Παναγίας.[16] Αρχειακό υλικό από το Αρχείο Grimani αναφέρει στα 1698 τους εξής να­ούς εντός της πόλης: Αγία Παρασκευή (που θα πρέπει να βρισκόταν στον χώρο που καταλαμβάνει ο σημερινός Άγιος Ιωάννης), Άγιος Δημήτριος, Άγιος Πέτρος, Άγιος Νικόλαος, Παναγία, Άγιος Βασίλειος και Άγιος Μάρ­κος (ο τελευταίος ενδεχομένως να ήταν πρώην μουσουλμανικό τέμενος, που αφιερώθηκε, όπως συνηθιζόταν από τους Βενετούς, στον Άγιο Μάρ­κο).[17] Τέλος, ως προς την τοπογραφία και την ονοματοδοσία των συνοι­κιών της πόλης αξίζει να αναφερθεί ότι για τους δύο από τους τέσσερις μαχαλάδες, που απαντούν την εποχή της δεύτερης οθωμανικής περιό­δου, τον Μπεκήρ Εφέντη μαχαλά και τον Καραμουτζά μαχαλά,[18] υπάρ­χουν πυκνές καταγραφές στο βενετικό υλικό για πολλά σπίτια και κατα­στήματα, που κατείχε στην πόλη κατά την πρώτη οθωμανική περίοδο ο Οθωμανός Μπεκήρ Εφέντη· επίσης ότι απαντά το επώνυμο Καραμουτζάς σε εποίκους της πόλης, που κατοικούσαν σε πρώην οθωμανικά σπίτια, τα οποία τους παραχωρήθηκαν από τις βενετικές αρχές.

Αρκετά γρήγορα συστάθηκε και στο Άργος Αστική Κοινότητα (Communita), κλειστό δηλαδή σώμα συγκεκριμένων προνομιούχων οικο­γενειών της πόλης, που διαχώριζε τον πληθυσμό της πόλης και του δια­μερίσματος, από τη μια σε ευάριθμο σώμα κατοίκων με αστική ιδιότητα και από την άλλη σε πολυπληθή μάζα πληθυσμού, που ήταν αποκλει­σμένη.[19] Τεκμήριο του έτους 1700 παραδίδει τα ονόματα τριών κορυφαί­ων της Κοινότητας Άργους, των συντίχων Ιωάννη Σταματέλου, Θοδωρή Τσερνοτά και Δημήτρη Λάζαρου.[20] Από αυτούς, ο Ιωάννης Σταματέλος (γόνοι της οικογένειας αυτής απαντούν και στη δεύτερη οθωμανική πε­ρίοδο ως επιφανή πρόσωπα της πόλης), κυρίως όμως ο Θοδωρής Τσερνοτάς, παρουσιάζονται ως κάτοχοι ακινήτων στην πόλη ήδη από την προηγούμενη οθωμανική περίοδο, ενώ ειδικά ο Τσερνοτάς επιδεικνύει ζωηρή οικονομική δραστηριότητα στη βενετική περίοδο, αναλαμβάνει ενοικιάσεις γαιών και άλλων ακινήτων στο διαμέρισμα Άργους και λαμ­βάνει ακίνητα σε παραχώρηση από τους Βενετούς. Από τους ντόπιους, προφανώς, ισχυρούς της πόλης, εντυπωσιακή δραστηριότητα εμφανί­ζει και ο Θωμάς Πέτρου, ο οποίος ενοικιάζει πρώην οθωμανικά σπίτια εντός του πρώτου περιβόλου (recinto inferiore) στο φρούριο του Άργους,[21] καθώς επίσης γαίες και άλλα ακίνητα στα χωριά του Άργους ενώ αλλη­λογραφεί με τις βενετικές αρχές για διάφορα ζητήματα.[22]

Η περιοχή του Άργους αποτέλεσε το πεδίο οικονομικών δραστηριοτή­των και για επιφανείς πολίτες του Ναυπλίου. Έτσι, ο Αθανάσιος Ζυγομαλάς, μέλος της Κοινότητας του Ναυπλίου, εκμεταλλευόταν γαίες στο χωριό Μπολάτι, όπως επίσης ο Ανδρούτσος Μαλαξός οικόπεδα στο Άργος και γαίες στο Κάτω Μπέλεσι. Ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Πελοποννήσου που έδρευε στο Ναύπλιο, ο Angelo Maria Carlini, εκτός από παροχές που είχε λάβει από το δημόσιο στην περιοχή της Κορίνθου και αλλού, κατεί­χε οικόπεδα και κήπους στην πόλη του Άργους, τα οποία προηγουμένως εκμεταλλευόταν ο ντόπιος Θοδωρής Τσερνοτάς και μέσω της πρακτικής της ανταλλαγής ακινήτων (permuta di bent) πέρασαν στον αρχιεπίσκοπο. Γαίες στο Κάτω Μπέλεσι κατείχαν και οι ιερείς του λατινικού μητροπολιτικού ναού του Ναυπλίου. Επιπλέον, αρκετοί κατώτεροι αξιωματικοί του βενετικού στρατού εμφανίζονται στη γαιοκατοχή του Άργους, όπως επίσης ιταλικής και ελληνικής καταγωγής μέλη της βενετικής γραφειο­κρατίας, γεγονός αναμενόμενο, αφού η γειτνιάζουσα πρωτεύουσα φιλο­ξενούσε μεγάλο αριθμό στρατιωτικών και διοικητικών υπαλλήλων.[23]

Πολυάριθμα τεκμήρια, προερχόμενα από την καγκελαρία του Ναυ­πλίου, σωζόμενα σήμερα στο Αρχείο Grimani, των ετών 1704 ώς 1710, κάνουν εναργέστερη τη γιγαντιαία προσπάθεια που ευθύς μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου ανέλαβε η βενετική διοίκηση για τη διαλεύκανση και την αποσαφήνιση του γαιοκτητικού καθεστώτος της χώρας, έργο που συχνά έφερε τις πελοποννησιακές βενετικές αρχές σε απόγνωση. Εντός της προσπάθειας αυτής εγγράφεται το τεράστιο έργο κτηματογράφησης της Πελοποννήσου, φαινόμενο πρωτοφανές στην πελοποννησιακή αλλά και γενικότερα την ελληνική ιστορία των νεό­τερων χρόνων, το οποίο ουδέποτε επαναλήφθη μέχρι σήμερα.[24]

Η πρώτη μεγάλη φάση των παραχωρήσεων γαιών στους εποίκους, της καταγραφής των δημοσίων γαιών, των ενοικάσεων κ.λπ. έληξε στα πρώτα μόλις χρόνια του 18ου αιώνα. Στη συνέχεια, ακολούθησε μια δεύτερη φάση τακτοποίησης θα λέγαμε και οριστικής, κατά το δυνατόν, διευθέτησης της γαιοκατοχής, βάσει πλέον και των υφισταμένων καταστιχώσεων, όπου αυτές είχαν ολοκληρωθεί. Το προαναφερθέν αρχεια­κό υλικό που αφορά το Άργος και το διαμέρισμά του παρουσιάζει αυτήν την πιο οργανωμένη προσπάθεια των αρχών για να διευθετήσουν πλείστα ζητήματα κυριότητας της γης, δεδομένου ότι τα χρόνια αυτα είχε ήδη αρχίσει και το αντίστροφο φαινόμενο που αφορούσε τον επήλυδα πληθυσμό, αυτό δηλαδή της φυγής των εποίκων και της επιστροφής τους στις κοντινές οθωμανικές περιοχές. Ως εκ τούτου το βενετικό δη­μόσιο βρέθηκε αντιμέτωπο και πάλι με τον μεγάλο αριθμό αδέσποτων γαιων, των οποίων οι κάτοχοι είχαν φύγει ή είχαν αποβιωσει.

Για τον εντοπισμό των γαιών αυτών οι αρχές έθεσαν σε εφαρμογή και εδώ τη γνωστή πρακτική της καταγγελίας (beni denonciati), σύμφω­να με την οποία ως ανταμοιβή σε εκείνον που αποκάλυπτε γαίες αδέ­σποτες, λόγω φυγής του κατόχου τους, δινόταν ένα μέρος των ακινή­των αυτών.[25] Για παράδειγμα, τέτοιας προέλευσης γαίες και ακόμα μία νεροτριβή δόθηκαν στο Άργος το 1705 στον Κρητικό Dottor Emmanuel Barbarigo, που υπηρετούσε στην καγκελαρία του Ναυπλίου, γαίες έκτα­σης 82 στρεμμάτων δόθηκαν στους γνωστούς αδελφούς Νικολό και Μιχάλη Μέλο στο Άργος το 1706, όπως και στον εκχριστιανισμένο πρώ­ην μουσουλμάνο με το εντυπωσιακό νέο βενετσιάνικο όνομα Vicenzo Pasqualigo στο χωριό Κουτσοπόδι το 1707, καθώς και στην Παρασκευή, χήρα του υπολοχαγού Gili, στο Άργος το 1710.[26]

Παραχωρήθηκαν εκ νέου από τις βενετικές αρχές ακίνητα, των οποί­ων οι κάτοχοι είχαν αποβιώσει χωρίς απογόνους, ή ακόμα ακίνητα, των οποίων οι κάτοχοι αγνοούνταν, χωρίς να γνωρίζει κανείς πού βρίσκο­νταν, όπως επίσης και κτήματα που εξαρχής είχαν παραμείνει αδιάθετα. Ακόμα, γαίες χέρσες που καλλιεργήθηκαν για πρώτη φορά ή φυτεύτη­καν σε αυτές αμπέλια ζητήθηκαν από τις αρχές και δόθηκαν στους ενδιαφερόμενους, σύμφωνα με διάταγμα του Γενικού Προβλεπτή Θαλάσσης Alvise Mocenigo του 1710 που ίσχυσε για όλη την κτήση, όπως για πα­ράδειγμα στον ναυπλιώτη κόντε Δήμο Λιόση και στους αδελφούς του, στους οποίους δόθηκε έκταση 254 στρεμμάτων στο χωριό χαμάκου.[27]

Επιπλέον, διευθετήθηκαν γαιοκτητικά θέματα, που αφορούσαν ενοι­κιάσεις δημοσίων γαιών, των οποίων οι ενοικιαστές δεν ενδιαφέρθη­καν για την ανανέωση της ενοικίασης, ζητήματα ανταλλαγής ακινή­των που κατέχονταν από κατοίκους άλλων επαρχιών, καθώς και επαναπροσδιορισμού και δικαιότερου καθορισμού ενοικίου στις δημόσιες γαίες. Επίσης, διορθώθηκαν λανθασμένες παραχωρήσεις στις οποίες είχαν προβεί οι βενετικές αρχές χωρίς να γνωρίζουν ότι οι γαίες αυτές είχαν ήδη δοθεί σε άλλους· έτσι, στα 1708 δόθηκαν στον έποικο Αναστάση Τσαουσόπουλο γαίες στο Κουτσοπόδι, οι οποίες αφαιρέθηκαν ως «επιπλέον» από αθηναία έποικο στο ίδιο χωριό, σε αντάλλαγμα άλλων κτημάτων, που του είχαν δοθεί νωρίτερα, τα οποία ήταν όμως δεσμευμένα.[28] Οι Βενετοί στα χρόνια αυτά πραγματοποίησαν στο διαμέρισμα του Άργους και συμπληρωματικές παραχωρήσεις σε δικαιούχους (in supplemento), διέθεσαν επίσης τμήματα γαιών που είχαν περισσέψει από χαριστικές δωρεές σε εποίκους (concessioni), ενώ προέβησαν και σε νέες χαριστικές δωρεές ως ανταμοιβή του βενετικού κράτους για προσφερθείσες υπηρεσίες στο δημόσιο.

Το εδαφικό πεδίο εφαρμογής των ενεργειών αυτών αφορά κυρίως την πόλη του Άργους και την εγγύς περιοχή του, όπως επίσης το χωριό Κουτσοπόδι, βόρεια του Άργους, όπου είχαν εγκατασταθεί πολλοί έποικοι, αρκετοί εκ των οποίων στη συνέχεια έφυγαν ή πιο σωστά δραπέ­τευσαν από τη βενετική επικράτεια, καθώς και τα χωριά Λάλουκα και Δαλαμανάρα, ανατολικά του Άργους, και επίσης Κάτω Μπέλεσι και Μαλανδρένι, στα βορειοδυτικά.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στη γαιοκατοχή του διαμερίσματος Άργους μετείχαν επίσης και μέλη των πλέον διακεκριμένων οικογενειών της κτήσης, συνήθως ξένοι, που είχαν τιμηθεί από το βενετικό κράτος με τον τίτλο του κόντε και την ανακήρυξη συγκεκριμένης γης ως κοντέας, ένα φαινόμενο παραφεουδαλικής, θα λέγαμε, φύσης της όψιμης βενε­τικής περιόδου, που ενέτεινε περαιτέρω την κοινωνική διαφοροποίη­ση του πελοποννησιακού πληθυσμού.[29] Ο κόντε Σπυρίδων Περούλης, αθηναϊκής καταγωγής, και μέλος της Ναυπλιακής Κοινότητας κατείχε στο Άργος οικόπεδα και μύλους, οι προαναφερθέντες κόντε Δήμος και αδελφοί Λιόση από το Ναύπλιο γαίες στο χαμάκου, ο κρητικής κατα­γωγής κόντε Δημήτριος Γιαλυνάς, που διέθετε κοντέα στην Κόρινθο, κατείχε γαίες στο Μπολάτι και στο Μαλανδρένι, και, τέλος, ο κόντε Zuanne Colonna αμπέλια στο Άργος.[30]

Σημειώνουμε, σχετικά με το φαινόμενο της κοντέας στην Πελοπόν­νησο και μια έμμεση σχέση της περιοχής της Αργολίδας με αυτό: η οικο­γένεια Περούλη, όπως και η οικογένεια Κάση στην Πάτρα, στήριξαν την αίτησή τους προς τη βενετική Σύγκλητο για την απόδοση σε αυτές του τίτλου του κόντε, στις στρατιωτικές υπηρεσίες που είχαν προσφέρει μέλη των οικογενειών τους υπέρ των Βενετών στην απόκρουση της βίαιης ει­σβολής των οθωμανικών στρατευμάτων του σερασκιέρη Ιμπραήμ Πασά, τον Ιούνιο του 1695, στην περιοχή του Άργους· συγκεκριμένα, επικαλού­νταν την υπεράσπιση του βενετικού κράτους με τη σύσταση ιδίων στρα­τιωτικών σωμάτων και την ενεργό συμμετοχή τους στις μάχες που διεξήχθησαν στο χωριό Δαλαμανάρα, με αποτέλεσμα την αποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων από τη χώρα,[31] γεγονός που εορτάστηκε πανηγυρικά στη Βενετία, τον Ιούλιο του ίδιου έτους, με δοξολογία στη βασιλική του Αγίου Μάρκου, κωδωνοκρουσίες στην πόλη και εκδόσεις ενημερωτικών εντύπων φυλλαδίων με την περιγραφή της σύγκρουσης και της βενετικής νίκης.

Με το βίαιο τέλος της βενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο η πε­ριοχή του Άργους πέρασε στη νέα οθωμανική περίοδο χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά πρόσωπο από άποψη οικιστικής και πολεοδομικής οργάνω­σης, αλλά ούτε και κοινωνικής, όπως αντίθετα συνέβη με άλλες πόλεις της Πελοποννήσου που απογυμνώθηκαν από το ηγετικό κοινωνικό τους στρώμα, το οποίο προτίμησε να ακολουθήσει τους Βενετούς. Η οι­κονομική και πληθυσμιακή όμως δυναμική του Άργους υπήρξε έντονη στους επόμενους αιώνες, με αποτέλεσμα να υποσκελίσει το γειτονικό Ναύπλιο και να ανατρέψει προς όφελός του το σχήμα που δημιουργήθηκε κατά τη βενετική περίοδο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για την Αργολίδα την περίοδο αυτή βλ. Siriol Davies, The Fiscal System of the Venetian Peloponnese: The Province of Romania 1688-1715, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή που υποβλήθηκε στο Centre for Byzantine Ottoman and Modern Greek Studies School of Antiquity του Πανεπιστημίου του Birmingham, 1996. Επίσης, Ευτυχία Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα. Οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης, Αθήνα 2002· η ίδια, Αργεία Γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου, αρχές 19ου αι.), Αθήνα 2003.

[2] Γενική παρουσίαση της ιστορίας του Άργους βλ. στο έργο Ι. Ζεγκίνης, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Αθήνα 1948. Για την ιστορία του Άργους στην όψιμη βενετική και την οθωμανική περίοδο βλ. Λιάτα, Αργεία γη.

[3] Δηλωτική της «δύσκολης» σχέσης Άργους και Ναυπλίου και κατά το παρελθόν είναι η διεκδίκηση από τους Ναυπλιείς για την πόλη τους του λειψάνου του αγίου Πέτρου, επισκόπου Άργους, ήδη από τον 10ο αιώνα. Η μετακίνηση του λειψάνου στο Ναύπλιο πραγματοποιήθηκε τελικά κατά την πρώτη βενετική περίοδο της Αργολίδας, στα 1421. Βλ. σχετικά Άννα Λαμπροπούλου, Η. Αναγνωστάκης, Βούλα Κόντη, Αγγελική Πανοπούλου, «Μνήμη και Λήθη της λατρείας των Αγίων της Πελοποννήσου (9ος-15ος αιώνας)», Οι Ήρωες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι νέοι Άγιοι, 8ος-16ος αιώνας, επιστημ. επιμ. Ελεωνόρα Κουντούρα-Γαλάκη, Αθήνα 2004, σ. 278.

[4] Για μια τυπολογία των βενετικών πόλεων της βενετικής Ανατολής βλ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών Κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (Ι3ος-18ος αι.). Μια συνθετική προσέγγιση, Βενετία 20082, σσ. 22-30. Για τις πόλεις της βενετικής επαρχίας Αχαΐας βλ. Α. Μάλλιαρης, Η Πάτρα κατά τη βενετική περίοδο (1687-1715). Γη, πληθυσμοί, κοινωνία στη Β.Δ. Πελοπόννησο, Βενετία 2008, σσ. 38-42. Για τις πελοποννησιακές πόλεις από τον 13ο ώς τον 18ο αι. βλ. Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας, Αθήνα 1985.

[5] Για τη σχέση Βενετίας και θάλασσας κλασικό είναι το έργο του F. Lane, Βενετία η Θαλασσοκράτειρα. Ναυτιλία-Εμπόριο-Οικονομία, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, επιστημ. επιμ. Γ. Παγκράτης, Αθήνα 2007. Μια ευσύνοπτη περιήγηση στις οχυρωμένες βενετικές πόλεις του Λεβάντε και της Δαλματίας με βιβλιογραφία για τις βενετικές οχυρώσεις στο A. Malliaris, «La metamorfosi dell’ambiente urbano nelle citta venete del Levante greco: ambiente, paesaggio architettonico, abitanti e potere veneziano, XIII-XVIII secoli», I Greci durante la venetocrazia: Uomini, spazio, idee (XIII-XVIII sec.), Atti del Convegno Internazionale di Studi, Venezia, 3-7 dicembre 2007, επιμ. Chryssa Maltezou – Angeliki Tzavara – Despina Vlassi, Βενετία 2009, σσ. 585-595.

[6] Για την οργάνωση ενός οικισμού σε citta-fortezza βλ. Malliaris, «La metamorfosi», σε πολλά σημεία.

[7] E. Pinzelli, «Les forteresses de Moree. Projets de restaurations et de demantelements durant la seconde periode venitienne (1687-1715)», Θησαυρίσματα 30 (2000), 400, 407- 408.

[8] Για τη Βοστίτσα και τη Γαστούνη βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σ. 40.

[9] Lane, Βενετία η θαλασσοκράτειρα, σε πολλά σημεία.

[10] Για την Πελοπόννησο στην όψιμη βενετική περίοδο και ειδικά για θέματα οργάνωσης της νέας κτήσης και κυρίως γαιοκατοχής βλ Κ. Ντόκος – Γ. Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, Αθήνα 1993, καθώς και Μάλλιαρης, Η Πάτρα, όπου συγκεντρωμένη όλη η προγενέστερη βιβλιογραφία.

[11] Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 40-42.

[12] Για το μεγάλο θέμα των πληθυσμιακών εγκαταστάσεων στη βενετική Πελο­πόννησο βλ. Ντόκος – Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας και Μάλλιαρης, Η Πάτρα, όπου διεξοδική παρουσίαση πολλών πλευρών του φαινομένου. Για την Αργολίδα ειδικά, βλ. Davies, The Fiscal System of the Venetian Peloponnese, καθώς επίσης Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του και η ίδια, Αργεία Γη.

[13] Βλ. υποσημείωση 15.

[14] Λιάτα, Αργεία Γη, σ. 21.

[15] Archivio di Stato di Venezia (στο εξής A.S.V.), Archivio Grimani dai Servi, busta 30, φ. (123). Όλες οι αναφορές σε εποίκους και κατοίκους του Άργους και τη γαιοκατοχή τους προέρχονται από βενετικές καταγραφές αποκείμενες στα Αρχεία της Βενετίας. Ερευνήθηκαν ποικίλες αρχειακές σειρές. Σχετικές πληροφορίες προέκυψαν, με σειρά μεγαλύτερης συχνότητας, κυρίως στους εξής φακέλους: A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51 σε πλείστα φύλλα, όπου καταγράφονται εκατοντάδες ονομάτων κατοίκων της πόλης του Άργους και του διαμερίσματος του και σημειώνονται αναλυτικά οι γαίες, οι οικίες και τα λοιπά ακίνητα που κατείχαν· b. 30, όπου καταγραφή των οικιών, δημοσίων και ιδιωτικών, στην πόλη του Άργους (Catastico de tute le case publiche e private che si trovano in esere nel borgo dArgos fato I’ano 1698) b. 41 και b. 19.

[16] Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί, σ. 245.

[17] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 30, φ. (115)-(124). Καταγραφή των ναών της πόλης, στα νεότερα όμως χρόνια, βλ. στο Ζεγκίνης, Το Αργος, σσ. 178-180.

[18] Λιάτα, Αργεία Γη, σσ. 50-51.

[19] Για τις αστικές κοινότητες της βενετικής Πελοποννήσου βλ. Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 465-500. Για τις κοινότητες Πατρών και Γαστούνης βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 238-275.

[20] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 41, φ. (441r).

[21] Κάτοψη του φρουρίου του Άργους σώζεται στον Κώδικα Grimani στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών της Αθήνας με τον τίτλο Pianta del Castel dArgos (Codex Grimani, XXVIII). Το σχέδιο φέρει την υπογραφή του Francesco Vandeyk, γνωστού από την εργασία του στη σύνταξη των κτηματολογικών χαρτών της Πελοποννήσου.

[22] A.S.V, Archivio Grimani dai Servi, b. 19, φ. (138v).

[23] A.S.V, Archivio Grimani dai Servi, b. 19, φ. (137v).

[24] Βλ. Ντόκος-Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας.

[25] Γι’ αυτήν την πρακτική καταγγελίας βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σ. 117.

[26] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (34) και εξής.

[27] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (37).

[28] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (51).

[29] Για το φαινόμενο της κοντέας βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 160-176.

[30] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, πλείστες καταγραφές για τους ανωτέρω σε πολλά φύλλα του φακέλου.

[31] Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 191-193.

 

Αλέξης Μάλλιαρης

«Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008. Πρακτικά, Αθήνα -Βενετία, 2010.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Μεσογείων 14-18. Η Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφαλείας Αθηνών στα χρόνια της Δικτατορίας (1971-1974)», Γενική Γραμματεία Ερευνάς και Τεχνολογίας – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, 2η έκδ., Αθήνα 2019.


 

Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει τα πορίσματα μιας ιστορικής έρευνας, η οποία, διεξήχθη με πρωτοβουλία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας και με επιστημονικό υπεύθυνο τον Δρ. Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, Διευθυντή Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Το αντικείμενο της έρευνας είναι η δράση της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών κατά τα τελευταία χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας, στο διάστημα 1971-1974. Το ενδιαφέρον για εμάς [δηλ. της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας] είναι ότι, κατά την υπό μελέτη περίοδο, η Γενική Ασφάλεια στεγαζόταν στο κτίριο της οδού Μεσογείων 14-18, στο ίδιο δηλαδή κτίριο όπου από το 1986 έως σήμερα στεγάζεται η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

Το ιστορικό παρελθόν του συγκεκριμένου κτιρίου εξελίχθηκε όλα αυτά τα χρόνια, μάλλον σε μια λανθάνουσα πληροφορία, σε μια λεπτομέρεια, η οποία λησμονήθηκε μέσα στην καθημερινότητα. Ίσως πρόκειται για μια ιστορική στιγμή που θέλησε να ξεχαστεί, καθώς η λήθη πολλές φορές είναι η μόνη θεραπευτική οδός για τη βεβαρημένη νεότερη ιστορία του τόπου μας. Σε κάθε περίπτωση, το πλήρωμα του χρόνου έφθασε στις 17 Νοεμβρίου 2017, όταν με την ευκαιρία της 44ης επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, οργανώθηκε στη Γενική Γραμματεία μια μικρή μεν, αλλά μεγάλης σημασίας για εμάς, πολύ συγκινητική εκδήλωση μνήμης και τιμής, με την πολύτιμη συμμετοχή και παρουσία αρκετών επωνύμων και ανωνύμων αγωνιστών της περιόδου εκείνης και συγγενών τους, κυρίως αγωνιστών φοιτητών τότε, που απειλήθηκαν, φυλακίστηκαν, κακοποιήθηκαν και βασανίστηκαν στη Γενική Ασφάλεια, κατά το διάστημα 1971-1974. Σε αυτούς τους ανθρώπους που μας τίμησαν με την παρουσία τους επανερχόμενοι εκείνη τη βροχερή μέρα στο κτίριο της οδού Μεσογείων 14-18 για έναν άλλο τη φορά αυτή σκοπό, με μιαν άλλη αφορμή, αλλά και σε όλους τους αγωνιστές του αντιδικτατορικού αγώνα, αφιερώνουμε την παρούσα έκδοση.

Η επετειακή μας εκείνη συνεύρεση ανέδειξε εκτός των άλλων, ιστορικά ερωτήματα για πτυχές της περιόδου εκείνης, τα οποία στη συνέχεια αποτέλεσαν την αφορμή για την παρούσα έρευνα, με σκοπό τον εντοπισμό, τη συστηματική καταγραφή και τη μελέτη στοιχείων που αφορούν στη χρήση του κτιρίου ως έδρας της Υποδιεύθυνσης Γενικής Ασφαλείας Αθηνών κατά την περίοδο της Χούντας και ειδικότερα, ως έδρας του ανακριτικού και διωκτικού μηχανισμού κατά των αντιπάλων του δικτατορικού καθεστώτος.

Δεν θα ήταν δυνατόν άλλωστε, η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της στην έρευνα και στις επιστήμες, να μην στηρίξει μια τόσο ενδιαφέρουσα, τεκμηριωμένη και πρωτότυπη μελέτη, η οποία επιχειρεί μια νηφάλια αποτίμηση πτυχών της νεότερης ιστορίας μας προσφέροντας έναν αναστοχασμό απαραίτητο για ένα σύγχρονο και δημοκρατικό κράτος και για την κοινωνία της γνώσης.

Ειδική μνεία στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να γίνει σε όλους όσους εργάστηκαν και εργάζονται στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας υπηρετώντας την έρευνα και την επιστημονική γνώση.

(Πατρίτσια Κυπριανίδου, Γενική Γραμματέας Έρευνας και Τεχνολογίας, από τον πρόλογο της έκδοσης)

 

Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Μεσογείων 14-18…

 

Περιεχόμενα


 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ

Από τη Λέκκα στη Μπουμπουλίνας
21η Απριλίου και Μπουμπουλίνας 18

ΑΠΟ ΤΗ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ

Μεσογείων 14-18: Στελέχη, υπηρεσίες και χώροι
Τα κελιά
«Τικ-τακ»
Προσαγωγές, συλλήψεις και ανακρίσεις

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ «ΕΝΟΙΚΟΙ» (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1971)

«Ανεξάρτητη Αριστερά»
ΚΚΕ εσωτερικού
«20ή Οκτώβρη»

ΕΝΟΠΛΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ (Ιανουάριος 1972)

ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ (άνοιξη 1972)

Απεργία των Υπομηχανικών
ΕΜΕΠ και ΕΚΙΝ
Οι πρώτες διαδηλώσεις
Οι προσφυγές
Συλλήψεις και αντιδράσεις

ΕΚΛΟΓΕΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΝΟΘΕΙΑΣ (φθινόπωρο 1972)

Γενική Ασφάλεια και «εκλογές»
ΚΚΕ εσωτερικού και «Ρήγας Φεραίος»

ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ (χειμώνας-άνοιξη 1973)

Απεργίες στο Πολυτεχνείο
Επεισόδιο Σκιάνη-Σέμπου
Στρατεύσεις και η πρώτη εισβολή στο Πολυτεχνείο
«Πρόβα τζενεράλε» στη Νομική
Η μεγάλη κατάληψη της Νομικής
Επεισόδιο της εφήβου
Οι εβδομάδες της υπόκωφης σιωπής
Η εισβολή στη Νομική
Η παραίτηση της συγκλήτου του Πανεπιστημίου

ΕΣΑ, ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ (άνοιξη 1973)

Επεισόδιο Πεντάρη
ΑΑΣΠΕ
ΕΑΝ

ΑΠΟ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ (άνοιξη-φθινόπωρο 1973)

Μνημόσυνο Γεωργίου Παπανδρέου
Απελευθέρωση στην πλατεία Συντάγματος
Μετά το μνημόσυνο

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ (Νοέμβριος 1973)

Η Αστυνομία και η Ασφάλεια στο Πολυτεχνείο
Μετά την εισβολή
Επεισόδιο στην πλατεία Συντάγματος
Οι επόμενες ημέρες

ΜΗΝΕΣ ΤΟΥ ΖΟΦΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ (Νοέμβριος 1973-Ιούλιος 1974)

Από την πρώτη στη δεύτερη επέτειο
«Ηλιοστάσιο»
ΚΚΕ, ΚΝΕ και Αντι-ΕΦΕΕ
ΚΚΕ εσωτερικού
ΙΝΚΑ
Ο κόσμος όλος
Επεισόδιο Wallraff

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ (1974-1984)

«Κάθαρση»
Δίκη Κάτρη-Παπαζήση
«Σταγονίδια»

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΓΑΑ ΣΤΗ ΓΓΕΤ (1984-1986)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ
ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ο Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, γράφει για το βιβλίο:

 

Ένας από τους τρόπους για να γράψεις την ιστορία ενός τόπου είναι μέσα από τα κτίρια, αφηγούμενος τα γεγονότα που συνέβησαν μέσα σε αυτά. Αυτός είναι ίσως ο κύριος λόγος για τον οποίο οι ιστορικοί δίνουν μεγάλη σημασία στα κτίρια. Δεν είναι μόνον ότι η αρχιτεκτονική τους αντανακλά τις γενικότερες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες μιας εποχής. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι τα κτίρια αποτελούν σε πολλές περιπτώσεις τους μόνους υφιστάμενους, έστω και σιωπηλούς, μάρτυρες περασμένων εποχών. Γι’ αυτό άλλωστε, πολλά κτίρια κηρύσσονται διατηρητέα ως τοπόσημα ιστορικής μνήμης, παρότι δεν εμφανίζουν ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία.

Η πρωτοτυπία του βιβλίου έγκειται στο ότι μας προσφέρει μια ευσύνοπτη, καλογραμμένη και τεκμηριωμένη ιστορία της αντιστασιακής δράσης και των βασανιστηρίων της ύστερης περιόδου της δικτατορίας (1971-1974) μέσα από την ιστορία ενός κτιρίου, το οποίο πολλοί Αθηναίοι προσπερνούν καθημερινά αγνοώντας το ιστορικό του φορτίο. Πρόκειται για το κτίριο της λεωφόρου Μεσογείων 14-18: εκεί όπου σήμερα στεγάζεται η Γενική Γραμματεία Ερευνάς και Τεχνολογίας, από το 1971 μέχρι το 1974 κρατήθηκαν και βασανίστηκαν εκατοντάδες αντίπαλοι της δικτατορίας στα γραφεία και τα κελιά της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αθηνών.

Θα είχε πάντως μεγάλο ενδιαφέρον να γραφόταν και η αντίστοιχη ιστορία του (κατεδαφισμένου πλέον) κτιρίου της Μπουμπουλίνας 18 και Τοσίτσα, εκεί όπου κρατούνταν και βασανίζονταν αντιστασιακοί πολίτες από το 1967 έως το 1971 (και, παρεμπιπτόντως, εκεί όπου την περίοδο της γερμανικής Κατοχής το υπουργείο Εργασίας οργάνωνε, ευτυχώς ανεπιτυχώς, την επιστράτευση και τη μεταφορά των εργαζομένων στα εργοστάσια της ναζιστικής Γερμανίας).

 

Μεσογείων 14-18

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: Κάγκελα κελιού στο κτίριο της ΓΓΕΤ (Νοέμβριος 2017).

 

Το βιβλίο του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη δεν αποτελεί ίσως ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, αφού πραγματεύεται τις ιστορίες ανθρώπων που βασανίστηκαν για τη δημοκρατική τους δράση. Είναι όμως ένα πραγματικά συγκλονιστικό βιβλίο, το οποίο είναι προφανές ότι γράφτηκε με πολύ μεράκι και αξίζει να διαβαστεί. Κατ’ αρχάς λόγω της θεματολογίας του.

Ανεξάρτητα από το πόσο μαζικές ήταν οι δυναμικές αντιδράσεις ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς στην αρχή, κάποιοι πολίτες αντιστάθηκαν και αυτό το «πλήρωσαν» ακριβά, ακόμη και με τη σωματική τους ακεραιότητα. Οφείλουμε να μην τους ξεχνάμε. Πέρα όμως από αυτό, το βιβλίο του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη αποτελεί μια εντυπωσιακή καταγραφή προσωπικών μαρτυριών, βιβλιογραφικών παραπομπών και πρωτογενούς αρχειακής έρευνας.

Η ιστορία του κτιρίου της λεωφόρου Μεσογείων 14-18 ακολουθεί τη χρονολογική πορεία της δικτατορίας από τον Σεπτέμβριο του 1971 μέχρι τον Ιούλιο του 1974 και τις αντιστασιακές ενέργειες ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς. Ήταν τότε που όχι μόνο «θορυβώδεις» και δυναμικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας αλλά ακόμη και «ακαδημαϊκές» διαλέξεις, όπως αυτή του Βασίλη Ρώτα με το γενικό θέμα «Το νόημα της ελευθερίας» τον Απρίλιο του 1972, οδηγούσαν σε διώξεις και διάλυση οργανώσεων (σελ. 59 επ.).

Ήταν τότε που το δικτατορικό καθεστώς «σεβόταν» τόσο πολύ τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, ώστε τον Φεβρουάριο του 1973, όταν συνεδρίαζε η Σύγκλητος του Πολυτεχνείου, ένας από τους ασφαλίτες εισέβαλε με «μια «κλοτσιά στην πόρτα της αίθουσας όπου βρισκόταν η Σύγκλητος»… και άρχισε «να αναποδογυρίζει τραπέζια και καρέκλες» φωνάζοντας «Την Παναγία σας καθηγητές και φοιτητές» και άρχισε να χαστουκίζει όποιον έβρισκε μπροστά του, είτε σπουδαστή είτε συγκλητικό» (σελ. 92).

Σε άλλες βέβαια περιπτώσεις, όπως αυτή του Γιώργου Κοτανίδη, τα στελέχη του δικτατορικού καθεστώτος έδειχναν περισσότερο «σεβασμό» στα θεία, αποδεικνύοντας ότι μερικές φορές η θρησκοκαπηλία και η υποκρισία δεν έχουν όρια: «Τη Μεγάλη Πέμπτη, 26 Απριλίου 1974, ο Μπάμπαλης τον ενημέρωσε ότι θα σταματήσουν προσωρινά οι ανακρίσεις, γιατί «εμείς είμαστε χριστιανοί, όχι άθεοι σαν εσάς» και τον συμβούλευσε μετά το Πάσχα να τους τα πει όλα, αλλιώς «η επόμενη εβδομάδα θα είναι δική σου Μεγάλη Εβδομάδα»» (σελ. 127).

Δύσκολα κάποιος μπορεί να ξεχωρίσει κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο για να τα παραθέσει στο παρόν σύντομο σημείωμα. Όλες οι σελίδες του περιέχουν μαρτυρίες με σημαντικό ιστορικό φορτίο. Ακόμη και οι υποσημειώσεις. Αν μπορώ να ξεχωρίσω μια από αυτές, είναι η υποσημείωση της σελ. 58, όπου ο Δημήτρης Μαρωνίτης αναφέρεται σε μια από τις περιπτώσεις βασανισμού του σπουδαστή Στέλιου Βασιλειάδη:

 

«Μούγκριζε υπόκωφα, αλλά δεν έβγαλε ούτε μια φορά δυνατή κραυγή. Κάποτε άκουσα να τον σέρνουν στο κελί του, ενώ ο δεσμοφύλακας τον περιέλουζε με βρισιές… «ρε πούστη βρομοκομμουνιστή, εδώ θα σαπίσεις». Κι ενώ η πόρτα έκλεινε, ακούστηκε μια ήρεμη, καθαρή, απόλυτα ζυγισμένη φωνή: «Δεν είμαι κομμουνιστής, είμαι αναρχικός».

 

Και κάτι τελευταίο: Το βιβλίο αυτό υπήρξε το αποτέλεσμα της συνεργασίας της Γενικής Γραμματείας Ερευνάς και Τεχνολογίας και του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, κάτι που πιστοποιεί ότι οι δημόσιοι ερευνητικοί φορείς της χώρας μας μπορούν να προσφέρουν πολλά.

 

Σπύρος Βλαχόπουλος

Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Εφημερίδα των συντακτών – 26.08.2019