Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

 σας γνωστοποιεί ότι ο ιστότοπός της ενημερώνεται καθημερινά.

 

 

Προϋποθέσεις Χρήσης

 

 

Το σύνολο του περιεχομένου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού στο διαδικτυακό τόπο http://www.argolikivivliothiki.gr, αποτελεί  πνευματική ιδιοκτησία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των συνεργατών της και προστατεύεται  από τις εθνικές (Νόμος 2121/93) και διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως,

απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε αναπαραγωγή (reformatting), αναδημοσίευση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (upload), διαμόρφωση, τροποποίηση, δημιουργία αντιγράφων site (mirroring) του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση του Δικαιούχου.

Επιτρέπεται

 η ελεύθερη αναπαραγωγή αντιγράφων μέρους ή του συνολικού έργου για προσωπική ή εκπαιδευτική χρήση, εφ’ όσον τα αντίγραφα αυτά δεν θα διανεμηθούν στη συνέχεια για κερδοσκοπικούς σκοπούς, με την προϋπόθεση  ότι  θα υπάρχει αναφορά της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των πηγών του άρθρου καθώς και η ηλεκτρονική διεύθυνση της βιβλιοθήκης.

Για τη χρησιμοποίηση

 για άλλους σκοπούς, όπως εμπορική εκμετάλλευση, φόρτωση σε άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, αξιοποίηση μέρους του έργου για την παραγωγή νέου κ.α., απαιτείται η συνεννόηση με την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Η Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, λειτουργεί ως ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Ο βασικός σκοπός  της είναι η έρευνα, ο εντοπισμός, η συλλογή, η ταξινόμηση, η διάσωση, η μελέτη και η έκδοση αρχειακού υλικού που αφορά στην ιστορική και πνευματική εξέλιξη και ανάπτυξη του νομού Αργολίδας, της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας.

Μέσα από την καταγραφή και την ανάδειξη αυτού του υλικού, στοχεύει να καταστήσει κοινωνούς όλους όσοι ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν, να μελετήσουν ή να αξιοποιήσουν αυτόν τον πολιτιστικό και ιστορικό θησαυρό.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη επιχειρεί να διασώσει, να διατηρήσει, να μελετήσει και να καταγράψει όσα στοιχεία του παρελθόντος ακόμη αχνά διακρίνονται, πριν τα καταπιεί ο χρόνος και η λήθη.

Οι συλλογές της, καλύπτουν πολύπλευρα την ιστορική εξέλιξη και την πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας και ειδικότερα της Αργολίδας, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.

Η σημαντικότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ήδη κατέχει ιδιαίτερα πλούσιο αρχειακό υλικό που αφορά στην πολιτιστική και ιστορική πραγματικότητα της Ελλάδας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής πορείας του τόπου.

Ναύπλιο. Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930.

Την ουσιαστική προσφορά της Βιβλιοθήκης, από τα πρώτα της βήματα, εκτίμησε η Επιτροπή Πολιτών του Νομού Αργολίδας, που την πρότεινε ομόφωνα στον Οργανισμό Πολιτισμού και Αθλητισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και στις 22 Μαρτίου 2009, της απονεμήθηκε το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς 2008, για την συμβολή της στην προώθηση του Πολιτισμού της Αργολίδας, στο διαδίκτυο. Επίσης η ΕΤ1 εκτιμώντας το έργο της, πρόβαλε γι’ αυτήν ένα ειδικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα.

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

 

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

Η αξιοπιστία και η συνέπεια της επικροτούνται  από διάφορους πνευματικούς φορείς και ιδρύματα, οι οποίοι συνεργάζονται μαζί της αξιοποιώντας το υλικό της, προκειμένου να εκδώσουν σχετικά βιβλία ή να συμπληρώσουν άλλες μελέτες τους.

 

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για τα θέματα που πραγματεύεται και δηλώνει ότι θα σταθεί συμπαραστάτης και αρωγός σε κάθε πρωτοβουλία που σχετίζεται με αυτά.

  Εκδόσεις Εκ Προοιμἰου

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου | Η λειτουργία των Δημοτικών Σχολείων Διδύμων και Κρανιδίου (1830-1915)


 

Η λειτουργία των Δημοτικών Σχολείων Διδύμων και Κρανιδίου (1830-1915)

Με τον ανωτέρω τίτλο κυκλοφόρησε το τέταρτο βιβλίο, του Γιάννη Σπετσιώτη και της   Τζένης Ντεστάκου, στη σειρά «Η Εκπαίδευση στην Ερμιονίδα». Αφορά στη λειτουργία πέντε δημοτικών σχολείων των 1ου και 2ου Αρρένων Κρανιδίου, 1ου και 2ου Θηλέων Κρανιδίου και 1ου Αρρένων Διδύμων.

Έτσι προστίθεται μια νέα μελέτη που αναδεικνύει στοιχεία της Εκπαίδευσης στην επαρχία Ερμιονίδας (1830 – 1915) κατά την πρώτη 100/ετία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Επιπλέον στο Παράρτημα του βιβλίου περιγράφεται η λειτουργία του 3/τάξιου Αστικού Σχολείου Κρανιδίου, ενός ξεχασμένου σχολείου φυλαγμένου σε λιγοστά χαρτιά, που λειτούργησε μόνο για μια πενταετία (1939-1944). Διαβάστε τη συνέχεια »

Ο Θάνατος της Φιλικής Εταιρείας και ο Καποδίστριας


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα σύντομο ιστορικό σημείωμα του κ. Γεωργίου Σκλαβούνου, Κοινωνιολόγου, Οικονομολόγου, Ιστορικού ερευνητή και συγγραφέα με θέμα:

«Ο Θάνατος της Φιλικής Εταιρείας και ο Καποδίστριας»

 

 Οι τρεις συντονισμένες συνελεύσεις που κατήργησαν στην πράξη την Φιλική Εταιρεία, και άφησαν ακέφαλη την επανάσταση του 1821.

Η συνέλευση των Καλτεζών, του Μεσολογγίου και των Σαλώνων, υπό τους Μαυρομιχάλη, Μαυροκορδάτο, Νέγρη.

 

Πολλά γράφονται και ακούγονται για την Φιλική Εταιρεία την ίδρυση της και τους πρωτεργάτες της, τον ρόλο της στην προετοιμασία του 21. Κατά περίεργο όμως τρόπο, ως δια μαγείας, η μετά την κήρυξη της επανάστασης, ύπαρξη, ζωή και δράση της Φιλικής «εξαφανίζεται». Η κατανόηση αυτού του φαινομένου είναι προφανώς σημαντικότατη για την κατανόηση της πορείας της επανάστασης.

Τραγική αλλά αδιαφιλονίκητη απόδειξη του εξοστρακισμού της Φιλικής των ανθρώπων και των μηχανισμών της από τους κληρονόμους του 21, αποτελεί η (μέχρι και τώρα καταγεγραμμένη) απόλυτη αποξένωση του Παναγιώτη Σέκερη από τον αγώνα, και ακόμα από το κράτος που δημιούργησε η Επανάσταση. Με την έκρηξη της Επανάστασης μετακομίζει στην Οδησσό, οπού παραμένει ουσιαστικά ξεχασμένος. Έρχεται στην Ελλάδα στα 1830 και τοποθετείται Τελώνης αρχικά στην Ύδρα και μετά στο Ναύπλιο. Με δεδομένο ότι ο Σέκερης, ο εκατομμυριούχος μεγαλέμπορος και εφοπλιστής, υπήρξε ο ουσιαστικός και ο μοναχικός ηγέτης της Φιλικής από τα 1819, αλλά και ο μέγιστος, εξ ιδίων πόρων, χρηματοδότης της Φιλικής, από τα 1818, η μεταχείριση του από τους «κληρονόμους και διαχειριστές» του ’21 αποτελεί επαρκές χαρακτηριστικό παράδειγμα του εξοστρακισμού της Φιλικής από την επανάσταση που προετοίμασε.

 

Παναγιώτης Σέκερης (Τρίπολη, 1783 – Ναύπλιο, 1847), ελαιογραφία σε μουσαμά. Συλλογή προσωπογραφιών ΕΙΜ.

 

Σήμερα θα παραθέσω τις επίσημες, τις «Θεσμικές παρεμβάσεις» στην ιστορία μας, μέσω των οποίων τέθηκε στο περιθώριο, καταργήθηκε, η Φιλική Εταιρεία από την πορεία του 21. Ευελπιστώ ότι θα βρεθεί χρόνος, τρόπος και τόπος να συζητήσουμε και τα αίτια της περιθωριοποίησης της Φιλικής από την επανάσταση που προετοίμασε. Αίτια που προφανώς συνδέονται με την ταυτότητα και τις στοχεύσεις αυτής της επανάστασης αλλά και τις εσωτερικές συγκρούσεις και τις εξωτερικές παρεμβάσεις – επιρροές που διαμόρφωσαν την πορεία της.

 

Η Συνέλευση των Καλτεζών – Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

 

Σφραγίδα Πελοποννησιακής Γερουσίας.

20-26 Μαΐου 1821: Η υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη Συνέλευση των Καλτεζών η οποία και χαρακτηρίζει τον Μαυρομιχάλη «ενδοξότατο αρχιστράτηγον» και «προηγούμενων» της συνελεύσεως, συγκροτεί την Πελοποννησιακή Γερουσία, στην οποία αναθέτει την πολιτική, οικονομική αλλά και την στρατιωτική ηγεσία της Πελοποννήσου. Οι προεστοί που πλαισιώνουν τον Πετρόμπεη είναι οι, Σωτήρης Χαραλάμπης, Αθανάσιος Κανακάρης, Αναγνώστης Παπαγιανόπουλος, Θεοχαράκης Ρέντης, Νικόλαος Πονηρόπουλος.

Με εξαίρεση τον Πονηρόπουλο που διέθετε και πείρα πολεμική και σχέση με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη οι υπόλοιποι που πλαισιώνουν τον Πετρόμπεη στην Γερουσία αποτελούν ότι συντηρητικότερο διέθετε ο Μοριάς.

Η Συνέλευση δεν κάνει καμία αναφορά ούτε στην Φιλική Εταιρεία, ούτε στα σύμβολα της, ούτε στις Εφορίες της. Ουσιαστικά η Συνέλευση καταργεί τον ηγετικό και καθοδηγητικό ρόλο της Φιλικής. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ναύπλιο, Ανάπλι: το τοπωνύμιο της πόλης – Χρήστος Πιτερός


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Χρήστου Πιτερού,  αρχαιολόγου, μέλους του Δ.Σ. Ιδρύματος Ιωάννης Καποδίστριας, πρώην αναπληρωτή Δ/ντή της Δ. ΕΠΚΑ, πτυχιούχου Κλασσικής Φιλολογίας ΕΠΚΑ, και Αρχαιολογίας και Τέχνης ΑΠΘ, με θέμα:

«Ναύπλιο, Ανάπλι: το τοπωνύμιο της πόλης»

 

«Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις»

Αντισθένης


«Δεν έχω τίποτα άλλο στο νου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα»

Δ. Σολωμός

 

Κρίναμε απαραίτητο να ασχοληθούμε με αυτό το επίκαιρο γλωσσικό θέμα με αφορμή την καθιερωμένη 9η Φεβρουαρίου, ως ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας από την Ελληνική Πολιτεία το 2017, ημέρα κατά την οποία αποδήμησε ο μέγιστος εθνικός μας ποιητής Δ. Σολωμός.

Στο Νεότερο Ελληνικό Κράτος, τον 19ο αιώνα – αρχές του 20ου αιώνα, εκτός από τον επαναστάτη Ρήγα λόγω της Μεγάλης Ιδέας, και τον εθνικό μας ποιητή παρά την καθιέρωση του Εθνικού Ύμνου το 1868, λόγω της δημοτικής γλώσσας, τον είχαν δυστυχώς «εξοβελίσει» στο σκοτάδι και την αφάνεια. Και όλα αυτά λόγω του άκρατου καθαρευουσιανισμού και αρχαϊσμού που επικράτησε από τους γλωσαμύντορες με κύριο εκπρόσωπο και πολέμιο τον αρχαϊστή καθηγητή Γ. Μιστριώτη, ηθικό αυτουργό και υπαίτιο των νεκρών για τα «Ορεστειακά» (1903), γνωστό με την ρεμπούκλα και την ομπρέλα από τους σκιτσογράφους!

Επίσης ο εορτασμός της 200ης επετείου της επανάστασης του 1821, όταν το Ανάπλι, «Το άτι του Μοριά» όπως έλεγε Γέρος του Μοριά, έγινε η πρώτη ελεύθερη πρωτεύουσα της πατρίδας μας, επηρέασε καταλυτικά την απόφασή μας αυτή. Και να σκεφθεί κανείς ότι οι αρχαιόπληκτοι καθαρευουσιάνοι έχουν γράψει το όνομά του σε άκρα καθαρεύουσα στο βάθρο του ανδριάντα του. «ΤΩι ΘΕΟΔΩΡΩ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗι…», ενώ στον ανδριάντα του Ρήγα έξω από το Πανεπιστήμιο του φόρεσαν αρχαίο χιτώνα, ακολουθώντας τους κλασικιστές ευρωπαίους και αγνοώντας τους νεότερους Έλληνες που κέρδισαν την Ελευθερία με το σπαθί τους.

Η νέα ελληνική γλώσσα μέσα από τις συμπληγάδες και μετά από ενάμιση και πλέον αιώνα καθιερώθηκε στη Μεταπολίτευση ως η επίσημη γλώσσα της Ελληνικής Πολιτείας. Διαθέτει συνολικά 300.000 λέξεις περίπου, ενώ η πολυσυλλεκτική αγγλική γλώσσα που ομιλείται από ένα δισεκατομμύριο κατοίκους έχει 350.000 λέξεις. Τα τοπωνύμια δεν είναι «επιγραφές γεγλυμμένες επί του εδάφους» όπως διακήρυσσε  τον 19ο αι. Α. Μηλιαράκης, αλλά λαλούντα σύμβολα λέξεων των τόπων, που συνήθως μετεξελίσσονται μέσα στον χρόνο, ως αψευδείς μάρτυρες της ιστορίας κάθε τόπου. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι σε τοπωνύμια έχουν διασωθεί αρχαίες λέξεις που δεν μαρτυρούνται στην γραπτή αρχαία ελληνική γλώσσα. Γλώσσα δεν είναι οι λέξεις αλλά η σύνταξη, οι έννοιες, το ύφος και τα νοήματα που αποτελούν την ταυτότητα μας, το σπίτι και την πατρίδα μας.

 

Επιχρωματισμένη καρτ ποστάλ του Ναυπλίου, γύρω στα 1900.

 

Το Τοπωνύμιο της πόλης: Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση ιδρυτής της πόλης αναφέρεται  ο Ναύπλιος, γιός του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, Παυσ. 2, 38, 2. Το αρχαίο τοπωνύμιο της περιοχής είναι γνωστό από τις γραπτές πηγές ως Ναυπλία, από το ναυς+πλέω, δηλαδή Ναυπλία χώρα, Ναυπλίη χώρη Ηροδ. 6, 76, Ναυπλίη χθών Ευρ. Ορ. 369, Ναυπλία Παυσ. 2, 38, 2. Το επίθετο είναι Ναύπλιος και Ναυπλίειος, Ναύπλιοι λιμένες, Ευρ. Ηλ. 453, Ναύπλιαι ακταί, Ευρ. Ελ. 1586, Ναυπλίειος λιμήν, Ευρ. Ορ. 54. Ο κάτοικος της περιοχής ονομάζεται Ναυπλιεύς.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Όπου γη πατρίδα – Έλληνες μετανάστες στον κόσμο


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Όπου γη πατρίδα – Έλληνες μετανάστες στον κόσμο»

 

Η Ελλάδα αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα χώρα αποστολής μεταναστών. Πολλοί Έλληνες αποφάσισαν να αναζητήσουν ένα καλύτερο αύριο στο εξωτερικό. Κύριους προορισμούς των Ελλήνων μεταναστών αποτέλεσαν η Αυστραλία, η Ευρώπη και η Αμερική.  Έλληνες όμως μπορούμε να συναντήσουμε στα πιο απίθανα μέρη και σε κάθε γωνιά της γης. Οι Έλληνες πήγαν κυριολεκτικά παντού. Η ελληνική καρδιά κτύπησε σε όλο τον κόσμο. Τα πρώτα υπερωκεάνια δημιουργούνται και ναυτολογούν τους Έλληνες μετανάστες για να φτάσουν στην Αμερική, την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Νότια Αφρική, τη Γερμάνια, τη Γαλλία, την Αίγυπτο και άλλες χώρες υποδοχής.

Τα κύρια αίτια μετανάστευσης ήταν, και είναι ακόμη, η φτώχεια και το ανήσυχο ελληνικό πνεύμα, δηλαδή η αναζήτηση περιπέτειας και εμπειριών. «Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης» έλεγαν οι παλαιοί και δεν είχαν άδικο. Όπλο τους η ψυχική τους αντοχή, γιατί το όραμα μιας καλύτερης ζωής στηρίζεται στην ελπίδα, που αποτελεί το χρυσάφι των φτωχών. Στις χώρες που πήγαν η εργασία για την απόκτηση αγαθών ήταν σκληρή. Κάθε μετανάστης κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια, με υπερβολικό κόπο και μεγάλες ταλαιπωρίες, για να επιβιώσει ο ίδιος και να στέλνει λίγα χρήματα, που ανακούφιζαν τη φτώχεια των δικών του, που είχαν μείνει στην πατρίδα.

Πότε ξεκίνησε η μετανάστευση των Ελλήνων; Μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμού σημειώθηκαν από τη βυζαντινή περίοδο και κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Το φεουδαρχικό καθεστώς και η οικονομική εκμετάλλευση των πληθυσμών, οι φυλετικές διακρίσεις και ο πνευματικός σκοταδισμός ανάγκασαν πολλούς Έλληνες να μεταναστεύσουν προς τη Δύση, Αίγυπτο, Ρωσία και Ρουμανία, όπου πολλοί από αυτούς πέτυχαν οικονομικά και κοινωνικά και δημιούργησαν στους τόπους αυτούς ελληνικές παροικίες.

Σύμφωνα με έρευνα του καθηγητή Αναστασίου Τάμη, επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Ελληνικών Μελετών και Ερευνών (ΕΚΕΜΕ) του πανεπιστημίου Λατρόμπ της Μελβούρνης, ο Χριστόφορος Κολόμβος το 1484 πήγε στη Χίο και πήρε οκτώ έμπειρους ναυτικούς, για να τον βοηθήσουν στο ταξίδι του για την ανακάλυψη της Αμερικής. Από τότε στη Βραζιλία και την Αργεντινή, καθώς και στη Βενεζουέλα και την Ουρουγουάη οι Χιώτες πρωτοστάτησαν στην ίδρυση Ελληνικών Κοινοτήτων που υπάρχουν έως τις μέρες μας.

Το 1528 ο Έλληνας Δον Τεόντορο Γκριέγκο (Don Theodoro) αποβιβάστηκε στη Φλόριντα των ΗΠΑ με την εξερευνητική αποστολή του Ισπανού Narváez και πέθανε εκεί, όπως οι περισσότεροι από τους συντρόφους του.

 

Ο Δον Θεόδωρος Griego, ο οποίος μεγαλούργησε με τις ιδιαίτερες ικανότητες και την εργατικότητά του. Το άγαλμά του έχει στηθεί στην Τάμπα της Φλόριδα με πρωτοβουλία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φλόριδας. Τα αποκαλυπτήρια είχαν γίνει με επίσημη τελετή στις 8 Ιανουαρίου 2005.

 

Το 1592 ο Έλληνας καπετάνιος από την Κεφαλονιά Ιωάννης Φωκάς ή Απόστολος Βαλεριάνος, γνωστός με το ισπανικό όνομα Χουάν ντε Φούκα, ο οποίος υπηρετούσε το ισπανικό στέμμα και γι’ αυτό έμεινε γνωστός στην ιστορία ως Χουάν ντε Φούκα, αναζητώντας το βόρειο πέρασμα, που συνέδεε τον Ειρηνικό με τον Ατλαντικό ωκεανό, ανακάλυψε ένα θαλάσσιο δίαυλο στα σημερινά διεθνή σύνορα των ΗΠΑ με τον Καναδά, ο οποίος αργότερα πήρε το όνομά του: «Πορθμός Χουάν ντε Φούκα».

 

5η/2018 – Μονή Σειρά Γραμματοσήμων – Φεγιέ. Ιωάννης Φωκάς – Ο Πρώτος Έλληνας Θαλασσοπόρος στον ΝΔ Καναδά.

 

Ιωάννης Φωκάς

 

Τον Απρίλιο του 2018 τα ΕΛΤΑ κυκλοφόρησαν σε πρώτη παγκόσμια γραμματόσημο αφιερωμένο στον Ιωάννη Φωκά, ενώ μεγάλου μεγέθους προτομή με την συμβολική μορφή του τοποθετήθηκε ως μόνιμο έκθεμα στο «Μουσείο του Βανκούβερ» και στο λιμάνι Αργοστολίου το οποίο φέρει πλέον το όνομά του.

 

Το 1768 περίπου 500 Έλληνες από τη Σμύρνη, την Κρήτη και τη Μάνη εγκαταστάθηκαν και δημιούργησαν την αποικία Νέα Σμύρνη στη Φλόριντα. Πολλοί από τους αποίκους αρρώστησαν και πέθαναν, ενώ οι υπόλοιποι το 1776 μεταφέρθηκαν στον Άγιο Αυγουστίνο της Φλόριντα, όπου σώζεται το πρώτο ξύλινο σχολείο των ΗΠΑ, το οποίο δημιούργησε στις αρχές του 19ου αιώνα ο Ιωάννης Γιαννόπουλος από τη Μάνη, απόγονος των πρώτων αποίκων. Διαβάστε τη συνέχεια »

Σπετσιώτης Γιάννης Μ. – «Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»


 

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη με τίτλο:  «Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)». Πρόκειται για μια λεπτομερή μονογραφία του Ερμιονίτη αξιωματικού και βουλευτή Αντώνη Σταμ. Μήτσα, γιου του Σταμάτη και της Μαρίας Μήτσα, καρπός μακροχρόνιας έρευνας και μελέτης.

Ως αξιωματικός ο ήρωας μας συμμετείχε στην Επανάσταση της Θεσσαλίας (1854), στην Κρητική Επανάσταση (1866) και στη Θεσσαλική Επανάσταση (1878). Ήταν παρών στη λαϊκή εξέγερση του 1862 που οδήγησε στην ανατροπή και την έξωση του Βασιλιά Όθωνα, καθώς και στον εμφύλιο πόλεμο του 1863 μεταξύ «Ορεινών» και «Πεδινών». Επίσης ως επικεφαλής ομάδας ανδρών πέτυχε τη διάλυση των ληστρικών συμμοριών που μάστιζαν την Αττική. Ως πολιτικός ο Αντώνης Σταμ. Μήτσας, από το 1865 και για μια 20/ετία, συμμετείχε σε εννέα εκλογικές αναμετρήσεις από τις οποίες τις 6 εκλέχτηκε βουλευτής Ερμιονίδας.

Τις σελίδες του βιβλίου κοσμούν σπάνιες φωτογραφίες, ενώ πίνακας που απεικονίζει τον αξιωματικό Αντώνη Σταμ. Μήτσα, έργο του ζωγράφου Ευσταθίου Μ. Μπούκα (1870-1960), βρίσκεται στο γραφείο του Προέδρου της Κοινότητας Ερμιόνης.

 

«Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»

 

Στον πρόλογο του βιβλίου σημειώνει ο συγγραφέας:

 

Τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι συστηματικά με τη μελέτη της ιστορικής ερμιονίτικης οικογένειας των Μητσαίων και κατά καιρούς έχω αρθρογραφήσει για τα περισσότερα μέλη της.

Η παρούσα εργασία αφορά στη ζωή και τη δράση του ήρωα Αντώνη Σταμ. Μήτσα. Το υλικό που έχει προκύψει από την έρευνα στα αρχεία και τις σημειώσεις από τις χιλιάδες σελίδες που έχω μελετήσει σε πρωτογενείς πηγές και ιστορικά βοηθήματα είναι τεράστιο.

Έτσι, έκρινα σκόπιμο, να το παρουσιάσω χωρίς ανώφελες περιττολογίες, σε μια μονογραφία, που εκτός των άλλων, λόγω του θέματος θα περιέχει και αρκετές πληροφορίες της τοπικής μας ιστορίας (στρατιωτικά γεγονότα και πολιτικές εξελίξεις) του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα (1850 – 1899). Και αυτό γιατί ο ήρωας μας, Αντώνης Μήτσας, συμμετείχε για σαράντα χρόνια στα πεδία των μαχών τριών μεγάλων πολεμικών αναμετρήσεων, στην Επανάσταση της Θεσσαλίας το 1854, στην Κρητική Επανάσταση του 1866 και στην Θεσσαλική Επανάσταση του 1878.

Tο δε στρατιωτικό του σώμα ήταν στρατολογημένο κυρίως από άνδρες της επαρχίας μας (Ερμιονίδας), της ευρύτερης περιοχής του Νομού Αργολίδας καθώς και των γύρω νησιών Ύδρας, Σπετσών και Πόρου. Κάποιοι από αυτούς έπεσαν ηρωικά ή τραυματίστηκαν σ’ εκείνες τις μάχες. Ορισμένα ονόματα των πεσόντων διασώθηκαν και αναγράφονται στην παρούσα μελέτη.

Επίσης ήταν παρών, ως υποστηρικτής του Βασιλιά Όθωνα, στη λαϊκή εξέγερση του 1862 που οδήγησε στην ανατροπή και την έξωση του, καθώς και στον εμφύλιο πόλεμο του 1863 μεταξύ «Ορεινών» και «Πεδινών».

Ο Αντώνης Σταμ. Μήτσας για είκοσι χρόνια πρωτοστάτησε και στην πολιτική σκηνή της χώρας, όπως ο πατέρας του, μαζί με τον διακεκριμένο πολιτικό της Ερμιονίδας και της Ελλάδας Γεώργιο Ιω. Μίληση, καθώς και άλλους αξιόλογους βουλευτές της επαρχίας μας.

Τέλος, θεωρώ αναγκαίο να αναδειχθούν από τη μελέτη αρχειακών πηγών, εκτός από τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα και άλλες άγνωστες πτυχές της τοπικής μας Ιστορίας και του Πολιτισμού.

Ως τέτοιες θεωρούμε την εκκλησιαστική λατρεία, την εκπαίδευση, το εμπόριο, την οικονομία, τις τέχνες, τις παραδόσεις, την κοινωνική και οικογενειακή ζωή.

Πιστεύω πως η αναζήτηση, ανακάλυψη, διάσωση, μελέτη και διάδοση της τοπικής Ιστορίας και του Πολιτισμού συμβάλλει στη γνώση της σύγχρονης ταυτότητάς μας και καλλιεργεί τη συνείδηση και την ευθύνη για όσα έχουμε κληρονομήσει από τις προηγούμενες γενιές και για όσα οφείλουμε να αφήσουμε παρακαταθήκη στις επόμενες…

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το αναζητήσουν στις βιβλιοθήκες Κρανιδίου, Ερμιόνης και στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

«Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Σχήμα: 17Χ24

Σελίδες: 74

ΙSBN 978-618-83000-3-3

 

Η συμμετοχή των Σαμίων στην επανάσταση του 1821 και η αντίδραση του Οθωμανικού κράτους. Σοφία Λαΐου, Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Η κήρυξη της επανάστασης τον Μάρτιο του 1821 έφερε αντιμέτωπους τους εκφραστές της ανάγκης δημιουργίας ενός μοντέρνου, εθνικού κρατικού πλαισίου με το παραδοσιακό αυτοκρατορικό οθωμανικό μο­ντέλο· το τελευταίο ήδη έμπαινε στον πέμπτο αιώνα ζωής και είχε υποστεί διαδοχικές φάσεις μετασχηματισμού, με εναλλαγές μεταξύ του συ­γκεντρωτικού και αποκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης και αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική που είχαν ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές συνέπειες.

Ο Mahmud Β’ είναι ο σουλτάνος που ήρθε αντιμέτωπος με διάφορες προκλήσεις, μία εκ των οποίων ήταν η «αποστασία» (fesad) ή «εξέγερση» (Tuğyan) των έως τότε ζιμμήδων Ρωμιών. Παρά το γεγονός ότι η έκβαση του αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία ήταν θετική για αυτούς, έστω και με απώλειες, όπως ο αποκλεισμός της Σάμου από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η βασιλεία του εν γένει θε­ωρείται καθοριστική. Ο ίδιος ο Mahmud έχει περάσει στην ιστορία ως συγκεντρωτικός σουλτάνος, αφενός γιατί έκανε ουσιαστικές προσπά­θειες για να περιορίσει την ισχύ των επαρχιακών αρχόντων και αφετέ­ρου γιατί κατήργησε το 1826 το παρηκμασμένο πλέον και αναποτελε­σματικό γενιτσαρικό σώμα, ύστερα μάλιστα και από την οδυνηρή για τους Οθωμανούς εμπειρία της ελληνικής επανάστασης. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο Mahmud Β’ αναγκάστηκε το 1824 να ζητήσει τη συνδρο­μή του Mehmed Ali της Αιγύπτου για την καταστολή της επανάστα­σης καταδεικνύει τα στρατιωτικά αδιέξοδα που αντιμετώπισε η οθωμα­νική ηγεσία παρά τις μεμονωμένες νίκες.

Μαχμούτ Β΄(1785–1839). 30ός Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1808 μέχρι τον θάνατό του το 1839. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Λιθογραφία του von Josef Kriehuber (1800 -1876), περίπου το 1825.

Το άρθρο αυτό βασίζεται σε οθωμανικά έγγραφα που απόκεινται στα Πρωθυπουργικά Αρχεία της Κωνσταντινούπολης. Τα περισσότερα προέρχονται από την συλλογή των hatti hümayun και ορισμένα από τη συλλογή Cevdet Dahiliye, και οπωσδήποτε δεν αποτελούν το σύνο­λο των εγγράφων που αναφέρονται στην Σάμο τη συγκεκριμένη περίο­δο[1]. Τα έγγραφα καλύπτουν την περίοδο 1821-1826, κυρίως δε τα τρία πρώτα έτη της επανάστασης, και αφορούν αναφορές στρατιωτικών δι­οικητών, όπως της Χίου και του Κουσάντασι, εκπροσώπων διοικητών του σαντζακιού της Σίγλα, στο οποίο υπαγόταν το Κουσάντασι, καθώς και του γειτονικού Μεντεσέ, αναφορές εκπροσώπων καδήδων (ναΐμπηδων), καθώς και αναφορές του Μεγάλου Βεζίρη προς τον σουλτάνο. Στην περίπτωση των hatt-i humayun, πέρα από την αναφορά προς την Υψηλή Πύλη, καταγράφεται η ιδιόχειρη απάντηση του σουλτάνου, η οποία αρκετές φορές εξέφραζε τα συναισθήματά του τη στιγμή που ενημερώνονταν για τις σοβαρές αδυναμίες ενός δυσκίνητου διοικητικού μηχανισμού. Σε γενικές γραμμές, οι πληροφορίες που παρέχουν οι πα­ραπάνω πηγές είναι αποσπασματικές εξαιτίας του στρατιωτικού περιε­χομένου αρκετών εγγράφων. Παρόλα αυτά δίνουν μία πρώτη εικόνα των αντιδράσεων της οθωμανικής διοίκησης απέναντι στην «ανταρσία» των ραγιάδων της Σάμου.

Σκοπός μου δεν είναι να εξιστορήσω γεγονότα, ορισμένα εξ αυτών ήδη γνωστά, αλλά να εντάξω τις ενέργειες των επαναστατημένων Σαμίων στο ευρύτερο οθωμανικό πλαίσιο και να θέσω ζητήματα που έχουν να κάνουν με το ιδεολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο οι Οθωμανοί ιθύ­νοντες αντιλήφθηκαν την επανάσταση, τις μεθόδους καταστολής που επιστράτευσαν και το νομιμοποιητικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντά­χθηκαν, καθώς και τις εγγενείς αδυναμίες του οθωμανικού κρατικού μη­χανισμού, οι οποίες φάνηκαν ακόμα πιο έντονες κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Εν πρώτοις, η ανάγνωση των πηγών καταδεικνύει το διαφορετικό νοηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Οθωμανοί ενέταξαν την ελληνική επανάσταση. Είναι γνωστό ότι στην οθωμανική πολιτική ορολογία της εποχής απουσιάζουν οι νεωτερικές έννοιες «έθνος» και «πατρίδα». Η χρήση των όρων «μιλλέτι» και «ταϊφές», προκειμένου να αποδοθεί το «έθνος» και η ομάδα ανθρώπων αντίστοιχα που έχει αποσπαστεί ή επι­διώκει την απόσχιση από την οθωμανική αυτοκρατορία καταργώντας το καθεστώς της υποτέλειας, χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά για τους Σέρβους και στη συνέχεια για τους επαναστατημένους Έλληνες[2].

Ο εθνικιστικός λόγος των επαναστατών μόλις τότε άρχιζε να προκαλεί το ενδιαφέρον των Οθωμανών αξιωματούχων[3]. Άλλωστε, η έναρξη της επίδρασης της Γαλλικής επανάστασης, η οποία οδήγησε στα επανα­στατικά κινήματα των αρχών του 19ου αιώνα, στα οθωμανικά πολιτικά συμφραζόμενα συμπίπτει με την περίοδο των οθωμανικών μεταρρυθμί­σεων στα μέσα του 19ου αιώνα[4].

Έως τότε το ιδεολογικό πεδίο της οθω­μανικής ελίτ στηριζόταν στους κοινωνικούς διαχωρισμούς που επέβαλ­λε η θρησκεία και ειδικότερα στο συμβόλαιο «ζίμμα» βάσει του οποίου η μουσουλμανική κοινότητα αναγνωρίζει ως προστατευόμενα αλλά κα­τώτερα μέλη τους μη μουσουλμάνους υπηκόους. Η έννοια του ζιμμή Οθωμανού υπηκόου είναι θρησκευτικο-πολιτική, εφόσον ο κατώτερος μη μουσουλμάνος υπήκοος οφείλει να αναγνωρίζει την πολιτική εξου­σία του αλλόθρησκου οθωμανικού κράτους. Η επιθυμία για απόσχιση από το κράτος και όχι η απλή εξέγερση ως εναντίωση στην άσκηση τυ­ραννίας εκ μέρους κάποιων Οθωμανών αξιωματούχων σημαίνει απόρρι­ψη του συμβολαίου και την αυτόματη μετατροπή του ζιμμή σε εχθρό του κράτους εναντίον του οποίου επιτρέπεται με βάση τον ισλαμικό ιε­ρό νόμο η κήρυξη του τζιχάντ. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ραβδοσκόποι


 

Μια πανάρχαια μέθοδος αναζήτησης υπόγειων νερών είναι η ραβδοσκοπία. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε από τους λεγόμενους ραβδοσκόπους και είναι η εύρεση κοιτασμάτων νερού με τη βοήθεια μιας μικρής ράβδου.

Ο Ηρόδοτος, ο οποίος έζησε τον 5ο αιώνα, είναι ο πρώτος που αναφέρει τη ραβδοσκοπία στη Σκυθία. Τον 16ο αι. ο Λούθηρος την χαρακτηρίζει «διαβολική», ενώ ο σύγχρονός του Γερμανός Georgius Agricola, συγγραφέας του έργου «De re metallica», προσπαθεί να εξηγήσει την τεχνική της ραβδοσκοπίας, αλλά δέχεται τα πυρά της εκκλησίας.

Η Ελισάβετ Α´ της Αγγλίας, κατανοώντας τη σημασία που είχε για την αγγλική οικονομία η αξιοποίηση του φυσικού της πλούτου, καλεί ειδικούς ραβδοσκόπους από τη Γερμανία για να ερευνήσουν τα βρετανικά εδάφη. Το 1693, ο Γάλλος αββάς του Vallemon, Pierre le Lorrain, κυκλοφορεί ένα βιβλίο με τον «σκανδαλιστικό» τίτλο «Physique Occulte»  (Απόκρυφη Φυσική), το οποίο απαγορεύτηκε μεν από την εκκλησία, έγινε δε best seller της εποχής του. (Από το Archaeology Newsroom, «Αρχαιολογία και Τέχνες»).

 

Πριν από τη διάνοιξη κάποιου πηγαδιού, τον πρώτο λόγο είχε ο ραβδοσκόπος, τον οποίο συμβουλευόταν ο ενδιαφερόμενος για τον εντοπισμό του νερού. Ο ραβδοσκόπος κρατούσε μία διχαλωτή βέργα ή ένα σύρμα και προχωρώντας στο χωράφι μπορούσε να εντοπίσει νερό σε αρκετό βάθος, όταν η βέργα ή το σύρμα άρχιζε να πάλλεται.

Μας είπε ο κτηνοτρόφος Γιάννης Νούλης από τον Ίναχο Άργους:

 

«Τι να σου πω; Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Πολλοί δεν το παραδέχονται. Αλλά να πώς γίνεται. Βαστώ ένα σύρμα σαν αυτό που δένουνε τις μπάλες. Το χέρι μου κολλημένο στα λαγόνια, για να μην πει κανείς πως κοροϊδεύω. Και πορπατώ. Κι εκεί που πορπατώ, αρχίζει το σύρμα και κουνιέται. Κι εγώ πορπατώ. Και το σύρμα χοροπηδάει. Κι εγώ πορπατώ. Κι ύστερα το σύρμα δεν κουνιέται. Και γυρίζω πίσω. Πάλι τα ίδια, να χοροπηδάει το σύρμα. Κάνω κι άλλες βόλτες δώθε-κείθε, και λέω, να! εδώ έχει νερό, εδώ να βαρέσετε».

Πριν από χρόνια που δεν υπήρχαν γεωτρήσεις, τα πηγάδια και οι στέρνες είχανε βάθος συνήθως 10-15 μέτρα. Με τη διάνοιξη πολλών γεωτρήσεων και την ανόρυξη τεράστιων ποσοτήτων νερού σ’ όλη την αργολική πεδιάδα αλλά και λόγω των περιορισμένων βροχοπτώσεων και της ανομβρίας, ο υδροφόρος ορίζοντας εντοπίζεται σε αρκετά μεγάλο βάθος (100-200 μέτρα). Γι’ αυτό και οι ραβδοσκόποι θεωρούνται σήμερα εξόχως περιζήτητοι, μια και η διάνοιξη μιας γεώτρησης είναι δαπανηρότατη.

 

Ραβδοσκόποι επί το έργον.

 

Η ραβδοσκοπία ή ραβδομαντεία, που έχουν ορισμένοι για τον εντοπισμό υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα ή για την ανίχνευση μετάλλων (π.χ. χρυσού), διακρίνει κάποιους με ανεπτυγμένες ραδιαισθαντικές ικανότητες. Η ραδιαισθησία είναι μία θεωρία, σύμφωνα με την οποία το αναζητούμενο αγαθό – είτε νερό είναι αυτό είτε πολύτιμο μέταλλο – εκπέμπει ακτινοβολία στο όργανο του ραβδοσκόπου, στην ξύλινη βέργα ή το σύρμα. Αυτή η θεωρία, όμως, μιας υποτιθέμενης ευαισθησίας του ραβδοσκόπου σε ορισμένες γνωστές ή άγνωστες ακτινοβολίες, έχει εγκαταλειφθεί. Διαβάστε τη συνέχεια »

Καπνοκαλλιέργειες στη Αργολίδα


 

Τα αγροτόσπιτα της Αργολίδας διέθεταν συνήθως ένα χωράφι στο μίσω μέρος, που το λέγανε γιούρτι. Το γιούρτι κατά κανόνα ήτανε κολλητό με το σπίτι. Ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα και τη νοικοκυροσύνη του αγρότη, ήταν περιφραγμένο είτε με κλαδιά και θάμνους είτε με συρματόπλεγμα ή και με πλιθόμαντρα.

Στο γιούρτι έφτιαχναν τα περίφημα τζάκια, τα φυτώρια καπνού, που ήτανε μακρόστενες πρασιές πλάτους ενός μέτρου περίπου, γεμάτες με χωνεμένη κοπριά. Στα τζάκια το Νοέμβριο έσπερναν τον καπνόσπορο, αφού τον είχανε μουσκέψει πρώτα, για να «μαλλιάσει», να πετάξει δηλαδή μάτι, ώστε να φυτρώσει πιο γρήγορα.

Για να προστατεύονται τα νεαρά φυτά από το χαλάζι και τη νύχτα από τον πάγο, έφτιαχναν τις λεγόμενες ψάθες. Η ψάθα γινότανε από ένα μακρόστενο τελάρο από ξύλα ή καλάμια, επάνω απλώνονταν θάμνοι και αφάνες, κι από πάνω άλλο ένα όμοιο τελάρο. Τα δυο τελάρα δένονταν με σπάγκο, για να μη φεύγουν οι αφάνες. Στη συνέχεια κάρφωναν διχαλωτά παλούκια κι από τις δυο μεριές του τζακιού, τέσσερα για κάθε ψάθα, πάνω στα οποία στηριζόταν, ώστε να μην ακουμπάει στο έδαφος και να μην καταστρέφονται τα νεαρά φυτά. Την ημέρα ανασήκωναν την ψάθα από τη μια πλευρά, στηρίζοντάς την σ’ ένα ξύλο, για να λιάζονται και ν’ αερίζονται τα καπνά. Ταυτόχρονα το πότιζαν μ’ ένα ποτιστήρι, αν δεν έβρεχε. Το βράδυ έριχναν πάλι τις ψάθες για τον παγετό. Αργότερα έφτιαχναν χαμηλά τούνελ με νάιλον, χρησιμοποιώντας λυγαρόβεργες και αργότερα καμπυλόσχημα σίδερα.

Η μεταφύτευση του καπνού στο οργωμένο καπνοχώραφο γινότανε το Μάρτιο με καζίκι ή σκεπαρνάκι. Υπήρχαν συνήθως δύο ποικιλίες, ο πλατύφυλλος ή αράπικος καπνός, και ο στενόφυλλος ή γλώσσα. Αλλά με τον καιρό οι δύο αυτές βασικές ποικιλίες διασταυρώθηκαν και έδωσαν διάφορες ενδιάμεσες ποικιλίες. Επίσης, άλλοτε ο καπνός ήτανε ξερικός και άλλοτε ποτιστικός. Ο δεύτερος είχε ύψος μέχρι και δύο μέτρα και η απόδοσή του ήταν πολύ μεγαλύτερη. Μέχρι να μεγαλώσουν τα φυτά γίνονταν τουλάχιστον δύο σκαλίσματα. Η εργασία αυτή ήταν ιδιαίτερα κουραστική.

 

Φύτεμα καπνού. Οι δυο γυναίκες στη φωτογραφία (Αναστ. Αργύρη και η νύφη της Αναστ. Καραμάνου) σε ώρα διαλείμματος. Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Η συγκομιδή ξεκινούσε από το τέλος Ιουνίου περίπου μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Περνούσαν τα φυτά του χωραφιού μέχρι πέντε φορές, μαδώντας τα φύλλα λίγα-λίγα από κάτω προς την κορυφή. Η συγκομιδή ξεκινούσε γύρω στις τρεις το πρωί μέσα στα σκοτάδια και τελείωνε γύρω στις επτά. Ας σημειωθεί εδώ ότι όλα τα μέλη της οικογένειας συμμετείχαν σ’ αυτές τις δύσκολες και βασανιστικές δουλειές, και στο μάζεμα και στο βελόνιασμα, που ξεκινούσε αμέσως μετά.

 

Τα «κρεβάτια» των καπνών. (Αρχ. Γ. Καραμάνου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Το βελόνιασμα γινόταν είτε κάτω από ένα κιόσκι είτε κάτω από καμιά καρυδιά ή άλλο δένδρο με πλούσια σκιά. Όλα τα καπνόφυλλα ήταν ριγμένα σε μια λινάτσα κι άρχιζαν το βελόνιασμα, καθισμένοι σε σκαμπό και κουτσουράκια. Ένα-ένα φύλλο το περνούσαν με χοντρή βελόνα και γέμιζαν έναν σπάγκο ενόσμισι μέτρου. Αυτός ο σπάγκος ονομαζόταν καζίλι. Στη συνέχεια στερέωναν τις δύο άκρες του καζιλιού στις άκρες ενός καλαμιού ή ενός κορμού ξερού καπνού. Δενόταν επίσης το καζίλι κατά μήκος του καλαμιού σε 3-4 σημεία, για να μην κάνει κοιλιά και ακουμπάνε τα φύλλα χάμω. Αυτή ήταν η λεγόμενη βέργα. Όταν τελείωνε η μία βέργα, ο εργάτης ξεκινούσε την επόμενη.

 

Το βελόνιασμα του καπνού ήταν πολύ κουραστική δουλειά, πιο πολύ για τα παιδιά. (Αρχ. Γ. Καραμάνου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Το επόμενο στάδιο ήταν να λιαστούν οι βέργες και να ξεραθούν. Κάρφωναν, λοιπόν, παλούκια στο έδαφος σε δυο σειρές και σε απόσταση ενάμισι μέτρου, τέντωναν σύρμα από τη μιαν άκρη μέχρι την άλλη και κατόπιν ακουμπούσαν τις βέργες δίπλα-δίπλα επάνω στα σύρματα. Αυτά ήταν τα κρεβάτια.

 

Φυτεία καπνού στο Μάνεση Αργολίδας

 

Κάποια στιγμή, όταν τα φύλλα είχανε σχεδόν ξεραθεί, οι βέργες απλώνονταν στο έδαφος και με την υγρασία της νύχτας τα φύλλα αποκτούσαν ένα χρυσοκίτρινο χρώμα. Σ’ αυτό βοηθούσε και το κατάβρεγμα με ποτιστήρι. Πάντως, η υπερβολική υγρασία δημιουργούσε πρόβλημα και καμιά φορά έπρεπε τα βράδια να καλύπτονται τα κρεβάτια με πανιά και λινάτσες. Τα κρεβάτια απαιτούσαν συνεχή επιτήρηση και φροντίδα, ώστε τα καπνόφυλλα να «ψηθούν» σωστά και με τη σχετική υγρασία ν’ αποκτήσουν χρυσοκίτρινο χρώμα. Μόνιμη απειλή για τα κρεβάτια ήταν η καλοκαιρινή μπόρα κι έπρεπε όλη η οικογένεια να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει τις βέργες στο καλύβι ή σε κιόσκι ή να καλύψει τα κρεβάτια όσο καλύτερα μπορούσε, για να μη βραχούνε τα καπνά και θεωρηθούν κακής ποιότητας.

Στη συνέχεια έπρεπε να γίνει το «σάκιασμα» του καπνού, δηλαδή να συσκευαστεί σε δέματα, τα ονομαστά τέγκια, με τη βοήθεια ενός κασονιού, που το λέγανε καλούπι. Ο τεγκιαδόρος, λοιπόν, ετοίμαζε τα δέματα καπνού, χρησιμοποιώντας ένα ξύλινο μακρόστενο κασόνι, το οποίο στο επάνω μέρος είχε έναν κοχλία για τη συμπίεση του καπνού. Επίσης, σε μία από τις τέσσερις γωνίες είχε κουμπώματα και μπορούσες να το ανοίξεις.

 

Τα τέγκια καπνού μαζεύονταν σε αποθήκες στο Ναύπλιο (οδ. Σιδηράς Μεραρχίας). Στη φωτό εργάτριες μεταφέρουν ένα τέγκι, προφανώς για να φωτογραφηθούν. (Αρχ. Γ. Αντωνίου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Ο τεγκιαδόρος τοποθετούσε τα καπνά μέσα στο καλούπι με μεγάλη προσοχή κι επιδεξιότητα και ήξερε πώς έπρεπε να μπει η μία στρώση και πώς η άλλη, κι έβαζε όλη του την τέχνη, ώστε το τέγκι, που ζύγιζε περίπου 50 οκάδες, να μην είναι παράγωνο αλλά όμορφο και σφιχτό και καλά μοστραρισμένο και να μπορεί να το ελέγξει ο πάντα σχολαστικός και πονηρός έμπορος.

Το καλούπι, λοιπόν, είχε έναν κοχλία, που με την περιστροφή του πίεζε δυνατά ένα σανίδι και τα καπνά συμπιέζονταν πάρα πολύ. Χαρά των παιδιών ήτανε ν’ ανεβαίνουν επάνω στο σανίδι και να βοηθάνε με το βάρος τους. Αυτό γινότανε πολλές φορές, μέχρι να γεμίσει το καλούπι ή μέχρι ν’ αποκτήσει το δέμα το επιθυμητό βάρος. Ύστερα το ανοίγανε από τα κουμπώματα, τυλίγανε το τέγκι από τις τρεις πλευρές με λινάτσα, τις δύο πλαϊνές πλευρές τις ράβανε με σπάγκο, ενώ η μία στενή πλευρά έμενε εντελώς ακάλυπτη και μπορούσες ν’ αγγίξεις τον καπνό, να τον ελέγξειςκαι να τον καμαρώσεις. Γιατί είχε πραγματικά ένα όμορφο χρυσαφί χρώμα, ένα εμπόρευμα άριστης ποιότητας, που φανέρωνε τη φροντίδα και τη νοικοκυροσύνη του παραγωγού και την αξιοσύνη κι επιδεξιότητα του τεγκιαδόρου. Η ακάλυπτη πλευρά ήταν η μόστρα του τεγκιού. Συνήθως ο κάθε παραγωγός ήταν και τεγκιαδόρος, αλλά όχι πάντοτε. Πάντως, το «σάκιασμα» του καπνού γινόταν μ’ αυτό τον τρόπο, με το καλούπι και τον κοχλία, και το κάθε δέμα, βάρους 50 οκάδων περίπου, όπως το περιγράψαμε, ονομαζόταν τέγκι. Αυτή ήταν η συσκευασία για το εμπόριο.

Τα καπνά μεταφέρονταν στο Ναύπλιο και συγκεντρώνονταν σε μεγάλες καπναποθήκες, που είχαν οι έμποροι στην οδό Σιδηράς Μεραρχίας. Κάποια στιγμή φορτώνονταν σε μικρά πλοία και μεταφέρονταν στον Πειραιά, όπου φορτώνονταν σε άλλα μεγάλα εμπορικά για τη μεταφορά τους στο εξωτερικό.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Σχέσεις μοναχών και χριστιανών λαϊκών κατά την Οθωμανική περίοδο (15ος- αρχές 19ου αι.) | Σοφία ΛαΐουΙόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Στη μνήμη της αγαπημένης φίλης Εύης Ολυμπίτου

  

Η ανάλυση των σχέσεων των μοναχών και των ορθοδόξων λαϊκών κατά την οθωμανική περίοδο οφείλει να λάβει υπόψη δύο αυτονόητες για την εποχή αλήθειες: α) την κατίσχυση των θρησκευτικών συναισθημάτων στους ανθρώπους της πρώιμης νεώτερης περιόδου, τουλάχιστον στην συντριπτική πλειονότητά τους και β) τις συνθήκες που διαμόρφωσε η οθωμανική κατάκτηση, θέτοντας μοναχούς και λαϊκούς σε ένα νέο πο­λιτικό και αλλόθρησκο περιβάλλον στο οποίο καλούνταν να προσαρμο­στούν. Πέρα ωστόσο από τις αλήθειες αυτές, η διερεύνηση των εν λόγω σχέσεων περιπλέκεται.

Το εξώφυλλο του τόμου: «Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους».

Ο πλούτος των πληροφοριών που προέρχονται από τα μοναστηριακά αρχεία σε συνδυασμό με ευρύτερα ζητήματα, όπως τα διαφορετικά οικονομικά μεγέθη των μονών, οι αλλαγές στην κοινωνι­κή διαστρωμάτωση των χριστιανών οθωμανών υπηκόων και ο ρόλος του κράτους ως θεματοφύλακα της νομιμότητας, ζητήματα που με τη σειρά τους καθόριζαν την εν λόγω σχέση και την μετάλλασσαν στην πορεία του χρόνου, καταδεικνύουν και την πολυπλοκότητά της. Σπεύδω, ωστόσο, να υπογραμμίσω εξαρχής ότι οι σχέσεις αυτές τη συγκεκριμένη περίοδο είχαν πρόδηλη οικονομική διάσταση, ακόμα και σε πράξεις με κυρίαρχη τη θρησκευτική χροιά, όπως θα φανεί παρακάτω, γεγονός αναπόφευκτο εξαιτίας της ανάγκης επιβίωσης τόσο των χριστιανών οθωμανών υπηκό­ων όσο και των ίδιων των μονών (όχι πάντως στον ίδιο βαθμό).

Κρατώντας ως δεδομένα την πολυπλοκότητα των σχέσεων καθώς και την αναγκαιότητα αποφυγής των όποιων γενικεύσεων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις σχέσεις μοναχών και λαϊκών κατά το μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής περιόδου (έως τις αρχές του 19ου αιώνα).

Στό­χος μου είναι η διερεύνηση της κοινωνικής θέσης των μονών σε σύγκριση με τους χριστιανούς ραγιάδες και αφετέρου η κατάδειξη της ισχύς του «μονοπωλίου» των μοναχών ως διαμεσολαβητών μεταξύ Θεού/Αγίων και λαϊκών, που καθόριζε με τη σειρά του την ποιότητα των σχέσεων αυτών.

Το αρχειακό δείγμα πάνω στο οποίο κυρίως βασίστηκα είναι: το οθω­μανικό αρχείο της μονής Βαρλαάμ Μετεώρων, το οθωμανικό αρχείο της μονής Λειμώνος Μυτιλήνης για τον 17ο αιώνα, τα οθωμανικά και ελληνικά αρχεία των μονών της Σάμου, δημοσιευμένα μοναστηριακά οθωμανικά έγγραφα από την Άνδρο, το δημοσιευμένο τμήμα του ελλη­νικού αρχείου της μονής Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Πάτμου και τα επίσης δημοσιευμένα ελληνικά αρχεία των μονών Σταυρονικήτα, Εσφιγμένου, Χιλανδαρίου και Καρακάλλου του Αγίου Όρους, που αναφέρονται στην οθωμανική περίοδο. Το δείγμα επομένως περιλαμβάνει ηπειρωτικά και νησιωτικά μοναστήρια με ποικίλο οικονομικό και πνευματικό εκτόπι­σμα. Ωστόσο, στον μικρόκοσμο των τοπικών κοινωνιών στις οποίες δραστηριοποιούνταν όλα είχαν – κατά τη γνώμη μου – κυρίαρχη θέση, έστω και υπό διαρκή διαπραγμάτευση, ιδιαίτερα τον 18ο αιώνα, όταν ισχυροποιήθηκαν ομάδες λαϊκών και αναδείχθηκαν ισχυροί οικονομικοί παράγοντες μεταξύ αυτών.

Η σημαντικότερη σχέση μονών και λαϊκών είναι αυτή του ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, του γαιοκτήμονα και του απλού χωρικού, του εργοδότη και εργαζομένου.

Είναι γνωστή και έχει μελετηθεί διεξοδικά η πολιτική των μοναστηριών για διατήρηση αρχικώς και επαύξηση στη συνέχεια της ακίνητης περιουσίας τους, παράλληλα με τη συνεχή και συχνά επιτυχή διαπραγμά­τευση με την οθωμανική εξουσία για την αναγνώριση των παλαιότερων από τη βυζαντινή περίοδο φοροαπαλλαγών και προνομίων ή την παρα­χώρηση νέων, όπως ήταν η κατ’ αποκοπή πληρωμή των φόρων (maktu) ή η κατ’ αποκοπή πληρωμή της δεκάτης (bedel-i ο§τ).[1]

Η συγκρότηση μιας μεγάλης – στην κυριολεξία ή για τα δεδομένα της τοπικής κοινωνίας – περιουσίας, η οποία έπρεπε κατά το δυνατόν να είναι ενιαία, γινόταν με αγορές του ιδιοκτησιακού δικαιώματος ή του δικαιώματος εξουσίασης (ταπού) γαιών και κτισμάτων από χριστιανούς αλλά και μουσουλμάνους της περιοχής καθώς και με αφιερώσεις και δωρεές ακινήτων στη μονή. Ας σημειωθεί ότι, εάν δεν υφίστατο το ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί των γαιών, οι μονές ήλεγχαν τις εκτάσεις τους στο πλαίσιο πολύπλοκων νομικών σχέσεων, δημιουργώντας έτσι μοναστηριακά βακούφια εντός ευρύτερου ισλαμικού βακουφίου, ή τσιφλίκια εδραιωμένα σε δημόσιες ή βακουφικές γαίες. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ελαιοκαλλιέργειες


 

Η μακραίωνη ιστορία της ελιάς και ο εθνικός της χαρακτήρας δείχνουν την αγάπη και λατρεία μας προς το ευλογημένο δένδρο, που θεωρείται από την αρχαία εποχή σύμβολο σοφίας, ειρήνης, δόξας και θριάμβου. Πολλά δημοτικά μας τραγούδια αναφέρονται στην ελιά και πολλοί ποιητές και συγγραφείς την ύμνησαν και την τίμησαν.

 

Γύρω στου χωριού τ’ αλώνια

 

Γύρω στου χωριού τ’ αλώνια

πέρδικες λαλούν κι αηδόνια

και οι όμορφες ξυπνάνε

για ελιές στον κάμπο πάνε

άλλη στο άλογο καβάλα,

άλλη λιανοτραγουδάει

για νερό στη βρύση πάει

και μια αρραβωνιασμένη

όλο κλαίει η καημένη

που δεν είναι παντρεμένη.

 

Δημοτικό

(από την Ελένη Γάτσιου-Γερούλη)

 

Ο Ηρακλής κουρασμένος ξαποσταίνει στον ίσκιο της Ελιάς. Η πιστή προστάτις του θεά Αθήνα γεμίζει κρασί το κύπελό του. Εσωτερικό ερυθρόμορφης κύλικας, 470 π.Χ, (Μόναχο).

Κάποτε δεν υπήρχαν φυτώρια ελαιοδένδρων, ούτε συνήθιζαν οι αγρότες να φυτεύουν κουκούτσια και να περιμένουν να φυτρώσουν και ύστερα να εμβολιάζουν τα νεαρά φυτά και να περιμένουν πάλι, για να τα μεταφυτέψουν στο χωράφι τους. Προτιμούσαν να εντοπίζουν στα βουνά και στα λαγκάδια αγριελιές, οι οποίες φύτρωναν από τα κουκούτσια που υπήρχαν στις κουτσουλιές των πουλιών.

Όταν ο αγρότης, κατά τις κυνηγετικές του εξορμήσεις, συναντούσε κάποια αγριελιά, διάλεγε τον καιρό, να ’ναι Γενάρης ή Φλεβάρης, έπαιρνε κασμά και σκαλίδα, έβγαζε την ελιά με ρίζες και μπόλικο χώμα, την έχωνε σ’ ένα τσουβάλι και κατευθείαν στο χωράφι. Άνοιγε μεγάλο λάκκο και βαθύ, ώστε να μη διψάει η ελιά το καλοκαίρι, και τη φύτευε. Το ριζικό της σύστημα τη βοηθούσε να αντέξει και να μην ξεραθεί. Την άλλη χρονιά έπρεπε να μπολιαστεί. Αυτοί ήταν οι περίφημοι αγρούλιδοι ή αγρουλίδια (δηλ. άγρια ελιά). Σήμερα υπάρχουν οργανωμένα φυτώρια με πολλές ποικιλίες ελαιοδένδρων και κανείς αγρότης δε θα φύτευε αγρουλίδους.

Υπάρχουν πολλές ποικιλίες ελαιοδένδρων, οι ονομασίες των οποίων διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή. Είναι οι χονδρολιές, οι ψιλολιές, οι λιανολιές, οι τσουνάτες, οι κορωνέικες, οι δαφνολιές, οι νανολιές ή νανάκια, και άλλες ποικιλίες.  Η (βρώσιμη) δαφνολιά είναι πολύ μεγάλη, στο μέγεθος του βελανιδιού σχεδόν, και ονομάζεται έτσι στην Κρήτη, γιατί το φύλλο του δένδρου είναι πλατύ, σχεδόν σαν της δάφνης. Διαβάστε τη συνέχεια »