Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

 σας γνωστοποιεί ότι ο ιστότοπός της ενημερώνεται καθημερινά.

 

 

Προϋποθέσεις Χρήσης

 

 

Το σύνολο του περιεχομένου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού στο διαδικτυακό τόπο http://www.argolikivivliothiki.gr, αποτελεί  πνευματική ιδιοκτησία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των συνεργατών της και προστατεύεται  από τις εθνικές (Νόμος 2121/93) και διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως,

απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε αναπαραγωγή (reformatting), αναδημοσίευση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (upload), διαμόρφωση, τροποποίηση, δημιουργία αντιγράφων site (mirroring) του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση του Δικαιούχου.

Επιτρέπεται

 η ελεύθερη αναπαραγωγή αντιγράφων μέρους ή του συνολικού έργου για προσωπική ή εκπαιδευτική χρήση, εφ’ όσον τα αντίγραφα αυτά δεν θα διανεμηθούν στη συνέχεια για κερδοσκοπικούς σκοπούς, με την προϋπόθεση  ότι  θα υπάρχει αναφορά της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των πηγών του άρθρου καθώς και η ηλεκτρονική διεύθυνση της βιβλιοθήκης.

Για τη χρησιμοποίηση

 για άλλους σκοπούς, όπως εμπορική εκμετάλλευση, φόρτωση σε άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, αξιοποίηση μέρους του έργου για την παραγωγή νέου κ.α., απαιτείται η συνεννόηση με την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Η Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, λειτουργεί ως ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Ο βασικός σκοπός  της είναι η έρευνα, ο εντοπισμός, η συλλογή, η ταξινόμηση, η διάσωση, η μελέτη και η έκδοση αρχειακού υλικού που αφορά στην ιστορική και πνευματική εξέλιξη και ανάπτυξη του νομού Αργολίδας, της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας.

Μέσα από την καταγραφή και την ανάδειξη αυτού του υλικού, στοχεύει να καταστήσει κοινωνούς όλους όσοι ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν, να μελετήσουν ή να αξιοποιήσουν αυτόν τον πολιτιστικό και ιστορικό θησαυρό.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη επιχειρεί να διασώσει, να διατηρήσει, να μελετήσει και να καταγράψει όσα στοιχεία του παρελθόντος ακόμη αχνά διακρίνονται, πριν τα καταπιεί ο χρόνος και η λήθη.

Οι συλλογές της, καλύπτουν πολύπλευρα την ιστορική εξέλιξη και την πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας και ειδικότερα της Αργολίδας, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.

Η σημαντικότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ήδη κατέχει ιδιαίτερα πλούσιο αρχειακό υλικό που αφορά στην πολιτιστική και ιστορική πραγματικότητα της Ελλάδας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής πορείας του τόπου.

Ναύπλιο. Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930.

Την ουσιαστική προσφορά της Βιβλιοθήκης, από τα πρώτα της βήματα, εκτίμησε η Επιτροπή Πολιτών του Νομού Αργολίδας, που την πρότεινε ομόφωνα στον Οργανισμό Πολιτισμού και Αθλητισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και στις 22 Μαρτίου 2009, της απονεμήθηκε το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς 2008, για την συμβολή της στην προώθηση του Πολιτισμού της Αργολίδας, στο διαδίκτυο. Επίσης η ΕΤ1 εκτιμώντας το έργο της, πρόβαλε γι’ αυτήν ένα ειδικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα.

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές  ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

 

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

Η αξιοπιστία και η συνέπεια της επικροτούνται  από διάφορους πνευματικούς φορείς και ιδρύματα, οι οποίοι συνεργάζονται μαζί της αξιοποιώντας το υλικό της, προκειμένου να εκδώσουν σχετικά βιβλία ή να συμπληρώσουν άλλες μελέτες τους.

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για τα θέματα που πραγματεύεται και δηλώνει ότι θα σταθεί συμπαραστάτης και αρωγός σε κάθε πρωτοβουλία που σχετίζεται με αυτά.

  Εκδόσεις Εκ Προοιμἰου

To τοπωνύμιο Λάρισα και Λάρισα η Αργεώτις


 

Τοποθετήσεις πάνω στο θέμα προέλευσης και ερμηνείας της λέξης ΛΑΡΙΣΑ. Σημασιολογική προσέγγιση στην ονομασία του ομώνυμου λόφου του προϊστορικού μεσοελλαδικού και υστεροελλαδικού Άργους.

  1. Η μυθογραφία

 

«Ές αντιλογίαν αφίκετο ανήρ μοι Σιδόνιος, ος εγνωκέναι τα εις το θείον έφασκε Φοίνικας τά τε άλλα ‘Ελλήνων βέλτιον…»

(Παυσανίας Ζ 22)

Όταν κάποτε ο Παυσανίας θέλησε να συνδιαλεχθεί με κάποιον άνδρα από τη Σιδώνα, για να τον πληροφορήσει περί της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, αυτός του απάντησε: «αλλ’ ω Παυσανία, εμείς οι Φοίνικες είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τα πράγματα και τη θρησκεία της Ελλάδας πολύ καλύτερα από εσάς τους ίδιους…»

Η αρχή μιας μελέτης – έρευνας με σπάνιο θέμα, λίγο δυσνόητο και κάπως αδιάφορο για τους «πολλούς», όπως αυτή, είναι φρόνιμο να ξεκινά από τα προσιτά στο νου κομμάτια της, σαν να λέμε από τα ευκολότερα ή μάλλον τα ωραιότερα. Τέτοια ακριβώς είναι τα μυθογραφικά στοιχεία, που δεν απαιτούν κόπο σκέψης ή κάποια ιδιαίτερη εισαγωγή, για να γίνουν αντιληπτά.

Η μυθοπλασμένη καταγωγή της ονομασίας «Λάρισα» αγκαλιάζει όλες σχεδόν τις ελληνικές πανάρχαιες παραδόσεις, με παρακλάδια που αγγίζουν μυθιστορίες από την Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Θεσσαλία. Όπως έγραψαν οι αρχαίοι μυθογράφοι (Ησίοδος κ.ά.), Λάρισα λεγόταν η γυναίκα του Ποσειδώνα, μητέρα των ημίθεων αδελφών [1] Αχαιού, Φθία και Πελασγού ή ακόμα η εγγονή της, θυγατέρα του τελευταίου, όπως αναφέρει άλλη εκδοχή του ίδιου μύθου (Παυσανίας II 24,1).

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

  1. Η διασπορά

 

«Ούτω δε οι Πελασγοί πολλής και αγαθής χώρας κρατήσαντες, πόλεις τε προσέλαβον και άλλας αυτοί κατασκευάσαντες, μεγάλην και ταχείαν επίδοσιν έλαβον εις Ανδρείαν και πλούτον και των άλλων ευτυχίαν…»

(Διονύσιος Αλικαρνασσεύς βιβλ. α’ 25)

 

Οι Έλληνες δε φαντάζονταν τους εαυτούς τους ως τους πρώτους οικήτορες της χώρας τους. Αναγνώριζαν άλλους πρόδρομους λαούς, τους οποίους δε θεωρούσαν στερημένους πολιτισμού ή ανάπτυξης. Με εκείνους, μάλιστα, αισθάνονταν συνδεδεμένοι τόσο στη θρησκευτική πίστη όσο και στα ήθη, όχι όμως στη γλώσσα. Τους ονόμαζαν με ξένα εθνικά ονόματα, κυρίως όμως Πελασγούς, «τής νυν Ελλάδος δε Πελασγίας πρότερον καλεσμένης της αυτής ταύτης…» (Ηρόδοτος Β 51)

Μην μπορώντας να εξηγήσουν και να φανταστούν, όπως ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, ένα τέτοιο πολυάριθμο και ομοιογενή λαό να προηγείται στην κατοίκηση της χώρας τους, έπλασαν το μύθο ότι: «έτσι λοιπόν οι Πελασγοί, ξεκινώντας πρώτα από την Πελοπόννησο, απλώθηκαν σ’ ολόκληρη την όμορφη Ελλάδα, κατοίκησαν πολλές πόλεις και ίδρυσαν νέες, έδειξαν μάλιστα ευψυχία στους πολέμους και απέκτησαν πλούτη και αγαθά…»

Φαίνεται ότι με την εξάπλωση των Πελασγών συμβάδιζε και η μεγάλη εμβέλεια διάδοσης του ονόματος ΛΑΡΙΣΑ στον ελλαδικό χώρο αλλά και έξω απ’ αυτόν.

Η ονομασία ΛΑΡΙΣΑ ήταν συνηθισμένη, ίσως και προσφιλής, στη γλώσσα των Πελασγών [2] του ελλαδικού χώρου και έξω απ’ αυτόν, τόσο στην Πρωτοελ­λαδική (Ύστερη) [3] όσο και στη Μεσοελλαδική [4] εποχή.

Με τη λέξη αυτή ονομάστηκαν αρκετές πόλεις στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και στην κοντινή Ασία. Τις παραθέτουμε αριθμημένες, με τη σειρά που βεβαιώθηκαν σε αρχαία κείμενα στα ελληνικά ιστορικά χρόνια, ώστε να αποτελέσουν μια συγκεκριμένη συλλογή:

α) Η μητρόπολη της Θεσσαλίας που υφίσταται μέχρι σήμερα δίπλα στον ποταμό Πηνειό (Ιλιάς Β 841).

β) Η Κρεμαστή Λάρισα ή Πελασγία στη Φθιώτιδα (Στράβων 435).

γ) Πόλη στην Αττική.

δ) Πόλη στην Κρήτη που αργότερα ονομάσθηκε Ιεράπυτνα (Ιεράπετρα) (Στράβων 440).

ε) Πόλη στα σύνορα Αχαΐας και Ήλιδας.

στ) Η ακρόπολη του Άργους με τη διαχρονική μέχρι σήμερα ονομασία της.

ζ) Πόλη στη Τρωάδα (Θουκυδ. Η 101, Όμηρος Ιλ. Β 840).

η) Η Φρικωνίδα Λάρισα στην Αιολίδα (Δ. Μικρασία), κοντά στην Κύμη, δίπλα στον ποταμό Έρμο. (Ηροδ. A 149, Ξενοφών Ελλην. 1,7, Όμηρος Ιλ. Β841).

θ) Πόλη κοντά στην Έφεσο, δίπλα στον ποταμό Κάυστρο [5] της Λυδίας.

ι) Πόλη στη Συρία, έδρα τοπικού άρχοντα.

ια) Πόλη στην Ασσυρία, δίπλα στον ποταμό Τίγρη. [6]

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

  1. Η προέλευση

 

«…το Ελληνικόν, εόν ασθενές, από σμικρού την αρχήν ορμώμενον αύξηται εις πλήθος των εθνέων, Πελασγών μάλιστα προσκεχωρησάντων και άλλων εθνέων βαρβάρων συχνών.»

 

(Ηρόδοτος A 57, 8)

Η ομολογία του Ηροδότου κρύβει μια διαπίστωση πέρα για πέρα αληθινή. Μια διεργασία που πραγματοποιήθηκε μέσα σε ικανό χρονικό διάστημα μέχρι την οριστικοποίησή της. «Το ελληνικό (έθνος), ολιγομελές στην αρχή, ξεκίνησε αργά – αργά να αυξάνεται σε αριθμό (ελληνικών) φύλων καθώς οι προσχωρήσεις των Πελασγών και άλλων αλλόγλωσσων ήταν συχνότατες…»

Το ίδιο παραδέχεται και ο Θουκυδίδης όταν γράφει: «…ούτοι γάρ δή Φοίνικες τάς πλείστας των νήσων ώκησαν…» (Θουκυδίδης Α. 8). Ακόμα γενικότερα ο Στράβων: «…και περί τής Πελοποννήσου αυτής φησιν βάρβαροι ώκησαν…, Δαναός εξ Αιγύπτου, …την δε Καδμείαν Φοίνικες…» (Στράβων 321).

Τέλος ο Παυσανίας γράφει: «…πάλαι γάρ τής νύν καλουμένης Ελλάδος βάρβαροι τά πολλά ώκησαν…» (Παυσ. A 41, 8).

Ο συγκερασμός πολλών εθνικών και αλλόγλωσσων στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα και η ελληνική ινδοευρωπαϊκή γλώσσα να εμπλουτισθεί αναγκαστικά με αρκετά και διάφορα γλωσσικά μορφώματα, ώστε να μην αποτελεί την παλαιά και αρχική γλώσσα, αλλά νέα γλώσσα, που πρωτομπήκε και αναπτύχθηκε στα καινούργια ελληνικά εδάφη.

Αρκετά γλωσσικά ιδιώματα αποδεικνύουν την αρχαιότατη συγγένεια και καταγωγή πολλών ριζών και λέξεων της ελληνικής από τη σημιτική και μάλιστα τη φοινικική και λιβυκή διάλεκτο, λιγότερο δε την αιγυπτιακή.

Όλα αυτά ήταν συνέπειες της συνεχούς επικοινωνίας από τις εμπορικές και πολιτιστικές συναλλαγές που είχαν αναπτυχθεί από τα προϊστορικά χρόνια μεταξύ των κατοίκων του ελλαδικού χώρου και των σημιτικών λαών της βόρειας Αφρικής και των ανατολικών παραλίων της Μεσογείου. Τα ίδια αποδεικνύουν και μυθικές αργειακές παραδόσεις και τα σημιτικής προέλευσης βασιλικά ονόματα: Ίναχος, Φορωνέας, Άπις, Άργος, Έπαφος, Αίγυπτος, Δαναός κ.ά.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Α. Τα απαραίτητα σημιτικό – φοινικικά γλωσσικά στοιχεία

 

Η πανάρχαια λέξη – ονομασία ΛΑΡΙΣΑ, της οποίας αναζητάμε την προέλευση, είναι πιθανώς σημιτικής καταγωγής και ειδικότερα της φοινικικής διαλέκτου που μιλιόταν στα ανατολικά παράλια της Μεσογείου κατά τη Μεσοελλαδική εποχή, δηλαδή στις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας.

Το ιδιαίτερο, μοναδικό και πραγματικά θαυμάσιο πλεονέκτημα της σημιτι­κής γλώσσας, που αναγνωρίζεται από όλους τους ανατολιστές, είναι ο μεγάλος και καταπληκτικός πλούτος των λέξεών της, που φθάνει – μπορούμε να πούμε – στο απεριόριστο. [7] Η ελληνική γλώσσα, η πλουσιότερη των ινδοευρωπαϊκών, συγκρινόμενη με τον πλούτο των λέξεων και ριζών της σημιτικής, μόλις που θα μπορούσε να φθάσει την αναλογία του 10% ή και ακόμα παρακάτω.

Όμως, ενώ η σημιτική πελαγοδρομεί και χάνεται στο σχεδόν άπειρο, η ελληνική, καθώς διατηρεί την καλλιτεχνική αξία της, περιοριζόμενη στο χώρο της, και καθώς ανακτά συνέχεια εσωτερικές δυνάμεις καθιστάμενη κύρια του εαυτού της, ορίζει και περιορίζει χωριστά την έννοια κάθε λέξης, με σκοπό τη σαφήνεια και την ακρίβεια, χωρίς να χάνεται στο άπειρο. Σ’ αυτό ακριβώς οφείλεται ο πλούτος και η ικανότητα της ελληνικής, ότι καθώς παραλαμβάνει έτοιμη την πρώτη γλωσσική ύλη, κατορθώνει να τη μεταπλάθει, να την μετασχηματίζει, να την ενδύει με τρόπους τόσο ποικίλους και με σύστημα πρωτότυπο και ευφυέστατο, ώστε με τη δημιουργία χωριστών και ευδιάκριτων λέξεων να αποφεύγεται κάθε αοριστία και αμφιβολία γύρω από την έκφραση και τη σημασία της [8].

Ο βασικός κανόνας σχηματισμού των λέξεων της σημιτικό – φοινικικής γλώσσας ήταν απλός. Πρώτα σχηματιζόταν ο σκελετός από δύο, τρία ή τέσσερα σύμφωνα και κατόπιν «ντυνόταν» η λέξη με απεριόριστους τρόπους επιλογής της σειράς των φωνηέντων. Έτσι προέκυπτε μια απειρία συνδυασμών και φυσικά λέξεων.

Στη λέξη ΛΑΡΙΣΑ λοιπόν το πρώτο αρχικό γράμμα Λ είναι το λείψανο που απόμεινε από το σημιτικό άρθρο αλ ή ελ, ηλ, υλ και ουλ. Όλες αυτές τις προφορές είχε το άρθρο που γραφόταν με ένα έλεφ [9] και ένα λάμεδ [10]. Λάρισα επομένως είναι η λ’Αρισα.

Επίσης στην ελληνική υπάρχει ένα μόνο σίγμα [11], ενώ στις σημιτικές γλώσσες περισσότερα.

Την ίδια λοιπόν λέξη μπορούμε να γράψουμε και λ’Αριch-α [12] και λ’Αρισ-α [13].

Με βάση αυτές τις γραφές στη σημιτική θα αναζητήσουμε, στην επόμενη ενότητα, τις πιθανές ερμηνείες της λέξης.

 

Άργος, άποψη της Ακρόπολης της Λάρισας, πιθανόν τη δεκαετία του 1950.

 

 

-Β. Οι πιθανές σημασίες

 

  1. 1. Κατά την πρώτη γραφή λ’Αριch σήμαινε κατοικία με στέγη, ανάκτορο, θρόνος βασιλικός και θρόνος του θεού, μέγα αξίωμα. Από παλαιοτάτους χρόνους η κατεξοχήν ιερή πόλη των Αράβων ειδωλολατρών και μετέπειτα των Μουσουλμάνων, η Μέκκα, έφερε και φέρει ακόμα σήμερα τον ποιητικό τίτλο της: λ’Αριch-α, δηλαδή της παλαιάς πρωτεύουσας ή του θρόνου του θεού, ένεκα της ύπαρξης αρχαίων ναών, ανακτόρων και μεγάρων. [14]

Στην περίπτωση αυτή της ερμηνείας εμπίπτουν οι ονομασίες των πόλεων 2δ και2ι.

  1. Κατά τη δεύτερη γραφή λ’Αρισ-α σήμαινε αυλή, πλατεία περιτειχισμένη, μέρος περίφραχτο, οχυρωμένο, φρούριο, ακρόπολη, προμαχώνας. Οι σημασίες αυτές είναι φανερό ότι ταιριάζουν απόλυτα στην ακρόπολη του υστεροελλα­δικού Άργους (2στ). Στην περίπτωση αυτή ανήκουν επίσης οι ονομασίες των πόλεων, 2β, 2γ, 2ε.
  1. Υπάρχει βέβαια μια τρίτη λέξη λ’ Αρσάμ που και αυτή περιλήφθηκε στην ελληνική ως Λάρισα. Λαρσάμ σήμαινε ιδιαίτερα τα ανάκτορα, την ακρόπολη που κείται πάνω σε ύψωμα ή λοφίσκο από χώμα, τεχνητό ή φυσικό, που βρίσκεται μέσα σε πεδιάδα και δεσπόζει στο χώρο, που είναι ορατή στον ορίζοντα από μεγάλη απόσταση και από πολλές διευθύνσεις.

Η λέξη απευθυνόταν και εφαρμοζόταν ειδικότερα σε χώρες πεδινές που τις διέσχιζαν μεγάλοι σε πλάτος ποταμοί, οι λεγόμενες ποταμόχωστες. Απόδειξη είναι ότι τα ονόματα Λαρσάμ και αΛ-αρσhάμ της Μεσοποταμίας οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς (Ξενοφών κ.ά.) μετέγραφαν σε Λάρισες, με αποβολή του τελικού γράμματος μι, πράγμα συνηθισμένο στην αρχαία και νεότερη ελληνική γλώσσα.

Ο Στράβων ειδικότερα γράφοντας για τη Θεσσαλική, Αιολική και Εφεσία Λάρισα ομολογεί ότι: «ποταμόχωστον την χώραν έσχον» (σημ. 5). Από τα γραφό­μενα αυτά είναι εύκολο το συμπέρασμα ότι σε αυτή την περίπτωση περιλαμβά­νονται οι ονομασίες των ποταμόχωστων πόλεων 2α, 2ζ, 2η, 2θ, 2ια αλλά και η αργειακή ακρόπολη (2στ).

Ο ιωνικός τύπος της λέξης συναντιέται ως Λήρισα (Ηρόδ. ΙΧ,Ι και 58)

  1. Παρεμπιπτόντως αναφέρουμε και μια σπάνια αλλά ενδιαφέρουσα άποψη ερμηνείας του ονόματος από το λεξικογράφο και γραμματικό του 5ου μ.Χ. αι. Ησύχιο. Αυτός παραπέμπει την προέλευση στην πελασγική ρίζα «λάστα», που σήμαινε την πέτρινη ακρόπολη, έγραφε μάλιστα τη λέξη ως Λάρεισα. Είναι όμως φανερό ότι και η ρίζα αυτή είναι κάποια παραφθορά από τις προηγούμενες σημιτικές γραφές.

 

Το κάστρο του Άργους, η Λάρισα η Αργεώτις κατά τους αρχαίους, βρίσκεται στα δυτικά της πόλης, σε λόφο με υψόμετρο περίπου 290μ. Από τους αρχαίους χρόνους σώζονται τμήματα από τα κυκλώπεια τείχη, θεμέλια αρχαίων ναών και δεξαμενών νερού. Στην πλαγιά του, η ιστορική εκκλησία Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

  1. Λάρισα η Αργεώτις

 Ποια είναι, άραγε, η πιθανότερη προέλευση της ονομασίας ΛΑΡΙΣΑ που δόθηκε στην ακρόπολη του προϊστορικού Άργους; Πότε και από ποιους την πήρε;

Ο λόφος και φρούριο είχε και προμαχώνες διέθετε με ισχυρότατη οχύρωση στα προωθημένα τμήματά του, κυρίως στις γωνίες, και μέσα σε ποταμόχωστη πεδιάδα ήταν η θέση του και εμφανέστατη θέα είχε στον ορίζοντα από μεγάλη απόσταση, αλλά κυρίως ήταν ορατός από όλα τα σημεία του κοντινού κόλπου της θάλασσας.

Σίγουρα, η καθαρότατη εικόνα και το εντυπωσιακό, περίεργο, κωνοει­δές σχήμα του ήταν εκείνα τα στοιχεία που προκαλούσαν το θαυμασμό στους ανατολίτες ναυτικούς – κυρίως Φοίνικες – καθώς έμπαιναν και διέσχιζαν με τα μαύρα καράβια τους [15] τον (Αργολικό) Κόλπο, αντικρίζοντας το λόφο στο βάθος του ορίζοντα να εξέχει καμαρωτός. Στην παραλία έβγαζαν και πουλούσαν τα εμπορεύματα, [16] παραμένοντας για πέντε ή έξι μέρες. Όταν ξεπουλούσαν όλη την πραμάτεια τους, άνοιγαν πανιά και παρευθύς έβαζαν πλώρη για τη μακρινή πατρίδα τους, τα σημερινά συροπαλαιστινιακά παράλια. Μαζί τους έπαιρναν «κογχύλην» και «πορφύραν», τις πρώτες ύλες για τη βαφή των πανάκριβων ενδυμάτων των Φοινίκων και Ασσυρίων μεγιστάνων. Πού και πού ξελόγιαζαν και κάποια Αργειτοπούλα πριγκίπισσα, όπως αναφέρει η πλούσια αργειακή μυθική παράδοση. [17]

Λοιπόν, αυτοί οι Σημιτοφοίνικες έδωσαν το όνομα στο λόφο, από λέξη της γλώσσας τους, κυρίως γιατί ήθελαν συγχρόνως να επισημαίνεται και το γεωγραφικό ναυτικό στίγμα εντοπισμού της προϊστορικής πόλης του Άργους από τους νεοφερμένους ναυτικούς και επισκέπτες εμπόρους. Η θέα του κωνικού λόφου αποτελούσε διακριτό και σίγουρο σήμα τερματισμού του ταξιδιού για τα καράβια που πρωτόμπαιναν στον ήσυχο αργειακό κόλπο.

Αυτό θα έγινε στις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας (1900-1800 π.Χ.), όταν οι εμπορικές διασυνδέσεις του ανεπτυγμένου μεσοελλαδικού Άργους και των πόλεων του παραλιακού Λεβάντ(ε) (Ανατολής) είχαν αρχίσει να φουντώνουν.

Η λέξη που τελικά διάλεξαν οι Ανατολίτες ως ονομασία του (αργείτικου) λόφου ήταν η περίπτωση 3Β(3), γιατί το Λαρσάμ ήταν απόλυτα ταιριαστό με τις φυσικογεωλογικές ιδιοτυπίες και οπτικές απαιτήσεις που συνυπήρχαν στη σύνθετη σημασία της λέξης με τα πολλά παραπλήσια ομόηχα, αλλά διαφορετικής ερμηνείας μορφώματα.

Οι ντόπιοι δέχτηκαν τον όρο και σιγά σιγά τον ενσωμάτωσαν στο λεξιλόγιό τους ως ΛΑΡΙΣΑ. Η γλωσσική χοάνη της πλουσιότατης και παραστατικότατης πελασγικής τον απορρόφησε και τον έκανε σύμβολό της. Οι Πελασγοί «οικειοποιήθηκαν» τη λέξη και ποιητικότατη όπως ήταν «φώλιασε» στο μυθόκοσμό τους. Από τότε Λάρισα ονομαζόταν η μυθική θυγατέρα του γεννήτορά τους Πελασγού, γι’ αυτό και η ονομασία έγινε προσφιλής στους «απογόνους» του σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Έτσι, η λέξη άρχισε να παριστάνει ένδειξη και τεκμήριο εντοπιότητας και εθνικής πελασγικής παρουσίας για κάθε τόπο, όπου αυτή απαντιόταν.

 

Λάρισα – Κάστρο Άργους. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Όταν αργότερα οι Πελασγοί στεφάνωσαν την κορυφή του λόφου τους, κτίζοντας την πρώτη ακρόπολη [18], τότε ο όρος Λάρισα άρχισε να διαιωνίζεται. Οριστικά διαμορφωμένος συνέχισε τη σταθερή παρουσία του και στη δωρική διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας, που επικράτησε και μιλιόταν στην αργειακή πεδιάδα μετά το 1100 π.Χ. Εντελώς αμετάβλητος άρχισε να γράφεται – μετά το 600 π.Χ. – με το μερικώς ιδιότυπο τοπικό αργειακό λεξιλόγιο, παίρνοντας την ιδιαίτερη επωνυμία «Λάρισα η Αργεώτις», [19] ώστε να διακρίνεται και να ξεχωρίζει από τις άλλες ομώνυμες αλλά διαφορετικές γεωγραφικά πόλεις και θέσεις οχυρών λόφων, όπως της Θεσσαλίας στον ελληνικό λόφο [20] ή της Τρωάδας στη Μικρασία, που θεωρούνταν ισάξιες στη φήμη με την αργειακή Λάρισα.

Σπάνια αλλά ομορφοπλασμένα περιγραφικά επίθετα έχουν διαχρονικά δοθεί και αφιερωθεί στο λόφο του Άργους από αρχαίους συγγραφείς που, σίγουρα, επισκέφθηκαν τον τόπο του και μαγεύτηκαν από το φυσικό περιβάλλον, από το μεγαλείο της θέας και την περίεργη γεωλογικά κωνική μορφή του υψώματος. Το στενό πέρασμα – διάβαση, που χώριζε τους ανισοϋψείς λόφους της Λάρισας και της Δειράδας, ήταν κατάφυτο από πυκνές μυρσίνες και ανθισμένες δάφνες [21]. Η βλάστηση γέμιζε όλους τους χώρους μεταξύ της προϊστορικής νεκρόπολης και των γύρω ιερών, ναών και μαντείων, των αφιερωμένων στον Απόλλωνα Δειραδιώτη, την Οξυδερκή Αθηνά και την Ακραία Ήρα. Ψηλά, στην κορυφή της Λάρισας, δέσποζε ο ασκέπαστος, τεράστιος ναός του Λαρισαίου Δία [22].

Πρώτος ο Αισχύλος, που επισκέφθηκε πολλές φορές το Άργος, αφιέρωσε στο ύψωμα την ονομασία «ικεταδόκος σκοπή» (Ικέτιδες 713), που σήμαινε «ο ψηλός τόπος που δέχεται ικέτες». Προφανώς ο τραγικός ποιητής, επηρεασμένος από τη μυθική υπόθεση του έργου του, εννοούσε όλους εκείνους που ανέβαιναν στην κορυφή του λόφου, για να ζητήσουν στο ιερό του Δία τη συνδρομή του θεού με δεήσεις και ικεσίες.

 

Λάρισα – Κάστρο Άργους. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Στα ρωμαϊκά χρόνια ο Λατίνος γραμματικός και λεξικογράφος Στάτιος (1ος μ.Χ. αι.), φίλος του Άργους και φιλοξενούμενος από Αργείους πλούσιους εμπόρους, σε χωριστά κείμενά του στόλισε με δύο πρωτότυπες εκφράσεις το λόφο, χαρακτηριστικές της εντυπωσιακής θέας και φήμης του. Η πρώτη ονομασία ήταν: «Palladea Αrx», που σήμαινε «Αψίδα της Παλλάδας». Καθισμένος στα σκαλοπάτια του ναού της Αθηνάς (Παλλάδας) Οξυδερκούς και μαγεμένος από το πανέμορφο θέαμα του αντικρινού λόφου, τον φαντάστηκε σαν μια πανύψηλη τιμητική αψίδα, και τα πολυγωνικά τείχη της ακρόπολης πάνω του σαν πέτρινο στέμμα.

Η δεύτερη ονομασία ήταν: «Larissaeus Apex», που σήμαινε «Λαρισσαία Κορυφή». Η χαρακτηριστικότατη αυτή έκφραση μας δίνει την πολύτιμη πληροφορία ότι και στους χρόνους της μέσης ρωμαϊκής περιόδου η ονομασία Λάρισα ήταν ακόμα σε χρήση (έστω και με δύο σίγμα).

 

Υποσημειώσεις


[1] Τα τρία αδέλφια ήταν γενάρχες, άρχοντες και ονοματοθέτες των ιδιαίτερων περιοχών που βασίλεψαν. Ο Αχαιός της ΒΔ Πελοποννήσου (Αχαΐα), ο Φθίας της ανατολικής Στερεός Ελλάδας (Φθιώτιδα) και ο Πελασγός της Αργολίδας ή λίγο αργότερα της Θεσσαλίας (Πελασγικό Άργος), όπου έφυγε μετανάστης. Όλοι ξεκίνησαν από το Άργος (Διον. Αλικαρν. 1,17).

[2] Το ινδοευρωπαϊκό φύλο των Πελασγών πρωτομπήκε στον ελλαδικό χώρο στις αρχές της 3ης π.Χ. χιλιετίας, με τελευταίο σταθμό και αρχή διασποράς του τον κάμπο της σημερινής Θεσσαλίας. Ήταν λαός συγγενής των πρωτοελληνικών φύλων, δε μιλούσε όμως την ελληνική. Στην αργειακή πεδιάδα εμφανίστηκαν γύρω στο 2800 π.Χ.

[3] Ύστερη Πρωτοελλαδική 2400 -2000 π.Χ.

[4] Μεσοελλαδική 2000 -1600 π.Χ.

[5] Ο Στράβων μας πληροφορεί «ίδιον δέ τι τοις Λαρισαίοις συνέβη τοις τε Καϋστριανοίς και τοις Φρικωνεύσι και τρίτοις τοις εν Θεσσαλία, άπαντες γάρ ποταμόχωστον την χώραν έσχον, οι μεν υπό του Καΰστρου, οι δ’ υπό του Έρμου, οι δ’ υπό του Πηνειού» (Στράβων 621).

[6] Στράβων 440. Περιγραφή της πάλης και του ποταμού κάνει ο Ξενοφών (Κύρου Ανάβασις 4,7).

[7] Όπως αναφέρεται, Άραβας λεξικογράφος είχε την επιμονή και υπομονή να υπολογίσει σε δώδεκα περίπου εκατομμύρια λέξεις την Αραβική και τα αραβικά λεξικά αποτελούν έναν ατέρμονα ωκεανό λέξεων. Μόνο για τη λέξη κάμηλος έχουν αριθμήσει 5.744 λέξεις.

[8] Η ελληνική, παρατηρεί πολύ ορθά ο ιστορικός Ερνέστος Κούρτιος, μοιάζει με το σώμα εξασκημένου παλαιστή, στο οποίο κάθε μυς είναι τόσο αναπτυγμένος, ώστε να λειτουργεί τέλεια. Δεν υπάρχουν πουθενά νωθρές σάρκες, αλλά τα πάντα δείχνουν ρώμη και ζωή (Κούρτιος Ερνέστος, «Ελληνική Ιστορία», Αθήναι, 1898).

[9] Από το σημιτικό άλεφ προέρχεται το δικό μας άλφα, το οποίο κατάντησε στην ελληνική φωνήεν με ένα σταθερό ήχο, ενώ στις σημιτικές θεωρείται σύμφωνο.

[10] Από το σημιτικό λάμεδ προέρχεται το δικό μας λάμδα ή λάμβδα ή λάβδα (με υπέρθεση γραμμάτων).

[11] Το σάμεh των Φοινίκων, το οποίο μετονομάσθηκε σε σίγμα στην ελληνική.

[12] Με το παχύ σίγμα (το chin της σημιτικής), το οποίο δεν υπάρχει στην ελληνική.

[13] Με το ανοιχτό σίγμα (το σσαδ της σημιτικής) το οποίο δεν υπάρχει στην ελληνική.

[14] Υπάρχει και σήμερα στην Αίγυπτο πόλη με το όνομα Αλ-αρich, η οποία θεωρείται ιερή. Στους παλαιοτέρους χρόνους θα έπρεπε να ονομαζόταν επίσης Λάρισα.

[15] «μυρί άγοντες αθύρματα νηί μελαίνη…» (Οδυσ. Ο 416) δηλαδή: «…κουβαλώντας πολλών ειδών προϊόντα με κατάμαυρο καράβι…».

[16]  «…τη τε άλλη χώρη εσαπικνέεσθαι και δη και ες Άργος, το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη, απικομένους δε τούς Φοίνικας ες δη το Άργος τούτο διατίθεσθαι τον φόρτον». (Ηρόδοτος Α.1)

«… έφταναν και σ’ άλλα μέρη, κυρίως όμως στο Άργος. Λοιπόν, το Άργος εκείνη την εποχή είχε τα πρωτεία στο καθετί ανάμεσα στις πόλεις της χώρας που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα. Και, πως φτάνοντας τέλος πάντων σ’ αυτό το Άργος οι Φοίνικες έβγαζαν και πουλούσαν τα εμπορεύματά τους».

[17]  «… ελθείν επί την θάλασσαν γυναίκας άλλας τε πολλάς και δη του βασιλέος θυγατέρα… Ιούν την Ινάχου…και τούς Φοίνικας διακελευσαμένους ορμήσαι επ’ αυτάς…την δε Ιούν συν άλλησι αρπασθήναι…αποπλέοντας επ’ Αιγύπτου…» (Ηρόδοτος Α,1)

«… κατηφόρισαν στη θάλασσα και άλλες πολλές γυναίκες και ανάμεσά τους κι η θυγατέρα του βασιλιά… η Ιώ του Ινάχου… κι οι Φοίνικες ξεσηκώνοντας ο ένας τον άλλον όρμησαν απάνω τους…την Ιώ μαζί με άλλες τις άρπαξαν…και παρευθύς έβαλαν πλώρη για την Αίγυπτο».

[18] Αυτό έγινε γύρω στο 1550 π.Χ., όπως βεβαιώνουν οι σχετικοί με την προϊστορία του Άργους αρχαιολόγοι. Τμήματα της προϊστορικής οχύρωσης διακρίνονται στις βάσεις του ΒΔ τμήματος της ακρόπολης σε ύψος 4 μέτρων και μήκος περισσότερο από 25 μέτρα. Είναι κτισμένα με τη γνωστή κυκλώπεια τεχνοτροπία των τειχών προϊστορικών ακροπόλεων (φωτ. 2).

[19] Ο όρος για πρώτη φορά συναντιέται στο έργο του Στέφανου Βυζάντιου: «Εθνικά», ένα είδος γεωγραφικού λεξικού και στην επιτομή «Σχόλια στον Απολλώνιο το Ρόδιο» Α,40.

[20] Λάρισα η Πελασγιώτις.

[21] Πίνδαρος, I 8,147

[22] Παυσανίας, Αρκαδικά 24,1

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία Ελληνική


 

  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1985 (Όμηρος, Αισχύλος, Πίνδαρος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, Στράβων, Παυσανίας, Στέφανος Βυζάντιος, Ησύχιος).
  • ΓΑΡΔΙΚΑΣ Γ., Επίτομος Ελληνική Γραμματολογία, Αθήναι 1935.
  • ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ Π., Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Αθήναι 1971.
  • Εκδοτική Αθηνών, Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους. Τομ. A Προϊστορία – Πρωτοϊστορία.
  • ΕΑΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ Ν.Π., Η Πελασγική Ελλάς, Αθήναι 1931.
  • ΖΕΓΚΙΝΗΣ I., Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ΠΥΡΓΟΣ 1968.
  • ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Π., Προϊστορική Αρχαιολογία, Αθήναι 1908.
  • ΚΑΚΡΙΔΗΣ I., Ελληνική Μυθολογία, Τόμ. II, III, Αθήνα 1968.
  • ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ ΙΑΚ., Πελασγικά, Αθήναι 1912.
  • ΚΛΕΙΩΣΗΣ ΑΓΓ., Αργείων βασιλέων Μέλαθρον, Πρέβεζα 1966.
  • ΚΟΡΔΑΤΟΣ I., Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, Αθήναι 1955.
  • ΚΟΥΡΤΙΟΣ ΕΡΝΕΣΤΟΣ, Ελληνική Ιστορία, Αθήναι 1898.
  • ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ Γ„ Λεξικό Ν. Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 1997.
  • ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ Κ., Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, Τόμος Α’ Αθήναι 1935.
  • ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ Ν., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, (μετάφρ. – Σχόλια). Αθήνα 1991.
  • ΣΕΡΓΚΕΦ Σ.Β., Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, Αθήναι 1955.
  • ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ Η., Ηροδότου Ιστορίες, Σχολ. Βοήθημα. Αθήνα 2001.
  • ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ Κ.Θ., Η Προϊστορία της Πελοποννήσου, Αθήναι 1964.
  • Υπουργείο Πολιτισμού., Η Ελληνική μια πάντοτε σύγχρονη γλώσσα, Αθήνα 1999.
  • LIDDEL Η. – SCOTT R., Μέγα λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, (Μετάφραση) Αθήναι 1970.

 

Ξενόγλωσση

 

  • BUCK D.C., The Greek Dialects, Chicago 1955.
  • CHADWICK J., The Greek Dialects and Greek Prehistory, Oxford 1956.
  • CLERMONT A. – CANNEAUL B., Les Pheniciens dans le Peloponese, Paris 1877.
  • GEORGIEV P., Greek Indoeuropeans Toponyms with Greek Prigin, London 1972.
  • HARDEN D., The Phoenicians London 1971.
  • HUTTENBACH F. Die Pelasger. Wien 1960.
  • KELLY TH., A History of Argos to 500 b.C., University of Minneapolis 1976.
  • MOSCATI S., V Epopee des Pheniciens, Paris 1971.
  • REMAN E., Histore Generale des Longues Semitiques, Paris 1978.
  • SAKELLARIOU M., Dialectes et Ethne Grecs a l’ Age du Bronze, Athenes 1973.
  • SAKELLARIOU M., Pelasqes et Autres Peuples Indoeuropeens en Grece a l’ Age du Bronze,
  • Athenes 1975.
  • VAN WINDEKENS A.J., Le Pelasgique, Louvain 1962.
  • PIETAT M. – TOUCHAIS G., Argos, une Ville Grecque de 6000 Ans, Paris 1989.

 

Δανάη Ακρισίου

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

 

Διαβάστε ακόμη:

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών  –  «Ηγεσία, Επιστήμη και Κοινωνική Ευημερία»


 

«Events Series 2018»

«Ηγεσία και Ανθρωπιστικές Αξίες»

 Υπό την Αιγίδα της Α.Ε. του Προέδρου της Δημοκρατίας κυρίου Προκοπίου Παυλοπούλου.

 

Harvard

Την Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018 και ώρα 7.00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η κ. Δέσποινα Σανούδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Θέμα της διάλεξης, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2018» θα είναι: «Ηγεσία, Επιστήμη και Κοινωνική Ευημερία».

Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αποφοίτων του Πανεπιστημίου Harvard στην Ελλάδα.

 

Σύνοψη της διάλεξης

 

«Επιστήμη» είναι η βαθιά, οργανωμένη και τεκμηριωμένη γνώση ενός αντικειμένου έρευνας. Η ουσιαστική και συνεχής ενασχόληση με μια επιστήμη διευρύνει τη γνώση και ταυτόχρονα καλλιεργεί έναν συνδυασμό ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που προσδίδουν τελικά στους επιστήμονες ένα ξεχωριστό ρόλο στην κοινωνία. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτά και πώς μπορούν να συμβάλλουν στην Κοινωνική Ευημερία; Ποια η σχέση Ηγεσίας και Επιστήμης; Τι αντίκτυπο έχει η μορφή αυτής της σχέσης στην Κοινωνία; Η ομιλία της Δέσποινας Σανούδου αναζητά απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, τις εναλλακτικές και τις προοπτικές τους.

 

Βιογραφικό σημείωμα της Δέσποινας Σανούδου

 

Δέσποινα Σανούδου

Η Δέσποινα Σανούδου σπούδασε στην Αγγλία, έκανε διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, και εργάστηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Harvard της Βοστώνης όπου και έγινε Λέκτορας το 2003. Παράλληλα πήρε ειδικότητα Κλινικής Μοριακής Διαγνωστικής από το American Board of Medical Genetics και εργάστηκε στα γενετικά διαγνωστικά κέντρα του Brigham and Women’s Hospital, του Massachusetts General Hospital και του Children’s Hospital.

Το 2004 επέστρεψε στην Ελλάδα ως Ερευνήτρια του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών. Σήμερα είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου επικεντρώνεται στο χαρακτηρισμό των μοριακών μηχανισμών παθογένεσης με έμφαση στην εμφάνιση κι εξέλιξη παθήσεων της καρδιάς, και την ανάπτυξη αποτελεσματικότερων, εξατομικευμένων φαρμάκων. Τα αποτελέσματα της ομάδας της έχουν ανακοινωθεί σε περισσότερες από 90 δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και βιβλία, σε 170 ομιλίες και 200 γραπτές ανακοινώσεις σε επιστημονικά συνέδρια παγκοσμίως. Είναι αξιολογήτρια ερευνητικών προγραμμάτων για την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους διεθνείς οργανισμούς, σύμβουλος σε επιστημονικές επιτροπές και διδάσκουσα σε 9 μεταπτυχιακά προγράμματα σε Πανεπιστήμια της Ελλάδος.

Έχει τιμηθεί με σειρά βραβείων, μεταξύ των οποίων το Ελληνικό Βραβείο για τις νέες γυναίκες ερευνήτριες L’Oreal-UNESCO, το Βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωση Γενετικής ως Εθνικός αντιπρόσωπος των Νέων Επιστημόνων της Ελλάδας, και βραβεία από επιστημονικές εταιρείες όπως την Αμερικανικής Εταιρείας Γενετικής του Ανθρώπου, της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, της Ελληνικής Εταιρείας Φαρμακολογίας, και άλλες.

 

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Από την νίκη της Ορθοδοξίας στην  βίωση της αθεΐας».


 

O Σύλλογος Αργείων «O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018 – Κυριακή της Ορθοδοξίας και ώρα 6.30 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου, Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει, ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Σελλής με θέμα: «Από την νίκη της Ορθοδοξίας στην  βίωση της αθεΐας».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

π. Γεώργιος Σελλής

π. Γεώργιος Σελλής

Γεννήθηκε από τον Κωνσταντίνο και την Σοφία στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδος την 17η Ιουνίου του 1961. Στον τόπο γεννήσεως του έμαθε τα εγκύκλια γράμματα και με την βοήθεια της Παναγίας της Τήνου τελείωσε την Επτατάξιο  Εκκλησιαστική Σχολή της Τήνου. Παντρεύτηκε την Καλλιόπη Σελίμου με την οποία απέκτησαν δύο θυγατέρες την Σοφία και την Κωνσταντίνα.

Είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Αθηνών. Έδωσε κατατακτήριες στο Τμήμα Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και είναι κάτοχος Master του Τμήματος Ηθικής Φιλοσοφίας του ιδίου Πανεπιστημίου.

Διορίσθηκε Εφημέριος της ενορίας Νέου Ηραίoυ (Χώνικα) όπου και ο Βυζαντινός Ιερός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του 11ου  αιώνα, και μετά  13 χρόνια τοποθετήθηκε υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος Ιακώβου εις τον Ιερόν Ναό του Αγίου Πέτρου Άργους πρώτα ως Εφημέριος και κατόπιν ως Προϊστάμενος αυτού όπου και ανέπτυξε σημαντική εκκλησιαστική και κοινωνική δραστηριότητα.

Ασχολήθηκε από τις πρώτες μέρες της χειροτονίας του μέχρι και σήμερα με τον ιδιότυπο εκκλησιαστικό συνδικαλισμό. Καθ` όλο αυτό το διάστημα εκλέγεται στα Δ.Σ. του τοπικού ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ  αλλά και του ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΙΕΡΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ως μέλος αλλά και ως Πρόεδρος αυτών.

Διορίστηκε επί 10 και πλέον έτη υπό των αρμοδίων Υπουργών στα Δ.Σ. του Ταμείου Πρόνοιας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου (πρώην Τ.Α.Κ.Ε)  τα 4 εκ των οποίων υπό την Προεδρία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2015 ήταν διορισμένος στο Δ.Σ. του Ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ) το οποίο χορηγούσε τα εφάπαξ του Ελληνικού Δημοσίου.

Είναι Πρόεδρος και μέλος σε αρκετά Κληροδοτήματα της πόλεως του Άργους καθώς και Πρόεδρος του ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ  της Ενορίας του Αγίου Πέτρου, στο οποίο μαζί με τους συνεργάτες του έχει αναπτύξει αξιόλογη δράση.  Υπήρξε επίσης μέλος στο πρώτο Δ.Σ. της Πρόνοιας του Δήμου Άργους.

Ο πατήρ Γεώργιος έχει γράψει αρκετά μικρά δοκίμια, έχει προλογίσει το βιβλίο του Γ. Αντωνίου «Η Αργολίδα που φεύγει» και έχει εκδώσει το βιβλίο «ΑΓΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΡΓΟΥΣ ΣΗΜΕΙΟΦΟΡΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ» και για την έκδοση του οποίου τιμήθηκε  από την ΟΠΑΝΑΑΡ  το 2009.

Ευτύχησε επί των ημερών του ως Προϊστάμενος  του Ιερού Ναού, μετά από τις άοκνες προσπάθειες του Μητροπολίτου Αργολίδος  κ. Ιακώβου να ζήσει την επιστροφή  των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου εις τον Ναόν του.

Ο Σλαβομακεδονικός Εθνικισμός – Σπυρίδωνας Σφέτας*


 

Ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός αποτελεί μια ιδιοτυπία στα Βαλκάνια. Η ιδιοτυπία συνίσταται στο γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια ιστορική κατηγορία, όπως ισχύει για τους άλλους βαλκανικούς εθνικισμούς, αλλά για μια πολιτική κατά βάση κατηγορία που μετά το 1944 εξελίχθηκε σε εθνική κατηγορία. Έτσι, το 19 αιώνα, όταν αναδύθηκαν οι βαλκανικοί εθνικισμοί, δεν υπήρχαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για μια σλαβομακεδονική εθνογένεση.

Η αντίδραση στην οικονομική και πολιτιστική επιρροή του Ελληνισμού στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, που καθόριζε και τη «συνείδηση» των σλαβόφωνων και δίγλωσσων με την έννοια ότι στήριζαν τις ελπίδες για απελευθέρωση τους από τον τουρκικό ζυγό κυρίως στην Ελλάδα, εκδηλώθηκε με την εθνική αφύπνιση των Βουλγάρων και την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870). Εκμεταλλευόμενη το γλωσσικό παράγοντα, υιοθετώντας τη γερμανική αντίληψη περί έθνους και επικαλούμενη τη μεσαιωνική βουλγαρική ιστορία, η βουλγαρική πλευρά μπορούσε μέσω κυρίως της εκπαίδευσης να αποσπάσει σλα­βόφωνους από τον ελληνικό πολιτιστικό κύκλο και να τους εμφυσήσει βουλγαρική εθνική συνείδηση.

Ο σκοπός των Βουλγάρων ήταν να συρρικνώσουν την ελληνική πολιτιστική επιρροή, να υπονομεύσουν τις θέσεις του Ελληνισμού και να προσαρτήσουν τη Μακεδονία. Τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού ήταν είτε η εκπαιδευτική και εκκλησιαστική πολιτική της Εξαρχίας είτε η ένοπλη εξέγερση που προπαγάνδιζαν οι βουλγαρο-μακεδονικές οργανώσεις, κυρίως η VMRO [Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση].  Έτσι, πολλοί σλαβόφωνοι, κυρίως στη βόρεια ζώνη του ευρύτερου μακεδονικού χώρου, αυ­τοχαρακτηρίζονταν Βούλγαροι.

Ότι ο όρος «Βούλγαρος» δεν σήμαινε εθνώνυμο, αλλά μια «πολιτικοκοινωνική ετικέτα» ως αντίρ­ροπη δύναμη στον όρο «Έλληνας», όπως ισχυρίζονται οι ιστορικοί των Σκοπίων, είναι ένας αυθαίρετος ισχυρισμός. Ακολουθώντας τη διάκριση του Άντονι Σμιθ (Anthony Smith) μεταξύ εθνοτικής κατηγορίας (πρόκειται για ανθρώπινους πληθυσμούς που θε­ωρούνται, τουλάχιστον από ένα μέρος των ε­ξωτερικών παρατηρητών, ως ξεχωριστές πο­λιτισμικές και ιστορικές ομάδες, χωρίς ανα­πτυγμένη αυτοσυνείδηση, παρά μονάχα με μια ασαφή αίσθηση ότι αποτελούν μια ξεχω­ριστή συλλογικότητα) και εθνοτικής κοινότη­τας θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι με την ίδρυση της Εξαρχίας στο μακεδονικό χώρο ο όρος Βούλγαρος από (υποτιμητική μέχρι τό­τε) εθνοτική κατηγορία άρχισε να εξελίσσε­ται σε εθνοτική κοινότητα.

Ως αντίδραση στον εκβουλγαρισμό των σλαβόφωνων η σερβική πλευρά πρόβαλε όχι μονάχα τη σερβική εθνική ιδέα, αλλά και την ιδέα τού γλωσσικού σλαβομακεδονισμού. Οι Σέρβοι στα τέλη του 19ου αιώνα προσπάθησαν (ανεπιτυχώς) να δημιουργήσουν από τα φτωχά σλαβομακεδονικά ιδιώματα μια λόγια σλαβομακεδονική γλώσσα, με τη διείσδυση σερβικών λέξεων και την υιοθέτηση του σερ­βικού αλφαβήτου. Σκοπός βέβαια των Σέρ­βων δεν ήταν η διαμόρφωση μια σλαβομακε-δονικής ταυτότητας, αλλά ο εκσερβισμός των σλαβόφωνων μέσω της δημιουργίας μιας νέας γλώσσας, βασισμένης στις διαλέκτους και στη λόγια σερβική γλώσσα.

Κρίστε Μισίρκοφ (1874-1926). Ο σημαντικότερος διανοούμενος του «εθνικού σεπαρατισμού».

Από τον ελληνοβουλγαροσερβικό ανταγω­νισμό στη Μακεδονία και τη διαιώνιση της τουρκικής κυριαρχίας προήλθε αρχικά και η ιδέα του σλαβομακεδονισμού. Μια μικρή ο­μάδα διανοουμένων [Ντέντοφ (Dedov), Μισάικοφ (Misaikov), Τσουπόβσκι (Cupovski), Μισίρκοφ (Misirkov)], που αρχικά είχε φοιτήσει σε βουλγαρικά σχολεία και αργότερα σε σερβικά, κατέβαλε προσπάθεια στα τέλη του 19ου αι. και τις αρχές του 20ού αιώνα να δημιουργήσει ένα σλαβομακεδονικό έθνος. Σπουδαιότερος υπήρξε ο Μισίρκοφ. Έχοντας βιώσει το σερβοβουλγαρικό ανταγωνισμό στη Μακεδονία, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η Βουλγαρία δεν μπορούσε να απελευθερώσει τη Μακεδονία και ότι η ρωσική πολιτική δεν ευνοούσε την επαναστατική τακτική της VMRO, μετά την ανεπιτυχή εξέγερση του Ίλιντεν (1903), ο Μισίρκοφ διακήρυξε την ιδέα του σλαβομακεδονισμού ως μια εθνικο-πολιτική αντίληψη για την αυτονόμηση της Μακεδονίας. Είχε πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι η σλαβομακεδονική εθνότητα ήταν χωρίς ιστορικές ρίζες, ότι θα ήταν ένα τεχνητό δημιούργημα για πολιτικούς λόγους, αλλά «ό,τι δεν υπάρχει μπορεί να δημιουργηθεί, αν το απαιτούν οι ιστορικές περιστάσεις», έγραψε στο βιβλίο του «Περί των Μα­κεδόνικων Υποθέσεων» (1903). Οι απόψεις του Μισίρκοφ δεν βρήκαν απήχηση. Σε μια περίοδο όπου το ιστορικό παρελθόν αποτελούσε τη βάση για τη δημιουργία της εθνικής ταυτότητας, ο Μισίρκοφ χαρακτηρίστηκε ως αιρετικός. Οι σλαβόφωνοι αυτοπροσδιορίζονταν είτε ως Βούλγαροι είτε ως Έλληνες είτε ως Σέρβοι και δεν υπήρχε πολιτική δύναμη για την προώθηση της ιδέας του σλαβομακε­δονισμού.

 

Βοεβόδες στο Βιλαέτι του Όντριν (Αδριανούπολη) λίγο πριν την ανεπιτυχή εξέγερση του Ίλιντεν (1903). Βοεβόδας είναι τίτλος που έφεραν στρατιωτικοί και πολιτικοί διοικητές επαρχιών στις σλαβικές χώρες και την Ευρωπαϊκή Τουρκία.

 

Ανδρέας Τσίπας (1904-1956). Σλαβόφωνος κομμουνιστής, διετέλεσε Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο εγκαταστάθηκε στη Γιουγκοσλαβία μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η πολιτική δύναμη που επέβαλε τη λύση του σλαβομακεδονισμού στο Μεσοπόλεμο ήταν η Κομμουνιστική Διεθνής. Για την αποσταθεροποίηση των βαλκανικών «αστικών» καθεστώτων γενικά και για άλλους ειδικότερους πολιτικούς λόγους – στους οποίους δεν μπορούμε να υπεισέλθουμε στο πλαίσιο ενός σύντομου άρθρου – η Κομμουνιστική Διεθνής το 1934 αποδέχθηκε την ύπαρξη «μακεδόνι­κου έθνους». Φορείς της νέας αυτής εθνικής ιδεολογίας υπήρξαν τα βαλκανικά κομμουνιστικά κόμματα και κύκλοι «προοδευτικών» διανοούμενων, προσκείμενων στην κομμουνιστική ιδεολογία, όπως οι Νίκολα Βαπτσάροφ (Nikola Vapcarov), Avτov Πόποφ (Anton Popov), Βένκο Μαρκόφσκι (Venko Markovski) στη Βουλγαρία, ο ποιητής Κότσο Ράτσιν (Koco Racin) στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία ή οι υπό τη σκέπη του ΚΚΕ ισχνοί πυρήνες της VMRO (Ενωμένης) στην Ελληνική Μακεδονία υπό τον Ανδρέα Τσίπα.

Νικόλα Βαπτσάροφ (1909-1942). Βούλγαρος ποιητής, έγραφε πατριωτικά ποιήματα στο πνεύμα των δημοτικών τραγουδιών. Συμμετείχε στο στρατιωτικό σκέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος στον αγώνα κατά των γερμανών στη Βουλγαρία, (εκτελέστηκε το 1942).

Ότι η εξέλιξη αυτή προς την κατεύθυνση του σλαβομακεδονισμού ήταν αναστρέψιμη στο βαθμό που η Βουλγαρία θα μπορούσε να διαδραματίσει έναν απελευθερωτικό ρόλο, είναι μια λογική υπόθεση, αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, ανάλογα με τις εξελίξεις, ο σλαβομακεδονισμός παρέμεινε μια νέα εθνική επιλογή. Ενώ το Μακεδονικό Ζήτημα σε σχέση με την Ελληνική Μακεδονία είχε ουσιαστικά επιλυθεί μέσω της ανταλλαγής των πληθυσμών, στο σερβικό τμήμα της Μακεδονίας υπήρχε πράγματι πρόβλημα, καθώς η πολιτική του βίαιου εκσερβισμού του σλαβικού πληθυσμού δεν είχε επιφέρει τα ποθητά αποτελέσματα. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έτρεφε βουλγαρικά αισθήματα, ένα άλλο μέρος είχε ρευστή συνείδηση, ενώ υπήρχαν και φιλοσερβικοί πυρήνες. Έτσι, κυρίως το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας υπήρξε υπέρμαχος του «μακεδονικού έθνους», στο οποίο διείδε τη δυνατότητα καταπολέμησης βουλγαρικών διεκδικήσεων επί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας.

Παρ’ όλο που αρχικά τον Απρίλιο του 1941 ο βουλγαρικός στρατός κατοχής έγινε δεκτός ως απελευθερωτικός στο σερβικό τμήμα της Μακεδονίας, ωστόσο η απογοήτευση από τη βουλγαρική διοίκηση, η αδυναμία της Βουλγαρίας να προσαρτήσει ολόκληρο το μακεδονικό χώρο και κυρίως η διαφαινόμενη ήττα της Γερμανίας το 1943-44 απέβησαν ευνοϊκοί παράγοντες για το Κομμουνιστικό Κόμμα Μακεδονίας, που ιδρύθηκε μόλις στις αρχές του 1943 ως συστατικό τμήμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, και για το αντιστασιακό κίνημα του Τίτο. Ο σλαβομακεδονισμός ως επιλογή άρχισε να κερδίζει έδαφος σε βάρος της βουλγαρικής εθνικής ιδέας, εφ’ όσον η Βουλγαρία θα ήταν πάλι μια ηττημένη χώρα, ενώ στη νέα κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία οι Σλαβομακεδόνες αναγνωρίζονταν ως ισότιμο έθνος.

 

Το αρχαιοελληνικό μακεδονικό βασίλειο (αριστερά) και η Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας (δεξιά). Όρια κατά προσέγγιση. Πηγή: Βικιπαίδεια.

 

Μετά την ανακήρυξη της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (2.8.1944) και την απελευθέρωση των Σκοπίων (13.11.1944) άρχισε η διαδικασία της σλαβομακεδονικής εθνογένεσης. Κύριος σκοπός ήταν η διαφοροποίηση των Σλαβομακεδόνων από τους Βούλγαρους και η καταπολέμηση της βουλγαρικής επιρροής. Όσοι είχαν υπηρετήσει τις βουλγαρικές αρχές κατοχής καταδικάστηκαν σε θάνατο ή φυλακίστηκαν [Ντίμιταρ Γκιουζέλεφ (Dimitar Gjuzelev), Ντίμιταρ Τσκατρόφ (Dimitar Ckatrov), Σπίρο Κιτίντσεφ (Spiro Kitincev)], ενώ εξαρθρώθηκαν οι πα­ραφυάδες της βουλγαρικής οργάνωσης VMRO. Όσοι αποδέχτηκαν το σλαβομακεδονισμό ως εθνική επιλογή, αλλά στο παρελθόν υπήρξαν οπαδοί της VMRO ή της υπό την επιρροή του βουλγαρικού κομμουνιστι­κού κόμματος VMRO (Ενωμένης) και υποστήριζαν την «Ανεξάρτητη Μακεδονία» και όχι την ένταξη της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν ή υπέπεσαν σε δυσμένεια [Μεθόδιγια Αντόνοβ Τσέντο (Methodija Antonov Cento), Πάβελ Σατόφ (Pavel Satov), Πάνκο Μπρασνάροφ (Panko Brasnarov), Ντίμιταρ Βλαχόφ (Dimitar Vlachov), ακόμη και ο πρώην πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ (Kiro Gligorov)]. Όσοι διαφώνησαν με τη δημιουργία της λόγιας σλαβομακεδονικής γλώσσας που βασίστηκε στις κεντρικές διαλέκτους της περιοχής με ταυτόχρονο εξοβελισμό παραδοσιακών βουλγαρικών φθόγγων και προσανατολισμό στο σερβικό αλφάβητο και λεξιλόγιο καταδιώχθηκαν, όπως ο διευθυντής της «Nova Makedonija» Βασίλ Ιβανόφσκι (Vasil Ivanovski) και ο ποιητής Βένκο Μαρκόφσκι (Venko Markovski). Η δημιουργία κράτους, λόγιας κωδικοποιημένης γλώσσας, εκκλησίας και εθνικής ιστοριογραφίας υπήρξαν βασικοί παράγοντες της εθνογένεσης. Καταλυτικό βέβαια ρόλο διαδραμάτισε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας.

Κίρο Γκλιγκόροφ (1917-2012), Σλαβομακεδόνας πολιτικός, διετέλεσε δύο φορές πρόεδρος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Είχε δηλώσει ότι η ταυτότητα του λαού του είναι σλαβική και δεν συνδέεται με τον Μέγα Αλέξανδρο και τους αρχαίους Μακεδόνες.

Σε αντίθεση με τους Έλληνες, Σέρβους και Βούλγαρους, ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός αρχικά δεν απέδωσε σημασία στο (ανύπαρκτο) ιστορικό παρελθόν, αλλά στο ένδοξο μέλλον, στην ενοποίηση ολόκληρου του μακεδονικού χώρου και στην ένταξη του στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, πολιτική που άσκησε το Βελιγράδι την περίοδο 1944-1949. Το μόνο ιστορικό γεγονός που λειτουργούσε στη συνείδηση των παρτιζάνων το 1944 ήταν η εξέγερση του Ιλιντεν. Όταν μετά το 1948 η Βουλγαρία αμφισβήτησε τη νέα εθνότητα, οι ιστορικοί των Σκοπίων σφετερίστηκαν τη βουλγαρική εθνική αναγέννηση του 19ου αιώνα στο ευρύτερο μακεδονικό και το μεσαιωνικό βουλγαρικό παρελθόν. Όταν το 1991 η Ελλάδα αρνήθηκε να αναγνωρίσει την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας με τον όρο «Δημοκρατία της Μακεδονίας», άρχισε και ο σφετερισμός της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Είναι φανερό ότι η σλαβομακεδονική ταυτότητα, από ιστορική άποψη, διέρχεται ακόμη το στάδιο της αναζήτησης. Αλλά η πολιτική επιτυχία του πειράματος της (σλαβο-) μακεδονοποίησης στην κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία υπήρξε αναμφισβήτητη. Ο σλαβομακεδονισμός ως πολιτική επιλογή εξάλειψε την παλαιά σερβοβουλγαρική διαμάχη για την ταυτότητα των Σλάβων της Μακεδονίας και οι νέες γενεές γαλουχήθηκαν στη νέα αυτή εθνική ιδεολογία.

Όποια λύση και να βρεθεί στην επίλυση του ζητήματος της ονομασίας του νέου κράτους, θα είναι ωστόσο δύσκολο να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των ιστορικών των βαλκανικών χωρών για τις ιστορικές πτυχές του Μακεδονικού. Το μεγάλο όμως ερώτημα είναι αν πιθανή διάλυση του κράτους των Σκοπίων θα σημάνει την εξαφάνιση της σλαβο­μακεδονικής ταυτότητας και την ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου στο Μακεδονικό από τη Βουλγαρία. Ο αλβανικός παράγοντας ίσως αποβεί καταλυτικός για το μέλλον.

 

Σπυρίδων Σφέτας

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Βαλκάνια – Η γέννηση των εθνών», τεύχος 141, 4 Ιουλίου 2002.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

* Ο Σπυρίδων Σφέτας γεννήθηκε στο χωριό Κοιλάδα Λαρίσης το 1960. Το 1978 αποφοίτησε από το  Α΄ Λύκειο Αρρένων Λαρίσης και εισήχθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Το 1983 αποφοίτησε από το Ιστορικό Τμήμα της Σχολής. Με υποτροφία  αρχικά του Ι.Κ.Υ. και αργότερα του γερμανικού κράτους πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης  και στη Σλαβολογία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1985-1991). Το 1991 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μονάχου  με διατριβή σχετικά με το Μακεδονικό. Επέστρεψε στην Ελλάδα  και εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία ως διερμηνέας της γερμανικής και βουλγαρικής στο Δεύτερο και Έβδομο Γραφείο του Τρίτου Σώματος Στρατού. Το 1993 διορίστηκε επιστημονικός συνεργάτης στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Το 1999 εκλέχτηκε Λέκτορας Νεώτερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, το 2004 εξελίχθηκε στη θέση του Επίκουρου Καθηγητή και το 2009 στη θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή. Έχει γράψει πολλές μελέτες και άρθρα για την Ιστορία των Βαλκανίων, αλλά και για τις τρέχουσες εξελίξεις, έχει συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρωσικά  και τις βαλκανικές γλώσσες.      

 

Το νερό και το μυκηναϊκό φράγμα της Τίρυνθας


 

Θεωρείται ότι η ζωή αναδύθηκε από το νερό. Σύμφωνα με την επικρατέστερη  θεωρία, τα πρώτα βιομόρια σχηματίσθηκαν στα βάθη των πρωτόγονων ωκεανών. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι πρώιμοι οργανισμοί αναπτύχθηκαν σε βάθος 10μ.  από την επιφάνεια του νερού. Τα μόρια που περιείχαν άνθρακα συνενώθηκαν και σε μετέπειτα στάδιο ανέπτυξαν την ικανότητα της αναπαραγωγής, που θεωρείται το πρώτο σημάδι ζωής.

Η εξέλιξη ξεκίνησε εκεί που υπήρχε νερό. Πολλοί πολιτισμοί αναπτύχθηκαν κατά μήκος  των ακτών  και στις όχθες των ποταμών της Μεσογείου. Αναφέρουμε ενδεικτικά  τον  Μινωικό, τον Μυκηναϊκό, τον Κλασικό Ελληνικό και Ελληνιστικό πολιτισμό, αλλά και τους πολιτισμούς των Φοινίκων, των Ετρούσκων, των Ρωμαίων, των Αράβων και των Οθωμανών. Ο Αιγυπτιακός πολιτισμός άνθησε στις όχθες του Νείλου. Ο Ηρόδοτος έγραψε ότι η χώρα της Αιγύπτου ήταν ένα απόκτημα, «το δώρο του ποταμού». Πριν τον Αιγυπτιακό πολιτισμό, ένας άλλος ήκμασε στη Μεσοποταμία, ανάμεσα σε δύο μεγάλους ποταμούς της Ασίας, τον Τίγρη και τον Ευφράτη.

Η σημασία του νερού θεωρήθηκε τόσο μεγάλη, που ορισμένοι φιλόσοφοι, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος, το θεώρησαν ως «Αρχή των Πάντων», o Ηράκλειτος, έδωσε τις πρώτες ιδέες  για τον κύκλο του νερού, ενώ ένας άλλος φιλόσοφος, ο Εμπεδοκλής, όπως αργότερα και ο Αριστοτέλης, περιέγραψαν το νερό ως ένα από τα τέσσερα στοιχεία που συνιστούν την ύλη.

Όλοι οι μύθοι και οι θρύλοι που εξιστορούν τη γέννηση του σύμπαντος, παρουσιάζουν το νερό ως σύμβολο της ζωής και το συνδέουν με υδάτινες θεότητες.

Έτσι, κατά την Ελληνική κοσµοαντίληψη, ο Ωκεανός θεωρούνταν ο πατέρας όλων των θεών και οι θεοί του Ολύμπου ορκίζονταν στα νερά της Στυγός. Ο ίδιος ο Ζευς μεταμορφώνεται σε βροχή και γονιμοποιεί την Γη, ενώ ο αντίστοιχος Ορφικός Ύµνος τον αποκαλεί «αστραπαίο», «βρονταίο», «κεραύνιο», «φυτάλιο». Ο Πατέρας θεών και ανθρώπων ταυτίζεται µε την παραγωγή και το περιβάλλον γενικότερα, η δε συµβία του,  Ήρα αναφέρεται ως «όµβρων Μήτηρ».

Ο Ποσειδώνας είναι ο κατεξοχήν θεός του υγρού στοιχείου. Στην «Ελληνική Μυθολογία» του Ι. Κακριδή αναφέρεται ότι ο Ποσειδών έχει δύο παλάτια. Το πρώτο βρίσκεται στον Όλυµπο, ενώ το δεύτερο, στα βάθη της θάλασσας, όπου περνά τις µέρες και τις νύχτες του µε την γυναίκα του Αµφιτρίτη. Από τη δοξασία αυτή και από τις προσωνυµίες που είχε «Κρηναίος», «Πετραίος», «Επιλήµνιος» θεωρήθηκε προστάτης κάθε υγρού στοιχείου, ο κατεξοχήν προστάτης των ναυτικών και των ψαράδων-όπως ο Αη Νικόλας της χριστιανικής θρησκείας.

Αντικείμενο προβληματισμού των αρχαίων Ελλήνων, φαίνεται ότι υπήρξε και η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και η διαμόρφωση περιβαλλοντικής συνείδησης, με την επινόηση τριών θαλάσσιων θεοτήτων:

  • Της Ακταίας, η οποία προστάτευε τις ακτές από τα ναυάγια και τα απορρίματα των πλοίων που μεταφέρονταν με τα κύματα,
  • Της Αλκίππης, προστάτιδας του θαλάσσιου βυθού και
  • Της Ασίνης, η οποία επέβλεπε τα πλοία.

Στους καπετάνιους που ακολουθούσαν τους Κανονισμούς και προστάτευαν τον πυθμένα και τις ακτές απονέμονταν η «Ασίνηος Λίθος» ενώ στις εισόδους των λιμανιών έστηναν μαρμάρινες στήλες με την επιγραφή ΑΛΟΝ ΣΕΒΟΥ (να σέβεσαι την θάλασσα).

Νόμοι του Σόλωνα, για τη δίκαιη κατανομή έχουν μείνει στην ιστορία σαν παραδείγματα σωστής και δίκαιης διαχείρισης του πόρου αυτού. (Koutsoyiannis et al. 2008). Οι νόμοι αυτοί, μετέπειτα, περιγράφηκαν από τον Πλούταρχο, ως εξής :

  • εάν υπήρχε ένα δημόσιο πηγάδι σε απόσταση 4 σταδίων (710 μέτρα), όλοι θα χρησιμοποιούσαν αυτό
  • εάν το πηγάδι ήταν μακρύτερα, θα έπρεπε να ανοιχτεί πηγάδι με ιδιωτικά μέσα
  • εάν είχαν σκάψει για 18 μέτρα και δεν είχαν βρει νερό είχαν το δικαίωμα να παίρνουν μια υδρία (20 λίτρα) 2 φορές την ημέρα από τους γείτονές τους.

Το νερό έχει ξεχωριστή σημασία και βαρύτητα και σε όλες τις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες που συναντούμε στην περιοχή της Μεσογείου. Έτσι, στον Μουσουλμανισμό, στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό το νερό αποτελεί σύμβολο αγνότητας και το μέσο με το οποίο, καθαγιάζει το Άγιο Πνεύμα.

Σύμφωνα με το Νόμο του Μωυσή, το συχνό λουτρό, άρα η αγάπη για το νερό και την καθαριότητα αποκτά  πνευματική αξία. Γι’ αυτό, οι ακόλουθοι της Εβραϊκής, αλλά και της Μουσουλμανικής πίστης, πρέπει να καθαρίζονται με νερό κάθε φορά που εισέρχονται σε σημεία λατρείας – αντιστοιχία με τον «λουτήρα» των Χριστιανών -, ενώ οι Χριστιανοί βαπτίζονται στο νερό για να καθαριστούν από το προπατορικό αμάρτημα. Άλλη μια ιερουργία του Χριστιανισμού είναι ο αγιασμός των πιστών, όπως και των κτηρίων. Το πιο ζωτικό στοιχείο της ζωής όλων των έμβιων όντων εκτιμήθηκε  ιδιαίτερα και από τον Ιησού Χριστό. «Χριστός εφάνη εν Ιορδάνη αγιάσαι τα ύδατα».

Σε όποια θρησκευτικά συστήματα και αν απαντάται, το νερό διατηρεί πάντα την λειτουργία του: διασπά, καταλύει, «νίπτει τα ανομήματα», έχει ενέργεια εξαγνισμού, αλλά και αναγέννησης.

Από τα πανάρχαια χρόνια, αναπτύχθηκαν ιδιαίτερες τεχνικές για την συγκέντρωση, την αποθήκευση και τη διανομή του νερού και φτιάχτηκαν διάφορα υδραυλικά και εγγειοβελτιωτικά έργα.

Οι κρήνες (βρύσες) είναι πολύ διαδεδομένες στην Ελλάδα, ήδη από την αρχαιότητα: η Εννεάκρουνος και η Κλεψύδρα στην Αθήνα, η Κασταλία στους Δελφούς, κ.ά. Στην αρχαία Ρώμη στις δημόσιες κρήνες το νερό ανάβλυζε από κάποιο γλυπτό (σιντριβάνια). Στο Βυζάντιο κυριαρχεί η «φιάλη», κρήνη στην αυλή των μοναστηριών, με διάκοσμο από τη χριστιανική παράδοση (σταυροί, χερουβείμ, κ.ά.) για να προστατεύουν το νερό,την πηγή της ζωής, από τα «κακά πνεύματα».

Οι άνθρωποι πίστευαν ότι το νερό ήταν ευπρόσβλητο από «κακές» δυνάμεις, κάτι που εκφραζόταν μέσα σε δοξασίες και μυθολογίες για υπερφυσικούς φύλακες των νερών, δράκους, τέρατα, φίδια, κ.λπ. Στα νεότερα έθιμα επιβιώνουν πολλές δοξασίες από την αρχέγονη λατρεία του νερού, που επηρέασαν τον διάκοσμο της κρήνης με συμβολικά σχέδια (δράκοι, αετοί, φίδια, λιοντάρια, κ.ά.). Πεντάλφες, κυπαρίσσια, γλάστρες, ρόδακες, αντικριστά ζώα, κ.ά. δηλώνουν ανατολικές επιρροές, ενώ τα ανθοφόρα ή φρουτοφόρα αγγεία, αχιβάδες, κ.ά. δυτικές επιρροές.

 

Μυκηναϊκό φράγμα της Αρχαίας Τίρυνθας

 

Η ακμή των τεχνικών υδραυλικών έργων των Μυκηναίων στην Πελοπόννησο και των Μινύων στη Βοιωτία και τη Θεσσαλία, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα αρχαιολογικά ευρήματα, τοποθετείται χρονολογικά στον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. Τα συστήματα εκμετάλλευσης που είναι πρωτόγνωρα και μοναδικά στην Ευρώπη, είχαν ως κύριο στόχο  την προστασία από πλημμυρικά φαινόμενα, την απόκτηση και την εξασφάλιση καλλιεργήσιμων γαιών και την βελτίωση της ποιότητας του εδάφους, με τον έλεγχο της θέσης και του μεγέθους των λιμνών που σχηματίζονταν. Αποτέλεσμα των τεχνικών παρεμβάσεων  ήταν τα προηγμένα εγγειοβελτιωτικά έργα, που εξασφάλιζαν  απορροή των υδάτων από κατοικημένες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Στα ανατολικά περιθώρια του Αργολικού πεδίου, στην κοίτη του Μεγάλου Ρέματος, δύο χιλιόμετρα ανατολικά της Νέας Τίρυνθας και πέντε περίπου χιλιόμετρα από την Ακρόπολη της Τίρυνθας έχει εντοπισθεί ένα μοναδικό τεχνικό έργο του 13ου π.Χ. αιώνα, το «Μυκηναϊκό φράγμα της Αρχαίας Τίρυνθας».

Στο  εύφορο Αργολικό πεδίο, η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φώς ευρήματα που πιστοποιούν ότι η περιοχή κατοικείτο 50.000 χρόνια πριν. Την νεολιθική εποχή αναπτύχθηκαν οι πρώτοι οικισμοί και μέχρι το 4.000 π.χ. οι οργανωμένοι οικισμοί ήταν ελάχιστοι. Μετά το έτος αυτό, δημιουργήθηκαν 17 οικισμοί και ο αριθμός τους μαζί με τον πληθυσμό συνέχιζε να αυξάνεται μέχρι το 2.500 π.Χ. Η γη εκαλλιεργείτο εντατικά και οι ανάγκες σε κρέας, μαλλί και δέρμα αυξάνονταν. Οι γύρω λόφοι άρχισαν να κατοικούνται, από περιοίκους, κυρίως  βοσκούς και εκτρέφονταν πρόβατα και γίδια με συνεχώς αυξανόμενο αριθμό. Τα δάση αποψιλώνονται, τόσο για την προμήθεια της ξυλείας που χρησιμοποιείτο στις κατασκευές, όσο και για να δώσουν την θέση τους σε βοσκοτόπια. Οι ανασκαφές στην περιοχή των λόφων, έφεραν στο φως κεφαλές εκατοντάδων τσεκουριών υλοτομίας, από σκληρή πέτρα.

Τα πρώτα σημάδια της εδαφικής διάβρωσης κάνουν την εμφάνισή τους, ήδη από το 3.500 π.Χ.  Στις λεκάνες, οι οποίες  τροφοδοτούν τους χειμάρρους η βλάστηση έχει μειωθεί, ο όγκος των ομβρίων που απορρέουν γίνεται μεγαλύτερος, και ο ρυθμός διάβρωσης του εδάφους εντονότερος. Στην περιοχή της Τίρυνθας ο ποταμός κατά καιρούς πλημμυρίζει και καλύπτει την πεδιάδα με φερτά υλικά. Κατά τα πρώτα στάδια, το πάχος των στρωμάτων που σχηματίζονται από τις φερτές ύλες, είναι λεπτό και ευπρόσδεκτο από τους αγρότες, διότι φέρνει νέα συστατικά που βελτιώνουν την απόδοση των φυτών. Οι καταστροφές των καλλιεργειών αλλά και των οικισμών εξ αιτίας των πλημμυρών δεν είναι συχνές και όποτε συμβαίνουν έχουν περιορισμένη έκταση.

Η υποβάθμιση όμως των ορεινών λεκανών συνεχίζεται, οι πλημμύρες εμφανίζονται κατά μικρότερα χρονικά διαστήματα και είναι πιο απειλητικές, η πεδιάδα κατακλύζεται πιο συχνά καταστρέφοντας τις καλλιέργειες, το επιφανειακό έδαφος ξεπλένεται και δημιουργούνται τοπικά έλη που φέρνουν αρρώστιες.  Συγχρόνως η θάλασσα μπροστά από την πόλη αρχίζει να επιχώνεται, κάνοντας την ακτογραμμή να απομακρύνεται. Τα πρώτα σημάδια καταστροφικών πλημμυρών ανιχνεύονται ήδη από το 2.800 π.Χ.

Η πρώτη αντίδραση των κατοίκων που είχε στόχο κυρίως την προστασία των καλλιεργειών, ήταν η κατασκευή ορισμένων έργων διαχείρισης των ορεινών λεκανών απορροής, κυρίως μέσω λίθινων αναβαθμών, για την συγκράτηση των φερτών και την καθυστέρηση της απορροής. Τέτοιοι αναβαθμοί έχουν εντοπισθεί από τους αρχαιολόγους σε ρέματα που κατεβαίνουν από τις πλαγιές των λόφων γύρω από την Τίρυνθα. Τα έργα αυτά όμως δεν ήταν ικανά να σταματήσουν την υποβάθμιση του εδάφους. Η διάβρωση της πεδιάδας συνεχιζόταν και σε αυτό συνέβαλε και η ευρεία πλέον χρήση του αρότρου.

Από τα ορεινά της ανατολικής Αργολίδας κατέβαινε ο εξαιρετικά ορμητικός χείμαρρος της Τίρυνθας, απειλώντας κάθε τόσο να πλημμυρίσει την πόλη της Αρχαίας Τίρυνθας που βρισκόταν στους πρόποδες της περίφημης Ακρόπολης και να επιχώσει την παράκτια ζώνη, απομακρύνοντας την Τίρυνθα από τη θάλασσα.  Είναι πολύ πιθανόν οι εκβολές και ο κάτω ρους της Λάκισας (Παλαιάς κοίτης του ρέματος της Τίρυνθας πριν την εκτροπή) να χρησιμοποιείτο κάποτε και ως αλιευτικό καταφύγιο για τα σκάφη των ψαράδων της πόλης, όπως συμβαίνει σήμερα με τον κάτω ρου του ποταμού Ερασίνου στη Νέα Κίο, ο οποίος βρίσκεται 5 χλμ. δυτικά του παλιού Τημένιου.

Μετά από καταστροφικές πλημμύρες, στα τέλη της εποχής του Χαλκού, που έχουν επιβεβαιωθεί από γεωλογικές – αρχαιολογικές έρευνες, αποφασίστηκε και υλοποιήθηκε η εκτροπή του επικίνδυνου χειμάρρου ως εξής:

Περίπου 4χλμ. ανατολικά της πόλης αποκλείστηκε η βαθιά κοίτη πλάτους 50μ. με πρόχωμα ύψους  10μ και μήκους 100μ περίπου, επενδεδυμένου μερικά και ενισχυμένου στα άκρα με ογκολίθους και διανοίχθηκε τεχνητό κανάλι, το οποίο σήμερα ονομάζεται Μεγάλο Ρέμα,  μήκους 1,5χλμ. μετέφερε τα νερά στη γειτονική κοίτη του ρέματος Αγίου Αδριανού. Η νέα διώρυγα σκάφθηκε στο ίδιο βάθος και πλάτος που είχε η παλιά κοίτη. Η επιλογή της τοποθεσίας του έργου, καθώς και το σημείο εκτροπής (εκεί όπου η μακρόστενη κοιλάδα του χειμάρρου ανοίγεται προς την πεδιάδα και όπου μπόρεσαν να περιληφθούν και  μικρότεροι ακραίοι παραπόταμοι) αποδεικνύουν την ακρίβεια με την οποία οι κατασκευαστές είχαν διερευνήσει τις υδρολογικές παραμέτρους του συστήματος. Το φράγμα απέκοψε τα 4/5 της επιφάνειας απορροής του χειμάρρου (περίπου 21 τ.χλμ). Εκτιμάται ότι για την κατασκευή του απαιτήθηκαν εκσκαφές όγκου 160.000κ.μ. περίπου, η κατασκευή του τεχνητού καναλιού διήρκησε περίπου  τέσσερα χρόνια και σε ημερήσια βάση εργαζόταν 100 άτομα, ενώ η κατασκευή του φράγματος πρέπει να έγινε  σε ένα χρόνο και μάλιστα την ξηρή περίοδο και εργάσθηκαν επιπλέον 33 άτομα και πολλά ζώα για τη μεταφορά των χωμάτων και των ογκολίθων. (Φωτοπούλου Λήδα «Αρχαίο Φράγμα της Τίρυνθας», μεταπτυχιακή εργασία, Αθήνα, Οκτώβριος, 2009). Εικ. 1.

 

Εικ.1 Υπολείμματα από τον τοίχο του φράγματος 1β. Το Μυκηναϊκό φράγμα της Τίρυνθας (30.000m³ όγκου χώματος), Α,Β,Γ: το σύνολο του έργου για την εκτροπή των χειμάρρων 1,2 και 3, Δ η παλιά κοίτη «Λάκισα». Πηγή: Ηλίας Μαριολάκος, Ιωάννης Φουντούλης & Ιωάννης Μπαντέκας, «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προϊστορική Εποχή».

 

Η εκτροπή του χειμάρρου της Τίρυνθας στην κοίτη του Αγίου Ανδριανού λειτουργεί  μέχρι σήμερα, ακριβώς όπως την είχαν σχεδιάσει και εκτελέσει οι Μυκηναίοι. Αντίθετα δεν λειτουργεί πλέον ένας δεύτερος τεχνητός αγωγός απορροής προς τα νότια, που οδηγούσε νερό και φερτά υλικά πέρα από τον όρμο της Τίρυνθας, στον όρμο του Ναυπλίου, που την εποχή εκείνη εισχωρούσε βαθιά στην ξηρά. Η πρόσχωση του όρμου αυτού είναι αποτέλεσμα της πανάρχαιας εκτροπής του ποταμού. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι, Ενετοί μηχανικοί του μεσαίωνα υλοποίησαν την εκτροπή όλων των χειμάρρων στον όρμο της Τίρυνθας, που με τη σειρά του δέχτηκε τόσες προσχώσεις, ώστε η τότε παραλιακή πόλη να βρίσκεται σήμερα 1,5 χλμ. από την ακτή του κόλπου της Αργολίδας. (Εικόνα 2).

 

Εικ.2: Τοπογραφικός χάρτης της ευρύτερης περιοχής του Μυκηναικού φράγματος και της Aρχαίας Τίρυνθας Α. Η αδρανής κοίτη του χειμάρρου πριν από 3.200 χρόνια, Β. Η πιο πρόσφατη εκτροπή του ποταμού από τους Βενετούς πριν 500 χρόνια περίπου, C. η τεχνητή κοίτη του ρέματος. Πηγή : Jost Knauss, Argolische Studien.

 

Η εκτροπή του χειμάρρου της Τίρυνθας αποτελεί, όπως και ο μεγάλος αγωγός των Μινύων στην Κωπαΐδα, έργο της μυκηναϊκής υδραυλικής τεχνικής.

Το φράγμα της Τίρυνθας και το κανάλι εκτροπής του Μεγάλου Ρέματος,  για πολλούς,  αποτελούν το πραγματικό ιστορικό υπόβαθρο του μύθου του ήρωα Ηρακλή για τον άθλο του καθαρισμού των στάβλων του Αυγεία, του πλούσιου βασιλιά της Ήλιδας με τα 3.000 βόδια, από την κοπριά, που είχε μαζευτεί εκεί επί τριάντα χρόνια. Ο Ηρακλής τους καθάρισε στρέφοντας τα νερά του Πηνειού και του Αλφειού προς τους στάβλους. Άλλωστε η Μυκηναϊκή Τίρυνθα, είναι ο χώρος, όπου ο Ηρακλής ζει τουλάχιστον 12 χρόνια, υπηρετώντας υποχρεωτικά τον Ευρυσθέα, βασιλιά της Τίρυνθας και πραγματοποιεί  άθλους,  προκειμένου να εξαγνισθεί για το φόνο της γυναίκας του και των παιδιών του.

Τέλος πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό το τεχνικό θαύμα των Μυκηναίων μηχανικών εξακολουθεί να λειτουργεί επί 3.300 χρόνια μέχρι σήμερα, έστω και εν μέρει, προστατεύοντας τη περιοχή της Τίρυνθας από τις εποχιακές πλημμύρες.

Η πόλη της Τίρυνθας απαλλάχθηκε από τις πλημμύρες και τα φερτά υλικά σταμάτησαν να επιχώνουν τον θαλάσσιο χώρο.

Το φράγμα και το κανάλι εκτροπής πέτυχαν το σκοπό, για τον οποίο κατασκευάστηκαν, εκτρέποντας τις πλημμυρικές παροχές μακριά από την Τίρυνθα.

Προσωρινά επετεύχθη και η προστασία της θαλάσσιας περιοχής, η επίχωση όμως του Αργολικού κόλπου μπροστά από την Ακρόπολη συνεχίστηκε από τα θαλάσσια ρεύματα που μετέφεραν τα φερτά υλικά από τη νέα εκβολή. (Εικ.3).

 

Εικ.3 : Πιθανή θέση της ακτογραμμής της εποχή της εκτροπής του ποταμού. Πηγή: «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προιστορική Εποχή», από Ηλία Μαριολάκο, Ιωάννη Φουντούλη και Ιωάννη Μπαντέκα.

 

Παράλληλα  η εκτροπή του ποταμού μείωσε τους διαθέσιμους υδρευτικούς πόρους, που ήταν απαραίτητοι στην πόλη και στέρησε από τον υδροφόρο ορίζοντα και κατ’ επέκταση από τις καλλιέργειες, μέρος της ετήσιας ανατροφοδοσίας.

 

Πηγές


 

  • Αγαπητίδης Σ.Ι  «Προστασία του περιβάλλοντος. Αρχαίοι και Νεοέλληνες», Περιοδικό Ιστορία, Τεύχος 215, Μάιος 1986.
  • Knauss J. 1996. Argolische  Studien.  Alte  Strassen – Alten Wasserbauten, Flussumleituns von Tiryns. Munchen,71-121.
  • Κ. Σουέρεφ, (επιμ), «Υδάτινες σχέσεις: Το νερό ως πηγή ζωής κατά την αρχαιότητα», Θεσσαλονίκη, 2000.
  • Δελτίο της Ελληνικής Γεωλογικής  Εταιρίας, τόμος XXXVI, 2004, Πρακτικά 10ου Διεθνούς Συνεδρίου, Θεσ/νίκη,  Απρίλιος 2004 «GEOMORPHOLOGICAL AND ARCHAEOLOGICAL STUDY OF THE BROADER AREA OF THE MYCENAEAN DAM OF MEGALO REMA AND ANCIENT TIRYNS, SOUTHEASTERN ARGIVE PLAIN, PELOPONNESUS» Μαρουκιάν Χ., Γάκη – Παπαναστασίου Κ. και Πιτερός Χρήστος.
  • ΥΠΕΠΘ, Δήμος Στυλίδας, Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Στυλίδας, «Γεωμυθολογικά Μονοπάτια», Εκπαιδευτικό Υλικό, ΚΠΕ Στυλίδας, Ιούνιος, 2008.
  • Παναγιώτης Ψύχας, «ΤΟ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟ ΦΡΑΓΜΑ ΤΗΣ ΤΙΡΥΝΘΑΣ»,  22 Μαΐου, 2008  στο academia. Edu.
  • Ηλίας Μαριολάκος, Ιωάννης Φουντούλης & Ιωάννης Μπαντέκας, «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προϊστορική Εποχή», Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος Τομέας Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, Λευκωσία, 16 Ιανουαρίου, 2009.
  • Διαρκής κατάλογος κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων listedmonuments.culture.gr.
  • Φωτοπούλου Λήδα, «Αρχαίο Φράγμα της Τίρυνθας», ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ – ΔΙΑΤΜΗΜΑΤIΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ», ΑΘΗΝΑ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2009.

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

MS στην Οργάνωση και Διοίκηση

 

Άρθρα Μαρίας Βασιλείου:

Η μάχη στο Πέτα – 4 Ιουλίου 1822


  

Τα πριν από τη μάχη – Εκστρατεία στην Ήπειρο – σύσταση εκστρατευτικού σώματος

 

Η κατάσταση στην Ήπειρο για τους Σουλιώτες κατέστη εξαιρετικά κρίσιμη μετά την ε­ξόντωση του Αλή πασά και την παρασπονδία των Τουρκαλβανών. Ο Χουρσίτ, πανίσχυρος, έθεσε προτεραιότητα εκστρατείας ενάντιά τους, μη θέλο­ντας δε «ν’ αφήσει οπίσω φλόγα επαναστάσεως δυναμένην να διαδοθεί», πολιόρκησε με τον υπ’ αυ­τόν Ομέρ Βρυώνη στενότατα το δυσπόρθητο φρού­ριο της Κιάφας, στο οποίο είχαν καταφύγει με πλή­θος γυναικοπαίδων και ανεπαρκέστατο εφοδιασμό. Έφταναν, τότε, επικλήσεις τους στη Διοίκηση του Αγώνα και με τον Μάρκο Μπότσαρη για επείγου­σα αποστολή ενισχύσεών τους.

Η Διοίκηση του Αγώνα μόλις είχε συγκροτηθεί μετά την Α’ στην Επίδαυρο Εθνοσυνέλευση με έ­δρα την Κόρινθο, μετά την παράδοση του Ακρο­κορίνθου, και πρόεδρο του Εκτελεστικού Σώματος τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος αποδέχθηκε το σουλιώτικο αίτημα, γνωρίζοντας ότι «μόνη η πολιτική επιτηδειότης, αν δεν συνοδεύεται με στρατιωτικήν ικανότητα και επιρροήν δεν αρκεί», αλλ’ απαιτείται «κάππα και τσαρούχι» και κρίνο­ντας τους Σουλιώτες δυναμικό στήριγμα στα πολι­τικά του σχέδια. Αποφασίστηκαν τότε: διενέργεια εκστρατείας στην Ήπειρο, σύσταση εκστρατευτικού σώματος, διορισμός του Μαυροκορδάτου αρχηγού στα «πολιτικά τε και πολεμικά πράγματα» της εκ­στρατείας.

Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών το εκστρα­τευτικό σώμα απαρτίστηκε από: Ένα σύναγμα τα­κτικού πεζικού, που περιελάμβανε δύο τάγματα, το καθένα από πέντε λόχους. Διοικητής και υποδι­οικητής ανέλαβαν αντίστοιχα οι Ιταλοί φιλέλληνες Ταρέλα (Tarella) και Γκουμπερνάτι (Gubernati). Διλοχία φιλελλήνων με διοικητή τον Ιταλό Ντάνια (Dania) και διοικητές του πρώτου λόχου, απαρτιζόμενου από Γερμανούς-Πολωνούς, τον Πο­λωνό Μιζιέφσκι (Mirziewsky) και του δεύτερου, από Γάλλους-Ιταλούς, τον Ελβετό Σεβαλιέ (Chevalier). Το σώμα Επτανησίων. Διοικητής ο Κεφαλονίτης Σπύρος Φωκάς. Δύο κανόνια και 10 κανονιοβολιστές υπό τον Βουτιέ (Voutier). Στρα­τιωτικός διοικητής, ο Γερμανός Νόρμαν (Nor­man). Αρχηγός εκστρατείας, ο Μαυροκορδάτος, με φρουρά και επιτελείο προσωπικά.

 

Πορεία του σώματος από Κόρινθο στο Κομπότι – Πρώτες ελληνοτουρκικές αναμετρήσεις

 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826.

Το εκστρατευτικό σώμα από Κόρινθο διά Πατρών έφτασε στο Μεσολόγγι, όπου έφταναν και οκτώ πλοία, πε­λοποννησιακά σώματα και αυτά των Καρατάσου-Γάτσου. Στο Μεσολόγγι διαλύθηκε «αφ’ εαυτής» η Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος για να ε­νεργεί ο Μαυροκορδάτος «κατ’ ευθείαν τα δόξαντα»· στάλθηκε με εντολή του το σώμα των υπό Κυριακούλη Μαυρομιχάλη Μανιατών στο λιμάνι της Σπλιάντζας – Φαναρίου για βοήθεια στους Σουλιώ­τες· και η όλη δύναμη, περί τους 1.500-2.000 άν­δρες, αναχώρησε για το Κομπότι. Ενδιάμεσος σταθ­μός υπήρξε η Λάσπη, «εν μέσω Ακαρνανίας και ε­ντεύθεν Καραβοσαρά», όπου, φτάνοντας και άτα­κτα σώματα, σε σύσκεψη που συγκάλεσε ο Μαυροκορδάτος οπλαρχηγών-προκρίτων αποφασίστηκε η δύναμη των 3.000, συν άλλους 4.000. μετά την εν­σωμάτωση των ατάκτων, να κινηθεί προς Κομπότι, όπου και στρατοπέδευσε στις 9 Ιουνίου 1822.

Τη στρατοπέδευση του σώματος επακολουθήσαν οι πρώτες ελληνοτουρκικές αναμετρήσεις, από τις οποίες σημαντικότερες μαρτυρούνται: στις 23 Ιου­νίου, με νικηφόρο ελληνικό αποτέλεσμα, και η κρισιμότερη, ασφαλές προοίμιο της μάχης στο Πέ­τα, στις 29 Ιουνίου στο χωριό Πλάκα. Αυτή προήλ­θε έπειτα από τριχοτόμηση της εκστρατευτικής δύ­ναμης: το δυναμικότερο τμήμα, 1.500-2.000 άνδρες, υπό τους Βαρνακιώτη, Μπότσαρη, Βλαχόπουλο, προσπαθώντας να προσεγγίσει το Σούλι, σε εκτέ­λεση εντολής για βοήθειά του, απέτυχε και καταδιωκόμενο κατέφυγε στην Πλάκα, όπου έγινε ο­λοήμερη αιματηρή μάχη με αποτέλεσμα την υπο­χώρησή του και την καταφυγή του την 1η Ιουλίου στο Πέτα· το δεύτερο τμήμα, με το τακτικό σύνταγμα, τους φιλέλληνες, τους Επτανήσιους και μερι­κούς ατάκτους, κατέλαβε το Πέτα προς υπεράσπισή του· το τρίτο, ολιγαριθμότερο, υποχωρώντας από το Κομπότι, προ υπέρτερων δυνάμεων, κατέφυγε και αυτό στο Πέτα. Έτσι, την 1η Ιουλίου 1822 όλη η ελ­ληνική εκστρατευτική δύναμη, περί τους 3.000 άν­δρες, βρισκόταν στο Πέτα έναντι 7.000 Τούρκων στρατοπεδευμένων στην Άρτα.

 

Η μάχη στο Πέτα – Διάταξη μάχης

 

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Έπειτα από αυτές τις εξελίξεις η μάχη ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα ήταν προδιαγεγραμμένη και το ελληνικό πήρε διάταξη μάχης. Το Πέτα, θέση ορεινή και οχυ­ρά, περικλείεται από δύο σειρές βουνών. Μία μπροστά από το χωριό «την και επικινδυνοτέραν», τα χθαμαλά της οποίας κατέλαβαν, κέντρο το τακτικό σύνταγμα, παράπλευρα δύο κανόνια και 10 κανονιοβολιστές, δεξιά οι Επτανήσιοι, αριστερά «την και επικινδυνοτέραν» όλων των θέσεων κατέλαβαν οι φιλέλληνες.

Τη δεύτερη σειρά βουνών, πίσω α­πό το χωριό, «την και επιμηκεστέραν» κατέλαβαν τα άτακτα σώματα, κέντρο των Βαρνακιώτη-Βλαχό­πουλου, αριστερά του Μπότσαρη, δεξιά του Γώγου, επιφορτισμένου με τη φρούρηση της στενωπού Μετωπιού και του παρακείμενου λόφου, όπου βρίσκονταν χωρικοί του Πέτα -εφεδρεία οι Ισκος-Γάτσος. Ο Μαυροκορδάτος στη Λαγκάδα του Μακρυνόρους με την υπό Θοδωρή Γρίβα φρουρά του ως φροντιστής της Επιμελητείας του στρατού. Στρατιωτικής διοικητής της μάχης, ο Νόρμαν.

 

Διεξαγωγή της μάχης

 

Ο στρατηγός Normann (Karl Friedrich Leberecht Graf von Normann-Ehrenfels 1784–1822), διοικητής του τακτικού στρατεύματος (Σύνταγμα, Τάγμα Φιλελλήνων, Επτανήσιοι).

Στις 4 Ιουλίου πολύ πρωί, ιππικές-πεζικές δυνάμεις υπό τον Κιουταχή βγή­καν από την Άρτα και πλησιάζοντας το Πέτα χωρίστηκαν σε δύο σώματα. Το ισχυρότερο προσέβαλε μετωπικά τις δυνάμεις του Νόρμαν ανεπιτυχώς. Το δεύτερο, περί τους 2.000 άνδρες, κινήθηκε στα δε­ξιά των ατάκτων σκοπεύοντας να χτυπήσει το ελ­ληνικό στρατόπεδο, υπερφαλαγγίζοντάς το, από τα νώτα.

Ο Γώγος Μπακόλας, που κατείχε τη δεξιά πτέρυγα των ατάκτων, προσέβαλε τους προπορευόμενους 80 Τουρκαλβανούς σημαιοφόρους, οι οποίοι υπέστειλαν τις σημαίες και υποχωρώντας ζητούσαν διέξο­δο φυγής και σωτηρίας. Περνώντας από το Μετωπιό παρατήρησαν αφύλακτο τον παρακείμενο λόφο, τον κατέλαβαν και ανεπέτασσαν τις σημαίες κραυγάζο­ντας και πυροβολώντας. Οι άτακτοι, θεωρώντας αυ­τό ήττα είτε προδοσία, αποχωρούσαν αβλαβείς. Οι Τούρκοι στα χθαμαλά της μάχης παίρνοντας θάρ­ρος άρχισαν σφοδρότατες επιθέσεις ενάντια στις δυνάμεις του Νόρμαν, με επακόλουθο αιματηρή μά­χη, σώμα προς σώμα, όταν τραυματίας βαριά ο Νόρμαν, με νεκρούς τους Ταρέλα-Φωκά, διαπιστώ­νοντας μάταιη κάθε αντίσταση, διέταξε υποχώρη­ση· οι δε άνδρες του «ξιφοκτονούντες και ξιφοκτονούμενοι» τράβηξαν προς τη Λαγκάδα, όπου βρισκόταν ο Μαυροκορδάτος και όπου έφτασαν «γυμνοί, ανυπόδητοι και το χείριστον νήστεις».

Οι φιλέλληνες* με τον Ντάνια αποκόπηκαν, κυκλώθηκαν, σχημάτισαν τετράγωνο, πολέμησαν με απαρά­μιλλο ηρωισμό και αυτοθυσία και «φονεύοντες και φονευόμενοι» εθυσιάστηκαν άπαντες. Την ίδια μέρα, 4 Ιουλίου, υπέκυψε σε υπέρ­τερες δυνάμεις και το σώμα των Μανιατών, στο Φανάρι, παρά την ηρωική του αντίστα­ση, και τα κατάλοιπά του με νεκρό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη επιβιβάστηκαν στα πλοία, και αφού αποβίβασαν το νεκρό αρχηγό τους στο Μεσολόγγι για ενταφιασμό, ξαναγύρισαν στην Πελοπόννησο.

Αίτια της καταστροφής

Η υπεροχή των τουρκικών δυνάμεων κατά το πλήθος, τον πολεμικό εφοδιασμό, τις βάσεις ανε­φοδιασμού και ενισχύσεων και σε περιοχές κυ­ριαρχούμενες από αυτές, έναντι κατά πολύ ασθενέ­στερων ελληνικών δυνάμεων, ανεπαρκέστατα εφο­διασμένων, χωρίς βάσεις ανεφοδιασμού και ενισχύ­σεων και με καταλυτική την τουρκική κυριαρχία στις ηπειρωτικές περιοχές.

– Η ανεπαρκής εκπαίδευση, προετοιμασία και ο εξοπλισμός του εκστρατευτικού σώματος. Κατά συγκλίνουσες μαρτυρίες της εποχής, οι τακτικοί ή­ταν ανεκπαίδευτοι, αγύμναστοι στον τρόπο τακτι­κής και πειθαρχικής αντιμετώπισης του εχθρού και απροετοίμαστοι για ένα τόσο σημαντικό εγχείρημα. Ο οπλισμός τους περιοριζόταν μόνον «εις εν λογχοφόρον τουφέκιον και πυριταποθήκην», ως ένδυ­μα είχαν «μίαν καπόταν και εν ζεύγος τσαρουχιών» και «με ένδυσιν και υπόδησιν εκ των ενόντων και ουχί ομοιομόρφως».

– Η διαφορετικότητα των ανδρών του σώματος κατά την πολεμική εμπειρία. Διαφορετική των φιλελλήνων, απόμαχων πολεμικών και επαναστα­τικών περιπετειών, διάφορος των Επτανησίων, των τακτικών, των ατάκτων. Οι φιλέλληνες πολεμούσαν τον εχθρό «εκ του συστάδην», σώμα προς σώμα, οι άτακτοι με προμαχώνες-ταμπούρια «εν καιρώ μά­χης». Χαρακτηριστική είναι η απάντηση των Ταρέλα-Ντάνια στις συμβουλές οπλαρχηγών να ανεγείρουν προμαχώνες-ταμπούρια: «Εμείς προμαχώ­νες έχουμε τα στήθια μας».

– Η παντελής έλλειψη σχεδίου επιχειρησιακής δράσης και, εκ τούτου, απουσία συντονισμού των ε­πιχειρήσεων, με αποφάσεις να λαμβάνονται κατά τις εκάστοτε διαμορφούμενες συνθήκες και η οποία ε­πιτεινόταν από διαπληκτισμούς Γερμανών-Γάλλων γα τα πρωτεία και τις διαφορές τακτικών – ατάκτων.

– Τέλος, το και σπουδαιότερο αίτιο ήταν ότι η εκ­στρατευτική δύναμη έπασχε επικίνδυνα από ικανό και εμπειροπόλεμο ηγέτη. Ο Μαυροκορδάτος δεν ανταποκρίθηκε, έστω και στοιχειωδώς, ως ηγέτης. Ανέλαβε την αρχηγία της εκστρατείας για τα πολι­τικά του σχέδια και στην κρισιμότητα της μάχης του Πέτα, αφήνοντας τη διεξαγωγή της στον Νόρμαν, ι­κανότατο, αλλά παντελώς αδαή των ελληνικών συνθηκών, κατέφυγε ασφαλής με την προσωπική του φρουρά στη Λαγκάδα, όπου υποδεχόταν σε α­ξιοθρήνητη κατάσταση τα γυμνά ανυπόδητα και νηστικά λείψανα του εκστρατευτικού σώματος, α­πό αρχηγός του με απόλυτη εξουσία, απλός φροντιστής της επιμελητείας του.

 

Αποτελέσματα της καταστροφής

 

Της μάχης στο Πέτα οδυνηρά ήταν τα αποτελέσματα για τον Αγώ­να, μέγιστες οι απώλειες του εκστρατευτικού σώμα­τος.

-Χάθηκαν: το ένα τρίτο του τακτικού συντάγματος με νεκρό τον Ταρέλα και τον Γκουμπερνάτι να πα­σχίζει απελπισμένα να διατηρήσει τα λείψανά του. Το μισό των Επτανησίων. Τα δύο τρίτα των φιλελ­λήνων με νεκρό τον Ντάνια.

– Οι Τούρκοι νικητές επιστρέφοντας στην Άρτα, με πλήθος παντοειδών λαφύρων και τη σημαία των φιλελλήνων, κατέσφαξαν όλους τους ασθενείς, α­ποκεφάλισαν τους αιχμαλώτους.

– Το και σπουδαιότερο, εξέλιπε οριστικά για τον Αγώνα το Σούλι, τελευταία αντιστασιακή εστία στην Ήπειρο, προπύργιο της Ακαρνανίας. Γιατί οι Σου­λιώτες, μετά τη μάχη, περιήλθαν σε δεινότατη θέ­ση· απομονωμένοι, χωρίς ελπίδα βοήθειας, ανα­γκάστηκαν να υπογράψουν έντιμη συνθήκη με τους Τούρκους με μεσολάβηση του Άγγλου πρόξε­νου στην Πρέβεζα, Μέγερ, όπου κατέβηκαν με τα όπλα και γυναικόπαιδα, επιβιβάστηκαν σε αγγλικά πλοία και μεταφέρθηκαν στην Άσσο της αγγλοκρατούμενης Κεφαλονιάς για να σκορπιστούν και στα άλλα Επτάνησα.

– Ελεύθερος πλέον κατέστη ο δρόμος για τους Κιουταχή- Ομέρ Βρυώνη ανενόχλητοι να περάσουν στην Ακαρνανία και να πραγματοποιήσουν την πρώτη του Μεσολογγίου πολιορκία.

 

* Σημείωση βιβλιοθήκης: Οι Φιλέλληνες που έπεσαν στη μάχη του Πέτα ήταν: Οι Γερμανοί: Νόρμαν Βον ΦέΪμαν, Ροστ,Μόριτ, Τάϊχμαν (σημαιοφόρος), Σνάϊδερ, Κάρολος Μπάρς, Θεόδωρος Ντήτερλε, Έμπεν, Κούρτιος Δάρνερ, Φερνινάρος Άϊζεν, Μαυρίκιος Φέλς, Φέλος, Φέλς, Ιωάννης Χάϊσσε (ναυτικός), Αλβέρτος φον ΚάΪζενμαρκ, Γεώργιος Γιόχαν (θαλαμηπόλος του Νόρμαν), Λουδοβίκος Κάϊζεμπεργκ (υπολοχαγός Βαυαρικού πυροβολικού), Κάρολος Λέσκυ, Λαουρίκε, Ερνέστος Λούτσε, Χ.Φ. Μάνεκε, Γουσταύος Νάγκελ (φαρμακοποιός), Θεόδωρος Όμπερστ, Φρειδερίκος Όλμερ, Χριστόφορος Αιλμάγερ, Κάρολος Ράγκε (σημαιοφόρος), Ερνέστος Ρούστ, Φρειδερίκος Σάντερ, Ιάκωβος Σάντμαν (αξιωματικός), Ερρίκος Σμίτ (αξιωματικός), Ι. Σνάϊντερ (υπολοχαγός), Φρειδερίκος Σέεγκερ και Χάινριχ Σέεγκερ (αδέλφια), Φ. Β. Τάιχμαν (λοχαγός σημαιοφόρος), Ιωάννης Βέτσερ, Νικόλαος Βέτσερ, Νικόλαος Βόλφ (φοιτητής Θεολογίας) , ο Γάλλος Μινιάκ, οι Πολωνοί Μιζιέφσκι και Αλεξάντερ Κουσιανόβσκυ, οι Ιταλοί Πέτρος Ταρέλλα, Ανδρέα Δάνια, Μπατελάνι, Σελεστίν, Φόρτζιο, Βιβιανί, Πλενάριο, ο Ολλανδός Ροδόλφος Χούγκφανς, ο Ρώσος Μπερεντζόφσκι, ο Αιγύπτιος Δαβουσί, οι Ελβετοί Λουδοβίκος Σεβαλιέ, Καίνιχ, Βράνδλιν και οι Μικρασιάτες Άγγελος Ζωντανός, Μανώλης και Γαβρίλος Αμανίτης και ο Σμυρνιός Πέτρος Μέγγος.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βυζαντίου Χρήστου, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών, ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός, έκδοση Τσουκαλά, Νο 10, 1956.
  • Οικονόμου Μ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοση Τουκαλά, 1ος, Νο 14, 1957. Σπηλιάδη Ν., Απομνημονεύματα, 1ος, 1851.
  • Τρικούπη Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2ος, 1861.
  • Gordon Thomas, History of the Greek révolution, 1ος, 1832.
  • Jourdain, Mémoires historiques et militaires sur les événements de la Grèce depuis 1822, jusqu’ au combat de Navarin, 1ος, 1828.
  • Voutier, Mémoires sur la guerre actuelle des Grecs, 1823, μετάφραση, Απομνημονεύματα, έκδοση Τσουκαλά, Νο 11, 1957.

 

Σπύρος Δ. Δουκάτος

Ιστορικός

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι μεγάλες μάχες του 1821», τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

 

Διαβάστε ακόμη:

Ο Άγγελος Τερζάκης και το Ναύπλιο[1]


 

  1. Εισαγωγή

Η πατρίδα μου είναι ένα γέρικο πέτρινο λιοντάρι, που βουτάει τα νύχια του στην αφρισμένη θάλασσα του Αργολικού.

Κρατάει τα μάτια σφαλιστά, βάρυπνα, και στο κραταιό της μέτωπο έχει ξεχαστεί η αυστηρή ζάρα της έγνιας. Ο δικός της ο ύπνος δεν είναι σαν τους άλλους, αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Στη θωριά της ακόμα δεν απλώθηκε η χαύνη έκσταση της λήθης. Ο ύπνος της είναι συλλογή βαθιά, στοχασμός κλειστός κι αυτοσυγκέντρωση, που όσο πάει και βουλιάζει περισσότερο στην προαιώνια ακινησία.

Κοιμάται πάνοπλη, όπως έζησε την άγρια τη ζωή της αποτραβηγμένη μ’ απαυδημό εκεί κάτω, στον μυχό του Αργολικού, ανασαίνει ήρεμα τον γλυκό μπάτη του πελάγου που της τυλίγει ανάερα, μα γάζες μυρωμένες, τα σκυθρωπά κάστρα και τους προμαχώνες (…) Κοιμάται η γέρικη πολιτεία και σύγκαιρα αυτιάζεται το σάλπισμα του μακρινού ανέμου. Θες καράβια της Δημοκρατίας του Άγιου Μάρκου, θες κουρσάρικα της Μπαρμπαριάς, εδώ ήρθανε, μ’ άντρες αβρούς ή βάρβαρους, να της τρυγήσουνε το μέλι. (…)

Σαν ανοίγω τα μάτια μου στη ζωή θυμάμαι μιαν αίσθηση μυστική κι ανέκφραστη, τη μυρωδιά από τον καπνό, τη μπόχα της μάχης που πλανιέται αχνή κι άσβεστη ακόμη στον αέρα (…) είναι μεθυστική και ύπουλη, μύρο ναρκωτικού κατακαθίζει αργά και θάβει σε βελουδένια πνιγμονή τις ζωές των ανθρώπων. Οι καμπάνες του εσπερινού που σημαίνουν, οι κραυγές των σκοπών από τα κάστρα, φεύγουν σαν κοπάδια τρομαγμένα πουλιά στον ουρανό που πρασίνισε. Η σκιά κατεβαίνει, επίσημη κι αδυσώπητη, πάνω στη μικρή, γέρικη πολιτεία.

Κάποια άτονα φανάρια ανάψανε δειλά. Στα δρομάκια που πλευρίζουνε τα κάστρα, το κίτρινο φως δυναμώνει τη συνοφρύωση του μαύρου. Τα μάκρη των δρόμων χάνονται σε τρομακτικές γωνιές και οι χτισμένες πέτρες των επάλξεων παίρνουνε με τη σκιά μιαν απόκοτη ζωντάνια. Η στενόχωρη ζωή, η μακροχρόνια κλεισούρα, νοτίσανε τους δρόμους με μυρωδιές φαρμακερές. (…)

Και οι άνθρωποι είναι μαζεμένοι. Περνούσες στους δρόμους κι έβλεπες στα πλάγια σου τα μαγαζάκια χωμένα στους τοίχους με φώτα λαδιά, πίσω από θαμπά τζάμια. Δουλεύανε βουβά, σκυμμένοι κάπου, με τη ράχη που η λάμπα τη καμπουριάζει και την προβάλλει στον τοίχο θεόρατη. Δουλεύανε μηχανικά, σαν και η απόπνοια του ναρκωτικού να τους είχε κινήσει τη σκέψη . Η πολιτεία την ώρα τούτη ονειρεύεται, και λοιπόν όλοι πρέπει να σωπαίνουν. (…)

 

  1. Το Ναύπλιο, σκηνικό, άνθρωποι και ιστορία

Άγγελος Tερζάκης, (φωτ.: «Eξήντα χρόνια Eθνικό Θέατρο, 1932-1992», εκδ. Kέδρος).

Έτσι περιγράφει ο Τερζάκης την γενέτειρα του, το Ναύπλιο. Παρόλο που έζησε λίγα από τα παιδικά του χρόνια εδώ, από το 1907 που γεννήθηκε μέχρι το 1916 που εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, το Ναύπλιο υπήρξε θεμελιώδες στη ζωή και στο έργο του.

Καταρχήν χρησίμευσε ως τόπος έμπνευσης για πολλά γραπτά του. Και τούτο με δύο τρόπους:

α) Από τη μια το Ναύπλιο χρησιμεύει ως υπόδειγμα για οποιαδήποτε μικρή επαρχιακή πόλη και τα προβλήματά της. Ως γνωστόν ο Τερζάκης έγραψε κυρίως για τους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους κι αυτοί οι περιορισμένοι επαρχιώτες, συνήθως μικροαστοί,  κινούνται και ζωντανεύουν σε πολλά βιβλία του όπως π.χ. στα διηγήματα του «Έρωτα και του Θανάτου» 1943 και του «Απρίλη» 1946, βιβλίο που αφιερώνει στο γιο του.

β) Επίσης η ιστορία του Ναυπλίου έδωσε έναυσμα στον Τερζάκη να χρησιμοποιήσει διάφορες εποχές της ως χρόνο ανάπτυξης των ηρώων του. Αναφερόμαστε εδώ σε έργα όπως  «Η Πριγκηπέσα  Ιζαμπώ» το 1945 που εξελίσσεται στην Φραγκοκρατία με ήρωα τον αυθέντη του Ναυπλίου Νικηφόρο Σγουρό κι ακόμα το θεατρικό «Νύχτα στη Μεσόγειο» 1958 που χρησιμοποιεί την παράδοση της πόλης από τους τελευταίους Φράγκους στους Βενετσιάνους το 1388. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν δυο εκδοχές της Πριγκηπέσας, η πρώτη σύμφωνα με τις επιφυλλίδες που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα Καθημερινή μέσα στην Κατοχή, πιο παραδοσιακή και άλλη εκδοχή, με διαφορετικό τέλος στο τυπωμένο βιβλίο του 1945.

Σε ορισμένα έργα του ο Τερζάκης προβαίνει στην ανάμειξη των δύο στοιχείων, δηλαδή και της επαρχιακής μονοτονίας αλλά και των ηρωικών περιόδων της πόλης και της Ελλάδας, όπως π.χ. στα διηγήματα του «Απρίλη» όπου βρίσκουμε περιγραφές των ημερών των Βαλκανικών Πολέμων, με την αναχώρηση και άφιξη των στρατιωτών στο λιμάνι, καθώς και το σύμβολο που αποτελούσε για τους νέους το αίμα των πολεμιστών πάνω στις σημαίες. Αξίζει να πούμε ότι σημαντική συμβολή είχε στους Βαλκανικούς Πολέμους η Ναυπλιακή Τέταρτη «Σιδηρά Μεραρχία», το όνομα της οποίας φέρει μια κεντρική λεωφόρος της πόλης. Το Ναύπλιο ήταν τότε σημαντικό στρατιωτικό κέντρο με το Όγδοο Σύνταγμα πεζικού, το Τέταρτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, το Οπλοστάσιο του στρατού (μέσα στο κέντρο της παλιάς πόλης) καθώς και την Κεντρική Ιματιοθήκη του. Έτσι, μαζί με τους δικαστικούς και τους άλλους δημοσίους υπαλλήλους, οι στρατιωτικοί κατείχαν ανέκαθεν μια ουσιώδη θέση στην κοινωνιολογία της πόλης. Στο ίδιο βιβλίο έχουμε και το διήγημα «Παλαμήδι» όπου παρουσιάζεται μια σύνθεση της ιστορίας του κάστρου με το μάτι ενός παιδιού.

Η βαθιά αγάπη του Τερζάκη για το Ναύπλιο εμφαίνεται κι από άλλες περιγραφές που υπάρχουν στα διηγήματά του για περισσότερες ακόμα γωνιές της πόλης: την πλατεία Συντάγματος, το τζαμί, το Γυμνάσιο, το Δημαρχείο, τη γειτονιά των Εβραίων, τα μαγαζιά, το παζάρι, την παραλία, τα καράβια, τα παρά θίν αλός καφενεία.

Ερχόταν πολύ συχνά στην πόλη του, παρακολουθούσε τη ζωή της, παρέμβαινε με δυναμικό τρόπο όταν χρειαζόταν. Στην Αθήνα ως γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου βοηθούσε Αναπλιώτες συμπατριώτες του, ψώνιζε από μαγαζιά που τους είχαν υπαλλήλους.

Ο πατέρας του Τερζάκη Δημήτριος, υπήρξε Δήμαρχος Ναυπλίου για μια περίοδο στις αρχές του 20ου αιώνα. Η εκλογή του ήταν ένα παράδοξο φαινόμενο διότι αντιτάχθηκε στα δύο πανίσχυρα τοπικά κόμματα (Δεληγιαννικούς και Τρικουπικούς) και μπόρεσε να εκλεγεί ως φιλελεύθερος και ανεξάρτητος δήμαρχος, σε ηλικία 29 ετών και υπήρξε τότε ο νεότερος δήμαρχος της Ελλάδος. Η φήμη του ήταν μεγάλη για την εξυπνάδα, γενναιότητα και αποφασιστικότητά του. Τον αποκαλούσαν ο Αετός. Κατά την διάρκεια της θητείας του προσπάθησε να βελτιώσει τις συνθήκες της πόλης,  ιδιαίτερα την καθαριότητα και την εγκατάσταση ηλεκτροφωτισμού. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να συνεχίσει για δεύτερη θητεία, μπροστά στις κομματικές φατρίες που επικράτησαν και πάλι. Μπορεί κι αυτός να ήταν ένας λόγος που τον ώθησε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

 

3. Ο Τερζάκης – ακτιβιστής

  

Η σεμνότητα του Τερζάκη δεν τον ωθούσε προς τα αξιώματα. Είναι γνωστό ότι αρνήθηκε επανειλημμένα μια θέση στην Ακαδημία, παρά – όπως δήλωσε ο γιος του Δημήτρης – τις έντονες προτροπές της συζύγου του και του Βενέζη. Εξάλλου, η στενή παρακολούθηση των πραγμάτων του Ναυπλίου, κυρίως την εποχή της δικτατορίας, όταν παρά τον θεσμοθετημένο από τις αρχές της δεκαετίας του 60 αρχιτεκτονικό έλεγχο της παλιάς πόλης, γκρεμίζονταν προστατευόμενα παλιά κτίσματα για να κτιστούν μοντέρνα κι αταίριαστα τερατουργήματα όπως το Ξενία και το Ναυπλία Παλάς πάνω στην Ακροναυπλία και η κακόγουστη πολυκατοικία πάνω στην παραλία στη θέση του ξενοδοχείου Νέον, τον ώθησαν να ψέξει τούτες τις παρατυπίες που αλλοίωναν τον χαρακτήρα της πόλης με εντονότατο άρθρο του στις 7-10-1973 στο Βήμα, με τίτλο «Οίστρος ακολασίας». Εκεί, ο σεμνός διανοητής περιέγραψε με μελανά χρώματα τον αρχοντοχωριατισμό του νεοέλληνα, ο οποίος, χάριν της «τουριστικής αξιοποιήσεως», βάζει χέρι στα κειμήλιά του, ασελγεί στο ζωτικό του χώρο και «σκοτώνει την ψυχή του για να εισπράττει». Και, αφού δείχνει πως η Ελλάδα είναι κεφάλαιο αποκλειστικά πνευματικό, διαπιστώνει με πικρία: «Όλο με λόγια, λόγια πομπώδη, διεκδικούμε την ένδοξη πατρότητα. Με τις πράξεις την ρεζιλεύουμε». Και κλείνει διαπιστώνοντας ότι: «Ευτυχώς, η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα, αντιστέκεται σιωπηρά, με τη τραυματισμένη αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς της. Ως πότε όμως;». Τούτο για τον Τερζάκη ήταν πραγματική ιεροσυλία, διότι τ’ Ανάπλι «ζωντανή παρουσία του Αγώνα» είναι ιερό κι απαραβίαστο.

 

 

4. Οι λογοτέχνες του Ναυπλίου – Καρούζος και Τερζάκης

 

Υπάρχουν πόλεις στην Ελλάδα που υπερηφανεύονται για τους πολλούς Πρωθυπουργούς που έχουν δώσει. Σε μία απ’ αυτές μάλιστα, υπάρχει και μια πλατεία των «πέντε πρωθυπουργών». Το Ναύπλιο παρά το μικρό μέγεθός του, μπορεί να υπερηφανεύεται για το πλήθος των συγγραφέων και καλλιτεχνών που είδαν το φως ή ανδρώθηκαν εδώ. Μερικά ονόματα: οι Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος, Αχιλλέας Παράσχος, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο Αλέξανδρος Βυζάντιος, ο Δημήτριος Βυζάντιος , συγγραφέας της «Βαβυλωνίας», αλλά και οι νεότεροί τους Μιχαήλ Λαμπρυνίδης ιστορικός και πολιτικός, συγγραφέας της μνημειώδους πραγματείας «Η Ναυπλία» (1898), ο Δημήτριος Κακλαμάνος, δημοσιογράφος και συνεργάτης του Βενιζέλου, ο Στέφανος Δάφνης, ο Α. Αναπλιώτης, ο Κωστής Μπαστιάς, ο Θεόδωρος Κωστούρος, ο Γιώργιος Καραμάνος, η Τερέζα Ρούβαλη, ο Πάνος Λιαλιάτσης, η Ελένη Δρούζα, οι μουσουργοί Μιχάλης Βούρτσης και Κωνσταντίνος Νόνης και πολλοί άλλοι.

Ένας από αυτούς, είναι κι ο ποιητής Νίκος Καρούζος που κι εκείνος τραγούδησε την πόλη του, το φως και τις σκιές της. Ο Καρούζος κι ο Τερζάκης, παρά τη διαφορά ηλικίας, έκαναν παρέα τα καλοκαίρια κυρίως τα βράδια «στη θερινή βαβούρα των καφενείων της παραλίας». Αυτό το Ναύπλιο, όπως είναι πια τουριστικά διαμορφωμένο, δεν είναι ούτε το δικό του πολύ παλιότερο Ναύπλιο, ούτε το δικό μου λιγότερο παλιό – λέει ο Καρούζος. Είναι ένα Ναύπλιο σε σχετική παραμόρφωση. Κουβεντιάζουμε και νοσταλγούμε τη παλιά φυσιογνωμία της πόλης. Θυμάμαι μια ωραία σκέψη του Τερζάκη σ’ αυτές τις πολύωρες καλοκαιρινές συζητήσεις. «Το Ναύπλιο έχασε τη δραματική του διάσταση», είναι η φράση του κι είχε δίκιο. [2]

Ο Καρούζος έγραψε κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον συμπολίτη του στο δεύτερο βιβλίο – αφιέρωμα των Τετραδίων του περιοδικού «Ευθύνη» αριθμός 4, με τίτλο Προσφορά στον Άγγελο Τερζάκη, για τα 70χρονά του. Δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, 2000.

Ο τίτλος της μελέτης του Καρούζου είναι η στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη και ασχολείται με τα δοκίμιά του. Καταρχήν διαπιστώνει το βάθος του στοχασμού του Αναπλιώτη συγγραφέα και το πλήθος των ερωτημάτων που διατυπώνει. Σταματά ο Καρούζος στη διαπίστωση του Τερζάκη για την ευτέλεια η οποία, περισσότερο από την κακία χαρακτηρίζει το ανθρώπινο γένος. Και ευτέλεια ο Τερζάκης ορίζει την εξ’ υπαρχής απουσία κάθε αναστήματος, όπου αντίθετα με την κακία όπου χωράει πάθος και  μεταφυσική ανταρσία, η ευτέλεια παραπέμπει στον πρωτογονισμό.

Σύμφωνα με τον Καρούζο, ο Τερζάκης αγκαλιάζει συνηθέστατα στη στόχασή του το άγνωστο, λαχταρώντας μιαν απόκριση, η οποία είναι και μια ανύψωση.

Και παραθέτει τέλος τους εξής στίχους του Τζόρτζιο ντε Κίρικο:

Ζωή, ζωή μεγάλο μυστηρώδικο όνειρο !

Εσύ όπου αναδείχνεις όλα

τα αινίγματα∙ χαρές και ολάξαφνες λάμψεις

Στοές στον ήλιο. Αγάλματα στον ύπνο παραδομένα.

Καμινάδες κόκκινες∙ νοσταλγίες αγνώστων οριζόντων…

Και του σκολειού το αίνιγμα, κι η φυλακή και ο στρατώνας.

Κι η οπού σφυρίζει τη νύχτα  ατμομηχανή

Κάτωθε απ’ τον παγερώτατο θόλο

Και τ’ αστέρια.

Πάντα το άγνωστο∙ Η αφύπνιση το πρωί και το όνειρο,

Οιωνός θεοσκότεινος, χρησμός από μυστήριο πλήρης…

 

  1. Τιμές στον Τερζάκη

 

Η πόλη του Ναυπλίου τίμησε όπως του αξίζει τον συγγραφέα της. Η προτομή του στέκει στη μέση της ήσυχης πλατείας Αγίου Σπυρίδωνος, στην καρδιά της παλιάς πόλης, όχι μακριά από το σπίτι του. Επίσης, ένας κεντρικός δρόμος φέρει το όνομά του. Με φροντίδα του γιου του Δημήτρη, η βιβλιοθήκη του βαθυστόχαστου συγγραφέα δωρήθηκε στην Δημοσία Κεντρική Βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, όπου μία πτέρυγα φέρει το όνομά του.

Κι άλλα μπορούν να γίνουν:  το σπίτι του, στην ομώνυμη οδό, πρέπει να αναπαλαιωθεί και να γίνει μουσείο αφιερωμένο στη μνήμη του. Ακόμα, στο σχεδιαζόμενο Μουσείο της πόλης του Ναυπλίου, που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα, θα μπορούσε να στηθεί μια αίθουσα στη μνήμη των Αναπλιωτών λογοτεχνών όπου, φυσικά, κεντρικότατη θέση αρμόζει στον Άγγελο Τερζάκη.

Εξάλλου, πρέπει να σημειώσουμε κι άλλο συνέδριο που συνήλθε τα τελευταία χρόνια, το έτος 2000, στην βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, αφιερωμένο στο θέατρο και τις επιφυλλίδες του, τα πρακτικά του οποίου έχει εκδόσει η Βιβλιοθήκη. Και βέβαια, οι νέοι Αναπλιώτες δεν ξεχνούν τον Τερζάκη. Απόδειξη το πρόσφατο (2006) ανέβασμα από το Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου του σχεδόν άγνωστου έργου του Το μεγάλο Παιχνίδι, 1947, το οποίο δεν είχε παιχτεί σχεδόν καθόλου. Την παράσταση συμπλήρωσε ένα ιδιαίτερα προσεγμένο πρόγραμμα με πλήθος δοκιμίων και αναφορών στον θεατρικό συγγραφέα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Αργολικά», Άργος, Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010, σελ. 16-17. Παρουσιάστηκε στο Συμπόσιο της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών για τον Τερζάκη στο Ναύπλιο τον προηγούμενο χρόνο.

[2]  Απόπειρα λόγου και τέχνης, τεύχος 3, Άνοιξη 92, Ναύπλιο.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας