Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

 σας γνωστοποιεί ότι ο ιστότοπός της ενημερώνεται καθημερινά.

 

 

Προϋποθέσεις Χρήσης

 

 

Το σύνολο του περιεχομένου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού στο διαδικτυακό τόπο http://www.argolikivivliothiki.gr, αποτελεί  πνευματική ιδιοκτησία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των συνεργατών της και προστατεύεται  από τις εθνικές (Νόμος 2121/93) και διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως,

απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε αναπαραγωγή (reformatting), αναδημοσίευση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (upload), διαμόρφωση, τροποποίηση, δημιουργία αντιγράφων site (mirroring) του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση του Δικαιούχου.

Επιτρέπεται

 η ελεύθερη αναπαραγωγή αντιγράφων μέρους ή του συνολικού έργου για προσωπική ή εκπαιδευτική χρήση, εφ’ όσον τα αντίγραφα αυτά δεν θα διανεμηθούν στη συνέχεια για κερδοσκοπικούς σκοπούς, με την προϋπόθεση  ότι  θα υπάρχει αναφορά της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των πηγών του άρθρου καθώς και η ηλεκτρονική διεύθυνση της βιβλιοθήκης.

Για τη χρησιμοποίηση

 για άλλους σκοπούς, όπως εμπορική εκμετάλλευση, φόρτωση σε άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, αξιοποίηση μέρους του έργου για την παραγωγή νέου κ.α., απαιτείται η συνεννόηση με την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Η Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, λειτουργεί ως ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Ο βασικός σκοπός  της είναι η έρευνα, ο εντοπισμός, η συλλογή, η ταξινόμηση, η διάσωση, η μελέτη και η έκδοση αρχειακού υλικού που αφορά στην ιστορική και πνευματική εξέλιξη και ανάπτυξη του νομού Αργολίδας, της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας.

Μέσα από την καταγραφή και την ανάδειξη αυτού του υλικού, στοχεύει να καταστήσει κοινωνούς όλους όσοι ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν, να μελετήσουν ή να αξιοποιήσουν αυτόν τον πολιτιστικό και ιστορικό θησαυρό.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη επιχειρεί να διασώσει, να διατηρήσει, να μελετήσει και να καταγράψει όσα στοιχεία του παρελθόντος ακόμη αχνά διακρίνονται, πριν τα καταπιεί ο χρόνος και η λήθη.

Οι συλλογές της, καλύπτουν πολύπλευρα την ιστορική εξέλιξη και την πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας και ειδικότερα της Αργολίδας, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.

Η σημαντικότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ήδη κατέχει ιδιαίτερα πλούσιο αρχειακό υλικό που αφορά στην πολιτιστική και ιστορική πραγματικότητα της Ελλάδας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής πορείας του τόπου.

Ναύπλιο. Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930.

Την ουσιαστική προσφορά της Βιβλιοθήκης, από τα πρώτα της βήματα, εκτίμησε η Επιτροπή Πολιτών του Νομού Αργολίδας, που την πρότεινε ομόφωνα στον Οργανισμό Πολιτισμού και Αθλητισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και στις 22 Μαρτίου 2009, της απονεμήθηκε το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς 2008, για την συμβολή της στην προώθηση του Πολιτισμού της Αργολίδας, στο διαδίκτυο. Επίσης η ΕΤ1 εκτιμώντας το έργο της, πρόβαλε γι’ αυτήν ένα ειδικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα.

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

 

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

Η αξιοπιστία και η συνέπεια της επικροτούνται  από διάφορους πνευματικούς φορείς και ιδρύματα, οι οποίοι συνεργάζονται μαζί της αξιοποιώντας το υλικό της, προκειμένου να εκδώσουν σχετικά βιβλία ή να συμπληρώσουν άλλες μελέτες τους.

 

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για τα θέματα που πραγματεύεται και δηλώνει ότι θα σταθεί συμπαραστάτης και αρωγός σε κάθε πρωτοβουλία που σχετίζεται με αυτά.

  Εκδόσεις Εκ Προοιμἰου

«Το αμάρτημα της μητρός μου» παρουσιάζεται στο Φρούριο Παλαμηδίου, στις 5 Αυγούστου


 

Η Εφορία Αρχαιοτήτων Αργολίδας σας καλεί στο φρούριο του Παλαμηδίου, στο Ναύπλιο, την Τετάρτη 5 Αυγούστου (7.30 μμ) για το μονόλογο «Tο αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού, στην αγγλική γλώσσα.

Ένα αριστούργημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, το διήγημα του Γεώργιου Βιζυηνού «Το αμάρτημα της Μητρός μου» (1883) στην αγγλική γλώσσα σε μία προσπάθεια σύνδεσης του αγγλόφωνου κοινού με τη σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία, παρουσιάζει στο Ναύπλιο στα πλαίσια του θεσμού  «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», το Εθνικό Θέατρο.

 

Ρένα Κυπριώτη. Φωτογραφία, Πέννυ Καραχάλιου.

 

Ο Βιζυηνός αντλεί αφηγηματικό υλικό από τις προσωπικές και οικογενειακές μνήμες, από τις παραδόσεις και τα βιώματα της λαϊκής ζωής στην ιδιαίτερη πατρίδα του και το ενισχύει με το στέρεο υπόβαθρο της παιδείας του. Η παράσταση έχει ήδη φιλοξενηθεί με μεγάλη επιτυχία σε κορυφαία Ακαδημαϊκά Ιδρύματα (Harvard University, Boston, Yale University, New Haven, το Columbia University, New York, την πόλη της Τάμπα και στο University of Illinois at Chicago) των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής επί δύο συνεχή έτη (2018-2019).

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Δανάη Ρούσσου
Ερμηνεία: Ρένα Κυπριώτη
Σύνθεση μουσικής: Νίκος Κυπουργός
Κοστούμια: Βάνα Γιαννούλα
Καλλιτεχνική συνεργάτις: Ειρήνη Βουρλάκου

Η εκδήλωση προσφέρεται δωρεάν από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Το μόνο αντίτιμο είναι το εισιτήριο (8 ευρώ) για την είσοδο στο φρούριο Παλαμηδίου.

Μέγιστος αριθμός θεατών: 80

Είναι υποχρεωτική η προκράτηση θέσης εδώ

Ώρα προσέλευσης: 19:00 – Ώρα έναρξης: 19:30

Οι θεατές θα πρέπει να τηρούν τις οδηγίες και συστάσεις της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων COVID-19 του Υπουργείου Υγείας για την ασφαλή προσέλευση στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία. Ισχύει ο κανόνας της απόστασης των 1,5 μέτρων κατ’ ελάχιστον για ανοικτούς χώρους.

 

Μορφές του Ελληνικού Ραδιοφώνου (1949-1967) – Γιώργος Ν. Κάρτερ


 

Στο χρονικό διάστημα μεταξύ του 1949 και του 1967, το ελληνικό ραδιόφωνο, συμπτωματικά, είχε παρουσιάσει μιαν αξιοσημείωτη άνθηση, στον τομέα ιδιαίτερα της πνευματικής καλλιέργειας και της αισθητικής εκφραστικής του. Ο τραγικός εμφύλιος είχε τελειώσει και η σχετική μείωση των αντικομμουνιστικών μηνυμάτων άφηνε κάποιο περιθώρια για αναζητήσεις νέων βελτιωμένων μορφών ραδιοφωνικών εκπομπών.

Εκείνον τον καιρό, το ΕΙΡ διέθετε επώνυμα στελέχη από την περιοχή της διανόησης, της τέχνης, της δημοσιογραφίας, της λογοτεχνίας, της μουσικής. Θ’ αναφέρω μόνο μερικούς απ’ αυτούς, που η συμβολή τους ήταν καθοριστική στην ερτζιανή δημιουργία και που, για καλή μου τύχη, τους συνάντησα αργότερα, το 1952, στις ραδιοφωνικές υπηρεσίες, ως νεότερος συνάδελφός τους.

Διονύσης Ρώμας

Γνώρισα το Διονύση Ρώμα, που υπήρξε ο πρώτος ραδιοσυγγραφέας, με 125 ραδιοφωνικές σκηνές στο ενεργητικό του. «Το πρώτο μου σκετς – μου είχε πει – ακούστηκε από το νεοσύστατο τότε ελληνικό ραδιόφωνο στις 25 Μαρτίου 1938 και ονομαζότανε «Πώς γράφτηκε ο Εθνικός μας Ύμνος» [1]. Δικαιολογημένα ο Ρώμας θεωρείται ο δάσκαλος των συγγραφέων του ραδιοφώνου που εμφανίστηκαν κατόπιν.

Από τη γενιά του Ρώμα, γνώρισα και συνδέθηκα με τον πρωτοπόρο ραδιοσκηνοθέτη Κώστα Κροντηρά. Σ’ ένα σημείωμα του Νίκου Φώσκολου, δημοσιευμένο το 1953 στο Ραδιοπρόγραμμα, διαβάζουμε:

 

Σ’ αυτόν κυρίως, και σ’ ελάχιστους άλλους, οφείλεται σήμερα η τεχνοτροπία, η καλλιτεχνική αρτιότητα και η μόνιμη αισθητική ανησυχία, που είναι τα πιο γνώριμα στοιχεία της παραδόσεως του ελληνικού ραδιοφωνικού θεάτρου.

 

Σύντροφος ζωής και πολύτιμη συνεργάτις του Κώστα Κροντηρά, αλλά με δική της προσωπικότητα και σημαντική ραδιοφωνική προσφορά, η Αντιγόνη Μεταξά. Γι’ αυτήν, ο ιστορικός του θεάτρου Νικόλαος Λάσκαρης έλεγε: «Η κ. Μεταξά έχει πλέον κάθε δικαίωμα να επαναλαμβάνει προς τας μητέρας, τα του Χριστού «Άφετε τα παιδία σας να έλθουν προς εμέ”». Πράγματι, η Μεταξά – η «θεία Λένα» – με τις εκπομπές τής «Ώρας του παιδιού» άφησε μια παιδαγωγική εποχή που τη συγκρίνω μόνο μ’ εκείνη του Ξενόπουλου, του «Φαίδωνα» της Διαπλάσεως των Παίδων.

 

Αντιγόνη Μεταξά (1905-1971). Η «Θεία Λένα», η αγαπημένη παιδαγωγός και θεατρίνα που μεγάλωσε μέσα από το ραδιόφωνο πολλές γενιές παιδιών. Εδώ με την κόρη της Λήδα Κροντηρά, που από μικρή συμμετείχε σε παραστάσεις και εκπομπές.

 

Η ραδιοφωνική δουλειά του Ρώμα, του Κροντηρά, της Μεταξά, καθώς και του Στράτη Μυριβήλη, του Σίμωνα Καρρά, της Πόπης Ρηγοπούλου, του Αντίοχου Ευαγγελάτου, αν και είχε αποδώσει καρπούς και πριν από τη δεκαετία του ’50, συνεχίστηκε εύφορη και μέσα σ’ αυτήν. Μέσα σ’ αυτή τη δεκαετία και στα επόμενα πέντε χρόνια, κι άλλες προσωπικότητες από τον πολιτιστικό χώρο πρόσφεραν στο ραδιόφωνο καινούργιες ιδέες, νέες αισθητικές απόψεις και προοπτικές ανάπτυξης. Μ’ αυτές τις προσωπικότητες δημιουργήθηκε ένας ανεπανάληπτος θεωρητικός προβληματισμός, που επηρέασε και διαμόρφωσε, σίγουρα, την ποιότητα των ραδιοπρογραμμάτων. Ενδεικτικά τα ονόματα: Οδυσσέας Ελύτης, Ανδρέας Καραντώνης, Κωστής Μεραναίος, Πύρρος Σπυρομήλιος, Μάριος Πλωρίτης, Δημήτρης Πουρνάρας, Αναστάσιος Πεπονής, Γρηγόρης Δαφνής, Αντώνης Λάβδας, Γιάννης Γιαννόπουλος, Ντίμης Αποστολόπουλος. Ονόματα γνωστά και καταξιωμένα πολύ πριν από το άκουσμά τους κατά τη ραδιοφωνική τους θητεία.

Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να σταθώ για λίγο σ’ αυτόν τον τελευταίο, τον Ντίμη Αποστολόπουλο, που αφιέρωσε ολόψυχα τα δέκα στερνά χρόνια της ζωής του στη ραδιοφωνική πράξη και θεωρία. Ήταν αυτός που έφερε στο ραδιόφωνο το πνεύμα της δημιουργικής έρευνας, την πειθαρχία του φιλοσοφικού στοχασμού, την ευγένεια στη συναδελφική περιοχή[2].

 

Ο ηθοποιός Νίκος Παρασκευάς (κέντρο) διαβάζει το μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη (αριστερά) «Γαλήνη», στην εκπομπή «Τα αριστουργήματα της λογοτεχνίας μας». Στα δεξιά ο δοκιμιογράφος Ντίμης Αποστολόπουλος, 19, Φεβρουαρίου 1954. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Το 1955, ο Αποστολόπουλος, προλογίζοντας το βιβλίο μου Το ραδιόφωνο και η Αισθητική του, που εγκαινίασε την ελληνική βιβλιογραφία για τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, είχε αποφανθεί:

 

Οι περισσότεροι εκφράζουν την πεποίθηση ότι το ραδιόφωνο είναι ένα απλό μέσο ψυχαγωγίας και ότι δεν μπορεί να έχει ειδικές καλλιτεχνικές αξιώσεις. Ο συγγραφέας του βιβλίου, απεναντίας, φρονεί ότι το ραδιόφωνο είναι μια νέα τέχνη, η «όγδοη τέχνη»… Δεν νομίζω ότι στο σημείο αυτό έχει άδικο. Το ραδιόφωνο είναι μια νέα Τέχνη.

 

Ένα χρόνο μετά, ο Αποστολόπουλος επινοεί κι εφαρμόζει σε μερικές λογοτεχνικές εκπομπές την τεχνοτροπία του «σινεμαφόν». Το «σινεμαφόν», όπως εξηγεί ο ίδιος, προσδίδει στη μονοφωνική εκπομπή τη μαγεία της πολύφωνης ραδιοφωνικής σκηνής. Ανήσυχο πνεύμα, καθώς ήταν ο Αποστολόπουλος, στοχαστής και ιστορικός της ελληνικής φιλοσοφίας, πρόσφερε στο ΕΙΡ, μαζί με την ψυχή του, πάνω από 1.700 εκπομπές ραδιοφωνικής τέχνης[3].

 

Οι εκφωνητές Γιώργος Κάρτερ και Νίκος Χάκας σε ραδιοθάλαμο του Ζαππείου, Σεπτέμβριος 1949. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Η εκφωνήτρια Ρεγγίνα Μπέρτου στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου το 1955

Στους θεωρητικούς του ραδιόφωνου της εποχής εκείνης, ανήκει αναμφίβολα κι ο Γιάννης Αστεριάδης, ο οποίος, πέρα από τα ενδιαφέροντα άρθρα του, μετέφρασε το 1960, μ’ ωραίο λόγο και γνώση, το μελέτημα του Ροζέ Πρανταλιέ Η ραδιοφωνική τέχνη, που αποσπάσματά του είχα μεταφράσει και δημοσιεύσει στο περιοδικό Ραδιοπρόγραμμα το 1957. Αναφέρω, επίσης, και το ραδιοσυγγραφέα Τίτο Αινεία, που το 1968 εξέδωσε τα μαθήματά του στη Δραματική Σχολή Αθηνών, κάτω από τον τίτλο Γενικές αρχές της ραδιοφωνικής τέχνης.

Το ραδιόφωνο εκείνου του καιρού είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη όχι μόνο του ακροατηρίου του μα και των πνευματικών ανθρώπων, που μπορούσαν να διαπιστώσουν ότι, πράγματι, εκεί, στους ραδιοφωνικούς θαλάμους του Ζαππείου, δοκιμάζεται μια νέα ηχητική τέχνη, με δικούς της κανόνες, δικές της φόρμες, δικούς της επικοινωνιακούς κώδικες.

Οι συγγραφείς – οι πιο αξιόλογοι, κατά τη γνώμη μου – που ακολούθησαν τις διδαχές του Διονύση Ρώμα και καλλιέργησαν ιδιαίτερα το ραδιοφωνικότερο είδος (αγγλικής καταγωγής) το «φίτσερ», ήταν ο Νίκος Σφυρόερας, η Γεωργία Ταρσούλη, ο Ματθαίος Μουντές κι ο Δημήτρης Λουκάτος. Το «φίτσερ» («ραδιοφωνικό» το βαφτίσαμε) έχει λησμονηθεί έκτοτε, παρόλη τη δυναμική του ιδιοτυπία, που επιτρέπει τη συνθετική χρησιμοποίηση όλων των ηχητικών στοιχείων: το λόγο, τους παντοειδείς θορύβους, τη μουσική, ακόμα και την ηχητική παύση.

Το 1960 η ραδιοφωνική τέχνη απέκτησε και τους κριτικούς της. «Ο Ακροατής» κι ο «Αλέξανδρος Πιζάνης»[4], από το έγκυρο περιοδικό της Ελένης Βλάχου, τις Εικόνες, παρακολουθούσαν συστηματικά τα προγράμματα του ραδιοφώνου.

Το 1962 πρωτοπερνάει στα ερτζιανά και το ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ, που οι σειρές του μου έδωσαν την ευκαιρία να αξιοποιήσω το σπάνιο υλικό της δικής μου φωνοθήκης.

Στην ίδια περίοδο, η 8η τέχνη εμφάνισε σημαντικές προόδους και στο θέατρό της. Από τότε, από το «Θέατρο της Δευτέρας» και το «Θέατρο της Τετάρτης» διατρέφονται ως τα σήμερα οι θεατρικές εκπομπές της ΕΡΑ (της δημόσιας ραδιοφωνίας), που οι επιμελητές τους τις παρουσιάζουν όχι μόνον ως αξιοσυντήρητα ντοκουμέντα, αλλά και ως ραδιοθεατρικά επιτεύγματα. Ήταν τότε που το ΕΙΡ είχε τιμηθεί στο διεθνή διαγωνισμό της Ρώμης με το ραδιοφωνικό «Πρέμιο Ιτάλια».

 

Οι ηθοποιοί Μάνος Κατράκης, Αλέκα Κατσέλη, Νίκος Χατζίσκος και Γιάννης Αργύρης σε ραδιοθάλαμο του Ζαππείου για την εκπομπή «το θέατρο της Τετάρτης», 1960. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Οι θεμελιωτές της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, οι εξαίρετοι συγγραφείς Ιάκωβος Καμπανέλλης και Νότης Περγιάλης είχαν γράψει εκείνα τα χρόνια πρωτότυπα έργα, ειδικά για το ΕΙΡ, όπως κι ο Χάρολντ Πίντερ, λίγο νωρίτερα, είχε γράψει για το BBC. Εμψυχωτής του θεατρικού τμήματος (ας μη τον ξεχνάμε) ήταν ο δραματολόγος Δημήτρης Κωνσταντινίδης.

Όμως, ένα καλό θέατρο έχει ανάγκη καλών σκηνοθετών. Και τέτοιοι εμπνευσμένοι ραδιοσκηνοθέτες υπήρξαν ο Μήτσος Λυγίζος, ο Ίων Νταϊφάς, ο Κωστής Μιχαηλίδης, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης, ο Λάμπρος Κωστόπουλος, ο Μιχάλης Μπούχλης. Πολλές εργασίες τους στο ραδιοφωνικό θέατρο μένουν ως τώρα αξεπέραστες. Στις μέρες μας, κανένας ελληνικός ραδιοσταθμός, ούτε καν κρατικός, δεν προβαίνει σε παραγωγές ραδιοφωνικού θεάτρου. Τόσο πολύ επτωχεύσαμεν;

Τα χρόνια πέρασαν… Το ΕΙΡ στα 1952 είχε κιόλας το Δεύτερο Πρόγραμμά του και στα 1954 το Τρίτο Πρόγραμμα, το μέγα πάθος του Κόντε Ρώμα. Παράλληλα ιδρύθηκαν και δώδεκα περιφερειακοί σταθμοί, μεταξύ των οποίων, της Θεσσαλονίκης, της Κέρκυρας, των Ιωαννίνων, της Πάτρας, της Ρόδου, των Χανίων, των Σερρών και άλλοι, που με τις μεταδόσεις τους κάλυψαν ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα.

 

Ραδιοφωνικός δέκτης Grundig, τέλη δεκαετίας 1950. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Το 1966, στο αρκτικόλεξο του ΕΙΡ προστέθηκε ένα «Τ». Ήρθε ο καιρός της Ελληνικής Τηλεόρασης· το πρώτο αίτιο που διέκοψε την εξελικτική πορεία του ραδιοφώνου. Το κοινό, ανέκαθεν φιλοθέαμον, εντυπωσιασμένο με τα «κατ’ όψιν» του μαγικού κουτιού, απέσυρε αμέσως το ενδιαφέρον του από το δέκτη των ήχων, διαθέτοντας τις ώρες του στην κινούμενη εικόνα, που μεταφέρθηκε από την κινηματογραφική αίθουσα στο ενδιαίτημα του καθενός. «Το ραδιόφωνο θα είναι αναμφίβολα» – είχε προβλέψει ο επικοινωνιολόγος Ζαν Καζνέβ – «το μεγάλο θύμα της θαυμαστής εξάπλωσης της τηλεόρασης»[5].

Σ’ ένα παλιό μελέτημά μου[6], αναφερόμενος στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, είχα υποστηρίξει την άποψη ότι οι μεγάλες ιστορικές εποχές που παρουσιάζουν πολιτισμική ανάπτυξη είναι οι εποχές της άνθησης των ακροαμάτων, ενώ διαπιστώνουμε πως, όταν σημειώνεται έκπτωση του πολιτισμού, είναι γιατί οι κοινωνίες αποχαυνώνονται με τα ευτελή εντυπωσιακά θεάματα.

Θυμηθείτε τα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας, τότε που ο Ιουβενάλης είπε το περίφημο «Άρτον και θεάματα». Ήταν τα χρόνια που προανάγγειλαν το σκοτεινό Μεσαίωνα. Τότε που στα αμφιθέατρα, οι θηριομαχίες κι οι μονομαχίες ως το θάνατο ήταν τα διασκεδαστικότερα «σόου» των Ρωμαίων.

Αντίθετα, μια πολιτισμική εποχή μετά την Αναγέννηση, που άρχισε με το μπαρόκ και τέλειωσε με το ρομαντισμό, ήταν η χρυσή περίοδος των τριών αιώνων του μουσικού ακροάματος. Τότε ακούμε τα κοντσέρτα του Βιβάλντι, τους κανόνες του Μπαχ, τα λεπταίσθητα μηνύματα του Μότσαρτ, τους μπετοβενικούς διαλόγους με τον άνθρωπο. Κι ακόμα, τον υπέρλαμπρο λόγο των ποιητών της θεατρικής σκηνής, του Γκαίτε, του Σίλλερ, του Λέσινγκ και των άλλων.

Τώρα, το κυρίαρχο θέαμα, η τηλεόραση, προμηνύει – κατά τους απαισιόδοξους μελλοντολόγους και κοινωνιολόγους – τον ερχομό ενός νέου απάνθρωπου Μεσαίωνα.

Ας απομακρύνουμε την απειλή, επιχειρώντας, ως συνειδησιακή επιταγή, την ενδύναμη φόρτιση των μαζικών μέσων ακροάματος και θεάματος με τις αξίες του ουμανιστικού πολιτισμού.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σε συνέντευξη στην εκπομπή μου «Σύγχρονη πνευματική Ελλάδα» (ΕΙΡ), το 1963.

[2] Βλ. για τον Ντίμη Αποστολόπουλο αφιέρωμα του περιοδικού Νέα Εστία, 15.4.64, όπου και Γ. Κάρτερ: «Ο Ντίμης Αποστολόπουλος και το ραδιόφωνο». Επίσης, Γ. Κάρτερ, Ραδιόφωνο και Τηλεόραση, Γκόνης, 1966, σ. 39-45 και Γ. Κάρτερ, «Η λυρική καθημερινότητα του Ντίμη Αποστολόπουλου», περ. Τομές, Δεκ. 1976.

[3] Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Σύγχρονη πνευματική Ελλάς» κι ο Διον. Ρώμας παραδέχεται: «Η σημαντική εξέλιξη που έλαβε το ραδιόφωνο τα τελευταία χρόνια, μας δίνει ασφαλώς το δικαίωμα να το κατατάξουμε μέσα στον κύκλο των τεχνών».

[4] Ήταν τα ψευδώνυμά μου.

[5] Κοινωνιολογία της Ραδιο-τηλεόρασης, I. Ν. Ζαχαρόπουλος, σ. 117.

[6] Γ. Κάρτερ, Κείμενα Επικοινωνίας, Δίφρος, 1981, σ. 43-52.

 

Γιώργος Ν. Κάρτερ (1928-2012)

Ο Γιώργος Κάρτερ ήταν λογοτέχνης, κριτικός θεάτρου και τηλεόρασης.

Επιστημονικό Συμπόσιο, «Η εκρηκτική εικοσαετία 1949-1967», 10-12 Νοεμβρίου 2000. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας [Ιδρυτής Σχολή Μωραΐτη]  – Πρακτικά, Αθήνα, 2002.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Trio El Greco – Οι δύο σχολές της Βιέννης | Φρούριο Παλαμηδίου Ναύπλιο


 

Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας, στα πλαίσια των εκδηλώσεων «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» που διοργανώνει το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού το καλοκαίρι του 2020, προσκαλεί σε συναυλία που θα γίνει στο Φρούριο του Παλαμηδίου  την Παρασκευή 31 Ιουλίου στις 7.30 το απόγευμα.

 

Trio El Greco

 

Έργα Χάυντν, Σούμπερτ και Σκαλκώτα επέλεξαν τα μέλη του Trio El Greco για το πρόγραμμα με τίτλο «Οι δύο Σχολές της Βιέννης» που θα παρουσιάσουν στο Παλαμήδι  Ναυπλίου.

Το πρώτο μέρος της συναυλίας εστιάζει σε δύο μουσουργούς που επηρεάστηκαν εξίσου από την κλασική και τη λαϊκή παράδοση, στον Γιόζεφ Χάυντν με το Τρίο για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο σε σολ μείζονα, αρ. 39 «Gypsy» και στον Νίκο Σκαλκώτα με τις 8 Παραλλαγές σε παραδοσιακό θέμα για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο.

Στο δεύτερο μέρος το δημοφιλές σχήμα μουσικής δωματίου, που απαρτίζεται από τους Θοδωρή Ιωσηφίδη (πιάνο), Φαίδωνα Μηλιάδη (βιολί) και Αλέξη Καραϊσκάκη Νάστο (τσέλο), ανατρέχει στον βιεννέζικο Ρομαντισμό μέσα από μία από τις πλέον εμβληματικές συνθέσεις του Φραντς Σούμπερτ, το περίφημο Τρίο για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο σε μι ύφεση μείζονα, έργο 100.

 

Φρούριο Παλαμηδίου

 

Στον θεσμό «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» συμμετέχουν οι εξής πολιτιστικοί οργανισμοί:

Εθνικό Θέατρο, Εθνική Λυρική Σκηνή, Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, MOMus, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης, Λύκειο Ελληνίδων, Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Πολιτιστικός Οργανισμός ΝΕΟΝ.

Οι Διευθύνσεις Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αρχαιολογικών Μουσείων Εκθέσεων και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και οι συνεργαζόμενες Εφορείες Αρχαιοτήτων συνέβαλαν καθοριστικά στην υλοποίηση του φετινού προγράμματος, ξεπερνώντας τις χρονικές δυσκολίες και τις ιδιαίτερες συνθήκες καθώς το πρόγραμμα διαμορφώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα.

 

Χρήσιμες πληροφορίες

 

Οι εκδηλώσεις προσφέρονται δωρεάν από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Το μόνο αντίτιμο είναι το εισιτήριο για την είσοδο σε κάθε χώρο, όπου υπάρχει. Είναι υποχρεωτική η προκράτηση θέσης.

Σημειώνουμε ότι οι θεατές θα πρέπει να τηρούν τις οδηγίες και συστάσεις της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων COVID-19 του Υπουργείου Υγείας για την ασφαλή προσέλευση στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία. Ισχύει ο κανόνας της απόστασης των 1,5 μέτρων κατ’ ελάχιστον για ανοικτούς χώρους και 2 μέτρων για κλειστούς χώρους. Στα μουσεία είναι υποχρεωτική η χρήση μάσκας.

Για λόγους ασφαλείας και για την αποφυγή καθυστερήσεων και συνωστισμού συνιστάται η έγκαιρη προσέλευση, 1 – 1, 5 ώρα πριν από την έναρξη της εκδήλωσης. Η προσέλευση και η αποχώρηση από το χώρο των εκδηλώσεων γίνεται με τη χρήση μάσκας.

Οι εκδηλώσεις προσφέρονται δωρεάν από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Το μόνο αντίτιμο είναι το εισιτήριο για την είσοδο σε κάθε αρχαιολογικό χώρο, όπου υπάρχει.

Μέγιστος αριθμός θεατών: 80.

Ώρα προσέλευσης: 19:00
Ώρα έναρξης: 19:30

Είναι υποχρεωτική η προκράτηση θέσης. Οι προκρατήσεις στη διεύθυνση: https://digitalculture.gov.gr/…/oli-i-ellada-enas-politism…/

 

«Στο Ελάχιστο Μόλις» – Μαρία Α. Βελιζιώτη


 

Κυκλοφορεί η τρίτη ποιητική συλλογή της Αργείας φιλολόγου και καθηγήτριας Μέσης Εκπαίδευσης,  Μαρίας Βελιζιώτη με τίτλο «Στο Ελάχιστο Μόλις», από τις εκδόσεις της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.

Για τη νέα ποιητική συλλογή, γράφει, ο θεατρικός σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής, θεωρητικός του κινηματογράφου και αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου όπου διδάσκει υποκριτική και σκηνοθεσία, Γιάννης Λεοντάρης.

 

Δωρικές Ρωγμές

 

Στο Ελάχιστο Μόλις

Στο μικρό προλογικό σημείωμα που επιχείρησα να συντάξω για την έκδοση των ποιημάτων της Μαρίας Βελιζιώτη, πρότεινα τον τίτλο Δωρικές Ρωγμές. Ο τίτλος αυτός σημαίνει μία ιδιόμορφη αντίφαση. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η αντίφαση θεωρώ ότι ενεργοποιεί τον σπινθήρα της υψηλής θερμοκρασίας στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη. Η ρωγμή είναι το αναπόφευκτο τραύμα μέσα στο οποίο γεννιέται η ποίηση. Η ίδια η ποίηση είναι από τη φύση της μία συνθήκη τραυματική, από τη στιγμή που ο λόγος της είναι εξόριστος και ξένος σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί ο κοινός λόγος, και σε ένα κόσμο τις τύχες του οποίου αποφασίζουν όχι οι ποιητές αλλά οι σε εισαγωγικά «ορθώς σκεπτόμενοι».

Ο περί ποίησης λόγος λοιπόν δεν πρέπει να λησμονεί την εγγενή ρωγμή του ποιητή. Αλλά και ο ίδιος ο ποιητής είναι καταδικασμένος να γράφει κοιτώντας διαρκώς στον καθρέφτη την ραγισμένη όψη του. Μέσω αυτής της οδού συναντά τον αναγνώστη του και μόνον έτσι, η ανάγνωση δεν παραμένει μια συμβατική καθημερινή ενασχόληση αλλά αναβαθμίζεται σε εμπειρία αυτογνωσίας, οδυνηρή, στοχαστική αλλά ταυτόχρονα απολαυστική, αποκαλυπτική, ερωτική. Αν ο αναγνώστης δεν μπει στα επικίνδυνα μονοπάτια της υπέρβασης, δεν μπει δηλαδή στον κόπο του ποιητή δεν θα καταστεί ποτέ συνένοχος της ποίησης, θα παραμείνει εγκλωβισμένος στις συμβάσεις του κοινού λόγου. Γράφει ο Σάββας Μιχαήλ στο εμβληματικό του κείμενο Homo Poeticus.

 

«H εξορία του ποιητή είναι το μέτρο της αποξένωσης του ανθρώπου Εξόριστος ο ποιητής από τον τόπο, εκτός τόπου εν παντί τόπω, διαμένει στον Ού-Τόπο αυτού που δεν υπάρχει ακόμα, στην κατοικία που αναζητά ακόμα ο άνθρωπος επί της γης. Εξόριστος είναι ο ποιητής και από τον χρόνο του, εκτός χρόνου εν παντί χρόνω (…) Ο Ποιητής, όπως κι ο επαναστάτης, μένει πιστός στην εποχή του και ταυτόχρονα εξόριστος απ΄την πατρίδα του μέσα στον χρόνο, σε ρήξη με όσα και όσους την διαφεντεύουν, εκτός νόμου, σε διωγμό. Είναι παρά-φωνος σε σχέση με την φωνή των κυρίαρχων. Κ’είναι αυτή η παραφωνία, που διαταράσσει τον «κοινό λόγο», τον κοινό τόπο, τον κοινό χρόνο, τον «κοινό νου» (…)

 

Επομένως μέσα από τις ρωγμές του ο ποιητής διαταράσσει κάθε συμβατικότητα, κάθε κανονικότητα. Ποίηση χωρίς ρωγμές δεν υπάρχει. Και κάθε ανάγνωση που επιχειρώ στα ποιητικά κείμενα διακόπτεται βίαια και οριστικά, όταν διαπιστώσω ότι η ποιητική γραφή είναι αρραγής, και καλά θωρακισμένη στην αυταρέσκειά της.  Η ποίηση της Μαρίας Βελιζιώτη βρίσκεται στη άλλη πλευρά του λόφου. Εκεί όπου τα τραύματα του ποιητή συνομιλούν με τις αγωνίες του αναγνώστη, γεννώντας έναν διάλογο ισότιμο και παρηγορητικό. Η Βελιζιώτη ευθύς εξαρχής εξομολογείται τους οδυνηρούς σταθμούς της διαδρομής της και τους εκθέτει γενναιόδωρα στον αναγνώστη:

« Το όνειρο πάντα θα μας υπερβαίνει » γράφει, και σηματοδοτεί έτσι την απελπιστική απόσταση ανάμεσα στο επιθυμητό και το βιωμένο.

 

Είπες και τόσο πυρπολήθηκαν τα μάτια

που γέμισε καπνό η απόγνωση

και δεν υπήρχε ρυτίδα

δεν υπήρχε αίμα να τρέξει

να φανεί ότι τα χρόνια συλλογισμένα στέκονται

στην απορία τους

νοσταλγώντας την αμεροληψία της άγνοιας

 

Η πορεία της ποίησης της Βελιζιώτη δεν είναι μονοσήμαντη. Δεν πέφτει στην παγίδα μιας κλειστής σχέσης με το ίδιο της το τραύμα. Δεν αναπαράγει ναρκισσιστικά την απόγνωση, δεν κραυγάζει την εξορία της. Αντίθετα, έχει τις κεραίες της ανοιχτές σε ό,τι μπορεί να λειτουργήσει παρηγορητικά ή παραδειγματικά, σε ό,τι έξω από το κλειστο δωμάτιο και την ανθρώπινη μοναξία, μπορεί να επουλώσει ή έστω να υπερβεί την οδύνη της συνειδητότητας. Τι μπορεί να είναι αυτό ; Τα άστρα, η θάλασσα, η γη, ο αέρας, ο ήλιος, ο βράχος:

 

Ας διδαχτούμε από τους βράχους

των γραμμών τους τη σύγκλιση

και την απόκλισή τους

τις χειρονομίες και τις μορφές

έτσι όπως γεννιούνται ξαφνικά ή μακροπρόθεσμα

 

Ενέργεια αυτοδύναμη

πλέγματα

προσχέδια και σχέδια

αντίκρυ στης φύσης την υπερβολή

της ερωμένης των άκρων

 

Ας εμπεδώσουμε την αρμονία

εξακριβωμένη στη δομική διαπλοκή της

που μεταγγίζεται μέσα από τη μεταφυσική της ύλης

τη διορατικότητά της

ότι ο άνεμος σφυροκοπώντας

θα την αλλάξει

ότι θα φέρει νέα σχήματα

απλά ή δαιδαλώδη

στο μάρμαρο, στον πορφυρίτη, στον ασβεστόλιθο

 

Ανάμεσα στην ιαματική υπέρβαση που σηματοδοτεί η φύση με τα στοιχεία και τα στοιχειά της και την έρημο του κλειστού δωματίου, οι στίχοι της Μαρίας Βελιζιώτη, κεντρίζουν, άλλοτε μελαγχολικά και άλλοτε οδυνηρά, τις προσδοκίες του αναγνώστη. Στίχοι πυκνοί («Το αύριο δεν εξουσιάζεται / και η ζωή θα είναι πάντα χτεσινή »),  εικονοποιία απροσδόκητη και τολμηρή (« Στα μέσα νερά μιας θάλασσας πικρης / εκεί που οι μύθοι βυθίζονται αυτόπρυμνοι… »),  εισάγουν από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη σε ένα ιδιόμορφο και απαιτητικό ποιητικό σύμπαν.

 

Γιάννης Λεοντάρης

 

Μαρία Βελιζιώτη

Η σχέση με τον εαυτό εξελίσσεται σε αναμέτρηση με έναν ανελέητο καθρέφτη: «Αυτός είναι ο τρόπος / κι ο κίνδυνος / σα δυνατό χαλάζι / σα μαύρο αίμα / για μας που ψάχνουμε αφορμές / να ντύσουμε την απληστία με έρωτες / πολεμιστές / πίσω από το βασιλιά εαυτό μας.»

Η συνείδηση του οδυνηρού είναι,  στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη, χτίζει σιγά σιγά και μεθοδικά το οικοδόμημα της θλίψης. Το οικοδόμημα αυτό όπως ήδη είπα, δεν είναι κλειστό, δεν απειλείται από ασφυξία, γιατί κάπου εκεί μακριά, δίπλα, μέσα, και κυρίως ανάμεσα, καραδοκεί το ψύχραιμο και ατάραχο βλέμμα της φύσης. Το βλέμμα του ήλιου και του ανέμου « κοιτάζει » τόσο το μοναχικό εγώ όσο και την απόγνωση του  εμείς,  προσδίδοντας στη θλίψη αυτή, πνοή ποιητική:

«‘Ηταν μια μέρα αναποφάσιστη / κάτι χορτάρια σαλεύανε στη σκόνη / κάποιοι περπατούσαν στην απόγνωση / κάποιοι πέθαιναν απροσδόκητα / για κάποιους άλλη αυγή δε θα ξημέρωνε / έπεφτε ξαφνικά ο θάνατος / κι η σωτηρία ένα παιχνίδι καθώς ο ήλιος ξεψυχούσε». Η σιωπή των πραγμάτων τρέφει την ανάσα της γραφής.

Θα κλείσω αυτή τη σύντομη απόπειρα γνωριμίας με την αναφορά σε αυτό που στην αρχή ονόμασα « δωρικό» στοιχείο στην ποίηση της Βελιζιώτη.

Η ποίηση της Βελιζιώτη έχει μορφή λιτη, ύφος σχεδόν δωρικό. Αρνείται να βαρύνει την όψη της με στολίδια.  Δεν επιχειρεί μορφικές ακροβασίες ούτε σε επίπεδο γλωσσικό ούτε σε επίπεδο ποιητικού ρυθμού. Οι εικόνες της δεν συνομιλούν ούτε με τους ιμπρεσσιονιστές ούτε με τους υπερρεαλιστές ζωγράφους. Κι όμως: η ποίησή της έχει στέρεο εσωτερικό ρυθμό και φιλοτεχνεί πλούσια εσωτερικά τοπία. Ακριβώς αυτή η δυνατότητα της σύνθεσης των αντιθέτων θαρρώ πως αποτελεί και την πολυτιμότερη αρετή της γραφής της Μαρίας Βελιζιώτη: ένα ευάλωττο σύμπαν αισθημάτων γεμάτο αποχρώσεις και ημιτόνια,  σε μια αυστηρή και λιτή όψη γραφής. Με τις λύσεις των  αινίγμάτων της (όπως αυτό του πολύσημου τίτλου της συλλογής: Λευκή) καλά φυλαγμένες για όποιον θα κάνει τον κόπο να αναμετρηθεί μαζί τους.

Κι όμως, από την αυστηρή αυτή «πηγή» αναβλύζουν πλούσιοι χυμοί γεμάτοι από τις ρωγμές της βαθείας ποιητικής συνείδησης. Αναβλύζει η σιωπηλή επίκληση του ‘Αλλου. Αυτή δεν είναι άλλωστε η κοινή αγωνία του ποιήματος και του αναγνώστη του;

 

Γιάννης Λεοντάρης

Αρχαία Ασίνη – Γεωργία Ήβου (Αρχαιολόγος)


 

Το εντυπωσιακό φυσικό τοπίο της χερσονήσου Καστράκι, η γοητεία που αποπνέει το όνομα της Ασίνης, οφειλόμενη σε μεγάλο βαθμό στο ποίημα του νομπελίστα ποιητή Γ. Σεφέρη, και τα αποτελέσματα της αρχαιολογικής έρευνας οδηγούν πλήθος επισκεπτών στο λόφο που ταυτίζεται με τον πυρήνα της αρχαίας Ασίνης. Σ’ αυτό συμβάλλει καθοριστικά το γεγονός της γειτνίασης της θέσης με τουριστικά θέρετρα της Αργολίδας, καθώς η αρχαία Ασίνη βρίσκεται μόλις 1 χλμ. ανατολικά του παραθεριστικού οικισμού του Τολού, ανάμεσα σε δύο πολυσύχναστες παραλίες του Αργολικού κόλπου, την Ψιλή Άμμο στο Τολό και την παραλία της Πλάκας στο Δρέπανο.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Ασίνης.

 

Η καταστροφή μεγάλου μέρους των αρχαιοτήτων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου καθιστούσε μέχρι λίγα χρόνια πριν την επίσκεψη στο λόφο μια όμορφη, φυσιολατρική περιήγηση, η οποία ενείχε στοιχεία περιπέτειας, εάν λάβει κανείς υπόψη του τα απόκρημνα σημεία του βραχώδους τοπίου και την οργιώδη βλάστηση που κάλυπτε μονοπάτια, στρατιωτικά ορύγματα και τα λιγοστά αρχαία κατάλοιπα. Οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας, στο πλαίσιο του ενταγμένου στο ΕΣΠΑ έργου «Ασίνη-Ακρόπολη Αρχαίας Ασίνης, Αναμόρφωση Αρχαιολογικού Χώρου Καστράκι», διαμόρφωσαν έναν αρχαιολογικό χώρο, όπου τα ισχνά πια ίχνη της μακραίωνης ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή ανασυστάθηκαν με συμβατικά και σύγχρονα μέσα. Συνειδητή επιλογή του προγράμματος ήταν η ισότιμη παρουσίαση της πρόσφατης ιστορίας του αρχαιολογικού χώρου, με κομβικά σημεία τις σουηδικές ανασκαφές της δεκαετίας του 1920 και την κατάληψη του λόφου από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παράλληλα ο συνολικός σχεδιασμός των παρεμβάσεων ενσωμάτωσε τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για τη λειτουργική οργάνωση και ασφάλεια ενός αρχαιολογικού χώρου στις διαμορφωμένες από προηγούμενες χρήσεις κατασκευές, προκειμένου να αποφευχθεί η αισθητική επιβάρυνση του φυσικού τοπίου.

Ο παρών οδηγός επιχειρεί να ζωντανέψει τη διαχρονική ιστορία του τόπου, με επίκεντρο τον πρόσφατα διαμορφωμένο αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Ασίνης, προσφέροντας ένα χρήσιμο βοήθημα στον σημερινό επισκέπτη. Η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή, πολυετής αλλά αποσπασματικά αποτυπωμένη στο χώρο, θα αποκαλυφθεί με ουσιαστική αφορμή την περιήγηση στο λόφο Καστράκι.

 

Το Τολό τη δεκαετία του 1920. Η λήψη είναι από το λόφο της Μπαρμπούνας. Αρχείο του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Ονομασία – ταύτιση θέσης

 

Ο λόφος με το όνομα Καστράκι ή Παλιόκαστρο είχε ταυτιστεί ήδη από τα μέσα του 19ου αι. με τη θέση που κατείχε η ομηρική Ασίνη. Πρώτος ο E. Curtius, το 1852, στο έργο Peloponnesos: eine historisch-geographische Beschreibung der Halbinsel, υποστήριξε πως ο απόκρημνος λόφος μεταξύ των μικρών χωριών του Τολού και του Δρεπάνου, που προέβαλλε μέσα στη θάλασσα, ήταν η «κατά βαθύν τον κόλπον έχουσα» Ασίνη της Ιλιάδας. Αυτή είναι και η μοναδική αναφορά της Ασίνης στον Όμηρο, στον κατάλογο νηών, ως μία από τις πόλεις της Αργολίδας που συμμετείχαν με πλοία στην τρωική εκστρατεία υπό τη διοίκηση του Αργείου βασιλιά Διομήδη. Την ταύτιση της θέσης με την αρχαία Ασίνη αποδέχτηκε και διέδωσε περαιτέρω ο Σλίμαν. Σήμερα, Ασίνη ονομάζεται το χωριό που βρίσκεται στη διαδρομή από το Ναύπλιο προς το Καστράκι, 1,5 περίπου χλμ. βορειότερα από το λόφο. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το χωριό ονομαζόταν Τζαφέραγα.

 

Χαρακτηριστικά θέσης

 

Η χερσόνησος Καστράκι συνδέεται με τη στεριά με μια λωρίδα γης πλάτους περίπου 100 μ. Σύμφωνα με τον E. Zangger, η σημερινή μορφή του λόφου είναι αποτέλεσμα της έντονης γεωλογικής αστάθειας που επηρέασε τα παράλια του Αργολικού κόλπου έως το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ.

 

Άποψη της χερσονήσου «Καστράκι» από τα δυτικά (φωτ. «Αρχαιολογία και Τέχνες)».

 

Το Καστράκι, με μήκος 350 μ. (Β-Ν) και πλάτος 140 μ., περιβάλλεται σήμερα σχεδόν κατά το ήμισυ από θάλασσα. Από την πλευρά της θάλασσας, στα νότια, ο λόφος είναι δυσπρόσιτος, με απόκρημνα ψηλά βράχια. Το ύψος του φτάνει τα 52 μ. Στα βορειοδυτικά, ο βράχος ενώνεται με τη στεριά με ομαλή πλαγιά. Η πλαγιά αυτή ονομάστηκε από τους Σουηδούς ανασκαφείς «Κάτω Πόλη», σε αντιπαραβολή με τη βραχώδη κορυφή του λόφου που χαρακτηρίστηκε ως «ακρόπολη». Οι συμβατικές αυτές ονομασίες έχουν καθιερωθεί στη διεθνή βιβλιογραφία.

 

Η αρχαία Ασίνη μετά την ολοκλήρωση των πρώτων σουηδικών ανασκαφών. Άποψη από το λόφο της Μπαρμπούνας. Αρχείο του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Στα βορειοδυτικά βρίσκεται ο ύψους 92 μ. λόφος της Μπαρμπούνας, ο οποίος προστατεύει το Καστράκι από τους δυνατούς βόρειους ανέμους. Φυσική προστασία από τους ανέμους που έρχονται από τα δυτικά προσφέρει και το νησάκι της Ρόμβης απέναντι από το Τολό, δημιουργώντας έτσι έναν ασφαλή τόπο ελλιμενισμού στον μικρό κόλπο που σχηματίζεται αμέσως δυτικά από το Καστράκι. Η διπλά προνομιούχα φυσική θέση, οχυρή και προστατευμένη από τους ανέμους, φαίνεται πως συνέβαλε καθοριστικά στην επιλογή της περιοχής για εγκατάσταση ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. και καθόρισε τα χαρακτηριστικά της εξέλιξής της στους αιώνες που ακολούθησαν.

 

Ανασκαφές

 

Τη δεκαετία του 1920, Σουηδοί αρχαιολόγοι, υλοποιώντας ένα φιλόδοξο ανασκαφικό πρόγραμμα, έφεραν στο φως ένα πολύπλοκο μωσαϊκό πολλαπλών φάσεων κατοίκησης, στο οποίο αποτυπωνόταν η ιστορία της περιοχής για 3.000 και πλέον χρόνια. Πτυχές που αφορούν την καθημερινότητα των κατοίκων της Ασίνης συνεχίζουν να αποκαλύπτονται μέχρι σήμερα, ως αποτέλεσμα της ανασκαφικής έρευνας αλλά και της μελέτης παλαιού και νέου υλικού. Από το 1970 έως και το 1990, το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών ανέλαβε τη διενέργεια ανασκαφών σε επιλεγμένες θέσεις ενώ μεμονωμένες έρευνες πραγματοποιήθηκαν και από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας. Τέλος, το πρόσφατο έργο διαμόρφωσης του αρχαιολογικού χώρου έδωσε τη δυνατότητα να «εντοπιστούν εκ νέου» και να επανεξεταστούν αρχαία κατάλοιπα που είχαν λησμονηθεί με την πάροδο των χρόνων και παράλληλα να προβληθούν μνημεία από τη νεότερη ιστορία του τόπου.

 

Ασίνη. Εργασίες δίπλα στα οχυρώματα έγιναν το 1922 και το 1926. Οι άνδρες έσκαβαν και έκαναν μεταφορές με τις χειράμαξες, ενώ οι γυναίκες φτυάριζαν χώμα. Το καλοχτισμένο τείχος αριστερά υποστηρίζει τις σκάλες που ανεβαίνουν στην ακρόπολη από την ανατολική πλευρά. Ίσως το 1926 (Αρχείο Ασίνης).

 

Ασίνη. Άνδρες και αγόρια στον προμαχώνα της ανατολικής πλευράς του κυκλικού οχυρώματος της ακροπόλεως. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Για την ενασχόληση των Σουηδών με την Ασίνη αφορμή στάθηκε ένα ταξίδι του τότε πρίγκιπα και μετέπειτα βασιλιά της Σουηδίας Γουστάβου Αδόλφου ΣΤ΄, το φθινόπωρο του 1920. Στην επίσκεψη αυτή, ο πρίγκιπας συνοδευόταν από τον Έλληνα νομισματολόγο Ι. Σβορώνο. Λίγους μήνες πριν, ο Σβορώνος είχε στρέψει την προσοχή αρχαιολόγων της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ασίνη, οι οποίοι είχαν προχωρήσει σε μια αρχική καταγραφή και αποτύπωση της θέσης. Μετά την εκδήλωση ενδιαφέροντος για την ανάληψη της ανασκαφής από την πλευρά του πρίγκιπα Γουστάβου, οι Γάλλοι αποσύρθηκαν. Ασαφούς έκτασης ανασκαφική έρευνα στα βορειοανατολικά του λόφου αναφέρεται πως είχε πραγματοποιηθεί στα τέλη του 19ου ή στις αρχές του 20ού αι. από τον εκπαιδευτικό Ιωάννη Κοφινιώτη, χωρίς περαιτέρω καταγεγραμμένα στοιχεία.

 

Ασίνη. Οι αρχαιολόγοι γευμάτιζαν κοντά στο ναό της Παναγίας. Εδώ ο Διάδοχος Γουσταύος Αδόλφος. Συχνά το μεσημεριανό αποτελείτο από σαρδέλες και αβγά, όπως εδώ. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Ασίνη. Όλοι έβαλαν τα καλά τους για την ομαδική φωτογραφία. Αριστερά ο κύριος Νικόλας Γριμάνης, που ήταν φύλακας στο Μουσείο του Ναυπλίου και εργάστηκε ως προϊστάμενος των εργατών σε όλες τις ανασκαφικές περιόδους. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Δύο σχεδόν χρόνια μετά την επίσκεψη του πρίγκιπα, την άνοιξη του 1922, ξεκίνησε η ανασκαφή. Η προετοιμασία της περιελάμβανε μεταξύ άλλων την απαραίτητη αλληλογραφία μεταξύ του ελληνικού και του σουηδικού κράτους, την εξασφάλιση πόρων, τη στελέχωση της επιστημονικής ομάδας, τη συγκέντρωση και τη μεταφορά του εξοπλισμού με τα μέσα της εποχής. Την προκαταρκτική μελέτη της θέσης ανέλαβε ο Axel Persson, κλασικός αρχαιολόγος στο πανεπιστήμιο της Lund, ο οποίος ορίστηκε έπειτα συνδιευθυντής της ανασκαφής μαζί με τον Otto Frödin, αρχαιολόγο με σημαντική ανασκαφική εμπειρία. Ο Γουστάβος έγινε πρόεδρος της Επιτροπής Ασίνης στη Σουηδία, συμμετείχε στην ανασκαφή το φθινόπωρο του 1922 και συνέβαλε καθοριστικά στη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της το 1938, οκτώ χρόνια μετά την ολοκλήρωσή της.

 

Σύντομη αρχαιολογική επισκόπηση

 

Η άφιξη των πρώτων κατοίκων στην περιοχή τοποθετείται στην 6η χιλιετία π.Χ., όπως συνάγεται από την εύρεση νεολιθικών οστράκων στα βαθύτερα στρώματα των ανασκαφών στους πρόποδες της Μπαρμπούνας. Κατά την 3η χιλιετία π.Χ. (Πρωτοελλαδική περίοδος), ο οικισμός φαίνεται πως αναπτύσσεται στην Κάτω Πόλη και σε πλατώματα της ακρόπολης ενώ στο πρώτο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. (Μεσοελλαδική περίοδος), ο οικισμός της Κάτω Πόλης επεκτείνεται και σταδιακά καταλαμβάνει και τμήμα της νότιας πλαγιάς της Μπαρμπούνας. Ανατολικά από το Καστράκι, εκεί όπου σήμερα λειτουργεί εγκατάσταση κάμπινγκ, ανασκάφηκε τμήμα μεσοελλαδικού νεκροταφείου, όπου οι ταφές οργανώνονταν μέσα και γύρω από έναν κυκλικό λιθόκτιστο τύμβο.

Τα ευρήματα από το νεκροταφείο και τον οικισμό των μυκηναϊκών χρόνων εναρμονίζονται με τη σύντομη αλλά ενδεικτική αναφορά του Ομήρου για την Ασίνη ως μια πόλη που συνδέεται άμεσα με τη θάλασσα. Η άνθηση του εμπορίου κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο και η ύπαρξη των μεγάλων ανακτόρων των Μυκηνών, της Τίρυνθας και της Μιδέας στην Αργολίδα φαίνεται πως έδωσαν τη δυνατότητα στους κατοίκους της παραθαλάσσιας Ασίνης να λάβουν ενεργά μέρος στο διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ των αργολικών ανακτόρων και των κέντρων της Μεσογείου. Από τους χρόνους αυτούς, εντοπίστηκε και ανασκάφηκε μικρό μόνο τμήμα νεκροταφείου θαλαμωτών τάφων στην ανατολική πλευρά του λόφου της Μπαρμπούνας, με πλούσια και συχνά εξωτικής προέλευσης κτερίσματα. Αντίθετα με τα ευρήματα από τους θαλαμωτούς τάφους, ο σύγχρονός τους οικισμός δεν εντυπωσιάζει. Αναπτύσσεται κυρίως στην περιοχή της Κάτω Πόλης ενώ κατάλοιπα οικιών της περιόδου έχουν βρεθεί τόσο στη νότια πλαγιά της Μπαρμπούνας όσο και στην επίπεδη έκταση στα ανατολικά από το Καστράκι.

Η ζωή στην Ασίνη συνεχίζεται και μετά το τέλος του μυκηναϊκού κόσμου, χωρίς να καταγράφεται ανασκαφικά κάποια καταστροφή, εγκατάλειψη ή άλλου είδους διακοπή στην κατοίκηση. Από τους υπομυκηναϊκούς χρόνους και σε όλη τη διάρκεια της Γεωμετρικής περιόδου, η δραστηριοποίηση στο Καστράκι και γύρω από αυτό είναι συνεχής. Τους χρόνους αυτούς η οικονομία του οικισμού φαίνεται πως βασιζόταν κυρίως σε ό,τι πρόσφεραν η γη και η θάλασσα. Στην κορυφή της Μπαρμπούνας ανασκάφηκε μικρό ναϊκό οικοδόμημα που ήταν σε χρήση από το τέλος του 8ου έως τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Ερευνητές ταύτισαν το Ιερό με εκείνο του Απόλλωνος Πυθαίου, που αναφέρεται μερικούς αιώνες αργότερα από τον Παυσανία. Σήμερα, την κορυφή του λόφου καταλαμβάνει η τσιμεντένια βάση ενός αντιαεροπορικού πολυβόλου και οχυρωματικά έργα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στο τέλος της Γεωμετρικής περιόδου, γύρω στο 700 π.Χ., καταγράφεται η εγκατάλειψη της θέσης από τους κατοίκους της, ύστερα από πολιορκία των Αργείων. Σύμφωνα με τον Παυσανία, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους, όταν δέχτηκαν επίθεση από το Άργος ως αντίποινα για τη βοήθεια που είχαν προσφέρει στους Λακεδαιμόνιους σε εκστρατεία των τελευταίων στην αργολική επικράτεια. Επιβιβάστηκαν, λοιπόν, σε πλοιάρια και σύμφωνα με την παράδοση μετεγκαταστάθηκαν στην περιοχή της σημερινής Κορώνης, στον Μεσσηνιακό κόλπο, όπου ίδρυσαν νέα πόλη με το ίδιο όνομα. Η σύγχρονη έρευνα απέδειξε πως η περιοχή δεν ερημώθηκε πλήρως για τους επόμενους τέσσερις αιώνες, όπως πίστευαν οι πρώτοι ανασκαφείς. Μικρά λατρευτικά σύνολα από την ακρόπολη, ταφές των αρχών του 5ου αι. π.Χ. και αποσπασματικά ίχνη εγκατάστασης των κλασικών χρόνων στα ανατολικά του λόφου επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός ολιγάριθμου πληθυσμού στην περιοχή κατά τους αιώνες που ακολούθησαν την καταγεγραμμένη «εγκατάλειψή» της.

Η ζωή στην Ασίνη οργανώνεται με επίκεντρο το Καστράκι για ακόμα μία φορά γύρω στο 300 π.Χ. Τότε κτίζονται τα τείχη που περιβάλλουν μέχρι σήμερα το λόφο. Οικίες, εργαστηριακές εγκαταστάσεις, λατρευτικά σύνολα και τάφοι χρονολογούνται την ίδια περίοδο.

Όταν ο Στράβων επισκέπτεται την Ασίνη, στις αρχές του 1ου αι. μ.Χ., αντικρίζει ένα μικρό χωριό, ενώ έναν αιώνα αργότερα, στα μέσα του 2ου αι. μ.Χ., ο Παυσανίας στη θέση της παλιάς πόλης βλέπει μόνο ερείπια. Τον 4ο και στις αρχές του 5ου αι. μ.Χ., η Κάτω Πόλη κατοικείται ξανά. Νέα σπίτια κτίζονται πάνω στα ελληνιστικά συγκροτήματα κατοικιών, ορισμένα δε χρησιμοποιούν τμήματα των παλιότερων κτηρίων. Σε αυτή την περίοδο χρονολογούνται δύο μικρά λουτρά: το πρώτο, κατεστραμμένο σήμερα, βρισκόταν εξωτερικά των τειχών στα ανατολικά, και το δεύτερο διατηρείται ακόμα στο ανατολικό τμήμα της Κάτω Πόλης.

Από τότε και έως την καταγεγραμμένη παρουσία των Ενετών στην περιοχή του Τολού, κατά την περίοδο της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1715), οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την Ασίνη παραμένουν λιγοστές, καθιστώντας ελλιπή κάθε προσπάθεια καταγραφής του στίγματός της στα χρόνια του Βυζαντίου. Η διαμόρφωση της κεντρικής πύλης της πόλης των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων με πλακόστρωτη πρόσβαση ίσως είναι δόκιμο να τοποθετηθεί στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους ενώ μικρής έκτασης επισκευές και μετατροπές σε μέρος των τειχών, κυρίως στα βορειοδυτικά, θα μπορούσαν να έχουν πραγματοποιηθεί τη Βυζαντινή περίοδο.

Κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κατοχής, η Ασίνη θα καταληφθεί από το 433ο Μηχανοκίνητο Τάγμα της Μεραρχίας Πεζικού Piemonte. Η στρατηγική της θέση και ο φόβος μιας πιθανής απόβασης των Συμμάχων στις γειτονικές παραλίες του Τολού και της Πλάκας Δρεπάνου, θα οδηγήσουν στη μετατροπή του λόφου σε ένα σύγχρονο οχυρό, με παρατηρητήρια, πολυβολεία, αποθήκες υλικού, καταφύγια, τάφρους και βοηθητικά κτίσματα. Η κατασκευή τους θα καταστρέψει σε μεγάλο βαθμό τα αρχαία κατάλοιπα, τα οποία επιπλέον προσέφεραν έτοιμο οικοδομικό υλικό. Μετά τη λήξη του πολέμου, θα διαπιστωθεί το μέγεθος της καταστροφής που, σύμφωνα με το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης, ήταν «τελεία, ριζική και ολοκληρωτική».

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, τα ούτως ή άλλως λιγοστά εναπομείναντα κατάλοιπα υπέφεραν περαιτέρω από τη διάβρωση, την ανεξέλεγκτη βλάστηση, την έκθεση στις περιβαλλοντικές συνθήκες και την απουσία οποιουδήποτε μέτρου προστασίας και συντήρησης, συνθήκες που κατέστησαν δυσχερή για κάθε σύγχρονο επισκέπτη την ανασύσταση της διαδρομής του αρχαίου οικισμού. Η παρούσα περιήγηση θα ακολουθήσει τα μονοπάτια του διαμορφωμένου κατά το έργο ΕΣΠΑ αρχαιολογικού χώρου, με σταθμούς τα σωζόμενα αρχαία κατάλοιπα και τις πρόσφατες παρεμβάσεις, προσφέροντας στον επισκέπτη τη δυνατότητα να κατανοήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη μακρά ιστορία του τόπου, από το απώτερο παρελθόν έως τις μέρες μας.

 

Πρόσβαση στην αρχαία Ασίνη

 

Η αρχαία Ασίνη απέχει περίπου 15 λεπτά από την πόλη του Ναυπλίου. Από το Ναύπλιο και μέσω της λεωφόρου Ασκληπιού κινούμαστε ανατολικά έως τον κόμβο της Αγίας Ελεούσας. Στον ίδιο κόμβο καταλήγει κανείς ερχόμενος είτε από την Αθήνα, αποφεύγοντας την είσοδο στην πόλη του Ναυπλίου, είτε από την Επίδαυρο. Στην Αγία Ελεούσα επιλέγουμε την έξοδο προς Τολό/Δρέπανο. Αφού περάσουμε το χωριό Λευκάκια στα αριστερά μας, συνεχίζουμε ευθεία με κατεύθυνση προς Τολό. Έχοντας διασχίσει το χωριό της σύγχρονης Ασίνης, στον επόμενο κυκλικό κόμβο θα ακολουθήσουμε την έξοδο προς Καστράκι/Αρχαία Ασίνη. Μετά από 1.300 μ., στα αριστερά μας, βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος.

 

Λόφος της Μπαρμπούνας

 

Λίγο πριν φτάσουμε στον οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο στα δεξιά μας, υψώνεται ο λόφος της Μπαρμπούνας. Στην κορυφή, στις νότιες και ανατολικές πλαγιές του έχουν εντοπιστεί οικιστικά, λατρευτικά και ταφικά κατάλοιπα, που χρονολογούνται από την 6η χιλιετία π.Χ. έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Από αυτά, ο σημερινός επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να επισκεφθεί τμήμα μόνο του μυκηναϊκού νεκροταφείου στην ανατολική πλαγιά, καθώς οι αποκαλυφθείσες αρχαιότητες είτε έχουν καταστραφεί στο παρελθόν είτε δεν είναι προσβάσιμες.

 

Μυκηναϊκό νεκροταφείο

 

Στα δεξιά του δρόμου προς Καστράκι, 650 περίπου μέτρα μετά τον κυκλικό κόμβο στην έξοδο του χωριού της Ασίνης, ένας μικρός τσιμεντοστρωμένος δρόμος οδηγεί προς την περιοχή των ανεσκαμμένων θαλαμοειδών τάφων του μυκηναϊκού νεκροταφείου της Μπαρμπούνας. Λίγο πριν το τέλος του, 60 σχεδόν μέτρα από τον κεντρικό δρόμο, ανοίγεται στα αριστερά του ένα στενό χωμάτινο μονοπάτι. Ύστερα από 180 μ. το μονοπάτι καταλήγει σε υπό απαλλοτρίωση αγρό, όπου πραγματοποιήθηκε η σουηδική ανασκαφή των θαλαμοειδών τάφων. Κατά τη διάρκεια της περιήγησης, οι επισκέπτες θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί λόγω του έντονα επικλινούς εδάφους και της αυτοφυούς βλάστησης.

 

Ταφικός πίθος. 1900-1700 π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

Οι αναφορές των πρώτων ανασκαφέων κάνουν λόγο για 50 εντοπισμένους θαλαμοειδείς τάφους στην ανατολική και βόρεια πλευρά του λόφου. Από αυτούς, οι μέχρι σήμερα ανεσκαμμένοι μόλις και ξεπερνούν τη δεκάδα. Το νεκροταφείο ήταν σε χρήση από την ΥΕ ΙΙΒ έως και την ύστερη ΥΕ ΙΙΙΓ περίοδο.

Από τους λαξευμένους στον μαλακό βράχο τάφους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τάφος I. Στο θάλαμο και στις πλευρικές κόγχες του είχαν ταφεί τουλάχιστον 6-7 νεκροί, οι οποίοι συνοδεύονταν από πλήθος αντικειμένων. Στο θάλαμο οδηγούσαν δύο επικλινείς δρόμοι, οι οποίοι λαξεύτηκαν σε διαφορετικές φάσεις χρήσης του τάφου. Ο βορειότερος από αυτούς φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε, ίσως λόγω επικινδυνότητας, και κατόπιν διανοίχθηκε ο νότιος δρόμος. Σε αυτή τη φάση, ο κεντρικός θάλαμος επεκτάθηκε προς την πλευρά που κατέληγε ο νέος δρόμος. Ο ακανόνιστα κυκλικός κεντρικός θάλαμος συμπληρωνόταν από δύο πλευρικές κόγχες.

Από τον τάφο προέρχονται 80 αγγεία, εκ των οποίων 41 διακοσμημένα, σφραγιδόλιθοι και χάντρες με πρώτη ύλη από την Ινδία, την Αίγυπτο, τον Λίβανο, τη Μαύρη Θάλασσα, χρυσά και χάλκινα δακτυλίδια και άλλα μικροαντικείμενα από γυαλί, φαγεντιανή, οστό και ελεφαντόδοντο. Ο τάφος έχει μακρά περίοδο χρήσης, η οποία καλύπτει όλη τη διάρκεια λειτουργίας του νεκροταφείου. Μικρό δείγμα των πλούσιων κτερισμάτων από τους θαλαμωτούς τάφους εκτίθενται σήμερα στον πρώτο όροφο του Αρχαιολογικού Μουσείου Ναυπλίου.

 

Περιήγηση στο χώρο

 

Κάτοψη της χερσονήσου Καστράκι. 1. Πύλη – 2. Εκδοτήριο-πωλητήριο – 3. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου – 4. Αίθουσα πολυμέσων – 5. Κάτω Πόλη – 6. Οικία G – 7. Δεξαμενή – 8. Σπήλαιο – 9. Οικία Β – 10. Λουτρό – 11. Πιεστήριο – 12. Έκθεση ανασκαφών – 13. Στοά – 14. Ανατολική πύλη – 15. Ανατολικός πύργος – 16. Οικόπεδο Καρμανιόλα – 17. Πύργος Πρίγκιπα – 18. Πιεστήριο – 19. Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους – 20. Πρωτοελλαδική οικία – 21. Ιταλικό πολυβολείο – 22. Πιεστήριο – 23. Τείχη

 

  1. Πύλη

 

1. Πύλη

Μετά τις εργασίες του πρόσφατου έργου ΕΣΠΑ, η αρχαία πύλη χρησιμοποιείται και πάλι, αποτελώντας τη βασική είσοδο προς τον αρχαιολογικό χώρο, ενώ η επικλινής πρόσβαση στη βορειοδυτική πλευρά των τειχών εξυπηρετεί τους επισκέπτες με κινητικές δυσκολίες.

Η κύρια πύλη προς την πόλη βρισκόταν στο σημείο που τα τείχη συναντούσαν τον φυσικό βράχο. Ένας τετράγωνος πύργος στα βόρεια πρόσφερε περαιτέρω προστασία. Μεγάλο τμήμα από το εσωτερικό του πύργου καταστράφηκε από τη λειτουργία μιας ασβεστοκαμίνου στα ενετικά χρόνια. Η πύλη διαμορφώθηκε κατά την Ελληνιστική περίοδο, όταν κατασκευάστηκαν τα τείχη που περιβάλλουν το λόφο. Ωστόσο, η τελική της μορφή είναι το αποτέλεσμα μετασκευών με υλικό σε δεύτερη χρήση κατά τους ρωμαϊκούς, βυζαντινούς και ενετικούς χρόνους. Κατά την τελευταία της φάση χαρακτηριζόταν από επικλινή πλακόστρωτη πρόσβαση που κατέληγε σε μονολιθικό κατώφλι, μήκους 2,15 μ. Η πύλη έφραζε με δίφυλλη ξύλινη θύρα, η οποία ασφάλιζε εσωτερικά με αμπάρες που στερεώνονταν στους πλάγιους τοίχους. Ο επισκέπτης περνούσε κατόπιν σε ένα εσωτερικό δωμάτιο και ίσως μέσω σκαλοπατιών έμπαινε στην τειχισμένη πόλη.

Η πύλη υπέστη σοβαρές φθορές κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, έχει ανασυσταθεί η πλακόστρωτη, επικλινής πρόσβαση ενώ μια μεταλλική κλίμακα, μετά το εσωτερικό δωμάτιο, καλύπτει την υψομετρική διαφορά προς τον αρχαιολογικό χώρο.

 

  1. Εκδοτήριο-πωλητήριο

 

Αμέσως μετά την πύλη, στα αριστερά βρίσκεται το εκδοτήριο εισιτηρίων και πωλητήριο του αρχαιολογικού χώρου. Το κτήριο στεγάζεται σε μονόχωρο πετρόκτιστο κτίσμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο ανακατασκευάστηκε στο πλαίσιο του έργου ΕΣΠΑ. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής λειτουργούσε ως μαγειρείο. Οι πρόσφατες εργασίες αποκάλυψαν τρεις κτιστές εστίες για την παρασκευή φαγητού στον τοίχο απέναντι από την είσοδο. Ο αύλειος χώρος μπροστά από το κτίσμα καλυπτόταν με λιθόστρωτο.

 

  1. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου

 

Το λευκό εκκλησάκι που βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Πρόκειται για έναν απλό μονόχωρο ναό, ο οποίος πιθανολογείται πως έχει κτιστεί στη θέση τρίκλιτης βασιλικής. Κατάλοιπα τοίχων, παράλληλων με τις μακριές πλευρές της εκκλησίας στα βόρεια και στα νότια, ίσως ανήκουν σε πρωιμότερη φάση του ναού. Οι πρόσφατες εργασίες αποκάλυψαν δύο ακτέριστες ταφές μεταξύ της εκκλησίας και του παράλληλου προς βορρά τοίχου. Κατά τη διάνοιξη αυλάκων για την τοποθέτηση δικτύων εξωτερικά αυτού ήρθε στο φως κεραμική από το 12ο έως το 14ο αι. και αποτμήματα επιχρισμάτων, τα οποία ίσως προέρχονται από την επένδυση των τοίχων του παλαιότερου ναού.

 

3. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου

 

Στις 15 Αυγούστου, πλήθος κόσμου από τις γύρω περιοχές γεμίζει τον προαύλιο χώρο. Η εκκλησία υπάγεται στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Ασίνης.

 

  1. Αίθουσα πολυμέσων

 

Ο αύλειος χώρος μπροστά από την εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου περιβαλλόταν στα νότια και στα δυτικά από μικρά δωμάτια και ημιυπαίθριους χώρους σε διάταξη Γ. Τα δωμάτια εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του Ιερού Ναού και της τοπικής Εφορείας Αρχαιοτήτων, παλιότερα ωστόσο προσφέρονταν για διαμονή και διανυκτέρευση των πιστών. Τα τελευταία χρόνια, η δυτική πτέρυγα είχε υποστεί σημαντικές ζημιές, ορισμένοι δε τοίχοι της είχαν καταρρεύσει.

 

4. Αίθουσα πολυμέσων

 

Στο πλαίσιο του πρόσφατου έργου διαμόρφωσης, τμήμα της δυτικής πτέρυγας ανακατασκευάστηκε για να στεγάσει την αίθουσα πολυμέσων του αρχαιολογικού χώρου, όπου αναπτύσσονται ψηφιακές εφαρμογές με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της αρχαίας Ασίνης. Στη θέση του βορειότερου δωματίου της πτέρυγας, το οποίο είχε καταρρεύσει στο παρελθόν, δημιουργήθηκε ένας ημιυπαίθριος χώρος ανοικτός προς την Κάτω Πόλη και τον κόλπο του Τολού. Σε αυτή την πλευρά, εποπτικό υλικό ενημερώνει τους επισκέπτες για την περιπλάνηση του Γιώργου Σεφέρη στην Ασίνη της δεκαετίας του 1930.

 

  1. Κάτω Πόλη

 

5. Κάτω Πόλη

Από τον ημιυπαίθριο χώρο ο επισκέπτης έχει μια γενική εικόνα της περιοχής που ονομάστηκε Κάτω Πόλη από τους Σουηδούς ανασκαφείς. Σήμερα, στη θέση των πυκνών, σε μεγάλο ύψος σωζόμενων λειψάνων διαφορετικών οικοδομικών φάσεων που είχαν αποκαλυφθεί τη δεκαετία του 1920, υπάρχει ένα μεγάλο ανοιχτό σκάμμα, όπου παραμένουν ορατά ελάχιστα μόνο αρχαία κατάλοιπα, συνέπεια της ιταλικής παρουσίας και της φθοροποιού δράσης του χρόνου. Με εξαίρεση το μικρό ρωμαϊκό λουτρό μπροστά από την αίθουσα πολυμέσων, οι υπόλοιπες αρχαιότητες είτε έχουν ολοκληρωτικά καταστραφεί είτε σώζονται σε επίπεδο χαμηλής θεμελίωσης, παρουσιάζοντας ένα αποσπασματικό σύνολο που ελάχιστα ανταποκρίνεται στη διαχρονικότητα της κατοίκησης στην Κάτω Πόλη.

Στο χώρο αυτό αναπτύχθηκε ο οικισμός των μεσοελλαδικών, μυκηναϊκών, ελληνιστικών, ρωμαϊκών και υστερορωμαϊκών χρόνων της Ασίνης. Ισχνότερα ίχνη πρωτοελλαδικής και γεωμετρικής δραστηριότητας είχαν επίσης αποκαλυφθεί. Ακολουθώντας το μονοπάτι περιμετρικά της Κάτω Πόλης, ο επισκέπτης έχει πια τη δυνατότητα να αναγνωρίσει μια πιλοτική αναπαράσταση της μυκηναϊκής «Οικίας G» στα βόρεια, το στόμιο μιας ελληνιστικής δεξαμενής ενσωματωμένης κάποτε σε σύγχρονή της οικία στα δυτικά και τα κατάλοιπα της μεσοελλαδικής «Οικίας B» και του υστερορωμαϊκού λουτρού στα ανατολικά.

 

Πήλινο γυναικείο ειδώλιο από την Κάτω Πόλη, 3ος αι. π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

  1. Οικία G

 

6. Οικία G

Στο βόρειο τμήμα της Κάτω Πόλης τη δεκαετία του 1920 ήρθε στο φως η μεγαλύτερη οικία του μυκηναϊκού οικισμού της Ασίνης, η λεγόμενη «Οικία G». Ο βασικός πυρήνας του σπιτιού αποτελείτο από μια υπόστυλη αίθουσα με δύο κεντρικούς κίονες και προθάλαμο, στοιχεία που κατατάσσουν το κτήριο στις μεγαροειδούς τύπου οικίες. Η τελική μορφή της διαμορφώθηκε με την προσθήκη δωματίων γύρω από τον κεντρικό χώρο της υπόστυλης αίθουσας, σχηματίζοντας ένα συγκρότημα δωματίων με εντατική χρήση στη Μέση και Ύστερη ΥΕ ΙΙΙΓ περίοδο. Το συγκρότημα μάλιστα που εκτεινόταν στα ανατολικά της «Οικίας G», η λεγόμενη «Οικία Η», θεωρείται πλέον, και κατόπιν της σύγχρονης επεξεργασίας των σχεδίων και των ημερολογίων των παλιών ανασκαφών, ως επέκτασή της, με συνεχή χρήση έως και τους γεωμετρικούς χρόνους.

Τα ευρήματα από την «Οικία G» υποδηλώνουν πως στο εσωτερικό της στεγάζονταν πολλαπλές δραστηριότητες. Σε συνάρτηση με κτιστό θρανίο στη βορειοανατολική γωνία της υπόστυλης αίθουσας, βρέθηκε αριθμός αντικειμένων με λατρευτική πιθανότατα χρήση. Μεταξύ αυτών ένας κέρνος, ένας λίθινος πέλεκυς, ειδώλια και η περίφημη πήλινη κεφαλή του «Άρχοντα της Ασίνης». Η εστία που βρισκόταν στην απέναντι γωνία του δωματίου θα χρησίμευε για λατρευτικές πρακτικές αλλά και για οικιακή χρήση, όπως εξάλλου και τα πολλά μαγειρικά αγγεία. Κάποια από τα δωμάτια ήταν αποθήκες. Η εύρεση τέλος ενός καλουπιού για την κατασκευή περονών στο ίδιο περιβάλλον υποδηλώνει την άσκηση και παραγωγικών δραστηριοτήτων.

 

«Ο άρχοντας της Ασίνης». Μυκηναϊκοί χρόνοι. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

  1. Δεξαμενή

 

7. Δεξαμενή

Λίγο πριν ολοκληρωθεί η περιήγηση γύρω από το μεγάλο σκάμμα της Κάτω Πόλης, στα νοτιοανατολικά, ξεκινά μια ξύλινη κλίμακα με κατεύθυνση προς τα ριζά του βράχου της ακρόπολης. Στα αριστερά της, ένας λαξευμένος στον μαλακό βράχο διάδρομος καταλήγει σε μια τρίχωρη, υπόγεια δεξαμενή. Ο διάδρομος ανοίχτηκε κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής, όταν η δεξαμενή χρησιμοποιήθηκε ως χώρος αποθήκευσης στρατιωτικού υλικού, προκειμένου να συνδεθεί με το γειτονικό χαράκωμα. Τότε καταστράφηκε και το δυτικό τοίχωμα της δεξαμενής, ώστε να δημιουργηθεί η πρόσβαση στο χώρο αποθήκευσης.

Η δεξαμενή έχει συνολικό μήκος 9,40 μ. και μέγιστο πλάτος 1,70 μ. Αποτελείται από τρεις θαλάμους, εκ των οποίων ο κεντρικός είναι μεγαλύτερος, με βάθος 5 μ. Στην οροφή διέθετε στόμιο. Το δάπεδό της ήταν βοτσαλωτό, με κατωφερή κλίση προς μια λεκάνη καθίζησης για τη συγκέντρωση των χωμάτων. Στον κεντρικό θάλαμο προστέθηκαν δύο μικρότεροι, πλευρικοί θάλαμοι, οι οποίοι αύξησαν τη χωρητικότητά της στα 23 κυβ.μ. Επάλληλα στρώματα υδραυλικού κονιάματος στην επιφάνεια των τοίχων εξασφάλιζαν τη στεγανοποίηση της δεξαμενής. Στην επιφάνεια, δίπλα στο στόμιο, είχε κτιστεί μια ορθογώνια λεκάνη.

 

  1. Σπήλαιο

 

Συνεχίζοντας την ανηφορική, ξύλινη κλίμακα και προσπερνώντας μια βάση πολυβόλου στα δεξιά, καταλήγουμε στην είσοδο ενός τεχνητού σπηλαίου, στα ριζά του βράχου της ακρόπολης. Το σπήλαιο διανοίχτηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από τα ιταλικά στρατεύματα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως καταφύγιο και χώρος αποθήκευσης υλικού. Στο εσωτερικό του αναπτύσσεται μια μικρή έκθεση για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Αργολίδα με πληροφοριακό, εποπτικό υλικό και μικροαντικείμενα της εποχής.

 

8. Σπήλαιο

 

  1. Οικία Β

 

9. Οικία Β

Επιστρέφουμε στο κεντρικό μονοπάτι και στη νοτιοανατολική πλευρά της Κάτω Πόλης. Εδώ διατηρείται σε επίπεδο χαμηλού θεμελίου ένα κτήριο που αντιπροσωπεύει μία από τις σημαντικότερες περιόδους της αρχαίας Ασίνης. Πρόκειται για την «Οικία Β», η οποία χρονολογείται στην τελευταία φάση των μεσοελλαδικών χρόνων. Την εποχή της ανακάλυψής της οι τοίχοι της διατηρούνταν σε ύψος μεγαλύτερο του ενός μέτρου.

Η οικία έχει ακανόνιστο, μάλλον τραπεζιόσχημο σχήμα και 13 μακρόστενα δωμάτια. Τα θεμέλιά της ήταν ισχυρά, κτισμένα από λίθους, ενώ η ανωδομή της από ωμή πλίνθο. Το μικρό πλάτος των δωματίων επέτρεπε την κάλυψη του κτηρίου με επίπεδη στέγη. Πιθανότατα διατηρούσε και δεύτερο όροφο. Φαίνεται μάλιστα πως κατοικούνταν από περισσότερες της μίας οικογένειες, καθώς υπάρχουν πολλαπλές είσοδοι και αρκετές θέσεις εντός του ίδιου συγκροτήματος για προετοιμασία φαγητού και αποθήκευση, ώστε κάθε οικογένεια να διατηρεί ένα στοιχειώδες επίπεδο αυτονομίας.

Η οικία ήταν τμήμα μιας μικρής, παράκτιας κοινότητας που αριθμούσε 380-500 κατοίκους. Αναπτύχθηκε αρχικά στην περιοχή της Κάτω Πόλης και αργότερα επεκτάθηκε προς τους πρόποδες του λόφου της Μπαρμπούνας, λόγω της αύξησης του πληθυσμού. Τα σπίτια ήταν ανεξάρτητα και χωρίζονταν μεταξύ τους με στενούς διαδρόμους και αυλές.

 

  1. Λουτρό

 

Η άμεση γειτνίαση του μικρού λουτρού με τη μεσοελλαδική «Οικία Β», από την οποία το χωρίζουν σχεδόν 2.000 χρόνια, είναι μια μικρή μόνο ένδειξη της διαχρονικότητας της κατοίκησης στην Κάτω Πόλη της Ασίνης, όπως τη διαπίστωναν καθημερινά οι πρώτοι ανασκαφείς. Το λουτρό κτίστηκε στο τέλος του 4ου-αρχές 5ου αι. μ.Χ., την ίδια εποχή με τρία ακόμα σπίτια της Κάτω Πόλης ίδιου προσανατολισμού, που δεν διατηρούνται πια. Αποτελείται από τέσσερις κύριες αίθουσες, παρατεταγμένες στον άξονα Βορρά-Νότου. Για τους θερμότερους χώρους επιλέχθηκαν οι αίθουσες στα νότια, καθώς με αυτόν τον τρόπο επιτυγχανόταν καλύτερη εκμετάλλευση της ηλιοφάνειας, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες. Το συγκρότημα διέθετε μια ορθογώνια αίθουσα στα βόρεια, η οποία έχει ερμηνευθεί ως αποδυτήριο. Ακολουθούσε η αίθουσα για το ψυχρό λουτρό με δύο ατομικούς λουτήρες στα ανατολικά (frigidarium). Με τη μικρή αίθουσα του χλιαρού λουτρού στη συνέχεια (tepidarium), η μετάβαση προς τις αίθουσες με το θερμό λουτρό γινόταν πιο ομαλά. Ο επισκέψιμος χώρος του συγκροτήματος ολοκληρωνόταν με το θερμό λουτρό (caldarium), στο οποίο είχαν προστεθεί επίσης δύο ατομικοί λουτήρες. Αργότερα φαίνεται πως συμπληρώθηκε ένα ακόμα δωμάτιο στα δυτικά της αίθουσας με το χλιαρό λουτρό, το οποίο έχει ερμηνευθεί ως αίθουσα ξηράς αφίδρωσης (laconicum).

 

10. Λουτρό

 

Για τη θέρμανση του δωματίου του θερμού λουτρού χρησιμοποιούνταν το σύνηθες στα ρωμαϊκά χρόνια σύστημα διοχέτευσης θερμού αέρα στο υπόγειο και στους τοίχους της αίθουσας. Η φωτιά άναβε εξωτερικά, στα νότια του συγκροτήματος. Ο θερμός αέρας κυκλοφορούσε στο υπόγειο μεταξύ χαμηλών πεσσίσκων που στήριζαν το δάπεδο (υπόκαυστο) και πίσω από τους τοίχους, μέσω αεραγωγών και του κενού που δημιουργούσαν οι πήλινες πλάκες με αποφύσεις, οι οποίες ήταν τοποθετημένες σε απόσταση από το κυρίως σώμα του τοίχου.

Οι μικρές διαστάσεις του λουτρού δεν επέτρεπαν την ταυτόχρονη χρήση του σε περισσότερους από πέντε λουόμενους.

 

  1. Πιεστήριο

 

Μετά την ολοκλήρωση της περιήγησης στην Κάτω Πόλη, μπορούμε πια να ανηφορίσουμε προς τη βραχώδη κορυφή του λόφου, την ακρόπολη. Μπροστά μας προβάλλει η μνημειώδης πετρόκτιστη κλίμακα, η οποία κατασκευάστηκε από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στο λόφο. Η κλίμακα, καθώς παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα ασφάλειας, ανακατασκευάστηκε στο πλαίσιο του έργου ΕΣΠΑ, ακολουθώντας κατά το δυνατόν τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά της ιταλικής κατασκευής.

Κατά τις εργασίες ανακατασκευής της κλίμακας και σύνδεσής της με τις διαδρομές της Κάτω Πόλης, αποκαλύφθηκε τμήμα πιεστηρίου ελληνιστικών χρόνων. Η έρευνα περιορίστηκε στην περιοχή διέλευσης του διαδρόμου κίνησης των επισκεπτών. Στο σημείο αυτό αποφασίστηκε η τοποθέτηση μεταλλικής πεζογέφυρας, προκειμένου να είναι ορατή η εργαστηριακή εγκατάσταση.

 

11. Πιεστήριο

 

Το νέο πιεστήριο ήρθε να προστεθεί σε αυτά που είχαν εντοπιστεί και ανασκαφεί κατά τις έρευνες του προηγούμενου αιώνα στην Κάτω Πόλη και στην ακρόπολη, επιβεβαιώνοντας την ενασχόληση των κατοίκων της ελληνιστικής Ασίνης με αγροτικές δραστηριότητες. Από το κτήριο ερευνήθηκε το νοτιοανατολικό τμήμα του δωματίου όπου γινόταν η συμπίεση του καρπού. Διατηρείται η ελαφρώς υπερυψωμένη ημικυκλικής κάτοψης βάση πίεσης στα ανατολικά και η κυκλική δεξαμενή στα δυτικά. Σε αυτήν κατέληγε το παραγόμενο υγρό, μέσω του επικλινούς, καλυμμένου με κονίαμα, δαπέδου. Η χρήση κονιάματος στο δάπεδο και η απουσία αυλάκων διοχέτευσης του υγρού προς τη δεξαμενή οδηγούν στην υπόθεση πως το πιεστήριο πιθανότατα προοριζόταν για την παραγωγή κρασιού. Σε χαμηλότερο επίπεδο στα βόρεια βρέθηκε η λίθινη βάση, όπου στερεωνόταν ο ξύλινος μηχανισμός συμπίεσης. Όλη η έκταση του δωματίου καλυπτόταν από πήλινες κεραμίδες από την κατάρρευση της στέγης. Το δωμάτιο εκτεινόταν περαιτέρω στα δυτικά και βόρεια. Ο τοίχος που δίνει την εντύπωση πως ορίζει το χώρο στα δυτικά είναι μεταγενέστερος, καθώς θεμελιώνεται πάνω από το στρώμα των κεραμίδων, στοιχείο που μπορεί να διακρίνει ο επισκέπτης κοιτάζοντάς τον από τα ανατολικά.

 

  1. Έκθεση ανασκαφών

 

12. Έκθεση ανασκαφών

Αφού ανέβουμε τη μνημειώδη πετρόκτιστη κλίμακα, ακολουθούμε την προτεινόμενη διαδρομή προς τα αριστερά (βόρεια), προκειμένου να ξεκινήσει η περιήγησή μας γύρω από το λόφο. Μετά τη μεταλλική γέφυρα, προβάλλει μπροστά μας ένα μικρό μονόχωρο ιταλικό κτήριο, το οποίο έχει μετατραπεί σε εκθεσιακό χώρο. Τμήμα των ενετικών τειχών της ακρόπολης αποτελεί τον πίσω τοίχο του κτηρίου. Οι Ιταλοί μιμήθηκαν την οδοντωτή απόληξη των ενετικών τειχών κατά την προσθήκη καθ’ ύψος του νέου τοίχου, ώστε να μην είναι ορατή η νέα κατασκευή από τα βόρεια.

Στο εσωτερικό του κτηρίου αναπτύσσεται μικρή έκθεση με πλούσιο εποπτικό υλικό και τίτλο «Ανασκάπτοντας την αρχαία Ασίνη», η οποία περιγράφει την ανασκαφική διαδικασία μέσα από το παράδειγμα της σουηδικής αποστολής στην Ασίνη. Ανασκαφικά εργαλεία και αντικείμενα από την περίοδο των ανασκαφών της δεκαετίας του 1920 συμπληρώνουν την έκθεση. Στην επιφάνεια του πίσω τοίχου του κτίσματος έχουν διατηρηθεί τα συνθήματα που είχαν γραφτεί από παλιότερους επισκέπτες της Ασίνης. Εξωτερικά του κτηρίου, απέναντι από την είσοδο, υπάρχει ένα από τα κόσκινα που είχαν χρησιμοποιήσει οι Σουηδοί ανασκαφείς.

 

  1. Στοά

 

Βγαίνοντας από τον μικρό εκθεσιακό χώρο, συνεχίζουμε προς τα δεξιά, ακολουθώντας το μονοπάτι που περιτρέχει την ακρόπολη. Στα αριστερά μας βρίσκεται πάντα η εσωτερική πλευρά των τειχών. Η διαδρομή μάς οδηγεί στην ανατολική πλαγιά του λόφου, περνώντας αρχικά μέσα από το εσωτερικό ενός επιμήκους κτηρίου, το οποίο έχει ερμηνευθεί ως στοά. Το κτήριο, όταν αποκαλύφθηκε από τους Σουηδούς, ήταν ήδη σε αποσπασματική κατάσταση, καθώς η βορειοανατολική πλευρά του είχε καταστραφεί κατά την κατασκευή του ενετικού τείχους. Φθορές είχαν πιθανότατα προκληθεί και στο εσωτερικό του οικοδομήματος από ατεκμηρίωτες ανασκαφικές εργασίες, που φαίνεται πως είχαν πραγματοποιηθεί στις αρχές του 20ού αι.

Το κτήριο είχε μήκος μεγαλύτερο των 23 μ., στον άξονα Β-Ν, και πλάτος 9 μ. Αποτελούνταν από τετράγωνο προθάλαμο στα νότια και κυρίως αίθουσα με δύο σειρές τεσσάρων κιόνων στον άξονα. Τα δύο δωμάτια επικοινωνούσαν με θύρα πλάτους 2,5 μ. Χαρακτηρίζεται από τους ανασκαφείς ως στοά, πιθανόν ρωμαϊκών χρόνων, ανοικτή στα ανατολικά. Σήμερα, διατηρούνται μόνο ελάχιστα ίχνη του δυτικού τοίχου και οι απαραίτητες για την κατασκευή του κτηρίου λαξεύσεις στον φυσικό βράχο.

 

Πήλινη πυξίδα γεωμετρικών χρόνων. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

  1. Ανατολική πύλη

 

Καθώς συνεχίζουμε την πορεία μας προς τα νότια, προς την πλευρά της θάλασσας, είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε τις διαφορές στον τρόπο κατασκευής του τείχους της ακρόπολης που υψώνεται στα αριστερά μας. Στο τμήμα αυτό είναι σαφής η ενετική προσθήκη, με χαρακτηριστικά δομικά στοιχεία τις μικρές πέτρες, τα εμβόλιμα θραύσματα πήλινων κεραμίδων και το συνδετικό κονίαμα.

Το σημείο της διαδρομής που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο συμπίπτει με την περιοχή της εισόδου στην ακρόπολη. Πλησιάζοντας προσεκτικά στα τείχη, θα παρατηρήσουμε πως εδώ καταλήγει λίθινη κλίμακα, πλάτους 3,5 μ., η οποία βαίνει παράλληλα με την εξωτερική πλευρά των τειχών. Από αυτή διατηρούνται 15 σκαλοπάτια. Η κλίμακα στηρίζεται σε όμορφα κτισμένο πολυγωνικό τοίχο, τον οποίο θα έχουμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε κατά την περιήγησή μας εξωτερικά των τειχών.

Στις πρώτες ανασκαφικές έρευνες διαπιστώθηκε ότι η κλίμακα οδηγούσε σε κατώφλι μήκους 2 μ. και πλάτους 50 εκ. Στη μία άκρη του υπήρχε υποδοχή για τη στερέωση του άξονα της ξύλινης πόρτας. Το τμήμα αυτό του τείχους συμπληρώθηκε καθ’ ύψος κατά την ιταλική κατοχή με την τοποθέτηση λίθων εν ξηρώ.

 

  1. Ανατολικός πύργος

 

15. Ανατολικός πύργος

Κατά την αρχαιότητα η προστασία της πρόσβασης προς την ακρόπολη ενισχυόταν από δύο τετράπλευρους πύργους εκατέρωθεν, στα βόρεια και στα νότια. Ο νότιος πύργος, σωζόμενου ύψους 9,5 μ., είναι μέχρι σήμερα το πιο εμβληματικό μνημείο της Ασίνης. Αφού ανέβουμε μερικά ξύλινα σκαλοπάτια μετά την είσοδο της ακρόπολης, βρισκόμαστε στην επάνω πλευρά του. Στα δεξιά μας προσπεράσαμε το στόμιο μιας από τις πολλές δεξαμενές της πόλης.

Ο πύργος στεφόταν με χαμηλό παραπέτο, ελάχιστα μέλη του οποίου βρίσκονται πια στη θέση τους. Το δάπεδό του καλυπτόταν από μεγάλες, επίπεδες πλάκες ασβεστολίθου. Η στιβαρότητα, το ύψος, χαρακτηριστικά και λεπτομέρειες της κατασκευής του είναι ορατά από την εξωτερική πλευρά των τειχών. Θα επανέλθουμε σε αυτά κατά την περιήγηση περιμετρικά της ακρόπολης.

 

  1. Οικόπεδο Καρμανιόλα

 

16. Οικόπεδο Καρμανιόλα

Η εγκατάσταση κάμπινγκ που λειτουργεί στα ανατολικά της ακρόπολης, μπροστά από τον πύργο, καλύπτει την ιδιοκτησία Καρμανιόλα, όπου τη δεκαετία του 1970 διενεργήθηκε ανασκαφική έρευνα. Στη θέση αυτή αποκαλύφθηκε τμήμα ενός σημαντικού νεκροταφείου των μεσοελλαδικών χρόνων, το οποίο αποτελείτο από έναν λίθινο κυκλικό τύμβο με ταφές σε κιβωτιόσχημους τάφους και πίθους. Το εύρημα μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως στην Ασίνη του τέλους της Μεσοελλαδικής περιόδου υπήρχε μια ομάδα κατοίκων, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να ανεγείρουν ταφικά μνημεία αυτού του μεγέθους, διαφοροποιούμενοι με αυτή τους την επιλογή από τα μέλη της υπόλοιπης κοινότητας.

Τα αποτελέσματα της ανασκαφής στο οικόπεδο Καρμανιόλα είναι σημαντικά για δύο ακόμα λόγους: Στην περιοχή ήρθαν στο φως σπίτια του τέλους της Μυκηναϊκής περιόδου, τα οποία συνέχισαν να κατοικούνται και από τις επόμενες γενιές χωρίς κάποια ξαφνική διακοπή από βίαιο συμβάν ή εγκατάλειψη, όπως συμβαίνει μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων σε άλλες θέσεις. Ταυτόχρονα, στα ανώτερα στρώματα της ανασκαφής βρέθηκαν λίγα ίχνη οικιστικής εγκατάστασης της περιόδου 500-225 π.Χ. και αριθμός κιβωτιόσχημων τάφων του α’ μισού του 5ου αι. π.Χ., ανατρέποντας τα μέχρι τότε δεδομένα της έρευνας, σύμφωνα με τα οποία η Ασίνη μετά την επίθεση του Άργους το 700 π.Χ. είχε εγκαταλειφθεί.

Οι αρχαιότητες διατηρήθηκαν σε κατάχωση.

 

  1. Πύργος Πρίγκιπα

 

17. Πύργος Πρίγκιπα

Συνεχίζουμε την ανάβαση προς την ακρόπολη, ακολουθώντας το κατασκευασμένο από ξύλινα στοιχεία μονοπάτι. Στα αριστερά και έως τη χερσόνησο «Νησί» στην απέναντι πλευρά, απλώνεται η παραλία της Πλάκας Δρεπάνου. Την 6η χιλιετία π.Χ., η ακτογραμμή εκτεινόταν σχεδόν 700 μ. βορειότερα, σύμφωνα με τον Zangger.

Από αυτό το σημείο και έως τον «Πύργο του Πρίγκιπα», το μονοπάτι διαμορφώθηκε μέσα στο παλιό ιταλικό χαράκωμα. Στα αριστερά, 70 μ. περίπου μετά το χώρο στάσης και θέασης, προβάλλει ένας τετράγωνος πύργος του ελληνιστικού τείχους, που σώζεται σε ύψος 4 δόμων.

Ο πύργος είναι κτισμένος κατά το πολυγωνικό σύστημα τοιχοποιίας από ντόπιο, γκρίζο ασβεστόλιθο. Σε αντίθεση με την ανατολική, εύκολα προσβάσιμη πλευρά της ακρόπολης, η βραχώδης και απόκρημνη νότια πλαγιά του λόφου δεν απαιτούσε στιβαρές κατασκευές. Εδώ, τα τείχη έχουν χαμηλό ύψος και μικρούς πύργους για την ενίσχυσή τους. Ο πύργος που βρίσκεται μπροστά μας ονομάστηκε από τους Σουηδούς «ο Πύργος του Πρίγκιπα» καθώς στην ανασκαφή του είχε λάβει μέρος ο πρίγκιπας Γουστάβος. Στη βόρεια πλευρά του, το στόμιο μιας ακόμα δεξαμενής καλύπτεται με γυάλινο στέγαστρο.

 

  1. Πιεστήριο

 

Φτάνουμε στο πιο ψηλό σημείο της διαμορφωμένης διαδρομής, όπου συναντάμε τα κατάλοιπα ενός ορθογωνίου δωματίου διαστάσεων 3,5×5,5 μ. Για την κατασκευή του έχει επιπεδοποιηθεί ο φυσικός βράχος, ο οποίος αποτέλεσε τμήμα του δαπέδου και των τοίχων του. Όπου ήταν απαραίτητο, το δάπεδο συμπληρώθηκε με επίπεδους λίθους και επιστρώθηκε με κονίαμα. Στο κέντρο σχεδόν του δωματίου έχει αφεθεί υπερυψωμένη κυκλικής κάτοψης επιφάνεια με ορθογώνια εγκοπή. Το δάπεδο του δωματίου έχει κλίση προς δύο δεξαμενές, βάθους 67 εκ. και 50 εκ., οι οποίες διανοίχτηκαν στον φυσικό βράχο, η πρώτη κοντά στον ανατολικό τοίχο και η δεύτερη στη νοτιοανατολική γωνία του δωματίου. Τα τοιχώματά τους συμπληρώθηκαν με μικρά τεμάχια κεραμίδων και κονίαμα. Στον πυθμένα τους βρέθηκαν θραύσματα μεγάλων, άβαφων αγγείων.

 

18. Πιεστήριο

 

Το δωμάτιο χρονολογείται στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Λειτουργούσε ως πιεστήριο για την επεξεργασία αγροτικών προϊόντων. Στη βάση που βρίσκεται στο κέντρο του δωματίου προσαρμοζόταν πιθανότατα ο ξύλινος εξοπλισμός για το σύστημα συμπίεσης του καρπού. Το παραγόμενο υγρό θα κατέληγε, κυλώντας πάνω στο κατωφερές δάπεδο, στις δύο δεξαμενές.

 

  1. Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους

 

19. Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους

Κατεβαίνοντας τα λίγα σκαλοπάτια που συναντάμε στα δυτικά του πιεστηρίου, φτάνουμε σε μια μεγάλη για τα δεδομένα της ακρόπολης της Ασίνης επίπεδη έκταση, η οποία αποκαλείται «Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους». Η ονομασία προέρχεται από το όμορφα κατασκευασμένο τείχος των ελληνιστικών χρόνων, που κτίστηκε μεταξύ δύο βράχων, προκειμένου να συγκρατηθεί η επίχωση και να διαμορφωθεί το τεχνητό αυτό πλάτωμα. Στην πλευρά αυτή έχει τοποθετηθεί ψηλό μεταλλικό κιγκλίδωμα για την προστασία των επισκεπτών. Το ελληνιστικό τείχος είναι ορατό μόνο από το δρόμο που οδηγεί από το Καστράκι στο Τολό. Πιθανότατα αντικατέστησε προηγούμενη αναλημματική κατασκευή, καθώς στο πλάτωμα αποκαλύφθηκαν κατάλοιπα της Πρωτοελλαδικής και της Μεσοελλαδικής περιόδου.

 

  1. Πρωτοελλαδική οικία

 

Σήμερα, στη νοτιανατολική πλευρά του πλατώματος διατηρείται το περίγραμμα ενός μικρού δωματίου, το οποίο ανήκε σε μεγαλύτερων διαστάσεων πρωτοελλαδική οικία. Στο δάπεδο της οικίας είχαν κατόπιν ανοιχθεί δύο κιβωτιόσχημοι τάφοι των μεσοελλαδικών χρόνων.

 

20. Πρωτοελλαδική οικία

 

  1. Ιταλικό πολυβολείο

 

Στη νότια πλευρά του πλατώματος, την περίοδο της ιταλικής κατοχής, κτίστηκε ένα ακόμα παρατηρητήριο-πολυβολείο. Το κτίσμα, ενσωματωμένο στο βραχώδες περιβάλλον, παρείχε πλήρη κατόπτευση του Αργολικού κόλπου. Διακοσμημένο με βοτσαλωτό δάπεδο, διατηρεί μέχρι σήμερα ίχνη από τις εγχάρακτες ιταλικές επιγραφές.

 

21. Ιταλικό πολυβολείο

 

Στα δεξιά αναγραφόταν το όνομα του τάγματος που στρατοπέδευσε στην Ασίνη και στα αριστερά η ημερομηνία που κτίστηκε το πολυβολείο, 9 Μαρτίου 1942. Χαρακτηριστική είναι η παράλληλη αναγραφή της χρονολογίας κατασκευής και με το φασιστικό σύστημα μέτρησης του χρόνου. Σύμφωνα με αυτό, το 1942 είναι το έτος ΧΧ (20), με αφετηρία τη χρονιά που ο Μουσολίνι πραγματοποίησε την πορεία του προς τη Ρώμη. Στο πολυβολείο κατέληγαν χαρακώματα, τα οποία περιέτρεχαν το λόφο και συνέδεαν τις διάφορες στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

 

  1. Πιεστήριο

 

22. Πιεστήριο

Πριν ξεκινήσει η κατάβαση από τη δυτική πλευρά της ακρόπολης, θα παρακάμψουμε τη βασική διαδρομή, προκειμένου να επισκεφθούμε ένα ακόμα πιεστήριο ελληνιστικών χρόνων. Αμέσως μετά τη στάση θέασης και ανάπαυσης με το ημικυκλικό παγκάκι, θα ακολουθήσουμε το χωμάτινο, αρχικά ανηφορικό μονοπάτι προς τα νοτιοανατολικά. Έπειτα από περίπου 70 μ. θα φτάσουμε στο πιεστήριο.

Όταν ανακαλύφθηκε αποτελούνταν από συνεχόμενους χώρους που εκτείνονταν σε διαφορετικά επίπεδα στην πλαγιά του λόφου, σε μήκος μεγαλύτερο των 13 μ.

Στο ανώτερο επίπεδο διακρίνεται σήμερα ο χώρος, όπου γινόταν η διαδικασία της συμπίεσης. Η διάταξη των σταθερών εγκαταστάσεων μοιάζει αρκετά με εκείνη του πιεστηρίου που συναντήσαμε πριν από την κλίμακα ανόδου προς την ακρόπολη, ως προς τη διάταξη τριών βασικών στοιχείων: της επιφάνειας πίεσης, της δεξαμενής και του μέλους με τις δύο ορθογώνιες υποδοχές, όπου θα στερεωνόταν ο εξοπλισμός συμπίεσης. Το δάπεδο του χώρου σχηματιζόταν από μικρά τεμάχια κεραμίδων, συνδεδεμένα και καλυμμένα με κονίαμα. Η κλίση του δαπέδου οδηγούσε το υγρό προς τη μικρή, τετράπλευρη δεξαμενή, βάθους 55 εκ., μέσω δύο οπών που είχαν ανοιχθεί στο υπερυψωμένο χείλος της. Το μέλος με τις υποδοχές για τη στερέωση του εξοπλισμού συμπίεσης βρίσκεται στην ίδια ευθεία με την επιφάνεια πίεσης, 20 εκ. χαμηλότερα από το δάπεδο του δωματίου. Η είσοδος στο συγκρότημα γινόταν από τα νότια, όπου βρέθηκε λίθινο κατώφλι μήκους 1,35 μ. με δύο εγκοπές στις άκρες για την τοποθέτηση των αξόνων της θύρας.

Η ύπαρξη πιεστηρίων στην ακρόπολη της Ασίνης, σε μέρος βραχώδες και δυσπρόσιτο, όπου η μεταφορά του αγροτικού προϊόντος θα ήταν ιδιαίτερα κοπιαστική και χρονοβόρα, δημιουργεί εύλογες απορίες. Κατά την B. Wells, η Ασίνη των ελληνιστικών χρόνων ήταν ένα οχυρωμένο χωριό, όπου μέρος της καλλιέργειας θα μπορούσε να γίνεται και εντός των τειχών. Στην περίπτωση αυτή, τα τείχη θα λειτουργούσαν και ως αναλημματικοί τοίχοι για τη συγκράτηση των χωμάτων και τη δημιουργία εκτάσεων για την καλλιέργεια ελαιόδεντρων, αμπελιών ή σιτηρών. Στη φροντίδα τους θα συνέβαλλαν και οι πολλές δεξαμενές νερού που έχουν εντοπιστεί στην πόλη.

 

  1. Τείχη

 

23. Τείχη

Μετά την ολοκλήρωση της περιήγησης εντός των τειχών της Ασίνης και βγαίνοντας από την αρχαία πύλη της πόλης, ο επισκέπτης μπορεί να ακολουθήσει τον αμαξιτό δρόμο προς ανατολικά και κατόπιν νότια, έως την παραλία της Πλάκας. Από εδώ θα έχει τη δυνατότητα να δει την ισχυρή ελληνιστική οχύρωση, την είσοδο προς την ακρόπολη και να θαυμάσει τον εντυπωσιακό ανατολικό πύργο. Ταυτόχρονα, με ευκολία θα διακρίνει τις διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις του τείχους.

Αμέσως μετά την πύλη και στρέφοντας το βλέμμα ψηλά στο βράχο, στο σημείο όπου βρίσκεται το ιταλικό κτίσμα με τον μικρό εκθεσιακό χώρο, ο παρατηρητικός επισκέπτης θα διαπιστώσει ότι το τείχος εμφανίζει τρεις διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις. Στο κατώτερο τμήμα, οι μεγάλοι δόμοι κατά το πολυγωνικό σύστημα κτίστηκαν την Ελληνιστική περίοδο και ανήκουν στην πρώτη φάση του. Κατά τη Β’ Ενετοκρατία, το τείχος συμπληρώθηκε καθ’ ύψος με μικρούς λίθους, κεραμίδες και κονίαμα. Σε αυτή τη φάση, το τείχος στεφόταν με οδοντωτή απόληξη. Την περίοδο της Κατοχής, όταν δημιουργήθηκε το ιταλικό κτίσμα, το τείχος υψώθηκε ακόμα περισσότερο. Για την αποτελεσματικότερη κάλυψη και απόκρυψη της κατασκευής, οι Ιταλοί μιμήθηκαν τον τρόπο δόμησης και την οδοντωτή απόληξη της ενετικής φάσης.

Ο δρόμος συνεχίζει να περιτρέχει το βράχο της Ασίνης, περνώντας έξω από τα τείχη. Στην ανατολική πλευρά αρχικά ξεχωρίζει ο ισχυρός αναλημματικός τοίχος της κλίμακας που οδηγούσε στην πύλη της ακρόπολης. Είναι κτισμένος με μεγάλα μέλη από ασβεστόλιθο κατά το πολυγωνικό σύστημα. Το κατώτερο τμήμα της κλίμακας δεν διατηρείται. Στην περιοχή αυτή οι πρώτοι ανασκαφείς αναφέρουν την ύπαρξη ενός ρωμαϊκού λουτρού με υπόκαυστα, χωρίς περαιτέρω στοιχεία. Το λουτρό καταστράφηκε κάποια στιγμή μετά την αποκάλυψή του, ίσως κατά τη διάνοιξη του αμαξιτού δρόμου, ο οποίος αντικατέστησε παλιότερο, στενό μονοπάτι.

Μπροστά από την κλίμακα προβάλλει ο μεγάλος ανατολικός πύργος του τείχους. Ο πύργος σήμερα φτάνει τα 9,5 μ., ύψος που δεν πρέπει να απέχει πολύ από το αρχικό του, καθώς πιθανολογείται η ύπαρξη ενός μόνο επιπλέον δόμου. Στη βάση του εξέχει από τα τείχη 5,5 μ. και 7 μ. στα βόρεια και νότια αντίστοιχα, ενώ η ανατολική του πλευρά έχει μήκος 10,3 μ. Αποτελείται από 14 δόμους πολυγωνικών λίθων. Οι δύο κατώτεροι δόμοι έχουν βαθμιδωτή διάταξη. Πάνω από αυτούς, οι γωνίες του πύργου έχουν κοπεί διαγώνια και στις ακμές τους έχει χαραχτεί κατακόρυφη ταινία. Η διαμόρφωση αυτή ακολουθείται σε οκτώ συνεχείς δόμους. Η βαθμιδωτή διάταξη των κατώτερων δόμων συμβάλλει στη στατική επάρκεια του πύργου, ο οποίος συγκρατεί στο εσωτερικό του μεγάλο όγκο χώματος. Η διαγώνια διαμόρφωση των σημείων ένωσης των πλευρών του πύργου θεωρήθηκε ότι αποσκοπούσε στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των πολιορκητικών κριών, καθώς πιθανή προσβολή των γωνιαίων λίθων οδηγεί ταχύτερα στην κατάρρευση όλου του οικοδομήματος. Η χάραξη των κατακόρυφων ταινιών βοήθησε τους τεχνίτες κατά τις οικοδομικές εργασίες.

Τα τείχη της Ασίνης κτίστηκαν στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Αρκετοί μελετητές έχουν εκφράσει την άποψη πως η κατασκευή τους αποτελούσε μέρος του φιλόδοξου προγράμματος του Δημητρίου Πολιορκητή, γιου του Αντιγόνου του Μονόφθαλμου, στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος κυριαρχούσε στο Αιγαίο τα χρόνια γύρω από το 300 π.Χ.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Dietz S., Asine II Results of the Excavations East of the Acropolis 1970-1974, The Middle Helladic Cemetery, The Middle Helladic and Early Mycenaean Deposits, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 24:2, Stockholm 1980.
  • Frizell B.S., An Early Mycenean Settlement at Asine: The Late Helladic IIB-IIIA: 1 Pottery, Göteborg 1980.
  • Frödin O. / A.W. Persson, ASINE Results of the Swedish Excavations 1922-1930, Stockholm 1938.
  • Hägg R., «The House Sanctuary at Asine revisited», στο R. Hägg / N. Marinatos (επιμ.), Sanctuaries and Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the First International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 12-13 May, 1980, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 28, Stockholm 1981, σ. 91-94.
  • Hägg R., «Funerary meals in the Geometric necropolis at Asine», στο R. Hägg (επιμ.), The Greek Renaissance of the eight century BC: tradition and innovation. Proceedings of the Second International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 1-5 June, 1981, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 30, Stockholm 1983, σ. 189-193.
  • Hägg R. / Nordquist G.C. / Wells B. (επιμ.), Asine III. Supplementary Studies on the Swedish Excavations 1922- 1930, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 45:1, Stockholm 1996.
  • Höghammar K., «The dating of the Roman bath at Asine in Argolis», Opuscula Atheniansia 15 (1984), σ. 79-106. Nordquist G.C., «A Middle Helladic Village Asine in the Argolid», Boreas 16, Uppsala 1987.
  • Nordquist G.C., «Asine- A Middle Helladic Society», Hydra Working Papers in Middle Bronze Age Studies 3 (1987), σ. 15-25.
  • Penttinen Α., «Excavations on the Acropolis of Asine in 1990», Opuscula Atheniensia 21 (1996), σ. 149-167.
  • Poulsen E., «The Post Geometric Periods. The Post-Geometric Settlement Material and Tombs of the Hellenistic Period» στο Asine II, Results of the Excavations East of the Acropolis 1970-
  • 1974, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 24:6:2, Stockholm 1994.
  • Sjöberg B.L., «Settlement activity at Late Helladic Asine in the Argolid», Opuscula Atheniensia 28 (2003), σ. 185-201.
  • Sjöberg B.L., Asine and the Argolid in the Late Helladic III Period: A socio-economic study, BAR International Series 1225, Oxford 2004.
  • Styrenius C.-G., Asine, En svensk utgraevningsplats I Grekland, Medelhavmuseet, Stockholm 1998.
  • Voutsaki S. / Dietz S. / Nijboer A.J., «Radiocarbon analysis and the history of the East Cemetery, Asine», Opuscula 2 (2009), σ. 31-56.
  • Voutsaki S., «The Domestic Economy in the Middle Helladic Asine», Bulletin de Correspondance Hellénique, Suppl. 52, MESOHELLADIKA (2010), σ. 765-779.
  • Wells B., Asine II: Results of the Excavations East of the Acropolis 1970-1974, The Protogeometric Period: An Analysis of the Settlement, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4ο, 24:4:2, Stockholm 1983.
  • Wells B., «Apollo at Asine», Πρακτικά Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Καλαμάτα, 8-15 Σεπτεμβρίου 1985, τόμ. Β: Αρχαιότης και Βυζάντιον. Πελοποννησιακά Παράρτημα 13Β, Αθήνα 1987-1988, σ. 349-352.
  • Wells B., «The walls of Asine», Opuscula Atheniensia 19 (1992), σ. 135-142.
  • Wells B. (επιμ.), New Research on old Material from Asine and Berbati in Celebration of the Fiftieth Anniversary of the Swedish Institute at Athens, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 8o, 17, Stockholm 2002.
  • Zangger E., «The island of Asine: A palaeogeographic reconstruction», Opuscula Atheniensia 20 (1994), σ. 221-239.

  

Γεωργία Ήβου – Αρχαιολόγος

Δημοσιεύεται στο έγκριτο περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες»: τεύχος 120, Απρίλιος 2016.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

  

Το πλήρες κείμενο σε μορφή Portable Document Format (PDF), στον σύνδεσμο: Αρχαία Ασίνη

 

Σχετικά θέματα:

 

 

«Ανώνυμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία» – Μια απόπειρα ερμηνείας | Βασίλης Κρεμμυδάς


 

Θα αντιγράψω πλήρη τον τίτλο του βιβλίου και την αφιέρωση και κατόπιν θα εξηγήσω γιατί αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό το κείμενο ή ποια είναι η ερευνητική εκκρεμότητα που με οδήγησε σε αυτή την απόφαση.

Ελληνική Νομαρχία, ήτοι Λόγος περί ελευθερίας, δι’ ού αναδεικνύεται πόσον είναι καληωτέρα η Νομαρχική διοίκησις από τας λοιπάς, ότι εις αυτήν μόνον φυλάττεται η Ελευθερία του ανθρώπου, τι εστί Ελευθερία, οπόσων μεγάλων κατορθωμάτων ήναι πρόξενος, ότι τάχιστα η Ελλάς πρέπει να συντρίψη τας αλύσσους της, ποίαι εστάθησαν αι αιτίαι οπού μέχρι της σήμερον την εφύλαξαν δούλην, και οποίαι είναι εκείναι οπού μέλλει να την ελευθερόσωσι.

Συντεθείς τε και Τύποις εκδωθείς ιδίοις αναλώμασι προς ωφέλειαν των Ελλήνων παρά Ανονίμου του Έλληνος, εν Ιταλία. 1806.

Αυτός είναι ο πλήρης τίτλος. Ακολουθεί, μετά από ένα προλογικό σημείωμα προς τον αναγνώστη, η αφιέρωση:

Εις τον τύμβον του Μεγάλου και Αειμνήτου Έλληνος Ρίγα του υπέρ της σωτηρίας της Ελλάδος εσφαγιασθέντος: χάριν ευγνωμοσύνης ο συγγραφεύς το Πονημάτιον τόδε ως δώρον ανατίθησι.

Εις ποίον άλλον έπρεπε να αναθέσω εγώ το παρόν μου πονημάτιον ώ αξιάγαστε Ήρως, παρά εις εσέ οπού εστάθης ο Πρόδρομος μιας ταχέας ελευθερόσεως της κοινής Πατρίδος μας Ελλάδος, και εθυσίασες την ζωήν σου δι’ αγάπην της; δέξαι το λοιπόν με το συνηθισμένον σου ελληνικόν ιλαρόν και καταδεκτικόν βλέμμα, και δέξαι το προς τούτοις ως αρραβώνα εκδικήσεως του λαμπρού αίματός σου κατά των τυράνων της Ελλάδος. Η δε Ελλάς άπασα θέλει δοξάσει δια παντός το αθάνατον όνομά σου, συναριθμούσα αυτό εις τον κατάλογον των Επαμινόντων, Λεονείδων, Θεμηστοκλέων και Θρασυβούλλων.[1]

 

Η «Ελληνική Νομαρχία» κυκλοφόρησε το 1806 στην Ιταλία από άγνωστο συγγραφέα. Καλούσε τους Έλληνες να εξεγερθούν κατά των Οθωμανών, προκειμένου να αποκαταστήσουν τη «νομαρχία», ένα πολίτευμα δηλαδή στο οποίο θα άρχουν οι νόμοι και όχι η αυθαιρεσία. Ταυτόχρονα σκιαγραφούσε την προεπαναστατική ελληνική κοινωνία και κατήγγελλε με ιδιαίτερη δριμύτητα όσους θεωρούσε υπεύθυνους για την αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει: τους προεστούς, τους Φαναριώτες και τους ιεράρχες.

 

Υπάρχει πράγματι επιστημονική – ερευνητική εκκρεμότητα αυτή τη στιγμή ώστε να ξαναθέσουμε ζήτημα «Ελληνικής Νομαρχίας»; Υπάρχει ζήτημα σε εκκρεμότητα, το οποίο περιγράφεται ως εξής: κατά τη δεκαετία του 1950, νεαρός φοιτητής η αφεντιά μου ακόμη, σε συζητήσεις αριστερών, κυρίως, επιστημονικών κύκλων πρωτάκουσα για την «Ελληνική Νομαρχία» ως το κατεξοχήν επαναστατικό κείμενο, με το επιχείρημα ότι καταγγέλλει τους προεστούς, τους πλούσιους κλπ. και τον ανώτερο κλήρο ως διεφθαρμένους, ανήθικους και εκμεταλλευτές του λαού – ό,τι δηλαδή ώφειλε να μισεί και να πολεμάει κάθε γνήσιος αριστερός εκείνη τη στιγμή.

Το επιχείρημα προέβαλε ο Κ. Θ. Δημαράς, στην πρώτη έκδοση της «Ιστορίας» του «της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» το 1949. [2] Στη δεκαετία του 1950, πολύ νωρίς, ο Γιάννης Κ. Κορδάτος άρχισε να δημοσιεύει, σε φυλλάδια αρχικά, και να κυκλοφορεί τη δική του «Ιστορία της νεότερης Ελλάδας». Εκεί, τονίζεται πολύ η μεταστροφή των υπόδουλων Ελλήνων προς τις δικές τους δυνάμεις, απογοητευμένων από τους Μεγάλους της Ευρώπης, ιδιαίτερα μετά τη γαλλορωσική συνθήκη ειρήνης του 1807. Πιστεύει μάλιστα ότι «ένας απ’ αυτούς που διέδωσε τη σωστή αυτή άποψη» ήταν ο Ανώνυμος της «Ελληνικής Νομαρχίας».[3]

Αν αποφάσισα να συντάξω αυτό το σημείωμα είναι γιατί, καθώς διάβασα, ίσως για δέκατη φορά, πρόσφατα το κείμενο της Ελληνικής Νομαρχίας, έχω οδηγηθεί στο εξής θλιβερό συμπέρασμα, που θα το διατυπώσω κάπως προκλητικά: από όσους έχουν γράψει για την Ελληνική Νομαρχία κανένας δεν την διάβασε· τουλάχιστον κανένας δεν την διάβασε προσεκτικά. Με μια εξαίρεση: Φίλιππος Ηλιού,[4] που μένει στο καταγγελτικό μέρος της κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας του υπόδουλου ελληνισμού ως στοιχείου νεωτερικότητας.

Οι υπόλοιπες παρατηρήσεις όσων έγραψαν, μηδέ του Κ. Θ. Δημαρά εξαιρουμένου, παραμένουν έωλες απέναντι στο ίδιο το κείμενο. Γιατί η Ελληνική Νομαρχία Ανωνύμου του Έλληνος δεν είναι ένα  ανατρεπτικό κείμενο, σε καμία περίπτωση επαναστατικό.

Ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας [5] είναι θαυμαστής του Ρήγα, του αφιερώνει το βιβλίο του και τον θεωρεί ήρωα της ελευθερίας· χωρίς όμως να ασπάζεται το πολιτικό πρόγραμμά του,[6] μολονότι επιθυμεί η μέλλουσα «Ελλάς» να τον ταξινομήσει μαζί με τους ενδόξους «Επαμεινώνδας, Λυκούργους, Θεμιστοκλείς, Θρασυβούλους».

Ο Ανώνυμος θεωρεί ότι έχει έρθει η ώρα της ελευθερίας· ότι είναι επείγον μάλιστα ζήτημα: οι καιροί «βιάζουσιν» (σ. 247). Η ελευθερία γι’ αυτόν είναι ύψιστο αγαθό· ελευθερία, δηλαδή απαλλαγή από τον οθωμανικό ζυγό και συγκρότηση ελληνικού κράτους – η ελευθερία που φέρνει την ατομική ευτυχία.

Να δούμε όμως τι σημαίνουν όλα αυτά. Να δούμε σε ποιο πλαίσιο γίνονται οι προτάσεις του Ανώνυμου και ποιους τρόπους προτείνει για την πραγματοποίησή τους. Το 1806 που κυκλοφόρησε η «Ε.Ν.» στην Ιταλία, στον ευρωπαϊκό χώρο έχουν συμβεί κοσμογονικά γεγονότα. O Διαφωτισμός έχει εκπέμψει παντού τα μηνύματά του και η Γαλλική Επανάσταση έχει ανοίξει τα μάτια του κόσμου, θα πει αργότερα ο Θ. Κολοκοτρώνης· την ίδια ώρα ο Ναπολέων «περιφέρει» την Επανάσταση στην Ευρώπη και έξω απ’ αυτήν.

Εν τούτοις στο κείμενο που έγραψε ο Ανώνυμος δεν αντανακλάται τίποτε από την κοσμογονία. Θα δούμε αναλυτικά, αφού διαβάσουμε πώς περιγράφει ο ίδιος το σκοπό του: «Επροσπάθησα να σας αποδείξω πόσον εύκολος είναι η Επανόρθωσις της Ελλάδος: ο χαρακτήρ μας, η ποσότης μας, τα ήθη μας, το γήρας της Τυρανίας, το πλήθος των συνδρομιτών και η φυγή της αμαθείας, εστάθησαν τα αναντήρητα δικαιολογήματά μου. Εν ενί λόγω έδειξα του καθενός πού ευρίσκεται η ευτυχία του» (σ. 256).

Ο Ανώνυμος γνωρίζει το κήρυγμα του Διαφωτισμού και τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν τα ασπάζεται· ούτε καν αναφέρεται στα γεγονότα αυτά. Θα τα ήθελε αλλιώτικα: δε θέλει ελευθερία και Δικαιώματα ως παράγωγα κοινωνικής ευδαιμονίας, προτιμάει την ελευθερία ως παράγωγο ατομικής ευτυχίας – ασφαλώς όχι Δικαιώματα· δε θέλει «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» που είναι το έμβλημα της Γαλλικής Επανάστασης, παρά θέλει «ομοιότητα» αντί για «ισότητα» που δεν είναι το ίδιο.

Μιλάει για επανάσταση και «επανόρθωση του γένους μας» με ίδιες δυνάμεις και για πατρίδα· η πατρίς» η δική του δεν είναι «la patrie» της Γαλλικής Επανάστασης – θα δούμε τι είναι. Από το κείμενο απουσιάζει εντελώς η οικονομία· αυτή η έκρηξη του εμπορίου και της ναυτιλίας των υπόδουλων Ελλήνων δεν έχει υπολογιστεί, μολονότι το 1803 μόλις είχε κυκλοφορήσει το Mémoire του Αδ. Κοραή που προβάλλει αυτήν ακριβώς την έκρηξη ως πολιτιστικό δεδομένο και μολονότι ο ίδιος είναι θαυμαστής του.[7]

Οι προτάσεις της «Ελληνικής Νομαρχίας» για την απελευθέρωση και το μέλλον των Ελλήνων είναι ενδιαφέρουσες.

Εξηγεί καταρχήν ο συντάκτης της γιατί προτιμάει την Νομαρχία ως πολίτευμα του αυριανού ελληνικού κράτους (σ. 24 κ.ε.): «η Νομαρχία, αδελφοί μου, ευρίσκεται τόσον εις την Δημοκρατίαν, καθώς και εις την Αριστοκρατίαν αι οποίαι εις άλλο δεν διαφέρουσι ειμή μόνον ότι η μεν Δημοκρατία κλίνει εις την Αναρχίαν, η δε Αριστοκρατία εις την Ολιγαρχίαν, η οποία πολλάκις είναι χειροτέρα και από την ιδίαν Τυρανίαν» (σ. 14). Και, τελικά, τι είναι ελευθερία; Στην Αναρχία ελεύθεροι είναι μόνον οι ισχυρότεροι, ένας μόνον στην Μοναρχία, κανένας στην Τυρανία και όλοι στη Νομαρχία (σ. 14-15).

Και πώς θα γίνει λοιπόν η Επανάσταση, η ίδρυση ελληνικού κράτους και κατ’ επέκταση η εφαρμογή στην πράξη μιας πολιτείας-νομαρχίας;· με ποιόν τρόπο. Ας μου επιτραπεί να σχηματοποιήσω – το κείμενο της «Ε.Ν.» δεν δίνει συγκεκριμένη εικόνα – χωρίς να παραποιήσω, ούτε στο ελάχιστο: Οι μορφωμένοι  και πλούσιοι Έλληνες των παροικιών να επιστρέψουν στην Ελλάδα, να απαντούν στους, προφανώς σκοταδιστικούς λόγους των ιεροκηρύκων και δημογερόντων στις συνελεύσεις· οι υπόδουλοι Έλληνες που θέλουν να είναι ελεύθεροι, θα πεισθούν από τους λόγους τους και θα πάρουν τα όπλα, που διαθέτουν δύο και τρία καθένας στο σπίτι του!

Θα κάνω εδώ ένα άλμα. Πρέπει να πούμε δυο λόγια γι’ αυτό που ο συντάκτης της «Ε.Ν.» θεωρεί αποτελέσματα της δουλείας, για το περιεχόμενο δηλαδή του βιβλίου. Πρέπει να τονίσουμε πρώτα ότι ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» είναι φανατικός υποστηρικτής της ελευθερίας, ως πηγής κάθε ευτυχίας – με προϋποθέσεις ασφαλώς. Γι’ αυτό κατηγορεί και καταγγέλλει την εκκλησιαστική και κοσμική εξουσία του υπόδουλου ελληνισμού ως υπεύθυνους για τη συντήρηση και διατήρηση της δουλείας και της εκμετάλλευσης των υπόδουλων από τον κατακτητή και απ’ αυτούς τους ίδιους.[8]

Μπορεί, παράλληλα, να προκύψει και κάτι άλλο: στις αρχές του 19ου αιώνα είχαν όλοι οι νεοέλληνες, υπόδουλοι και μη, συνειδητοποιήσει ότι η απελευθέρωση δεν έπρεπε να καθυστερήσει. Η περιγραφή των δεινών που υφίστανται οι υπόδουλοι γεωργοί, τεχνίτες, εμπορευόμενοι κλπ. δεν αποκλείεται να τονίζει αυτήν ακριβώς τη συνειδητοποίηση.

Πέραν απ’ αυτό όμως, ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» δεν παραλείπει να ψέξει και τους Έλληνες των παροικιών που, αφού πλούτισαν, έκαναν καλές σπουδές και είναι σε θέση να αντιληφθούν, να εκτιμήσουν καταστάσεις, δεν επιστρέφουν στην υπόδουλη πατρίδα να βοηθήσουν στην απελευθέρωσή της (σ. 199-200). Τους ψέγει ακόμη γιατί έχουν παντρευτεί με ξένες («αλλογενείς») γυναίκες, κάτι που το χαρακτηρίζει ως «εντροπήν ανυπόφορον» (σ. 202, 207).

Ας προσέξουμε και κάτι άλλο: «ας ευχαριστήσωμεν τον θεόν, οπού δεν εγεννήθημεν ένα αιώνα προτήτερα, αλλά εγεννήθημεν εις καιρόν επιτηδιότατον εις το να ελευθερόσωμεν την Πατρίδα μας» (σ. 251). Αλλά, αλοίμονο αν το γένος μας «κυριευθή από ετερογενές βασίλειον· τότε οι Έλληνες δεν θέλουν μείνει πλέον Έλληνες» (σ. 252). Αυτές οι φράσεις μιλούν για τις προσπάθειες των Ελλήνων να ελευθερωθούν με τη βοήθεια ξένης δύναμης – της Ρωσίας δηλαδή· και θεωρείται εδώ ότι η βοήθεια των ξένων ισοδυναμεί με μια άλλη υποδούλωση. Και εδώ εκφράζεται μια άλλη συνειδητοποίηση: στήριξη στις δικές μας δυνάμεις.[9]

Ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» είναι κάποιος, ένας Έλληνας της Τουρκοκρατίας, με ανεπτυγμένο πατριωτισμό, με πόνο για την απελευθέρωση της πατρίδας, την οποία μάλιστα θεωρεί «εύκολη» στη συγκεκριμένη συγκυρία της εποχής που έγραψε την «Ε.Ν.». Εν τούτοις τα «δικαιολογήματα» του Ανώνυμου δεν έχουν μεγάλη σχέση με τις πραγματικότητες του ελληνισμού, υπόδουλου και παροικιακού, της στιγμής που κυκλοφορούσε το βιβλίο του. Ο Ανώνυμος μοιάζει να μη θεωρεί ως «δικαιολόγημα» τις βαθιές αλλαγές που συντελούνταν στην υπόδουλη ελληνική κοινωνία, εξαιτίας της τεράστιας ανατροπής στις οικονομικές σχέσεις: εμπορική – ναυτιλιακή ανάπτυξη, νέα επαγγέλματα, πλούτος. Δεν έχουν περάσει, όπως είδαμε, παρά μόνον τρία χρόνια από τότε που ο Κοραής, τον οποίον ο Ανώνυμος φαίνεται να σέβεται, είχε προβάλει αυτήν ακριβώς την αλλαγή στις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις, την τεράστια ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας των Ελλήνων, ως κύριο λόγο πολιτισμικής προόδου.

Ο Ανώνυμος μοιάζει να μην αποδέχεται τα μηνύματα του Διαφωτισμού, ούτε τα κηρύγματα της Γαλλικής Επανάστασης· γι’ αυτά τα δύο μέγιστα γεγονότα της νεώτερης Ιστορίας απουσιάζει οποιοσδήποτε λόγος. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι το κεντρικό σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης «liberté, égalité, fraternité» έχει στην πέννα του Ανώνυμου παραποιηθεί· η δεύτερη λέξη, η μόνη από τις τρεις που αναφέρεται, δεν έχει μεταφραστεί ως ισότητα, αλλά ως «ομοιότητα», που καθόλου δεν είναι το ίδιο.

Γενικότερα, ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» μοιάζει να είναι εκτός τόπου και χρόνου ως προς τις πραγματικότητες του υπόδουλου ελληνισμού: περί εταιρισμού, κύριο – και καίριο – χαρακτηριστικό κάθε οικονομικής δραστηριότητας, δε λέγεται ούτε λέξη. Η Επανάσταση δε χρειαζόταν, φαίνεται, ούτε οργάνωση, ούτε προετοιμασία – ο Ανώνυμος της «Ε.Ν.» δεν έχει ακούσει τίποτε για τεκτονικές στοές, ούτε για καρμποναρισμό· ούτε για εταιρεία του Ρήγα που ήταν θαυμαστής του και του έχει αφιερώσει το βιβλίο· ο Ανώνυμος μοιάζει να μη ζει στις πραγματικότητες του ελληνισμού, ούτε της Ευρώπης.

Γενικά, τον Ανώνυμο της «Ε.Ν.» περισσότερο ενδιαφέρουν κάποιες αόριστες, ίσως ουτοπικές ιδέες, παρά ο υλικός βίος που δε μπορεί να μη γνωρίζει ότι αυτός είναι που διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις. Γι’ αυτό ίσως δεν κάνει λόγο για οικονομική ανάπτυξη – η λέξη κοινωνία ως αναλυτικό εργαλείο απουσιάζει από το κείμενό του· ο λόγος είναι κυρίως για την ελευθερία που οδηγεί στην ατομική ευτυχία – ο Διαφωτισμός εξισώνει την ελευθερία με την κοινωνική ευδαιμονία.

Δεν κάνει ο Ανώνυμος ούτε λόγο για τα οργανωτικά μιας επανάστασης· ίσως, γιατί αυτό που τον καίει είναι το πολίτευμα του αυριανού ελληνικού κράτους περισσότερο: «…η διοίκησις οπού εγώ θέλω να την ονομάσω ΝΟΜΑΡΧΙΑΝ… είναι η μόνη πρόξενος της Αρετής, της Ομοιότητος και της Ελευθερίας.» (σ. 13).

Το πολίτευμα είναι αυτό που ενδιαφέρει τον Ανώνυμο συγγραφέα μας· αυτό είναι η Νομαρχία του. Όχι όμως οποιοδήποτε πολίτευμα, ούτε οποιαδήποτε «Νομαρχία». Ο Ανώνυμος έχει συγκεκριμένο πολίτευμα και συγκεκριμένη Νομοθεσία που προτείνει. Έχει πρότυπο έτοιμο για εφαρμογή:

Η ανατροφή των νέων είναι ο κυριότερος στοχασμός των Νομοδότων. Ο θαυμασιότερος και νουνεχέστερος Νομοδότης οπού μέχρι της σήμερον εφάνη εις τον κόσμον κατά πάντα τρόπον, εστάθη βέβαια ο μέγας Λυκούργος, ο οποίος δεν ηπατήθη να στοχασθή τους ανθρώπους, καθώς επρεπε να ήτον, αλλά γνωρίζωντάς τους οποίας λογής είναι, τούς αποκατέστησε όσον ήτον το δυνατόν καληοτέρους. Η Ανατροφή δια να ειπώ ούτως, είναι μία δευτέρα φύσις εις τον άνθρωπον (σ. 20-21).

Αυτό το πολίτευμα προκρίνει ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» στις αρχές του 19ου αιώνα: δε χωρεί αμφιβολία ότι η Γαλλική Επανάσταση, οι αλλεπάλληλες Συνελεύσεις, Γενικές και μη, η σύνταξη και έγκριση τόσων Συνταγμάτων έχουν απορριφθεί από το συγγραφέα μας ή οφείλονται σε πολιτεύματα που δεν είναι Νομαρχία.

Φανερό είναι επίσης ότι η Νομαρχία δε μπορεί να προβλέπει ούτε Γενικές Συνελεύσεις, ούτε εκλογές, ούτε κυβέρνηση, ούτε Βουλή – όλα όσα κατόπιν προέβλεψε η Επανάσταση.

Αυτό που προτείνει με άλλα λόγια για την ελεύθερη Ελλάδα δεν είναι παρά το πολίτευμα της Αρχαίας Σπάρτης, αυτό με τον Καιάδα και το Μέλανα Ζωμό που όσο και αν είναι μύθοι κάτι σημαίνουν· και αν ψάξουμε βαθύτερα, θα βρούμε ότι επί της ουσίας ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» προτείνει πολλά από τα αποτελέσματα που σε άλλα σημεία του βιβλίου έχει απορρίψει, εκτός της Δημοκρατίας.

Ο θαυμασμός του Ανωνύμου για την αρχαία Σπάρτη, για το Λεωνίδα, για την πολεμική τέχνη, την τακτική του πολέμου τον βρίσκουμε σε κάμποσα σημεία του κειμένου· και όλα όμως είναι «θαυμαστά αποτελέσματα των φοβερών Νόμων του Μεγάλου Λυκούργου» (σ. 37).

Ασφαλώς ο λόγος είναι για τους Μανιάτες, που ήταν οπλισμένοι, πολεμιστές, σκληροτράχηλοι, έτοιμοι να εξεγερθούν – μαζί με τους Σουλιώτες αποδεικνύουν ότι η Ελλάς γεννά ακόμη «Λεωνίδας και Θεμιστοκλείς» (σ. 43).

Η «Ελληνική Νομαρχία, ήτοι λόγος περί ελευθερίας… παρά Ανωνύμου του Έλληνος» είναι ένα βιβλίο με περιεχόμενο άκρως συντηρητικό και αντίθετο προς τα κοινωνικά αιτήματα της εποχής του τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε, στενότερο, ελληνικό.

Την ώρα που κυκλοφορούσε η «Ελληνική Νομαρχία» όλη η Ευρώπη – και όλος ο ελληνισμός – ζούσε μια κοσμογονία· διανοητική και κοινωνική, δηλαδή και πολιτική κοσμογονία: η Γαλλική Επανάσταση συγκλόνιζε τον κόσμο· οι ιδέες και τα κηρύγματα του Διαφωτισμού συζητούνταν και, όπου ήταν δυνατό, εφαρμόζονταν· ένας νέος όρος, Συνέλευση, κατοπινή Βουλή, ως μέθοδος διακυβέρνησης και κοινωνικών σχέσεων γενικευόταν· το ίδιο και ο όρος Σύνταγμα· μια νέα, τέλος, κοινωνική τάξη εμφανιζόταν παντού και διεκδικούσε με εξεγέρσεις και επαναστάσεις την εξουσία.

Αυτά και άλλα, οι προετοιμασίες, για παράδειγμα, από μυστικές, συνωμοτικές οργανώσεις κινημάτων, εξεγέρσεων, επαναστάσεων, η «Ελληνική Νομαρχία» ούτε τα θίγει ως ερωτήματα της εποχής, ούτε τα συζητάει – ούτε, φυσικά, τα προτείνει ως ενδεχόμενη, έστω, διαδικασία απελευθέρωσης από τον τουρκικό ζυγό και διακυβέρνησης του ελληνικού κράτους που θα προέκυπτε.

Ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» δεν μπορεί να μη γνώριζε και να μην έβλεπε όσα γίνονταν γύρω του – δεν τα πολεμάει, δεν τα καταδικάζει – τα αγνοεί και αναλύει τη δική του πρόταση για τη διακυβέρνηση, κυρίως γι’ αυτήν, του ελληνικού κράτους. Ασφαλώς κάνει εντύπωση που ο Ανώνυμος μας λέει πώς πρέπει να κυβερνηθεί το ελληνικό κράτος, αλλά πώς θα γίνει ελληνικό κράτος δεν τον απασχολεί. Ακόμη μεγαλύτερη βέβαια εντύπωση – και απορία – προκαλεί που παρακάμπτει πλήρως τα γεγονότα και το πνεύμα της εποχής του.

Η «Ελληνική Νομαρχία» δε μοιάζει με κανένα ανάλογο κείμενο της περιόδου από τη Γαλλική στην Ελληνική Επανάσταση· είναι ένα κείμενο που δύσκολα κατηγοριοποιείται· μόνον που δεν μπορεί να αποφύγει το χαρακτηρισμό του συντηρητικού και του εκτός τόπου και χρόνου· καμιά ανατρεπτικότητα δεν υπάρχει σ αυτό.

 

Υποσημειώσεις


[1] Χρησιμοποιώ την «φωτοτυπική επανέκδοση Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος», Αθήνα 1976, σ. 5-6.

[2] Αντιγράφω από την έβδομη έκδοση (Ίκαρος, 1983) το χαρακτηρισμό του βιβλίου (σ. 155): «Κι’ αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι μ’ όλον το λιβελλογραφικό χαρακτήρα του, το βιβλίο παρουσιάζει εξαίρετη ωριμότητα της σκέψης και της θεωρίας: παρέχει πολλές και χρήσιμες πληροφορίες, στατιστικές κ.ά. σχετικά με την Ελλάδα και τείνει να συστηματοποιήσει ένα πρόγραμμα για την ανύψωση και την απελευθέρωση του Γένους· φωτεινό βιβλίο, που παρά τις νεανικές του ατέλειες εκφράζει έναν προηγμένο βαθμό εθνικής συνείδησης και κοινωνικής παιδείας». Η πρώτη έκδοση είναι του 1948-1949 – λέγονται και εκεί αυτολεξεί τα ίδια.

[3] Γ. Κ. Κορδάτος, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τόμος πρώτος (Τουρκοκρατία), Εκδόσεις «20ός αιώνας», σ. 501-502.

[4] Φ. Ηλιού, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός· η νεωτερική πρόκληση», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 2, Αθήνα 2003, σ. 19.

[5] Στο εξής «Ε.Ν.» για συντομία.

[6] Δεν επιθυμεί επανάσταση των χριστιανών της Βαλκανικής, αλλά των Ελλήνων· επιθυμεί ελληνικό κράτος – θα δούμε στα επόμενα. Όχι εθνικό κράτος, πάντως.

[7] «Ακροασθήτε τας συμβουλάς του νέου Ιπποκράτους, του εναρέτου φιλοσόφου Έλληνος, του εν Παρρησίοις, λέγω, κυρίου Κοραή» (σ. 196).

[8] Αυτές οι καταγγελίες και η υπεράσπιση των ταπεινών αγροτών, τεχνιτών, εμπορευόμενων κλπ. είναι που έκαναν τους διανοούμενους της Αριστεράς στη δεκαετία του 1950 να αναδείξουν την «Ε.Ν.» σε επαναστατικό κείμενο.

 [9] Το πλήρες σχετικό απόσπασμα: «Αλοίμονον λοιπόν εις το γένος μας αν κυριευθή από ετερογενές βασίλειον. Τότες οι Έλληνες δεν θέλουν μείνει πλέον Έλληνες, αλλά κατ’ ολίγον ολίγον, θέλουν διαφθαρεί τα ήθη των, και θέλομεν μείνει πάλιν δούλοι […] Μην σας πλανήσουν τα ταξήματα των επιτρόπων, και αποστόλων, των ξένων βασιλειών […] Μην στοχάζεσθε, ώ αδελφοί μου, ότι κανείς από αυτούς θέλει θυσιάσει και χρυσόν και στρατηώτας, δια να διώξη τον Ωθομανόν, και να μας αφήση έπειτα ελευθέρους. Ω, κάλλιον ένας σεισμός, ή ένας κατακλεισμός να μας αφανίση όλους τους Έλληνας, παρά να υποκείψωμεν πλέον εις ξένον σκήπτρον. Διατί ώ Έλληνες αγαπητοί μου να προσμείνωμεν να μας δανίση άλλος εκείνο οπού ημείς έχωμεν; Χίλλιας φοράς περισσότερον αίμα ήθελεν εκχυθή, αν ήθελεν εισέλθη ξένον σπαθί εις την Ελλάδα, παρά αν ηθέλαμεν ελευθερωθή μόνοι μας».

 

Βασίλης Κρεμμυδάς (1935-2017)

Ο Βασίλης Κρεμμυδάς ήταν ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου των Αθηνών.

Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, «Μνήμων», τομ. 35, Αθήνα, 2016.

Το όραμα του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη για την Ελληνική Μουσική – Ως το 1967 – Βασίλης Αγγελικόπουλος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μια πολύ ενδιαφέρουσα  ανακοίνωση του κ.  Βασίλη Αγγελικόπουλου,  που αφορά στα μουσικά πεπραγμένα της Ελλάδας τα χρόνια 1947- 1967, με τίτλο:

«Το όραμα του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη για την Ελληνική Μουσική – Ως το 1967».

 

«Γεια σας παίδες!»

O Μάνος Χατζιδάκις σε νεανική ηλικία, αρχείο Μάνου Χατζιδάκι, Γιώργος Χατζιδάκις.

Έτσι χαιρέτησε το αστικό κοινό του Θεάτρου Μουσούρη ο Μάρκος Βαμβακάρης, γεμάτος τρακ, όταν ο νεαρός Μάνος Χατζιδάκις τον έβγαλε στη σκηνή για να παίξει μερικά τραγούδια του. Ήταν αρχές του 1949, τέλη Φεβρουάριου, αρχές Μαρτίου, ανεξακρίβωτο ακόμα, τότε που ο 23χρονος Χατζιδάκις πήρε την απόφαση να μιλήσει ανοιχτά και δημόσια για το ρεμπέτικο τραγούδι, «μια πράξη εξόχως τολμηρή για κείνους τους καιρούς», όπως είπε πολύ αργότερα ο ίδιος, γιατί «το να σ’ αρέσουν τα ρεμπέτικα τότε ήταν το ίδιο επικίνδυνο σαν να διάβαζες “Ρίζο” παράνομο…»[1].

Η τελευταία χρονιά του Εμφυλίου βρίσκει τους δύο κατοπινούς αναμορφωτές του ελληνικού τραγουδιού, το Μάνο Χατζιδάκι και το Μίκη Θεοδωράκη, που είναι συνομήλικοι και φίλοι ήδη από τα χρόνια της Κατοχής, να έχουν μπει για καλά στο δρόμο της μουσικής και μάλιστα να έχουν ήδη πίσω τους όχι ασήμαντο έργο, πράγμα που δεν είναι και ευρέως γνωστό, καθώς η παρουσία τους συνδέεται συνήθως με τη «μεγάλη δεκαετία του ’60».

Ανατέλλοντος του 1949 ο Χατζιδάκις έχει ήδη γράψει μουσική για 12 θεατρικές παραστάσεις, δυο τρεις σουίτες μπαλέτου, μία άλλη για πιάνο, έργα για φωνή και πιάνο και έχει κάνει και την πρώτη του δοκιμή στον κινηματογράφο – σε μια ταινία που ήταν η πρώτη και για την Έλλη Λαμπέτη [2]. Ανάμεσα σ’ αυτά τα περίπου 20 νεανικά του έργα συγκαταλέγονται και ορισμένα πολύ σημαντικά, όπως η σουίτα Για μια μικρή λευκή αχιβάδα, ο κύκλος τραγουδιών Ματωμένος Γάμος, από το θεατρικό του Λόρκα σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου, και τα δύο ναυτικά τραγούδια, σε ποίηση Μίλτου Σαχτούρη.

Λίγο πριν από την ιστορική διάλεξή του για το ρεμπέτικο, η κραταιά μουσικοκριτικός των Νέων Σοφία Σπανούδη γράφει πρωτοσέλιδο ύμνο για το νέο συνθέτη, με αφορμή την ερμηνεία της Αχιβάδας από διακεκριμένο Αμερικανό πιανίστα στην Αθήνα [3], ενώ λίγες μέρες μετά τη διάλεξη, στην ίδια εκείνη σκηνή του Μουσούρη (Θέατρο Αλίκη τότε), το Θέατρο Τέχνης του Κ. Κουν ανεβάζει το Λεωφορείον ο Πόθος του Τ. Γουίλιαμς, με μουσική Χατζιδάκι, όπου η Μελίνα, στον πρώτο σπουδαίο ρόλο της, τραγουδά Χάρτινο το φεγγαράκι – ένα από τα ωραιότερα και δημοφιλέστερα ελληνικά τραγούδια του 20ού αιώνα.

Την ίδια χρονιά, ο νεαρός Μίκης Θεοδωράκης ολοκληρώνει ένα πρώτο τριετές πηγαινέλα του στην Ικαρία και τη Μακρόνησο, όπου εκτοπίζεται λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων – ωστόσο, συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές αλλά και τη σύνθεση, στην οποία επιδίδεται με μένος από την τρυφερή ηλικία των 12 χρόνων. Πράγματι, 24ετής ο Θεοδωράκης έχει πίσω του, το 1949, ένα σύνολο από 50 και πλέον έργα συμφωνικού κυρίως χαρακτήρα, από το οποίο δεν λείπουν όμως και δεκάδες τραγούδια, που έγραφε για το κέφι του, σε στίχους γνωστών ποιητών (Παλαμά, Δροσίνη, Σολωμού, Βαλαωρίτη κ.ά.) αλλά και δικούς του[4].

Το 1949 οι δύο νέοι συνθέτες, που θα κυριαρχούσαν στην ελληνική μουσική το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, φαίνονται αποφασισμένοι να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους, αλλά τους συνδέει ένα κοινό, και όχι μόνο ανάμεσά τους, όραμα: η αλλαγή, μακάρι και ανατροπή, των μουσικών, τουλάχιστον, πραγμάτων της χώρας. Κάτι απολύτως συνειδητό και για τους δύο το 1949.

Γεννημένοι κι οι δύο το 1925, ανδρώθηκαν στα χρόνια της Κατοχής έχοντας, από παιδιά, πάθος για τη μουσική και την ποίηση, αλλά και ιδιαίτερη ευαισθησία για τα κοινωνικά ζητήματα, πράγμα που τους οδήγησε νωρίς στην καρδιά όχι μόνο των αισθητικών-καλλιτεχνικών, αλλά και των πολιτικών κινημάτων της πολυκύμαντης εποχής τους. Είχαν και οι δυο από έφηβοι ενταχθεί στην ΕΠΟΝ του ΕΑΜ, πράγμα που μόλις τα τελευταία χρόνια έγινε ευρύτερα γνωστό για τον Χατζιδάκι, ο οποίος μάλιστα είχε ακολουθήσει και το στρατό του ΕΛΑΣ όταν υποχωρούσε στα βουνά, το 1945, με τον οποίο και επέστρεψε στην Αθήνα μετά τη «Βάρκιζα». Παρέμεινε «στρατευμένος» ως το ’47 περίπου, γράφοντας μουσική για τους θιάσους των Ενωμένων Καλλιτεχνών, τους οποίους ακολούθησε και σε περιοδείες τους στην άγρια τότε ελληνική επαρχία, εισπράττοντας κι αυτός το μερίδιό του σε διώξεις, προπηλακισμούς και άγριους ξυλοδαρμούς. Η εμπειρία και η βάσανος μέσα από τον πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση και τον εμφύλιο, και παράλληλα η μαθητεία δίπλα σε φωτεινές πνευματικές και καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες του καιρού τους, που ευαγγελίζονταν την επανασύνδεση με την ελληνική ρίζα και την αλήθεια των πραγμάτων (είναι πασίγνωστη η φοίτηση του νεαρού Χατζιδάκι στην παρέα Ελύτη, Γκάτσου, Τσαρούχη, Κουν κ.λπ.), είχαν γεννήσει στους δύο νέους μουσικούς, όπως και στους περισσότερους Έλληνες τότε, το όραμα μιας νέας, καλύτερης Πολιτείας και, όσον αφορούσε την τέχνη τους, μιας άλλης, ουσιαστικότερης και γνησιότερα ελληνικής μουσικής. Το όραμα αυτό – με μαχητικότερο, στο πολιτικό σκέλος, το νεαρό Μίκη, περισσότερο σκεπτικιστή πια το νεαρό Μάνο – χαρακτήρισε τους δύο συνθέτες για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Και στο βαθμό που το όραμα αυτό έγινε πραγματικότητα, οφείλεται κυρίως στο έργο των δύο αυτών μεγάλων συνθετών.

 

Μάνος Χατζιδάκις και Μίκης Θεοδωράκης στη Ρώμη το 1954. Πηγή:Lifo.

 

Είναι δίκαιο να επισημάνει κανείς ότι ο Χατζιδάκις πρώτος είχε ήδη αρχίσει να δουλεύει προς αυτή την κατεύθυνση και να παρουσιάζει έργα που αναδείκνυαν την ελληνική καταγωγή και ταυτότητα στο τραγούδι και τη μουσική γενικότερα. Το όραμα του Μίκη, όπως δηλώθηκε αργότερα στο έργο του, θα καθυστερούσε ακόμη μία δεκαετία να φανεί, καθώς δρούσε ανασταλτικά ως προς αυτό ο συγχρωτισμός του με τον κόσμο της «σοβαρής» μουσικής, πρώτα στην Ελλάδα, ως το ’54, και κατόπιν στο Παρίσι, ως το ’59, όπου μάλιστα ενεπλάκη και στη δίνη της δωδεκαφθογγίας, μαθητεύοντας δίπλα στον Ολιβιέ Μεσιάν.

Ωστόσο, κι εκείνον είχε απασχολήσει τότε το ρεμπέτικο – είναι μάλιστα σχετικά άγνωστο το γεγονός ότι λίγους μήνες μετά τη διάλεξη Χατζιδάκι είχε εκδηλωθεί και ο Θεοδωράκης δημόσια υπέρ του ρεμπέτικου με άρθρο του που δημοσιεύθηκε το φθινόπωρο του 1949 [5]. Πέρασε όμως απαρατήρητο, γιατί ο συντάκτης του ήταν άγνωστος, εν αντιθέσει με τον νεαρό Χατζιδάκι, που είχε ήδη συγκινήσει τους καλλιτεχνικούς και φιλότεχνους κύκλους της Αθήνας. Η σχέση πάντως του Θεοδωράκη με το λαϊκό τραγούδι πέρασε από σαράντα κύματα – από την αποδοχή ως την απόρριψη – έως ότου κρυσταλλωθεί οριστικά, μετά την τεράστια επιτυχία του Επιταφίου το 1960, σε μια υπερθετική και μαχητική υπεράσπιση. Λέμε «μετά την επιτυχία του Επιταφίου», γιατί ακόμη και λίγες μόλις εβδομάδες πριν από την κυκλοφορία του, ο Μίκης απέρριπτε κατηγορηματικά το ρεμπέτικο, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του I960[6].

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Κατάφερε να ζήσει στον «υπερθετικό» όπως λέει κι ο ίδιος. Πηγή:Lifo.

 

Αντιθέτως, ο Χατζιδάκις ήταν ήδη «αποφασισμένος» το 1949. Είχε αρνηθεί, «μαζί με διάφορα άλλα», και την ελληνική «σοβαρή» μουσική – «που η μισή ντυμένη με κουρέλια παρίστανε την Ευρώπη, και η άλλη μισή, με φουστανέλλες, την “αθάνατη Ελλάδα”»[7]– και είχε συγκλονιστεί από το λαϊκό τραγούδι. Οι αποτυπώσεις του γεγονότος αυτού στα πρώτα του έργα θα πλήθαιναν όλο και περισσότερο τα επόμενα χρόνια και θα προκαλούσαν ισχυρές εντυπώσεις. Οι λοιδωρίες δεν έλειπαν, αλλά η μαγεία που εξέπεμπε η μουσική του νεαρού Χατζιδάκι επικρατούσε.«Έκανα θέατρο, μουσική και ποίηση, όταν αυτά ήταν διαχωρισμένα στον ελληνικό χώρο», είπε δεκαετίες αργότερα ο ίδιος, αναφερόμενος στην πρώτη δημιουργική δεκαετία του[8].

Από το 1949 ως το 1954, οι μουσικές που έγραψε για το θέατρο (Τέχνης και Εθνικό) και για τον κινηματογράφο, ορισμένα λογιότερου χαρακτήρα έργα του (όπως Ο κύκλος του CNS, οι Δύο χοές και η Ιονική Σουίτα), κυρίως όμως τα πασίγνωστα μπαλέτα του, που κυριολεκτικά ίδρυσαν και στερέωσαν το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου (Μαρσύας. Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές, Το Καταραμένο Φίδι) έφεραν ένα νέο, ζωοποιό αεράκι στην ελληνική μουσική. Ήταν το αεράκι, που δυναμώνοντας συνεχώς όσο προχωρούσε η δεκαετία του ’50, έμελλε να γίνει σφοδρός και ανανεωτικός άνεμος από το ’60 και μετά.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο Παρίσι, 14 Σεπτεμβρίου 1957; Φωτογραφία από το φωτογραφικό πρακτορείο Anefo.

Την ίδια περίοδο, ως το ’54 δηλαδή, θεμελιώνει και ο Μίκης μια ξεχωριστή παρουσία στο μουσικό κύκλο που είχε διαλέξει να κινείται. Το ’50 τελειώνει τις σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών και αρχίζει να εργάζεται στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παίζοντας κρουστά υπό το δάσκαλό του Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Την ίδια χρονιά, παρουσιάζει η ΚΟΑ έργο του (Στο πανηγύρι της Ασή-Γωνιάς), ενώ συνθέσεις του εκτελούνται όλο και συχνότερα σε συναυλίες, αποσπώντας θετικές κρίσεις.

Ως το ’54, οπότε παίρνει υποτροφία από το ΙΚΥ και φεύγει για σπουδές στο Παρίσι, εργάζεται ως μουσικοκριτικός σε διάφορες αριστερές εφημερίδες, με ψευδώνυμο κυρίως, γράφει μουσική για πολλά ραδιοφωνικά σκετς και για τις τέσσερις πρώτες του κινηματογραφικές ταινίες, συνεργάζεται κι αυτός με το Ελληνικό Χορόδραμα (Ορφέας και Ευρυδίκη, 1952) και, βέβαια, συνθέτει ακατάπαυστα: 36 έργα στην πενταετία αυτή, μεταξύ των οποίων η Πρώτη Συμφωνία του και ο κύκλος τραγουδιών Λιποτάκτες, που σε λαϊκότερη επεξεργασία θα γινόταν πασίγνωστος μετά το ’60.

Το 1955 ήταν μια χρονιά εκρηκτική για το Μάνο Χατζιδάκι και για το ελληνικό τραγούδι: ο ιδιοφυής συνθέτης αρχίζει τότε να γράφει τραγούδια που, μέσω κινηματογραφικών ταινιών, απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό και τα οποία, μάλιστα, εκδίδονται αμέσως σε δίσκους – ενώ προηγούμενες συνθέσεις του, όπως τα τραγούδια του Ματωμένου Γάμου ή το Χάρτινο φεγγαράκι δεν εκδόθηκαν παρά 10 ή και 15 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή τους – από το ’60 και μετά. Με ένα μπαράζ ταινιών (Στέλλα, Κάλπικη λίρα, Μαγική πόλις, Λατέρνα, φτώχια και φιλότιμο) ο Χατζιδάκις δίνει εκείνη τη χρονιά μια σειρά λαϊκά τραγούδια (Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι, Ο μήνας έχει δεκατρείς, Εφτά τραγούδια θα σου πω, Η λατέρνα. Γαρίφαλο στ’ αφτί, Ιλισός, Μια πόλη μαγική, Το φεγγάρι είναι κόκκινο κ.ά.) που κατάκτησαν αμέσως τις καρδιές του κόσμου και έδειξαν καθαρά την πορεία που έπαιρναν πια τα πράγματα στο ελληνικό τραγούδι. Σε λίγο ούτε το πνιγηρά ελεγχόμενο κρατικό ραδιόφωνο θα μπορέσει να αντισταθεί πλέον στην απαίτηση του κόσμου να ακούει το λαϊκό τραγούδι του. Θα άρει επιτέλους την καραντίνα και θα αρχίσει να μεταδίδει «λαϊκά» έστω και… ένα τέταρτο την ημέρα.

Από το ’55 ως το ’60, οπότε θα γίνει πια «το μεγάλο μπαμ» στο τραγούδι μας με την παγκόσμια επιτυχία της μουσικής του Ποτέ την Κυριακή και την εκρηκτική εμφάνιση του Μίκη με τον Επιτάφιο στο προσκήνιο, ο Χατζιδάκις διέρχεται μια δημιουργική περίοδο ασύλληπτη σε ποσότητα και σε ποιότητα: 70 έργα! Κοντά στα λαϊκά αλλά, ταυτόχρονα, ευρηματικά και ποιητικά τραγούδια του, που αγαπιούνται πολύ από το ευρύ κοινό, γράφει και άλλης υφής έργα, με την ευκαιρία κυρίως θεατρικών παραστάσεων αλλά και κινηματογραφικών ταινιών, που τον εκτοξεύουν στην κορυφή και στερεώνουν τη φήμη του ως ρηξικέλευθου ανανεωτή του ελληνικού τραγουδιού: Μήδεια με Παξινού, Εκκλησιάζουσες, Λυσιστράτη, θεσμοφοριάζουσες. Πλούτος, Όρνιθες, Βάτραχοι, Κύκλωπας, Αυλή των θαυμάτων, Παραμύθι χωρίς όνομα, Ο κύκλος με την κιμωλία, Δόνια Ροζίτα, Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι, Οθέλος, Ευρυδίκη, Γλυκό πουλί της νιό της, το μπαλέτο Ερημιά…

Με την «ανακάλυψή» του, τη νέα τραγουδίστρια Νάνα Μούσχουρη, κυρίως, αλλά και με πολλούς άλλους τραγουδιστές, μεταξύ των οποίων και «λαϊκοί», όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης (πράγμα σκανδαλώδες για την εποχή), ή λυρικής καταγωγής, όπως ο Γιώργος Μούτσιος, ή και ηθοποιοί, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Χατζιδάκις ηχογραφεί ως το ’60 δεκάδες τραγούδια του, που όλα ανεξαιρέτως έχουν μεγάλη, έως και τεράστια, απήχηση.

 

O Μάνος Χατζιδάκις με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

 

Στο τέλος της δεκαετίας του ’60 η παρουσία του έχει κλονίσει συθέμελα τα κάστρα του κυρίαρχου ως τότε «ελαφρού» τραγουδιού, που μιμείται ανέκαθεν ξένα πρότυπα. Αλλάζει ο ήχος, αλλάζει ο στίχος, αλλάζουν οι ρυθμοί, όλο και περισσότερα είναι τα τραγούδια που γράφονται σε ελληνικούς λαϊκούς μουσικούς δρόμους, με στίχο απαιτητικότερο. Αποκαλυπτική της νέας κατάστασης που σταδιακά διαμορφώνεται είναι η διαφορετική ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει, από χρόνο σε χρόνο, τα τραγούδια που μετέχουν στα τρία πρώτα Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού (1959, 1960, 1961). Τα φεστιβάλ αυτά οργάνωσε το τότε ΕΙΡ, εμπνευσμένο από τον ανανεωτικό άνεμο που είχε φέρει η παρουσία του χαρισματικού Χατζιδάκι – ο οποίος και επικρατεί θριαμβευτικά στις δύο πρώτες χρονιές, 1959 και 1960. Είναι σαφές ότι η Ελλάδα τραγουδά μετά μανίας Χατζιδάκι και ότι τα πράγματα έχουν ήδη αλλάξει σημαντικά στο τραγούδι της, όταν το Σεπτέμβριο του ’60 εμφανίζεται ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Επιτάφιο.

Πρέπει να θεωρείται βέβαιο, γιατί υπάρχουν δηλώσεις του ίδιου από την εποχή εκείνη, ότι ο Θεοδωράκης προσήλθε στο τραγούδι βαθύτατα εντυπωσιασμένος, και προβληματισμένος, από «την καταπληκτική απήχηση που είχαν μέσα στο λαό μας» τα «απλά», λαϊκά τραγούδια του φίλου του του Μάνου[9]. Άλλο τόσο είναι βέβαιο, όμως, ότι δεν ήρθε στο τραγούδι ένας αποτυχημένος στη «σοβαρή» μουσική, αλλά ένας που είχε αρχίσει θριαμβευτική διεθνή καριέρα στον τομέα αυτό και που μάλιστα είχε διακριθεί το 1959 ως ο καλύτερος νέος συνθέτης της Ευρώπης.

Από το ’55 ως το ’60, στην «περίοδο του Παρισιού», ο Μίκης γράφει περισσότερα από 25 συμφωνικά έργα, μεταξύ των οποίων τα μπαλέτα Αντιγόνη, παραγγελία του Κόβεντ Γκάρντεν, που θριάμβευσε στο Λονδίνο το ’59, και Οι εραστές της Τερουέλ, για τη Λουντμίλα Τσερίνα, όπως και η μουσική για την ταινία Μήνας του μέλιτος. Οι λόγοι για τους οποίους ο φέρελπις συνθέτης εγκατέλειψε τη διεθνή καριέρα που ανοιγόταν μπροστά του ήταν, όπως ο ίδιος τους έχει ορίσει, αφενός η ανάγκη του να απευθύνεται «σε όλο το λαό» και όχι στο περιορισμένο κοινό μιας ελίτ, αφετέρου η απαρέσκειά του, παρ’ όλες τις αμφιταλαντεύσεις του, να ακολουθήσει τη σχολή του δωδεκαφθογγισμού, που κυριαρχούσε τότε ως πρωτοπορία στα διεθνή μουσικά πράγματα. Αλλά, φυσικά, στην τελική του απόφαση έπαιξε καταλυτικό ρόλο η άμεση και τεράστια επιτυχία που είχαν τα τραγούδια του Επιταφίου[10]. Είναι χαρακτηριστική η εικόνα που δίνει ο κατάλογος των έργων του Θεοδωράκη: από το ’59 και μετά δεν υπάρχουν πια συμφωνικά έργα. Ο συνθέτης θα τα ξαναθυμηθεί μετά το 1980 πια, όταν όλα πάλι θα έχουν αλλάξει.

Τα τραγούδια του Επιταφίου, που ο Μίκης είχε μελοποιήσει το ’58 στο Παρίσι, πάνω στην ομώνυμη ποιητική σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου, τα είχε στείλει στο Μάνο για να τα ενορχηστρώσει και να τα εκδώσει σε δίσκο[11]. Υπάρχει μια τεράστια «φιλολογία» γύρω από το πώς και γιατί ο κύκλος αυτός δισκογραφήθηκε και εκδόθηκε σχεδόν ταυτόχρονα, το Σεπτέμβριο του ’60, σε δύο εκδοχές: μία από τον Χατζιδάκι με τη Μούσχουρη, τη «λυρική εκδοχή», και μία από το Θεοδωράκη με τον Μπιθικώτση, τη «λαϊκή εκδοχή»[12]. (Χώρια ότι μέσα σε ένα μήνα ο πληθωρικός Μίκης το εξέδωσε σε μια τρίτη, «λυρικολαϊκή εκδοχή», με τη Μαίρη Λίντα).

 

Ο Μανώλης Χιώτης, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στην ηχογράφηση του Επιτάφιου. Πηγή: Lifo.

 

Τεράστια φιλολογία, ανάλογη της εντύπωσης που προκάλεσε το έργο και του διχασμού που προκάλεσε η διπλή του έκδοση: ο πόλεμος ανάμεσα στους υποστηρικτές της μιας ή της άλλης εκδοχής του Επιταφίου – και κατά προέκταση των αισθητικών αλλά και των κοινωνικών απόψεων που εκπροσωπούσε καθεμιά – κράτησε πολλούς μήνες και δεν περιορίστηκε στις στήλες του ημερήσιου και περιοδικού τύπου. Επεκτάθηκε αμέσως στο ραδιόφωνο, τις αίθουσες διαλέξεων, τις συναυλίες, τις επιθεωρήσεις, τις παρέες, τα σπίτια! Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγες μόνο μέρες μετά την κυκλοφορία των δύο δίσκων, στις 5 Οκτωβρίου 1960, ο δραστήριος Σύλλογος Κρητών Φοιτητών διοργανώνει ειδική βραδιά στην αίθουσα «Ελευθέριος Βενιζέλος», Χρήστου Λαδά 2, όπου μίλησαν για το θέμα ο Φοίβος Ανωγειανάκης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, παρουσία πολιτικών αλλά και πλήθους κόσμου, που είχε κατακλύσει ακόμη και το κλιμακοστάσιο του κτιρίου, ως έξω στο πεζοδρόμιο…[13]

Το τραγούδι, που μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν ως θέμα μάλλον ελαφρό και πάντως μη πνευματικό, είχε αναχθεί εν μια νυκτί σε πρωτοσέλιδο και έγινε έναυσμα για συζητήσεις σοβαρών πνευματικών και κοινωνικών ζητημάτων, με όλο και σαφέστερες πολιτικές προεκτάσεις. Δεν ήταν φυσικά ο Επιτάφιος που γέννησε αυτόν τον πολυεπίπεδο προβληματισμό, ο Επιτάφιος όμως τον αποκάλυψε και έδωσε συγκεκριμένη μορφή στο τοπίο που αχνοφαινόταν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’50.

Ο Θεοδωράκης φέρνει καταρχάς το πάντρεμα λαϊκού τραγουδιού και ποίησης. Αυτό βέβαια είχε ήδη αρχίσει με τον Χατζιδάκι, καθώς είδαμε, όπως και το πέρασμα λαϊκών ρυθμών, οργάνων και φωνών στο λογιότερο τραγούδι, αλλά με το Μίκη πήρε άλλες διαστάσεις. Στους σπουδαίους κύκλους τραγουδιών που έδωσε από το ’60 ως το 1967 (Αρχιπέλαγος, Πολιτεία, Λιποτάκτες, Άξιον Εστί, Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, Συνοικία το όνειρο, Επιφάνια, Όμορφη πόλη, Φαίδρα, Ένας όμηρος, Μικρές Κυκλάδες, Η γειτονιά των Αγγέλων, Ζορμπάς, Χρυσοπράσινο φύλλο, Κύκλος Φαραντούρη, Μαουτχάουζεν, Ρωμιοσύνη κ.ά.) συναντώνται και δένονται μοναδικά το τραγούδι και η ποίηση – όχι πια η ποίηση του λαϊκού τεχνίτη, αλλά η λόγια ποίηση, που κατεβαίνει τώρα στα χείλη όλου του κόσμου.

Μίκης Θεοδωράκης. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Από την εφημερίδα «Φως των σπορ»: Ο Μίκης, ανάμεσα στους παίκτες του Ολυμπιακού Αγανιάν και Αυγητίδη, στο Ελληνικό αποχαιρετά την αποστολή της ομάδας που πήγαινε στα Σκόπια για να παίξει με τη Βαρντάρ στο πλαίσιο του Βαλκανικού Κυπέλλου.

 

Ταυτόχρονα, οι στίχοι μιλούν πια και για πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις όλο και συχνότερα όσο προχωρά η δεκαετία. Και τα τραγούδια αυτά, όσο κι αν εμποδίζεται για πολιτικούς λόγους, η ραδιοφωνική τους μετάδοση, κατακτούν τον ελληνικό λαό, που σπεύδει στις λαϊκές συναυλίες, είδος που ο Μίκης εγκαινίασε στην Ελλάδα το 1960 και το οποίο καθιερώθηκε μετά τις ιστορικές συναυλίες της άνοιξης του ’61, με τον Χατζιδάκι να γιορτάζει στον Ορφέα το Όσκαρ που του έφεραν Τα παιδιά του Πειραιά και το Μίκη να ανεβάζει στη σκηνή του Κεντρικόν λαϊκούς τραγουδιστές, όπως ο Μπιθικώτσης και ο Καζαντζίδης. Δεν είναι άσκοπο να αναφερθεί ότι το κοινό συμμετέχει στις συναυλίες εκείνες μέσα σε ατμόσφαιρα πολύ διαφορετική από εκείνη των γηπεδικών συναυλιών της μεταπολίτευσης.

 

Εξώφυλλο του σάουντρακ «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν. O Μάνος Χατζιδάκις βραβεύεται με το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για το τραγούδι «Τα Παιδιά του Πειραιά», που ακουγόταν στην ταινία (7 Απριλίου 1961).

 

Η μουσική και λίγο αργότερα η πολιτική δραστηριότητα του Θεοδωράκη ενοχλεί τόσο την άγρια Δεξιά, όσο και την αρτηριοσκληρωτική Αριστερά της εποχής. Ούτε το -«περιθωριακό»- λαϊκό ήθελαν, ούτε, πολύ περισσότερο, τις ανεξέλεγκτες, πέραν της μουσικής, «δράσεις» του. Ο Μίκης όμως πιστεύει βαθιά ότι εκπροσωπεί «την Πραγματική Αριστερά» και οραματίζεται «μια καινούργια εθνική αναγέννηση», «μια τέχνη για όλο το λαό» και αγωνίζεται γι’ αυτό[14].

Ιδρύει τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών και περιοδεύει στην Ελλάδα παρουσιάζοντας και έργα κλασικής μουσικής, γράφει και ανεβάζει Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, που μιλάει για εμφύλιο και συμφιλίωση, τότε που ακόμη είναι νωπά όλα, εκδίδει βιβλία του, αναλαμβάνει την ηγεσία της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ, γράφει και παρουσιάζει ένα έργο πολύ πιο σύνθετης μορφής, όπως το Αξιόν Εστί, προχωρώντας έτσι σ’ αυτό που λέει «διαπαιδαγώγηση του λαού», ιδρύει τη Συμφωνική Ορχήστρα Πειραιώς για να ’χει ένα όργανο στο χέρι του. Όπως θα πει αργότερα ο ίδιος, «αυτές οι εμπειρίες των δύο κινημάτων εκείνης της εποχής, του πολιτικού και του πολιτιστικού, ήταν οι ωραιότερες στιγμές της ζωής μου»[15]. Έδειχνε τι μπορούσε και τι ήθελε να κάνει, ώσπου ήρθε η δικτατορία…

 

 

Μίκης Θεοδωράκης “Canto General”, Πειραιάς 13/8/1975, Στάδιο Καραϊσκάκη. Πηγή: Lifo.

 

Η πορεία του Χατζιδάκι την ίδια περίοδο (’60-’67), και μετά την εμφάνιση του Μίκη, ήταν μουσικά παράλληλη, όλο και πιο εκλεκτική πια θα έλεγε κανείς, σε σχέση ιδίως με την προηγούμενη υπερδραστήρια πενταετία του. Τα πολλά και σπουδαία έργα του της περιόδου αυτής (Απόψε αυτοσχεδιάζουμε, Οδός Ονείρων, Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη, Συνέβη στην Αθήνα, Όρνιθες ως καντάτα, Βάκχες, Καίσαρ και Κλεοπάτρα, Αμέρικα Αμέρικα, Το χαμόγελο της Τζοκόντα, Δεκαπέντε Εσπερινοί, Μυθολογία, Καπετάν Μιχάλης κ.ά.) αφενός αποφεύγουν τις κραυγαλέες πολιτικές αποχρώσεις, πράγμα που εκμεταλλεύονται όσοι – πολλοί και ποικίλοι – εκτρέφουν την αβαθή αντιπαλότητα «αριστερών θεοδωρακικών» και «δεξιών χατζιδακικών», αφετέρου αποκόπτουν κάθε σχέση με τον ήχο «Ελλάς και μπουζούκι», στον οποίο εκφυλιζόταν συν τω χρόνω, η αποκάλυψη ελληνικής ρίζας που είχε δει ο Χατζιδάκις στο ρεμπέτικο.

Η τεράστια παγκόσμια επιτυχία πρώτα του Ποτέ την Κυριακή, με μουσική Χατζιδάκι, και ύστερα του Ζορμπά, με μουσική Θεοδωράκη, έκανε διεθνή συρμό την Ελλάδα και τη μουσική της, το μπουζούκι δηλαδή, πράγμα που υπέθαλπαν όχι μόνο οι ανερχόμενες τουριστικές φιλοδοξίες της χώρας, αλλά πολλοί και ετερόκλητοι άλλοι παράγοντες – του «εθνικού φιλότιμου» μη εξαιρουμένου. Αυτό όμως, εκτός από τις θετικές πλευρές του, είχε και πολύ δυσάρεστα αποτελέσματα, και όχι μόνο αισθητικής φύσεως.

 

Ο Μάνος Χατζιδάκις, με τον Γιώργο Ρωμανό, στη Συναυλία της Νεολαίας της Ε.Ρ.Ε στον «Ορφέα», το 1965 (Φώτο: Τάκης Πανανίδης).

 

Ο Χατζιδάκις, με την οξυδέρκεια και την έμφυτη καλαισθησία του, ήταν τότε ο πρώτος που το ένιωσε, το κατήγγειλε και φρόντισε να απομακρύνει τη μουσική του από τη γειτνίαση με όλα αυτά. Το δείχνουν ο ήχος των έργων του της εποχής εκείνης, αλλά και άλλες μουσικές δραστηριότητές του, όπως η προκήρυξη διαγωνισμού έργων σύγχρονης μουσικής, όπου βραβεύθηκε και ο Γιάννης Ξενάκης, ή η ίδρυση της Πειραματικής Ορχήστρας Αθηνών, που έδωσε πολλές πρώτες εκτελέσεις ελληνικών έργων συμφωνικής μουσικής – ένας πρόδρομος της Ορχήστρας των Χρωμάτων, που θα ίδρυε 20 χρόνια αργότερα.

Εντούτοις, παρά τις σοβαρές παρενέργειες της μόδας του μπουζουκιού και του κατασκευάσματος που αποκλήθηκε «συρτάκι ντανς» – η οποία πήρε σαρωτικές διαστάσεις με τη δικτατορία, όταν αφέθηκε ασύδοτη, χωρίς αντίπαλο δέος -, το σπουδαιότερο ήταν ότι η παρουσία και το έργο των δύο μεγάλων συνθετών άλλαξε διά παντός το ρου του ελληνικού τραγουδιού και ήταν ένας από τους βασικότερους παράγοντες που δημιούργησαν αυτό που λέμε άνθηση στη δεκαετία του ’60. Άνθηση όχι μόνο στη μουσική, αλλά γενικότερη, πνευματική, καλλιτεχνική, κοινωνική και πολιτική.

 

Μάνος Χατζιδάκις

 

Ιδιαίτερα βεβαίως στο τραγούδι, όπου μετά το ’60 δεν υπάρχει τραγουδοποιός που να μην επηρεάζεται από το δίπολο Χατζιδάκις – Θεοδωράκης στη μελωδία, το ρυθμό, το στίχο, την ενορχήστρωση και τον τρόπο ερμηνείας. Ακόμη και παλαιοί συνθέτες, και οι πιο άξιοι, ακολουθούν ή και μιμούνται απροσχημάτιστα τον έναν ή τον άλλον ή, ευκαιριακά, και τους δύο. Πολύ περισσότερο επηρεάζονται βέβαια, αλλά δημιουργικά εις βάθος χρόνου, οι νέες δυνάμεις που εμφανίζονται τότε στο τραγούδι μας – μια γενιά πολύ σημαντικών συνθετών και στιχουργών, όπως οι Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Κουγιουμτζής, Σπανός, Λεοντής, Μαυρουδής, Σαββόπουλος, Παπαδόπουλος, Ελευθερίου κ.ά.

Δημιουργείται έτσι μια παράδοση που καθόρισε το ελληνικό τραγούδι στο β’ μισό του 20ού αιώνα και συνεχίζει και σήμερα, παρά τα φαινόμενα, να αποτελεί το μέτρο στην τέχνη του τραγουδιού. Ο στίχος με τον οποίο το ελληνικό τραγούδι μπήκε στον 21ο αιώνα, ακόμα κι αν αγνοεί παντελώς την ποίηση (που συχνότατα καθόλου δεν την αγνοεί), έχει ως συνείδηση το στίχο που τραγούδησαν οι Έλληνες από το ’60 και εξής. Και η μουσική του ελληνικού τραγουδιού – μελωδίες, ρυθμοί, όργανα, αίσθημα – διατηρεί ακόμη σήμερα την ιθαγένειά της, σε μια εποχή που ο δυτικός ήχος έχει ισοπεδώσει πολλά άλλα, και κραταιά κάποτε σε διεθνές επίπεδο, εθνικά τραγούδια – το ιταλικό, λ.χ., ή το γαλλικό. Το ελληνικό τραγούδι βρήκε πρόσωπο και ταυτότητα μετά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 κι αυτό το οφείλουμε κυρίως στο Μάνο Χατζιδάκι και το Μίκη Θεοδωράκη.

 

Υποσημειώσεις


[1] Σημείωμα του Χατζιδάκι στο ένθετο έντυπο, σ. 5, της κασετίνας δίσκων βινυλίου Η Ρωμαϊκή Αγορά, ΕΜΙ, 1986.

[2] Για την εργογραφία Χατζιδάκι βλ. Βασίλης Αγγελικόπουλος. Φάρος στη σιωπή – Κείμενα για τη ζωή και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, Καστανιώτης, β’ έκδ., Αθήνα 1997, σ. 173 κ.ε. Επίσης, του ίδιου, «Μ. Χατζιδάκις: Το ξεκίνημα ενός “μύθου»» (η δράση του συνθέτη στη δεκαετία του ’40), Καθημερινή της Κυριακής, 15.6.1997.

[3] Στα Νέα, 20.1.1949. Ο πιανίστας ήταν ο Τζον Κάτσιεν.

[4] Για την εργογραφία Θεοδωράκη βλ. Αστέρη Κούτουλα, Ο μουσικός Θεοδωράκης – Κείμενα – Εργογραφία – Κριτικές. 1937-1996, Νέα Σύνορα- Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1998.

[5] Στη Σημερινή Εποχή, Οκτώβριος και Νοέμβριος 1949. Αναδημοσιεύεται στο: Μίκης Θεοδωράκης, Για την εθνική μουσική, Αθήνα 1961 και, σε επανέκδοση, Καστανιώτης, 1986, σ. 157 κ.ε.

[6] Στο περ. Κριτική, τχ. 3, 1960. Βλ. στο βιβλίο του Μίκη, σ. 91 (και «απολογία» του συνθέτη, σ. 194 και 195).

[7] Σημείωμα του Χατζιδάκι στο κάλυμμα του δίσκου του Ματωμένος Γάμος – Παραμύθι Χωρίς Όνομα, ΕΜΙ, 1961.

[8] Βλ. εργογραφικά του σημειώματα σε προγράμματα συναυλιών του 1983 κ.ε.

[9] Στην τύχη, μία από τις πολλές ενδείξεις: Τον Ιούλιο του 1960, πριν ακόμα εμφανιστεί στο τραγούδι κι ενώ προετοιμάζεται η ηχογράφηση του Επιταφίου, δηλώνει ο Μ. Θεοδωράκης στον Ταχυδρόμο, αναφερόμενος στα λαϊκά τραγούδια του Χατζιδάκι: «Κανείς μας δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί την καταπληκτική απήχηση που θα είχαν οι απλές αυτές μελωδίες μέσα στο λαό μας». Και στο ανωτέρω βιβλίο του, σ. 136.

[10] Αστέρη Κούτουλα, Ο μουσικός θεοδωράκης, σ. 402,403.

[11] Στο σημείο αυτό διαφοροποιούνται σημαντικά οι σχετικές δηλώσεις του Μ. Θεοδωράκη πριν και μετά την έκδοση (και επιτυχία) του Επιταφίου. Πριν (Ιούλιος 1960):«[…] μια μέρα που συγκεντρώθηκαν μερικοί Έλληνες φίλοι στο σπίτι μου (σ.σ: στο Παρίσι), αποφάσισα να τους κάνω έκπληξη τραγουδώντας τους τα οχτώ τραγούδια απ’ τον Επιτάφιο. Μετά τα ξέχασα. Κι ασφαλώς θα ’μεναν για “εσωτερική κατανάλωση’’, πλάι σε τόσα άλλα, αν μερικοί φίλοι μου – και κυρίως ο Χατζιδάκις – δεν αποφάσιζαν να τα προβάλουν». Και μετά την επιτυχία του Επιταφίου (αρχές Οκτωβρίου 1960): «Ευθύς μόλις καθαρόγραψα τις μελωδίες του Επιτάφιου τις έστειλα σε δυο ανθρώπους στην Αθήνα: στο Γιάννη Ρίτσο και στο Μάνο Χατζιδάκι. Αυτό δείχνει τη μεγάλη εκτίμηση που έχω σ’ αυτόν τον τελευταίο, καθώς και την εμπιστοσύνη μου ότι δεν θα αλλοίωνε το χαρακτήρα του έργου. Του υποδείκνυα μονάχα πως θα το ’θελα με σκέτα μπουζούκια. Τα χρόνια πέρασαν κι ωστόσο δε γίνηκε τίποτα. Κατέβηκα φέτος με τη σκέψη να το γράψω με το Γρηγόρη Μπιθικώτση […]», Αυγή, 8.10.1960 και στο Μ. Θεοδωράκης, Για την ελληνική μουσική, σ. 180.

[12] Βλ„ π.χ.. στο ανωτέρω βιβλίο του Μίκη, σ. 149 κ.ε.

[13] Βλ. σχετικά ρεπορτάζ στις εφημερίδες των ημερών.

[14] Α. Κούτουλα. ό.π., σ. 400,405 κ.α.

[15] Ο.π., σ. 404.

 

Βασίλης Αγγελικόπουλος

Επιστημονικό Συμπόσιο, «Η εκρηκτική εικοσαετία 1949-1967», 10-12 Νοεμβρίου 2000. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας [Ιδρυτής Σχολή Μωραΐτη]  – Πρακτικά, Αθήνα, 2002.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

«Οι chórεs» της Μαρίνας Σάττι στον κήπο του Βυζαντινού Μουσείου Αργολίδας


 

Η Εφορία Αρχαιοτήτων Αργολίδας παρουσιάζει τις «chórεs της Μαρίνας Σάττι», το Σάββατο 25 Ιουλίου 2020 (7:30 μμ) στον κήπο του Βυζαντινού Μουσείου Αργολίδας, στους Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος.

Την καλλιτεχνική διεύθυνση της μουσικής παράστασης έχει η Μαρίνα Σάττι και συμμετέχουν 10 μέλη του φωνητικού συνόλου «chórεs».

 

«Οι chórεs» της Μαρίνας Σάττι

 

Το γυναικείο φωνητικό σύνολο chórεs συνεχίζει την επιτυχημένη συνεργασία του με την Εθνική Λυρική Σκηνή με μια σειρά συναυλιών σε επιλεγμένους αρχαιολογικούς χώρους ανά την Ελλάδα. Σε αυτές τις συναυλίες θα παρουσιάσει ένα ειδικά διαμορφωμένο πρόγραμμα, το οποίο περιλαμβάνει τα οκτώ δωδεκανησιακά τραγούδια του Γιάννη Κωνσταντινίδη, από τη Ρόδο, το Καστελλόριζο, την Τήλο, την Κάρπαθο, την Κω και την Κάλυμνο, οκτώ παραδοσιακά ελληνικά τραγούδια του Lajos Bardos από τον κύκλο Hellasz, καθώς και κομμάτια άλλων χωρών, από αφρικάνικα γκόσπελ μέχρι τραγούδια των Βαλκανίων.

 

Μαρίνα Σάττι

 

Καλλιτεχνική διεύθυνση: Μαρίνα Σάττι
Μουσική διδασκαλία – Διεύθυνση: Ειρήνη Πατσέα
Κινησιολογία: Μαρκέλλα Μανωλιάδη
Συμμετέχουν: 10 μέλη του φωνητικού συνόλου chórεs

 

Στρατώνες Καποδίστρια

Πληροφορίες:

  • Μέγιστος αριθμός θεατών: 100.
  • Υποχρεωτική προκράτηση θέσης εδώ
  • Ώρα προσέλευσης: 19:00
  • Ώρα έναρξης: 19:30

Η εκδήλωση προσφέρεται δωρεάν από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.  Το μόνο αντίτιμο είναι το εισιτήριο (4 ευρώ) για την είσοδο στο μουσείο.

 

Προεπαναστατικές Πραγματικότητες – Η Οικονομική κρίση και η Πορεία προς το Εικοσιένα – Βασίλης Κρεμμυδάς, «Μνήμων», τόμ. 24 (2002)


 

Σε δημοσίευμα μου του 1976 [1] είχα προσπαθήσει να αναδείξω την έκταση και το βάθος μιας κρίσης των νέων κυρίως οικονομικών δραστηριοτήτων των Ελλήνων, υπηκόων του σουλτάνου ή μοναρχών της Ευρώπης, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, την τελευταία δηλαδή πριν από την έκρηξη της Επανάστασης του 1821, είχα επίσης επιχειρήσει να συνδέσω την κρίση με την Επανάσταση, προτείνοντας να υποθέσουμε ότι επιτάχυνε την έναρξη της.

Κυρίως όμως προσπάθησα να περιγράψω ένα κλίμα συνολικότερης κρίσης, με τις ρίζες του στην κρίση των οικονομικών δραστηριοτήτων, το οποίο διαχύθηκε με μεγάλη ταχύτητα και έθιξε διαμορφωμένες κοινωνικές σχέσεις και εξουσίες, οικονομικές, ιδεολογικές και πολιτικές, προκειμένου να προτείνω ένα νέο αναλυτικό, εκτός από εννοιολογικό, εργαλείο για την καλύτερη κατανόηση του Εικοσιένα: οι νέες πραγματικότητες του ελληνισμού, που άρχισαν να διαμορφώνονται από τα μέσα του 18ου αιώνα, με χρονικό σημείο ωρίμανσης και ακμής τους την τελευταία δεκαετία του και την πρώτη του 19ου αιώνα, άρχισαν να βυθίζονται σε σοβαρή κρίση μετά το 1810, η οποία, όπως θα δούμε σ’ αυτό εδώ) το δημοσίευμα, ανέδειξε και πολλά αδιέξοδα, και, πάντως, η Επανάσταση δεν οργανώθηκε και δεν κηρύχθηκε μέσα σε κλίμα γενικής ανόδου και ευφορίας, παρά μέσα σε κατάσταση γενικευμένων περίπλοκων προβλημάτων και αδιεξόδων.

 

«Ο Θεμιστοκλής», υδατογραφία, έργο του Αντωνίου Ε. Κριεζή (1872-1944). Αντίγραφο από έργο του Antoine Roux που φιλοτεχνήθηκε στη Μασσαλία το 1811. Ο πίνακας απεικονίζει το μπρίκι Θεμιστοκλής της νήσου Ύδρας με ρωσική σημαία. Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας.

 

Στο δημοσίευμα εκείνο έχουν αποτυπωθεί ιστοριογραφικά δεδομένα και αιτήματα της εποχής του, όπως σε κάθε δημοσίευμα. Έκτοτε, η ιστοριογραφική πείρα και εμπειρία που συσσωρεύθηκαν είναι πλούσιες. Αυτά, καθώς και η αίσθηση ότι η ώρα για τη σύνταξη μιας νέας Ιστορίας του Εικοσιένα έχει πια έρθει, με κάνουν να επανέλθω στο ζήτημα που με είχε απασχολήσει το  1976: [2] πολλές από τις επιφυλάξεις που διέκριναν τότε παρατηρήσεις και υποθέσεις μου πρέπει τώρα να αρθούν κρίσιμα ζητήματα που απλώς τέθηκαν τότε είναι τώρα δυνατόν να εξεταστούν αναλυτικότερα και διεισδυτικότερα, κάποιες παρατηρήσεις για συνολικότερα αιτήματα του ελληνισμού, κυρίως αυτό για την ανάγκη να δημιουργηθεί εθνική αγορά, πρέπει τώρα να διαβαστούν κάπως διαφορετικά, ενώ νέα τεκμήρια ανέδειξαν και άλλες όψεις της κρίσης, που την εμφανίζουν περισσότερο αδιέξοδη. Αυτά είναι η δική μου διεκδίκηση από αυτό εδώ το μελέτημα, το οποίο όμως δεν είναι δυνατό να διαβαστεί ανεξάρτητα από εκείνο του 1976 [3].

Και ας προστεθεί ότι τώρα η ματιά έχει περιοριστεί στη ναυτιλία και στο θαλάσσιο εμπόριο, όπου με λίγα νέα αρχειακά τεκμήρια και με την περαιτέρω επεξεργασία ήδη γνωστών είναι δυνατό να τοποθετήσουμε το πρόβλημα σε περισσότερο βάθος και μεγαλύτερη έκταση. Για άλλους τομείς οικονομικών δραστηριοτήτων δεν έχουν προκύψει νέα τεκμήρια, εξηγείται, ωστόσο, πιο κάτω ότι οι εμποροναυτιλιακές δραστηριότητες επηρέαζαν σημαντικό μέρος και της παραγωγής και της έξω απ’ αυτές κυκλοφορίας. Χρειάζεται και μια τελευταία διευκρίνιση: η παρακμή των ναυτιλιακών δραστηριοτήτων του δυτικού ελληνικού χώρου (Μεσολόγγι, Ήπειρος) συνέβη πολύ ενωρίτερα, στα μέσα του 18ου αιώνα, οφείλεται σε διαφορετικούς λόγους και δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτήν του Αιγαίου, για πολλούς λόγους, είναι ένα διαφορετικό γεγονός.

Έγινε πιο πάνω λόγος για κρίση των νέων ελληνικών οικονομικών δραστηριοτήτων αυτές είναι η ανάπτυξη πολύ ισχυρής εμπορικής ναυτιλίας και η διεξαγωγή εμπορίου με ευρωπαϊκή και μεσογειακή διάσταση, η δημιουργία και ακμή νέας βιομηχανικής παραγωγής, η οργάνωση μοντέρνων οικονομικών σχημάτων και θεσμών και η ένταξη τους στις οικονομικές σχέσεις που διαμορφώνονταν στην Ευρώπη, τη μητρόπολη της παγκόσμιας αγοράς.

Δεν είναι, δηλαδή, αλήθεια ότι έχουμε να κάνουμε με μια απλή κρίση του σιτεμπορίου που ασκούσαν τα ελληνικά πλοία: θα δούμε στη συνέχεια ότι έχουμε να κάνουμε με γεγονός βαθύτερο και συνολικότερο. Είναι όμως αλήθεια ότι η κρίση εκδηλώθηκε με μεγαλύτερη έμφαση στη ναυτιλία, επειδή σε αυτήν είχε εκφραστεί αρτιότερα ο χαρακτήρας των νέων οικονομικών δραστηριοτήτων αυτή ήταν κάτι σαν η συνισταμένη τους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα την έκταση και το χαρακτήρα της κρίσης στην προεπαναστατική ναυτιλία, πρέπει να ξέρουμε, εκτός από τον οικονομικό ρόλο, το σχήμα της λειτουργίας της: γνωρίζουμε τώρα καλά και τα δύο.

Ξέρουμε δηλαδή ότι ο λόγος ύπαρξης του προεπαναστατικού [4] ελληνικού [5] πλοίου ήταν η διεξαγωγή εμπορίου από το ίδιο, η λειτουργία του δηλαδή ως εμπόρου· να είναι μεταφορικό μέσο δικών του εμπορευμάτων, περιστασιακά μόνον ξένων.  [6] Και ξέρουμε ότι λειτουργία του προεπαναστατικού ελληνικού πλοίου σημαίνει ταυτόχρονη λειτουργία δύο εταιρειών, μιας μεταφορικής και μιας εμπορικής, ή μιας εταιρείας της πλοιοκτησίας και μιας του φορτίου· ότι μέτοχοι των δύο εταιρειών ήταν τα ίδια πρόσωπα, όπως το ίδιο πρόσωπο ήταν διαχειριστής και των δύο εταιριών και ταυτόχρονα ένας από τους κύριους μετόχους τους και καπετάνιος του πλοίου· ότι οι εργαζόμενοι στο πλοίο λογίζονταν ως εργαζόμενοι και για τις δύο εταιρείες· και ότι μόνον στην εταιρεία του φορτίου υπήρχαν και «έμμεσοι» μέτοχοι, αυτοί που συμμετείχαν δηλαδή στο σχηματισμό του εταιρικού μεριδίου των άμεσων μετόχων και που δεν είχαν να λογαριαστούν παρά με τον άμεσο μέτοχο στον οποίο κατέβαλαν τα χρήματα τους.

Κάτι άλλο που ξέρουμε τώρα καλά είναι ότι η επένδυση στις δύο εταιρείες γινόταν κεχωρισμένως (άπαξ στην εταιρεία της πλοιοκτησίας, ανά ταξίδι στην εταιρεία του φορτίου), αλλά οι αποδόσεις και των δύο υπολογίζονταν ενιαία και μόνον επί των πεπραγμένων της δεύτερης: διαχωρισμός του μεταφορικού από το εμπορικό κέρδος (το ίδιο και στην περίπτωση ζημίας) δεν ήταν δυνατός από τον τρόπο λειτουργίας του πλοίου.[7]

 

Η ναβέτα του Νικολάου Μπόταση από τις Σπέτσες. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Αυτό το σχήμα οργάνωσης της ελληνικής εμποροναυτιλιακής επιχείρησης οδηγούσε σε πλήρη κατάρρευση της, αν η εταιρεία του φορτίου δοκίμαζε μακρόχρονη κρίση· ακόμη και μία ατυχής εμπορική πράξη συμπαρέσυρε αυτομάτως στην ατυχία και την εταιρεία της πλοιοκτησίας: οι αποδόσεις του επενδυμένου εφοπλιστικού κεφαλαίου ήταν πλήρως συναρτημένες με τις αποδόσεις του επενδυμένου στο ταξίδι εμπορικού κεφαλαίου· η κακή απόδοση του δεύτερου σήμαινε αυτομάτως το ίδιο και για το πρώτο. Είναι αυτό ακριβώς που συνέβη: η δυσμενής για το ελληνικό εμπόριο πολιτική συγκυρία έφερε την κάμψη των εμπορικών εργασιών και τη μείωση των κερδών των εμπορικών πράξεων, καθώς και την αύξηση του κόστους λειτουργίας των δύο εταιρειών και ανέδειξε τα αδιέξοδα και του συγκεκριμένου οργανωτικού σχήματος και του «υπόδουλου» ελληνικού κεφαλαίου· και τελικά, ανέδειξε τα αδιέξοδα ενός ολόκληρου ελληνικού κόσμου.

Η δυσμενής πολιτική συγκυρία, για την οποία ο λόγος, είναι πολύ γνωστή και γι’ αυτό αρκούν δυο λόγια: η διαφαινόμενη από το τέλος της δεκαετίας του 1800 λήξη της πολεμικής περιπέτειας στην Ευρώπη έφερε τη σταδιακή ανάκτηση των πριν από το 1789 εμπορικών θέσεων τους από τις ευρωπαϊκές εμπορικές δυνάμεις σε ολόκληρη τη Μεσόγειο – και στις δικές τους εθνικές αγορές, εννοείται-, χωρίς να έχει σημασία για το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ αν οι συσχετισμοί παρέμειναν ίδιοι, διαφοροποιήθηκαν ή ανατράπηκαν αν, αλλιώτικα, κάθε χώρα ανέκτησε την ίδια θέση, ως χώρο και ως ισχύ. Έχει όμως σημασία ότι ένα κενό το οποίο επιτυχώς είχε καλύψει η νέα ελληνική οικονομική δραστηριότητα άρχισε να ξανακαλύπτεται απ’ αυτούς που το είχαν αφήσει.

Η κρίση στην ελληνική ναυτιλία, την κυριότερη νέα οικονομική δραστηριότητα με έδρα τον υπόδουλο ελληνικό χώρο και χαρακτηριστικότερο δείκτη της οικονομικής ανάπτυξης του, οφείλεται στη ραγδαία κάμψη του όγκου των εμπορικών εργασιών της:[8] παντελής απουσία ανταγωνιστικότητας στο πεδίο των εμπορικών ανταλλαγών, αδυναμία δηλαδή συμμετοχής στις καταμεριστικές διαδικασίες της παγκόσμιας αγοράς, μολονότι τα οικονομικά δεδομένα (ισχυρό κεφάλαιο), η οργάνωση (μοντέρνα εταιρικά σχήματα) και η πολύχρονη διεθνής πείρα το επέτρεπαν.

Αναλόγως ραγδαία ήταν και η κάμψη των κερδών αυτό είναι ένα λεπτό ζήτημα και πρέπει να εξετάζεται με προσοχή, γιατί έχει οδηγήσει σε παρανοήσεις. Στην περίπτωση του εμπορίου που έκανε το ελληνικό πλοίο έχουμε κάμψη των κερδών κάθε εμπορικής πράξης και κάθε επιχειρηματία που είχε επενδύσει σε εμπορική πράξη. Το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής ναυτιλίας δεν ήταν αυτό, παρά ήταν η μεγάλη μείωση των εμπορικών πράξεων: όταν ένα πλοίο δεν κινείται και δεν εμπορεύεται, δεν μπορούμε να μιλούμε για κάμψη των κερδών μιλούμε στην περίπτωση αυτή για ακινησία ή και νέκρωση των κεφαλαίων και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Γι’ αυτό, το μέγεθος και ο χαρακτήρας της κρίσης δεν πρέπει να αναζητούνται στο ποσοστό κέρδους επί του επενδυόμενου κεφαλαίου, αλλά στις επενδυτικές διεξόδους του συνόλου του διαθέσιμου κεφαλαίου· στην πρώτη περίπτωση η μείωση των κερδών θα μπορούσε να αποδοθεί στην κάμψη των τιμών, ιδιαίτερα αν το κεφάλαιο επενδυόταν στο εμπόριο ενός μόνον εμπορεύματος, των σιτηρών για παράδειγμα, μια πρακτική που λόγω της πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας εφάρμοζε το ελληνικό πλοίο, κάτι όμως που δεν εξηγεί ικανοποιητικά το συνολικό γεγονός της κρίσης.

Και πράγματι μερικοί ερευνητές έχουν αποδώσει την κρίση στην εμπορική ναυτιλία στην κάμψη των τιμών των σιτηρών. Εντούτοις, αυτό που ξέρουμε είναι ότι κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα έχουμε ραγδαία άνοδο των τιμών – και των σιτηρών -, που κατά περιπτώσεις έφτασε και στον τριπλασιασμό, με κυμάνσεις: απότομη άνοδος γύρω στο 1815 και κάμψη, ως προς αυτήν την άνοδο, από το 1819.[9]

Η οικονομική κρίση στο εμπόριο και στη ναυτιλία δημιουργούσε πολύ σοβαρό πρόβλημα με εκτεταμένες συνέπειες, επειδή αυτοί οι οικονομικοί τομείς είχαν γνωρίσει στα χέρια των Ελλήνων τόσο μεγάλη ανάπτυξη, ώστε εν πολλοίς άλλαξαν το σύνολο των οικονομικών πραγματικοτήτων του υπόδουλου ελληνισμού και επηρέασαν τις αντίστοιχες του παροικιακού, και προετοίμασαν την οργάνωση μεγάλων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, μεγάλου εμπορίου και μεγάλης ναυτιλίας. Αυτός είναι και ο λόγος που έκανε την κρίση να απλωθεί σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, αυτά που είχαν συνδέσει την υπόσταση τους με τις νέες οικονομικές δραστηριότητες, πολύ περισσότερο που σε χώρους ευμάρειας και αυξημένης ζήτησης μεταποιημένων αγαθών η παραγωγή τους είχε φτάσει να υπακούει σε προωθημένη εξειδίκευση και παραγωγική ιεράρχηση.[10]

 

Τα πλοία «Αγ. Νικόλαος» και «Ποσειδών» της οικογένειας Χατζηανάργυρου από τις Σπέτσες. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Στο πρώτο επίπεδο των άμεσων επιπτώσεων, η κρίση ανέδειξε κοινωνικές εντάσεις με χαρακτηριστικά ταξικής σύγκρουσης και προκάλεσε εκφυλισμό του θεσμικού ιστού μέσω του οποίου είχε επί μακρό χρόνο διασφαλιστεί η ηθική της οικονομικής δράσης, έστω και με τη χρήση εθιμικών πραγματικοτήτων, χωρίς αυτό να είναι ο κανόνας. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι στις Σπέτσες, για παράδειγμα, ναυτικός νόμος χρειάστηκε να συνταχθεί και να εφαρμοστεί μόλις το 1814, επειδή, όπως στον ίδιον λέγεται, «τον περασμένον χρόνον ηκολούθησαν πολλαί αταξίαι εις την συρμαγιά, [11] πράγμα ασυνήθιστον…», [12] ενώ στην Ύδρα, η οποία διέθετε σχετικό νόμο από το 1804, χρειάστηκε να γίνει νέος, το 1818, προκειμένου να ρυθμιστούν σε νέα βάση, λόγω της κρίσης ασφαλώς, ζητήματα εταιρικών και εργασιακών σχέσεων και να εφαρμοστούν αυστηρότερες διατάξεις αστικού δικαίου: [13] η κρίση είχε αναδείξει προβλήματα και στους κόλπους του κεφαλαίου. Κάτι, που μπορεί να εξηγηθεί αν έχουμε υπόψη τις πολύ μεγάλες μειώσεις των αποδόσεων των ταξιδιών: το 1818 και το 1819 μερίδια και τόκοι κεφαλαίων κινήθηκαν σε επίπεδα κατά 60%-65% κατώτερα απ’ αυτά που προβλέπονταν στο νόμο.[14]

Δυστυχώς, είναι πολύ λίγα αυτά που γνωρίζουμε για την κρίση στο ανεξάρτητο από τη ναυτιλία εμπόριο και εξακολουθούμε να αγνοούμε την κατάσταση στο εσωτερικό εμπόριο του ελληνικού χώρου, στο βαθμό που αυτό δεν επηρεαζόταν από την κρίση στη ναυτιλία, στη βιομηχανία και βιοτεχνία και στις συναφείς δραστηριότητες. Ξέρουμε, για παράδειγμα, για αθρόες χρεωκοπίες ελληνικών επιχειρήσεων της ευρύτερης περιοχής της Σμύρνης, όπου έλληνες έμποροι εκμεταλλεύονταν την πίεση που αισθάνονταν οι γάλλοι βιομήχανοι υφασμάτων να διεκδικήσουν μερίδιο στις μεγάλες αγορές της ανατολικής Μεσογείου από το σχεδόν κυρίαρχο πια αγγλικό εμπόριο, αγόραζαν μεγάλες ποσότητες εξολοκλήρου επί πιστώσει και πουλούσαν σε πολύ χαμηλές τιμές: στην πραγματικότητα ανταγωνίζονταν τους εκεί εγκατεστημένους γάλλους εμπόρους που πουλούσαν τα ίδια εμπορεύματα. Το αποτέλεσμα ήταν να αδυνατούν να αποσβέσουν τα χρέη τους: [15] ήταν, ασφαλώς, αυτή η συμπεριφορά απόρροια δυσπραγίας των εμπορικών δραστηριοτήτων τους.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία της ναυπήγησης υδραίικων και σπετσιώτικων πλοίων κατά τη δεκαετία 1811-1821 (πίνακες 1 και 2):[16]

 

πίνακες 1 και 2

 

Όσο προχωρούμε προς το 1821 και όσο η κρίση βαθαίνει, τόσο αυξάνει ο αριθμός των ναυπηγούμενων πλοίων είναι κάτι που το ξέρουμε ήδη, ότι τα αργούντα κεφάλαια επενδύθηκαν κυρίως σε καινούρια καράβια. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι κατά την τριετία 1818-1820, όταν δηλαδή η προετοιμασία της Επανάστασης προχωρούσε με καλπασμό, οι Υδραίοι ναυπήγησαν πάνω από το 50% και οι Σπετσιώτες το 40% των πλοίων της δεκαετίας.[17]

Ακόμη πιο αξιοσημείωτη όμως είναι η πορεία του κόστους παραγωγής του πλοίου: την ώρα που σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο οι τιμές ανεβαίνουν, στους κεντρικούς χώρους της κρίσης και στο κεντρικότερο παραγωγικό σημείο τους οι τιμές κάμπτονται σημαντικά και το κόστος παραγωγής συμπιέζεται· στην Ύδρα διαπιστώνεται συνεχής καθοδική πορεία σε όλη τη δεκαετία, που έφτασε στο 40% από το πρώτο στο τελευταίο έτος της, ενώ στις Σπέτσες παρατηρούνται ισχυρές κυμάνσεις, που έφτασαν στο 41 % από το μέγιστο στο ελάχιστο, το 1816, για να καταλήξουν σε ένα τελικό 22 %.

 

Κατασκευή πλοίων

 

Η ερμηνεία του γεγονότος δεν μπορεί να αναζητηθεί έξω από την κρίση: το υπό επένδυση κεφάλαιο πίεσε όλους τους παράγοντες της ναυπήγησης, από την πώληση των υλικών κατασκευής μέχρι την πώληση της εργασίας, οι οποίοι επίσης βρίσκονταν σε κατάσταση κρίσης, προκειμένου να επιτύχει το χαμηλότερο κόστος παραγωγής πλοίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι δύο πλοίων που κατασκευάστηκαν για λογαριασμό υδραίων εφοπλιστών το 1822, όταν η επανάσταση βρισκόταν σε πλήρη και επιτυχή ανάπτυξη, αλλά οι εμπορικές δραστηριότητες της ναυτιλίας σε ακόμη βαθύτερη κρίση από πριν, το κόστος παραγωγής είχε καταρρεύσει στα 157 τάληρα του ενός και στα 134 του άλλου,[18] από πάνω από τα 500 που ήταν.

Κάτι άλλο που ενδιαφέρει και προκύπτει από τις πληροφορίες μας είναι το συνολικό ύψος των επενδύσεων στην παραγωγή πλοίων κατά τη δεκαετία της κρίσης: 794.440 τάληρα οι Υδραίοι, 702.945 οι Σπετσιώτες, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε πέντε και έξι εκατομμύρια γρόσια από κάθε νησί.[19] Η παρατήρηση που μπορεί να κάνει, κανείς είναι ότι ένα τόσο ισχυρό κεφάλαιο δε στάθηκε ικανό να αποτρέψει την κρίση, τη δική του και εκτεταμένων οικονομικών δραστηριοτήτων και, χωρίς αμφιβολία, δεν ήταν το μόνο διαθέσιμο, μολονότι η αναπαραγωγή του μειωνόταν χρόνο με το χρόνο σε υψηλά ποσοστά.

Ας επανέλθουμε σε κάτι ειπωμένο: το εμπόριο και η ναυτιλία κινητοποιούν ως οικονομικές δραστηριότητες ευρύτατες κοινωνικές δυνάμεις· από τον υλοτόμο, το χαμάλη, τη ράφτρα και τον αγωγιάτη μέχρι τον τεχνικό, τον κατασκευαστή, τον ιδιοκτήτη αποθηκών και το φύλακα· από τον παραγγελιοδόχο και τον έμπορο της Οδησού και του Λιβόρνου μέχρι το μικροεπενδυτή, το μεγαλέμπορο και το μεγαλοεφοπλιστή· μαζί, και όσους αφορούσαν οι δραστηριότητες αυτές.

Το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα αυτού του κόσμου, ο οποίος με την πλήρη ένταξη του ή και με την απλή συμμετοχή του και τη σύνδεση του με τις νέες οικονομικές δραστηριότητες του ελληνικού χώρου και του ελληνισμού είχε συγκροτήσει, ως σύνολο, τις νέες κοινωνικές πραγματικότητες και υπέστη αμέσως τον κλονισμό από την κρίση, δεν είχε τη δυνατότητα να την αντέξει επί μακρό χρονικό διάστημα και βρέθηκε σε αδιέξοδο· [20] όπως σε αδιέξοδο βρέθηκε και το κεφάλαιο. Μόνο που το πρώτο ήταν ένα αδιέξοδο με μόνη διέξοδο τη σύγκρουση· το δεύτερο, την άμυνα: η αρχική λαϊκή δυσαρέσκεια μετατράπηκε γρήγορα σε κοινωνική αναταραχή.

Τα γεγονότα – έκφραση του συγκρουσιακού κλίματος που διαμορφωνόταν είναι λίγο-πολύ γνωστά, για μερικά έχουμε ήδη μιλήσει· τα γνωρίζουμε εμμέσως περισσότερο, από τα μέτρα, οικονομικά και θεσμικά, που έλαβαν οι τοπικές οικονομικές και πολιτικές εξουσίες. Με κέντρο των παρατηρήσεων μας τις εμποροναυτιλιακές δραστηριότητες πάντοτε, γνωρίζουμε ότι τα περισσότερα μέτρα απέβλεπαν στην εκτόνωση της κοινωνικής έντασης και στην αποτροπή της λαϊκής εξέγερσης. Προς την κατεύθυνση της αποτροπής αυτής της τελευταίας απέβλεπαν μέτρα όπως η δωρεάν διανομή τροφίμων στους εξαθλιωμένους ανέργους, [21] η οργάνωση άσκοπων και επιζήμιων ταξιδιών [22] και η, σκόπιμη και επιζήμια επίσης, αύξηση του αριθμού των πληρωμάτων σε όσα πλοία εργάζονταν.

Σ’ αυτό το τελευταίο πρέπει, να μείνουμε λίγο περισσότερο. Ξέρουμε ότι ο αριθμός των τόνων χωρητικότητας που αναλογούσε σε κάθε μέλος πληρώματος των ελληνικών πλοίων που κινήθηκαν στο λιμάνι της Οδησσού στα χρόνια 1816-1820 υπολειπόταν από τον αντίστοιχο των αγγλικών πλοίων, στο ίδιο λιμάνι και στην ίδια περίοδο, κατά 43,42%· και ότι κατά την περίοδο 1821-1835 το ποσοστό αυτό μειώθηκε δραστικά: 12,07 %. Γενικότερα, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, στο σύνολο της ελληνικής ναυτιλίας, η σχέση πλήρωμα-χωρητικότητα βάρυνε συνεχώς υπέρ του πληρώματος, αναλογούσαν δηλαδή όλο και περισσότεροι τόνοι χωρητικότητας σε κάθε μέλος πληρώματος· από το 1821 η σχέση αυτή άρχισε να κινείται αντίστροφα και μάλιστα, όπως είπαμε, δραστικά.[23]

Ας επιχειρήσω μια εξήγηση: κατά τα τελευταία πριν από το 1821 χρόνια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη κοινωνική πίεση από την ανεργία των ναυτικών, που όπως είπαμε δεν έπληξε μόνον αυτούς, οι πλοιοκτήτες αύξαναν τον αριθμό των πληρωμάτων των πλοίων, προκαλούσαν δηλαδή συνειδητά και προγραμματισμένα αύξηση του κόστους της εμπορικής πράξης-[24] από το 1821 η Επανάσταση απορρόφησε την ανεργία, μαζί με τα δεμένα ή μισοαπασχολούμενα καράβια, τα οποία μετατράπηκαν αμέσως σε πολεμικά: η Επανάσταση ανέλαβε τελικά το οικονομικό κόστος της κρίσης και, ταυτόχρονα, ενσωμάτωσε στο χαρακτήρα της – χωρίς να την απορροφήσει – την κοινωνική ένταση.

Αξίζει στο σημείο αυτό να διαβάσουμε μια σχετική με αυτό το ζήτημα παρατήρηση του Κ. Παπαρρηγόπουλου: «Μετά την ειρήνην του 1815, επειδή εξέλιπον αι αφορμαί των δαψιλών κερδών, οι ναυτικοί όχλοι, οι αποταμιεύματα μη έχοντες, εδυσφόρουν επί τη αργία αυτών και απορία, ου μόνον εν Ύδρα, αλλά και εν Σπέτσαις· εν Ύδρα δε επί τοσούτον αφήνιασαν, ώστε αυτοί πρώτοι εκήρυξαν την έναρξιν του αγώνος του 1821. Και όμως οι πρόκριτοι αμφοτέρων των νήσων, προϊσταμένου του περιφανούς Υδραίου Λαζάρου Κουντουριώτου, κατώρθωσαν δι’ όλης της Επαναστάσεως να πηδαλιουχήσωσιν… τα πλήθη δια μόνης της ηθικής επιρροής, ην ανέκαθεν εκτήσαντο, πολιτευθέντες προς τον λαόν ως πατέρες και αδελφοί και σύντροφοι».[25]

Το σχήμα λειτουργίας της προεπαναστατικής ελληνικής ναυτιλίας, η ταυτόχρονη δηλαδή λειτουργία, στην ίδια εμπορική πράξη, μιας μεταφορικής και μιας εμπορικής εταιρείας, δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει παρά με συνεχή εργασία και υψηλές αποδόσεις· αυτό το είδος σύμπραξης δύο διαφορετικού περιεχομένου εταιρειών συμπίεζε κάπως το κόστος λειτουργίας και των δύο, οι αποδόσεις όμως έπρεπε να προσφέρουν κέρδος και στο μεταφορικό μέσο και στον επ’ αυτού έμπορο: επρόκειτο για δύο διαχωρισμένες επενδύσεις που ανέμεναν το κέρδος από τη μία εταιρεία, αυτήν του φορτίου, του πλοίου δηλαδή με την ιδιότητα του ως εμπόρου, που όμως έπρεπε να κερδίσει και ως μεταφορικό μέσο. Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που κατέρρευσε το σύστημα, επειδή χαλάρωσε δραματικά ο ρυθμός των εργασιών  – η μείωση των αποδόσεων θα είχε περιορισμένες επιπτώσεις, αν συνεχίζονταν οι εμπορικές εργασίες με τους προηγούμενους ρυθμούς: τώρα, ακόμη και υψηλά κέρδη αν απέφεραν τα, όλο και λιγότερα, ταξίδια, το κενό από την απώλεια των εμπορικών θέσεων θα ήταν αδύνατο να καλυφθεί.

 

«Το βρίκιον Άρης», στο Μουσείο Μπενάκη, έργο του François Geoffroi Roux (1881).

 

Η κρίση των εμποροναυτιλιακών δραστηριοτήτων ξεκίνησε λοιπόν από την εταιρεία του φορτίου- από το πλοίο – έμπορος και όχι από το πλοίο – μεταφορικό μέσο. Πρέπει να μελετήσουμε καλά το συγκεκριμένο αδιέξοδο· γιατί έχουμε πει και ξέρουμε περισσότερα για την ανεργία, τη φτώχεια και την κοινωνική έκπτωση, που ήταν το ένα αδιέξοδο από την κρίση, λιγότερο όμως έχουμε εξετάσει το άλλο, το εξίσου σοβαρό αδιέξοδο, που ήταν τα συσσωρευμένα και αργούντα μετά την έναρξη της κρίσης κεφάλαια, τόσο όσα είχαν επενδυθεί σε πλοία, εγκαταστάσεις κ.λπ., όσο και αυτά που βρίσκονταν σε επενδυτική αναμονή.

Γι’ αυτά λοιπόν, σύμφωνα με όσα είπαμε λίγο πριν, μία διέξοδος θα ήταν να διαχωριστούν οι δύο συμπίπτουσες λειτουργίες, να εγκαταλειφθεί η εταιρεία-φορτίο και να λειτουργήσει το ελληνικό πλοίο ως μεταφορικό μέσο και να επιδιώξει ανταγωνιστικό μερίδιο στη διεθνή αγορά των ναύλων, όπου την επιτυχία καθόλου δεν πρέπει να την υποθέσουμε απίθανη· θα είχε έτσι απολεσθεί η δυνατότητα αναπαραγωγής του εμπορικού τμήματος του συσσωρευμένου κεφαλαίου ως τέτοιου, όχι όμως και του εφοπλιστικού.

Για μια τέτοια αλλαγή υπήρχαν δύο, προφανώς ανυπέρβλητα, στο άμεσο μέλλον, εμπόδια: η λογική της λειτουργίας του προεπαναστατικού ελληνικού πλοίου, αυτή που το έκανε πανίσχυρο, ήταν εμπορική, όχι ναυτιλιακή, δηλαδή μεταφορική,[26] και η εγκαθίδρυση μιας άλλης απαιτούσε χρόνο και θεσμικές αλλαγές σε κρατικό επίπεδο· όμως, μας είναι γνωστό ότι στη λογική οργάνωσης των οικονομικών σχέσεων, στην οικονομική πολιτική, δηλαδή, του οθωμανικού κράτους μερκαντιλιστικές και λιμπεραλιστικές λογικές δε χωρούσαν ως ασύμβατες μ’ αυτήν[27] και η χρήση σημαίας μιας χωράς που η οικονομία της λειτουργούσε με βάση αυτά τα δόγματα θα έκανε το ελληνικό πλοίο να εκκινεί από υψηλότερο κόστος.

 

Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), «Καΐκι στις Σπέτσες», λάδι σε μουσαμά, 29Χ39 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς δύο ακόμη διεξόδους για τα συγκεκριμένα κεφάλαια, με εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα και περιεχόμενο. Η μία συνιστούσε ένα είδος «επιστροφής» και υποδήλωνε αποδοχή της «ήττας»: να επενδυθούν τα αργούντα συσσωρευμένα κεφάλαια σε γη- κάτι όμως που δεν αποτελούσε απάντηση ούτε για τα ήδη επενδυμένα κεφάλαια (το είπαμε: πλοία, εγκαταστάσεις κ.λπ.), ούτε για το κοινωνικό πρόβλημα. Η δεύτερη δεν βρισκόταν σε τίποτε άλλο απ’ αυτό που έλειψε την ώρα της κρίσης: στην κρατική προστασία. Η δημιουργία εθνικού κράτους σήμαινε επανάσταση.[28] Η Επανάσταση ενσωμάτωσε, πράγματι, κι’ αυτό το είπαμε, την κοινωνική ένταση, απορρόφησε τα αργούντα πλοία, όπως και τα αργούντα κεφάλαια και την ανεργία· για τα κεφάλαια, επενδυμένα και αργούντα, προσφερόταν ως μια ενδιαφέρουσα επένδυση. Γενικότερα, η Επανάσταση ανέλαβε να εξοφλήσει το κόστος, το υλικό και το ιδεολογικό, της οικονομικής κρίσης.

Στο αίτημα για ίδρυση μοντέρνου εθνικού, δηλαδή αστικού, κράτους, εμπεριέχεται η ανάγκη για οργάνωση εθνικής αγοράς, όχι με την περιοριστική έννοια του εθνικού χώρου ανταλλαγής εμπορευμάτων – το εμπόριο και η ναυτιλία είναι περισσότερο διεθνικές οικονομικές δραστηριότητες -, αλλά κυρίως με την έννοια της θεσμικής οργάνωσης των «εθνικών» οικονομικών δραστηριοτήτων· κάτι που αφορούσε και ενδιέφερε και τον, σε κρίση επίσης, αλλά για διαφορετικούς λόγους, εκτός ελληνικού χώρου ελληνισμό.[29]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βασίλης Κρεμμυδάς, «Η οικονομική κρίση στον ελλαδικό χώρο στις αρχές του 19ου αιώνα και οι Επιπτώσεις της στην Επανάσταση του 1821», Μνήμων 6 (1976) 16-33.

[2] Δεν πρέπει να κρύψω ότι σ’ αυτό πολύ συνέβαλαν και οι επανειλημμένες παροτρύνσεις φίλων, οι οποίοι γνωρίζουν την καταρχήν άρνηση μου να ξαναεπεξεργάζομαι αυτοτελώς παλαιά δημοσιεύματα μου.

[3] Αυτός είναι ο λόγος που εδώ δε γίνεται καμιά επιμέρους παραπομπή στο περιεχόμενο του, αφού τούτο συνεχίζει εκείνο. Πάντως, καθόλου δεν είναι στις προθέσεις μου να προκαλέσω σύγκριση δύο ιστοριογραφικών στιγμών που απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον 27 χρόνια, μολονότι κάτι τέτοιο δεν είναι ίσως δυνατό να αποτραπεί.

[4] Με την ίδια λογική λειτούργησε και στη διάρκεια του Εικοσιένα και για δύο περίπου δεκαετίες κατόπιν.

[5] Μέχρι την ίδρυση ελληνικού κράτους με το «ελληνικό» πλοίο δεν μπορούμε να ορίζουμε άλλο από την εθνικότητα της πλοιοκτησίας, ανεξάρτητα από τη σημαία με την οποία ταξίδευε.

[6] Αντ. Λιγνός, Ιστορία της νήσου Ύδρας, τ. Α’, Αθήνα 1946, σ. 601: «Δεν εταξίδευον τα πλοία της Ύδρας επί ναύλω, ειμή εν’ αρχή· αλλ’ εταξίδευον και εμπορεύοντο δι’ ίδιον λογαριασμόν και προς ίδιον κέρδος». Οι σχετικές αρχειακές αναφορές είναι άφθονες. Πρόχειρα: Β. Κρεμμυδάς, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, Αθήνα 1973

[7] Ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στα γνωστά: Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776-1835, τ. Β’, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1986, σ. 20-25, 54-55, 58-65″ του ίδιου, «Όψεις της τσακώνικης κοινωνίας (1784-1821)», Χρονικά των Τσακώνων, Γ’ (1969) 17-31″ και του ίδιου, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, ό.π., σ. 70-104, passim.

[8] Όλες οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την κίνηση ελληνικών πλοίων στα λιμάνια της Μεσογείου μαρτυρούν για τη μεγάλη κάμψη: Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776- 1835, τ. Α’, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1985.

[9] Ας αρχίσουμε με μια πληροφορία που μας δίνει, ο γάλλος υποπρόξενος στο Ναύπλιο De Saint André (Archives du Ministère des Affaires Étrangères, correspondence consulaire, Naples de Romanie, 20 Δεκ. 1819): «L’île d’Hydra n’est pas dans ce moment dans une situation brillante, le commerce des grains… est presque l’unique ressourse qui alimente sa navigation, les bas prix auxquels se vendent générallement les blés portent une atteinte remarquable et bien rapide à la prospérité… Le mois dernier un parti nombreux, composé de matelots Idriotes sans emploi s’est mis dans un état de révolte… Le blés néammoins ne se vend à Hydra que 5 1I2 piastres le kilo… Si, comme tout porte à le croire, ce prix n’éprouvait d’augmentation pendant plus d’une année, il est probable qu’une partie de la population d’Hydra se trouverait forcée à une émigration, qui, je pense, ne s’effectuerait dans un caractère paisible». Το απόσπασμα είναι πολλαπλώς ενδιαφέρον εδώ, όμως, δε μας ενδιαφέρει παρά η πληροφορία για την τιμή του σιταριού, την οποία ο υποπρόξενος θεωρεί καταστρεπτική. Η τιμή την οποία αναφέρει όμως ο De Saint André, δηλαδή 9,78 παράδες στην οκά, κινείται στα επίπεδα της τιμής εισαγωγής και εξαγωγής αυτού του εμπορεύματος στην Πελοπόννησο, κάτι που όφειλε να γνωρίζει. Η τιμή αυτή είναι υπερδιπλάσια από την τιμή της περιόδου 1783-1789, κατά 80% περίπου ανώτερη από την τιμή του πελοποννησιακού σιταριού στην αγορά της Μασσαλίας το 1791 (Β. Κρεμμυδάς, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα, Αθήνα 1972, σ. 206-209) και κατά 15% περίπου ανώτερη από την τιμή του 1809″ είναι όμως κατά 60% περίπου κατώτερη από την, μοναδική, τιμή του 1815: πράγματι, εκεί στα 1814-1816 έχουμε μια απότομη άνοδο των τιμών, οι οποίες όμως άρχισαν να επανέρχονται στους προηγούμενους ανοδικούς ρυθμούς τους καθώς οι νέες πολιτικές πραγματικότητες στην Ευρώπη εδραιώνονταν (Β. Κρεμμυδάς, Συγκυρία και εμπόριο στην προεπαναστατική Πελοπόννησο, 1793-1821, Αθήνα, Θεμέλιο, 1980, σ. 115-121).

Ο γάλλος υποπρόξενος επιμένει στη χαμηλή τιμή του σιταριού ως αιτίας της κρίσης, ενώ γνωρίζει και το λέει ότι η εξέγερση έγινε από άνεργους ναυτικούς και ότι η ενδεχόμενη μετανάστευση, την οποία επίσης θα απέδιδε στη χαμηλή τιμή του σιταριού, θα γινόταν λόγω της ανεργίας.

[10] Το παράδειγμα είναι πάλι από την Ύδρα και αναφέρεται σε ανέκδοτη διατριβή για το D.E.A. της Evanthia Cascadiri με τον τίτλο «Etrangers et institutions commerciales: le cas de l’île d’Hydra, fin du XVIIIe-début du XIXe siècle», Paris 1989, σ. 66-67. Ας δούμε τη σχετική παρατήρηση, είναι ενδιαφέρουσα: «Les productions artisanales (manufacturières) constituent des petites entreprises. Le travail est organise en corporation et sa répartition obéit à une spécialisation très poussée. Par exemple: Kazazis (l’ouvrier en soie) fabrique les cordonnets et les manchettes alors qu’un autre ouvrier qualifié siritas se charge de la fabrications des soutaches… Nous constatons une hierrachisation du travail qui correspond à une échelle sociale». Πρέπει όμως να έχουμε στη σκέψη μας τις οικονομικές δραστηριότητες που βλάπτονταν από την ακινησία ενός πλοίου και εννοώ πέρα από όσες είναι οι αμεσότερες, όπως η επένδυση κεφαλαίων και η εργασία των ναυτικών και είναι αυτές, η τροφοδοσία του πλοίου σε τρόφιμα, το εμπόριο σχοινιών, υλικών επισκευής γενικότερα, η εργασία επισκευής (πανιά, καλαφάτισμα κ.λπ.), η κίνηση της αγοράς λόγω μείωσης της αγοραστικής ισχύος, οι χρηματιστικές εργασίες, η κατασκευή και πώληση υλικών συσκευασίας, η παραγωγή αγαθών άμεσα συνδεδεμένων με την κίνηση του πλοίου κ.λπ. Και βέβαια, οι δραστηριότητες που βλάπτονταν δεν ήταν γεωγραφικά περιορισμένες μόνον στους ναυτικούς τόπους.

[11] Υπενθυμίζεται ότι συρμαγιά ή σερμαγιά ήταν το εταιρικό κεφάλαιο που συγκροτούνταν ενόψει αγοράς φορτίου· ο όρος και το πράγμα είχαν εφαρμογή και σε οικονομικές δραστηριότητες άλλες από το ναυτικό εμπόριο, σήμαινε πάντοτε το εταιρικό κεφάλαιο, αλλά εκεί η χρήση του δεν ήταν γενικευμένη.

[12] Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία τον Ελληνικού έθνους, 8η έκδοση, Ελευθερουδάκης, τ. 5, σ. 153.

[13] Ο νόμος του 1804 είχε τιτλοφορηθεί «ναυτεμπορικός» και είχε 12 άρθρα· ο νέος του 1818 τιτλοφορήθηκε «αστικός και ναυτεμπορικός» και περιλάμβανε 65 άρθρα. Ο νόμος του 1818 αύξησε κατά 15%-20%, σε σύγκριση με τον προηγούμενο, το ποσοστό κέρδους ή τόκου επί του επενδυόμενου κεφαλαίου και καθιέρωσε πολύ αυστηρές και λεπτομερειακές διατάξεις για την προστασία του.

[14] Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776-1835, τ. Β’ (1986), σ. 108 (πίνακας 27) και 85-110. Κατά το άρθρο 40 του νόμου του 1818 οι αποδόσεις ταξιδιού που υπολείπονταν από τα προσδιοριζόμενα σ’ αυτόν διανέμονταν τελικά από ειδικό σώμα κριτών της Κοινότητας πριν, αυτό ήταν κανονικά μια αρμοδιότητα του καπετάνιου. Δεν πρέπει πάντως να λησμονούμε ότι αυτά που λέγονται εδώ αναφέρονται σε μέρος της κρίσης, στις αποδόσεις των εμπορικών πράξεων, ενώ το άλλο μέρος, το πιο σημαντικό, ήταν η απουσία τέτοιων πράξεων.

[15] Archives du Ministère des Affaires Étrangères (AMAE), Correspondance consulaire (CC), Smyrne, τόμος 35 (1818-1820), Σμύρνη, 24 Ιουλίου 1820. Ο συντάκτης του σχετικού κειμένου μάλιστα υποσημειώνει ότι οι έλληνες έμποροι της Σμύρνης είχαν ιδρύσει στη Μασσαλία, όταν αποκαταστάθηκε η ειρήνη, δώδεκα εμπορικά καταστήματα, από τα οποία χρεωκόπησαν τα εννέα και εζημίωσαν τους ντόπιους προμηθευτές τους και τους βιομηχάνους του Languedoc δύο εκατομμύρια γαλλικά φράγκα.

[16] Όλες οι πληροφορίες των πινάκων 1 και 2 στο Αντ. Λιγνός, ό.π., τ. 2, Αθήνα 1953, σ. 58-62.

[17] Οι πληροφορίες που κάνουν λόγο για δραματική μείωση του όγκου της ελληνικής ναυτιλίας (αριθμός πλοίων και χωρητικότητα) από το 1813 στο 1821 (Pouqueville, 1813 = 153.580 τόννοι, 1821 = 61.449 τόννοι: Πανδώρα 4 (1853-1854) 174-175) δεν έχουν καμία σχέση με ό,τι πράγματι συνέβη. Πρβλ. Β. Κρεμμυδάς, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, ό.π., σ. 59, πίνακας XXIX, όπου η αξία των σπετσιώτικων καραβιών από το Αρχείο Χατζηπαναγιώτη ακολουθεί την ίδια πορεία με αυτήν που μας δίνει το Αρχείο της Ύδρας και ο Αντ. Λιγνός.

[18] Αντ. Λιγνός, ό.π., σ. 62· οι αύξοντες αριθμοί πλοίων 36 και 37. Πρβλ. τις τιμές με τα δεδομένα των πινάκων.

[19] Αξίζει παρεμπιπτόντως να σημειωθεί ότι τα ποσά που απαίτησαν – και τους εγκρίθηκαν αρμοδίως – τα δύο νησιά ως αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στην Επανάσταση ήταν 1.000.000 τάληρα για την Ύδρα και 557.000 για τις Σπέτσες (Αντ. Λιγνός, ό.π., σ. 713) ή, χονδρικά πάλι, κάπου 7.000.000 και 4.000.000 γρόσια αντίστοιχα: για την Ύδρα πολύ υψηλότερο από την επένδυση στην παραγωγή 35 – μεγάλων, ας σημειωθεί – πλοίων κατά τη δεκαετία 1811-1820· και μολονότι και στη διάρκεια του Αγώνα είχαν λάβει σημαντικά ποσά για επισκευές, μισθοτροφοδοσίες κ.λπ.

[20] Στην Ύδρα πάλι, το 1819, οκτώ ομότεχνοι όφειλαν να καταβάλουν έναν κοινοτικό φόρο (36 γρόσια)· από 5 γρόσια οι εφτά και ένα γρόσι ο όγδοος: τέσσερις μόνον απ’ αυτούς μπόρεσαν να εξοφλήσουν κανονικά το μηδαμινό ποσό της οφειλής τους (Ε. Cascadiri, ό.π., σ. 65-66).

[21] Α.Μ.Α.Ε., CG., Naples de Romanie, ό.π.

[22] Α.Μ.Α.Ε., ό.π.

[23] Όλες οι σχετικές πληροφορίες στο Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776-1835, ό.π., τ. 2, σ. 69-72.

[24] Ίσως εδώ πρέπει να δούμε και έναν από τους λόγους της αύξησης των ποσοστών κέρδους του κεφαλαίου που πρόβλεψε ο νόμος της Ύδρας του 1818.

[25] Κ. Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 155.

[26] Σε όλα τα σχετικά πρωτότυπα κείμενα αυτό που ζητείται είναι, «να κατασκευάσουμε ένα πλοίο, να κάνουμε μ’ αυτό εμπόριο και να κερδίσουμε».

[27] Β. Κρεμμυδάς, «Το οθωμανικό κράτος και η αναγκαστική αυτονόμηση του εμπορικού », Ο Πολίτης 40 (19 Σεπτ. 1997) 30-33.

[28] Με τη φιλοδοξία ότι δε μου έχει διαφύγει κάτι, ο πρώτος που συνέδεσε, με κάποιο τρόπο, την οικονομική κρίση με την επαναστατικοποίηση του ελληνισμού είναι ο Γιάννης Ζεύγος (Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας, μέρος Α’, τρίτη έκδοση (ίσως: 1964), σ. 38), σε μια πολύ σύντομη φράση του: «Μα κι’ αυτή η οικονομική κρίση αποτέλεσε με τη σειρά της κίνητρο για το δυνάμωμα της επαναστατικής κίνησης».

[29] Είναι και αυτό ένα ενδιαφέρον ζήτημα σε άμεση συνάρτηση με την πορεία προς το Εικοσιένα. Και αυτό το τμήμα του ελληνισμού βρέθηκε σε οικονομική κρίση, των εμπορικών του δραστηριοτήτων επίσης, η οποία όμως  δεν εκκινούσε από οικονομικούς λόγους, ούτε από λόγους πολιτικής συγκυρίας – γι’ αυτό ήταν σταθερά αργόσυρτη -, αλλά από εθνικιστικούς: η ανάπτυξη των εθνικισμών στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη, στις αρχές του 19ου αιώνα είχε αρχίσει εξαρχής να αποβάλλει τα ισχυρά ξένα οικονομικά συμφέροντα.

 

Βασίλης Κρεμμυδάς (1935-2017)

Ο Βασίλης Κρεμμυδάς ήταν ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου των Αθηνών.

Προεπαναστατικές Πραγματικότητες – Η Οικονομική κρίση και η Πορεία προς το Εικοσιένα – «Μνήμων», τόμ. 24 (2002).

 

Ο «Γέρος του Μοριά»: Κτίζοντας μια πατρική φιγούρα του Έθνους – Δημήτρης Δημητρόπουλος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα»  την ανακοίνωση του κου Δημήτρη Δημητρόπουλου, στην επιστημονική συνάντηση: «Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος – 20ος), με θέμα:

«Ο Γέρος του Μοριά»: Κτίζοντας μια πατρική φιγούρα του Έθνους»

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Τροπαίων, ανατολικός τοίχος.

Στο τέλος του 2008 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γνώρισε αναπάντεχα μεγάλες δόξες, καθώς συμμετείχε – χωρίς να ερωτηθεί – σε διαγωνισμό που διεξήγαγε ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΪ με θέμα την αναζήτηση του «μεγαλύτερου» Έλληνα από καταβολής «ελληνισμού». [1] Εκεί με το ατράνταχτο επιχείρημα ότι «έγινε κλέφτης για χάρη μας», αρίστευσε, εν αγνοία του, λαμβάνοντας 84.007 ψήφους, κατετάγη όμως τρίτος στον ευγενή αγώνα, καθώς τον ξεπέρασαν ο στρατηλάτης Μέγας Αλέξανδρος (121.011 ψήφοι) και ο γιατρός Γεώργιος Παπανικολάου (103.661 ψήφοι). Και μόνο η αναφορά των τριών πρωτευσάντων καθιστά προφανή την αφερεγγυότητα του όλου εγχειρήματος – το οποίο όμως έτυχε θερμής υποστήριξης και νομιμοποίησης από ακαδημαϊκούς ιστορικούς. Πέραν αυτού όμως, ανακύπτουν ουσιαστικά ερωτήματα, όπως: α) ποια είναι η διαδικασία που επιτρέπει από το πλήθος των προσώπων που έπαιξαν έναν ρόλο στα ιστορικά δρώμενα, κάποια από αυτά να αποκτήσουν γενική αποδοχή; και β) ποια είναι τα υλικά που επιτρέπουν να κτιστεί σταδιακά μια εθνικής εμβέλειας προσωπικότητα με υψηλό βαθμό αναγνώρισης και αποδοχής;

Αν κατασκευάζαμε ένα νοητό διάγραμμα της αποδοχής του Κολοκοτρώνη και της δημοτικότητάς του κατά τη διάρκεια της ζωής του, θα βρισκόμασταν μπροστά σε μια ενδιαφέρουσα κλιμάκωση. Από μισητός κλέφτης μέχρι τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, αποκτά κατόπιν αναγνώριση στο περιβάλλον της Φιλικής Εταιρείας και των ενόπλων που παρεπιδημούν στα Επτάνησα. Ακολούθως, στους πρώτους μήνες της Επανάστασης εδραιώνεται σταδιακά η φήμη του ως ικανού στρατιωτικού αρχηγού, η οποία απογειώνεται και απλώνεται σε όλη την Ευρώπη με την κατάληψη της Τρι­πολιτσάς και τη συντριβή του Δράμαλη το καλοκαίρι του 1822.

Η αποδοχή του γνωρίζει μετέπειτα κάμψη, όταν πρωταγωνιστεί στις εμφύλιες αντιπαραθέσεις των χρόνων της Επανάστασης. Από την εποχή αυτή και μέχρι την περίοδο της Αντιβασιλείας –με εξαίρεση τα πύρινα χρόνια του αγώνα κατά του Ιμπραήμ – ο Κολοκοτρώνης παύει να αποτελεί προσωπικότητα κοινής αποδοχής. Έχει βέβαια λαϊκό έρεισμα, στενούς φίλους και πιστούς οπαδούς, ταυτόχρονα όμως και φανατικούς, ορκισμένους εχθρούς, καθώς δρα ως ηγετική προσωπικότητα μιας από τις εκάστοτε αντιπαρατιθέμενες παρατάξεις: των στρατιωτικών, των ρωσόφιλων, των καποδιστριακών, των πολέμιων της βαυαρικής αντιβασιλείας. Η χορήγηση αμνηστίας από τον νεαρό Όθωνα, η εγκατάστασή του στην Αθήνα και η προσκόλλησή του στη βασιλική αυλή διευρύνουν το κοινό του, απαλύνουν τα παλαιά πάθη και σηματοδοτούν την πορεία ανόδου του στο εθνικό βάθρο. Η πάνδημη συμμετοχή στην κηδεία του, το Φεβρουάριο του 1843, το επιβεβαιώνει.

Ιδιαίτερο στοιχείο αποτελεί η φήμη του έξω από τον ελληνικό χώρο, η ταύτισή του, ουσιαστικά, με τον ένοπλο αγώνα και η γοητεία που ασκούσε ως ηγετική φυσιογνωμία της Επανάστασης, που έδωσαν πολλές, εξαιρετικά παραστατικές και γλαφυρές, αντιφατικές όμως και αντικρουόμενες περιγραφές. Φιλέλληνες και άλλοι, Ευρωπαίοι κυρίως, που επέλεξαν για ποικίλους λόγους να έρθουν στις εξεγερμένες περιοχές και εξέδωσαν τη μαρτυρία τους, ελκύονται από τον έλληνα πολέμαρχο και αφιερώνουν λίγα ή περισσότερα λόγια στην εμφάνιση, το χαρακτήρα, τα προτερήματα και τα ελαττώματα, τη συμπεριφορά ή τις ικανότητές του.[2]

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Λιθογραφία. Φανταστική απεικόνιση χαρακτηριστική της απήχησης του ήρωα στη Ρωσία. Εδώ αποδίδεται έφιππος σε ρωσική λαϊκή εικόνα (1830).

 

Ο Κολοκοτρώνης, έζησε ταυτισμένος με τα όπλα. Στα στερνά της ζωής του όμως, και κυρίως μετά το θάνατό του, υπήρξε ο ευνοημένος της πέννας. Ευτύχησε να έχει στον στενό κύκλο του συγγραφείς – αγωνιστές, τους αποκαλούμενους περιπαιχτικά από τους αντιπάλους του «κολοκοτρωνι­στές», που έδωσαν τον τόνο στη βιωματική αφήγηση του Αγώνα. Ο Ιωάννης Φιλήμων (1834 και 1859), ο Αμβρόσιος Φραντζής (1839), ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1851), ο Φωτάκος (1858), ο Μιχαήλ Οικονόμου (1873) κ.ά., λίγα μόλις χρόνια μετά την περάτωση της Επανάστασης, υφαίνουν την εικονογραφία της· [3] και εδώ ο Κολοκοτρώνης πρωταγωνιστεί. Πρωταγωνιστεί όχι μόνο εξαιτίας του ρόλου του στην Επανάσταση, αλλά και χάρη στη ροπή που πήρε η γραπτή αφήγησή της.

Οι ηττημένοι στο πεδίο των πολιτικών συγκρούσεων οπλαρχηγοί, δικαιώνονται από την ελληνόγλωσση ιστοριογραφία του Αγώνα, η οποία, κατά μία ιδιότυπη συγκυρία, γράφεται είτε από αυτούς τους ίδιους είτε από ανθρώπους που ανήκουν στο κοντινό περιβάλλον τους. [4] Πράγματι αν σε όσους αναφέρθηκαν παραπάνω προστεθούν ο Νικ. Κασομούλης, ο Μακρυγιάννης, και όσοι έγραψαν με την πένα του Γεωργίου Τερτσέτη, [5] συγκροτείται ένα ογκώδες σώμα μαρτυριών δικαιωτικών των οπλαρχηγών.

Αντίθετα, οι πολιτικοί, οι διανοούμενοι που επικράτησαν στην εσωτερική αντιπαράθεση και επέβαλλαν τελικά το δικό τους σχεδιασμό στην Επανάσταση – με κάποιες λιγοστές εξαιρέσεις όπως του Σπ. Τρικούπη ή του Νικ. Δραγούμη– [6] δεν μετέχουν στη συγγραφή της ιστορίας της. Ο Ιωάννης Κωλέττης ή ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, για παράδειγμα, πλάθουν την ιστορία αλλά δεν τη συγγράφουν. [7] Μια προσπάθεια απάντησης έρχεται από την πλευρά των προκρίτων. Πρόσωπα όπως ο Κανέλλος Δεληγιάννης ή ο Παναγιώτης Παπατσώνης, πικραμένοι από την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα και εξοργισμένοι απ’ όσα γράφονται ή αποσιωπούνται για την «τάξη των προκρίτων», γράφουν με πάθος για να ανασκευάσουν τις «ψευδοϊστορίες», τις «χαλιμάδες», οι οποίες, όπως καταγγέλλουν, σκοπό είχαν «να μηδενίσουν και να εξευτελίσουν τας εκδουλεύσεις και εξόχους θυσίας όλων των προκρίτων, προυχόντων και οικοκυραίων». [8] Βασικός στόχος τους ο Κολοκοτρώνης· δεν στάθηκαν όμως ικανοί ούτε να ανακόψουν το ρεύμα, [9] ούτε να αποκαθηλώσουν τον παλαιό τους κάπο.[10]

Ο Θ. Κολοκοτρώνης παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα ότι έθεσε ο ίδιος τον θεμέλιο λίθο της μετέπειτα δικαίωσής του. Η αφήγηση του στον Γε­ώργιο Τερτσέτη, η οποία τυπώθηκε μετά το θάνατό του, το 1846, συντέ­λεσε καθοριστικά στην ανάδειξή του σε συστατική μορφή του ελληνικού έθνους. Ακόμη και ο μεγαλεπήβολος, πομπώδης αλλά και ιδιοφυής τίτλος του βιβλίου: Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, προϊδέαζε τον αναγνώστη ότι βρισκόταν μπροστά σε κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν απομνημόνευμα, δεν ήταν μαρτυρία, δεν ήταν καν μία ιστορία της ελληνικής επανάστασης, αλλά η αφήγηση των πεπραγμένων της εντός και εκτός συνόρων «ελληνικής φυλής» για διάστημα 66 χρόνων, από τα Ορλωφικά έως τα πρώτα χρόνια του Ελληνικού Βασιλείου.

Το βιβλίο, παρά τα προβλήματα που δημιουργούσε η προφορικότητα του λόγου του αφηγητή – συγγραφέα, θεωρήθηκε εθνική υποθήκη, γνώρισε μεγάλη διάδοση και πολλαπλές εκδόσεις· συνεχίζει άλλωστε να επανεκδίδεται με ποικίλους τρόπους μέχρι σήμερα. Ήδη όμως το 1851 ο συγγραφέας είχε νικήσει το κείμενό του. Στην επανέκδοση της αφήγησης προστίθεται χρωματιστό εξώφυλλο και ο τίτλος μεταμορφώνεται στο Ο Γέρων Κολο­κοτρώνης, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους στο πρόσωπο του αφηγητή, ο οποίος κοσμείται πλέον και με το χάρισμα της γεροντικής σοφίας. Ο τίτλος αυτός συνάδει με το 34 σελίδων παράρτημα «Ρητά του Γέρου Κο­λοκοτρώνη», που δεν υπήρχε στην πρώτη έκδοση και περιλαμβάνει ιστορικά ανέκδοτα, ρήσεις ή γνωμικά που αποδίδονται στον Κολοκοτρώνη.

Ο εκδότης μάλιστα αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει και την προσφώνηση «γέρος», που απαντά και σε άλλες μαρτυρίες των χρόνων της Επανάστασης. Δεν την αποδίδει λοιπόν στην προβεβηκυία ηλικία, αλλά ισχυρίζεται ότι: «η ονομασία γέρος του εγεννήθη, επειδή ήτο πολύξερος, έξυπνος, είχε πονηρίαις». Και συμπληρώνει: «Εις τα έθνη όπου η παιδεία δεν είναι εξαπλωμένη και η επιστήμη δεν φωτίζει τους νέους, οι γέροντες έχουν τα πρωτεία της γνώσεως· όποιος είδε προϊμώτερα τον ήλιο, έχει και πράξιν περισσότερη της ζωής».[11]

Επομένως, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, η πονηριά και η λαϊκή σοφία, η θυμοσοφία που δεν είναι επακόλουθο παιδείας αλλά εμπειρίας, προστίθενται στα υλικά που θα συγκροτήσουν το μετά θάνατον πορτρέτο της ιδρυτικής αυτής φυσιογνωμίας του νέου ελληνισμού. Ο Γεώργιος Τερ­τσέτης είναι βασικός εισηγητής αυτής της εικόνας, [12] η οποία τα χρόνια που ακολουθούν συνεχίζει να τροφοδοτείται με πλήθος «ανεκδότων» και περιστατικών που αποδίδονται στον Κολοκοτρώνη· μόνο ο Βλαχογιάννης ανθολογεί περί τα 140, από εφημερίδες και διηγήσεις του 19ου αιώνα. [13] Ο λόγος του Κολοκοτρώνη στους μαθητές του Ελληνικού Γυμνασίου στην Πνύκα που προδημοσιεύεται στην εφημερίδα Αιών στις 13 Νοεμβρίου 1838 και ακολούθως αναπαράγεται με διάφορους τρόπους, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο εκδότης του Αιώνα Ιωάννης Φιλήμων σημειώνει στο προοίμιο του λόγου ότι «εγγυώμεθα το ακριβές, καθόσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν».

Είναι όμως εμφανής η επέμβαση της γραφίδας του και η απόδοση στον Κολοκοτρώνη μιας διήγησης της εθνικής ιστορίας κατάφορτης από όσα εδραιώθηκαν στα κατοπινά χρόνια ως κλασικά στερεότυπά της.

Δοξαστικές βιογραφίες χωρίς αξιώσεις εμπεριστατωμένης ιστορικής τεκμηρίωσης, [14] ποιήματα, «κολοκοτρωναίικα» τραγούδια, θεατρικά έργα, σχολικά και νεανικά αναγνώσματα, ιχνογραφούν την αναγνώριση του Κολοκοτρώνη που αυξανόταν με την πάροδο του 19ου αιώνα. [15] O Αναστάσιος Γούδας τον βιογραφεί στους Βίους Παράλληλους – καταγράφει μάλιστα και ένα μύθο που εκφώνησε στην Πνύκα στο συγκεντρωμένο πλήθος –, [16] ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και ο Παύλος Καρολίδης επαινούν τις στρατιωτικές του ικανότητες.[17]

Η γραμμή που σηματοδότησε ο ίδιος με τη Διήγησή του στον Τερτσέ­τη, υιοθετείται ένθερμα: κατασκευάζεται μία γενεαλογία της «αντίστασης» ανυπότακτων Κολοκοτρωναίων που επί αιώνες πολεμούν τον Τούρκο· η κλέφτικη παράδοση αποκαθαίρεται από την πεμπτουσία της ύπαρξής της, την κλοπή· [18] αναδεικνύεται η νικηφόρα στρατιωτική ιδιοφυΐα του Θοδωράκη· η αγνή φιλοπατρία αναγορεύεται σε μοναδική κινητήρια δύναμη των πρά­ξεών του· οι σκληρές συγκρούσεις για την κατανομή των φορολογικών προσόδων, των λειών, των μισθών των στρατιωτών αποσύρονται πίσω από το παραβάν κ.λπ. Όλα κατατείνουν επομένως στη δημιουργία ενός άλλου Κολοκοτρώνη, μιας πατρικής φιγούρας έλληνα πατριώτη, συνετού μα και γενναίου, που μπορεί να λειτουργεί ως η προσωποποίηση του έθνους.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, σχέδιο Voutier. Δημοσιεύεται στο βιβλίο P.C.H.I. Pouqueville, “Histoire de la regeneration de la Greece’’, Παρίσι 1824.

Ο μεταλλαγμένος αυτός Κολοκοτρώνης αποτυπώνεται γλαφυρά στις απεικονίσεις του. Από τον κακομούτσουνο, αγριωπό Κολοκοτρώνη των πρώτων εκ του φυσικού σκίτσων, σταδιακά εξοικειωνόμαστε με έναν όμορφο λεβεντόγερο, στιβαρό στρατιωτικό που με περίσκεψη ατενίζει μπροστά καμαρωτός, ντυμένος συνήθως κάπως ιδιόρρυθμα: με το εντυπωσιακό γιλέκο μιας ασαφούς στρατιωτικής στολής, με φουστανέλα και μία κόκκινη περικεφαλαία, σήμα κατατεθέν του ήρωα. Η μακρά λευκή κόμη που χύνεται στους ώμους, σε συνδυασμό με την πάλλευκη ατσαλάκωτη φουστανέλα μπορεί να μην απεικονίζει ρεαλιστικά το πρόσωπο και να κατασκευάζει έναν εξιδανικευμένο τύπο μαχητή, κυριάρχησε όμως στην απεικόνισή του, καθώς αντιστοιχούσε στο νέο προφίλ του Γέρου του Μοριά.

 

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

 

Προσωπογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1853. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

 

Ο Κολοκοτρώνης, λοιπόν, πορευόταν στην οδό της δόξας. Στον Μεσοπόλεμο όμως δέχεται ένα απρόσμενο πλήγμα, καθώς ξανάρχονται στην επιφάνεια παλαιές αντιθέσεις. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης στη μελέτη του Κλέφτες του Μοριά, που εξέδωσε το 1935, σαλπίζει εναντίον των κλεφτών της Πελοποννήσου και ιδίως του πλέον ένδοξου από αυτούς, του Κολοκοτρώνη.

Το 1937 μάλιστα με τον λίβελο Ηθικά Ραπίσματα, που συγγράφει προς απάντηση του Σωκράτη Κουγέα, εκτραχύνει τη σύγκρουση. Ο Βλαχο­γιάννης με το θελκτικό αλλά και μπρούτο ύφος γραφής του, κάνει κάποιες εύστοχες επιμέρους παρατηρήσεις· συνολικά όμως συνιστά οπισθοδρόμηση στην ιστοριογραφική προσέγγιση, καθώς μετατοπίζει τη συζήτηση στην αναβίωση της παλαιάς αντιπαλότητας Ρουμελιωτών-Μοραϊτών, έκφανση της οποίας είναι και η διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας του απελευθερωτικού αγώνα.

Έγραφε, έμπλεος οργής και ενθουσιασμού, στις πρώτες σελίδες της περί κλεφτών μελέτης του τα ακόλουθα που εικονογραφούν το πνεύμα και τις αντιλήψεις του ιδίου, αλλά και τα λογικά άλματα που απαιτεί η ιστοριογραφία του τύπου αυτού: «Ο Μοριάς, που έβγαλε τόσα παληκάρια και κατά τον Αγώνα και πρωτύτερα, πάντα ζήλευε μα και ζηλεύει – και τιμή του είναι γι’ αυτό – τη Ρουμελιώτικη παληκαριά, είδος Ελληνικού ιπποτισμού, που αιώνες αρματωλικής ζωής κληρονομικής – όχι Κλέφτικης μοναχά – την πλάσανε και την κάνανε τόσο όμορφη και τη στο­λίσανε με τόσες παραδόσεις και νόμους αυστηρούς, άγραφους. Μια παροιμία μοραΐτικη λέει: “Στη Ρούμελη είναι η λεβεντιά και στο Μοριά η γνώση”, και η παροιμία αυτή είναι η φυσική γνώμη του λαού του αληθινού, του Μοραΐτη, που είπε μιαν αλήθεια ιστορική».[19]

Η απάντηση των Πελοποννησίων λογίων – όχι μόνο άμεσα στον Βλα­χογιάννη αλλά συνολικά σε όσους αμφισβήτησαν την πρωτοκαθεδρία των Μοραϊτών και του πιο φημισμένου εκπροσώπου τους στον Αγώνα – υπήρξε πολυπρόσωπη αλλά ομόφωνη. Από τον Τάκη Κανδηλώρο στις αρχές του 20ού αιώνα, μέχρι τον Χρήστο Στασινόπουλο τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, τον Παν. Ζέπο, τον Τάκη Λάππα, τον Τάσο Γριτσόπουλο και τον κύκλο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών και της περιοδικής έκδοσης Πελοποννησιακά ή της επετηρίδας Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, πελοποννήσιοι συγγραφείς και τοπικοί φορείς ανέδειξαν την προσωπικότητα του Κολοκοτρώνη, μέσα από μία προσέγγιση δικαιωτική και ηρωο­ποιητική.[20]

Ενδεικτική του πνεύματος αυτού είναι η αναλυτική εισαγωγή του Τάσου Γριτσόπουλου στην επανέκδοση, από την Εταιρεία Πελοπον­νησιακών Σπουδών, της Διήγησης των συμβάντων της ελληνικής φυλής. [21] Μεταφέρουμε ένα απόσπασμα, χαρακτηριστικό μιας ιστοριογραφικής αντίληψης, εμβαπτισμένης στο μύθο και ταυτοχρόνως παραγωγού μυθευμάτων: «Ομολογουμένως ο Κολοκοτρώνης υπήρξε για την αγωνιζομένην Ελλάδα δώρον του Θεού. Αλλ’ ως κύριον και βασικόν γνώρισμά του είχεν, ότι ήτον γνήσιον γέννημα του ελληνικού λαού. Εξ απαλών ονύχων ορφανός και κατατρεγμένος, εποτίσθη με όλες τις πίκρες της υποδούλου ζωής του έθνους του. Δεύτερον γνώρισμά του ήτο, ότι εκουβαλούσε μέσα του αγνήν και ανόθευτον την προτέραν παράδοσιν του εθνικού βίου και αύτη ελάμ­βανεν εκάστοτε λόγω της ευφυίας του μεγάλες διαστάσεις. Τρίτον ο ηγέτης αυτός κατά παραχώρησιν της φύσεως επύκνωνε την πίστιν και το όραμα της εθνικής ελευθερίας, δια την οποίαν ηγωνίσθη κατά την οικογενειακήν του παρακαταθήκην».[22]

 

Πορτρέτο Έλληνα αγωνιστή (ενδεχομένως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη). Ελαιογραφία αγνώστου, 19ος αιώνας. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

 

Η παραδοσιακή ιστοριογραφία λοιπόν αγκάλιασε τον Κολοκοτρώνη. Η συγγραφή μάλιστα της πολυσέλιδης, θελκτικής, μυθιστορηματικής βιογραφίας του ακαδημαϊκού Σπύρου Μελά, Ο Γέρος του Μωριά, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1931, [23] αλλά γνώρισε συνεχείς επανεκδόσεις ως ανάγνωσμα για ενήλικες και εφήβους, ξαναέπλασε με τα παλαιά υλικά τη μορφή του αγωνιστή, φέρνοντάς την στο επίκεντρο της αφήγησης του εθνικού κλέους. Ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στις ένοπλες εσωτερικές συγκρούσεις της Επανάστασης θεωρήθηκε μεν σφάλμα, αλλά αποδόθηκε στην επικατάρατη, «δολερή» διχόνοια, που ταλανίζει τους Έλληνες και δεν τους αφήνει να μεγαλουργήσουν. Ο θάνατος μάλιστα του γιου του, Πάνου Κολοκοτρώνη, το Νοέμβριο του 1824, κατά τη διάρκεια του αποκαλού­μενου πρώτου εμφύλιου, θεωρήθηκε ως ένα είδος εξιλέωσης, αφού αυτός τουλάχιστον πλήρωσε πολύ σκληρά για τα λάθη του: έχασε τον γιο του.

Αντίθετα, περισσότερο κριτική υπήρξε η αντιμετώπιση άλλων «λαθών» του Γέρου του Μοριά, όπως για παράδειγμα εκείνων που σχετίζονται με την κλέφτικη ζωή του. Κάποια δυσάρεστα γεγονότα που σχετίζονται με αυτήν αφήνονται να ξεγλιστρήσουν στη λήθη. Το 1946, για παράδειγμα, ο Θάνος Βαγενάς, μελετητής της Πελοποννήσου, λάτρης ο ίδιος της κλεφτουριάς, του «ηρωικού αντάρτικου κινήματος των Κλεφτών του Μοριά» όπως την χαρακτηρίζει, εκδίδει στο περιθώριο της ιστοριογραφικής και εκδοτικής κίνησης της εποχής ένα ολιγοσέλιδο φυλλάδιο, θέλοντας, με βαριά καρδιά, να αποκαταστήσει την αλήθεια γύρω από ένα γεγονός που ένιωθε ότι το σκέπαζε πέπλο σιωπής. Ο τίτλος του φυλλαδίου ρητός: Ο Θ. Κολοκοτρώνης χάλασε τα Βέρβενα και αναφερόταν βέβαια στην καταστροφή του ομώνυμου αρ­καδικού χωριού το 1806, μετά την άρνηση των κατοίκων να συνδράμουν την κλέφτικη ομάδα του Κολοκοτρώνη. Το επεισόδιο δεν ήταν άγνωστο άλλωστε, αφού με λιτό και συγκλονιστικό τρόπο το διηγείται ο ίδιος Κολο­κοτρώνης. [24] Το πέπλο όμως που ήθελε ο Βαγενάς να σηκωθεί δεν σάλεψε.

Η πολυκύμαντη ζωή του Κολοκοτρώνη, ακόμη και οι αντιφάσεις του, προσφέρουν υλικό, όπου με την κατάλληλη λάξευση σμιλεύεται το εκάστοτε επιθυμητό μήνυμα. Για παράδειγμα, η δίωξή του από τους Βαυαρούς αντι­βασιλείς, η δίκη και η καταδίκη του σε θάνατο, διευκολύνει την ένταξή του στο αντιδυναστικό κίνημα, ενώ από την άλλη πλευρά η θετική στάση του Κολοκοτρώνη απέναντι στο θεσμό της βασιλείας, μετά την ανάρρηση του Όθωνα στο θρόνο, επιτρέπει την υιοθέτησή του και από τους βασιλόφρονες.

Η δίκη του όμως είναι εκείνη που κυρίως διευρύνει τις υποδοχές ενσωμά­τωσής του στα εθνικά στερεότυπα, διότι στις ιδιότητες του σοφού και γενναίου πατριώτη προστέθηκαν και άλλες, εξίσου δημοφιλείς: του αδικημένου και του κυνηγημένου από τους ξένους. Το επαναλαμβανόμενο στερεότυπο των ξένων ολετήρων, που επιβουλεύονται την πτωχή Ελλάδα και μισούν τα πιο άξια τέκνα της, βρήκε έτσι στην περίπτωση του Κολοκοτρώνη μια από τις πιο αναγνωρίσιμες εκφράσεις της. [25] Η διελκυστίνδα «λαός – εχθροί του λαού» συνταιριάστηκε με τη σταθερά «αδικημένοι Έλληνες – άδικοι και επίβουλοι ξένοι», η οποία βρήκε αρμονικά εφαρμογή στο πρόσωπο Κολοκοτρώνη, καθώς θεωρήθηκε ότι αποτύπωνε και τη δική του διαδρομή.

Ανάλογη τύχη, αμφίδρομης αποδοχής, είχε και η σχέση του με τους κοτζαμπάσηδες. Ο Κολοκοτρώνης είναι βέβαια ηγέτης των οπλαρχηγών και συνεπώς πολέμιος των κοτζαμπάσηδων, των εχθρών του λαού, των προδοτών της Επανάστασης, σύμφωνα με μια προσφιλή «προοδευτική» ανάγνωση του 1821. Στον Κολοκοτρώνη όμως, από την άλλη πλευρά, προσγράφε­ται ότι επεμβαίνει κατευναστικά και αποτρέπει την επαπειλούμενη σφαγή των προκρίτων, τον Ιούλιο του 1821, όταν οι εξεγερμένοι στο στρατόπεδο στα Βέρνενα απαιτούν «σκότωμα στους τυράννους». [26] Και εδώ τα δύο πρόσωπά του, συγκλίνουν σε αυτό του εθνικού ήρωα.

Ο Κολοκοτρώνης υιοθετήθηκε, λοιπόν, και από την Αριστερά. Η αριστερόστροφη – μη ακαδημαϊκής προέλευσης – ιστοριογραφία αποδέχτηκε τα χαρίσματα που του είχε αποδώσει η παραδοσιακή ιστοριογραφία. Κοντά σε αυτά όμως προστέθηκαν και ορισμένες άλλες παράμετροι. Μία από αυτές αφορά την πρόσληψη της ομάδας των «στρατιωτικών» ως της αυθεντικής έκφρασης των λαϊκών δυνάμεων. Ο «λαϊκός στρατός» και συνεπώς και ο ηγέτης του, ο Κολοκοτρώνης, μέσα από προφανείς αναγωγές στα καθέκαστα νεότερων χρόνων, προβλήθηκαν ως το αντίπαλο δέος των τουρ­κολατρών εκμεταλλευτών του λαού κοτζαμπάσηδων και των διεφθαρμένων πολιτικάντηδων Φαναριωτών. Η λαϊκή καταγωγή, η διαβίωση στα όρη και κυρίως η πρότερη κλέφτικη δράση του – που διαβάστηκε με ευκολία αντάρτικη – εγγράφεται άριστα στο επιθυμητό μοντέλο και προσφέρεται για προβολές σε συγκαιρινά γεγονότα.

Ό,τι συμβόλιζε λοιπόν ο Κολοκοτρώνης ταίριαζε απόλυτα στις προτεραιότητες των χρόνων της Αντίστασης. Ενδεικτικό της απήχησης είναι ότι πριν την ΕΠΟΝ, είχε ιδρυθεί «Ενιαία Παναρκαδική Οργάνωση Νέων “Ο Κολοκοτρώνης”». [27] Ιδιαίτερα αγαπητή, καθότι προσφερόμενη σε σύγχρονες αναγνώσεις, υπήρξε και η δράση του κατά του Ιμπραήμ και η σκληρή τιμωρία όσων είχαν «προσκυνήσει» την Υψηλή Πύλη. Το παράγγελμά του «φωτιά και τζεκούρι στους προσκυνημένους» ταίριαζε να ανασυρθεί από το πιθάρι της ιστορίας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στα τεκταινόμενα της Κατοχής για να δικαιώσει τη δράση του ΕΛΑΣ απέναντι στους συνεργάτες των κατακτητών. [28] Λίγα χρόνια μετά, το ίδιο έπραττε και ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας για όσους υποδείκνυε ως προδότες στην εμφύλια σύρραξη. [29] Και η altera pars όμως, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, στο γνωστό ομώνυμο βιβλίο του, σημειώνει ότι: «Η επικρατέστερη πολεμική κραυγή του Δημοκρατικού Στρατού» ήταν «Φωτιά και τσεκούρι!», την οποία αντιπαραβάλει μάλιστα στο «Ελευθερία ή θάνατος», που κατ’ εκεί­νον διαλαλούσαν οι αντίπαλοί του.[30]

Στα χρόνια αυτά και κυρίως στην μετεμφυλιακή περίοδο των απη­νών διώξεων των ηττημένων, ένα επιπλέον δεδομένο ήρθε να ενισχύσει τη θετική πρόσληψη του Κολοκοτρώνη από τον κόσμο της Αριστεράς. Η αναγόρευσή του ως αρχηγού του «ρωσικού κόμματος», και η δίκη του για μυστικές επαφές με τη Ρωσική Αυτοκρατορία και αντικρατική δράση, ενεργοποίησε κατ’ αναλογία τα αντανακλαστικά απέναντι στην τοτινή Σοβιετική Ένωση με δύο τρόπους: είτε με την έννοια του φίλου των Ρώσων είτε και με την έννοια εκείνου που υφίσταται αδίκως διώξεις, ως φίλος των Ρώσων. Την γραμμή αυτή πρόβαλε και η ηγεσία του ΚΚΕ. Έτσι στην κυριακάτικη εκπομπή του, στις 8 Μαρτίου 1952, η «Φωνή της Αλήθειας» υποστηρίζει ότι η δίκη και η καταδίκη του Νίκου Μπελογιάν­νη «φέρει στη μνήμη του κάθε Έλληνα την πολύκροτη δίκη, στην οποία καταδικάστηκε σε θάνατο ο Γέρος του Μωρηά, η ψυχή και η καρδιά της Επανάστασης του ’21», και ακολούθως αναλύει τα κοινά στοιχεία των δύο δικών.[31]

Συγγραφείς προερχόμενοι από το χώρο της Αριστεράς που θήτευσαν σε μια δημοφιλή μορφή παιδαγωγού, στρατευμένης ιστοριογραφίας ή ιστορικής έμπνευσης λογοτεχνία, όπως ο Τάκης Σταματόπουλος, [32] ο Δημήτρης Φωτιάδης [33] ή ο Βασίλης Ρώτας, [34] με βιβλία τους, που γνώρισαν μεγάλη διάδοση, υπηρέτησαν την εικόνα του «γέρου του Μοριά» ως πρότυπο αγωνιστή.

Ορισμένοι άλλοι υπήρξαν πιο επιφυλακτικοί ή και επικριτικοί. Ο Γιάν­νης Κορδάτος, για παράδειγμα, προσάπτει στον Κολοκοτρώνη ότι «σαν από μηχανής θεός κατορθώνει να σώσει τους ολιγαρχικούς από τη λαϊκή οργή», αλλά και του αναγνωρίζει ότι «εσταμάτησε το ρεύμα συνθηκολογήσεως με τον εχθρό εφαρμόζοντας επανασταστικήν τρομοκρατίαν». [35] Ο Γιώργης Λαμπρινός επαινεί τη στρατηγική του τέχνη αλλά τον εγκαλεί γιατί «συμπεθέρεψε με τους Ντεληγιανναίους και τα φτιάχνει με τους προεστούς»· [36] μαζί του συμφωνεί ο Γιώργος Βαλέτας υποστηρίζοντας ότι «άσχημο αντιλαϊκό ρόλο έπαιξε με τους συμβιβασμούς του ο Κολοκοτρώ­νης».[37]

Κάποιοι άλλοι παίρνουν αποστάσεις από επιμέρους ενέργειές του, παρότι του αναγνωρίζουν αγαθές προθέσεις. Για παράδειγμα, μιλώντας για την είσοδό του στο Εκτελεστικό μετά τη Β΄ Εθνοσυνέλευση, ο Λεωνίδας Στρίγκος υποστηρίζει ότι «αντί να στηριχτεί στις λαϊκές μάζες καταφεύ­γει σε πολιτικούς συμβιβασμούς με σκοπό, όπως σκέφτεται, να διασπάσει τους κοτζαμπάσηδες», [38] ενώ ο Τάσος Βουρνάς θεωρεί ότι «ο Κολοκοτρώ­νης από τη μία συμβιβαστής στην πολιτική του κι από την άλλη πονηρός, νομίζοντας ότι μπορεί από τα μέσα να τους διαβρώσει, δέχεται [να πάρει τη θέση του αντιπροέδρου]».[39]

Ο Πέτρος Ρούσος [40] και ο Γιώργης Ζεύγος – πιο γνήσιοι εκφραστές της κομματικής ορθοδοξίας – του προσάπτουν συμβιβαστική τακτική απέναντι στους κοτζαμπάσηδες, ακόμη και αντιλαϊκό ρόλο· τον θεωρούν εντούτοις «μεγάλο πολέμαρχο», «αρχηγό της αγροτιάς», και του αναγνωρίζουν «ότι εφαρμόζει την ταχτική του κλεφτοπόλεμου και δε διστάζει να βάλει σε ενέργεια την επαναστατική τρομοκρατία». [41] Ακόμη άλλωστε και ο ίδιος ο Ν. Ζαχαριάδης φέρνει τους Κολοκοτρωναίους σαν υπόδειγμα εθνικών αγωνιστών.[42]

Σήμερα το διαδίκτυο είναι ένας ακόμη δείκτης της αποδοχής του Θ. Κολοκοτρώνη. Εκατοντάδες ηλεκτρονικές σελίδες είναι αφιερωμένες σε αυτόν, ανατροφοδοτώντας μια απλοϊκή, δοξαστική πρόσληψή του. Όπως είναι αναμενόμενο πολλές από τις ιστοσελίδες αυτές εδρεύουν στην Πελοπόννησο, ξεχωριστή θέση όμως του επιφυλάσσουν και ιστότοποι ακροδεξιού και εθνικιστικού περιεχομένου. Πέρα όμως από τον εικονικό κόσμο του διαδικτύου, η κοινή αποδοχή στο πρόσωπό του αποτυπώνεται και με πιο παραδοσιακούς τρόπους, όπως στην πληθώρα εκδηλώσεων και άλλων εκφράσεων τιμής, που εξακολουθούν ενάμισι αιώνα μετά το θάνατό του.

Διαφήμιση της Vespa, από το περιοδικό Η κοινή γνώμη και η Σφυγμομέτρησις. Μάρτιος, 1955, Περίοδος Β΄, αριθ. φύλλου 21, σ. 2.

Επίσημοι κρατικοί θεσμοί επέλεξαν να φιλοτεχνηθεί η μορφή του σε χαρτο­νομίσματα, νομίσματα και γραμματόσημα. Το πορτραίτο του κατέχει περίοπτη θέση ανάμεσα στους ήρωες του 1821 σε σχολικές αίθουσες, γιορτές, διαλέξεις, ομιλίες, ποικίλα έντυπα. Κινηματογραφικά ή θεατρικά έργα ή ακόμη και διαφημίσεις χρησιμοποίησαν τη μορφή του για να προβάλλουν επίκαιρα ποικίλου χαρακτήρα μηνύματα[43]. Ο θυμόσοφος γέρος με την περικεφαλαία έγινε αγαπημένη φιγούρα των σκιτσογράφων.

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έδωσαν το όνομά του σε δρόμους και πλατείες· μόνο στην Αθήνα και στους όμορους Δήμους, μία πρόχειρη καταμέτρηση έδειξε ότι περίπου πενήντα δρόμοι και πέντε πλατείες φέ­ρουν το όνομά του. Διάφοροι φορείς θεώρησαν ότι έπρεπε ο ανδριάντας ή η προτομή του να κοσμούν δημόσιους χώρους. [44] Οι πλέον διάσημοι είναι οι δίδυμοι ορειχάλκινοι έφιπποι ανδριάντες, έργα του γλύπτη Λάζαρου Σώ­χου, που τοποθετήθηκαν το 1901 και 1904 αντιστοίχως σε κεντρικές πλα­τείες της Αθήνας και του Ναυπλίου. Πλήθος άλλοι ανδριάντες έχουν όμως τοποθετηθεί στην Τρίπολη, στα Δερβενάκια, στη Θεσσαλονίκη και αλλού. Το ίδιο συμβαίνει και με προτομές του που έχουν τοποθετηθεί σε γειτονιές της Αθήνας, συνιστώντας απτό μάρτυρα μιας εν υπνώσει ιστο­ρικής μνήμης .

 

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη

 

Ήταν όμως πραγματικά ο Κολοκοτρώνης αυτή η οικεία φιγούρα του «Γέρου του Μοριά»; Ή ακόμη, υπάρχει αποκλειστικά ένας Κολοκοτρώνης, αφού προσωπικότητες της δικής του εμβέλειας μετά την αποδημία τους «εις τας αιωνίους μονάς», ξεκινούν μια νέα ζωή στο μάταιο τούτο κόσμο, μια ζωή μέσα από τα μάτια και τα μυαλά των «άλλων», η οποία υφίσταται τις ρυτίδες που φέρνει ο χρόνος, εμπεριέχει όμως την ελπίδα της αναγέννησης, όταν τα γεγονότα και οι συγκυρίες το επιτρέψουν;

 

Υποσημειώσεις


[1] Ως συνοδευτικό, υποστηρικτικό υλικό για την παρουσίαση καθεμιάς από τις δέκα επικρατέστερες προσωπικότητες, ο τηλεοπτικός σταθμός είχε δημιουργήσει ένα ωριαίο ντοκιμαντέρ και ένα βιβλίο. Για τον Κολοκοτρώνη βλ. Βασιλική Μπιζά­κη, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πρόλογος Θάνος Βερέμης, εισαγωγή Ιωάννης Κολιό­πουλος, Μεγάλοι Έλληνες, τ. 3, Αθήνα, ΣΚΑΪ Βιβλίο, 2009.

[2] Βλ. Maxime Raybaud, Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’ Ιndépendance, accompagnés de plans topographiques, τ. Α΄, Παρίσι 1824, σ. 380-381· J. D. Elster, Το τάγμα των Φιλελλήνων, μετάφρ. Χρ. Οικονόμου, Αθήνα 2010, σ. 68-70· Γ. Ζώρας, Έκθεσις Ολλανδού προξένου περί των γεγονότων της ελληνικής επαναστάσεως κατά τα έτη 1821 και 1822 (ανακοίνωσις αγνώστου κειμένου), Αθήνα 1976, σ. 25-27 [α΄ έκδοση Παρνασσός 18 (1976), σ. 276-307]· Ζ. Μανζάρ, «Αναμνήσεις από τον Μοριά», μετάφρ. Γ. Τσουκαλάς, Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21, τ. 20, Αθήνα χ.χ., σ. 167-168· Φρ. Τιρς, Η Ελλάδα του Καποδίστρια, μετάφρ. Απ. Σπήλιος, τ. Α΄, Αθήνα, εκδ. Αφοί Τολίδη, χ.χ., σ. 176-179, 193-195· Γ. Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρ. Αλ. Παπαδιαμάντης, επιμ. Αγγ. Μαντάς, τ. Α΄, Αθήνα, Βουλή των Ελλήνων, 2008, σ. 417· Κυριακή Μαμώνη, «Χαρακτηρισμοί Πελοποννησίων και αρχηγών του Αγώνα στην Πελοπόννησο από τα κείμενα των Φιλελλήνων (1821-1829)», Πρακτικά του Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ΄, Αθήνα 1976-1978, σ. 54-55· Απ. Βακαλόπουλος, Επίλεκτες βασικές ιστορικές πηγές της ελληνικής επαναστάσεως, τ. Β΄, Θεσσα­λονίκη 2000, σ. 406-407 (μαρτυρία του C. M. Schrebian).  Κάποιες μαρτυρίες Ελλήνων και ξένων της εποχής για τον Κολοκοτρώνη βλ. επίσης συγκεντρωμένες στο Δ. Δημητρόπουλος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στη σειρά: Οι ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, αρ. 2, επιμ. Βασ. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα, Τα Νέα, 2009, σ. 102-105.

[3] Ενδεικτικά: Ιω. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Αθήνα 1834· Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. 1-4, Αθήνα 1839· Φ. Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858· Ιω. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1-4, Αθήνα 1859-1861· Μιχαήλ Οικονόμου, Ιστορικά της ελληνικής παλιγγενεσίας ή Ο ιερός των Ελλήνων αγών, Αθήνα 1873.

[4] Στο φιλικό προς τον Θ. Κολοκοτρώνη περιβάλλον εντάσσονται αρκετά απομνημονεύματα αγωνιστών που εκδόθηκαν είτε από τους ίδιους, ενώ ακόμη ήσαν εν ζωή, είτε μεταγενέστερα. Ενδεικτικά Στ. Ι. Στεφανόπουλος, Απομνημονεύματα τινά της Επαναστάσεως του 1821, Τρίπολη 1864· Αναγνώστης Κοντάκης, Απομνη­μονεύματα, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, τ. 11, Αθήνα, Γ. Τσουκαλάς, 1955· Θεόδωρος Ρηγόπουλος, Απομνημονεύματα από των αρχών της Επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881, επιμ. Αθ. Φωτόπουλος, Αθήνα 1979. Στην ίδια γραμμή πλεύσης κινείται και η μαρτυρία του γιου του, Γενναίου [Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αθήνα 1955 και του ίδιου, Απομνημονεύματα (χειρόγραφον δεύτερον 1821-1862), εισαγωγή Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αθήνα, ΓΑΚ, 1961].

[5] Τα κείμενα των Μακρυγιάννη και Κασομούλη παρέμειναν ανέκδοτα μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα όταν τα εξέδωσε ο Γ. Βλαχογιάννης (Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, εισαγωγή Γ. Βλαχογιάννης, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα, 1907· Νικ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, επιμ. Γ. Βλαχογιάννης, τ. Α΄-Γ΄, Αθήνα 1939-1942). Ο Γ. Τερτσέτης εξέδωσε την αφήγηση του Θ. Κολοκοτρώνη (Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνα 1846) και πολλά χρόνια μετά το θάνατό του εκδόθηκε και η αφήγηση του Νικηταρά (Ντίνος Κονόμος, Βίος Νικήτα Σταματελόπουλου ή Νικηταρά. Καταγραφή Γεωργίου Τερτσέτη εκ τεσσάρων νέων χειρογράφων, Αθήνα 1953).

[6] Σπ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄-Δ΄, Λονδίνο 1853-1857· Ν. Δραγούμης, Ιστορικαί αναμνήσεις, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα 1874. Ειδική περίπτωση αποτελεί ο Π. Π. Γερμανός, καθώς το απομνημόνευμά του συγγράφεται ενόσω διαρκεί ακόμη ο Αγώνας, ο θάνατος όμως του συγγραφέα, το 1826, δεν του επιτρέπει να γνωρίσει την τελική έκβαση της Επανάστασης. Το κείμενο εκδόθηκε πρώτη φορά το 1837 στην Αθήνα από τον Καλλίνικο Καστόρχη, Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως της Ελλάδος από του 1820 μέχρι του 1823 και έκτοτε γνώρισε αρκετές επανεκδόσεις· σημειώνεται όμως ότι έχει αμφισβητηθεί η πατρότητα του κειμένου.

[7] Ο Αλ. Μαυροκορδάτος μαρτυρείται ότι συνέγραφε Ιστορία της Επαναστάσεως την οποία όμως δεν εξέδωσε ποτέ, βλ. Χρ. Λούκος, «Εισαγωγή», Το ανέκδοτο Ημερολόγιο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου Μόναχο – Βερολίνο (1834-1837), Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων – Μουσείο Μπενάκη, 2011, σ. 10.

[8] Καν. Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, τ. 16, Αθήνα, Γ. Τσουκαλάς, 1955 (α΄ έκδοση Αθήνα 1854), σ. 180-181. Το απομνημόνευμα του Παν. Παπατσώνη εκδόθηκε πολύ μετά το θάνατό του (Παν. Παπατσώνης, Απομνημονεύματα από των χρόνων της Τουρκοκρατίας μέχρι της Βασιλείας του Γεωργίου Α΄, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αθήνα, ΓΑΚ, 1960).

[9] Διάσπαρτη είναι η σκληρή κριτική απέναντι στους Κολοκοτρωναίους στους οποίους αφιερώνονται πολλές σελίδες, βλ. ενδεικτικά Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σ. 36-46, 123-124, 179-182, 194-196 κ.α.

[10] Η τάση αυτή της εκ των υστέρων δικαίωσης των ηττημένων παρουσιάζει νομίζω ενδιαφέρουσες αναλογίες με την περί τον Εμφύλιο ιστοριογραφία όπου, τριάντα χρόνια μετά την ήττα, βρέθηκε να κυριαρχεί ο λόγος όσων έχασαν τον πόλεμο. Ας αναλογιστούμε την «αγιοποίηση» του Α. Βελουχιώτη ή του Ν. Μπελογιάννη, για να αναφερθούμε σε δύο μόνο χαρακτηριστικές προσωπικότητες της Αριστεράς.

[11] [Θ. Κ. Κολοκοτρώνης], Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, Αθήνα 1851, σ. 273.

[12] Πέραν του ίδιου του τρόπου έκδοσης της αφήγησης του Θ. Κολοκοτρώνη και ιδίως των επανεκδόσεων που ακολούθησαν, βλ. επίσης και άλλα κείμενα του Γ. Τερτσέτη, Εξακολούθησις των προλεγομένων εις τα υπομνήματα του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, Αθήνα 1852 και Ντ. Κονόμος, «Γεωργίου Τερτσέτη. Ανέκδοτη σκια­γραφία του Κολοκοτρώνη», Ελληνική Δημιουργία 6 (1950), σ. 571-573 (επανέκδοση στον τόμο Ντ. Κονόμος, Γεώργιος Τερτσέτης. Ανέκδοτα κείμενα, Αθήνα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 1959, σ. 105-110).

[13] Γ. Βλαχογιάννης, Ιστορική Ανθολογία, επανέκδ.-επιμ. Άλκης Αγγέλου, Αθή­να, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Εστία, 2000, σ. 526 κ.ε.

[14] Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα δημοσιεύονται μία σειρά τέτοιου τύπου κείμενα, βλ. ενδεικτικά: [Ανώνυμος], Ιστορία του Θ. Κολοκοτρώνη και του υιού του Γενναίου Κολοκοτρώνη, Αθήνα 1889· Επαμ. Κωτσονόπουλος, Λόγος πανηγυρικός εκφωνηθείς κατά τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντος του Στρατάρχου της Ελλάδος Θεοδώρου Κολοκοτρώνη τη 23-4-1901, Αθήνα 1901· Γ. Τσοκόπουλος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Αθήνα 1904· Θεμ. Αποστόλου, Ιστορία του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη ενδόξου στρατηγού των Πελοποννησίων κατά την μεγάλην υπέρ της παλιγγενεσίας του ελληνικού έθνους επανάστασιν του 1821, Κωνσταντινούπολη 1909.

[15] Η παλαιότερη ίσως έκδοση κολοκοτρωναίικου τραγουδιού είναι το τρισέλιδο φυλλάδιο Το άσμα του Κολοκοτρώνη που εκδόθηκε το 1822 στο Παρίσι. Σχετικά τραγούδια συγκέντρωσε ο Κ. Ρωμαίος, «Τα τραγούδια των Κολοκοτρωναίων», Πελοποννησιακά 1 (1956), σ. 409-440 και 2 (1957), σ. 379-413. Για τα θεατρικά βλ. ενδεικτικά: Θ. Δ. Κληρονόμος, Αντ. Ι. Αντωνιάδης, Ο αρχιστράτηγος Κολοκο­τρώνης, ήτοι, Κολοκοτρώνης πολιορκητής της Τριπόλεως: δράμα εις πράξεις τέσσαρας, Αθήνα 1904.

[16] Α. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Η΄, Αθήνα 1876, σ. 81-120 (ο μύθος στις σ. 104-105).

[17] Τις σχετικές κρίσεις συγκεντρώνει ο Τάσος Γριτσόπουλος, «Τα απομνημο­νεύματα», στο Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, σ. 77-79.

[18] Βλ. σχετικά Αλέξης Πολίτης, Το Δημοτικό τραγούδι. Κλέφτικα, Αθήνα, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Ερμής, 1981, σ. ιβ΄- ιη΄.

[19] Γ. Βλαχογιάννης, Κλέφτες του Μοριά, επανέκδοση στη σειρά: Άπαντα των Νεοελλήνων Κλασσικών, αρ. 4, επιμ. Γ. Κουρνούτος, Αθήνα [1966] (α΄ έκδ. Αθήνα 1935), σ. 13.

[20] Βλ. Τ. Κανδηλώρος, Η δίκη του Κολοκοτρώνη και η επανάστασις της Πελοποννήσου, Αθήνα 1906· Χρ. Στασινόπουλος, Ο αληθινός Κολοκοτρώνης, ιστορική κριτική μελέτη, Αθήνα 1958· Τάκης Λάππας, Κολοκοτρώνης. Βιογραφία του στρατάρχη του Μοριά, Αθήνα 1967· Παν. Ζέπος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Πε­λοποννησιακά 8 (1971), σ. 1-14. Τη σχετική βιβλιογραφία μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, συγκέντρωσε ο Θ. Βαγενάς, «Κολοκοτρωνική βιβλιογραφία», Χρονικά του Μοριά 3 (1954-1956), σ. 25-30.

[21] Τ. Γριτσόπουλος, «Τα απομνημονεύματα», στο Θ. Κολοκοτρώνης Διήγησις, σ. 1-112.

[22] Στο ίδιο, σ. 1-2.

[23] Σπ. Μελάς, Ο Γέρος του Μωριά: Βιογραφία, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα, Σαλίβερος, 1931.

[24] Κολοκοτρώνης, Διήγησις, σ. 19. Βλ. σχετικά και Θ. Βαγενάς, Ο Θ. Κολοκο­τρώνης χάλασε τα Βέρβενα, Αθήνα 1946, σ. 1-28.

[25] Εκπομπή του παράνομου ραδιοφωνικού σταθμού του ΚΚΕ, «Φωνή της Αλήθειας», στις 24 Οκτωβρίου 1954, αναφερόμενη στη «ρετσινιά του κατασκόπου που φορτώνουν στους πατριώτες οι προδότες και οι προσκυνημένοι», μετέ­διδε κείμενο που αντλούσε επιχειρήματα από την πρόσφατη ελληνική ιστορία. Εκεί ειπώθηκε και το εξής: «Μήπως τον αθάνατο Γέρο του Μωριά που σάλπισε στεντόρεια “φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους” και διαφέντεψε την επανάσταση στην πιο κρίσιμή της ώρα και το γενναίο στρατηγό Πλαπούτα δεν τους στείλανε οι αγγλόδουλοι και βαυαροπροσκυνημένοι στο δικαστήριο για προδότες, δεν τους καταδικάσανε σε θάνατο και δεν σώθηκαν μόνο χάρη στην παλλαϊκή κατακραυγή και στην υπέροχη στάση τέτοιων τιμημένων δικαστών σαν τον Πολυζωΐδη και τον Τερτσέτη», Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), Αρχείο Ραδιοφωνικού Σταθμού «Φωνή της Αλήθειας», Ειδικές Εκπο­μπές, 26, φ. 2.

[26] Φιλήμων, Δοκίμιον, τ. Δ΄, σ. 87-93· Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σ. 213· Μένδελσον Βαρθόλδη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρ. Ηλίας Οικονομόπουλος, Αθήνα 1894, σ. 350-351.

[27] Η πληροφορία αναφέρεται σε αχρονολόγητη – μεταπελευθερωτική όμως – 11σέλιδη έκθεση του Συμβουλίου Περιοχής Πελοποννήσου της ΕΠΟΝ προς το Κε­ντρικό Συμβούλιο της οργάνωσης, όπου γίνεται αναφορά στην ιστορία του αντιστα­σιακού κινήματος νέων στην περιοχή. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΣ της ΕΠΟΝ, έγγρ. Α287, φ. 1.

[28] Βλ. για παράδειγμα κείμενο του Γρ. Φιδά, με τίτλο «Εφιάλτες» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ξεκίνημα της Καλαμάτας τον Οκτώβριο του 1944, σ. 8-9, μετά δηλαδή από όσα είχαν διαδραματιστεί στις συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας στην πρωτεύουσα της Μεσσηνίας και στον Μελιγαλά. Εκεί επαινείται ο Κολοκοτρώνης για την τακτική που εφάρμοσε κατά των προδοτών: «Όμως ο Κολοκοτρώνης μας έδωσε την πιο ταιριαστή λύση. Στους προδότες φωτιά και τσεκούρι. Η νεολαία και ο λαός τόνιωσε. Πριν ακόμα ξελεφτερωθεί ο τόπος μας το τσεκούρι άρχισε να καθαρίζει όσους ανάμεσά μας είχε λερώσει η προδοσία. Χιλιάδες ύπουλοι και φανεροί, φριχτοί και λαομίσητοι προδότες βρήκαν το θάνατο που τους άξιζε».

[29] Δημοσίευμα στην εφ. Ριζοσπάστης, 24 Νοεμβρίου 1946.

[30] Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, «Φωτιά και τσεκούρι!», Ελλάς 1946-1949 και τα προηγηθέντα, β΄ έκδ., Αθήνα, Εστία, 1974, σ. 242.

[31] Βλ. ΑΣΚΙ, Αρχείο Ραδιοφωνικού Σταθμού «Φωνή της Αλήθειας», Ειδικές Εκπομπές, 26, φ. 1. Επίσης στις 24 Οκτωβρίου 1954 η «Φωνή της Αλήθειας», μετέδιδε τα εξής: «Όργανα των Σλάβων οι κομμουνιστές, πληρωμένοι με ρουσικά ρούβλια οι δημοτικιστές κι ο Κολοκοτρώνης ακόμα πράχτορας των Ρώσων. […] Κατηγορήθηκε μαζί με τον Πλαπούτα ότι “προδίδοντες την εθνικήν ανεξαρτησίαν υπέγραψαν και παρακίνησαν και άλλους να υπογράψουν παράκλησιν προς την Ρωσίαν επί σκοπώ καταργήσεως της Αντιβασιλείας κλπ.” Το ίδιο παληό παμπάλαιο τροπάρι ξανάρχισαν σήμερα αυτοί που προδίνουν και ξεπουλάν την Ελλάδα ενά­ντια στους πατριώτες αγωνιστές που πιάσανε». Βλ. ΑΣΚΙ, Αρχείο Ραδιοφωνικού Σταθμού «Φωνή της Αλήθειας», Ειδικές Εκπομπές, 26, φ. 2.

[32] Βλ. Τάκης Σταματόπουλος, Οι τουρκοπροσκυνημένοι και ο Κολοκοτρώνης, Αθήνα, εκδ. Κάλβος, χ.χ. και πολλαπλές αναφορές στο τετράτομο έργο του ιδίου Ο εσωτερικός αγώνας, τ. Α΄-Δ΄, β΄ έκδοση, Αθήνα, Κάλβος, 1975.

[33] Το αφήγημα του Δ. Φωτιάδη, Η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, εκδόθηκε το 1962 από τις εκδόσεις Κυψέλη και έκτοτε έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα δεκάδες επανεκδόσεις.

[34] Ο Βασίλης Ρώτας υπήρξε συγγραφέας του θεατρικού έργου «Κολοκοτρώνης ή η νίλα του Δράμαλη» που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 8 (1955), σ. 129-144, 9 (1955), σ. 209-224, 10 (1955), σ. 305-320, 11 (1955), σ. 385-400, 12 (1955), σ. 493-503. Συνέγραψε επίσης τα κείμενα του πολύ δημοφι­λούς εικονογραφημένου εντύπου «Κολοκοτρώνης», που εκδόθηκε από στη σειρά των Κλασσικών Εικονογραφημένων των εκδόσεων Πεχλιβανίδη, σε εικονογράφηση Κ. Γραμματικόπουλου στα μέσα της δεκαετίας του 1950.

[35] Γ. Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, Αθήνα 1977 (α΄ έκδ. Αθήνα 1924), σ. 187 και 177 αντιστοίχως.

[36] Γ. Λαμπρινός, Μορφές του Εικοσιένα, δ΄ έκδ., Αθήνα, Τοξότης, 1956, σ. 79-80.

[37] Γ. Βαλέτας, Το προδομένο Εικοσιένα, β΄ έκδ., Αθήνα, Φιλιππότη, 1979, σ. 47.

[38] Λ. Στρίγκος, Η Επανάσταση του Εικοσιένα, Αθήνα, Θεμέλιο, 1966, σ. 137- 138.

[39] Τ. Βουρνάς, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Από την Επανάσταση του 1821 ως το κίνημα του Γουδί (1909), Αθήνα, Αφοί Τολίδη, χ.χ., σ. 127.

[40] Ο Π. Ρούσος, Ζητήματα της ιστορίας μας. Διαμόρφωση του Ελληνικού έθνους, Δοκίμια, χ.τ., Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1955, σ. 134-135, γράφει πως ο Κολοκοτρώνης ήταν ο πιο αντιπροσωπευτικός αρχηγός της αγροτιάς ή υποστηρίζει ότι η «άρχουσα τάξη φυλάκισε το μεγάλο πολέμαρχο της Επανάστα­σης (σ. 235).

[41] Βλ. Γ. Ζεύγος, Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας, Μπούλκες 1948, σ. 53.

[42] Το παραθέτει ο Ζεύγος, στο ίδιο, σ. 53.

[43] Μία από τις πιο χαρακτηριστικές χρήσεις του Θ. Κολοκοτρώνη για τις ανάγκες μιας σύγχρονης θεατρικής παράστασης απαντά στο έργο του Ιάκ. Καμπα­νέλη «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» που ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία από το θίασο Κ. Καζάκου και Τζένης Καρέζη τον Ιούνιο του 1973. Οι παραστάσεις διακόπηκαν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους από το τότε δικτατορικό καθεστώς. Το ρόλο του Κολο­κοτρώνη ερμήνευε ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος.

[44] Μία μη συστηματική διερεύνηση – κυρίως μέσω διαδικτύου – έδειξε ότι αν­δριάντες ή προτομές του Κολοκοτρώνη υπάρχουν σε δημόσιους χώρους σε Δήμους της Αττικής όπως Αθήνα (Παλαιά Βουλή και Α΄ Νεκροταφείο), Χολαργό, Νέα Φιλα­δέλφεια, Χαϊδάρι, Παπάγου, Μαρούσι, Δάφνη.

 

Δημήτρης Δημητρόπουλος

 Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ

 «Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος – 20ος). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Αθήνα, 2012.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα: