Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Βάλτερ Βρέντε (Walter Wrede, 1893-1990) – Ο «Πρεσβευτής» της Εθνοσοσιαλιστικής Αρχαιολογίας στην Ελλάδα | Νίκος Νικολάου


 

Την περίοδο της ακμής του, το γερμανικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα (NSDAP) περιελάμβανε στις τάξεις του όχι μόνο απλούς Γερμανούς πολίτες αλλά και αρκετούς διακεκριμένους εκπροσώπους του πνευματικού κόσμου της Γερμανίας. Ένας από αυτούς ήταν και ο Βάλτερ Βρέντε, διαπρεπής αρχαιολόγος με έντονη επιστημονική παρουσία στην προπολεμική Ελλάδα, του οποίου όμως η σταδιοδρομία αμαυρώθηκε ανεπανόρθωτα λόγω της απροκάλυπτης συνεργασίας του με τις κατοχικές Αρχές την περίοδο 1941-1944.

Ο Βάλτερ Βρέντε πραγματοποίησε εκτενείς επιφανειακές έρευνες στην Αργολίδα, οι οποίες κάλυψαν και την ευρύτερη περιοχή του Άργους. Ο Βρέντε περιέτρεχε την αργολική ύπαιθρο συλλέγοντας θραύσματα αρχαίων αγγείων (όστρακα) από την επιφάνεια του εδάφους. Στόχος του ήταν να χαρτογραφήσει και να καταγράψει στατιστικά τα δίκτυα οικισμών στην Αργολίδα ανά ιστορική περίοδο. Από τις δικές του επιφανειακές έρευνες στην Αττική και την Αργολίδα, συγκεντρώθηκαν περίπου 10.000 όστρακα, τα οποία μεταφέρθηκαν και ενσωματώθηκαν στην αρχαιολογική συλλογή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αθήνας.

Ο Βάλτερ Βρέντε άφησε πίσω του ένα τεράστιο και πολύτιμο οπτικό υλικό. Το φωτογραφικό αρχείο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αθήνας (DAI) περιλαμβάνει πολυάριθμες δικές του φωτογραφίες από το Άργος, την Τίρυνθα, τις Μυκήνες και άλλες θέσεις της Αργολίδας.

 

Βάλτερ Βρέντε (1893-1990).

Η επιστημονική και η επαγγελματική εξέλιξη του Βρέντε ως τα μέσα της δεκαετίας του 1930 κάθε άλλο παρά προοιωνίζονταν την αρνητική τροπή που θα έπαιρνε στη συνέχεια η σταδιοδρομία του.

Ο Βρέντε γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1893 στο Μάρμπουργκ και ήταν γιος του Γερμανού λόγιου Φερδινάνδου Βρέντε. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην  πατρική του πόλη (1899-1911) σπούδασε Αρχαία Ιστορία, Κλασικές Σπουδές και Κλασική Αρχαιολογία στο Τίμπινγκεν, στο Μάρμπουργκ και στο Βερολίνο. Οι πανεπιστημιακές σπουδές του διακόπηκαν λόγω της στρατιωτικής του θητείας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους.

Την 21η Ιουλίου 1921 του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα για την εργασία του με τίτλο Κriegers Abschied und Heimkehr in der griechischen Kunst Ι (Η απόλυση του πολεμιστή και ο επαναπατρισμός στην ελληνική τέχνη), την οποία εκπόνησε υπό τον διαπρεπή αρχαιολόγο Πάουλ Γιάκομπσταλ στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Για την ίδια εργασία είχε προηγουμένως βραβευθεί από τη Φιλοσοφική Σχολή του ίδιου πανεπιστημίου, ενώ περίληψή της δημοσιεύθηκε στην Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής το ίδιο έτος.[1]

Στη διάρκεια του 1921 ο Βρέντε διορίστηκε καθηγητής στη Γερμανική Σχολή Αθηνών ενώ παράλληλα παντρεύτηκε την Γκρέτε Μπάρτελς. Την περίοδο 1924-1926 διετέλεσε διευθυντής της Γερμανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Τον Οκτώβριο του 1926 διορίστηκε επιμελητής στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών (Deutsches Archaologisches Institut Athen, στο εξής: DAI) του οποίου το 1927 έγινε υποδιευθυντής. Το 1928 έλαβε τον τίτλο του υφηγητή από το Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ.[2] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο χάλκινος αθλητής του Λυγουριού του 5ου αιώνα π.Χ. στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Βερολίνου – Αντώνης Ξυπολιάς


 

Στις συλλογές του Αρχαιολογικού Μουσείου του Βερολίνου φυλάσσονται δύο μικρά χάλκινα έργα προερχόμενα από το Λυγουριό, τα οποία αποτελούν σημαντικά τεκμήρια της πρώιμης κλασικής περιόδου. Η παρουσία τους επιβεβαιώνεται και από επιστολή του αρχαιολόγου Martin Maischberger, αναπληρωτή διευθυντή του μουσείου, με ημερομηνία 19 Δεκεμβρίου 2016[1].

Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους κατέχει ένα αγαλμάτιο νεαρού αθλητή, χρονολογούμενο γύρω στο 470 π.Χ. Παρά το μικρό του μέγεθος, αποτελεί σημαντική μαρτυρία για τη μετάβαση από την ύστερη αρχαϊκή στην πρώιμη κλασική γλυπτική. Η μελέτη του έργου συμβάλλει στην κατανόηση της εξέλιξης της αργειακής καλλιτεχνικής παράδοσης και φωτίζει τη διαμόρφωση των αισθητικών αρχών που αργότερα θα συστηματοποιηθούν από τον Πολύκλειτο.

Σύμφωνα με τα αρχεία του μουσείου, τη σχετική βιβλιογραφία[2], αλλά και την σχετική επιστολή της 19 Δεκεμβρίου 2016  τα δύο αντικείμενα εντάχθηκαν στις συλλογές του ως δωρεά του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β’ και προέρχονταν από ιδιωτική συλλογή της Αθήνας. Το πρώτο παριστάνει νεαρό αθλητή που κρατά μικρή σφαίρα στο αριστερό χέρι (Misc. 8089), ενώ το δεύτερο αποτελεί θραύσμα ανδρικής μορφής με σφιγμένη γροθιά, η οποία πιθανότατα απεικόνιζε τον Ηρακλή ή τον Δία (αρ. καταλόγου Misc. 8090).

 

Ο χάλκινος αθλητής του Λυγουριού. Δημοσιεύεται το βιβλίο της Renate Thomas, «Athletenstatuetten der Spätarchaik und des Strengen Stils», Roma, 1981.

 

Η σημασία του αγαλματίου του αθλητή αναγνωρίστηκε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, αμέσως μετά την έκθεσή του στις προθήκες του μουσείου. Το 1890, με αφορμή τη συμπλήρωση πενήντα ετών από την ίδρυση της Αρχαιολογικής Εταιρείας του Βερολίνου, ο Γερμανός αρχαιολόγος και ιστορικός της τέχνης Adol  Furtwängler [Άντολφ Φουρτβένγκλερ] δημοσίευσε ειδική μελέτη με τίτλο Eineargivische  Bronze («Ένα αργειακό χάλκινο έργο»), στην οποία υποστήριξε ότι το αγαλμάτιο αποτελεί σημαντικό πρωτότυπο έργο της ελληνικής γλυπτικής[3]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η δίκη για την δολοφονία του Κυβερνήτη Ι. Α. Καποδίστρια – Διπλωματική Εργασία της Φωτεινής Σταύρου Αλεξανδράκη, Νομική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2022.


 

Εισαγωγή – Τα γεγονότα και τα πρόσωπα στην διαδρομή προς το τέλος – Μία διήγηση της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 – Εξιστορήσεις των σχετικών με την δολοφονία γεγονότων – Η προανακριτική διερεύνηση της δολοφονίας από την στρατιωτική δικαιοσύνη  – Η δίκη για την δολοφονία του Κυβερνήτη και η εκτέλεση του Γ.Μαυρομιχάλη –  Η διακρίβωση της ευθύνης των προσώπων κατά την εξακολούθηση των προανακρίσεων – Επίλογος

Περίληψη

Η εργασία είναι μία παρουσίαση της δικογραφίας που αφορά στην δολοφονία του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια και της δίκης των άμεσα εμπλεκομένων σε αυτήν. Προσεγγίζει την προανακριτική διαδικασία που οδήγησε στην καταδίκη του φυσικού αυτουργού και των συνεργών του από το τακτικό στρατιωτικό συμβούλιο, καθώς και αυτήν που εξακολούθησε, μετά την δικαστική απόφαση, διερευνώντας την πιθανή ευθύνη περισσότερων προσώπων. Στην εργασία θίγονται ακόμη, ορισμένα ζητήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου σχετικά με την απονομή της ποινικής και ιδιαίτερα της στρατιωτικής δικαιοσύνης των αρχών του 19ου αιώνα. Στον βαθμό που είναι απαραίτητο, αποδίδονται, επίσης, περιεκτικά οι ιστορικές συνθήκες της εποχής, τα πρόσωπα και τα γεγονότα στην διαδρομή προς το τέλος του Κυβερνήτη.

 

Εισαγωγή

 

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας έφθασε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828[1], αρχικά στο Ναύπλιο[2] και, αμέσως μετά, στην Αίγινα[3], όπου συνάντησε, πρώτη φορά, τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Στην συνομιλία του με τον λαμπροφορεμένο διάδοχο της επιφανούς οικογένειας, όπως μεταφέρεται στην διήγηση του Γ. Τερτσέτη (1970:257-260) αποδίδοντας μαρτυρία αγνώστου, ο Κυβερνήτης,[4] με την διορατικότητα ίσως, της ωριμότητάς του, διέβλεψε αυτό, που έμελλε να συμβεί. «Ένα μόνο φοβούμαι πολύ…αν πλανεθή ο ελληνισμός σας και σηκωθή σκοτάδι μεταξύ μας, ώστε εσείς να μη διαβάζετε εις την καρδίαν μου, θολωθούν κι εμέ οι οφθαλμοί μου, ποίος ηξεύρη…Τι θα γενούμε;»

Η δολοφονία του την 27η Σεπτεμβρίου 1831, μέσα στην αγωνία της αμφίβολης, ακόμη, ύπαρξης του ελληνικού κράτους και τα ασύμπτωτα πάθη, σφράγισε την εξαίσια ήττα[5] ενός συνεπούς ανθρώπου, αφοσιωμένου έως θανάτου[6].

Τις στιγμές εκείνες, η κατάσταση παρέμενε επικίνδυνα ρευστή για την νεοσύστατη ελληνική πολιτεία. Το ζήτημα της οριστικής και πρόσφορης διευθέτησης των συνόρων της εκκρεμούσε ακόμη[7], η πολιτειακή και διοικητική οργάνωση είχε συναντήσει την δυναμική, και πλέον στασιαστική, αντίδραση των παραδοσιακών παραγόντων και των αντιμάχων διανοουμένων, που προέτασσαν, ειλικρινά ή προσχηματικά, το Σύνταγμα[8]. Όπως έχει επισημανθεί, η επανάσταση δεν είχε ουσιαστικά λήξει, τουλάχιστον στο εσωτερικό της χώρας (Β. Κρεμμυδάς, 1977:218)[9]· η καποδιστριακή περίοδος υπήρξε η τελευταία της φάση (Χ. Λούκος, 2019:61)[10].

Παρότι η διερεύνηση των αιτίων που οδήγησαν στην δολοφονία και των συνθηκών, η αξιολόγηση της σημασίας και των συνεπειών της υπερβαίνουν τις δυνατότητες αυτής της εργασίας, ορισμένες αναφορές θα γίνουν, στον βαθμό που είναι απαραίτητες. Οπωσδήποτε υπήρξε γεγονός πολλαπλά καθοριστικό, επαναφέροντας μέσα στην ελληνική ιστορική διαδρομή, ερωτήματα που δυσκολευόμαστε ή αδυνατούμε ν’ απαντήσουμε.

Η εργασία είναι μία προσέγγιση της δικογραφίας που αφορά την δολοφονία του Κυβερνήτη και της μόνης δίκης που ακολούθησε, αυτής των κατηγορουμένων για την άμεση συμμετοχή στο έγκλημα. Δίκη που, μέσα στο χάος, υπήρξε «το μοναδικό επεισόδιο αξιοπρέπειας και τιμής» (Κ. Γουντχάους, 2020:705), οδηγώντας στην θανατική καταδίκη και την σύντομη εκτέλεση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη. Εκείνος, καθώς αρνιόταν την ενοχή του και υποδείκνυε ως φονέα τον ήδη νεκρό θείο του, δεν υπερασπίστηκε ούτε εξήγησε την πράξη. Δεν το έπραξε ευθέως ούτε στην διαθήκη του, που συνέταξε τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Η προανακριτική διαδικασία συνεχίστηκε και μετά από τη δίκη, επί σχεδόν τέσσερεις μήνες[11], και επεκτάθηκε στην διακρίβωση της πιθανής ευρύτερης συνωμοσίας και της ευθύνης που μπορούσαν να έχουν και άλλα πρόσωπα.

Δεν έχει διασωθεί βέβαια πλήρης η δικογραφία, λανθάνει σημαντικό μέρος του ογκώδους, όπως φαίνεται, προανακριτικού υλικού[12]. Ο Β. Κρεμμυδάς (1977) μελέτησε πρώτος, το σύνολο των διασωζομένων εγγράφων, όχι μόνον όσων περιέχονται στις αρχειακές συλλογές, αλλά και εκείνα της ιδιωτικής συλλογής Β. Διοσκουρίδη[13], η οποία είχε τεθεί στην διάθεσή του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Εμπορική Πανήγυρις» – Η πρώτη λαϊκή αγορά Ναυπλίου επί Καποδίστρια


 

Στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, 19 Απριλίου 1830,  η οποία εκδιδόταν τότε στην Αίγινα, δημοσιεύεται προκήρυξη, του Διοικητή Ναυπλίας, Άργους και Κάτω Ναχαγιέ, Νικολάου Γ. Γερακάρη, η οποία θεσπίζει τη διεξαγωγή εβδομαδιαίας εμποροπανήγυρης (λαϊκής αγοράς) στο Ναύπλιο.

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, πρακτικός άνθρωπος, εμβληματικό υπόδειγμα πνεύματος διεθνούς εμβέλειας, καθιερώνει ένα σημαντικό θεσμό που φέρνει αλλαγές στα συναλλακτικά ήθη, καθώς περιορίζει την  κερδοσκοπία των μεσαζόντων, προς όφελος των πολιτών.

 

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, έτος Ε’, φ. 31, 19.4.1830

 

Έτσι στις 19 Απριλίου 1830, ιδρύεται η πρώτη λαϊκή αγορά («εμπορική πανήγυρις») στην πρωτεύουσα του κράτους, το Ναύπλιο, και συγκεκριμένα στο προάστιο της Πρόνοιας.

Το έγγραφο είναι αξιοσημείωτο εξαιτίας του σκεπτικού της ίδρυσης ενός θεσμού που φέρνει αλλαγές στα συναλλακτικά ήθη. Με τη λειτουργία της αγοράς (στην πλατεία του προαστίου, κάθε Πέμπτη), οι κάτοικοι θα προμηθεύονται «τα προς το ζην αναγκαία από τας πρώτας χείρας των χωρικών, άφθονα, καθαρά, και εις ευθηνίαν» και θα προστατεύονται έτσι από «τα δολιώματα της αισχροκερδείας των  μεταπρατών». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το σπίτι του Σπυρίδωνος Τρικούπη στο Άργος Συμβολές στην ιστορία της Κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής (1828-1833) | Βασίλης Δωροβίνης – Δικηγόρος, Πολιτικός επιστήμονας, Ιστορικός


 

Σ’ αυτό γεννήθηκε, κατά μία άποψη, ο Χαρίλαος Τρικούπης.

Καταρρέει, εγκαταλειμμένο από την Αγροτική Τράπεζα.

Η ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στο έγκριτο Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τ. 66, το 1998.

 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Το 1996 γιορτάστηκε με επισημότητα η επέτειος των εκατό χρόνων από τον θάνατο του Χαρ. Τρικούπη, γεγονός που έγινε αφορμή να οργανωθούν συνέδρια και δύο εκθέσεις στην Αθήνα, αλλά και να δημοσιευθούν σχετικές μελέτες και άρθρα. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, στα άλλα ευρωπαϊκά, τουλάχιστο, κράτη, ελάχιστο ενδιαφέρον εκδηλώθηκε για τις συγκεκριμένες και υλικές μαρτυρίες που συνδέονται με τον πολιτικό αυτόν, ιδιαίτερα μάλιστα για τα σπίτια που είχε οικοδομήσει ο πατέρας του Σπυρίδων Τρικούπης, στην Αίγινα, στο Ναύπλιο και στο Άργος.[1] Προσπάθεια του γράφοντος να προκαλέσει, για το θέμα αυτό, το ενδιαφέρον του υπευθύνου της μιας από τις δύο εκθέσεις δεν ευδοκίμησε. Το φαινόμενο της αδιαφορίας για τις υλικές μαρτυρίες που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με ιστορικά πρόσωπα, τα οποία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη νεότερη Ελλάδα, εκδηλώνεται και εδώ με όλη την έντασή του.

Στο παρόν άρθρο αποφασίσαμε και εκθέτουμε με λεπτομέρειες την ιστορία του σπιτιού του Σπυρ. Τρικούπη στο Άργος, αφού κάνουμε σύντομη αναφορά στα άλλα σπίτια που έκτισε στην Αίγινα και στο Ναύπλιο. Ταυτόχρονα δημοσιεύουμε με πληρότητα μαρτυρίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Χαρ. Τρικούπης γεννήθηκε στο Άργος, το 1830.

Σε πολύ παλαιότερη μελέτη μας, που αποτελεί ατυχώς μέχρι σήμερα και τη μοναδική (και ελλιπή) προσέγγιση της ιστορίας της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής στο Άργος,[2] είχαμε αφιερώσει συντομότατο και ατελές σημείωμα και για το σπίτι του Τρικούπη στην πόλη αυτή, προϊόν γενικότερων ερευνών μας που δεν περατώθηκαν παρά χρόνια αργότερα.

Θεωρώ ότι επιβάλλεται η πληρέστερη και επεξεργασμένη δημοσίευση της ιστορίας αυτού του κτιρίου, για πολλούς λόγους. Πρώτος και κύριος είναι η πλήρης εγκατάλειψή του από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος [σήμερα αποτελεί ιδιοκτησία της Τράπεζας Πειραιώς], τελευταίο ιδιοκτήτη του κτιρίου εδώ και αρκετά, πλέον, χρόνια. Δεύτερος λόγος είναι η επικαιρότητα της επετείου του θανάτου του Χαρ. Τρικούπη. Ο τρίτος λόγος αφορά την ίδια την ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής, θέμα για το οποίο η Αρχαιολογία έχει ήδη φιλοξενήσει σειρά μελετών μας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ομιλία του Αλέκου Παπαδόπουλου στην παρουσίαση βιβλίου «Βιώματα και Εξουσία» του Γιώργου Σταυρόπουλου, Επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την ομιλία του τέως υπουργού κ. Αλέκου Παπαδόπουλου,* που έκανε στην παρουσίαση του βιβλίου «Βιώματα και ΕξουσίαΠροσωπικές μνήμες και σκέψεις για θεσμικές αλλαγές» του Γιώργου Σταυρόπουλου, Επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 11 Μαΐου 2026 στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ, στην Αθήνα. Ήταν μια βραδιά με επίκεντρο τη Δικαιοσύνη, τις θεσμικές παθογένειες και τον δημόσιο λόγο του επίτιμου αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας που επέλεξε να μιλήσει ανοιχτά για την εξουσία, το κράτος δικαίου και την πολιτική ευθύνη.

Την εκδήλωση συντόνισε ο δημοσιογράφος Αντώνης Καρακούσης, ενώ παρενέβησαν, μεταξύ άλλων, ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, ο πρώην πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος, ο πρώην υπουργός Αλέκος Παπαδόπουλος και οι συνταγματολόγοι Γιώργος Σωτηρέλης και Σπύρος Βλαχόπουλος. Οι ομιλητές αναφέρθηκαν στη διαδρομή του Γιώργου Σταυρόπουλου στη Δικαιοσύνη και στη δημόσια ζωή, αλλά και στον προβληματισμό που αναπτύσσει στο βιβλίο του γύρω από τη λειτουργία των θεσμών και τη σχέση Δικαιοσύνης και εκτελεστικής εξουσίας.

Ο Αλέκος Παπαδόπουλος έδωσε πιο αιχμηρό θεσμικό τόνο στη δική του παρέμβαση, επιμένοντας στην ανάγκη προστασίας της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης από πολιτικές επιρροές. Με αφορμή τις αναφορές του βιβλίου, μίλησε, μεταξύ άλλων, για τις «υπόγειες», όπως τις χαρακτήρισε, προσπάθειες επιρροής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από την εκτελεστική εξουσία, ενώ υπογράμμισε ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλοί δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά ως θεσμικοί εγγυητές της δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους.

 

 Η Ομιλία του κ. Αλέκου Παπαδόπουλου

 

«Βιώματα και Εξουσία – Προσωπικές μνήμες και σκέψεις για θεσμικές αλλαγές»

[…] Όλοι, νομίζω, γνωρίζουμε ότι κάθε σοβαρό βιβλίο, σαν αυτό που σήμερα παρουσιάζουμε, αξιολογείται βεβαίως από το περιεχόμενό του. Όταν, όμως, αφορά στο παρόν και στο μέλλον της χώρας κρίνεται, αν είναι χρήσιμο, σε μεγάλο βαθμό, και από το βάρος της υπογραφής του συγγραφέα. Και η υπογραφή του Δικαστή Γιώργου Σταυρόπουλου είναι βαριά και εγγυημένη.

Νιώθω όμως την ανάγκη να ξεκινήσω με μία εξομολόγηση.

Πριν διαβάσω το πρόσφατα δημοσιευμένο βιβλίο με τον τίτλο «Βιώματα και Εξουσία», μου γεννήθηκε κάποια αμφιβολία αν θα ήταν σκόπιμο ο συγγραφέας να επιλέξει και ν’ αναδείξει την μεταπολεμική θεσμική και διοικητική εξέλιξη της χώρας μας συνδυαστικά με τα βιώματά του ως πολίτης και ως διακεκριμένος Ανώτατος Δικαστικός.

Φοβήθηκα, προς στιγμήν, ότι πιθανόν να ελλοχεύει ο κίνδυνος να εκληφθεί από διάφορους κακόβουλους, καθ’ έξιν και κατ’ επάγγελμα «τιμητές της εύκολης κριτικής», ότι το βιβλίο αυτό είναι μια προσπάθεια «συγκεκαλυμμένης αυτοβιογραφίας».

Ήταν λάθος ο αρχικός φόβος μου. Γιατί το βιβλίο αυτό δεν είναι ούτε σύγγραμμα ούτε ιστόρημα που υπακούει σε κανόνες. Είναι η βιωματική καταγραφή μιας πορείας για την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας των θεσμών της ελληνικής πολιτείας. Η όλη πορεία του Γιώργου Σταυρόπουλου ως διακεκριμένου και αδιαμφισβήτητου κύρους δικαστικού λειτουργού, εντός και εκτός Ελλάδος, δεν αφήνει κανένα περιθώριο κριτικής. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου από την οπτική των πολιορκητών | H. Şükrü Ilıcak (Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ)*


 

Καθώς οι προσπάθειες για την καταστολή των εξεγέρσεων στις επαναστατημένες επαρχίες το 1821 με τη χρήση συμβατικών στρατιωτικών μέσων αποδείχθηκαν ατελέσφορες, η Υψηλή Πύλη, αν και με εμφανή απροθυμία, οδηγήθηκε στα τέλη Μαρτίου 1822 στο επώδυνο συμπέρασμα ότι η μόνη ρεαλιστική στρατηγική για την αντιμετώπιση της Ελληνικής Επανάστασης ήταν η ανάθεση της καταστολής της σε Αλβανούς «εργολάβους στρατιωτικών υπηρεσιών».[1]

 

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

 

Όταν τα οθωμανικά στρατεύματα ξεκίνησαν την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου τον Νοέμβριο του 1822, η «σύμβαση έργου» μεταξύ των μερών είχε κλονιστεί, και ήταν πλέον σαφές ‒ τόσο για τους Οθωμανούς αξιωματούχους όσο και για τους ίδιους τους Αλβανούς ‒ ότι η Υψηλή Πύλη βρισκόταν στο έλεος των Αλβανών πολέμαρχων και μισθοφόρων.

Αυτή η εξάρτηση οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι το οθωμανικό κεντρικό κράτος ουσιαστικά δεν διέθετε μόνιμο στρατό, αλλά ούτε και πολλά μέσα για να κινητοποιήσει ή να χρηματοδοτήσει επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις ικανές να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες επαναστάτες. Ο πλούτος των πληροφοριών που παρέχουν οι οθωμανικές αρχειακές πηγές αποτυπώνει με ζωντανό τρόπο ένα κράτος εξαιρετικά αναποτελεσματικό και στα όρια της «αποτυχίας», το οποίο μετά βίας μπορούσε να επιτελέσει τις βασικές του λειτουργίες και εξασκούσε μόνο ονομαστική εξουσία πάνω στο μεγαλύτερο τμήμα της επικρατείας του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ισονομία και Ακριβοδικία στα χρόνια του Καποδίστρια | Θεόδωρος Δεβενές 


 

26 Ιανουαρίου 1828: «Η επίσημος αυτή τελετή ήτο ψυχρά. Πλήθη λαού είχαν προσέλθει έξω του χώρου της εκκλησίας διά να ιδούν πάλιν τον Κυβερνήτην με ολόκληρο το κυβερνητικό συγκρότημα, τα μέλη του οποίου ακολουθούσαν εις την απόστασιν την ορισθείσαν εις το πρόγραμμα, πολλοί αναμένοντες να εκλεγούν διά το Πανελλήνιον έβλεπον εαυτούς έξω του νυμφώνος και η δυσαρέσκειά των εψύχραινε και πολλούς άλλους, και ουδείς στρατιωτικός ή ναυτικός ήτο μεταξύ των επισήμων».[1] (περιγραφή της τελετής ορκωμοσίας του Ιωάννη Καποδίστρια).

 

Α’. Στιγμιότυπα από τις πρώτες ημέρες

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Με την έλευσή του τον Ιανουάριο του 1828, ο Καποδίστριας βρίσκει ελάχιστες από τις επαναστατημένες περιοχές να είναι ακόμη ελεύθερες, αφού οι Οθωμανοί έχουν καταλάβει ξανά τη Ρούμελη και ο Ιμπραήμ είναι κυρίαρχος στην Πελοπόννησο. Εκτός απ’ αυτό, δεν υπάρχει πλέον ούτε ίχνος κοινωνικής οργάνωσης. Δημόσιο ταμείο δεν υπάρχει, η ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα έχει μαραζώσει, σπίτια και δημόσια κτίρια έχουν μετατραπεί σε ερείπια, η παιδεία και η δικαιοσύνη είναι ανύπαρκτες. Και μέσα σ’ αυτόν τον κρανίου τόπο, βαθιά είναι και τα ρήγματα που έχουν προξενήσει οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι.

Αμέσως δρομολογεί εξελίξεις σε όλα τα μέτωπα. Μέχρι τα μέσα Μαρτίου  συγκροτούνται οι δύο πρώτες Χιλιαρχίες, θεσμοθετείται και στελεχώνεται το συμβουλευτικό/γνωμοδοτικό σώμα του Πανελληνίου, συντάσσεται νόμος για την εμπορική ναυτιλία και ιδρύεται η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα. Ακόμη, ελληνικά πολεμικά πλοία σταματούν την τροφοδοσία των Αιγυπτίων της Πελοποννήσου και επιφέρουν καίριο πλήγμα στους πειρατές των Σποράδων. Ταυτόχρονα, καταγράφονται και περιθάλπονται οι πρόσφυγες και οι ορφανές οικογένειες που έχουν συγκεντρωθεί κυρίως στο Ναύπλιο και την Αίγινα.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850). Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Ο Καποδίστριας προσέρχεται χωρίς υπασπιστές και ένοπλη φρουρά, εφαρμόζοντας απόλυτα τις απόψεις που έχει εκφράσει για το θέμα στον Μητροπολίτη Ιγνάτιο της Πίζας,[2] ενώ απορρίπτει την προσφορά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να του παράσχει ένοπλους Μανιάτες για την προστασία του. Έχει μάλιστα ήδη παρατηρήσει και την αρνητική αντίδραση του λαού στη θέα ένοπλης σωματοφυλακής.[3]

Αρνείται να λάβει μισθό[4] και θα επαναλάβει την άρνησή του αυτή στην Δ’ Εθνοσυνέλευση, τον Ιούλιο του 1829, όταν οι εκπρόσωποι του έθνους θα του προτείνουν ετήσια αποζημίωση 180.000 φοινίκων. Διαφαίνεται επίσης άμεσα η πρόθεσή του να τηρήσει ίσες αποστάσεις προς τις προβεβλημένες προσωπικότητες του τόπου, όταν αρνείται να βαφτίσει τον γιο του πολιτικού Γιαννούλη Νάκου, μέλους της τριμελούς Επιτροπής που του παρέδωσε την εξουσία («Αντικυβερνητική Επιτροπή»).[5]

Στις 25 Φεβρουαρίου, ένα μήνα δηλαδή μετά την ορκωμοσία του, αποστέλλει επιστολή προς τους δημογέροντες του Άργους με αυστηρή σύσταση προς τους ίδιους να σταματήσουν την οικονομική εκμετάλλευση των προσφύγων.  Στο περιθώριο της επιστολής έχει γραφτεί ένα ιδιαίτερα αυστηρό ανυπόγραφο μήνυμα προς τους τοπικούς άρχοντες, προειδοποιώντας τους να μην τολμήσουν να πειράξουν αυτούς που προέβησαν στις καταγγελίες («ανοίξετε καλά τα μάτια σας μην τυχόν και πειραχθεί»).[6] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Θερμήσι και το Κάστρο του στην Ιστορία, τις Παραδόσεις και τα Δημοτικά Τραγούδια – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Το Κάστρο της Θερμησίας στην Ερμιονίδα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μεσαιωνικά μνημεία της Ερμιονίδας και υπάγεται στην αρμοδιότητα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας. Εμφανίζεται στις γραπτές πηγές το 1347 ως Trémis στη διαθήκη του Gautier II de Brienne κόμη του Lecce, de jure δούκα των Αθηνών και de facto κυρίου του Άργους και της Ναυπλίας.

Μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς το 1460, το Θερμήσι όπως και άλλες περιοχές, παρέμεινε σε ενετικά χέρια. Το Θερμήσι αναφέρεται σε πολλά έγγραφα των τελών του 15ου αιώνα μαζί με της αλυκές της περιοχής. Το 1537 το κάστρο παραδόθηκε στον Οθωμανό Κασίμ πασά.

 Η θέση του πάνω στον επιβλητικό βράχο ύψους 300 μέτρων του επέτρεπε να προστατεύει τις πολύτιμες αλυκές της περιοχής και να λειτουργεί ως παρατηρητήριο για επιδρομές. Το 1715, οι Ενετοί το ανατίναξαν πριν αποχωρήσουν, ώστε να μην πέσει στα χέρια των Οθωμανών…

 

Δύο παλαιότατες μαρτυρίες που αναφέρονται στο βιβλίο «Acta et Diplomata Craeca medii aevi sacra et profama collecta ediderunt» των Franciscus Miklosich και Josephus Muller με θέμα τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Βενετών και Τούρκων για την καλοτυχία του κάστρου, εμπλουτίζουν τα πενιχρά στοιχεία της ιστορίας της Θερμησίας εκείνων των χρόνων και μαρτυρούν την παραχώρηση του κάστρου από τους Τούρκους στους Βενετούς.[1]

 

Κάστρο Θερμησίας. Φωτογραφία από τον ιστότοπο, «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας». Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Στην πρώτη, με ημερομηνία 17 Μαρτίου 1480, σελ. 3, σημειώνεται:

 

«Του… σουλτάν Μουχαμέτ προς τους ευγενεστάτους άρχωντας και προβεδούρα του Ναυπλίου και της Μωνεμβασία… όταν επηήσαμεν συμφονίαν μετά την εκλαμπροτάτην αυθεντίαν της Βενετήας ή από τον δεσπότην του Μωρέως και εις τον καιρόν τις μάχης ενάρθησαν πάλην εκ της αυθεντίας μου, όλα να στρέφονται προς ημάς. εστέρχθηγουν και από τα δύο μέρη η τιαύτη συμφωνία. Νυν δε τα κάστρι τα λεγώμενα Θερμίς και Βάτηκα και Αμπερτόκαστρο ήταν πρότα εις την εξουσίαν τις αυθεντίας μου, και εις τον καιρόν τις μάχις επάρθησαν αφημών.  καθώς ήνε γνόριμων και φανερόν εις τους πάντες και «ουδέν αντιστράφησαν προς την αυθεντίαν μου, το ληπόν οι χρεοφειλέτε και οι χαρατζάρι της αυθεντίας μου φεύγουν και έρχοντε και κατοικούν εις τα ιρημένα κάστρι και ευγένουσιν και ζημιόνουν τον τόπον μου. επηδίκαι φάλεα της αγάπης μας διαλαμβάνουσιν, ότι να στρέφουντε τα ιριμένα κάστρι προς την αυθεντίαν μου και επιδί ουδέν αντιστράφηκαν να χαλαστούσιν, να ένε χαλαζμένα παντελός δια να μιδέν φεύγουν οι άνθρωποι της αυθεντίας μου…». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το μερίδιο των  Λυγουριατών από τα Λάφυρα της κατάκτησης του Ναυπλίου 1822 – Αντώνης Ξυπολιάς


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση του κ.  Αντώνη Ξυπολιά,  σχετικά με το μερίδιο των  Λυγουριατών από τα Λάφυρα της κατάκτησης του Ναυπλίου 1822, την επέμβαση της Διοίκησης και τη διαμάχη για τα λάφυρα, η οποία δοκίμασε την αλληλεγγύη, την ενότητα και την αξιοπρέπεια της τοπικής κοινωνίας.

 

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Μετά την άλωση του Ναυπλίου το 1822, τα λάφυρα της πολιορκίας κατανεμήθηκαν σε χίλια μερίδια. Από αυτά, τα εκατό αποδόθηκαν στο Εθνικό Ταμείο και τα υπόλοιπα διανεμήθηκαν στους αρχηγούς των στρατιωτικών σωμάτων, ανάλογα με τη δύναμη κάθε σώματος [1].

Μερίδιο έλαβαν και οι Λυγουριάτες, οι οποίοι, με αισθήματα υπερηφάνειας, τα μετέφεραν στο χωριό και τα εμπιστεύθηκαν για φύλαξη στον καπετάνιο τους, τον Δημήτρη Λιάτα [2].

«Ημείς όταν επήραμε τα λάφυρα του Αναπλιού δηλ. την αναλογία μας, τα φέραμε  εις το χωρίον όλη μας η συντροφιά ως είμεθα εις τον ιερόν Αγώνα της πατρίδος και τα βάλαμε εις του καπετάνιου το σπίτι, διά ναν τα μεράσωμεν, να πάρει την αναλογία του ο καθείς και σήμερον-αύριο να μας τα μεράση…»[3].

 

Για δύο και πλέον χρόνια, όσο ο Αγώνας συνεχιζόταν, τα λάφυρα αυτά συμβόλιζαν την κοινή προσπάθεια, την αλληλεγγύη και την ενότητα της τοπικής κοινωνίας, καθώς και τη συμμετοχή της σε μια περήφανη νίκη.

 

Η στρατιωτική κινητοποίηση του 1825 και το Μανιάκι

 

Τον Απρίλιο του 1825, εν μέσω της εισβολής του Ιμπραήμ πασά, η επαναστατική Διοίκηση ζήτησε από το Λυγουριό να συνεισφέρει 30 ενόπλους [4] – έναν εντυπωσιακό αριθμό για ένα χωριό μόλις 40 οικογενειών – υπό τον καπετάν Μητρολιάτα[5]. Η διαταγή όριζε ότι έπρεπε να ενσωματωθούν στην επαρχιακή δύναμη Ναυπλίου και να κινήσουν άμεσα με κατεύθυνση την  Μεσσηνία[6], όπου οι δυνάμεις του Ιμπραήμ πασά πολιορκούσαν το σημαντικό Νεόκαστρο[7].

Στις 20 Μαΐου 1825, στη μάχη του Μανιακίου, ο καπετάνιος και δώδεκα ακόμη Λυγουριάτες σκοτώθηκαν πολεμώντας υπό τον Παπαφλέσσα[8].

 

Η μάχη στο Μανιάκι

 

Η απώλεια συγκλόνισε την κοινότητα: η χήρα του καπετάνιου «εζουρλάθη διά  λύπην του άνδρός της», ένα παιδί της «εδαιμονίσθη» και τα άλλα δύο ασθένησαν[9].

Το χωριό βυθίστηκε σε συλλογικό πένθος. Όμως νέα διαταγή του Επαρχείου Ναυπλίου υπ.αρ. 495 /9 Ιουνίου 1825 διέταζε τη δημογεροντία Λυγουριού: «Κατά την Σ. Διαταγήν της Διοικήσεως όλοι οι φέροντες όπλα αναμεταξύ 24 ωρών να εισβάλωσι κατά του εχθρού του επαπειλούντος την Πατρίδα, χωρίς εξαίρεση πολιτικών και πολεμικών»[10].

Οικογένειες  βουτηγμένες στο πένθος για την πρόσφατη θυσία των παιδιών τους στα βουνά της Μεσσηνίας  έπρεπε, μέσα σε λίγες μόνο μέρες, να κατευοδώσουν και τ’ άλλα τους παιδιά, που έπαιρναν τον δρόμο προς το μέτωπο του πολέμου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »