Ο μεσαιωνικός θρήνος της Αθήνας και η σχέση του με το Λυγουριό – Αντώνης Ξυπολιάς
Το 1881 στην Βιβλιοθήκη της Πετρούπολης στη Ρωσία, βρέθηκε από τον ομογενή καθηγητή Γαβριήλ Δεστούνη[1], ένα έμμετρο ελληνικό κείμενο με αναφορά σε [αχρονολόγητη] καταστροφή της Αθήνας από τους Τούρκους, που είχε τον τίτλο «περί της αναλώσεως και της αιχμαλωσίας ή γέγονεν υπό Περσών εις Αττικήν Αθήνα».[2] Στην συνέχεια, το θρηνητικό αυτό χρονικό των εξήντα εννέα στίχων, διχογνώμησε τους ιστορικούς της Αθήνας, οι οποίοι κατέθεσαν διαφορετικές απόψεις τόσο για τον χρόνο της καταστροφής της πόλης, όσο και για τους δύο «ακανθώδεις» στίχους του: «Αρχήν αιχμαλωτίσασιν Λεγουρικού το μέρος/ δεύτερον τρίτον ήλθασι εις τον αυτόν τον τόπον» [17ο/18 στίχος] και «εκόψασιν τους πόδας μου ήγουν τα Λεγουρία» [40ος στίχος].
Ένας τόπος με όνομα γνώριμο στην κοινωνία της Αθήνας «Λεγουρικό» που καταστράφηκε πριν από την πόλη, ενέπνευσε τον στιχουργό του 15ου αι., διχογνώμησε όμως τους ιστορικούς τον 20ον αι., αν ήταν ή όχι το Λυγουριό[3].
Ο ίδιος ο Δεστούνης που δημοσίευσε το μεσαιωνικό χρονογραφικό ποίημα, στο Δελτίο της Ιστορικοφιλολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πετρούπολης θεώρησε ως χρόνο εισβολής και καταστροφής της Αθήνας το 1456 και έγραφε ότι «Λεγουρικού το μέρος» είναι «το παλαιό και νέο Λυγουριό της Επιδαύρου»[4].
Τον ίδιο χρόνο -1881- και ο καθηγητής Σπυρίδωνας Λάμπρος το δημοσίευσε στην Φιλολογική Εβδομαδιαία Επιθεώρηση του Βερολίνου και στο περιοδικό Παρνασσός[5], όπου έκρινε ως πιθανή ημερομηνία καταστροφής της Αθήνας το 1460, όταν οι Τούρκοι κατέστρεψαν πελοποννησιακές πόλεις και στην συνέχεια εισέβαλαν στην Αθήνα. Έγραφε ότι «Λεγουρικόν» είναι το Λυγουριό, αλλά ο στιχουργός εννοούσε με αυτό όλη την Αργολίδα. Το μέρος δηλ. αντί του όλου, κάτι που του έμοιαζε ακατανόητο.[6] Το 1889 ο Γερμανός Φερδινάνδος Γρηγορόβιος, διατύπωσε την πεποίθηση του ότι πρόκειται περί της εισβολής των Τούρκων στην Αθήνα την 4 Ιουνίου 1456, οι οποίοι πολιόρκησαν στην συνέχεια την Ακρόπολη[7].
Τον ίδιο χρόνο -1889- ο Δ. Καμπούρογλου, δέχτηκε επίσης ότι η καταστροφή της Αθήνας έγινε το 1456, αλλά με την έκφραση Λιγουρικό, δεν είναι το «άσημο Λυγουριό», αλλά κάποιος τόπος της Αττικής ή της Βοιωτίας που έφερε το όνομα αυτό «ώς άνήκοντος είς αύθέντην έκ Λιγουρίας» αλλά το τοπωνύμιο δεν διατηρήθηκε στην συνέχεια[8].
Το 1894 ο Γ. Κωνσταντινίδης δέχτηκε επίσης ότι πρόκειται για την επίθεση του 1456[9], ενώ το 1900 ο Γερμανός Κρουμπάχερ καθόρισε ως χρόνο αναφοράς του Θρήνου το 1458, όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν και την Ακρόπολη, μετά από δίχρονη πολιορκία[10].
Το 1902 ο Θεμ. Φιλαδελφεύς έγραφε ότι τα γεγονότα της καταστροφής έγιναν το 1397[11]. Τότε οι Τούρκοι κατέστρεψαν το Άργος και την Αργολίδα πήραν 14000[12] αιχμαλώτους [για άλλους ιστορικούς ήταν 30000[13]] και αποχώρησαν. Ο ιστορικός ερμήνευσε ότι ο Θρήνος εννοούσε ως «κεφαλή» της Αθήνας την Κωνσταντινούπολη ενώ με τον στίχο «εκόψασιν τους πόδας μου ήγουν τα Λεγουρία», ως πόδια της Αθήνας την Αργολίδα[14]. Ερμηνεία όμως που κρίθηκε ως «απίθανη» από τον Σπ. Λάμπρου[15] και «τερατούργημα» από τον Φ. Κουκουλέ[16].
Το 1905 ο Σπ. Λάμπρος στον Νέον Ελληνομνήμονα[17] ισχυρίστηκε ότι στο χειρόγραφο και στον στίχο «Εκόψασιν τους πόδας μου ήγουν τα Λεγουρία» ο δίφθογγος -ου- έχει τοποθετηθεί πάνω από την γραμμή της λέξης, έτσι που κάποιος μπορεί να το διαβάσει Λεγουρία και Λεουγρία. Έτσι ο Λάμπρος συμπέρανε ότι Λεγουρία δεν είναι το Λυγουριό αλλά τα ελαιουργεία της Αθήνας, τα οποία κατέστρεψαν οι εισβολείς[18]. Τον ίδιο χρόνο, ο ίδιος στις «Μικτές Σελίδες», επανέλαβε όμως ότι «Λεγουρικόν» είναι το Λυγουριό, αλλά ο στιχουργός εννοούσε με αυτό όλη την Αργολίδα, κάτι που δεν είναι κατανοητό επαναλάμβανε ο καθηγητής Σπ. Λάμπρος[19].
Το 1909 ο Ουίλιαμ Μύλλερ στην «Φραγκοκρατία στην Ελλάδα»[20] δεν πήρε θέση ως προς τον χρόνο, σημείωνε όμως ότι Λεγουρικού το μέρος είναι το Λυγουριό, ενώ ο στίχος «εκοψασιν τους πόδας μου ήγουν τα Λεγουρία» υπαινίσσεται τα χρόνια που η Αργολίδα ήταν τότε τμήμα [εξάρτημα] του Δουκάτου της Αθήνας[21]. Το 1916 ο Φ. Κουκουλές επέκτεινε την σκέψη του Λάμπρου περί Ελαιουργείων και στην φράση «Λεγουρικού το μέρος» και περιέγραψε ότι οι Τούρκοι, «εισέβαλαν προ της άλωσης των Αθηνών στα περίχωρα της, τα οποία ερήμωσαν, τους ανθρώπους εφόνευσαν και εξηνδραπόδισαν, την χώρα εδενδροτόμησαν». Έτσι Λεγουρικού το μέρος το ερμήνευσε ως το Ελαιογυρικό [όπου ελαιογύρειο =ο ελαιώνας][22].
Ο Καμπούρογλου γι’ αυτή την άποψη του Κουκουλέ έγραφε, ότι οι γλωσσικοί τύποι ελαιογύρειο, ελαιουργείο μπορεί να ήταν σε χρήση σε άλλες περιοχές της Ελλάδος, δεν ήταν όμως στην Αθήνα[23]. Στην εργασία του Τοπωνυμιακά Παράδοξα 1920, έγραφε ότι πουθενά δεν συνάντησε στην Αθήνα αυτές τις εκφράσεις, αλλά μόνο «ληατρίβια και ληοτρίβια»[24]. Στην ίδια εργασία ο Καμπούρογλου αναφέρει ότι δεν έχει δοθεί προσοχή στην επιγραφή της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου «κείται εις τόπον λεγόμενον Λεγουρίο [Λεγουρικόν το μέρος δηλαδή]»[25].
Στην συνέχεια το 1928 ο ίδιος στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ 15 Σεπτεμβρίου, κατέθετε την απορία του πως μπόρεσε ο στιχουργός να μνημονεύσει ένα άσημο χωριό της Επιδαύρου και μάλιστα να εννοεί με αυτό ολόκληρη την Αργολίδα[26]. Όμως το 1934 ο ίδιος ο Καμπούρογλου κατέληξε, ότι η περιγραφόμενη καταστροφή της Αθήνας έγινε επί των Σαρακηνών πειρατών τον 9ον-10ον αι., όπου μάλιστα έγραφε ότι οι Σαρακηνοί το 896 κατέστρεψαν αρχικά το Λυγουριό, τα παράλια της Επιδαύρου, την Αίγινα και στην συνέχεια την Αθήνα, τα ελαιουργεία και τα περίχωρα της[27]. Άποψη όμως που δεν έγινε αποδεκτή από τον Αμερικανό ιστορικό K.M. Setton[28]. Από αυτό τον κύκλο των διαφορετικών ιστορικών απόψεων, διατηρήθηκε αυτή του Φ. Κουκουλέ ότι Λεγουρικό το μέρος είναι το ελαιογύρειο[29] και το τοπωνύμιο Λυγουριό έχει την ρίζα της προέλευσης από τον ελαιώνα του. Οι πηγές κάνουν όμως αναφορά σε κάποια τεκμήρια της δεκαετίας του 1450, που έχουν σχέση με το κάστρο -την ιστορία- του Λυγουριού και έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Στοιχειά της δεκαετίας 1450 με αναφορά και το Λυγουριό
Τα μεσαιωνικά χρόνια το Λυγουριό ανήκε στην Κορινθία την ιστορική μοίρα της οποίας και ακολούθησε[30],και τον 13-14ον αιώνα ήταν ένα από τα εννέα ισχυρότερα κάστρα που συγκροτούσαν την Καστελλανία της[31]. Τον 15ον αιώνα η Κορινθία πέρασε στην κυριότητα του δεσποτάτου του Μυστρά και δέχτηκε όλα τα κύματα των εισβολέων Τούρκων με σφαγές και αιχμαλωσίες του πληθυσμού της[32], ιδιαίτερα την δεκαετία του 1450. Αντίθετα απρόσβλητη έμεινε από τις εισβολές αυτές η υπόλοιπη βενετοκρατούμενη Αργολίδα[33] [Άργος, Ναύπλιο, Θερμησία].
Την δεκαετία του 1450 διοικητής του κάστρου του Λυγουριού ήταν ο Ιωάννης Σπανιόλο[34], ένας καταλανός, απόγονος φέουδου της Αθήνας[35]. Αυτός ο καταλανός διοικητής Λυγουριού κλπ. βρέθηκε τον Αύγουστο του 1452 στην Ιταλία, ως αποσταλμένος του Κ. Καντακουζηνού[36] για διαπραγματεύσεις με τον βασιλιά της Αραγωνίας και των δύο Σικελιών Αλφόνσο Ε’ τον Μεγάθυμο[37]. Ο ιστορικός Cerone υποθέτει ότι οι συνομιλίες του Σπανιόλο αποτελούσαν μέρος των δραστηριοτήτων κατασκοπείας που είχε οργανώσει ο Αραγώνας μονάρχης[38].
Η αποστολή του ως πρεσβευτής, δηλώνει ότι ο άρχοντας του Λυγουριού δεν ήταν απλώς ένας τοπικός διοικητής, αλλά πρόσωπο εμπιστοσύνης και πολιτικού βάρους σε επαφές με ξένες δυνάμεις, με διπλωματική επάρκεια και μόρφωση. Την ίδια περίοδο ο Σπανιόλο ήταν διοικητής και στα κάστρα του Φαναριού και του Δαμαλά[39].
Οι ιστορικές πηγές δεν φωτίζουν τον λόγο που ο καταλανός βρέθηκε άρχοντας στα τρία πλησιόχωρα κάστρα, που έλεγχαν τα παράλια δυτικά της Αίγινας, την κρίσιμη εκείνη περίοδο, ούτε ήταν συνήθης η διοίκηση τριών κάστρων από έναν ηγεμόνα. Είναι όμως γνωστό ότι το Δεσποτάτο διόριζε διοικητές και παραχωρούσε φέουδα για να εξασφαλίσει την συνεργασία και υποστήριξη ορισμένων αρχόντων στον Μοριά[40]. Ενώ την ίδια περίοδο ο βασιλιάς της Αραγωνίας και Σικελίας Αλφόνσο Ε’ που υπέγραφε ως Δούκας Αθήνας και Νεων Πατρών[41] αξίωνε την απόδοση τίτλων σε καταλανούς[42] και επηρέαζε τις εξελίξεις στον Μοριά[43].
Εντύπωση προκαλεί η παρουσία του Σπανιόλο στην περίπτωση του κάστρου στο Φανάρι[44], το οποίο ενώ είχε δοθεί τον Ιούλιο του 1449 με χρυσόβουλο του Κωνσταντίνου ΙΑ ως πρόνοια στα παιδιά του Πλήθωνα Γεμιστού, και με αργυρόβουλο το 1451 του αδελφού του δεσπότη Δημητρίου [Παλαιολόγου], αυτή ακυρώθηκε και η περιοχή παραχωρήθηκε στον Ιω. Σπανιόλο.
Το καλοκαίρι του 1454 ένας έμπιστος καστελλάνος, πρεσβευτής του Αλφόνσο Ε’[45] έφτασε στην Κόρινθο και πήρε πληροφορίες για τις αμυντικές υποδομές, αλλά και τα κάστρα της περιοχής τόσο στις ακτές όσο και στην ενδοχώρα.[46] Κάτι που δείχνει ότι η Κόρινθος και τα κάστρα της τελούσαν υπό το ενδιαφέρον του Αλφόνσο Ε’, ο οποίος έφερε και τον τίτλο του κυρίου της Καστελλανίας Κορίνθου «Corinthi ac totius castellaniae dοminus»[47].
Σε αυτή την διπλωματική κινητικότητα και την σύνθετη εξωτερική πολιτική που εκτυλισσόταν την ώρα που οι Οθωμανοί προέλαυναν, ο καταλανός άρχοντας του Λυγουριού – με καταγωγή από την Αθήνα – είχε έντονη δράση και συμμετοχή. Στενά συνδεδεμένος με τους Παλαιολόγους, φέρεται να ήταν από τους πρώτους που εφάρμοσε το 1453, τα έκτακτα και σκληρά φορολογικά μέτρα, που επέβαλαν οι δεσπότες του Μυστρά[48]. Τα μέτρα αυτά ξεσήκωσαν τους κατοίκους της υπαίθρου στο Δεσποτάτο, με αρχή – και με βάση τις πηγές- που έγινε στο Λυγουριό[49],το Δαμαλά,το Φανάρι και το Μούχλι [ερειπωμένος τόπος σήμερα έξω από την Τρίπολη]και στη συνέχεια απλώθηκε σε όλη την Πελοπόννησο.
Για την αντιμετώπιση των επαναστατών οι δεσπότες του Μυστρά προσκάλεσαν τον Τούρκικο στρατό[50] για την καταστολή της εξέγερσης. Στις επιθέσεις των Τούρκων περιγράφεται η φυγή των κατοίκων σε απόκρυμνα βουνά, όπου με χρήση ξύλινης σκάλας, ξύλινων γεφυριών [ένα είδος ανεμόσκαλας] εκβάθυνση χαράδρων προσπαθούσαν να δημιουργήσουν ασφαλή καταφύγια[51].
Σε δύο χρόνια οι Τούρκοι έφυγαν από την Πελοπόννησο[52] και το καλοκαίρι του 1456 εισέβαλαν στην Αθήνα[53], ενώ κάτοικοι της Αθήνας από τον φόβο των Αγαρηνών κατέφυγαν στο Αγκίστρι, την Αίγινα[54] και στα απέναντι παράλια.
Την 12 Οκτωβρίου 1456, ο διοικητής της πολιορκημένης Ακρόπολης και κάτοικοι της Αθήνας ζήτησαν την προστασία της Βενετίας, σε ένα αίτημα που κατατέθηκε στις βενετικές αρχές της Εύβοιας[55]. Την ίδια όμως ημέρα στις ίδιες βενετικές αρχές της Εύβοιας υπέβαλαν ίδιο αίτημα προς την Βενετία και τέσσερα κάστρα /περιοχές της Πελοποννήσου: το Μούχλι, ο Δαμαλάς, το Φανάρι και το Λυγουριό[56]. Οι ίδιες περιοχές που πρώτες αντέδρασαν στα φορολογικά μέτρα του 1453, ήταν αυτές που στράφηκαν το 1456 προς την Βενετία[57].
Ο Μύλλερ στην Φραγκοκρατία[58] γράφει ότι εκτός από τους άρχοντες των τεσσάρων αυτών κάστρων/ περιοχών που απευθύνθηκαν στην Βενετία, οι άλλοι «άρχοντες απόγονοι των παλαιών Μοραΐτικων οικογενειών δεν δίστασαν να αναγνωρίσουν ως ηγεμόνα τον Μωάμεθ, ως αυθέντην στον Μοριά, με τον όρο να μην αφαιρέσει τις κτήσεις τους και να μην ζητάει από τα παιδιά τους το φόρο αίματος». Η υποβολή συντονισμένων αιτημάτων προστασίας προς τη Βενετία, αποκαλύπτει την ύπαρξη σχέσεων, επικοινωνίας και συνεννόησης ανάμεσα στους τοπικούς άρχοντες των περιοχών αυτών, με την Αθήνα.
Ο άρχοντας Λυγουριού, Δαμαλά, Φαναρίου είχε καταγωγή από Αθήνα. Ο άρχοντας του Μουχλίου, από την άλλη, εμφανίζεται συγγενής του Δημητρίου Παλαιολόγου, δεσπότη του Μορέως, και ταυτόχρονα πεθερός του Φιορεντίνου ηγεμόνα της Αθήνας. Το γεγονός αυτό δείχνει την έντονη δικτύωση μεταξύ των εναπομεινάντων βυζαντινών και των δυτικών ηγεμόνων, καθώς και τη χρήση γάμων ως πολιτικό εργαλείο εδραίωσης εξουσίας και επιρροής. Προσωπικές σχέσεις που έπαιζαν κρίσιμο ρόλο σε μια εποχή αστάθειας, όπου η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από την παρουσία πολλών διαφορετικών εξουσιαστικών πόλων: Παλαιολόγων, Βενετών, Φράγκων, Οθωμανών.
Την 12 Νοεμβρίου 1456 η Σύγκλητος της Βενετίας αποφάνθηκε με επιφύλαξη, για το αίτημα της Αθήνας[59],ενώ για το Μούχλι «δεν απέκρουσεν γενικώς την πρότασην»[60]. Για το κάστρο όμως του Λυγουριού και των δύο άλλων πλησιόχωρων, η Γερουσία έγραφε στις αρχές της Εύβοιας: «Επιθυμούμε και σας διατάζουμε να συνεχίσετε να εργάζεστε με καλούς τρόπους, δίνοντας θετικά μηνύματα στις τρεις περιοχές που βρίσκονται κοντά στον κόλπο της Αίγινας, δίνοντας τους ελπίδα ότι σύντομα θα έχουν καλά νέα από τη Βενετία που θα τους ευχαριστήσουν»[61].
Με δεδομένη την κυριαρχία των Βενετών στην Αίγινα ήταν φυσικό να ήθελε και τον έλεγχο των απέναντι παράκτιων κάστρων και τον έλεγχο του θαλάσσιου δρόμου που συνέδεε την Πελοπόννησο με την Αττική[62]. Η εισβολή των βενετών στα ενδότερα του δεσποτάτου για την εξασφάλιση των εμπορικών λιμανιών είναι εμφανής[63]. Η απόφαση της βενετικής Γερουσίας πιστοποιεί την σημασία των συγκεκριμένων κάστρων/περιοχών. Σε επιστολές δε της 17 Νοεμβρίου 1465 του βενετού διοικητή Πελοποννήσου στον πρίγκιπα της Βενετίας[64] και της 18 Ιουλίου 1466 της Γερουσίας στον γενικό τους ναύαρχο Αιγαίου[65], κλπ., επισημαίνεται ιδιαίτερα η σημαντικότητα και φήμη του κάστρου του Λυγουριού. Απόψεις που είναι όμως διαμετρικά αντίθετες με την απορία που κατατέθηκε τον 20ου αι. για το «πώς μπόρεσε ο στιχουργός του Θρήνου της Αθήνας να μνημονεύει το Λυγουριό, ένα άσημο χωριό της Επιδαύρου».
Τον Μάιο του 1458 ο στρατός του Μωάμεθ Β’ πέρασε χωρίς αντίσταση τον Ισθμό και στην Κορινθιακή ενδοχώρα και λεηλάτησε τα περιφερειακά κάστρα της και χωριά, όπου καταγράφονται ακραία και φρικτά βασανιστήρια που υπέστησαν οι κάτοικοι[66]. Και οι πηγές γράφουν: «Έτος του Χριστού αυνζ’ επήραν – οι Τούρκοι – την Κόρινθο και την Καστελανία»[67], ενώ έποικοι κάτοικοι της υπαίθρου, από τον φόβο των Αγαρηνών, βρήκαν καταφύγιο στα έρημα τότε νησιά της Ύδρας και του Πόρου[68].
Ο ιστορικός Λαόνικος Χαλκοκονδύλης [1430-1490]γράφει ότι ο Μωάμεθ ο Πορθητής σχεδίαζε να εκστρατεύσει στην οχυρωμένη Επίδαυρο,όπου είχε καταφύγει ο ένας από τους δύο δεσπότες (ο Δημήτριος). Σκοπός του ήταν να καταλάβει την πόλη δείχνοντας στρατηγικό ενδιαφέρον και προσωπικό πάθος για την Επίδαυρο, πιθανόν λόγω της φυσικής της οχύρωσης και της πολιτικής της σημασίας [69]. Στην συνέχεια οι Τούρκοι αποχώρησαν από τον Μοριά και εισέβαλαν στην Αθήνα [δεύτερη φορά]. Δύο χρόνια μετά [1460], ο Μωάμεθ επανήλθε για να καταστρέψει ότι είχε απομείνει στον Μοριά και στη συνέχεια – τρίτη φορά – εισέβαλαν στην συνέχεια στην Αθήνα. Γεγονότα που επιβεβαιώνουν οι στίχοι του μεσαιωνικού Θρήνου της Αθήνας. «Αρχήν αιχμαλωτίσασιν Λεγουρικού το μέρος / δεύτερον τρίτον ήλθασι εις τον αυτόν τον τόπον»[17ο/18 στίχος]. Ο στιχουργός επηρεασμένος από ότι προηγήθηκε αρχικά στον γνώριμο τόπο με το όνομα Λεγουρικού το μέρος, συνέχισε την περιγραφή της καταστροφής στην Αθήνα.
Υποσημειώσεις
[1] Λάμπρος Σπυρ. Νέος Ελληνομνήμονας υπ. αρ.2., 1905, Σύμμικτα, Τα Λεγούρια, σελ.237 κ.ε, εφημερίς ΕΣΤΙΑ 12-1-86, 14, Ιουλίου 28, αρ.φ.12180.
[2] Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ 14 και 24 Ιουλίου 1928.
[3] Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ αρ.φ.12182, 17 Ιουλίου 1928.
[4] Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ αρ.φ.12182, 17 Ιουλίου 1928.
[5] Λάμπρος Σπυρ., «Περί των πηγών της Αθηναϊκής Ιστορίας», περιοδικό Παρνασσός τ. Ε. 1881 σελ.250 κ.ε., Εφημ. ΕΣΤΙΑ ΑΡ.Φ.12186, 21.7.1828.
[6] Την δεκαετία 1450 [1452,1454,1458,1460] οι Τούρκοι κατέστρεψαν πόλεις και χωριά της Πελοποννήσου, αλλά όχι της Αργολίδος, που ήταν στην κυριότητα των Βενετών. Βλ. και Σκουλάτος Βασ.: 1449-1463: «Πελοπόννησος – Άργος, Το τέλος ενός Ελληνικού ονείρου», 23 Μαΐου, 2011 από Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού. Αντίθετα το Λυγουριό, από την εποχή των Ρωμαίων και μέχρι το 1593 το Λυγουριό, καθώς και ένα μέρος της Β.Α Αργολίδος ανήκε στην Κορινθία.
[7] Γρηγορόβιος Φερδινανδ. Ιστορία της πόλεως Αθηνών, 1889 Στουτγάρδη, μετφρ. Λάμπρου Σπ. [1904], εφημ. ΕΣΤΙΑ 21/7/28.
[8] Καμπούρογλου Δημ., Ιστορία των Αθηνων-Τουρκοκρατία 1458-1687, Αθήνα 1889, τ. Α σελ.151 και εφημ. ΕΣΤΙΑ ΑΡ.Φ.12186, 21.7.1918.
[9] Κωνσταντινίδης Γεωρ., Ιστορία των Αθηνών από Χριστού γεννήσεως μέχρι του έτους 1821, Αθήνα 2000 σ. 392 ,εφημ. ΕΣΤΙΑ 21.7.1928.
[10] Κρουμπάχερ Καρλ, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, μετφρ. Γεώργιος Σωτηρίου, Αθήναι Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου 1900 τ. Γ ,ΕΣΤΙΑ 21/7/28.
[11] Φιλαδελφεύς Θ., Ιστορία των Αθηνών επι Τουρκοκρατίας ,Τ. Α σελ. 132 κ.ε Τύποις Π.Δ. Σακκελαρίου, Αθήναι 1902 ,σελ. 132 κ.ε.
[12] Χρονικόν Σύντομον, Σπ. Λάμπρου, Αθήναι 1900, σελ. 2, Τζαβάρα Αγγελική, Η οργάνωση της διοίκησης και της άμυνας του Άργους κατά την πρώτη Βενετοκρατία. Atti dell’incontro scientifico internazionale: Venezia-Argos. Segni della presenza veneziana ad Argos e nella sua regione (Argos, 11 ottobre 2008), Athènes-Venise 2010, /Κουμανούδη Μαρινα Η κατάσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους στα τέλη του 14ου Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης Βενετία – Άργος: Σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και την περιοχή του, Άργος, Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008, επιμ. Χρύσα Μαλτέζου – Αγγελική Πανοπούλου, Βενετία 2010.
[13] Άμαντος Κων., Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων, από του ενδεκάτου αιώνος μέχρι το 1812, τομ. Α. 1071-1571, Αθήναι 1955, σελ.84.
[14] Φιλαδελφεύς Θ., Ιστορία των Αθηνών επί Τουρκοκρατίας ,Τ. Α σελ. 132, κ.ε Τύποις Π.Δ. Σακκελαρίου, Αθήναι 1902 ,σελ.132 κ.ε.
[15] Λάμπρου Σπυρ., Μικταί Σελίδες, τυπ. Π. Δ. Σακελλαρίου Αθήναι 1905, σελ. 530, σημείωση.
[16] Καμπούρογλου Δημ., Η άλωση των Αθηνών υπό των Σαρακηνών,1934-1935, σελ.116.
[17] Λάμπρος Σπυρ., Νέος Ελληνομνήμονας υπ.αρ.2.,1905, ΣΥΜΜΙΚΤΑ, Τα Λεγούρια, σελ.237 κ.ε. ,εφημερίδα ΕΣΤΙΑ 12186 21.7.28.
[18] Τον Ύστερο μεσαίωνα τα ελαιοτριβεία ήταν παραλλαγές του ρωμαϊκού τραπητή. Ήταν πέτρινες λεκάνες που είχαν ένα πέτρινο εξόγκωμα στο κέντρο. Εκεί τοποθετούσαν σε κατάλληλη υποδομή έναν άξονα στήριξης δύο πέτρινων μυλόπετρων σε σχήμα ημισφαίριο. Αυτή η μικρή πέτρινη υποδομή κινείτο με ζωική δύναμη. Οι δύο μυλόπετρες σε επαφή με την εσωτερική επιφάνεια της λεκάνης έσπαζαν τον καρπό της ελιάς δημιουργώντας μια πάστα από τον σπασμένο καρπό και τον φλοιό του. Από αυτή την πάστα από σπασμένο καρπό και πυρήνα, με ζεστό νερό έδινε το λάδι που ήταν χαμηλής ποιότητας. Πέτρινα τέτοια λιτρίβια σώζονται ακόμη σε τράφους του Λυγουριού και των γύρω χωριών.
[19] Λάμπρου Σπυρ., Μικταί Σελίδες τυπ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήναι 1905.
[20] Μίλλερ Ουιλ., Ιστορία της Φραγκοκκρατίας εν Ελλάδι 1204-1566, μεταφρ. Σπ. Λάμπρου, Ελληνική εκδοτική εταιρεία, Αθήναι 1909.τ.Β. σελ.39,40.
[21] Το Λυγουριό δεν ανήκε στο τμήμα του Δουκάτου της Αθήνας, που περιελάμβανε το Άργος, Ναύπλιο, Κιβέρι, Θερμησία, αλλά ανήκε στην Καστελλανία της Κορίνθου και στα σύνορα με το Δουκάτο. Ήταν το νοτιότερο κάστρο της Καστελλανίας, στην μεθόριο με το τμήμα της Αργολίδας στο Δουκάτο. Αυτό συμπεραίνεται και από τον πίνακα των κάστρων της Καστελλανίας το 1364, αλλά και αναφορές H.N.Finley Corinth in the Middle Ages: //Speculum vol. VII Oct.1932 N.4 σ.489, Rodd R.The princes of Achaia and the Cronicles of Morea t.II σελ.291.
[22] Κουκουλέ Φαιδ. (στο Φιλολογικό Περιοδικό «Αθηνά» τόμ. 27 [1915], σελ. 159 κ.εξ.). Ο Θρήνος de o στίχος 51 κ.ε. περιγράφει τις συνθήκες των ελαιοδένδρων στα περίχωρα της Αθήνας, μετά την τουρκική εισβολή. Περιγράφονται πλούσια, όμορφα, ακμαία, γεμάτα ωραίο καρπό, «Δένδρη μου πανωραία και τις να σας αρδεύση /Τις να ραβδίση τον καρπόν ωραίον τον εδικόν σας;…».
[23] Καμπούρογλου Δημ., Τοπωνυμικά Παράδοξα, Εκδόσεις Ι. Κολλαρος 1920 σελ.80 και εφ.ΕΣΤΙΑ 21.7.28
[24] Καμπούρογλου Δημ., Τοπωνυμικά Παράδοξα, 1920 σελ.81 και εφ. ΕΣΤΙΑ 21.7.28
[25] Καμπούρογλου Δημ., Τοπωνυμικά Παράδοξα ,σελ.80
[26] Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ 15.9.28
[27] Καμπούρογλου Δημ., Η Άλωση των Αθηνών υπό των Σαρακηνών, Αθήναι 1934/1935 σελ.169 και Κ. Καιροφύλλας, Ιστορία των Αθηνών υπό τους Βυζαντινούς και Φράγκους, σελ.26.
[28] Setton K.M., On the Raids of the Moslems in the Aegean in the 9th and 10th centuries and their alleged Occupation of Athens Αμερικανική Εφημερίδα της Αρχαιολογίας Τόμος 58, Τεύχος 4 (Οκτ., 1954), σ. 311-319, AJA, LVIII [1954], 315.
[29] Κουκουλέ Φαιδ,. (στο Φιλολογικό Περιοδικό «Αθηνά» τόμ. 27 [1915], σελ. 159 κ.εξ.), Συμεωνίδη Χαραλ., «Ετυμολογικό Λεξικό των ελληνικών οικωνυμίων» (Λευκωσία /Θεσσαλονίκη 2010).
[30] Κορδώση Mιχ., Συμβολή στην ιστορία και τοπογραφία της περιοχής Κορίνθου στους μέσους χρόνους, Αθήναι σελ.33.
[31] Longnon J.–Topping P.Documents sur la regime des terres dans la principaute de Moree au XIV siècle, Παρισι 1969,σελ.176,177,181, Κορδώσης Μιχ., Συμβολή στην ιστορία και τοπογραφία της περιοχής Κορίνθου στους μέσους χρόνους, Αθήναι 1981,222-244, Κορδώσης Μιχ., Κάστρα, πύργοι και φρουρές στον Μορέα από τα έγγραφα των Acciaiuoli ,sel.583, Finlay John Corinth in the Middle Agea σελ.489.
[32] Βακαλόπουλος Αποστ., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1961, τ.Α σελ.227, και Καλαϊτζάκης Θεοφ., Ανατολική Στερεά Ελλάδα και Βοιωτία στον Ύστερο Μεσαίωνα [1400-1500].
[33] Μίλλερ Ουιλ., στην Φραγκοκρατία Β 172 γράφει ότι στο Ναύπλιο, Άργος, Θερμησία κυμάτιζε η βενετική σημαία.
[34] Σάθας Κ., Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας 1,230.
[35] Diana Gilliend Wright, After the Serenissima and the Grand Turk Made Love: The Boundary Commissions of 1480 and 1482 ‘’Joannes Spanioli a Catalan descendant ,in fief from Athens; Ιωάννης Σπανιόλο, απόγονος σε φέουδο από την Αθήνα; σελ. 200 σημ. 17.
Όπως μου έγραψε σε ευγενική του επιστολή της 18 Ιουλίου 2025 ο Ισπανός ιστορικός του μεσαίωνα Alberto Montaner, το όνομα Χουαν Σπανιόλι συναντάται σε πολλά έγγραφα του 15ου αιώνα στην Ισπανία και στην Ελλάδα έλαβε την Ιταλική προφορά και προφανώς ήταν απόγονος των αλμογάβαρων, [το εκστρατευτικό εκείνο σώμα των Καταλανών που κυρίευσε την Αθήνα το 14ον αιώνα.
[36] Ο Κων. Καντακουζηνός ήταν διοικητής Αιγίου. Ο πατέρας του, Ιωάννης (Nicol, Kantakouzenos, αρ. 80, σ. 196-198), εξάδελφος των αυτοκρατόρων Ιωάννη Η’ και Κωνσταντίνου ΙΑ΄, ήταν διοικητής Πατρών, και μεταξύ του 1446 και του 1448 ήταν επικεφαλής της διοίκησης της Κορίνθου (Σφραντζής, Χρονικόν, σ. 96 στ. 11) βλ. Κων. Παπακοσμά, Η αγροτική ζωή στην Πελοπόννησο κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή …Στην συνέχεια ο Ιωάννης ακολούθησε τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο στην Κωνσταντινούπολη και ήταν ένας από τους έμπιστους και οικείους του συνεργάτες. Ο Κων. Καντακουζηνός ήταν οικείος του Αλφόνσο Ε. Τον Αύγουστο του 1445 ο μονάρχης συμφώνησε να στείλει μια γαλέρα για να μεταφέρει τον ανεψιό του αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Καντακουζηνό Παλαιολόγο, στην αυλή του, βλ. Marinescu Constantin (1994), La politique orientale d’Alfonse V d’Aragon, roi de Naples (1416-1458), Barcelona, Institut d,Estudis Catalans.
[37] Denis A.Zakythinos, Le Despotat grec de Moree Vie et institutions. Edition revue et augmentee par Chrysa Maltezou London 1975 σελ. 282. Cerone Francesco (1903), “La politica orientale di Alfonso d´Aragona”, Archivio per le Provencie Napoletane, XXVIIΙσελ.154.
[38] Ο ιστορικός F. Cerone [1902“La politica orientale di Alfonso d´Aragona”, Archivio per le Provencie Napoletane, XXVIIσελ.591-2], υποθέτει ότι οι μυστικές συζητήσεις του Σπανιόλο, ως απεσταλμένου του Κανατακουζηνού αποτελούσαν μέρος δραστηριοτήτων για τον Αραγώνα μονάρχη αυτού του ευγενούς Βυζαντινού, λαμβάνοντας υπόψη το πυκνό δίκτυο κατασκόπων που ο ιστορικός του 16ου αι. Angelo di Costanzo βεβαίωνε ότι είχε ο Αλφόνσο Ε. βλ. και Fernando Samper Sánchez . Bizancio y la Corona de Aragón en el siglo XV: análisis de sus relaciones durante el ocaso del Imperio, Trabajo de Fin de Master. Universidad de Zaragoza, 2015 σελ.46.
[39] Σάθας Κ., Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας Τ.1 σελ.230.
[40] Κατσαφανά Δημ., Το Δεσποτάτο του Μυστρά, Περιφέρεια Πελοποννήσου 2021, σελ.257.
[41] Μύλλερ Ουιλ., Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, Σπ. Λάμπρου, Ελ.εκδ.Εταιρεία. Αθηναι 1909-10 ,Β 95.
[42] Μύλλερ Ουιλ., Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, Σπ.Λάμπρου Ελ.εκδ.Εταιρεία Αθήναι 1909-10 Α 462,Β 95,115 και Αrcivio storico delle provincie Napoletane,T KZ σελ.430.
[43] Στην εκκλησία Βασιλική του Αγιου Ιωάννη Ματζιόρε Νάπολης υπάρχει επιγραφή για ηγεμόνα της Κορίνθου Δημήτριο Ασάνη Παλαιολόγο που είχε αγωνιστεί κατά των Τούρκων υπο την καθοδήγηση του Αραγώνα βασιλιά της Αραγωνίας και της Νάπολης, Thomas Demetri F.Asanius Paleologus Senatorii vir Ordinis e Bizantio cvivs Maiores Regum Adfinitate Clari Triballis Ac Corinthiis Dominati Sunt eversa a Turcis patria pver ad reges Neap. Aragoneos deductus honesto Q .semper habitus loco fortunam eor ad extrema terrar,dum vixere non deservit demum senex reverses aram divae dei genitrici de suo p.an. Salvat. Hominum M.D.XXIII, βλ. Jannis Korinthios, I greci di Napoli e del Meridione d’Italia dal XV al XX secolo AM&D Edizioni, Cagliari 20.
[44] Λάμπρος Σπ., Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά , Αθήναι 1920, τ.4, σελ.193, στ.10-14], Κωνσταντίνα Δ. Παπακοσμά, Η αγροτική ζωή στην Πελοπόννησο κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή (κοινωνικοοικονομικά στοιχεία για τους 13ο-15ο αι.), Αθήνα 2010 σελ.365, Κουγέας Στ., Χρυσόβουλλον Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Ελληνικά,τ.1 [1928]. Το 1480 διοικητής στο Φανάρι ήταν ο Δημήτριος Παλαιολόγος και σε εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο σπήλαιο Διδύμων υπάρχει η υπογραφή 1486 HIC FUIT DIMI PALAIOLOGO [εδώ βρέθηκε ο Δημήτριος Παλαιολόγος] βλ. «’Κοινότητα Διδύμων οδοιπορικό στον τόπο και τον χρόνο».
[45] Ήταν ο Nunyo Mexia. Cerone Francesco, La politica oriental de Alfonso V de Aragon;Archivio storico per le Provincie Napoletane, t.XXVIII. Denis A.Zakythinos Le Despotat grec de Moree Vie et institutions. Edition revue et augmentee par Chrysa Maltezou London 1975 σελ. 281. Ο πρεσβευτής επανήλθε στην Πελοπόννησο την 9 Νοεμβ. 1455 για να συναντήσει τον Δημήτρη Παλαιολόγο. Έπρεπε να εξηγήσει τους λόγους που ο εγγονός του Αλφόνσο παντρεύτηκε την κόρη του δούκα του Μιλάνου, με τον οποίο ο δεσπότης είχε ζητήσει να παντρευτεί την κόρη του. Δεδομένης της επιθυμίας του Αλφόνσο να συγγενεύσει με τον Παλαιολόγο, του μεταφέρει την πρόταση γάμου της πρωτοτόκου του με τον ανιψιό του Ερρίκο. Εάν συμφωνήσει, θα πρέπει να στείλει έναν πρεσβευτή με πλήρεις εξουσίες για να πραγματοποιηθεί η ένωση. Ο Αραγονέζος μονάρχης, επιπλέον, ζήτησε από τον Nuño Mexía να ενημερώσει τον κουνιάδο του δεσπότη, Mateo Asen, για την υψηλή εκτίμηση που τον τρέφει για τις ηρωικές του πράξεις.-ACA, reg. 2697, ff. 164 r.-165 r.και Fernando Samper Sánchez . Bizancio y la Corona de Aragón en el siglo XV: análisis de sus relaciones durante el ocaso del Imperio, Trabajo de Fin de Master. Universidad de Zaragoza, 2015.
[46] Zakythinos ADen., Le Despotat grec de Moree Vie et institutions. Edition revue et augmentee par Chrysa Maltezou London 1975 σελ.281.
[47] Zakythinos A Den. Le Despotat grec de Moree Vie et institutions. Edition revue et augmentee par Chrysa Maltezou London 1975 σελ.281.
[48] Κορρέ Κατερ., Miσθοφόροι stradioti 137 γράφει «Αφορμή για τον ξεσηκωμό ήταν η πίεση του άρχοντα Μουχλίου για φοροεπιβαρύνσεις».
[49] Λαμπρυνίδης Μιχ., Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον. Ύδρα – Σπέτσαι, εν Αθήναις 1907, ανατύπ. Καραβίας, Αθήνα 1992. «Υπερμεσούντος τού ΙΕ αίώνος οί Αλβανοί τής Πελοποννήσου, άριθμούντες ήδη ύπέρ τούς τριακοντάκις χίλιους άνδρας τών όπλων,είτε καταπλαγέντες έκ τών τελευταίων όθωμανικών τροπαίων ή καί πιεζόμενοι άπό τών Βυζαντινών Δεσποτών καί Αρχόντων καί κατ’έξοχήν ύπό τού Άρχοντος Μουχλίου Δημητρίου Ασάνη καί τού Αρχοντος Λιγουρίου, Δαμαλά καί Φαναρίου Ιωάννη Σπανιώλου». Στο Λυγουριό σώζεται σήμερα σπάνιο τούρκικης προέλευσης τοπωνύμιο που σημαίνει εξέγερση, επανάσταση και εικάζει τον τόπο που αυτό έγινε το φθινόπωρο του 1453,
[50] Κριτοβούλου, Ιστορία τών πράξεων τού Μωάμεθ, Β’-Γ’.1: «Οί γάρ τής Πελοποννήσου Δεσπόται,τής Βυζαντίδος άλούσης, εύθύς νεωτερισάντων τών έν Πελοποννήσω Ιλλυριών καί έπαναστάντων αύτοίς,καλούσιν είς έπικουρίαν τόν Βασιλέα,ύποσχημένοι τούτω δασμόν έτήσιον άποφέρειν άπό Πελοποννήσου χρυσίους στατήρας,έξακισχιλίους», Μ. Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον. Ύδρα – Σπέτσαι, εν Αθήναις 1907, ανατύπ. Καραβίας, Αθήνα 1992, σελ. 12, Ν.Κ.Αλεξόπουλος, Η Ιστορία των Μεσαιωνικών πόλεων της Πελοποννήσου, Αθήναι: Τύποις Χαραλ. Συνοδινού, 1951, Κωνστ.Μπίρη, Αρβανίτες. Οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού. Ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών.
[51] Μουτζάλη Αφεντρα – Σαράντη Ελένη: Τα χαρτιά του Κλαβετζού, 1572.Το Διακοπτό Αιγιαλείας και ζητήματα του Αγροτικού χώρου 15ος -16ος αι.
[52] Παπακοσμά Δ. Κωνσταντίνα, Η αγροτική ζωή στην Πελοπόννησο κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή (κοινωνικοοικονομικά στοιχεία για τους 13ο-15ο αι.), Αθήνα 2010, σ.367.
[53] Καιροφύλλα Κων., Ιστορία των Αθηνών υπό τους Βυζαντινούς και Φράγκους [330-1456]
[54] Μπίρη Κων., Αρβανίτες. Οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού. Ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών.
[55] Σάθας Κων., Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, Τ.1 σελ.230.
[56] Σάθας Κων., Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, Τ.1 σελ.230.
[57] Ένα ίδιο αίτημα των καταλανών ηγεμόνων της Αίγινας για προστασία της Βενετίας υποβλήθηκε το 1451 στις βενετικές αρχές Ναυπλίου, ενώ το Λυγουριό κ.λπ., απευθύνθηκαν στην μακρινή Εύβοια, μαζί με την Αθήνα.
[58] Μύλλερ Ουιλ., Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, Σπ.Λάμπρου, Ελ. εκδ. Εταιρεία, Αθήναι 1909-10 Β 143,
[59] Κ.Σάθας, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, Τ.1 σελ.230.
[60] Νταρκό Ευγ., Η ιστορική σημασία και τα σπουδαιότερα ερείπια του Μουχλίου, Αθήναι 1933, σελ. 462.
[61] Σάθας Κων., Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, Τ.1 σελ.230.
[62] Ίδια πολιτική εφάρμοσε η Βενετία στην Εύβοια και σε όλο το μήκος στην απέναντι ζώνη της Βοιωτίας, σε βάθος πέντε μίλια. βλ. Καλαϊτζάκης Θεοφ., Ανατολική Στερεά Ελλάδα και Βοιωτία στον Ύστερο Μεσαίωνα [1400-1500]. Η σημαντικότητα του δρόμου Αργείας, Επιδαυρίας και συνέχεια προς Αττική υπήρχε και στην αρχαιότητα, όπου μάλιστα η χερσαία διαδρομή απεικονίζεται και στον πρώτο γνωστό χάρτη [του Πόιντιγκερ] αντίγραφο του 12ου-13ου αιώνα χάρτη του οδικού δικτύου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Βλ.και W.Windell,E.Webb.Ακολουθώντας τον Παυσανία /Ο αρχαίος δρόμος από το Άργος ως την Επίδαυρο και η αρχαιολογία του 2022,μτφ Α. Αναγνωστοπούλου. Ο έλεγχος της διαδρομής είχε απασχολήσει και τους Καταλανούς της Αίγινας, που – μέχρι το 1451- είχαν στην κατοχή τους Πιάδα και Λυγουριό, ως πόδια πρόσβασης στις απέναντι ακτές. Τα τοπωνύμια των βουνών Αλιότο και Αρνά σήμερα είναι ίδια με τα ονόματα των τελευταίων εκείνων καταλανών αρχόντων της Αίγινας, τον 15ον αι. Η παραχώρηση της Αίγινας στους Βενετούς συνοδεύτηκε και με την παράδοση σε αυτούς της κάρας του Αγίου Γεωργίου. βλ. Enrico Morini Note di lipsanografia veneziana.Uno scritto inedito di G. Ghedina (1842-1911) su s. Luca di Stiris (897-953]. και Νικ. Μουτσόπουλος, Η Παλιοχώρα της Αίγίνης, Αθήναι 1962.
[63] Κατσαφανά Δημ., Το Δεσποτάτο του Μυστρά, Περιφέρεια Πελοποννήσου, 2021, σελ.211.
[64] Σάθα Κ., Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας τ.6., «Επιστολή Jacopo Barbarigo, γενικού διοικητή Πελοποννήσου στον Πρίγκιπα της Βενετίας» την 17 Νοεμβρίου 1465.
[65] Arch.di Stato di Venezia,Sen.Secreta,Reg.22,fol.186[188r], βλ.Keneth Setton The Papacy and the Levant 1204-1571, σ.283.
[66] Γεωργ. Θ. Ζώρας, Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως και η βασιλεία Μωάμεθ Β’ του Κατακτητού: (κατά τον ανέκδοτον ελληνικόν Βαρβερινόν κώδικα 111 της Βατικανής Βιβλιοθήκης).
[67] Λάμπρου Σπ., Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας Βραχέα Χρονικά, κεφ. Φιθ’ Κώδικας Εθν.Βιβλ.Αθηνών αριθ,.Suppl.437 φ 368β και suppl.610 φ.373α.
[68] Χέρτσβεργκ, Ιστορία της Ελλάδος από της λήξεως του αρχαίου βίου μέχρι σήμερον, μτφ. Π.Καρολίδου ,Αθήναι 1906 τ.2 σελ.742, Επαμειν. Ι. Σταματιαδου, Οι Καταλανοί σελ.237. Μακελλαρία μετονομάστηκε η μονή Παναγίας στα Καλάβρυτα, που είχε κτιστεί επί Ιουστινιανού, αλλά λόγω της σφαγής των κατοίκων εκεί από τους Τούρκους του Μωάμεθ Β’ το 1458 πήρε και διατήρησε αυτή την ονομασία/τοπωνύμιο Μακελλαρία λέγετο το 17ον αιώνα, το αρχαιοελληνικό κάστρο στους πρόποδες του Φονίσκου Λυγουριό.
[69] Χαλκοκονδύλη Λαονίκου Αθηναίου, Αποδείξεις ιστοριών δέκα, Εκδ. Βόννης,]σελ.457,12 «ες Πάτραις της Αχαϊας» και σελ. 455,457,1,476 και 485. Κατά τον ιστορικό η Επίδαυρος ο δεσπότης Μυστρά Θωμάς Παλαιολόγος έστειλε πρέσβη στον Αλφόνσο Ε’ και να διπαιστώσει αν θα «και πρέσβυν από Κερκύρας ως βασιλέα έπεμπε πειρώμενος ει και αυτώ χώραν επιδώ οποιανούν της Ευρώπης παράλιον, ώστε την Επίδαυρον παραδούνας τω βασιλεί». Το ίδιο διάστημα ο Αλφόνσο Ε’ διέταξε τον κόμη του Καμπομπάσο και τον Σουέρο ντε Νάβα να πάνε με την γαλέρα τους για να βρουν τον δεσπότη του Μορέα Θωμά Παλαιολόγο και να τον μεταφέρουν στην Ιταλία όταν εκείνος το ζητήσει, καθώς οι βυζαντινοί θεωρούν σκόπιμο να φύγουν σε περίπτωση εισβολής- Αρχείο de la Corona de Aragón 1456, Φεβρουάριος, 4.-Καστελνουόβο. ACA,reg.2660, f. 171 v.
Αντώνης Ξυπολιάς
Αρχιτέκτονας
Σχετικά θέματα:








Σχολιάστε