«Επ’ ουδεμιά προφάσει και περιστάσει»: Η αναστολή ισχύος του Συντάγματος της Τροιζήνας | Αριστείδης Ν. Χατζής
Το άρθρο εξετάζει την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας από τον Ιωάννη Καποδίστρια το 1828 ως μια κρίσιμη στιγμή της ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή δεν υπήρξε μια προσωρινή και αναγκαία παρέκκλιση λόγω των έκτακτων συνθηκών του Αγώνα, αλλά μια συνειδητή επιλογή συγκεντρωτικής και αυταρχικής διακυβέρνησης, ασύμβατη με το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα της Ελληνικής Επανάστασης. Το άρθρο αναδεικνύει τη σημασία του Συντάγματος της Τροιζήνας ως κορύφωσης του επαναστατικού συνταγματισμού και ερμηνεύει τη σύγκρουση γύρω από την αναστολή του ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πολιτικές λογικές: την παράδοση του συνταγματισμού και της πολιτικής ελευθερίας που διαμορφώθηκε μέσα από την επαναστατική εμπειρία και τον συγκεντρωτικό κρατισμό της μεταναπολεόντειας ευρωπαϊκής διπλωματίας, την οποία εξέφραζε ο Καποδίστριας.
Στις 2 Απριλίου 1827 η Γ’ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα υιοθέτησε το Στ’ Ψήφισμά της με το οποίο, «εν ονόματι του ελληνικού έθνους», εξέλεξε τον «κόμη Ιωάννη Καποδίστρια» Κυβερνήτη της Ελλάδος.[1] Το σκεπτικό της επιλογής Καποδίστρια δίνεται στο προοίμιο του Ψηφίσματος:
[Η]υψηλή επιστήμη του κυβερνάν την πολιτείαν και φέρειν προς ευδαιμονίαν τα έθνη, η εξωτερική και εσωτερική πολιτική απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία ο βάρβαρος οθωμανός δεν επέτρεψε ποτέ εις τους Έλληνας. [Α]παιτείται επί κεφαλής της Ελληνικής Πολιτείας ο κατά πράξιν και θεωρίαν πολιτικός Έλλην, διά να την κυβερνήση κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας.

Η ίδρυση του Πανελληνίου από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Αποτελεί μέρος της ζωφόρου της Επανάστασης στη Βουλή των Ελλήνων, βασισμένη σε σχέδιο του Γερμανού γλύπτη Ludwig Michael Schwanthaler. Αρχικά, το σχέδιο προέβλεπε τη μορφή του Βασιλιά Όθωνα να υπογράφει το έγγραφο, αλλά τελικά αντικαταστάθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ολόσωμος δεξιά, ο οποίος χαιρετίζει την ίδρυση του σώματος.
Η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια συνοδεύτηκε, όμως, από μια σειρά συγκεκριμένων όρων:
(α) Να προσέλθει σε εύλογο χρονικό διάστημα «ν’ αναλάβη τας ηνίας της Κυβερνήσεως».
(β) Η διάρκεια της εξουσίας που του «επιτρέπει» το Έθνος «προσδιορίζεται διά επτά χρόνους, αρχομένους από της σήμερον». Δηλαδή, αν όλα πήγαιναν καλά, η θητεία του Ιωάννη Καποδίστρια θα έληγε την 1η Απριλίου 1834.[2]
(γ) Να «κυβερνήσει την Ελληνικήν Πολιτείαν». Ο Καποδίστριας θα έπρεπε να κυβερνήσει μια Ρεπούμπλικα (Republic), διότι έτσι ονόμασε η Συνέλευση το νέο καθεστώς (Republique Grecque στη διεθνή αλληλογραφία της προσωρινής κυβέρνησης και της Βουλής).
Η Συνέλευση θα υιοθετήσει, αμέσως μετά την εκλογή Καποδίστρια, ένα Σύνταγμα, το δεύτερο της Επανάστασης, που αντιγράφει τους θεσμούς της Αμερικανικής Δημοκρατίας[3] και είναι πολύ πιο φιλελεύθερο και δημοκρατικό από το Σύνταγμα του 1822/23 ο ίδιος ο Καποδίστριας χρησιμοποιεί στην αλληλογραφία του συστηματικά τον όρο Président, και έτσι τον αποκαλούσαν οι πάντες στο εξωτερικό (σε επίσημα έγγραφα, στον Τύπο κ.λπ.). Ο όρος αυτός συνδέεται, εκείνη την εποχή, με την Προεδρική Δημοκρατία των Η.Π.Α.
(δ) Η Συνέλευση τού εμπιστεύτηκε τη «νομοτελεστικήν δύναμιν», δηλαδή την Εκτελεστική εξουσία σε ένα δημοκρατικό σύστημα διάκρισης των εξουσιών.[4] Στην επιστολή-πρόσκληση προς τον Καποδίστρια, που συνέταξαν οι Αναστάσιος Πολυζωίδης, Νικόλαος Χρυσόγελος, Σπυρίδων Τρικούπης, Παναγής Καλογεράς και Κωνσταντίνος Ζωγράφος τονίζεται πως του έχει ανατεθεί η Εκτελεστική εξουσία («νομοτελεστική δύναμις») την οποία πρέπει να ασκήσει «καθ’ όν τρόπον τας εμπιστεύθη εις την Εξοχότητά σου το έθνος».
(ε) Ο σημαντικότερος, όμως, όρος ήταν η απαίτηση της Συνέλευσης να κυβερνήσει «κατά τους καθεστώτας νόμους». Προφανώς ο νέος Κυβερνήτης θα έπρεπε να σεβαστεί κυρίως τον Βασικό Νόμο, το Σύνταγμα. Για τον τελευταίο όρο τα πρακτικά της Συνέλευσης δεν αφήνουν καμία αμφιβολία. Την ίδια ημέρα που η Συνέλευση εξέδωσε το ψήφισμα, συζήτησε και το Ζήτημα του «Πολιτεύματος της Ελλάδος, καθ’ ό μέλλει να κυβερνήση ο Κυβερνήτης» και αποφάσισε να συστήσει επιτροπή από μέλη αλλά και μη μέλη της Εθνοσυνέλευσης «διά να συντάξη Πολίτευμα». (περισσότερα…)















