Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Σούπερ μάρκετ’

Από το μπακάλικο στο σούπερ μάρκετ: Αλλαγές στο λιανικό εμπόριο στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα – Ευφροσύνη Ρούπα και Ευάγγελος Χεκίμογλου


 

Στην έρευνα αυτή εξετάζουμε τη μετάβαση από το «παραδοσιακό παντοπωλείο» στις σύγχρονες μορφές πώλησης που βασίζονται στην αυτοεξυπηρέτηση του καταναλωτή σε μεγάλα, οργανωμένα σε διαμερίσματα, καταστήματα τύπου «σούπερ μάρκετ». Συγκεκριμένα, ορίζουμε τη μετάβαση αυτή ως τη διαδικασία επικράτησης των βασικών χαρακτηριστικών που διέπουν τα σούπερ μάρκετ σε ολόκληρο τον κλάδο του λιανικού εμπορίου τροφίμων, διαδικασία που είναι ταυτόσημη με την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης του κλάδου πάνω στη μικρή οικογενειακή επιχείρηση.

Για το «σούπερ μάρκετ», που εμφανίστηκε και εδραιώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στην περίοδο του Μεσοπολέμου, έχουν διατυπωθεί ποικίλοι ορισμοί, αλλά χάριν συντομίας θα αναφερθούμε στις κύριες συστατικές έννοιες:[1] (α) Μεγάλο μέγεθος καταστήματος. (β) Ενιαία ιδιοκτησία του καταστήματος. (γ) Μεγάλος όγκος πωλήσεων. (δ) Πώληση τυποποιημένων προϊόντων. (ε) Καταμερισμός των προϊόντων σε ξεχωριστά διαμερίσματα. (στ) Διευθέτηση των εμπορευμάτων κατά τρόπο που να επιτρέπει την πρόσβαση του πελάτη σε αυτά και την εκ μέρους του επιλογή. (ζ) Αυτοεξυπηρέτηση του πελάτη. (η) Μείωση του λειτουργικού κόστους λόγω της αυτοεξυπηρέτησης. (θ) Επιθετική πολιτική αγορών, δηλαδή εξαναγκασμός των προμηθευτών σε μεγάλες εκπτώσεις υπό την απειλή αποκλεισμού τους από τη λιανική αγορά. (ι) Προσπελασιμότητα αυτοκινήτων και συγκεκριμένα επαρκής χώρος στάθμευσης για μεγάλο αριθμό πελατών.

Όπως θα διαπιστωθεί στη συνέχεια, στην Ελλάδα αρκετά από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά παρουσιάστηκαν, αν και αποσπασματικά, από τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε και λειτούργησαν σε κεντρική θέση στην Αθήνα μεγάλα παντοπωλεία ενιαίας ιδιοκτησίας, χωρισμένα σε διαμερίσματα, τα οποία εξυπηρετούσαν μεγάλο αριθμό πελατών.

Στην παρούσα μελέτη ως «παραδοσιακό παντοπωλείο» ορίζουμε το μικρό κατάστημα, συνήθως με έναν ή και περισσότερους πωλητές, που διαθέτει στο κοινό βασικά τρόφιμα, ποτά και είδη πρώτης ανάγκης. Η λέξη παντοπωλείο χρησιμοποιήθηκε στην ελληνική για να αντικαταστήσει την τουρκογενή λέξη «μπακάλικο» και η λέξη παντοπώλης για να αντικαταστήσει την αντίστοιχη λέξη «μπακάλης» (bakkal)[2] ̇ η τελευταία στην ελληνική απαντά συχνά ως «βακάλης» και «πακάλης», με την τροπή του «μπ» σε «β» ή «π».[3]

 

Κατάστημα Τροφίμων και Τυροκομικών προϊόντων, Αφοί Ν. Πετρόπουλοι, Άργος 1956.

 

Ελληνικές πηγές των μέσων του 19ου αιώνα δίνουν έμφαση στα παστά ψάρια, το λάδι και τις ελιές ως εμπορεύματα προσδιοριστικά του επαγγέλματος του μπακάλη. Ένα δημοτικό άσμα από την Αδριανούπολη λέει:[4] (περισσότερα…)

Read Full Post »