Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Η συμμετοχή των Σαμίων στην επανάσταση του 1821 και η αντίδραση του Οθωμανικού κράτους. Σοφία Λαΐου, Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Η κήρυξη της επανάστασης τον Μάρτιο του 1821 έφερε αντιμέτωπους τους εκφραστές της ανάγκης δημιουργίας ενός μοντέρνου, εθνικού κρατικού πλαισίου με το παραδοσιακό αυτοκρατορικό οθωμανικό μο­ντέλο· το τελευταίο ήδη έμπαινε στον πέμπτο αιώνα ζωής και είχε υποστεί διαδοχικές φάσεις μετασχηματισμού, με εναλλαγές μεταξύ του συ­γκεντρωτικού και αποκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης και αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική που είχαν ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές συνέπειες.

Ο Mahmud Β’ είναι ο σουλτάνος που ήρθε αντιμέτωπος με διάφορες προκλήσεις, μία εκ των οποίων ήταν η «αποστασία» (fesad) ή «εξέγερση» (Tuğyan) των έως τότε ζιμμήδων Ρωμιών. Παρά το γεγονός ότι η έκβαση του αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία ήταν θετική για αυτούς, έστω και με απώλειες, όπως ο αποκλεισμός της Σάμου από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η βασιλεία του εν γένει θε­ωρείται καθοριστική. Ο ίδιος ο Mahmud έχει περάσει στην ιστορία ως συγκεντρωτικός σουλτάνος, αφενός γιατί έκανε ουσιαστικές προσπά­θειες για να περιορίσει την ισχύ των επαρχιακών αρχόντων και αφετέ­ρου γιατί κατήργησε το 1826 το παρηκμασμένο πλέον και αναποτελε­σματικό γενιτσαρικό σώμα, ύστερα μάλιστα και από την οδυνηρή για τους Οθωμανούς εμπειρία της ελληνικής επανάστασης. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο Mahmud Β’ αναγκάστηκε το 1824 να ζητήσει τη συνδρο­μή του Mehmed Ali της Αιγύπτου για την καταστολή της επανάστα­σης καταδεικνύει τα στρατιωτικά αδιέξοδα που αντιμετώπισε η οθωμα­νική ηγεσία παρά τις μεμονωμένες νίκες.

Μαχμούτ Β΄(1785–1839). 30ός Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1808 μέχρι τον θάνατό του το 1839. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Λιθογραφία του von Josef Kriehuber (1800 -1876), περίπου το 1825.

Το άρθρο αυτό βασίζεται σε οθωμανικά έγγραφα που απόκεινται στα Πρωθυπουργικά Αρχεία της Κωνσταντινούπολης. Τα περισσότερα προέρχονται από την συλλογή των hatti hümayun και ορισμένα από τη συλλογή Cevdet Dahiliye, και οπωσδήποτε δεν αποτελούν το σύνο­λο των εγγράφων που αναφέρονται στην Σάμο τη συγκεκριμένη περίο­δο[1]. Τα έγγραφα καλύπτουν την περίοδο 1821-1826, κυρίως δε τα τρία πρώτα έτη της επανάστασης, και αφορούν αναφορές στρατιωτικών δι­οικητών, όπως της Χίου και του Κουσάντασι, εκπροσώπων διοικητών του σαντζακιού της Σίγλα, στο οποίο υπαγόταν το Κουσάντασι, καθώς και του γειτονικού Μεντεσέ, αναφορές εκπροσώπων καδήδων (ναΐμπηδων), καθώς και αναφορές του Μεγάλου Βεζίρη προς τον σουλτάνο. Στην περίπτωση των hatt-i humayun, πέρα από την αναφορά προς την Υψηλή Πύλη, καταγράφεται η ιδιόχειρη απάντηση του σουλτάνου, η οποία αρκετές φορές εξέφραζε τα συναισθήματά του τη στιγμή που ενημερώνονταν για τις σοβαρές αδυναμίες ενός δυσκίνητου διοικητικού μηχανισμού. Σε γενικές γραμμές, οι πληροφορίες που παρέχουν οι πα­ραπάνω πηγές είναι αποσπασματικές εξαιτίας του στρατιωτικού περιε­χομένου αρκετών εγγράφων. Παρόλα αυτά δίνουν μία πρώτη εικόνα των αντιδράσεων της οθωμανικής διοίκησης απέναντι στην «ανταρσία» των ραγιάδων της Σάμου.

Σκοπός μου δεν είναι να εξιστορήσω γεγονότα, ορισμένα εξ αυτών ήδη γνωστά, αλλά να εντάξω τις ενέργειες των επαναστατημένων Σαμίων στο ευρύτερο οθωμανικό πλαίσιο και να θέσω ζητήματα που έχουν να κάνουν με το ιδεολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο οι Οθωμανοί ιθύ­νοντες αντιλήφθηκαν την επανάσταση, τις μεθόδους καταστολής που επιστράτευσαν και το νομιμοποιητικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντά­χθηκαν, καθώς και τις εγγενείς αδυναμίες του οθωμανικού κρατικού μη­χανισμού, οι οποίες φάνηκαν ακόμα πιο έντονες κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Εν πρώτοις, η ανάγνωση των πηγών καταδεικνύει το διαφορετικό νοηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Οθωμανοί ενέταξαν την ελληνική επανάσταση. Είναι γνωστό ότι στην οθωμανική πολιτική ορολογία της εποχής απουσιάζουν οι νεωτερικές έννοιες «έθνος» και «πατρίδα». Η χρήση των όρων «μιλλέτι» και «ταϊφές», προκειμένου να αποδοθεί το «έθνος» και η ομάδα ανθρώπων αντίστοιχα που έχει αποσπαστεί ή επι­διώκει την απόσχιση από την οθωμανική αυτοκρατορία καταργώντας το καθεστώς της υποτέλειας, χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά για τους Σέρβους και στη συνέχεια για τους επαναστατημένους Έλληνες[2].

Ο εθνικιστικός λόγος των επαναστατών μόλις τότε άρχιζε να προκαλεί το ενδιαφέρον των Οθωμανών αξιωματούχων[3]. Άλλωστε, η έναρξη της επίδρασης της Γαλλικής επανάστασης, η οποία οδήγησε στα επανα­στατικά κινήματα των αρχών του 19ου αιώνα, στα οθωμανικά πολιτικά συμφραζόμενα συμπίπτει με την περίοδο των οθωμανικών μεταρρυθμί­σεων στα μέσα του 19ου αιώνα[4].

Έως τότε το ιδεολογικό πεδίο της οθω­μανικής ελίτ στηριζόταν στους κοινωνικούς διαχωρισμούς που επέβαλ­λε η θρησκεία και ειδικότερα στο συμβόλαιο «ζίμμα» βάσει του οποίου η μουσουλμανική κοινότητα αναγνωρίζει ως προστατευόμενα αλλά κα­τώτερα μέλη τους μη μουσουλμάνους υπηκόους. Η έννοια του ζιμμή Οθωμανού υπηκόου είναι θρησκευτικο-πολιτική, εφόσον ο κατώτερος μη μουσουλμάνος υπήκοος οφείλει να αναγνωρίζει την πολιτική εξου­σία του αλλόθρησκου οθωμανικού κράτους. Η επιθυμία για απόσχιση από το κράτος και όχι η απλή εξέγερση ως εναντίωση στην άσκηση τυ­ραννίας εκ μέρους κάποιων Οθωμανών αξιωματούχων σημαίνει απόρρι­ψη του συμβολαίου και την αυτόματη μετατροπή του ζιμμή σε εχθρό του κράτους εναντίον του οποίου επιτρέπεται με βάση τον ισλαμικό ιε­ρό νόμο η κήρυξη του τζιχάντ. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ραβδοσκόποι


 

Μια πανάρχαια μέθοδος αναζήτησης υπόγειων νερών είναι η ραβδοσκοπία. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε από τους λεγόμενους ραβδοσκόπους και είναι η εύρεση κοιτασμάτων νερού με τη βοήθεια μιας μικρής ράβδου.

Ο Ηρόδοτος, ο οποίος έζησε τον 5ο αιώνα, είναι ο πρώτος που αναφέρει τη ραβδοσκοπία στη Σκυθία. Τον 16ο αι. ο Λούθηρος την χαρακτηρίζει «διαβολική», ενώ ο σύγχρονός του Γερμανός Georgius Agricola, συγγραφέας του έργου «De re metallica», προσπαθεί να εξηγήσει την τεχνική της ραβδοσκοπίας, αλλά δέχεται τα πυρά της εκκλησίας.

Η Ελισάβετ Α´ της Αγγλίας, κατανοώντας τη σημασία που είχε για την αγγλική οικονομία η αξιοποίηση του φυσικού της πλούτου, καλεί ειδικούς ραβδοσκόπους από τη Γερμανία για να ερευνήσουν τα βρετανικά εδάφη. Το 1693, ο Γάλλος αββάς του Vallemon, Pierre le Lorrain, κυκλοφορεί ένα βιβλίο με τον «σκανδαλιστικό» τίτλο «Physique Occulte»  (Απόκρυφη Φυσική), το οποίο απαγορεύτηκε μεν από την εκκλησία, έγινε δε best seller της εποχής του. (Από το Archaeology Newsroom, «Αρχαιολογία και Τέχνες»).

 

Πριν από τη διάνοιξη κάποιου πηγαδιού, τον πρώτο λόγο είχε ο ραβδοσκόπος, τον οποίο συμβουλευόταν ο ενδιαφερόμενος για τον εντοπισμό του νερού. Ο ραβδοσκόπος κρατούσε μία διχαλωτή βέργα ή ένα σύρμα και προχωρώντας στο χωράφι μπορούσε να εντοπίσει νερό σε αρκετό βάθος, όταν η βέργα ή το σύρμα άρχιζε να πάλλεται.

Μας είπε ο κτηνοτρόφος Γιάννης Νούλης από τον Ίναχο Άργους:

 

«Τι να σου πω; Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Πολλοί δεν το παραδέχονται. Αλλά να πώς γίνεται. Βαστώ ένα σύρμα σαν αυτό που δένουνε τις μπάλες. Το χέρι μου κολλημένο στα λαγόνια, για να μην πει κανείς πως κοροϊδεύω. Και πορπατώ. Κι εκεί που πορπατώ, αρχίζει το σύρμα και κουνιέται. Κι εγώ πορπατώ. Και το σύρμα χοροπηδάει. Κι εγώ πορπατώ. Κι ύστερα το σύρμα δεν κουνιέται. Και γυρίζω πίσω. Πάλι τα ίδια, να χοροπηδάει το σύρμα. Κάνω κι άλλες βόλτες δώθε-κείθε, και λέω, να! εδώ έχει νερό, εδώ να βαρέσετε».

Πριν από χρόνια που δεν υπήρχαν γεωτρήσεις, τα πηγάδια και οι στέρνες είχανε βάθος συνήθως 10-15 μέτρα. Με τη διάνοιξη πολλών γεωτρήσεων και την ανόρυξη τεράστιων ποσοτήτων νερού σ’ όλη την αργολική πεδιάδα αλλά και λόγω των περιορισμένων βροχοπτώσεων και της ανομβρίας, ο υδροφόρος ορίζοντας εντοπίζεται σε αρκετά μεγάλο βάθος (100-200 μέτρα). Γι’ αυτό και οι ραβδοσκόποι θεωρούνται σήμερα εξόχως περιζήτητοι, μια και η διάνοιξη μιας γεώτρησης είναι δαπανηρότατη.

 

Ραβδοσκόποι επί το έργον.

 

Η ραβδοσκοπία ή ραβδομαντεία, που έχουν ορισμένοι για τον εντοπισμό υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα ή για την ανίχνευση μετάλλων (π.χ. χρυσού), διακρίνει κάποιους με ανεπτυγμένες ραδιαισθαντικές ικανότητες. Η ραδιαισθησία είναι μία θεωρία, σύμφωνα με την οποία το αναζητούμενο αγαθό – είτε νερό είναι αυτό είτε πολύτιμο μέταλλο – εκπέμπει ακτινοβολία στο όργανο του ραβδοσκόπου, στην ξύλινη βέργα ή το σύρμα. Αυτή η θεωρία, όμως, μιας υποτιθέμενης ευαισθησίας του ραβδοσκόπου σε ορισμένες γνωστές ή άγνωστες ακτινοβολίες, έχει εγκαταλειφθεί. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καπνοκαλλιέργειες στη Αργολίδα


 

Τα αγροτόσπιτα της Αργολίδας διέθεταν συνήθως ένα χωράφι στο μίσω μέρος, που το λέγανε γιούρτι. Το γιούρτι κατά κανόνα ήτανε κολλητό με το σπίτι. Ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα και τη νοικοκυροσύνη του αγρότη, ήταν περιφραγμένο είτε με κλαδιά και θάμνους είτε με συρματόπλεγμα ή και με πλιθόμαντρα.

Στο γιούρτι έφτιαχναν τα περίφημα τζάκια, τα φυτώρια καπνού, που ήτανε μακρόστενες πρασιές πλάτους ενός μέτρου περίπου, γεμάτες με χωνεμένη κοπριά. Στα τζάκια το Νοέμβριο έσπερναν τον καπνόσπορο, αφού τον είχανε μουσκέψει πρώτα, για να «μαλλιάσει», να πετάξει δηλαδή μάτι, ώστε να φυτρώσει πιο γρήγορα.

Για να προστατεύονται τα νεαρά φυτά από το χαλάζι και τη νύχτα από τον πάγο, έφτιαχναν τις λεγόμενες ψάθες. Η ψάθα γινότανε από ένα μακρόστενο τελάρο από ξύλα ή καλάμια, επάνω απλώνονταν θάμνοι και αφάνες, κι από πάνω άλλο ένα όμοιο τελάρο. Τα δυο τελάρα δένονταν με σπάγκο, για να μη φεύγουν οι αφάνες. Στη συνέχεια κάρφωναν διχαλωτά παλούκια κι από τις δυο μεριές του τζακιού, τέσσερα για κάθε ψάθα, πάνω στα οποία στηριζόταν, ώστε να μην ακουμπάει στο έδαφος και να μην καταστρέφονται τα νεαρά φυτά. Την ημέρα ανασήκωναν την ψάθα από τη μια πλευρά, στηρίζοντάς την σ’ ένα ξύλο, για να λιάζονται και ν’ αερίζονται τα καπνά. Ταυτόχρονα το πότιζαν μ’ ένα ποτιστήρι, αν δεν έβρεχε. Το βράδυ έριχναν πάλι τις ψάθες για τον παγετό. Αργότερα έφτιαχναν χαμηλά τούνελ με νάιλον, χρησιμοποιώντας λυγαρόβεργες και αργότερα καμπυλόσχημα σίδερα.

Η μεταφύτευση του καπνού στο οργωμένο καπνοχώραφο γινότανε το Μάρτιο με καζίκι ή σκεπαρνάκι. Υπήρχαν συνήθως δύο ποικιλίες, ο πλατύφυλλος ή αράπικος καπνός, και ο στενόφυλλος ή γλώσσα. Αλλά με τον καιρό οι δύο αυτές βασικές ποικιλίες διασταυρώθηκαν και έδωσαν διάφορες ενδιάμεσες ποικιλίες. Επίσης, άλλοτε ο καπνός ήτανε ξερικός και άλλοτε ποτιστικός. Ο δεύτερος είχε ύψος μέχρι και δύο μέτρα και η απόδοσή του ήταν πολύ μεγαλύτερη. Μέχρι να μεγαλώσουν τα φυτά γίνονταν τουλάχιστον δύο σκαλίσματα. Η εργασία αυτή ήταν ιδιαίτερα κουραστική.

 

Φύτεμα καπνού. Οι δυο γυναίκες στη φωτογραφία (Αναστ. Αργύρη και η νύφη της Αναστ. Καραμάνου) σε ώρα διαλείμματος. Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Η συγκομιδή ξεκινούσε από το τέλος Ιουνίου περίπου μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Περνούσαν τα φυτά του χωραφιού μέχρι πέντε φορές, μαδώντας τα φύλλα λίγα-λίγα από κάτω προς την κορυφή. Η συγκομιδή ξεκινούσε γύρω στις τρεις το πρωί μέσα στα σκοτάδια και τελείωνε γύρω στις επτά. Ας σημειωθεί εδώ ότι όλα τα μέλη της οικογένειας συμμετείχαν σ’ αυτές τις δύσκολες και βασανιστικές δουλειές, και στο μάζεμα και στο βελόνιασμα, που ξεκινούσε αμέσως μετά.

 

Τα «κρεβάτια» των καπνών. (Αρχ. Γ. Καραμάνου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Το βελόνιασμα γινόταν είτε κάτω από ένα κιόσκι είτε κάτω από καμιά καρυδιά ή άλλο δένδρο με πλούσια σκιά. Όλα τα καπνόφυλλα ήταν ριγμένα σε μια λινάτσα κι άρχιζαν το βελόνιασμα, καθισμένοι σε σκαμπό και κουτσουράκια. Ένα-ένα φύλλο το περνούσαν με χοντρή βελόνα και γέμιζαν έναν σπάγκο ενόσμισι μέτρου. Αυτός ο σπάγκος ονομαζόταν καζίλι. Στη συνέχεια στερέωναν τις δύο άκρες του καζιλιού στις άκρες ενός καλαμιού ή ενός κορμού ξερού καπνού. Δενόταν επίσης το καζίλι κατά μήκος του καλαμιού σε 3-4 σημεία, για να μην κάνει κοιλιά και ακουμπάνε τα φύλλα χάμω. Αυτή ήταν η λεγόμενη βέργα. Όταν τελείωνε η μία βέργα, ο εργάτης ξεκινούσε την επόμενη.

 

Το βελόνιασμα του καπνού ήταν πολύ κουραστική δουλειά, πιο πολύ για τα παιδιά. (Αρχ. Γ. Καραμάνου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Το επόμενο στάδιο ήταν να λιαστούν οι βέργες και να ξεραθούν. Κάρφωναν, λοιπόν, παλούκια στο έδαφος σε δυο σειρές και σε απόσταση ενάμισι μέτρου, τέντωναν σύρμα από τη μιαν άκρη μέχρι την άλλη και κατόπιν ακουμπούσαν τις βέργες δίπλα-δίπλα επάνω στα σύρματα. Αυτά ήταν τα κρεβάτια.

 

Φυτεία καπνού στο Μάνεση Αργολίδας

 

Κάποια στιγμή, όταν τα φύλλα είχανε σχεδόν ξεραθεί, οι βέργες απλώνονταν στο έδαφος και με την υγρασία της νύχτας τα φύλλα αποκτούσαν ένα χρυσοκίτρινο χρώμα. Σ’ αυτό βοηθούσε και το κατάβρεγμα με ποτιστήρι. Πάντως, η υπερβολική υγρασία δημιουργούσε πρόβλημα και καμιά φορά έπρεπε τα βράδια να καλύπτονται τα κρεβάτια με πανιά και λινάτσες. Τα κρεβάτια απαιτούσαν συνεχή επιτήρηση και φροντίδα, ώστε τα καπνόφυλλα να «ψηθούν» σωστά και με τη σχετική υγρασία ν’ αποκτήσουν χρυσοκίτρινο χρώμα. Μόνιμη απειλή για τα κρεβάτια ήταν η καλοκαιρινή μπόρα κι έπρεπε όλη η οικογένεια να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει τις βέργες στο καλύβι ή σε κιόσκι ή να καλύψει τα κρεβάτια όσο καλύτερα μπορούσε, για να μη βραχούνε τα καπνά και θεωρηθούν κακής ποιότητας.

Στη συνέχεια έπρεπε να γίνει το «σάκιασμα» του καπνού, δηλαδή να συσκευαστεί σε δέματα, τα ονομαστά τέγκια, με τη βοήθεια ενός κασονιού, που το λέγανε καλούπι. Ο τεγκιαδόρος, λοιπόν, ετοίμαζε τα δέματα καπνού, χρησιμοποιώντας ένα ξύλινο μακρόστενο κασόνι, το οποίο στο επάνω μέρος είχε έναν κοχλία για τη συμπίεση του καπνού. Επίσης, σε μία από τις τέσσερις γωνίες είχε κουμπώματα και μπορούσες να το ανοίξεις.

 

Τα τέγκια καπνού μαζεύονταν σε αποθήκες στο Ναύπλιο (οδ. Σιδηράς Μεραρχίας). Στη φωτό εργάτριες μεταφέρουν ένα τέγκι, προφανώς για να φωτογραφηθούν. (Αρχ. Γ. Αντωνίου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Ο τεγκιαδόρος τοποθετούσε τα καπνά μέσα στο καλούπι με μεγάλη προσοχή κι επιδεξιότητα και ήξερε πώς έπρεπε να μπει η μία στρώση και πώς η άλλη, κι έβαζε όλη του την τέχνη, ώστε το τέγκι, που ζύγιζε περίπου 50 οκάδες, να μην είναι παράγωνο αλλά όμορφο και σφιχτό και καλά μοστραρισμένο και να μπορεί να το ελέγξει ο πάντα σχολαστικός και πονηρός έμπορος.

Το καλούπι, λοιπόν, είχε έναν κοχλία, που με την περιστροφή του πίεζε δυνατά ένα σανίδι και τα καπνά συμπιέζονταν πάρα πολύ. Χαρά των παιδιών ήτανε ν’ ανεβαίνουν επάνω στο σανίδι και να βοηθάνε με το βάρος τους. Αυτό γινότανε πολλές φορές, μέχρι να γεμίσει το καλούπι ή μέχρι ν’ αποκτήσει το δέμα το επιθυμητό βάρος. Ύστερα το ανοίγανε από τα κουμπώματα, τυλίγανε το τέγκι από τις τρεις πλευρές με λινάτσα, τις δύο πλαϊνές πλευρές τις ράβανε με σπάγκο, ενώ η μία στενή πλευρά έμενε εντελώς ακάλυπτη και μπορούσες ν’ αγγίξεις τον καπνό, να τον ελέγξειςκαι να τον καμαρώσεις. Γιατί είχε πραγματικά ένα όμορφο χρυσαφί χρώμα, ένα εμπόρευμα άριστης ποιότητας, που φανέρωνε τη φροντίδα και τη νοικοκυροσύνη του παραγωγού και την αξιοσύνη κι επιδεξιότητα του τεγκιαδόρου. Η ακάλυπτη πλευρά ήταν η μόστρα του τεγκιού. Συνήθως ο κάθε παραγωγός ήταν και τεγκιαδόρος, αλλά όχι πάντοτε. Πάντως, το «σάκιασμα» του καπνού γινόταν μ’ αυτό τον τρόπο, με το καλούπι και τον κοχλία, και το κάθε δέμα, βάρους 50 οκάδων περίπου, όπως το περιγράψαμε, ονομαζόταν τέγκι. Αυτή ήταν η συσκευασία για το εμπόριο.

Τα καπνά μεταφέρονταν στο Ναύπλιο και συγκεντρώνονταν σε μεγάλες καπναποθήκες, που είχαν οι έμποροι στην οδό Σιδηράς Μεραρχίας. Κάποια στιγμή φορτώνονταν σε μικρά πλοία και μεταφέρονταν στον Πειραιά, όπου φορτώνονταν σε άλλα μεγάλα εμπορικά για τη μεταφορά τους στο εξωτερικό.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Σχέσεις μοναχών και χριστιανών λαϊκών κατά την Οθωμανική περίοδο (15ος- αρχές 19ου αι.) | Σοφία ΛαΐουΙόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Στη μνήμη της αγαπημένης φίλης Εύης Ολυμπίτου

  

Η ανάλυση των σχέσεων των μοναχών και των ορθοδόξων λαϊκών κατά την οθωμανική περίοδο οφείλει να λάβει υπόψη δύο αυτονόητες για την εποχή αλήθειες: α) την κατίσχυση των θρησκευτικών συναισθημάτων στους ανθρώπους της πρώιμης νεώτερης περιόδου, τουλάχιστον στην συντριπτική πλειονότητά τους και β) τις συνθήκες που διαμόρφωσε η οθωμανική κατάκτηση, θέτοντας μοναχούς και λαϊκούς σε ένα νέο πο­λιτικό και αλλόθρησκο περιβάλλον στο οποίο καλούνταν να προσαρμο­στούν. Πέρα ωστόσο από τις αλήθειες αυτές, η διερεύνηση των εν λόγω σχέσεων περιπλέκεται.

Το εξώφυλλο του τόμου: «Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους».

Ο πλούτος των πληροφοριών που προέρχονται από τα μοναστηριακά αρχεία σε συνδυασμό με ευρύτερα ζητήματα, όπως τα διαφορετικά οικονομικά μεγέθη των μονών, οι αλλαγές στην κοινωνι­κή διαστρωμάτωση των χριστιανών οθωμανών υπηκόων και ο ρόλος του κράτους ως θεματοφύλακα της νομιμότητας, ζητήματα που με τη σειρά τους καθόριζαν την εν λόγω σχέση και την μετάλλασσαν στην πορεία του χρόνου, καταδεικνύουν και την πολυπλοκότητά της. Σπεύδω, ωστόσο, να υπογραμμίσω εξαρχής ότι οι σχέσεις αυτές τη συγκεκριμένη περίοδο είχαν πρόδηλη οικονομική διάσταση, ακόμα και σε πράξεις με κυρίαρχη τη θρησκευτική χροιά, όπως θα φανεί παρακάτω, γεγονός αναπόφευκτο εξαιτίας της ανάγκης επιβίωσης τόσο των χριστιανών οθωμανών υπηκό­ων όσο και των ίδιων των μονών (όχι πάντως στον ίδιο βαθμό).

Κρατώντας ως δεδομένα την πολυπλοκότητα των σχέσεων καθώς και την αναγκαιότητα αποφυγής των όποιων γενικεύσεων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις σχέσεις μοναχών και λαϊκών κατά το μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής περιόδου (έως τις αρχές του 19ου αιώνα).

Στό­χος μου είναι η διερεύνηση της κοινωνικής θέσης των μονών σε σύγκριση με τους χριστιανούς ραγιάδες και αφετέρου η κατάδειξη της ισχύς του «μονοπωλίου» των μοναχών ως διαμεσολαβητών μεταξύ Θεού/Αγίων και λαϊκών, που καθόριζε με τη σειρά του την ποιότητα των σχέσεων αυτών.

Το αρχειακό δείγμα πάνω στο οποίο κυρίως βασίστηκα είναι: το οθω­μανικό αρχείο της μονής Βαρλαάμ Μετεώρων, το οθωμανικό αρχείο της μονής Λειμώνος Μυτιλήνης για τον 17ο αιώνα, τα οθωμανικά και ελληνικά αρχεία των μονών της Σάμου, δημοσιευμένα μοναστηριακά οθωμανικά έγγραφα από την Άνδρο, το δημοσιευμένο τμήμα του ελλη­νικού αρχείου της μονής Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Πάτμου και τα επίσης δημοσιευμένα ελληνικά αρχεία των μονών Σταυρονικήτα, Εσφιγμένου, Χιλανδαρίου και Καρακάλλου του Αγίου Όρους, που αναφέρονται στην οθωμανική περίοδο. Το δείγμα επομένως περιλαμβάνει ηπειρωτικά και νησιωτικά μοναστήρια με ποικίλο οικονομικό και πνευματικό εκτόπι­σμα. Ωστόσο, στον μικρόκοσμο των τοπικών κοινωνιών στις οποίες δραστηριοποιούνταν όλα είχαν – κατά τη γνώμη μου – κυρίαρχη θέση, έστω και υπό διαρκή διαπραγμάτευση, ιδιαίτερα τον 18ο αιώνα, όταν ισχυροποιήθηκαν ομάδες λαϊκών και αναδείχθηκαν ισχυροί οικονομικοί παράγοντες μεταξύ αυτών.

Η σημαντικότερη σχέση μονών και λαϊκών είναι αυτή του ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, του γαιοκτήμονα και του απλού χωρικού, του εργοδότη και εργαζομένου.

Είναι γνωστή και έχει μελετηθεί διεξοδικά η πολιτική των μοναστηριών για διατήρηση αρχικώς και επαύξηση στη συνέχεια της ακίνητης περιουσίας τους, παράλληλα με τη συνεχή και συχνά επιτυχή διαπραγμά­τευση με την οθωμανική εξουσία για την αναγνώριση των παλαιότερων από τη βυζαντινή περίοδο φοροαπαλλαγών και προνομίων ή την παρα­χώρηση νέων, όπως ήταν η κατ’ αποκοπή πληρωμή των φόρων (maktu) ή η κατ’ αποκοπή πληρωμή της δεκάτης (bedel-i ο§τ).[1]

Η συγκρότηση μιας μεγάλης – στην κυριολεξία ή για τα δεδομένα της τοπικής κοινωνίας – περιουσίας, η οποία έπρεπε κατά το δυνατόν να είναι ενιαία, γινόταν με αγορές του ιδιοκτησιακού δικαιώματος ή του δικαιώματος εξουσίασης (ταπού) γαιών και κτισμάτων από χριστιανούς αλλά και μουσουλμάνους της περιοχής καθώς και με αφιερώσεις και δωρεές ακινήτων στη μονή. Ας σημειωθεί ότι, εάν δεν υφίστατο το ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί των γαιών, οι μονές ήλεγχαν τις εκτάσεις τους στο πλαίσιο πολύπλοκων νομικών σχέσεων, δημιουργώντας έτσι μοναστηριακά βακούφια εντός ευρύτερου ισλαμικού βακουφίου, ή τσιφλίκια εδραιωμένα σε δημόσιες ή βακουφικές γαίες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ελαιοκαλλιέργειες


 

Η μακραίωνη ιστορία της ελιάς και ο εθνικός της χαρακτήρας δείχνουν την αγάπη και λατρεία μας προς το ευλογημένο δένδρο, που θεωρείται από την αρχαία εποχή σύμβολο σοφίας, ειρήνης, δόξας και θριάμβου. Πολλά δημοτικά μας τραγούδια αναφέρονται στην ελιά και πολλοί ποιητές και συγγραφείς την ύμνησαν και την τίμησαν.

 

Γύρω στου χωριού τ’ αλώνια

 

Γύρω στου χωριού τ’ αλώνια

πέρδικες λαλούν κι αηδόνια

και οι όμορφες ξυπνάνε

για ελιές στον κάμπο πάνε

άλλη στο άλογο καβάλα,

άλλη λιανοτραγουδάει

για νερό στη βρύση πάει

και μια αρραβωνιασμένη

όλο κλαίει η καημένη

που δεν είναι παντρεμένη.

 

Δημοτικό

(από την Ελένη Γάτσιου-Γερούλη)

 

Ο Ηρακλής κουρασμένος ξαποσταίνει στον ίσκιο της Ελιάς. Η πιστή προστάτις του θεά Αθήνα γεμίζει κρασί το κύπελό του. Εσωτερικό ερυθρόμορφης κύλικας, 470 π.Χ, (Μόναχο).

Κάποτε δεν υπήρχαν φυτώρια ελαιοδένδρων, ούτε συνήθιζαν οι αγρότες να φυτεύουν κουκούτσια και να περιμένουν να φυτρώσουν και ύστερα να εμβολιάζουν τα νεαρά φυτά και να περιμένουν πάλι, για να τα μεταφυτέψουν στο χωράφι τους. Προτιμούσαν να εντοπίζουν στα βουνά και στα λαγκάδια αγριελιές, οι οποίες φύτρωναν από τα κουκούτσια που υπήρχαν στις κουτσουλιές των πουλιών.

Όταν ο αγρότης, κατά τις κυνηγετικές του εξορμήσεις, συναντούσε κάποια αγριελιά, διάλεγε τον καιρό, να ’ναι Γενάρης ή Φλεβάρης, έπαιρνε κασμά και σκαλίδα, έβγαζε την ελιά με ρίζες και μπόλικο χώμα, την έχωνε σ’ ένα τσουβάλι και κατευθείαν στο χωράφι. Άνοιγε μεγάλο λάκκο και βαθύ, ώστε να μη διψάει η ελιά το καλοκαίρι, και τη φύτευε. Το ριζικό της σύστημα τη βοηθούσε να αντέξει και να μην ξεραθεί. Την άλλη χρονιά έπρεπε να μπολιαστεί. Αυτοί ήταν οι περίφημοι αγρούλιδοι ή αγρουλίδια (δηλ. άγρια ελιά). Σήμερα υπάρχουν οργανωμένα φυτώρια με πολλές ποικιλίες ελαιοδένδρων και κανείς αγρότης δε θα φύτευε αγρουλίδους.

Υπάρχουν πολλές ποικιλίες ελαιοδένδρων, οι ονομασίες των οποίων διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή. Είναι οι χονδρολιές, οι ψιλολιές, οι λιανολιές, οι τσουνάτες, οι κορωνέικες, οι δαφνολιές, οι νανολιές ή νανάκια, και άλλες ποικιλίες.  Η (βρώσιμη) δαφνολιά είναι πολύ μεγάλη, στο μέγεθος του βελανιδιού σχεδόν, και ονομάζεται έτσι στην Κρήτη, γιατί το φύλλο του δένδρου είναι πλατύ, σχεδόν σαν της δάφνης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο πανηγυρικός λόγος του Αλέκου Παπαδόπουλου στον Μητροπολιτικό Ναό Αίγινας


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την ομιλία του τέως υπουργού κ. Αλέκου Παπαδόπουλου στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Αιγίνης, Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021, στα πλαίσια  της πανηγυρικής Δοξολογίας  για  την επέτειο από την άφιξη και ορκωμοσία  του Ιωάννη  Καποδίστρια στην Αίγινα.

Ο  κ.  Αλέκος Παπαδόπουλος διετέλεσε  Υπουργός Οικονομικών, Υγείας και Εσωτερικών επί Κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και υπήρξε ο εμπνευστής και εισηγητής μεγάλων μεταρρυθμίσεων όπως το νομοσχέδιο «Καποδίστριας» για  την τοπική αυτοδιοίκηση.

 

Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, εξέλεξε στις  14 Απριλίου 1827,  τον  Ιωάννη  Καποδιστρία  ως  Κυβερνήτη της  Ελλάδας με 7ετη  θητεία, επίσης  εξέλεξε  3μελη  επιτροπή, ως  αντικυβερνητική, με  τον   Γεώργιο  Πετρόμπεη  Μαυρομιχάλη  ως  πρώτο  μέλος και  όρισε  ως  έδρα  της  κυβέρνησης, δηλ. πρωτεύουσα  της  Ελλάδος, το Ναύπλιο. Όταν ο Ιωάννης Καποδιστρίας έφτασε στο Ναύπλιο,  στις 7  Ιανουαρίου 1828, αφού είδε ότι ήταν έκρυθμη η κατάσταση και ότι η πόλη  δεν ήταν  ασφαλής, μετέφερε στις  11 Ιανουαρίου 1828  την  έδρα της  κυβέρνησης  στην  Αίγινα.  Έτσι, έως  ότου στο Ναύπλιο   ομαλοποιηθούν οι συνθήκες η Αίγινα έγινε η πρώτη πρωτεύουσα της χώρας. Στον  Μητροπολιτικό Ιερό Ναό  της Αίγινας,  στις  25 Ιανουαρίου 1828,  ο  Καποδίστριας ορκίστηκε πρώτος  κυβερνήτης της Ελλάδος και παρέλαβε τα ηνία της χώρας, από τον επικεφαλής  της 3μελους  επιτροπής   Γεωργ.  Μαυρομιχάλη, το ήθελε όμως, η κακή  μοίρα  της  πολύπαθης  πατρίδας μας τα  ίδια  χέρια που έδωσαν το χρίσμα στον πρώτο κυβερνήτη της, τα  ίδια  χέρια  3,5  χρόνια  αργότερα να του αφαιρέσουν τη ζωή.

Με  επισημότητα  κάθε  χρόνο  εορτάζουν  πανηγυρικά στην Αίγινα την επέτειο  αυτών  των  ιστορικών  γεγονότων στον  Μητροπολιτικό τους  Ιερό Ναό, και  ο πανηγυρικός  εκφωνείται  από το  ίδιο  βήμα όπου έγινε κυβερνήτης ο Ιωάννης Καποδιστρίας.  Ο  φετινός  193ος εορτασμός είχε τον πρ. υπουργό Αλέκο Παπαδόπουλο να στέκεται εκεί όπου εστάθει  ο κυβερήτης και να εκφωνήσει ένα  βαρύνουσας σημασίας  πανηγυρικό, ενταγμένο στο πλαίσιο και  της  επετείου και του  εορτασμού των 200 ετών της  Εθνικής μας παλιγγενεσίας.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού φιλοξενεί  σήμερα αυτόν το  πανηγυρικό, που περιέχει την  αναγκαία  ιστορική  περιγραφή, αλλά,  κυρίως, ένα  βαθύ  προβληματισμό για  το  παρόν  και το μέλλον της  πατρίδας μας.

Γιώργος Γιαννούσης

Οικονομολόγος

Πρόεδρος Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Το κείμενο του πανηγυρικού λόγου

 

Κυρίες και Κύριοι,

Έχουν γραφτεί πολλά για τη ζωή και τη μεγάλη προσφορά του Ιωάννη Καποδίστρια στο Έθνος μας. Δεν θα επαναλάβω σήμερα τα όσα ειπώθηκαν κατά καιρούς για το μαρτυρικό κυβερνήτη και ιδιαίτερα εδώ στο νησί σας, απ’ όπου ξεκίνησε η δημιουργία εκ του μηδενός του νεοσύστατου κράτους μας. Εσείς εδώ οι Αιγινήτες, τον τιμήσατε και τον τιμάτε τόσο πολύ, όσο, ίσως, πουθενά στη χώρα. Έχετε ταυτιστεί με τη μνήμη του, όχι μόνο γιατί κατέστησε την Αίγινα εφαλτήριο του νέου κράτους επιλέγοντάς την ως πρώτη πρωτεύουσα, αλλά κυρίως γιατί ο πόνος και το πάθος ψυχής του κυβερνήτη ελευθέρωσε από μέσα του τεράστιες ψυχικές δυνάμεις προκειμένου να μετατρέψει έναν απλό και κατεστραμμένο χώρο σε μία σύγχρονη χώρα και να δώσει στο καθημαγμένο λαό τη ψυχική και πνευματική δύναμη να σταθεί στα πόδια του, να κινητοποιήσει νέες κινητήριες δυνάμεις, να χτίσει καινούρια ελπίδα. Αυτός ο αχός, αυτή η υπόκωφη βοή που έρχεται από τα βάθη των δύο αιώνων, τη νιώθετε εσείς, καλά ακόμα, όπως την ένιωσαν περισσότερο οι πρόγονοί σας, βλέποντας κάθε μέρα έναν άνθρωπο να παλεύει σχεδόν μόνος του και να επιτυγχάνει τόσα πολλά στο λίγο διάστημα που τον άφησαν να ζήσει. Εμπιστεύτηκαν και συμπαραστάθηκαν στον ερημίτη πολιτικό, τον αφοσιωμένο στην πατρίδα Άγιο της πολιτικής.

Είναι αλήθεια, ότι ο θάνατος του κυβερνήτη έμεινε αδικαίωτος και η μοίρα του «αχυρένιου» ελληνικού κράτους ήταν προδιαγεγραμμένη να εξελιχθεί σε ένα μετά-οθωμανικό κράτος που ταλανίζεται επί δύο αιώνες να ανακαλύψει τον εθνικό του χαρακτήρα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση.

 

Ο τέως υπουργός κ. Αλέκος Παπαδόπουλος στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Αιγίνης. Φωτογραφία: Aegina Portal.

 

Η περίοδος μετά τη δολοφονία του και όσα αμέσως ακολούθησαν οδήγησαν το μεγάλο μας ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο πλήρως απογοητευμένος να διατυπώσει σπαρακτικά: «Δυστυχώς το νέον ελληνικόν κράτος σκότωσε το Ελληνικό Έθνος». Γιατί έβλεπε να αφυδατώνονται οι πνευματικές του δυνάμεις, αυτές που κράτησαν όρθιο  το Γένος μας τα 400 χρόνια υποτέλειας. Ήταν φανερή η έλλειψη διάθεσης και πίστης στη δημιουργία ενός νέου αξιόπιστου κράτους με ρίζες σε θεσμούς και κανόνες. Είδε τον ελληνισμό να πορεύεται με οδηγούς «Τας στρατιάς της ήττης» όπως έγραψε αργότερα ο Κ. Καρυωτάκης. Να καταρρέει σε σημείο εξαφάνισης κάθε προσπάθεια που ξεκίνησε ο Κυβερνήτης να θεμελιώσει στέρεα παιδεία, δικαιοσύνη, κοινωνική μέριμνα, στρατό, δημοσιονομικό και νομισματικό σύστημα και πάνω απ’ όλα, το αίσθημα εθνικής αξιοπρέπειας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο» το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή


 

«Ήξερα την ιστορία. Αγνοούσα την αλήθεια».

Κάρλος Φουέντες Μασίας, Μεξικανός μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος.

 

Κυκλοφόρησε το «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο» του Νίκου Πλατή από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.

«Το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο» είναι η συνέχεια και η ολοκλήρωση του βιβλίου «μικρο – Μέγα Κολοκοτρωνέικο» που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2019 και εξαντλήθηκε σε λιγότερο από τρεις μήνες.

 

«Το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο»

 

Γλαφυρά γραμμένα και τα δύο βιβλία, με ζυγισμένες δόσεις ειρωνείας και χιούμορ, αυστηρά τεκμηριωμένα, διεισδυτικά και αλληλοσυμπληρούμενα, απευθύνονται στο ευρύτερο ανήσυχο και απαιτητικό κοινό και καταφέρνουν να μην έχουν καμία επετειακή διάσταση.

Περιλαμβάνουν συνολικά περισσότερα από 400 λήμματα, που διαβάζονται σαν αυτοτελείς, συχνά συναρπαστικές, μικροϊστορίες και γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντα επειδή πλαισιώνονται από ένα… φωτορεπορτάζ εποχής όλο εκπλήξεις που αναδύονται μέσα από πίνακες και σπάνια χαρακτικά ζωγράφων και περιηγητών.

 

«μικρο – Μέγα Κολοκοτρωνέικο» και «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο».

 

Διαβάζοντας «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο», ο αναγνώστης έχει πρόσβαση και σε πλήθος «λεπτομερειών» που η επίσημη ιστορία αποσιωπά εξ συστήματος, όπως λόγου χάρη:

Ότι στα Απομνημονεύματά του ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν αναφέρει πουθενά πως αυτός κήρυξε την Επανάσταση. Η κοινή λογική λέει πως αν είχε κηρύξει μια Επανάσταση… θα το θυμόταν.

Ότι ο Γεώργιος Κουντουριώτης πήγε να πολεμήσει τον Ιμπραήμ καβάλα σε χρυσοστόλιστο άλογο, υποβασταζόμενος (εκατέρωθεν) από δυο υπηρέτες του (έχανε την ισορροπία του και έπεφτε, σωριάζονταν καταγής): «Ασυνήθιστος ιππεύς, τον βαστούσαν δύο Αραπάδες, αιχμάλωτοι ιπποκόμοι, να μην πέσει από το περίφημον άλογον το οποίον κατείχεν και εις το οποίον δύσκολον εβαστούνταν ο πλέον καλύτερος ιππεύς».

Ότι κατά κανόνα, χωρίς σχεδόν καμιά εξαίρεση, μία φρεγάτα είχε ένα κυβερνήτη, έναν αρχικαπετάνιο, εκτός από την φρεγάτα «Ελλάς» που είχε τρεις αρχικαπετάνιους: Στην φρεγάτα «Ελλάς» διορίσθηκαν τρεις κυβερνήτες. Οι ναύαρχοι Μιαούλης (Υδραίος), Ανδρούτσος (Σπετσιώτης) και Αποστόλης (Ψαριανός). Το γελοίο αυτό μέτρο, γράφει ο Heideck, «ήταν αποτέλεσμα της αντιζηλίας και της δυσπιστίας που επικρατούσαν ανάμεσα στα τρία νησιά».

Ότι τα ορφανά του πολέμου κυκλοφορούσαν παντέρημα, ολόγυμνα και πειναλέα στους δρόμους της Αίγινας. Από πουθενά έλεος. Ο Αμερικανός εθελοντής και φιλέλληνας Jonathan Miller που βρισκόταν στην Αίγινα τον Μάιο του 1827, είδε μια μέρα ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι 9 και 7 χρόνων να περπατούν χέρι – χέρι σχεδόν γυμνά, γράφει στο Ημερολόγιό του (που κυκλοφόρησε στη Νέα Υόρκη την ίδια χρονιά): «Ήταν ορφανά από το Αϊβαλί». Ο Miller αποφάσισε να υιοθετήσει το αγοράκι. «Το κορίτσι, μόλις έμαθε ότι προτίμησα το αδερφάκι του, έκλαιγε απαρηγόρητο. Αλλά τι μπορούσα να κάνω;».

Ότι το μένος των επαναστατών δεν μετριαζόταν στα γυναικόπαιδα του εχθρού, δεν υπήρχε έλεος για κανένα τους. Άκρως συγκλονιστική, γι’ αυτές τις φρικτές μέρες της εκδίκησης, η μαρτυρία, του νεαρού αξιωματικού Brengeri, ο οποίος έζησε τις ωμότητες και τη σφαγή των αιχμαλώτων Κορινθίων Τούρκων και τις ιστορεί: «Μια μέρα, περνώντας από την αγορά, είδα πλήθος συγκεντρωμένο. Ζύγωσα και είδα μια νεαρή Τουρκάλα που οι Έλληνες στρατιώτες, ύστερα από κάθε λογής προσβολές και ταπεινώσεις, την είχαν μαχαιρώσει πολλές φορές στο πρόσωπο και στα χέρια. Το θύμα σύρθηκε όλη τη νύχτα με τα γόνατα και έφθασε στην πλατεία για να ζητήσει βοήθεια. Οι Έλληνες που την τριγύριζαν, την έφτυναν, ξέσχιζαν τα ρούχα της και την έβριζαν πουτάνα Τουρκάλα. Τα ανοιχτά τραύματά της που αιμορραγούσαν θα μπορούσαν να συγκινήσουν και πέτρινη καρδιά. Έτρεξα στο σπίτι του Κωλέττη, μινίστρου του πολέμου, και τον παρακάλεσα να στείλει δύο στρατιώτες για να απομακρύνουν αυτό το δύστυχο πλάσμα και να δώσουν ένα τέλος στο μαρτύριό του. Ο Κωλλέτης έδωσε αμέσως εντολή. Σε λίγο ήρθαν στην Αγορά δύο άνδρες, άρπαξαν την Τουρκάλα με βάρβαρο τρόπο, την πήραν παράμερα, τη σκότωσαν με τρεις σπαθιές και την παράτησαν στα σκυλιά. Ήταν μια από τις φρικαλέες σκηνές που αντίκρυζα καθημερινά» (Σιμόπ. τ. 2, σ. 33).

 

Για να πάρουμε μια γεύση από «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο», σας «μεταφέρω» δύο λήμματα του βιβλίο που αφορούν, στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη το πρώτο και στους Σουλιώτες το επόμενο:

 

Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος

 

Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος: Ένας Βοναπάρτε του άτακτου πολέμου! Το μεγαλύτερο προσόν του η γεωστρατηγική του σκέψη και η άριστη γνώση του περιβάλλοντος χώρου, του πολεμικού του πεδίου. Από τον μακρύ ληστρικό προηγούμενο βίο του (αλλά και ως Κάπος που ήταν κατά καιρούς) γνώριζε πιθαμή προς πιθαμή τα μέρη που πολέμησε, μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη των αντιπάλων του για το τι θα κάνουν· εν αντιθέσει με τον Καραϊσκάκη, αυτός δεν το έπαιζε αρχιπαλικαράς και μπροστάρης, απλώς σκαρφάλωνε στα γκρεμίδια και παρατηρούσε προσεκτικά με το κιάλε του τις κινήσεις του εχθρού, έκανε χωσιές και κλεφτοπόλεμο, όχι πόλεμο αλά Βοναπάρτε (όπου οι αντίπαλοι στρατοί αντιπαρατίθενται ιστάμενοι ο ένας απέναντι στον άλλο σαν μολυβένια στρατιωτάκια και με τα κανόνια αμφοτέρων να βαράνε στο ψαχνό, σκορπίζοντας προς όλες τις γνωστές κατευθύνσεις ανθρώπινες σάρκες σε… μερίδες του μισόκιλου και του κιλού). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μήτσας ή Μήτζας Σταμάτης (Καστρί Ερμιονίδας 1798 ή 1800 – Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1874)


 

Προσωπογραφία του Σταμάτη Μήτσα, ελαιογραφία σε μουσαμά (0.52 x 0.61 m). Άγνωστος δημιουργός. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Σταμάτης Μήτσας ή Μήτζας, προεπαναστατικός ένοπλος, στρατιωτικός και πολιτικός της επαναστατικής και οθωνικής περιόδου, γεννήθηκε περί το 1800 στο Καστρί (σημερινή Ερμιόνη). Ήταν γιος του Αδριανού Μήτζα και της Θεοδώρας, το γένος Σαρρή από το Κρανίδι και μικρότερος αδελφός του Γιάννη Μήτσα Όταν πέθανε ο πατέρας του, σπογγαλιέας στο επάγγελμα, την κηδεμονία του όπως και του αδελφού του, Γιάννη, ανέλαβε «ο εκ μητρός πάππος τους».

Συμμετείχε εξαρχής στον Αγώνα, ως υπαρχηγός στο σώμα του αδελφού του, που απαρτιζόταν από ένοπλους της επαρχίας Ερμιονίδας και έλαβε μέρος σε σειρά μαχών καθόλη τη διάρκεια του Αγώνα.

Διακρίθηκε στην πολιορκία του Παλαμηδίου όπου κατά τον Οικονόμου αναρριχήθηκε πρώτος στην Γιουρούς Ντάπια του φρουρίου στις 30 Νοεμβρίου 1822: «Και αναβάντες εκυρίευσαν αυτήν, πρώτων εισπηδησάντων των Κρανιδιωτών Δ. Ν. Μοσχονησιώτη, [σημ. Βιβλιοθήκης: Εδώ πρόκειται περί λάθους, ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης ήταν από τις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας], Μανώλη Σκρεπετού και Κώστα Γκιώνη. Μη φθανούσης της κλίμακος ζώνης διπλής ριφθείσης επί πυροβόλου βοηθεία αυτής, υποβοηθείς από τον Γκιώνην ο εξ Ερμιόνης Σταμάτης Μήτσας αναβάς πρώτος, εβοήθησεν και ηυκόλυνεν την των άλλων ανάβασιν εν οις και τινα γέροντα Κρανιδιώτην ειδήμονα και την πόλην ανοίξαντα, δι ης οι λοιποί εισήλθον».

Πολιτικά ανήκε στην φατρία των Πελοποννησίων στρατιωτικών του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη με τον οποίο συμπαρατάχθηκε στη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων. Το 1827 είχε εκλεγεί δημογέροντας Ερμιόνης.

Κατά την καποδιστριακή περίοδο υποστήριξε το καθεστώς και δραστηριοποιήθηκε πολιτικά συμμετέχοντας ως πληρεξούσιος της επαρχίας του Κάτω Ναχαγέ, στην Ε’ Εθνοσυνέλευση του Άργους και στην επακόλουθη Ε’ Εθνοσυνέλευση του Ναυπλίου (7 και 15 Δεκεμβρίου 1831).

Κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα η επιτροπή εκδουλεύσεων τον κατέταξε στην Ζ’ τάξη των αξιωματικών (ανθυπολοχαγός). Με τον βαθμό αυτό εντάχθηκε στην 9η Τετραρχία Αργολιδοκορινθίας της Βασιλικής Φάλαγγας (1836). Στη συνέχεια μετακινήθηκε στην 1η Τετραρχία με τον βαθμό του ταγματάρχη (1845), ενώ του απονεμήθηκε ο αργυρός σταυρός του Τάγματος του Σωτήρος και το αργυρό αριστείο του Αγώνα (1845). Ως ταγματάρχης ανέλαβε φρούραρχος Λαυρίου και μερίμνησε για την ευταξία της περιοχής και την περιστολή της ληστείας.

Οπαδός της «Μεγάλης Ιδέας», έλαβε μέρος στο αλυτρωτικό κίνημα της Θεσσαλίας (1854) ως επικεφαλής πολυάριθμου σώματος εθελοντών, στο οποίο συμμετείχε και ο γιος του Αντώνης. Αποστρατεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1856 με τον βαθμό του συνταγματάρχη.

 

Προτομή του Σταμάτη Μήτσα στην Ερμιόνη.

 

Κατά την οθωνική περίοδο ανέπτυξε παράλληλα και έντονη πολιτική δραστηριότητα. Επανειλημμένα εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος και διετέλεσε Πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ερμιόνης (1845-1865). Περαιτέρω, το 1850 εκλέχτηκε βουλευτής Ερμιονίδας, θέση την οποία διατήρησε μέχρι το 1862, επικρατώντας σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις. Συγκεκριμένα διετέλεσε βουλευτής κατά την Γ΄ (30-10-1850/27-10-1853), την Δ΄ (30-10-1853/28-10-1856), την Ε΄ (7-12-1856/24-5-1859), την Στ΄ (29-10- 1859/16-11-1860) και την Ζ΄ βουλευτική περίοδο (15-2-1861/11-9-1862).

Πιστός Οθωνιστής, αντέδρασε στην επανάσταση του 1862 για την εκθρόνιση του Όθωνα και οργάνωσε αντεπανάσταση στην Ερμιόνη, η οποία, ωστόσο, κατεστάλη. Έκτοτε ο Σταμάτης αποχώρησε από την πολιτική δράση.

Πέθανε την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου στην Αθήνα σε ηλικία 74 ετών. Τον επιτάφιο λόγο εκφώνησε ο καθηγητής της Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Πολίτης.

Με τη γυναίκα του Μαρία (το οικογενειακό επώνυμό της είναι άγνωστο) απέκτησαν δύο γιους, τον Αδριανό και τον Αντώνη, και μία κόρη τη Θεοδότα, μητέρα του δημάρχου Αθηναίων Σπύρου Μερκούρη.

 

Βιβλιογραφία


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους, «Αρχείο οικογένειας Μήτσα», [https://greekarchivesinventory.gak.gr/index.php/35-2
  • Βουτσίνος Γεώργιος, Μητρώον Ερμιονέων Αγωνιστών…, Αθήνα, 2005.
  • Ησαΐας Αγγ. Ιωάννης, Ιστορικές σελίδες του Δήμου Ερμιόνης, Αθήνα 2005.
  • Μάλλωσης Ηρ. Ιωάννης, Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευσις, Αθήνα 1930.
  • Μητρώο Πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών, 1822 – 1935, «Βουλή των Ελλήνων», Αθήνα 1986, σ. 28, 31, 52, 136.
  • Οικονόμου Μιχαήλ, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας…, Αθήνα 1873.
  • Παρασκευόπουλος Γ. Παναγιώτης, Ακτίνες και Νέφη, Αθήνα 1932.
  • Σπετσιώτης Μ. Γιάννης- Ντεστάκου Δ. Τζένη, Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο 1829-1862, Αθήνα 2016.
  • Σπηλιάδης Νικόλαος, «Απομνημονεύματα» Τομ. Γ΄, Αθήνα 2007.
  • Χρυσανθόπουλος Φώτιος, Βίοι Πελοποννησίων…, Αθήνα 1888, σ. 67.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Μήτσας ή Μήτζας Γιάννης (Καστρί Ερμιονίδας 1794 ή 1795 – Ταμπούρια, Πειραιάς  27 Μαρτίου 1827)


 

Προεπαναστατικός ένοπλος, Φιλικός, Στρατιωτικός του Αγώνα, ο Γιάννης Μήτσας ή Μήτζας (προσωνύμιο Καστρίτης – Γκογκαγιάννης), γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στο Καστρί (σημερινή Ερμιόνη). Γιος του Αδριανού Μήτζα και της Θεοδώρας, το γένος Σαρρή από το Κρανίδι. Όταν πέθανε ο πατέρας του, σπογγαλιέας στο επάγγελμα, την κηδεμονία του όπως και του αδελφού του, Σταμάτη, ανέλαβε «ο εκ μητρός πάππος τους».

Κατά τις υπάρχουσες μαρτυρίες διέθετε εντυπωσιακή εμφάνιση. Ήταν επιβλητικός και με εξαιρετική σωματική δύναμη. Σε νεαρή ηλικία επέλεξε το επάγγελμα του κλέφτη και του πειρατή επιχειρώντας καταδρομικές – πειρατικές επιχειρήσεις με ιδιόκτητα πλοιάρια, μαζί τον αδελφό του και τον κουνιάδο του, ερμιονίτη ναυτικό Γιάννη Αποστόλου.

 

Προσωπογραφία του Γιάννη Μήτσα ή Μήτζα, έργο του Ευσταθίου Μ. Μπούκα (1870-1960). Δημοτική Κοινότητα Ερμιόνης.

 

Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, από τον απόστολο της οργάνωσης, Αναγνώστη Παπαγεωργίου – Αναγνωσταρά.

Συμμετείχε εξαρχής στον Αγώνα, επικεφαλής σώματος ενόπλων από το Καστρί το Κρανίδι και τα Δίδυμα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καλοπανά Μαγδαληνή


 

Μαγδαληνή Καλοπανά

Η Μαγδαληνή Καλοπανά είναι μουσικολόγος, εκπαιδευτικός και οργανίστα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Οι γονείς, Παναγιώτης Καλοπανάς, νομικός από το Άργος, και Ελένη Λυμπεροπούλου, δημοτική υπάλληλος από το Κιβέρι Αργολίδος, διατήρησαν άρρηκτους δεσμούς με τον τόπο καταγωγής τους.

Η Μαγδαληνή Καλοπανά, Διδάκτωρ Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (2009, υπότροφος ΙΚΥ), έχει διατελέσει Μουσικολόγος στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (1996-1997), ραδιοφωνικός παραγωγός στο Γ΄ Πρόγραμμα (1998-2001), Σύμβουλος Πολιτιστικών Θεμάτων της Γενικής Γραμματείας Ολυμπιακών Αγώνων (2001-2003) και Σύμβουλος Μουσικολόγος της 6ης Biennale Νέων Δημιουργών Ευρώπης και Μεσογείου (2003). Το 2019 επιλέγηκε Σύμβουλος Μουσικής του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και το 2020 Εκπονήτρια Προγραμμάτων Σπουδών. Από το ακαδημαϊκό έτος 2019-2020 συνεπικουρεί τη διδασκαλία μαθημάτων του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών Αθηνών (Θεατρική Αγωγή Α΄, Θίασος Α΄). Ιδρυτικό μέλος της Συντακτικής και Επιστημονικής Επιτροπής της περιοδικής έκδοσης Πολυφωνία (2002) και του Συλλόγου Φίλων Δημήτρη Δραγατάκη (2003), καθώς και μέλος της Διεθνούς Μουσικολογικής Εταιρείας, IMS (2016).

Υπεύθυνη μουσικολόγος του αρχείου Δ. Δραγατάκη, έχει πραγματοποιήσει πλήθος ανακοινώσεων σε Διεθνή συνέδρια (Βελιγράδι, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Leuven, Κέρκυρα, Βουδαπέστη κ.ά.) και έχει δημοσιεύσει σε επιστημονικά περιοδικά, φωτίζοντας πτυχές της ζωής και αναδεικνύοντας τις αλληλεπιδράσεις της μουσικής του (βλ. σχ. https://en-uoa-gr.academia.edu/MagdaliniKalopana). Η πολυετής έρευνά  της για τον συνθέτη αποτυπώνεται στην πρόσφατη έκδοση: Καλοπανά, Μαγδαληνή. «Συστηματικός και Βιο-βιβλιογραφικός Κατάλογος Έργων Δημήτρη Δραγατάκη». Αθήνα: Φ. Νάκας, 2019.

Εκπαιδευτικός με 20ετή πείρα στη δημόσια εκπαίδευση και εκπαιδεύτρια ενηλίκων (eTwinning, ΙΕΚ), υπήρξε Επιμελήτρια Ύλης της έκδοσης «Μουσική σε Πρώτη Βαθμίδα» (τεύχη 12-13, 14). Η εργασία της στα καινοτόμα και συνεργατικά ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά προγράμματα αποτυπώνεται στην έκδοση «Canzoni Europee Infantili», Atene, 2017.

 

Πηγή


  • Bodossaki Lectures on Demand. Το BLOD είναι μια πρωτοβουλία του Ιδρύματος Μποδοσάκη που αποσκοπεί  στη διάδοση της επιστημονικής γνώσης και του πνευματικού προβληματισμού, μέσω του διαδικτύου.

 

Read Full Post »

Older Posts »