Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον» ή «Κυβερνείον»


 

Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής (1828-1833). Κατασκευές κτιρίων στο Ναύπλιο – Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον» ή «Κυβερνείον» | Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Δικηγόρος – Πολιτικός επιστήμονας – Ιστορικός

Η ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στο έγκριτο Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχη 43-44, το 1992.

 

Σε προηγούμενα τεύχη της «Αρχαιολογίας»[1] δημοσιεύσαμε σειρά άρθρων με τον ίδιο επίτιτλο και με αντικείμενο την κατασκευή δημοσίων κτιρίων στο Άργος κατά την καποδιστριακή εποχή.

Με το σημερινό άρθρο τα πορίσματα της έρευνάς μας «περνούν» στην πόλη του Ναυπλίου, η οποία, μετά την Δ’ Εθνοσυνέλευση που οργανώθηκε στο αρχαίο θέατρο του Άργους κατά τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1829, αναδείχθηκε σε πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και εκεί άρχισαν να μετακομίζουν οι Αρχές από τον Σεπτέμβριο του χρόνου εκείνου.

Από την πλευρά της κτιριοδομίας δημοσίων κτιρίων, που μας απασχολεί εδώ, το Ναύπλιο παρουσιάζει μοναδικό παράδειγμα πόλης της καποδιστριακής εποχής (1828-32) για την οποία έχουμε συλλέξει επαρκείς πληροφορίες από γνωστές και άγνωστες πηγές, ώστε να ανασυστήσουμε με αρκετή πληρότητα την εικόνα ολόκληρης της υποδομής και του ιστού των δημοσίων οικοδομών ή κατασκευών. Τούτο παρουσιάζει προφανές ενδιαφέρον για την ιστορία της οικοδόμησης και της κατασκευής δημοσίων κτιρίων στην Ελλάδα και πιστεύω ότι μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ακόμα «εργαλείο» για την εμβάθυνση στην πολιτική ιστορία της καποδιστριακής περιόδου.

Η κατασκευή δημοσίων κτιρίων, από την άποψη αυτή, πρέπει να ενταχθεί στην όλη προσπάθεια για δημιουργία και λειτουργία μηχανισμών ενός σύγχρονου κράτους με ευρωπαϊκές δομές στην Ελλάδα, της εποχής εκείνης βεβαίως, μια προσπάθεια για την οποία έχουν διατυπωθεί οι γνωστές μέχρι σήμερα θέσεις ιστορικών και πολιτικών, χωρίς να έχουν ερευνηθεί προηγουμένως όλες οι παράμετροι της τότε περιόδου με τρόπο εξαντλητικό.

Αν στον τομέα των διπλωματικών προσπαθειών του Καποδίστρια ή της σύγκρουσής του με ανθρώπους και συμφέροντα σε τοπικό επίπεδο οι έρευνες έχουν προχωρήσει αρκετά, αντίθετα, σε τομείς όπως η λειτουργία της διοίκησης την εποχή εκείνη και η οργάνωση του χώρου μένει να γίνουν πολλά.

Για το τελευταίο θέμα η δική μας έρευνα έχει ολοκληρωθεί και όσα δημοσιεύονται στην «Αρχαιολογία» αποτελούν τα πρώτα δεδομένα – και τα πρώτα κατασταλαγμένα συμπεράσματα – μιας πορείας που, ελπίζω, θα οδηγηθεί στην τελική ολοκλήρωσή της και στη σύνθεση.

 

Αγνώστου ζωγράφου, H άφιξη του πρώτου Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, στο Ανάπλι, στις 7 Ιανουαρίου 1828, (λεπτομέρεια), ελαιογραφία σε καμβά, χ.χ. Την άφιξη του Καποδίστρια (1776-1831), πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου 1828, συνόδευσαν εκδηλώσεις ενθουσιασμού. Η παρουσία αγγλικών, γαλλικών και ρωσικών πολεμικών πλοίων ερμηνεύτηκε ως άτυπη αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας.

 

Ας ξαναγυρίσουμε στο Ναύπλιο. Πολυετής έρευνά μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έως το 1832 είχε κατασκευασθεί η υποδομή για πενήντα περίπου δημόσια κτίρια, ενώ ολοκληρωνόταν ο πολεοδομικός σχεδιασμός για την πόλη και το προάστιό της, την Πρόνοια, με ταυτόχρονες επεμβάσεις για καθαρισμό τους από σωρούς ερειπίων και σκουπιδιών όπως και για δημιουργία των βασικών δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης.[2] 

Από τα κτίρια μπορούμε να μνημονεύσουμε εδώ ενδεικτικά ως εξ υπαρχής κατασκευές ή ως ριζικά μετασκευασμένα παλαιότερα οικοδομήματα το Κυβερνείο, το Αλληλοδιδακτικό σχολείο (ιδρύθηκε και λειτούργησε και «Σχολείον των κορασίων» και προχώρησαν οι ετοιμασίες για ίδρυση Ελληνικού σχολείου), το «Κεντρικόν Πολεμικόν Σχολείον», το «Οπλοστάσιον», το Τελωνείο (κτίριο διαφορετικό από το σημερινό, το οποίο τελικά είναι άγνωστο πότε οικοδομήθηκε), ο Ναύσταθμος, και στην Ακροναυπλία δύο Στρατώνες (ο «μεγάλος» και ο «μικρός»), το Στρατιωτικό Νοσοκομείο (ακριβώς κάτω από αυτήν, κοντά στον Ψαρομαχαλά, λειτούργησε το Πολιτικό Νοσοκομείο), το Ορφανοτροφείο και ένα άλλο σχολείο.[3] (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Επ’ ουδεμιά προφάσει και περιστάσει»: Η αναστολή ισχύος του Συντάγματος της Τροιζήνας | Αριστείδης Ν. Χατζής


 

Το άρθρο εξετάζει την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας από τον Ιωάννη Καποδίστρια το 1828 ως μια κρίσιμη στιγμή της ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή δεν υπήρξε μια προσωρινή και αναγκαία παρέκκλιση λόγω των έκτακτων συνθηκών του Αγώνα, αλλά μια συνειδητή επιλογή συγκεντρωτικής και αυταρχικής διακυβέρνησης, ασύμβατη με το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα της Ελληνικής Επανάστασης. Το άρθρο αναδεικνύει τη σημασία του Συντάγματος της Τροιζήνας ως κορύφωσης του επαναστατικού συνταγματισμού και ερμηνεύει τη σύγκρουση γύρω από την αναστολή του ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πολιτικές λογικές: την παράδοση του συνταγματισμού και της πολιτικής ελευθερίας που διαμορφώθηκε μέσα από την επαναστατική εμπειρία και τον συγκεντρωτικό κρατισμό της μεταναπολεόντειας ευρωπαϊκής διπλωματίας, την οποία εξέφραζε ο Καποδίστριας.

 

Στις 2 Απριλίου 1827 η Γ’ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα υιοθέτησε το Στ’ Ψήφισμά της με το οποίο, «εν ονόματι του ελληνικού έθνους», εξέλεξε τον «κόμη Ιωάννη Καποδίστρια» Κυβερνήτη της Ελλάδος.[1] Το σκεπτικό της επιλογής Καποδίστρια δίνεται στο προοίμιο του Ψηφίσματος:

[Η]υψηλή επιστήμη του κυβερνάν την πολιτείαν και φέρειν προς ευδαιμονίαν τα έθνη, η εξωτερική και εσωτερική πολιτική απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία ο βάρβαρος οθωμανός δεν επέτρεψε ποτέ εις τους Έλληνας. [Α]παιτείται επί κεφαλής της Ελληνικής Πολιτείας ο κατά πράξιν και θεωρίαν πολιτικός Έλλην, διά να την κυβερνήση κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας.

 

Η ίδρυση του Πανελληνίου από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Αποτελεί μέρος της ζωφόρου της Επανάστασης στη Βουλή των Ελλήνων, βασισμένη σε σχέδιο του Γερμανού γλύπτη Ludwig Michael Schwanthaler. Αρχικά, το σχέδιο προέβλεπε τη μορφή του Βασιλιά Όθωνα να υπογράφει το έγγραφο, αλλά τελικά αντικαταστάθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ολόσωμος δεξιά, ο οποίος χαιρετίζει την ίδρυση του σώματος.

 

Η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια συνοδεύτηκε, όμως, από μια σειρά συγκεκριμένων όρων:

(α) Να προσέλθει σε εύλογο χρονικό διάστημα «ν’ αναλάβη τας ηνίας της Κυβερνήσεως».

(β) Η διάρκεια της εξουσίας που του «επιτρέπει» το Έθνος «προσδιορίζεται διά επτά χρόνους, αρχομένους από της σήμερον». Δηλαδή, αν όλα πήγαιναν καλά, η θητεία του Ιωάννη Καποδίστρια θα έληγε την 1η Απριλίου 1834.[2]

(γ) Να «κυβερνήσει την Ελληνικήν Πολιτείαν». Ο Καποδίστριας θα έπρεπε να κυβερνήσει μια Ρεπούμπλικα (Republic), διότι έτσι ονόμασε η Συνέλευση το νέο καθεστώς (Republique Grecque στη διεθνή αλληλογραφία της προσωρινής κυβέρνησης και της Βουλής).

Η Συνέλευση θα υιοθετήσει, αμέσως μετά την εκλογή Καποδίστρια, ένα Σύνταγμα, το δεύτερο της Επανάστασης, που αντιγράφει τους θεσμούς της Αμερικανικής Δημοκρατίας[3] και είναι πολύ πιο φιλελεύθερο και δημοκρατικό από το Σύνταγμα του 1822/23 ο ίδιος ο Καποδίστριας χρησιμοποιεί στην αλληλογραφία του συστηματικά τον όρο Président, και έτσι τον αποκαλούσαν οι πάντες στο εξωτερικό (σε επίσημα έγγραφα, στον Τύπο κ.λπ.). Ο όρος αυτός συνδέεται, εκείνη την εποχή, με την Προεδρική Δημοκρατία των Η.Π.Α.

(δ) Η Συνέλευση τού εμπιστεύτηκε τη «νομοτελεστικήν δύναμιν», δηλαδή την Εκτελεστική εξουσία σε ένα δημοκρατικό σύστημα διάκρισης των εξουσιών.[4] Στην επιστολή-πρόσκληση προς τον Καποδίστρια, που συνέταξαν οι Αναστάσιος Πολυζωίδης, Νικόλαος Χρυσόγελος, Σπυρίδων Τρικούπης, Παναγής Καλογεράς και Κωνσταντίνος Ζωγράφος τονίζεται πως του έχει ανατεθεί η Εκτελεστική εξουσία («νομοτελεστική δύναμις») την οποία πρέπει να ασκήσει «καθ’ όν τρόπον τας εμπιστεύθη εις την Εξοχότητά σου το έθνος».

(ε) Ο σημαντικότερος, όμως, όρος ήταν η απαίτηση της Συνέλευσης να κυβερνήσει «κατά τους καθεστώτας νόμους». Προφανώς ο νέος Κυβερνήτης θα έπρεπε να σεβαστεί κυρίως τον Βασικό Νόμο, το Σύνταγμα. Για τον τελευταίο όρο τα πρακτικά της Συνέλευσης δεν αφήνουν καμία αμφιβολία. Την ίδια ημέρα που η Συνέλευση εξέδωσε το ψήφισμα, συζήτησε και το Ζήτημα του «Πολιτεύματος της Ελλάδος, καθ’ ό μέλλει να κυβερνήση ο Κυβερνήτης» και αποφάσισε να συστήσει επιτροπή από μέλη αλλά και μη μέλη της Εθνοσυνέλευσης «διά να συντάξη Πολίτευμα». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βάλτερ Βρέντε (Walter Wrede, 1893-1990) – Ο «Πρεσβευτής» της Εθνοσοσιαλιστικής Αρχαιολογίας στην Ελλάδα | Νίκος Νικολάου


 

Την περίοδο της ακμής του, το γερμανικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα (NSDAP) περιελάμβανε στις τάξεις του όχι μόνο απλούς Γερμανούς πολίτες αλλά και αρκετούς διακεκριμένους εκπροσώπους του πνευματικού κόσμου της Γερμανίας. Ένας από αυτούς ήταν και ο Βάλτερ Βρέντε, διαπρεπής αρχαιολόγος με έντονη επιστημονική παρουσία στην προπολεμική Ελλάδα, του οποίου όμως η σταδιοδρομία αμαυρώθηκε ανεπανόρθωτα λόγω της απροκάλυπτης συνεργασίας του με τις κατοχικές Αρχές την περίοδο 1941-1944.

Ο Βάλτερ Βρέντε πραγματοποίησε εκτενείς επιφανειακές έρευνες στην Αργολίδα, οι οποίες κάλυψαν και την ευρύτερη περιοχή του Άργους. Ο Βρέντε περιέτρεχε την αργολική ύπαιθρο συλλέγοντας θραύσματα αρχαίων αγγείων (όστρακα) από την επιφάνεια του εδάφους. Στόχος του ήταν να χαρτογραφήσει και να καταγράψει στατιστικά τα δίκτυα οικισμών στην Αργολίδα ανά ιστορική περίοδο. Από τις δικές του επιφανειακές έρευνες στην Αττική και την Αργολίδα, συγκεντρώθηκαν περίπου 10.000 όστρακα, τα οποία μεταφέρθηκαν και ενσωματώθηκαν στην αρχαιολογική συλλογή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αθήνας.

Ο Βάλτερ Βρέντε άφησε πίσω του ένα τεράστιο και πολύτιμο οπτικό υλικό. Το φωτογραφικό αρχείο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αθήνας (DAI) περιλαμβάνει πολυάριθμες δικές του φωτογραφίες από το Άργος, την Τίρυνθα, τις Μυκήνες και άλλες θέσεις της Αργολίδας.

 

Βάλτερ Βρέντε (1893-1990).

Η επιστημονική και η επαγγελματική εξέλιξη του Βρέντε ως τα μέσα της δεκαετίας του 1930 κάθε άλλο παρά προοιωνίζονταν την αρνητική τροπή που θα έπαιρνε στη συνέχεια η σταδιοδρομία του.

Ο Βρέντε γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1893 στο Μάρμπουργκ και ήταν γιος του Γερμανού λόγιου Φερδινάνδου Βρέντε. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην  πατρική του πόλη (1899-1911) σπούδασε Αρχαία Ιστορία, Κλασικές Σπουδές και Κλασική Αρχαιολογία στο Τίμπινγκεν, στο Μάρμπουργκ και στο Βερολίνο. Οι πανεπιστημιακές σπουδές του διακόπηκαν λόγω της στρατιωτικής του θητείας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους.

Την 21η Ιουλίου 1921 του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα για την εργασία του με τίτλο Κriegers Abschied und Heimkehr in der griechischen Kunst Ι (Η απόλυση του πολεμιστή και ο επαναπατρισμός στην ελληνική τέχνη), την οποία εκπόνησε υπό τον διαπρεπή αρχαιολόγο Πάουλ Γιάκομπσταλ στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Για την ίδια εργασία είχε προηγουμένως βραβευθεί από τη Φιλοσοφική Σχολή του ίδιου πανεπιστημίου, ενώ περίληψή της δημοσιεύθηκε στην Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής το ίδιο έτος.[1]

Στη διάρκεια του 1921 ο Βρέντε διορίστηκε καθηγητής στη Γερμανική Σχολή Αθηνών ενώ παράλληλα παντρεύτηκε την Γκρέτε Μπάρτελς. Την περίοδο 1924-1926 διετέλεσε διευθυντής της Γερμανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Τον Οκτώβριο του 1926 διορίστηκε επιμελητής στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών (Deutsches Archaologisches Institut Athen, στο εξής: DAI) του οποίου το 1927 έγινε υποδιευθυντής. Το 1928 έλαβε τον τίτλο του υφηγητή από το Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ.[2] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο χάλκινος αθλητής του Λυγουριού του 5ου αιώνα π.Χ. στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Βερολίνου – Αντώνης Ξυπολιάς


 

Στις συλλογές του Αρχαιολογικού Μουσείου του Βερολίνου φυλάσσονται δύο μικρά χάλκινα έργα προερχόμενα από το Λυγουριό, τα οποία αποτελούν σημαντικά τεκμήρια της πρώιμης κλασικής περιόδου. Η παρουσία τους επιβεβαιώνεται και από επιστολή του αρχαιολόγου Martin Maischberger, αναπληρωτή διευθυντή του μουσείου, με ημερομηνία 19 Δεκεμβρίου 2016[1].

Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους κατέχει ένα αγαλμάτιο νεαρού αθλητή, χρονολογούμενο γύρω στο 470 π.Χ. Παρά το μικρό του μέγεθος, αποτελεί σημαντική μαρτυρία για τη μετάβαση από την ύστερη αρχαϊκή στην πρώιμη κλασική γλυπτική. Η μελέτη του έργου συμβάλλει στην κατανόηση της εξέλιξης της αργειακής καλλιτεχνικής παράδοσης και φωτίζει τη διαμόρφωση των αισθητικών αρχών που αργότερα θα συστηματοποιηθούν από τον Πολύκλειτο.

Σύμφωνα με τα αρχεία του μουσείου, τη σχετική βιβλιογραφία[2], αλλά και την σχετική επιστολή της 19 Δεκεμβρίου 2016  τα δύο αντικείμενα εντάχθηκαν στις συλλογές του ως δωρεά του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β’ και προέρχονταν από ιδιωτική συλλογή της Αθήνας. Το πρώτο παριστάνει νεαρό αθλητή που κρατά μικρή σφαίρα στο αριστερό χέρι (Misc. 8089), ενώ το δεύτερο αποτελεί θραύσμα ανδρικής μορφής με σφιγμένη γροθιά, η οποία πιθανότατα απεικόνιζε τον Ηρακλή ή τον Δία (αρ. καταλόγου Misc. 8090).

 

Ο χάλκινος αθλητής του Λυγουριού. Δημοσιεύεται το βιβλίο της Renate Thomas, «Athletenstatuetten der Spätarchaik und des Strengen Stils», Roma, 1981.

 

Η σημασία του αγαλματίου του αθλητή αναγνωρίστηκε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, αμέσως μετά την έκθεσή του στις προθήκες του μουσείου. Το 1890, με αφορμή τη συμπλήρωση πενήντα ετών από την ίδρυση της Αρχαιολογικής Εταιρείας του Βερολίνου, ο Γερμανός αρχαιολόγος και ιστορικός της τέχνης Adol  Furtwängler [Άντολφ Φουρτβένγκλερ] δημοσίευσε ειδική μελέτη με τίτλο Eineargivische  Bronze («Ένα αργειακό χάλκινο έργο»), στην οποία υποστήριξε ότι το αγαλμάτιο αποτελεί σημαντικό πρωτότυπο έργο της ελληνικής γλυπτικής[3]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η δίκη για την δολοφονία του Κυβερνήτη Ι. Α. Καποδίστρια – Διπλωματική Εργασία της Φωτεινής Σταύρου Αλεξανδράκη, Νομική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2022.


 

Εισαγωγή – Τα γεγονότα και τα πρόσωπα στην διαδρομή προς το τέλος – Μία διήγηση της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 – Εξιστορήσεις των σχετικών με την δολοφονία γεγονότων – Η προανακριτική διερεύνηση της δολοφονίας από την στρατιωτική δικαιοσύνη  – Η δίκη για την δολοφονία του Κυβερνήτη και η εκτέλεση του Γ.Μαυρομιχάλη –  Η διακρίβωση της ευθύνης των προσώπων κατά την εξακολούθηση των προανακρίσεων – Επίλογος

Περίληψη

Η εργασία είναι μία παρουσίαση της δικογραφίας που αφορά στην δολοφονία του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια και της δίκης των άμεσα εμπλεκομένων σε αυτήν. Προσεγγίζει την προανακριτική διαδικασία που οδήγησε στην καταδίκη του φυσικού αυτουργού και των συνεργών του από το τακτικό στρατιωτικό συμβούλιο, καθώς και αυτήν που εξακολούθησε, μετά την δικαστική απόφαση, διερευνώντας την πιθανή ευθύνη περισσότερων προσώπων. Στην εργασία θίγονται ακόμη, ορισμένα ζητήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου σχετικά με την απονομή της ποινικής και ιδιαίτερα της στρατιωτικής δικαιοσύνης των αρχών του 19ου αιώνα. Στον βαθμό που είναι απαραίτητο, αποδίδονται, επίσης, περιεκτικά οι ιστορικές συνθήκες της εποχής, τα πρόσωπα και τα γεγονότα στην διαδρομή προς το τέλος του Κυβερνήτη.

 

Εισαγωγή

 

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας έφθασε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828[1], αρχικά στο Ναύπλιο[2] και, αμέσως μετά, στην Αίγινα[3], όπου συνάντησε, πρώτη φορά, τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Στην συνομιλία του με τον λαμπροφορεμένο διάδοχο της επιφανούς οικογένειας, όπως μεταφέρεται στην διήγηση του Γ. Τερτσέτη (1970:257-260) αποδίδοντας μαρτυρία αγνώστου, ο Κυβερνήτης,[4] με την διορατικότητα ίσως, της ωριμότητάς του, διέβλεψε αυτό, που έμελλε να συμβεί. «Ένα μόνο φοβούμαι πολύ…αν πλανεθή ο ελληνισμός σας και σηκωθή σκοτάδι μεταξύ μας, ώστε εσείς να μη διαβάζετε εις την καρδίαν μου, θολωθούν κι εμέ οι οφθαλμοί μου, ποίος ηξεύρη…Τι θα γενούμε;»

Η δολοφονία του την 27η Σεπτεμβρίου 1831, μέσα στην αγωνία της αμφίβολης, ακόμη, ύπαρξης του ελληνικού κράτους και τα ασύμπτωτα πάθη, σφράγισε την εξαίσια ήττα[5] ενός συνεπούς ανθρώπου, αφοσιωμένου έως θανάτου[6].

Τις στιγμές εκείνες, η κατάσταση παρέμενε επικίνδυνα ρευστή για την νεοσύστατη ελληνική πολιτεία. Το ζήτημα της οριστικής και πρόσφορης διευθέτησης των συνόρων της εκκρεμούσε ακόμη[7], η πολιτειακή και διοικητική οργάνωση είχε συναντήσει την δυναμική, και πλέον στασιαστική, αντίδραση των παραδοσιακών παραγόντων και των αντιμάχων διανοουμένων, που προέτασσαν, ειλικρινά ή προσχηματικά, το Σύνταγμα[8]. Όπως έχει επισημανθεί, η επανάσταση δεν είχε ουσιαστικά λήξει, τουλάχιστον στο εσωτερικό της χώρας (Β. Κρεμμυδάς, 1977:218)[9]· η καποδιστριακή περίοδος υπήρξε η τελευταία της φάση (Χ. Λούκος, 2019:61)[10].

Παρότι η διερεύνηση των αιτίων που οδήγησαν στην δολοφονία και των συνθηκών, η αξιολόγηση της σημασίας και των συνεπειών της υπερβαίνουν τις δυνατότητες αυτής της εργασίας, ορισμένες αναφορές θα γίνουν, στον βαθμό που είναι απαραίτητες. Οπωσδήποτε υπήρξε γεγονός πολλαπλά καθοριστικό, επαναφέροντας μέσα στην ελληνική ιστορική διαδρομή, ερωτήματα που δυσκολευόμαστε ή αδυνατούμε ν’ απαντήσουμε.

Η εργασία είναι μία προσέγγιση της δικογραφίας που αφορά την δολοφονία του Κυβερνήτη και της μόνης δίκης που ακολούθησε, αυτής των κατηγορουμένων για την άμεση συμμετοχή στο έγκλημα. Δίκη που, μέσα στο χάος, υπήρξε «το μοναδικό επεισόδιο αξιοπρέπειας και τιμής» (Κ. Γουντχάους, 2020:705), οδηγώντας στην θανατική καταδίκη και την σύντομη εκτέλεση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη. Εκείνος, καθώς αρνιόταν την ενοχή του και υποδείκνυε ως φονέα τον ήδη νεκρό θείο του, δεν υπερασπίστηκε ούτε εξήγησε την πράξη. Δεν το έπραξε ευθέως ούτε στην διαθήκη του, που συνέταξε τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Η προανακριτική διαδικασία συνεχίστηκε και μετά από τη δίκη, επί σχεδόν τέσσερεις μήνες[11], και επεκτάθηκε στην διακρίβωση της πιθανής ευρύτερης συνωμοσίας και της ευθύνης που μπορούσαν να έχουν και άλλα πρόσωπα.

Δεν έχει διασωθεί βέβαια πλήρης η δικογραφία, λανθάνει σημαντικό μέρος του ογκώδους, όπως φαίνεται, προανακριτικού υλικού[12]. Ο Β. Κρεμμυδάς (1977) μελέτησε πρώτος, το σύνολο των διασωζομένων εγγράφων, όχι μόνον όσων περιέχονται στις αρχειακές συλλογές, αλλά και εκείνα της ιδιωτικής συλλογής Β. Διοσκουρίδη[13], η οποία είχε τεθεί στην διάθεσή του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το σπίτι του Σπυρίδωνος Τρικούπη στο Άργος Συμβολές στην ιστορία της Κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής (1828-1833) | Βασίλης Δωροβίνης – Δικηγόρος, Πολιτικός επιστήμονας, Ιστορικός


 

Σ’ αυτό γεννήθηκε, κατά μία άποψη, ο Χαρίλαος Τρικούπης.

Καταρρέει, εγκαταλειμμένο από την Αγροτική Τράπεζα.

Η ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στο έγκριτο Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τ. 66, το 1998.

 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Το 1996 γιορτάστηκε με επισημότητα η επέτειος των εκατό χρόνων από τον θάνατο του Χαρ. Τρικούπη, γεγονός που έγινε αφορμή να οργανωθούν συνέδρια και δύο εκθέσεις στην Αθήνα, αλλά και να δημοσιευθούν σχετικές μελέτες και άρθρα. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, στα άλλα ευρωπαϊκά, τουλάχιστο, κράτη, ελάχιστο ενδιαφέρον εκδηλώθηκε για τις συγκεκριμένες και υλικές μαρτυρίες που συνδέονται με τον πολιτικό αυτόν, ιδιαίτερα μάλιστα για τα σπίτια που είχε οικοδομήσει ο πατέρας του Σπυρίδων Τρικούπης, στην Αίγινα, στο Ναύπλιο και στο Άργος.[1] Προσπάθεια του γράφοντος να προκαλέσει, για το θέμα αυτό, το ενδιαφέρον του υπευθύνου της μιας από τις δύο εκθέσεις δεν ευδοκίμησε. Το φαινόμενο της αδιαφορίας για τις υλικές μαρτυρίες που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με ιστορικά πρόσωπα, τα οποία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη νεότερη Ελλάδα, εκδηλώνεται και εδώ με όλη την έντασή του.

Στο παρόν άρθρο αποφασίσαμε και εκθέτουμε με λεπτομέρειες την ιστορία του σπιτιού του Σπυρ. Τρικούπη στο Άργος, αφού κάνουμε σύντομη αναφορά στα άλλα σπίτια που έκτισε στην Αίγινα και στο Ναύπλιο. Ταυτόχρονα δημοσιεύουμε με πληρότητα μαρτυρίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Χαρ. Τρικούπης γεννήθηκε στο Άργος, το 1830.

Σε πολύ παλαιότερη μελέτη μας, που αποτελεί ατυχώς μέχρι σήμερα και τη μοναδική (και ελλιπή) προσέγγιση της ιστορίας της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής στο Άργος,[2] είχαμε αφιερώσει συντομότατο και ατελές σημείωμα και για το σπίτι του Τρικούπη στην πόλη αυτή, προϊόν γενικότερων ερευνών μας που δεν περατώθηκαν παρά χρόνια αργότερα.

Θεωρώ ότι επιβάλλεται η πληρέστερη και επεξεργασμένη δημοσίευση της ιστορίας αυτού του κτιρίου, για πολλούς λόγους. Πρώτος και κύριος είναι η πλήρης εγκατάλειψή του από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος [σήμερα αποτελεί ιδιοκτησία της Τράπεζας Πειραιώς], τελευταίο ιδιοκτήτη του κτιρίου εδώ και αρκετά, πλέον, χρόνια. Δεύτερος λόγος είναι η επικαιρότητα της επετείου του θανάτου του Χαρ. Τρικούπη. Ο τρίτος λόγος αφορά την ίδια την ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής, θέμα για το οποίο η Αρχαιολογία έχει ήδη φιλοξενήσει σειρά μελετών μας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τελετή Αναγόρευσης της διακεκριμένης θεατρολόγου Béatrice Picon-Vallin (Μπεατρίς Πικόν-Βαλέν), σε Επίτιμη Διδάκτορα του Τμήματος Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών, της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


 

Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου – Σχολή Καλών Τεχνών.

Στις 4 Ιουνίου 2026, ημέρα Πέμπτη και ώρα 12:00 μ.μ., στην αίθουσα της Παλαιάς Βουλής «Βουλευτικό» στο Ναύπλιο, θα αναγορευθεί Επίτιμη Διδάκτορας του Τμήματος Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου η Béatrice Picon-Vallin, διακεκριμένη θεατρολόγος και Ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στις Παραστατικές Τέχνες, στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) της Γαλλίας.

Η Béatrice Picon-Vallin, Ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στις Παραστατικές τέχνες, στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) της Γαλλίας, αποτελεί μία από τις κορυφαίες, διεθνώς, προσωπικότητες της σύγχρονης θεατρολογικής έρευνας.

Η συμβολή της στη μελέτη της ιστορίας της σκηνοθεσίας, του ρωσικού και σοβιετικού θεάτρου, της υποκριτικής και των σχέσεων του θεάτρου με τις εικαστικές τέχνες, τα πολυμέσα και τις νέες τεχνολογίες υπήρξε καθοριστική. Η συμβολή της στη μελέτη του έργου του Βσέβολοντ Μέγιερχολντ θεωρείται θεμελιώδης παγκοσμίως, καθώς ανέδειξε εκ νέου τη θεωρητική, αισθητική και παιδαγωγική του σημασία.

 

Béatrice Picon-Vallin

 

Το έργο της είναι επίσης πρωτοποριακό στον τομέα της επαυξημένης σκηνής, της σχέσης θεάτρου και οπτικοακουστικών μέσων, της σχέσης του θεάτρου με τις άλλες παραστατικές τέχνες (μουσική, χορός, τσίρκο), καθώς και στη μελέτη των σύγχρονων μορφών θεάτρου-ντοκουμέντου. Μέσα από πλήθος μονογραφιών και συλλογικών εκδόσεων, ανέδειξε κρίσιμα ζητήματα γύρω από την έννοια της τεκμηρίωσης, της θεατρικής αλήθειας και της πολιτικής διάστασης της παράστασης στη σύγχρονη εποχή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μια Βραδιά Ιστορικής Μνήμης στην Παλαιά Βουλή – Η παρουσίαση του βιβλίου για τον Εμμανουήλ Ρέπουλη από τον Σύλλογο των Απανταχού Κρανιδιωτών «Εμμανουήλ Ρέπουλης»


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», τις εντυπώσεις της  εκπαιδευτικού – συγγραφέως και συνεργάτιδας της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης κυρίας Τζένης Δ. Ντεστάκου, που έχουν να κάνουν με την παρουσίαση του βιβλίου: «Εμμανουήλ Ρέπουλης – Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου (1917-1920)», που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη (13/05/2026) στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Μέγαρο Παλαιάς Βουλής στην οδό Σταδίου στην Αθήνα), στον ίδιο χώρο που πριν από πολλά χρόνια, αγόρευε ο Εμμανουήλ Ρέπουλης.

 

Εμμανουήλ Ρέπουλης

Η παρουσίαση του βιβλίου για τον Εμμανουήλ Ρέπουλη στην κατάμεστη αίθουσα της Παλαιάς Βουλής εξελίχθηκε σε μια κορυφαία πνευματική και ιστορική στιγμή. Μέσα από τον μεστό λόγο του εκπαιδευτικού και μελετητή της Τοπικής Ιστορίας κ. Γιάννη Σπετσιώτη, ο οποίος είχε τον άψογο συντονισμό, η «αύρα» του μεγάλου πολιτικού πλημμύρισε τον χώρο όπου κάποτε αγόρευε. Η σύμπτωση δε των επετείων θανάτου του Εμμανουήλ Ρέπουλη και του Ελευθερίου Βενιζέλου έδωσε μια ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα στην εκδήλωση.

Η έναρξη με το σπάνιο ηχητικό από τηλεοπτικό αφιέρωμα της ΕΡΤ (1983), λειτούργησε ως μια «μηχανή του χρόνου» αποδεικνύοντας τη διαχρονικότητα των μηνυμάτων του μεγάλου πολιτικού.

 

Στιγμιότυπο από την εκδήλωση. Φωτογραφία: Ειδησεογραφικός ιστότοπος «Πολίτης Αργολίδας».

 

Η εκδήλωση φωτίστηκε από τη σπουδαία προσφορά της κας Δήμητρας Φωστίνη – Δέμου (Αντιπροέδρου του Συλλόγου). Η ευγενική χορηγία για την έκδοση στη μνήμη των γονέων και του συζύγου της, Σταύρου Δέμου, ιδρυτή της φαρμακοβιομηχανίας DEMO, αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα σύγχρονης ευεργεσίας με βαθιά ανθρώπινο πρόσωπο. Η αναφορά στα κοινά μαθητικά χρόνια της χορηγού με τον συντονιστή στο Γυμνάσιο Κρανιδίου πρόσθεσε μια νότα γνήσιας τοπικής συγκίνησης… (περισσότερα…)

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου της Ζαχαρούλας Παπαδάκη, «Νικηταράς Ήρως και Ύβρις – Στο Πάνθεον των Ηρώων», στο «Δαναό»


 

«Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι…».

 

Μια νέα, εμπεριστατωμένη ματιά στην πολυσήμαντη προσωπικότητα του Νικηταρά παρουσιάζεται στο βιβλίο «Νικηταράς Ήρως και Ύβρις – Στο Πάνθεον των Ηρώων» της Ζαχαρούλας Παπαδάκη. Το βιβλίο θα παρουσιαστεί το Σάββατο 28 Μαρτίου 2026, στις 7μμ, στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «O Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος.

 

Νικηταράς – Ήρως και Ύβρις…

 

Ομιλητής: Κωνσταντίνος Γρίβας- Καθηγητής Γεωπολιτικής Ανωτάτης Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οικογένεια Ζέρβα εκ Κρανιδίου (18ος– αρχές 20ου αιώνα) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Εισαγωγή – Ιωάννης Ζέρβας – Κωνσταντίνος Ζέρβας του Ιωάννη – Ιωάννης Ζέρβας του Κωνσταντίνου – Αριστείδης Ζέρβας του Κωνσταντίνου – Γεώργιος Ζέρβας του Κωνσταντίνου – Νικόλαος Ζέρβας του Αριστείδη – Νικόλαος Ζέρβας του Γεωργίου – Ανδρέας ή Αναγνώστης Ζέρβας του Ιωάννη – Αναγνώστης ή Λογοθέτης Ζέρβας του Κωνσταντίνου – Βιβλιογραφία

 

Εισαγωγή

 

Το επίθετο Ζέρβας έχει αρβανίτικη ρίζα και σημαίνει αυτόν που έχει δυνατή φωνή, δηλαδή τον βροντόφωνο.[1] Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες η οικογένεια Ζέρβα έχει ηπειρώτικη καταγωγή. Κάποιοι θεωρούν ως γενέτειρά τους το Σούλι και άλλοι το χωριό Ζερβό της Πρέβεζας.[2]

Το 1456 οι Αρβανίτες Ζερβαίοι μαζί με άλλους Αρβανίτες, που είχαν εγκατασταθεί σε περιοχές της Δυτικής Αττικής, εκδιώχθηκαν και ήλθαν σε χωριά της Κυνουρίας. Γρήγορα, όμως, από τα ορεινά, άγονα και φτωχά μέρη της επαρχίας μετοίκησαν στο Κρανίδι, στην Ύδρα και τις Σπέτσες.

Στο Κρανίδι οι Ζερβαίοι «ρίζωσαν» και μια ολόκληρη περιοχή πήρε το όνομά τους. Στη βενετική απογραφή του 1700 έζησε ο παπα – Δήμας Ζέρβας, εφημέριος σ’ έναν από τους οκτώ συνοικισμούς που είχε χωριστεί το Κρανίδι, με δεκαεννέα οικογένειες στην εποπτεία του.[3] Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια Ζέρβα αναδείχθηκε από τις διαπρεπέστερες του Κρανιδίου δίνοντας ηρωικούς αγωνιστές στον αγώνα υπέρ της ανεξαρτησίας της Πατρίδας και στη συνέχεια βουλευτές, δημάρχους, επιστήμονες και εκλεκτούς εργάτες της γης και της θάλασσας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »