Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Η προστασία των αρχαιοτήτων της Αργολίδας κατά τον 19ο αιώνα: Τεκμήρια από το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας


 

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας απόκειται το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων, τα τεκμήρια του οποίου καλύπτουν τη χρονική περίοδο από το 1835 έως το 1980. Πρόκειται για αρχειακό υλικό που συμβάλλει κυρίως στη γνώση της μικροϊστορίας. Είναι ένα σημαντικό αρχείο, αν λάβουμε υπόψη μας τη μεγάλη χρονική του διάρκεια και πληρότητα, τις αδιάσπαστες σειρές στοιχείων, καθώς και το ότι το αρχείο της Νομαρχίας Αργολίδας σώζεται από το 1965 και μετά. [1]

Στην παρούσα δημοσίευση θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τα σχετικά με τις αρχαιότητες τεκμήρια του Δημοτικού Αρχείου υπό το πρίσμα των τοπικών συνθηκών και του ιστορικού γίγνεσθαι της εποχής.

Είναι γνωστά τα μέτρα τα οποία έλαβε ο Καποδίστριας, η Αντιβασιλεία και ο Όθωνας για την προστασία των αρχαιοτήτων. Όμως, παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί, υπήρξε πληθώρα περιπτώσεων αρχαίων που πουλήθηκαν σε ξένους, λεηλατήθηκαν από ξένους και δωρίστηκαν από το Ελληνικό Κράτος σε ξένους. [2]

Επιπλέον, ενώ ο αρχαιολογικός νόμος της Αντιβασιλείας, τον Ιούνιο του 1834, προστάτευε τα μνημεία και τα ερείπια, εντούτοις υπήρξαν περιπτώσεις, όπου λίθοι αρχαίων ερειπίων χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή οικοδομημάτων κατά τον οικοδομικό οργασμό που ακολούθησε τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και το κτίσιμο των νέων πόλεων.

Βέβαια κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί πριν τη δημοσίευση του αρχαιολογικού νόμου, αν λάβουμε υπόψη μας τί θεωρείτο ως αρχαίο, το οποίο και θα έπρεπε να προστατευθεί. Διαφωτιστικό γι’ αυτό το θέμα είναι έγγραφο του 1829 που απέβλεπε αφενός να ευαισθητοποιηθούν οι κάτοικοι για τα λείψανα της αρχαιότητας και αφετέρου να μάθουν να τα αναγνωρίζουν και να τα καταλαβαίνουν. [3]

Το έγγραφο υπογράφει ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο γνωστός Φιλικός, ο οποίος τότε κατείχε τη θέση του Εκτάκτου Επιτρόπου της Ήλιδας. Το παραθέτω:

 

Μουσείον ονομάζεται το μέρος, όπου τίθενται αι αρχαιότητες και φυλάττονται. Αρχαιότητες λέγονται αι παλαιότητες, όσα δηλαδή είναι έργα των προγόνων Ελλήνων και διεσώθησαν υποκάτω ή επάνω της γης. Συνίστανται αι αρχαιότητες από είδωλα λίθινα, ή από μάρμαρον, ή χρυσόν, άργυρον, χαλκόν, ή ορείχαλκον (προύντζος), σχηματίζοντα είδος ανθρώπου ή άλλου ζώου, γερά ή σπασμένα. Συνίστανται από δουλευμένας πέτρας, οπού έχουν επιγράμματα. Συνίστανται από αγγεία αργυρά, χρυσά, ορειχάλκινα, χάλκινα, πήλινα, ευρισκόμενα πολλάκις θαμμένα εις την γην ανάμεσα εις παλαιά ερείπια, ή τους ελληνικούς παλαιούς τάφους. Συνίστανται από διάφορα νομίσματα (μονέδες) χρυσά, αργυρά, ορειχάλκινα, χάλκινα και μολυβένια διαφόρου μεγέθους και βαρύτητος. Συνίστανται από βιβλία εις μεμβράνας. Και τέλος συνίστανται αι αρχαιότητες και εις άλλα διάφορα τεχνητά, δηλαδή εις δακτυλίδια χρυσά, ή αργυρά, εις δακτυλιδόπετρες με έγγλυφα ή ανάγλυφα, παριστώντα μορφήν ανθρώπων, ζώων, πτηνών, εντόμων, όφεων, φυτών. Όλα αυτά συνιστώσι τας αρχαιότητας, και δι’ αυτάς η Σ. Κυβέρνησις εσύστησε το Μουσείον και τας συναθροίζει.

 

Πουθενά στο έγγραφο δε γίνεται λόγος για ερείπια δημόσιων ή ιδιωτικών κτισμάτων είτε αυτά είναι τείχη, είτε είναι ναοί, είτε είναι ιερά, είτε είναι κατοικίες κ.λπ.. Άρα στη συνείδηση των διοικούντων, και βέβαια πολύ περισσότερο του λαού, τα παραπάνω κτίσματα δεν ήταν «αρχαία», οπότε δεν έχριζαν προστασίας και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τις όποιες ανάγκες από τον οποιοδήποτε. Έτσι εξηγείται γιατί ξηλώθηκαν τα θεμέλια του ναού του Απόλλωνα στην Αίγινα για να κατασκευαστεί η προκυμαία, γιατί κατεδαφίστηκε στο Γαλαξείδι το αρχαίο τείχος για να κατασκευαστεί και εκεί η προκυμαία, [4] γιατί δημοπρατήθηκε το τείχος της Αθήνας και γιατί στο Ναύπλιο χρησιμοποιήθηκαν πέτρες από «τα παλαιά τείχη» [5], οι οποίες μάλιστα μεταφέρθηκαν με τις εθνικές άμαξες, προκειμένου να κατασκευαστεί προκυμαία και λιμενοβραχίονες μετά την πώληση των οικοπέδων στην παραλία το 1832, [6] για να δημιουργηθεί το «Προάστειον του Αιγιαλού».

Η παραπάνω πρακτική, λοιπόν, ανάγκασε το Μάιο του 1837 την επί των Εσωτερικών Βασιλική Γραμματεία να αποστείλει εγκύκλιο, [7] με την οποία, μέσω του Διοικητών των Νομών, έδινε εντολή στους Δημάρχους αφενός να εκδώσουν αυστηρές διαταγές προς τους δημότες και αφετέρου οι ίδιες οι Δημοτικές Αρχές να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή «εις την διατήρησιν των σωζομένων αρχαιοτήτων». Και τούτο γιατί η Κυβέρνηση είχε πληροφορίες «από υποκείμενα αξιόπιστα περιελθόντα διαφόρους Επαρχίας… ότι εις πολλά μέρη συντρίβονται και ακρωτηριάζονται αρχαίοι λίθοι, μεταφερόμενοι από ναούς και άλλα μνημεία εις τας πόλεις και τα χωρία προς χρήσιν δημοσίων και ιδιωτικών οικοδομών». Μάλιστα, προειδοποιούσε τους δημότες ότι «όστις συντρίψει ή ακρωτηριάσει αρχαιότητά τινα θέλει καταμηνύεται εις τον αρμόδιον εισαγγελέα διά να ενεργούνται κατ’ αυτού τα παρά του νόμου διακελευόμενα».

 

Εγκύκλιος

 

Ένας άλλος τρόπος προστασίας των αρχαιοτήτων ήταν η συγκέντρωση και φύλαξή τους. Έτσι μετά τρία χρόνια, το Μάιο του 1840, ο υπουργός της «επί των εκκλησιαστικών και της δημοσίου εκπαιδεύσεως» απέστειλε εγκύκλιο [8] προς στους διοικητές με το ερώτημα εάν ήταν δυνατή η σύσταση μουσείου, προκειμένου να συγκεντρωθούν οι αρχαιότητες. Ο διοικητής Αργολίδας τη διαβίβασε προς στους Δημάρχους του Νομού. Όσον αφορά την πόλη του Ναυπλίου ο Δήμαρχος προέβη σε κάποιες ενέργειες χωρίς αποτέλεσμα. Το θέμα ούτε καν συζητήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο. Ίσως, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η οικονομική κατάσταση του Δήμου, η οποία χαρακτηρίζεται από το Δήμαρχο ως «ελεεινή». Προφανώς, υπήρχαν άλλες προτεραιότητες. [9]

Το Μάρτιο του 1843 ο Διοικητής Αργολίδας επανήλθε με μακροσκελή εγκύκλιο προς τους Δημάρχους της Διοίκησής του, με την οποία τους καθιστούσε προσωπικά υπεύθυνους «διά πάσαν βλάβην ή αφαίρεσιν αρχαιοτήτων» [10]. Την εγκύκλιο αυτή προκάλεσε η επιδεινούμενη κατάσταση σχετικά με τα λείψανα της αρχαιότητας, τα οποία «φθείρονται και εξαφανίζονται από χείρας βεβήλους και απειροκάλους άλλοτε μεν συντριβόμενα, άλλοτε δε καιόμενα, [11] άλλοτε εντοιχιζόμενα και άλλοτε τέλος απαγόμενα ακαταζητήτως». Τέλος, έδινε οδηγίες για τη συλλογή και φύλαξη των αρχαιοτήτων.

Όμως, η κατάσταση όχι μόνο δεν βελτιωνόταν, αλλά μάλλον χειροτέρευε. Οι αρχαιότητες ήταν στο έλεος των αρχαιοκάπηλων σε σημείο που το Μάρτιο του 1854 το υπουργείο των Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο [12] προς τους Νομάρχες ζητώντας επαγρύπνηση για τη διαφύλαξη των αρχαιοτήτων και την παρεμπόδιση των ανασκαφών. Και ενώ η περίληψη της εγκυκλίου είχε τον τίτλο «Περί αρχαιοτήτων», ο Γραμματέας σημειώνει χαρακτηριστικά στο κάτω μέρος του εγγράφου «περί παρεμποδίσεως ανασκαφών», δηλαδή την πραγματική αιτία που προκάλεσε την αποστολή της εγκυκλίου.

Σε άλλη εγκύκλιο [13] προς τους Δημάρχους, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα γράφοντας ότι «ουδείς εξ υμών κατεννόησεν οπόσον ενδιαφέρει την πατρίδα κοινώς και έκαστον Δήμον, ιδίως η καλή διατήρησις των επιτοπίως ανευρισκομένων εκάστοτε, ή και σωζομένων έκπαλαι αρχαιοτήτων» και συνεχίζει κατηγορώντας τους Δημάρχους και τους Παρέδρους ότι, είτε από ραθυμία, είτε από απειροκαλία, είτε από αισχροκέρδεια οι αρχαιότητες καταστρέφονται ή εξάγονται «εις ξένην γην». Μάλιστα, καθιστούσε τους Δημάρχους και τους Παρέδρους προσωπικά υπεύθυνους. Κατέληγε δε με την αναγγελία ότι «εντός ολίγου θέλουν διορισθεί εκ των απομάχων φύλακες παρ’ εκάστω Δήμω περιέχοντα λείψανα αρχαιότητος». [14] Γενικώς αυτή τη χρονιά υπήρξε μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Μένει να ερευνηθεί εάν η αρχαιοκαπηλία και η καταστροφή των αρχαίων είχε τέτοια έκταση, ώστε να σταλεί από το υπουργείο των εκκλησιαστικών η εγκύκλιος του 1854, [15] η οποία μάλιστα επρόκειτο να διαβαστεί στις εκκλησίες των Δήμων και των χωριών του νομού και η οποία όριζε «ότι όστις καταστρέψει αρχαιότητας, ήτοι αγάλματα, επιγραφάς, αρχαία τείχη και παν ότι είναι έργον των αρχαίων ημών προγόνων ούτος εκτός της προσωπικής αυτού κρατήσεως… θέλει υπόκειται και εις πρόστιμον, ανάλογον της τιμής της Αρχαιότητος εκείνης, την οποίαν κατέστρεψεν,…». Μάλιστα, προβλεπόταν και αμοιβή για εκείνον ο οποίος θα έκανε την καταμήνυση, η οποία αμοιβή ανερχόταν στο μισό του προστίμου, που θα κατέβαλλε ο καταστροφέας. Η εγκύκλιος επιστράφηκε στο Δήμο Ναυπλίου με τη σημείωση «ανέγνωσα την Διαταγίν σας … επεκλισίαις την εν Μουράταγα [16] 7 Σεπτεμβρίου 1854 ο εφιμεριος Παππά Αθ: (ανάσιος) Τσιπόκας»(sic). [17]

 

Εγκύκλιος

 

Μεσολαβεί ένα διάστημα άνω των 15 χρόνων χωρίς να ανιχνεύονται αρχειακά τεκμήρια για τις αρχαιότητες. Το 1870 το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως αποστέλλει μακροσκελή εγκύκλιο [18] προς τους Νομάρχες και τους Επάρχους. Ο συντάκτης της εγκυκλίου περιγράφει το πρόβλημα της καταστροφής και της καπήλευσης των αρχαιοτήτων ξεκάθαρα, χωρίς υπεκφυγές και συγκαλύψεις. Καυτηριάζει την αρχαιοκαπηλία, που, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται για την περιστολή της, όχι μόνο αυξάνει, αλλά και κάποιοι το έχουν καταστήσει επάγγελμα. Παρομοιάζει τους αρχαιοκάπηλους με τυμβωρύχους «οίτινες του κέρδους χάριν ήθελον ανορύττει τους τάφους των πατέρων των». Χαρακτηρίζει ως «μεγίστην καταισχύνην» τα αρχαία να κοσμούν τα Μουσεία της Ευρώπης και όχι το Εθνικό Μουσείο της Ελλάδας. Καταλήγει ότι η σωτηρία των αρχαίων επαφίεται στην ευσυνείδητη εκτέλεση των καθηκόντων εκ μέρους των Δημάρχων, των συμβούλων τους και των λοιπών υπαλλήλων.

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Βέβαια δεν είναι άμοιρο ότι ιδρύονται οι περισσότερες ξένες Αρχαιολογικές Σχολές και Ινστιτούτα, οι οποίες και αναλαμβάνουν να εκτελέσουν ανασκαφές. Επίσης, ιδρύεται και η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. [19]  Είναι χαρακτηριστικό το έγγραφο που αποστέλλει το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης προς το Νομάρχη Αργολίδας και Κορινθίας, με το οποίο του γνωστοποιεί το διορισμό του Αθανάσιου Δημητριάδη, ως Εφόρου Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου [20] και Επιτρόπου της Κυβέρνησης «διά τας εν τη αρχαία Ολυμπία ανασκαφάς, ας ανέλαβε να εκτελέσει η Γερμανική αυτοκρατορική κυβέρνησις ιδία δαπάνη εκ συμφώνου μετά της Ελληνικής κυβερνήσεως». [21]

 

Εγκύκλιος

 

Ειδικότερα για την Αργολίδα το αρχειακό υλικό μας πληροφορεί ότι με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας είχε πραγματοποιηθεί ανασκαφή τάφων στη βόρεια πλαγιά του Παλαμηδιού από το Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Κονδάκη (1873). [22] Η Εταιρεία επανήλθε το 1892 και ζητούσε πληροφορίες για το εάν η απέναντι από αυτή την ανασκαφή πλαγιά είναι εθνικός ή ιδιόκτητος τόπος, προκειμένου να αναθέσει ανασκαφή στον Έφορο Αρχαιοτήτων Βαλέριο Στάη. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι, προκειμένου η Αρχαιολογική Εταιρεία να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες της, της επιτράπηκε το 1874 «να προκηρύξει λαχείον εκ δραχμών νέων ή φράγκων ενός εκατομμυρίου». [23] Μάλιστα, το υπουργείο των εσωτερικών προέτρεπε μέσω των Νομαρχών τις δημοτικές αρχές «να λάβωσι τοιαύτα γραμμάτια» και «να συντελέσωσιν όπως τα οικία Δημοτικά Συμβούλια ψηφίσωσι ποσόν τι προς αγοράν τοιούτων». [24]

Όμως, παράλληλα με τις επίσημες ανασκαφές συνέχιζαν να εκτελούνται και παράνομες και μάλιστα από άτομα της διοίκησης. Το φαινόμενο αυτό ανάγκασε το Υπουργείο Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο με την οποία απαγόρευε αυστηρώς να εκτελούνται ανασκαφές από διοικητικούς και δημοτικούς υπαλλήλους, καθώς και την αγορά εκ μέρους τους αρχαιοτήτων από χωρικούς και τη μεταπώλησή τους σε αρχαιοκάπηλους· δηλαδή οι εντεταλμένοι από το νόμο υπάλληλοι να προστατεύουν τις αρχαιότητες, αντί να τις προστατεύουν συνεργάζονταν με αρχαιοκάπηλους. [25]

 

Εγκύκλιος

 

Τέλος, τα έτη 1889-1891 παρατηρείται κινητικότητα σχετικά με τους Φύλακες Αρχαιοτήτων. Υπάρχουν αρκετά έγγραφα τα οποία μας πληροφορούν για απολύσεις και μετακινήσεις Φυλάκων Αρχαιοτήτων, β΄ και γ΄ τάξης, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί σε αρχαιολογικούς χώρους, όπως η Τίρυνθα, οι τάφοι της Επιδαύρου και της Πρόνοιας, καθώς και το Ηραίο. Μάλιστα, πληροφορούμαστε ότι ο Φύλακας της Τίρυνθας Ι. Μιντζόπουλος το 1891 πληρωνόταν από την Αρχαιολογική Εταιρεία και λάμβανε μισθό 60 δρχ..

Κλείνοντας θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αν και τα στοιχεία που παραθέσαμε είναι αποσπασματικά, η παρούσα έρευνα, θέλουμε να πιστεύουμε, ότι έδειξε:

  1. Το μέγεθος της καταστροφής των αρχαιοτήτων αλλά και την έκταση της αρχαιοκαπηλίας. Προφανώς η ρήση του Μακρυγιάννη, «γι’ αυτά πολεμήσαμε», δεν εισακούστηκε από ένα τμήμα του πληθυσμού του ελεύθερου ελληνικού κράτους, το οποίο τμήμα δεν θα πρέπει να ήταν μικρό. [26]
  1. Τον τρόπο αντιμετώπισης από τη Νομαρχιακή και Δημοτική Αρχή του προβλήματος της καταστροφής των αρχαίων και της αρχαιοκαπηλίας, οποίος τρόπος θυμίζει περισσότερο γραφειοκρατική διεκπεραίωση μιας υπόθεσης, παρά επίδειξη ζήλου και αγωνιστικότητας για τη διάσωση της εθνικής κληρονομιάς.
  1. Τη σχετικά μικρή εμπλοκή της Δημοτικής Αρχής στο θέμα των αρχαιοτήτων, αν λάβουμε υπόψη μας ότι το 19ο αιώνα ο Δήμαρχος ήταν ισχυρός τοπικός άρχοντας.

Τέλος, θα ήταν καλό, εάν υπάρχει αρχειακό υλικό σε άλλες αρχειακές μονάδες, αυτό να δημοσιοποιηθεί, ώστε να γνωρίζουμε πως αντιμετώπισαν την καταστροφή των αρχαίων και την αρχαιοκαπηλία άλλες νομαρχιακές και δημοτικές αρχές.

 

Υποσημειώσεις


 

 [1] Το κτίριο της Νομαρχίας κάηκε για πρώτη φορά το 1929. Τότε η Νομαρχία στεγαζόταν στο «παλατάκι του Καποδίστρια», εκεί που σήμερα βρίσκεται ο ανδριάντας του Όθωνα. Για δεύτερη φορά κάηκε το 1964, όταν στεγαζόταν σε κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, όπου σήμερα λειτουργεί το καφενείο «Κεντρικόν». Οι πυρκαγιές κατέστρεψαν το Αρχείο της Νομαρχίας, όμως στο Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων έχουν σωθεί αφενός η αλληλογραφία του Δήμου με τη Νομαρχία (σχέδια εγγράφων και απαντήσεις του Νομάρχη) και αφετέρου οι εγκύκλιοι που έστελνε ο Νομάρχης, αλλά και οι εγκύκλιοι των διαφόρων Υπουργείων που διαβίβαζε ο Νομάρχης προς όλους τους Δήμους και τις Κοινότητες.

[2] Κόκκου 2009.

[3] Πρωτοψάλτης 1967, 107-109, αρ. 82, στο Κόκκου 2009, 54.

[4] Κόκκου 2009, 55.

[5] Κυριαζής 1973, 64.

[6] Εθνική Εφημερίς 1832, 266.

[7] ΔΑΝ 1837, φ. 27 90, αρ.πρωτ. 4436/9 Ιουνίου 1837.

[8] ΔΑΝ 1840, φ. Ρ 36, αρ.πρωτ. 1046/13 Μαϊου 1840.

[9] Γεωργόπουλος 2009, 99.

[10]ΔΑΝ 1843, φ. Ρ 36 ε, αρ.πρωτ. 870/1 Μαρτίου 1843. Βλ. και Μπίχτα 2008, 23.

[11] Εννοεί τα ασβεστοκάμινα, όπου ως πρώτη ύλη για την παρασκευή ασβέστη χρησιμοποιούσαν λίθους από αρχαία κτίσματα. Για το λόγο αυτό ο αρχαιολογικός νόμος, άρθρο 85, παρ. β΄ (δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αρ. 22/16 Ιουνίου 1834) αναφέρει ότι απαγορεύεται στους ιδιώτες, χωρίς άδεια, «να κατασκευάζουν εις περιφέρειαν ενός τετάρτου μυριομέτρου Ελληνικών λειψάνων ασβεστοκαμίνους, διά να μη δίδεται αφορμή και περίστασις εις βλάβην και φθορά των αρχαιοτήτων». Βλ. και Κόκκου 2009, 105, όπου αναφέρεται ότι ο Κυριάκος Πιττάκης σε έγγραφό του προς την «των Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Β. Γραμματείαν» με ημερομηνία 15/2/1838 προτείνει, να διαταχθούν οι Δασονόμοι να προσέχουν «εις τα χωρία και ερήμους τόπους, όπου κατασκευάζεται άσβεστος, διά να μη λαμβάνωσιν οι ασβεστοποιοί αρχαίας πέτρας από οικοδομάς, …».

[12] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ. εγκυκλίου 19/6 Μαρτίου 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 1).

[13] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 7370/ Αύγουστος 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 2).

[14] Ήδη από το 1835 απόμαχοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη της Ακρόπολης. Βλ. Χαραλαμπίδης

2008, 15.

[15] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 3766/ Αύγουστος 1854.

[16] Το χωριό Μουράταγα είναι η σημερινή Καλλιθέα μεταξύ Ασίνης και Δρεπάνου.

[17] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 668/ 1 Σεπτεμβρίου 1854.

[18] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870. Την ίδια κατάσταση περιέγραφε σε εγκύκλιό του ο υπουργός Παιδείας Ν. Δρόσος, Κόκκου 2009, 124.

[19] Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που αποστέλλεται από την Εταιρεία προς το Δήμαρχο, όπου περιγράφεται το έργο της και ζητείται συνδρομή του Δήμου τακτική ή έκτακτη. ΔΑΝ 1892, φ. Ω 39, αρ. πρωτ. 87/ 30 Οκτωβρίου 1892.

[20] Ο Αθανάσιος Δημητριάδης ήταν Έφορος Αρχαιοτήτων Στερεάς Ελλάδας. Στη θέση του

μετακινήθηκε ο Παναγιώτης Σταματάκης, Έφορος Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου. ΔΑΝ 1875, φ. Ω40, αρ.πρωτ. 6423/ 25 Αυγούστου 1875. (Ο Σταματάκης αναβαθμίστηκε από βοηθός του

Αρχαιολογικού Γραφείου και διορίστηκε Έφορος αρχαιοτήτων Πελοποννήσου τον Απρίλιο του

ίδιου έτους. Βλ. ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ.πρωτ. 2718/ 11 Απριλίου 1875).

[21] Βλ. ό.π. Σχετικά με τη συμφωνία και την ανασκαφή βλ. Παπαθεοδώρου 2008, 19.

[22] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 3).

[23] Εφημερίς της Κυβερνήσεως 1874, φ. 44.

[24] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. εγκυλ. 4/12 Φεβρουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 4).

[25] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. 95/ 16 Ιανουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 5).

[26] Δε γνωρίζω εάν έχουν εντοπιστεί και καταγραφεί οι ελληνικές αρχαιότητες που έχουν εξαχθεί νόμιμα ή παράνομα από τον ελλαδικό χώρο και βρίσκονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές απανταχού του πλανήτη. Εάν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, νομίζω ότι είναι υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας να το δρομολογήσει. Για δε τους νέους επιστήμονες «ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν».

 

Βιβλιογραφία


 

  • Δ. Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου και η συμβολή των Σουηδών στην οργάνωσή του (1833-1933), ΜΝΗΜΗ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (1998-2008), Βόλος 2009, 97-118.
  • ΕΘΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ, αρ. φύλου 50, 13 Οκτωβρίου 1832.
  • Α. ΚΟΚΚΟΥ, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, Αθήνα 2009 (α΄ έκδοση 1977).
  • Π. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Σταμάτης Βούλγαρης. Ο πρώτος πολεοδόμος της νεωτέρας Ελλάδος, Ιστορία, 1973, τχ. 64, 60-69.
  • Κ. ΜΠΙΧΤΑ, Το επίπονο έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας κατά τον 19ο αιώνα: Περισυλλογή και καταγραφή των αρχαιοτήτων, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 23-31.
  • ΕΡ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ, Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας για την ανασκαφή της αρχαίας Ολυμπίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 19-21.
  • ΕΜΜ. ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ, Ιστορικά έγγραφα περί αρχαιοτήτων και λοιπών μνημείων κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως και του Καποδίστρια, Αθήναι 1967.
  • Δ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, Θεσμοθέτηση και ίδρυση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 13-17.

 

Πηγές


  • Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου (ΔΑΝ), Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Αργολίδας, ΔΗΜ.1.1.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας

Διημερίδα «Η Ιστορική και σρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Γνωριμία με τα μουσικά όργανα – Ανοιχτά μαθήματα στο Δημοτικό Ωδείο Άργους


 

Για  όλα τα παιδιά του Δήμου Άργους-Μυκηνών που θέλουν να γνωρίσουν από κοντά τη διαδικασία της μουσικής διδασκαλίας, να αγγίξουν, να αισθανθούν, να ακούσουν  τα μουσικά όργανα, το Ωδείο θα είναι ανοικτό την επόμενη Παρασκευή, το Σάββατο και την Δευτέρα.

 

Πρόγραμμα – Άργος (στο Ωδείο)

Παρασκευή  28 Σεπτεμβρίου 2018

Ώρα: 16.00-19.00: πιάνο, φλάουτο, φλάουτο με ράμφος, σαντούρι, τουμπελέκι, ακορντεόν, αρμόνιο.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Ώρα: 10.00 -13.00: Πιάνο, βιολί, βιόλα, κιθάρα.

Ώρα: 15.00-18.00: Βιολοντσέλο, κλαρινέτο, φλάουτο με ράμφος, σαξόφωνο.

 

Γνωριμία με τα μουσικά όργανα

 

N. Kίος (στο Ωδείο)

Σάββατο  29 Σεπτεμβρίου 2018

Ώρα: 11.00-13.00: Πιάνο, φλάουτο, φλάουτο με ράμφος.

Δευτέρα  1 Οκτώβριου 2018 

Ώρα: 16.00-20.00: Κιθάρα.

Πληροφορίες: Δημοτικό Ωδείο Άργους, Παρ. Φείδωνος 48, Άργος. Τηλ. –  Fax: 2751025095. Υπεύθυνη:  Γ. Λημνιούδη

 

Read Full Post »

Η Ελληνική ως διεθνής γλωσσά: Μια ουτοπική πρόταση του Gustave D’EichthalΔέσποινα Προβατά, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών


 

Η θέση της γλώσσας ως λογική έκφραση και ως κορυφαίο μέσο των διαπολιτισμικών ανταλλαγών, είχε βρεθεί στο επίκεντρο του προβληματισμού όσων στοχαστών ήδη από τον 19° αιώνα διατύπωναν τις θεωρίες για τη συνένωση των ευρωπαϊκών χωρών και την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των λαών τους. Ο SaintSimon υπήρξε από τους πρώτους θεωρη­τικούς της ενωμένης Ευρώπης, ενός θεσμού ο οποίος υπερβαίνοντας τα όρια των διαφορετικών εθνοτήτων θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη συγκρότηση ενός παγκόσμιου συνόλου [1]. Μετά το θάνατό του το 1825, οι μαθητές του ανέλαβαν να διαδώσουν τις ιδέες του και συμμερίστηκαν το όραμά του για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας. Προϋπόθεση όμως της συνύπαρξης, συνεργασίας και διακίνησης των ιδεών μεταξύ των διαφορετικών φυλών και εθνοτήτων, ήταν για τους σαινσιμονιστές μια κοινή γλώσσα.

Το θέμα αυτό είχε απασχολήσει έντονα τους επιγόνους του Saint-Simon στη διάρκεια ενός ιδιότυπου πειράματος, της απομόνωσής τους στο Ménilmontant τον Απρίλιο 1832, όπου επεξεργάστηκαν μια νέα θεωρία, προϊόν συγκερασμού των θέσεων του Saint-Simon και των δικών τους οραμάτων για το μέλλον της ανθρωπότητας [2]. Μεταξύ άλλων επιθυμούσαν να συμβάλλουν στην επικράτηση νέας γλώσσας, «μιας γενικής γλώσσας, συγχορδία της φωνής του κόσμου και της φωνής της ανθρωπότητας, ποίηση των ποιήσεων» (Le Livre Nouveau: 83-150).

Το ζήτημα της οικουμενικής γλώσσας (lingua universalis) ασφαλώς δεν ήταν καινούργιο· είχε πολλαπλώς απασχολήσει κατά το παρελθόν φιλοσόφους, όπως ο Leibniz ή τους ιδεολόγους Volney και Destutt de Tracy, φιλολόγους και γλωσσολόγους. Για τους σαινσιμονιστές, όμως, η κοινή γλώσσα αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της μεταρρύθμισης που επαγγέλονταν και συνδεόταν άμεσα με την επιτυχή έκβαση της κοινωνικής αναδιοργάνωσης.

 Η συντροφιά του Menilmontant κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γαλλική γλώσσα ήταν αυτή που διέθετε όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά προκειμένου να αναγορευθεί ως η παγκόσμια γλώσσα. Η σαφής και άρτια γλώσσα του Καρτέσιου κρίθηκε ως η καταλληλότερη για να εκφράσει τις γνωστικές διαδικασίες που ακολουθεί η σκέψη (Charléty, 1931: 161-162· Gouvard, 2002: 69-71). Η πεποίθηση αυτή ενισχυόταν στη σαινσιμονική λογική και από την ακτινοβολία που γνώριζε η γαλλική γλώσσα στην Ευρώπη ήδη από τον 18° αιώνα, όταν επι­κράτησε ως μέσο διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού. Η καθιέρωσή της ως διπλωματικής γλώσσας κατά τον 19° αιώνα, η ευρεία χρήση της στις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές και η ολοένα αυξανόμενη διάδοσή της στον ευρωπαϊκό χώρο, ευνοούσε την άποψη των σαινσιμονιστών ότι μπορούσε να αποτελέσει το μέσο για τη συναδέλφωση των λαών. Επι­πλέον, η γαλλική γλώσσα είχε κατορθώσει κατά την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης να συνενώσει κάτω από μια κοινή προσδοκία και ένα κοινό ιδεώδες ανομοιογενείς γλωσσικά πληθυσμούς. Υπό αυτή την έννοια, θεωρήθηκε ότι η Γαλλική ήταν το πλησιέστερο γλωσσικό σύστημα προς την οικουμενική γλώσσα.

Gustave d’Eichthal (Γκυστάβ ντ’Εϊστάλ 1804 – 1886). Γάλλος συγγραφέας, εκδότης και ελληνιστής. Στην ελληνική βιβλιογραφία αναφέρεται και με το όνομα Γουσταύος Εϊχτάλ. Μετά το 1832 ηγήθηκε του γραφείου Πολιτικής Οικονομίας που στόχευε στην οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Υποστήριξε ένθερμα και με ενθουσιασμό την ελληνική γλώσσα.

Με αυτά τα πνευματικά εφόδια φτάνει στην Ελλάδα το 1833 ο Gustave dEichthal, ηγετικό στέλεχος της ομάδας των σαινσιμονιστών. Προσωπικότητα ανήσυχη, κράμα των εβραϊκών καταβολών του και της χριστιανικής φιλοσοφίας, λόγιος, δημοσιολόγος αλλά και αυθεντικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης, ο d’Eichthal υπήρξε από τους πρωτεργάτες για την προσπάθεια της συνέχισης αλλά και της εν μέρει αμφισβήτησης του έργου του Saint-Simon μετά το θάνατό του. Μετά τη διάλυση της σαινσιμονικής εταιρείας το 1832 και το διωγμό που υπέστησαν τα μέλη της, ο d’Eichthal, μαζί με ορισμένους παλιούς συντρόφους του βρήκε καταφύγιο στο Ναύπλιο, όπου ηγήθηκε του γραφείου Πολιτικής Οικονομίας που στόχευε στην οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους [3]. Δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε την Ελλάδα υπό το βάρος των κατηγοριών ότι υπέθαλπε οπαδούς του σαινσιμονισμού. Η παραμονή του ωστόσο στη χώρα υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη της σκέψης του και τη μετέπειτα διαδρομή του.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα γνώρισε και μελέτησε τις ιδιαιτερότητες της βαυαροκρατούμενης τότε Ελλάδας, ενώ συγχρόνως εξοικειώθηκε με τη γλώσσα της (Queux de Saint Hilaire, 1887: 64). Μετά την επιστροφή του στη Γαλλία ο d’Eichthal δεν ξέχασε την Ελλάδα. Αντιθέτως και παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε κατάρτιση ελληνιστή, συνέδεσε το όνομά του με την προσπάθεια διάδοσης των ελληνικών γραμμάτων στη Γαλλία ως ιδρυτικό μέλος της Association pour I’Encouragement des Études Grecques en France και υπηρέτησε ως το τέλος της ζωής του τους σκοπούς της.

Ως γνήσιο τέκνο του σαινσιμονισμού, ο d’Eichthal προσπάθησε να αναδείξει στις μελέτες του τις μεγάλες ιδέες που από καταβολής του πολιτισμού είχαν επιτρέψει την επικοινωνία των λαών. Στην ιουδαϊκή, ελληνική και χριστιανική φιλοσοφία διέκρινε την πορεία του ανθρώπινου γένους προς την δημιουργία μιας παγκόσμιας ειρηνικής κοινότητας. Η πεποίθησή του αυτή ενισχυόταν από τις γεωπολιτικές αλλαγές που βίωνε η εποχή του. Η ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου, του τηλέγραφου, οι διανοίξεις ισθμών και σηράγγων, που διευκόλυναν την προσέγγιση των λαών συνέβαλλαν στην πραγματοποίηση του σαινσιμονικού ιδεώδους, θέτοντας με πιο επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της γλωσσικής αλληλο­κατανόησης.

Μάρκος Ρενιέρης (1815 – 1897). Νομικός, λόγιος του 19ου αιώνα, Πανεπιστημιακός καθηγητής, διπλωμάτης που διατέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, υποδιοικητής και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1815 στην Τεργέστη και πέθανε στις 8 Απριλίου 1897 στην Αθήνα. Η προσωπογραφία προέρχεται από το «Πανόραμα Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας 1828-1862», εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέας, Αθήνα, 1995.

Το 1864, ο d’Eichthal δημοσιεύει τη μελέτη του De I’usage pratique de la langue grecque, στην οποία διατυπώνει για πρώτη φορά την πρότασή του να υιοθετηθεί η Ελληνική ως διεθνής γλώσσα, θέμα που θα τον απασχολήσει και σε μεταγενέστερα δημοσιεύματά του (1871,1884) [4]. Η πρόταση αυτή δεν ήταν καινούργια: είχε υποστηριχθεί μια δεκαετία νωρίτερα από τον Μάρκο Ρενιέρη σε άρθρο του στο περιοδικό Spectateur de I’Orient [5], το οποίο μάλιστα αναδημοσιεύει ο d’Eichthal. Ο Ρενιέρης, απαντώντας τότε σε όσους είχαν κατά καιρούς υποστηρίξει τη θέση ότι η γαλλική γλώσσα ήταν αυτή που μπορούσε να αποτυπώσει με τον πληρέστερο και ικανοποιητικότερο τρόπο τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, διατύπωνε την άποψη ότι η ελληνική είναι ακόμα περισσότερο διαδεδομένη από τη γαλλική μια και διδάσκεται σε όλα τα σχολεία των πολιτισμένων εθνών. Με δεδομένο ότι κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος έχει διδαχθεί Αρχαία Ελληνικά, ο Έλληνας λόγιος πίστευε ότι συγκροτείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια παγκόσμια κοινότητα η οποία έχει στη διάθεσή της ένα κοινό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας, την ελληνική γλώσσα.

Από αυτή τη βασική θέση του Ρενιέρη ξεκινά ο d’Eichthal, ο οποίος με εμφατικό τρόπο διατυπώνει τη βεβαιότητά του για τη μελλοντική δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας που θα διέπεται από μια κοινή οργάνωση. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσει την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας κοινής γλώσσας, η οποία, χωρίς να αναιρεί η να αντικαθιστά τις εθνικές γλώσσες – χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιδιοσυστασίας κάθε λαού – θα αποτελέσει το μέσο για την οικοδόμηση διεθνών σχέσεων. «Για όποιον έχει κατανοήσει την εποχή μας, γράφει, θεωρείται δεδομένο ότι τόσο το θέμα της παγκόσμιας γλώσσας, όσο και το θέμα της παγκόσμιας μητρόπολης, δεν μπορούν να παραμείνουν στην κατάσταση ύπνωσης που βρίσκονται σήμερα» (D’Eichthal, 1887:114). Η διεθνής κοινή γλώσσα, όμως, δεν μπορεί να είναι ένα αυθαίρετο δη­μιούργημα, μια τεχνητή γλώσσα [6]. Πρέπει να αναζητηθεί μεταξύ των ομιλουμένων γλωσσών.

Παίρνοντας αποστάσεις από τους παλιούς σαινσιμονιστές συντρόφους του που στήριζαν την επιλογή τους στο γεγονός ότι η γαλλική γλώσσα ήταν γλώσσα με παρελθόν, με πλούσια ιστορία και ποικίλες γλωσσολογικές διαδρομές (Gouvard, 2002:69) και απαντώντας στις μεμονωμένες φωνές που ήδη είχαν αρχίσει, να προβάλλουν την Αγγλική ως διεθνή γλώσσα, ο d’Eichthal υποστηρίζει ότι μόνο η Ελληνική μπορεί να διαδραματίσει αυτό το ρόλο. Χωρίς να διαφοροποιείται από το θεωρητικό πλαίσιο που είχε τεθεί από τους σαινσιμονιστές, καθορίζει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να πληροί μια γλώσσα η οποία προορίζεται για διεθνή χρήση: αυτές δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στο βαθμό διάδοσής της, στην πρακτική ωφέλεια, στην πολιτική και εμπορική σημασία της. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η γραμματική τελειότητα του γλωσσικού συστήματος στο οποίο ανήκει, η ευφωνία, ο λογοτεχνικός πλούτος που διαθέτει ενώ ιδιαίτερο βάρος δίδεται στον ιστορικό της ρόλο (D’Eichthal, 1887: 224).

Έτσι λοιπόν, οι λόγοι για τους οποίους ο d’Eichthal πιστεύει ότι η ελληνική γλώσσα μπορεί να αποτελέσει την κοινή διεθνή γλώσσα, είναι τόσο πολιτισμικοί, όσο και πολιτικοί. Τονίζει ότι η συγκρότηση της ελληνικής γλώσσας συμπίπτει με τις απαρχές του ίδιου του πολιτισμού και ότι θεωρείται ήδη από τον 16° αι. αναπόσπαστο στοιχείο της παιδείας κάθε καλλιεργημένου νου, ενώ είναι η μόνη γλώσσα που παρουσιάζει αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια. Στην Ελληνική απαντούν, στον ίδιο βαθμό με τη Γαλλική, οι λογικές σχέσεις και τα ορθολογικά χαρακτηριστικά που πρέπει να διαθέτει η ιδανική οικουμενική γλώσσα, προκειμένου να μπορεί να εκφράσει χωρίς αμφισβήτηση όλα τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, από τα γράμματα και τις τέχνες ως την πολιτική και τις επιστήμες. Η γλώσσα του Ομήρου και του Ησίοδου σημειώνει ο d’Eichthal, είναι συγχρόνως γλώσσα του Ευαγγελίου και των πατέρων της Εκκλησίας και τονίζει τη διαχρονική της διάσταση (D’Eichthal 1887: 110). Έχοντας διατηρήσει αναλλοίωτο στο πέρασμα των αιώνων, το λεξιλογικό πλούτο της και την πλαστικότητά της, η ελληνική γλώσσα διαθέτει την απαραίτητη σαφήνεια και καθαρότητα που την καθιστούν ιδιαιτέρως κατάλληλη να εκφέρει επιστημονικό λόγο. Επιπλέον, ως «η κατ’ εξοχήν λογική και ευφωνική γλώσσα», η Ελληνική μοιάζει να δίνει απάντηση και στους προβληματισμούς σχετικά με την προσωδία που είχαν απασχολήσει τους σαινσιμονιστές το 1832 [7].

Επιπλέον, η γλώσσα συνδέθηκε στον ελληνικό χώρο με το αίτημα της εθνικής ολοκλή­ρωσης. Η πορεία της Ελληνικής από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή, η ικανότητά της να επανακτήσει μετά από παρατεταμένη περίοδο σκλαβιάς τη χαμένη αίγλη της και η συμβολή της στην αναγέννηση του Έθνους, της προσδίδουν σαφή ιστορικό ρόλο. Τέλος, στο επιχείρημα ότι η γαλλική είναι ευρύτατα διαδεδομένη στην Ευρώπη, ο d’Eichthal αντιπαραθέτει τη συμβολή της ελληνικής γλώσσας ως μοχλού εκπολιτισμού της Ανατολής, διαμέσου κυρίως των εμπορικών συναλλαγών και της παρουσίας των ακμαίων κοινοτήτων του ευρύτερου ελληνισμού και της Διασποράς.

Η πρότασή του βασίζεται συνεπώς στη διαχρονική παρατήρηση της γλώσσας ενώ τα επιχειρήματά του οικοδομούνται γύρω από δύο βασικούς άξονες: τον ενιαίο χαρακτήρα της ελληνικής από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή αφενός, και την οικουμενικότητά της αφετέρου, λόγω του γοήτρου που απέκτησε, τόσο χάρη στα κείμενα του στοχασμού της αρχαι­ότητας, όσο και ως γλώσσα του πολιτισμού και του εμπορίου.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο d’Eichthal στο ρόλο που οφείλει να επιτελέσει η διεθνής γλώσσα ως γλώσσα του μέλλοντος, κυρίως στο πεδίο των επιστημών, όπου η υποχώρηση της χρήσης των λατινικών, ευνοώντας την πολυγλωσσία, δημιουργούσε ένα ουσιαστικό πρόβλημα επικοινωνίας στον αλλόγλωσσο επιστημονικό κόσμο. Απ’ την άλλη, ο πνευματικός κόσμος στην Ελλάδα είχε από νωρίς διαισθανθεί – ήδη από το δεύτερο μισό του 18ου αι.- την ένδεια επιστημονικής γνώσης και είχε στραφεί στις μεταφράσεις [8]. Η μεταφραστική πρακτική που συνεχώς εμπλούτιζε την ελληνική γραμματεία με τους θησαυρούς της γνώσης του ευρωπαϊκού πνεύματος, αξιοποιήθηκε από τον d’Eichthal σε άρθρο του το 1884 [9], ως ένα επιπλέον επιχείρημα για την ικανότητα της ελληνικής γλώσσας να αποτελέσει το κοινό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας. Ως μεταφραστικό μέσο και άλλοτε ως διάμεση γλώσσα, η Ελληνική είχε κα­τορθώσει να επιδείξει τις αρετές ενός γλωσσικού συστήματος που με σαφήνεια, ορθότητα και ακρίβεια του λόγου μπορούσε να μεταλαμπαδεύσει την επιστημονική γνώση. Υποστηρίζοντας την αξία αυτών των μεταφράσεων, ο d’Eichthal απαριθμεί τα βασικά εγχειρίδια μεταφρασμένα από τα Γαλλικά που χρησιμοποιούνται στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και ανάλογες προσπάθειες εκλαΐκευσης της επιστημονικής γνώσης που κατέβαλλαν φύλλα ευρείας κυκλοφορίας όπως η Κλειώ της Τεργέστης (D’Eichthal 1887: 312-313). Η αντιπαραβολή μάλιστα της γαλλικής και της ελληνικής απόδοσης ενός αποσπάσματος γερμανικού βιβλίου φυσιολογίας αποδεικνύει ότι «η νέο ελληνική γλώσσα […] ως μεταφραστικό μέσο, μπορεί να αποτελέσει έναν πιστό και πρακτικό μηχανισμό διάδοσης των έργων και της επιστημονικής έρευνας καθενός αλλά και συνολικά. Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα θα μπορούσε ήδη από σήμερα γράφει ο dEichthal να καταλάβει μια ιδιαίτερη θέση στο παγκόσμιο επιστημονικό εργαστήριο» (DEichthal, 1887: 318).

Η πρόταση του d’Eichthal για τη διεθνοποίηση της ελληνικής γλώσσας είχε ωστόσο να αντιμετωπίσει δύο εμπόδια. Το πρώτο ήταν ότι τα Ελληνικά διδάσκονταν στα σχολεία και Πανεπιστήμια της Γαλλίας – και μάλιστα πλημμελώς – ως νεκρή γλώσσα με αποτέλεσμα η πλειονότητα των γάλλων μαθητών, που δεν ακολουθούσαν συναφείς σπουδές, να την ξεχνούν σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Γι αυτούς τους λόγους, η εκμάθηση της Ελληνικής πρέπει, σύμφωνα με τον d’Eichthal, να έχει αφετηρία τη Νέα Ελληνική. Μέσω της διδασκαλίας της σύγχρονης μορφής της γλώσσας, ο κάθε μαθητής θα μπορεί να κατακτήσει – με σχετική ευχέρεια – το λεξιλόγιο και τις γραμματικές δομές που είναι απαραίτητα για την επικοινωνία. Η νέα γενιά των πολιτισμένων εθνών, θα έχει «έτσι στη διάθεσή της «έναν ανεκτίμητο θησαυρό […], μια καθολική γλώσσα ικανή να ανταποκριθεί σε όλες ανάγκες της ανθρώπινης δραστηριότητας και σκέψης» (D’Eichthal, 1887:113).

Κύριο, όμως, πρόσκομμα στην επικράτηση της χρήσης της Ελληνικής ως διεθνούς γλώσσας αποτελούσε το θέμα της προφοράς, καθώς η επικράτηση στη Δύση και ειδικότερα στη Γαλλία της ερασμιακής προφοράς, αλλοίωνε την εκφορά της Αρχαίας και κατ’ επέκταση της Νεοελληνικής, εμποδίζοντας την επικοινωνία και αλληλοκατανόηση [10]. Προς αυτή την κατεύθυνση θα επικεντρωθούν οι προσπάθειες του d’Eichthal, για τον οποίο η υιοθέτηση της νεοελληνικής προφοράς στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελούσε τη βάση για τη διάδοση, επικράτηση και γενίκευση της χρήσης της νεοελληνικής γλώσσας. Η ίδρυση της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής το 1845, που μεταξύ άλλων είχε στόχο την αναγέννηση της μελέτης των Αρχαίων Ελληνικών μέσα από τη γνώση της νέας ελληνικής, και η συνέχιση του έργου του Villoison από τον Hase και τον Brunet de Presle στην École des Langues Orientales, όπου τα Νέα Ελληνικά διδάσκονταν με τη νεοελληνική προφορά, ευνοούσαν το αίτημα για την εισαγωγή της στη γαλλική εκπαίδευση. Έχοντας εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του Victor Duruy, υπουργού Παιδείας της Γαλλίας, ο d’Eichthal μεθοδεύει από κοινού με τους ελληνιστές Dehèque, Egger και Brunet de Presle, την υιοθέτηση σχετικού ψηφίσματος από τη Γαλλική Ακαδημία. Στις 18 Νοεμβρίου 1864, η Ακαδημία αποδέχτηκε ομό­φωνα (με μια μόνο αρνητική ψήφο) την πρόταση του να εισαχθεί με τον επισημότερο τρόπο η νεοελληνική προφορά στη δημόσια γαλλική εκπαίδευση, σχέδιο που τελικά όμως δεν υλοποιή­θηκε ποτέ (Queux de Saint Hilaire, 1887: 87-92).

Η ριζοσπαστική όσο και ουτοπική πρόταση του d’Eichthal για την ελληνική γλώσσα αλλά και οι άοκνες προσπάθειές του για την καθιέρωση της νεοελληνικής προφοράς11, δεν πέρασαν απαρατήρητες. Σειρά άρθρων στο γαλλικό και ευρωπαϊκό τύπο δημοσιοποιούν τους προβληματισμούς που ανέπτυσσε γύρω από το ζήτημα αυτό ο επιστημονικός κόσμος και διευρύνουν το διάλογο12.

Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι ο d’Eichthal καλλιεργεί σε πολλά επίπεδα την πρόταση για διεθνοποίηση της Ελληνικής, δεν ξεχνά εντούτοις ότι απαιτούνται και άλλες μεταρρυθμίσεις προκειμένου να κατακτήσει η γλώσσα το επιθυμητό επίπεδο, άποψη που φαίνεται να συμμερίζεται και ο Ρενιέρης (D’Eichthal, 1887: 361). Το γλωσσικό ζήτημα και οι ποικίλες αντι­παραθέσεις που προκαλούσε, απασχολεί έντονα και τους γάλλους ελληνιστές. Η αναγέννηση της ελληνικής γλώσσας, σύμφωνα με τον d’Eichthal πρέπει να συνεχιστεί, ο καθαρμός της από τα κατάλοιπα του παρελθόντος (τουρκικές και ενετικές λέξεις) να ολοκληρωθεί χωρίς βεβαίως να στερηθεί τα εκσυγχρονιστικά χαρακτηριστικά της που τη συνδέουν με τις τάσεις της εποχής και την προετοιμάζουν για το μελλοντικό ρόλο της. Καθοριστική είναι προς την κατεύθυνση αυτή, η συνδρομή ελληνιστών και γλωσσολόγων – με ορισμένους εκ των οποίων ο d’Eichthal συνδεόταν στενά – οι οποίοι οφείλουν να προασπίσουν την ελληνική γλώσσα και μέσα από το έργο τους να αναδείξουν τη διαχρονική και συγχρονική αξία της.

Το σχέδιο του d’Eichthal για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως διεθνούς, στον απόηχο του οράματος για την κοινωνική αναδιοργάνωση που είχε συνεπάρει τους οπαδούς του Saint-Simon, καθιστούσε την ελληνική γλώσσα κοινό κρίκο και απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνεύρεση των λαών και τη συνένωση δύο διαφορετικών κόσμων, της Ανατολής και της Δύσης. Συγχρόνως, όμως, η θεωρία του για τη γλώσσα όσο ουτοπική κι αν φάνταζε, αποτελεί ση­μαντική συμβολή για την αναγνώριση της ιδιαίτερης και πανθομολογούμενης διαχρονικής ενότητας της ελληνικής γλώσσας στον ευρωπαϊκό χώρο. Επιπλέον, οι μελέτες του συνέβαλαν ουσιαστικά στη μεταστροφή της αντίληψης της γαλλικής κοινής γνώμης που θεωρούσε τα νέα ελληνικά φθαρμένο και αλλοιωμένο γλωσσικό ιδίωμα ενός παρηκμασμένου έθνους. Μέσα από τη δράση που ανέπτυξε ο d’Eichthal προσωπικά αλλά και σε συλλογικό επίπεδο στο πλαίσιο της Association, αναδείχθηκε η αξία της ελληνικής γλώσσας και μέσω αυτής καλλιεργήθηκε στο γαλλικό πνευματικό κόσμο η εικόνα μιας νέας Ελλάδας, απαγκιστρωμένης από τα στερεότυπα του παρελθόντος13.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Βλ. Grenouilleau (2001: 272-282), Carbonell (2002).

[2]  Βλ. Picon (2002:144-145).

[3]  Βλ. Πρόβατά 2006:148-158, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Τα άρθρα του Gustave d’Eichthal για την ελληνική γλώσσα συγκεντρώθηκαν μετά το θάνατό του στον τόμο Gustave d’Eichthal, La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884. Precede dune notice sur les services rendus par M. G. d’Eichthal, a la Grece et aux etudes grecques par le Mis de Queux de Saint-Hilaire, Paris, Hachette, 1887.

[5] «De I’avenir du peuple grec et de la langue grecque», Spectateur de I’Orient, 10/22 fevrier 1855. To φύλλο αυτό εξέδιδε ο Ρενιέρης την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου σε συνεργασία με τον Παπαρρηγόπουλο και τον Ραγκαβή με στόχο να υποστηρίξει τα αιτήματα της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

[6] Οι προσπάθειες για τη δημιουργία μιας κοινής τεχνητής γλώσσας εντείνονται αργότερα με τη δημιουργία της λεγάμενης Volapuk (1880) και της Esperanto (1887). Ευχαριστώ τη συνάδελφο Ρέα Δελβερούδη που έθεσε υπόψη μου αυτές τις πληροφορίες.

[7] Η κριτική της γαλλικής στιχουργικής και η απουσία τονικού συστήματος στη γαλλική γλώσσα βρίσκονταν στο επίκεντρο των διεργασιών στο πλαίσιο της δημιουργίας του Livre Nouveau των σαινσιμονιστών στη διάρκεια της απομόνωσής τους Menilmontant (Gouvard, 2002: 79-90).

[8] Βλ. σχετικά Πάτσιου (1993: 210-234 και κυρίως 213).

[9] Βλ. D’Eichthal (1887: 307-320).

[10] Το ζήτημα της ενδεδειγμένης προφοράς τόσο της Αρχαίας όσο και της Νέας Ελληνικής είχε απασχολήσει αρκετούς γάλλους ελληνιστές των αρχών του 19ου αι. οι οποίοι αποδοκίμαζαν την ερασμιακή προφορά. Μεταξύ αυτών τους Gaspard d’Ansse de Villoison και Fleury Lecluse. Βλ. σχετικά Tolias (1997:138-140),· Παπαγεωργίου-Προβατά (1984).

[11] Ο d’Eichthalεπανέρχεται στο θέμα της προφοράς και σε μεταγενέστερο δημοσίευμά του το 1869 (D’Eichthal1887: 183- 215).

[12] Η περιορισμένη έκταση αυτής της ανακοίνωσης δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ εκτενέστερα στις απηχήσεις της πρότασης του d’Eichthal.

[13] Για την εικόνα της Ελλάδας στη Γαλλία κατά την περίοδο αυτή βλ. Basch (1995:129-170).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Basch, S., (1995). Le Mirage Grec. La Grece modeme devant l’opinion frangaise (1846-1946). Hatier-Kauffmann.
  • CarboneH, Ch.O. (2002). L’Europe de Saint-Simon. Toulouse: Privat.
  • Chariety, S. (1931 ). Histoire du saint-simonisme (1825-1884). Paris: Hartmann.
  • D’Eichthal, G. (1887). La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884. Paris: Hachette.
  • Gouvard, J.M. (2002). Le probleme du langage dans Le Livre nouveau des saint-simoniens. In Etudes saint- simoniennes, (επιμ. Ph. Regnier). Presses Universitaires de Lyon. 61-91.
  • Grenouilleau, O.P. (2001). Saint-Simon. L’utopie oula raison enactes. Paris: Payot
  • Le Livre nouveau des saint-simoniens, (1991) (επιμ. Ph. Regnier). Tusson: du Lerot.
  • Queux de Saint-Hilaire (Marquis de) (1887). Notice sur les services rendus par M. G. d’Eichthal, a la Grece et aux etudes grecques. In G. d’Eichthal, La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884, Paris: Hachette.
  • Παπαγεωργίου – Προβατά, E. (1984). Fleury Lecluse. Ένας άγνωστος γάλλος ελληνιστής. Αθήνα.
  • Πάτσιου, Β. (1993). Μεταφραστικές δοκιμές και προϋποθέσεις στα όρια του νεοελληνικού διαφωτισμού. Στο Ο Ερανιστής, 19: 210-234.
  • Πρόβατά, Δ. (2006). Η διάδοση του σαινσιμονισμού στην Ελλάδα. Στο Ουτοπικές θεωρίες και κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη, από τον 18° ως τον 20ό αιώνα, (επιμ. Μ. Μενεγάκη). Αθήνα: Φιλίστωρ. 148-158.
  • Picon, A. (2002). Les saint-simoniens. Raison, imaginaire et utopie. Paris: Belin.
  • Tolias, G. (1997). La medaille et la rouille. Hatier-Kauffmann.

 

Δέσποινα Προβατά*

Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών – Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών. 1° Διεθνές Συνέδριο, «Η γλώσσα σε έναν κόσμο που αλλάζει», Αθήνα, 9-11 Δεκεμβρίου 2005, Πρακτικά τόμος 1ος 2008.

 

* H Δέσποινα Προβατά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Ιστορίας του γαλλικού πολιτισμού, με έμφαση στις Διαπολιτισμικές σχέσεις στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, διδάσκει Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο από το 2000 έως και σήμερα. Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων που διερευνούν τις διαπολιτισμικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δύση. Το ερευνητικό της έργο και οι δημοσιεύσεις της, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εστιάζονται σε θέματα συγκριτικής φιλολογίας και ελληνογαλλικών διαπολιτισμικών σχέσεων.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Φρίξος (Αρχαίος ποταμός)


 

Ο Παυσανίας κατά την περιήγησή του στην Αργολίδα, αναφέρει δυο φορές τον ποταμό Φρίξο, τονίζοντας πως εκβάλλει μεταξύ Τημενίου και Λέρνας [1], δεδομένο που ταιριάζει στον Ερασίνο. Το αξιοπερίεργο είναι πως τον παρουσιάζει ως κύριο ποταμό, ο οποίος δέχεται τα νερά του ρέματος που έρχεται από το Χάον. Προφανώς πρόκειται περί λάθους. Αφ’ ενός γιατί ενώ πολλοί συγγραφείς αναφέρουν τον Ερασίνο, κανείς δεν αναφέρει το Φρίξο, αφ’ ετέρου είναι δύσκολο να θεωρήσουμε πως ο εξ αρχής πολύυδρος ποταμός Ερασίνος χυνόταν σε κάποιον μεγαλύτερο, που τώρα έχει εξαφανιστεί.  Θα είναι όμως άδικο να υποθέσουμε πως ο Φρίξος είναι πλάσμα της φαντασίας ή της αβλεψίας του Παυσανία.

Είναι φανερό ότι ο προσχωσιγενής κάμπος έχει σήμερα αλλάξει μορφή και η ροή των ποταμών του υπήρξε ευμετάβλητη, όπως υπαινίσσεται και η μυθολογία της Λερναίας Ύδρας. Ίσως απομεινάρι του αινιγματικού Φρίξου να είναι μια στενή καλαμόζωστη τάφρος, που πέφτει στον Ερασίνο, δεξιά του δρόμου Άργους Μύλων, για την οποία μπορούμε να εικάσουμε πως παρήκμασε στην πορεία του χρόνου.

 

Χάρτης της εγκυκλοπαίδειας «Πυρσού», με βάση χάρτες των Αντ. Μηλιαράκη και Ν. Κοκκίδη.

 

Τhomas Jefferys – A Map of Thrace and Greece

 

Το όνομα Φρίξος δεν είναι παράταιρο στην Αργολίδα. Θυμίζει τον ομώνυμο Ορχομένιο ήρωα, γιο του βασιλιά Αθάμαντα και της Νεφέλης, πράγμα όχι παράδοξο, αν σκεφθούμε ότι οι περιοχές της Αργολίδας, Ασίνη και Ερμιόνη, αποικίσθηκαν από Ορχομενίους. Κατά τον Angermann, το όνομα του ποταμού προέρχεται από το φρίσσω, δηλαδή κυματίζω, ζαρώνω ελαφρά.

Ο ποταμός αυτός δεν άφησε αδιάφορους περιηγητές και χαρτογράφους,  που συνήθως όμως έδωσαν αυθαίρετες ερμηνείες, μπερδεμένοι από τον συνωστισμό τόσων επώνυμων μικρών ποταμών στον αργολικό κάμπο. Σε χάρτες του 18ου αιώνα [2], η φαντασία των χαρτογράφων εμφανίζει τον Φρίξο προερχόμενο από την Κορινθία να ενώνεται με τον Ερασίνο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] « Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980. 2, 36, 6 & 2, 38, 1.

[2] Τhomas Jefferys (1710;-1771), «A map of Thrace and Greece». Άγγλος χαρτογράφος και γεωγράφος. Σχεδίασε πολυάριθμους χάρτες Αγγλίας, Αμερικής, Αντιλλών και υδρογραφικό Άτλαντα. C. Celarius, έτος, 1731-32.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας

 

Read Full Post »

Αμυμώνη (Λέρνη, Mαστός)


  

Στην ευρύτερη περιοχή των Μύλων τοποθετείται η Λέρνη, αρχαία παραθαλάσσια τοποθεσία της Αργολίδας, η οποία ήταν φημισμένη από την αρχαιότητα για τα άφθονα νερά της, τα οποία τροφοδοτούν την αργολική πεδιάδα ακόμη και σήμερα. Η Λέρνη είναι  επίσης διάσημη από τον μύθο της πάλης του Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα.

 Η Λέρνη αναφέρεται άλλοτε ως ποταμός, άλλοτε ως πηγή και άλλοτε ως λίμνη και κατ’ επέκταση ως πεδιάδα. Από την πηγή Λέρνη, δίπλα από τον οικισμό των Μύλων, πηγάζει ο μικρός ποταμός Ποντίνος, εκβάλλοντας στη θάλασσα μετά από μια σύντομη διαδρομή. Από τα άφθονα νερά της, καθώς και τα νερά άλλων παρακείμενων πηγών, σχηματίζονταν κατά την αρχαιότητα πολλά έλη. Στην ίδια περιοχή, κοντά στην ακτή, υπάρχει και σήμερα η μικρή λίμνη Λέρνα.

Στην ελώδη αυτή περιοχή κατοικούσε κατά τη μυθολογία η Λερναία Ύδρα, ένα τέρας με σώμα φιδιού και εννέα κεφαλές, που εξόντωσε ο Ηρακλής με τη βοήθεια του Ιόλαου, στον δεύτερο από τους άθλους του.

 

Η νύμφη και ο ερωτύλος θεός

 

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Λύκηθος. Metropolitan Museum of Art. New York.

Στο Άργος βασίλευε ο Γελάνωρ [1], ο τελευταίος των Ιναχιδών, όταν έφτασε εκεί από την Αίγυπτο και τον εκθρόνισε ο Δαναός, γιος της κόρης του Νείλου Αγχιρρόης, απόγονος κι αυτός της κόρης του Ινάχου Ιούς. Συνοδευόταν από τις πενήντα θυγατέρες του, τις οποίες είχε αποκτήσει με την Ευρώπη [2].

Ο Δαναός έγινε βασιλιάς και μια από τις πρώτες του κινήσεις ήταν να βρει νερό στην τότε διψασμένη Αργολίδα. Ανέθεσε λοιπόν στις κόρες του κι ανάμεσά τους στην Αμυμώνη, αυτή την αποστολή. Η νεαρή Δαναΐδα, ψάχνοντας για νερό στο δάσος δέχθηκε την επίθεση Σάτυρου. Κλασική εικόνα βγαλμένη από τα παιδικά μας παραμύθια, αυτή της απροστάτευτης παρθένας με την κανάτα της, μέσα στο σκοτεινό δάσος, όπου παραμονεύει κάποιος κακός.

Ο Ποσειδώνας, τον οποίο επικαλέστηκε, εξακόντισε την τρίαινά του, κυνηγώντας τον ερωτιδέα, αλλά αστόχησε και χτύπησε βράχο απ’ όπου ανέβλυσε νερό από τρία σημεία. Η πηγή που γεννήθηκε πήρε το όνομα της Δαναΐδας [3]. Η Αμυμώνη ευγνωμονούσα, ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και γέννησε τον Ναύπλιο [4], που πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία:

ήλθε κι ο Ναύπλιος της Αμυμώνης γιος αγαπημένος

που τον γέννησε πλαγιάζοντας με τον δοξασμένο  κοσμοσείστη  [5].

Προφανώς ο «τρώσας και ιάσεται». Ο Ποσειδώνας, υπαίτιος για την ξήρανση των Αργολικών ποταμών [6], ευεργετεί με την πλούσια πηγή για χάρη της Αμυμώνης το άνυδρο πεδίο. Η ύπαρξη πηγής γλυκού νερού, τόσο κοντά στη θάλασσα, αποδόθηκε λογικά στο θεό των κυμάτων. Δικαιολογημένα λοιπόν ο Ευριπίδης δίνει με το στόμα της Αντιγόνης στην πηγή τον τίτλο Ποσειδωνία, μιλώντας για τις Θηβαίες, που δούλες θα κουβαλάνε νερό, αν πέσει η πόλη στους Αργείους:

...Λερναία τε δώσειν τρίαινα,

Ποσειδανίοις Αμυμωνίοις

ύδασι δουλείαν περιβαλών  [7]

 

Όταν βασιλιάς του Άργους ήταν ο Δαναός, μεγάλη ξηρασία βασάνιζε το Άργος γιατί ο Ποσειδώνας είχε στερέψει όλες τις πηγές επειδή η πόλη είχε περάσει στην προστασία της Ήρας, ύστερα από σφοδρή διαμάχη μεταξύ τους. Έστειλε τότε μια από τις πενήντα κόρες του, την Αμυμώνη να βρει νερό. Ένας Σάτυρος θέλησε να της επιτεθεί, εκείνη όμως επικαλέστηκε τη βοήθεια του Ποσειδώνα. Αυτός, όχι μόνο την προστάτεψε αλλά της φανέρωσε και μια πηγή με γάργαρο και άφθονο νερό. Η ομορφιά της Αμυμώνης όμως, μάγεψε το θεό κι έτσι έσμιξε ερωτικά μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ναύπλιος.
Στην παράσταση ο Ποσειδώνας κοιτάζει στα μάτια την Αμυμώνη ενώ αυτή, με την υδρία στο χέρι, κάνει να φύγει, κλίνοντας το κεφάλι συνεσταλμένα προς αυτόν. Δεξιά, μια από τις Δαναΐδες φεύγει προς τον πατέρα της που στέκεται στην άκρη με το σκήπτρο. Αριστερά, η Αφροδίτη παρακολουθεί, ενώ ο Έρωτας πετάει πάνω από το ζευγάρι κρατώντας το στεφάνι του γάμου. Η θεατρική παράσταση του σατυρικού δράματος του Αισχύλου « Αμυμώνη» ίσως είναι ο λόγος της πληθώρας των παραστάσεων του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης που φιλοτεχνήθηκαν εκείνη την εποχή. Ο Αισχύλος εκτός από την «Αμυμώνη» που δεν έχει διασωθεί έγραψε και την τριλογία « Ικέτιδες», «Αιγύπτιοι» και « Δαναΐδες».
( Ερυθρόμορφη πελίκη. Γύρω στα 450 π.Χ. Ρώμη. Villa Giulia).

 

Ο Δαναός και οι κόρες του συνάπτονται με τα νερά και ο συσχετισμός τους με την πηγή παραπέμπει πιθανότατα σε υδρευτικά έργα, στη μυστηριώδη και έντονα μυθολογικά φορτισμένη περιοχή της Λέρνης. Ο Στράβων επικαλείται και τον στίχο: Άργος άνυδρον εόν Δανααί θέσαν Άργος ένυδρον  [8].

 Η Λέρνα υπήρξε διασημότατη στον αρχαίο κόσμο, γι αυτό και ο Σενέκας την εντάσσει μαζί με τον Ίναχο στα σημαντικά νερά της Αργολίδας:

Τώρα η Λέρνα οπισθοχώρησε

το Φορωνικό ρέμα χάθηκε

ο ιερός Αλφειός άλλο δεν κατεβάζει τα νερά του

…………………………………………………………

Και το αρχοντικό Άργος, φοβάται την αρχαία ξηρασία του [9].

Τη ρίζα της ονομασίας της Αμυμώνης πρέπει να αναζητήσουμε στη λέξη αμύμων, που θα πει άμωμος και που θα υπονοεί την αγνότητα της Δαναΐδας. Με το ίδιο όνομα υπήρχε πόλη της Ηλείας και στην Αττική δήμος της Ιπποθωντίδας φυλής, ενώ ο Πλίνιος αναφέρει και κρήνη της Λακωνίας [10].

 

Δαναΐδες (1785). Martin Johann Schmidt (1718-1801). National Gallery of Slovenia.

 

 

Η Αμυμώνη εμπνέει

 

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Μινιατούρα του Blaise de Vigenere (1637), τοιχογραφία του θεάτρου Tahqua Land στο Μίσιγκαν.

Το παραμύθι της Αμυμώνης ενέπνευσε συγγραφείς, ποιητές και ζωγράφους. Ο Αισχύλος έγραψε ομώνυμο σατυρικό δράμα, απ’ όπου δυστυχώς σώθηκαν ελάχιστα αποσπάσματα, ερωτόλογα του θεού στη νύμφη:

Μοιρόγραφτο είναι να γενείς δικιά μου

κι εγώ σαν άντρας σου μ’ εσέ να σμίξω.

Από τον μύθο εμπνεύστηκε και ο Λουκιανός έναν διάλογο, ο οποίος καταλήγει με τα παρακάτω λόγια του θεού προς την κόρη:

Μη φοβάσαι, δεν θα πάθεις κανένα κακό. Μα και πηγή που θα έχει το όνομά σου θα κάνω να αναβρύσει εδώ χτυπώντας με το τρικράνι μου τον βράχο, κοντά στο ακρογιάλι κι εσύ ευτυχισμένη θα είσαι και μονάχα συ απ’ όλες τις αδερφές σου δεν θα κουβαλάς νερό όταν πεθάνεις[11].

Ο Καλλίμαχος [12] εξυμνεί τις πηγές του Άργους:

Δεν γινόταν, ω νερονύμφες του Ποσειδώνα,

οι κόρες που υφαίνανε

της Ήρας τον αγνό χιτώνα,

να σταθούνε δίπλα στη σαΐτα

πριν στον ιερό βράχο να καθίσουν

ολόγυρα που τρέχετε

το νερό σας να ρίξουν πάνω στα κεφάλια τους.

Σεβάσμια Αμυμώνη και αγαπημένη Φυσάδεια

και Ίππη και Αυτομάτη [13],

χαίρετε αρχαιότατες κατοικίες των νυμφών

και λαμπρές ρέετε Πελασγιάδες.

Συναντάμε επίσης πολλές αναπαραστάσεις του μύθου σε αγγεία, τοιχογραφίες, νομίσματα, κύπελλα, δακτυλιόλιθους και κάτοπτρα. Έτσι, σε ερυθρόμορφο αγγείο του 5ου π.Χ. αιώνα, που βρίσκεται στη Villa Giulia της Ρώμης, αναπαρίσταται ο Ποσειδώνας με την τρίαινά του να αγκαλιάζει τη ντροπαλή Αμυμώνη, υπό τα όμματα της Αφροδίτης, του Έρωτα, μιας άλλης Δαναΐδας και του Δαναού. Σε δακτυλιόλιθο της συλλογής Κέστνερ απεικονίζονται οι δυο εραστές όρθιοι, με την Αμυμώνη να κρατάει ένα δοχείο με νερό. Σε νομίσματα του Ρωμαϊκού Άργους απεικονίζεται ο Ποσειδών διώκων την Αμυμώνη. Ο Παυσανίας περιγράφοντας τη λάρνακα του Κύψελου στην Ολυμπία, αναφέρει παράσταση του Ηρακλή που τοξεύει την Ύδρα, το εν τω ποταμώ τη Αμυμώνι θηρίον [14].   Σύμφωνα με την περιγραφή του ποιητή Χριστόδωρου (5ος μ.Χ. αι.), στο γυμνάσιο του Ζεύξιππου στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε άγαλμα της ροδοδάχτυλης Αμυμώνης [15].

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Ο κόσμος του νερότοπου της Λέρνας δεν άφησε αδιάφορους τους δυτικούς. Ο Έρασμος, θέλοντας να περιγράψει τον ψυχικό βούρκο των τιποτένιων, μιλάει για τον Λερναίο βάλτο της ζωής τους[16]. Ο Αντώνιος Πολλαγιουόλο ζωγράφισε περί το 1470 σε ελαιογραφία την πάλη του Ηρακλή με την Ύδρα. Στο βάθος του πίνακα που βρίσκεται στο Φλωρεντινό μουσείο Ουφίτσι, εμφανίζεται το ποτάμι της Αμυμώνης να διασχίζει σαν φίδι τα έλη της Λέρνας.

  

Η πηγή, η λίμνη, το έλος και το ρυάκι

 

Η ταύτιση των πηγών και των ρυακιών, που συνωστίζονται στο μικρό κάμπο της Λέρνας, είναι δύσκολη, αφού οι αλλαγές που έχουν συντελεσθεί στο πέρασμα του χρόνου στην προσχωσιγενή πεδιάδα είναι πολλές και οι μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων αόριστες. Η Αμυμώνη αναγνωρίζεται στη νότια πηγή του χωριού Μύλοι, δίπλα  στο δρόμο του Άργους, που τα νερά της τροφοδοτούνται από την καταβόθρα της Σκοτεινής και που σχηματίζει τη σχεδόν παραθαλάσσια  λιμνούλα,  που ο Στράβωνας [17] ονομάζει Λέρνη [18] και ο Παυσανίας Αλκυονία [19]. Από την εκχείλιση της  λίμνης  σχηματίζεται  το ρυάκι   της Αμυμώνης, το οποίο ο Παυσανίας [20] λέει ποταμό, που μετά από βραχύ ρου 300 μέτρων, αφού περάσει κάτω από τις σιδηροδρομικές γραμμές, εκβάλλει στον Αργολικό, βόρεια του προϊστορικού οικισμού της Λέρνας. Παλιότερα κινούσε μύλους που εξ αιτίας τους ονομάστηκε το χωριό. Ο Ρος τον περασμένο αιώνα μέτρησε πέντε από αυτούς, ενώ σήμερα δεν απόμεινε κανείς. Πάντως, ο  Γάλλος φιλέλληνας Maxime Raybaud είδε τον Νοέμβρη του 1821 τους μύλους να στέκουν όρθιοι, παρ’ όλο που ο Κεχαγιάμπεης είχε πυρπολήσει τα σπίτια του χωριού. Ο Μελέτιος καταγράφει για το ποταμάκι την κοινή ονομασία Μαστός, ονομασία που στην ουδέτερη εκδοχή Μαστό, βλέπουμε και στη Χάρτα του Ρήγα.

Η πηγή της Αμυμώνης, η λίμνη και ο ποταμός της απασχόλησαν πολλές γραφίδες. Ο Ευριπίδης γράφει για τα νερά της Λέρνας όπου ζει ο βασιλιάς Ιππομέδων: Λερναία δ’ οικεί νάμαθ’, Ιππομέδων άναξ  [21], ενώ αλλού την ονομάζει έλος [22]. Ο Στράβων αναφέρει την Αμυμώνη ως κρήνη και αλλού  τον ποταμό της λίμνης Λέρνης ονομάζει κι αυτόν Λέρνη [23]. Ποταμό Λέρνη εμφανίζουν και οι Βιργίλιος και Βαλέριος Φλάκκος [24], ενώ ο σχολιαστής του Βιργίλιου Σέρβιος [25] ισχυρίζεται εσφαλμένα πως δεν υπάρχει ποταμός με το όνομα αυτό. Ο Αισχύλος μιλάει για τον Λέρνης βαθύ λειμώνα και  ..της Λέρνας την κρήνη [26]. Ο Υγίνος αναφέρει Αμυμώνια πηγή, Λερναία πηγή και Αμυμώνιο ρείθρο [27], ενώ ο Λουτάτιος Λερναία πηγή και Αμυμώνιο ποταμό [28]. Ο Νόννος μνημονεύει πηγήν οφιώδεα Λέρνην [29]. Σαν έλος  αναφέρεται η Λέρνη από τούς: Στάτιο [30], Απολλόδωρο [31], Ιωάννη Πεδιάσιμο [32], Seqvester. O τελευταίος στον κατάλογο των ελών γράφει επί λέξει: Λέρνα της Αρκαδίας, όπου η ύδρα με τα εκατό κεφάλια, την οποία εξολόθρευσε ο Ηρακλής. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αναφέρεται στο Λέρνης ύδωρ [33]. O Oβίδιος [34], μιλώντας για την κυνηγημένη Ιώ, δίνει μια γαλήνια εικόνα του τοπίου: Έφτασε στης Λέρνας το ρυάκι, που κυλούσε ειρηνικά ανάμεσα στις αμμουδερές του όχθες, όταν το νερό ανέκοψε την παραπέρα φυγή της και εδώ ικέτεψε τις αδελφές της του ρέματος ν’ αλλάξουν τη μορφή της.

Αλλά την πιο ειρηνική εικόνα καθημερινής ζωής, γύρω από τη διαβόητη λίμνη, σκιαγραφεί ο Βιργίλιος, μιλώντας για …τον Αρκάδα, που περίγυρα στα νερά της ψαροθρόφας Λέρνης την τέχνη του και το φτωχικό σπίτι είχε [35].

 

Δαναΐδες

 

Ζοφερή εικόνα δίνει ανώνυμος μυθογράφος [36], αποκαλώντας τη λίμνη «άβυσσο». Με τον τελευταίο συμφωνεί και ο Παυσανίας [37], που μεταφέρει ισχυρισμούς ότι η Αλκυονία  ήταν είσοδος του Άδη [38] απ’ όπου πέρασε ο Διόνυσος,  για να επαναφέρει τη  μητέρα του Σεμέλη. Ο ίδιος προσθέτει: Το βάθος της Αλκυονίδας δεν έχει τέλος και δεν ξέρω κανένα που να μπόρεσε  να βρει τον πυθμένα της με κανένα τρόπο, αφού και ο Νέρων που έδεσε σκοινιά πολλών σταδίων, το ένα με το άλλο, και πρόσδεσε σ’ αυτά και μολύβι και χρησιμοποίησε οτιδήποτε άλλο θα του ήταν χρήσιμο, ούτε κι αυτός βρήκε κανένα όριο του βάθους. Άκουσα και το εξής, αν και το νερό της λίμνης δείχνει από την όψη του ήρεμο και γαλήνιο, αρπάζει οποιονδήποτε τολμήσει να το διασχίσει κολυμπώντας και τον τραβάει στο βάθος. Σε όποιον τα περί αβυσσαλέου βάθους της λίμνης φαίνονται φλυαρίες του περιηγητή, ο Ρος καταθέτει τη μαρτυρία του: Πριν λίγα χρόνια επιχειρήθηκε με βυθομετρητή ελληνικού καραβιού να βρεθεί ο βυθός της Αλκυονίδος. Μάταια, το βάθος της είναι απύθμενο έως σήμερα. Αλλά και Άγγλοι αξιωματικοί που αποπειράθηκαν το 1872 με αλυσίδες μήκους 300 μέτρων να υπολογίσουν το βάθος, κατέληξαν σε μετρήσεις 80-150 μέτρων στην περιφέρεια της λίμνης, ενώ γύρω από το κέντρο, το μήκος τους δεν στάθηκε αρκετό. Και ο Μηλιαράκης [39] καταγράφει την Αλκυονίδα ως λίμνη αμέτρητου βάθους, σύμφωνα με τα λεγόμενα των κατοίκων. Ίσως η φήμη αυτού του βάθους να έδωσε στη Λέρνα την ονομασία «Φονιά», που καταγράφει ο Σοφιανός, αν δεν πρόκειται για λάθος, αφού το όνομα αυτό είχε η λίμνη Φενεού, που σχημάτιζε ο ποταμός Όλβιος.

 

 Οι τελετές

 

Το περιμένει κανείς, ένας τέτοιος χώρος να έχει συνδεθεί με μυστηριακές τελετές. Σύμφωνα με μια παράδοση, οι Δαναΐδες αποκεφάλισαν τη νύχτα του γάμου τους συζύγους τους, γιους του  Αιγύπτου, αδελφού του πατέρα τους και έθαψαν τα σώματά τους κάτω από τα νερά της Λέρνας [40]. Ο άντρας της Αμυμώνης παραδίδεται από τους μυθογράφους κυρίως με τα ονόματα Πολυδέκτωρ ή Εγκέλαδος. Οι Δαναΐδες τιμωρήθηκαν για την ανόσια πράξη τους, κουβαλώντας στον Άδη, ατελείωτα και μάταια, νερό στον απύθμενο πίθο τους. Ο μύθος του αποκεφαλισμού θα είναι ο απόηχος πανάρχαιων ανθρωποθυσιών στις όχθες της λίμνης και θαψίματος των κομμένων κεφαλιών των θυμάτων στον βυθό, με σκοπό την αύξηση του νερού. Και σε άλλους λαούς είναι γνωστές αντίστοιχες τελετές με ταφή θυμάτων σε πυθμένες λιμνών, είτε για εξευμενισμό των στοιχειών της λίμνης, είτε για αύξηση των νερών. Τον καιρό του Παυσανία γίνονταν στη λίμνη γιορτές του Διονύσου [41] με φαλλικό χαρακτήρα, και ο θεοφοβούμενος περιηγητής προτιμά να κρατήσει το στόμα του κλειστό, γιατί όπως λέει, κρίνει ασέβεια την περιγραφή τους για τους πολλούς. Ο ίδιος αναφέρει επίσης και μυστική τελετή για την Δήμητρα, τα «Λερναία» [42], τα οποία μνημονεύει και ο Πλούταρχος, τελετή που θα πρέπει να συσχετίσουμε με το γεγονός ότι η Αλκυονία θεωρείτο μια από τις εισόδους απ’ όπου η Περσε-φόνη κατέβηκε στον Άδη. Οι τελετουργίες αυτές γινόντουσαν στο περίφημο άλσος από πλατάνια που αναφέρει ο Παυσανίας, ανύπαρκτο σήμερα,  και το οποίο είχε περίπου τη θέση του χωριού των  Μύλων, οριοθετούμενο προς Βορράν από το ποταμάκι Ποντίνο, προς Δυσμάς από το βουνό Ποντίνος, προς Νότον από την Αμυμώνη και την Αλκυονία και ανατολικά από τη θάλασσα. Μέσα στο δασύλλιο υπήρχαν αγάλματα της Δήμητρας, του Διονύσου και της Αφροδίτης. Ο Στράβων λέει ότι από τους καθαρμούς που έγιναν στην λίμνη βγήκε η παροιμία Λέρνη κακών, δηλαδή «της Λέρνας τα κακά».

Η παρουσία της Δήμητρας, θεάς που αναζητούσε την κόρη της στον κάτω κόσμο και εθεωρείτο χθονία, πρέπει να συσχετισθεί με την άβυσσο της λίμνης, μια από τις εισόδους στο βασίλειο του Πλούτωνα. Είδαμε πως ο Διόνυσος πήγε να φέρει από το κάτω κόσμο την μητέρα του Σεμέλη, μέσω της Αλκυονίδας. Σχετικά με την εδώ κάθοδο στον Άδη του Διονύσου, ο Πλούταρχος αναφέρει και άνοδο του Θεού, ένα είδος θεϊκής επιφάνειας μέσα από το νερό: Αργείοις δε βουγενής Διόνυσος επίκλην εστίν. Ανακαλούνται αυτόν υπό σαλπίγγων εξ ύδατος, εμβάλλοντες εις την άβυσσον άρνα τω Πυλαόχω [43]. Πετούσαν δηλαδή οι Αργείοι ένα αρνί μέσα στη ρουφήχτρα της λίμνης, προσφορά στον Πυλάοχο Άδη, πιστεύοντας ότι έτσι ανακαλούσαν το Διόνυσο από την «εις Άδου κάθοδον», για να φέρει την ανοιξιάτικη άνθηση.  Δεν πρέπει δε να είναι καθόλου τυχαία η ύπαρξη και της μη εντοπισμένης πηγής «του Αμφιαράου», που αναφέρει ο Παυσανίας κοντά στη λίμνη. Ο ίδιος γράφει αλλού[44] για την πηγή του Αμφιαράειου της Ωρωπίας, μέσω της οποίας ο ήρως αναδύθηκε θεοποιημένος μετά την εξαφάνισή του κάτω από ένα άνοιγμα της Γης.

 

Το τέρας και οι συμβολισμοί

 

Από μια τόσο μυστηριώδη λίμνη δεν μπορούσε να λείψει το τέρας της. Η διαβόητη Λερναία Ύδρα ζούσε εκεί ..απαίσια σφυρίζοντας [45]. Ανέκαθεν η λαϊκή φαντασία επινοούσε Δράκους, που φυλάνε τις πηγές, τρομοκρατούν τους κατοίκους και μoλύνουν το περιβάλλον με τη δηλητηριώδη ανάσα τους, μέχρι που κάποιο παλικάρι σκοτώνει το θηρίο [46]. Η Αμυμώνη διαθέτει με το παραπάνω όλα αυτά τα στοιχεία του θρύλου. Ο Απολλόδωρος[47] τοποθετεί την φωλιά του τέρατος στην πηγή της: ..εν τινί λόφω (τόπω;) παρά τας πηγάς της Αμυμώνης, όπου ο φωλεός αυτής υπήρχεν. Ο Παυσανίας [48] συμφωνεί, προσθέτει και ένα πλατάνι δίπλα της και πιστεύει ως προς το μέγεθος ότι θα ήταν μεγαλύτερο από τα άλλα νερόφιδα, και ότι το δηλητήριό του ήταν θανατηφόρο. Είναι όμως πολύ συγκρατημένος στον αριθμό των κεφαλών της. Μόνο μία. Μέμφεται μάλιστα τον ποιητή Πείσανδρο από την Κάμειρο ότι, για να κάνει το ποίημά του [49] πιο σπουδαίο, παρουσίασε την Ύδρα με πολλά κεφάλια. Τα τελευταία απασχόλησαν πολλούς. Άλλοι τα θέλουν πέντε, άλλοι έξι [50] ή εννέα [51] ή πενήντα [52]  ή εκατό [53] ο Ευριπίδης μύρια [54], στα περισσότερα νομίσματα όπου απεικονίζεται έχει επτά, αλλά η επικρατέστερη παράδοση παραδίδει εννέα, από τα οποία το πέμπτο ήταν απέθαντο, πράγμα που κατά τον Απολλόδωρο ανάγκασε τον Ηρακλή να το θάψει κάπου στο σημερινό βουνό Ζάβιτσα, νότια της Λέρνας.

 

Ο Ηρακλής και η Λερναία Ύδρα. Ένα από τα 60 χαρακτικά της συλλογής του Βασιλικού Συμβούλου Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, μετά τον θάνατό του στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

 

Τι δηλώνει ο μύθος; Το τέρας συμβολίζει την πηγή των υπόγειων ποταμών της περιοχής. Όσον αφορά στη θανατηφόρα αναπνοή, θα πρόκειται ασφαλώς για τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις του έλους της Λέρνας. Τα πολλά κεφάλια υποδηλώνουν τις πολυάριθμες πηγές, η δε διαφοροποίηση στον αριθμό, θα οφείλεται στην ευεξήγητη υπερβολή των ποιητών αλλά και στην ποικιλία των εκτιμήσεων, αφ’ ενός λόγω του ελώδους εδάφους, αφ’ ετέρου λόγω του ευμετάβλητου της ροής των πηγών, όπως πιστοποιείται και από σύγχρονες επιστημονικές παρατηρήσεις που θα δούμε παρακάτω. Η εκβλάστηση νέων κεφαλών στη θέση των καρατομημένων, θα συμβολίζει την ανάβλυση καινούργιων πηγών στην προσπάθεια απόφραξης άλλων. Τέλος η εξόντωση της Ύδρας από τον Ηρακλή με τη βοήθεια της φωτιάς, παραπέμπει στην επιτυχή αποξήρανση του έλους, που πρέπει να συντελέστηκε περί το 1300: …κι εκεί πέρα το μαύρο έλος του νερού της Λέρνας, σημαδεμένο απ’ την Ηράκλεια φωτιά[55]. Ο Ευημεριστής [56] Σέρβιος υπογράφει σχεδόν αυτούσιες τις παραπάνω σκέψεις [57].

Βέβαια, υπάρχουν και άλλες ερμηνείες. Άλλοι Ευημεριστές θεωρούν ότι η Ύδρα ήταν φρούριο, όπου ο ήρωας Λέρνος υπεράσπισε τη Λέρνη ανεπιτυχώς από τον Ηρακλή, που εξαπέστειλε εναντίον τους ο βασιλιάς Ευρυσθέας, επειδή δεν αναγνώριζαν την επικυριαρχία του. Ανάλογα ιστορεί και ο Παλαίφατος, που θεωρεί ότι τα κεφάλια της Ύδρας συμβολίζουν τους 50 σωματοφύλακες του βασιλιά της ομώνυμης πολίχνης, που αντικαθίσταντο αμέσως μετά από κάθε απώλεια.

 

Αυτός ο μελανόμορφος γαμικός λέβης (550-540 π.Χ.) είναι από τα καλλίτερα μελανόμορφα αγγεία που κατασκευάστηκαν στην Ερέτρια. Η κεντρική διακόσμησή του έχει για θέμα τον άθλο του Ηρακλή με την Λερναία Ύδρα που ζούσε στην περιοχή Λέρνη, ένα βαλτότοπο νότια του Άργους, απ΄ όπου πήρε και το όνομά της. Το άντρο της βρισκόταν στους πρόποδες του όρους Ποντίνου, κοντά στην πηγή της Αμυμώνης.
Οι μεγάλες επιφάνειες του αγγείου επιτρέπουν το άπλωμα των πρωταγωνιστών, που μοιράζονται τον χώρο δεξιά κι αριστερά του τέρατος που βρίσκεται στο κέντρο. Ο Ηρακλής με γυμνό ξίφος, πιάνοντας ένα από τα κεφάλια της Ύδρας, προσπαθεί να την εξοντώσει. Από την άλλη μεριά ο αχώριστος φίλος του Ιόλαος, επιχειρεί να τον συνδράμει, κρατώντας στο χέρι του ένα από τα κεφάλια του τέρατος και προσπαθεί να το αποκόψει. Πίσω από τον Ηρακλή εικονίζεται μια γυναικεία μορφή. Πρέπει να είναι η προστάτιδα του θεά Αθηνά και πίσω της ο θεός Ερμής, ενώ πίσω από τον Ιόλαο υπάρχουν τρεις γυναίκες που παρακολουθούν. Στον ψηλό λαιμό του αγγείου φαίνονται δυο οπλίτες αριστερά και ένας δεξιά που κρατούν δόρυ, πλαισιώνοντας ένα τέθριππο, που ο ηνίοχός του φορά κωνικό σκούφο και κρατά καμτσίκι. Μάλλον δεν πρόκειται για το άρμα του Ηρακλή με το οποίο ο ήρωας θα έφευγε μετά την ολοκλήρωση του έργου του. Πιθανόν λόγοι διακοσμητικοί οδήγησαν τον καλλιτέχνη στην δημιουργία του άρματος. Το υπόλοιπο αγγείο διακοσμούν άγρια θηρία, πουλιά και τέρατα. (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

 

Ο Μηλιαράκης και ντόπιοι συγγραφείς αναφέρονται σε ένα φαινόμενο που μαρτυρούν διηγήσεις χωρικών, το λεγόμενο Τριμέρι. Ανά 15ετία περίπου (1905, 1920, 1936) τα υπόγεια νερά υπερχειλίζουν και κατακλύζουν το πεδίο. Αυτό ασφαλώς συνηγορεί υπέρ της πρώτης ερμηνείας. Αλλά και τελευταίες επιστημονικές έρευνες καταλήγουν σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα: «Ο Ελβετός γεωλόγος-αρχαιολόγος Έμπερχαρντ Ζάνγκερ, με τη βοήθεια παλαιών δορυφορικών λήψεων, κατόρθωσε να λύσει το μυστήριο της περιοχής που υποτίθεται ότι ζούσε η Λερναία Ύδρα… Οι δορυφορικές απεικονίσεις έδειξαν ότι μια περιοχή στην Πελοπόννησο τροφοδοτείται από υπόγειες πηγές,  που διαδοχικά στέρευαν και επανεμφανίζονταν, όπως οι κεφαλές του μυθικού τέρατος, μεταβάλλοντας περιοδικά την τοποθεσία σε έλος. Σημαντική βοήθεια προσέφεραν στοιχεία από ραντάρ μακρών κυμάτων, τα οποία διείσδυσαν σε βάθος εδάφους 5 m. Oι δορυφορικές φωτογραφίες καθιστούν ευδιάκριτους υπόγειους δρόμους, κοίτες ποταμών και αρχιτεκτονικές κατασκευές» [58]. Αυτή η ανακάλυψη δικαιώνει το Σέρβιο.

 

Το τοπίο και το νερό

 

Στην άνυδρη Αργολίδα, η παρουσία τόσου νερού δεν πέρασε απαρατήρητη. Είδαμε πως ο Μελέτιος εύρισκε πιο λογικό να είναι το ποταμάκι της Λέρνας ο Ίναχος. Ο Παυσανίας και ο Απολλόδωρος θεωρούσαν πως μόνον εδώ υπήρχε νερό στην Αργία. Ο τελευταίος έγραψε χαρακτηριστικά πως: Θέρους δε αυά σφίσιν εστί τα ρεύματα πλην των εν Λέρνη [59]. Τα πολλά νερά έκαναν την περιοχή κατοικήσιμη από πολύ παλιά. Νότια του σημερινού χωριού των Μύλων, όπου και ο αρχαίος οικισμός της Λέρνας, ανασκάφτηκε νεολιθική εγκατάσταση, που ήκμασε στην αρχή του 3000 π.Χ. Παρά τον φοβερό μύθο της ύδρας, φαίνεται πως το νερό εδώ ήταν πόσιμο. Στο ερώτημα που τέθηκε μεταξύ των Δειπνοσοφιστών του Αθήναιου ποιο είναι το γλυκύτερο νερό, μερικοί  εγκωμίασαν αυτό της Λέρνας [60].

 

Ηρακλής και Ποσειδώνας. Maarten van Heemskerck (1498-1574). Λάδι σε ξύλο. Άμστερνταμ, Rijksmuseum.

 

Ο Πουκεβίλ περιγράφει τη λίμνη Λέρνη γεμάτη γλάρους, κορμοράνους και θαλασσινά πετροχελίδονα. Στις ακαθόριστες λόγω βλάστησης όχθες της είδε άγριες γλαδιόλες, σπάρτα, σκίνα και χορτάρια. Το ποταμάκι της λίμνης κινούσε μύλους και έδειχνε γεμάτο ψάρια. Ήπιε από το νερό της και παρά τα παράπονα των ντόπιων, του φάνηκε καθαρό, άποψη που την υποστηρίζει αναφέροντας ότι από εκεί ανεφοδιάζονται και τα πλοία με νερό …χωρίς να νοιάζονται ούτε για την Λερναία Ύδρα….ούτε για τις νοσηρές ιδιότητες που αποδίδονται στην λίμνη. O ίδιος όμως αντιφάσκει και ισχυρίζεται ότι η παράκτια ζώνη μεταξύ Ερασίνου και Απόβαθμου [61], μαστίζεται από μεφιτικές αναθυμιάσεις. Δεν πρέπει να μας παραξενεύει η αντίφαση αυτή. Ο Γάλλος συγγραφέας, φυλακισμένος στην Τριπολιτσά, έχοντας κάποια ευχέρεια κινήσεων συνέλεξε ελάχιστο υλικό για τον Μοριά, που το δημοσίευσε, διανθισμένο με κλεμμένες πληροφορίες από άλλους περιηγητές, στο αναξιόπιστο 5τομο Voyage en Moree,… (1805).

Πολύ νωρίτερα ο Πίρι Ρέις, μιλώντας για το Ναύπλιο, λέει πως μπορούν να αράξουν 600 καράβια, για τα οποία υπάρχει νερό: Είναι ένα ποταμάκι. Αν δεν εννοεί τον Ερασίνο, θα πρόκειται για την Αμυμώνη. Ο Κινέ δίνει την πιο γραφική περιγραφή: τρία ρυάκια μέσα σε αυλάκια κυλάνε με τρομερή ταχύτητα ανάμεσα στα ψηλά χορτάρια και χάνονται ανατολικά μέσα σ’ ένα έλος. Η Λερναία Ύδρα δεν έχει πια παρά αυτά τα τρία κεφάλια που κάνουν κάτι μύλους και γυρίζουν. Εκεί μέσα βουτούσαν μερικές καμήλες γονατισμένες κάτω από τα φορτία τους. Ο θόρυβος που κάνει αυτό το νερό, καθώς αναβρύζει από τα ριζά του βουνού, σκεπάζει τις φωνές των καμηλιέρηδωνΟ Belle μιλάει κι αυτός για τρεις πηγές, για γλάρους και αλκυόνες που πετούν πάνω από τη μέχρι διακόσια μέτρα πλάτος λίμνη και δίνει μια θλιβερή περιγραφή των περιοίκων που έχουν πληγεί από την ελονοσία. Ο Puckler μιλάει για τη λίμνη Λέρνα που ακόμα τώρα είναι μόνο ένας βούρκος. O Κόντογλου, μιλώντας για το κάστρο των Μύλων – εννοώντας αυτό που βρίσκεται πάνω στον Ποντίνο λόφο – λέει: Αποκάτω είναι ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στο βουνό και στη θάλασσα, οι Μύλοι, που τρέχουνε τα πράσινα νερά (η Λέρνη).

Ο Φωτάκος περιγράφει τον ευρύτερο χώρο: Η θέσις αύτη των Μύλων είναι οχυρά εκ φύσεως, διότι μεσημβρινώς κείται η λίμνη, η Λέρνη λεγομένη, αρκτικώς είναι το μέρος βαλτώδες, προς ανατολάς η θάλασσα και προς δυσμάς υψούται το βουνόν, Πλεύρα καλούμενον. Η τοποθεσία υπήρξε στρατηγική κατά την επανάσταση του ’21 λόγω του πόσιμου νερού, της στενότητας της περιοχής, της γειτονίας με τις πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου και διότι αποτελούσε δίοδο προς την Τριπολιτσά, της οποίας οι Μύλοι αποτελούσαν το επίνειο για τη μεταφορά εμπορευμάτων. Έτσι εδώ συγκεντρώθηκαν  αρκετές φορές στρατεύματα και καράβια, για να εφοδιασθούν με νερό.

Ο χώρος είχε διαμορφωθεί από τους Ενετούς και τους Τούρκους, με μάντρες, νερόμυλους, αποθήκες και με δεσπόζουσα την «κούλια», τον πύργο δηλαδή του αγά της Λέρνης. Το Ιούνιο του 1825 ο Μακρυγιάννης οχυρωμένος εδώ νίκησε τους άντρες του Ιμπραήμ, ο οποίος είχε εκστρατεύσει στην Αργολίδα. Όπως γράφει ο πρώτος στα απομνημονεύματά του, ταμπουρωμένος στον πύργο έκοψα και νερό από το μυλαύλακον και το πέρασα εις την κούλια κάτου από τη γη, νάχωμεν νερό… Κάποια στιγμή οι Έλληνες καταδιώκοντας τους Αιγύπτιους, βούτηξαν στα νερά μέχρι το λαιμό [62]. Σε λαϊκό πίνακα που αναπαριστά τη μάχη των Μύλων, φαίνονται οι εγκαταστάσεις της περιοχής και ο σύντομος ρους μέσα στους βαλτότοπους της Αμυμώνης και του Ποντίνου [63]. Διακρίνεται καθαρά και ένας νερόμυλος, που κινιόταν με τα νερά του τελευταίου.

 

Για τον Ηρακλή, που η καταγωγή του ήταν από το Άργος, οι Έλληνες έπλασαν αναρίθμητους μύθους και εξύμνησαν τα κατορθώματά του. Είναι γνωστοί οι άθλοι του. Πάλεψε με άγρια θηρία, με φοβερούς και τρομερούς αντιπάλους, ακόμη και στον Άδη κατέβηκε και τιθάσευσε τον κέρβερο. Στην εικόνα, ο Ηρακλής που ξεκουράζεται από το πολύμοχθο έργο του κάτω από τον ίσκιο μιας ελιάς, δέχεται την Αθηνά που του προσφέρει κρασί για να τον δροσίσει. Εσωτερικό ερυθρόμορφης κύλικας. Γύρω στο 470 π.Χ. Μόναχο, Staatliche Antikensammlungen.

 

Η σημερινή διαμόρφωση ελάχιστα θυμίζει το μυθικό παρελθόν. Βέβαια, και ο Παυσανίας βρήκε τη λίμνη μικρή, με διάμετρο μόλις το ένα τρίτο του σταδίου, με χλόη και σχίνα στις όχθες, εικόνα που μοιάζει με τη σημερινή, όμως η επέλαση των κατοίκων της περιοχής έχει σαρώσει τα πάντα.

Τα λιγοστά ερείπια του προϊστορικού οικισμού, το μισοεξαφανισμένο ρυάκι του Ποντίνου, η ελώδης λιμνούλα, το ρέμα της Αμυμώνης, που ακόμα τρέχει, νωχελικά στην αρχή και ταχύτερα όσο πλησιάζει στη θάλασσα, και τα δυσδιάκριτα από την πεδιάδα απομεινάρια του κάστρου Τσιβέρι στον Ποντίνο λόφο, δεν είναι αρκετά για να ανασυνθέσουν  το πανάρχαιο επιβλητικό τοπίο με το κατάρρυτο ιερό άλσος. Και ενώ οι αφέγγαρες νύχτες εδώ θυμίζουν ακόμα τους στίχους του Στάτιου: ...γύρω σε σκοτεινό μπλε ατσάλι τρέχει το ναρκωμένο ρυάκι της Λέρνας [64], τα βοσκήσιμα λιβάδια της Λέρνας, για τα οποία μιλάει ο Οβίδιος [65], ή τα βαθιά λειβάδια των ψηλών δασών, όπου η δροσερή Λέρνα, διάφανη με τα κρυσταλλικά τενάγη της του Σενέκα[66], έχουν χαθεί  …και η Αμυμώνη, πλανιέται θλιμμένη δίπλα στο ρυάκι που βρήκε [67]. Οι βιαστικοί ταξιδιώτες προσπερνούν ανυποψίαστοι, …κι ο Άδραστος στέλνει  ανιχνευτές να βρουν αν υπάρχουνε ακόμα οι λίμνες της Λίκυμνας[68] ή τίποτ’ απ’ τα νερά της Αμυμώνης, μα όλα απλώνονται στραγγισμένα από αθέατη φωτιά [69].

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Γιος του Σθενέλα, ένατος βασιλιάς της πόλης.

[2] Ο μύθος έχει πολλές παραλλαγές. Πάντως ο ήρωας μαζί με τις Δαναΐδες είναι συνδεδεμένος με επινοήσεις  του προϊστορικού πολιτισμού, ιδιαίτερα με συλλογή νερού, αρδεύσεις και κρήνες.

[3]  Υγίνος, Μυθ. 169.

[4]  Απολλόδωρος 2, 1, 4.

[5] «Αργοναυτικά», 203. Έργο αποδιδόμενο στον Ορφέα.

[6] Βλ. π. Ίναχος

[7] «Φοίνισσαι», 187.

[8] Στο 8, 371. Ο στίχος αυτός είναι άγνωστης προέλευσης, αν και ο Meineke θεωρεί ότι είναι διορθωμένο το 128 απόσπασμα Μerkelbache του Ησίοδου.

[9] «Θυέστης», 115.

[10] Θησαυρός  Ορτέλιου.

[11]  Ενάλιοι διάλογοι. «Τρίτων και Ποσειδών», 305.

[12]  Αίτια 66.

[13]  Πηγές στην Αργολίδα που ονομάστηκαν από τις κόρες του Δαναού.

[14] 5,17,11.

[15] «Ελληνική Ανθολογία», II, 62. Ο Χριστόδωρος ήταν επικός ποιητής από την Κοπτό της Αιγύπτου.

[16] «Μωρίας εγκώμιον»,  40.

[17] 8, 371.

[18] Ο  Παυσανίας (2, 4, 5) αναφέρει πηγή Λέρνα και στην Κόρινθο.

[19] Ίσως από τον Αλκυονέα, έναν από τους Γίγαντες που γέννησε η Γη. Ίσως όμως η ονομασία της λίμνης να σχετίζεται με την Αλκυόνη, θυγατέρα του Αιόλου που μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο θαλάσσιο πτηνό, ή μιαν άλλη Αλκυόνη, αδελφή του βασιλιά των Μυκηνών Ευρυσθέα. Τέλος, υπάρχει μια Πλειάδα Αλκυόνη, που ήλθε σε συνεύρεση με τον Ποσειδώνα. Επίσης, η βορειοανατολική απόληξη του Κορινθιακού κόλπου λεγόταν επίσης Αλκυονίς θάλασσα, από τα θαλασσοπούλια που ζούσαν εκεί.

[20]  2, 37, 1.

[21]  Φοίνισσαι 126. Σ’ αυτόν αποδιδόταν το χτίσιμο της Ακρόπολης του όρους Ποντίνος.

[22] «Ηρακλής μαινόμενος», 153.

[23]  8,368.

[24] «Αργοναυτικά», II, V, 496.

[25]  Σχόλια στην Βιργιλίου «Αινειάδα», XII, V, 518.

[26]  «Προμηθέας Δεσμώτης» 663 & 686-687.

[27]   30 &169.

[28]  Σχ. στην «Στάτιου Θηβαΐδα», II, V, 433.

[29] «Διονυσιακά», XXV, 196.

[30]  Θηβαΐς 1, 360 & 2, 376

[31]  Σελ.51, 23 έκδ. Westerman Μυθογράφοι

[32]  Σελ.350,20 και 350,23 Μυθογράφοι

[33]  «Αργοναυτικά» 3, 241.

[34]   Μετ.1, 702.

[35]  «Αινειάδα», XII, 518.

[36]  Μυθογράφοι σελ.348. 18

[37]  2, 37, 5-6.

[38]  Άλλες είσοδοι στην Πελοπόννησο ήταν στους ποταμούς Όλβιο και Νέδα.

[39] Αντώνιος (1841-1905). Ιστορικός που ασχολήθηκε με την Ελληνική Γεωγραφία. Βλ. βιβλιογραφία.

[40]  Παυσανίας, 2, 24, 2.

[41]  2, 37, 6.

[42]  2, 36, 7.

[43] «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» σ. 364 F. Mε την υπόθεση αυτή έχει ασχοληθεί ο Nilson. Tον συσχετισμό με την πηγή του Αμφιαράειου πραγματοποιεί ο Κ. Ρωμαίος στο άρθρο του «Θρησκειολογικά προβλήματα σχετικά με την Λέρνα» στα  Πελοποννησιακά των 1978-‘79. Μπορεί κανείς να προσέξει τις αντιστοιχίες με την Ανάσταση του Χριστού, σύμφωνα με την Ελληνορθόδοξη παράδοση.

[44]  1, 34, 4.

[45]  Βιργίλιος «Αινειάδα», VI, 287.

[46]  Ο Κάδμος σκότωσε τον δράκο μιας πηγής στη θέση των Θηβών.

[47]  II, V, 2.

[48]  2, 37, 4

[49]  Σχετικό με τους άθλους του Ηρακλή, γράφτηκε τον 7ο π.Χ. αιώνα.

[50]  Σε πόρπες της γεωμετρικής εποχής.

[51]  Απολλόδωρος 2,77 κ.ε.

[52]  Παλαίφατος,

[53]  Οβίδιος, Διόδωρος Σικελιώτης (IV, 11, 5). Ευρυπίδης (Ηρακλής μαινόμενος 1190).

[54]  «Ηρακλής Μαινόμενος» 419 και 1274. Μυριόκρανον, Αμφίκρανον και παλιμβλαστή.

[55]  Στάτιου «Θηβαΐς», I, 385.

[56] Οπαδοί του Μεσσήνιου φιλόσοφου Ευήμερου του 4ου-3ου π.Χ.αιώνα, που έγραψε την περίφημη «Ιερά Αναγραφή», από την οποία ελάχιστα σώζονται και στην οποία κατέγραφε την θεωρία του ότι οι Θεοί ήταν κάποτε ισχυροί άνθρωποι. Θεωρήθηκαν εκπρόσωποι του αθεϊσμού.

[57] Σχόλιο στη Βιργίλιου «Αινειάδα», VI, 287.

[58] Αναδημοσίευση της «Ελευθεροτυπίας» της 17ης-7-’96 από το γερμανικό «Spiegel» .

[59] 2, 1, 4.

[60]  Αθήναιου «Δειπνοσοφισταί», 4, 156, e.

[61]  Ορμίσκος του Αργολικού, νοτίως της Λέρνης, σημείο αποβίβασης του Δαναού και των πενήντα θυγατέρων του, στον ερχομό τους από την Αίγυπτο.

[62] Βλ. Σ. Παναγιωτόπουλου «Η μάχη…».

[63] Δ. Ζωγράφου – Ι. Μακρυγιάννη, υδατογραφία – Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. Συνοδεύεται από εκτενές επεξηγηματικό υπόμνημα.

[64] «Θηβαΐς», IV, 172.

[65] «Μεταμορφώσεις» I, 597.

[66] «Ιππόλυτος», 507.

[67]  Στάτιου «Θηβαΐς», VI, 288.

[68]  Η Ακρόπολη της Τίρυνθας.

[69]  Στάτιου «Θηβαΐς» IV, 735. Ο Άδραστος, βασιλιάς του Άργους, ήταν ένας από τους Επτά επί Θήβας.

 

Βιβλιογραφία σε μορφή pdf: Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας – Βιβλιογραφία

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

Σχετικά θέματα:

 

 

 

 

Read Full Post »

Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής – Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας Πανεπιστήμιο Harvard


 

Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας Πανεπιστήμιο Harvard απευθύνει πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για το Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής που διοργανώνει, αποσκοπώντας στην ανάπτυξη της ελληνικής δραματουργίας και την ανάδειξη και υποστήριξη νέων θεατρικών συγγραφέων. Το Εργαστήριο, με τίτλο «Ιστορικό αντικείμενο», απευθύνεται σε νέους συγγραφείς που δοκιμάζονται ή προτίθενται να δοκιμαστούν στη θεατρική γραφή και επιθυμούν να αποκτήσουν ή να διευρύνουν τις γνώσεις τους και να βελτιώσουν την τεχνική τους. Οι συμμετέχοντες/ουσες θα έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν με τον θεατρικό συγγραφέα Ανδρέα Φλουράκη, εμβαθύνοντας στην τέχνη της θεατρικής γραφής. To Εργαστήριο προσφέρεται χωρίς καμία χρηματική επιβάρυνση.

 

Προαπαιτούμενα

 

Το θέμα του Εργαστηρίου είναι εξειδικευμένο και αφορά τη θεατρική πραγμάτευση της επετείου των 200 ετών από την επανάσταση του 1821. Ποια αντικείμενα συνδέονται με την έννοια της ιστορίας και της εξέγερσης; Μέσα από αυτά τα αντικείμενα, τί ερωτήσεις προκύπτουν για την Ελλάδα 200 χρόνια πριν και για την Ελλάδα σήμερα; Κατά τη διάρκεια του Εργαστηρίου οι συμμετέχοντες/ουσες θα διερευνήσουν, μέσα από την προσωπική οπτική τους, σκέψεις, προβληματισμούς, προσδοκίες και προσωπικές εμπειρίες μικρών εξεγέρσεων, κοιτάζοντας ταυτόχρονα με τη ματιά του θεάτρου τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία μας.

Οι ενδιαφερόμενες/οι καλούνται να δεσμευθούν να παρακολουθήσουν όλες τις συναντήσεις του Εργαστηρίου και να είναι συνεπείς στις ώρες διεξαγωγής του.

 

Στόχοι Εργαστηρίου

 

Οι συμμετέχοντες/ουσες στο Εργαστήριο αναμένεται:

  • Να έρθουν σε επαφή με τις σύγχρονες τάσεις της θεατρικής γραφής.
  • Να εμβαθύνουν τη σχέση τους με την ελληνική ιστορία και να πετύχουν μια κριτική ματιά πάνω στην ιστορία.
  • Να έχουν εποικοδομητική ανατροφοδότηση από τα άλλα μέλη του Εργαστηρίου και τον συντονιστή για την προσπάθειά τους στη γραφή.
  • Να δημιουργήσουν, με την καθοδήγηση του συντονιστή και τη συζήτηση με την ομάδα των ομοτέχνων τους, θεατρικό υλικό πάνω στο θέμα του Εργαστηρίου.

Προσδοκία του συντονιστή είναι, με αφορμή το Εργαστήριο, να δημιουργηθεί θεατρικό υλικό με αφετηρία το συγκεκριμένο θέμα, το οποίο δύναται να παρουσιαστεί σε μορφή συγγραφικής performance. Σε περίπτωση που τα συγγραφικά αποτελέσματα του εργαστηρίου κριθούν ικανοποιητικά, το θεατρικό υλικό θα δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Harvard.

 

Τρόπος υποβολής αιτήσεων συμμετοχής

 

Οι ενδιαφερόμενες/-οι καλούνται να υποβάλουν ηλεκτρονικά ένα δείγμα θεατρικής γραφής το οποίο δεν θα ξεπερνά τις 1000 λέξεις, και θα εμπίπτει στην πραγμάτευση του παραπάνω θέματος. Το δείγμα θεατρικής γραφής θα συνοδεύεται από ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα (με στοιχεία επικοινωνίας) των ενδιαφερομένων έως και τις 16 Σεπτεμβρίου με θέμα: «Συμμετοχή στη σειρά συναντήσεων του Εργαστηρίου Θεατρικής Γραφής – «Αντικείμενα ιστορίας».

Τόπος διεξαγωγής: Το Εργαστήριο θα διεξαχθεί στην αίθουσα σεμιναρίων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (ΚΕΣ) Ελλάδος στο Ναύπλιο.

Συναντήσεις: Το Εργαστήριο θα είναι εντατικό. Οι συναντήσεις θα γίνουν σε τέσσερις συνολικά ημέρες, δηλαδή δύο Σαββατοκύριακα το φθινόπωρο και τον χειμώνα: 13 – 14 Οκτωβρίου και 22 – 23 Δεκεμβρίου 2018.

Επιλογή συμμετεχόντων: Ο αριθμός των συμμετεχόντων θα είναι αυστηρά έως δεκαέξι (16), προκειμένου να γίνει ουσιαστική δουλειά πάνω στα κείμενα του κάθε συγγραφέα. Η επιλογή των συμμετεχόντων θα γίνει από τον συντονιστή του Εργαστηρίου, τον συγγραφέα Ανδρέα Φλουράκη.

Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν την 1η Οκτωβρίου 2018. Οι επιτυχόντες θα ειδοποιηθούν από το ΚΕΣ με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τηλεφωνικά.

Βασική ενδεικτική βιβλιογραφία/θεατρογραφία για τους συμμετέχοντες/ουσες: Επαναστατικά αντικείμενα της Ομάδας Scene+, Α. Φλουράκη Θέλω Μια Χώρα, Ρ. Γαλανάκη Ο Βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, Ά. Φακίνου Το κάστρο της μνήμης, Ι. Ζουργού Η αηδονόπιτα, Μπάυρον Ο Γκιαούρ και οι Επιστολές από την Ελλάδα: 1809-1811 και 1823-1824, Δ. Σολωμού Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Α. Κάλβου Ωδαί, Τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη και το συλλογικό Όψεις της επανάστασης του 1821 της Εταιρίας Μελέτης Νέου Ελληνισμού.

Μετά το πέρας του εργαστηρίου, το ΚΕΣ θα χορηγήσει βεβαίωση συμμετοχής.

Συντονιστής: Ανδρέας Φλουράκης
Προθεσμία υποβολής αιτήσεων: 16 Σεπτεμβρίου 2018
Ημερομηνίες συναντήσεων: 13 – 14 Οκτωβρίου και 22 – 23 Δεκεμβρίου 2018

Για περισσότερες πληροφορίες, παρακαλούμε επικοινωνήστε με τη Ματίνα Γκόγκα, Συντονίστρια Επικοινωνίας & Ανάπτυξη Προγραμμάτων του Κέντρου, μέσω τηλεφώνου (27520 47040 ή/και 27520 47030, Ναύπλιο) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο matina.goga(at)chs.harvard.edu.

 

Ανδρέας Φλουράκης

 

Ανδρέας Φλουράκης

Γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και θέατρο στην Αγγλία (MA Writing for the Theatre and Broadcast Media). Στο θέατρο εμφανίζεται για πρώτη φορά το 2001 με το συλλογικό έργο Πίστη (Θέατρο του Νότου). Το 2003 διακρίνεται στον διαγωνισμό μονόπρακτων του Θεάτρου Τέχνης, το 2004 του απονέμεται η υποτροφία Fulbright, το 2006 το έργο του Αντιλόπες επιλέγεται ως ένα από τα δεκαέξι καλύτερα θεατρικά της Ευρώπης στο πρόγραμμα JANUS, το 2008 βραβεύεται στο διαγωνισμό μονόπρακτων του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρόδου, καθώς και στον διεθνή Διαγωνισμό Μονοδράματος 2006-2008 των UNESCO-Ι.Τ.Ι. ενώ το 2014 το έργο του Ασκήσεις Για Γερά Γόνατα επιλέγεται στην τριάδα έργων του Eurodram.

Θεατρικά του έργα που έχουν παρουσιαστεί: Οι Μέρες Πριν Έρθεις (Θέατρο του Νότου), Φύλλα Της (Θέατρο της Άνοιξης στα πλαίσια της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας και Θέατρο Επί Κολωνώ), Κάσσυ (ΧΙΙΙ Διεθνή Συνάντηση Αρχαίου Δράματος Δελφών), Κέλυφος (104 Κέντρο λόγου και τέχνης), Μπελ Επόκ (Θέατρο Επί Κολωνώ), Λάσσυ (Επί Κολωνώ/Μπιπ), Ασκήσεις Για Γερά Γόνατα (Θέατρο Τέχνης) Mήδειας Πατούσες (Βαφείο), Μήδειας Μπούρκα (Επί Κολωνώ / Διεθνές φεστιβάλ Πάφου σε σκηνοθεσία του ίδιου), Κόκκαλα (Θέατρο Τέχνης), Διώρυγα (Μουσείο Φωταερίου), Μπλε Μαρέν (Αγγέλων Βήμα), Όχι Και Τόσο Άγριο (Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών), Θέλω Μια Χώρα (Φεστιβάλ Αθηνών / Θέατρο Τέχνης), Τυφλή Εμπιστοσύνη (Επί Κολωνώ), Τα Πράγματα Που Παίρνεις Μαζί (Royal Court Theatre), Το Ασυνόδευτο (Θέατρο Skrow), Ταπ Άουτ (Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας Β’ σκηνή σε σκηνοθεσία τους ίδιου) κ.α. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Πορτογαλικά, Ιταλικά, Γερμανικά, Τουρκικά, Ρουμάνικα, Πολωνικά, Αλβανικά, και Φινλανδικά και έχουν παρασταθεί – αναγνωσθεί στα Royal Court Theatre, Gate Theatre, West Yorkshire Playhouse και Tristan Bates στη Μ. Βρετανία, στο φεστιβάλ Oyun Yaz στην Κωνσταντινούπολη, στο Φεστιβάλ του Ελσίνκι, στα Comparative Drama Conference, φεστιβάλ HotINK, φεστιβάλ GI60, Lincoln Centre Theatre στις Η.Π.Α., στο Εθνικό Θέατρο της Αλβανίας, στο Εθνικό Θέατρο της Μαδρίτης, κ.α. 

 

Read Full Post »

Older Posts »