Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek Radio’

Μορφές του Ελληνικού Ραδιοφώνου (1949-1967) – Γιώργος Ν. Κάρτερ


 

Στο χρονικό διάστημα μεταξύ του 1949 και του 1967, το ελληνικό ραδιόφωνο, συμπτωματικά, είχε παρουσιάσει μιαν αξιοσημείωτη άνθηση, στον τομέα ιδιαίτερα της πνευματικής καλλιέργειας και της αισθητικής εκφραστικής του. Ο τραγικός εμφύλιος είχε τελειώσει και η σχετική μείωση των αντικομμουνιστικών μηνυμάτων άφηνε κάποιο περιθώρια για αναζητήσεις νέων βελτιωμένων μορφών ραδιοφωνικών εκπομπών.

Εκείνον τον καιρό, το ΕΙΡ διέθετε επώνυμα στελέχη από την περιοχή της διανόησης, της τέχνης, της δημοσιογραφίας, της λογοτεχνίας, της μουσικής. Θ’ αναφέρω μόνο μερικούς απ’ αυτούς, που η συμβολή τους ήταν καθοριστική στην ερτζιανή δημιουργία και που, για καλή μου τύχη, τους συνάντησα αργότερα, το 1952, στις ραδιοφωνικές υπηρεσίες, ως νεότερος συνάδελφός τους.

Διονύσης Ρώμας

Γνώρισα το Διονύση Ρώμα, που υπήρξε ο πρώτος ραδιοσυγγραφέας, με 125 ραδιοφωνικές σκηνές στο ενεργητικό του. «Το πρώτο μου σκετς – μου είχε πει – ακούστηκε από το νεοσύστατο τότε ελληνικό ραδιόφωνο στις 25 Μαρτίου 1938 και ονομαζότανε «Πώς γράφτηκε ο Εθνικός μας Ύμνος» [1]. Δικαιολογημένα ο Ρώμας θεωρείται ο δάσκαλος των συγγραφέων του ραδιοφώνου που εμφανίστηκαν κατόπιν.

Από τη γενιά του Ρώμα, γνώρισα και συνδέθηκα με τον πρωτοπόρο ραδιοσκηνοθέτη Κώστα Κροντηρά. Σ’ ένα σημείωμα του Νίκου Φώσκολου, δημοσιευμένο το 1953 στο Ραδιοπρόγραμμα, διαβάζουμε:

 

Σ’ αυτόν κυρίως, και σ’ ελάχιστους άλλους, οφείλεται σήμερα η τεχνοτροπία, η καλλιτεχνική αρτιότητα και η μόνιμη αισθητική ανησυχία, που είναι τα πιο γνώριμα στοιχεία της παραδόσεως του ελληνικού ραδιοφωνικού θεάτρου.

 

Σύντροφος ζωής και πολύτιμη συνεργάτις του Κώστα Κροντηρά, αλλά με δική της προσωπικότητα και σημαντική ραδιοφωνική προσφορά, η Αντιγόνη Μεταξά. Γι’ αυτήν, ο ιστορικός του θεάτρου Νικόλαος Λάσκαρης έλεγε: «Η κ. Μεταξά έχει πλέον κάθε δικαίωμα να επαναλαμβάνει προς τας μητέρας, τα του Χριστού «Άφετε τα παιδία σας να έλθουν προς εμέ”». Πράγματι, η Μεταξά – η «θεία Λένα» – με τις εκπομπές τής «Ώρας του παιδιού» άφησε μια παιδαγωγική εποχή που τη συγκρίνω μόνο μ’ εκείνη του Ξενόπουλου, του «Φαίδωνα» της Διαπλάσεως των Παίδων.

 

Αντιγόνη Μεταξά (1905-1971). Η «Θεία Λένα», η αγαπημένη παιδαγωγός και θεατρίνα που μεγάλωσε μέσα από το ραδιόφωνο πολλές γενιές παιδιών. Εδώ με την κόρη της Λήδα Κροντηρά, που από μικρή συμμετείχε σε παραστάσεις και εκπομπές.

 

Η ραδιοφωνική δουλειά του Ρώμα, του Κροντηρά, της Μεταξά, καθώς και του Στράτη Μυριβήλη, του Σίμωνα Καρρά, της Πόπης Ρηγοπούλου, του Αντίοχου Ευαγγελάτου, αν και είχε αποδώσει καρπούς και πριν από τη δεκαετία του ’50, συνεχίστηκε εύφορη και μέσα σ’ αυτήν. Μέσα σ’ αυτή τη δεκαετία και στα επόμενα πέντε χρόνια, κι άλλες προσωπικότητες από τον πολιτιστικό χώρο πρόσφεραν στο ραδιόφωνο καινούργιες ιδέες, νέες αισθητικές απόψεις και προοπτικές ανάπτυξης. Μ’ αυτές τις προσωπικότητες δημιουργήθηκε ένας ανεπανάληπτος θεωρητικός προβληματισμός, που επηρέασε και διαμόρφωσε, σίγουρα, την ποιότητα των ραδιοπρογραμμάτων. Ενδεικτικά τα ονόματα: Οδυσσέας Ελύτης, Ανδρέας Καραντώνης, Κωστής Μεραναίος, Πύρρος Σπυρομήλιος, Μάριος Πλωρίτης, Δημήτρης Πουρνάρας, Αναστάσιος Πεπονής, Γρηγόρης Δαφνής, Αντώνης Λάβδας, Γιάννης Γιαννόπουλος, Ντίμης Αποστολόπουλος. Ονόματα γνωστά και καταξιωμένα πολύ πριν από το άκουσμά τους κατά τη ραδιοφωνική τους θητεία.

Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να σταθώ για λίγο σ’ αυτόν τον τελευταίο, τον Ντίμη Αποστολόπουλο, που αφιέρωσε ολόψυχα τα δέκα στερνά χρόνια της ζωής του στη ραδιοφωνική πράξη και θεωρία. Ήταν αυτός που έφερε στο ραδιόφωνο το πνεύμα της δημιουργικής έρευνας, την πειθαρχία του φιλοσοφικού στοχασμού, την ευγένεια στη συναδελφική περιοχή[2].

 

Ο ηθοποιός Νίκος Παρασκευάς (κέντρο) διαβάζει το μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη (αριστερά) «Γαλήνη», στην εκπομπή «Τα αριστουργήματα της λογοτεχνίας μας». Στα δεξιά ο δοκιμιογράφος Ντίμης Αποστολόπουλος, 19, Φεβρουαρίου 1954. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Το 1955, ο Αποστολόπουλος, προλογίζοντας το βιβλίο μου Το ραδιόφωνο και η Αισθητική του, που εγκαινίασε την ελληνική βιβλιογραφία για τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, είχε αποφανθεί:

 

Οι περισσότεροι εκφράζουν την πεποίθηση ότι το ραδιόφωνο είναι ένα απλό μέσο ψυχαγωγίας και ότι δεν μπορεί να έχει ειδικές καλλιτεχνικές αξιώσεις. Ο συγγραφέας του βιβλίου, απεναντίας, φρονεί ότι το ραδιόφωνο είναι μια νέα τέχνη, η «όγδοη τέχνη»… Δεν νομίζω ότι στο σημείο αυτό έχει άδικο. Το ραδιόφωνο είναι μια νέα Τέχνη.

 

Ένα χρόνο μετά, ο Αποστολόπουλος επινοεί κι εφαρμόζει σε μερικές λογοτεχνικές εκπομπές την τεχνοτροπία του «σινεμαφόν». Το «σινεμαφόν», όπως εξηγεί ο ίδιος, προσδίδει στη μονοφωνική εκπομπή τη μαγεία της πολύφωνης ραδιοφωνικής σκηνής. Ανήσυχο πνεύμα, καθώς ήταν ο Αποστολόπουλος, στοχαστής και ιστορικός της ελληνικής φιλοσοφίας, πρόσφερε στο ΕΙΡ, μαζί με την ψυχή του, πάνω από 1.700 εκπομπές ραδιοφωνικής τέχνης[3].

 

Οι εκφωνητές Γιώργος Κάρτερ και Νίκος Χάκας σε ραδιοθάλαμο του Ζαππείου, Σεπτέμβριος 1949. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Η εκφωνήτρια Ρεγγίνα Μπέρτου στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου το 1955

Στους θεωρητικούς του ραδιόφωνου της εποχής εκείνης, ανήκει αναμφίβολα κι ο Γιάννης Αστεριάδης, ο οποίος, πέρα από τα ενδιαφέροντα άρθρα του, μετέφρασε το 1960, μ’ ωραίο λόγο και γνώση, το μελέτημα του Ροζέ Πρανταλιέ Η ραδιοφωνική τέχνη, που αποσπάσματά του είχα μεταφράσει και δημοσιεύσει στο περιοδικό Ραδιοπρόγραμμα το 1957. Αναφέρω, επίσης, και το ραδιοσυγγραφέα Τίτο Αινεία, που το 1968 εξέδωσε τα μαθήματά του στη Δραματική Σχολή Αθηνών, κάτω από τον τίτλο Γενικές αρχές της ραδιοφωνικής τέχνης.

Το ραδιόφωνο εκείνου του καιρού είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη όχι μόνο του ακροατηρίου του μα και των πνευματικών ανθρώπων, που μπορούσαν να διαπιστώσουν ότι, πράγματι, εκεί, στους ραδιοφωνικούς θαλάμους του Ζαππείου, δοκιμάζεται μια νέα ηχητική τέχνη, με δικούς της κανόνες, δικές της φόρμες, δικούς της επικοινωνιακούς κώδικες.

Οι συγγραφείς – οι πιο αξιόλογοι, κατά τη γνώμη μου – που ακολούθησαν τις διδαχές του Διονύση Ρώμα και καλλιέργησαν ιδιαίτερα το ραδιοφωνικότερο είδος (αγγλικής καταγωγής) το «φίτσερ», ήταν ο Νίκος Σφυρόερας, η Γεωργία Ταρσούλη, ο Ματθαίος Μουντές κι ο Δημήτρης Λουκάτος. Το «φίτσερ» («ραδιοφωνικό» το βαφτίσαμε) έχει λησμονηθεί έκτοτε, παρόλη τη δυναμική του ιδιοτυπία, που επιτρέπει τη συνθετική χρησιμοποίηση όλων των ηχητικών στοιχείων: το λόγο, τους παντοειδείς θορύβους, τη μουσική, ακόμα και την ηχητική παύση.

Το 1960 η ραδιοφωνική τέχνη απέκτησε και τους κριτικούς της. «Ο Ακροατής» κι ο «Αλέξανδρος Πιζάνης»[4], από το έγκυρο περιοδικό της Ελένης Βλάχου, τις Εικόνες, παρακολουθούσαν συστηματικά τα προγράμματα του ραδιοφώνου.

Το 1962 πρωτοπερνάει στα ερτζιανά και το ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ, που οι σειρές του μου έδωσαν την ευκαιρία να αξιοποιήσω το σπάνιο υλικό της δικής μου φωνοθήκης.

Στην ίδια περίοδο, η 8η τέχνη εμφάνισε σημαντικές προόδους και στο θέατρό της. Από τότε, από το «Θέατρο της Δευτέρας» και το «Θέατρο της Τετάρτης» διατρέφονται ως τα σήμερα οι θεατρικές εκπομπές της ΕΡΑ (της δημόσιας ραδιοφωνίας), που οι επιμελητές τους τις παρουσιάζουν όχι μόνον ως αξιοσυντήρητα ντοκουμέντα, αλλά και ως ραδιοθεατρικά επιτεύγματα. Ήταν τότε που το ΕΙΡ είχε τιμηθεί στο διεθνή διαγωνισμό της Ρώμης με το ραδιοφωνικό «Πρέμιο Ιτάλια».

 

Οι ηθοποιοί Μάνος Κατράκης, Αλέκα Κατσέλη, Νίκος Χατζίσκος και Γιάννης Αργύρης σε ραδιοθάλαμο του Ζαππείου για την εκπομπή «το θέατρο της Τετάρτης», 1960. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Οι θεμελιωτές της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, οι εξαίρετοι συγγραφείς Ιάκωβος Καμπανέλλης και Νότης Περγιάλης είχαν γράψει εκείνα τα χρόνια πρωτότυπα έργα, ειδικά για το ΕΙΡ, όπως κι ο Χάρολντ Πίντερ, λίγο νωρίτερα, είχε γράψει για το BBC. Εμψυχωτής του θεατρικού τμήματος (ας μη τον ξεχνάμε) ήταν ο δραματολόγος Δημήτρης Κωνσταντινίδης.

Όμως, ένα καλό θέατρο έχει ανάγκη καλών σκηνοθετών. Και τέτοιοι εμπνευσμένοι ραδιοσκηνοθέτες υπήρξαν ο Μήτσος Λυγίζος, ο Ίων Νταϊφάς, ο Κωστής Μιχαηλίδης, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης, ο Λάμπρος Κωστόπουλος, ο Μιχάλης Μπούχλης. Πολλές εργασίες τους στο ραδιοφωνικό θέατρο μένουν ως τώρα αξεπέραστες. Στις μέρες μας, κανένας ελληνικός ραδιοσταθμός, ούτε καν κρατικός, δεν προβαίνει σε παραγωγές ραδιοφωνικού θεάτρου. Τόσο πολύ επτωχεύσαμεν;

Τα χρόνια πέρασαν… Το ΕΙΡ στα 1952 είχε κιόλας το Δεύτερο Πρόγραμμά του και στα 1954 το Τρίτο Πρόγραμμα, το μέγα πάθος του Κόντε Ρώμα. Παράλληλα ιδρύθηκαν και δώδεκα περιφερειακοί σταθμοί, μεταξύ των οποίων, της Θεσσαλονίκης, της Κέρκυρας, των Ιωαννίνων, της Πάτρας, της Ρόδου, των Χανίων, των Σερρών και άλλοι, που με τις μεταδόσεις τους κάλυψαν ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα.

 

Ραδιοφωνικός δέκτης Grundig, τέλη δεκαετίας 1950. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Το 1966, στο αρκτικόλεξο του ΕΙΡ προστέθηκε ένα «Τ». Ήρθε ο καιρός της Ελληνικής Τηλεόρασης· το πρώτο αίτιο που διέκοψε την εξελικτική πορεία του ραδιοφώνου. Το κοινό, ανέκαθεν φιλοθέαμον, εντυπωσιασμένο με τα «κατ’ όψιν» του μαγικού κουτιού, απέσυρε αμέσως το ενδιαφέρον του από το δέκτη των ήχων, διαθέτοντας τις ώρες του στην κινούμενη εικόνα, που μεταφέρθηκε από την κινηματογραφική αίθουσα στο ενδιαίτημα του καθενός. «Το ραδιόφωνο θα είναι αναμφίβολα» – είχε προβλέψει ο επικοινωνιολόγος Ζαν Καζνέβ – «το μεγάλο θύμα της θαυμαστής εξάπλωσης της τηλεόρασης»[5].

Σ’ ένα παλιό μελέτημά μου[6], αναφερόμενος στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, είχα υποστηρίξει την άποψη ότι οι μεγάλες ιστορικές εποχές που παρουσιάζουν πολιτισμική ανάπτυξη είναι οι εποχές της άνθησης των ακροαμάτων, ενώ διαπιστώνουμε πως, όταν σημειώνεται έκπτωση του πολιτισμού, είναι γιατί οι κοινωνίες αποχαυνώνονται με τα ευτελή εντυπωσιακά θεάματα.

Θυμηθείτε τα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας, τότε που ο Ιουβενάλης είπε το περίφημο «Άρτον και θεάματα». Ήταν τα χρόνια που προανάγγειλαν το σκοτεινό Μεσαίωνα. Τότε που στα αμφιθέατρα, οι θηριομαχίες κι οι μονομαχίες ως το θάνατο ήταν τα διασκεδαστικότερα «σόου» των Ρωμαίων.

Αντίθετα, μια πολιτισμική εποχή μετά την Αναγέννηση, που άρχισε με το μπαρόκ και τέλειωσε με το ρομαντισμό, ήταν η χρυσή περίοδος των τριών αιώνων του μουσικού ακροάματος. Τότε ακούμε τα κοντσέρτα του Βιβάλντι, τους κανόνες του Μπαχ, τα λεπταίσθητα μηνύματα του Μότσαρτ, τους μπετοβενικούς διαλόγους με τον άνθρωπο. Κι ακόμα, τον υπέρλαμπρο λόγο των ποιητών της θεατρικής σκηνής, του Γκαίτε, του Σίλλερ, του Λέσινγκ και των άλλων.

Τώρα, το κυρίαρχο θέαμα, η τηλεόραση, προμηνύει – κατά τους απαισιόδοξους μελλοντολόγους και κοινωνιολόγους – τον ερχομό ενός νέου απάνθρωπου Μεσαίωνα.

Ας απομακρύνουμε την απειλή, επιχειρώντας, ως συνειδησιακή επιταγή, την ενδύναμη φόρτιση των μαζικών μέσων ακροάματος και θεάματος με τις αξίες του ουμανιστικού πολιτισμού.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σε συνέντευξη στην εκπομπή μου «Σύγχρονη πνευματική Ελλάδα» (ΕΙΡ), το 1963.

[2] Βλ. για τον Ντίμη Αποστολόπουλο αφιέρωμα του περιοδικού Νέα Εστία, 15.4.64, όπου και Γ. Κάρτερ: «Ο Ντίμης Αποστολόπουλος και το ραδιόφωνο». Επίσης, Γ. Κάρτερ, Ραδιόφωνο και Τηλεόραση, Γκόνης, 1966, σ. 39-45 και Γ. Κάρτερ, «Η λυρική καθημερινότητα του Ντίμη Αποστολόπουλου», περ. Τομές, Δεκ. 1976.

[3] Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Σύγχρονη πνευματική Ελλάς» κι ο Διον. Ρώμας παραδέχεται: «Η σημαντική εξέλιξη που έλαβε το ραδιόφωνο τα τελευταία χρόνια, μας δίνει ασφαλώς το δικαίωμα να το κατατάξουμε μέσα στον κύκλο των τεχνών».

[4] Ήταν τα ψευδώνυμά μου.

[5] Κοινωνιολογία της Ραδιο-τηλεόρασης, I. Ν. Ζαχαρόπουλος, σ. 117.

[6] Γ. Κάρτερ, Κείμενα Επικοινωνίας, Δίφρος, 1981, σ. 43-52.

 

Γιώργος Ν. Κάρτερ (1928-2012)

Ο Γιώργος Κάρτερ ήταν λογοτέχνης, κριτικός θεάτρου και τηλεόρασης.

Επιστημονικό Συμπόσιο, «Η εκρηκτική εικοσαετία 1949-1967», 10-12 Νοεμβρίου 2000. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας [Ιδρυτής Σχολή Μωραΐτη]  – Πρακτικά, Αθήνα, 2002.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »