Η προέλευση των κρανιδιώτικων επωνύμων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (Ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική, λατινική)[1] | Μαρίνα Τσιρτσίκου, Ιστορικός, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ) – Υποψήφια Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Το Κρανίδι ανήκει στον νομό Αργολίδας, είναι πρωτεύουσα του Δήμου Ερμιονίδας και βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου. Με την παρούσα έρευνά μου αναλύω την ετυμολογική προέλευση των κρανιδιώτικων επωνύμων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική και λατινική.
Ως εργαλείο της έρευνάς μου χρησιμοποιώ τα επώνυμα από το «Μητρώο Αρρένων Κρανιδίου». Συγκεκριμένα, έχω δημιουργήσει μια βάση δεδομένων με το πρόγραμμα εισαγωγής δεδομένων Excel και τους τύπους συναρτήσεων (IF, SUM) από το 1842 έως το 1890 με ποιοτικό δείγμα διακοσίων επωνύμων, από τους εγγεγραμμένους στο μητρώο. Τα επώνυμα διακρίνονται ποιοτικά και ποσοτικά ανάλογα με την ετυμολογική ρίζα τους: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική και λατινική. Επίσης, για την έρευνά μου χρησιμοποίησα βιβλιογραφία, λεξικά και προφορικές μαρτυρίες.
1. Το Κρανίδι και οι κάτοικοι του
Το Κρανίδι συνιστά την έδρα του δήμου Ερμιονίδας – Ερμιόνη, Ηλιόκαστρο, Θερμήσι, Πορτοχέλι, Κοιλάδα, Φούρνοι, Δίδυμα Λουκαΐτη – και περικλείεται από το όρος Δίδυμο. Από τον 12ο αιώνα έως τις αρχές του 19ου αιώνα, Έλληνες, Αλβανικές φάρες, Τούρκοι, Ενετοί και άλλες ευρωπαϊκές ομάδες στην Πελοπόννησο και ειδικότερα στην Αργολίδα δημιούργησαν ένα πολυπολιτισμικό αμάλγαμα στις τοπικές κοινωνίες της περιοχής.
Σημαντικές πληθυσμιακές εισροές σημειώθηκαν, κατά τη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης Ενετοκρατίας (1388-1540, 1686-1715) στο Ναύπλιο και την αργολική πεδιάδα, όταν οι Ενετοί συγκρότησαν ένα μισθοφορικό σώμα (stradioti) από Έλληνες, Αλβανούς, Ιταλούς, Γερμανούς, Γάλλους, Φλαμανδούς κ.τ.λ, με σκοπό την προστασία των συνόρων και της αργολικής υπαίθρου από τους Τούρκους, στους οποίους παραχώρησαν γαίες για τη συντήρηση των ίδιων, αλλά και των οικογενειών τους[2].
Ορόσημο όμως στον εποικισμό της Πελοποννήσου θεωρείται η εγκατάσταση 10.0000 χιλιάδων Αλβανών ποιμένων, τους οποίους έφερε ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Παλαιολόγος (1383-1407), λίγο πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης, και τους τοποθέτησε σε περιοχές του δεσποτάτου του για να αυξήσει τον πληθυσμό της επικράτειάς του, που είχε ερημωθεί εξαιτίας των τουρκικών επιθέσεων, αλλά και για να ενισχύσει τη στρατιωτική δύναμη των Βυζαντινών. Ωστόσο, με την πτώση του Δεσποτάτου του Μορέως (1461), πολλοί από αυτούς μετοίκησαν μαζικά προς την Τροιζηνία, την Ερμιονίδα και τα νησιά Ύδρα και Σπέτσες, συμβάλλοντας μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα και στη μαζική αύξηση των κατοίκων του Κρανιδίου. Προσφυγικές εισροές στην περιοχή σημειώθηκαν και στις αρχές του 19ου αιώνα, από τη Μικρά Ασία, την Κρήτη, την Ήπειρο (Άρτα και Σούλι), τη Χίο και την Κάσο[3].
Το 1530, δημιουργείται η πρώτη μεγάλη, οργανωμένη κρανιδιώτικη κοινότητα. Οι Κρανιδιώτες ασχολούνταν με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία. Ιδιαίτερα, κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετοκρατίας (1686-1715), στην περιοχή είχε ενισχυθεί η αμπελοκαλλιέργεια, η ελαιοκαλλιέργεια και η επεξεργασία του σταριού, ενώ σημαντική ήταν και η ιχθυοκαλλιέργεια τόσο στην ανοικτή θάλασσα όσο και στη λιμνοθάλασσα της Βερβερόντας. Όμως, υπήρχε σημαντική έλλειψη εργατικών χεριών, καθώς οι Τούρκοι, αποχωρώντας από την αργολική πεδιάδα, είχαν εκπατρίσει βίαια ντόπιο πληθυσμό για να τον πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής (1687). Τότε, οι Ενετοί ενίσχυσαν τον εργατικό πληθυσμό με μετοικεσίες Ελλήνων από τουρκοκρατούμενες περιοχές (Αττική, Βοιωτία, Εύβοια, νησιά του Αιγαίου)[4].
Η Ερμιονίδα προμήθευε τον βενετικό στόλο με ξυλεία από το δάσος της Κορακιάς για ναυπηγική χρήση και καυσόξυλα από το Πόρτο Χέλι (Porto Bizato), ένα από τα σημαντικά απάνεμα λιμάνια της αργολικής περιοχής για την προστασία της βενετικής αρμάδας. Επίσης, οι ακτές της περιοχής φυλάσσονταν από την ενετική πολιτοφυλακή για την προστασία τους από τις επιδρομές κουρσάρων και την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου μεταναστών και αλατιού από τις πλούσιες αλυκές της[5].
Κατά τη Β’ Τουρκική Κυριαρχία (1715-1821) στην Αργολίδα με το φιρμάνι του σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (10 Σεπτεμβρίου 1715), η Τοπική Διοίκηση αναγνώρισε τις εδαφικές κυριότητες των χριστιανών Κρανιδιωτών του Κάτω Ναχαγιέ (Κάτω Επαρχίας). Αν και η συμμετοχή των Κρανιδιωτών στα Ορλωφικά (1770) είχε ως συνέπεια οι Τούρκοι να άρουν τα προνόμια που είχαν δώσει στο Κρανίδι, το 1715, εντούτοις οι Κρανιδιώτες κατάφεραν να εξισορροπήσουν τις σχέσεις τους με την τουρκική διοίκηση. Όμως, τον Απρίλιο του 1821 υψώθηκε η σημαία της Επανάστασης και στο Κρανίδι, όταν ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας – Παπαρσένης με αγωνιστές από την Ερμιονίδα συμμετείχε στην προσπάθεια απελευθέρωσης του Ναυπλίου, ενώ πολλοί Κρανιδιώτες συμμετείχαν στις ναυτικές δυνάμεις της Ύδρας και των Σπετσών[6]. Από τα τέλη του 18ου αιώνα, οι Κρανιδιώτες ασχολήθηκαν με τη ναυτιλία και συνεργάστηκαν κυρίως με τις γειτονικές Σπέτσες. Τα κρανιδιώτικα πλοία μετέφεραν προϊόντα σε πολλές παραθαλάσσιες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[7].
Παρατηρώντας τα πληθυσμιακά δεδομένα του Κρανιδίου ή της Ερμιονίδας και Σπετσών –ανάλογα την πηγή των στοιχείων –, οι κάτοικοι του Κρανιδίου σε διάστημα περίπου ενάμιση αιώνα (1700-1879) από 1.000 αυξήθηκαν σε 5.627 κατοίκους. Ενώ, στην ευρύτερη περιοχή, Ερμιονίδας και Σπετσών, από το 1832 έως το 1855 οι κάτοικοι αυξήθηκαν από 12.773 σε 20.320[8].
Στα παράλια της Ερμιονίδας και των νησιών Ύδρας και Σπετσών, μετακινήθηκαν αλβανικές ομάδες εξαιτίας των ενετοτουρκικών πολέμων, αλλά και των ενετοαλβανοελληνο-τουρκικών συγκρούσεων. Όσοι από αυτούς παρέμειναν στην περιοχή ήταν κτηνοτρόφοι και ενώθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό, κυρίως εξαιτίας των κοινών φτωχών συνθηκών που βίωναν με τις οικογένειές τους. Ενώ, η φυσική και θρησκευτική συνύπαρξή τους, λόγω της κοινής Ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας, θα προηγούνταν της αφομοίωσής τους, αφού η γλώσσα των αλβανόφωνων θα ήταν το τελευταίο πολιτισμικό στοιχείο, που θα απαλειφόταν[9].
Μετά από πεντακόσια χρόνια, οι αρβανιτόφωνοι θα δημιουργούσαν ένα γλωσσικό ιδίωμα με αλβανογενείς και ελληνικές λέξεις, τα αρβανίτικα, που η δομή τους ανήκε στην τοσκική διάλεκτο της Ν. Αλβανίας. Οι Αλβανοί θα γίνονταν Αρβανίτες και θα μιλούσαν πλέον τα αρβανίτικα, που όμως δεν απέκτησαν γραπτή μορφή. Η γλωσσική αφομοίωση, που συντελέστηκε, συνέβαλε στην ενίσχυση του ελληνικού φρονήματος των αρβανιτόφωνων, οι οποίοι υπερασπίστηκαν με σθένος την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον οθωμανικό ζυγό, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του ελληνοδιδασκάλου Παναγιώτη Αγαθοκλή (1800-1880), για την επιτυχή ανταπόκριση των παιδιών στις εξετάσεις δημοτικού σχολείου της περιοχής της Ερμιονίδας στην ελληνική γλώσσα, αν και ήταν αλλόγλωσσα (1861)[10].
Έως σήμερα, τα αρβανίτικα μιλιούνται στην Ερμιονίδα από όσους και όσες γεννήθηκαν μέχρι τις αρχές του 1940, αν και η μετακίνηση των Υδραίων, και των κατοίκων της Ερμιονίδας, στον Πειραιά, τη Σύρο και αλλού, συνέβαλε στη σταδιακή εγκατάλειψή τους[11].
2. Ετυμολογική ανάλυση και κατηγοριοποίηση των Κρανιδιώτικων επωνύμων
Μελετώντας τα επώνυμα των Κρανιδιωτών, μέσα από το Μητρώο Αρρένων Κρανιδίου το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με βάση την ετυμολογική ρίζα τους (ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική και λατινική), θα καταδειχθεί η γλωσσική ώσμωση των Κρανιδιωτών κυρίως με τους Αλβανόφωνους, αλλά και με τους Τούρκους και τους Ενετούς, στο πέρασμα των αιώνων.
Τα επώνυμα συνήθως δημιουργούνταν με βάση: τον τόπο καταγωγής, το βαπτιστικό, πατρωνυμικό ή μητρωνυμικό όνομα της οικογένειας, το επάγγελμα, ζωωνυμικά / φυτωνυμικά, σωματικά χαρακτηριστικά (εμφάνιση / ασθένεια) και τις ιδιότητες του χαρακτήρα. Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένα παραδείγματα για τις κατηγορίες των επωνύμων ανά ετυμολογική ρίζα.
2.1 Ελληνική ρίζα
2.1.1 Τόπος καταγωγής
Αργείτης Ευστάθιος (1842)[12] από το Άργος, Σοφικήτης (Σοφικίτης) Αναστάσιος (1843) από το Σοφικό Κορινθίας, Τσιφάκης Νικόλαος (1881) από τα Σφακιά της Κρήτης[13]. Φασιλής Ιωάννης (1844), ίσως να καταγόταν από τη Φασηλίδα (αρχ. Φασηλίς), σημαντικό λιμάνι στη νότιο Μικρά Ασία, κοντά στην Αττάλεια και απέναντι από την Κύπρο[14].
Άλλα επώνυμα που δηλώνουν καταγωγή είναι: Κυπραίος Αντώνιος (1844), Κρητικός Βασίλειος (1844), Σαμιώτης Παντελής (1844), Μανιάτης Φραγκίσκος (1849), Παφίτης Δημήτριος (1856) από την Πάφο της Κύπρου, Σαλονικιός Γεώργιος (1861), Αραχωβίτης Σπυρίδων (1873), Καστριώτης Γεώργιος (1882) από την Ερμιόνη (Καστρί), Ζακινθυνός Σάββας (1891).
2.1.2 Βαπτιστικά ονόματα / Πατρωνυμικά / Μητρωνυμικά
Η διαδοχή του ονόματος από τον παππού στον εγγονό αποτελεί σημαντικό παραδοσιακό στοιχείο των τοπικών οικογενειών (σογιών), όπως πιστοποιείται από το Μητρώο Αρρένων Κρανιδίου. Μέχρι σήμερα, σημαντικός αριθμός οικογενειών υφίστανται σταθερά στην Κρανιδιώτικη κοινωνία με το ίδιο επώνυμο και την ίδια εναλλαγή πατρώνυμου και βαπτιστικού ονόματος. Οι μεγάλες οικογένειες διακρίνονται μεταξύ τους από τα διαφορετικά παρωνύμια –παρατσούκλια. Από την παράθεση των παρακάτω επωνύμων διαφαίνεται η συνήθεια τα βαπτιστικά / πατρωνυμικά, αλλά και μητρωνυμικά ονόματα, να χρησιμοποιούνται ως επώνυμα. Τα επώνυμα στην ονομαστική πτώση είναι βαπτιστικά, ενώ στη γενική είναι πατρωνυμικά ή μητρωνυμικά, ανάλογα το γένος.
Ευστρατίου Δημήτριος (1843), Αλεξίου Αλέξανδρος (1844), Λάμπρου Δημήτριος (1844), Στεφανής Στέφανος (1844), αργότερα θα καταγραφεί και ως «Στέφας», Σταύρου ή Ξανθιάς Ιωάννης (1844), από το βαπτιστικό όνομα «Σταύρος» και ίσως το δεύτερο όνομα να έχει ρίζα μητρωνυμική και να αναφέρεται στην ξανθιά μητέρα. Γεωργόπουλος Αριστείδης (1844), Γιαννέλης Κωνσταντίνος (1846), Πανάγου Εμμανουήλ (1847), Στασινόπουλος Ανδριανός (1848), από το βαφτιστικό όνομα «Σατσηνός» ή «Στασινός» παραλλαγή του «Αναστάσιος»[15]. Νάκης Κωνσταντίνος (1849), <υποκοριστικό των Αντώνης, Γιάννης, Διονύσιος, Στέφανος κλπ. με το υποκοριστικό επίθημα -άκης[16]. Ελένης Γεώργιος (1852), Πάνου Κωνσταντίνος (1856), Λουκάς Ιωάννης (1857). Επίσης, υπάρχουν και τα βαπτιστικά ονόματα Γιαννούτσος Γεώργιος και Πανούτσος Δημήτριος (1844), στα οποία φαίνεται ότι προστέθηκε η ιταλική κατάληξη –ezzo και ενσωματώθηκε μορφοφωνολογικά στην ελληνική ως -ούτσος ή – έτσος (Γιαννέτσος)[17].
2.1.3 Επαγγελματικά
- Νόνης Ιωάννης (1842), πιθανολογείται η ετυμολογία από το αρχαιοελληνικό όνομα «Νωνάς», δηλαδή να προέρχεται από < «νώ»=αυτός και κολυμπώ και «ναύς»=πλεούμενο και σημαίνει τον ιδιοκτήτη βάρκας ή πλοίου[18], αλλά χρειάζεται περαιτέρω έρευνα.
- Σακελλαρίου Αντώνιος (1843) <διοικητικό και εκκλησιαστικό αξίωμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας[19].
- Παπαδημητρίου Κυριάκος (1843), Παπαλουκάς Λουκάς (1846). Αναφορά στο επάγγελμα του ιερέα.
- Κουβαράς Δαμιανός (1844) <αρχαίο «κόβαρος» = ο κατασκευαστής ή πωλητής κουβαριών[20].
- Κρεμύδας Πέτρος (1844)< κρομμύδι[21] = καλλιεργητής κρεμμυδιών.
- Καπέλας Ιωάννης (1846), < κάπηλος = ο ταβερνιάρης, παντοπώλης[22].
- Ράπτου Μιχαήλ (1846), αναφορά στο επάγγελμα του ράπτη.
- Λογοθέτης Νικόλαος (1854), ανήκει στα επαγγελματικά βυζαντινά επώνυμα. Αρχικά, σήμαινε αξιωματούχο του Βυζαντινού κράτους[23].
2.1.4 Σωματικά χαρακτηριστικά / Εμφάνιση / Ασθένεια
Τσιμπλάκης Παντελής (1847), < τσιμπλιάζω = ασθένεια των βλεφάρων.
2.1.5 Ιδιότητες χαρακτήρα / Κατάσταση ατόμου
Νεοφώτου Δημήτριος (1845) < νεοφώτιστος = ο πρόσφατα βαπτισμένος[24]. Τσαμαδός Μιχαήλ (1848), <τσαμαδό= άγριο σκυλί. Δηλαδή, ο ισχυρογνώμων, ο πεισματάρης[25].
3.1 Αρβανίτικη ρίζα
Η ανάλυση της ετυμολογικής ρίζας των ονομάτων με αρβανίτικη ρίζα συνιστά μία σύνθετη διαδικασία και έγινε με τη συνδρομή λεξικών, βιβλιογραφίας, του διαδικτύου, αλλά και τη βοήθεια των προφορικών μαρτυριών των Κρανιδιωτών Σταυρούλας Γιαννακοπούλου – Τσιφάκη και Κοσμά Τσιφάκη, καθώς και της φιλολόγου Φρειδερίκης – Αλίκης Νάσση, που γνωρίζουν τα αρβανίτικα.
3.1.1 Τόπος καταγωγής
- Λιώσης Χρηστός (1844), <ljioshe, ljosh-I = πεδιάδα ανάμεσα σε βουνά κατάλληλη για βοσκοτόπι. Είναι όνομα μεγάλης αρβανίτικης οικογένειας που κατέβηκε, αρχικά, στην Αττική (Λιόσια) και τη Βοιωτία, και αργότερα μετακινήθηκε σε άλλες περιοχές, όπως στο Κρανίδι[26].
- Μπουγιατιώτης Χαράλαμπος (1844) <Bujati (μπουγιάτι) = αλβανικό τοπωνύμιο. Τα Σπάτα (Μπογιάτι) πήραν το όνομά τους από τον Αλβανό φύλαρχο Gjin Bua Shpata. Ίσως, ο Μπουγιατιώτης καταγόταν από το Μπογιάτι Αττικής[27].
- Ζέρβας Σταύρος (1849) <zëe,i (ζ’ρ, ι) = φωνή και <vë (β’) = βάζω (φωνή), τοποθετώ και σημαίνει τον βροντόφωνο[28].
- Στάικος Αθανάσιος (1853) <lázi-Stájkose= αλβανικό τοπωνύμιο, το χέρσο του Στάικου[29].
- Κουρτέσης Παντελής (1856) <Kurtes(Κουρτές) = αλβανικό χωριό[30].
- Λούμης Δημήτριος (1863) <lúm-i = το ποτάμι[31].
3.1.2 Βαπτιστικό όνομα/Πατρωνυμικά / Μητρωνυμικά
Κρέστας Γεώργιος (1843)< Κρέστα=Χρήστου[32], Λέκας Παναγιώτης (1845) <Lekё-a=Αλέξανδρος. Τακούσης Γεώργιος (1851), σύνηθες υποκοριστικό των αρβανίτικων ονομάτων, Τάκης-Τακούσης, Λάκης-Λακούσης, κ.τ.λ. Πίλουρης Ανδριανός (1855) <Πήλιος = Σπύρος[33] Γκίκας Μιχαήλ (1854) <Gjíka, υπάρχει αναφορά ότι είναι σύντμηση του ονόματος Γεωργίκας (Γεώργιος), που συνηθιζόταν στην Ήπειρο. Δέδες Ιωάννης (1864) (<Δέδες= Δημήτρης ή Θεοδόσης). Τα αλβανικής προέλευσης ονόματα, όπως Γκίκας και Ντέντες (Δέδες) έγιναν επώνυμα γιατί ήταν δύσχρηστη η σύνδεσή τους με ονόματα Αγίων. Ο αρβανιτολόγος Τίτος Γιοχάλας αναφέρει ότι το όνομα Γκίκας, αν και αποδόθηκε στον Άγιο Ακίνδυνο τον Πέρση (Εορτολόγιο 2 Νοεμβρίου), ωστόσο δεν επικράτησε ως όνομα, αλλά ως επώνυμο[34]. Γκίκιζας Γεώργιος (1854) <Gjíka και αλβανικό υποκοριστικό <-za[35].
3.1.3 Επαγγελματικά
Βάθης Αναστάσιος (1842), <vathë-a = το μαντρί των προβάτων[36]. Μπούκης Παντελής (1844) <búkë = το ψωμί, ψωμάς[37]. Ρογκοβίλας Νικόλαος (1844) <ρογγ = βοσκότοπος και<βίλας / βίγλας = φρουρός του βοσκοτόπου, φύλακας αιγοπροβάτων[38]. Βαρδαμάσκος Μιχαήλ (1846) <var (βαρ) = σηκώνω, παραμερίζω και<dᾱm-i= βλάβη, ζημιά, δηλ. αυτός που κάνει διορθώσεις, ο μάστορας[39]. Μπότσης Μιχαήλ (1851) <botse-a (μπότσε-α) = βαρέλι ή μποτίλια. Στο Κρανίδι χρησιμοποιούσαν την «μπότσα» ως μέτρο βάρους του κρασιού, «Πόσες μπότσες είναι;». Ως εκ τούτου, θεωρείται ότι σημαίνει τον έμπορο κρασιού[40].
3.1.4 Ιδιότητες χαρακτήρα / Κατάσταση του ατόμου
- Βουρλέτσης Θωμάς (1842) <vurlisem(βουρλίσεμ) = τρελαίνομαι, πρέπει να δηλώνει τον αψύ χαρακτήρα[41].
- Μίλησης Κωνσταντίνος (1843) <mil,ë(μιλ) = χίλια και <sy, ri(σι) = οφθαλμός μάτια, ο έχων χίλια μάτια, δηλαδή ο ιδιαίτερα ευφυής[42].
- Μπροχάτζης Δημήτριος (1843), σύνθετο επώνυμο από την αρβανίτικη λέξη <mbroj (μπρόι) = υπερασπίζομαι, προστατεύω και την τούρκικη λέξη <hacı (χατζής) = προσκυνητής στους Αγίους Τόπους[43].
- Βιρβίλης (Μπιρμπίλης) Γεώργιος (1844) <bir-i (μπιρ) = αγόρι και <bije-a (μπίλια) = κορίτσι και επομένως δηλώνει κάποιον που έχει παιδιά, ένα και ένα[44].
- Λαμπίρης Νικόλαος (1844) <λαμbουρίτ = φωτοβολώ, κάμνω πολύ φως[45].
- Λαύκας (Λάφκας) Νικόλαος (1844) <laf,i (λαφ, ι) = λόγος, κουβέντα και <ka(κα) = έχει. Δηλαδή ο φλύαρος, ο πολυλογάς[46].
- Καμιζής Αντώνιος (1844) <kames-i, -ja(κάμεσι) = πλούσιος, πλούσια[47].
- Μερτίκας Γεώργιος (1844) <meritë-a, (μεριτ, α) = αρετή, αξία και <ka (κα) = έχει. Δηλαδή, ο έχων αρετή, υπόληψη[48].
- Σκρεπετός Πέτρος (1844) <shkrep, shkreptónj (σκρεπ, σκρεπτόν) = σπινθηροβολώ, ανάβω, δηλώνει δηλαδή άτομο με οξύνοια, ευστροφία[49].
- Στρίγκος Κωνσταντίνος (1844) <shtrígu (στρίγκου) = ο δύστροπος[50].
- Γουζούασης Παντελής (1845) <gudjit(γουζίτ) = πειράζω, πειραχτήρι[51].
- Καλομπίρης Δημήτριος (1845) < καλός+bir-i = ο καλός γιος[52].
- 13.Μπρομοίρης (Μπροϊμίρης) Κωνσταντίνος (1849) <mbroj(μπρόι) =υπερασπίζομαι, προστατεύω και <mirë (i, e),(μίρ, ι) = καλός. Άρα ο ικανός και γενναίος υπερασπιστής, προστάτης[53].
- Βρετός Δημήτριος (1850) <mbret,i(μπρετ, ι) = βασιλιάς[54].
- Σκλιάς Δημήτριος (1853 <shklja (σκλιά) = ο φραγκοφορεμένος, ο μη αρβανιτόφωνος[55].
- Ράδου Ιωάννης (1855) <radhë,a (ραδ, α) = σειρά, τάξη. Δηλαδή, ο νοικοκύρης, ο έχων τάξη και σειρά[56].
- Τόκας Παναγιώτης (1855) <tokë- a (τόκ,α) = γη, ο γαιοκτήμονας[57].
3.1.5 Σωματικά χαρακτηριστικά / Εμφάνιση /Ασθένεια
- Μπαστούνης Ηλίας (1847) bastùn – i (μπαστούν) = μπαστούνι, μαγκούρα[58].
- Χώλης Γεώργιος (1849) <holle (i, e) (χολ, ι) = λεπτός, αδύνατος, ψηλός[59].
- Τράσης Αντώνιος (1853) <trash,i (τρασς, ι) = παχύς, χονδρός[60].
- Μπούζος Γεώργιος (1854) <buzë-a (μπουζ, α) = χείλη, στόμα, δηλαδή ο χειλάς, ο έχων μεγάλο στόμα[61].
- Βερδελής Παύλος (1855)<verdhe (i, e), (βέρδ, ι, α)=κίτρινος, χλωμός[62].
- Βόγγιλης (Βόγκλης) Ιωάννης (1857) <ivógëlë (βογγιλι) = μικρός[63].
- Μπούκουρης Ιωάννης (1876) <bukur (i, e) (μπούκουρ) = ωραίος, όμορφος[64].
3.1.6 Ζωωνυμικά / Φυτωνυμικά
Καράσης Δημήτριος (1845) <carac-i (καράσ -ι) = μελικοκιά, φυλλοβόλο δέντρο με βυσσινί καρπούς το φθινόπωρο. Μάλλον τους έλεγαν έτσι, επειδή, είχαν σκούρα κοκκινόξανθα μαλλιά[65]. Ρέπουλης (Λιέπουρης) Ιωάννης (1844) και Λιέπουρης (Ρέπουλης) Νικόλαος (1854), < lepur,i (λέπουρ, ι) = λαγός[66]. Ρούσσης Γεώργιος (1844) <rrúshi(ρουσς) = σταφύλι[67], ίσως να σημαίνει τον αμπελουργό. Ζόγκας< zog (ζογκ) = ο νεοσσός, το νεογέννητο πουλί[68]. Πουλής Ανδρέας (1858) <púlë (πουλ) = κοτόπουλο, κότα[69]. Γκιώνης Ανδρέας (1869) <gión-i (γκιόν-ι) = το πουλί γκιώνης, που διακρίνεται για την εξαιρετική όραση και ακοή του[70].
4.1 Τουρκική ρίζα
4.1.1 Επαγγελματικά
Τουτουτζής Δημήτριος (1844) <tütün = καπνός και <επίθμ. -ci = ελλ. επίθ. -τζής. Τουτουντζής σημαίνει καπνοπαραγωγός[71]. Μαστροκόλιας Σταμάτιος (1851) < μάστορας και <Kolë = Νικόλας, Κολλιός/Κολιός, Κόλλιας/Κόλιας[72]. Δηλαδή, ο μάστορας ο Νίκος), Μπογιατζής Δημήτριος (1860) <boyaci (μπογιατζι) = βαφέας[73].
4.1.2 Ιδιότητες χαρακτήρα / Κατάσταση του ατόμου
Γκιγκιλιέρης Παναγιώτης (1843) <ҫingene (τσεγγενές/τσιγγενές) = ο φιλάργυρος, φιλοχρήματος[74]. Μουσουραμπής Εμμανουήλ (1842)<Mısır (Μουσούρ) = Αίγυπτος και <abi = αδελφός μου[75]. Χατζησταύρου Σταύρος (1847) <hacı = προσκυνητής στους Αγίους Τόπους[76]. Δελής Ιωάννης (1846) <deli (ντελή / δελή) = θεότρελος, απερίσκεπτος[77]. Μπαλαχτάρης (Μπαϊρακτάρης) Παναγιώτης (1849)<bayrakdar (μπαϊρακτάρ) = σημαιοφόρος, ο φύλαρχος, δηλαδή εκείνος που σηκώνει μπαϊράκι, είναι ατίθασος[78]. Τσιρτσίκος Νικόλαος (1854) <zırtçı (τσιρτσί) = ταξιδευτής (ναυτικός) ή <çerçı (τσερτσί) = πλανόδιος πωλητής[79]. Δελίεζας Δημήτριος (1854) <deli = θεότρελος, απερίσκεπτος και < -za, αλβανικό υποκοριστικό[80].
4.1.3 Σωματικά χαρακτηριστικά / Εμφάνιση / Ασθένεια
Σαρρής Βασίλειος (1843) <sari = ξανθός χλωμός[81], Μουράτης Αναστάσιος (1843) <murat (μουράτ) = ποθητός[82]. Καραμμαδούκης Αντώνιος (1847)<karaman (καραμάν) = μαυριδερός και dukem(ντούκεμ) = φαίνομαι. Ωστόσο, αναφέρεται ότι μπορεί να σημαίνει και ο καταγόμενος από την Καραμανία[83].
5.1 Λατινική ρίζα
5.1.1 Τόπος Καταγωγής
Καράκαλος Ιωάννης (1849), Καρκαλού βρίσκεται βόρεια της Δημητσάνας, όπου απαντάται το επώνυμο ως Καράκαλος ή Καρκαλάς[84].
5.1.1 Βαπτιστικό όνομα/Πατρωνυμικά / Μητρωνυμικά
Φράγκου Ελευθέριος (1845) <Francesca = μητρωνυμικό από το βαπτιστικό όνομα Φραντσέσκα, Φράσκω[85].
5.1.2 Επαγγελματικά
Πασαλάρης Ανδρέας (1843) <Passalaro (Πασαλάρο) = ο κατασκευαστής πασσάλων για θεμέλια σπιτιών σε βάλτους (Βενετία) ή προβλητών (Λιμνοθάλασσα Πορτοχελίου)[86]. Σαλαμούρης Σταύρος (1844) <salamora (σαλαμούρα) = αλμυρό νερό ή άλμη για συντήρηση τροφίμων[87]. Στο Κρανίδι, η οικογένεια ασχολούταν με την παρασκευή και πώληση βρώσιμης ελιάς. Ξυφτέρης Εμμανουήλ (1849), το επώνυμο αναφέρεται ως Alessandro Xifiteri da Napoli στους Ενετικούς καταλόγους μισθοδοσίας (1545)[88]. Φωστίνης Κοσμάς (1851) <Fostini (Φωστίνι) = ξυλοκόπος, «μαραγκός πλοίων» (ναυπηγός)[89].
Παρατηρήσεις – Συμπεράσματα
Στην ετυμολογική ανάλυση των επωνύμων από το Μητρώο Αρρένων Κρανιδίου, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, διακρίνεται ότι τα επώνυμα έχουν δημιουργηθεί με βάση τον τόπο καταγωγής, το όνομα, το επάγγελμα, χαρακτηριστικά σώματος ή της συμπεριφοράς. Στα κατά προσέγγιση ποσοτικά αποτελέσματα, καθώς τα ποιοτικά δεδομένα δεν μπορούν να αποδώσουν απόλυτα ποσοτικά δεδομένα, τα κρανιδιώτικα επώνυμα έχουν αρβανίτική ρίζα σε ποσοστό 44,85 %, ελληνική ρίζα σε ποσοστό 43,64 %, ενώ τα ποσοστά τους στην τουρκική ρίζα είναι 6,67% και στη λατινική ρίζα 4,84%.
Τα επώνυμα με αρβανίτικη και ελληνική ρίζα έχουν τα υψηλότερα ποσοστά, καταδεικνύοντας την πληθυσμιακή ώσμωση που συντελέστηκε στην περιοχή μεταξύ Ελλήνων και Αρβανιτών, με τη γλωσσική αφομοίωση να έχει τη μεγαλύτερη πολιτισμική δυναμική, καθώς δημιουργήθηκε μία διάλεκτος σε ένα ελληνόφωνο περιβάλλον, που αν και δεν απέκτησε γραπτή μορφή, επιβίωσε στο πέρασμα των χρόνων, αφού ακόμα ακούγονται λέξεις και εκφράσεις της στην Ερμιονίδα.
Παρατηρώντας δε το δεδομένο του «ονόματος», είναι εμφανές ότι τα ονόματα, κατά πλειοψηφία, είναι χριστιανικά και ελάχιστα έχουν αρβανίτικη προέλευση, όπως Γκίκας, Δέδες, ή αρχαϊκή προέλευση, όπως Αριστείδης. Η κοινή Ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία των κατοίκων της συνέτεινε στην ανάμειξή τους, μέσω της επιγαμίας, και στην ειρηνική συνύπαρξή τους. Επίσης, αξίζει να επισημανθεί ότι στο Κρανίδι συνεχίζουν μέχρι σήμερα να υφίστανται οικογένειες με τα ίδια επώνυμα, αλλά και με σταθερή τη διαδοχή των ονομάτων παππού – εγγονιού.
Συνοψίζοντας, από την έρευνα και μελέτη των κρανιδιώτικων επωνύμων έγιναν ορατές οι πληθυσμιακές εισροές στην περιοχή της Ερμιονίδας – Αρβανιτών, Ενετών, Τούρκων, Ελλήνων – Κρητικών, Μικρασιατών κ.τ.λ.), ενώ με τα, κατά προσέγγιση, ποσοτικά αποτελέσματα της ετυμολογικής προέλευσης των επωνύμων των Κρανιδιωτών το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα καταδείχθηκε το μέγεθος του πολιτισμικού αποτυπώματός τους στην κρανιδιώτικη κοινωνία.
Υποσημειώσεις
[1] Η παρούσα έρευνα βασίστηκε σε μεταπτυχιακή εργασία μου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, κατεύθυνση στη «Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία», με καθηγητή τον Στέφανο Παπαγεωργίου. Ευχαριστώ θερμά για τη συνδρομή τους στην έρευνά μου, τη βιβλιοθηκονόμο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κρανιδίου Δήμητρα Αξαρλή, τον εκπαιδευτικό και ιστορικό της τοπικής ιστορίας της Ερμιονίδας Γιάννη Σπετσιώτη, την καθηγήτρια Δρ. Ιστορίας Αικατερίνη Κουτουξιάδου, τον εκπαιδευτικό – κοινωνιολόγο Ευάγγελο Αλεξανδρή Ανδρούτσο, τον ερευνητή αρβανιτολόγο Τίτο Γιοχάλα, τον Υπ. Διδάκτωρ Γλωσσολογίας, Θεόδωρο Λυριωτάκη, την Κοινωνική Ανθρωπολόγο – Ιστορικό Μαρία Παρασκευά, Υπ. Διδακτόρισσα Λαογραφίας, καθώς και τους, Σταυρούλα Γιαννακοπούλου – Τσιφάκη, Κοσμά Τσιφάκη, Ελευθέριο Αντ. Τσιρτσίκο και της φιλολόγου Αλίκης – Φρειδερίκης Νάσση, που γνωρίζουν τα αρβανίτικα,. Τέλος, αφιερώνω την παρούσα έρευνά μου στον πατέρα μου Σπυρίδωνα Αντ. Τσιρτσίκο και στον αδελφό μου Αντωνίου Σπ. Τσιρτσίκου, που έχουν φύγει από τη ζωή.
[2] Κορρέ 2017:105-107.
[3] Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:25 Ησαΐας 2013:132-133, 136-138∙Κόμης 2003:235-236∙ Λιακόπουλος 2011:61∙ Πούλος 1958.
[4] Πανοπούλου 2017: 360-368∙Λιάτα 2017:35.
[5] Πανοπούλου 2017: 356-359.
[6] Ησαΐας 2013:161, 165-167, 180.
[7] Ησαΐας 2013:176.
[8] Λεπτοπούλου – Λόλη 2001:15∙Χουλιαράκη 1975:14-15, 22-23.
[9] Γιοχάλας (Α’ τ.) 2006:26-27, 32. Οι αλβανικές φάρες ήταν τρεις, οι Γκέκηδες και οι Λιάπηδες, που ήταν καθολικοί, και οι Τόσκηδες, που ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Οι Τόσκηδες, που κατοικούσαν στον ποταμό Σκούμπυ, από την πλευρά της Αλβανίας, γειτόνευαν με τους Έλληνες της Ηπείρου και έτσι αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια πολιτισμική και θρησκευτική ώσμωση. Η κοινή θρησκεία τους ενίσχυσε αμοιβαία την αντιπαλότητά τους ενάντια στους αλλόθρησκους Τούρκους (Πούλος 1958).
[10] Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:48, 79∙ Σπετσιώτης – Ντεστάκου 2021:Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), ΥΕΔΕ Γ΄: 6 Ιουλίου 1861.
[11] Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:78.
[12] Τα επώνυμα παρατίθενται ορθογραφικά και χρονολογικά, όπως αναγράφονται στο Μητρώο Αρρένων Κρανιδίου. Η χρονολογία γεννήσεως παρατίθεται στην παρένθεση μετά το επώνυμο και το όνομα.
[13] Οι, Σταυρούλα Γιαννακοπούλου – Τσιφάκη και Κοσμάς Τσιφάκης επισήμαναν ότι στην αρχή στο Κρανίδι τους αποκαλούσαν «Σιφάκηδες» και στη συνέχεια το επώνυμο εξελίχθηκε σε «Τσιφάκης». Από τα Σφακιά της Κρήτης καταγόταν και ο Τριγκάκης Σταμάτιος (1842), σύμφωνα με την Κωνσταντίνα Νεοφώτου – Τριγκάκη.
[14] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B1%CF%83%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1)
[15] http://greek-lastnames.blogspot.gr
[16]<https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%9D%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82>.
[17]<http://greek-lastnames.blogspot.gr>.
[18]<https://www.names-n-gifts.com/onoma.asp?onomaID=21044>.
[19] Μείζον Ελληνικό Λεξικό 1997: 1016∙Παπαχρήστου 2020:323.
[20] Μείζον Ελληνικό Λεξικό 1997: 613.
[21] «Κρομμύδιν» και αρχαία λέξη «κρόμμυον» (Μείζον Ελληνικό Λεξικό 1997:626).
[22] <https://greek_greek.en-academic.com/67721/%CE%BA%CE%AC%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%BF%CF%82>.
[23] Το επώνυμο «Λογοθέτης», του Ε.Π. Καλλίγερου (<https://www.kythiraika.gr/to-eponymo-quot-logothetis-quot>).
[24] Μείζον Ελληνικό Λεξικό 1997:763∙ Όσοι έρχονταν από την Τουρκία τους βάπτιζαν και τους έλεγαν «νεοφώτιστους».
[25]<http://greek-lastnames-blogspot.gr>.
[26] Ραχούτης 2013:159-160∙ <https://www.protothema.gr/stories/article/769259/toponumia-tis-attikis-poia-apo-auta-einai-arvanitika
[27] Ερμιονική Ηχώ, Ιούλιος Ν. Κέρπης «Ελληνικά Παρωνύμιο στο Κρανίδι», Δεκέμβριος 1982, Φ. 82∙<https://www.protothema.gr/stories/article/769259/toponumia-tis-attikis-poia-apo-auta-einai-arvanitika
[28] Κοιτίδα των Ζερβαίων θεωρείται το χωριό Ζερβό της Πρέβεζας. Πολέμησαν με τους Σουλιώτες ενάντια των Τούρκων στη Στερεά Ελλάδα και την Αττική. Εγκαταστάθηκαν στα Κούντουρα (Μάνδρα της Αττικής), τα Μέγαρα και τα Δερβενεχώρια. Το 1456, εκδιώχτηκαν από τουρκικό στρατό και μετανάστευσαν στην Κυνουρία της Αρκαδίας, στο Κρανίδι και στα νησιά Σπέτσες και Ύδρα (Νάσση, Ησαΐας 2013: 213:148).
[29] Ο Ανδρέας Στάικος αναφέρεται ως στρατιώτης στον Ενετικό στρατό, το 1512 (Ρούβαλης, «Βενετσιάνοι Μισθοφόροι Stradioti στη Ναυπλία», https://argolikivivliothiki.gr/2015/10/22/stradioti/
[30] Παπαχρήστου 2020:322.
[31] Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:100.
[32] Χριστοφορίδης 1904:177. Από αυτή την οικογένεια καταγόταν και ο Κρανιδιώτης αγωνιστής του 1821, Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας – Παπαρσένης.
[33] Ραχούτης 2013: 49, 51, https://www.in.gr/2019/03/13/stories/features/mathe-apo-pou-kratoun-ta-eponyma-mas-etymologia-kai-katagogi
[34] Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:120, 130∙ Δαμιανού 2020:162.
[35] Το αλβανικό υποκοριστικό χρησιμοποιούταν στα θηλυκού γένους ονόματα, όπως Γκρούαζα (grúa = γυναίκα). Ωστόσο, ο Τίτος Γιοχάλας παρατηρεί ότι το χρησιμοποιούσαν και στα αρσενικού γένους ονόματα (Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:118, 130).
[36] Γκίνης 1971:459.
[37] Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:125.
[38] Νάσση, Γιαννακοπούλου – Τσιφάκη και Τσιφάκης.
[39] Χριστοφορίδης 1904:15, 91.
[40] Χριστοφορίδης 1904:49.
[41] Νάσση.
[42] Ραχούτης 2013:174.
[43] Γκίνης 1971:247∙Κουκίδης 1960:110.
[44] Ραχούτης 2013:189∙ Γκίνης1971:52-53.
[45] Χριστοφορίδης1904:192.
[46] Νάσση.
[47] Χριστοφορίδης 1904:140∙Γκίνης 1971:182∙ Επίσης, συναντάται ως όνομα βυζαντινών μισθοφόρων από σφραγίδες που έχουν βρεθεί «Καμύτζης Κωνσταντίνος» (12ος αιώνας), ενώ υπάρχει αναφορά και για τον πρωτοστράτωρα (βυζαντινό, αυλικό και στρατιωτικό αξίωμα) Μανουήλ Καμυτζή (Ό.π. Ρούβαλης).
[48] Γκίνης 1971:250.
[49] Γκίνης 1971:399∙ Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:341.
[50] Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:127.
[51] Χριστοφορίδης 1904:67.
[52] Ραχούτης 2013:188.
[53] Γκίνης 1971:247, 256.
[54] Γκίνης 1971:247.
[55] Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:127.
[56] Γκίνης 1971:351.
[57] Γκίνης 1971:429.
[58] Γκίνης 1971:47.
[59] Γκίνης 1971:163.
[60] Γκίνης 1971:433.
[61] Γκίνης 1971:64.
[62] Γκίνης 1971:464.
[63] Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:119.
[64] Γκίνης 1971:61.
[65] Γκίνης 1971:65∙ Επίσης, στα βλάχικα Καράσας<αρομ. επίθ. caras, -să =μαύρο-πυρρόξανθος, δηλαδή ο έχων σκούρα, κοκκινόξανθα μαλλιά ( Ξέρρα και Μπαρούτα 2018:100).
[66] Χριστοφορίδης 1904:204. Από την οικογένεια Ρέπουλη καταγόταν ο δημοσιογράφος και βουλευτής Εμμανουήλ Παντ. Ρέπουλης (1863-1924). Υπήρξε σημαντικός συνεργάτης του Ελευθέριου Βενιζέλου, υποστηρίζοντας τον εκσυγχρονισμό και την αστική ανόρθωση του ελληνικού κράτους. Το 2024 είναι επετειακή χρονιά μνήμης του στο Κρανίδι, καθώς συμπληρώνονται 100 χρόνια από τον θάνατό του. (Εμμανουήλ Ρέπουλης 2001:11-15).
[67] Ραχούτης 2013:132∙ Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:127.
[68]<https://pneymatiko.wordpress.com/2013/05/09/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B5-%CE%B1%CF%80%CE%BF-%CF%80%>.
[69] Γιοχάλας (Α’ τ.) 2006:127∙ Γκίνης 1971:339.
[70] Γιοχάλας (Α’ τ.) 2006:120.
[71] Κουκίδης 1960:98.
[72] Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:122∙ Ραχούτης 2013:133.
[73] Κασμερίδης 2020:198.
[74] Κουκίδης, 1960:100
[75] Το «ı» διαβάζεται ως «ου και ι» Κουκίδης 1960:100.
[76] Μελιτόπουλος1934:139∙ <http://greek-lastnames.blogspot.gr
[77] Μελιτόπουλος 1934:77.
[78] Κουκίδης 1960:58.
[79] Ύστερα, από συζήτηση με τον Τίτο Γιοχάλα απέρριψα την ερμηνεία ότι το επώνυμο έχει αρβανίτικη ρίζα. Οι παραπάνω ερμηνείες έχουν αποδοθεί από τον Τούρκο καθηγητή Στρατιωτικής Γεωγραφίας και συγγραφέα Selim Erdoğan, με τη συνδρομή του στρατιωτικού ιστορικού Ιωάννη Μπόγρη. Επίσης, ο εκπαιδευτικός και κοινωνιολόγος Ευάγγελος Αλεξανδρής Ανδρούτσος θεωρεί ότι το επώνυμο προέρχεται από την τούρκικη λέξη <çirçik = άσχημη, κακότροπη συμπεριφορά μετά από μέθη. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Selim Erdoğan δεν υπάρχει στα τούρκικα η λέξη με κατάληξη k. Σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία του Ελευθέριου Αντ. Τσιρτσίκου και της Σταυρούλας Γιαννακοπούλου – Τσιφάκη, η λέξη «zırtçı», ίσως να είναι πιο κοντά στην ετυμολογία του επωνύμου, καθώς η οικογένεια είχε ναυτικούς. Θεωρώ ότι το επώνυμο έχει πράγματι τούρκικη ρίζα, αλλά δεν μπορώ να υποστηρίξω με βεβαιότητα τις ερμηνείες που παραθέτω. Στη μεγάλη αναζήτησή μου για την ετυμολογική προέλευση του επωνύμου «Τσιρτσίκος» ευχαριστώ θερμά τους προαναφερόμενους.
[80] Το επώνυμο «Δελίεζας», αν και έχει τουρκική ρίζα, προστίθεται το αλβανικό υποκοριστικό -za(Γιοχάλας (Α΄ τ.) 2006:118, 130).
[81]<http://greek-lastnames.blogspot.gr
[82] Κασμερίδης 2020:196.
[83] Μελετόπουλος 1934:201∙Γκίνης 1971:99∙ <http://greek-lastnames.blogspot.gr
[84] Επίσης, αναγράφεται στους ενετικούς καταλόγους μισθοδοσίας ως Caracala, που εμφανίζεται στην περιοχή της Napoli Di Romania τουλάχιστον από το 1542. (Ό.π. Ρούβαλης)
[85]<https://www.to10.gr/ten-files/epikerotita/581577/mathe-apo-pou-kratoun-ta-eponyma-mas-etymologia-katagogi/>∙ Σύμφωνα με άλλη εκδοχή προέρχεται από < Φράγκος = και σημαίνει τον καθολικό, τον ξένο ή εκείνον που ντυνόταν «φράγκικα» (ευρωπαϊκά) <http://greek-lastnames.blogspot.gr)>.
[86] Αλεξανδρής Ανδρούτσος <https://www.facebook.com/groups/lega.italoellenica/posts/10164540744865624/?__cft__%5B0%5D=AZUm234Eypilx5VxvNAwHKjY_NdprLDzQ18gHzdY1fPDeFJzQZByhpHXlFRe2r7Ki9TXz87HiB9hS7d_7nIj5j0AUzxIkys1p1SiZmAI6iVlej5x4SOfN77oGW3ULdmnhSvAX-sQuLdnCmQvAWdcKv4Q&__tn__=R%5D-R>.
[87]Μείζον Ελληνικό Λεξικό1997:1017.
[88] Ό.π. Ρούβαλης.
[89] Ό.π. Αλεξανδρής Ανδρούτσος
Βιβλιογραφία
Πηγές
- Ερμιονική Ηχώ, Ιούλιος Ν. Κέρπης «Ελληνικά Παρωνύμιο στο Κρανίδι», Δεκέμβριος 1982.
- Μητρώο Αρρένων Κρανιδίου 1843-1890, από το Δημοτολόγιο του Δήμου Ερμιονίδας.
Ελληνική Βιβλιογραφία
- Γιοχάλας Τίτος 2006: Ύδρα. Λησμονημένη γλώσσα, τ.Α’, Αθήνα (Πατάκης).
- Γκίνης Νίκος Χ. (CjiniNiko H.) 1971: Λεξικό Αλβανο-Ελληνικό (FjalorSquip – Greqisht), Τίρανα (Tirana) (Εκδοτικός οίκος σχολικών βιβλίων, Shtëpiabotuese e libritshkollor).
- Δαμιανού Δέσποινα 2020: «Βαπτιστικά, οικογενειακά ονόματα και ονοματοθεσία στις κοινότητες του Λιβισίου και της Μάκρης Μ. Ασίας», Ονόματα 22 (Ελληνική Ονοματολογική Εταιρεία): 137-153.
- Ησαΐας Ιωάννης 2013:Η Ιστορία του Κρανιδίου και των κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων, Κοιλάδας, Αθήνα (Έκδοση Δήμος Ερμιονίδας).
- Κασμερίδης Ευστράτιος 2020: «Ένα ανθρωπονυμικό σταυροδρόμι στην ενδοχώρα της Βιθυνίας: τα Κιούπλια και οι περίοικοι οικισμοί», Ονόματα 22 (Ελληνική Ονοματολογική Εταιρεία): 189-205.
- Κόμης Κώστας 2003: «Προσφυγικές μετακινήσεις. Πολεμικές καταστροφές και νέες εγκαταστάσεις», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000. Η Ελληνική Επανάσταση, 1821-1832. Ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας και η ίδρυση του ελληνικού κράτους, τ. 3, Αθήνα (Ελληνικά Γράμματα): 235-244.
- Κορρέ Κατερίνα 2017:«Η Napoli di Romania των Stradioti (15ος-16ος αι.):πώς ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ, Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι. 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015. Πρακτικά, Επιστημονικό Συμπόσιο (9-11 Οκτωβρίου 2015), Ευτυχία Δ. Λιάτα (επιστημονική επιμέλεια), Ναύπλιο (Δήμος Ναυπλιέων και Πνευματικό Ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας»): 101-118.
- Κουκίδης Κωνστ. 1960:Λεξιλόγιον Ελληνικών Λέξεων Παραγόμενων εκ της Τουρκικής, Αθήνα (Εκδόσεις Εταιρεία Θρακικών Μελετών).
- Λεπτοπούλου – Λόλη Σοφία 2001:Λαογραφικά Από το Κρανίδι, Αθήνα (Εκδόσεις Δήμου Κρανιδίου).
- Λιακόπουλος, Γεώργιος 2011: «Η Πελοπόννησος κατά την πρώτη Οθωμανοκρατία (1460 – 1688)», Η Πελοπόννησος. Χαρτογραφία και Ιστορία 16ος – 18ος αιώνας, Ιωάννα Μαντζαβίνου (επιστημονική επιμέλεια), Αθήνα (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).
- Λιάτα Ευτυχία 2017: «Από την πρώτη στη δεύτερη Βενετοκρατία. Επισημάνσεις», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ, Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι. 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015. Πρακτικά, Επιστημονικό Συμπόσιο (9-11 Οκτωβρίου 2015), Ευτυχία Δ. Λιάτα (επιστημονική επιμέλεια), Ναύπλιο (Δήμος Ναυπλιέων και Πνευματικό Ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας»): 29-40.
- Μείζον Ελληνικό Λεξικό 1997: Τεγόπουλος – Φυτράκης, Αθήνα.
- Μελετόπουλος Παυλάκης Β. 1934: Λεξικόν Τουρκο – Ελληνικόν (Türkçeden Rumcaya Sözlüc), εν Κωνσταντινούπολει.
- Πανοπούλου Αγγελική 2017: «Το Territorio του Ναυπλίου: Η διαχείριση των αγροτικών και των φυσικών πόρων (τέλη 17ου – Αρχές 18ου αι.», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ, Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι. 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015. Πρακτικά, Επιστημονικό Συμπόσιο (9-11 Οκτωβρίου 2015), Ευτυχία Δ. Λιάτα (επιστημονική επιμέλεια), Ναύπλιο (Δήμος Ναυπλιέων και Πνευματικό Ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας»): 351-370.
- Παπαχρήστου Ιωάννης 2020: «Περί ονομάτων, επωνύμων και παρωνυμίων των Ρωμιών Μαρμαρινών», Ονόματα 22 (Ελληνική Ονοματολογική Εταιρεία): 315-328.
- Ραχούτης Κώστας 2013: Τα Αρβανίτικα Επώνυμα των Ελλήνων και η πορεία τους μέχρι σήμερα, Αθήνα (εκδόσεις Μπατσιούλας).
- Ρέπουλης Εμμανουήλ 2001: Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες, Λενέτα Στράνη (επιμ.), (Δήμου Κρανιδίου).
- Σπετσιώτης Γιάννης – Ντεστάκου Τζένη 2021:Το ελληνικό σχολείο (Σχολαρχείον) Κρανιδίου κατά τον 19ο αιώνα (1840-1899), Τεύχος Α’, Αθήνα (χ.έ).
- Χριστοφορίδης Κωνσταντίνος 1904:Λεξικόν της Αλβανικής Γλώσσης, Εν Αθήναις (Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου).
- Χουλιαράκη Μ. 1975: Αι Στατιστικαί Μετρήσεις του Πληθυσμού της Ελλάδος, 1821-1900, Αθήναι (χ.έ.).
Ιστότοποι
- <http://greek-lastnames.blogspot.gr
- <https://pneymatiko.wordpress.com/2013/05/09/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B5-%CE%B1%CF%80%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CF%85-%
- Ξέρρα Κωστάντω και Μπαρούτα Ευανθία 2019: «Τα οικογενειακά ονόματα των περιοχών Δρόπολης και Πωγωνίου», Πρακτικά του 8ου Διεθνούς Συνεδρίου Νεοελληνικών Διαλέκτων και Γλωσσολογικής Θεωρίας (MGDLT8) Αργυρόκαστρο 4-6 Οκτωβρίου 2018, University of Patras, Laboratory of Modern Greek Dialects: 93-102 <https://ikee.lib.auth.gr/record/312123/files/Synedrio%20Argyrokastrou%20MGDLT8.pdf
- Ευάγγελος Αλεξανδρής Ανδρούτσος, <https://www.facebook.com/groups/lega.italoellenica/posts/10164540744865624/?__cft__%5B0%5D=AZUm234Eypilx5VxvNAwHKjY_NdprLDzQ18gHzdY1fPDeFJzQZByhpHXlFRe2r7Ki9TXz87HiB9hS7d_7nIj5j0AUzxIkys1p1SiZmAI6iVlej5x4SOfN77oGW3ULdmnhSvAX-sQuLdnCmQvAWdcKv4Q&__tn__=R%5D-R
- Πούλος Χρ. Ιωάννης 1958: «Οι Αρβανίτες της Πελοποννήσου», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, τ. Β΄, Αθήνα, <https://staxiologimata.blogspot.com/2012/11/blog-post_21.html
- Ρούβαλης Γιώργος, «Βενετσιάνοι Μισθοφόροι Stradioti στη Ναυπλία», <https://argolikivivliothiki.gr/2015/10/22/stradioti
- <https://www.to10.gr/ten-files/epikerotita/581577/mathe-apo-pou-kratoun-ta-eponyma-mas-etymologia-katagogi
- <https://www.protothema.gr/stories/article/769259/toponumia-tis-attikis-poia-apo-auta-einai-arvanitika
- <https://www.in.gr/2019/03/13/stories/features/mathe-apo-pou-kratoun-ta-eponyma-mas-etymologia-kai-katagogi
Μαρίνα Τσιρτσίκου,
Ιστορικός, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ) – Υποψήφια Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Ονόματα, επιστημονική επετηρίδα της ελληνικής ονοματολογικής εταιρείας, τόμος 25, Ιανουάριος 2024. «Ονοματολογικά Πελοποννήσου», Πρακτικά 8ου Πανελλήνιου Ονοματολογικού Συνεδρίου (Ανδρίτσαινα, 28-30/08/2023), σελ. 565-582.
* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
Διαβάστε ακόμη:
- Η Α’ Βενετοκρατία στο τερριτόριο Ναυπλίου και τα φέουδα Θερμησίας και Καστρίου (Ερμιόνης) από το 1388-1540
- Βενετσιάνοι Μισθοφόροι Stradioti στη Ναυπλία
- Η σύσταση και λειτουργία του «Παραρτήματος» του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου και η ίδρυση του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου (1880 – 1899)
- Οι Δημοδιδάσκαλοι του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου των ετών 1880 -1899
- Το Τριτάξιο Αστικό Σχολείο Κρανιδίου
- Φυτωνυμικά τοπωνύμια Κωμών της Αργολίδος









Σχολιάστε