Feeds:
Posts
Comments

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον» ή «Κυβερνείον»


 

Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής (1828-1833). Κατασκευές κτιρίων στο Ναύπλιο – Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον» ή «Κυβερνείον» | Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Δικηγόρος – Πολιτικός επιστήμονας – Ιστορικός

Η ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στο έγκριτο Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχη 43-44, το 1992.

 

Σε προηγούμενα τεύχη της «Αρχαιολογίας»[1] δημοσιεύσαμε σειρά άρθρων με τον ίδιο επίτιτλο και με αντικείμενο την κατασκευή δημοσίων κτιρίων στο Άργος κατά την καποδιστριακή εποχή.

Με το σημερινό άρθρο τα πορίσματα της έρευνάς μας «περνούν» στην πόλη του Ναυπλίου, η οποία, μετά την Δ’ Εθνοσυνέλευση που οργανώθηκε στο αρχαίο θέατρο του Άργους κατά τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1829, αναδείχθηκε σε πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και εκεί άρχισαν να μετακομίζουν οι Αρχές από τον Σεπτέμβριο του χρόνου εκείνου.

Από την πλευρά της κτιριοδομίας δημοσίων κτιρίων, που μας απασχολεί εδώ, το Ναύπλιο παρουσιάζει μοναδικό παράδειγμα πόλης της καποδιστριακής εποχής (1828-32) για την οποία έχουμε συλλέξει επαρκείς πληροφορίες από γνωστές και άγνωστες πηγές, ώστε να ανασυστήσουμε με αρκετή πληρότητα την εικόνα ολόκληρης της υποδομής και του ιστού των δημοσίων οικοδομών ή κατασκευών. Τούτο παρουσιάζει προφανές ενδιαφέρον για την ιστορία της οικοδόμησης και της κατασκευής δημοσίων κτιρίων στην Ελλάδα και πιστεύω ότι μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ακόμα «εργαλείο» για την εμβάθυνση στην πολιτική ιστορία της καποδιστριακής περιόδου.

Η κατασκευή δημοσίων κτιρίων, από την άποψη αυτή, πρέπει να ενταχθεί στην όλη προσπάθεια για δημιουργία και λειτουργία μηχανισμών ενός σύγχρονου κράτους με ευρωπαϊκές δομές στην Ελλάδα, της εποχής εκείνης βεβαίως, μια προσπάθεια για την οποία έχουν διατυπωθεί οι γνωστές μέχρι σήμερα θέσεις ιστορικών και πολιτικών, χωρίς να έχουν ερευνηθεί προηγουμένως όλες οι παράμετροι της τότε περιόδου με τρόπο εξαντλητικό.

Αν στον τομέα των διπλωματικών προσπαθειών του Καποδίστρια ή της σύγκρουσής του με ανθρώπους και συμφέροντα σε τοπικό επίπεδο οι έρευνες έχουν προχωρήσει αρκετά, αντίθετα, σε τομείς όπως η λειτουργία της διοίκησης την εποχή εκείνη και η οργάνωση του χώρου μένει να γίνουν πολλά.

Για το τελευταίο θέμα η δική μας έρευνα έχει ολοκληρωθεί και όσα δημοσιεύονται στην «Αρχαιολογία» αποτελούν τα πρώτα δεδομένα – και τα πρώτα κατασταλαγμένα συμπεράσματα – μιας πορείας που, ελπίζω, θα οδηγηθεί στην τελική ολοκλήρωσή της και στη σύνθεση.

 

Αγνώστου ζωγράφου, H άφιξη του πρώτου Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, στο Ανάπλι, στις 7 Ιανουαρίου 1828, (λεπτομέρεια), ελαιογραφία σε καμβά, χ.χ. Την άφιξη του Καποδίστρια (1776-1831), πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου 1828, συνόδευσαν εκδηλώσεις ενθουσιασμού. Η παρουσία αγγλικών, γαλλικών και ρωσικών πολεμικών πλοίων ερμηνεύτηκε ως άτυπη αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας.

 

Ας ξαναγυρίσουμε στο Ναύπλιο. Πολυετής έρευνά μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έως το 1832 είχε κατασκευασθεί η υποδομή για πενήντα περίπου δημόσια κτίρια, ενώ ολοκληρωνόταν ο πολεοδομικός σχεδιασμός για την πόλη και το προάστιό της, την Πρόνοια, με ταυτόχρονες επεμβάσεις για καθαρισμό τους από σωρούς ερειπίων και σκουπιδιών όπως και για δημιουργία των βασικών δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης.[2] 

Από τα κτίρια μπορούμε να μνημονεύσουμε εδώ ενδεικτικά ως εξ υπαρχής κατασκευές ή ως ριζικά μετασκευασμένα παλαιότερα οικοδομήματα το Κυβερνείο, το Αλληλοδιδακτικό σχολείο (ιδρύθηκε και λειτούργησε και «Σχολείον των κορασίων» και προχώρησαν οι ετοιμασίες για ίδρυση Ελληνικού σχολείου), το «Κεντρικόν Πολεμικόν Σχολείον», το «Οπλοστάσιον», το Τελωνείο (κτίριο διαφορετικό από το σημερινό, το οποίο τελικά είναι άγνωστο πότε οικοδομήθηκε), ο Ναύσταθμος, και στην Ακροναυπλία δύο Στρατώνες (ο «μεγάλος» και ο «μικρός»), το Στρατιωτικό Νοσοκομείο (ακριβώς κάτω από αυτήν, κοντά στον Ψαρομαχαλά, λειτούργησε το Πολιτικό Νοσοκομείο), το Ορφανοτροφείο και ένα άλλο σχολείο.[3] (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Επ’ ουδεμιά προφάσει και περιστάσει»: Η αναστολή ισχύος του Συντάγματος της Τροιζήνας | Αριστείδης Ν. Χατζής


 

Το άρθρο εξετάζει την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας από τον Ιωάννη Καποδίστρια το 1828 ως μια κρίσιμη στιγμή της ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή δεν υπήρξε μια προσωρινή και αναγκαία παρέκκλιση λόγω των έκτακτων συνθηκών του Αγώνα, αλλά μια συνειδητή επιλογή συγκεντρωτικής και αυταρχικής διακυβέρνησης, ασύμβατη με το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα της Ελληνικής Επανάστασης. Το άρθρο αναδεικνύει τη σημασία του Συντάγματος της Τροιζήνας ως κορύφωσης του επαναστατικού συνταγματισμού και ερμηνεύει τη σύγκρουση γύρω από την αναστολή του ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πολιτικές λογικές: την παράδοση του συνταγματισμού και της πολιτικής ελευθερίας που διαμορφώθηκε μέσα από την επαναστατική εμπειρία και τον συγκεντρωτικό κρατισμό της μεταναπολεόντειας ευρωπαϊκής διπλωματίας, την οποία εξέφραζε ο Καποδίστριας.

 

Στις 2 Απριλίου 1827 η Γ’ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα υιοθέτησε το Στ’ Ψήφισμά της με το οποίο, «εν ονόματι του ελληνικού έθνους», εξέλεξε τον «κόμη Ιωάννη Καποδίστρια» Κυβερνήτη της Ελλάδος.[1] Το σκεπτικό της επιλογής Καποδίστρια δίνεται στο προοίμιο του Ψηφίσματος:

[Η]υψηλή επιστήμη του κυβερνάν την πολιτείαν και φέρειν προς ευδαιμονίαν τα έθνη, η εξωτερική και εσωτερική πολιτική απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία ο βάρβαρος οθωμανός δεν επέτρεψε ποτέ εις τους Έλληνας. [Α]παιτείται επί κεφαλής της Ελληνικής Πολιτείας ο κατά πράξιν και θεωρίαν πολιτικός Έλλην, διά να την κυβερνήση κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας.

 

Η ίδρυση του Πανελληνίου από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Αποτελεί μέρος της ζωφόρου της Επανάστασης στη Βουλή των Ελλήνων, βασισμένη σε σχέδιο του Γερμανού γλύπτη Ludwig Michael Schwanthaler. Αρχικά, το σχέδιο προέβλεπε τη μορφή του Βασιλιά Όθωνα να υπογράφει το έγγραφο, αλλά τελικά αντικαταστάθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ολόσωμος δεξιά, ο οποίος χαιρετίζει την ίδρυση του σώματος.

 

Η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια συνοδεύτηκε, όμως, από μια σειρά συγκεκριμένων όρων:

(α) Να προσέλθει σε εύλογο χρονικό διάστημα «ν’ αναλάβη τας ηνίας της Κυβερνήσεως».

(β) Η διάρκεια της εξουσίας που του «επιτρέπει» το Έθνος «προσδιορίζεται διά επτά χρόνους, αρχομένους από της σήμερον». Δηλαδή, αν όλα πήγαιναν καλά, η θητεία του Ιωάννη Καποδίστρια θα έληγε την 1η Απριλίου 1834.[2]

(γ) Να «κυβερνήσει την Ελληνικήν Πολιτείαν». Ο Καποδίστριας θα έπρεπε να κυβερνήσει μια Ρεπούμπλικα (Republic), διότι έτσι ονόμασε η Συνέλευση το νέο καθεστώς (Republique Grecque στη διεθνή αλληλογραφία της προσωρινής κυβέρνησης και της Βουλής).

Η Συνέλευση θα υιοθετήσει, αμέσως μετά την εκλογή Καποδίστρια, ένα Σύνταγμα, το δεύτερο της Επανάστασης, που αντιγράφει τους θεσμούς της Αμερικανικής Δημοκρατίας[3] και είναι πολύ πιο φιλελεύθερο και δημοκρατικό από το Σύνταγμα του 1822/23 ο ίδιος ο Καποδίστριας χρησιμοποιεί στην αλληλογραφία του συστηματικά τον όρο Président, και έτσι τον αποκαλούσαν οι πάντες στο εξωτερικό (σε επίσημα έγγραφα, στον Τύπο κ.λπ.). Ο όρος αυτός συνδέεται, εκείνη την εποχή, με την Προεδρική Δημοκρατία των Η.Π.Α.

(δ) Η Συνέλευση τού εμπιστεύτηκε τη «νομοτελεστικήν δύναμιν», δηλαδή την Εκτελεστική εξουσία σε ένα δημοκρατικό σύστημα διάκρισης των εξουσιών.[4] Στην επιστολή-πρόσκληση προς τον Καποδίστρια, που συνέταξαν οι Αναστάσιος Πολυζωίδης, Νικόλαος Χρυσόγελος, Σπυρίδων Τρικούπης, Παναγής Καλογεράς και Κωνσταντίνος Ζωγράφος τονίζεται πως του έχει ανατεθεί η Εκτελεστική εξουσία («νομοτελεστική δύναμις») την οποία πρέπει να ασκήσει «καθ’ όν τρόπον τας εμπιστεύθη εις την Εξοχότητά σου το έθνος».

(ε) Ο σημαντικότερος, όμως, όρος ήταν η απαίτηση της Συνέλευσης να κυβερνήσει «κατά τους καθεστώτας νόμους». Προφανώς ο νέος Κυβερνήτης θα έπρεπε να σεβαστεί κυρίως τον Βασικό Νόμο, το Σύνταγμα. Για τον τελευταίο όρο τα πρακτικά της Συνέλευσης δεν αφήνουν καμία αμφιβολία. Την ίδια ημέρα που η Συνέλευση εξέδωσε το ψήφισμα, συζήτησε και το Ζήτημα του «Πολιτεύματος της Ελλάδος, καθ’ ό μέλλει να κυβερνήση ο Κυβερνήτης» και αποφάσισε να συστήσει επιτροπή από μέλη αλλά και μη μέλη της Εθνοσυνέλευσης «διά να συντάξη Πολίτευμα». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το «Υπόμνημα» του Τόμας Γκόρντον: Στοχασμοί για την ηγεσία, την Ελληνική Επανάσταση, και τις προοπτικές της | Ανδρέας Τζαναβάρης


 

Το επιστημονικό μελέτημα του Ανδρέα Τζαναβάρη, που παρουσιάζουμε, αναλύει ένα τετρασέλιδο «Υπόμνημα» του Νοεμβρίου του 1821, το οποίο αποτυπώνει τις πρώτες εντυπώσεις του Σκώτου φιλέλληνα και στρατιωτικού Τόμας Γκόρντον από την επαναστατημένη Ελλάδα. Το κείμενο συντάχθηκε από τον γιατρό Τζόζεφ Τόμας στη Ζάκυνθο και στάλθηκε στη βρετανική διοίκηση των Ιονίων Νήσων.

Κεντρικοί Άξονες του Υπομνήματος είναι: α) Σκληρή Κριτική στην Ελληνική Ηγεσία: Στους οπλαρχηγούς εστιάζει αποκλειστικά στο πλιάτσικο και την εκδίκηση και στην έλλειψη οποιουδήποτε συγκροτημένου πολιτικού σχεδίου. Οι Προύχοντες: Χαρακτηρίζονται ως «παραδόπιστοι ληστές πρώτης τάξης», με επιδίωξη προσωπικής εξουσίας και ξένης προστασίας. Ασκεί σφοδρή κριτική στον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τον κατηγορεί ως υποκριτής, καιροσκόπος και ωφελιμιστής. Ο Δημήτριος Υψηλάντης παρουσιάζεται ως αδύναμος ηγέτης χωρίς εξουσία. Οι τοπικοί άρχοντες του άδειασαν το ταμείο. Και καταλήγει πως παρά το χάος, την έλλειψη πόρων, τις εμφύλιες τριβές και την απουσία πειθαρχίας, ο Γκόρντον διατυπώνει μια ακλόνητη πεποίθηση: οι Έλληνες δεν πρόκειται να υποταχθούν ποτέ ξανά στην οθωμανική κυβέρνηση. Η Επανάσταση αποτελεί μια μη αναστρέψιμη ιστορική τομή.

 

Εισαγωγή[1]

  

Ο Φιλέλληνας, ιστορικός και επικεφαλής του μικτού τάγματος στην πολιορκία της Τρίπολης, Τόμας Γκόρντον, έργο του Καρλ Κρατσάιζεν, Πόρος, 13 Απριλίου 1827. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία.

Ο ιστορικός χρόνος είναι ένας στρόβιλος, κάτω από την σκόνη του οποίου του καταβυθίζονται άνθρωποι και συμβάντα. Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του Τόμας Γκόρντον (Thomas Gordon), ενός εκ των εκατοντάδων πολιτών του κόσμου που συνέβαλαν στην θεμελίωση του Ελληνικού Κράτους. Περισσότερο γνωστός από την Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και το σύντομο διάστημα κατά το οποίο ήταν επίτροπος του Αγγλικού Δανείου, ο Γκόρντον είναι ένας από τους πρώτους Βρεττανούς που θα έλθουν στην Ελλάδα λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης.[2]

Η σχέση Φιλελληνισμού με την Ελληνική επανάσταση αποτελεί μια σημαντική ψηφίδα του ερωτήματος της διεθνικής διάστασης της δεύτερης. Η εξέταση της σχέσης αυτής, ωστόσο, δυσχεραίνεται από μια μεθοδολογική μέγγενη, που ο ίδιος ο όρος θέτει στο φαινόμενο. Η στοίχιση των ετερόκλητων λόγων που αρθρώνονται στο διεθνές συγκείμενο κάτω από τον περιοριστικό ενικό του Φιλελληνισμού, με μόνη ενοποιητική ουσία την κάθε άλλο παρά κοινώς εννοούμενη στήριξη για τον αγώνα των Ελλήνων, δημιουργεί έναν όρο πρωτίστως περιγραφικό παρά αναλυτικό.

Ιδιαίτερα κατά την πρώιμη επαναστατική περίοδο, όπου η δράση τους κάθε άλλο παρά προϊόν οργανωμένης παρέμβασης είναι, η σωματοποίηση των ετερόκλητων λόγων σε ένα ενιαίο αφήγημα παραβλέπει εθνικές, ταξικές και πολιτικές αναφορές, ενώ συχνά συνδυάζεται με μια, ρητή ή υπόρρητη, ηθικοποίηση της δράσης τους. Ως εκ τούτου, η εξέταση των εκάστοτε φιλελλήνων τείνει να είναι προϊδεασμένη από τις απόψεις μας για το τι σήμαινε και που στόχευε ο Φιλελληνισμός εν τω συνόλω. Φέρουμε προ του εκάστοτε τεκμηρίου μια δεδομένη αντίληψη περί του τι εστί και πως αποτυπώνεται ο Οριενταλισμός, αναζητούμε εναγωνίως να εντοπίσουμε τις κλασικιστικές προκείμενες που κινητοποιούν τους ανθρώπους αυτούς, είμαστε βέβαιοι για την πίστη των Φιλελλήνων στην ηθική υπεροχή των Ελλήνων έναντι των Οθωμανών και ούτω καθ’ εξής. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μελετώντας της απαρχές του αντικομμουνισμού. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920 στην Ελλάδα – Δημήτρης Μπαχάρας


 

Μια συστηματική έρευνα περί αντικομμουνισμού είναι λογικό να απαιτεί, πριν απ’ όλα, μια λεξικογραφική-εννοιολογική προσέγγιση της λέξης, καθώς κάτω από τον όρο «αντικομμουνισμός» εντάχθηκαν κατά καιρούς τόσο οι πολιτικές ενός κράτους επιτιθέμενου στην κομμουνιστική ιδεολογία, οργάνωση ή πρακτική, όσο και οι αντεργατικές πολιτικές, οι φασιστικές και ακροδεξιές οργανώσεις αλλά και ο απλός λόγος των λαϊκών ανθρώπων εναντίον των κομμουνιστών.

Η αφίσα φέρει το μήνυμα «Έλληνες προσοχή!» και απεικονίζει την αντιομμουνιστική προπαγάνδα της εποχής, με την απειλή του κομμουνισμού (Κ.Κ.) να συνθλίβεται κάτω από τα παραδοσιακά τσαρούχια.

Η δική μας μικρή έρευνα σε ελληνικά και ξένα λεξικά και εγκυκλοπαίδειες, έδωσε τα εξής στοιχεία: Στα γαλλικά ετυμολογικά λεξικά όπως το MicroRobert και το Petit Robert δεν υπάρχουν παρά ορισμοί του τύπου «opposition au communisme» (Micro-Robert, 2006) ή «hostilité au communisme» (Petit Robert, 1997).

Στα ελληνικά λεξικά όπως το Νέο Ελληνικό Λεξικό, 1995, του Ε. Κριαρά ή το Μείζον Ελληνικό Λεξικό, 1997, του Φυτράκη υπάρχουν αντίστοιχοι ορισμοί του τύπου «θεωρία ή ενέργεια που αντιτίθεται στον κομμουνισμό» και «το σύνολο των θεωριών και ενεργειών που στρέφονται κατά του κομμουνισμού».[1] Στην Αγγλία δε, τα μεγάλα λεξικά όπως το Oxford Reference dictionary (Oxford 1986) και το Oxford Thesaurus (Oxford 2004) δεν αναφέρουν καν τη λέξη.

Στη συνέχεια κοιτάζοντας σε κοινωνιολογικού τύπου λεξικά όπως το Επίσημο εννοιολογικό λεξικό των επιστημών του ανθρώπου (Αθήνα 1992), το Dictionnaire historique de la vie politique francaise (Paris 2003), το Collins Dictionary of Sociology (London 2000) και το Oxford Dictionary of Sociology (Oxford 2005) διαπιστώθηκε ότι και σε αυτά απουσιάζει μια πλήρης εξήγηση του όρου, αφού ακόμη και στο γαλλικό λεξικό, το μοναδικό στο οποίο αναφερόταν η λέξη, δεν υπήρχε κάποιος σαφής ορισμός του τι είναι αντικομμουνισμός (αν και υπήρχε η σημαντική διευκρίνιση ότι ο όρος χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους κομμουνιστές για να χαρακτηρίσει την πολιτική του κράτους απέναντί τους, και όχι από αυτούς που τον «εξασκούσαν», και αυτό για να μην προσδώσουν ανεπιθύμητο ειδικό βάρος στους κομμουνιστές).

Έτσι, σχεδόν αναγκαστικά απέμειναν οι λεπτομερείς αναλύσεις της Συγκριτικής Εγκυκλοπαίδειας Μαρξισμός, Κομμουνισμός και Δυτική κοινωνία (Αθήνα 1976), της Μεγάλης Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας (Αθήνα 1986), καθώς και του μοναδικού αναλυτικού βιβλίου περί αντικομμουνισμού που έχει γραφτεί στη Γαλλία, των Μπεκέρ και Μπερστάιν, Ιστορία του Αντικομμουνισμού στη Γαλλία.[2] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μορφές ελέγχου και εξουσίας των διευθυντών των λογοτεχνικών περιοδικών στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά – Χρύσα Θεολόγου


 

Τα λογοτεχνικά περιοδικά του ελληνικού Μεσοπολέμου έχουν αναμφισβήτητα καταστεί ένα από τα βασικότερα αντικείμενα μελέτης της νεότερης φιλολογικής έρευνας. Ωστόσο, λιγότερη έμφαση έχει δοθεί στη μελέτη του ρόλου των διευθυντών των λογοτεχνικών περιοδικών, καθώς και στο πλέγμα των σχέσεων που δημιουργείται τόσο μεταξύ των ίδιων και των συνεργατών τους όσο και μεταξύ των ίδιων και της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας.

Στόχος της παρούσας ανακοίνωσης είναι να διερευνήσει τις μορφές εξουσίας που ασκούν οι διευθυντές σημαντικών λογοτεχνικών περιοδικών (όπως της Νέας Εστίας, των Νέων Γραμμάτων και των Νεοελληνικών Γραμμάτων) στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας.

Ορισμένα από τα ερωτήματα που θα επιχειρηθεί να απαντηθούν είναι: ποιοι είναι οι τρόποι επιβολής ελέγχου από την πλευρά του καθεστώτος και ποιοι οι αντίστοιχα εφαρμοζόμενοι από τους διευθυντές; Ποιος είναι ο βαθμός συμμόρφωσης και ποιο το κόστος όσων δεν αποδέχονται τον έλεγχο; Και τελικά, πόσο μπορεί ο διευθυντής ενός περιοδικού να αλλάξει τη στάση του και να επηρεάσει τους συνεργάτες του εξαιτίας της επιβολής δικτατορικών καθεστώτων; Να σημειωθεί ότι στο ερευνητικό πεδίο της παρούσας μελέτης εντάσσονται τα περιοδικά Νέα Εστία, Νεοελληνικά Γράμματα, Τα Νέα Γράμματα και Το Νέον Κράτος (για το οποίο θα γίνει ιδιαίτερα σύντομη αναφορά, καθώς, αποτελώντας το επίσημο προπαγανδιστικό έντυπο της δικτατορίας, δεν επηρεάζεται από τον έλεγχο του καθεστώτος).[1]

 

«Νέα Εστία», 397. Χριστούγεννα 1943. Αφιέρωμα στον Κωστή Παλαμά.

 

Ο δημοσιογράφος και υφυπουργός Τύπου και Τουρισμού (προπαγάνδας) της Κυβέρνησης Μεταξά, 1936, Θεολόγος Νικολούδης (1890-1946).

Παρά το γεγονός ότι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν κατόρθωσε, σύμφωνα με τους μελετητές, να γίνει απόλυτα ολοκληρωτικό, αλλά υπήρξε μάλλον αποτέλεσμα των εσωτερικών πολιτικών συγκυριών και των επιλογών των ανακτόρων, αυτό που σίγουρα δανείστηκε από τα ολοκληρωτικά και αυταρχικά καθεστώτα της περιόδου ήταν, όπως παρατηρεί και ο Γιώργος Ανδρειωμένος, «η υιοθέτηση ενός οργανωμένου συστήματος προπαγάνδας και παράλληλου ελέγχου των μέσων ενημέρωσης και της παραγόμενης ειδησεογραφίας».[2] Για τον λόγο αυτό, μια από τις πρώτες ενέργειες της διοίκησης ήταν η ίδρυση Υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού. Μάλιστα, υφυπουργός ορίστηκε ο Θεολόγος Νικολούδης, άρθρα του οποίου φιλοξενούνται στη Νέα Εστία (τόσο κατά την περίοδο της διακυβέρνησης τού Μεταξά όσο και στο αφιέρωμα του περιοδικού με αφορμή τον θάνατό του, όπως θα διαπιστωθεί και στην αναλυτική εξέταση του περιοδικού στη συνέχεια). (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Κανονιστικές πειθαρχίες» και «τεχνολογίες της βίας» στη νότια Πελοπόννησο. Ξαναδιαβάζοντας το φαινόμενο της αντεκδίκησης (γδικιωμού) στον προφορικό-λαϊκό πολιτισμό της Μάνης*- Γιώργος Ανδρειωμένος


 

Εισαγωγικά

 

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα, και μοναδικά ως προς τον τρόπο της εξέλιξής τους, έθιμα της ελληνικής γης είναι εκείνο της αντεκδίκησης (πιο γνωστό με τη βενετσιάνικη ονομασία του: βεντέτα), το οποίο εντοπίζεται σε πολλές περιοχές της υφηλίου, αλλά και του ελληνισμού – προεξαρχουσών της Μάνης και της Κρήτης. Μάλιστα, στη λωρίδα της νότιας Πελοποννήσου, που εκτείνεται, χονδρικά, από τη Βέργα του νομού Μεσσηνίας, στη δυτική πλευρά, και από το Γύθειο του νομού Λακωνίας, στην ανατολική, καταλήγοντας στο ακρωτήριο Ταίναρο, υπό τη σκιά του Ταϋγέτου, και αποκλήθηκε από τους ιστορικούς, τους μελετητές και τους περιηγητές Μάνη, το έθιμο αυτό αποκαλείται από τους ντόπιους γδικιωμός – με την έννοια ότι καλείται κάποιο μέλος της ευρύτερης οικογένειας να πάρει το αίμα του πίζου, ώστε να (γ)δικιωθεί, μέσω της (αντ)εκδίκησης, ο φόνος ενός συγγενικού προσώπου, του οποίου το αίμα που χύθηκε ζητά δικαίωση και αποκατάσταση της τρωθείσας οικογενειακής τιμής.

Το φαινόμενο, βέβαια, αυτό έχει, πλέον, σχεδόν εκλείψει ανάμεσα στους Μανιάτες, ειδικά μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου συντελέστηκαν τόσα πολλά και ακραία εγκλήματα, λόγω πολιτικών (πρωτίστως) αλλά και προσωπικών (δευτερευόντως) διαφορών, ώστε παλαιότεροι πολιτισμικοί κώδικες, που επικρατούσαν επί αιώνες στην άγονη και άνυδρη αυτή περιοχή, ανάμεσα στους οποίους και το έθιμο του γδικιωμού, σταδιακά εκφυλίστηκαν ή, τέλος πάντων, έχασαν την πρότερη δραστικότητά τους και σημασία τους.

Βέβαια, σε αυτό το τελευταίο συνετέλεσαν και μια σειρά από άλλοι παράγοντες, όπως η ίδρυση σχολείων και η μείωση του αναλφαβητισμού, η σταδιακή ανάπτυξη του συγκοινωνιακού δικτύου και η επαφή με άλλες περιοχές, η εμπέδωση ενός κράτους δικαίου και η επίλυση των διαφορών μέσω των δικαστηρίων, η αλλαγή της στάσης των πολιτικών του τόπου που έπαψαν να ενθαρρύνουν ακόμη και να υποστηρίζουν με παρεμβάσεις τους στη δικαιοσύνη) τις προσωπικές διαμάχες προκειμένου να αποκτήσουν οι ίδιοι οφέλη, η μετανάστευση των Μανιατών σε άλλες περιοχές της ημεδαπής και της αλλοδαπής με αποτέλεσμα την ουσιαστική ερήμωση των χωριών κ.λπ.

 

Τάσσος, «Το στιλέτο» (περ. Νεοελληνικά Γράμματα, 16–11–1940). Το χαρακτικό κοσμεί το εξώφυλλο των πρακτικών του Συνεδρίου «Βία και εξουσία: ίχνη στο σώμα της λογοτεχνίας», όπου φιλοξενείται και η παρούσα ανακοίνωση.

 

Ωστόσο, όπως έδειξε πρόσφατη τηλεοπτική σειρά («Η γη της ελιάς»), αλλά και διάφορα λογοτεχνικά έργα, ο γδικιωμός συνεχίζει να κινεί την προσοχή και να προξενεί την εντύπωση του σύγχρονου κοινού, το οποίο, σε γενικές γραμμές, είναι ανενημέρωτο ως προς το συγκεκριμένο έθιμο, που στις παλαιότερες εποχές δέσποζε στη Μάνη, σε τέτοιον βαθμό, ώστε να μην είναι υπερβολικό να υποστηριχθεί πως η περιοχή βρισκόταν, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, σε έναν διαρκή πόλεμο μεταξύ των οικογενειών της. Μάλιστα, ο πόλεμος αυτός ήταν πραγματικός, με τους δικούς του κανόνες και με αρχές που προσιδιάζουν σε μιαν αληθινή πολεμική σύρραξη.

Επομένως, έχει αξία να επιχειρήσει κανείς να ανιχνεύσει τις βαθύτερες αιτίες που προκαλούσαν το αιματηρό αυτό έθιμο, ειδικά στη Μάνη, να αναλύσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και να εξηγήσει πώς λειτουργούσε μέσα στη μανιάτικη κοινωνία – μιας και, εκτός από προσωπικές, είχε, κυρίως, κοινωνικές προεκτάσεις, αφού εμπλέκονταν στον κύκλο του αίματος ολόκληρες οικογένειες και ο περίγυρος παρακολουθούσε εκ του σύνεγγυς τα δρώμενα και, ορισμένες φορές, παρενέβαινε με τρόπο αποφασιστικό είτε στην ανάπτυξη είτε στη διευθέτηση των διαφορών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Στρατηγός Guillaume Henri Dufour και ο κόμης  Ιωάννης Καποδίστριας στην Ευρώπη του 19ου αιώνα – Δρ Σοφία Κ. Μωραΐτη


 

Τον 19ο αιώνα ο γεωπολιτικός χάρτης της Ευρώπης διαμορφώθηκε από τους πολέμους του Ναπολέοντα και τους πολυάριθμους άλλους επιμέρους πολέμους. Η αφύπνιση των εθνικών συνειδήσεων και των πολύ δυνατών πατριωτικών συναισθημάτων, η ενοποίηση της Ιταλίας και η απελευθέρωση βαλκανικών περιοχών καθώς και οι βιομηχανικές επαναστάσεις έδωσαν το έναυσμα για συζητήσεις σχετικές με το νέο πρόσωπο της Ευρώπης. Από το 1815 έως το 1871 η Ευρώπη των Εθνών κυριαρχεί στην πολιτική ζωή της εποχής: από το συνέδριο της Βιέννης και την Ιερά Συμμαχία στην ενοποίηση της Ιταλίας και της Γερμανίας, οι λαοί προσδοκούσαν την δημιουργία εθνικών Κρατών υπό το ανεκτικό ή εχθρικό βλέμμα των μεγάλων δυνάμεων.

Ο 19ος αιώνας ήταν επίσης ο αιώνας κατά την διάρκεια του οποίου οι πνευματικές ελίτ μετέτρεψαν την γηραιά ήπειρο σε έναν τεράστιο λέβητα μέσα στον οποίο σφυρηλατήθηκαν και διαμορφώθηκαν όλες οι ιδέες και όλες οι τέχνες. Οι σοφοί του, οι καλλιτέχνες του, οι διανοούμενοί του στήριξαν την τεχνολογική έρευνα, την επιστημονική έρευνα, την αναζήτηση ιδεών σε επίπεδο που ποτέ πριν δεν είχαν αγγίξει.

Ο Ναπολέων, που θεωρείται στρατηγική και πολιτική ιδιοφυΐα, ιδρυτής βασιλικής δυναστείας, καταλύτης αλλά και οικοδόμος ευρωπαϊκών βασιλείων και εθνών, πάνω στα οποία άφησε το βαθύ αποτύπωμα της προσωπικότητάς του, κυριάρχησε τόσο στη γαλλική όσο και στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Μετά την πτώση της Γαληνοτάτης και την διανομή των εδαφών της με την Αυστρία, ο Ναπολέων στράφηκε προς τα Επτάνησα. Στις 16 Αυγούστου 1797 έγραφε στο Διευθυντήριο ότι τα νησιά της Κέρκυρας, της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς ήταν πιο ενδιαφέροντα από όλη την Ιταλία, καθώς τα θεωρούσε πηγή πλούτου και ευημερίας για το γαλλικό εμπόριο. Με την Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο της 17ης Οκτωβρίου 1797, τα Επτάνησα «και όλα τα μέχρι πρότινος ενετικά εδάφη στην Αλβανία» έγιναν γαλλικά. Αργότερα, με τα δύο μυστικά άρθρα της ειρηνευτικής συνθήκης του Τιλσίτ, που υπογράφηκε στις 8 Ιουλίου 1807 και επικυρώθηκε την επόμενη μέρα, τα ρωσικά στρατεύματα θα παρέδιδαν στα γαλλικά στρατεύματα «την χώρα που είναι γνωστή ως Kόλποι του Κοτόρ» και «τα επτά Ιόνια νησιά θα ανήκουν πλήρως και κυριαρχικά στη Α.Μ. τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα». Έτσι ο Βοναπάρτης εκδίωξε τους Ρώσους από την Μεσόγειο. Χωρίς να εγκαταλείψει την ανατολική του πολιτική, ο Βοναπάρτης θεωρούσε την Κέρκυρα ως «το κλειδί της Αδριατικής».

 

Η πόλη και το λιμάνι της Κέρκυρας από το νησί Βίδο. Χαλκογραφία, έργο του Άγγλου ζωγράφου Joseph Cartwright (Τζόζεφ Κάρτραϊτ 1789;-1829), Λονδίνο, 1821.

 

Στις 7 Φεβρουαρίου 1808, σε επιστολή του προς τον βασιλιά της Νάπολης, ο Ναπολέων έγραφε ότι η Κέρκυρα ήταν τόσο σημαντική για εκείνον, ώστε η απώλειά της θα έδινε ένα μοιραίο πλήγμα στα σχέδιά του. Πρόσθετε ότι η Αδριατική θα έκλεινε και ότι το βασίλειο του βασιλιά της Νάπολης θα είχε στα αριστερά του  ένα λιμάνι απ’ όπου ο εχθρός θα στρατολογούσε Αλβανούς και άλλες δυνάμεις για να τους επιτεθεί. Ο Ναπολέων κατέληγε λέγοντας πως ο βασιλιάς της Νάπολης όφειλε να θεωρεί την Κέρκυρα πιο σημαντική και από την Σικελία, και ότι, με βάση την τότε κατάσταση της Ευρώπης, η μεγαλύτερη συμφορά που θα μπορούσε να του συμβεί ήταν η απώλεια της Κέρκυρας.

 

Το πορθμείο στο Πέραμα της Κέρκυρας. Χαλκογραφία, έργο του Άγγλου ζωγράφου Joseph Cartwright (Τζόζεφ Κάρτραϊτ 1789;-1829), Λονδίνο, 1821.

 

Ο Γάλλος Αυτοκράτορας ενδιαφέρθηκε να μετατρέψει την Κέρκυρα σε στρατιωτική βάση, ικανή να ελέγχει την Αδριατική – την οποία θεωρούσε «γαλλική λίμνη» – και να ανταγωνιστεί αυτήν που κατείχαν οι Άγγλοι στην Μάλτα. Για να το επιτύχει, έστειλε στο νησί στρατιώτες, κανόνια και όλμους, πυρομαχικά, τρόφιμα, χρήματα, και στρατιωτικούς μηχανικούς, μαζί με φρουρά 13.000 ανδρών υπό την ηγεσία του στρατηγού Donzelot. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αποστολή του Ντυφούρ. Αλλά πώς θα ξεπερνούσαν τις δυσκολίες και θα απέφευγαν τα αγγλικά πλοία, που ήταν πιο γρήγορα και περιπολούσαν στο Ιόνιο; (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Ανακτορική, Βασιλική, Προεδρική Φρουρά. Πολιτειακοί συμβολισμοί»[1] – MSc Μαρίνα Σπ. Τσιρτσίκου, Ιστορικός ΓΕΣ/Δ4 (ΔΙΣ), Υπ. Διδακτόρισσα Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Η ιστορία της Προεδρικής Φρουράς, καθώς και οι συνεχείς μετονομασίες της από το 1868 έως το 1974, αντανακλά την εξέλιξή της σε συνάρτηση με τις πολιτειακές αλλαγές της Ελλάδας, και ιδιαίτερα τις μεταβολές του πολιτεύματος, από τη Βασιλευομένη Δημοκρατία μέχρι την Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

Το Στρατόπεδο της Προεδρικής Φρουράς «Γεώργιος Τζαβέλας» έχει σημαντική ιστορική αξία, καθώς συνδέεται με την ελληνική πολιτειακή και στρατιωτική – πολεμική ιστορία της χώρας. Το γεγονός ότι το όνομά του τιμά έναν ήρωα της Επανάστασης, τον Σουλιώτη οπλαρχηγό Γεώργιο Τζαβέλα, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στον χαρακτήρα του στρατοπέδου. Ενώ, η θέση του κοντά στο Προεδρικό Μέγαρο, υποδηλώνει τη συμβολική του σχέση με την κεντρική εξουσία της χώρας.

 

Εύζωνες της Βασιλικής Φρουράς παρουσιάζουν όπλα στο στρατόπεδό τους, 1948. Φωτογραφία: Chris Ware.

 

Η Προεδρική Φρουρά ιδρύθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1868, με την αρχική ονομασία «Άγημα», ως στράτευμα αυθύπαρκτο. Από την ίδρυσή της είχε έναν ιδιαίτερο και ξεχωριστό ρόλο, ως τμήμα του μόνιμου στρατού με αποστολή την προστασία του βασιλιά.

Η πρόθεση του βασιλιά Γεώργιου Α’ να εξασφαλίσει την άριστη εκπαίδευση των υπαξιωματικών και να δημιουργήσει ένα πρότυπο στρατιωτικής αρετής για τον υπόλοιπο στρατό ήταν καθοριστική για τον σχηματισμό και τη λειτουργία της Φρουράς. Από την αρχή της ίδρυσής της, η δομή και η εκπαίδευση των ευζώνων προσανατολίζονταν στην ανάπτυξη της στρατιωτικής αριστείας. Ειδικότερα, η θέσπιση ειδικών κανονισμών για τη λειτουργία της και την εκπαίδευση των μελών της, αλλά και η καθιέρωση ξεχωριστής στολής, προσδίδουν στην Προεδρική Φρουρά έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, συνδυάζοντας τη στρατιωτική πειθαρχία με την αυστηρότητα και την αριστεία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Παραδοσιακά διατηρητέα κτίρια του Άργους | † Οδυσσέας Κουμαδωράκης


 

 Για τα παραδοσιακά κτίσματα και τη νεοκλασική αρχιτεκτονική Άργους έχουν δημοσιευτεί αρκετές μελέτες. Η δική μας εργασία είναι συνοπτική. Περιοριζόμαστε σε λίγα μόνο στοιχεία, ικανά να δώσουν κάποια εικόνα και να βοηθήσουν τον αναγνώστη να γνωρίσει σε γενικές γραμμές τα παραδοσιακά κτίσματα της πόλης μας.

 

Νεοκλασική αρχιτεκτονική

 

Ο νεοκλασικισμός ως αρχιτεκτονική έκφραση εμφανίζεται στη χώρα μας την εποχή του Καποδίστρια, ενισχύεται την εποχή του Όθωνα και διαρκεί μέχρι τη δεκαετία του 1910, για εκατό σχεδόν χρόνια.

Την Καποδιστριακή εποχή εμφανίζονται οι πρώτοι μεγάλοι αρχιτέκτονες, όπως ο περίφημος Σταμάτης Κλεάνθης (1802-1862), ο οποίος διορίστηκε από τον κυβερνήτη μηχανικός του δημοσίου και συνέβαλε στην οικοδόμηση της Αθήνας, και ο Σταμάτης Βούλγαρης (1774-1842), ο οποίος σχεδίασε τη ρυμοτομία της Πάτρας και της Τρίπολης. Επίσης, λίγο αργότερα εμφανίζονται ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου (1812-1885), ο Παναγιώτης Κάλκος (1810-1875), ο Δημήτρης Ζέζος (†1857) και άλλοι, οι οποίοι έκτισαν πολλά δημόσια και ιδιωτικά νεοκλασικά κτίσματα και ναούς στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις και έθεσαν μαζί με τους δυο πρώτους τη σφραγίδα της προσωπικής τους δημιουργίας στον χώρο της αρχιτεκτονικής. Παράλληλα έρχονται στη χώρα μας και πολλοί Ευρωπαίοι.[1]

Ο ευρωπαϊκός νεοκλασικισμός προηγείται του ελληνικού. Εμφανίζεται στα τέλη του 18ου αιώνα, μετά το 1770, όταν υποχωρεί και σιγά σιγά χάνεται ο «ρυθμός Μπαρόκ», ο οποίος διακρινόταν για την επιβλητικότητά του και τον οποίο είχε επιβάλει στον χώρο της τέχνης, ιδίως στην αρχιτεκτονική, η καθολική εκκλησία. Από πολλούς θεωρείται ότι η νεοκλασική αρχιτεκτονική επιβλήθηκε από αντίδραση προς τον «ρυθμό Μπαρόκ».

Πάντως, βέβαιο είναι ότι η νέα τέχνη επηρεάζεται από την αρχιτεκτονική της αρχαίας Ελλάδας. Ευρωπαίοι αρχιτέκτονες και αρχαιολόγοι και άλλοι περιηγητές και μελετητές, λάτρεις της κλασικής αρχαιότητας, επισκέπτονται την τουρκοκρατούμενη ακόμη Ελλάδα, παρατηρούν, μελετούν, δημοσιεύουν μελέτες ή τις «περιηγήσεις» τους και μεταφέρουν στην Ευρώπη αρχιτεκτονικά πρότυπα.

 

Αρχοντικό Ηλία Κωνσταντόπουλου, Δαναού 29. Γενική άποψη πριν την αποκατάσταση (Λήψη φωτογραφίας 1985). Δημοσιεύεται στο: Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.

 

Η ευρωπαϊκή νεοκλασική αρχιτεκτονική είναι εν μέρει αναβίωση της αρχαίας ελληνικής. Για την Ελλάδα έχει επισημανθεί ένας πρόσθετος λόγος αναβίωσης, η σύνδεση του ελληνικού έθνους με τις ρίζες του, σε μια προσπάθεια αναζήτησης και προσδιορισμού της πολιτισμικής και εθνικής μας ταυτότητας.

Την εποχή του Καποδίστρια, στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής του για την ανασύσταση του κράτους, καταβάλλεται έντονη προσπάθεια πολεοδομικού σχεδιασμού και ανασυγκρότησης του Άργους και κτίζονται τα πρώτα δημόσια οικοδομήματα. Της ίδιας εποχής είναι και λίγα ιδιωτικά, αξιόλογα και χαρακτηριστικά δείγματα της τότε νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Στον πολεοδομικό σχέδιο του Άργους, που συνέταξε το Μάρτιο 1831 με εντολή του κυβερνήτη ο Ρούντολφ ντε Μποροτσύν (De Bonoszün) και το οποίο δεν εφαρμόστηκε δυστυχώς, σημειώνονται με έντονο μαύρο χρώμα τα τότε δημόσια κτίρια: το αλληλοδιδακτικό σχολείο (1831), δηλαδή το διδακτήριο του σημερινού 1ου Δημοτικού Σχoλείoυ, οι στρατώνες (1830), η οικία Καλλέργη (1830), όπου σήμερα στεγάζεται το μουσείο, γνωστή και ως «παλάτιον Καποδίστρια», και τα τότε δικαστήρια, δηλαδή το σημερινό Δημαρχείο (1830).

 

Σχέδιο Πόλης του Άργους.

Σχέδιο Πόλης του Άργους που συντάχθηκε το 1831 από τον Γάλλο αξιωματικό R. De Borronzun.
Ο συντάκτης του σχεδίου έχει σημειώσει με έντονο μαύρο χρώμα τα τότε δημόσια κτίρια του Άργους: Στρατώνες (9), το παλάτιον, δηλ. η οικία Καλλέργη, που τότε είχε περιέλθει στο δημόσιο (12), το αλληλοδιδακτικό σχολείο (20), και τα δικαστήρια, το μετέπειτα Δημαρχείο (17).
Σημειώνουμε μερικά από τα διατηρητέα μνημεία:
1. Οικία Γόρδωνος (1829).
2. Αρχοντικό Δημ. Τσώκρη (1829).
3. Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου (1829).
4. Οικία Μακρυγιάννη (περ. 1830).
5. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Μ. Καραγιαννοπούλου (1912).
6. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Α. Σαλαπάτα (περ. 1900).
7. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Α. Μαραγκού (περ. 1890).
8. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Μαρίνου (1880).
9. Οι στρατώνες Καποδίστρια.
10. Θέση όπου κτίστηκε το κατάστημα Κωνσταντόπουλου (1896).
11. Θέση όπου κτίστηκε η δημοτική αγορά (1889).
12. Το Καλλέργειον ή «παλάτιον Καποδίστρια», σημερινό μουσείο (1830).
13. Θέση όπου οικοδομήθηκαν τρία νεοκλασικά κτίρια: Της Ιονικής-Λαϊκής Τράπεζας (Alpha Bank), το «Αέναον» και της Γενικής Τράπεζας.
14. Εμπορικό κέντρο Άργους (23 καταστήματα).
15. Ι. Ν. Αγίου Νικολάου της οικ. Περούκα. Κατεδαφίστηκε το 1859 από τον Επίσκοπο Παγώνη, για να κτιστεί ο ναός του Αγ. Πέτρου.
16. Θέση όπου οικοδομήθηκε το ξενοδοχείο Αγαμέμνων.
17. Το «πρωτόκλητον» και «ανέκκλητον» δικαστήριο (1830), σημερινό Δημαρχείο.
18. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Μαρίκου (1912).
19. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Θ. Μπόμπου (1880).
20. Το Καποδιστριακό αλληλοδιδακτικό σχολείο (1831).
21. Θέση όπου οικοδομήθηκε το μέγαρο Κωνσταντόπουλου (1912).
22. Οικία Σπ. Τρικούπη (1830).
23. Θέση όπου οικοδομήθηκε το αρχοντικό Καλλιάρχη (1899).
24. Το τζαμί, ο μετέπειτα Αγίου Κωνσταντίνος, με την ένδειξη «νοσοκομείο» (hôspitale), όπως λειτουργούσε επί Καποδίστρια.
25. Θέση όπου κτίστηκε ο σταθμός του τρένου (περ. 1885).

 

Προεπαναστατικά η νεοκλασική αρχιτεκτονική δεν έχει εμφανιστεί ακόμη. Τα σωζόμενα κτίσματα στο Άργος δεν είναι ικανά να μας φωτίσουν, γιατί είναι μεταγενέστερα, όπως τα νεοκλασικά του Τρικούπη, του Δ. Τσώκρη και του Γκόρντον, που είναι τα παλιότερα. Αν όμως ρίξουμε μια ματιά σε αρχοντικά άλλων περιοχών της προεπαναστατικής περιόδου, θα παρατηρήσουμε ότι τα αρχοντικά αυτά, αν και κτίζονταν κατά κανόνα σε σχήμα Π με προστώο (βεράντα) και διέθεταν απλόχωρη αυλή και περικλείονταν από υψηλό και ανθεκτικό περίβολο, το ίδιο το κτίσμα δεν είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη νεοκλασική αρχιτεκτονική. Παρατηρούμε δηλαδή πως δεν υπήρχαν ούτε ακροκέραμα ούτε διακοσμητικές ταινίες ούτε ανάγλυφα κιονόκρανα ή ψευδοπεσσοί και τόσα άλλα. Παραδείγματα υπάρχουν άφθονα, όπως τα αρχοντικά της Μπουμπουλίνας και του Χατζηγιάννη Μέξη στις Σπέτσες και του Λάζαρου Κουντουριώτη στην Ύδρα. Τα σπίτια αυτά, παρά τον εσωτερικό τους πλούτο, τα πανάκριβα έπιπλα, τις πορσελάνες, τα μεταξωτά τους, παρά την ευρυχωρία τους, το πλήθος των δωματίων και των βοηθητικών χώρων, όπου εργάζονταν αρκετοί υπηρέτες, εξωτερικά είναι απλά και απέριττα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η προέλευση των κρανιδιώτικων επωνύμων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (Ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική, λατινική)[1] | Μαρίνα Τσιρτσίκου, Ιστορικός, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ) – Υποψήφια Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Το Κρανίδι ανήκει στον νομό Αργολίδας, είναι πρωτεύουσα του Δήμου Ερμιονίδας και βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου. Με την παρούσα έρευνά μου αναλύω την ετυμολογική προέλευση των κρανιδιώτικων επωνύμων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική και λατινική.

Ως εργαλείο της έρευνάς μου χρησιμοποιώ τα επώνυμα από το «Μητρώο Αρρένων Κρανιδίου». Συγκεκριμένα, έχω δημιουργήσει μια βάση δεδομένων με το πρόγραμμα εισαγωγής δεδομένων Excel και τους τύπους συναρτήσεων (IF, SUM) από το 1842 έως το 1890 με ποιοτικό δείγμα διακοσίων επωνύμων, από τους εγγεγραμμένους στο μητρώο. Τα επώνυμα διακρίνονται ποιοτικά και ποσοτικά ανάλογα με την ετυμολογική ρίζα τους: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική και λατινική. Επίσης, για την έρευνά μου χρησιμοποίησα βιβλιογραφία, λεξικά και προφορικές μαρτυρίες.

 

1. Το Κρανίδι και οι κάτοικοι του

 

Το Κρανίδι συνιστά την έδρα του δήμου Ερμιονίδας – Ερμιόνη, Ηλιόκαστρο, Θερμήσι, Πορτοχέλι, Κοιλάδα, Φούρνοι, Δίδυμα Λουκαΐτη – και περικλείεται από το όρος Δίδυμο. Από τον 12ο αιώνα έως τις αρχές του 19ου αιώνα, Έλληνες, Αλβανικές φάρες, Τούρκοι, Ενετοί και άλλες ευρωπαϊκές ομάδες στην Πελοπόννησο και ειδικότερα στην Αργολίδα δημιούργησαν ένα πολυπολιτισμικό αμάλγαμα στις τοπικές κοινωνίες της περιοχής.

Σημαντικές πληθυσμιακές εισροές σημειώθηκαν, κατά τη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης Ενετοκρατίας (1388-1540, 1686-1715) στο Ναύπλιο και την αργολική πεδιάδα, όταν οι Ενετοί συγκρότησαν ένα μισθοφορικό σώμα (stradioti) από Έλληνες, Αλβανούς, Ιταλούς, Γερμανούς, Γάλλους, Φλαμανδούς κ.τ.λ, με σκοπό την προστασία των συνόρων και της αργολικής υπαίθρου από τους Τούρκους, στους οποίους παραχώρησαν γαίες για τη συντήρηση των ίδιων, αλλά και των οικογενειών τους[2].

Ορόσημο όμως στον εποικισμό της Πελοποννήσου θεωρείται η εγκατάσταση 10.0000 χιλιάδων Αλβανών ποιμένων, τους οποίους έφερε ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Παλαιολόγος (1383-1407), λίγο πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης, και τους τοποθέτησε σε περιοχές του δεσποτάτου του για να αυξήσει τον πληθυσμό της επικράτειάς του, που είχε ερημωθεί εξαιτίας των τουρκικών επιθέσεων, αλλά και για να ενισχύσει τη στρατιωτική δύναμη των Βυζαντινών. Ωστόσο, με την πτώση του Δεσποτάτου του Μορέως (1461), πολλοί από αυτούς μετοίκησαν μαζικά προς την Τροιζηνία, την Ερμιονίδα και τα νησιά Ύδρα και Σπέτσες, συμβάλλοντας μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα και στη μαζική αύξηση των κατοίκων του Κρανιδίου. Προσφυγικές εισροές στην περιοχή σημειώθηκαν και στις αρχές του 19ου αιώνα, από τη Μικρά Ασία, την Κρήτη, την Ήπειρο (Άρτα και Σούλι), τη Χίο και την Κάσο[3].

Το 1530, δημιουργείται η πρώτη μεγάλη, οργανωμένη κρανιδιώτικη κοινότητα. Οι Κρανιδιώτες ασχολούνταν με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία. Ιδιαίτερα, κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετοκρατίας (1686-1715), στην περιοχή είχε ενισχυθεί η αμπελοκαλλιέργεια, η ελαιοκαλλιέργεια και η επεξεργασία του σταριού, ενώ σημαντική ήταν και η ιχθυοκαλλιέργεια τόσο στην ανοικτή θάλασσα όσο και στη λιμνοθάλασσα της Βερβερόντας. Όμως, υπήρχε σημαντική έλλειψη εργατικών χεριών, καθώς οι Τούρκοι, αποχωρώντας από την αργολική πεδιάδα, είχαν εκπατρίσει βίαια ντόπιο πληθυσμό για να τον πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής (1687). Τότε, οι Ενετοί ενίσχυσαν τον εργατικό πληθυσμό με μετοικεσίες Ελλήνων από τουρκοκρατούμενες περιοχές (Αττική, Βοιωτία, Εύβοια, νησιά του Αιγαίου)[4].

 

Κρανίδι

 

Η Ερμιονίδα προμήθευε τον βενετικό στόλο με ξυλεία από το δάσος της Κορακιάς για ναυπηγική χρήση και καυσόξυλα από το Πόρτο Χέλι (Porto Bizato), ένα από τα σημαντικά απάνεμα λιμάνια της αργολικής περιοχής για την προστασία της βενετικής αρμάδας. Επίσης, οι ακτές της περιοχής φυλάσσονταν από την ενετική πολιτοφυλακή για την προστασία τους από τις επιδρομές κουρσάρων και την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου μεταναστών και αλατιού από τις πλούσιες αλυκές της[5]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »