Από το μπακάλικο στο σούπερ μάρκετ: Αλλαγές στο λιανικό εμπόριο στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα – Ευφροσύνη Ρούπα και Ευάγγελος Χεκίμογλου
Στην έρευνα αυτή εξετάζουμε τη μετάβαση από το «παραδοσιακό παντοπωλείο» στις σύγχρονες μορφές πώλησης που βασίζονται στην αυτοεξυπηρέτηση του καταναλωτή σε μεγάλα, οργανωμένα σε διαμερίσματα, καταστήματα τύπου «σούπερ μάρκετ». Συγκεκριμένα, ορίζουμε τη μετάβαση αυτή ως τη διαδικασία επικράτησης των βασικών χαρακτηριστικών που διέπουν τα σούπερ μάρκετ σε ολόκληρο τον κλάδο του λιανικού εμπορίου τροφίμων, διαδικασία που είναι ταυτόσημη με την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης του κλάδου πάνω στη μικρή οικογενειακή επιχείρηση.
Για το «σούπερ μάρκετ», που εμφανίστηκε και εδραιώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στην περίοδο του Μεσοπολέμου, έχουν διατυπωθεί ποικίλοι ορισμοί, αλλά χάριν συντομίας θα αναφερθούμε στις κύριες συστατικές έννοιες:[1] (α) Μεγάλο μέγεθος καταστήματος. (β) Ενιαία ιδιοκτησία του καταστήματος. (γ) Μεγάλος όγκος πωλήσεων. (δ) Πώληση τυποποιημένων προϊόντων. (ε) Καταμερισμός των προϊόντων σε ξεχωριστά διαμερίσματα. (στ) Διευθέτηση των εμπορευμάτων κατά τρόπο που να επιτρέπει την πρόσβαση του πελάτη σε αυτά και την εκ μέρους του επιλογή. (ζ) Αυτοεξυπηρέτηση του πελάτη. (η) Μείωση του λειτουργικού κόστους λόγω της αυτοεξυπηρέτησης. (θ) Επιθετική πολιτική αγορών, δηλαδή εξαναγκασμός των προμηθευτών σε μεγάλες εκπτώσεις υπό την απειλή αποκλεισμού τους από τη λιανική αγορά. (ι) Προσπελασιμότητα αυτοκινήτων και συγκεκριμένα επαρκής χώρος στάθμευσης για μεγάλο αριθμό πελατών.
Όπως θα διαπιστωθεί στη συνέχεια, στην Ελλάδα αρκετά από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά παρουσιάστηκαν, αν και αποσπασματικά, από τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε και λειτούργησαν σε κεντρική θέση στην Αθήνα μεγάλα παντοπωλεία ενιαίας ιδιοκτησίας, χωρισμένα σε διαμερίσματα, τα οποία εξυπηρετούσαν μεγάλο αριθμό πελατών.
Στην παρούσα μελέτη ως «παραδοσιακό παντοπωλείο» ορίζουμε το μικρό κατάστημα, συνήθως με έναν ή και περισσότερους πωλητές, που διαθέτει στο κοινό βασικά τρόφιμα, ποτά και είδη πρώτης ανάγκης. Η λέξη παντοπωλείο χρησιμοποιήθηκε στην ελληνική για να αντικαταστήσει την τουρκογενή λέξη «μπακάλικο» και η λέξη παντοπώλης για να αντικαταστήσει την αντίστοιχη λέξη «μπακάλης» (bakkal)[2] ̇ η τελευταία στην ελληνική απαντά συχνά ως «βακάλης» και «πακάλης», με την τροπή του «μπ» σε «β» ή «π».[3]
Ελληνικές πηγές των μέσων του 19ου αιώνα δίνουν έμφαση στα παστά ψάρια, το λάδι και τις ελιές ως εμπορεύματα προσδιοριστικά του επαγγέλματος του μπακάλη. Ένα δημοτικό άσμα από την Αδριανούπολη λέει:[4]
-Καλή μάνα πάντρεψέ με, σπιτονοικύρεψέ με.
-Να σε δώσω μπακαλάκι, όμορφο παλικαράκι.
-Καλή μάνα δεν τον θέλω, γιατί πέφτω και πεθαίνω.
Δεν τον παίρνω τον μπακάλη, που βρωμάει ελιές και λάδι.
Στο θεατρικό έργο του Αγγέλου Βλάχου «Η κόρη του παντοπώλου» (1865), ο ήρωας παντοπώλης δίνει έμφαση σε ένα συγκεκριμένο στοιχείο της επαγγελματικής του καθημερινότητας: Την πώληση σαρδέλας από το βαρέλι, το ζύγισμά της και την περιτύλιξη σε χαρτί από εφημερίδες και βιβλία, μια εργασία που ασφαλώς θα άφηνε χαρακτηριστική οσμή.[5]
Ανάλογη εντύπωση για τους παντοπώλες έχει και ο Κοραής:
Ο Σαλγαμάριος, λέξις κοινή εις τους Γραικορωμαίους, (από των Ρωμαίων το Salgamarius), εσήμαινε τον πωλούντα Λάχανα, Γογγύλια, Αγγούρια, και άλλα τοιαύτα, ταριχευμένα εις οξείδιον, να φυλάσσωνται εις χρήσιν. (…) όθεν και τα Γλωσσάρια λέγουν παντοπώλης (…) Salgamarius. Είναι λοιπόν ο παντοπώλης ή σαλγαμάριος, τον όποιον σήμερον ονομάζομεν βακάλην. Πρόσθες ότι και οι Τούρκοι τα ταριχευμένα με οξείδιον και σίνηπι γογγύλια, από τους Γραικορωμαίους λαβόντες, ονομάζουν Σαλγάμ.[6]
Προς το τραγούδι της Αδριανούπολης και την ερμηνεία του Κοραή πλησιάζει η σημασία που είχε (τουλάχιστον) τον 19ο αιώνα η λέξη bakkal στην αραβική γλώσσα, δηλαδή πωλητής λαδιού και τουρσιού.[7] Ο Πασπάτης γνώριζε την αραβική προέλευση της λέξης bakkal, δίνει όμως μία διαφορετική ερμηνεία για το περιεχόμενό της: «Πωλητής λαχανικών, μυροπώλης, φαρμακοπώλης. Η λέξις είναι αραβική».[8]
Ξένοι που επισκέφθηκαν το οθωμανικό κράτος στα μέσα του 19ου αιώνα επεξηγούν τη λέξη bakkal ως grocer,[9] που σημαίνει τον πωλητή τροφίμων, αλλά και ως chandler,[10] που σημαίνει τον πωλητή κεριών και σαπουνιού. Ακριβώς την τελευταία ερμηνεία δίνει και το αγγλοτουρκικό λεξικό του Redhouse.[11] Άλλη ξένη πηγή ερμηνεύει τον όρο ως «λιανοπωλητή, που πουλά καφέ, ζάχαρη, αλάτι, αποξηραμένα φρούτα, κεριά, σαπούνι, καύσιμη ξυλεία και κάρβουνο κ.λπ.»,[12] και τέλος άλλη ως εκείνον που ασκεί «γενικό εμπόριο και πωλεί λαχανικά, αποξηραμένα φρούτα, και όλα όσα πωλούνται στην Αγγλία από τους λαδεμπόρους».[13]
Η πολυσημία του όρου μας οδηγεί στην υπόθεση ότι αυτός προσλάμβανε τη σημασία του σε κάθε τόπο ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούσαν. Κάθε αγροτική κοινότητα επιβίωνε με βάση τα προϊόντα που παρήγε, αλλά τα προϊόντα κάθε τόπου δεν ήταν τα ίδια. Ο μπακάλης ήταν εκείνος που, μέσα σε μια οικονομία σχετικής αυτάρκειας, παρείχε εμπορεύματα που δεν παράγονταν επιτοπίως. Συνεπώς, οι μπακάληδες δεν πουλούσαν παντού τα ίδια προϊόντα, και γι’ αυτό ο ορισμός του επαγγέλματος διέφερε από τόπο σε τόπο.
Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στην άσκηση του επαγγέλματος σε αστικό περιβάλλον.
Οι μεταβυζαντινές ιστορικές πηγές που αφορούν τη Θεσσαλονίκη, το μεγαλύτερο αστικό κέντρο του οθωμανικού κράτους στο ευρωπαϊκό έδαφος μετά τη βασιλεύουσα,[14] παραδίδουν τη συνεχή ύπαρξη του επαγγέλματος του μπακάλη τουλάχιστον από το 1478, οπότε καταγράφονται στην πόλη 17 μουσουλμάνοι μπακάληδες, αλλά κανείς χριστιανός.[15]
Το 1500 καταγράφονται τρεις μόνον μουσουλμάνοι μπακάληδες και κανείς χριστιανός[16] αλλά ο μειωμένος αριθμός μπορεί να οφείλεται στον τρόπο αναγνώρισης των φορολογουμένων και όχι στην πραγματικότητα. Το 1568 καταγράφονται έξι μουσουλμάνοι μπακάληδες (εκ των οποίων οι τρεις στη συνοικία Tarakcıoğlu, κοντά στην Πύλη του Βαρδάρη), ένας Ασκεναζίμ εβραίος και ένας χριστιανός στην Αχειροποίητο.[17] Αλλά και πάλι ο μειωμένος αριθμός μπορεί να οφείλεται στον ίδιο λόγο.
Αντίθετα, στο λογιστικό κατάστιχο της ελληνικής κοινότητας των ετών 1792-1796, στο τμήμα που καταγράφει φορολογικές υποχρεώσεις για την εξόφληση του σωρευμένου κοινοτικού χρέους, αναφέρεται μία επαγγελματική ομάδα με την ονομασία «μπακάληδες ήνωμένοι», με άγνωστο αριθμό μελών, και μια δεύτερη με την ονομασία «μπακάληδες όπου δεν ήνώθησαν», με εννέα εγγραφές.[18] Πιθανώς η πρώτη ομάδα αποτελούσε κάποια μορφή συντεχνίας ή συνεταιρισμού[19] και η δεύτερη περιέλαβε όσους δεν επιθυμούσαν να ενταχθούν σε αυτήν. Οι «ήνωμένοι μπακάληδες» χρεώθηκαν με 7.116 γρόσια, ενώ οι εννέα μεμονωμένοι με 1.540 γρόσια.[20]
Λαμβάνοντας υπόψη τα συνολικά ποσά που χρεώθηκε κάθε ομάδα, και αν θεωρήσουμε ότι η κατά κεφαλή επιβάρυνση (και άρα η φοροδοτική δυνατότητα) της πρώτης ομάδας ήταν ίση με της δεύτερης, προκύπτει το συμπέρασμα ότι το σύνολο των χριστιανών μπακάληδων της Θεσσαλονίκης ήταν περί τους 45. Κανείς δεν ήταν πλούσιος, και μάλιστα ανάμεσά τους περιλαμβάνονταν και υπάλληλοι,[21] αλλά δεν έχουμε σαφέστερη εικόνα διότι ελάχιστοι από τους εγγεγραμμένους μπακάληδες πλήρωσαν τελικώς την οφειλή τους.
Στο φορολογικό κατάλογο του χριστιανικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης του 1830-35 αναφέρονται 62 χριστιανοί μπακάληδες, από τους οποίους οι 17 ανήκαν στην ανώτερη φορολογική κατηγορία, οι 35 στη μεσαία και 7 μόνον στην τρίτη και κατώτερη (3 επιπλέον απαλλάχθηκαν από το φόρο). Οι 22 από τους 62 ήταν νέοι στην πόλη.[22]
Τέλος, στο κατάστιχο του στρατολογικού αντισηκώματος του 1865, καταγράφονται 47 χριστιανοί «βακάληδες», εκ των οποίων: 9 στο «ισνάφι μεγάλων βακάληδων», 3 μεμονωμένοι «μεγάλοι βακάληδες», 9 στο «ίσνάφι των μεγάλων βακάληδων πού έμειναν έξω», 25 ακόμη συσσωματωμένοι ως «μικροί βακάληδες» και ένας μεμονωμένος βακάλης.[23]
Από τα παραπάνω προκύπτει μία σαφής, αν και όχι ευεξήγητη, εικόνα διαφορισμού των μπακάλικων αλλά και σχετικής σταθερότητας στον αριθμό τους μέσα στην ορθόδοξη χριστιανική κοινότητα της Θεσσαλονίκης, περίπου ένας μπακάλης ανά 150 άτομα.
Μεταξύ 91 γεδικίων[24] που εντοπίστηκαν στο κτηματολογικό υλικό που συντάχθηκε μετά την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης το έτος 1917 απαντούν και τέσσερα γεδίκια μπακάληδων, ένδειξη ότι η άσκηση του επαγγέλματος υπέκειτο σε περιορισμούς, οι οποίοι ενδέχεται και να εξηγούν τη σχετική σταθερότητα του αριθμού των επαγγελματιών. Τα γεδίκια αυτά αντιστοιχούν στις εξής τοποθεσίες και αφορούν χώρους με τα αντίστοιχα εμβαδά: (α) Σημερινή οδός Βενιζέλου έναντι του Μπεζεστενίου 17τμ. (β) Στο ίδιο σημείο, άλλο γεδίκιο 57 τμ. (γ) Στο Λουτρό της Αγοράς (Yahudi Hamamι), δίπλα στη συναγωγή Χασσίδ, 48τμ. (δ) Δίπλα στον Άγιο Αθανάσιο 75τμ. Όλα αυτά τα καταστήματα ήταν βακουφικές ιδιοκτησίες. Ειδικώς στο Λουτρό της Αγοράς βακουφικό ήταν και το γεδίκι, που ανήκε στην εβραϊκή κοινότητα.[25]
Από τα παραπάνω δεδομένα υποπτευόμαστε ότι στα τέλη του 19ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη τα μπακάλικα ήταν μικρά. Την ίδια εποχή, στην πρωτεύουσα του ελεύθερου ελληνικού κράτους σημειώνεται η δημιουργία μεγάλων παντοπωλείων σε κεντρικές περιοχές, τα οποία διέθεταν εντυπωσιακή ποικιλία εμπορευμάτων. Την έναρξη μιας νέας εποχής στα καταστήματα τροφίμων στον ελλαδικό χώρο σηματοδοτεί η ίδρυση του «μεγαλοπαντοπωλείου» του Παναγιώτη Θανόπουλου, στην Αθήνα.

Αθήνα, 1910. Το εσωτερικό του εδωδιμοπωλείου του Π. Θανόπουλου στην οδό Αιόλου 153. Το κατάστημα είχε προκαλέσει τον θαυμασμό για τον μοντέρνο τρόπο λειτουργίας, την αισθητική, την καθαριότητα, την ποικιλία και τη συμπεριφορά, αλλά και την εμφάνιση του προσωπικού.
Ιδρύθηκε ως «άπλουν μπακάλικον» το 1877, αρχικά στη Βαρβάκειο, ενώ το 1883 μεταφέρθηκε σε κεντρικότερο σημείο, στην οδό Αιόλου 79.[26] Το κτίριο ήταν διώροφο· στο δεύτερο όροφο κατοικούσε ο επιχειρηματίας. Το 1903, μετά από πυρκαγιά που ξέσπασε στο υπόγειο, το κατάστημα καταστράφηκε, αλλά σύντομα αποκαταστάθηκε. Εξωτερικά, διατηρήθηκε το κέλυφος των δύο ορόφων, ενώ στο εσωτερικό ο δεύτερος όροφος καταργήθηκε. Λόγω του ύψους του εσωτερικού χώρου το κατάστημα δημιουργούσε την αίσθηση του μεγαλειώδους. Στις πηγές της εποχής περιγράφεται ως «αχανές», «Αμερικανικώτατον κατάστημα» και «πρωτοφανές» για τα δεδομένα της Αθήνας. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη περιγραφή της εφημερίδας Σκριπ, το 1903:
Τουλάχιστον δύο χιλιάδες κουτιά φαρίνας Νεστλέ… τρεις έως τέσσαρες χιλιάδες κουτιά σαρδέλλες. Χίλιους αστακούς. Χίλια μπουκαλάκια Μποβρίλ [:τονωτικό ρόφημα]. Πέντε χιλιάδες μπουκάλια πίκλες και άλλα τουρσιά. Εκατομμύριον ολόκληρον πακέτων μικρών και μεγάλων, από τα μικροσκοπικά των 20 λεπτών έως τα κολοσσιαία σαν ογκόλιθοι, μουστάρδας. Άλλος σωρός παρέκει μπουκαλιών με μουστάρδα. Δεξαμεναί που θα τας εζήλευαν και τα θωρηκτά μας με λάδι. Βαρέλια με βούτυρα. Τενεκέδες με βούτυρα ευρωπαϊκά…,[27]
Ο Θανόπουλος οργάνωσε το κατάστημά του σε τμήματα: Διέθετε τμήμα αποικιακών, τμήμα στερεών τροφίμων, τμήμα οσπρίων και τμήμα ρευστών, δηλαδή τροφίμων που περιείχαν υγρά. Ιδιαίτερη μέριμνα είχε δοθεί για την προβολή των προϊόντων. Σε εκείνο το σημείο του τοίχου όπου πριν από την πυρκαγιά βρισκόταν το πάτωμα του δευτέρου ορόφου, διαμορφώθηκε περιμετρικά ένας εξώστης. στον οποίον ήταν τοποθετημένα διάφορα εμπορεύματα. Γράφει το Σκριπ: «Όλα αυτά [τα χίλια και πλέον είδη] φαντασθήτε τα εις σωρούς με γεωμετρικά σχήματα, με πυραμίδας, με κώνους, με τετράγωνα, παρατεταγμένα ταξινομημένα κατ’ είδος, μέγεθος, χρώμα, με ζηλευτήν τάξιν».[28]
Το σύστημα που εισήγαγε στην αθηναϊκή αγορά ο Θανόπουλος στηρίζονταν στο συνδυασμό διαφόρων καινοτομιών: στην τυποποίηση της τιμής και της ποσότητας του εμπορεύματος καθώς και της εμπορικής συναλλαγής, στην οργάνωση του χώρου, στην ευγένεια και την καθαριότητα. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών ήταν η τυποποιημένη συσκευασία. Όπου αυτό ήταν δυνατόν, όπως για παράδειγμα στα όσπρια και στα ζυμαρικά, προϊόντα που ο επιχειρηματίας παραλάμβανε χύμα από τη χονδρική, αυτός τα συσκεύαζε και τα πωλούσε όχι «πλέον χύμα, όπως όλα τα μπακάλικα, αλλά συσκευασμένα εις ωραιότατα πακέτα, δεμένα και ζυγισμένα», σε διάφορες τυποποιημένες ποσότητες «των ἑκατό δραμίων μέχρις ὀκάν. Ἕτσι θὰ πωλῇ κάθε πρᾶγμα ποὺ φέρεται ἐν τῷ ἐμπορίῳ εἰς χῦμα».[29]
Ο οξυδερκής αρθρογράφος του Σκριπ δεν περιορίζεται στην περιγραφή του καταστήματος νέου τύπου που τον εντυπωσιάζει, αλλά αντιλαμβάνεται ότι κάτι καινούργιο γεννιέται από αυτό στον τομέα της λιανικής πώλησης τροφίμων. Ο νέος τύπος καταστήματος δεν αφορά μόνον τον τρόπο συσκευασίας και πώλησης αλλά εκφράζεται με την αντίθεση ανάμεσα στην καθαριότητα και τη «βρομιά» των παλιών μπακάλικων, ανάμεσα στο καινούργιο και το παλιό, ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ανατολή.
«Δὲν εἶναι πολὺ μακρὰν […] ἡ ἐποχή ποὺ […] τὰ παντοπωλεῖα ἦσαν τὰ βρωμερὰ καὶ ἀκαλαίσθητα ἐκεῖνα “μπακάλικα” καὶ αἱ Ἀθῆναι ὑπὸ ἔποψιν παντοπωλείων ἦσαν ἡ στασιμωτέρα πόλις τῆς Ἀνατολῆς. Τὰ βρωμερὰ καὶ σκωληκόβρωτα ράφια τῶν μπακάλικων μετεβλήθησαν εἰς κομψὰς καὶ ἀπαστράπτουσας ἐκ καθαριότητος βιτρίνας, τὸ μπακαλόπουλο μὲ τὴν παροιμιώδη ἀπλυσιάν του μετεμορφώθη εἰς λευκοφορεμένον, εὐγενή τοὺς τρόπους πωλητήν, ἡ σέσουλα ἔπαυσε νὰ χρησιμεύῃ πλέον, ὑποχωρήσασα εἰς τὸ εὐρωπαϊκόν σύστημα τοῦ νὰ δίδωνται συσκευασμένα τὰ παντοπωλειακὰ εἴδη μέσα εἰς ὡραίας καὶ κομψὰς χαρτοσακούλας». Οι τιμές ήταν προκαθορισμένες («prixfix»). «Κάθε τενεκές, κάθε μπουκάλι, κάθε κεφάλι τυρί, κάθε πακέτο ἔχει ἕνα χαρτάκι μὲ τὴν τιμήν του. Πάει ἡ μπαλάντζα, ἡ ζυγαριά, καὶ ἡ σέσουλα καὶ τὸ κατοστάρι καὶ [οἱ] συμφωνίες».[30]
Ο Θανόπουλος είχε μιμητές, τουλάχιστον ως προς το μέγεθος του καταστήματός του. Επειδή σπάνια μπορούσε να βρεθεί ένας μεγάλος ενιαίος χώρος, συχνά οι παντοπώλες καταλάμβαναν τα όμορα καταστήματα, όταν εκκενώνονταν από τους προηγούμενους χρήστες.[31] Το 1930 καταγράφτηκαν στην Ελλάδα περίπου 30.300 παντοπωλεία, συμπεριλαμβανομένων καταστημάτων εγχωρίων, μπαχαρικών, αλιπάστων και αποικιακών, τα οποία συνολικώς απασχολούσαν 39.200 άτομα. Από αυτά, τα 143 καταστήματα απασχολούσαν 6-25 άτομα και τρία καταστήματα πάνω από 26 άτομα.[32]
Είναι ενδιαφέρον το συγκριτικό δεδομένο ότι οι απασχολούμενοι στην ελληνική βιομηχανία τροφίμων ήταν το 1928 μόνον 12.000 άτομα, δηλαδή λιγότερο από το ένα τρίτο των απασχολουμένων στο εμπόριο τροφίμων.[33]
Στη διάρκεια της επόμενης 50ετίας (1930-1978) ο αριθμός των μονάδων αυξήθηκε κατά 25%, ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων κατά 67%. Η ταχύτερη αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων προήλθε κυρίως από τα μικρά παντοπωλεία και λιγότερο από τα μεγάλα, τα οποία συμμετείχαν μόνον κατά 9% στην αύξηση της απασχόλησης.[34]
Αντίθετα, η πενταετία 1979-1984, στη διάρκεια της οποίας εμφανίζονται οι πρώτες συνέπειες της ένταξης στην ΕΟΚ (κυρίως η μείωση της δασμολογικής προστασίας της εγχώριας παραγωγής), φαίνεται ότι υπήρξε καταλυτική σε ό,τι αφορά τη μείωση της απασχόλησης στον εξεταζόμενο κλάδο. Ενώ οι μονάδες ελαττώθηκαν κατά 10%, οι απασχολούμενοι μειώθηκαν κατά 25%. Η διαφορά αυτή αφορά τα παντοπωλεία και εξηγείται πρωτίστως από τον περιορισμό του προσωπικού τους και την αποχώρηση συνεταίρων σε ρυθμό μεγαλύτερο από το κλείσιμο καταστημάτων. Αντίθετα, στην ίδια πενταετία η απασχόληση στα μεγάλα καταστήματα διογκώθηκε κατά 150%, ενώ ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 26%.[35] Είναι η φάση της ανάπτυξης των μεγάλων καταστημάτων (των ελληνικών «σούπερ μάρκετ»), τόσο ως προς τον αριθμό τους όσο ως προς το μέσο μέγεθός τους (από 8 σε 16 απασχολούμενους περίπου κατά μέσον όρο· βλ. Πίνακα 1).
Ο ρυθμός μείωσης της απασχόλησης στα παντοπωλεία ανασχέθηκε στην επόμενη τετραετία 1985-1988. Όμως, στην ίδια περίοδο (κατά την οποία ασκήθηκε δημοσιονομική πολιτική περιστολής της ζήτησης) ελαττώθηκε σημαντικά (κατά 20% περίπου) ο αριθμός των παντοπωλείων. Αντίθετα, τα μεγάλα καταστήματα συνέχισαν να αυξάνονται και στην τετραετία 1985-1988 ξεπέρασαν τα χίλια, με 17.000 εργαζομένους.[36]
Στη φάση αυτή έκλεισαν ένα στα πέντε παντοπωλεία, προφανώς τα μικρότερα (μέση απασχόληση 1,68 άτομα από 1,41). Αντίθετα, τα μεγάλα παντοπωλεία αυξήθηκαν, αλλά το μέσο μέγεθός τους σταθεροποιήθηκε στα 16 άτομα περίπου). Αυτό ήταν το αποτέλεσμα του ανταγωνισμού ανάμεσα στις δύο κατηγορίες καταστημάτων.

Παραδοσιακό ελληνικό παντοπωλείο στην Αρκαδία. Φωτογραφία του Ελβετού Wolfgang Bernauer, 1983. Διακρίνεται η παλιά ζυγαριά, τα ξύλινα ράφια γεμάτα με κονσέρβες, μπουκάλια και άλλα είδη πρώτης ανάγκης, στοιχεία χαρακτηριστικά των μπακάλικων του παρελθόντος.
Συνοπτικά, στη δεκαετή περίοδο 1979-1988 τα παντοπωλεία μειώθηκαν από 38.000 περίπου σε 27.500, ενώ οι απασχολούμενοι στον κλάδο από 62.000 περίπου σε 46.000. Αντίθετα, τα μεγάλα καταστήματα υπερδιπλασιάστηκαν σε αριθμό και η απασχόληση σε αυτά τετραπλασιάστηκε (βλ. Πίνακα 1). Σε ό,τι αφορά τη συνολική απασχόληση στον κλάδο στην εξεταζόμενη κρίσιμη δεκαετή περίοδο, αυτή μειώθηκε μόνον 5%, γεγονός που οφείλεται στον τετραπλασιασμό των εργαζομένων στα μεγάλα καταστήματα.
Μια άλλη μεγάλη μεταβολή που συνδέθηκε με τις εξελίξεις που αναφέρθηκαν αφορούσε τη μισθωτή εργασία. Το 1930 το 87% των απασχολουμένων στον κλάδο ήταν ιδιοκτήτες και συμβοηθούντα μέλη και μόνο το 13% μισθωτοί. Στην πεντηκονταετία 1930-1978 δεν υπήρξε ποσοστιαία αύξηση της μισθωτής εργασίας στο σύνολο της απασχόλησης, αφού το 1978 μόνον το 12% των απασχολουμένων στον κλάδο ήταν μισθωτοί (στα επίπεδα δηλαδή του 1930). Αντίθετα, μέσα στην κρίσιμη δεκαετία 1979-1988 το ποσοστό των μισθωτών του κλάδου έφτασε το 31%. Παρόλα αυτά, η μεγάλη πλειονότητα των εργαζόμενων στον κλάδο εξακολουθούσαν να είναι ιδιοκτήτες και συμβοηθούντα μέλη των οικογενειών τους. (Βλ. Πίνακα 2).
Όπως δείχνουν οι αριθμοί που προαναφέρθηκαν, η μικρή οικογενειακή επιχείρηση διατήρησε την κυρίαρχη θέση της μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, ενώ στη συνέχεια η τυπική κεφαλαιοκρατική επιχείρηση αναπτύχθηκε ταχύτερα και κατέλαβε μεγάλο μέρος της αγοράς. Αν μάλιστα διαθέταμε στοιχεία πωλήσεων, πιθανότατα το μερίδιο των μεγάλων καταστημάτων στα τέλη της δεκαετίας του 1980 να ήταν υψηλότερο από αυτό που προκύπτει με βάση την απασχόληση.
Από το 1988 και μετά η εξέλιξη ήταν ακόμη ταχύτερη. Η στατιστική του 2001 αναφέρει (στον κωδικό 5211 που αντιστοιχεί σε μη εξειδικευμένα καταστήματα τροφίμων) 19.610 μονάδες με 71.512 απασχολούμενους, εκ των οποίων οι 42.632 μισθωτοί.[37] Παρά τη μείωση του αριθμού των μονάδων υπήρξε τριπλασιασμός των μισθωτών από το 1988, με αποτέλεσμα την επικράτηση της μισθωτής εργασίας στον κλάδο. Ο μισθωτός δεν ήταν πλέον το συμπλήρωμα του ιδιοκτήτη, αλλά ο κύριος συντελεστής των πωλήσεων.
Το μικρό παντοπωλείο παρουσίαζε (και θεωρητικώς παρουσιάζει) δύο βασικά πλεονεκτήματα: (α) Την εργασιακή ευελιξία, που στηρίζεται στο πλεόνασμα εργατικής δύναμης στο εσωτερικό της οικογένειας. (β) Την εγγύτητα με την κατοικία του πελάτη.
Από την πλευρά του καταναλωτή προσιδιάζει στην αγορά μικρών ποσοτήτων που επαναλαμβάνεται συχνά, ίσως και καθημερινά, στο πλαίσιο ενός διατροφικού προγραμματισμού μικρής διάρκειας και σε μία οργάνωση της καθημερινότητας που δεν βασίζεται στη χρήση του ιδιωτικού αυτοκινήτου. Οι παράγοντες αυτοί ερμηνεύουν ίσως την μακρά αντοχή του μικρού παντοπωλείου μέσα στο χρόνο. Εξεταστέοι, λοιπόν, είναι οι παράγοντες που ευνόησαν την ταχεία υποχώρηση του παντοπωλείου απέναντι στο μεγάλο κατάστημα στη συγκυρία 1979-1988.
Μία σημαντική παράμετρος υπήρξε ο διπλασιασμός του όγκου των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων από τις χώρες της Ε.Ε. ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την ένταξη της Ελλάδας (1981-1985)[38] χάρη στην κατάργηση των περιορισμών, μεταβολή που μετουσιώθηκε σε αύξηση των πωλήσεων αλλοδαπής προέλευσης τυποποιημένων τροφίμων από μεγάλα καταστήματα, σε βάρος των παραδοσιακών χύμα τροφίμων που πουλούσαν τα παντοπωλεία.
Η επικράτηση του μεγάλου καταστήματος συνδέεται και με ένα μοναδικό φαινόμενο στην ελληνική οικονομική ιστορία, τη συνεχή αύξηση του πραγματικού οικογενειακού εισοδήματος. Σύμφωνα με την ΕΣΥΕ, το μέσο οικογενειακό εισόδημα αυξήθηκε στις αστικές περιοχές της χώρας κατά 66% σε πραγματικές τιμές στο χρονικό διάστημα 1958-1968.[39] Ωστόσο, η μέση οικογενειακή διατροφική κατανάλωση δεν ακολούθησε την ίδια αυξητική πορεία. Μάλιστα, η κατανάλωση ορισμένων νωπών ειδών μειώθηκε, όπως του ψωμιού, του ρυζιού, του βοδινού, μοσχαρίσιου και αρνίσιου κρέατος, των νωπών ψαριών, του ξερού μπακαλιάρου, του βουτύρου, των ελιών, του φρέσκου γάλατος και του γιαουρτιού, των οσπρίων, των γεωμήλων, των φρέσκων λαχανικών και των εσπεριδοειδών.
Αυξήθηκε όμως η κατανάλωση των φρυγανιών, των πουλερικών, του κατεψυγμένου κρέατος και των κατεψυγμένων ψαριών, του γάλακτος σε κουτί και άλλων συσκευασμένων τροφίμων, καθώς και του μαλακού τυριού, των αυγών και των φρούτων.[40]
Η συσκευασία στα τρόφιμα αρχίζει την ίδια εποχή να ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για τον πωλητή και τον καταναλωτή, κεφάλαιο που ευνοούσε ιδιαίτερα τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων: Το αλεύρι άρχισε να πωλείται συσκευασμένο από το 1963, οι φρυγανιές από το 1967, όπως και το ψωμί, ενώ από τη δεκαετία του 1970 τα ημιέτοιμα γεύματα και τα κατεψυγμένα τρόφιμα μπαίνουν στη ζωή των Ελλήνων, μαζί με τα διατηρημένα, όπως οι κύβοι, τα ζελέ, τα γαριδάκια και τα πατατάκια.[41]
Μεγάλη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης εκδηλώθηκε και στην περίοδο από το 1995 ως το 2000, οπότε και η δαπάνη για την κατανάλωση τροφίμων από τα νοικοκυριά αυξήθηκε κατά 51%.[42] Είναι ακριβώς η περίοδος που συμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, με την επικράτηση των μεγάλων καταστημάτων και της μισθωτής εργασίας στον κλάδο λιανικής πώλησης τροφίμων.
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα «μεγάλα καταστήματα» που αναφέρουν οι στατιστικές στην πλειονότητά τους δεν ήταν σούπερ μάρκετ, αλλά κλασικού τύπου καταστήματα τροφίμων, με μεγάλη ποικιλία εμπορευμάτων, πολύ προσωπικό αλλά παραδοσιακή οργάνωση. Αντίθετα, ένα από τα πρώτα τέσσερα σούπερ-μάρκετ που άνοιξε στην οδό Πατησίων το 1963 η εταιρεία «Μαρινόπουλος» είχε προσωπικό μόνον τέσσερα άτομα.[43]
Στον Τύπο της εποχής αντανακλάται η σύγχυση εννοιών και λέξεων. Μια από τις ερωτήσεις που έθεσε δημοσιογράφος εξειδικευμένου περιοδικού στον πρόεδρο της προαναφερθείσας εταιρείας αφορούσε τη διαφορά μεταξύ σελφ σέρβις και σούπερ μάρκετ. «Ἡ διαφορά βρίσκεται στόν χῶρο», απάντησε εκείνος. «Τά καταστήματα ἄνω τῶν 200 τετραγωνικῶν μέτρων λέγονται σοῦπερ μάρκετ, ἐνῶ τά μικρότερα εἶναι τά σελφ σέρβις. Φυσικά, το σοῦπερ μάρκετ εἶναι καί σελφ σέρβις ταυτοχρόνως».[44]
Μέχρι το 1966 είχαν ιδρυθεί επτά σούπερ μάρκετ και αυτά μόνον στην Αθήνα. Η λειτουργία τους προκάλεσε την αγωνιώδη αντίδραση των παραδοσιακών καταστημάτων.
Διαλυόμεθα! Αὐτή ἡ κραυγή ἀγωνίας προέρχεται ἀπό τά 6.000 μπακάλικα τῆς περιφερείας Ἀθηνῶν. Αἰτία, τά «σοῦπερ-μάρκετ», ὅπως λέγονται διεθνῶς, ἤ ὑπεραγορές, ἄν θέλουμε να μεταφέρουμε τόν ὅρο στά ἑλληνικά. «Πληροφορούμεθα -μᾶς λέει ὁ πρόεδρος τῆς ὁμοσπονδίας παντοπωλῶν- ὅτι έκτός ἀπό τίς ἑπτά πού λειτουργοῦν ἤδη στήν περιφέρεια Ἀθηνῶν, ἄλλοι πέντε χῶροι ἐτοιμάζονται γιά τή λειτουργία ἰσάριθμων ὑπεραγορῶν. Διαθέτουν πολλές δυνατότητες καί μεγάλα κεφάλαια. Τά μικρά καταστήματα δέν εἶναι δυνατόν ν’ ἀντιμετωπίσουν τόν συναγωνισμό». Ἔγιναν μ’ αὐτό τό πνεῦμα διαβήματα στὀ ὑπουργεῖο Ἐμπορίου ἀπό τους παντοπῶλες καί θά γίνουν καί ἄλλα. Έπισημαίνεται ἰδίως ἡ εἰσβολή τοῦ ξένου κεφαλαίου, διότι μία τουλάχιστον ἐπιχείρηση πού ὀργανώνει δίκτυο τέτοιων καταστημάτων στήν Ἀθήνα ἐνισχύεται μέ ξένα κεφάλαια καί γιά τήν ἀκρίβεια γαλλικά. Πῶς ὁμως μπορεῖ νά σταματήση κανείς τήν ἐξέλιξη; Τά σοῦπερ-μάρκετ ἔχουν κατακτήσει ὅλο σχεδόν τόν κόσμο καί εἰσβάλλουν μέ καθυστέρηση μισοῦ περίπου αἰῶνος στήν Ἑλλάδα. Ὅλα δείχνουν ὅτι ἡ ἐπικράτησή τους θα εἶναι ἀκαριαία.[45]
Δώδεκα χρόνια αργότερα είχε αποδειχτεί ότι η επικράτηση δεν ήταν «ἁκαριαία» και ότι θα χρειαζόταν αρκετό δρόμο ακόμη. Σε δημόσια διαμαρτυρία των παντοπωλών το έτος εκείνο καταγράφεται μια σειρά προβλημάτων, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα σούπερ μάρκετ. Τα κυριότερα προβλήματα ήταν οι λαϊκές αγορές και οι πλανόδιοι, που αποσπούσαν πελάτες από τα παντοπωλεία με τον αθέμιτο ανταγωνισμό τους, τα χαμηλά ποσοστό κέρδους τα οποία καθόριζε αυθαίρετα το κράτος χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη φύρα των χύμα προϊόντων, το ωράριο λειτουργίας που καθόριζε επίσης το κράτος και η παντελής έλλειψη τραπεζικών πιστώσεων.[46] Ωστόσο, παρά τα προβλήματα, το μικρό παντοπωλείο εξακολουθούσε να είναι κυρίαρχο.
Από την άλλη πλευρά, το «σελφ σέρβις» δεν ήταν μόνο ένα σύστημα λειτουργίας των καταστημάτων, αλλά και ένα ιδεολογικό προϊόν της εποχής. Στην ορολογία των υπευθύνων μάρκετινγκ και δημοσίων σχέσεων της εποχής, ο αγοραστής αναγορευόταν σε «καταναλωτή» και η απουσία πωλητή που θα τον εξυπηρετούσε ονομαζόταν «ελευθερία επιλογής» του καταναλωτή. Επίσης, η αναζήτηση των προϊόντων στα ράφια ονομαζόταν «ελευθερία κίνησης» και «δυνατότητα ελέγχου» του προϊόντος. Με άλλα λόγια, η απλή διαδικασία αγοράς, περιβαλλόταν με στοιχεία από την πολιτική και την κοινωνική σφαίρα, ενώ η διαπροσωπική σχέση αγοραστή και παντοπώλη έπαυε να υπάρχει. Ο «καταναλωτής» εμφανιζόταν ως άρχων ενός αχανούς χώρου, ο οποίος του ανήκε και στον οποίο είχε την «ελευθερία κίνησης και επιλογής».[47]
Ιδεολογικά το σούπερ-μάρκετ αυτονομήθηκε σε βαθμό που το 1972 εκδόθηκε ένα περιοδικό με τίτλο «Ἡ Ἐπιθεώρησις Σέλφ Σέρβις» που απευθυνόταν, σύμφωνα με τους εκδότες της, σε καταστήματα σελφ σέρβις, σε σούπερ μάρκετ (αλλά και σε μεγάλα παντοπωλεία), όπως επίσης και στις βιομηχανικές και εμπορικές μονάδες ειδών παντοπωλείου.[48]
Τα πλεονεκτήματα των σούπερ μάρκετ ήταν ήδη αποκρυσταλλωμένα στη διεθνή βιβλιογραφία από τη δεκαετία του 1950[49] και γνωστά στον ελληνικό οικονομικό Τύπο από τη δεκαετία του 1960,[50] με κυριότερα τα εξής δύο: Από την άποψη της προσφοράς, το χαμηλότερο κόστος λειτουργίας (λόγω της αυτοεξυπηρέτησης του πελάτη), ενώ από την άποψη της ζήτησης, οι καλύτερες συνθήκες που παρείχαν τα καταστήματα αυτά στον πελάτη στη διάρκεια της αγοράς (άνεση κίνησης, αίσθηση ελεύθερης επιλογής του προϊόντος).
Ωστόσο, επειδή τα σούπερ μάρκετ ενσωμάτωναν χονδρεμπορικές λειτουργίες (όπως η μεταφορά και η αποθήκευση), η ίδρυση και η ανάπτυξή τους απαιτούσε μεγάλα κεφάλαια και ειδική τεχνογνωσία στην οργάνωσή τους, είδη δυσεύρετα τότε στην Ελλάδα.
Για την τοποθέτηση του θέματος μέσα στο ιστορικό του πλαίσιο θα πρέπει να αναζητήσουμε τις ειδικές μορφές που έλαβε η αντιπαράθεση πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων ανάμεσα στους δύο τύπους καταστημάτων. Η κυριότερη ειδική μορφή ήταν η προσπάθεια προσαρμογής των παντοπωλών στο πρότυπο του αντίπαλου δέους, δηλαδή η απόπειρα «μεταμόρφωσης» των παντοπωλείων σε σούπερ μάρκετ. Καθώς ο πήχης ήταν ακόμη χαμηλός (αφού χώρος 200 μέτρων θεωρείτο «σούπερ μάρκετ»), η αντίδραση των παντοπωλών εκδηλώθηκε με διάφορους αντανακλαστικούς τρόπους:
(α) Η μίμηση της οργάνωσης του χώρου των σούπερ μάρκετ και η καθιέρωση της αυτοεξυπηρέτησης ακόμη και σε λιλιπούτεια καταστήματα («μίνι-μάρκετ»).
(β) Η δημιουργία προμηθευτικών συνεταιρισμών παντοπωλών με σκοπό τη μείωση του κόστους.
(γ) Η «αλυσοποίηση» μικρών παντοπωλών με ενιαίο όνομα και κοινή κεντρική πηγή εφοδιασμού.
Η διατήρηση της ανεξαρτησίας των παντοπωλείων και η εξειδίκευσή τους, ανάλογα με τις ανάγκες της πελατείας τους, διατυπώθηκε ως θέση στις αρχικές φάσεις της αναμέτρησης ανάμεσα στις μορφές λιανικού εμπορίου,[51] και όπως δείχνουν τα στοιχεία που παραθέσαμε, αποτέλεσε τη στρατηγική μεγάλου αριθμού επαγγελματιών.
Οι προμηθευτικοί συνεταιρισμοί παντοπωλών με τη συνένωση των δυνάμεων πολλών μικρών παντοπωλείων πετύχαιναν ικανοποιητικές μειώσεις στις αγορές από τους προμηθευτές, επιτυγχάνοντας έτσι αποτέλεσμα ισοδύναμο με εκείνο των μεγάλων καταστημάτων. Το 1976 ο συνδικαλιστικός φορέας των συνεταιρισμών των παντοπωλών εκπροσωπούσε «60 παντοπωλειακές ἑταιρεῖες καί συνεταιρισμούς μέ 8.000 μέλη-παντοπῶλες».[52] Από αυτές σημειώνουμε εν είδει παραδείγματος δύο γνωστές «αλυσίδες».
Στη Θεσσαλονίκη αναπτύχθηκε (αρχικώς με τη μορφή καταναλωτικού συνεταιρισμού) ο «Καταναλωτής», που στη διετία 1964-1965 είχε κιόλας ιδρύσει τρία σούπερ μάρκετ, στην πλατεία Δικαστηρίων, στη Βασιλίσσης Όλγας και στην οδό Κασσάνδρου, «ἔνθα ὑπάρχει πυκνόν λαϊκόν καταναλωτικόν κοινόν».[53] Στην περίπτωση του «Αθηνά Μάρκετ», δημιουργήθηκε προμηθευτικός συνεταιρισμός με μεγάλη συμμετοχή παντοπωλών, ο οποίος δημιούργησε μία εξαιρετικά κερδοφόρα αλυσίδα σούπερ μάρκετ. Η δραστηριότητά του ανακόπηκε στη δεκαετία του 1990, λόγω της έλλειψης ενδιαφέροντος για διαδοχή στη διοίκηση του συνεταιρισμού και η αλυσίδα πουλήθηκε σε ιδιωτική εταιρεία.[54]
Συμπερασματικά: Η μετάβαση από το παντοπωλείο στα σούπερ μάρκετ είναι ταυτόσημη με τη συνάρθρωση δύο τρόπων οργάνωσης στο λιανικό εμπόριο τροφίμων: του μικροϊδιοκτησιακού και του καπιταλιστικού. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 η μικρή οικογενειακή επιχείρηση παρέμενε κυρίαρχη, διατηρώντας στο περιθώριο όλες τις τάσεις δημιουργίας καπιταλιστικών επιχειρήσεων.
Στην επόμενη δεκαετία (1980-1989) υπέστη σημαντική φθορά, εξακολούθησε όμως να είναι κυρίαρχη, ενώ η μεθεπόμενη δεκαετία (1990-1999) μπορεί να θεωρηθεί ως η έναρξη της κυριαρχίας του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης στον κλάδο λιανικού εμπορίου τροφίμων, αφού η μισθωτή εργατική δύναμη ξεπέρασε κατά πολύ την εργασία των ιδιοκτητών και των οικογενειών τους.

Σούπερ μάρκετ «ΤΡΟΦΟ» με έντονη παρουσία στην αγορά τη δεκαετία του 1990 που στη συνέχεια απορροφήθηκε από άλλον όμιλο. Τα ΤΡΟΦΟ, με σήμα το χαρακτηριστικό καγκουρό, εξαγοράστηκαν το 2000 από τον ΑΒ Βασιλόπουλο.

Το πρώτο Σούπερ μάρκετ «ΤΡΟΦΟ», που λειτούργησε στο Άργος, ήταν στο κτίριο του κινηματογράφου «Ορφέας».
Οι διαδοχικές φάσεις έντονης αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης στις δεκαετίες του 1960 και του 1990 ωφέλησαν τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης με τη μορφή των σούπερ μάρκετ. Από την άλλη πλευρά, το γενικό πλαίσιο λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας υπήρξε υπονομευτικό για το μικροϊδιοκτησιακό τρόπο οργάνωσης, με κύρια χαρακτηριστικά το κρατικά καθοριζόμενο ποσοστό κέρδους, την έλλειψη πιστώσεων και ταυτοχρόνως την κρατική ανοχή προς πλανοδίους και λαϊκές αγορές. Αν αυτές ήταν οι εξωτερικές αντιξοότητες, οι εσωτερικές αποδείχθηκαν εξ ίσου σοβαρές. Οι μεγάλες προσπάθειες «αλυσοποίησης» και ανάπτυξης συνεταιρισμών των παντοπωλών προσέκρουσαν στην αδυναμία αναπαραγωγής. Η νέα γενεά, με λυμένο το πρόβλημα της επιβίωσης, ήθελε να σπουδάσει και δεν της άρεσε η έντονη μυρωδιά των τροφίμων που διατηρείται πάνω στο σώμα, θυμίζοντας τα λόγια που λέει ο παντοπώλης στην κόρη του στο θεατρικό έργο του Αγγέλου Βλάχου στην Αθήνα του 1865:
«Αὐταίς ἡ σαρδέλαις καὶ ἡ ζυγαριὰ ἔκαμαν σήμερα
τὴν πανευγένειά σου νὰ μιλῆς περὶ
διὰ γραμμάτου, τὸ κατάλαβες; καὶ ἂν δὲν φοροῦσεν
ο πατέρας σου ἐδῶ καὶ εἴκοσι χρόνια ποδιὰ λαδωμένη,
δὲν θὰ φοροῦσες τοῦ λόγου σου σήμερα ποδιὰ μεταξωτή».[55]
Υποσημειώσεις
[1] Από την ογκώδη βιβλιογραφία, παραθέτουμε το παλαιότερο και το νεότερο συναφές έργο: Μ. Μ. Zimmerman, The Super Market: Α Revolutίon in Distribution, New York: McGraw-Hill, 1955, σ. 18. Κ. Usui, The Development of Marketing Management: The Case of the USA c. 1910-1940, Aldershot: Ashgate, 2008, σσ. 110-111.
[2] Ά. Βλάχος, Κωμωδίαι, έν Άθήναις: Παρά τοις έκδόταις Αγγ. Καναριώτη και Ζ. Γρυπάρη, 1871, σ. 11.
[3] «Έκθεσις της φιλολογικής επιτροπής επί τού περί συλλογής ζώντων μνημείων εν τη γλώσση του ελληνικού λαού Ζωγραφείου διαγωνισμού», Σύγγραμα περιοδικόν [Εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος], τ. 8 (1873-1874), σ. 566.
[4] Α. Passow επιμ.), Popularia Carmina–Τραγούδια ρωμαίικα-Graeciae Recentioris, Lipsiae: Β. G. Tevbneri, 1860, σ. 432.
[5] Βλάχος, ό.π., σσ. 6-7.
[6] Αδ. Κοραής, Άτακτα: Ήγουν παντοδαπών εις την Αρχαίαν και την νέαν Ελληνικήν γλώσσαν αυτοσχεδίων σημειώσεων, καί τινων άλλων υπομνημάτων, αυτοσχέδιος συναγωγή. Εν Παρισίοις: Εκ της Τυπογραφίας Κ. Εβεράρτου, 1828, σ. 241. Η τουρκική λέξη Şalgam σημαίνει γογγύλι.
[7] J. Catafago, Englίsh and Arabίc Dίctίonary ίn Two Parts, London: Bernard Quaritch, 1858, σ. 46. Η γραφή της λέξης στην αραβική και την παλαιοτουρκική είναι πανομοιότυπη.
[8] Α. Γ. Πασπάτης, Υπόμνημα περί του Γραικικού Νοσοκομείου των Επτά Πύργων, εν Άθήναις, έκ του τυπογραφείου Λαζάρου Δ. Βηλαρα, 1862, σ. 286.
[9] Α Handbookfor Travelers ίn Turkey, London: John Murray, ³1854, σ. 35.
[10] «There was only a bakal’s or chandler’s shop, but it furnished nothing but yaourt, a few eggs, a little gritty bread and half of a tallow candle» [«Υπήρχε μόνον ένα κατάστημα «μπακάλη» ή εμπόρου λιανικής το οποίο δεν διέθετε τίποτα περισσότερο από γιαούρτι, λίγα αυγά, λίγο μπαγιάτικο ψωμί και μισό αλειμματοκέρι»]· Ch. MacFarlane, Turkey and ίts destίny; the result of journeys made ίn 1847 and 1848 to examίne ίnto the state of that country, τ. 1, London: 1850, σ. 252.
[11] J. W. Redhouse, English and Turkish Dictionary, London: Bernard Quaritch, 1857, σ. 539.
[12] Mahmuz Efendi, «Turkish for tars», The Nautical Magazine: Α Journal of Papers on Subjects Connected with Maritime Affaίrs, London: Simpkin, Marshall and Co., 1850, σ. 172.
[13] Ch. J. Wills, In the Land of the Lion and Sun; Or, Modern Persia: Being Experiences of Life in Persίafrom 1866 to 1881, London: Ward, 1891, σ. 190.
[14] Ενδιαφέρουσες ειδήσεις για το επάγγελμα στην Κωνσταντινούπολη δίνει ο Πασπάτης, ό.π., σσ. 286-290, οι οποίες παραλείπονται ελλείψει χώρου.
[15] Η. Lowry, «Portrait of a city: The Population and Topography of Ottoman Selanik (Thessaloniki) in the Year 1478», Δίπτυχα Εταιρείας Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μελετών, τ. Β’, Αθήναι 1980-1981, σσ. 282 και 288.
[16] Για την απογραφή αυτή που βάσει του περιεχομένου της πρέπει να χρονολογηθεί στα 1500 ή ίσως και λίγο πριν, βλ. Fontes Turcici Historiae Bulgaricae, 16.3, (editit et comentarium fecit Bistra Α.Cvetkova), «Fragment de registre detaille des habitants de Salonique, datant du debut du XVIe s.», Izvori za Bulgarskata Istorija, Sofijia 1972, σσ. 383-405. Για την αποκατάσταση των ελληνικών ονομάτων βλ. Β. Δημητριάδης, «Ο Κανουναμέ και οι χριστιανοί κάτοικοι της Θεσσαλονίκης γύρω στα 1525», Μακεδονικά 1979, σσ. 328-395.
[17] Α. Stojanovski (επιμ.), Opsiren popisen defter za Solunskiot sandzak od 1568/9 godina, τόμος ΙΧ, τχ. Ι, Skopje, 2002, σσ. 28-61.
[18] Κατάστιχο εσόδων-εξόδων του Κοινού της Πολιτείας Θεσσαλονίκης και το χρέος της Πολιτείας Θεσσαλονίκης, Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας, Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, σσ. 92-94 [εφεξής Κατάστιχο]. Σχετικά με τις συντεχνίες στην ίδια πηγή βλ. Ε. Χεκίμογλου, «Χριστιανικές συντεχνίες της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 18ου αιώνα», Πρακτικά Ε’ επιστημονικού συμποσίου Χριστιανική Θεσσαλονίκη: Οθωμανική περίοδος 1430-1912, Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 113-136· του ιδίου, «Προσωνύμια των Χριστιανών της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 18ου αιώνα», Γρηγόριος ο Παλαμάς, τχ. 756 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1995) σσ. 109-119· του ιδίου, «Η χριστιανική συντεχνία των εμπόρων της Αιγυπτιακής Αγοράς της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 18ου αιώνα», Πρακτικά διεθνούς επιστημονικού συμποσίου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης: Θεσσαλονίκη, Επαγγέλματα, παραγωγή-εμπόριο, κοινωνική ζωή, 18ος-20ος αιώνας, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 135-146· του ιδίου, «Οι συντεχνίες στη Θεσσαλονίκη: Η περίπτωση των γουναράδων», Θεσσαλονίκη και Φιλιππούπολη σε παράλληλους δρόμους, Ιστορία, τέχνη, κοινωνία (18ος-20ος αιώνας), Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 477-500.
[19] Σημειώνεται ότι η ομάδα αυτή πλήρωσε την προκαταβολή του κοινοτικού φόρου με συναλλαγματική του τοκιστή Αλή εφέντη, περί του οποίου βλ. Ε. Χεκίμογλου, «Η οθωμανική περίοδος», στο Χ. Παπαστάθης και Ε. Χεκίμογλου (επιμ.) Η επιχειρηματικότητα στη Θεσσαλονίκη. Η οθωμανική περίοδος (Ιστορία της Επιχειρηματικότητας στη Θεσσαλονίκη, Β1), Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 69-70.
[20] Παναγιώτης τουζλατζῆς 210 γρόσια, Γεώργης Γιάνκου 165 γρόσια, Κωνσταντής Ἀρετῆς 400 γρόσια, Γεωργάκης Ἄγγελου 270 γρόσια, Γεωργάκης Ἀλαπασούδη 165 γρόσια, Γιάννος εἰς Ἡμὴρ Μποζάνη 90, Χαρίτος 120 γρόσια, Γρηγόρης εἰς Θωμᾶ τοῦ Κασάπη 120 γρόσια· Κατάστιχο, ό.π.
[21] Όπως ο «Γιάννος εἰς Ἡμὴρ Μποζάνη» [Emir Bozan] και ενδεχομένως ο «Γρηγόρης εἰς Θωμᾶ τοῦ Κασάπη»· Κατάστιχο, ό.π.
[22] Β. Δημητριάδης, Η Θεσσαλονίκη της παρακμής. Η Ελληνική Κοινότητα της Θεσσαλονίκης κατά τη δεκαετία του 1830, με βάση ένα οθωμανικό κατάστιχο απογραφής του πληθυσμού, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις, 1997, σσ. 82, 87 και 92.
[23] Κ. Βακαλόπουλος, «Χριστιανικές συνοικίες, συντεχνίες και επαγγέλματα της Θεσσαλονίκης στα μέσα του 19 αι.», Μακεδονικά 18 (1978), σσ. 103-142.
[24] Γεδίκιο (gedik) καλείται εμπράγματο δικαίωμα επί αλλότριου κτήματος, δυνάμει του οποίου ο κάτοχος του γεδικίου δικαιούται να ενασκεί διηνεκώς το επάγγελμά του σε αυτό το κτήμα, εγκαθιστώντας μονίμως επ’ αυτού τα χρήσιμα για την άσκηση της τέχνης του εργαλεία, υπό τον όρο καταβολής ετησίως ορισμένου τέλους στο δικαιούχο του ακινήτου. Η σύσταση του γεδικίου γινόταν ενώπιον του ιεροδικείου και πιστοποιούταν με δικαστικό έγγραφο (χοτζέτι). Η σύσταση γεδικίων έπαψε το έτος Εγίρας 1277 (1861), με νόμο που αναγνώριζε μόνο τα χοτζέτια που είχαν εκδοθεί προ του έτους Εγίρας 1247. Ν. Π. Ἐλευθεριάδης, Ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία ἐν Τουρκίᾳ, ἐν Ἀθήναις 1903, σσ. 119-130.
[25] Θ. Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου και Ε. Χεκίμογλου, Κτηματολογικές Πηγές. Θεσσαλονίκη – Τέλη 19ου, αρχές 20ου αιώνα (Ιστορία της Επιχειρηματικότητας στη Θεσσαλονίκη, Β2), Θεσσαλονίκη 2004, σ. 43.
[26] Για την επιχείρηση Θανόπουλου βλ. «Ἕν θαυμάσιον ἐδωδιμοπωλεῖον», Σκριπ, 25.05.1903, σ. 3· «Ἡ Ρωσσία εἰς τὰς Ἀθήνας: Ὁ Θανόπουλος καὶ τὰ χαβιάρια του», Σκριπ, 05.12.1907, σσ. 2-3. Ο Θανόπουλος δημιούργησε παράλληλα μονάδα παραγωγής αλλαντικών καθώς και σαπωνοποιείο. Στις εγκαταστάσεις του σαπωνοποιείου δημιούργησε αποθήκες και ψυχραποθήκες για τα είδη του παντοπωλείου που εισήγε από την Ευρώπη. Στις αποθήκες διατηρούσε 200 περίπου μεγάλα βαρέλια ταραμά και άλλα 100 χαβιαριού.
[27] «Έν θαυμάσιον εδωδιμοπωλείον», ό.π.
[28] Αυτόθι.
[29] Αυτόθι.
[30] Αυτόθι.
[31] Μαρτυρία του Απόστολου Χρ. Μαυρομμάτη (Αθήνα, 1928). Ο Απόστολος Μαυρομμάτης διετέλεσε πρόεδρος της Συνεταιριστικής Ένωσης Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων Τροφίμων «Αθηνά Market ΕΠΕ» (1967-1994), καθώς και της Πανελλήνιας Ένωσης Παντοπωλειακών Εταιρειών Συνεταιρισμών Κοινοπραξιών Ελλάδος ΠΕΠΕΣΚΕ (ιδρ. 1974). Ο πατέρας του Χρήστος (Τζούρτζια Ασπροποτάμου, 1888-Αθήνα, 1945) άνοιξε παντοπωλείο στην Αθήνα, στη γωνία Λένορμαν και Παλαμηδίου, το 1926, καθώς και πρότυπο εργοστάσιο αρτοποιίας, στη συμβολή των οδών Μπαϊρακτάρη και Μοσχοπούλου, στο ύψος της οδού Μεσογείων 139, το 1936. Η οικογένεια συνέχισε να λειτουργεί τις επιχειρήσεις έως τη σύγχρονη εποχή. Ο Απόστολος Χρ. Μαυρομμάτης συνέγραψε το βιβλίο Τα παραδοσιακά παντοπωλεία και το συνεταιριστικό τους κίνημα, ιστορική αναδρομή 1967-1994, Αθήνα, 2008.
[32] Ἀπογραφὴ τῶν καταστημάτων τῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων ἐνεργηθεῖσα τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1930, Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας-Γενικὴ Στατιστικὴ Ὑπηρεσία τῆς Ἑλλάδος, ἐν Άθήναις 1934, σ. 142· Ἀπογραφὴ τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν τῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων ἐνεργηθεῖσα τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1930 καὶ ἡμερομισθίων αὐτῶν, Άθῆναι 1940, σ. 158.
[33] Στατιστικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπογραφῆς τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος τῆς 15–16 Μαΐου 1928, τόμος ΙΙΙ Ἐπαγγέλματα· τεῦχος πρῶτον, Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας-Γενικὴ Στατιστικὴ Ὑπηρεσία τῆς Ἑλλάδος, ἐν Ἀθήναις 1937, σ. κε’.
[34] Ἀπογραφὴ τῶν καταστημάτων τῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων ἐνεργηθεῖσα τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1930, ό.π., σε αντιπαραβολή με Ἀποτελέσματα τῆς ἀπογραφῆς βιομηχανίας–βιοτεχνίας, ἐμπορίου καὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1978, τόμος Ι, ΕΣΥΕ, σ. 42. Βλ. και Πίνακα 1 του παρόντος.
[35] Ό.π. σε αντιπαραβολή με Αποτελέσματα της απογραφής βιομηχανίας–βιοτεχνίας και εμπορίου της 28ης Σεπτεμβρίου 1984, τόμος Ι, τχ. Β΄, ΕΣΥΕ, Αθήνα 1988, σ. 533.
[36] Ό.π. σε αντιπαραβολή με Αποτελέσματα της απογραφής βιομηχανίας, βιοτεχνίας, εμπορίου και άλλων υπηρεσιών της 30ής Σεπτεμβρίου 1988, τ. Β΄, ΕΣΥΕ, Αθήνα 1988, σ. 372. Το 1988 ήταν η τελευταία χρονιά που δημοσιεύτηκε στατιστική του είδους αυτού.
[37] «Πίνακας 9: Ανάλυση βασικών μεταβλητών των επιχειρήσεων εμπορίου κατά τάξη οικονομικής δραστηριότητας (Nace rev.1)», στο Στατιστικές διάρθρωσης επιχειρήσεων. Χονδρικό–Λιανικό Εμπόριο (διάρθρωση επιχειρήσεων) 2000, ΕΛΣΤΑΤ: http://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SDE03/2000. Ο αναφερόμενος κωδικός είναι ο εγγύτερος στα παντοπωλεία και τα σούπερ μάρκετ, αλλά ο αριθμός 19.610 δεν είναι απολύτως συγκρίσιμος με τα 27.444 παντοπωλεία που λειτουργούσαν το 1988.
[38] Συνοπτικά στοιχεία στατιστικής εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδος, ΕΣΥΕ, Αθήνα 1986, σ. 10.
[39] Ἔρευνα οἰκογενειακῶν προϋπολογισμῶν διεξαχθεῖσα εἰς τὰς ἀστικὰς περιοχὰς τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰ ἔτη 1962/63 ἕως καὶ 1968/69, ΕΣΥΕ, Ἀθῆναι 1972, σσ. 140-141. Τα ποσά δίδονται σε τρέχουσες τιμές, τις οποίες μετατρέψαμε σε σταθερές βάσει του τιμαρίθμου καταναλωτή.
[40] Αυτόθι, σσ. 138-139.
[41] Τα στοιχεία προέρχονται από την υπό έκδοση μελέτη μας, με τίτλο Εισαγωγή στην Ιστορία της συσκευασίας στην Ελλάδα.
[42] «Χρονοσειρά: Ετήσιοι Μη Χρηματοοικονομικοί Λογαριασμοί Θεσμικών Τομέων – Νοικοκυριά και Μη Κερδοσκοπικά Ιδρύματα που εξυπηρετούν Νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ) (S.1M) (Προσωρινά Στοιχεία) (1995 – 2014)», στο Νοικοκυριά και Μη Κερδοσκοπικά Ιδρύματα που εξυπηρετούν Νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ) (S.1M) 2015, ΕΛΣΤΑΤ: http://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SEM95/-.
[43] Π. «Αὐτοεξυπηρέτησις. Ἕνα ἐπιτυχές πείραμα τοῦ ἐμπορικοῦ οἴκου Μαρινοπούλου διά τήν
εἰσαγωγήν καί εἰς τήν χώραν μας τοῦ συστήματος σέλφ-σέρβις», Ὁ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, 25.06.1964, σ.12..
[44] «Νέα συστήματα στὸ ἐμπόριο τροφίμων», Ὁ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, 18.12.1969, σ. 7.
[45] Σ. Ἀναγνωστόπουλος, «Τά σοῦπερ-μάρκετ κατακτοῦν τήν Ἀθήνα», Τά Νέα, 03.03.1966, σ. 7.
[46] Ν. Ρούσσης, «Συσσωρευμένα προβλήματα στὸ λιανεμπόριο τροφίμων περιμένουν τὴ λύση τους», Ὁ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, 23.02.1978, σ. 33.
[47] Μ.Μ., «Τὰ πρῶτα ἀθηναϊκὰ self-service & supermarket», Γυναίκα, τχ. 345, 10-23.04.1963, σσ. 64-66. Αντίθετα, τo 1975 η έκφραση «πολιτισμὸς τοῦ σοῦπερ μάρκετ» χρησιμοποιόταν για να υποδηλώσει τὰ «εἰσαγόμενα πνευματικὰ προϊόντα τῆς μαζικῆς παραγωγῆς». Βλ. «Ὁ πολιτισμὸς του σοῦπερ μάρκετ», Γυναίκα, τχ. 655, 19.02-04.03.1975, σσ. 18-20.
[48] «Ἕνα περιοδικό γιά τά καταστήματα Σέλφ Σέρβις», Ὁ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, 07.09.1972, σ. 32. Στο πρώτο τεύχος του περιοδικού περιλήφθηκε συνεντεύξεις αφενός ιδιωτικής αλυσίδας σούπερ μάρκετ αφετέρου συνεταιρισμού παντοπωλών. Ο τίτλος έλεγε «σούπερ μάρκετ», αλλά οι εκδότες αναζητούσαν ισορροπία στον πραγματικό κόσμο, που ήταν ακόμη ο κόσμος των παντοπωλών.
[49] Zimmerman, ό.π.
[50] Βλ. ενδεικτικώς «Ἐξελίξεις καί τάσεις εἰς τό λιανικόν ἐμπόριον», Ὁ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, 11.08.1960, σσ. 577-578· Ἡ σύγχρονος τεχνική τῶν πωλήσεων», Ὁ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, 12.10.1960, σ. 915· «Ἡ σύγχρονος τεχνική τῶν πωλήσεων θά διδαχθῆ εἰς συνιστωμένην σχολήν. Τήν ἵδρυσίν της ἀνέλαβον οἱ Σύλλογοι Ἐμπόρων καί Ἐμποροὑπαλλήλων», Ὁ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, 19.12.1960, σ. 931· «Καί δεύτερον κατάστημα αὐτοεξυπηρετήσεως (Self Servis) [sic] ἱδρύθη ὑπό τῆς φαρμακευτικῆς ἑταιρείας Ἀφοί Μαρινόπουλοι», Ὁ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, 26.10.1961, σ. 541.
[51] Β. Τζαννετάκος, «Βαδίζει πρός μεγάλας ἐνώσεις ὁ κλάδος τῶν παντοπωλῶν», Ὁ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, 20.02.1969, σ. 8.
[52] «Άγνοήθηκαν στό μοίρασμα τῆς εἰσαγομένης φακῆς», Ὁ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, 28.10.1976, σ. 24.
[53] «Ὁ Καταναλωτής. Συνεταιριστική ὁργάνωσις Θεσσαλονίκης», Ὁ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, 08.09.1966, σ. 26.
[54] Α. Χρ. Μαυρομμάτης, Τα παραδοσιακά παντοπωλεία και το συνεταιριστικό τους κίνημα, ιστορική αναδρομή 1967-1994, Αθήνα, 2008, σποράδην. Το ίδιο σημείο τόνισε με έμφαση και στη συνέντευξη που μας παραχώρησε.
[55] Βλάχος, ό.π., σ. 7.
* Ευφροσύνη Ρούπα
* Ευάγγελος Χεκίμογλου
Ελληνική Ιστορική Εταιρεία – ΛΣΤ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 22-24 Μαΐου 2015 & ΛΖ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 26-28 Μαΐου 2015. Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 2019.
* Ευφροσύνη Ρούπα: Ιστορικός εικαστικών, εφαρμοσμένων τεχνών και σχεδίασης, πτυχιούχος του Πανεπιστημίου της Μινεσότα. Διπλωματούχος Masters από το τμήμα Design, Housing and Apparel του ίδιου Πανεπιστημίου. Από το 1990 ασχολείται με πρωτογενή έρευνα στους τομείς των εφαρμοσμένων τεχνών και της σχεδίασης. Εκπόνησε έρευνα για την ιστορία της υφαντουργίας στη Θεσσαλονίκη, από την οποία δημοσίευσε το τμήμα που αφορά στην ταπητουργία. Σε συνεργασία με τον Ευάγγελο Χεκίμογλου, εξέδωσε την ιστορία της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης και του Παπαφείου Ορφανοτροφείου. Σε συνεργασία με τον Γιώργο Παρμενίδη, συνέγραψαν ιστορία του ελληνικού επίπλου (υπό έκδοση από το ΕΜΠ). Διδάσκει την ιστορική εξέλιξη των εικαστικών, των εφαρμοσμένων τεχνών και της σχεδίασης σε δημόσια και ιδιωτικά ιδρύματα.
* Ο Ευάγγελος Χεκίμογλου είναι διδάκτωρ οικονομικών επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα, όπου και διετέλεσε διευθυντής του Πολιτιστικού Κέντρου Βόρειας Ελλάδας από το 1989 έως το 1996. Διετέλεσε ακόμη διευθυντής της Αγιορειτικής Φωτοθήκης τα έτη 1997 και 1998 και διευθυντής της Πολιτιστικής Εταιρείας Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος από το 1997 έως το 2004. Υπήρξε ακόμη εκδότης και διευθυντής του περιοδικού Θεσσαλονικέων Πόλις κατά το χρονικό διάστημα 2000 έως 2007 (τόμοι 1-23) και σύμβουλος έκδοσης της εφημερίδας Μακεδονία το έτος 2005. Σήμερα είναι έφορος του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης.
Ασχολείται συστηματικά με την νεότερη οικονομική και κοινωνική ιστορία της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας καθώς και με την ιστορία του Αγίου Όρους. Έχει δημοσιεύσει πλήθος επιστημονικών εργασιών και έχει επιμεληθεί πλήθος εκθέσεων ιστορικών τεκμηρίων. Ακόμη έγραψε σενάρια ιστορικών ντοκιμαντέρ και παρήγαγε τηλεοπτικές εκπομπές. Ως αρθρογράφος έχει συνεργαστεί με τις εφημερίδες Αγγελιοφόρος, Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, Ελεύθερος Τύπος.
– Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
Σχετικά θέματα:
- Ο Κόσμος της εργασίας: Όψεις, Χρόνοι, Χώροι
- Τα στέκια του Άργους – Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840-1940)
- «Εμείς» και οι «Άλλοι» : Η περίπτωση του ανταγωνισμού Άργους – Ναυπλίου













Σχολιάστε