Βάλτερ Βρέντε (Walter Wrede, 1893-1990) – Ο «Πρεσβευτής» της Εθνοσοσιαλιστικής Αρχαιολογίας στην Ελλάδα | Νίκος Νικολάου
Την περίοδο της ακμής του, το γερμανικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα (NSDAP) περιελάμβανε στις τάξεις του όχι μόνο απλούς Γερμανούς πολίτες αλλά και αρκετούς διακεκριμένους εκπροσώπους του πνευματικού κόσμου της Γερμανίας. Ένας από αυτούς ήταν και ο Βάλτερ Βρέντε, διαπρεπής αρχαιολόγος με έντονη επιστημονική παρουσία στην προπολεμική Ελλάδα, του οποίου όμως η σταδιοδρομία αμαυρώθηκε ανεπανόρθωτα λόγω της απροκάλυπτης συνεργασίας του με τις κατοχικές Αρχές την περίοδο 1941-1944.
Ο Βάλτερ Βρέντε πραγματοποίησε εκτενείς επιφανειακές έρευνες στην Αργολίδα, οι οποίες κάλυψαν και την ευρύτερη περιοχή του Άργους. Ο Βρέντε περιέτρεχε την αργολική ύπαιθρο συλλέγοντας θραύσματα αρχαίων αγγείων (όστρακα) από την επιφάνεια του εδάφους. Στόχος του ήταν να χαρτογραφήσει και να καταγράψει στατιστικά τα δίκτυα οικισμών στην Αργολίδα ανά ιστορική περίοδο. Από τις δικές του επιφανειακές έρευνες στην Αττική και την Αργολίδα, συγκεντρώθηκαν περίπου 10.000 όστρακα, τα οποία μεταφέρθηκαν και ενσωματώθηκαν στην αρχαιολογική συλλογή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αθήνας.
Ο Βάλτερ Βρέντε άφησε πίσω του ένα τεράστιο και πολύτιμο οπτικό υλικό. Το φωτογραφικό αρχείο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αθήνας (DAI) περιλαμβάνει πολυάριθμες δικές του φωτογραφίες από το Άργος, την Τίρυνθα, τις Μυκήνες και άλλες θέσεις της Αργολίδας.
Η επιστημονική και η επαγγελματική εξέλιξη του Βρέντε ως τα μέσα της δεκαετίας του 1930 κάθε άλλο παρά προοιωνίζονταν την αρνητική τροπή που θα έπαιρνε στη συνέχεια η σταδιοδρομία του.
Ο Βρέντε γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1893 στο Μάρμπουργκ και ήταν γιος του Γερμανού λόγιου Φερδινάνδου Βρέντε. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην πατρική του πόλη (1899-1911) σπούδασε Αρχαία Ιστορία, Κλασικές Σπουδές και Κλασική Αρχαιολογία στο Τίμπινγκεν, στο Μάρμπουργκ και στο Βερολίνο. Οι πανεπιστημιακές σπουδές του διακόπηκαν λόγω της στρατιωτικής του θητείας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους.
Την 21η Ιουλίου 1921 του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα για την εργασία του με τίτλο Κriegers Abschied und Heimkehr in der griechischen Kunst Ι (Η απόλυση του πολεμιστή και ο επαναπατρισμός στην ελληνική τέχνη), την οποία εκπόνησε υπό τον διαπρεπή αρχαιολόγο Πάουλ Γιάκομπσταλ στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Για την ίδια εργασία είχε προηγουμένως βραβευθεί από τη Φιλοσοφική Σχολή του ίδιου πανεπιστημίου, ενώ περίληψή της δημοσιεύθηκε στην Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής το ίδιο έτος.[1]
Στη διάρκεια του 1921 ο Βρέντε διορίστηκε καθηγητής στη Γερμανική Σχολή Αθηνών ενώ παράλληλα παντρεύτηκε την Γκρέτε Μπάρτελς. Την περίοδο 1924-1926 διετέλεσε διευθυντής της Γερμανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Τον Οκτώβριο του 1926 διορίστηκε επιμελητής στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών (Deutsches Archaologisches Institut Athen, στο εξής: DAI) του οποίου το 1927 έγινε υποδιευθυντής. Το 1928 έλαβε τον τίτλο του υφηγητή από το Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ.[2]
Την ίδια περίοδο ο Βρέντε διεξήγαγε αρχαιολογικές έρευνες σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, όπως οι αρχαίοι Αλιείς (το σημερινό Πόρτο Χέλι), ο Φλυούς (στην Κορινθία), το Άργος και το αρχαίο φρούριο της Φυλής (στην Πάρνηθα), με αποτέλεσμα σύντομα να καθιερωθεί ως έγκυρος κλασικός αρχαιολόγος και, γενικότερα, ως γνώστης της Κλασικής Αρχαιότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα πορίσματα των ερευνών του αναγνωρίστηκαν από ξένους συναδέλφους του που εργάστηκαν στους ίδιους χώρους, ορισμένους από τους οποίους μάλιστα εξυπηρέτησε προσωπικά.[3] Η παράλληλη συγγραφική του παραγωγή υπήρξε επίσης σημαντική, περιλαμβάνοντας τόσο αυτοτελή άρθρα[4] όσο και τρία βιβλία, υπό τους τίτλους Untersuchungen an griechischen Theatern (Μόναχο 1928, σε συνεργασία με τους Υ. Μπούλε, Κ. Λέμαν και Χ. Μέμπιους), Attische Mauern (Αθήνα 1933) και Attika (Αθήνα 1934).[5]

Το κάστρο του Άργους από το Λόφο της Ασπίδας, 1935. Φωτογραφία, του αρχαιολόγου Βάλτερ Βρέντε (Walther Wrede, 1893-1990), από το αρχείο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών.
Η πολιτικοποίηση του Βρέντε
Η επικράτηση του Εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία το 1933 και η εμφαντική συσχέτιση του ναζιστικού ιδεώδους με την Κλασική Αρχαιότητα φαίνεται ότι επηρέασαν καθοριστικά τους πολιτικούς προσανατολισμούς του Βρέντε, ο οποίος ασπάστηκε αναφανδόν τα εθνικοσοσιαλιστικά ιδεώδη και έγινε μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος.[6]
Το 1935 ο ζήλος του για την προώθηση του εθνικοσοσιαλισμού ανταμείφθηκε με την απονομή σε αυτόν του τίτλου του Landesgruppenleiter (τοπικού αρχηγού του κόμματος) για την Ελλάδα. Από τότε, σύμφωνα με τον Βασίλειο Πετράκο, «μοναδική μέριμνα του Βρέντε ήταν η εξυπηρέτηση των σκοπών του ναζιστικού κόμματος. Βρισκόταν σε άμεση επαφή με το Βερολίνο, από όπου έπαιρνε οδηγίες για κάθε του ενέργεια. Φαίνεται ότι την αρχαιολογία την είχε παραμελήσει, τουλάχιστον κατά τα χρόνια του πολέμου, τα τελευταία που πέρασε εδώ».[7]
Τη σκοτεινή δράση του Βρέντε στην Αθήνα κατά τα τελευταία προπολεμικά χρόνια επισημαίνει και ο πρώην αστυνόμος Α’ Σαράντης Αντωνάκος, αναφέροντας τα εξής:
«Κατασκοπία υπέρ των χιτλερικών ενεργούσε και το παράρτημα Αθηνών του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Αρχηγός του δικτύου αυτού ήταν ο αρχαιολόγος Βρέντε Βαλτς (sic). Σκοπός του η παρακολούθησις των Γερμανών που βρίσκονταν στην Ελλάδα, η συγκέντρωσις πληροφοριών πάσης φύσεως, η ναζιστική προπαγάνδα, οι κινήσεις Ισραηλιτών προσφύγων που έφθαναν στην Αθήνα από τη Γερμανία ή από άλλες χώρες, η συγκέντρωσις ονομάτων γερμανοφίλων Ελλήνων διανοουμένων, επιστημόνων, αξιωματικών κ.λπ.».[8]
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα φαίνεται ότι οι μυστικές δραστηριότητες του Βρέντε δεν είχαν διαφύγει της προσοχής των ελληνικών υπηρεσιών Ασφαλείας, χωρίς πάντως να είναι ευρύτερα γνωστές στους κύκλους των Ελλήνων συναδέλφων του.
Με την ιδιότητα του μέλους του DAI ο Βρέντε επέβλεπε εκ του σύνεγγυς τις ανασκαφές της αρχαίας Ολυμπίας, τις οποίες διενεργούσε το DAI ήδη από τις πρώτες ημέρες της εγκατάστασής του στην Ελλάδα (από το 1875). Παράλληλα, ως ιθύνων του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στη χώρα μας, είχε άμεσο ενδιαφέρον για την επιτυχημένη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 1936 που επρόκειτο να διεξαχθούν στο Βερολίνο.
Ως γνωστόν, στο πλαίσιο αυτών των Αγώνων οργανώθηκε για πρώτη φορά η ολυμπιακή λαμπαδηφορία, με αφετηρία την Ολυμπία. Η ολυμπιακή φλόγα άναψε στις 20 Ιουλίου 1936, γεγονός το οποίο καταγράφηκε από κινηματογραφικό συνεργείο υπό την καθοδήγηση της Λένι Ρίφενσταλ, οι σκηνοθετικές ικανότητες της οποίας επρόκειτο να απαθανατίσουν με ιδιαίτερα καλλιτεχνικό τρόπο τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου.[9] Αν και δεν είναι γνωστή η ακριβής σχέση της Pίφενσταλ με τον Βρέντε, η γνωριμία τους υπήρξε καθοριστική για την επαγγελματική εξέλιξη του Βρέντε. Από την άλλη πλευρά, το ενδιαφέρον του για την επιτυχία των Ολυμπιακών Αγώνων πιστοποιείται από επιστολή που έλαβε στις 21 Αυγούστου του ίδιου έτους από έναν Γερμανό φίλο του, ο οποίος τον ενημέρωνε για τη συγκίνηση που είχε προκαλέσει στους θεατές η άφιξη του λαμπαδηδρόμου στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου.[10]

Ο Βάλτερ Βρέντε (1893-1990), διαπρεπής αρχαιολόγος με έντονη επιστημονική παρουσία στην προπολεμική Ελλάδα, διετέλεσε διευθυντής του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα και επικεφαλής της τοπικής οργάνωσης του ναζιστικού κόμματος. Στη φωτ. με στολή αξιωματικού του Γ΄ Ράιχ.
Τον Μάρτιο του 1937 ο Βρέντε ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή του DAI, έβδομος κατά σειρά σε αυτή τη θέση από την ίδρυση του Ινστιτούτου στην Αθήνα, το 1874. Στο αξίωμα αυτό διαδέχθηκε τον Γκέοργκ Κάρο, που είχε αποπεμφθεί το προηγούμενο έτος και είχε καταφύγει στις ΗΠΑ, μετά την αποκάλυψη της εβραϊκής καταγωγής του από τον Hans Reinerth, επικεφαλής του τομέα Προϊστορικής Αρχαιολογίας της Reichsbund fuer Deutsche Vorgeschichte (οργανισμού τον οποίο είχε ιδρύσει και διηύθυνε ο θεωρητικός του Εθνικοσοσιαλισμού Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ για την αρχαιολογική «τεκμηρίωση» της υποτιθέμενης στενής σχέσης της γερμανικής φυλής με την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα).[11]
Η ανάθεση όμως της διεύθυνσης του Ινστιτούτου στον Βρέντε υπήρξε αρκετά επεισοδιακή και κάθε άλλο παρά άμεμπτη. Συγκεκριμένα, τον Κάρο επρόκειτο αρχικά να διαδεχθεί ένας άλλος διαπρεπής Κλασικός αρχαιολόγος, ο Άρμιν φον Γκέρκαν. Ο Βρέντε όμως ματαίωσε αυτόν τον διορισμό απευθυνόμενος στη Λένι Ρίφενσταλ, που μεσολάβησε για λογαριασμό του στον υπουργό Προπαγάνδας Γιόζεφ Γκαίμπελς, ο οποίος έθεσε με τη σειρά του το θέμα στον ίδιο τον Χίτλερ! Έτσι, χάρη στις ισχυρές διασυνδέσεις του, ο Βρέντε κέρδισε τη θέση που διεκδικούσε, αναλαμβάνοντας μάλιστα το επόμενο έτος τη διεύθυνση και του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα, το οποίο συγχωνεύθηκε με το DAI μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ’ Ράιχ (Άνσλους).[12]
Η όλη διαδικασία όμως, παρότι δεν ήταν παρά μόνο ένας κρίκος σε μια αλυσίδα αρνητικών γεγονότων της ζωής του, αντί να αποτελέσει επιβράβευση της σημαντικής επιστημονικής του σταδιοδρομίας, την κηλίδωσε.
Ο Βρέντε κατά τον πόλεμο του 1940-1941
Η έκρηξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου δημιούργησε μια αμήχανη κατάσταση για τη γερμανική παροικία στην Ελλάδα. Η Γερμανία, αν και σύμμαχος της Ιταλίας, εξακολουθούσε να διατηρεί ειρηνικές σχέσεις με τη χώρα μας. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Γερμανοί που διέμεναν στην Ελλάδα τέθηκαν υπό διακριτική παρακολούθηση, χωρίς όμως να παρεμποδιστούν οι κινήσεις τους.
Την ίδια περίοδο οι κατά τόπους έφοροι αρχαιοτήτων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας επιδόθηκαν σε έναν αγώνα δρόμου απόκρυψης τουλάχιστον των σημαντικότερων αντικειμένων που βρίσκονταν σε δημόσια θέα στα κυριότερα ελληνικά μουσεία, προκειμένου να τα προφυλάξουν τόσο από τυχόν βομβαρδισμούς όσο και από το ενδεχόμενο λεηλασίας τους έπειτα από ενδεχόμενη ελληνική ήττα.[13] Σε αυτή την προσπάθεια θα ανέμενε κανείς ότι οι Γερμανοί αρχαιολόγοι που εργάζονταν στην Ελλάδα, ορισμένοι μάλιστα από τους οποίους ήταν και πρότυπα για τους Έλληνες συναδέλφους τους, θα στέκονταν αρωγοί.
Όπως αναφέρει ο Μιχάλης Τιβέριος, «απορεί κανείς με το γεγονός ότι κανένα μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, δεν έσπευσε να βοηθήσει τους ολιγάριθμους Έλληνες συναδέλφους του που είχαν αναλάβει ένα πραγματικά τιτάνιο έργο: να εκκενώσουν σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα τα αρχαιολογικά μουσεία της χώρας και να κρύψουν τα πολύτιμα εκθέματά τους, προκειμένου να τα προφυλάξουν από ενδεχόμενες καταστροφές κατά τη διάρκεια του πολέμου… Και όμως, οι
Γερμανοί αρχαιολόγοι είχαν αφιερώσει τη ζωή τους για την αποκάλυψη, τη διάσωση και τη μελέτη των αρχαιολογικών αυτών θησαυρών, εξαιτίας αυτών βρίσκονταν στη χώρα μας και, επιπλέον, η Γερμανία δεν είχε ακόμη εμπλακεί σε πόλεμο με την Ελλάδα… Η απουσία των Γερμανών αρχαιολόγων από την προσπάθεια απόκρυψης και διάσωσης των αρχαιοτήτων είναι αδικαιολόγητη».[14]
Για αυτή τη στάση των Γερμανών αρχαιολόγων η ευθύνη βαρύνει αναπόφευκτα τον Βρέντε ως διευθυντή του DAI, του οποίου όμως η μετέπειτα διαγωγή εξηγεί τη συνολική αδιαφορία των συναδέλφων του για την τύχη των ελληνικών αρχαιοτήτων κατά τον πόλεμο.
Η έναρξη του Ελληνογερμανικού Πολέμου στις 6 Απριλίου 1941 περιόρισε ακόμη περισσότερο τις κινήσεις της γερμανικής παροικίας στην Αθήνα, ορισμένα μέλη της οποίας είχαν καταφύγει στους χώρους του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου για να αποφύγουν αντιγερμανικές εκδηλώσεις.[15] Για την περίοδο αυτή, μέχρι την είσοδο της Βέρμαχτ στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου, διαθέτουμε τις καταγραφές από το προσωπικό ημερολόγιο του Βρέντε, το οποίο φρόντισε ο ίδιος να δημοσιεύσει το 1942.[16] Από την καταγραφή της κήρυξης του πολέμου καθίσταται προφανές ότι ο ίδιος ήταν ενήμερος από πριν και ότι είχε φροντίσει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα:
«Κυριακή, 6 Απριλίου. Στη 1.30 το πρωί με ξύπνησε ένας υπάλληλος της πρεσβείας και με παρακάλεσε να πάω μαζί του στον Γερμανό πρέσβη. «Ήρθε η ώρα», μου λέει στον δρόμο: «ο πρέσβης έχει εντολή να πληροφορήσει στις 5.20 την ελληνική κυβέρνηση ότι τα γερμανικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Ελλάδα»… Στο ένα χέρι το ρολόι, στο άλλο στο ακουστικό του τηλεφώνου, περίμενα τα είκοσι λεπτά μετά τις πέντε. Τώρα ήρθε η ώρα, τώρα φθάνει ο πρέσβης στον Κορυζή. Σε λίγα λεπτά ξύπνησα τους τέσσερις αρχηγούς των τομέων, με τους οποίους μπορούσα να επικοινωνήσω τηλεφωνικώς, και τους έδωσα το συμφωνημένο μήνυμα: «Μη χάσετε το λεωφορείο» [Verpasst den Omnibus nicht]».[17]
Οι επόμενες 20 ημέρες ήταν αρκετά δύσκολες, οπωσδήποτε «ενοχλητικές» για τον Βρέντε, που δυσφορούσε με την αντιγερμανική στάση των Ελλήνων, ιδιαίτερα του Τύπου, και ανησυχούσε για το ενδεχόμενο μήπως απελαθεί και δεν προλάβει να υποδεχθεί τα νικηφόρα γερμανικά στρατεύματα. Μερικές καταγραφές αυτής της περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές για τις ιδέες του:
«Από τις 6 Απριλίου ο ελληνικός Τύπος ενδιατρίβει στις χειρότερες ύβρεις εναντίον της Γερμανίας. Ο Φύρερ, ο Volk [ενν. τον λαό] και ο Στρατός χλευάζονται με τον κακοηθέστερο τρόπο», «Ο κόσμος μάς αποκαλεί Ούννους και βαρβάρους».
Στις 18 Απριλίου σημείωνε: «Η νύχτα ήταν θανατερά ήσυχη. Σχεδόν κανένα αυτοκίνητο δεν κυκλοφορούσε… Στους δρόμους αποσπάσματα της αστυνομίας έκαναν συχνές περιπολίες. Η φρούρηση ενισχύθηκε και στο δικό μας κτήριο. Την ημέρα λίγοι μόνο Γερμανοί βγαίνουν για αναγνώριση. Οι ενοχλήσεις αρχίζουν το βραδάκι. Η μεγαλύτερη οχλοβοή έρχεται από την Πλατεία Ομόνοιας. Δύο φορές ομάδες από 30-40 μεθυσμένους νεαρούς έρχονται προς τα μέρη μας τραγουδώντας αντιμουσολινικά τραγούδια και φωνάζοντας: «Κάτω η Πέμπτη φάλαγγα!». Η αστυνομία μάς λέει να μην ανησυχούμε. Δεν χρειάζεται πανικός, απλώς τραγουδούν πατριωτικά τραγούδια».[18]
Το Προξενείο της Γερμανίας στην Αθήνα, Βασιλίσσης Σοφίας 4, την άνοιξη του 1941. Η φωτογραφία αποτυπώνει υπαλλήλους της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα να πανηγυρίζουν στο μπαλκόνι την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην ελληνική πρωτεύουσα.
Φωτογραφία από τον PK Γέσε-Χόφμαν. Βαυαρία, Βαυαρικό Υπουργείο Οικονομικών και Εσωτερικών.
Η αγωνία του Βρέντε έφθασε στο τέλος της την Κυριακή 27 Απριλίου, ημέρα κατά την οποία οι πρώτες μονάδες της Βέρμαχτ έφθασαν στην Αθήνα και δέχθηκαν τη συνθηκολόγηση της πόλης στη διασταύρωση των λεωφόρων Κηφισίας και Αλεξάνδρας. Στη συνέχεια μία μονάδα κατευθύνθηκε στην Ακρόπολη, όπου αντικατέστησε την ελληνική σημαία με τη σβάστικα. Η περιγραφή του Βρέντε για τα γεγονότα αυτά είναι ιδιαίτερα γλαφυρή:
«Ένας αξιωματικός της αστυνομίας έρχεται στην πόρτα στις 9.30 και μας λέει ότι γερμανικές δυνάμεις τραβούν για την Ακρόπολη. Εκεί θα υψώσουν τη γερμανική σημαία. Πετάγομαι στο παρατηρητήριό μας, στο επάνω πάτωμα. Σωστό! Από το κοντάρι του Μπελβεντέρε της πόλης λάμπει το κόκκινο χρώμα της σημαίας του Ράιχ! Η κραυγή «Η σβάστικα στην Ακρόπολη!» αντηχεί στο κτήριο. Μέσα σε λίγα λεπτά έχουμε μαζευτεί όλοι να ευχαριστήσουμε τον Φύρερ. Ο εθνικός ύμνος περνάει από τα ανοικτά, τώρα, παράθυρα και χύνεται έξω στους δρόμους.
Η εξώπορτα είναι ορθάνοιχτη. Βρίσκουμε γρήγορα λουλούδια και τσιγάρα, και έτσι έτοιμοι στεκόμαστε στο παράθυρο περιμένοντας τους πρώτους Γερμανούς στρατιώτες. Δεν περιμένουμε πολύ. Ένα από τα αυτοκίνητα της διπλωματικής αποστολής σταματάει και τέσσερεις-πέντε Gebirgsaeger, αξύριστοι, ηλιοκαμένοι, βρώμικοι αλλά αχτιδοβόλοι, πηδούν έξω σε μια ιαχή από λουλούδια και τσιγάρα».[19]

Εξώφυλλο της περιοδικής έκδοσης Deutsches Wollen (Η Γερμανική Θέληση), της οργάνωσης εξωτερικού του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της Γερμανίας (NSDAP), 3/7 Ιουλίου 1941, συγγραφέας: Βάλτερ Βρέντε. Στο εξώφυλλο κυριαρχεί η ναζιστική πολεμική σημαία (Reichskriegsflagge) να κυματίζει προκλητικά πάνω από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και τον Παρθενώνα. Στο υπόβαθρο διακρίνεται ένας γεωγραφικός χάρτης που απεικονίζει την περιοχή της Ελλάδας. Βαυαρία, Βαυαρικό Υπουργείο Οικονομικών και Εσωτερικών.
Η δράση του Βρέντε κατά την Κατοχή
Οι πρώτες ημέρες της Κατοχής σηματοδοτούν την κορύφωση της πολιτικής δραστηριότητας του Βρέντε στην Ελλάδα, και ταυτόχρονα της αίγλης του μεταξύ των συμπατριωτών του που άφησαν το αποτύπωμά τους στη χώρα μας την περίοδο 1941-1944.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μαζάουερ, «για τον Βρέντε άρχιζε τώρα μια περίοδος πυρετώδους δραστηριότητας. Έτρεχε πάνω-κάτω σε όλη την Αθήνα υποδεχόμενος νεόφερτους αξιωματικούς, βοηθώντας στις συνομιλίες με τον δήμαρχο Πλυτά. Οργάνωσε τα τοπικά μέλη του κόμματος και όρισε αγόρια και κορίτσια της Νεολαίας Χίτλερ που θα οδηγούσαν τις κατάκοπες και σκονισμένες μονάδες στους στρατώνες τους. Ακόμη και οι επαγγελματικές του γνώσεις χρησιμοποιήθηκαν, όταν κλήθηκε να ξεναγήσει τον στρατάρχη φον Μπράουχιτς στον Παρθενώνα».[20]
Πράγματι, οι φωτογραφίες του Βρέντε με τον στρατάρχη Βάλτερ φον Μπράουχιτς, ανώτατο διοικητή του Γερμανικού Στρατού, τον οποίο ξενάγησε στην Ακρόπολη τον Μάιο του 1941, ήταν από τις πιο χαρακτηριστικές της κατοχής της ελληνικής πρωτεύουσας, καθώς απεικόνιζαν εμβληματικά «εκείνη τη στιγμή του θριάμβου, όπου οι εκπρόσωποι του Γ’ Ράιχ – στρατός και κόμμα μαζί – γίνονταν κάτοχοι αυτού που ο ίδιος ο Χίτλερ ονόμαζε σύμβολο του ανθρώπινου πολιτισμού».[21]

Χαρακτηριστική φωτογραφία του Βάλτερ Βρέντε (στο κέντρο, δεξιά) με τον στρατάρχη Βάλτερ φον Μπράουχιτς (στο κέντρο, αριστερά), με τη στρατιωτική ράβδο μπροστά από τον Παρθενώνα, Μάϊος 1941.
Για τον Βρέντε όμως η συνέχεια της Κατοχής δεν επεφύλασσε περισσότερες ημέρες μεγαλείου. Την άσκηση της αρχαιολογικής πολιτικής στην Ελλάδα για λογαριασμό του Γ’ Ράιχ ανέλαβαν πλέον άλλοι φορείς, στη διαμόρφωση της πολιτικής των οποίων ουσιαστικά ο ίδιος δεν είχε βαρύνοντα λόγο. Οι φορείς αυτοί ήταν κυρίως η Kriegsverwaltungsrat (Υπηρεσία Προστασίας Έργων Τέχνης) εκ μέρους της Βέρμαχτ, η οργάνωση Der Stab Rosenberg εκ μέρους του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (η οποία μάλιστα προχώρησε και σε παράνομες ανασκαφές) και η Vorschungs-und Lehrgemeinschaft das Ahnenerbe (Ερευνητική και Εκπαιδευτική Εταιρεία Προγονική Κληρονομιά) εκ μέρους του Χάινριχ Χίμλερ.[22]
Στο εξής οι επιστημονικές δραστηριότητες του Βρέντε επικεντρώθηκαν στη συνέχιση της εποπτείας των ανασκαφών στην Ολυμπία, οι οποίες είχαν διακοπεί από την ελληνική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, καθώς και σε άλλους χώρους γερμανικού ενδιαφέροντος, όπως ο Κεραμεικός.
Κατά τον Πετράκο, «ως διευθυντής του Ινστιτούτου ο Βρέντε» εξακολουθούσε να ασκεί τα ίδια αρχαιολογικά καθήκοντα όπως και πριν, χωρίς φανερή επέκταση των αρμοδιοτήτων του. Η κομματική του ιδιότητα τον έκαμε σημαντικό παράγοντα ανάμεσα στους Γερμανούς. Η δραστηριότητα του Ινστιτούτου συνεχίστηκε, ιδιαίτερα στην Ολυμπία».[23]
Παράλληλα, ο Βρέντε συμμετείχε σε ένα πρόγραμμα αεροφωτογράφισης ελληνικών χώρων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος από την Υπηρεσία Προστασίας Έργων Τέχνης, καθώς και σε ένα συλλογικό έργο «τουριστικού» περιεχομένου για διανομή στους στρατιώτες της Βέρμαχτ, του οποίου επρόκειτο να γράψει την εισαγωγή.[24] Την περίοδο αυτήν φαίνεται ότι έβλεπε με μεγαλύτερη συμπάθεια τους Έλληνες, δεδομένου ότι αναφέρεται πως προσπάθησε να αποτρέψει τη διεξαγωγή παράνομων ανασκαφών από την Der Stab Rosenberg.[25] Παράλληλα, αναφέρεται η συμμετοχή του στο πρώτο ελληνογερμανικό διοικητικό συμβούλιο της εμπορικής εταιρείας Βίβλος, η οποία συστήθηκε στην αρχή της Κατοχής με σκοπό την εισαγωγή ξένων βιβλίων, μουσικών έργων, έργων τέχνης, εποπτικών μέσων διδασκαλίας κ.λπ.[26]
Οι εμπειρίες του Βρέντε από τον τραγικό λιμό του χειμώνα του 1941-1942 ήταν εξίσου έντονες όπως όλων των υπόδουλων Αθηναίων: είναι γνωστό ότι στις 10 Ιανουαρίου 1942 είχε στείλει μια αναφορά στο Βερολίνο εξηγώντας ότι η γερμανική κοινότητα της Αθήνας είχε στερηθεί επί δύο μήνες το κρέας και τα λαχανικά και ότι τα μέλη της, για να επιβιώσουν, είχαν υποχρεωθεί να τρώνε εντόσθια και απορρίμματα από τα εφόδια της Βέρμαχτ.[27]
Την περίοδο μεταξύ του Ιανουαρίου και του Μαΐου του 1943 αναφέρεται ότι ο Βρέντε απουσίαζε στη Γερμανία λόγω σοβαρής ασθένειας και προκειμένου να συμμετάσχει σε μια συνάντηση της τοπικής επιτροπής του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος.[28]
Από την Ελλάδα αποχώρησε οριστικά μαζί με τα γερμανικά στρατεύματα, έχοντας πλέον αφιερώσει την ενεργητικότητά του στην εξυπηρέτηση των πολεμικών σκοπών της Βέρμαχτ. Πιθανώς όμως να μην κατόρθωσε να επιστρέψει στη Γερμανία πριν από τη λήξη του πολέμου, καθώς αναφέρεται ότι τον Νοέμβριο του 1950 απελευθερώθηκε από τη Γιουγκοσλαβία, όπου εκρατείτο αιχμάλωτος.[29]
Το θλιβερό τέλος
Την 1η Ιουλίου 1953 ο Βρέντε συνταξιοδοτήθηκε για λόγους υγείας. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Νάγκολντ της ΒάδηςΒυρτεμβέργης όπου ασχολήθηκε με τη βοτανική και, σε εθελοντική βάση, με τη διαχείριση της αρχαιολογικής κληρονομιάς. Παρά τη διάθεσή του να συνεχίσει την ενεργητική του ενασχόληση με την αρχαιολογία, η ταύτισή του με τον εθνικοσοσιαλισμό τον είχε θέσει αμετάκλητα στο περιθώριο της επιστήμης. Πέθανε στις 31 Δεκεμβρίου 1990, σε βαθύ γήρας (97 ετών), έχοντας ζήσει αρκετά για να διαπιστώσει ότι η σταδιοδρομία του, παρά τις καλές του προθέσεις, είχε καταστεί παράδειγμα προς αποφυγήν για όλους τους μελλοντικούς συναδέλφους του!
Υποσημειώσεις
[1] Jahrbuch der Philosophischen Fakultat in Marburg 1 (1921), σσ. 55-60.
[2] Για τις σπουδές και την επαγγελματική εξέλιξη του Βρέντε βλ. το σχετικό λήμμα (Walther Wrede) της γερμανικής Wikipedia, στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://de.wikipedia.org/ wiki/Walther_ Wrede.
[3] Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στον πρώτο τόμο της σειράς δημοσιευμάτων με τίτλο The Excavations at Ancient Halieis (Indiana University Press, 2005), σύμφωνα με τη συγγραφέα Μάριαν Μακάλιστερ, «ο Βρέντε προμήθευσε τους Τζέιμσον [δηλ. το ζεύγος των Αμερικανών ανασκαφέων Μάικλ και Βιρτζίνια Τζέιμσον] με αντίγραφα των γερμανικών σημειώσεων στα αρχεία του DAI στην Αθήνα» (σ. 14, σημ. 3). Τη συμβολή του Βρέντε στις αρχαιολογικές έρευνες στο φρούριο της Φυλής μνημονεύουν οι Josiah Ober, «Pottery and Miscellaneous Artifacts from FortifiedSites in Northern and Western Attica», Hesperia, τ. 56/2 (1987), σσ. 205-207, και Garth Fowden, «City and Mountain in Late Roman Attica», Journal of Hellenic Studies, τ. 108 (1998), σσ. 47-48. Άλλες θετικές επισημάνσεις για τον Βρέντε κάνουν σε μελέτες τους οι Ουάλας Μακλήαντ («Kiveri and Thermisi», Hesperia, τ. 31/4 (1962), σ. 391), Τζων Μπήζλυ («lcarus», Journal of Hellenic Studies, τ. 47/2 (1927), σσ. 222-233), Ουίλιαμ Μπηρς («Water from Stymphalos?», Hesperia, τ. 47/2 (1978), σσ. 171-184) και Μπ. Ντ. Μέριτ (The Dating ofDocuments to the Mid-Fifth Century-Il», Journal of Hellenic Studies, τ. 83 (1963), σσ. 100-117).
[4] «Phyle» (Athenische Mitteilungen, t. 49 (1924), σσ. 153-224), «Der Maskengott» (Athenische Mitteilungen, τ. 53 (1928), σσ. 66-95), «Ein ionisches Kapitell in Athen» (Athenische Mitteilungen, t. 55 (1930), σσ. 191-200), «Mnesikles und der Nikepyrgos» (Athenische Mitteilungen, τ. 57 (1932), σσ. 74-91).
[5] Οι σχετικές επισημάνσεις από το προαναφερθέν λήμμα για τον Βρέντε στη γερμανική Wikipedia, καθώς και από προσωπική μου αναζήτηση στο Google και στο Google Scholar.
[6] Για τη σύνδεση της Κλασικής Αρχαιότητας με τον Εθνικοσοσιαλισμό βλ. τώρα Johann Chapoutot, Ο Εθνικοσοσιαλισμός και η Αρχαιότητα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2012.
[7] Βασίλειος Χ. Πετράκος, Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο 1940-1944, Αθήνα 1994, σσ. 105-106. Πρβλ. Μιχάλη Τιβέριου, Μνήσθητι των εν τοις πολέμοις παραλόγων. Οι αρχαιότητες στην Κατοχή (ομιλία κατά την πανηγυρική συνεδρία της 25ης Οκτωβρίου 2013 για τον εορτασμό της επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940), ανάτυπο από τα Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 88/2 (2013), σ. 166. Κατά τον Ρίτσαρντ Κλογκ «[ο Βρέντε] συνδύαζε τον ρόλο του διευθυντή [του DAI] με τις αρμοδιότητες του Landesgruppenleiter, του αξιωματούχου του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος με αρμοδιότητα για τους Γερμανούς που ζούσαν στην Ελλάδα, ο αριθμός των οποίων στα τέλη της δεκαετίας του 1930 δεν ήταν αμελητέος» (Ρίτσαρντ Κλογκ, «Academics at War: The British School at Athens during the First World War», British Scholl at Athens Studies, τ. 17 (2009): Scholars, Travels, Archives: Greek History and Culture through the British Schoo at Athens, σ. 163).
[8] Σαράντης Π. Αντωνάκος, Ντοκουμέντα, Αθήνα 1983, σ. 103.
[9] Για την τελετή της αφής της ολυμπιακής φλόγας το 1936 βλ. ενδεικτικά Duff HartDavis, Hitler‘s Games. The 1936 Olympics, Λονδίνο 1936, σ. 133.
[10] Πετράκος, Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο, σ. 115.
[11] Πετράκος, Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο, σ. 105.
[12] Richard Clogg, Academics at War, σ. 163.
[13] Πετράκος, Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο, σσ. 81-102.
[14] Τιβέριος, Μνήσθητι των εν τοις πολέμοις παραλόγων, σσ. 164-166.
[15] Μαρκ Μαζάουερ, Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1993, σ. 32.
[16] Το ημερολόγιο δημοσιεύθηκε στο περ. Jahrbuch der Auslands-Organisation der National-Sozialistischen Deutschen Arbeiter-Partei, τ. 4 (1942), σσ. 49-66 (Πετράκος, Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο, σ. 106).
[17] Πετράκος, Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο, σ. 106.
[18] Βλ. Μαζάουερ, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, σσ. 32-33. Πρβλ. Πετράκο, Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο, σ. 106.
[19] Μαζάουερ, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, σ. 33. Μερική παράθεση του αποσπάσματος (σε διαφορετική μετάφραση) και από τον Πετράκο, Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο, σ. 106.
[20] Μαζάουερ, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, σ. 34.
[21] Στο ίδιο.
[22] Πετράκος, Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο, σ. 117 κ.εξ.· Τιβέριος, Μνήσθητι των εν τοις πολέμοις παραλόγων, σσ. 169-170. Αθήνα 1994.
[23] Πετράκος, Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο, σ. 131.
[24] Οι δραστηριότητες αυτές μνημονεύονται σε μια επιστολή του αρχαιολόγου Hans von Schoenebeck, επικεφαλής της Υπηρεσίας Προστασίας Έργων Τέχνης, προς τον καθηγητή Αρχαιολογίας Andreas Rumpf, με ημερομηνία 30 Αυγούστου 1941, ελληνική μετάφραση της οποίας παραθέτει ο Πετράκος (Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο, σσ. 121- 124 – οι αναφορές στον Βρέντε στη σ. 123).
[25] Λήμμα Walther Wrede, στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://de.wikipedia.org/ wiki/Walther_ Wrede.
[26] Άλλα μέλη του ίδιου διοικητικού συμβουλίου ήταν ο Κωνσταντίνος Ελευθερουδάκης (ιδιοκτήτης του γνωστού εκδοτικού οίκου), ο γερμανικής καταγωγής (και όχι εβραϊκής, όπως εσφαλμένα πιστεύεται) Χέρμαν Θ. Κάουφμαν (ιδιοκτήτης του ομώνυμου αθηναϊκού βιβλιοπωλείου) και ο γνωστός καθηγητής της Θεολογίας Νικόλαος Λούβαρις: βλ. Δημοσθένη Κούκουνα, Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια, εκδ. Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2013, σσ. 192-193.
[27] Μαζάουερ, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, σ. 70.
[28] Λήμμα Walther Wrede, στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://de.wikipedia.org/ wiki/ Walther_Wrede.
[29] Στο ίδιο..
Βιβλιογραφία
- Βασίλειος Χ. Πετράκος, Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο 1940-1944, Αθήνα 1994 (στη σειρά Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αρ. 144).
- Μιχάλης Τιβέριος, Μνήσθητι των εν τοις πολέμοις παραλόγων. Οι αρχαιότητες στην Κατοχή (ομιλία κατά την πανηγυρική συνεδρία της 25ης Οκτωβρίου 2013 για τον εορτασμό της επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940), ανάτυπο από τα Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 88/2 (2013), σσ. 159-202.
- Μαζάουερ, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, η εμπειρία της Κατοχής, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1994.
- Σαράντης Π. Αντωνάκος, Ντοκουμέντα, Αθήνα 1983.
- Λήμμα Walther Wrede, στη γερμανική Wikipedia, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://de.wikipedia.org/wiki/ Walther_Wrede (όπου και περαιτέρω γερμανική βιβλιογραφία).
- Richard Clogg, «Academics at War: The British School at Athens during the First World War», British School at Athens Studies, τ. 17 (2009): Scholars, Travels, Archives: Greek History and Culture through the British School at Athens, σσ. 163-177.
Νίκος Νικολούδης
Δρ. Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (Κing’s College)
Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 570, Δεκέμβριος 2015.
Σχετικά θέματα:
- Μαρτυρίες από την Κατοχή. Κλοπές αρχαιοτήτων, λαθρανασκαφές, καταστροφές αρχαιοτήτων στην Πελοπόννησο από τις γερμανικές και ιταλικές στρατιωτικές μονάδες κατοχής
- Οι Γερμανοί στην Αργολίδα 1941








Σχολιάστε