Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος’ Category

Βάλτερ Βρέντε (Walter Wrede, 1893-1990) – Ο «Πρεσβευτής» της Εθνοσοσιαλιστικής Αρχαιολογίας στην Ελλάδα | Νίκος Νικολάου


 

Την περίοδο της ακμής του, το γερμανικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα (NSDAP) περιελάμβανε στις τάξεις του όχι μόνο απλούς Γερμανούς πολίτες αλλά και αρκετούς διακεκριμένους εκπροσώπους του πνευματικού κόσμου της Γερμανίας. Ένας από αυτούς ήταν και ο Βάλτερ Βρέντε, διαπρεπής αρχαιολόγος με έντονη επιστημονική παρουσία στην προπολεμική Ελλάδα, του οποίου όμως η σταδιοδρομία αμαυρώθηκε ανεπανόρθωτα λόγω της απροκάλυπτης συνεργασίας του με τις κατοχικές Αρχές την περίοδο 1941-1944.

Ο Βάλτερ Βρέντε πραγματοποίησε εκτενείς επιφανειακές έρευνες στην Αργολίδα, οι οποίες κάλυψαν και την ευρύτερη περιοχή του Άργους. Ο Βρέντε περιέτρεχε την αργολική ύπαιθρο συλλέγοντας θραύσματα αρχαίων αγγείων (όστρακα) από την επιφάνεια του εδάφους. Στόχος του ήταν να χαρτογραφήσει και να καταγράψει στατιστικά τα δίκτυα οικισμών στην Αργολίδα ανά ιστορική περίοδο. Από τις δικές του επιφανειακές έρευνες στην Αττική και την Αργολίδα, συγκεντρώθηκαν περίπου 10.000 όστρακα, τα οποία μεταφέρθηκαν και ενσωματώθηκαν στην αρχαιολογική συλλογή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αθήνας.

Ο Βάλτερ Βρέντε άφησε πίσω του ένα τεράστιο και πολύτιμο οπτικό υλικό. Το φωτογραφικό αρχείο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αθήνας (DAI) περιλαμβάνει πολυάριθμες δικές του φωτογραφίες από το Άργος, την Τίρυνθα, τις Μυκήνες και άλλες θέσεις της Αργολίδας.

 

Βάλτερ Βρέντε (1893-1990).

Η επιστημονική και η επαγγελματική εξέλιξη του Βρέντε ως τα μέσα της δεκαετίας του 1930 κάθε άλλο παρά προοιωνίζονταν την αρνητική τροπή που θα έπαιρνε στη συνέχεια η σταδιοδρομία του.

Ο Βρέντε γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1893 στο Μάρμπουργκ και ήταν γιος του Γερμανού λόγιου Φερδινάνδου Βρέντε. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην  πατρική του πόλη (1899-1911) σπούδασε Αρχαία Ιστορία, Κλασικές Σπουδές και Κλασική Αρχαιολογία στο Τίμπινγκεν, στο Μάρμπουργκ και στο Βερολίνο. Οι πανεπιστημιακές σπουδές του διακόπηκαν λόγω της στρατιωτικής του θητείας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους.

Την 21η Ιουλίου 1921 του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα για την εργασία του με τίτλο Κriegers Abschied und Heimkehr in der griechischen Kunst Ι (Η απόλυση του πολεμιστή και ο επαναπατρισμός στην ελληνική τέχνη), την οποία εκπόνησε υπό τον διαπρεπή αρχαιολόγο Πάουλ Γιάκομπσταλ στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Για την ίδια εργασία είχε προηγουμένως βραβευθεί από τη Φιλοσοφική Σχολή του ίδιου πανεπιστημίου, ενώ περίληψή της δημοσιεύθηκε στην Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής το ίδιο έτος.[1]

Στη διάρκεια του 1921 ο Βρέντε διορίστηκε καθηγητής στη Γερμανική Σχολή Αθηνών ενώ παράλληλα παντρεύτηκε την Γκρέτε Μπάρτελς. Την περίοδο 1924-1926 διετέλεσε διευθυντής της Γερμανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Τον Οκτώβριο του 1926 διορίστηκε επιμελητής στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών (Deutsches Archaologisches Institut Athen, στο εξής: DAI) του οποίου το 1927 έγινε υποδιευθυντής. Το 1928 έλαβε τον τίτλο του υφηγητή από το Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ.[2] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο τορπιλισμός της «Έλλης» στην Τήνο –  Ζήσης Φωτάκης


 

Τον Αύγουστο του 1940, η Γερμανία είχε θέσει ήδη υπό τον έλεγχό της το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και η Luftwaffe   βομβάρδιζε ανηλεώς (αλλά χωρίς αποτέλεσμα) την τελευταία εστία αντίστασης που είχε απομείνει στις Βρετανικές Νήσους. Παράλληλα, ο Χίτλερ κατέστρωνε το πλέον μεγαλεπήβολο  από τα σχέδιά του – την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.

Το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας όμως δεν είχε αvάλογεs επιτυχίες να επιδείξει. Ο Μουσολίνι χρειαζόταν επειγόντως μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη, ώστε να ενισχύσει το κύρος του. Η Ελλάδα φάνταζε ιδανικός στόχος, καθώς θα εξυπηρετούσε και τα ιταλικά σχέδια για απόλυτη κυριαρχία στη Μεσόγειο.

Εξάλλου, ουδέποτε σχεδόν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα οι ελληνοϊταλικές σχέσεις υπήρξαν αρμονικές: από την κατάληψη των Δωδεκανήσων έως την αμφιλεγόμενη πολιτική της Ιταλίας έναντι της ελληνικής απόβασης στη Σμύρνη και από τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας έως τη σταθερή υποστήριξη των αλβανικών θέσεων για την Ήπειρο, η Ρώμη δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι θεωρούσε την Αθήνα περιφερειακό της αντίπαλο.

 

Εφημερίδα «ΈΘΝΟΣ», 16 Αυγούστου 1940.

 

Για να ξεκινήσει όμως ο πόλεμος, που τόσο επιζητούσε ο Μουσολίνι, χρειαζόταν μία αφορμή. Έτσι, ήδη από το 1939, άρχισαν οι αλλεπάλληλες ιταλικές προκλήσεις, με την ελπίδα ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει σπασμωδικά. Εντούτοις, ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς δεν σήκωνε το γάντι, φροντίζοντας να θωρακίσει πρώτα την άμυνα της χώρας απέναντι σε έναν αντίπαλο με αριθμητικά πολλαπλάσιες δυνάμεις. Στις 15 Αυγούστου του 1940, οι προκλήσεις ξεπέρασαν κάθε όριο, με τον απρόκλητο τορπιλισμό του καταδρομικού «Έλλη». Το γέρικο σκαρί υπέκυψε και όλα συνέτειναν πλέον στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος δεν θα αργούσε. Η «εκδρομή στην Ελλάδα», που προσδοκούσε όμως ο Μουσολίνι, θα κατέληγε σύντομα σε ναυάγιο… (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ίδρυση και Δράση του Ε.Α.Μ. στο Χέλι (Αραχναίο Αργολίδας)


 

Στο βιβλίο του «Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002, ο  Παναγιώτης Ι. Μπιμπής (Αραχναίο 1925-Άργος 2009) συμπεριλαμβάνει και τα οδυνηρά γεγονότα της κατοχής και του εμφυλίου που διαδραματίστηκαν στο χωρίο του, στο Χέλι (Αραχναίο Αργολίδας).

Εξιστορεί τα γεγονότα από τη δική του εμπειρία και από διηγήσεις αυτόπτων μαρτύρων, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πέρασαν λίγες ημέρες ακόμα στο χωριό και στις 3 Αυγούστου (1943) έφυγα από το χωριό για την Αθήνα, προκειμένου να δώσω εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Τα μέχρι τώρα γεγονότα του χωριού τα περιέγραψα από δική μου εμπειρία, γιατί τα έζησα όλα και μάλιστα σε πολλά από αυτό ήμουν και πρωταγωνιστής.

Όλα δε τα υπόλοιπα γεγονότα του χωριού, μέχρι και την απελευθέρωση και τα οποία θα αναφερθούν δεν τα έζησα προσωπικά, αλλά τα περιγράφω από διηγήσεις αυτόπτων μαρτύρων, συμπατριωτών μας και συγγενικών προσώπων των πρωταγωνιστών της περιόδου εκείνης, αφού πρώτα έκανα διασταύρωση όλων των πληροφοριών, που είχα πάρει από διάφορες πηγές, ώστε τα γραφόμενα να είναι όσο το δυνατόν πλέον αξιόπιστα».

 Και η κυρία Μαρία Μπιμπή, Φιλόλογος Προτύπου Βαρβακείου Σχολής, αναφερόμενη στο βιβλίο, γράφει για τα συγκεκριμένα κεφάλαια:

«Η ιστορική του περιήγηση δεν θα μπορούσε, φυσικά, να μη συμπεριλάβει και τα νεότερα, οδυνηρά γεγονότα της κατοχής και του εμφυλίου, στα οποία πλήρωσε ο ίδιος, η οικογένειά του αλλά και όλο το χωριό, βαρύτατο φόρο αίματος. Τον πατέρα του, τέσσερις αδερφούς του, τη γυναίκα του αδερφού του, τον άνδρα της μιας αδερφής του (για να αναφέρουμε μόνο τους στενούς συγγενείς), έχασε το 1944  από τις καταδρομικές επιχειρήσεις των Γερμανών κατακτητών τον Μάϊο και από την κατάπτυστη αδερφοκτόνο μανία των ανταρτών τον Αύγουστο.

Παρ’ όλη την πατριωτική του ανάμειξη στην αντίσταση και το μέγεθος των προσωπικών του απωλειών σε ανθρώπους, η καταγραφή του είναι ψύχραιμη και αντικειμενική.

Οι ογδόντα πέντε Χελιώτες (παιδιά, γυναίκες και γέροι) που συνελήφθησαν από τους αντάρτες από το προαύλιο του Δημοτικού Σχολείου, σύρθηκαν αλυσοδεμένοι όμηροι και σφαγιάσθηκαν κτηνωδώς στην ξερή στέρνα  της Μονής Αγνούντος, προστέθηκαν  στους είκοσι εννέα πατριώτες τους οποίους είχαν εκτελέσει οι Γερμανοί, ανεβάζοντας τον αριθμό των θυμάτων σε δυσανάλογο μέγεθος θυσίας για ένα χωριό δύο χιλιάδων αθώων ψυχών.

Πένθος, ορφάνια, αποκαΐδια και τρόμος απλώθηκαν πάνω από το χωριό. Ανήκουστα γεγονότα, σπουδαία και πολλαπλώς διδακτικά, τα οποία, αν δεν έκριναν την έκβαση της μακροϊστορίας, σφράγισαν, εν τούτοις, ανεξίτηλα τη ζωή και τη μνήμη όλων των κατοίκων ενός ρωμαλέου, σε πλήθος και δυναμικό, αργολικού χωριού».

 

Θεματικές διαιρέσεις του βιβλίου:

 

Οι τελευταίες ημέρες του πολέμου στην Αργολίδα – Η Εικόνα στην Ελληνική Ύπαιθρο – Οι Ιταλοί στο Χέλι – Οι πρώτες εκδηλώσεις Εθνικής Αντίστασης των Ελλήνων – Ίδρυση και Δράση του Ε.Α.Μ. στο Χέλι – Οι Πρώτες Επισκέψεις των Εαμιτών στο Χέλι – Επίσκεψη στο Χέλι κλιμακίου του Ε.Α.Μ. από τη Μηδέα (Γκέρμπεση) – Οι Πρώτοι Πυρήνες του Ε.Α.Μ. στο Χέλι – Η Δράση των Ανταρτών στο Χέλι – Οι Πρώτες αντιδράσεις κατά του Ε.Α.Μ. στο Χέλι – Αποτυχία των Άγγλων Πρακτόρων στο Χέλι και το τέλος του Παπα-Κοκκίνη – Σύλληψη του Γεωργίου Μπιμπή και Μεταφορά του στη Γκούρα – Το Πρώτο Θύμα των Γερμανών στο Χέλι – Σύλληψη Άλλων δύο Χελιωτών από τους Αντάρτες – Επιχειρήσεις των Γερμανών στο Χέλι (Αραχναίο) το Μάιο του 1944 – Προετοιμασία των Γερμανών για τις Επιχειρήσεις – Έναρξη των Επιχειρήσεων. Οι Γερμανοί στον Αμαριανό – Οι Επιχειρήσεις των Γερμανών στην Τούρμιζα και στο Μοναστήρι – Τα Πρώτα Θύματα των Γερμανών από την Οικογένεια Μπιμπή – Συνέχεια της Σφαγής στην Τούρμιζα και στο Μοναστήρι – Επιχειρήσεις στο Χέλι (Αραχναίο) – Συνέχεια του μαρτυρίου των Χελιωτών – Εκτέλεση ακόμα πέντε ατόμων στο Χωριό και στη Γύρω Περιοχή – Περισυλλογή και Ταφή των Νεκρών του Χωριού – Γεγονότα που μεσολάβησαν από τις επιχειρήσεις των Γερμανών μέχρι την επίθεση των Ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ. στο Χέλι – Ενέργειες των χελιωτών μετά την σφαγή από τους Γερμανούς – Οι Χελιώτες σε ανοικτή ρήξη με τους Αντάρτες – Η Επίθεση των ανταρτών του Ε.ΛΑ.Σ. κατά του Χελιού – Σύλληψη των Ομήρων και λεηλασία του Χωριού – Πορεία των Ομήρων προς τον τόπο του Μαρτυρίου – Η Σφαγή των Εξήντα Ομήρων – Γεγονότα που μεσολάβησαν μέχρι την εκταφή των πτωμάτων – Εκταφή των Θυμάτων από το Πηγάδι – Μεταφορά των πτωμάτων στο Χέλι και ταφή Αυτών – Δημοσίευμα της Τοπικής Εφημερίδας της Αργολίδας «ΝΕΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ» στις 29-7-1945.

 

Οι τελευταίες ημέρες του πολέμου στην Αργολίδα

 

Μετά την επίθεση των Γερμανών εναντίον της Ελλάδας και τη ραγδαία προέλαση τους, φυσικό ήταν να καταρρεύσει και το Αλβανικό μέτωπο. Ο Ελληνικός Στρατός στο σύνολο του διαλύθηκε και μερικά μόνο υπολείμματα αυτού, μαζί με συμμαχικά τμήματα, υποχωρούν και προσπαθούν συντεταγμένα και μαχόμενα να φθάσουν στα λιμάνια της Νότιας Ελλάδας για να μπουν εκεί στα Καράβια που τους περίμεναν και να φύγουν για την Κρήτη.

Την Κυριακή του Θωμά 27-4-1941 στις πέντε το απόγευμα, φθάνει στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου στο Άργος το πρώτο Γερμανικό αυτοκίνητο και μια ώρα αργότερα το Άργος γεμίζει από Γερμανούς. Το Ναύπλιο, το Τολό, οι Μύλοι και άλλες παραλίες του Αργολικού Κόλπου έχουν ορισθεί σαν τόποι επιβίβασης Αγγλικών και Ελληνικών Στρατευμάτων σε πλοία που βρίσκονταν εκεί. Ο Διοικητής του Βρετανικού εκστρατευτικού σώματος στην Ελλάδα φεύγει με υδροπλάνο από τους Μύλους και την ίδια ημέρα 27-4-1941 βρίσκεται στην Κρήτη.

 

Γερμανοί αξιωματικοί το 1941 στο ξενοδοχείο Σαγκανά (σημερινό κτίριο Alpha Bank), πλατεία Αγίου Πέτρου Άργος.

 

Τα Γερμανικά Στούκας κατά σμήνη βομβαρδίζουν αδιάκοπα τα Αγγλικά Καράβια τα οποία βυθίζονται το ένα μετά το άλλο. Από το λιμάνι του Ναυπλίου τη νύχτα 24 προς 25 Απριλίου 1941 επιβιβάστηκαν στα Καράβια 6.685 άνδρες του Βρετανικού Στρατού και την επόμενη νύχτα 25 προς 26 Απριλίου 1941 από το λιμάνι του Τολού επιβιβάστηκαν άλλοι 4.527 Βρετανοί και όλοι κατευθύνθηκαν προς την Κρήτη όπου τελικά έφθασαν. Τα Γερμανικά Στούκας συνεχίζουν τον βομβαρδισμό τους στα λιμάνια του Αργολικού Κόλπου και δυσχεραίνουν την επιβίβαση των Άγγλων στα καράβια τους.

Έτσι 2.200 περίπου Άγγλοι παρέμειναν κοντά στα λιμάνια χωρίς να μπορούν να επιβιβαστούν στα Καράβια και να φύγουν για την Κρήτη. Από αυτούς 400 περίπου μπήκαν σε μια φορτηγίδα και ξεκίνησαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν κατάφερε όμως η φορτηγίδα αυτή να απομακρυνθεί από το λιμάνι του Ναυπλίου, γιατί κτυπήθηκε από τα Γερμανικά Στούκας και βυθίστηκε, χωρίς να γίνει γνωστό πόσοι από τους 400 επιβάτες σώθηκαν και ποια η τύχη τους.

Ένας μικρός αριθμός στρατιωτών προσπάθησε με μικρά πλοιάρια να μετακινηθεί προς τα γειτονικά νησιά και λιμάνια του Αργολικού Κόλπου χωρίς αποτέλεσμα, 1300 Άγγλοι στρατιώτες πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους Γερμανούς και οι υπόλοιποι έφυγαν προς το εσωτερικό της Αργολικής Χερσονήσου, διασκορπίστηκαν σε όλη την Αργολίδα και ζήτησαν προστασία από τους Έλληνες στα διάφορα χωριά και κυρίως τα ορεινά. Πολλοί κατέφυγαν προς το Χέλι και για αρκετό διάστημα οι Χελιώτες τους έκρυβαν επάνω προς την Τραπεζώνα και το βαθύ ρέμα, από όπου αρκετοί από αυτούς σε ομάδες ή και ένας ένας έφυγαν προς τη Μέση Ανατολή και άλλοι προσχώρησαν αργότερα στις αντιστασιακές οργανώσεις.

 

Ναύπλιο. Αποχώρηση συμμαχικών δυνάμεων.

 

Στην είσοδο του λιμανιού του Ναυπλίου προσάραξε το Α/Π Ulster Prince, ενώ μέσα στο λιμάνι βυθίστηκε και δεύτερο πλοίο. Πίσω στην Αρβανιτιά βρίσκονταν μισό βυθισμένα άλλα δύο Αγγλικά Καράβια. Ο Αγγλικός Στρατός στη σύγχυση και την άγρια καταδίωξη από τους Γερμανούς εγκαταλείπει τα πάντα από Καράβια ακινητοποιημένα και κατάφορτα από πάσης φύσεως υλικά, αυτοκίνητα φορτωμένα με πολεμικό υλικό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να φύγει προς την Κρήτη, όπου αργότερα δόθηκε η τελευταία μάχη με τους Γερμανούς μέσα σε Ελληνικό έδαφος.

 

Ulster Prince (+1941). Βρετανικό επιβατηγό πλοίο. Ναυπηγήθηκε το 1930. Βομβαρδίστηκε και από γερμανικά stukas και βυθίστηκε στο Ναύπλιο το 1941.

 

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση και από τη θέα του εγκαταλειμμένου Στρατιωτικού υλικού στο Ναύπλιο και στη γύρω περιοχή, οι χωρικοί της Αργολίδας και κυρίως οι Χελιώτες σε ομάδες ή και ένας ένας κατέβηκαν στο Ναύπλιο και επιδόθηκαν στη λεηλασία των εγκαταλειμμένων εφοδίων του Αγγλικού Στρατού. Από το Στρατόπεδο του Πολυγώνου φορτώνονται σε μουλάρια παντός είδους τρόφιμα (όσπρια, ζυμαρικά, ζάχαρη, καφές, πάσης φύσεως κονσέρβες, άλευρα κ.λπ.) αλλά και άλλα υλικά χρήσιμα για οικοδομικές εργασίες, όπως ξυλεία από τη διάλυση των Στρατιωτικών Παραπηγμάτων που υπήρχαν εκεί και ακόμα λάστιχα αυτοκινήτων ολόκληρα αλλά και κομμάτια από αυτά τα οποία αργότερα χρησιμοποίησαν για σόλες στα παπούτσια τους.

Όλα δε αυτά τα υλικά τα μετέφεραν στο Χέλι είτε φορτωμένα στα μουλάρια τους είτε και στην πλάτη τους ακόμα, κάνοντας αρκετά δρομολόγια μέρα και νύχτα αφού η λεηλασία αυτή κράτησε 2-3 ημέρες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα θύματα των αεροπορικών βομβαρδισμών του Άργους κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η ιατρική περίθαλψη των τραυματιών – Δημήτρης Κ. Κεραμίδας, Καθηγητής Παιδοχειρουργικής


 

Το Άργος υπήρξε στόχος δύο αεροπορικών βομβαρδισμών τη χρονική περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (1939-1945). Ο πρώτος έγινε τον Απρίλιο του 1941 και ο δεύτερος τον Οκτώβριο του 1943. Την πρώτη φορά βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς ενώ τη δεύτερη από τους συμμάχους. Την εποχή εκείνη υπήρχε στρατιωτικό αεροδρόμιο βορειοδυτικά της πόλης σε απόσταση περίπου τριών χιλιομέτρων από το κέντρο της. Το αεροδρόμιο αυτό ήταν το νοτιότερο της ηπειρωτικής χώρας. Σε αυτό είχε μεταφερθεί η Σχολή Ικάρων πριν καταλάβουν την Ελλάδα οι Γερμανοί. Ακολούθως χρησιμοποιήθηκε περιστασιακά από βρετανικά μαχητικά αεροπλάνα και στη συνέχεια από τη γερμανική πολεμική αεροπορία καθ’ όλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής (Απρίλιος 1941-Οκτώβριος 1944).

Το Άργος, μια μικρή πόλη περίπου 12.000 κατοίκων, ήταν το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Αργολίδας με αξιόλογη εμπορική κίνηση και παραγωγή προϊόντων ελαφράς βιομηχανίας, κυρίως στον τομέα της υφαντουργίας με υφαντήρια μέσα στην πόλη και κονσερβοποιίας γεωργικών προϊόντων στην πέριξ της πόλης γεωργική περιοχή. Στον τομέα της παιδείας λειτουργούσαν τέσσερα δημοτικά σχολεία (μεταξύ αυτών το πρώτο δημοτικό σχολείο που ίδρυσε στην Ελλάδα ο Ιωάννης Καποδίστριας το 1831) και ένα εξατάξιο γυμνάσιο, δωρεά του Ελληνοαμερικανού Σ. Μπουσουλόπουλου, με προδιαγραφές για λειτουργία εργαστηρίων Φυσικής και Χημείας, αίθουσας για θεατρικές παραστάσεις και γυμναστηρίου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Έλληνες ναυτικοί στην Εθνική Αντίσταση 1941-1945. Οι μυστικές οργανώσεις, οι αγώνες και οι θυσίες για την ελευθερία της πατρίδας – Έρευνα & κείμενο: Τίτος Αθανασιάδης & Ιωάννης Μαραγκουδάκης


 

Μία από τις λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας αφορά στους αγώνες και στις θυσίες σε αίμα στελεχών του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, του Λιμενικού Σώματος και του Εμπορικού Ναυτικού στα πλαίσια της Εθνικής Αντίστασης των Ελλήνων, κατά των Γερμανών και Ιταλών κατακτητών της περιόδου 1941-1945.

Κοντόπουλος Ιωάννης. Υποπλοίαρχος Π.Ν στα υποβρύχια, 48 ετών. Συνελήφθη από τους Ιταλούς την 8η Σεπτεμβρίου 1942. Καταδικάστηκε σε θάνατο από ιταλικό στρατοδικείο. Εκτελέστηκε την 4η Ιανουαρίου 1943.

Αναφέρεται ως καταληκτική ημερομηνία της συμμετοχής των Ελλήνων ναυτικών στον αντιστασιακό αγώνα κατά του Άξονα ο Μάιος του 1945 και όχι Οκτώβριος του 1944 που οι Γερμανοί ναζί απεχώρησαν από την Ελλάδα, διότι μέχρι την ήττα της Γερμανίας από τους συμμάχους, Έλληνες αντιστασιακοί αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού κυρίως, αλλά και του Λιμενικού Σώματος και του Εμπορικού Ναυτικού μετείχαν σε συμμαχικές ναυτικές αντιστασιακές επιχειρήσεις ή βρίσκονταν αιχμάλωτοι ή όμηροι σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, στην Αυστρία και το Γ’ Ράιχ.

Η εντός της ελληνικής επικράτειας αντίσταση των στελεχών του Ελληνικού Π.Ν, αναπτύχθηκε παράλληλα με τη δράση των 210 αξιωματικών, 434 υπαξιωματικών και 2.944 ναυτών που επιβαίνοντες 16 πολεμικών σκαφών του ελληνικού στόλου, ανεχώρησαν κατά το τρίτο δεκαήμερο του Απριλίου 1941 για την Αίγυπτο, από όπου συνέχισαν τον αγώνα κατά του Γ’ Ράιχ και της φασιστικής Ιταλίας, στη Μεσόγειο, τον Ατλαντικό και τον Ινδικό ωκεανό.

Η μετάβαση του ελληνικού στόλου στη Μέση Ανατολή, μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και τη συνθηκολόγηση ελαχίστων επίορκων αξιωματικών, παρά την απόφαση της ελληνικήςκυβέρνησης να μην συνθηκολογήσουν αλλά να συνεχίσουν τον πόλεμο, απετέλεσε μέγα ιστορικό γεγονός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Καμία άλλη χώρα – σύμμαχος της Αγγλίας – δεν έμεινε τόσο καιρόσταθερή στην υπόθεση της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας όσο ηΕλλάδα, κατά την κρίσιμη εκείνη περίοδο.

Η έρευνά μας αναφέρεται στους αξιωματικούς και βαθμοφόρους του Π.Ν και Λ.Σ αλλά και στους απλούς ανθρώπους της θάλασσας που ίδρυσαν ή συμμετείχαν στις αντιστασιακές οργανώσεις στην κατεχόμενη Ελλάδα και που οι περισσότεροι πλήρωσαν με τη ζωή τους τον αγώνα αυτόν για την ελευθερία μας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μαίρη Κ. Παριανού: Μια Κρανιδιώτισσα στην Αντίσταση


 

Στην Αντίσταση κατά της ξένης κατοχής, που έλαβε τεράστιες διαστάσεις, πήρε μέρος η πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Ιδιαίτε­ρα δυναμική και πρωτοφανής για την ελ­ληνική πραγματικότητα ήταν η δράση που ανέπτυξαν οι γυναίκες όλων των ηλικιών σε κάθε είδους αντιστασιακή κινητοποίη­ση. Γυναίκες που κουβάλησαν το όπλο, που έγιναν σύνδεσμοι με αντιστασιακές οργα­νώσεις. Γυναίκες που φυλακίστηκαν, εξο­ρίστηκαν, βασανίστηκαν και κατέληξαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Γυ­ναίκες που δεν γνωρίζουμε, δεν δίνουν συ­νεντεύξεις, δεν είναι δημοφιλείς. Γυναίκες που επέλεξαν τη σιωπή, χωρίς να εκμεταλ­λευτούν το παρελθόν τους.

Μια τέτοια γυναίκα είναι και η Κρανιδιώτισσα Μαίρη Παριανού. Η Παριανού γεννήθηκε το 1924 στο Κρανίδι της Ερμιονίδας. Το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά του Κοσμά και της Τασίας, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της, σε μικρή ηλικία, στην Αθήνα, αρχικά στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου και Ηπείρου και αργότερα στην οδό Αριστοτέλους και Μακεδονίας. Με την κήρυξη του πολέμου η επικοινωνία με την Αμερική δεν μπορούσε να συνεχιστεί πλέον, και ο πατέ­ρας της που εργαζόταν εκεί δεν μπορούσε να στέλνει χρήματα. Έτσι η μητέρα της αναγκάστηκε να νοικιάζει τα τρία δωμάτια του διώροφου σπιτιού τους για να ζήσουν.

Ένα απριλιάτικο πρωινό του 1941 εμφανίζεται ένας κύριος ως ενοικιαστής, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ήταν μαυραγορίτης και ονομαζόταν Κώστας Χαλάς. Συμπεριφερόταν περίεργα δεν έβγαινε από το σπίτι την ημέρα, αλλά αργά το βράδυ παίρνοντας προφυλάξεις, γεγονός που είχε βάλλει σε υποψίες την κυρά Τασία. Ώσπου κάποια μέρα ο μυστηριώδης ένοικος ζητά να αρραβωνιαστεί τη Μαίρη, αλλά εκείνη έχει διαφορετική άποψη:

 

«Κόντευα 17 ετών», θα γρά­ψει αργότερα στο βιβλίο της η Μαίρη Παριανού, «Μάνα, εγώ έχω όνειρα. Να λήξει ο πόλεμος να πάω κοντά στον πατέρα μου, σε ανώτερες σχολές. Κι εσύ μου λες να πάρω το μαυραγορίτη; Είχα όνειρα πολλά. Πήγαινα στο Γυμνάσιο, στο μπαλέτο στη σχολή Ζουρούδη και στο Ωδείο, στη Φειδίου, όπου έκανα φωνητική. Ήθελα να γίνω ηθοποιός για μεγάλο θέατρο…».

 

Ο άνθρω­πος που ζητούσε να παντρευτεί την δεκαεφτάχρονη Μαρία δεν ήταν άλλος από τον αρχηγό της αντιστασιακής Οργάνωσης «Προμηθέας II», Χαράλαμπο (Μπάμπη) Κουτσογιαννόπουλο,* απότακτο αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού. Τελικά τον αρραβωνιάζεται και τον Ιούνιο του 1941 μπαίνει στην Οργάνωση. Συνεργαζόταν στον συντονισμό των εκπομπών του ασυρμάτου, εκτελούσε χρέη συνδέσμου, δραστηριότητα ιδιαίτερα επικίνδυνη, που απαιτούσε συνεχή εγρή­γορση και ψυχραιμία. Αν και τα επιτεύγματα της ομάδας στον τομέα των δολιοφθορών ήταν λίγα σε αριθμό, ήταν τεράστια η προσφορά της στον τομέα των ναυτικών πληροφοριών. Πληροφορίες που έδινε στους συμμάχους σχετικά με την κίνη­ση των νηοπομπών του Άξονα στο Αιγαίο.

 

Σπάνια φωτογραφία του Χαράλαμπου Κουτσογιαννόπουλου σε εκδρομή με συγγενείς μετά τον πόλεμο.

 

Ο Χαρ. Κουτσογιαννόπουλος ήταν εκείνος που έπει­σε τον Ζέρβα να βγει στα βουνά, όταν εκείνος παρά την οι­κονομική βοήθεια που του είχαν προσφέρει οι Βρετανοί προκειμένου να οργανώσει ένοπλα τμήματα, καθυστερού­σε ζητώντας περισσότερα χρήματα. Τελικά με την απειλή ότι θα τον κατέδιδε στη Γκεστάπο, επειδή, όπως ο ίδιος του είχε εκμυστηρευτεί, διαπραγματευόταν με τους Ιτα­λούς, ο Ζέρβας πείστηκε και κατευθύνθηκε προς τα βουνά της Ηπείρου, στις 23 Ιουλίου του 1942. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ανάλυση της στρατηγικής των Ιταλών στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο (1940-41) βάσει των στρατηγικών αναλυτών Σουν Τσου, Κλαούζεβιτς, Ζομινί και Φούλερ | Αντιπλοίαρχος Θεόφιλος Νικολαΐδης


 

Μπενίτο Μουσολίνι (1883-1945).

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος εντάσσεται στα πλαίσια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και του ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού της πολιτικής του Μουσολίνι, στο χώρο της Μεσογείου. Ο Μουσολίνι στα μέσα του 1940 έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, θέλησε να αποδείξει στους συμμάχους του ότι μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες και να αναδειχθεί σε ρυθμιστική δύναμη της Νότιας Βαλκανικής. Αποτελεί δε, προϊόν της επεκτατικής πολιτικής του φασιστικού καθεστώτος, η οποία διαφάνηκε με την κατάληψη της Αλβανίας (Άνοιξη 1939), διαταράσσοντας την έως τότε πολιτική και στρατιωτική ισορροπία στα Βαλκάνια [1] ενώ την ίδια χρονική περίοδο Αγγλία και Γαλλία εγγυούνταν την ανεξαρτησία της Ελλάδας, σχηματοποιώντας έμμεσα τις συμμαχίες που διαμορφώνονταν στην περιοχή.

Ο σκοπός του άρθρου είναι να αναλύσει τη στρατηγική των Ιταλών στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, υπό το πρίσμα των βασικών εννοιών που αναπτύχθηκαν από τους κορυφαίους διανοητές και στρατηγικούς αναλυτές, με σκοπό την εξαγωγή χρήσιμων και επωφελών συμπερασμάτων για την άσκηση της σύγχρονης στρατηγικής σκέψης και της επιχειρησιακής τέχνης.

 

Διεθνές Περιβάλλον

  

Ο Χίτλερ με προσωπικές του ενέργειες, για τις οποίες δεν είχε ενημερώσει το σύμμαχό του, Μουσολίνι:

– Εξασφάλισε συμμαχία με Ουγγαρία, Ρουμανία και Βουλγαρία, (Μάιος – Ιούλιος 1939).

– Επιτέθηκε στην Πολωνία, (1 Σεπτέμβριο 1939).

– Κατέλαβε τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας, (12 Οκτώβριο 1940).

Οι ανωτέρω επεκτατικές ενέργειες, εξόργισαν το Μουσολίνι και έδρασαν καταλυτικά στην απόφασή του για επίθεση στην Ελλάδα [2], με σκοπό την απόκτηση ηγεμονικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια. Αντίθετα η Μ. Βρετανία και η Γαλλία, παρέμεναν επίσημα θεατές εν ονόματι της φιλειρηνικότητας. [3]

 

Πολιτικός Αντικειμενικός Σκοπός (ΑΝΣΚ) Ιταλών

 

Ο πολιτικός Αντικειμενικός Σκοπός (ΑΝΣΚ)  που είχε τεθεί, ήταν η κατάληψη της Ελλάδας, όπως προκύπτει κι από το τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου. Για την επίτευξή του, χρησιμοποιήθηκε αρχικά διπλωματία εξαναγκασμού, με μεθοδευμένη κλιμάκωση των προκλητικών ενεργειών με απειλή χρήσης βίας (πειθαναγκασμός) και στη συνέχεια, από 28 Οκτωβρίου 1940, με την ανάληψη επιθετικών επιχειρήσεων, επιδιώκοντας αποφασιστικό αποτέλεσμα με τη χρήση βίας.

 

Αίτια Πολέμου

 

Τα αίτια του πολέμου προσδιορίζονται σε 3 επίπεδα [4] και αποτελούν απόρροια τόσο των προσωπικών επιδιώξεων του δικτάτορα, (ατομικό επίπεδο) όσο και των κρατικών δομών αλλά και του διεθνούς συστήματος, όπως αυτά αναλύονται παρακάτω:

Συστημικό Επίπεδο: Επιδίωξη ηγεμονικής κυριαρχίας της Ιταλίας στην περιοχή των Βαλκανίων, υπό την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού. Ο δικτάτορας αντιλαμβανόμενος την ανισοκατανομή ισχύος που θα δημιουργούνταν στην περιοχή ενδιαφέροντός του, με την πρόσκτηση των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας από τη Γερμανία, αναλαμβάνει επιθετικές επιχειρήσεις για να αποκτήσει μερίδιο στη διακυβέρνηση του διεθνούς συστήματος.

Κρατικό επίπεδο: Η καλλιέργεια στο εσωτερικό της χώρας και στη συνείδηση του ιταλικού λαού, μέσω προπαγανδιστικών ενεργειών, του κινήτρου προσφυγής στον πόλεμο, με την αναβίωση του αισθήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ατομικό επίπεδο: Βιολογικά ορμέμφυτα του Μουσολίνι. Η ιδιοσυγκρασία [5] και η αλαζονεία του δικτάτορα για εξομοίωση στα μάτια του ιταλικού λαού με τον Χίτλερ καθώς και οι οραματισμοί του για αναβίωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επέδρασαν καταλυτικά στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και στην κήρυξη του πολέμου στην Ελλάδα. [6] Επιπλέον δε, επιζητούσε και τη στρατιωτική δόξα, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Τσιάνο, «το ασύλληπτο όνειρο της ζωής του, η δόξα επί του πεδίου της μάχης».[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

28η Οκτωβρίου 1940: «Το όχι των Ελλήνων»


 

 

28η Οκτωβρίου 1940. Φωτογραφία Greek Library of London.

 

Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε στον Μεταξά τελεσίγραφο της ιταλικής κυβέρνησης. Με αυτό, η Ρώμη ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας.

[…] Tο ηχηρό «ΟΧΙ» των Ελλήνων  προκάλεσε παλλαϊκές εκδηλώσεις ενθουσιασμού στην Αθήνα. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιο ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνομαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο: Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό», περιγράφει εκείνο το πρωινό του Οκτωβρίου ο λογοτέχνης Γιώργος Θεοτοκάς. #28ηΟκτωβρίου1940 #ΟΧΙ #ΒΠαγκόσμιοςΠόλεμος

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Η κατοχή στην Αργολίδα με τη ματιά ενός Ιταλού στρατιώτη


 

Ο Ιταλός ιατρός Φράνκο Ρομάνο (Franco Romano) γεννήθηκε το 1921 και υπηρέτησε ως στρατιώτης στον ελληνοϊταλικό πόλεμο με τον βαθμό του ανθυπίατρου. Ο Φράνκο  μετατέθηκε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1942, αρχικά στην Αθήνα και κατόπιν στο Άργος, όπου έκανε πολλούς φίλους. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Άργος θεράπευσε κατοίκους της πόλης, καθώς και ανθρώπους της ευρύτερης περιοχής. Στο Άργος γνώρισε την μούσα του, την Ευαγγελία Τούμπανου, την εποχή της συνθηκολόγησης των Ιταλών (1943). Παρ’ ότι την ερωτεύτηκε εξ’ αρχής, η νεαρή Ευαγγελία θεώρησε ότι υποκρινόταν, απορρίπτοντας μάλιστα δύο φορές την πρόταση γάμου που της έκανε…

Ο Ρομάνο έγραψε για τα βιώματά του στο βιβλίο «Μία απέραντη αγάπη», το οποίο αφιέρωσε στην μνήμη της γυναίκας του. Στο βιβλίο περιγράφονται γεγονότα από την κατοχή, καθώς και η στάση των Ιταλών και Γερμανών στρατιωτών απέναντι στους κατοίκους, ιδιαίτερα στο  Άργος και στις γύρω περιοχές.

Ας δούμε τι αναφέρει, μεταξύ άλλων,  στο βιβλίο του, για το αεροδρόμιο των Φιχτίων, την πόλη του Άργους,   την εκτέλεση τριών ομήρων, τη φυλάκιση του από τους Γερμανούς, το βομβαρδισμό του Άργους και τέλος την ανατίναξη του λιμανιού του Ναυπλίου.

 

Μετάθεση στο Αεροδρόμιο των Φιχτίων

Φίxτια 30.08.1942

 

Φράνκο Ρομάνο

Μετατέθηκα στο αεροδρόμιο των Φιχτίων, ένα χωριουδάκι στην επαρχία του Άργους κοντά στις Μυκήνες, το βασίλειο του Αγαμέμνονα. Ήταν ένα μικρό αεροδρόμιο που φιλοξενούσε λίγα αεροπλάνα. Σε απόσταση διακοσίων μέτρων, ανάμεσα στους ελαιώνες, βρισκόταν το στρατόπεδό μας. Ήταν κατασκευασμένο από καλοφτιαγμένες παράγκες. Η καθεμιά είχε τη λειτουργία της. Υπήρχε ένα σωστά εξοπλισμένο νοσηλευτήριο, η κουζίνα, η τραπεζαρία, το αρχηγείο και τα προσκείμενα γραφεία, τα καταλύματα των αξιωματικών, των υπαξιωματικών, του στρατεύματος και το εργαστήρι, καθώς και τα χτιστά αποχωρητήρια και τα ντους. Δίπλα στο αναρρωτήριο είχε τοποθετηθεί μια σκηνή με τον κόκκινο σταυρό ζωγραφισμένο στο εξωτερικό της με έξι κρεβάτια για τους νοσηλευόμενους και δύο για το προσωπικό υπηρεσίας. Την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκα στη σκηνή, έγινα στόχος κουνουπιών. Ο Κάμπος ήταν γεμάτος τέτοια έντομα λόγω της υγρασίας. Έτρεξα στο καταφύγιο για να προμηθευτώ μια κουνουπιέρα και από το δεύτερο βράδυ κι έπειτα κατάφερα να κοιμάμαι ήρεμος. Σε απόσταση ενάμισι χιλιομέτρου από το αεροδρόμιό μας υπήρχε ένα άλλο, κατειλημμένο από τους Γερμανούς στο Κουτσοπόδι. Για να είμαι ειλικρινής στο αεροδρόμιο των Φιχτίων προσαρμόστηκα σύντομα και έκανα καινούργιες φιλίες. Το Τμήμα Υγιεινής αποτελούνταν από τον υπολοχαγό ιατρό, έναν επίλεκτο ειδικευμένο αεροπόρο, τρεις βοηθούς νοσοκόμους και από εμένα. Και εδώ ο κόσμος υπέφερε από την πείνα ίσως λιγότερο οι χωρικοί. Τρέφονταν κυρίως με βολβούς και ρίζες που έβγαζαν από τη γη και με φρούτα. Έδινα τα ρούχα για πλύσιμο σε μια φτωχή οικογένεια του χωριού και τούς πλήρωνα με δραχμές ή τρόφιμα. Επειδή επιθυμούσα να βοηθήσω αυτή την οικογένεια ακόμα περισσότερο, είπα σε μερικούς να κάνουν το ίδιο.

Σε αυτό το μικρό χωριό των λίγων σπιτιών οι κάτοικοι αρρώσταιναν συχνά, από υποσιτισμό, και δυστυχώς δεν μπορούσαν να βρουν τα φάρμακα για να θεραπευτούν. Οι ασθένειες χτυπούσαν περισσότερο τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, οι οποίοι είχαν ανάγκη από ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ο αξιωματικός του αεροδρομίου, όταν πληροφορήθηκε την κατάσταση, συμφώνησε με τον γιατρό να δοθεί άδεια στους πολίτες που είχαν ανάγκη ιατρικής φροντίδας να παρακολουθούνται από εμάς. Έτσι όλα τα πρωινά μετά τις δέκα και μισή, αφού τελείωναν οι επισκέψεις των δικών μας στρατιωτών, βλέπαμε τους πολίτες. Πέρα από τις ιατρικές μας υπηρεσίες ασχολούμασταν με την απολύμανση των χώρων και του πόσιμου νερού, που το έφερναν, με τα αυτοκίνητα – δεξαμενές και το άδειαζαν σε κατάλληλα ντεπόζιτα, όπου για μεγαλύτερη σιγουριά ρίχναμε μέσα παστίλιες για αποστείρωση.

Το εργαστήριο λειτουργούσε από τις επτάμιση μέχρι τις εντεκάμισι. Από τις δύο μέχρι τις έξι ασχολούμασταν με φαρμακευτική περίθαλψη, οδοντιατρικές θεραπείες τραύματα, εξαρθρώσεις κ.λπ.

Θυμάμαι αμυδρά την επίσκεψη κάποιων πολιτών. Είχα θεραπεύσει την πληγή στο δεξί πόδι ενός παιδιού οκτώ ετών, που είχε έρθει με μια νεαρή γυναίκα. Ονομαζόταν Παναγιώτης Μαραγκός. Το τραύμα είχε προκληθεί από την κλοτσιά ενός μουλαριού, συγκεκριμένα από το σίδερο του πετάλου. Η πληγή, ελάχιστα φροντισμένη χειροτέρευε και η μόλυνση είχε επεκταθεί. Κάποιος χειρουργός αποφάσισε να του κόψουν το πόδι για να μη δημιουργηθεί  γάγγραινα. Ο πατέρας του παιδιού απελπισμένος το έφερε αμέσως σε εμάς στο Πρώτων Βοηθειών όπου και διαπιστώσαμε τη σοβαρότητα του πρηξίματος. Του έκανα μια τομή με το νυστέρι και πιέζοντας πετάχτηκε άφθονο πύον.

Θεραπεύτηκε σε λίγες ημέρες. Μερικές λεπτομέρειες του γεγονότος τις πήρα από τον ίδιο τον Παναγιώτη, ο οποίος σήμερα ζει στα Φίχτια.

 

Η πόλη του Άργους

Φίχτια 10.10.1942

 

Δώδεκα χιλιόμετρα από τα Φίχτια βρίσκεται το Άργος, μια από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου, 5.000 χρόνια π.Χ. Είναι μια όμορφη κωμόπολη, σε μια πεδιάδα με αρχαιολογικά ευρήματα, το Θέατρο, το Κάστρο και την Αγορά. Διασχίζοντας την οδό Κορίνθου μέχρι το τέλος, φτάνουμε στη μεγάλη πλατεία του Αγίου Πέτρου, με τον καθεδρικό ναό αφιερωμένο στον προστάτη της πόλης (έναν επίσκοπο που ανακηρύχθηκε άγιος). Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του, ακόμα και σήμερα, προικίζεται η φτωχότερη κοπέλα του Άργους. Ο Άγιος είχε ζητήσει, όταν βρισκόταν στη ζωή, το γεγονός να επαναλαμβάνεται τα επόμενα χρόνια.

Στα δεξιά, μετά την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου και στρίβοντας αριστερά στην οδό Γεωργίου Β’, υπήρχε ένα ξενοδοχείο και ένα διώροφο σπίτι όπου έμεναν οι αρχηγοί τον γερμανικού αρχηγείου. Πίσω από την πλατεία της αγοράς ήταν τα κρεοπωλεία. Στο βάθος, στο κέντρο, ανάμεσα στην οδό Δαναού και στην οδό Καλλέργη, βρίσκονταν οι στρατώνες όπου είχε εγκατασταθεί το ιταλικό αρχηγείο. Στα αριστερά της πλατείας του Αγίου Πέτρου, στην οδό Δαναού, υπήρχε και υπάρχει μέχρι σήμερα ένα νεοκλασικό κτίσμα, το δημαρχείο του Άργους. Διασχίζοντας την οδό Δαναού, συναντούσαμε το τοπικό νοσοκομείο, ένα κτίριο χτισμένο από την οικογένεια Κωνσταντοπούλου το 1912. Η οδός Δαναού ήταν γνωστή εκείνη την εποχή σαν «Δενδροστοιχία», λόγω των εκπληκτικών πλατάνων που υπήρχαν και στις δύο πλευρές, που τα κλαριά τους σχημάτιζαν ένα διάδρομο σκιερό και δροσερό το καλοκαίρι. Στα αριστερά βρισκόταν το γυμναστήριο, το δημοτικό και το γυμνάσιο.

Στα δεξιά ήταν η οδός Θεάτρου, που στη διασταύρωση με την οδό Φείδωνος, στα αριστερά, υπήρχε μια αρχαία πηγή όπου μπορούσαν να ξεδιψάσουν τα ζώα. (Σήμερα, στη θέση της, κάτω από τη σκιά του αιωνόβιου πλατάνου υπάρχει ένα περίπτερο.) Λίγα πιο κάτω, στα αριστερά, στην οδό Τριπόλεως, φαίνονταν τα ερείπια της μεγάλης Αρχαίας Αγοράς και απέναντι, στα δεξιά, το βουνό όπου οι αρχαίοι Έλληνες είχαν σκάψει στο βράχο, που ακόμα υπάρχει, το Θέατρο με τα σκαλιά και τα πέτρινα καθίσματα σε ημικύκλιο, χωρητικότητας 20.000 θεατών, κατασκευασμένο περίπου το 300 π.Χ. από τον Πολύκλειτο.

Ψηλά φαινόταν το ολόλευκο καμπαναριό της ιστορικής εκκλησίας της Πορτοκαλούσας, που το 1821 ήταν κρυφό σχολειό. Ακόμα πιο ψηλά, στην κορυφή του βουνού, υψωνόταν το Μεσαιωνικό Κάστρο (η αρχαία Λάρισα), οχυρωμένο από τους αρχαίους Έλληνες, καλλωπισμένο από τους Βυζαντινούς και μ’ ένα οχυρωματικό τείχος από τους Βενετσιάνους. Κατακτήθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι κατόπιν εκδιώχθηκαν. Από την οδό Τριπόλεως άρχιζε ο Συνοικισμός, που κατοικούνταν από πρόσφυγες Έλληνες, Αρμένιους και Ρώσους που είχαν εκδιωχθεί απ’ τους Τούρκους το 1912 και το 1918. Ο Συνοικισμός εκτεινόταν μέχρι τους πρόποδες του βουνού. Η πόλη του Άργους είχε καταληφθεί από το ιταλικό και το γερμανικό στράτευμα. Ανάμεσα στα δύο αρχηγεία είχαν επέλθει συμφωνίες. Κανένας δεν υπερείχε του άλλου. Οι αποφάσεις παίρνονταν από κοινού. Οι Ιταλοί είχαν το αρχηγείο τους στην πλατεία του Άργους και οι Γερμανοί στο Ναύπλιο. Το ιταλικό αρχηγείο διέθετε περίπου χίλιους εξακόσιους άντρες – πεζικό, πυροβολικό και δυνάμεις της αστυνομίας. Εμείς της Αεροναυτικής ανήκαμε στο Στρατιωτικό Αρχηγείο της Αεροναυτικής στην Αθήνα.

 

Τρεις Έλληνες όμηροι εκτελούνται

Άργος 18.8.1943

 

Ένα άλλο γεγονός που συνέβη στο Άργος στις 18 Αυγούστου 1943, από τον τρόπο που εξελίχθηκε, μεγάλωσε τη συμπάθεια για τούς Ιταλούς. Μετά το ποδοπάτημα και το βασανισμό ενός νεαρού Γερμανού στρατιώτη από κάποιους ανεύθυνους ηλίθιους, απ’ τον οποίο πήραν το όπλο και τον μπερέ, η αντίδραση του γερμανικού αρχηγείου ήταν άμεση. Έκαναν έρευνα στην περιοχή και συνέλαβαν δέκα νεαρούς πολίτες, για αντεκδίκηση. Τέσσερις από αυτούς αφέθηκαν αμέσως ελεύθεροι, εφόσον κατά τη διάρκεια του επεισοδίου βρίσκονταν στην εργασία τους, κοντά στους Γερμανούς, και συνελήφθησαν ενώ επέστρεφαν από αυτήν. Μερικούς συλληφθέντες τους βάρυναν κατηγορίες. Πράγματι (έγινε γνωστό αργότερα), ότι δύο συμμετείχαν στην επίθεση, ενώ οι άλλοι ήταν αθώοι. Ύστερα οι Γερμανοί έβγαλαν μια διαταγή που τη μετέδωσαν από τα μεγάφωνα, τόσο στην πλατεία όσο και στην περιφέρεια: «Δίνουμε δώδεκα ώρες καιρό σε εκείνους που διέπραξαν την επίθεση να παραδοθούν στις γερμανικές Αρχές για να περάσουν από κανονική δίκη και να εκτίσουν ποινή φυλάκισης. Αν περάσουν οι δώδεκα ώρες και δεν έχει παραδοθεί κανείς, οι έξι όμηροι θα τουφεκιστούν». Σε αυτό το σημείο παρενέβη ο Ιταλός φρούραρχος, κάνοντας γνωστό ότι δεν ήταν πρέπον να τουφεκιστούν έξι άτομα για την απερίσκεπτη ενέργεια μερικών ασυνείδητων. Θα μπορούσε να υπάρξει διαφορετική τιμωρία. Ακολούθησε έντονη συζήτηση και στο τέλος συμφώνησαν. Τρεις θα κρατούσαν οι Γερμανοί και τρεις οι Ιταλοί.

Τα ονόματα των ομήρων ήταν γραμμένα σε έξι κομμάτια χαρτί, που τοποθετήθηκαν διπλωμένα σε ένα κουτί και κληρώθηκαν, ένα τη φορά. Η πρώτη κλήρωση για τους Γερμανούς, η δεύτερη για τους Ιταλούς και ούτω καθεξής. Εκείνοι που κληρώθηκαν για τους Γερμανούς μεταφέρθηκαν στο αρχηγείο τους στην οδό Τζώκρη 66, στο σπίτι του Κασιδάκη που είχε μετατραπεί σε φυλακή.

Τα ονόματα όσων κληρώθηκαν για τούς Γερμανούς ήταν: Μαρλαγκούτσος Γεώργιος 26 ετών, Κασιδάκης Δημήτρης 26 ετών, Μπογοβίτης 24 ετών (δεν κατόρθωσα να μάθω το όνομά του). Αυτοί που κληρώθηκαν για τους Ιταλούς ήταν: Μαρλαγκούτσος Σωτήρης 25 ετών, Αντρέας Ηλιάδης 26 ετών, Έντμον (και αυτού δεν μπόρεσα να μάθω το όνομα).

Ο γαμπρός του Κασιδάκη, πρώην υπολοχαγός του ελληνικού στρατού, είχε προτείνει στον κουνιάδο του να τον βοηθήσει να το σκάσει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο ίδιος όμως δε θέλησε, λέγοντας ότι ήταν αθώος και ότι θα τον απελευθέρωναν.

Παρά τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες του ιταλικού, αρχηγείου να αποφευχθεί ο τουφεκισμός των τριών κακότυχων, ο Γερμανός αρχηγός ήταν αμετακίνητος. Θεωρούσε καθήκον του να δώσει ένα παραδειγματικό μάθημα για να μην επαναληφθούν παρόμοιες πράξεις. Αφού πέρασαν οι δώδεκα ώρες και δεν εμφανίστηκε κανένας, το πρωί της 24ης Αυγούστου του 1943, οι τρεις οδηγήθηκαν στην περιοχή Μπομπέικα όπου και τουφεκίστηκαν. Η τύχη των άλλων τριών πού κρατήθηκαν από τους Ιταλούς ήταν διαφορετική. Ύστερα από μερικές μέρες φυλάκισης, αφέθηκαν ελεύθεροι. Όσο για τον Έντμον, έμαθα πως υποψιάζονταν ότι ήταν ένας από τους βασανιστές του Γερμανού στρατιώτη.

 

Φυλακισμένοι των Γερμανών

Φίχτια 9.9.1943

 

9 Σεπτεμβρίου του 1943, ώρα πέντε και μισή. Κοιμόμουν βαθιά στο κρεβάτι μου στη σκηνή, όταν αισθάνθηκα ένα απότομο τράνταγμα και ξύπνησα. Ήταν ο νοσοκόμος του διπλανού κρεβατιού. Ένας ψίθυρος ασυνήθιστος με κάνει να ξυπνήσω για τα καλά. Δύο Γερμανοί στρατιώτες με τα οπλοπολυβόλα μάς φώναξαν να σηκωθούμε και να παραδώσουμε τα όπλα. Σηκωθήκαμε, ντυθήκαμε και φορέσαμε τους βραχίονες με τον κόκκινο σταυρό. Ύστερα, τούς δώσαμε να καταλάβουν με νοήματα ότι εμείς του Τμήματος Υγιεινής δεν είχαμε όπλα. Αφού βεβαιώθηκαν ότι δεν υπήρχαν κρυμμένα όπλα, μας έκαναν νόημα να τους ακολουθήσουμε, πάντα με προτεταμένα τα όπλα. Φτάσαμε στην πλατεία όπου είχαν αρχίσει να μαζεύονται όλοι οι άλλοι στρατιώτες και αξιωματικοί, μερικοί μισοντυμένοι. Ξαφνιαστήκαμε, αλλά και να θέλαμε να αντισταθούμε, δεν ήμασταν σε θέση να το κάνουμε μόνο με τα πυροβολεία των 20 mm που διαθέταμε.

Οι Γερμανοί είχαν περικυκλώσει τον κάμπο με τανκς, ήταν καλά εξοπλισμένοι και διέθεταν ισχυρότερες δυνάμεις από τις δικές μας. Ένας αξιωματικός Γερμανός ήρθε στην πλατεία και, αφού έγινε σιωπή, σε σπασμένα ιταλικά είπε ότι ο καθένας μας έπρεπε να πάει στη θέση υπηρεσίας του. Ήθελαν να ελέγξουν τις αρμοδιότητες του καθενός. Χωρίς να χάσω χρόνο, πήγα μαζί με τους άλλους νοσοκόμους στο νοσηλευτήριο. Οι αξιωματικοί είχαν συγκεντρωθεί στο γραφείο του αρχηγού του αεροδρομίου. Ο προηγούμενος επικεφαλής ήταν τυχερός, είχε επιστρέψει στην Ιταλία πριν από δέκα μέρες. Στις επτά ήρθε ο υπολοχαγός ιατρός στο νοσηλευτήριο για να μας πει να συνεχίσουμε την υπηρεσία μας όπως και πριν. Έπειτα έφυγε γιατί έπρεπε να πάει στη συγκέντρωση μαζί με τους άλλους αξιωματικούς. Λίγα λεπτά αργότερα, ήρθε νέα διαταγή. Ένας άλλος Γερμανός αξιωματικός παρουσιάστηκε και μας είπε στα ιταλικά ότι είχαμε λίγα λεπτά για να μαζέψουμε τα προσωπικά μας είδη – έπρεπε να μεταφερθούμε σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άργος.

Ενώ προσπαθούσα να κρυφτώ από έναν Γερμανό στρατιώτη, βιάστηκα να μαζέψω όσο περισσότερα γινόταν και να τα βάλω στη βαλίτσα για να μην τα αφήσω σε αυτούς. Είχα σκοπό να μη μείνω φυλακισμένος, αλλά να αδράξω την πρώτη ευκαιρία που θα μου δινόταν και να το σκάσω. Θυμάμαι ακόμα εκείνα που πήρα: το κουτί για την περιποίηση των δοντιών, τον καθρέφτη με όλα τα αξεσουάρ, ψαλίδια, σύριγγες, αιμοστατικά, μπουκαλάκια με αιθυλικό αιθέρα, αντιτετανικούς ορούς, νεοσίντ, καμφορά, καφεΐνη, σουλφαμίδες, γάζες, άτεμπριν, καθώς και όλο το κουτί με τα απαραίτητα για τις πρώτες βοήθειες. Ετοιμαζόμουν να πάρω τη φωτογραφική μου μηχανή, όταν ο Γερμανός υπηρεσίας μου την άρπαξε από το χέρι λέγοντας ότι κατάσχεται. Του την τράβηξα από το χέρι και την πέταξα κάτω. Μου έδωσε ένα δυνατό χαστούκι. Τότε αναγνώρισα τον υπεύθυνο που είχε ζητήσει να μαζέψουμε τα πράγματά μας και του εξήγησα τι είχε συμβεί. Απευθύνθηκε προς τον στρατιώτη, δείχνοντάς του την έξοδο. Εμένα μου υπέδειξε να μαζέψω από κάτω τη μηχανή, η οποία κατά τύχη είχε πέσει σε ένα κουτί χωρίς να πάθει ζημιά. Στις εννέα και σαράντα μας οδήγησαν στα φορτηγά παρακινώντας μας να ανεβούμε με τα πράγματά μας. Κατευθυνθήκαμε προς το Άργος. Στο δρόμο, ο κόσμος που συναντούσαμε μας χαιρετούσε με συμπάθεια. Πολλοί ξαφνιάστηκαν μόλις μας είδαν πάνω στα φορτηγά υπό την επίβλεψη των Γερμανών.

 

Ο βομβαρδισμός του Άργους

Άργος 14.10.1943

 

Το βράδυ της 13ης Οκτωβρίου, περίπου στις εννιά, ένα αγγλο-αμερικανικό αεροπλάνο έριξε πολύχρωμα πυροτεχνήματα που, στηριζόμενα στον αέρα από μικρά αλεξίπτωτα, φώτιζαν ολόκληρες περιοχές της πόλης για μερικά λεπτά. Ο κόσμος μη γνωρίζοντας τι ήταν, άρχισε να φοβάται. Εξήγησα στη μητέρα και στην Ευαγγελία ότι και στην Αφρική, στη Βεγγάζη, έριχναν σχεδόν όλα τα βράδια. Το αεροπλάνο, που τα έριξε, χωρίς αναγνωριστικό, είχε φωτογραφίσει τις επίμαχες περιοχές της πόλης με σκοπό να εντοπίσει θέσεις και γερμανικά στρατόπεδα. Την επόμενη μέρα -14 Οκτωβρίου- ειδοποίησα τη μητέρα και την Ευαγγελία ότι θα πήγαινα στον φίλο μου τον Παύλο και ότι πιθανόν να αργούσα. Πέρασα πρώτα από το καφενείο να χαιρετήσω τους φίλους. Θα ήταν περίπου δέκα και μισή τη στιγμή που βρέθηκα λίγο μακριά από το σπίτι του Βαρβάτη, όταν ένας εκκωφαντικός ήχος από αεροπλάνα που πετούσαν με ανάγκασε να σηκώσω το κεφάλι. Τα είδα να προβάλλουν πίσω από το κάστρο, να χωρίζονται και ύστερα να εξαπολύουν ένα χαλάζι από βόμβες. Μόλις που πρόλαβα να κρυφτώ κάτω από μια πόρτα. Είδα κόσμο να τρέχει από όλες τις πλευρές και να σωριάζεται κάτω χτυπημένος από τις βόμβες. Άκουγα φωνές πόνου και επικλήσεις για βοήθεια. Ένας άντρας στη μέση του δρόμου φαινόταν νεκρός. Σύννεφα σκόνης σηκώνονταν δυσκολεύοντας την όραση. Είχε ξεσπάσει πυρκαγιά και σύννεφα μαύρου καπνού έκαναν σκούρο τον ουρανό. Κραυγές πόνου από συγγενείς, ένα παιδί με κομμένα πόδια ήταν νεκρό. Μια βόμβα έσκασε κοντά στην καγκελόπορτα. Ευτυχώς, μόλις είχα μετακινηθεί στο εσωτερικό. Ο βομβαρδισμός σταμάτησε, αφήνοντας νεκρούς και τραυματίες στη γη, φωτιές και σπίτια με σπασμένα τζάμια, ερείπια παντού. Εγκατέλειψα την καγκελόπορτα, το θέαμα ήταν φρικιαστικό: σώματα διαμελισμένα, κεφάλια και μέλη αποκομμένα από το σώμα, πεταμένα σε απόσταση αρκετών μέτρων, δρόμοι πραγματικά σουρωτήρια από τις τρύπες που άφησαν οι βόμβες. Ο κόσμος συνέχιζε να τρέχει. Είχε περάσει μόλις μισή ώρα και άρχισαν να έρχονται οι πρώτες βοήθειες, όταν ξεκίνησε ο δεύτερος βομβαρδισμός, φοβερός και αυτός. Πρόλαβα να βρω ένα καταφύγιο στην οδό Νικηταρά, κοντά στο δημαρχείο. Οι επικλήσεις στην Παναγία και τους Αγίους ήταν συνεχείς. Όλα έμοιαζαν με κόλαση από τις φλόγες τον καπνό και τη σκόνη.

Η Ευαγγελία Τούμπανου το 1945. Η φωτογραφία δημοσιεύεται στο βιβλίο, Φράνκο Ρομάνο «μια απέραντη αγάπη – ο τελευταίος πόλεμος στη Ελλάδα 1941-1944»…

Οι μητέρες καλούσαν τα παιδιά τους, οι γυναίκες τους άντρες και οι άντρες τις γυναίκες. Ο βομβαρδισμός διήρκεσε όσο και ο πρώτος, προκαλώντας και άλλα θύματα. Έφτασαν οι πρώτες βοήθειες. Μερικοί Γερμανοί στρατιώτες φόρτωναν στα φορτηγά τους τραυματίες. Καρότσια που τραμπαλίζονταν στις τρύπες του δρόμου, γεμάτα πτώματα, προχωρούσαν προς τα νεκροταφεία – στην Ελλάδα κάθε συνοικία έχει το νεκροταφείο της. Προσπάθησα να βοηθήσω τους τραυματίες. Οι περισσότεροι ήταν σοβαρά και δεν αρκούσε η βοήθειά μου. Ένα αμερικανικό αεροπλάνο είχε χτυπηθεί από τους Γερμανούς. Ο πιλότος σώθηκε πέφτοντας με το αλεξίπτωτο. Οι Γερμανοί τον έψαξαν, αλλά δεν τον βρήκαν. Τον είχαν κρύψει οι κάτοικοι.

Επειδή βρισκόμουν κοντά, κατευθύνθηκα προς το σπίτι της οικογένειας Βαρβάτη. Παντού συναντούσα κόσμο και καρότσια γεμάτα νεκρούς. Όλοι προσπαθούσαν να σβήσουν τις φωτιές. Σωροί ερειπίων γέμιζαν τους δρόμους που διέσχιζα εκείνη τη στιγμή. Φτάνοντας στην οδό Καλμούχου, είδα συγκεντρωμένο κόσμο κι ένα θέαμα φρικτό. Δύο σώματα, άψυχα κείτονταν στη γη σε μια μεγάλη λίμνη αίματος. Ήταν ο πατέρας και ο γιος Βαρβάτη. Ο Παύλος βοηθούσε τον πατέρα να κρυφτούν, όταν μια βόμβα έσκασε δίπλα και τους σκότωσε. Η μητέρα του είχε τραυματιστεί. Η απελπισία των γυναικών ήταν απερίγραπτη. Μετέφεραν τα δύο πτώματα στο εσωτερικό του σπιτιού. Έκλαψα πολύ. Είχα χάσει τον καλύτερό μου φίλο. Δεν είχα το κουράγιο να εμφανιστώ, αλλά υποσχέθηκα να επιστρέψω κάποια άλλη στιγμή. Η σκέψη μου έτρεχε στο σπίτι. Προσπαθούσα να προχωρήσω γρήγορα, όμως μου ήταν δύσκολο. Οι στενοί δρόμοι ήταν γεμάτοι ερείπια και καρότσια που κατευθύνονταν προς τα νεκροταφεία.

Ανοίγοντας δρόμο, κατάλαβα ότι οι βόμβες είχαν πλήξει το νεκροταφείο του Συνοικισμού και ότι τα δύο νοσοκομεία ήταν γεμάτα τραυματίες. Το σπίτι βρισκόταν κοντά στο νεκροταφείο. Περπάτησα ακόμα πιο γρήγορα. Αν είχε συμβεί κάτι τραγικό στην Ευαγγελία, θα σκοτωνόμουν. Έφτασα στο σπίτι γύρω στις δύο, γεμάτος σκόνη. Ευτυχώς το σπίτι, όπως και τα διπλανά σπίτια, δεν είχαν πάθει τίποτα. Μόνο το νεκροταφείο είχε βομβαρδιστεί. Ανακουφίστηκα μόλις πέρασα την καγκελόπορτα και τις είδα. Η μητέρα με αγκάλιασε και με φίλησε συγκινημένη. Παρατήρησα ότι την ίδια συγκίνηση είχε και η Ευαγγελία. Αυτή τη φορά με έσφιξε περισσότερο και, παρόλα που δε με φίλησε, δεν τραβήχτηκε όταν την αγκάλιασα και τη φίλησα εγώ. Το σφίξιμο του χεριού, μου ‘δωσε ελπίδα. Απ’ τη χειρονομία της, κατάλαβα ότι κάτι αισθανόταν για μένα. Νόμιζα ότι ονειρευόμουν, αισθάνθηκα ευτυχία. Αφού πλύθηκα, της διηγήθηκα για το βομβαρδισμό. Της μίλησα για το μέρος που είχα κρυφτεί, για τους νεκρούς και τους τραυματίες και για το τραγικό τέλος των Βαρβάτηδων. Η μητέρα μου είπε ότι φοβήθηκαν μήπως μου είχε συμβεί κάτι κακό. Τους είπα ότι κι εγώ ανησύχησα μόλις βομβάρδισαν το νεκροταφείο. Η παύση των πυρών ήταν σύντομη.

Στις τρεις έγινε, η τρίτη επίθεση, που έθεσε την πόλη σε συναγερμό, αναγκάζοντας τον κόσμο να ψάχνει για ασφαλές καταφύγιο. Αυτή τη φορά στόχος ήταν το αεροδρόμιο στο Κουτσοπόδι και ένα στρατόπεδο με Γερμανούς στρατιώτες. Το χτύπησαν στο κέντρο, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στην πίστα του. Ήταν μια ημέρα πένθους. Οι κάτοικοι δε θα ξεχνούσαν ποτέ τους δύο βομβαρδισμούς που είχαν καταστρέψει τη μισή πόλη. Τα θύματα ήταν περίπου εκατόν είκοσι. Οι τραυματίες περισσότεροι, πολλοί από αυτούς σε σοβαρή κατάσταση. Θυμάμαι κάποια ονόματα: Μαρούσης, Γεωργόπουλος, Κατερίνα Μαρλαγκούτσου, Θανασόπουλος, Χαρίλαος και Παύλος Βαρβάτης – πατέρας και γιος.

 

Οι Γερμανοί απειλούν και ανατινάζουν το λιμάνι του Ναυπλίου και στην Κόρινθο τη γέφυρα με το τρένο γεμάτο Ιταλούς στρατιώτες (14-9-1944)

 

Οι Γερμανοί δεν παρέλειψαν, εγκαταλείποντας το Ναύπλιο, να αφήσουν ένα ενθύμιο στις 14 Σεπτέμβρη 1944. Έβαλαν νάρκες στο λιμάνι και σε μερικά σπίτια και στις έντεκα ο αξιωματικός της τελευταίας περιπολίας ανατίναξε το λιμάνι προκαλώντας μερική καταστροφή. Καταστράφηκε το υδραυλικό και αποχετευτικό δίκτυο, με αποτέλεσμα να ξεχυθούν τα λύματα γεμίζοντας για αρκετές μέρες με αηδιαστικές οσμές όλο τον περιβάλλοντα χώρο.

Έκαναν όμως και μια άλλη εγκληματική πράξη, κατά τη στιγμή της αναχώρησής τους από την Κόρινθο, στις 3 Οκτωβρίου 1944, στις δώδεκα και τριάντα ακριβώς. Εκκένωσαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τους Ιταλούς κρατούμενους και τους εξαπάτησαν λέγοντας ότι θα τους έστελναν πίσω στην Ιταλία μόλις να εγκατέλειπαν την Ελλάδα. Τους ανέβασαν στο τρένο, σπρώχνοντάς τους για να χωρέσουν όλοι. Στη συνέχεια, οδήγησαν το τρένο – αφού πρώτα τοποθέτησαν νάρκες – πάνω στη γέφυρα. Μόλις κατέβηκε ο οδηγός και οι βοηθοί, το ανατίναξαν. Οι καρότσες έπεσαν στο κανάλι, αναποδογύρισαν και το έφραξαν τελείως. Ήταν μια εκατόμβη νεκρών. Από τούς χίλιους εξακόσιους και περισσότερους στρατιώτες, δε σώθηκε κανένας. Αυτό ήταν το τελευταίο κατόρθωμα του γερμανικού αρχηγείου. Τώρα μπορούσαν να αποχωρήσουν περήφανοι… Ανάμεσα σ’ αυτούς θα ήμουν κι εγώ, αν δεν είχα κατορθώσει να το σκάσω…

 

Φράνκο Ρομάνο, μαρτυρίες από το βιβλίο του «μια απέραντη αγάπη – ο τελευταίος πόλεμος στη Ελλάδα 1941-1944», πρώτη έκδοση στα Ιταλικά, Ρώμη 1998, δεύτερη έκδοση στα Ελληνικά, Ναύπλιο 2004,  Εκδόσεις: ΑΤΝΑ (Αίθουσα Τέχνης Ναυπλίου). Μετάφραση Μαρία – Ιωάννα Μαρκή – Μπούρη.

 

Read Full Post »

Older Posts »