Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Κιούπι


 

Κιούπι - Βάζο, με χερούλια φτιαγμένο στον τροχό (σύγχρονη κατασκευή).

Κιούπι – Βάζο, με χερούλια φτιαγμένο στον τροχό (σύγχρονη κατασκευή).

Πήλινο αγγείο μεγάλων διαστάσεων με στόμιο, μεγάλη κοιλιά και παχιά τοιχώματα, που χρησίμευε για την αποθήκευση ξηρών ή υγρών προϊόντων και τροφών. Το σχήμα του ήταν ίδιο μ’ εκείνο του πιθαριού, αλλά ο λαιμός με στόμιο ήταν πιο στενός, για να σκεπάζεται και να κλείνει ευκολότερα.

Κιούπι

Κιούπι

Το χείλος του στομίου είναι παχύτερο από τα τοιχώματα της κοιλιάς, για να μη σπάζει κατά τη χρήση, όταν πάνω του προσκρούουν διάφορα σκεύη μεταφοράς, και κλείνει με πέτρινο, πήλινο ή ξύλινο καπάκι. Σε ολόκληρη την εξωτερική επιφάνεια το κιούπι έχει οριζόντιες αυλακωτές ταινίες (ζωνάρια), που ενισχύουν τα πλευρά του και το κάνουν πιο ανθεκτικό και σταθερό.

Κιούπια  σε ελαιοτριβείο. Φώτο: Μουσείο Βιομηχανικής ελαιουργείας στην Αγία Παρασκευή Λέσβου.

Κιούπια σε ελαιοτριβείο. Φώτο: Μουσείο Βιομηχανικής ελαιουργείας στην Αγία Παρασκευή Λέσβου.

 

Στα κιούπια αποθήκευαν λάδι, δημητριακά, αλεύρι, καρπούς και άλλα προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες στις αποθήκες των σπιτιών, στους πύργους, στα κελάρια των μοναστηριών, στα λιοτρίβια, αλλά και στους αγρούς, όπου χρησίμευαν για αποθήκευση νερού, όταν κοντά στο χωράφι δεν υπήρχε πηγή, πηγάδι ή τρεχούμενο νερό.

Τα κιούπια χρησιμοποιούνται σήμερα ως διακοσμητικά κυρίως στοιχεία στους κήπους και στις αυλές και σπανιότερα για πρακτικές ανάγκες στα χωριά, όπου δεν έχουν φτάσει ακόμα τα πλαστικά και τα μεταλλικά δοχεία.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Το Μυκηναϊκό νεκροταφείο των Δενδρών


 

Στα βορειοδυτικά της Ακρόπολης της Μιδέας και σε απόσταση τριών περί­που χιλιομέτρων βρίσκεται ένα από τα σπουδαιότερα νεκροταφεία της Μυ­κηναϊκής εποχής, το νεκροταφείο των Δένδρων, που πήρε το όνομα του από το σύγχρονο χωριό Δενδρά με το οποίο συνορεύει. Στο χώρο του νεκροτα­φείου έχουν βρεθεί οικιστικά κατάλοιπα της Πρώιμης εποχής του Χαλκού, καθώς και ταφικοί τύμβοι του τέλους της Μέσης και των αρχών της Ύστε­ρης εποχής του Χαλκού, που περιλαμβάνουν και ταφές αλόγων.

Η νεκρόπολη των Δένδρων θεωρείται ότι αποτελούσε το βασιλικό νε­κροταφείο της Μιδέας ήδη από την πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή. Οι ανασκαφές Σουηδών και Ελλήνων αρχαιολόγων έφεραν στο φως ένα θο­λωτό και 16 θαλαμωτούς τάφους ανοιγμένους σε ομαλή πλαγιά. Οι ανασκαφές στο χώρο άρχισαν την άνοιξη του 1926 από τον Σουηδό αρχαιολόγο Axel W. Persson. Εκείνο το καλοκαίρι ερευνήθηκε ο θολωτός τάφος και την επόμενη χρονιά τρεις θαλαμωτοί. Δύο ακόμη τάφοι που εκτείνονται βορειοανατολικά και έξω από τα όρια του οργανωμένου σήμερα αρχαιολογικού χώρου, ερευνήθηκαν από τον Ν. Μπέρτο, το φθινόπωρο του 1927. Το 1937 ο Persson ανέσκαψε έναν ακόμη θαλαμωτό τάφο και το 1939 άλλους πέντε. Το 1960 ερευνήθηκε ο περίφημος «τάφος της πανοπλίας» από τον Ν. Βερδελή και δύο ακόμη θαλαμωτοί τάφοι από τον Σουηδό αρχαιολόγο P. Astrom. Το 1977 ανασκάφηκαν από την Ε. Πρωτονοταρίου – Δεϊλάκη δύο θαλαμωτοί τάφοι και οι τύμβοι που τους περιβάλλουν.

 

Θολωτός τάφος

Θολωτός τάφος

 

Ο μνη­μειώδης θολωτός τάφος αποτελείται από έναν ευρύχωρο κυκλικό ταφικό θάλαμο κτισμένο κατά το εκφορικό σύστημα και μακρύ δρόμο με κτιστά τοιχώματα, που οδηγεί στην είσοδο του μνημείου. Οι άλλοι τάφοι είναι απλούστεροι, θαλαμωτοί, λαξευμένοι στο φυσικό βράχο και έχουν ορθο­γώνιο συνήθως θάλαμο και μακρύ κατηφορικό δρόμο.

 

Θολωτός τάφος

Θολωτός τάφος

 

Θολωτός τάφος

Θολωτός τάφος

Οι τάφοι, που χρονολογούνται στους 15ο και 14ο αι. π.Χ., ήταν πλού­σια κτερισμένοι, αν και αρκετοί βρέθηκαν συλημένοι. Τα πολύτιμα κτερί­σματα τους μαρτυρούν την υψηλή κοινωνική θέση των νεκρών. Ο θολωτός τάφος περιείχε μερικά από τα σημαντικότερα ευρήματα του νεκροταφείου, όπως πολύτιμα σκεύη από χρυσό, ασήμι και χαλκό, κοσμήματα από χρυσό και ημιπολύτιμους λίθους, χάλκινα όπλα και ένα εντυπωσιακό σύνολο σφραγιδολίθων με αριστοτεχνικές παραστάσεις ζώων. Από τα πολύτιμα σκεύη ξεχωρίζουν χρυσή φιάλη με έκτυπη παράσταση θαλασ­σινού τοπίου και ρυτό από αυγό στρουθοκαμήλου με επίθετη διακόσμηση από χρυσό και ασήμι.

 

Χρυσό κύπελλο με περίτεχνη έκτυπη διακόσμηση φύλλων κισσού από το θαλαμωτό τάφο 10.

Χρυσό κύπελλο με περίτεχνη έκτυπη διακόσμηση φύλλων κισσού από το θαλαμωτό τάφο 10.

 

Θαλαμωτός τάφος 2

Θαλαμωτός τάφος 2

Οι πλουσιότεροι από τους θαλαμωτούς τάφους είναι οι τάφοι 2,10 και 12, στους οποίους βρέθηκαν κτερίσματα εξίσου σημαντικά με εκείνα του θο­λωτού τάφου. Ο τάφος 2 περιείχε πολλά χάλκινα σκεύη σε άριστη διατήρηση, ενώ από τον τάφο 10 προέρχονται περίτεχνα χρυσά περιδέραια και ενώτια, χρυσή φιάλη με ωραία έκτυπη διακόσμηση φύλλων κισσού και ασημένια αγγεία πόσης, που προφανώς αποτελούσαν επιτραπέζιο σύ­νολο.

 

Πανοπλία των Δενδρών - Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου

Πανοπλία των Δενδρών – Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου

 

Το σημαντικότερο, ωστόσο, εύρημα του νεκροταφείου είναι η περίφημη πανοπλία των Δένδρων, που αποκαλύφθηκε στο θαλαμωτό τάφο 12. Είναι κατασκευασμένη από πολλά μεγάλα χάλκινα ελάσματα, που κά­λυπταν ολόκληρο το σώμα του πολεμιστή. Μαζί με την πανοπλία του, βρέ­θηκαν οι χάλκινες περικνημίδες και κατάλοιπα του οδοντόφρακτου κράνους του με τις χάλκινες παραγναθίδες. Από τον ίδιο τάφο προέρχονται ασημέ­νια κύπελλα, καθώς και χάλκινα όπλα και σκεύη. Τα κτερίσματα του τάφου της πανοπλίας χρονολογούνται στα τέλη του 15ου αι. π.Χ., όπως και αυτά από το θολωτό τάφο και τους θαλαμωτούς τάφους 2 και 10.

 

Ταφές αλόγων

Ταφές αλόγων

 

Τα ευρήματα από το νεκροταφείο των Δένδρων είναι εκτεθειμένα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα (θολωτός τάφος, θαλαμωτοί τάφοι 2 και 10) και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου.

Καίτη Δημακοπούλου

Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου 

 

Πηγή


 

  • Καίτη Δημακοπούλου, Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, «Η Μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας», Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού , Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα, 2010.

 

Read Full Post »

Χερόμυλος


 

 

Χερόμυλος

Χερόμυλος

Μικρός χειροκίνητος μύλος για το άλεσμα μικρής ποσότητας σιταριού. Ήταν μια επίπεδη κυκλική πέτρα με λεία επιφάνεια και εσοχή με τοίχωμα ύψους 5 περίπου εκατοστών στην εξωτερική της πλευρά. Μέσα στην εσοχή αυτή έμπαινε μια άλλη επίπεδη πέτρα πάχους 10 περίπου εκατοστών, που εφάρμοζε στην κάτω πέτρα και μπορούσε να περιστρέφεται πάνω της. Η περιστροφή της γινόταν χειροκίνητα μ’ ένα ξύλινο συνήθως χερούλι στερεωμένο στην άκρη της πάνω πέτρας. Στο κέντρο της πάνω πέτρας υπήρχε μια τρύπα σαν χωνί με μεγαλύτερο άνοιγμα στο πάνω μέρος της και μικρότερο στο κάτω.

Ακουμπούσαν το χερόμυλο στο έδαφος ή πάνω σ’ ένα τραπέζι, έριχναν λίγο – λίγο το στάρι στην τρύπα της πάνω πέτρας με το ένα χέρι και με το άλλο κρατούσαν το χερούλι και την περιέστρεφαν πάνω στην κάτω πέτρα. Οι καρποί άρχιζαν να διαχέονται στο κενό ανάμεσα στις δυο πέτρες και να τρίβονται ως που να φτάσουν στην εξωτερική πλευρά του κύκλου και να βγουν από μια τρύπα, που υπήρχε στα τοιχώματα της κάτω πέτρας.

Το άλεσμα του σιταριού με το χερόμυλο γινόταν από τους προϊστορικούς χρόνους. Με τον πέτρινο χερόμυλο άλεθαν μικρή ποσότητα σιταριού, για να κάνουν το πλιγούρι, χοντραλεσμένο δηλαδή αλεύρι μαζί με τα πίτουρα, που το ανακάτευαν με γάλα, το έβραζαν και έκαναν τον τραχανά. Με τον ίδιο μύλο μπορούσαν να τρίψουν και το χοντρό αλάτι ή μικρή ποσότητα οποιουδήποτε σπόρου.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

Σβάρνα


 

 

Γεωργικό ξύλινο εργαλείο, που χρησιμεύει για την ισοπέδωση οργωμένου εδάφους. Μπορούσε να είναι ένα χοντρό κομμάτι ξύλου από κορμό δένδρου πάχους 10 περίπου εκατοστών, μήκους 1,50 περίπου μέτρου και πλάτους 50-60 εκατοστά. Επειδή όμως ήταν δύσκολο να βρεθεί τέτοιο ξύλο, την κατασκεύαζαν με 5 κομμάτια κορμών. Έβαζαν τα 3 μεγάλα παράλληλα σε απόσταση 30 περίπου εκατοστών μεταξύ τους και συνέδεαν σταθερά τις δυο άκρες τους με δυο μικρότερα.

Έπλεκαν κατόπιν αλλεπάλληλες λεπτές βέργες από εύκαμπτο ξύλο, συνήθως λυγαριά, στα τρία παράλληλα ξύλα μέχρι να καλύψουν όλη την επιφάνεια της σβάρνας. Οι βέργες έπρεπε να έχουν φορά κάθετη προς τη μεγάλη πλευρά της σβάρνας, για να σέρνονται πάνω στο χώμα και να μην αποσπώνται εύκολα. Στα άκρα της μιας μεγάλης πλευράς της σβάρνας έδεναν δυο θηλιές από χοντρό σύρμα, στις οποίες προσαρμόζονταν τα τραβηχτά των ζώων κατευθείαν στη σβάρνα χωρίς τη μεσολάβηση ζυγού.

 

Σβάρνα, φωτογραφία από την ηλεκτρονική Εφημερίδα του Βαλτινού.

Σβάρνα, φωτογραφία από την ηλεκτρονική Εφημερίδα του Βαλτινού.

 

Ο γεωργός, όταν τελείωνε το όργωμα ενός χωραφιού, έδενε τα ζώα του στη σβάρνα, ανέβαινε και ο ίδιος επάνω σ’ αυτή ή τοποθετούσε δυο βαριές πέτρες πάνω της, για να γίνει πιο βαριά και να γίνει πιο αποτελεσματικό το σβάρνισμα, και άρχιζε να σβαρνίζει το χωράφι του. Η σβάρνα, καθώς σερνόταν από τα ζώα, έσπαζε τους σβόλους και ισοπέδωνε το οργωμένο χώμα, για να μη λιμνάζει το νερό της βροχής στις γούβες και να είναι πιο εύκολο το θέρισμα του σιταριού το καλοκαίρι.

Το σβάρνισμα του χωραφιού ήταν εύκολη δουλειά. Δεν κούραζε τα ζώα, όπως το αλέτρι, γινόταν γρήγορα, αφού η σβάρνα με το πλάτος της κάλυπτε 5-6 αυλακιές, και μ’ αυτό τελείωνε η δουλειά της ημέρας και ο γεωργός έβλεπε με ευχαρίστηση το αποτέλεσμα των κόπων του.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

Όργωμα


 

 

Όργωμα το 1937. Εικόνα, Greene County Georgia.

Όργωμα το 1937. Εικόνα, Greene County Georgia.

Το σκάψιμο της γης με το αλέτρι. Μια πανάρχαια διαδικασία, που προκάλεσε την πρώτη πολιτισμική επα­νάσταση της ανθρωπότητας, αφού επέτρεψε στον άνθρωπο να καλλιεργήσει τη γη, να μεταβληθεί από τροφοσυλλέκτης σε μόνιμο κάτοικο και να δημιουργήσει τις πρώτες πόλεις.

Το όργωμα και η σπορά της γης απαιτούσαν τα απαραίτητα ζώα και εργαλεία και γίνονταν με μια συγκεκριμένη διαδικασία. Γίνονταν το φθινόπωρο μετά τις πρώτες βροχές, που είχε μαλακώσει το χώμα. Στον ελληνικό χώρο η σπορά ήταν θρησκευτικά συνδεδεμένη με τη γιορτή του Τιμίου Σταυρού, στις 14 του Σεπτέμβρη. Εκείνη την ημέρα οι γεωργοί συνήθιζαν να πάνε τους σπόρους στην εκκλησία, για να τους ευλογήσει ο θεός και να πάει καλά η σοδειά τους.

Όταν ξεκινούσε το όργωμα, ο γεωργός ετοίμαζε από την προηγούμενη ημέρα τα εργαλεία του, το αλέτρι, το ζυγό με τα τραβηχτά, τις λαιμαριές, τη σβάρνα και το σπόρο του. Τάιζε και πότιζε καλά τα ζώα του από το βράδυ και πρωί – πρωί φόρτωνε τους σπόρους και τα σύνεργα στα ζώα και έφτανε στο χωράφι του. Ξεφόρτωνε τα πράγματα σε μια άκρη του χωραφιού και έζευε τα ζώα του στο αλέτρι. Φορούσε στο καθένα τη λαιμαριά και το τραβηχτό του, ένωνε τα καπίστριά τους μ’ ένα σκοινί ή μια αλυσίδα, για να βαδίζουν μαζί και παράλληλα, και προσάρμοζε τα δυο τραβηχτά στη μια και την άλλη άκρη του ζυγού και το ζυγό στο αλέτρι.

Ξεκινούσε χωρίζοντας το χωράφι σε «σποριές». Έκανε δηλαδή μια αυλακιά στην άκρη κατά μήκος του χωραφιού και κάποιες άλλες παράλληλες σ’ αυτή σε από­σταση 8-10 μέτρων μεταξύ τους, ώστε να μπορεί βαδίζοντας στο κέντρο κάθε τέτοιας λουρίδας να σκορπίζει ομοιόμορφα με τη χούφτα του το σπόρο πάνω στο χωράφι.

 

Όργωμα σε χωράφι μπροστά στη Σάντα Ρόζα στις 5 Μαΐου του 1955. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Γραφική παλιά Αλεξανδρούπολη».

Όργωμα σε χωράφι μπροστά στη Σάντα Ρόζα στις 5 Μαΐου του 1955. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Γραφική παλιά Αλεξανδρούπολη».

 

Έδενε μια μεγάλη ποδιά στη μέση του, γονάτιζε μπροστά σ’ ένα ανοιχτό τσουβάλι με σπόρο, έβαζε την άκρη της ποδιάς μέσα στο τσουβάλι και τραβούσε σπόρο με τα χέρια μέχρι να γεμίσει την ποδιά του. Κρατούσε κατόπιν με το ένα χέρι την άκρη της γεμάτης με σπόρο ποδιάς, σηκωνόταν όρθιος και άρχιζε να σπέρνει με το άλλο χέρι του το σπόρο ανάμεσα στις αυλακιές της κάθε σποριάς. Η σπορά απαιτούσε ιδιαίτερη τέχνη και εμπειρία, γιατί έπρεπε ο σπόρος να σκορπίζεται ομοιόμορφα στο χωράφι, για να φυτρώσει καλά και να μην αφήσει κάποια τμήματα χέρσα.

Έπιανε κατόπιν το αλέτρι και οδηγούσε τα ζώα κυκλικά στη σποριά κάνοντας τη μια αυλακιά δίπλα στην άλλη, μέχρι να τελειώσει η μια σποριά και να συνεχίσει στην επόμενη. Το μεσημέρι σταματούσε για λίγο τη δουλειά, για να ξεκουραστούν λίγο τα ζώα και να φάει λίγο λιτό φαγητό, συνήθως ό,τι είχε περισσέψει από το προηγούμενο βράδυ, λίγο τυρί ή παστό και μπόλικο ψωμί, και συνέχιζε το όργωμα μέχρι αργά το απόγευμα. Υπολόγιζε μόνο να προλάβει να γυρίσει στο σπίτι πριν νυχτώσει.

 

Όργωμα το 1931. Beaverton, Oregon. Oregon Historical Photo Gallery.

Όργωμα το 1931. Beaverton, Oregon. Oregon Historical Photo Gallery.

 

Όταν τελείωνε το όργωμα κάθε χωραφιού, ακολουθούσε το σβάρνισμα. Έλυνε το αλέτρι από το ζυγό και έδενε σ’ αυτόν τη σβάρνα του. Οδηγούσε κατόπιν το ζευγάρι των ζώων του πάνω στο οργωμένο χωράφι, για να σπάσουν με τη σβάρνα οι σβόλοι και να ισοπεδωθεί το χώμα, ώστε να ποτίζεται ομοιόμορφα από το νερό της βροχής και να γίνει πιο εύκολα ο θερισμός του χωραφιού το καλοκαίρι.

Το όργωμα είναι εύκολο στον κάμπο, αλλά γίνεται δύσκολο στα απόκρημνα βουνά και τα νησιά τα γεμάτα βράχια. Σ’ αυτή την προσπάθεια με τα κοινά προβλήματα η συνεργασία και ο αλληλοσεβασμός ορίζουν ένα από τα βασικά στοιχεία της αγροτικής κοινωνικότητας. Πολλές φορές δυο ή περισσότεροι γεωργοί κάνουν «σεμπριά», αναλαμβάνουν δηλαδή από κοινού την εκμετάλλευση ενός κτήματος βάζοντας τα ζώα και την προσωπική τους εργασία και μοιράζονται στο τέλος τη σοδειά. Άγραφοι νόμοι προστατεύουν από κλοπή τα εργαλεία που μένουν αφύλαχτα τη νύχτα στο χωράφι. Αν κλέψει κανείς αλέτρι, πιστεύουν πως δεν ξεψυχάει παρά μόνο αν του κρεμάσουν στο λαιμό ένα ζυγό!

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

Αλέτρι (Άροτρο)


 

 

Το γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για το όργωμα της γης. Το αλέτρι (άροτρο) είναι το πιο παλιό, γνωστό από τον Ησίοδο, αλλά και το πιο απλό εργαλείο, που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος για να καλλιεργήσει τη γη και μάλιστα σε μεγάλη έκταση. Είναι το βασικό όργανο με το οποίο έγινε η πρώτη πολιτιστική επανάσταση, η γεωργική επανάσταση το 12ο αιώνα π.Χ., κατά την οποία ο άνθρωπος έπαψε να είναι περιφερόμενος τροφοσυλλέκτης, εγκαταστάθηκε σε συγκεκριμένη περιοχή και δημιούργησε οργανωμένους οικισμούς και πόλεις. Για έναν τύπο αλετριού, το λεγόμενο πηκτόν άροτρο, γίνεται λόγος ήδη στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια.

Το άροτρο, που στην αρχή ήταν ξύλινο και αργότερα σιδερένιο, αποτελείται από 6 βασικά μέρη:

  • Ένα ξύλινο ή σιδερένιο άξονα, τον αρχαίο ιστοβολέα ή σταβάρι, που χρησιμοποιείται ως βάση. Το ένα άκρο του είναι προσαρμοσμένο στην αλετροπόδα και στο άλλο προσδένεται το ζώο, που τραβάει το αλέτρι.
  • Το πόδι (αλετροπόδα), που στηρίζει το αλέτρι στη γη και καταλήγει σε μια αιχμηρή μύτη, το υνί.
  • Το υνί είναι το αιχμηρό και κοφτερό όργανο, το δόντι του αρότρου, που βυθίζεται στο χώμα και κόβει τη γη οριζόντια, για να δεχτεί τη σπορά.
  • Τη σπάθη, μια κάθετη δοκό, που συνδέει το σταβάρι με την αλετροπόδα και κόβει τη γη κατακόρυφα. Ρυθμίζει το βαθύ ή επιφανειακό όργωμα.
  • Τα φτερά, που στηρίζονται στη βάση του αρότρου ως συνέχεια και προέκταση στο υνί και ανοίγουν δεξιά και αριστερά το χώμα της λωρίδας γης που κόβει το υνί.
  • Τη χειρολαβή (χερουλάτης), ένα κατακόρυφο ξύλινο ή μεταλλικό εξάρτημα με οριζόντια λαβή στην κορυφή του, που προσαρμόζεται στην αλετροπόδα και την κρατάει ο γεωργός, για να κατευθύνει το αλέτρι και να ρυθμίζει το βάθος και το πλάτος της αρόσεως με πίεση ή με στροφή δεξιά – αριστερά.

 

Σχέδιο αλετριού

Σχέδιο αλετριού

 

Στους αιώνες που χρησιμοποιήθηκε το αλέτρι εκσυγχρονίστηκε, απέκτησε δευτερεύοντα εξαρτήματα και διάφορες παραλλαγές, αλλά στη φιλοσοφία του έμεινε ίδιο και απαράλλακτο ως προς τη μηχανική του. Βασικές παραλλαγές του είναι το μονόφτερο αλέτρι με δυο χειρολαβές, που χρησιμοποιείται για μαλακά χώματα, και το δίφτερο αλέτρι με μια χειρολαβή, που είναι κατάλληλο για σκληρά και πετρώδη εδάφη.

 

Αλέτρι. Αρκαδικό Αργολίδας. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου. Δημοσιεύεται και στο λεύκωμα «Η Αργολίδα που φεύγει», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, 2007.

Αλέτρι. Αρκαδικό Αργολίδας. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου. Δημοσιεύεται και στο λεύκωμα «Η Αργολίδα που φεύγει», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, 2007.

 

Στο μπροστινό μέρος της βάσης προσαρμόζεται ένας ξύλινος ζυγός και πάνω σ’ αυτόν δυο τραβηχτά με ζυγόσκοινα ή αλυσίδες στα δυο άκρα τους, οι οποίες καταλήγουν στη λαιμαριά των ζώων (άλογα, βόδια ή μουλάρια), που σέρνουν το άροτρο και ανοίγουν τη γη. Το αλέτρι που ζεύεται στα βόδια, το βοϊδάλετρο, έχει μακρύτερο σταβάρι.

Ο γεωργός ακολουθεί πίσω από το αλέτρι. Με τα χέρια του κρατάει τη χειρολαβή, για να κατευθύνει το αλέτρι και τα γκέμια των ζώων, για να τα οδηγεί σωστά στο χωράφι. Απαραίτητο όργανο του ζευγολάτη είναι η βουκέντρα, σύμβολο της εξουσίας και του καταναγκασμού που ασκεί. Ένα μακρύ ξύλο με ένα ξυστρί στη μια άκρη του, για να καθαρίζει το υνί από τα λασπωμένα χώματα, και ένα κεντρί στην άλλη άκρη, για να κεντρίζει τα οκνά ζώα.

Τα ξυλάλετρα τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι οι γεωργοί, όπως και τα περισσότερα εργαλεία τους. Τα ξύλα που προτιμούσαν ήταν η αγριελιά, η συκιά, το πουρνάρι, η δάφνη, η φτελιά κ.ά. Ο Ησίοδος αναφέρει πως καλύτερο είναι το σταβάρι να γίνεται από ξύλο πουρναριού, η χειρολαβή από φτελιά ή δάφνη και η αλετροπόδα από δρυ. Αυτά τα ξύλα λέει δεν τα πιάνει το σαράκι.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

Μαγγάνι


 

Χειροκίνητο μηχάνημα, που τοποθετείται σταθερά στο στόμιο του πηγαδιού και χρησιμοποιείται για την άντληση του νερού. Το πηγάδι, από το οποίο η άντληση του νερού γίνεται με μάγγανο, ονομάζεται μαγγανοπήγαδο. Το μαγγάνι αποτελείται από έναν ξύλινο ή μεταλλικό κύλινδρο, που στηρίζεται στα άκρα του με δυο τριγωνικές βάσεις πάνω στο στόμιο του πηγαδιού σε ύψος ενός περίπου μέτρου απ’ το πηγάδι. Γύρω από τον κύλινδρο περιτυλίγεται μακρύ σκοινί ή αλυσίδα, που η μια άκρη του είναι δεμένη σταθερά στον κύλινδρο και στην άλλη είναι δεμένος ένας κουβάς, που μπορεί να φτάσει ως τον πάτο του πηγαδιού.

 

Μαγγανοπήγαδο στα Ίρια του Δήμου Ναυπλίου. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου. Δημοσιεύεται και στο λεύκωμα «Η Αργολίδα που φεύγει», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, 2007.

Μαγγανοπήγαδο στα Ίρια του Δήμου Ναυπλίου. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου. Δημοσιεύεται και στο λεύκωμα «Η Αργολίδα που φεύγει», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, 2007.

 

Στη μια άκρη του κυλίνδρου εξέχει μια χειρολαβή, με την οποία μπορεί να περιστρέψει κάποιος τον κύλινδρο. Όταν τη γυρίσει, ξετυλίγεται το σκοινί και κατεβάζει τον κουβά ως τη στάθμη του νερού. Πιάνει τότε το σκοινί με το ένα του χέρι και με μια επιδέξια απότομη κίνηση αναποδογυρίζει τον κουβά, για να βυθιστεί στο νερό και να γεμίσει. Γυρίζει κατόπιν αντίθετα τον κύλινδρο με τη λαβή και ανασύρει τον κουβά στην επιφάνεια γεμάτο με νερό, για να τον αδειάσει στο δοχείο ή τη γούρνα, που βρίσκεται δίπλα από το πηγάδι.

Τα μαγγάνια ήταν απαραίτητα για την άντληση νερού από πηγάδια με μεγάλο σχετικά βάθος. Σήμερα τα βλέπουμε στις αυλές χωριάτικων σπιτιών τοποθετημένα πάνω σε εικονικά συνήθως πηγάδια ως διακοσμητικά στοιχεία, που συμβολίζουν μια παράδοση δεμένη με τον ελληνικό χώρο, όπου το νερό είναι ένα στοιχείο πολύτιμο και δυσεύρετο.

  

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Η μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας


 

 

 Κυκλοφορεί από το Υπουργείο Πολιτισμού – Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, το ενδιαφέρον βιβλίο των Καίτης Δημακοπούλου και Νικολέττας  Διβάρη-Βαλάκου, «Η μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας». Έτος έκδοσης 2010, σελίδες 44.

  

Η μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας

Η μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας

Η Ακρόπολη της Μιδέας αποτελεί το τρίτο σε σπουδαιότητα ισχυρό κέντρο της Μυκηναϊκής Αργολίδας μετά τις δυο άλλες κυκλώπειες ακροπόλεις, τις Μυκήνες και την Τίρυνθα. Η σημασία της ως μεγάλου Μυκηναϊκού κέντρου μαρτυρείται από την κυκλώπεια οχύρωσή της, τα ευρήματα των ανασκαφών, τη θέση της στη μυθολογία και τη σύνδεσή της με το πλούσιο Μυκηναϊκό νεκροταφείο στα γειτονικά Δενδρά.

Η Μιδέα, εκτός από την αρχαία γραμματεία, αναφέρεται και από περιηγητές και ερευνητές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, που περιέγραψαν τα ορατά ανά τους αιώνες ερείπια της οχύρωσης.

Μικρή έρευνα στην ακρόπολη πραγματοποιήθηκε το 1907 από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Ωστόσο, οι πρώτες δοκιμαστικές ανασκαφές στη Μιδέα άρχισαν το 1939 από τον Σουηδό αρχαιολόγο Axel Persson, τον ανασκαφέα των Δενδρών και της Ασίνης. Περιορισμένη έρευνα έγινε και το 1963 από τους Νικόλαο Βερδελή και Paul Astrom, ενώ οι συστηματικές ανασκαφές στην ακρόπολη, ως κοινό Ελληνοσουηδικό πρόγραμμα, άρχισαν το 1983, αρκετά πρόσφατα σε σύγκριση με τις έρευνες στις Μυκήνες και την Τίρυνθα, που ξεκίνησαν έναν αιώνα ενωρίτερα.

Η ακρόπολη ιδρύθηκε σε λόφο με υψόμετρο 268 μ., που δεσπόζει στο βορειοανατολικό μυχό της Αργολικής πεδιάδας. Η στρατηγική της θέση με την απεριόριστη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις παρείχε τη δυνατότητα ελέγχου ολόκληρης της πεδιάδας και του Αργολικού κόλπου, πράγμα που συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξη και την ακμή της Μιδέας κατά τη Μυκηναϊκή εποχή. Όπως δείχνουν τα σωζόμενα ίχνη του Μυκηναϊκού οδικού δικτύου στην περιοχή, η ακρόπολη συνδεόταν με τα άλλα μεγάλα κέντρα της Αργολίδας…

Read Full Post »

Διάλεξη στο Harvard: «Μύθος και Πραγματικότητα»


 

 

Πανεπιστήμιο HarvardΤην Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013 ώρα 7:00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η Κάτια Σαβράμη, Χορολόγος, Επίκουρη Καθηγήτρια Ιστορίας και Θεωρίας του Χορού, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πατρών.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2013” του Κέντρου μας, θα είναι: «Η ταυτότητα του ελληνικού χορού στον 21o αιώνα: Μύθος ή πραγματικότητα;».

Συνομιλητής της κυρίας Σαβράμη θα είναι ο Χάρης Μανταφούνης, Χορογράφος, Δάσκαλος Χορού.

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2013» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου

Read Full Post »

Ρόπτρο


 

Μεταλλικό αντικείμενο σε διάφορα σχήματα, που ήταν στερεωμένο στην εξωτερική πλευρά της κύριας εισόδου των σπιτιών και το χρησιμοποιούσαν οι επισκέπτες για να χτυπούν την πόρτα, όπως αργότερα χρησιμοποιούν το κουδούνι.

 

Ρόπτρο - Ναύπλιο. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

Ρόπτρο – Ναύπλιο. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Τα ρόπτρα ήταν κατασκευασμένα από χαλκό, μπρούντζο ή άλλο χυτό μέταλλο και, εκτός από την πρακτική τους αξία, είχαν έντονο και το διακοσμητικό τους χαρακτήρα. Τους έδιναν διάφορα σχήματα και άπειρες μορφές και σκάλιζαν πάνω τους κάθε λογής διακοσμητικά μοτίβα. Συνηθισμένα ήταν τα ρόπτρα με σχήμα παλάμης χεριού, κεφαλής ζώου, συνήθως λιονταριού, ή ένας σκαλιστός κρίκος με διακόσμηση κατάλληλος και για το τράβηγμα της πόρτας, για να ανοίξει ή να κλείσει.

Το ρόπτρο ήταν στερεωμένο πάνω από την κλειδαριά της βαριάς ξύλινης εξώπορτας του σπιτιού με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να το ανασηκώνει ο επισκέπτης και να το κτυπά πάνω στην πόρτα, για να ειδοποιήσει τους ένοικους του σπιτιού ν’ ανοίξουν. Τα βλέπουμε και σήμερα στις εισόδους νεοκλασικών σπιτιών, που τα διατηρούν ως γνήσια στοιχεία της λαϊκής τέχνης και παράδοσης.

  

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »