Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λαϊκή παράδοση’

Το ρόδι στην αρχαιότητα και στη λαϊκή παράδοση


 

Ροδιές συναντά κανείς σε ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι ένα μικρό φυλλοβόλο δένδρο με γυαλιστερά φύλλα και πορτοκαλοκίτρινα λουλούδια, που πολλές φορές μοιάζει με θάμνο. Το μισό χρόνο που ρίχνει τα φύλλα της περνάει εντελώς απαρατήρητη, ενώ τον υπόλοιπο καιρό μαγνητίζει τα βλέμματα με το χρώμα και την ομορφιά των ανθών και των καρπών με τις άφθονες κόκκινες ρόγες τους. Τα φρούτα της είναι στρογγυλά, κόκκινα ή κίτρινα, όταν ωριμάσουν, και γεμάτα με σπόρους. Είναι φυτό ανθεκτικό στη ζέστη, στην ξηρασία και στην έλλειψη φροντίδας και προσαρμόζεται εύκολα σε διαφορετικά εδάφη. Το ρόδι δεν είναι από τα φρούτα που ήρθαν στα μέρη μας τους τελευταίους αιώνες, χάρη στην πρόοδο των συγκοινωνιών, ούτε το έφεραν από τον νέο Κόσμο μετά το ταξίδι του Κολόμβου, άλλα είναι εδώ από πολύ παλιά, πολύ πριν από τους βυζαντινούς ή τους ελληνιστικούς καιρούς.

 

Ροδιά. Πίνακας ζωγραφικής με υπογραφή, Χαραυγή.

 

Η ροδιά φαίνεται πως δεν είναι ιθαγενής στην Ελλάδα, αλλά εισήχθη τα πολύ παλιά χρόνια από την Περσία ή την Κεντρική Ασία. Λέγεται ότι προέρχεται από την περιοχή ανάμεσα στο Ιράν (Περσία) και τη βόρεια Ινδία. Αργότερα καλλιεργήθηκε στην υπόλοιπη Ασία, την Αφρική και στη Μεσόγειο, όπου μεταφέρθηκε από Φοίνικες και  Άραβες εμπόρους. Οι Ρωμαίοι την πήραν από την Καρχηδόνα και την ονόμασαν malus Punica (καρχηδονιακή μηλιά) και το ρόδι malum Punicum, δηλαδή «μήλο της Καρχηδόνας». Το ρόδι το λέγανε όμως και granatum (malum granatum ή pomum granatum). Η βοτανική ονομασία του ροδιού είναι Punica granatum. Granum στα λατινικά είναι ο κόκκος και granatus είναι ο πολύκοκκος. Από αυτόν έχουμε λέξεις όπως γρανάζι, γρανίτης και γρανίτα. Granada στα ισπανικά είναι το ρόδι και η χειροβομβίδα με τα πολλά σφαιρίδια που θυμίζει ρόδι. Ο στρατιώτης ο εκπαιδευμένος στη χρήση χειροβομβίδων ονομάστηκε γρεναδιέρος (grenadier). Λένε μάλιστα ότι η πόλη Γρανάδα της Ισπανίας πήρε πιθανότατα το όνομά της από τις πολλές ροδιές που καλλιεργούνται στη περιοχή. Η ροδιά στην ισπανική ονομάζεται «γκρανάδα» και τα ρόδια είναι το πιο συνηθισμένο έμβλημα της πόλης και των κατοίκων της.

Στην ελληνική γλώσσα η λέξη ροδιά ετυμολογικά προέρχεται από το ρόδι και τα λεξικά συνδέουν τη λέξη με το ρήμα ρέω, πιθανώς λόγω των καθαρτικών ιδιοτήτων του ροδιού. Η ροδιά στην αρχαία Ελλάδα αναφέρεται με πολλά ονόματα στις διάφορες περιοχές. Οι αρχαίοι το δέντρο το έλεγαν «Ροιά», «Ροά» και το ρόδι ρόα. Από το υποκοριστικό, ροΐδιον, που είναι της ελληνιστικής εποχής, βγήκε αργότερα ο τύπος ρόιδι και ρόιδο και σήμερα ρόδι. Από το ρόδι ονομάστηκε το δέντρο ροδιά. Φαίνεται ότι η ονομασία «ροϊδιά», «ρόιδο» και «ρόιδι» ήταν παλαιότερα οι επικρατέστερες. Έτσι  διασώζεται στο δημοτικό τραγούδι και σε άφθονες άλλες πηγές (πάει το μήλο να χαθεί, το ρόιδο να μυρίσει).Το Μακεδονικό τραγούδι «μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο…», καθώς και η γνωστή έκφραση «τα ‘κανα ρόϊδο», δηλαδή τα θαλάσσωσα, τα’ κανα μούσκεμα, το επιβεβαιώνουν».

Η ονομασία «Ροιά», φαίνεται ότι καθιερώθηκε από τον Όμηρο και γίνεται ευρεία χρήση της στη μυθολογία. Στην αρχαιότητα υπήρχε και μια άλλη ελληνική λέξη για τη ροδιά, σίδη ή σίδα, όπως την έλεγαν οι Βοιωτοί και οι Κρήτες. Υπάρχει κι ένα ανέκδοτο για μια εποχή που Αθηναίοι και Θηβαίοι φιλονικούσαν σε ποιον ανήκει μια περιοχή, που λεγόταν Σίδαι. Ο Επαμεινώνδας έβγαλε από τον κόρφο του ένα ρόδι και ρώτησε τους Αθηναίους, πώς το λένε. Ρόαν, του απάντησαν. Αλλ’ ημείς σίδαν, απάντησε εκείνος και νίκησε!

 

Η ροδιά στη μυθολογία

 

Θα παρακολουθήσουμε πρώτα την ιστορική διαδρομή του δένδρου της ροδιάς στη χώρα μας στηριζόμενοι σε ιστορικά και μυθολογικά δεδομένα. Οι μύθοι γύρω από τη ροδιά είναι ατελείωτοι, καθώς το δένδρο και οι καρποί του ήταν αφιερωμένα στην Αφροδίτη, στην Περσεφόνη, στη Δήμητρα, στην Αθηνά και στην Ήρα. Ο πιο παλαιός μύθος είναι ίσως αυτός που συνδέει την ροδιά με τον Ωρίωνα. Ο Ωρίων ήταν ένας από τους μεγαλύτερους και λαμπρότερους αστερισμούς, ένας πελώριος γίγας, γιος της Γης και ξακουστός για την ομορφιά του. Ήταν μάλιστα άξιος κυνηγός και σκότωνε τ’ αγρίμια με χάλκινο ρόπαλο. Σύμφωνα με το μύθο, ο Ωρίων παντρεύτηκε τη Σίδη, αλλά δεν στάθηκε τυχερός, καθώς η Σίδη παινεύτηκε πως είναι πιο όμορφη από την Ήρα και για τιμωρία η θεά την έστειλε στον κάτω κόσμο, όπου μεταμορφώθηκε σε Ροδιά.

Ο πιο φημισμένος μύθος που σχετίζεται με το ρόδι, είναι αυτός της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, θεό του Άδη. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο, ο Πλούτων άρπαξε την πανέμορφη Περσεφόνη και την πήρε μαζί του στον κάτω κόσμο. Η απελπισμένη μητέρα θεά Δήμητρα εκδήλωσε το θυμό της με τρομερές συνέπειες σε βάρος των θνητών. Αποσύρθηκε αποφεύγοντας κάθε σχέση με τον κόσμο και ως θεά της γεωργίας δεν άφηνε κανένα φυτό να φυτρώσει πάνω στη γη. Μάταια οι άνθρωποι καλλιεργούσαν και έσπερναν. Ήρθε μία εποχή ξηρασίας και λοιμοί μάστιζαν τους ανθρώπους. Η γη έπαψε να βλασταίνει, κινδύνεψε να αφανισθεί το ανθρώπινο γένος από την πείνα και να στερηθούν οι θεοί τις θυσίες, τις οποίες ως τότε τους πρόσφεραν οι άνθρωποι.

 

Περσεφόνη. Ο Άδης της δίνει να φάει σπόρους ροδιού ώστε να την «δέσει» και να εξασφαλίσει την επιστροφή της, αφού οι σπόροι του ροδιού ήταν σύμβολο γάμου. Έργο του Dante Gabriel Rossetti (1828-1882), Tate Britain, Λονδίνο.

 

Ο Δίας στέλνει τον ένα μετά τον άλλο τους Ολύμπιους να παρακαλέσουν τη Δήμητρα να αλλάξει τη γνώμη της, μα εκείνη ανένδοτη λέει ότι θα πεισθεί, αν πάρει πίσω την αρπαγμένη κόρης της. Μπροστά στην απειλούμενη καταστροφή οι θεοί κατέληξαν πως το αίτημα της Δήμητρας ήταν δίκαιο και ο Δίας στέλνει τον Ερμή στον Άδη, για να πείσει τον θεό του Άδη να αφήσει την Περσεφόνη. Ο Άδης υπακούει στις διαταγές του Δία, αλλά πριν αφήσει την Περσεφόνη να ανέβει στη γη, της δίνει να φάει σπόρους ροδιού («ροιής κόκκον έδωκε φαγείν μελιηδέα λάθρη» Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α, 5,3), ώστε να την «δέσει» και να εξασφαλίσει την επιστροφή της, αφού οι σπόροι του ροδιού ήταν σύμβολο γάμου. Η Δήμητρα  πληροφορήθηκε ότι η κόρη της είχε φάει ρόδι, κατάλαβε ότι δε θα μπορούσε να την κρατήσει για πάντα κοντά της και έγινε έξαλλη. Για να την ηρεμήσει ο Δίας πρότεινε να μένει η Περσεφόνη το ένα τρίτο του έτους στον Πλούτωνα και τα άλλα δύο τρίτα μεταξύ των Ολυμπίων θεών και της μητέρας της. Η θεά δέχθηκε την πρόταση και άφησε πάλι τα φυτά και τα δένδρα να ανθίσουν.

Η απαγωγή της Περσεφόνης  είναι η αλληγορία του κύκλου της ευφορίας της φύσης και η διαμονή της στον Άδη συμβολίζει την εξαφάνιση των ανθέων και των καρπών, τη σκυθρωπή όψη του εδάφους το καλοκαίρι. Τους καλοκαιρινούς μήνες η «Κόρη» βρίσκεται στο βασίλειο του Άδη, όπως το σιτάρι στα σιλό και τα πιθάρια. Η επιστροφή της από τον Άδη συνδέεται με τη σπορά του φθινοπώρου, με τη βλάστηση των σπόρων και την άνθιση των φυτών την άνοιξη. Έτσι, όταν ζούσε στον πάνω κόσμο με την μητέρα της, αναγεννιόταν η φύση, ενώ όταν απομακρυνόταν στον κάτω κόσμο, ερχόταν ο θάνατος της φύσης.

Το ρόδι έγινε σύμβολο του ερχομού της Άνοιξης μετά τον κρύο χειμώνα και στα αρχαία Ελευσίνια Μυστήρια. Ήταν ένα από τα 7 αντικείμενα που έδειχνε ο Ιεροφάντης σε αυτούς που επρόκειτο να μυηθούν στα Ελευσίνια Μυστήρια και οι Ιερείς της Δήμητρας στην Ελευσίνα, οι Ιεροφάντες, ήταν στεφανωμένοι με κλαδιά ροδιάς κατά τη διάρκεια των μεγάλων μυστηρίων. Στη διάρκεια των εορτών της Δήμητρας, τα «Θεσμοφόρια», οι Αθηναίες έτρωγαν τα μικροσκοπικά λαμπερά σπόρια για να αποκτήσουν γονιμότητα και ευημερία.

 

 Η ροδιά στους αρχαίους συγγραφείς

 

Στην Ελλάδα η καλλιέργεια της ροδιάς είναι αρχαιότερη από εκείνη της αμυγδαλιάς και της βερικοκιάς και σύγχρονη με την καλλιέργεια της ελιάς, του αμπελιού και της συκιάς. Ο  Όμηρος αναφέρει τη ροδιά, όταν περιγράφει με ζωηρά χρώματα τους κήπους του Βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου:

«Έξω απ᾿ την πόρτα, στην αυλή, τρανό περβόλι έχει

τέσσερα στρέμματα έκταση με φράχτη γύρω γύρω

και μέσα ολόχλωρα ψηλά δέντρα φυτρώνουν πλήθος,

μηλιές, ροδιές χρυσόκαρπες, αχλαδιές φυλλομανούνε,

συκιές  γλυκόκαρπες κι ελιές γερές και φουντωμένες».

 (Οδύσσεια, η 112-116).

Ο «περικεχαραγμένος αγρός», που αποτυπώνεται πάνω σε πολλά αργυρά Κερκυραϊκά νομίσματα, είναι πιθανότατα με συμβολική παράσταση των κήπων του Αλκίνοου.

Η ροδιά (ροιά) μνημονεύεται και στο μύθο του Ταντάλου ως ένα από τα δένδρα που οι καρποί τους του προκαλούσαν την επιθυμία να τους φάει, αλλά καταδικασμένος από τους θεούς δεν το κατόρθωνε:

«Κι είδα εκεί τον Τάνταλο βαριά τυραννισμένο

ως το πηγούνι στέκονταν μες τα νερά της λίμνης,

διψούσε, αλλά μια σταλιά να πάρει δε μπορούσε·

……………………………………………………………………

Δένδρα ψηλά από πάνω του κρεμούσαν τον καρπό τους

ροδιές, αφράτες απιδιές, μηλιές γεμάτες μήλα,

συκιές γλυκύκαρπες κι ελιές επάνω στον καρπό τους,

και όταν ο γέρος έκανε τα χέρια του να απλώσει,

μες τα σκιερά τα σύννεφα τα ψήλωνε ο αέρας.

(Ομήρου Οδύσσεια, λ 582-592).

Ο Παυσανίας μιλώντας για τον τάφο του Μενοικέα λέει πως μια ροδιά φύτρωσε πάνω από το μνήμα του και κάνει ρόδια που μέσα τους ρέει το αίμα του: «Πολύ κοντά στις πύλες της Θήβας υπάρχει μνήμα του Μενοικέα, γιου του Κρέοντα, που τον σκότωσε ο πατέρας του μετά από χρησμό του μαντείου των Δελφών (ότι θα σωθεί η πόλη), όταν ο Πολυνείκης με το στρατό του έφτασε στη Θήβα από το Άργος. Πάνω στο μνήμα του Μενοικέα φύτρωσε μια ροδιά. Όταν σπάσεις το περίβλημα του ώριμου καρπού της, θα βρεις στο εσωτερικό του να τρέχει αίμα. Αυτό το θαλερό δέντρο είναι η ροδιά.» (Παυσανίας βοιωτικά, ΧΧV, 1).

Η Ήρα, η μητέρα των Θεών και προστάτιδα του γάμου και της γονιμότητας, κρατάει στο δεξί της χέρι ένα ρόδι. Ο Παυσανίας περιγράφοντας το άγαλμα της Ήρας στο ναό του Άργους αναφέρει ότι: «η Θεά καθόταν σε θρόνο από ελεφαντόδοντο και χρυσό. Στο διάδημά της ήταν χαραγμένες οι Χάριτες και οι Ώρες, στο ένα της χέρι κρατάει το σκήπτρο και στο άλλο ένα ρόδι». (Παυσανίου, Ἑλλάδος Περιήγησις,  Κορινθιακά, xvii,4)

Ο Φιλόστρατος μιλάει για μια ροδιά που φύτεψαν οι Ερινύες πάνω στον τάφο των αδελφών Ετεοκλή και Πολυνείκη: «Ο νεαρός βλαστός της ροδιάς είναι αυτοφυής, παιδί μου, και λένε ότι τον φύτεψαν οι Ερινύες στον τάφο τους. Και αν σπάσεις τον καρπό της, τρέχει αίμα ακόμα και σήμερα».  (Φιλόστρατος, Εικόνες Α΄/Βιβλίον β/κθ)

Στην Κύπρο τη ροδιά φύτεψε η θεά Αφροδίτη, προστάτιδα του νησιού (…αυτά είναι ροδιές…. Αυτό το μοναδικό δέντρο λένε ότι στην Κύπρο το φύτεψε η Αφροδίτη) (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), 27).

Κατά τον Ησίοδο η πρώτη ροδιά φύτρωσε από το αίμα του Διονύσου Ζαγρέα, όταν κατακρεουργήθηκε από τους Τιτάνες. Συναφής με αυτή την παράδοση είναι και η δοξασία για δένδρα που φυτρώνουν πάνω στους τάφους και υποτίθεται ότι περικλείουν την ψυχή του θαμμένου νεκρού.

Στην αρχαία Ελλάδα, κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών που σχετίζονταν με την γονιμότητα, μαγείρευαν τα «πολυσπόρια», γνωστά ως «σπερνά», που περιείχαν βρασμένο στάρι με ξηρούς καρπούς, ζάχαρη και ρόδι. Τα προετοίμαζαν οι νοικοκυρές και τα προσέφεραν σε συγγενείς και φίλους, όταν η οικογένεια έχει χαρές (γάμους, βαφτίσια, ονομαστικές εορτές, κ.λ.π.). Συνήθιζαν επίσης να κρεμούν ένα ρόδι στις πόρτες των σπιτιών, για να φέρει ευημερία, μια συνήθεια που επιβιώνει μέχρι σήμερα σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας.

Το  ρόδι κάνει την εμφάνισή του και στην αρχαία θρησκεία. Αυτό το ιδιαίτερο φρούτο με το λαμπερό χρώμα και την γλυκόστυφη γεύση, φαίνεται να έχει περάσει από τα χέρια κάθε θεότητας και να έχει διακοσμήσει κάθε ναό και ιερατικό ένδυμα. Η Παλαιά Διαθήκη περιγράφοντας το φημισμένο ναό του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ αναφέρει: «Και έκανε τους στύλους και δύο σειρές από ρόδια ολόγυρα επάνω σ’ ένα δίχτυ, για να σκεπάσει τα επιθέματα πάνω στις κορυφές των στύλων… Και τα επιθέματα πάνω σε δύο στύλους είχαν ρόδια… και τα ρόδια ήταν 200 στη σειρά ολόγυρα, επάνω σε κάθε  επίθεμα» (Α’ Βασ. 7:18-20).

Στο βιβλίο της Εξόδου δίνονται οδηγίες για το πώς θα στολιστούν με ρόδια τα ιερατικά ενδύματα των Εβραίων: «θα κάνεις επάνω στα κράσπεδά του ρόδια από βαθυγάλαζο ύφασμα, πορφυρό και κόκκινο ολόγυρα. Και χρυσά κουδούνια ανάμεσά τους ολόγυρα. Ένα  χρυσό κουδούνι και ένα ρόδι, ένα χρυσό κουδούνι και ένα ρόδι». (Έξοδος, 28:33-34) Αναφορές στο ρόδι και τη ροδιά γίνονται επίσης στο Α’ Σαμουήλ, στο Β’ Χρονικών, στον Ιερεμία και στο Άσμα Ασμάτων.

Στο χριστιανικό πολιτισμό το κόκκινο χρώμα του ροδιού παραπέμπει στην αιδημοσύνη και το κάλλος της εκκλησίας και κυρίως στο αίμα και τα πάθη του Χριστού. Το πλήθος των σπόρων του ροδιού, που συγκρατείται μέσα σε ένα φλοιό, συμβολίζει την εικόνα της Εκκλησίας και την ενότητα της πίστης. Το αόρατο και εύγεστο εσωτερικό συμβολίζει την μη ορατότητα του Θεού και τον κρυμμένο θησαυρό της ελπίδας μελλοντικών χαρών. Τα παραπάνω σημεία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα, διότι δείχνουν ότι από τους πρώιμους χριστιανικούς αιώνες η εκκλησία ενσωμάτωσε τη συμβολική σημασία του ροδιού σε χριστιανικό περιεχόμενο.

 

Η Παρθένος του ροδιού, (Madonna della Melagrana), έργο του Ιταλού ζωγράφου Σάντρο Μποττιτσέλλι το 1487, εκτίθεται στην Πινακοθήκη Ουφίτσι. Ο τίτλος του πίνακα εξηγείται από το ρόδι στο χέρι της Μαρίας. Αυτό πρέπει να νοηθεί ως συμβολισμός του πλούτου των σπόρων που δείχνουν την πληρότητα του Χριστού.

 

Το ρόδι στη νεοελληνική παράδοση

 

Η αρχαία αντίληψη ότι το ρόδι είναι σύμβολο καλοτυχίας και ευημερίας συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Μέχρι σήμερα ο καρπός της ροδιάς συμβολίζει τον ευτυχισμένο γάμο, την αφθονία, λόγω της πλειάδας των κόκκινων σπόρων του, και το πάθος ως ιερός καρπός της Αφροδίτης. Πολλοί από τους κεντρικούς συμβολισμούς του ροδιού, που ίσχυσαν στις προηγούμενες περιόδους, θα επιβιώσουν και τους επόμενους αιώνες μέχρι τις μέρες μας. Το ρόδι συμβολίζει την αφθονία σ’ ένα σπιτικό. Η φράση «το σπίτι του είναι γεμάτο σαν το ρόδι» είναι έπαινος σε νοικοκύρη που έχει όλα τα απαραίτητα. Στην ελληνική παράδοση το ρόδι είναι σύμβολο γονιμότητας και αιωνιότητας,  γι’ αυτό σε γάμους και την πρωτοχρονιά σπάμε ρόδια, αλλά συνδέεται και με το θάνατο.

Στη λαογραφία μας το ρόδι παίζει καίριο ρόλο. Αρκεί να θυμηθούμε το ρόδι που σπάνε οι νιόπαντροι στο κατώφλι του σπιτιού τους. Όλα ξεκινούν από την ελληνική μυθολογία με τις προστάτιδες θεές της ροδιάς, την Ήρα και την Αφροδίτη. Η Ήρα ήταν θεά του γάμου και η Αφροδίτη θεά του πάθους. Επομένως το ρόδι βοηθούσε στην οικογενειακή ευτυχία και τον έρωτα. Το ρόδι παίζει έναν εξαιρετικό ρόλο σε πολλά τελετουργικά που προηγούνται του γάμου, όπως για παράδειγμα στο στολισμό της «νυμφικής παστάδας». Το σπάσιμο του ροδιού από τους νεόνυμφους στην είσοδο και στα κατώφλια των σπιτιών έχει στόχο την ευγονία. Υπάρχει όμως και μια αρνητική παροιμιακή φράση για το ρόδι, όταν λέμε «η νύφη τα έκανε ρόιδο», που σημαίνει τα έκανε θάλασσα. Η αρχή της φράσης μάλλον βρίσκεται στο έθιμο που θέλει τη νύφη να ρίχνει στο πάτωμα το ρόδι, όταν μπαίνει στο σπίτι του γαμπρού, και να πατάει τους σκορπισμένους καρπούς, κάτι που και η πιο καλοπροαίρετη πεθερά το έβλεπε με φρίκη.

 

Το Ρόδι σύμβολο γονιμότητας και αναγέννησης!

 

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία ντυμένη με τα καλά της ρούχα για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και να υποδεχτεί το νέο χρόνο. Στην επιστροφή ο νοικοκύρης του σπιτιού έχει στην τσέπη του ένα λειτουργημένο ρόδι, που στην Μικρά Ασία το φιλούσαν στα εικονίσματα από τις 14 Σεπτέμβρη, την ημέρα του Σταυρού. Είναι αυτός που κάνει το ποδαρικό και σπάει το ρόδι. Πρέπει θα χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας και να του ανοίξουν. Δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του. Έτσι είναι ο πρώτος που μπαίνει στο σπίτι για να κάνει το ποδαρικό με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνει μέσα με το δεξί, το «καλό» πόδι, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα για να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: «με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά». Άλλη ευχή που συνηθίζεται να λέγεται κατά το σπάσιμο του ροδιού είναι: «Όσο βαρύ είναι το ρόδι, τόσο βαρύ να είναι το πορτοφόλι μας, όσο γεμάτο καρπούς είναι το ρόδι, να είναι γεμάτο το σπίτι μας με καλά και όσο κόκκινο είναι το ρόδι, τόσο κόκκινη να είναι και η καρδιά μας!». Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.

Στην Αράχωβα μαζί με το ρόδι κρατούν κι ένα λιθάρι που το «ξαστρίζουν» αποβραδίς, δηλαδή τ’ αφήνουν τη νύχτα κάτω από τα άστρα. Μαζί με το ρόδι πετούν και το λιθάρι και κάνουν την ευχή: «Σαν το λιθάρι γεροί και σαν το ρόδι γεμάτοι». Απόηχος αυτού του εθίμου είναι μάλλον η φράση «έσπασε το ρόδι», που τη λέμε όταν σημειώσουμε μια επιτυχία ύστερα από σειρά ατυχιών. Η φράση χρησιμοποιείται κατά κόρο στην αθλητική δημοσιογραφία και λέγεται, όταν μια ομάδα καταφέρει την πρώτη της νίκη στο πρωτάθλημα ύστερα από κάμποσα ανεπιτυχή αποτελέσματα ή όταν ένας παίκτης μπορέσει επιτέλους να σκοράρει.

Το ρόδι αποτελεί βασικό συστατικό και έχει τη δική του συμβολική αξία και στα «κόλλυβα», που προσφέρουν στα μνημόσυνα οι οικείοι σε όλα τα συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα, ενώ μαρτυρείται και η παρουσία ολόκληρων ροδιών στους τάφους. Η σύνδεση του ροδιού με το θάνατο στη σύγχρονη Ελλάδα σχετίζεται με τη μετά θάνατον αναγέννηση του ατόμου και με την ιδέα της ανανέωσης της ζωής. Ο θεσμός αυτός κρατά από τα αρχαία ακόμα χρόνια, όταν οι πρόγονοί μας τελούσαν θυσίες κι έκαναν προσφορές στους θεούς ζητώντας απ’ αυτούς να συγχωρήσουν τ’ αμαρτήματα των προσφιλών πεθαμένων τους. Πιθανότατα συνδέεται με τα «πολυσπόρια» που προσφέρονταν κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών και σχετίζονταν με την γονιμότητα.

Το ρόδι στη νεοελληνική παράδοση συνδέεται και με τα όνειρα. Αν δει κάποιος ρόδι ή ροδιά στον ύπνο του, είναι καλό σημάδι. Αρκεί το φρούτο να εμφανίζεται καλό και το δέντρο εύρωστο. Σε αντίθετη περίπτωση το σημάδι δεν είναι και τόσο καλό. Ιδιαίτερα  ευοίωνο είναι, εάν δούμε να φυτεύουμε ροδιά γεμάτη άνθη ή καρπούς, να κόβουμε ρόδι από τη ροδιά, να μας προσφέρουν ρόδι, να τρώμε ρόδι ή να σπάμε ρόδι. Τέτοιου είδους όνειρα προμηνύουν ευημερία, καλοτυχία, ευχάριστα νέα ή καλή ψυχολογική κατάσταση. Δυσοίωνο είναι να δούμε ξεραμένη ροδιά, χαλασμένο ρόδι, να ξεριζώνουμε ροδιά ή να πετάμε ρόδι. Τέτοιου είδους όνειρα προμηνύουν αποτυχίες και στεναχώριες.

Το ρόδι, τέλος, είναι ένα από τα γούρια που συνδέονται με την καλή τύχη και θεωρείται ότι ξορκίζει την κακοδαιμονία και φέρνει ευημερία και αφθονία. Ένα μεταλλικό διακοσμητικό ρόδι με κόκκινη κορδελίτσα ή από φυσητό γυαλί σε όμορφους χρωματισμούς αποτελεί  συνηθισμένο δώρο προς τους οικοδεσπότες νέων σπιτιών ή στα εγκαίνια νέων καταστημάτων, για να φέρει γούρι στους ανθρώπους και «καλές δουλειές» στις επιχειρήσεις.

 

Επίλογος

 

Η ροδιά, ένα δέντρο δυνατό και διάσημο στην αρχαία Ελλάδα, είχε περάσει στο περιθώριο, αλλά δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη και τα τελευταία χρόνια έχει τραβήξει και πάλι το ενδιαφέρον. Ύστερα από μακρά περίοδο λήθαργου άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά τα τελευταία χρόνια με φυτείες ροδιάς που φέρνουν στις μνήμες μας προϊστορικές εποχές, όταν η θεά Αφροδίτη φύτεψε στην Κύπρο την πρώτη ροδιά του νησιού, τη ροιά που στόλιζε τους κήπους του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου, τη ροδιά που μερικοί κόκκοι του καρπού της καθόρισαν την τύχη της Περσεφόνης, της κόρης της θεάς Δήμητρας, και μαζί με άλλα δένδρα συμμετείχε στο μαρτύριο του Ταντάλου.

Το ρόδι είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά και βιταμίνες και πασίγνωστος καρπός από την αρχαιότητα για τις εκπληκτικές ιατρικές ιδιότητες που διαθέτει. Η σύγχρονη ιατρική επιβεβαιώνει και συνηγορεί με τους αρχαίους Έλληνες γιατρούς, που το θεωρούσαν θαυματουργό καρπό και είχε ιδιαίτερη εκτίμηση και χρησιμότητα σε διάφορους πολιτισμούς. Ο χυμός από φρέσκο ρόδι βελτιώνει την παραγωγή αίματος, ανακουφίζει από τον πυρετό και μειώνει την καρδιακή επιβάρυνση. Είναι ιδανικός για μικρά παιδιά, ειδικά εάν είναι κρυολογημένα και παρουσιάζουν βήχα και πυρετό. Το εκχύλισμα του ροδιού έχει αποδειχθεί από μελέτες πως έχει θετική δραστηριότητα κατά του καρκίνου του προστάτη, ενώ η κατανάλωση χυμού ροδιού από τις εγκύους γυναίκες μειώνει τον κίνδυνο των εγκεφαλικών κακώσεων στα μωρά. Οι σπόροι του διώχνουν τις τοξίνες από τον οργανισμό και εξοντώνουν τα μικρόβια από την κύστη, το αίμα και τα νεφρά. Το αφέψημα από τα άνθη της ροδιάς συμβάλλει στην ενίσχυση των ούλων και απαλύνει τον πονόλαιμο.

Σήμερα φυτείες ροδιάς δημιουργούνται σε πολλά μέρη της Ελλάδας από τη στιγμή που οι γιατροί και οι διατροφολόγοι βρίσκουν θαυματουργές ιδιότητες στο πανάρχαιο αυτό φρούτο. Η χώρα μας άλλωστε ευνοεί την καλλιέργεια της ροδιάς, η οποία αναπτύσσεται σε υποτροπικό κλίμα με παρατεταμένο ξηρό και θερμό καλοκαίρι και αντέχει τα κρύα  και τις κακουχίες. Έτσι η ροδιά από ένα αυτοφυές φυτό, που φυτρώνει τυχαία σε φράχτες, σε ρέματα και όπου βρει πρόσφορο έδαφος ο σπόρος της, μετατρέπεται σε δέντρο που καλλιεργείται συστηματικά και οργανωμένα και συμβάλλει στο εισόδημα των καλλιεργητών της και στην εθνική οικονομία.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Κανταρτζήδες στο Άργος


 

Οι κανταρτζήδες ή κανταριστές ήταν οι άνθρωποι που ζύγιζαν με το καντάρι οτιδήποτε, αλλά κυρίως αγροτικά προϊόντα: κοφίνια με πεπόνια ή ντομάτες, δέματα καπνού (τέγκια), τσουβάλια με δημητριακά και άλλα πολλά.

Ο κανταρτζής, φτωχός άνθρωπος με ελάχιστη ή καθόλου περιουσία, δούλευε όπου έβρισκε μεροκάματο, κι όταν τον καλούσαν οι δουλειές του ζυγίσματος, έπαιρνε το καντάρι του [είδος ζυγαριάς]  κι ένα μακρύ στρογγυλό ξύλο, τη μαναβέλα, κι έτρεχε στην πιάτσα.

Έβαζε τη μαναβέλα στον ώμο του και στον ώμο του παραγωγού ή του πελάτη, περνούσε τον κρίκο του κανταριού στη μαναβέλα, τέντωναν τα πόδια τους κι οι δύο, και το σακί με το σιτάρι – ας πούμε – που το είχανε αγκαλιάσει με τις αλυσίδες, σηκωνότανε στον αέρα. Τραβούσε ύστερα τα δράμια επάνω στον αριθμημένο βραχίονα μέχρι να ισορροπήσει κι ύστερα αναφωνούσαν: «Πενήντα οκάδες»!

 

Καντάρι. Φωτογραφία: Λαογραφική Συλλογή Νικολάου Απ. Μαρδάνη.

 

Ύστερα το επόμενο σακί κι ύστερα ο άλλος πελάτης. Και μαζεύονταν κάμποσοι κανταρτζήδες στη μικρή πλατεία, όπου γινόταν η αγοραπωλησία των σιτηρών, γι’ αυτό και η πλατεία αυτή ονομάστηκε Σιταροπάζαρο, στην οδό Κορίνθου στο Άργος. Πρόκειται για την πλατεία Δερβενακίων, όπως μετονομάστηκε αργότερα, αλλά οι Αργείοι προτιμούν την παλιά ονομασία, όπως την επέβαλε ο λαός και τη λένε Σταροπάζαρο ή Σιταροπάζαρο και κάποτε πλατεία Δερβενακίων.

Εκεί, λοιπόν, από πολύ παλιά, από τη δεκαετία 1930 κι ακόμη παλιότερα ίσως, έφταναν οι αγρότες με τα άλογά τους φορτωμένα με σιτάρι ή με τις άμαξές τους, για να πουλήσουν το σιτάρι που θα τους περίσσευε μετά τα αλωνίσματα. Γιατί πολλοί δεν είχαν σιτάρι ή ήταν η παραγωγή τους μικρή κι έπρεπε να εξασφαλίσουν ψωμί για την οικογένειά τους. Και δεν ήταν Αργείοι μόνο οι αγοραστές αλλά και πολλοί από τα γύρω χωριά, οι οποίοι προτιμούσαν να αγοράζουν σιτάρι από τον παραγωγό και όχι από τον έμπορο ή τον μυλωνά.

Τέτοιες μέρες η μικρή πλατεία στην οδό Κορίνθου ζωήρευε. Γινότανε χαμός με τα γαϊδορομούλαρα, τις άμαξες, τα τραχτέρια αργότερα, με τα στάρια και τις φωνές του κόσμου και προπαντός με τις φωνές και τους καβγάδες των κανταρτζήδων, που συναγωνίζονταν ποιος θα ζυγίσει περισσότερα, φυσικά με το αζημίωτο.

 

Πηγή


Read Full Post »

Ελληνική λαϊκή παράδοση


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα νοσταλγικό  άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με τίτλο: «Ελληνική λαϊκή παράδοση».

 

Μια φορά κι ένα καιρό ο κόσμος ήταν μικρός. Άπλωνες το μάτι σου ίσαμε πέρα. Όσον τόπο έπιανες, τόσος ήταν ο κόσμος. Σαράντα  χιλιόμετρα με τη νταλίκα, μιας μέρας δρόμο, το λέγανε ταξίδι. Εκατό – διακόσια χιλιόμετρα, έφευγαν σε τόπο ξένο, μακρινό. Έμπαινες σε καΐκι που άνοιγε τα πανιά του στη θάλασσα; Τότε πια ήταν ξενιτιά, αποδημία. Οι νοικοκυραίοι μέναν στον τόπο που γεννήθηκαν κι είχαν ξεχωριστό κομμάτι γης, για να τους θάψουν σαν θάρχονταν κάποτε η σειρά τους. Μικρός ο κόσμος, λίγοι οι άνθρωποι, λίγα τα νιτερέσια. Κατέβαινε ο κάθε νοικοκύρης στην πιάτσα, μίλαγε με τους συντοπίτες, τον ήξεραν, τους χαιρετούσε, τον καλημέριζαν.  – Καλημέρα, η ώρα η καλή.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι δε βιάζονταν, δεν έτρεχαν. Τίποτα βίαιο δε σημάδευε τη μέρα  τους. Η ζωή αργοκυλούσε πάντα η ίδια. Ξέραν πότε θα φρεσκάρει το μελτέμι, περίμεναν τη βροχή, ξεχώριζαν τη θολούρα που φέρνει το χιόνι, προετοιμάζονταν. Έσπερναν, θέριζαν, έσκαβαν, πότιζαν, πάντα τα ίδια πράματα, στα ίδια χωράφια, κάτω από τον ίδιο ήλιο, κοντά στα ίδια δένδρα, που είχαν κληρονομήσει απ’ τους γονιούς τους.

Άμα σε κουβέντιαζε άνθρωπος, έπρεπε να τον κοιτάζεις στα μάτια, αν δεν ήθελες να το πάρει για προσβολή και περιφρόνηση. Να φουμάρει νέος μπροστά σε ηλικιωμένο, δε γινόταν. Κι όταν κάθονταν οι γέροι, οι νέοι στέκονταν, κι ας είχε καρέκλες αδειανές. Τη σειρά που είχαν μάθει από τους γονιούς τους, την κρατούσαν όταν έκαναν δικό τους σπιτικό και την παράδιναν κληρονομιά στα παιδιά τους.

Όταν σόδιαζαν, οι νοικοκυρές βοηθούσαν η μια την άλλη να  πήξουν τον τραχανά, να τον πλάσουν στο σοφρά, πάνω στο χασεδένιο τραπεζομάντιλο πλυμένο στο λουλάκι, να τον κάνουν χάχλες. Έστριβαν το κριθαράκι, έκοβαν τις χυλοπίτες. Στίβαζαν τα κούτσουρα για το τζάκι, την πυρήνα για το μαγκάλι, τα κάρβουνα και το δαδί για τη φωτιά. Μέσα στο μεγάλο πιθάρι με το λάδι έβαζαν τα κεφαλάκια το τυρί για το χειμώνα. Στο κατώι κρέμονταν αρμαθιές τα κρεμμύδια και τα σκόρδα. Κάτω απ’ τον καναπέ στην τραπεζαρία αποθήκευαν τα «χειμωνιάτικα», τα πράσινα  καρπούζια και τα κίτρινα πεπόνια. Στο νταβάνι κρέμονταν σειρές τα κόκκινα ρόδια, και τα κυδώνια. Στους μπακιρένιους τεντζερέδες, που έλαμπαν σαν καθρέφτες πάνω στα ράφια, είχαν πατημένα τα ξερά σύκα. Σκέτα για τα παιδιά, ζεματιστά ψιλόφλουδα για τους μεγάλους, γεμιστά με καρύδι, σουσάμι και κανέλα για τους ξένους.

Άμα χτυπούσε την πόρτα τους ο χειμώνας, ήταν έτοιμοι να τον καλοδεχτούν. Άμα χτυπούσε ζητιάνος, δεν έπρεπε να τον αφήσουν να φύγει μ’ αδειανά τα χέρια. Έστρωναν το τραπέζι στα σπιτικά τους με την καμπάνα της εκκλησίας το μεσημέρι, κάθονταν όλοι μαζί, έκαναν το σταυρό τους. Έπιανε ο νοικοκύρης το ζυμωτό σπιτίσιο καρβέλι, το σταύρωνε τρεις φορές με το μαχαίρι, έκοβε, κρατούσε ο ίδιος τη γωνιά τη  ροδοψημένη και μοίραζε στους άλλους τις πλατιές φέτες. Έτρωγαν αργά, χωρίς πολλές κουβέντες και χάχανα και, άμα τελείωναν, έκαναν πάλι το σταυρό τους. Οι μικροί περίμεναν να σηκωθεί πρώτα ο πατέρας και δεν παρατούσαν το τραπέζι, αν δε δίπλωνα την πετσέτα, που είχαν δέσει στο λαιμό τους.

Οι σκόλες τους ήταν μετρημένες, οι διασκεδάσεις τους το ίδιο, πότε σε βαφτίσια, πότε σε γάμο. Τα λιγοστά τους μαγέρικα ζούσαν απ’ τους μετρημένους εργένηδες και τους ταξιδιώτες. Στους καφενέδες σύχναζαν τα τζόβενα. Οι σοβαροί άνθρωποι ήξεραν μια-μια τις πέτρες που διάβαιναν απ’ το σπίτι στο μαγαζί και απ’ το μαγαζί στο σπίτι. Είχαν το στασίδι τους στην εκκλησιά. Μάθαιναν τα τραγούδια απ’ τους μεγάλους, όταν ήταν μικροί, και τα παράδιναν στα παιδιά τους. Είχαν εκείνο τον καιρό οι άνθρωποι επιθυμίες ελάχιστες, βλέψεις λιγότερες, αγωνίες σχεδόν καθόλου.

Το μόνο ξαφνικό που ερχόταν στη ζωή τους ήταν η αρρώστια και ο θάνατος. Τα φοβόντουσαν, γιατί δε μπορούσαν, δεν ήξεραν να τα προλάβουν. Κι όταν ερχόταν ο θάνατος τους έβρισκε έτοιμους, προετοιμασμένους. Νήστευαν και στη μικρή και στη μεγάλη Σαρακοστή, μεταλάβαιναν τα Χριστούγεννα και το Μεγάλο Σάββατο, μην τους βρει το ξαφνικό και δε τους προλάβει ο παπάς. Το είχαν για μεγάλη αμαρτία. Η ζωή έσερνε τα πόδια της αργά και οι πατημασιές της φαίνονταν χρόνια και τις έδειχναν από γενιά σε γενιά. Η πατατούκα  με την  εγγλέζικη τσόχα και την άσπρη αρνίσια προβιά από μέσα για φόδρα, έπεφτε κληρονομιά από πατέρα σε γιο. Και στις λάμπες του πετρελαίου μόνο το φυτίλι άλλαζαν και σπάνια το γυαλί, σαν παραπλήθαιναν τα τσιγαρόχαρτα, που κολλούσαν στη φούσκα του, για να συγκρατούν τα πολλά ραγίσματα.

Μακάριοι άνθρωποι, μακάρια χρόνια. Είχαν  χοντρά μουστάκια οι άνδρες. Πάνω στα δικά τους έπαιρναν όρκο, τα ξένα τα φτύναν  και τα βλαστημούσαν. Οι αγρότες ξεκινούσαν για τη δουλειά με την ανατολή και γύριζαν με τη δύση του ήλιου. Μόνο τ’ αγιολόι έβαζε ορόσημα στο χρόνο. Με δυο γιορτές, του αγίου Δημητρίου και του αγίου Γεωργίου, υποδιαιρούν το έτος σε χειμώνα και καλοκαίρι. Με γιορτές πάλι- «του αγίου Αντωνίου», «ανήμερα της Υπαπαντής», «ξημερώνοντας τ’ αϊ- Χαραλάμπους» – συνδέουν την ανάμνηση του καλού ή του κακού που τους έτυχε.

Η φύση είναι το περιβάλλον των ανθρώπων εκείνου του καιρού. Οι παλιοί άνθρωποι δεν είναι φυσιολάτρες. Είναι ένα μέρος από τη φύση. Στη μικρή κοινότητα η επικοινωνία με τον έξω κόσμο είναι περιορισμένη και η μάθηση φτωχή. Ο κόσμος όμως της φαντασίας είναι πλούσιος. Οι άνθρωποι είναι πολύ καλοί ή πολύ κακοί, σαραντάπηχοι ή τοσοδούληδες. Παράξενα πλάσματα φωλιάζουν στις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού, στο στάβλο, στον αχυρώνα. Οι άνθρωποι εκείνου του καιρού έχουν απαντήσεις σε όλες τις απορίες τους. Ερμηνεύουν τον κόσμο με παραμύθια, γιατρεύουν τις αρρώστιες με μαγικά. Κι αν κάτι δεν καταλάβουν, πάντα υπάρχει στο χωριό μια γριά σοφή, που θυμάται τα παλιά, εξηγεί τα τωρινά και προμαντεύει το μέλλον.

Οι παλιοί νοικοκυραίοι ήταν ευχαριστημένοι από τον κόσμο που γνώριζαν. Συγκρατούσαν λίγα πράματα από το παρελθόν με τις διηγήσεις που άκουγαν, όπως συγκρατούν τα παιδιά τα παραμύθια. Άκουγαν απ’ τους διαβασμένους  ιστορίες  για το γένος, για ένα κομμάτι πατρίδα που λεφτερώθηκε το 21 κι ύστερα περπάτησαν τα χρόνια, έγιναν πόλεμοι μεγάλοι και μικροί, γέμισε ο κόσμος φωτιές, χαλάσματα, σκοτωμένους, πήγε κάμποσο πίσω ο Τούρκος, λεφτερώθηκαν οι  σκλάβοι, μεγάλωσε η πατρίδα, άλλαξε η ζωή.

Μετά ο κόσμος πλήθυνε, δε γνωρίζονταν πιά  όλοι μεταξύ τους, χάθηκαν οι νταλίκες και πήραν τη θέση τους τα αυτοκίνητα. Οι αποστάσεις μίκραιναν. Οι άνθρωποι όχι μόνο  έτρεχαν, μα βρήκαν τον τρόπο να μιλούν από πολύ μακριά ο ένας στον άλλο, χωρίς να κοιτάζονται στα μάτια. Οι πολλοί άρχισαν να ψαλιδίζουν τα μουστάκια τους, άλλαξαν ρούχα, φόρεσαν φράγκικα, μείναν λιγοστά τα σαλβάρια και οι τσόχινες βράκες.  Μέρα με την ημέρα όλα άλλαζαν. Κάθε φορά ο κόσμος έβγαινε όλο και πιο πολύ από συνήθειες αποχτημένες, από παραδόσεις που τις κρατούσαν τόσες γενιές.  Τον παλιό τον κόσμο τον περνούσε με μεγάλα βήματα ο καινούργιος,  βιαστικός και ασυγκίνητος και τον έσερνε στην περιοχή των αναμνήσεων.

Όμως αυτόν τον κόσμο, που δεν πρόλαβαν οι νέοι, τον παρατηρούμε στις εκδηλώσεις του λαού, τον διακρίνουμε στην παραδοσιακή μας αρχιτεκτονική. Παλιά σπίτια, κάστρα, γεφύρια, εκκλησίες, καλντερίμια, μύλοι, περιστερώνες, ξωκλήσια, προσκυνητάρια και άλλες κατασκευές δείχνουν την ευαισθησία και την ποιητική φαντασία του παλιού δημιουργού-τεχνίτη.

Τα παραδοσιακά αυτά στοιχεία, που συνθέτουν την εθνική πολιτιστική μας ταυτότητα, ανέλαβε να συγκεντρώσει και να συστηματοποιήσει η επιστήμη της Λαογραφίας. Αντικείμενο της Λαογραφίας είναι ο λαός. Αλλά ποιος λαός; Αυτός  που έχει διατηρήσει την  παράδοση, έχει υποστεί δηλαδή τις λιγότερες ξενικές επιδράσεις, ο λαός της υπαίθρου, που διατηρεί γνήσια στοιχεία της εθνικής ταυτότητας.

Τι είναι όμως η παράδοση;

Κάθε γενιά ανθρώπων αισθάνεται τον κόσμο με το δικό της τρόπο, προσπαθεί να τον γνωρίσει, στοχάζεται, επινοεί και πράττει. Τη γνώση και τα έργα της τα παραδίδει στην επόμενη. Εκείνη, με τη σειρά της, πάνω στη συγκομιδή που κληρονόμησε, προσθέτει τη δική της. Όλος αυτός ο πλούτος είναι η παράδοση.

Οι γνώσεις, οι σκέψεις, τα αισθήματα και τα έργα των ανθρώπων συχνά παραδίδονται με την υπογραφή και με τη σφραγίδα μιας προσωπικότητας. Γνωστοί καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, προφήτες και ποιητές ανήκουν σ’ αυτό το είδος της παράδοσης, που λέγεται λόγια παράδοση.

Άλλο πράγμα είναι η λαϊκή παράδοση. Και σ’ αυτήν υπάρχει ο δημιουργός, που πρώτος εμπνέεται το έργο, αλλά αυτός ταυτίζεται με την κοινωνία. Στο έργο του δεν εκφράζει προσωπικές εμπειρίες, αλλά τη γενική αντίληψή του για τον κόσμο ή την κοινωνική ομάδα, όπου ανήκει. Δεν επινοεί νέα θέματα, δεν έχει προσωπικό ύφος, δεν επιδιώκει την πρωτοτυπία, χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν παραλλαγές σε κοινά θέματα.

Το έργο του λαϊκού πολιτισμού είναι ομαδικό, εκφράζει κοινές αντιλήψεις και περνάει στη χρήση των πολλών, που το προσαρμόζουν στο κοινό αίσθημα. Στο λαϊκό πολιτισμό, η ποίηση, οι τέχνες, η σοφία δεν είναι προνόμιο λίγων, αλλά κατόρθωμα και κτήμα όλων.

Η νεοελληνική λαϊκή παράδοση έχει τις ρίζες της στα αρχαία  χρόνια. Τα έθιμα, τα διακοσμητικά μοτίβα, τα ποιητικά θέματα, οι μύθοι, περνώντας από γενιά σε γενιά και αλλάζοντας αδιάκοπα, ζουν μέχρι σήμερα, καθορίζουν τους Έλληνες και συνδέουν τους τωρινούς με τους παλαιότερους και τους αρχαίους. Ο χωρισμός, η άτυχη αγάπη, ο αταίριαστος γάμος, ο θάνατος, τα οικογενειακά δράματα δεν έλειψαν ποτέ από τη ζωή των ανθρώπων. Μόνο που ο κόσμος ο παλιός ξέρει πως όλα αυτά είναι μέσα στ’ ανθρώπινα. Τα δέχεται και τα αντέχει. Η πίστη στις αξίες – τιμή, ευσέβεια, ανδρεία – και στις ίδιες μυθικές δοξασίες ενώνει  τους ανθρώπους μέσα στην οικογένεια και στην κοινότητα. Η καθημερινή συναναστροφή δημιουργεί οικειότητα.  Οι άνθρωποι αισθάνονται μαζί στις καλές και στις δύσκολες ώρες, κι ενάντιοι στον εχθρό. Ζουν και πεθαίνουν στον τόπο που γεννήθηκαν, εκτός αν ο γάμος, η φτώχια ή τα εμπορικά ταξίδια τους στείλουν στην ξενιτιά. Αλλά κι εκεί ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Κόσμος είναι ο τόπος του, η νοσταλγία εμπνέει  τα τραγούδια του. Τα μηνύματα πάνε κι έρχονται με τα πουλιά, με τον αέρα, με τον ήλιο, με το φεγγάρι, με τους διαβάτες.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Ο κόσμος που περιγράψαμε δεν υπάρχει πια. Ποιο σημερινό ελληνόπουλο κάτω των 30 γνωρίζει το αγκωνάρι και την αστράχα του σπιτιού ή το σοφρά, το σαγάνι, την τάβλα, το τσανάκι και τη μάσια; Ποιο νέο κορίτσι ξέρει τι ήταν το μπαούλο με το γιούκο της γιαγιάς και πώς ήταν ντυμένη με τη μπελαρίνα, το γιουρντί κα το τσεμπέρι της;  Ποιο παιδί γνωρίζει τι χρησίμευε το καντάρι, το τραβηχτό, ο ντορβάς και η σβάρνα, τι ήταν το τουλούμι, το τεζάχι, το τροκάνι, το ταγάρι, το κακάβι, η καρδάρα, το καλαπόδι, πώς ήταν το χειρόβολο και το ντουγένι, τι έκαναν στο αλώνι, τι μετέφεραν με τη νάκα; Πόσες απ’ αυτές τις λέξεις θεωρούν ελληνικές και ποιες νομίζουν ξένες;

Όλα αυτά βρίσκονται τώρα στα βιβλία ή στα μουσεία, τα φυλάμε για κειμήλια ή στολίζουμε μ’ αυτά τα σπίτια μας. Οι λαϊκοί χοροί και τα τραγούδια διδάσκονται στα σχολεία. Ελάχιστα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού απομένουν ζωντανά, σε περιοχές απομονωμένες κι έχουν τη σημασία μουσειακού υλικού, που πρέπει να περισυλλεγεί σαν από μια πηγή που στερεύει.

Το γεγονός, βέβαια, ότι ένα αντικείμενο μπαίνει στο μουσείο δηλώνει ότι έπαψε να έχει ζωντανή παρουσία. Ωστόσο συχνά τα μουσειακά αντικείμενα ξαναβγαίνουν στη ζωή και διεκδικούν μια νέα λειτουργική αναγνώριση. Πρόκειται για τα φαινόμενα της «επιβίωσης» και της «αναβίωσης», δυο όροι που τους χρησιμοποίησε ο Δημήτρης Γληνός και για τους αρχαίους Έλληνες.

Επιβίωση είναι το αυτόματο πέρασμα του χτες στο σήμερα, η άμεση μετάγγιση μορφών ζωής από ψυχή σε ψυχή, από στόμα σε στόμα, από πατέρα σε παιδί, από γενιά σε γενιά. Είναι το αυτοσχέδιο τραγούδι στη διονυσιακή γιορτή της αρχαιότητας και στο σημερινό πανηγύρι, το αυθόρμητο μοιρολόι της πονεμένης μάνας του 1821, του 1950, αλλά και του 2000. Είναι το παραδοσιακό φαγητό της γιαγιάς, που το ανακαλύπτει η εγγονή και το βρίσκει «πολύ ενδιαφέρον», το σπίτι του παππού στο χωριό, που πρέπει να μην το αλλάξουμε καθόλου, η χειροποίητη ψάθινη καρέκλα, το παλιό κόσμημα που το βρίσκουμε πολύ της μόδας και κάθε μορφή σύγχρονου φολκλορισμού, που περιλαμβάνει βέβαια και τη ζήτηση παραδοσιακών αντικειμένων χειροτεχνίας. Μια τάση αυθόρμητη, που τη διακρίνουμε σε κάθε εποχή.

Αναβίωση είναι το συνειδητό ξαναζωντάνεμα του παλιού. Στρέφεται σε στοιχεία που ο καιρός τα ξεμάκρυνε από την ιστορική μνήμη και  παρουσιάζεται σαν ανάγκη που εξυπηρετεί τα συμφέροντα κάποιων κοινωνικών ομάδων. Έχει όμως κάθε φορά και ένα ομαδικό ή μαζικό αντίκρισμα. Παράδειγμα αναβίωσης είναι η μαζική και βιομηχανική αναπαραγωγή παλαιών αντικειμένων, που ανταποκρίνεται στη ζωηρή ζήτηση ντόπιων και ξένων αστικών κύκλων (νεόπλουτων και τουριστών): Χωριάτικο τζάκι μέσα στο σπίτι μας, δυο παλιά κιούπια στην αυλή μας, το σεντούκι της γιαγιάς για διακοσμητικό, κουρτίνες κεντητές με το βελονάκι, παραδοσιακά πήλινα βάζα και ένα αντίγραφο κολοκοτρωναίικης κουμπούρας κρεμασμένη στον τοίχο αποτελούν απαραίτητα στοιχεία πολλών νοικοκυριών σήμερα, που τα διατηρούν για να μη χάσουν την επαφή με το παρελθόν, τις ρίζες, την ιστορία τους.

Το φαινόμενο της αναβίωσης, όμως, παρατηρείται και συστηματικά σε διάφορους τομείς του πολιτισμού μας κάθε εποχή, όπως και στις μέρες μας:

Έτσι οι οργανοπαίχτες στα μέσα της δεκαετίας του 60 άρχισαν να αντικαθιστούν τα παλαιά λαϊκά όργανα με νέα δυτικά και βιομηχανικά. Όσοι έπαιζαν  λαούτο το γύρισαν στην κιθάρα, τη λαουτοκιθάρα, που την κούρδιζαν σαν λαούτο. Άλλοι αντικατέστησαν το ούτι ή το μαντολίνο με το μπουζούκι, το ντέφι ή το νταούλι με τη τζαζ, και οι ζουρνατζήδες άλλαξαν το ζουρνά με το κλαρίνο, που έχει πιο μεγάλες μουσικές δυνατότητες. Με τέτοιους συνδυασμούς εκτελούσαν ευρωπαϊκούς χορούς, αλλά και σύγχρονα ελαφρά τραγούδια, ενώ, αν χρειαζόταν, το γύριζαν στα δημοτικά τραγούδια και τους λαϊκούς χορούς.

Οι παραδοσιακοί χοροί με τη σειρά τους αναβιώνουν τα τελευταία χρόνια στο κλίμα του φολκλορισμού. Κάθε χωριό οργανώνει, ιδίως μετά το 1974, εκδηλώσεις, όπου κυρίαρχη θέση κατέχουν οι τοπικοί παραδοσιακοί χοροί. Η έκταση μάλιστα του φαινομένου έθεσε και θέμα αυθεντικότητας, κατά πόσο δηλαδή οι χοροί αυτοί εκτελούνται με τρόπο που δηλώνει σεβασμό και γνώση της γνήσιας παράδοσης. Ο χορός, βέβαια, δεν είναι αντικείμενο, ένα δραπάνι ή ένα κύπελλο, που περνάει από γενιά σε γενιά κι από χέρι σε χέρι, χωρίς ν’ αλλάξει μορφή και χρήση. Ο χορός είναι κάτι που γίνεται, εξελίσσεται και αλλάζει ταυτισμένος κάθε φορά με το σώμα κάθε ανθρώπου, τις απαιτήσεις της εποχής, την ιδιοσυγκρασία της στιγμής. Γι’ αυτό και αναγνωρίζουμε πολλές παραλλαγές και αμέτρητο πλήθος χορευτικών σχημάτων.

Ο παραδοσιακός χορός προκάλεσε και την επανεμφάνιση της παραδοσιακής ενδυμασίας.  Οι εκατοντάδες χορευτικές ομάδες και συγκροτήματα έπρεπε ασφαλώς να ντυθούν ανάλογα. Έτσι λοιπόν η παραγωγή παραδοσιακών ενδυμασιών εξελίχτηκε τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους πιο ανθηρούς κλάδους της βιομηχανίας λαϊκής τέχνης. Στην αγορά μάλιστα βγαίνουν κατά καιρούς και εξαρτήματα ή μοτίβα παρμένα ή εμπνευσμένα από την παράδοση. Σύγχρονοι έλληνες «μοντελίστ» έγιναν μεσάζοντες, που μετέφεραν την ελληνική ενδυματολογική παράδοση στους ξένους μόδιστρους και σε οίκους μόδας.

Από τα μικρότερα εξαρτήματα ιδιαίτερη ζήτηση είχαν τα μαντίλια, οι τσεβρέδες, κοσμήματα από ασήμι και χρυσάφι, αλυσίδες διακοσμητικές, ζώνες αργυροποίκιλτες, δαχτυλίδια με χρωματιστές πέτρες, αλλά και το νεοελληνικό πλεκτό, για το οποίο ένα γυναικείο περιοδικό έγραψε πρόσφατα με ενθουσιασμό: «Το πλεκτό μας ντύνει την Ευρώπη»!

Αν το ασήμι και το χρυσάφι υπηρέτησαν την πολυτέλεια, το σίδερο, το ατσάλι, ο χαλκός, ο μπρούτζος, ο τσίγκος και το καλάι κάλυψαν αμέτρητες πρακτικές ανάγκες. Ο τενεκές (λευκοσίδηρος) χρησιμοποιήθηκε πλατιά κατά το 19ο αιώνα. Από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και μέχρι πριν μερικές δεκαετίες σε κάθε χωριό υπήρχε και κάποιο μεταλλοτεχνικό εργαστήρι, αν όχι για κατασκευή, τουλάχιστον για συντήρηση και επισκευή σκευών και εργαλείων.

Παραγωγοί όλων αυτών των αντικειμένων ήταν οι σιδεράδες, οι κοινωνικά υποβαθμισμένοι «γύφτοι». Από τα χέρια και το καμίνι τους έβγαιναν εργαλεία και σκεύη (υνία, καζάνια, φτυάρια, μαχαίρια, δοχεία, στεφάνια σιδερένια), εξαρτήματα οικοδομών (σιδεριές για παράθυρα, κλειδαριές, μάγγανα, ρόπτρα) και πολλά άλλα. Χρειάστηκε να φτάσουμε στη φολκλοριστική αφύπνιση ή μόδα των ημερών μας, για να προσέξουμε την τεχνική ευαισθησία αυτών των ανθρώπων και τα έργα τους. Σήμερα τα «κεντημένα σίδερα» των αστικών μπαλκονιών αποτελούν έναν από τους πιο φιλόδοξους στόχους των συλλεκτών και ολοένα συχνότερα αναπαράγονται βιομηχανικά, για να κοσμήσουν σπίτια ευκατάστατων αστών και να αποκαταστήσουν έτσι το πνευματικό κύρος των φτωχών σιδεράδων, των χαλκιάδων.

Δίπλα στις κατασκευές αυτές εξίσου σημαντικά είναι και τα ξύλινα σκεύη και εργαλεία (κανάτια, σκάφες, πινακωτές, ξυλόφτιαρα, ξυλάλετρα, αγκλίτσες, ξυλοβάρελα κ.α.), αλλά και έπιπλα, που το 18ο και 19ο αιώνα αναπαράγονται με απόλυτο σεβασμό στην παράδοση. Σήμερα υπάρχουν αξιόλογοι ξυλογλύπτες, που δουλεύουν με ευαισθησία τόσο το κοσμικό έπιπλο (τραπέζια, καναπέδες, καρέκλες), όσο και το εκκλησιαστικό (τέμπλα, προσκυνητάρια, στασίδια κ.α.).

Η λαϊκή κεραμική, τέλος, με τη μακραίωνη ελληνική παράδοσή της επιβίωσε ως τις μέρες μας και δημιούργησε μια σύγχρονη σχολή κεραμιστών, που, με αφετηρία  τη λαϊκή παράδοση, αναπαράγουν ποικιλία αντικειμένων με αισθητική λειτουργία, αλλά και χρηστικά, παλεύοντας ν’ αντιμετωπίσουν το πανταχού παρόν πλαστικό.

Ο 20ος αιώνας όμως έφερε ριζικές ανακατατάξεις στον τομέα της παράδοσης. Απογύμνωσε τις δημιουργίες από τη γοητεία του μύθου, αφαίρεσε το ποιητικό στοιχείο, αλλοίωσε τη γνησιότητα, άφησε τις δυτικές επιδράσεις να εισχωρήσουν στη διάθεση του λαϊκού τεχνίτη. Υπάρχουν και σήμερα, βέβαια, ξυλογλύπτες, ζωγράφοι, κεραμιστές, αγγειοπλάστες, κεντήστρες και υφάντρες, που αγωνίζονται να κρατήσουν (και να κρατηθούν από) την παράδοση, να πλάσουν πάνω στον πηλό, το μουσαμά ή το ξύλο, το μεράκι της καρδιάς, τα όνειρα της φαντασίας τους.

Η πραγματικότητα όμως τους επηρεάζει, το παλιό μεράκι χάθηκε, η τέχνη βιομηχανοποιήθηκε και υπηρετεί τη λογική του κέρδους. Οι φολκλορικές εκδηλώσεις συχνά οργανώνονται για την τέρψη του τουριστών και την άγρα συναλλάγματος. Στα καταστήματα Greek art βρίσκουμε παραδοσιακά αντικείμενα και είδη λαϊκής τέχνης φτιαγμένα στο Χογκ- Κογκ ή στην Ταϊβάν. Φαινόμενο αστείο και συνάμα προσβλητικό. Πολλές φορές η λαϊκή τέχνη γίνεται μόδα και περνάει στη ζωή μας ως γραφικό και αξιοπερίεργο. Ό,τι γίνεται όμως μόδα, γρήγορα παλιώνει και χάνεται.

Σωστό είναι να δώσουμε στο παρελθόν μια θέση δημιουργική, για να μην παίζει το ρόλο του ζητιάνου στη σύγχρονη ζωή. «Ένα μέλλον για το παρελθόν μας» ήταν το 1975 το σύνθημα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Είναι κρίμα να βλέπει κανείς δείγματα λαϊκής τέχνης να καταστρέφονται απροστάτευτα, πλακόστρωτες πλατείες στα χωριά να τσιμεντώνονται, εθνικά μνημεία να βεβηλώνονται, παραδοσιακά στοιχεία να διακωμωδούνται.

Χρειάζεται μια αναδιαπαιδαγώγηση του λαού με τις πραγματικές λαϊκές αξίες.  Και το μεγάλο μερίδιο αυτής της ευθύνης πέφτει στην παιδεία. Στα σχολεία πρέπει να ξεκινήσει μια νέα σταυροφορία για τη διάσωση και τη διάδοση του λαϊκού πολιτισμού. Να γνωρίσουν τα νέα παιδιά την παράδοσή μας, να βιώσουν τα στοιχεία της, να τα κατανοήσουν και να τ’ αγαπήσουν.

Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα, ανοίξαμε μια νέα σελίδα στη ζωή μας. Από τo 10ο αιώνα π.Χ., τη γεωργική επανάσταση δηλ. της προϊστορικής εποχής, όταν διαμορφώθηκαν οι πρώτες κοινωνίες, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα μ.Χ. – το 1950 – οι άνθρωποι αγωνίζονταν για την επιβίωση και την αυτάρκειά τους. Μέχρι το 1950 οι γονείς μιας 7μελούς οικογένειας ζούσαν με την αγωνία να εξασφαλίσουν το ψωμί για τα παιδιά τους και να μην τους πεθάνει κανένα παιδί από πείνα.

Τα 50 τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα (1950-2000) χαρακτηρίστηκαν από μια μαζική υστερία παραγωγής και κατανάλωσης. Όραμα και στόχος κάθε ανθρώπου έγινε η ποσότητα. Τα φτωχόσπιτα, όπου στιβάζονταν 7 παιδιά στο στρώμα, έγιναν  πεντάρια διαμερίσματα με κουζίνα εντοιχισμένη με πάσο, 3 τηλεοράσεις, 2-3 τουαλέτες, παρτέρια, βεράντες και κήπο. Τα σπίτια γέμισαν πλαστικά άνθη, καπλαμάδες και δερματίνες. Στις γειτονιές πληθαίνουν οι αλυσίδες καταστημάτων μόδας, τεχνολογίας και καταναλωτικών αγαθών, τα υπερκαταστήματα τροφίμων και τα κέντρα ψυχαγωγίας για κάθε ηλικία και γούστο.

Μόνο που στη «Μέκκα» του σύγχρονου καπιταλισμού τα δωμάτια στο σπίτι είναι πέντε, αλλά τα παιδιά είναι δύο! Τα πεινασμένα παιδιά της δεκαετίας του 60, σήμερα κάνουν ειδικές δίαιτες αδυνατίσματος, που τις πληρώνουν μάλιστα ακριβά! Πενήντα χρόνια πριν εκατοντάδες νεαροί στοιβαγμένοι με απάθεια σ’ ένα σκοτεινό χώρο με πνιγηρή ατμόσφαιρα θα λέγαμε ότι βρίσκονται σε αμπάρι πλοίου που ταξιδεύει για το αμερικανικό όνειρο ή για την Αυστραλία. Δε θα φανταζόμασταν ότι πρόκειται για βραδινή έξοδο των παιδιών μας σε σύγχρονο club! Και το χωριάτικο κοτόπουλο με  χυλοπίτες από το κοτέτσι της γιαγιάς στη Λάρισα ήταν το πιο απλό και φτηνό φαγητό. Σήμερα έγινε σπάνιο και δυσεύρετο ως οικολογικό προϊόν και κοστίζει πολύ ακριβά! Ορισμένοι καχύποπτοι, τέλος, είπαν ότι ακόμα και οι νομικές διαδικασίας για τη λύση του γάμου απλοποιήθηκαν, για να αυξηθούν τα διαζύγια, να πολλαπλασιαστούν οι δεύτεροι και τρίτοι γάμοι, τα διπλά και τριπλά νοικοκυριά με τα αντίστοιχα καταναλωτικά αγαθά. Ούτε ο Όργουελ δεν το είχε φανταστεί!

Τι μας φέρνει ο 21ος αιώνας; Έναν άνεμο ποιοτικής διαφοροποίησης! Από δω και πέρα ζητούμενο θα είναι η ποιότητα. Λιγότερα και καλύτερα. Καλύτερα και απλούστερα. Απλούστερα και φυσικότερα.  Φυσικότερα και ωραιότερα. Ωραιότερα και λιγότερα. Η κραυγή του ζώου που δεν περπατάει, δεν αναπνέει οξυγόνο, δεν τρέφεται φυσικά, δε μεγαλώνει στο βιολογικό του κύκλο, δεν αναπαράγεται φυσιολογικά, δε ζει αρμονικά με το περιβάλλον του, ακούγεται δυνατή και απειλητική. Άτομα, κοινωνικές ομάδες και κινήματα αναζητούν πλέον την επανασύνδεσή τους με τη φύση. Και οι επιλογές τους γίνονται όλο και πιο ποιοτικές, αφαιρετικές και επιλεκτικές.

Η λαϊκή παράδοση και ο γνήσιος λαϊκός πολιτισμός αποτελεί τη μεγάλη δεξαμενή της ποιότητας. Εκεί βρίσκουμε κάθε φορά τις ρίζες μας. Τα στοιχεία που μας συνδέουν με το φυσικό μας χώρο, τις πραγματικές μας ανάγκες, την ιστορική μας μοίρα. Είναι η πολύτιμη περιουσία που κληρονομήσαμε από τους παππούδες μας και πρέπει να κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας. Όσο πιο αληθινά, φυσικά και γνήσια μπορούμε. Για να ανακαλύψουν κι εκείνα με τη σειρά τους την ποιότητα σ’ έναν κόσμο αλλοτριωμένο πολιτισμικά, σε μια κοινωνία που αναζητάει ένα νέο στίγμα. Την κοινωνία της παγκοσμιοποίησης.

Όσοι δεν αντιληφθούν αυτές τις αλλαγές, θα μείνουν ουραγοί στο περιθώριο. Εκείνοι που δεν μπορούν να τις συλλάβουν, θα τις βιώσουν καθυστερημένα ή αρνητικά. Οι υποψιασμένοι θα τις ζήσουν και, κυρίως, θα τις συνδιαμορφώσουν αντλώντας από τον πλούτο της λαϊκής παράδοσης. Γιατί μόνο το παρελθόν μπορεί να μας δείξει το μέλλον.

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

Read Full Post »