Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκπαίδευση’

Γεωγραφία ( Νέα και παλαιά) του Στέφανου Κομμητά

για την Πελοπόννησο και την Αργολίδα( 1828).


 Το έτος 1828, μόλις δύο χρόνια πριν την αναγνώριση του Ελληνικού κράτους ως ελεύθερη κρατική και εθνική οντότητα, στην Βουδαπέστη και μάλιστα στην περιοχή της Πέστης, τυπώθηκαν αρκετά βιβλία του Σ. Κομμητά  δύο από αυτά που θέμα τους είναι η Γεωγραφία παρουσιάζουμε παρακάτω.  

Τα πλήρη στοιχεία του πρώτου βιβλίου είναι:

Παιδαγωγικά μαθήματα, Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη, Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας˙αωκή. 1828.

Γεωγραφία Παλαιά. Περιέχουσα τας ονομασίας των τόπων, και πόλεων, και διαφόρων μερών της γής˙ οίον, επικρατειών, επαρχιών, ποταμών, θαλασσών, και των τοιούτων, καθώς τα ωνόμαζον οι παλαιοί.

Ενώ τα στοιχεία του άλλου έχουν ως εξής:

 Παιδαγωγικά μαθήματα, Συντεθέντα  παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη, Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας˙ αωκή. 1828.

Γεωγραφία Νέα. Περιέχουσα τας εν γένει γεωγραφικάς θεωρίας εν επιτομή˙και εκάστου των γενικών μερών της γης τα διάφορα μέρη, Επικρατείας,  Επαρχίας, ποταμούς, θαλάσσας, πόλεις, και ει τι τοιουτότροπον.

Στην Νέα Γεωγραφία, ο Στέφανος Κομμητάς αναφέρεται γενικά σε χώρες της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής, της Βόρειας Ευρώπης, της Αμερικής και της Αυστραλίας.    

Στο κεφάλαιο της Τουρκίας αναφέρεται στις περιοχές : Θράκη, Μακεδονία, Αλβανία, Ήπειρος, Θεσσαλία, Ελλάς ( Λεβαδία), Πελοπόννησος, Νήσοι της Ευρωπαικής Τουρκίας, Βουλγαρία, Σερβία, Βοσνία, Βλαχία και Μολδαβία, θεωρώντας τις περιοχές αυτές ως ανήκουσες στην Τουρκία. Όσον αφορά στην Πελοπόννησο, ασχολείται γενικά μαζί της, χωρίς να αναφέρει επί μέρους περιοχές.

Βεβαίως στο περί Ασίας κεφάλαιο αναφέρεται και στην Ασιατική Τουρκία και την επικράτεια της εκεί. 

 

Ζ΄. Η Πελοπόννησος

Η δε Πελοπόννησος, ήτις τά νυν λέγεται Μωρέας, είναι χερσόνησος˙ η οποία περιέχεται από την Μεσόγειον θάλασσαν πανταχόθεν˙ και μόνον διά του Ισθμού της Κορίνθου, (όστις λέγεται Εξαμίλλια), ενούται με την Ελλάδα.

Είναι δε η Πελοπόννησος, κατά μέρος μεν, ορεινή˙ κατά μέρος δε, πεδινή˙ και γίνεται εις αυτήν έλαιον πολύ, και οίνος, και σταφυλαί˙ και ο αξιολογώτερος αυτής οίνος είναι ο της Μονεμβασίας.

Ποταμοί δε αξιολογώτεροι εν  αυτή είναι, ο Αλφειός (Ρουφιάς), ο Παμισός (Περνάτζα), ο Ίναχος ( Πλανίτζα ), ο Ευρώτας ( Βασιλοπόταμον )˙ Λίμναι δε, η Στυμφαλίς ( Ζαρακάς ), και η Φενεός.

Όρη δε ονομαστά της Πελοποννήσου είναι, ο Στύμφαλος ( Ζήρια ), μεταξύ Αρκαδίας και Αχαΐας˙ το Ταύγετον ( Του αγίου Ηλιού) εις την Λακεδαιμονίαν˙ το Κρόνιον ( Μαλεβόν).

Πόλεις δε αξιολογώτεραι της Πελοποννήσου είναι, η Κόρινθος, η Ναυπλία, το Άργος, η Μονεμβασία, η Σπάρτη ( Μιστράς ), η Μάνια, όθεν οι Μανιάται, η Καλαμάτα, η Τρίπολις ( Τριπολιτζά ), η Κορώνη, η Μεθώνη, το Ναυαρίνον (η Πύλος), η Αρκαδία, η Καρίτενα, ο Πύργος, το Γαστούνιον, αι Πάτραι, η Βοστίτζα, η Καλαβρία.

 

Γεωγραφία. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1828. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

Γεωγραφία. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1828. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

 

Στην Παλαιά Γεωγραφία όμως, αναφέρεται σε κάποιες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Ευρώπης αλλά τον απασχολεί και ο Ελλαδικός χώρος και περιγράφει τις περιοχές  με περισσότερες λεπτομέρειες. Σχετικά με την Πελοπόννησο και την Αργολίδα γράφει:

 

Δ΄. η Πελοπόννησος

 Ονόματα˙ Τους παλαιούς χρόνους η Πελοπόννησος ωνομάζετο Αιγιάλεια˙ ωνομάζοντο δε ούτως οι αιγιαλοί του Κορινθιακού κόλπου, από του Ισθμού έως της Ήλιδος˙ οι τινες έπειτα ωνομάσθησαν Αχαΐα. Έπειτα δε ωνομάσθη Απία, Άργος, Πελασγία˙ και τελευταίον Πελοπόννησος, από τον Φρύγα Πέλοπα˙ ήτοι Νήσος του Πέλοπος˙ τα νυν δε ονομάζεται Μωρέας.

Διαίρεσις˙  Εκ των Ομηρικών ήδη χρόνων η Πελοπόννησος διηρείτο εις εξ πολιτείας˙ σίτινες είναι αύται˙ η Αργολίς και αι Μυκήναι, η Λακωνία, η Μεσσηνία, η Αρκαδία, η Ήλις, και η Αχαΐα μετά της Κορίνθου.

 α΄.  Αργολίς και Μυκήναι

Όρια˙ Της μεν Αργολίδος όρια ήσαν, από μέν ανατολάς, ο Αργολικός κόλπος ( Κόλπος της Ναυπλίας), και το Μυρτώον πέλαγος˙ από δε δυσμάς, η Αρκαδία˙ από δε μεσημβρίαν, η Λακωνική˙ και από βορράν, ο Σαρωνικός κόλπος.

Κόλποι˙ Ο Σαρωνικός, όστις ήτον το μέρος του Μυρτώου πελάγους, το οποίον ήτον μεταξύ αργολίδος και Αττικής, και ετελεύτα εις τον Κορινθιακόν Ισθμόν˙ ο Αργολικός ( κόλπος της Ναυπλίας ), όστις ήτον το μέρος της θαλάσσης, ήτις έκειτο μεταξύ Αργολίδος και Λακωνικής, και ετελεύτα όχι μακράν του Άργους˙ ο Ερμιονικός, μικρός κόλπος πλησίον της πόλεως Ερμιόνης.

Ποταμοί˙Ο Ίναχος (Πλάνιτζα), όστις δέχεται τον Κηφισσόν και Χάραδρον, και ρέει πλησίον της πόλεως Άργους, και χύνεται εις τον Αργολικόν κόλπον, πλησίον του Τημενίου.

Όρη και Ακρωτήρια˙ Το εξώτατον ακρωτήριον της Αργολίδος είναι το Σκύλλανον (Ακρωτήριον Σιγίλου ή Δαμαλά) και όλη η Αργολίς διαχωρίζεται κατά μήκος από όρη.

Πόλεις˙Το Άργος, κείμενον παρά τον Ίναχον ποταμόν˙ ταύτης δε η ακρόπολις ωνομάζετο Λάρισσα˙ αι Μυκήναι (άγιος Ανδριανός) το Ηραίον˙ ναός της Ήρας˙ το οποίον εξουσιάζετο κοινώς και από το Άργος και από τας Μυκήνας˙ έκειτο δε εις την υπόρειαν του όρους Ευβοίας˙ η Τίρυνς, κειμένη προς ανατολάς του Άργους˙ η Επίδαυρος, κειμένη αντικρύ της νήσου Αιγίνης˙ η Νεμέα, κώμη, κειμένη μεταξύ του Άργους και της Σικυώνος˙ όπου επανηγυρίζοντο τα Νέμεα˙ η Ναυπλία, ο λιμήν του Άργους, της οποίας η ακρόπολις ωνομάζετο Λικύμνη˙ η Λέρνη (Πετρίνη), κώμη προς τα μεσημβρινά του Άργους, εις την ομώνυμον λίμνην˙ η Τροιζήν (πλησίον του Δαμαλά), της οποίας ο λιμήν ωνομάζετο Πώγων˙ η Ερμιόνη (Καστρί), εις την νότιαν άκραν της Αργολικής χερσονήσου, της οποίας ο λιμήν ωνομάζετο Μάσης˙ η Ασίνη κειμένη αντικρύ της Επιδαύρου εις τον Αργολικόν κόλπον˙ αι Ορνεαί, κείμεναι, εις τα σύνορα της Αρκαδίας και Σικυώνος˙ αι Κλεωναί, μεταξύ Άργους και Κορίνθου˙ το Τημένιον. εις τον κόλπον της Ναυπλίας κατά το μεσημβρινόν του Άργους˙ τα Μέθανα (την οποίαν τινές συγγραφείς ονομάζουσι Μεθώνην), φρούριον κείμενον εις τον αιγιαλόν μεταξύ Τροιζήνος και Επιδαύρου˙ αι Υσιαί, εις τα πέριξ της Λέρνης˙ η Κυνουρία, τόπος κείμενος μεταξύ Αργείων και Λακεδαιμονίων˙ τούτου του τόπου η πόλις ωνομάζετο Θυρεαί.

Νήσοι˙ Περί την Αργολίδα νήσοι ήσαν, η Αίγινα, κειμένη καταντικρύ της Επιδαύρου, όπου εκόπη και εχαράχθη το πρώτον νόμισμα˙ η Κεκρυφάλεια, πλησίον της Επιδαύρου˙ η Καλαυρία ( Ύδρα ), έχουσα πόλιν ομώνυμον, κείται δε έμπροσθεν του Πώγωνος, λιμένος της Τροιζήνος.

Τα δύο αυτά βιβλία χρησιμοποιήθηκαν ως διδακτικά στο αλληλοδιδακτικό σχολείο του Άργους τα έτη 1828- 1832 κατά την Καποδιστριακή περίοδο.

 

Read Full Post »

Γεννάδιος Γεώργιος (Σηλυβρία 1786 – Αθήνα 1854)


Εκπαιδευτικός και λόγιος με εθνική δράση.
Πρώτος διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης
 
Από τις κορυφαίες ελληνικές προσωπικότητες. Σπούδασε στα Δολιανά, στα Γιάννενα και αργότερα στο Λάμπρο Φωτιάδη στη Δακία και τελείωσε τις σπουδές του στη Λειψία. Το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1821 αγωνίσθηκε μαζί με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι έφυγε στη Γερμανία και επέστρεψε το 1824. Επί Καποδίστρια ο Γεννάδιος οργάνωσε το Ορφανοτροφείο και το κεντρικό σχολείο στην Αίγινα. Ήταν από τους ιδρυτές του Εθνικού Τυπογραφείου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Βίος

Γεννάδιος Γεώργιος

Γεννάδιος Γεώργιος

Ηπειρώτης, γεννημένος όμως στα 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης.  Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής.  Διδάχθηκε τα κοινά γράμματα στον τόπο καταγωγής του, στα Δολιανά του Ζαγορίου, και επέστρεψε στα Ιωάννινα, όπου άρχισε το δεύτερο κύκλο των σπουδών του. Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.
 

Δράση

Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.
Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας».4 Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave) Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής.

Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».

Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.

Ελλάδα

Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα.

Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:

«Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!» 

(εκκένωσε κατά γής το ισχνόν του βαλάντιον, το μόνον προϊόν των επιπόνων οικονομιών του). 

«Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!»  

Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.

 

 «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β': Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.

 

 

Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου. Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο.

Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

Συνεργασίες

Ο Γεννάδιος συνεργάστηκε με τους Γερμανούς λόγιους φιλέλληνες Ειρηναίο Θείρσιο (Friedrich W. Thiersch 1784-1860) και Θεόδωρο Κιντ (Karl Theodor Kind 1799-1868). Η θέση που κατείχε στη Ριζάρειο Σχολή τον έφερε επίσης σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες του εκκλησιαστικού χώρου, όπως με το Θαβωρίου Ιερόθεο και τον Ουγγροβλαχίας Νεόφυτο. Προσωπικά συνδεόταν επίσης με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (1770-1843), τον Ιωάννη Γκούρα (1771-1826), τον Αλέξανδρο Σούτσο (1803-1868), το Νεόφυτο Δούκα, το Γρηγόριο Κωνσταντά κ.ά., ενώ μαθητές του αναδείχτηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο (1815-1891) και τον Αλέξανδρο Ρ. Ραγκαβή.

Ο Γεννάδιος παντρεύτηκε την Άρτεμη Μπενιζέλου, κόρη του Προκοπίου Μπενιζέλου της μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας των Μπενιζέλων, και απέκτησε μαζί της 8 παιδιά (4 γιους και 4 κόρες), τα περισσότερα από τα οποία διακρίθηκαν στην πολιτική, στις τέχνες και στα γράμματα.

Το 1854 πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χολέρας.

 

Εργογραφία:

 

Έγραψε: “Γραμματική της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης” (1832) και επιμελήθηκε τη “Σύνοψιν της Ιεράς Ιστορίας” (1835) και την “Κατήχησιν ή Ορθόδοξον διδασκαλίαν της Ανατολικής Εκκλησίας”(1835).

Μετέφρασε τα έργα: “Πρώτη τροφή του υγιούς ανθρωπίνου νοός” (1819), “Ελληνικά τα εξαιρετώτερα της Ελληνικής Ιστορίας μέχρι του Πελοποννησιακού πολέμου”(1850), “Ελληνική Γραμματολογία”(1851) και “Στοιχειώδης πραγματεία περί των χρεών του ανθρώπου” (1853).

Μερικά από τα σημαντικότερα βιογραφικά σημειώματα για το Γεώργιο Γεννάδιο εντοπίζονται στα ακόλουθα έργα: Γούδας, Α., Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών 2 (Αθήνα 1874), σελ. 311-338, και Σφώκος, Κ., «Γεώργιος Γεννάδιος», Εθνικόν Ημερολόγιον 6 (1891), σελ. 193-204, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 11-12 (1883), σελ. 291-293, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 13 (1883), σελ. 330-332, και Αναστασιαδής, Ξ. (Γεννάδιος Ιωάννης), Γεωργίου Γενναδίου βίος, έργα, επιστολαί (Παρίσι 1926).

 

Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος
 
 
 
 Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών  1895H Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) ιδρύθηκε τυπικά με το Διάταγμα, που εκδόθηκε στις 15 Μαΐου 1832,  με την επωνυμία «Δημοσία Βιβλιοθήκη» και με Διευθυντή το Γεώργιο Γεννάδιο, που έφερε τον τίτλο του «Επιστάτου». Οι πρώτες «Σκέψεις περί σχηματισμού Εθνικής Ελληνικής Βιβλιοθήκης» δημοσιεύτηκαν από το φιλέλληνα Ιω. Μάγερ σε άρθρο του στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου, τον Αύγουστο του 1824. Η ιδέα υλοποιήθηκε το 1829 από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος συμπεριέλαβε τη Βιβλιοθήκη μαζί με τα άλλα πνευματικά Ιδρύματα -Σχολεία, Εθνικό Μουσείο, Τυπογραφία- στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, και ανέθεσε την επιστασία της στον Ανδρέα Μουστοξύδη, Πρόεδρο της Επιτροπής του Ορφανοτροφείου, Έφορο και Διευθυντή του Εθνικού Μουσείου, Έφορο του Κεντρικού Σχολείου κ.λπ.

Στο τέλος του 1830 η Βιβλιοθήκη, που χαρακτηριζόταν από τον ίδιο το Μουστοξύδη ως Εθνική Βιβλιοθήκη, αριθμούσε 1.018 τόμους εντύπων βιβλίων, που είχαν συλλεγεί μετά από έκκληση των Αρχών προς όλους τους Έλληνες και φιλέλληνες, προς τους διοικητές και προς τις μονές της χώρας. Το 1834 η Βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στη νέα πρωτεύουσα του Κράτους, την Αθήνα, και στεγάστηκε προσωρινά στο κτίσμα του Λουτρού (στη Ρωμαϊκή Αγορά) και αργότερα στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου (δίπλα στη Μητρόπολη) και σε άλλα κτίρια.

Παράλληλα με την κρατική μέριμνα για τον εμπλουτισμό της με αγορές ιδιωτικών βιβλιοθηκών, όπως αυτή του Δημ. Ποστολάκα (1.995 τόμοι), η Βιβλιοθήκη δέχτηκε πολλές δωρεές βιβλίων, όπως αυτές των Χριστόφ. και Κωνστ. Σακελλαρίου (5.400 τόμοι), του Μάρκου Ρενιέρη (3.401 τόμοι) κ.ά. Το 1842 η Δημόσια Βιβλιοθήκη (με 35.000 τόμους) ενοποιήθηκε με τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου (15.000 τόμους) και συστεγάστηκαν, μαζί με τη Νομισματική Συλλογή, στο νέο κτίριο του Οθώνειου Πανεπιστημίου. Πρώτος Έφορος (Διευθυντής) ορίστηκε ο Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος, που παρέμεινε στη θέση αυτή ως το 1863. Την εποχή αυτή η Βιβλιοθήκη εμπλουτίστηκε με σημαντικές δωρεές σπάνιων ξενόγλωσσων βιβλίων. Με το βασιλικό διάταγμα του 1866 οι δύο Βιβλιοθήκες συγχωνεύτηκαν και διοικητικά σε μία, με τον τίτλο «Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος«.

Στις 16 Μαρτίου 1888 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του νεοκλασσικού μαρμάρινου κτηρίου, που χρηματοδοτήθηκε από τους Κεφαλλήνες αδελφούς Παναγή, Μαρίνο και Ανδρέα Βαλλιάνο. Η Βιβλιοθήκη παρέμεινε στο κτήριο του Πανεπιστημίου μέχρι το 1903, οπότε μεταφέρθηκε στο νέο λαμπρό κτήριο, που σχεδιάστηκε από το Θεόφιλο Χάνσεν και οικοδομήθηκε με γενική επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλλερ.

Σήμερα η Εθνική Βιβλιοθήκη εξακολουθεί να στεγάζεται στο Βαλλιάνειο κτίριο, στο κέντρο της Αθήνας (Πανεπιστημίου 32, Αθήνα) καθώς και σε δύο άλλα κτίρια (Αγία Παρασκευή – Νέα Χαλκηδόνα) και η πολύτιμη, στο σύνολό της, Συλλογή του υλικού της περιλαμβάνει το γραπτό εθνικό πολιτιστικό θησαυρό της Ελλάδας.

Πηγές

  • «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού.
  • «Γεννάδειο» 1ο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Αθηνών.
  •  Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.

Read Full Post »

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών και Ελληνικών σχολείων (1828-1832)


 

   Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

                                                                 

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών σχολείων

 

Αρμόδιες για τα διδακτικά βιβλία και το εποπτικό υλικό των αλληλοδιδακτικών σχολείων, σύμφωνα με το 46 διάταγμα, ήσαν η Α’ και Γ’ Επιτροπή. Και τα τέσσερα μέλη της Α’ Επιτροπής ήσαν αρχιερείς: Ο Αιγίνης Γεράσιμος, ο Ταλαντίου Νεόφυτος, ο Ρεθύμνης Ιωαννίκιος και ο Κυρήνης Παρθένιος. Σ’ αυτήν ανατέθηκε η σύνταξη θρησκευτικών σχολικών βιβλίων (Ευχολογίου, Σύνοψης και Κατήχησης), με βάση το σχέδιο που είχε εκπονήσει ένας άλλος αξιόλογος εκκλησιαστικός άνδρας και λόγιος της εποχής, ο Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός.

Στην Γ΄ ή «Επί της Προπαιδείας Επιτροπήν», αποτελούμενη από τον Henri Auguste Dutróne, τον Ιωάννη Κοκκώνη και το Νεόφυτο Νικητόπουλο, συμμετείχε ο πρόεδρος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας Ανδρέας Μουστοξύδης. Σ’ αυτήν ανατέθηκε το σημαντικό έργο «των βιβλίων και των αντικείμενων, όσων η Κυβέρνησις έχει χρείαν διά να οργανίση ακολούθως τα αναγκαία εις την Επικράτειαν αλληλοδιδακτικά σχολεία». Όφειλε επίσης να λάβει όλα τα μέτρα, ώστε να εφοδιαστούν τα αλληλοδιδακτικά εκπαιδευτήρια με ομοιόμορφους πίνακες. Στις αρμοδιότητες της ήταν και η εποπτεία των μεταφράσεων ξένων βιβλίων που εκπονούσαν ο Κοκκινάκης, ο Ρωσσέτος και ο Σκαρλάτος. Στη συνεδρίαση της 8 Δεκεμβρίου 1829 ο Ιωάννης Κοκκώνης έθεσε θέμα για τα βιβλία όλων των μαθημάτων που έπρεπε να εισαχθούν στα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πρότεινε μάλιστα ότι τα «εις αυτά χρειαζόμενα είναι πίνακες αναγνώσεως και αριθμητικής, υποδείγματα γραφής, απάνθισμα Ιερού Ευαγγελίου, Κα­τηχήσεως μικράς και των τριπλών καθηκόντων του άνθρωπου, περί ιστορίας της πα­λαιάς γραφής και της Ελλάδος». Πρέπει να σημειώσουμε ότι η επί της Προπαιδείας Επιτροπή, παρά τις επανειλημμένες συσκέψεις της, δεν είχε κατορθώσει μέχρι τον Ιούνιο του 1830 να αποστείλει τις θέσεις της στην κυβέρνηση. Η απόφαση της για τα βιβλία και το εποπτικό υλικό των σχολείων δε διασώθηκε· έμμεσα όμως πληρο­φορούμεθα τις θέσεις της από τον «Κατάλογον τών στελλομένων βιβλίων εις τα κατά την Έπικράτειαν Αλληλοδιδακτικά Σχολεία».

Από τα πρώτα βοηθήματα που εκδόθηκαν και αποκτούσαν οι διδάσκαλοι για την οργάνωση των αλληλοδιδακτικών σχολείων ήταν το «Εγχειρίδιον διά τ’ Αλληλοδιδακτικά Σχολεία ή Οδηγός τής Αλληλοδιδακτικής μεθόδου» του Sarazin, που μετέφρασε ο Ιωάννης Κοκκώνης.

Στα βασικά βιβλία για τη διδασκαλία των αλληλοδιδακτικών μαθημάτων συγκαταλέγονται:

«Νέα διαθήκη εις το απλούν, Νέα διαθήκη εις το Ελληνικόν, Περιλήψεις τον Ιερού Ευαγγελίου, Χριστιανικής διδασκαλίας Α’, Β΄ και Γ΄ τμήμα, Οδηγός της Γραμμικής Ιχνογραφίας, Σοφίας απάνθισμα, εκ του Κομμητά (Παλαιά Γεωγραφία, Νέα Γεωγραφία, Αλφαβητάριον, Εκλογάριον, Ονομαστικόν, Χρηστοήθεια, Αριθμητική, Επιτομή Παλαιάς Ιστορίας και Εκκλησιαστική Ιστορία».

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

 

Στα σχολεία αποστέλλονταν επίσης και τα ακόλουθα βιβλία για εμπλουτισμό των σχολικών βιβλιοθηκών: «Ιστορία τής Ελλάδος, Ιστορία τής Ρώμης, Βίος του προφήτου Δανιήλ, Βίος τον πατριάρχου Ιωσήφ, Ιστορία Μωϋσέως, Βοηθός τέκνον, Περίληψις Παλαιάς Διαθήκης, Προσευχητάριον, Μικρός Φιλόσοφος, Μικρή Άννα, Αναγνώστης, Χριστιανικαί Θεωρίαι, Παιδαγωγία, Αποθήκη των παίδων». Οι συγκυρίες της εποχής οδήγησαν αναγκαστικά στον εφοδιασμό των αλληλοδιδακτικών σχολείων με βιβλία προγενέστερων κυρίως εκδόσεων, όπως της δεκαεξάτομης παιδαγωγικής σειράς του Στεφάνου Κομητά, καθώς και βιβλίων τυπωμένων στη Μάλτα από το τυπογραφείο των Αμερικανών ιεραποστόλων. Τα βιβλία φυλάσσονταν σε βιβλιοθήκη του σχολείου. Αποκλειστικά για τη χρήση των διδασκάλων ήσαν η Παλαιά και η Νέα Διαθήκη, ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και τα συγγράμματα διδασκαλίας της γραμμικής ιχνογραφίας, της γραμματικής και της κατήχησης. Τα βιβλία αποτελούσαν περιουσία του σχολείου και παραδίδονταν στους διδασκάλους· σε περίπτωση παραίτησης τους τα επέστρεφαν «σωστά και ακέραια». Μόνο τα «βιβλίδια» δίνονταν στους μαθητές, για να τα χρησιμοποιήσουν την ώρα του μαθήματος· εκτός του σχολείου όμως «δεν εκβάλλωνται ποτέ». Για την κατ’ οίκο μελέτη τους προμηθεύονταν τα βιβλία από το εμπόριο. Προβλέπεται επίσης από τον Οδηγό να δίδονται στους πτωχούς, επιμελείς και φρόνιμους μαθητές ως βραβεία «βιβλίδια» από τη σχολική βιβλιοθήκη, πάντοτε όμως με τη συναίνεση των διδασκάλων. Σε ορισμένες περιπτώσεις η βράβευση τους με «βιβλίδια», όπως Ιερές Συνόψεις, γινόταν από την κυβέρνηση.

  

Διδακτικά Βιβλία Ελληνικών σχολείων

 

Ο Κυβερνήτης φρόντισε επίσης για τη συγγραφή βιβλίων των τυπικών ή ελληνικών σχολείων. Με το υπ’ αριθ. 46 διάταγμα της 18 Οκτωβρίου 1829 συγκροτήθηκε επιτροπή από τον ιεροδιάκονο Γρηγόριο Κωσταντά και τους διδασκάλους Γεώργιο Γεννάδιο και Ιωάννη Βενθύλο. Έργο τους ήταν να παρουσιάσουν στην κυβέρνηση «Γραμματικήν και Ανθολογίαν των Εγκυκλίων μαθημάτων της Ελληνικής γλώσσης».

Η επιτροπή σε σύντομο χρονικό διάστημα στις 17 Νοεμβρίου 1829 ολοκλήρωσε τον κατάλογο με τα απολύτως αναγκαία βιβλία τα οποία η κυβέρνηση έπρεπε να προμηθευθεί από τη Γαλλία και τη Γερμανία, αξίας 600 ταλλήρων. Παράλληλα ετοίμασε «σχέδιον» με βιβλία για τη χρήση των σπουδαστών «της προπα­τορικής σοφίας».

Το ενδιαφέρον της επιτροπής επικεντρώθηκε στην έκδοση «Ανθολογίας» με κείμενα από τη θύραθεν γραμματεία. Τα ανθολογημένα κείμενα πεζογράφων και ποιητών έπρεπε να εκδίδονται σταδιακά κατά τομίδια και θα ανέρχονταν σε δεκαεννέα. Κρίθηκε μάλιστα σκόπιμο να συνοδεύονται με σύντομη βιογραφία του συγγραφέα και με επαρκείς γραμματικές και ετυμολογικές σημειώσεις για την καλύτερη κατανόηση τους. Η επιτροπή πρότεινε επίσης την έκδοση μιας σειράς συμπληρωματικών έργων που θα διευκόλυναν την αρχαιομάθεια των σπουδαστών, των εξής: «Λεξικόν σύντομον, μονότομον τής παλαιάς γλώσσης (οίον το του Schmidt). Γραμματικήν της ελληνικής γλώσ­σης (τεχνολογικόν – συντακτικόν). Συναγωγή των πρωτοτύπων λέξεων της Ελληνικής. Νέα Διαθήκη μετά σημειώσεων γραμματικών και άλλων. Μετρικήν. Ρητορικήν. Ποιητικήν. Φιλοσοφίαν. Ιστορίαν της Φιλοσοφίας. Εγκυκλοπαιδείαν και Μεθολογίαν της φιλολογίας. Ιστορίαν της Παιδαγωγίας, και κυρίως Παιδαγωγίαν. Διαιτητικήν.»

Από τον αριθμό και την ποικιλία προτεινομένων βιβλίων φαίνεται ο μονοδιάστατος εκπαιδευτικός προσανατολισμός των ελληνικών σχολείων προς την κλασική μόρφωση. Η ύλη και η δομή των αρχαίων συγγραμμάτων ήταν αποτέλεομα εμπεριστατωμένης έρευνας και μελέτης άξιων εκπαιδευτικών. Η επιτροπή, λαμ­βάνοντας προφανώς υπόψη την οικονομική αδυναμία του δημόσιου ταμείου, πρότεινε τη σταδιακή έκδοση τους σε τομίδια από τα «απλούστερα εις τα δυσκολότερα», έτσι ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των μαθητών ανάλογα με την πρόοδο τους. Γεγονός είναι ότι υπήρχε η βούληση για την έκδοση αξιόλογης «Ανθολογίας» αρχαίων ελλήνων συγγραφέων.

Η κυβέρνηση πάντως μερίμνησε και εφοδίασε τα ελληνικά σχολεία, δημόσια και ιδιαίτερα, με αξιόλογα έργα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, αλλά και θετικών επιστημών τα βιβλία είχαν εκδοθεί στο σύνολο τους σχεδόν στο εξωτερικό πριν ή κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όπως προκύπτει από τον «Κατάλογον των στελλομένων βιβλίων εις τά κατά τήν Έπικράτειαν Ελληνικά Σχολεία», τα εξής:

 «Λυκούργου κατά Αεωκράτους λό­γος, Απολλοδώρου κ.λ. Μυθολ. βιβλιοθήκη, Ευτροπίου επιτομή Ρωμαϊκής Ιστορίας, Αρριανού τά σωζόμενα, Οι δέκα ρήτορες, Θουκυδίδης, Τα αρέακοντα τοις φιλοσόφοις, Γενουησίου Μεταφυσική, Τακουεντίου Γεωμετρία, περί Συστήματος τού παντός, Αισχύνου Σωκρατικού διάλογοι, Αρριανού εις Έπίκτητον διατριβαί, Περί συγγενείας της Σλαβονορρωοσικής και Ελληνικής γλώσσης, Συλλογή παλαιών γεωγράφων, Σειρά μαθηματικών Καρανδηνού, Υγιεινά παραγγέλματα Καραθεοδωρή, Άτακτα Κοραή, Γεω­γραφία Ν. Θεοτόκη, Μαθηματική φυσική Κούμα, Επιτομή παλαιάς Ιστορίας Σιλλη-βέργου, Τό Δίκαιον τών Εθνών Βάτελλ, Εισαγωγή εις των Γραμματικήν, Σύλλεκτα έκ των Θουκυδίδου, Ηροδότου Ιστοριών, Επιτάφιοι λόγοι των παλαιών, Κριτικός επιστάσεις επί των παρεκβολών Νεοφύτου, Σχόλια εις το δ΄ του Γαζή, Πολυαίνου Στρα­τηγήματα, περί εκφωνήσεως των Ελληνικών στοιχείων, Ηθική Ν. Βάμβα, Συντακτικόν Σκαλιόρα, Ομήρου Ιλιάς, Όμηρου Οδύσσεια, Ιστορία Π. και Ν. Γραφής Γαλαγάνη».

Φτωχή πρέπει να ήταν η βιβλιοθήκη της ιδιαίτερης ελληνικής σχολής Άργους, του Παναγιώτη Κορδία. Ο Τοποτηρητής Αργούς, Ιωάννης Βρατσάνος, σημειώνει ότι «υστερείται όλα τα αναγκαία».

Η Γραμματεία Παιδείας διέθεσε στις αρχές Αυγούστου του 1832 στην ελληνική σχολή (έλληνικόν παιδευτήριον) Ναυπλίου εβδομήντα πέντε τόμους βιβλίων (τριάντα οκτώ τίτλοι) για τον εμπλουτισμό της σχολικής βιβλιοθήκης  καλούσε μάλιστα τους εφόρους της σχολής να τα παραλάβουν εγκαίρως από τις αποθήκες του Ναυπλίου.

 

Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

 Σημείωση Επιμελητή


 

Παραθέτουμε ορισμένους τίτλους και μια σύντομη περιγραφή  από τα βιβλία του Σ. Κομμητά για να γίνει πιο κατανοητό το τη διδασκόταν στα αλληλοδιδακτικά σχολεία. 

  • Γεωγραφία Παλαιά, Περιέχουσα τας ονομασίας των τόπων, και πόλεων, και διαφόρων μερών της γής, οίον, επικρατειών, επαρχιών, ποταμών, θαλασσών, και των τοιούτων, καθώς τα ωνόμαζον οι παλαιοί.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Γεωγραφία Νέα. Περιέχουσα τας εν γένει γεωγραφικάς θεωρίας εν επιτομή και εκάστου των γενικών μερών της γης τα διάφορα μέρη, Επικρατείας, Επαρχίας, ποταμούς, θαλάσσας, πόλεις, και ει τι τοιουτότροπον.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Ελληνικά συλλεγέντα μετ΄ εκλογής εκ των Ελλήνων αρίστων Συγγραφέων. Οις προσετέθησαν και αναγκαίαι υποσημειώσεις, και Λεξικά, ονοματικόν τε και λεκτικόν, εις τε των δυσχερεών σαφήνειαν, και των Λέξεων εξήγησιν. Τόμος Α’.: Περιέχων εκ διαφόρων συγγραφέων διάφορα, οίον αστεία, μύθους, διηγήματα, διαλόγους, και τα τοιαύατ, χρήσιμα διά τους πρωτοπείρους. – Τόμος Β’.: Περιέχων εκ των Λουκιανού διαλόγων ε’, εκ των Πλάτωνος γ’, τον Πίνακα του Κέβητος, και εκ της Κύρου Παιδείας του Ξενοφώντος. – Τόμος Γ’.: Περιέχων εκ των παλαιών αρίστων ρητόρων λόγους τινάς κατ’ εκλογήν, και εκ των μεγάλων διδασκάλων της εκκλησίας Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου του Θεολόγου, και Βασιλείου του μεγάλου.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, τ. 1. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  • Μυθολογία, περιέχουσα, την Ιστορία των Θεών, την ιεροπραξίαν την προς αυτούς, και την ιστορίαν των Ηρωικών αιώνων.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1827.

  •  Αναγνωστικά. Ονομαστικόν. περιέχον όσα συμβάλλουσιν ου μόνον εις έτι ευχερεστέραν ανάγνωσιν εν επιγνώσει, αλλά και εις γνώσιν πραγμάτων οικιακών τε και φυσικών.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, ….Εν Πέστη … 1827.

  •  Αναγνωστικά. Εκλογάριον, περιέχον όσα συμβάλλουσιν εις ευχερή ανάγνωσιν εν επιγνώσει΄ οίον Αστεία, Μύθους, Ιστορίδια ηθικά, και των ενδοξοτέρων Ελλήνων τους βίους εν επιτομή.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Εκκλησιαστική Ιστορία, περιέχουσα, τα αναγκαιότατα συμβεβηκότα εις την ιεράν Εκκλησίαν΄ οίον ΄ το κήρυγμα της πίστεως, τους διωγμούς, τας αιρέσεις. τας συνόδους, και τλ.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Ελληνικά. Γραμματική, περιέχουσα τους Τύπους, τους αναγκαίους κανόνας της Τεχνολογίας, της Ετυμολογίας, της Συντάξεως, και της Συνθέσεως’ και Περί Ανωμάλων Ρημάτων.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών… Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1828.

 

Να τονίσουμε ότι ορισμένα από τα παραπάνω βιβλία είναι αυτά που διδάσκονταν στο Αλληλοδιδακτικό σχολείο του Άργους την εποχή που εξετάζουμε – άψογα διατηρημένα –  και ανήκουν στη συλλογή του Γιώργου Γιαννούση

Read Full Post »

Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου

 

Οι Κρήτες πρόσφυγες του συνοικισμού Πρόνοιας Ναυπλίου, παρά τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, ενδιαφέρθηκαν νωρίς για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Στα αλληλοδιδακτικά σχολεία του Ναυπλίου διαπιστώνουμε τη φοίτηση Κρητών από το πρώτο έτος της διακυβέρνησης του Καποδίστρια. Το έντονο ενδιαφέρον για την παιδεία τους ώθησε στη σύσταση παρθεναγωγείου αποκλειστικά για τα κορίτσια τους. Η προσπάθεια αυτή χρονολογείται από τις αρχές Μαΐου 1831, όταν ο Κυβερνήτης αποδέχθηκε το αίτημα τους για σύσταση αλληλοδιδακτικού σχολείου θηλέων στην Πρόνοια. Ενδιαφέρθηκε μάλιστα προσωπικά για την εκπαίδευση της συμπολίτισσας τους Μαρίας Λιμπρίτη στην αλληλοδιδακτική μέθοδο, προκειμένου να διδάξει σ’ αυτό.

Η ίδρυση του σχολείου επιτυγχάνεται ένα χρόνο περίπου αργότερα από τον Αυγου­στίνο Καποδίστρια. Λαμβάνοντας υπόψη την επιθυμία του «να εκτέλεσθή ο σκοπός του αειμνήστου Κυβερνήτου» και τις άμεσες και σαφείς εντολές του προς το Διοικητή Ναυπλίας στις 7 Μαρτίου 1832, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι η έναρξη λειτουργίας του δεν καθυστέρησε.

Αν δεχθούμε την άποψη της Ελένης Μπελιά – Ελένη Μπελιά, Δ/ντρια Κέντρ. Ερ. Ιστ. Νεωτ. Ελληνισμού Ακαδ. Αθηνών –  για πιθανή λειτουργία στην περιοχή δύο σχολείων αποκλειστικά για Κρήτες μαθητές, το Μάιο του 1831, μεταξύ των οποίων το ένα στην Πρόνοια με δάσκαλο τον Δημήτριο Βλαστό, τότε της Μαρίας Λιμπρίτη είναι ίσως το τρίτο. Η παρουσία των σχολείων αυτών δείχνει έμπρακτα το διακαή ζήλο των Κρητών για την εκπαίδευση των παιδιών τους, «αρρένων και θηλέων», έξω από το χώρο της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η σχολή λειτούργησε για μικρό διάστημα, το οποίο δεν καθορίζεται·  λόγω της αναρχίας που ακολούθησε η σχολή έκλεισε και επαναλειτούργησε κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας.

  

Διδακτικό προσωπικό


Δασκάλα στο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Πρόνοιας διορίστηκε η Μαρία Λιμπρίτη, χήρα, κρητικής καταγωγής. Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, μετά από υπόδειξη των προσφύγων συμπατριωτών της, μερίμνησε για τις σπουδές της, αποστέλλοντας την ως υπότροφο στην Αίγινα «διά να διδαχθή την Αλληλοδιδακτικήν, και να διδάξη τά κοράσια των».

Το Φεβρουάριο του 1832 η Μαρία Λιμπρίτη σε αίτηση της προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια ανέφερε: «Καταταχθείσα εις τον υποτρόφων κατάλογον εδιδάχθην την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον, καθώς τα ανά χείρας μου εσώκλειστα διαλαμβάνουν ήδη δε θέλουσα να μεταδώσω την έπιστήμην ταύτην εις την ομοεθνή μοι Νεολαΐαν, υστερουμένην τα μέσα, προστρέχω εις το φιλάνθρωπον και ενεργετικόν ώμμα της Υ.Ε…»

Από τα παραπάνω συμπεραίνομε ότι μετά από οκτάμηνη παραμονή και μαθητεία της στην Αίγινα, επέστρεψε στο Ναύπλιο, κάτοχος πλέον της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και καθ’ όλα έτοιμη να ασκήσει τα διδακτικά της καθήκοντα. Ένα μήνα αργότερα, το Μάρτιο του 1832, η Μαρία Λιμπρίτη ως δασκάλα στο αρτισύστατο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Πρόνοιας. Κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας δίδαξε ως ιδιαίτερη δασκάλα. Ο μισθός της καθορίστηκε σε 15 φοίνικες με διαταγή του Αυγουστίνου Καποδίστρια.

 

 Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

 

 

Read Full Post »

Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

              Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη

 

Τρεις μήνες περίπου μετά την άφιξη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο παρουσιάζονται ευοίωνες προοπτικές για την πορεία της γυναικείας εκπαίδευσης στην Αργολίδα, με την ίδρυση σχολής θηλέων στην έδρα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η δασκάλα Ελένη Δανέζη προχωρεί με συντονισμένες ενέργειες στη σύσταση αλληλοδιδακτικού σχολείου στο Ναύπλιο. Με αναφορά στις 17 Απριλίου 1828 γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία της Επικράτειας τις προθέσεις της και παράλληλα υποβάλλει «Όργανισμόν της γυναικείας αλληλοδιδακτικής σχολής, καθώς και τον κατάλογον των συνδρο­μητών αυτής…». Με πρωτοβουλία επομένως της «διδασκάλου» Ελένης Δανέζη και την οικονομική ενίσχυση οκτώ αρχικά κατοίκων της πόλης, οι οποίοι συγκέντρωσαν ποσό 800 γροσιών, ιδρύθηκε η πρώτη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου. Η ίδια εκφράζει την αισιοδοξία ότι οι συνδρομητές «εντός ολίγου θέλει πολλαπλασιασθή». Πράγματι, το έτος 1832 ο κατάλογος των συνδρομητών παρουσιάζεται αρκετά διευρυμένος με είκοσι έξι «ευπειθείς πολίτας» του Ναυπλίου, οι οποίοι αποβλέπουν «εις την συγκρότησιν Σχολείου κατά τε την ευμάθειαν και καλλωπισμόν της Κορασιακής Νεολαίας». 

Παρά τον ιδιωτικό χαρακτήρα της σχολής, η κυβέρνηση έρχεται αρωγός σ’ αυτή την εκπαιδευτική προσπάθεια στο μέτρο των δυνατοτήτων της. Η λειτουργία της σχολής άρχισε αμέσως μετά τη σύσταση της, τον Απρίλιο του 1828, και με μικρά διαστήματα παύσεων υφίσταται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζομε. Η λειτουργία της συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας.

Καινοτομία για τα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής αποτελεί ο «Οργανισμός της Γυναικείας Σχολής» Ναυπλίου. Τέθηκε σε ισχύ από την έναρξη λειτουργίας της και αποτελεί αδιάσειστο στοιχείο σοβαρής υποδομής και υπεύθυνης αντιμετώπισης της εκπαίδευσης των κοριτσιών απ’ όλους τους ιδρυτικούς της παράγοντες. Είναι συνοπτικός και καθορίζει τις βασικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία της. Στον οργανισμό αυτό γίνεται λόγος για το σκοπό, τη μέθοδο, τα μαθήματα, τους μαθητές (ηλικία, φύλο, οικονομικές υποχρεώσεις), τους διδασκάλους, τους εφόρους και τα εισοδήματα που απαιτούνταν για τη συντήρηση της.

Ο οργανισμός φέρει ημερομηνία 17 Απριλίου 1828, αποτελείται από έντεκα άρθρα και υπογράφεται από τη δασκάλα Ελένη Δανέζη. Στο Α’ άρθρο αναφέρεται: «Σκοπούμενον του καταστήματος τούτου είναι ή εκπαίδευσης των Κορασιών». Η σαφήνεια με την οποία τίθεται ο σκοπός της σχολής δεν αφήνει περιθώρια για τυχόν παρεκκλί­σεις. Αξίζει να μνημονευθεί ότι με το άρθρο Δ’ λαμβάνεται ιδιαίτερη πρόνοια για τις οικονομικά ασθενείς τάξεις, οι οποίες απαλλάσσονται από την καταβολή διδάκτρων.

Δε γνωρίζομε κατά πόσο εφαρμόστηκε αυτή η επαγγελία. Το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι η οικονομική αδυναμία των ελληνικών οικογενειών δε δημιουργεί φραγμούς στην εκπαίδευση των κοριτσιών τους. Η αλληλοδιδακτική σχολή της Ελένης Δανέζη είναι η πρώτη γυναικεία σχολή της περιόδου αυτής, της οποίας η λειτουργία διέπεται από επίσημο «Οργανισμόν».

 

Στέγαση ιδιαίτερης αλληλοδιδακτικής «Γυναικείας σχολής» Ναυπλίου


 

Η σχολή δεν αντιμετώπισε άμεσα προβλήματα στέγασης κατά το αρχικό στάδιο της λειτουργίας της. Τον Ιούλιο του 1830, κατά τη μαρτυρία του Διοικητή Ναυπλίας, Νικολάου Γερακάρη, «το σχολείον των παρθένων (Ναυπλίου) περιθάλπεται παρά της Σ. Κυβερνήσεως με μόνον το δημόσιον κατάστημα». Η κυβέρνηση παραχώρησε εθνική οικία για τη στέγαση της. Η απουσία εξάλλου από τον οργανισμό της σχολής σχετικού άρθρου, μας οδηγεί στην υπόθεση ότι το θέμα αυτό είχε διευθετηθεί έγκαιρα. Το οίκημα όμως δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, διότι «είναι στενόχωρον και εις θέσιν μη αρμοδίαν διά παρθένους». Η ακαταλληλότητα του και η παντελής έλλειψη σχολικών «επίπλων» επιδεινώνουν την κατάσταση. Δε διέθετε ούτε «θρανία ουδέ γραφεία». Συμπεραίνουμε ότι η γραφή γινόταν «επί των γονάτων».

Το Μάιο του 1832, είκοσι έξι πολίτες του Ναυπλίου, προφανώς γονείς των μαθητριών, αναφέρουν στον Κυβερνήτη ότι το σχολείο «διαμένει ήδη έν άεργεία» εξαιτίας της έλλειψης κατάλληλου οικήματος. Η δυσλειτουργία της κυβέρνησης ώθησε τους γονείς να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να επιλέξουν νέο κατάστημα, «το παρά τη πηγή γειτνιάζον εθνικό οίκημα τής πάλαι Αστυνομίας, εν τω όποίω έγεγόνασι αί εδραίαι έργασίαι». Η συγκεκριμένη προσπάθεια δεν απέδωσε, διότι το επισκευασθέν αυτό οίκημα, ως εθνικό, δημοπρατήθηκε και κατακυρώθηκε στον Ρόδιο. Την ίδια τύχη είχε και η υπ’ αριθ. 638 εθνική οικία, στην οποία λειτουργούσε το «σχολείο κορασίδων» μέχρι τον Απρίλιο του 1832, «οτε κατασχεθέντος και τούτου του οικήματος παρά του Στρατηγού Γαρδικιώτου, έμειναν χωρίς οίκημα και αι εργασίαι διεκόπησαν». Κάτω από τα δεδομένα αυτά οι γονείς ζητούν επίμονα από την κυβέρνηση το οίκημα «από το όποιον προ ολίγου από τον Ρόδιον εξώσθηοαν», επειδή το θεωρούσαν ως το πλέον κατάλληλο για σχολείο «διδασκομένων Νεανίδων».

Τη διερεύνηση της υπόθεσης ανέθεσε η κυβέρνηση στο διοικητή Ναυπλίας, ο οποίος αποφάνθηκε ότι παράνομα ο Ρόδιος ιδιοποιείται την εθνική οικία, διότι δε διαθέτει «πωλητήριον», και κατά συνέπεια «ή έκποίησις αύτη μένει ατελεύτητος». Με το πόρισμα του συμφωνεί η Γραμματεία Παιδείας. Εισηγείται μάλιστα στη Διοικητική Επιτροπή την παραχώρηση της εθνικής οικίας για τη στέγαση της «γυναικείας σχολής» Ναυπλίου, με το σκεπτικό «ότι ό σκοπός διά τον όποιον ζητούν οι πολίται το οίκημα τούτο, αποβλέπει την εκπαίδευσιν των νεανίδων, πράγμα τόσον ουσιώδες και σύμφωνον με όσα ή Σ. Διοίκησις διέταξεν ήδη προς την πρόοδον της παιδείας».

Τελικά μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Διοικητική Επιτροπή αποφάσισε: «το εθνικόν οίκημα το παρά την πηγήν και την εκκλησίαν του αγίου Σπυρίδωνος, προσδιορισθέν, κατ αρχάς διά σχολείον των Κορασιών προσδιορίζεται και ήδη, διά να χρησιμοποιηθή προς τον σκοπόν τούτον». Ο σχολικός χώρος βρισκόταν σε πλήρη αρμονία με τα οριζόμενα από τον Οδηγό της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Η γειτνίαση του τόσο με την πηγή και ιδιαίτερα με το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος αποτέλεσε ίσως βασικό κριτήριο επιλογής του συγκεκριμένου κτιρίου από τους γονείς των μαθητριών. Η διάθεση του δεν πρέπει να διήρκεσε πολύ. Έτσι οι γονείς των μαθητριών επανέρχονται με αναφορά τους, τον Απρίλιο του 1833, προς την Αντιβασιλεία, χωρίς να βρουν ανταπόκριση. Η λειτουργία της συνεχίστηκε σε ιδιωτικό χώρο « εις βάρος των γονέων των στελλόντων εις  αυτό τα κοράσια των».

 

 Διδακτικό προσωπικό


 Δασκάλες ιδιαίτερης αλληλοδιδακτικής «Γυναικείας Σχολής» Ναυπλίου

Με το Ε’ άρθρο του οργανισμού της σχολής καθορίζεται το διδακτικό προσωπικό της και τα καθήκοντα του: «Η σχολή έχει μίαν διδάσκαλον και μίαν υποδιδάσκαλον. Η υποδιδάσκαλος εις τα γράμματα είναι διδάσκαλος εις τας γυναικείας τέχνας». Είναι αξιοσημείωτο ότι οι διδακτικές υποχρεώσεις της «υποδιδασκάλου» προβλέπο­νται από τον οργανισμό με σαφήνεια και δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της «διδασκά­λου».

Στον κατάλογο των διδασκομένων κορασιών «εν τη ιδιαιτέρα σχολή του Ναυπλί­ου», της 29 Νοεμβρίου 1829, γίνεται λόγος μόνο για τη δασκάλα Ελένη Δανέζη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διοικητή Ναυπλίας, Νικολάου Γερακάρη, η «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου «σχολαρχεΐται» τον Ιούλιο του 1830 από την Ελένη Δανέζη και την ανιψιά της Αργυρή, οι οποίες κατάγονταν από τα Χανιά Κρήτης. Συμπληρωματικά στοιχεία παρέχει ο επιθεωρητής των διδακτικών καταστημάτων Πελοποννήσου Ιωάν­νης Κοκκώνης, το Δεκέμβριο του 1830: «Η κυρία Ελένη Δανέζη μετά της ανεψιάς της Αργυρούλας Χαραλάμπους έχουσι σχολείο εις Ναύπλιον […] και αι δύο αύται κυρίαι εμαθήτευσαν την μέθοδον εις τα Κύθηρα, όπου εδίδαξαν 3 έτη και γράφουσι και εκφράζονται όποσουν καλώς εις  την γλώσσάν μας. Η νεάνις Αργυρούλα εσπούδασεν ολίγα ελληνικά».

Η Ελένη Δανέζη και η ανιψιά της Αργυρούλα Χαραλάμπους, διευθύντρια και υποδι­δάσκαλα αντίστοιχα, διέθεταν κάποια ουσιαστικά διδακτικά προσόντα. Αλληλοδιδασκάλες και οι δύο διδάχθηκαν τη μέθοδο στα Ιόνια νησιά και συγκεκριμένα στα Κύθηρα, όπου στη συνέχεια απέκτησαν τριετή διδακτική εμπειρία. Οι επιδράσεις που δέχθηκαν από το εκπαιδευτικό σύστημα που ίσχυε εκεί είναι εμφανείς στη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου. Οι διδακτικές τους ικανότητες συμπληρώνονται με την ευχέρεια στο γραπτό και προφορικό λόγο, απαραίτητα προσόντα για τις αλληλοδιδασκάλες που διευθύνουν σχολεία. Η Αργυρούλα Χαραλάμπους, εκτός από την σπουδή των ελληνικών, διέθετε και τις απαραίτητες για τα αλληλοδιδακτικά σχολεία των θηλέων γνώσεις ραπτικής, προσαρμοσμένες μάλιστα στην αλληλοδιδακτική μέθοδο. Η Ελένη Δανέζη συνέχισε την εκπαιδευτική της δραστηριότητα και κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας. Το έτος 1834 έλαβε από την εξεταστική επιτροπή των δημοδιδασκάλων πτυχίο δημοδιδασκάλισσας γ΄ τάξης με το χαρακτηρισμό «καλή».

 

 Μισθοδοσία διδασκαλισσών


Τα αλληλοδιδακτικά παρθεναγωγεία που λειτούργησαν στην Αργολίδα, με εξαίρεση τη σχολή θηλέων της Πρόνοιας, ήσαν ιδιαίτερα έτσι η μισθοδοσία του διδακτικού τους προσωπικού στηρίζεται στα δίδακτρα των μαθητών και στις συνεισφορές των πολιτών.

Η ρύθμιση των αποδοχών του διδακτικού προσωπικού της αλληλοδιδακτικής «γυναικείας σχολής» Ναυπλίου ανήκει σύμφωνα με τον οργανισμό της στα χρέη των εφόρων, οι οποίοι υποχρεούνται «να συμφωνούσι και να πληρώνουσι τον προσδιοριζόμενον μισθόν εις τας διδασκάλους». Η μισθοδοσία επομένως της Ελένης Δανέζη και της Αργυρούλας Χαραλάμπους ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας τους με τους σχολικούς εφόρους.

Στα κύρια εισοδήματα της σχολής περιλαμβάνονταν οι συνεισφορές «των φιλόμου­σων» και «ή διά την διδασκαλίαν κατά μήνα πληρωμή των ευκατάστατων κορασιών». Για τα δίδακτρα των μαθητριών ο οργανισμός προβλέπει: «Τα κοράσια των ευκαταστάτων πληρώνουσι εκαστον ανά γρόσια πέντε τον μήνα. Μόνα των πτωχών διδά­σκονται άμισθί». Αν λάβουμε υπόψη ότι από τα τριάντα τρία κορίτσια που ήσαν έτοιμα να καταταχθούν στη σχολή αμέσως μετά τη σύσταση της, τον Απρίλιο του 1828, τα δώδεκα μόνο ήσαν ευκατάστατα, αντιλαμβανόμαστε ότι η μισθοδοσία των διδασκαλισσών προερχόταν κυρίως από τις συνδρομές «των φιλόμουσων πολιτών».

 

Μαθητικό δυναμικό


 

Σχετικά με τον αριθμό των κοριτσιών που επρόκειτο να εγγραφούν στην ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου κατά την έναρξη λειτουργίας της, αξιόπιστη είναι η μαρτυρία της δασκάλας Ελένης Δανέζη: «Κατά το παρόν είναι έτοιμα να καταταχθώσιν εις  την σχολήν έως τριάκοντα τρία […] Δεν έχω καμμίαν αμφιβολίαν ότι εν διαστήματι, δύο ή τριών μηνών, ό αριθμός θέλει είναι… τετραπλάσιος».

Σκοπός της σχολής, σύμφωνα με τον οργανισμό της, είναι «ή εκπαίδευσις των κορασίων», τα οποία γίνονται δεκτά «από εξ μέχρι δεκαπέντε ετών». Επιφορτισμένοι με την εγγραφή των μαθητριών είναι οι έφοροι, και μόνο κατόπιν «έγγραφου άδειας» τους γίνονται δεκτές στη σχολή. Κατά το Δ’ άρθρο του οργανισμού υποχρεούνται να καταβάλλουν δίδακτρα «τα κοράσια των ευκατάστατων», όχι όμως και των «πτωχών» γονέων τα οποία «διδάσκονται άμισθί».

Ο Διοικητής Νικόλαος Γερακάρης σε έκθεση του, τον Ιούλιο του 1830, αναφέρει ότι η Ελένη Δανέζη «μεταξύ των παρθένων διδάσκει και τίνα αρσενικά βρέφη». Το σύνολο «των μαθητευομένων συνίσταται εις είκοσι πέντε μαθήτριας και δέκα πέντε μαθητάδια». Παραπλήσια εικόνα συναντούμε το Δεκέμβριο του 1830. Σύμφωνα με την έκθεση του Ιωάννη Κοκκώνη εκείνη την περίοδο φοιτούν «25 κο­ράσια καί 20 άγόρια». Παρά τις αισιόδοξες επομένως προβλέψεις της Ελένης Δανέζη για τετραπλασιασμό των μαθητριών της σε σύντομο χρονικό διάστημα, δεν κατόρθωσε τελικά να διπλασιάσει το μαθητικό δυναμικό της σχολής.

Αν και κατά τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας της ήταν αμιγής «κορασιών», σταδιακά παρουσιάζει εικόνα μεικτού σχολείου, έτσι ώστε μετά από δύο χρόνια τα ποσοστά των αγοριών έφτασαν να ισοδυναμούν με εκείνα των κοριτσιών.  Διαπι­στώνεται επίσης ότι η ισχύς του οργανισμού της σχολής ατονεί, καθώς η λειτουργία της απομακρύνεται από βασικά άρθρα του που αφορούν στο σκοπό, στην ηλικία και στο φύλο των εκπαιδευομένων. Η εφαρμογή της συνεκπαίδευσης στη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου και η μείωση κατά δύο έτη της ηλικίας των μαθητών, απέβλεπαν στην αύξηση του μαθητικού δυναμικού και κατά συνέπεια στη συγκέντρωση περισσοτέρων εσόδων.

 Από τους τόπους καταγωγής των μαθητών αποκτούμε αμυδρή εικόνα της πληθυσμιακής σύνθεσης της πόλε­ως Ναυπλίου. Από τους 47 μαθητευομένους δύο μόνο, η Ελένη Λυμπερίου 11 ετών και ο Αθανάσιος Γεωργίου 12 κατάγονται από το Ναύπλιο, ενώ «οι υπόλοιποι αντιπροσωπεύουν ένα ευρύτατο φάσμα περιοχών, με έντονη οπωσδήποτε διαφορά πολιτισμικής στάθμης». Συγκεκριμένα οι μαθητευόμενοι προέρχονται από είκοσι τρεις πόλεις και κωμοπόλεις του ελεύθερου και αλύτρωτου ελληνισμού: 17 (ποσοστό 36,17%) κατάγονται από την Πελοπόννησο, εκ των οποίων 6 (12,76%) μόνο από την Αργολίδα και την Κορινθία. Ικανός αριθμός, 15 (31%), προέρχεται από το νησιωτικό και 13 (27,65%) από τον ηπειρωτικό χώρο.

 

 Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο 1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

Read Full Post »

Ιδιαίτερο Ελληνικό Σχολείο Άργους


 

Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)

Ιδιαίτερο Ελληνικό Σχολείο Άργους

 

Κατά την καποδιστριακή περίοδο στο Άργος λειτούργησε ελληνικό σχολείο ιδιαίτερο, στο οποίο δίδασκε ο Αργείος Παναγιώτης Κορδίας. Στις υπάρχουσες πηγές δε διευκρινίζεται ο χρόνος ίδρυσης του σχολείου, αλλά η πρώτη αναφορά γι’ αυτό εντοπίζεται σε έγγραφο του Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδος Κωνσταντίνου Ράδου προς τον Κυβερνήτη στις 29 Νοεμβρίου του 1829. Επτά μήνες αργότερα, στις 20 Ιουνίου του 1830 ο Τοποτηρητής Άργους Ιω. Βρατσάνος ανέφερε προς το Διοικητή Ναυπλίας ότι ο Κορδίας ήταν ικανός, αλλά η πρόοδος του σχολείου ήταν περιορισμένη λόγω της έλλειψης των αναγκαίων μέσων. Για το έργο του ελληνοδιδασκάλου διατύπωσε θετικές κρίσεις και ο επιθεωρητής Κοκκώνης.

Ξενοφών,π. 430-354 π.Χ. Ξενοφώντος Απομνημονεύματα και Πλάτωνος Γοργίας. Εν Παρισίοις: Εκ της Τυπογραφίας Ι. Μ. Εβεράρτου,1825.

Ξενοφών,π. 430-354 π.Χ. Ξενοφώντος Απομνημονεύματα και Πλάτωνος Γοργίας. Εν Παρισίοις: Εκ της Τυπογραφίας Ι. Μ. Εβεράρτου,1825.

Από δύο μαθητικούς καταλόγους του σχολείου χρονολογούμενους στις 16 Οκτωβρίου του 1829 και στις 18 Ιουνίου του επόμενου χρόνου, παρατηρούμε ότι αρχικά το σχολείο είχε τρεις τάξεις, όπου φοιτούσαν 51 μαθητές, ενώ κατόπιν οι τάξεις έγιναν τέσσερις με 54 μαθητές συνολικά. Στο δεύτερο κατάλογο σημειώνονται και τα διδασκόμενα μαθήματα*, που ήταν για την Α’ τάξη Γοργίας του Πλάτωνος, Απομνημονεύματα του Ξενοφώντος: ανάγνωση και ανάλυση της σύνταξης και Θεματογραφία. Τα δυο πρώτα μαθήματα παραδίδονταν καθημερινά (εκτός Κυριακής ), ενώ η Θεματογραφία κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Οι μαθητές της Β’ τάξης διδάσκονταν καθημερινά Ευθύφρονα του Γοργία, «εξήγησιν του ορθογραφικού», τεχνολογία θεωρητική και «συμφωνίας», ενώ κάθε Σάββατο γραμματική και «γύμνασίν τινα εις τεχνολογικόν και ορθογραφικόν». Τα μαθήματα της Γ’ τάξης ήταν Νεκρικοί Διάλογοι του Λουκιανού και πρακτική τεχνολογία που παραδίδονταν καθημερινά, ενώ το Σάββατο γινόταν επανάληψη των μαθημάτων της εβδομάδας. Οι μαθητές της Δ’ διδάσκονταν κάθε μέρα Μονόστιχα του Χρυσολωρά «αποστοματίζοντες και γραμματικούς κανόνας», ενώ το Σάββατο επαναλαμβάνονταν τα μαθήματα της εβδομάδας. Οι μαθητές δε όλων των τάξεων κάθε Κυριακή άκουγαν την ερμηνεία του Ευαγγελίου και περικοπές από τις Πράξεις των Αγίων Αποστόλων.

Στους προαναφερθέντες μαθητικούς καταλόγους αναφέρεται και η καταγωγή των μαθητών, απ’ όπου διαπιστώνεται ότι οι περισσότεροι κατάγονταν από την περιοχή του Άργους. Συγκεκριμένα το 1829 το 51% περίπου του συνόλου των μαθητών καταγόταν από την περιοχή του Άργους, ενώ τον επόμενο χρόνο το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο 68,5%.

Για το κτήριο του σχολείου δεν υπάρχουν μαρτυρίες. Πάντως τον Ιούνιο του 1831, κατά την τελετή των εγκαινίων του διδακτηρίου του αλληλοδιδακτικού σχολείου, έγινε προαιρετική συνεισφορά για την ανέγερση κτηρίου για τη στέγαση του ελληνικού σχολείου, αλλά μέχρι το τέλος της περιόδου δεν πρόφθασε να ξεκίνησει τίποτα σχετικό.

 

Υποσημείωση

 

* Κατά την καποδιστριακή περίοδο τα ελληνικά σχολεία λειτούργησαν χωρίς ενιαία μέθοδο διδασκαλίας και ομοιόμορφο πρόγραμμα μαθημάτων. Έγινε όμως προσπάθεια οργάνωσης τους, όπως και στα αλληλοδιδακτικά. Έτσι στις 7 Ιουλίου του 1831 ο Μιχαήλ Σχινάς, στον οποίο είχε ανατεθεί το έργο αυτό, υπέβαλε «Σχέδιον οργανώσεως των Ελληνικών Σχολείων», το οποίο όμως ήταν υπερβολικό και εκτός πραγματικότητας για τις συνθήκες της εποχής εκείνης. Για το λόγο αυτό αλλά και λόγω της δολοφονίας του Κυβερνήτη δυόμιση μήνες αργότερα, το Σχέδιο αυτό δεν εφαρμόσθηκε.

 

Αννίτα Κορδατζή – Πρασσά, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 92-93, τεύχος 11, 1994.

 

Read Full Post »

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)


  

Ιωάννης Κοκκώνης, εκπαιδευτικός και παιδαγωγός μεγάλου κύρους.

 

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)

Γεννήθηκε το 1795 στο Καστρί Αγίου Πέτρου (Κυνουρίας) άλλα μεγάλωσε στη Σμύρνη, όπου έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Πήγε για λίγο στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος, και επέστρεψε στη Σμύρνη. Με την έκρηξη της Επανάστασης του ’21 ήρθε στην Ύδρα και αργότερα έφυγε για το Παρίσι (το 1824 βρίσκεται εκεί), όπου σπούδασε παιδαγωγικά στο πρότυπο του Παρισιού με διευθυντή τον Παιδαγωγό Ch. Sarasin. Tο 1829 επιστρέφει στην Ελλάδα και τίθεται στη διάθεση του Καποδίστρια. Έτσι, στις 18 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ορίζεται μέλος της επί της Προπαιδείας Επιτροπής, καθώς και εισηγητής στην κρίση των Οδηγών της Αλληλοδιδακτικής. Το 1830 μεταφράζει τον «Οδηγό της Αλληλοδιδακτικής» του Sarasin, πού αποτέλεσε για πάρα πολλά χρόνια το διδακτικό όπλο των δημοδιδασκάλων, και τον Οκτώβριο του ιδίου χρόνου διορίζεται «επιθεωρητής των κατά την Πελοπόννησον εκπαιδευτικών καταστημάτων», θέση πού κράτησε ως τις αρχές τού 1832, οπότε και παραιτήθηκε «δια την πολιτικήν μεταβολήν».

 « Την 6 του παρόντος περί την 4 ώραν από μεσημβρ. φθάσας εις Άργος επήγα αμέσως εις το Αλληλ. σχολείον, εις τον διδάσκαλον του οποίου επαρουσιάσθην ως ξένος ταξιδιώτης περίεργος να ίδω το σχολείον του. Είχε τελειώσει εκείνην την ώραν το μάθημα της γραφής και έμελλε ν’ αρχίσει την ανάγνωσιν.  Περιεργάσθην τους τρόπους καθ’ ούς γίνεται το μάθημα τούτο από ημικύκλκιον εις ημικύκλιον διαβαίνων και τα προστάγματα εν ταυτώ· εύρηκα δε και ταύτα και εκείνα γινόμενα όχι ακριβώς κατά τον οδηγόν. Τον ηρώτησα « τίνος μέθοδον ακόλουθη » και μ’ απεκρίθη ότι του Σαραζίνου, δεν είναι όμως ακριβώς βαλμένα εις πράξιν, διότι οι πρωπόσχολοί του δεν εγυμνάσθησαν ακόμη ικανώς εις τούτο. Μάθημα αριθμητικής δεν έκαμεν, επειδή διατρίψας πολύ εις την Γραφήν είχεν εξορίσει. Τη επαύριον επαρουσιάσθην το πρωί, πριν αρχίση έτι το μάθημα οδηγηθείς εις το σχολείον παρά του γραμματέως του Τοποτηρητού … ».

Στις 10/22 Αύγουστου του 1833 διορίζεται «συνεργάτης επί της διατηρήσεως των αρχαιοτήτων δια τας νήσους καθεδρεύων εν Σύρα», άλλα τον Σεπτέμβριο τού 1834 απολύεται για λόγους οικονομίας. Τον Οκτώβριο του 1835 διορίζεται προσωρινός και από τον Απρίλιο του 1836 μόνιμος Διευθυντής του Διδασκαλείου και των δημοτικών σχολείων, θέση πού κράτησε ως τις 30 Ιουλίου 1852, οπότε και αντικαταστάθηκε από τον Γ. Χρυσοβέργη.

Το 1839 εξέδωσε το περιοδικό «Ο Παιδαγωγός», πού το έγραφε σχεδόν μόνος του, ενώ κατά τη μακρόχρονη σταδιοδρομία του έγραψε και εξέδωσε πάρα πολλά διδακτικά βιβλία (αλφαβητάρια, πίνακες αλλη­λοδιδακτικούς, εγχειρίδια φυσικής και γεωγραφίας κ.ά.).

Το 1855 συμμετέσχε σε επιτροπή για τη βελτίωση του Οδηγού της Αλληλοδιδακτικής, το 1863 διορίστηκε μέλος τού 5μελούς Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, άλλα τον επόμενο χρόνο απολύθηκε μαζί με τα άλλα μέλη. Πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 1864.

 

Πηγές

  • Δαυίδ Αντωνίου, « Οι απαρχές του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Νεοελληνικό Κράτος: Το Σχέδιο της Επιτροπής του 1833», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1992).
  • Δασκαλάκη,  ( Γ.Α.Κ., Υπ. Θρησκείας, φάκ. 32, Σχολικά, 8 Οκτωβρίου 1830).

Read Full Post »

Άργος (1828-1832) – Ιδιαίτερα Σχολεία «των κοινών γραμμάτων».

    

 Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)

    Ιδιαίτερα Σχολεία «των κοινών γραμμάτων».  

 

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852. Εκκλησιαστικό βιβλίο που χρησιμοποιήθηκε για την εκμάθηση της ανάγνωσης κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας.

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852.

Κατά την περίοδο αυτή στο Άργος υπήρχαν σχολεία των λεγόμενων «κοινών γραμμάτων», στα οποία «αμαθείς γραμματοδιδάσκαλοι καλόγηροι και παπάδες» δίδασκαν από την Οκτώηχο*, το Ψαλτήρι και τη «φυλλάδα» πληρωνόμενοι από τους γονείς των μαθητών τους. Οι δάσκαλοι αυτοί στάθηκαν σοβαρό εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου αλληλοδιδακτικού σχολείου,  αφού δυσφημούσαν το διδασκαλικό έργο του Φανδρίδη, προκειμένου να αποσπάσουν μαθητές. Η περίπτωση του Άργους δεν είναι μοναδική, αφού παρόμοια προβλήματα συναντώνται και σε άλλες περιοχές. Μετά την υποχρεωτική εφαρμογή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, οι γραμματοδιδάσκαλοι κινδυνεύοντας να μείνουν άνεργοι, εφόσον δεν είχαν τις απαιτούμενες γνώσεις της μεθόδου, κατέφυγαν στη συκοφάντηση του κυβερνητικού εκπαιδευτικού έργου.

Το πρόβλημα αυτό στο Άργος  επισημαίνεται συχνά στην αλληλογραφία του αρμόδιου υπουργείου και των εκπροσώπων της κυβέρνησης. Στις 25 Μαρτίου του 1830, σε αναφορά του Χρυσόγελου προς τον Κυβερνήτη, τονιζόταν η ανάγκη «να προληφθεί το γραμματεμπόριον των αμαθών τούτων [γραμματοδιδασκάλων], το οποίον εμποδίζει την πρόοδον των αλληλοδιδακτικών καταστημάτων και καταδικάζει τους παίδας των αμαθών εις αιώνιον αμάθειαν».

Ψαλτήριο, 1856 Βενετία  (Βιβλιοθήκη Σκήτης Αγίας Άννας)

Ψαλτήριο, 1856 Βενετία (Βιβλιοθήκη Σκήτης Αγίας Άννας)

Τρεις μήνες αργότερα, στις 20 Ιουνίου, ο Τοποτηρητής Άργους  Ιω. Βρατσάνος πληροφορούσε το Διοικητή Ναυπλίας για τη λειτουργία πέντε τέτοιων σχολείων και ανέφερε τα ονόματα δύο γραμματοδιδασκάλων, του Γεωργίου Μηλιτάκη και Κωνσταντίνου Αντριανού παραθέτοντας συγχρόνως και δύο ονομαστικούς καταλόγους των μαθητών τους, όπου σημειώνονται εκτός από το ονοματεπώνυμο, η ηλικία τους και τα διδασκόμενα μαθήματα –  οκτώηχος, ψαλτήρι, «φυλλάδα». Ο Τοποτηρητής δεν παρέλειπε να προσθέσει την άποψη του για το αρνητικό αποτέλεσμα της ύπαρξης αυτών των δασκάλων αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «χωρίς να έχωσιν ούτε ίχνος εκ των όσων κατασταίνωσιν επαγγελματικούς διδασκάλους, μετέρχονται το ιερόν τοιούτον επάγγελμα από μόνην την οκνηρίαν παρακινούμενοι και γινόμενοι αίτιοι μεγάλων ζημιών εις παίδας, οίτινες ημπορούσαν να ωφεληθώσι διδασκόμενοι παρά διδασκάλων επαγγελματικών και ειδημόνων».

Στην υπ’ αριθμ. 1 έκθεση του Ιω. Κοκκώνη, στις 8 Οκτωβρίου του 1830, ο αριθμός των γραμματοδιδασκάλων ήταν αυξημένος στους επτά. Ο επιθεωρητής μάλιστα ανέφερε τα ονόματα τους και τον αριθμό των μαθητών τους, αλλά δεν έδινε στοιχεία για την καταγωγή τους, απ’ όπου θα μπορούσαμε να αντλήσουμε ενδιαφέροντα στοιχεία.

 

Όνομα Γραμματοδιδασκάλων                        Αριθμός Μαθητών

 

Αναγνώστης Μοζατζόπουλος………………………………….……….35

Αναγνώστης Κρητικός………………………………………….………..10

Κωνσταντίνος Σαμαρτζής…………………………………….…………20

Κωνσταντίνος Παπα-Δημητρίου (Λαλουκίτης )………….………10

Αναγνώστης Λελιώτης……………………………………………………15

Γεώργιος Μικροδημήτρης………………………………………………..15

Σπυρίδων Κούρος……………………………………………..…………….6

Σύνολο Μαθητών:                                           111

Ο αριθμός αυτός σε σχέση με το σύνολο των 297 μαθητών που φοιτούσαν την ίδια εποχή σε όλα τα σχολεία της πόλης, είναι πολύ μεγάλος. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι σε πληθυσμό 8030 κατοίκων οι 297 μαθητές αντιπροσωπεύουν το 3.7% του πληθυσμού της πόλης, παρατηρούμε ότι οι 111 μαθητές των κοινών σχολείων αντιστοιχούσαν στο 1.38% των κατοίκων. Το ένα τρίτο περίπου των μαθητών παρακολουθούσε μαθήματα ιδιωτικών και ανεξέλεγκτων δασκάλων και συνεπώς ήταν δικαιολογημένες οι ανησυχίες που διατυπώνονταν.

 

Υποσημείωση

 

* Οκτώηχος:  (Οκτωήχι) Aκολουθία (ισχυρής έμπνευσης στα περισσότερα των τροπαρίων της) συνταγμένη σε 8 Ήχους. Περιλαμβάνει 8 επιμέρους Ακολουθίες, με την καθεμιά τους να έχει τα δικά της στιχηρά και απόστιχα («δια το εσπερινόν»), το δικό της αναστάσιμο απολυτίκιο και θεοτοκίο, τον δικό της τριαδικό κανόνα («δια το μεσονυκτικόν»), τους δικούς της αναστάσιμους κανόνες («δια τον όρθρον») καθώς και τα δικά της στιχηρά και απόστιχα («δια τους αίνους»). Έτσι, με τις 8 αυτές σειρές από τροπάρια, καθίσματα, στιχηρά, προσόμοια, ιδιόμελα, κοντάκια, οίκους, κανόνες, κ.ο.κ., εξυμνείται και πανηγυρίζεται η Ανάσταση του Χριστού. Αυτές οι Ακολουθίες ανακυκλώνονται, γιατί κάθε Κυριακή ψάλλεται και διαφορετικός Ήχος, αρχίζοντας από την Κυριακή του Αντίπασχα ή του Θωμά (οπότε ψάλλεται ο Α’ Ήχος) και όταν ψαλλούν όλοι οι `Ηχοι με τη σειρά μέχρι του πλαγίου Δ’, γίνεται αρχή και πάλι από τον Α’ Ήχο. Η «Οκτώηχος» θεωρείται ως έργο (και μάλιστα το πρώτο) του περίφημου Ιωάννη Δαμασκηνού, αν και (κατά τη γνώμη του Σάθα) είναι μάλλον λειτουργικό βιβλίο παλιότερο του Δαμασκηνού (αφού μνημονεύεται ήδη κατά τον 5ο αι.). Η «Οκτώηχος» μετέπειτα συμπληρώθηκε και με άλλα τροπάρια, όχι μόνο για τις Κυριακές αλλά και για τις Ακολουθίες των άλλων ημερών της εβδομάδας. Με αυτόν τον τρόπο προήλθε η Παρακλητική που είναι κατά πολύ εκτενέστερη, γιατί περιλαμβάνει και τις Ακολουθίες των υπόλοιπων ημερών της εβδομάδας (κι αυτές στους 8 Ήχους). Έτσι, όπως έχει σήμερα η «Μεγάλη Οκτώηχος» (ή Παρακλητική), περιέχει και άλλα άσματα, που αποδίδονται σε διάφορους υμνωδούς. Λόγου χάριν, τα λεγόμενα Ανατολικά αποδίδονται στον μοναχό Στουδίτη Ανατόλιο, τα 11 εωθινά στον Λέοντα τον Σοφό, ενώ τα εξαποστειλάρια στον Κων/νο τον Πορφυρογέννητο. Επίσης, οι αναβαθμοί στον Στουδίτη Θεόδωρο, οι τριαδικοί κανόνες στον Μητροφάνη Σμύρνης ή τον ομώνυμο πατριάρχη Κων/πόλεως, τα δε απόστιχα στον Παύλο τον Αμμορίου (ή Ευεργέτιδος). Επίσης, κατά τους 8 Ήχους συνέταξε 10 ύμνους και ο Ιάκωβος Εδέσσης (π. το 710). Συμμετοχή διεκδικούν τόσο ο υμνογράφος Ιωσήφ (883) όσο και ο Θεοφάνης Νικαίας. Τέλος, τα δοξαστικά της «Οκτωήχου» θαυμάζονται ιδιαίτερα για το ύψος των εννοιών τους. Από τους κανόνες της, διακρίνεται εκείνος του 7ου ή πλάγιου Γ’ Ήχου (Βαρύς).

( από το «Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής» του Τ. Καλογερόπουλου )

 

Αννίτα Κορδατζή – Πρασσά, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 90-92, τεύχος 11, 1994.

 

 


Read Full Post »

Ιδιαίτερο Παρθεναγωγείο Άργους (1828-1832)


 

Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)

 Ιδιαίτερο Παρθεναγωγείο Άργους

 

Γενικά

Η εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης του Καποδίστρια ιεράρχησε την ίδρυση αλληλοδιδακτικών σχολείων σε σύγκριση με τα ελληνικά. Επειδή οι αντικειμενικές συνθήκες δεν επέτρεπαν στο κράτος την ίδρυση ξεχωριστών σχολείων για την εκπαίδευση των κοριτσιών, επιτρεπόταν η συνεκπαίδευση των δύο φύλων. Κατά την καποδιστριακή περίοδο σημαντικός αριθμός κοριτσιών φοίτησε στα σχολεία, τα δε ποσοστά συμμετοχής των μαθητριών στα σχολεία αυτά παρατηρούνται αρκετά αυξημένα στα νησιά του Αιγαίου σε σύγκριση με την Ηπειρωτική Ελλάδα. Παράλληλα λειτούργησαν και ξεχωριστά σχολεία θηλέων, τα οποία ανταποκρίνονταν στις ανάγκες και ιδιαιτερότητες της γυναικείας εκπαίδευσης.

Τα σχολεία αυτά, που ιδρύθηκαν στην Ερμούπολη, Τήνο, Αθήνα, Άργος, Ναύπλιο και Αίγινα, στηρίχθηκαν στην ιδιωτική πρωτοβουλία, εκτός από το τελευταίο που ίδρυσε η δούκισσα της Πλακεντίας και που ήταν το πρώτο δημόσιο αλληλοδιδακτικό θηλέων. Η ίδρυση των παρθεναγωγείων αυτών στις ηπειρωτικές πόλεις ήταν αποτέλεσμα των καινούριων νοοτροπιών που επικράτησαν μετά την εκεί προσέλευση προσφύγων από τις περιοχές του ελληνισμού που παρέμειναν υπό τον Τουρκικό ζυγό αλλά και Ελλήνων από τις παροικίες του εξωτερικού.

 

[…] και άνδρες και γυναίκες επίσης

πρέπει να παιδεύωνται την παιδείαν

ταύτην χωρίς πρόφασιν καμμίαν […]

                          Αδαμάντιος Κοραής

 

Παρθεναγωγείο Άργους

 

Στο παρθεναγωγείο του Άργους δίδασκε η μητέρα του δασκάλου του αλληλοδιδακτικού Μαρία ΠαπαΧατσή Παναγ. Φανδρίδη, η οποία πληρωνόταν από τους γονείς των μαθητριών. Μετά την ανοικοδόμηση του διδακτηρίου, η διδασκαλία γινόταν στο κοντινό οίκημα που είχε κτισθεί για κατοικία του δασκάλου. Στις υπάρχουσες πηγές δε γίνεται αναφορά στα παραδιδόμενα μαθήματα, αλλά είναι βέβαιο ότι θα διδάσκονταν εκτός από τα καθιερωμένα μαθήματα των σχολείων της στοιχειώδους εκπαίδευσης και γυναικεία εργόχειρα.*

Από μαθητικό κατάλογο του σχολείου με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου του 1829 μαθαίνουμε ότι τότε φοιτούσαν 20 κορίτσια ηλικίας 6-13 ετών, εκ των οποίων τα δώδεκα ήταν από το Άργος, δηλαδή το 60% του συνόλου των μαθητριών. Αν σκεφθούμε ότι τον ίδιο μήνα στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό φοιτούσαν 183 αγόρια, το ποσοστό αυτό των 20 μαθητριών ήταν σχετικά μικρό. Θα πρέπει δε να τονισθεί ότι καμιά μαθήτρια δε φοιτούσε στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό και οι γονείς – όσοι μπορούσαν – προτιμούσαν να πληρώνουν για τη μόρφωση των κοριτσιών τους παρά να τα στέλνουν δωρεάν στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό. Αυτό σημαίνει ότι στο ιδιωτικό παρθεναγωγείο φοιτούσαν μόνο τα κορίτσια των σχετικά ευκατάστατων οικογενειών και είναι πολύ χαρακτηριστικό για την αντίληψη της κοινωνίας του Άργους για τη γυναικεία εκπαίδευση και τη θέση της γυναίκας.

Στο  γειτονικό Ναύπλιο τον ίδιο χρόνο στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό της πόλης σε σύνολο 179 μαθητών φοιτούσαν και 21 κορίτσια, ενώ στο ιδιωτικό παρθεναγωγείο της Ελένης Δανέζη, που λειτουργούσε παράλληλα, κατά το 1830 σε σύνολο 47 μαθητριών μόνο δύο κατάγονταν από το Ναύπλιο, δηλαδή το 4,25% του συνόλου των μαθητριών.**

  

Υποσημειώσεις

 

* Ο Καποδίστριας έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τη μόρφωση της γυναίκας. Παρόλο που η πρόθεσή του και των συνεργατών του ήταν η συνεκπαίδευση των αγοριών και των κοριτσιών, εντούτοις η φοίτηση των κοριτσιών σε μεικτά σχολεία ήταν μικρή και σποραδική με εξαίρεση το σχολείο της Τήνου, όπου το 34% του μαθητικού δυναμικού ήταν κορίτσια. Οι γονείς της εποχής αυτής και ιδιαίτερα της εύπορης τάξης έστελναν τα κορίτσια τους σε αμιγή ιδιωτικά αλληλοδιδακτικά σχολεία, τα Παρθεναγωγεία, ώστε να διαπαιδαγωγούνται, κατά την άποψή τους, απερίσπαστα. Την ίδρυση ιδιωτικών σχολείων νομικά στήριζε και το Σύνταγμα της Τροιζήνας, και ο Κυβερνήτης, όπως φαίνεται, δεν αντιδρούσε στη λειτουργία τους.

Σκοπός της γυναικείας εκπαίδευσης, κατά τους συνεργάτες του Καποδίστρια, ήταν «να δαμασθεί η παχυλή αμάθεια των κοριτσιών, χωρίς να αμφισβητηθεί η διαφοροποίηση των δύο φύλων, δεδομένου ότι δίνουν έμφαση στην οικιακή ευδαιμονία και στην αρετή, στη μητρότητα και στη γυναικεία φύση». 

 Δημήτριος Διαμαντής, Σχολικός Σύμβουλος Π.Ε. 1ης Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Καρδίτσας, Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, «Η εκπαίδευση κατά τον Καποδίστρια», Επιστημονικό Bήμα, τ. 6, Ιούνιος 2006

 

 **Το Ναύπλιο ως πρωτεύουσα της κυβέρνησης συγκέντρωνε, όπως ήταν φυσικό, περισσότερους επήλυδες Έλληνες από περιοχές που εξακολουθούσαν να είναι υπό τουρκική κατοχή, από Έλληνες των παροικιών του εξωτερικού αλλά και από ελληνικά και ξένα στρατεύματα που είχαν καταυλίσει τότε στην πόλη.

  

Αννίτα Κορδατζή – Πρασσά, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 89-90, τεύχος 11, 1994.

Read Full Post »

Δημόσιο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Άργους (1828-1832)


  

Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)

Δημόσιο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Άργους

 

Ιωάννης Κοκκώνης

Ιωάννης Κοκκώνης

Για την ίδρυση του σχολείου αυτού πληροφορούμαστε από την υπ’ αριθμ. 1 έκθεση του επιθεωρητή της εκπαιδεύσεως I. Κοκκώνη, που υποβλήθηκε στη Γραμματεία της Παιδείας, στις 8 Οκτωβρίου του 1830. Κατά την έκθεση αυτή το σχολείο ιδρύθηκε το 1828, μετά την άφιξη του Καποδίστρια, από τον αλληλοδιδάσκαλο Νικόλαο Φανδρίδη «βοηθεία της δημογεροντίας». Ο Φανδρίδης ήταν Κρητικός, 21 ετών (το 1828 ) και, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου προς τον παιδαγωγό Κοκκώνη*, είχε διδαχθεί στην πατρίδα του για δύο χρόνια αρχαία ελληνικά «παραδοθείς έως τον Β’ τόμον της Εγκυκλοπαίδειας· ήρχισε και τον Ξενοφώντα». Την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδάχθηκε το 1825 στα Κύθηρα.

Ο μηνιαίος μισθός του ήταν 250 γρόσια ( 100 φοίνικες ), τον οποίο μέχρι και τον Αύγουστο του 1830 κατέβαλλε κατά ένα μέρος η δημογεροντία (200 γρόσια ) από τα εισοδήματα της κοινότητας που προέρχονταν από τους εθνικούς μύλους, ενώ το υπόλοιπο ποσό ο Καποδίστριας. Στο εξής όμως καταβαλλόταν από τον Τοποτηρητή του Άργους. Ο Φανδρίδης αποδείχθηκε ικανός δάσκαλος παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, για τις οποίες γίνεται λόγος στη συνέχεια και οι οποίες ήταν κοινές και συνήθεις για όλους σχεδόν τους συναδέλφους του κατά την εποχή εκείνη. Το γεγονός δε ότι παρέμεινε στο ίδιο σχολείο καθ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, συνέβαλε κατά πολύ στο θετικό αποτέλεσμα.

Οι κρίσεις για τις ικανότητες του σχηματίζονται από σχετικές επισκέψεις και επιθεωρήσεις. Συγκεκριμένα, στις 20 Οκτωβρίου του 1829, ο Γραμματεύς της Παιδείας Ν. Χρυσόγελος κοινοποιούσε στο δάσκαλο την ικανοποίηση του Κυβερ­νήτη, ο οποίος «ευαρεστηθείς εκ νέου, ότε προλαβόντως επεσκέφθη το οποίον διευθύνεις σχολείον, με διέταξε να σοι εκφράσω την άκραν του ευχαρίστησιν». Πέντε μήνες αργότερα ο Χρυσόγελος παραβρέθηκε στις δημόσιες εξετάσεις του σχολείου που διεξήχθηκαν στις 24 Μαρτίου του 1830 για τις οποίες ανέφερε προς τον Καποδίστρια την επόμενη μέρα εκφράζοντας την ικανοποίηση του. Ο Φανδρίδης, εκτός από τα μαθήματα που πρόβλεπε ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής**, δίδασκε επιπλέον σε όλους τους μαθητές του και «τα στοιχεία της Γενικής Γραμματικής», ώστε «οι μεταβαίνοντες εκ τούτων εις την σπουδήν της ελληνικής προδιατεθειμένοι όντες, εισάγονται με μεγάλην ευκολίαν εις τούτο το μάθημα», όπως δήλωσαν στο Χρυσόγελο οι δάσκαλοι των ελληνικών σχολείων.

Στο ίδιο έγγραφο έγινε αναφορά και στις δυσκολίες που συναντούσε ο αλληλοδιδάσκαλος και οι οποίες εμπόδιζαν την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Συνίσταντο δε στο γεγονός ότι ο χώρος ήταν δυσανάλογος ως προς τον αριθμό των μαθητών, με αποτέλεσμα « η διαίρεσις εις κλάσεις [ = τάξεις ] και ο εσωτερικός οργανισμός δεν είναι κατά τους απαιτουμένους κανόνας», στην έλλειψη των αναγκαίων βιβλίων, αφού στο σχολείο υπήρχε μόνο η αγγλική μετάφραση του Ευαγγελίου και μέρος της περιληπτικής μετάφρασης του στα ελληνικά από το Νεόφυτο Νικητόπουλο στην ελλιπή φοίτηση των μαθητών, για την οποία γίνεται λόγος πιο κάτω.

Ιωάννου Π. Κοκκώνη. Γεωγραφία Στοιχειώδης, πρώτη έκδοση 1836.

Ιωάννου Π. Κοκκώνη. Γεωγραφία Στοιχειώδης, πρώτη έκδοση 1836.

Ο Ιω. Κοκκώνης, ο οποίος επισκέφθηκε το σχολείο ως επιθεωρητής της δημοτικής εκπαίδευσης στις 6 Οκτωβρίου του 1830, ανέφερε προς τη Γραμματεία της Παιδείας για το δάσκαλο ότι ήταν «πολλά ήμερος και γλυκύς προς τους μαθητάς του και επιμελής και προσεκτικός εις το έργον του».*** Κατά την ίδια αναφορά, ο Φανδρίδης ακολουθούσε την αλληλοδιδακτική μέθοδο του Γάλλου Sarazin, αλλά η ακριβής εφαρμογή της προσέκρουε σε εγγενείς δυσχέρειες, όπως ήταν η «αγυμνασία των μερικών πρωτοσχόλων» και η έλλειψη του απαραίτητου εποπτικού υλικού. Ο Κοκκώνης ανέφερε στην έκθεση του χαρακτηριστικά: «Το υλικόν του σχολείου είναι άθλιον, ελλιπές και κακώς διατεταγμένον . Οι μαθηταί φέρουσιν έξωθεν πλάκας, χαρτία κ.λ,π. Ο μεν έχει πλάκα ακέραιον, ο δε έν τεμάχιον πλακός, άλλος στερείται πλακοκονδύλου ή χαρτίου και άλλος άλλου». Για την αποφυγή «της προερχομένης εκ της ελλείψεως αυτών βλάβης και αταξίας», ο επιθεωρητής συνέστησε στον αλληλοδιδάσκαλο να συνεννοηθεί με τους εφόρους του σχολείου και να ζητήσει από τη Γραμματεία της Παιδείας τα προβλεπόμενα από τον Οδηγό αναγκαία εποπτικά μέσα διδασκαλίας.

Ο Κοκκώνης διαπίστωσε παράλληλα και σχετική έλλειψη των αναγκαίων διδακτικών βιβλίων. Στο σχολείο υπήρχαν 20 Ευαγγέλια τυπωμένα στο Λονδίνο, 20 Χρηστοήθειες του Πύρου, 4 αντίτυπα της Ιεράς Κατήχησης του Κισινίου και 4 περιλήψεις του Ευαγγελίου από το Ν. Νικητόπουλο. Τα υπάρχοντα βιβλία ήταν ελάχιστα για τους 128 μαθητές που αριθμούσε τότε το σχολείο. Επειδή μάλιστα η Ιερά Κατήχηση του Κισινίου δεν ήταν από τα εγκεκριμένα βιβλία, ο επιθεωρητής της εκπαίδευσης ζήτησε από το δάσκαλο να μη διδάξει στο εξής από αυτή και του έδωσε ένα αντίτυπο της Κατήχησης που είχε εγκρίνει η επί της Προπαιδείας Επιτροπή καθώς επίσης και ανά ένα αντίτυπο του Προσευχηταρίου και της σύνοψης της Ιεράς Ιστορίας. Επίσης ζήτησε από τη Γραμματεία να στείλει στο σχολείο 5 Προσευχητάρια, 5 Συνόψεις Ιεράς Ιστορίας, 12 Κατηχήσεις και από τα βιβλία του Στέφ. Κομμητά Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιερά Ιστορία και Κατήχηση.

Το πρώτο γνωστό ελληνικό αλφαβητάριο, τυπωμένο στη Βιέννη το 1771, με δαπάνη του Κ.Α Φιλιππίδου.

Το πρώτο γνωστό ελληνικό αλφαβητάριο, τυπωμένο στη Βιέννη το 1771, με δαπάνη του Κ.Α Φιλιππίδου.

Στο ίδιο έγγραφο του Κοκκώνη έγινε λόγος και για τους εφόρους του σχολείου και είναι η μόνη φορά που θίγεται το θέμα αυτό στις υπάρχουσες πηγές. Χρέη σχολικών εφόρων έκαναν οι δημογέροντες της πόλης, χωρίς όμως να έχουν διοριστεί  γι’ αυτό το σκοπό από την κυβέρνηση. Στο σημείο αυτό θεωρείται σκόπιμο να αναφερθεί ότι ο Καποδίστριας επιδιώκοντας την απαγκίστρωση της εκπαίδευσης από την επιρροή των προκρίτων και δημογερόντων, είχε εκδώσει την υπ’ αριθ. 64 εγκύκλιο στις 23 Οκτωβρίου του 1829, κατά την οποία οι σχολικοί έφοροι έπρεπε να προέρχονται από τους «ευηποληπτοτέρους» πολίτες, «διαστελλόμενοι μεταξύ των άλλων διά τα φώτα, δια την αρετήν και πατριωτισμόν» τους και επιλέγοντο από κατάλογο υποψηφίων που ενεχείριζαν στην κυβέρνηση οι κατά τόπους  εκπρόσωποι της. Στην περίπτωση του Άργους δε φαίνεται να έγινε σχετική ενέργεια διορισμού της σύμφωνα με τις πιο πάνω διαδικασίες. Το γεγονός δε ότι οι δημογέροντες εκτελούσαν συγχρόνως χρέη σχολικών εφόρων, ερμηνεύεται από το ότι οι ίδιοι πρωταγωνίστησαν στην ίδρυση του αλληλοδιδακτικού σχολείου, όπως προαναφέρθηκε.

 Για τα παραδιδόμενα μαθήματα οι πληροφορίες μας προέρχονται από δύο πηγές. Κατ’ αρχήν ο Χρυσόγελος, στις 25 Μαρτίου του 1830, μετά τις δημόσιες εξετάσεις, ανέφερε προς τον Κυβερνήτη ότι ο Φανδρίδης δίδασκε Ανάγνωση, Γραφή, Αριθμητική, Κατήχηση, Ευαγγέλιο και Γεωγραφία. Στις 6 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, ο Κοκκώνης στη μνημονευθείσα ήδη υπ’ αρ. 1 έκθεση του έκανε λόγο μόνο για Γραφή, Ανάγνωση και Αριθμητική. Προφανώς ο δάσκαλος περιοριζόταν σ’ αυτά λόγω έλλειψης των απαιτούμενων διδακτικών βιβλίων.

 Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την εξεταζόμενη περίοδο στο Άργος ανοικοδομήθηκε διδακτήριο κατά τους όρους της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, του οποίου τα εγκαίνια έγιναν τον Ιούνιο του 1831. Μέχρι τότε ο Φανδρίδης δίδασκε σε «οίκημα προσωρινόν»**** το οποίο ήταν «πολλά στενόν και υποκείμενον εις τας μεταβολάς του καιρού». Αρχιτέκτων ήταν αρχικά ο De Vaud και κατόπιν ο Λάμπρος Ζαβός, ενώ τέκτων ο Χαρίτων Κάππος. Κοντά δε στο διδακτήριο ανοικοδομήθηκε και οίκημα για κατοικία του δασκάλου.

 Όπως έχει προαναφερθεί, η φοίτηση των μαθητών του δημόσιου αλληλοδιδακτικού δεν ήταν τακτική, αλλά και ο αριθμός των εγγεγραμμένοι μαθητών δεν ήταν σταθερός. Έτσι σε κατάλογο της 17ης Οκτωβρίου του 1829 φαίνονται εγγεγραμμένοι 183 μαθητές ( μόνο αγόρια) ηλικίας 6-23 ετών, έκτων οποίων οι 105 ήταν Αργείοι, ενώ οι 114 από την ευρύτερη περιοχή του Άργους, δηλαδή το 62.3% του συνόλου των μαθητών. Στις 25 Μαρτίου του επόμενου χρόνου αναφέρονται 170 μαθητές, ενώ σε μεταγενέστερο κατάλογο της 21ης Ιουνίου του 1830, ήταν εγγεγραμμένοι 155 μαθητές ηλικίας 5-18 ετών, εκ των οποίων οι 70 ήταν Αργείοι, δηλαδή το 45,15 % του μαθητικού πληθυσμού. Μετά από τρισήμιση μήνες ο αριθμός των μαθητών παρουσιάζεται περισσότερο ελαττωμένος. Πράγματι στις 8 Οκτωβρίου, ο I. Κοκκώνης ανέφερε στην υπ’αριθμ. 1 έκθεση του ότι ήταν εγγεγραμμένοι 128 μαθητές, αλλά κατά την ημέρα της επίσκεψης του ήταν παρόντες 95.

Ο Χρυσόγελος, ο οποίος είχε επισκεφθεί το σχολείο στις 24 Μαρτίου του 1830 και είχε διαπιστώσει από κοντά τα προβλήματα του, απέδιδε την ελλιπή φοίτηση των μαθητών στην άγνοια των γονέων, οι οποίοι κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απασχολούσαν τα παιδιά τους «άκοντα» σε γεωργικές κυρίως εργασίες παρά τις συμβουλές του αλληλοδιδασκάλου. Ο τελευταίος δεν μπορούσε να ασκήσει πίεση, όπως είχε το δικαίωμα, γιατί «θέλει μείνει χωρίς κανένα ή με πολλά ολίγους μαθητάς». Παράλληλα οι γονείς μόλις διαπίστωναν ότι τα παιδιά τους είχαν αρχίσει να μαθαίνουν να γράφουν, να διαβάζουν και να αριθμούν διέκοπταν τη φοίτηση τους, «πριν τελειοποιηθώσιν» πιστεύοντας ότι οι στοιχειώδεις αυτές γνώσεις ήταν αρκετά εφόδια για τη ζωή τους. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται επίσης ότι η ελάττωση του αριθμού των μαθητών οφειλόταν στην ύπαρξη αμαθών «γραμμα­τοδιδασκάλων», οι οποίοι δυσφημούσαν την αλληλοδιδακτική μέθοδο διαδίδοντας στους γονείς ότι τα παιδιά τους «δεν διδάσκονται γράμματα εις το Αλληλοδιδακτικόν, αλλά τακτικήν», και κατ ‘ αυτό τον τρόπο προσέλκυαν αρκετούς μαθητές του δημόσιου αλληλοδιδακτικού. Το ίδιο πρόβλημα υφίστατο και σε άλλες περιοχές του ελεύθερου ελληνικού κράτους.

Σύμφωνα με το μαθητικό κατάλογο της 21ης Ιουνίου του 1830, οι μαθητές του σχολείου ήταν χωρισμένοι σε οκτώ κλάσεις ( = τάξεις ) με ανώτερη την Α’  όπως υπαγόρευε ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Η προαγωγή σε ανώτερη τάξη γινόταν κατά μάθημα και όχι κατά το σύνολο των μαθημάτων.

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο στις υπάρχουσες πηγές εντοπίζουμε δύο εξετάσεις. Σ’ αυτές της 24ης Μαρτίου του 1830 παραβρέθηκε ο Χρυσόγελος, ο οποίος και ανέφερε τα αποτελέσματα προς τον Κυβερνήτη. Έτσι μαθαίνουμε ότι εξετάσθηκαν οι τάξεις και των 170 μαθητών του σχολείου στα μαθήματα της Ανάγνωσης και Αριθμητικής και οι μαθητές των τριών πρώτων τάξεων στην Αριθμητική, στις αρχές της Κατήχησης, στην Ιερή Ιστορία του Ευαγγελίου και στις αρχές της Γεωγραφίας. Κατά τις εξετάσεις αυτές «ευδοκίμησαν» 15 μαθητές. Οι δεύτερες εξετάσεις έγιναν από τον Ιω. Κοκκώνη, ο οποίος στις 6 Οκτωβρίου είχε επισκεφθεί το σχολείο για επιθεώρηση. Στην υπ’ αριθμ. 1 έκθεση που έκανε, σημείωσε τα ονόματα οκτώ μαθητών που διακρίθηκαν, για τους οποίους ανέφερε συγκεκριμένα:

 «Γεώργιος Βλάσης γενικός Πρωτόσχ. της αριθμητ. σπουδάζει 2 έτη.

Μιχ. I. Χιλιώτου – της Αναγνώσεως 20 μήνας εβραβεύθη εις τας εξετάσεις.

Σταύρος Ηλιακόπουλος – Αναγινώσκει καλώς.

Ν. Λαγοδημόπουλος, 14 ετών, ήλθεν αρχάριος και αναγινώσκει τώρα εις την Ζ’ μετά 7  μηνών σπουδήν.

Ν. Μαυραΐδης αναγινώσκει καλώς εις το Β’ τμήμα της Η’.46

Π. Σαραντόπουλος ομοίως ετών 14.

Χ. Μιχαλόπουλος ομοίως.

Θεμιστοκλής Βαλβίου εις το Β’ τμήμα της Η’».

Ο Κοκκώνης σημείωνε στην έκθεση του ότι εκτός από τους προαναφερθέντες μαθητές υπήρχαν και άλλοι «προχωρημένοι», αλλά δεν ανέφερε τα ονόματα τους γιατί δε φοιτούσαν τακτικά στο σχολείο «εμποδιζόμενοι υπό των συγγενών των». Επιχειρώντας μάλιστα να τους παρακινήσει, τους ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση δεν επρόκειτο να είναι αρωγός τους σε περίπτωση ελλιπούς φοίτησής τους. Ζήτησε δε από τη Γραμματεία της Παιδείας να στείλει δωρεάν οκτώ συνόψεις της Ιεράς Ιστορίας ως βραβείο για τους μαθητές που διακρίθηκαν. Κατά την εξεταζόμενη περίοδο εκτός από τους μαθητές αυτούς στο σχολείο φοίτησαν και στρατιωτικοί, όπως διαπιστώνουμε από έγγραφο του ίδιου του αλληλοδιδασκάλου προς τη Γραμματεία της Παιδείας, στις 9 Ιανουαρίου του 1833, όπου αναφέρεται ότι του είχε ζητηθεί να δεχθεί στο σχολείο του στρατιωτικούς από το τακτικό ιππικό σώμα του Άργους, για να τους διδάξει γραφή, ανάγνωση και πρακτική αριθμητική. Τα μαθήματα έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από 2 Ιανουαρίου του 1830 μέχρι Μάρτιο του 1832, επί δύο ώρες καθημερινά (12:00-14:00 μ. μ.). Κατά το Φανδρίδη, οι στρατιωτικοί σημείωσαν αξιόλογη πρόοδο, για την οποία έγινε λόγος και σε σχετικό άρθρο της Γενικής Εφημερίδας τον Ιούνιο του 1831, απ’ όπου διαπιστώνεται η πρόοδος 184 υπαξιωματικών και στρατιωτικών.

Κατά την ίδια εποχή η κυβέρνηση είχε αναθέσει και σε άλλους αλληλοδιδασκάλους, όπου υπήρχαν στρατιωτικά σώματα, να δεχθούν στα σχολεία τους στρατιωτικούς, όπως συνέβη στο Ναύπλιο και την Καλαμάτα. Οι δάσκαλοι αυτοί είχαν αναφερθεί εγκαίρως προς την κυβέρνηση και τους είχε προσδιορισθεί μηνιαίος μισθός 60 φοινίκων, ενώ ο Φανδρίδης είχε αμελήσει αρκούμενος σε προφορικές υποσχέσεις. Για το λόγο αυτό ζητούσε με τη μνημονευθείσα αναφορά του της 9ης Ιανουαρίου του 1833 να πληρωθεί αναδρομικά.

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η λειτουργία του δημοσίου αλληλοδιδακτικού σχολείου κατά την εξεταζόμενη περίοδο ήταν ικανοποιητική παρά τις όποιες δυσκολίες, οι οποίες ήταν λίγο ως πολύ κοινές για όλα τα σχολεία. Στο θετικό αποτέλεσμα συνέβαλε ο ζήλος και η επιμονή του αλληλοδιδασκάλου και το γεγονός ότι παρέμεινε στην ίδια θέση καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του σχολείου. Τρισήμιση μήνες πριν από τη δολοφονία του Κυβερνήτη, στο άρθρο που δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα με αφορμή τα εγκαίνια του νέου διδακτηρίου, που έγιναν στις 12 Ιουνίου του 1831, αναφέρεται ότι μέχρι τότε στο σχολείο είχαν φοιτήσει συνολικά 1017 μαθητές. Από αυτούς οι 145 εξακολουθούσαν να φοιτούν, ενώ από τους υπόλοιπους οι 500 ήταν «προπαρασκευασμένοι εις την σπουδήν ανωτέρων μαθημάτων, εις τα Ελληνικά Σχολεία, εις το Κεντρικόν της Αιγίνης ή εις άλλα επαγγέλματα».

 

Υποσημειώσεις 

  

* Ιωάννης Κοκκώνης, εκπαιδευτικός και παιδαγωγός μεγάλου κύρους.  

 Η πρώτη πρόταση για ίδρυση Πανεπιστημίου Αθηνών. Στις 22 Μαρτίου 1833 η Αντιβασιλεία εξέδωσε διάταγμα «περί συστάσεως επιτροπής προς διοργανισμόν των σχολείων». Μέλη της επιτροπής ορίζονταν: ο νομομαθής φαναριώτης Κωνσταντίνος Σχινάς που το 1837 διορίστηκε πρώτος Πρύτανης του νεοσυσταθέντος Πανεπιστημίου, ο δικαστικός και πολιτικός Αναστάσιος Πολυζωίδης, ο παιδαγωγός Ιωάννης Κοκκώνης, ο γνωστός φαναριώτης ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος, ο κλασικός φιλόλογος Ιωάννης Βενθύλος, ο Γερμανός επιγραφολόγος Johann Franz. Στο σχέδιο που υπέβαλαν (στις 3 Ιουλίου 1833), εκτός από τα άρθρα που αφορούσαν στην ίδρυση δημοτικών, γυμνασίων και λυκείων, υπήρχε και πρόταση για την ίδρυση Μουσείου, δηλαδή Πανεπιστημίου. Στο τέταρτο λοιπόν άρθρο γίνεται αρχικά μια θεωρητική προσέγγιση του θέματος (σκοποθεσία και διαίρεση των επιστημών), ενώ στη συνέχεια αναφέρονται τα μαθήματα που θα έπερεπε να διδάσκονται κατά σχολές. Παραθέτουμε τους τίτλους των εβδομήντα μαθημάτων, γιατί αντικατοπτρίζουν το επιστημονικό γίγνεσθαι της εποχής εκείνης: «1. Φιλοσοφική Σχολή: Γενική εισαγωγή εις την σπουδήν της φιλοσοφίας, Ιστορία της παλαιάς και νέας φιλοσοφίας, Η φιλοσοφία της φύσεως, Λογική και Μεταφυσική, Ανθρωπολογία, Φιλοσοφική Ηθική, Αισθηματική, ήτοι θεωρία του καλού, Μαθηματική, 2. Θεολογική Σχολή: Εγκυκλοπαιδεία και Μεθοδολογία της θεολογίας, Ιστορία της θεολογίας, Πολιτική και θρησκευτική ιστορία των Εβραίων, Ερμηνεία των θεοπνεύστων Γραφών, Αρχαί, ήτοι κανόνες της ερμηνείας της Καινής Διαθήκης, Εκκλησιαστική Iστορία, Ιστορία των Χριστιανικών Δογμάτων, Χριστιανική Ηθική, Ποιμαντική διδασκαλία, Νομική Εκκλησιαστική, 3. Ιστορική Σχολή: Εισαγωγή εις την σπουδήν της Iστορίας, Ιστορία των παλαιών και νέων Εθνών, Φιλολογία, Εισαγωγή εις την σπουδήν της φιλολογίας, Εγκυκλοπαιδεία της φιλολογίας, Φιλόσοφος έκθεσις περί των παλαιών γλωσσών, μάλιστα περί της Ελληνικής, Ερμηνευτική και Κριτική περί τα παλαιά, και εξήγησις συγγραφέων και ποιητών, οίον Αισχύλου, Πινδάρου, Θουκυδίδου, Πλάτωνος, Αριστοτέλους, Τακίτου, Περσίου κτλ., Μετρική των Ελλήνων και Ρωμαίων, Ιστορία των δύο Εθνών Ελλήνων και Ρωμαίων, Μυθολογία των δύο Εθνών, Αρχαιότητες Ελληνικαί και Ρωμαϊκαί, Αρχαιολογία, Ιστορία της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Φιλολογίας, Ανατολικαί γλώσσαι (Εβραϊκή, Αραβική, Περσική, Τουρκική), Νεώτεραι Γλώσσαι, 4. Νομική Σχολή: Εγκυκλοπαιδεία και Μεθοδολογία του Δικαίου, Εισηγήσεις του Ιουστινιανού, Πανδέκται, Ιστορία του Ρωμαϊκού Διακαίου, Εξήγησις των εισηγήσεων του Γαΐου, Ιδιωτικόν Δίκαιον, Δημόσιον Δίκαιον, Φυσικόν Δίκαιον, Πολιτική δικολογία, Ποινικόν δίκαιον και Ποινική δικονομία, Εγκληματικόν δίκαιον και Εγκληματική δικονομία, Εθνική και Πολιτική Oικονομία, Δίκαιον Εθνών, Ιατρική δίκη, 5. Φυσική Σχολή: Εισαγωγή εις την σπουδήν της Φυσικής, Πειραματική Φυσική, Χημεία και πρακτικαί γυμνάσεις εις την χημείαν, Φυσιογραφία, Oρυκτολογία, Γεωγνωσία, Βοτανική, Ζωολογία, Αγρονομική, 6. Ιατρική Σχολή: Ιστορία της Ιατρικής, Εγκυκλοπαιδεία και Μεθοδολογία της Ιατρικής, Γενική και μερική ανατομία, Γενική παθολογία και θεραπεία μετά της σημειωτικής, Ανατομικαί γυμνάσεις, Ειδική θεραπεία, Φαρμακολογία και περί ύλης φαρμάκων, Χειρουργία, περί εργαλείων χειρουργικών, περί δεσμών, Φυσιολογία ανθρώπου και φυσιολογία συγκριτική με αποδείξεις, πειράματα γινόμενα επί ζώων, Ιατρική κλινική, Χειρουργία και οφθαλμιατρική κλινική, Μαιευτική, Πρακτικαί γυμνάσεις εις την Μαιευτικήν (εις τα ανδρείκελα), Εξήγησις των γνησίων Ιπποκράτους συγγραμμάτων, Περί δηλητηρίων». Σήμερα, η αναγραφή των διδασκόμενων μαθημάτων στα τριάντα Τμήματα του Πανεπιστημίου καταλαμβάνει 100 περίπου σελίδες στον τόμο Πανόραμα του Πανεπιστημίου Αθηνών (Δομή-Λειτουργία-Εκπαιδευτικό έργο), Αθήνα 2002. 

 Υλικό από το βιβλίο του Δαυίδ Αντωνίου, « Οι απαρχές του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Νεοελληνικό Κράτος: Το Σχέδιο της Επιτροπής του 1833», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1992).

 

** Η αλληλοδιδακτική μέθοδος χρησιμοποιήθηκε από τα μέσα του 17ου αιώνα στην Αγγλία, τελειοποιήθηκε τον 18ο αιώνα στη Γαλλία του Sarazin. Ονομάστηκε έτσι για το λόγο ότι με την καθοδήγηση του δασκάλου χρησιμοποιούνταν οι καλύτεροι μαθητές (οι πρωτόσχολοι) για να διδάσκουν τους υπόλοιπους. Την αλληλοδιδακτική στην Ελλάδα εισήγαγε επίσημα ο Ιωάννης Κοκκώνης στα χρόνια του Καποδίστρια, μεταφράζοντας (1830) τον οδηγό της αλληλοδιδακτικής μεθόδου του Σαραζίνου (Sarazin).

Ο Καποδίστριας ως απεσταλμένος του τσάρου Αλέξανδρου θα συναντηθεί το 1814 με τον φημισμένο Παιδαγωγό Emanuel von Fellenberg. Οι εντυπώσεις που αποκόμισε ο Καποδίστριας τον έκαναν ενθουσιώδη οπαδό του συστήματος του Fellenberg. Ο συνδυασμός Πνευματικής και Χειρωνακτικής εργασίας, η προώθηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά και η προσπάθεια για πνευματική σύμπνοια ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις με στόχο την κοινωνική Ειρήνη θα βρουν σύμφωνο τον Καποδίστρια. Ως Κυβερνήτης της Ελλάδας έριξε όλο το βάρος των προσπαθειών του στην επέκταση του πρωτοβάθμιου σχολικού δικτύου σε εθνική κλίμακα. Το ψήφισμα για την παιδεία που εκδόθηκε το 1829 στη διάρκεια της Δ’ εθνοσυνέλευσης στο Άργος αναφέρεται ρητά στην προώθηση των αλληλοδιδακτικών σχολείων. Εκτός των άλλων προβλέπει ακόμα τα εξής: Τη σύσταση του λεγόμενου «Γαζοφυλακίου» οι πόροι του οποίου θα προορίζονταν για την οικονομική ενίσχυση των σχολείων, τη σύσταση δευτεροβάθμιων σχολείων τα οποία ονόμαζε «πρότυπα» ή «τυπικά», ενώ παράλληλα διατηρήθηκαν και τα λεγόμενα Ελληνικά σχολεία.

 Το ψήφισμα του 1829 δεν εφαρμόστηκε ως προς όλα τα σημεία. Ο ίδιος πάντως πίστευε ότι χωρίς την εξάπλωση της λαϊκής μόρφωσης θα επικρατούσε πάντοτε το «δίκαιο του ισχυρότερου στηριζόμενο εις την αμαθίαν και αποκτήνωσιν του πλήθους».
Σύμφωνα με την έκθεση του Ν. Χρυσόγελου, γραμματέα των εκκλησιαστικοί και της δημόσιας εκπαίδευσης, χα λιγοστά σχολεία του αγώνα είχαν αυξηθεί μέχρι το 1831 σε 121, ενώ ο αριθμός των μαθητών σε 9.246 από τους οποίους οι 6.718 φοιτούσαν στα 75 αλληλοδιδακτικά που λειτουργούσαν την περίοδο αυτή στη χώρα.

 
 Αναγνωρίζοντας ότι το σύστημα Fellenberg απαιτούσε πολλούς δασκάλους, ειδικές κτιριακές εγκαταστάσεις και ανάλογα οικονομικά μέσα, ο Καποδίστριας υποστήριξε την εισαγωγή της αλληλοδιδακτικής στην Ελλάδα και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα της ενιαίας εφαρμογής της στα σχολεία. Τον Οκτώβριο του 1829 προχώρησε στην σύσταση τριών ειδικών επιτροπών που θα επιδίδονταν «εις την μετάφρασιν και σύστασιν βιβλίων στοιχειωδών και εις την αναθεώρησιν συγγράμματος ήδη μεταφρασμένων, συντεινόντων προς ομοιόμορφον και τελειότερον οργανισμόν των αλληλοδιδακτικών και τυπικών σχολείων».

Μία από τις τρεις επιτροπές και συγκεκριμένα η «Επιτροπή επί της προπαιδείας» έκανε τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να συγκεντρώσει όσα εγχειρίδια αναφέρονταν στην οργάνωση των σχολείων και την αλληλοδιδακτική μέθοδο.

Τα εγχειρίδια που συγκεντρώθηκαν από την επιτροπή είναι τα εξής:

1) Η ερμηνεία του Κλεόβολου ο οποίος τελικά δεν κατάφερε να την τυπώσει με αποτέλεσμα να περιφέρεται χειρόγραφο από χέρι σε χέρι. Το πρώτο μέρος της ερμηνείας αναφερόταν στο διδακτικό υλικό, στα κατάστιχα που έπρεπε να συμπληρώσουν οι δάσκαλοι και στους κανόνες της σχολικής οργάνωσης. Ενώ στο δεύτερο μέρος της ερμηνείας περιέγραφε τον μηχανισμό των προσταγμάτων με τα οποία οι πρωτόσχολοι καθοδηγούσαν τους μαθητές στη διάρκεια της παράδοσης των μαθημάτων και των ασκήσεων.

2) Η ερμηνεία του Πολίτη: ο οποίος υπήρξε εισηγητής της αλληλοδιδακτικής στα Επτάνησα. Συνέταξε ένα συνοπτικό εγχειρίδιο για τους Επτανήσιους δασκάλους, το οποίο εκδόθηκε στην Κέρκυρα το 1820 με τον τίτλο «Εγχειρίδιον της αλληλοδιδακτικής μεθόδου εις χρήσιν των κατά το Ιόνιον Κράτος παιδαγωγών». Φαίνεται ότι κυκλοφόρησε και αυτό στην Ελλάδα ως χειρόγραφο αντιγραμμένο από το πρωτότυπο διότι, κατά τα λεγόμενα του Κοκκώνη, η επιτροπή μελέτησε το έργο του Πολίτη Βάσει ενός χειρογράφου που δανείστηκε ο ίδιος από κάποιον δάσκαλο στην Αίγινα.

3) Η ερμηνεία του Συνέσιου. Το χειρόγραφο του, το οποίο ήταν και το πρωτότυπο προμήθευσε στην επιτροπή η Γραμματεία Εκπαιδεύσεως. Ο Συνέσιος πραγματευόταν το μάθημα της αριθμητικής με έναν δικό του τρόπο. Παρόλο που αποτελούσε αντιγραφή αντίστοιχων κεφαλαίων της ερμηνείας του Πολίτη. Στο τέλος της Ερμηνείας αφιέρωνε 4-5 σελίδες στις ποινές των μαθητών, τον προβιβασμό τους από την μια κλάση στην άλλη, τα καθήκοντα του θυρωρού του σχολείου. την οικοδομή του σχολείου και παρέθετε δυο υποδείγματα καταλόγων για την πρόσκληση και τον γενικό έλεγχο της προόδου των μαθητών.

4) Η ερμηνεία με τίτλο Σύστημα αγγλικών δια τα σχολεία ή εύκολος μέθοδος δια την διδασκαλίαν των παιδιών η οποία εκδόθηκε το 1827 από την Αγγλικανική Ιεραποστολή της Μάλτας. Χωρίζεται σε τέσσερα μέρη που αφορούν: α) στο σχήμα της σχολικής αίθουσας, το κτίριο του σχολείου και το διδακτικό υλικό, β) στη μέθοδο διδασκαλίας, τη διαίρεση των μαθητών σε κλάσεις και πρέπει να γίνεται η διδασκαλία των τριών μαθημάτων, γ) στα χρέη των πρωτόσχολων, τις εξετάσεις των μαθητών για τον προβιβασμό από την μια κλάση στην άλλη, δ) στη γενική οργάνωση του σχολείου. Είναι η μόνη Ερμηνεία που αναφέρεται στην εκπαίδευση των κοριτσιών για τα οποία προβλέπει εκτός από τα τρία γνωστά μαθήματα και διδασκαλία ραπτικής.

Η επιτροπή εισηγήθηκε στη Γραμματεία να στείλει ειδική εγκύκλιο προς τους δασκάλους με την οποία αφενός να ζητά πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση των σχολείων τους, τον τρόπο με τον οποίο δίδασκαν, τα βιβλία και τους πίνακες που έγραφαν και αφετέρου τις προτάσεις για αλλαγές που θεωρούσαν αναγκαίες. Η εγκύκλιος εστάλη στις 14.11.1829 μετά από επιμονή του Νικητόπουλου, αφού ο Καποδίστριας δεν ήταν σύμφωνος.

Πίστευε ότι αυτού του είδους οι ενέργειες είναι άσκοπες αφού ήταν γνωστή η έλλειψη γνώσεων και η απειρία των δασκάλων. Η σύνθεση των μελών της επιτροπής πολύ γρήγορα δημιούργησε εντάσεις: από την μια πλευρά ο Νικητόπουλος, δάσκαλος με φιλελεύθερες αντιλήψεις. Από την άλλη, ο Κοκκώνης και ο Μουστοξύδης αφοσιωμένοι στον Καποδίστρια και στις αυταρχικές του επιλογές. Η θέση του Νικητόπουλου σχετικά με το πώς έπρεπε να χειριστεί η επιτροπή το ζήτημα του εγχειριδίου της αλληλοδιδακτικής υπήρξε αφορμή διαφωνίας μεταξύ τους, ιδιαίτερα επιφορτίστηκε με το καθήκον να μελετήσει τις παρατηρήσεις των δασκάλων και να υποβάλει σχετική αναφορά στην επιτροπή. Είκοσι δάσκαλοι ανταποκρίθηκαν στην εγκύκλιο του Υπουργείου και συμφωνα με τον Νικητόπουλου «αποδεικνύονται ότι γνωρίζουν την αλληλοδιδακτική μεθόδον, καθώς είμαι βεβαιωμένος και από άλλα των γραμμάτων ιδιαίτερα εις εμέ».

(Λυδίας Παπαδάκη, Η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.
Χρ. Λέφα, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως. Ελευθερία Γκαρή ).

 ***Δασκαλάκη, ό.π., Β’, σ. 1391-1395 ( = Γ.Α.Κ., Υπ. Θρησκείας, φάκ. 32, Σχολικά, 8 Οκτωβρίου 1830). Χαρακτηριστικός για την ιστορία του θεσμού των επιθεωρητών και την επικρατούσα νοοτροπία είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάσθηκε ο Κοκκώνης στον αλληλοδιδάσκαλο και γι’ αυτό παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

 « Την 6 του παρόντος περί την 4 ώραν από μεσημβρ. φθάσας εις Άργος επήγα αμέσως εις το Αλληλ. σχολείον, εις τον διδάσκαλον του οποίου επαρουσιάσθην ως ξένος ταξιδιώτης περίεργος να ίδω το σχολείον του. Είχε τελειώσει εκείνην την ώραν το μάθημα της γραφής και έμελλε ν’ αρχίσει την ανάγνωσιν.  Περιεργάσθην τους τρόπους καθ’ ούς γίνεται το μάθημα τούτο από ημικύκλκιον εις ημικύκλιον διαβαίνων και τα προστάγματα εν ταυτώ· εύρηκα δε και ταύτα και εκείνα γινόμενα όχι ακριβώς κατά τον οδηγόν. Τον ηρώτησα « τίνος μέθοδον ακόλουθη » και μ’ απεκρίθη ότι του Σαραζίνου, δεν είναι όμως ακριβώς βαλμένα εις πράξιν, διότι οι πρωπόσχολοί του δεν εγυμνάσθησαν ακόμη ικανώς εις τούτο. Μάθημα αριθμητικής δεν έκαμεν, επειδή διατρίψας πολύ εις την Γραφήν είχεν εξορίσει. Τη επαύριον επαρουσιάσθην το πρωί, πριν αρχίση έτι το μάθημα οδηγηθείς εις το σχολείον παρά του γραμματέως του Τοποτηρητού … ». [ ό.π.].

**** Το δημόσιο αλληλοδιδακτικό σχολείο στο Άργος σύμφωνα με μαρτυρίες λειτούργησε σε οικία – μετόχι, που ανήκε στην έγγεια περιουσία της μονής της Κατακεκρυμμένης στο Μπεκίρ Μαχαλά (Ν. Δ. συνοικία του Άργους). Την είχε αφιερώσει στο μοναστήρι τα πρώτα χρόνια του ΙΘ΄ αιώνα η Αγγελίνα, σύζυγος του Αθανασίου Μπούρα. Η οικία αυτή επισκευάστηκε από τη δημογεροντία του Άργους και χρησιμοποιήθηκε ως «κοινόν αλληλοδιδακτικόν σχολείον». Το οίκημα αυτό, που σύμφωνα με έκθεση του Ιω. Κοκκώνη, ήταν «πολλά στενόν και υποκείμενον εις τας μεταβολάς του καιρού» φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε το καλοκαίρι του 1831, όταν έγιναν στο Άργος τα εγκαίνια του νέου σχολείου, που ανεγέρθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. (Δανούση Κ., Ιδιοκτησιακά της μονής Κατακεκρυμμένης στο Άργος, ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τ. 12, σελ. 65)

Ο Γιάννης Χελιώτης και Νικόλαος Ζεγκίνης αναφέρουν ότι «η προειρημένη οικία, ανακαινισθείσα και επιδιωρθωθείσα παρά των τότε δημογερόντων της πόλεως ταύτης εχρησίμευε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν» και «κατά το 1828, ερείπιον ον, το έκτισαν και το κατασκεύασαν και εχρησίμευσε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν.»

 

Αννίτα Κορδατζή – Πρασσά, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 83-89, τεύχος 11, 1994.

 

Επιμέλεια: Τσάγκος Αναστάσιος  

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »