Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘alphaline’

Φορωνέας (μυθολογία)


 

ο Φορωνέας (Φορωνεύς) ήταν ήρωας και ο γενάρχης των Πελασγών της Πελοποννήσου, και βασιλιάς του Άργους.

  

Phoroneus, roi mythique d'Argos qui personnifie la Législation

Phoroneus, roi mythique d'Argos qui personnifie la Législation

Από την Ωκεανίδα Μελία (ή Αργεία) ο Ίναχος απέκτησε τον Φορωνέα, τον Αιγιαλέα και την Ιώ. Ως παιδιά του αναφέρονται ακόμη ο Φηγεύς, ο Πελασγός, ο Άργος και η Μυκήνη. Ο Φορωνεύς που διαδέχτηκε τον Ίναχο, θεωρείται ο γενάρχης της Πελασγικής φυλής. Η βασιλεία του συνέπεσε με τον μεγάλο κατακλυσμό του Ωγύγου:

«Πρώτος παρ’ Αθηναίοις μνημονεύεται Ώγυγος καθ’ όν Έλλησιν ο μέγας και παλαιός ιστορείται κατακλυσμός. Τούτο λέγεται συγχρονίσαι Φορωνεύς ο Ινάχου, Αργείων βασιλεύς»[1].

Ο Παυσανίας διασώζει πληροφορίες από το αρχαιότερο έπος Φορωνίς, σύμφωνα με το οποίο ο Φορωνεύς μετά από αυτόν τον κατακλυσμό, ήταν ο πρώτος που συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε έναν τόπο, και τους δίδαξε τον τρόπο του κοινωνικού βίου, ιδρύοντας έτσι την πρώτη πόλη:

«Ο Φορωνεύς δε ο γιος του Ινάχου είναι εκείνος που πρώτος συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε κοινότητες, ενώ πριν κατοικούσαν σκόρπιοι ο καθένας μόνος του στα δάση και στα βουνά. Και γι αυτό το μέρος που για πρώτη φορά μαζεύτηκαν ονομάσθηκε «Φορωνικόν»[2]

Προηγουμένως ζούσαν σκόρπιοι και απομονωμένοι όπως οι Κύκλωπες, για τους οποίους ο Όμηρος γράφει:

 

«Δεν έχουν προεστών βουλές, μήτε από νόμους ξέρουν

και κατοικούνε στων βουνών κατακόρυφα τις ράχες,

μέσα σε βαθουλές σπηλιές και τα παιδιά του ορίζει

καθείς και τη γυναίκα του και δεν ψηφάει τους άλλους»[3]

 

Ακόμη για χάρη των ανθρώπων ο Φορωνεύς μεταφέρει τη φωτιά από τον ουρανό με τη συναίνεση του Δία και διδάσκει τους ανθρώπους να την χρησιμοποιούν, κυρίως για να προσφέρουν θυσίες:

«Πιο πέρα από το ομοίωμα (του Βίτωνος) υπάρχει ένας τόπος όπου καίνε φωτιά, που τη λένε φωτιά του Φορωνέα, γιατί οι Αργείοι δεν παραδέχονται πως ο Προμηθεύς έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά, αλλά αποδίδουν την εύρεσή της στο Φορωνέα».[4]

Την φωτιά αυτή διατηρούσαν οι Αργείοι άσβεστη στον ναό του Λυκίου Απόλλωνος και την ονόμαζαν Φορωνικόν πυρ. Ακόμη, όπως γράφει ο Παυσανίας, οι Αργείοι πρόσφεραν θυσίες στον τάφο του Φορωνέα, μέχρι τα δικά του χρόνια.[5]

Από τον Φορωνέα και τη νύμφη Τηλεδίκη γεννήθηκαν ο Άπις και η Νιόβη. Στο μικρό χρονικό διάστημα που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.

Η Νιόβη ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν ο Πελασγός και ο Άργος. Από αυτόν τον γιό του Δία και της Νιόβης η πολιτεία αλλά και όλη η Πελοπόννησος μετονομάστηκε από Απία σε Άργος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ευσέβιος Καισαρείας, Χρονικών Α.

[2] Παυσανίου Κορινθιακά, XV,5, Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Φορωνεύς δε ο Ινάχου τους ανθρώπους συνήγαγε πρώτον ες κοινόν, σποράδας τέως και εφ’ εαυτών εκάστοτε οικούντας ˙και το χωρίον ες ο πρώτον ηθροίσθησαν άστυ ωνομάσθη Φορωνικόν».

[3] Οδύσσεια, Ι, 108, Ο.Ε.Σ.Β, μετ. Ι. Σιδέρη.

[4] Παυσαν. Κορινθιακά, XIX, 5, Εκδ. Ι. Ζαχαροπούλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Εξής δε της εικόνος ταύτης (του Βίτωνος) πυρ καίουσιν, ονομάζοντας Φορωνέως είναι˙ ού γάρ τί ομολογούσι δούναι πυρ Προμηθέα ανθρώποις, αλλ’ ες Φορωνέα του πυρός μετάγειν εθέλουσι την εύρεσιν».

[5] Παυσανίου Κορινθιακά, XX, 2, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου: «εναγίζουσι δε και ες ημάς έτι τω Φορωνεί».

Σύμφωνα με αυτή την πληροφορία του Παυσανία, οι Αργείοι τιμούσαν τον τάφο του Φορωνέα από την εποχή του κατακλυσμού του Ωγύγου μέχρι τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Read Full Post »

Λίνος (μυθολογία)


 

Ο Λίνος ήταν ένας πολύ όμορφος νέος που πέθανε πρόωρα και καθημερινά τον θρηνούσαν οι Μούσες. Οι εκδοχές για την γενεαλογία του είναι διάφορες. Κατά τον Απολλόδωρο ήταν γιος της Μούσας Ουρανίας ή της Τερψιχόρης ή της Ευτέρπης και του Οιάγρου. Ο Παυσανίας (Θ 29.6) θεωρεί ως πατέρα του τον γιό του Ποσειδώνα, Αμφίμαρο.

Η άλλη εκδοχή δέχεται ότι πως ήταν γιος της Νύμφης ψαμάθης και του Απόλλωνα. Η μητέρα του, επειδή φοβήθηκε την οργή του πατέρα της Κρότωπα, τον εγκατέλειψε και τον κατασπάραξαν τα άγρια σκυλιά.

Όταν ο Κρότωπας – βασιλιάς του Άργους – έμαθε το αμάρτημα της κόρης του, την έθαψε ζωντανή. Ο Απόλλων, για εκδίκηση, έστειλε αρχικά κατά του Άργους ένα τέρας, την Ποινή, το οποίο άρπαζε τα παιδιά από την αγκαλιά των Αργειτισσών. Αργότερα, όταν η Ποινή σκοτώθηκε από κάποιο Αργείο ήρωα, έστειλε λιμό απ’ τον οποίο πέθαιναν οι Αργείοι αδιακρίτως ηλικίας.

Σύμφωνα με το χρησμό που τους δόθηκε, ο Απόλλωνας σταμάτησε το λιμό, αλλά οι Αργείοι τελούσαν κάθε χρόνο το μήνα Αρνείο, γιορτή στην οποία θυσίαζαν αρνιά, σκότωναν τα σκυλιά που τυχόν συναντούσαν στο δρόμο και οι γυναίκες θρηνούσαν την τύχη του Λίνου με το θλιβερό τραγούδι, το Αίλινον, που ονομάστηκε έτσι από την θρηνώδη προσφώνηση « Αϊ Λίνε» με την οποία άρχιζε και τελείωνε η επωδός του. Η γιορτή αυτή λεγόταν Αρνηίς ή Κυνοφόντις.

Ο Λίνος ήταν ο μεγαλύτερος μουσικός της εποχής του και σκοτώθηκε από τον πατέρα του Απόλλωνα, γιατί θέλησε να εξισωθεί στο τραγούδι με τον θεό.

Υπάρχει όμως και η γνώμη, ότι ολόκληρος ο μύθος του Λίνου πλέχτηκε γύρω από το Αίλινον, το πανάρχαιο τραγούδι, το οποίο κατά τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο (παρ. Αθην.XIV 619) δεν ήταν μόνο θρήνος αλλά και ύμνος που αναφέρεται και από τον Όμηρο ( Ιλιάδα Σ 570) και τον Ησίοδο ( αποσπασμ. 211,212) ενώ στην πραγματικότητα ο Λίνος ήταν φιλόσοφος και γραμμα- τικός, αν και δεν σώθηκε κανένα από τα έργα του.

Μεταγενέστεροι συγγραφείς αμφισβητούν την όλη συγγραφική του δραστηριότητα. Μια άλλη παράδοση τον φέρει ως δάσκαλο του Ηρακλή στη μουσική.

Κατά τον Απολλόδωρο ήταν αδελφός του Ορφέα, τον οποίο σκότωσε ο Ηρακλής, όταν τον τιμώρησε την ώρα της διδασκαλίας της λύρας.

Ο Λίνος αναφέρεται ως εφευρέτης της τρίχορδης λύρας, μιας νέας χορδής ( λιχανός), ως επίσης  του  άσματος, του  ρυθμού  και γενικά της μουσικής, ακόμη δε της ποίησης και τέλος « παντοίας σοφίας».   

Κατά τον Πλούταρχο ήταν σύγχρονος του Αμφίονα και συνθέτης θρήνων, κατά δε τον Πλίνιο αναφέρεται ως εφευρέτης της κιθαρωδίας.

Τον τάφο του Λίνου τον έδειχναν σε διάφορα μέρη όπως στο Άργος, στην Πιερία, στον Ελικώνα, στη Θήβα, στην Εύβοια και στην Χαλκίδα.

Ο Λίνος, λένε, δίδαξε το αλφάβητο στον Ηρακλή κι ότι είναι ο πρώτος που έφερε το αλφάβητο στην Ελλάδα.

Γι’ αυτόν τον Λίνο γνώριζαν όλοι, ότι αυτός, ένας γιος του Απόλλωνα ή της Μούσας Ουρανίας ( Ευριπίδης, Ικέτιδες) πέθανε από βίαιο θάνατο κι ότι όλοι οι τραγουδιστές κι οι λυράρηδες  σε κάθε συμπόσιο και κάθε χορό τον μοιρολογούσαν.

Μια άλλη διήγηση έλεγε ότι τον σκότωσε ο Κάδμος γιατί ήθελε να είναι ο πρώτος που θα έφερνε στους Έλληνες την γραφή.

 

Πηγή

  •   Γεώργιος Βασ. Σιέττος, «Τα Ορφικά Μυστήρια», Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος, Αθήνα, 1993.

Read Full Post »

Καρίγιαννης Αθανάσιος (Οπλαρχηγός)


 

Μανιάτης οπλαρχηγός που διακρίθηκε για τον ηρωισμό του κατά την επανάσταση του 1821. Όταν τον Ιούλιο του 1822 τα πρώτα τμήματα της στρατιάς του Μαχμούτ πασσά Δράμαλη επιτέθηκαν στο αργολικό πεδίο, το οποίο και είχαν εκκενώσει οι Έλληνες, ο Καρίγιαννης, ο οποίος βρισκόταν στο Άργος εκείνες τις ημέρες της φυγής και του τρόμου, πήρε δέκα οπλίτες και ανέβηκε άφοβα στο φρούριο του Άργους υψώνοντας την σημαία του σ’ αυτό.

Όταν μετά από λίγες ημέρες είδε 50 Τούρκους ιππείς να εισέρχονται στο Άργος, τους επιτέθηκε σκοτώνοντας κάποιους από αυτούς και τρέποντας τους υπόλοιπους σε φυγή. Το παράδειγμα του γενναίου Καρίγιαννη βρήκε μετά από λίγες μέρες και άλλους γενναίους μιμητές.

Οι οπλαρχηγοί Μπαρμπιτσιώτης, Κατσάκος, Κουμουστιώτης και Ζαχαρόπουλος ανέβηκαν με 200 οπλίτες στο φρούριο, το οποίο και αργότερα ενισχύθηκε από άλλους 500 με τους Δημήτριο Υψηλάντη, Γεώργιο και Ιωάννη Μαυρομιχάλη και Πάνο Κολοκοτρώνη.

 

 

Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος – Peter Von Hess

Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος – Peter Von Hess

 

 

Μετά την κάθοδο της στρατιάς του Δράμαλη στο αργολικό πεδίο και τον αποκλεισμό του φρουρίου του Άργους από τον πολυάριθμο στρατό του εχθρού, οι Έλληνες με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και των Αντ. Μαυρομιχάλη προσπάθησαν, πλησιάζοντας τον τουρκικό στρατό, να βοηθήσουν την έξοδο των Ελλήνων από το φρούριο.

Οι Έλληνες, επωφελούμενοι το σύντομο χρονικό διάστημα που είχαν στη διάθεσή τους, κατάφεραν να βγουν από το φρούριο όλοι σώοι και αβλαβείς, εκτός από τον Καρίγιαννη, ο οποίος κοιμόταν αμέριμνος σε κάποια γωνιά. Όταν ξύπνησε και συνειδητοποίησε πως ήταν μόνος ανάμεσα στον εχθρό, που εκείνη την ώρα συγκέντρωνε λάφυρα, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Καλύπτοντας το κεφάλι του με μία κατσαρόλα και έχοντας στα χέρια του το όπλο του και άλλα ασήμαντα σκεύη, πέρασε τραγουδώντας και χορεύοντας ανάμεσα στους Τούρκους που τον θεώρησαν συμπατριώτη τους που μετέφερε τα λάφυρά του. Έτσι ο Καρίγιαννης ενώθηκε και πάλι με τους συντρόφους του χωρίς καν να τραυματιστεί.  

 

Ο Τρικούπης γράφει:

«Κατήντησε δε εις τόσην αδυναμίαν, ώστε ούτε καν τον άργυρον να προφυλάξη εδυνήθη, τον εκ των εκκλησιών και μοναστηρίων συναχθέντα και κατατεθέντα εν τινι πλοίω, όθεν τον ήρπασαν ναύται έξωθεν ορμήσαντες επί λόγω οφειλομένων μισθών. Μόνος ο Θανάσης Καρίγιαννης, Μανιάτης, ευρεθείς εν ΄Αργει ταις ημέραις εκείναις της φυγής, της αρπαγής, της καταπιέσεως και του τρόμου, και ευρών δέκα ομόφρονάς του ανέβη αυθόρμητος και άφοβος εις το φρούριον του ΄Αργους και ύψωσε σημαίαν”.

 

Στον Άγγλο Φίνλεϋ διαβάζουμε:

» Όταν ο Δράμαλης εγκατέστησε το στρατηγείο του στο ΄Αργος, είχε περίπου δέκα χιλιάδες άνδρες κάτω από την άμεση διοίκησή του, και οι μισοί σχεδόν από αυτούς είτανε ιππείς. Ενώ οι υπουργοί, οι γερουσιαστές και οι καπετανέοι της Ελλάδας τα σκάγανε στα πλοία που είτανε αγκυροβολημένα στη Λέρνα και οι οπαδοί λεηλατούσαν την πόλη, ένα σώμα εθελοντών έπιασε το ερειπωμένο κάστρο της Λάρισας, όπου βρισκότανε η αρχαία Ακρόπολη του Άργους. Η πατριωτική στάση αυτών των ανδρών μέσα στο γενικό πανικό, είναι τόσο αξιέπαινη, ώστε θα έπρεπε το όνομα του καθενός να παραδοθεί στην ευγνωμοσύνη της Ελλάδας. Ένας Μανιάτης αξιωματικός ο Αθανάσιος Καρίγιαννης, υπερηφανευόταν ότι είταν ο πρώτος που μπήκε στη θέση και ο τελευταίος που την εγκατέλειψε”.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, έκδοσις δευτέρα δια συμπληρωμάτων, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1926-1934, 24 τόμοι.
  • Αναργύρου Γ. Κουτσιλιέρη, «Ιστορία της Μάνης», Εκδόσεις Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα, 1996.

 

 

Read Full Post »

Άντεια (μυθολογία)


  

Από τον πόθον άναψε κρυφά μ’ αυτόν να σμίξη

η δέσποιν’ Άντεια, γυνή του Προίτου. Αλλά σ’ εκείνην

δεν έστεργε ο καλόγνωμος χρηστός Βελλερεφόντης

κι η  Άντεια  ψευδολόγησε του Προίτου: «Ν’ αποθάνης,»

του είπε, «ω Προίτε, ή φόνευε συ τον Βελλερεφόντην,

που θέλ’ εμέν’ αθέλητην εκείνος να φιλήσει». (Ιλ. VI, 164-165).

 

Κόρη του Ιοβάτη της Λυκίας, παντρεύτηκε τον βασιλιά της Τίρυνθας Προίτο, γιό του Άβαντα, όταν είχε διωχτεί απ’ τον αδελφό του Ακρίσιο απ’ το Άργος, κι είχε καταφύγει στη Λυκία.

Γνωστή απ’ τον άνομο έρωτά της προς τον Βελλεροφόντη, γιό του Γλαύκου της Κορίνθου, που «οι θεοί κάλλος τε και ηνορέην ώπασαν». (Ιλ. VI, 156).

Όταν ο νέος απέκρουσε τον έρωτά της, πήγε στον άντρα της και του είπε «τεθναίης, ώ Προίτ’, ή κάκτανε Βελλεροφόντην, ος μ’ έθελεν φιλότητι μιγήμεναι, ουκ εθελούση»(Ιλ. VI, 164-165).

Ο Προίτος αγανάκτησε, αλλά μη θέλοντας ως οικοδεσπότης να σκοτώσει τον φιλοξενούμενό του « στίματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πικτώ θυμοφθόρα πολλά»(Ιλ.VI, 168-169) τα έστειλε με τον νέο στον πεθερό του για να τον σκοτώσει αυτός. Από εδώ  αρχίζουν τα κατορθώματα του  ήρωα – πρώτη  πηγή ο Όμηρος (Ιλ. VI, 179 κεξ.).

Το πάθος της Άντειας, που θυμίζει την όμοια περίπτωση της γυναίκας του Πουτιφάρ, απ’ όπου η διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης Ιωσήφ – γυναίκας του Πετεφρή, της Φαίδρας και του Ιππόλυτου, της Δημαινέτης και του Κνήμονα, της Ζουλέϊκας – Ιωσήφ και της Βασίλισσας και του προγονού της [Ιστορία των Επτά Σοφών], ενέπνευσε τον Ευριπίδη που έγραψε την τραγωδία Σθενέβοια.

Από την τραγωδία αυτή που η ηρωΐδα από Άντεια καλείται Σθενέβοια,  σώθηκαν λίγα αποσπάσματα.

 

Πηγή


  •  Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

Read Full Post »

Λυσίππη και Ιφιάνασσα (μυθολογία)


 

Κόρες του Προίτου, βασιλέα της Τίρυνθας και της Άντειας, εγγονές του Άβαντα, δισέγγονες του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας. Τις τρέλανε ο Διόνυσος ή η Ήρα επειδή δεν τιμούσαν την λατρεία τους.

Κάτω απ’ την μανία τους περιφέρονταν μισόγυμνες στην Πελοπόννησο. Ο Προίτος κάλεσε τον μάντη και γιατρό Μελάμποδα, γιο του Αμυθάονα* να τις γιατρέψει, αλλά αυτός ζήτησε αμοιβή το ένα τρίτο του βασιλείου. Ο Προίτος οργίστηκε και τον έδιωξε. Τον ξανακάλεσε όμως όταν είδε πως η αρρώστια απλωνόταν και σ’ άλλες γυναίκες του βασιλείου.

Ο Μελάμπους** όμως, αυτή την φορά ζήτησε άλλο ένα τρίτο του βασιλείου για τον αδελφό του Βίαντα. Ο Προίτος υπέκυψε. Ο Μελάμπους θεράπευσε  τις νέες. Παντρεύτηκε τότε την Ιφιάνασσα ενώ ο Βίας πήρε την Λυσίππη.***

 

Υποσημειώσεις


 

* Γιος του Κρηθέα και της Τυρούς (αδελφός του Αίσωνα και του Φέρη – ιδρυτή των Φερών) πατέρας του Βίαντα, μυθολογικού ιδρυτή της Πύλου.

** Οι Προιτίδες, Λυσίππη και Ιφιάνασσα, θυγατέρες του Προίτου χάνουν τα λογικά τους και τρέχουν εδώ κι εκεί στην εξοχή μουγκανίζοντας σαν αγελάδες. Η τρέλα τους γίνεται μεταδοτική και όλες οι γυναίκες της Τίρυνθας τις ακολουθούν στις περιπλανήσεις τους. Έντρομος ο Προίτος απευθύνεται στο μάντη Μελάμποδα που δέχεται να γιατρέψει τις τρελές, αν του παραχωρήσει ο πατέρας τους το ένα τρίτο από το βασίλειό του. Η απαίτηση αυτή εκνευρίζει τον Προίτο, μα ο Μελάμποδας δεν κάνει την παραμικρότερη παραχώρηση, κι απεναντίας, σ’ ένα δεύτερο διάβημα του Προίτου, αυξάνει τις απαιτήσεις του. Κι ο δύστυχος πατέρας αναγκάζεται να δεχτεί. Και τότε ο μάντης αρχίζει να κυνηγά τις άτυχες νεαρές κοπέλες με τη συνοδεία νέων που μπήγουν κάθε τόσο άγριες κραυγές. Μόνο κοντά στη Σικυώνα καταφέρνει ο Μελάμποδας να φτάσει τη Λυσίππη και την Ιφιάνασσα. Τις υποβάλλει σε καθαρμό και παίρνει γυναίκα του τη μια, ενώ η άλλη παντρεύεται τον αδελφό του Βίαντα.

*** Η τρέλα των Προιτίδων θυμίζει εκείνη της Αγάνης, της μητέρας του Πενθέα των Θηβών, γιου του Εχίωνα και  εγγονού του Κάδμου και των Θηβαίων γυναικών. Βλ. Ευριπίδη «Βάκχαι».  

  

Πηγή


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

 

Read Full Post »

Αμυμώνη (μυθολογία)


 

Αμυμώνη  του Félix-Henri Giacomotti

Αμυμώνη του Félix-Henri Giacomotti

Μια απ’ τις πενήντα Δαναΐδες, κόρη του Δαναού. Μητέρα της Αμυμώνης ήταν η Ευρώπη, και επομένως η Αμυμώνη ήταν ομοθαλής αδελφή της Αγαύης ή Αγαυής, της Αυτομάτης και της Σκαιής. Η Αμυμώνη, κατά την επικρατούσα εκδοχή, παντρεύτηκε τον γιο του Αιγύπτου Εγκέλαδο και τον δολοφόνησε την πρώτη νύχτα του γάμου τους, όπως έπραξαν με τους συζύγους τους και οι άλλες 48 από τις Δαναΐδες. Ωστόσο, το όνομά της (που σημαίνει «αθώα») την ταυτίζει ίσως με την Υπερμήστρα, τη μόνη Δαναΐδα που δεν δολοφόνησε τον σύζυγό της. Όταν έφτασε μαζί με τον πατέρα και τις αδελφές της στο Άργος, βγήκε όπως και οι άλλες, με διαταγή του τελευταίου να αναζητήσει νερό.

Αποκομμένη κάποια στιγμή δέχτηκε επίθεση Σατύρου. Κάλεσε σε βοήθεια τον Ποσειδώνα, που την έσωσε, αλλά την έκανε δική του. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο ιδρυτής της Ναυπλίας, Ναύπλιος.

Στη θέση που την έκανε δική του ο Ποσειδώνας χτύπησε το έδαφος με την τρίαινά του κι’ ανέβλυσε πηγή, η γνωστή, ως τις μέρες μας, πηγή της Αμυμώνης.

   

Πηγές


  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969.
  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Read Full Post »

Ζαβιτσάνος Γεώργιος (1838-1893)


  

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Έλληνας χημικός γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1838 και πέθανε στην Αθήνα το 1893. Μετά το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών γράφτηκε στο Εθνικό Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει Φυσικές Επιστήμες. Δύο χρόνια μετά πήγε στο Παρίσι και συνέχισε τις σπουδές του στο ανώτερο φαρμακευτικό σχολείο, από το οποίο κατόπιν ευδοκίμου πτυχιακής εξετάσεως πήρε τον τίτλο του «πρωτοταγούς  φαρμακέως». Στο Παρίσι έγραψε την πραγματεία «Περί της επιδράσεως του φωσφόρου εις τον ζωικόν οργανισμό».

Το 1863 έγινε υφηγητής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, το1869 διορίστηκε έκτακτος  καθηγητής της φαρμακευτικής χημείας και συνταγολογίας. Το 1875 τακτικός καθηγητής. Υπήρξε εύγλωττος και μεθοδικός διδάσκαλος και πολύ καλός πειραματιστής.

Εξέδωσε: «Φαρμακευτικόν δελτίον» επί μια τετραετία, «Φαρμακευτική χημεία»  (τ.Α΄), «Ουρολογίαν», «Συνταγολογία», μετέφρασε δε τα χημικά σύμβολα, έτσι ώστε να γράφει  Αργ = αργίλλιον, Μ = μόλυβδος, Λ= λευκόχρυσος, Χρ = χρυσός κλπ.

Ως αντιπρόσωπος της Ελλάδος παρακάθησεν σε ευρωπαϊκά συνέδρια υποβάλλοντας ανακοινώσεις «Περί της φαρμακευτικής εκπαιδεύσεως» και «Περί των εν Ελλάδι τελουμένων νοθειών», οι οποίες κρίθηκαν πολύ επιτυχείς. 

  

Πηγή


  •  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, έκδοσις δευτέρα δια συμπληρωμάτων, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1926-1934, 24 τόμοι.

Read Full Post »

Λάνδερερ Ξαβέριος (Xaver Landerer, 1809-1885)


 

Ο πρώτος καθηγητής της Χημείας στην Ελλάδα.

 

Πορτρέτο του καθηγητή Ξαβιέρου Λάνδερερ (1809-1885). Συλλογή φωτογραφιών του Μουσείου Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Ξαβέριος Λάνδερερ γεννήθηκε σε προάστιο του Μονάχου της Βαυαρίας το 1809, σπούδασε φυσικές επιστήμες και ιατρική στο εκεί Πανεπιστήμιο και αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας. Στην Ελλάδα τον έστειλε νεότατο, το 1833, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος για να υπηρετήσει τον γιό του Βασιλέα Όθωνα, στο Ναύπλιο, ως αρχιφαρμακοποιός του. Στρατιωτικός φαρμακοποιός αρχικά, διορίσθηκε, μόλις ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκτακτος καθηγητής του για τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και της Πειραματικής Φυσικής (14 Απριλίου 1837) και σε λίγο τακτικός καθηγητής της ίδιας έδρας (11 Ιανουαρίου 1838).

Μετά τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, απολύθηκε ως αλλοδαπός, σε εφαρμογή του σχετικού γενικού μέτρου, για να ξαναδιορισθή σε λίγο (12 Σεπτεμβρίου 1844), ως τακτικός καθηγητής της Φαρμακευτικής Χημείας, της Συνταγολογίας και της Βοτανικής, και να συνεχίσει διδάσκοντας, έκτοτε, με εξαιρετικό ζήλο, επί ολόκληρη 25ετία. Στις 17 Ιανουαρίου 1869 λόγοι υγείας τον ανάγκασαν να παραιτηθεί, αλλά στις 26 Ιουνίου 1875 διορίσθη εκ νέου ως επίτιμος πια καθηγητής.

Επιστήμων εμβριθείς και πολυπράγμων, ερευνητής ακούραστος, διδάσκαλος ευφραδής και απολαυστικός, πρόσφερε και σαν πνευματικός άνθρωπος και σαν κοινωνικός παράγων πολύτιμες υπηρεσίες στον τόπο μας, τον πρωτόγονο ακόμη τότε και καθυστερημένο. Τον αγάπησε, του αφοσιώθηκε και έγινες ένας αληθινός Έλληνας. Κοντά στις άλλες πολύτιμες υπηρεσίες του για τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του κράτους της εποχής εκείνης, στις οποίες ανταποκρίθηκε, του ανήκει η τιμή να είναι ο πρώτος που δίδαξε επί πανεπιστημιακού επιπέδου, τη χημεία στην Ελλάδα. Χημικός, φαρμακοποιός και ιατρός συγχρόνως, προσέτρεχε και βοηθούσε πρόθυμα και ακούραστα όπου ζητούσαν τη συνδρομή του.

Διατέλεσε μέλος του Ιατροσυνεδρίου για πολλά χρόνια, άμισθος καθηγητής της Χημικής Τεχνολογίας στο σχολείο των Τεχνών (1833 – 1868), συνεργάσθηκε στην ίδρυση του Οφθαλμιατρείου και το βοήθησε στη λειτουργία του, οργάνωσε τις ολυμπιακές εκθέσεις και δούλεψε αποτελεσματικά και για πολλούς ακόμη ελληνικούς και ξένους επιστημονικούς οργανισμούς και ιδρύματα. Παντού και πάντοτε έτοιμος για όλα. Ιδιαίτερα μνημονεύεται η με αυτοθυσία προσωπική του συμβολή στην καταστολή της πανώλης, που κτύπησε τον Πόρο το 1837.

Τα μαθήματά του, πριν κτισθή το Πανεπιστήμιο, γίνονταν στο Βασιλικό Φαρμακείο, στη γωνία των δρόμων Ακαδημίας και Κηφισίας (στο κτίριο που μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε ως υπουργείο Στρατιωτικών) και τα παρακολουθούσαν, εκτός από τους φοιτητές, και πολλοί ιδιώται ακροαταί.

Στο στρατιωτικό φαρμακείο στεγαζόταν επίσης και το προσωπικό του μικρό χημικό εργαστήριο, που είχε δημιουργήσει με δικές του δαπάνες. Ο Λάνδερερ έφθανε στην αίθουσα του μαθήματος με παραγεμισμένες τις τσέπες της φαρδιάς ρεντιγκότας του από χημικά σκεύη και ουσίες, για τα πειράματα που σε λίγο θα παρουσίαζε. Τα σπασμένα ελληνικά του δεν χαλούσαν την πηγαία ευφράδεια και μάλιστα με τους ιδιωματισμούς τους, προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερο το ενδιαφέρον.

Αργότερα, όταν χτίσθηκε το Πανεπιστήμιο, το υποτυπώδες χημείο του, που εν τω μεταξύ ενισχυόταν και από το κράτος, με ετήσια επιχορήγηση 600 δραχμών, μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της βορεινής πλευράς του, ενώ τα μαθήματα διδάσκονταν στην αίθουσα της Φιλοσοφικής Σχολής.

Η αγάπη του για την επιστήμη του και το ακούραστο ενδιαφέρον του για τη νέα του πατρίδα, εκδηλωνόταν και με το ερευνητικό του έργο για τον φυσικό της πλούτο, το οποίο υπήρξε αξιόλογο, μάλιστα όταν κριθή υπό τις δύσκολες συνθήκες και τα πενιχρά μέσα της εποχής. Ασχολήθηκε κυρίως με τα ιαματικά μας νερά και δημοσίευσε σχετικές μελέτες που περιγράφουν τη σύστασή τους, την ωφελιμότητά τους και τη θεραπευτική τους εφαρμογή. Έγραψε για τα νερά της Μήλου, της Κύθνου, της Υπάτης, της Αιδηψού, των Θερμοπυλών και των Μεθάνων. Και άλλα θέματα ερεύνησε και πολλά γι’ αυτά δημοσίευσε, σε ελληνικά και σε ξένα ειδικά περιοδικά. Ακούραστος επίσης συλλέκτης, απέκτησε πλούσια βιβλιοθήκη και κατάρτισε συλλογές φαρμακογνωστικές και ορυκτολογικές.

Πολυγραφότατος, εξέδωσε πολλά διδακτικά βιβλία που υπήρξαν πολύτιμα στην εποχή τους για τους φοιτητές του και τον άλλο κόσμο και είναι από τα πρώτα του χημικού κλάδου. Η δουλειά του αυτή ήταν δύσκολη και κουραστική για εκείνον, αφού οι γνώσεις του της ελληνικής υστερούσαν. Και όμως κατόρθωνε να ξεπερνά το εμπόδιο αυτό με επιτυχία. Στα συγγράμματά του περιλαμβάνονται: Αναλυτική Χημεία (1842), Χημεία (ανόργανος 1840, οργανική 1842), Οδηγίαι προς παρασκευήν Χημικών και Φαρμακευτικών σκευασμάτων (1857), Εγχειρίδιον Ζωολογίας (1844), Εγχειρίδιον Συνταγολογίας (1845), Εγχειρίδιον Τοξικολογίας (1843) κ.ά.

Τη φημισμένη αναλυτική του δεξιοτεχνία, που γινόταν με τα ολίγα και πτωχά μέσα του εργαστηρίου του, τη συμπλήρωνε, χρησιμοποιώντας και τη γλώσσα του. Δοκίμαζε κάθε τι που ανέλυε, ακόμη κι εκείνα που ήσαν ή φαίνονταν αηδή και αποκρουστικά. Απαράδεκτο αυτό για τον πολύ κόσμο, υπήρξε αφορμή να τον χαρακτηρίζουν μερικοί ως «ρυπαρό».

Ο Ξ. Λάνδερερ, που έφθασε στον τόπο μας μόλις 24 χρονών, που πολύ εργάσθηκε γι’ αυτόν κι πέρασε ολόκληρη τη ζωή του στην αγαπημένη του Αθήνα και που τόσο αγαπήθηκε και θαυμάστηκε από όλους τους Έλληνες, πέθανε* στις 7 Ιουλίου του 1885.

 

Υποσημείωση


* Εφημερίς, αρ. φύλ. 189, 08.07.1885

Υπό κεραυνοβόλου αποπληξίας βληθείς εξέπνευσε χθες ο ΞΑΒΕΡΙΟΣ ΛΑΝΔΕΡΕΡ. Γεννηθείς εν Βαυαρία κατά το 1809 επεράτωσεν εκεί τα γυμνασιακά αυτού μαθήματα και ενεγράφη φοιτητής εις την φιλοσοφικήν σχολήν του Πανεπιστημίου του Μονάχου, ίνα τραπή κατόπιν εις την σπουδήν της ιατρικής. Περατώσας τας εις την ιατρικήν σπουδάς του, ηκολούθησε προσκληθείς τον μακαρίτην Όθωνα εις Ελλάδα, όπου ανέλαβε την διδασκαλίαν της φαρμακευτικής, αναδείξας τότε πλείστους φαρμακοποιούς διασπαρέντας ανά πάσαν την Ελλάδα. Κατά το 1834 εκλήθη ως μέλος της συστάσης επιτροπής προς έκδοσιν ελληνικής φαρμακολογίας, ήτις εξεδόθη κατά το 1837 και ης δευτέρα έκδοσις εγένετο κατά το 1868. Κατά το 1837 ιδρυθέντος του Εθνικού Πανεπιστημίου, διωρίσθη τακτικός καθηγητής της φυσικής χημείας και φαρμακευτικής μετά ζήλου εργασθείς.

Ευθύς μετά τον διορισμόν του εξερράγη εν Πόρω η πανώλης, ένθα μετέβη και συνέτεινε προς περιορισμόν της εξαπλώσεως της νόσου. Κατά το 1843 μετά των άλλων Βαυαρών ο Λάνδερερ ηναγκάσθη να αποσυρθή του Πανεπιστημίου, αλλά επειδή ουδείς υπήρχεν ο αντικαταστήσων αυτόν, εξεδόθη μετά δύο έτη Β. Διάταγμα, δια ου επανήλθε πάλιν εις την προτέραν εν τω Πανεπιστημείω έδραν του. Ο Λάνδερερ ειργάσθη και επί 25 έτη αμισθώς ως καθηγητής της χημικής τεχνολογίας εν τη πολυτεχνική σχολή. Την εν τω Πανεπιστημίω θέσιν του ετήρησε και μετά την έξωσιν του Όθωνος, μετ΄ ολίγον ηναγκάσθη να παραιτηθή, αλλά και μετά τούτο παρέμεινεν εν τω ανωτάτω τούτω εκπαιδευτηρίω διδάσκων επί τίνα χρόνον αμισθί την Βοτανικήν. Κατά το 1847 το εν Ερλάγγη πανεπιστήμιον ανηγόρευσε τον Λάνδερερ διδάκτορα της φιλοσοφίας. Και μετά την εκ του πανεπιστημίου απομάκρυνσιν του ο Λάνδερερ ουκ επαύσατο εργαζόμενος υπέρ κοινοφελών σκοπών άλλοτε μεν συγγράφων άλλοτε δε εις εφημερίδας καταχωρίζων κοινωφελείς γνώσεις.

Ο μακαρίτης ετιμήθη διά παρασήμων διαφόρων κρατών, έφερε δε και τον χρυσούν σταυρόν του Σωτήρος. Διετέλει μέλος πεντήκοντα επιστημονικών συλλόγων και εταιριών, συνέγραψε δε γερμανιστί και ελληνιστί περί τα είκοσι συγγράμματα. Άμα τη γνώσει του θανάτου του συνήλθεν εις συνεδρίασιν η του πανεπιστημίου σύγκλητος, ήτις διά δημοψηφίσματός της απεφάσισεν, ίνα εκφρασθώσι διά του πρυτάνεως τα συλλυπητήρια τη οικογενεία του θανόντος, καθηγηταί του Πανεπιστημίου να κρατώσι κατά την κηδείαν τας ταινίας του φερέτρου του και εξελέγη ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ. Χρηστομάνος να εκφωνήση από μέρους του Πανεπιστημίου τον επικήδειον.

Δρ. Ιωάννης Δ. Κανδήλης

 

Πηγή


  • Βιομηχανική Επιθεώρησις 49, 565-569 (Αύγουστος 1981).

 

Read Full Post »

Λινδερμάιερ  Αντώνιος


  

Βαυαρός  Στρατιωτικός Ιατρός, που συνόδευσε τον Όθωνα στην Ελλάδα. Υπήρξε ο ιδρυτής του πρώτου στρατιωτικού νοσοκομείου στο Ναύπλιο και κατόπιν ο διοργανωτής και διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου στην Αθήνα και της στρατιωτικής φαρμακαποθήκης.

Έφερε δε και τον τίτλο του αρχιάτρου  της Βασιλικής  Αυλής. Κατά την έξωση του Όθωνα τον ακολούθησε στη Βαυαρία. Όταν επανήλθε εκεί το 1864, ανέλαβε και πάλι στρατιωτικός  Αρχίατρος, από εκτίμηση στην επιστημονική του υπεροχή.

Έγινε συγγραφέας ικανών επιστημονικών μονογραφιών και ιστορικών σημειωμάτων στο γερμανικό τύπο, αναφερόμενος φιλικότατα  στην παλαιά και νέα Ελλάδα. Πέθανε στην Αθήνα το 1868.

 

Πηγή

  •  Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 4ος, Αθήνα, 1929. 

 

Read Full Post »

Ιώ (μυθολογία)


 

Κόρη του Ινάχου βασιλέα του Άργους – γιου του Ωκεανού και της Τηθύος – ήρωα τραγωδίας του Σοφοκλή. Μητέρα της ήταν η Ωκεανίδα Μελία. Έγινε διάσημη, επειδή δέχτηκε την οργή της Ήρας όταν η θεά ανακάλυψε τις σχέσεις με τον Δία, (ήταν ιέρεια της Ήρας) που τον είχε σκλαβώσει με τα παρθενικά της θέλγητρα. Τότε ο Ζευς, για να την προστατεύσει από το μένος της συζύγου του, την μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Η Ήρα όμως υποχρέωσε τον Δία να αρνηθεί, με όρκο (αφροδίσιος όρκος), την παράνομη σχέση του και να της παραδώσει το ζώο. Ο Ζευς αναγκάστηκε να υποχωρήσει και η Ήρα έθεσε την αγελάδα υπό την επιτήρηση του Άργου, ενός γίγαντα συγγενούς της που είχε εκατό οφθαλμούς, διεσπαρμένους σε όλο του το σώμα.

 

Ο Δίας και η Ιώ, 1550. Έργο του Ιταλού ζωγράφου, Paris Bordone, Gothenburg Museum of Art (Μουσείο Τέχνης Γκέτεμποργκ), Σουηδία.

 

Εκτελώντας την εντολή της Ήρας, ο Άργος οδήγησε την Ιώ – αγελάδα σ’ ένα άλσος ιερό κοντά στις Μυκήνες και την έδεσε σ’ ένα δέντρο (μια ελιά, κατά τον Απολλόδωρο). Το δέντρο αυτό υπήρχε και το δείχνανε στους επισκέπτες και κατά την ιστορική εποχή. Εκεί  δεμένη τη φύλαγε ο Άργος, χωρίς να παραμελεί το καθήκον του μήτε στιγμή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »