Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιουνίου 2009

Μπούα Θεόδωρος


 

Θεόδωρος Μπούα ήταν γιος του Πέτρου Μπούα, αξιωματούχου στην αυλή των Δεσποτών της Άρτας του Αγγελοκάστρου και του Μυστρά. Καταγόταν από μεγάλη στρατιωτική οικογένεια τον Οίκο Μπούα του Βυζαντίου και συγκεκριμένα από το Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας. Το έτος γεννήσεως του δεν είναι γνωστό. Για πρώτη φορά γίνεται μνεία στο όνομα του το 1480 όταν προσέτρεξε σε ενίσχυση του Κροκόδειλου Κλαδά επικεφαλής 60 στρατιωτών που ήταν αποκλεισμένος στην Μάνη.

Κατά την κάθοδό του, αφού συγκρούστηκε στο Άργος με τους Τούρκους* αιχμαλώτισε 33 από αυτούς. Οι Τούρκοι με δύναμη συνολικά 2.500 ανδρών και έχοντας επικεφαλή τον διοικητή της Πελοποννήσου Σουλεϊμάν Πασά προσέγγισαν το Οίτυλο, από όπου θα επιχειρούσαν προώθηση στο εσωτερικό της Μάνης. Στην αρχή σημείωσαν κάποιες επιτυχίες όπως την εκπόρθηση του πύργου του Τριγοφύλου όπου συνέλαβαν 19 Έλληνες, κυρίευσαν το Οίτυλο, το Μεγαλοχώρι και τον Παπαφίγγο.

Η μάχη έλαβε χώρα κοντά στο Οίτυλο στις 19 Ιανουαρίου του 1481 στην οποία νικήθηκαν οι Τούρκοι και αποσύρθηκαν προσωρινά από την Σπάρτη, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 700 νεκρούς. Η οργή του Οθωμανού Σουλτάνου υπήρξε μεγάλη και διέταξε να εκτελεστούν και οι 19 συλληφθέντες Έλληνες από το πύργο του Τριγγοφύλου. Οι παραπάνω πολεμικές επιχειρήσεις προσέλαβαν διάρκεια και ο έμπειρος πολέμαρχος Θεόδωρος Μπούας έχοντας μαζί του τον επίσης εμπειρότατο Κροκόδειλο Κλαδά αμύνθηκαν με επιτυχία στην Τουρκική εισβολή επί μήνες, την στιγμή που οι περισσότεροι των Ελλήνων είχαν παραδώσει τα όπλα και δεν πρόβαλαν αξιοσημείωτη αντίσταση.

Κατόπιν νέων τουρκικών ενισχύσεων οι εισβολείς υπερέβαιναν τους 8.000 άνδρες. Έτσι στις 4 Απριλίου του 1481 οι Τούρκοι κατέλαβαν την δίοδο του Μαυροβουνίου ο Θεόδωρος Μπούας και ο Κροκόδειλος Κλαδάς αντιστάθηκαν στα ενδότερα επιλέγοντας ως τοποθεσία την οχυρή θέση της Καστανιάς. Σε μια περίπτωση από το Τουρκικό ένοπλο εκστρατευτικό σώμα περισσότεροι από 1.000 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν όταν οι Μπούας και Κλαδάς επιτέθηκαν μετωπικά και τους εγκλώβισαν εντός στενωπού. Η Μάνη είχε κατακλυστεί από τους Τούρκους και ο Θεόδωρος Μπούας με τον γιό του Μερκούριο Μπούα και τον συμπολεμιστή του Κλαδά και τους λοιπούς συστρατιώτες του μεταφέρθηκαν με 3 (τρείς) γαλέρες του Βασιλέα της Νεαπόλεως Φερδινάνδου στην Ιταλική Χερσόνησο. Από αυτό το σημείο αρχίζει η δράση του γιου του Μερκούριου Μπούα. Ο Θεόδωρος Μπούας πέθανε στην Βόρειο Ήπειρο το 1492 κατά την εισβολή του Σουλτάνου Βαγιαζήτ όταν στάλθηκε εκεί από τον Βασιλέα Φερδινάνδο της Νεαπόλεως να οργανώσει την αντίσταση κατά των Τούρκων με το Κροκόδειλο Κλαδά

 

Υποσημείωση


* Μετά την κατάληψη του ελληνικού χώρου από τους Οθωμανούς δημιουργήθηκαν  ένοπλα μισθοφορικά σώματα, τα οποία παρείχαν σχετικές υπηρεσίες στα Φεουδαρχικά Βασίλεια της Ευρώπης. Αναφέρονται σχετικά τα ένοπλα σώματα των: Κροκόδειλου Κλαδά, Θεόδωρου Μπούα, Δημήτριου Παλαιολόγου, Πέτρου Ράλλη στην Πελοπόννησο και του Πέτρου Μπούα στην Αργολίδα. Όταν κάθε έννοια αγώνα αποδεικνυόταν μάταιη, τότε έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς και τίθονταν υπό τις εντολές και διαταγές κάποιου κράτους, το οποίο ουσιαστικά ήταν και ο προστάτης του σώματος καθόλη την παρουσία του στην Ελληνική χερσόνησο.

 

Βιβλιογραφία

  • Παντελής Καρύκας «Ελληνικές Επαναστάσεις» και «Ελληνες Μισθοφόροι».
  • Μουσείο Ελληνικής παροικίας Βενετίας-Ιταλία (Αρχείο Ελληνικής Αδελφότητας Βενετίας).

 

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Βικιπαίδειας.

Read Full Post »

Επίσκοποι Άργους & Ναυπλίας


 

 Από το Αργολικό Ημερολόγιο του 1910, αναδημοσιεύουμε το παρακάτω άρθρο που αφορά τους Επισκόπους του Άργους και του Ναυπλίου.

 

Η επαρχεία  Άργους υπήγετο εκκλησιαστικώς υπό τον Μητροπολίτην Κορίνθου. Λήγοντος του Θ΄. αιώνος υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου Κων/πόλεως Νικολάου του Μυστικού Μητροπολίτης Κορίνθου Παύλος Σίκυλος ο Βυζάντιος, όστις έσχεν αδελφόν μοναχόν Πέτρον ονόματι. Του Πέτρου τούτου εκτιμήσαντες οι Αργείοι τάς αρετάς εζήτησαν παρά του Πατριάρχου όπως προχειρισθή Επίσκοπος Άργους. Ο Πέτρος εν οσιότητι και ευλαβία βιώσας εποίμανε πατρικώς το ποίμνιον αυτού συμπάσχων και παραμυθούμενος αυτό εν ταις δυστυχίαις και θλίψεσιν. Ο Πέτρος μετέσχε της εν έτει 921-922 επί της Β΄ Πατριαρχίας του Νικολάου συγκροτηθείσης εν Κωνσταντινουπόλει επί Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου συνόδου, ήτις τον περίφημον τόμον της Ενώσεως εκδούσα απεκήρυξε συν άλλοις και τον τέταρτον γάμον, ον είχε τολμήσει ο Λέων ο σοφός. Επανελθών δ’ εκείθεν ανεπαύθη εν Κυρίω το 70ον έτος της ηλικίας εις τάς αγκάλας του ποιμνίου του, όπερ μετ’ ευλαβείας έθαψε το λείψανον εν περιβλέπτω της πόλεως μέρει, ένθα και επώνυμον ναόν ήγειρε.

Ο Πέτρος υπό της Εκκλησίας κατετάχθη εις την χορείαν των Αγείων τελούσης την μνήμην αυτού την 3ην Μαΐου, τιμάται δ’ εξόχως ως πολιούχος εν Άργει. Την ακολουθίαν αυτού έγραψε το πρώτον εν Ενετία Γεώργιος Μάρκου* ο Ζωγράφος, ταύτην δε συμπληρώσας εξέδωκεν αύθις τω 1870 ο πρώην αρχιεπίσκοπος Αργολίδος Δανιήλ Πετρούλιας.

Αρχείον ανωνύμου χειρογράφου δημοσιευθέν εν Δελτίω Ιστορ. Εθνολ. Εταιρίας Τ.Β΄ σελ. 32 υπό του μακαρίτου Ιω. Σακκελίωνος αναγράφει 23 Επισκόπους Άργους και Ναυπλίας.

 

Τα ονόματα είνε τα εξής:

Πέτρος, Κωνσταντίνος, Χριστόφορος, Πέτρος, Ιωάννης, Νικόλαος, Σισίνιος, Ανδρέας, Θεόδωρος, Σισίνιος, Πέτρος, Βασίλειος, Θεοφύλακτος, Σισίνιος, Γρηγόριος, Νικόλαος ο και κτήτωρ του Αγίου Ανδρέου, Ιωάννης ο και κτήτωρ της Νέας, Γρηγόριος, Κωνσταντίνος, Θεόδωρος Λέων, Νικήτας Ιωάννης ο αναβιβασθείς μητροπολίτης ημων Ναυπλίου και Άργους.

Ο Λέων έκτισε το μοναστήριον της Νέας μονής, Ζωοδόχον Πηγήν, βασιλεύοντος Μανουήλ του Κομνηνού τω 1149 μ.Χ. ως εξάγεται εκ της υπ’ αυτού διατηρουμένης έτι επιγραφής. Φαίνεται ότι η Μητρόπολις Άργους διετηρήθη μέχρι του 1935 ότε η πόλις εκυριεύθη υπό του Βωγιαζήτ, οπότε και η έδρα της Μητροπόλεως Άργους μετετέθη εις Ναύπλιον.

 Ο Laguien εν τω συγγράμματι αυτού Orien Christianus (Β΄ 183-186) αναγράφει επισκόπους τους εξής:

Περιγρένης (160-180) επί Αυτοκράτορος Μάρκου Αυριλίου ούτος ηγωνίσθη κατά της αιρέσεως των Σκηθιανών.  

Γενέθλιος επί Αυτοκράτορος Θεοδώρου του Β΄ (381) μετασχών της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου κατά του Ευτυχίου.

Ο Νίσιμος (451) επί Μαρκισίου και Πατριάρχου Ανατολίου μετασχών εις την εν Χαλκιδόνι Α΄ Οικουμεν. Σύνοδον.

Θαλής επί Λέοντος του Θρακός, μετασχών της εν Κορίνθω τοπικής Συνόδου.

Ιωάννης επί Κωνσταντίνου του Πογωνάτου.

Θεότιμος επί Αυτοκράτορος Βασιλείου του Μακεδόνος.

Λέων λαβών μέρος εις την εν έτει 869 σύνοδον επι Ιγνατίου.

Διονύσιος Α΄. (1575).

Διονύσιος Β΄. φερόμενος εν τη Εκκλησιαστική ιστορία ο εικοστός τρίτος Διονύσιος μητροπολίτης Ναυπλίου φιλόσοφος άριστος και μαθητής του Κορυδαλέως. (1661).

Ανδρέας επί Βασιλείου του Μακεδόνος.

Μελέτιος επί πατριαρχίας Γαβριήλ.

Γαβριήλ επί Πατριαρχίας Ιερεμίου του από Καστορίας.

Βασίλειος. Παρέστη επί τη δ΄. οικουμενική συνόδω.

Θεοφάνης (1624) επι Πατριαρχίας Κυρίλλου.

Μακάριος (1662) πρώην Ναυπλίας εγένετο είτα Μητροπολίτης Μυτιλήνης επί Πατριαρχίας Διονυσίου.

Βενέδικτος (1767). Επί πατριαρχίας Σαμουήλ.

Νεόφυτος.

Δωρόθεος επί Πατρχ. Διονυσίου εν έτει γζνδ΄.

Ιάκωβος Αρμόγκαβλης εκ Καλαμάτας ορμώμενος επί Ιερεμίου Α΄. (1769) εξ επιφανούς οικογενείας εκπαιδευθείς εις την περιένυμον Σχολήν της Δημητσάνας.

Γρηγόριος εκ Σιτσόβης της επαρχίας Καλαμών ορμώμενος, τουπίκλην Καλαμαράς, τρόφιμος και ούτος της εν Δημητσάνη περιωνύμου Σχολής κληθείς μετά των άλλων αρχιερέων της Πελοποννήσου υπό της Τουρκικής κυβερνήσεως μετέβη ως όμηρος εις την  Τροπολιτσάν ολίγας ημέρας πρό της κηρύξεως της Επαναστάσεως. Ενταύθα δε μετά των άλλων, κηρυχθείσης της Επαναστάσεως εφυλακίσθη και απέθανεν εν ειρκτή εκ των ταλαιπωριών και των στερήσεων ολίγας ημέρας πρό της υπο των Ελλήνων αλώσεως της Τριπολιτσάς. (1821). Αναχωρών ο Γρηγόριος εις Τριπολιτσάν αφήκε τοποτηρητήν αυτού και Επισκοπικόν επίτροπον της Μητροπόλεως Άργους και Ναυπλίου τον Πρωτοσύγγελον Αθανάσιον Σοφιώτην.

Επί της εποχής του Κυβερνήτου διεχωρίσθη η επισκοπή ως ήτο παλαιόθεν εις δύο, εις Άργους και εις Ναυπλίου. Κατά την εν Ναυπλίω συνεδρίασιν των αρχιερέων της 15 Ιουλίου 1833 φέρονται υπογεγραμμένοι ο Μετρών Μελέτιος εκκλησιαστικός τοπορητής Άργους, και ο Δαμελών Ιωανάς τοποτηρητής Ναυπλίας.

Το 1833 συνεχωνεύθησαν πάλιν αι επισκοπαί Ναυπλίας και Άργους και διωρίσθη αρχιεπίσκοπος ο πρώην μητροπολίτης Λαρίσης Κύριλλος, όστις απέθανε τω 1843. Μετά τον θάνατον του Κυρίλλου η επισκοπή Αργολίδος έμεινε χηρεύουσα, και διωρίσθη τοπορητής ο πρωτοσύγγελος Ευγένιος Διογενίδης.

Μετά την αναγνώρισιν ως αυτοκεφάλου της Ελληνικής εκκλησίας υπό του οικουμενικού Πατριάρχου εξελέγη κατά το 1852 αρχιεπίσκοπος Αργολίδος ο Γεράσιμος Παγώνης εκ Μαντινείας του Δήμου Αβίας καταγόμενος ανεψιός του μητροπολίτου Μονεμβάσιας Χρυσάνθου. Ο Γεράσιμος διέπρεψε κατά τον ιερόν ημών αγώνα, εχρημάτισεν πληρεξούσιος της Καλαμάτας κατά την πρώτην Εθνικήν συνέλευσιν, και πολύ συντέλεσε εις το να καταπραύνη το μένος των Μανιατών και ως εκ τούτου εμεσολάβει εις τα μαλώματα των Μανιατών και τους καθησύχαζεν, ετύγχανε δε και συγγενής του Πετρόμπεη.

Ο Γεράσιμος συνέγραψε πραγματείαν περί των κωλυμάτων του γάμου, ως και ακολουθίαν εις την αγίαν εικόνα των Καλαμών Υπαπαντήν ψαλλομέννην την παραμονήν της Αναλήψεως˙ ο Γεράσιμος Α΄. απέθανεν εν Αθήναις κατά το 1866 άγων το 75 έτος της ηλικίας του. Μετά δε τον θάνατον του Γεράσιμου προεχειρίσθη Αργολίδος ο Δανιήλ Πετρούλιας (1870) εκ Κορίνθου καταγόμενος, λόγιος και αγγλομαθής κληρικός ούτος απέθανε 1873.

Διάδοχος δε τούτου εγένετο ο Καλίνοκος Τερζόπουλος (1874) όστις επαύθη ως Σημονιακός μετά τεσσάρων άλλων αρχιερέων. Και τούτον διεδέξατο ο Νίκανδρος Δελούκας εξ Ακράτας ορμώμενος, όστις τανύν ευκλεώς αρχιερατεύει.

 

  Δ ΧΡ. ΔΟΥΚΑΚΗΣ

 Καθηγητής.

  

Σημείωση Επιμελητή


 

* Την πρώτη ακολουθία που είναι πολύ παλαιά και ο θεόπνευστος συνθέτης της παραμένει άγνωστος. Αυτή την ακολουθία βρήκε χειρόγραφη σκισμένη και τριμμένη ο αγιογράφος Γεώργιος Μάρκος ο επονομαζόμενος Ζωγράφος. Αφού την επιδιόρθωσε, την τύπωσε στη Βενετία το 1729 και την αφιέρωσε στην πατρίδα του, το Άργος « την του Πελοποννησιακού σκήπτρου Βασιλίδα» όπως γράφει.

 Η αφιέρωση αυτολεξεί:               

 

Περίβλεπτε και Εκλαμπροτάτη μοι Πατρίς,

τον οφειλόμενον ασπασμόν προσκομίζω.

 

 Ύστερον αφ΄ ού οι ποταμοί εντρυφήσωσιν εις τους κάμπους, και λειμώνας, Θαλάσσας περιπολεύοντες, περικυκλούντες Πόλεις, τέλος αναπαύονται εις τον Ωκεανόν, εξ΄ού και εξέβησαν, προς σε τοίνυν ως προς όρμον τινά επανακάμπτει η παρούσα βίβλος, περιέχουσα την ακολουθίαν του εν Αγίοις Πατρός Πέτρου, του Θαυματουργού, και ημετέρου Ιεράρχου, την οποίαν ούσαν πρότερον χειρόγραφον, και άχρι του νύν σεσαθρωμένην τυγχάνουσαν, δι΄οικείων αναλωμάτων ταύτην τύποις εξέδωκα, εις δόξαν Θεού, και εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών, και Ιεράρχου, ωσάν όμως οπού αρχαίον έθος νενόμισται, ότι αι νεωστί τυπούμεναι βίβλοι να αφιερώνωνται εις κάποια υπέροχα, και αξιωματικά πρόσωπα, ως δώρον ηθέλησα και εγώ να προσφωνήσω εις τι εξαίρετον υποκείμενον την παρούσαν, ποίος δε άλλος αξιώτερος, και εξαιρετώτερος εν εμοί, παρά σε την ημετέραν Πατρίδα, την του Πελοποννησιακού σκήπτρου Βασιλίδα, τούτο μεν αποδιδούς τα οικεία, προς τους οικείους, ως τέκνον σόν, αφιερώνω εις αίδιον μνήμην την του Πατρός ημών ακολουθίαν, αύθις προς τα οικεία, προς σε την ημετέραν Πατρίδα, μη έχωντας αξιώτερον δώρον, προσφωνώ την παρούσαν, δείχνωντας με τούτο, πόση είναι η αγάπη οπού προς σε προσφέρνω, φιλοφρόνως και ευλαβώς, την οποίαν και δέομαι να δεχτθήτε ασπασίως, εορτάζοντες ετησίως την του Πατρός ημών μνήμην, δια να είναι επισκεπτής, και ελευθερωτής σού της ποίμνης αυτού. Κύριος ο Θεός δια πρεσβειών του Αγίου ενδόξου Πατρός ημών Πέτρου ρύσαιτό σε της δεινής δουλείας, διατηρών σε ανεπηρέαστον εις έτη πολλά.

 

Της σής περιβλέπτου Εκλαμπρότητος προσφιλές τέκνον

Γεώργιος Μάρκος ο Ζωγράφος.

«Ακολουθία του εν Αγίοις πατρός ημών Πέτρου Αρχιεπισκόπου Άργους και Ναυπλίου του Θαυματουργού. Ετυπώθη αναλλώμασι μεν του χρησιμωτάτου κυρίου κυρίου Γεωργίου Μάρκου του Ζωγράφου, συνδρομή δε του χρησιμωτάτου και εκλαμπροτάτου κόμητος κυρίου κυρίου Νικολάου Ταρωνίτη του εξ Αθηνών. Ενετίησιν αψκθ΄. Παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων». Κωνστ. Κυριακόπουλος. Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους. Βίος και Λόγοι.

Η ακολουθία αυτή ανατυπώθηκε στο Ναύπλιο το 1836  και στην Αθήνα το 1861.

Την  δεύτερη ακολουθία ( Νέα) συνέθεσε  ο Αρχιεπίσκοπος Αργολίδας Δανιήλ ο οποίος την διαρρύθμισε και συμπλήρωσε μικρό Εσπερινό. Πολυγραφημένη δε, εξέδωσε μελοποιημένη ο Άρχων Λαμπαδάριος του Ιερού ναού της Μητροπόλεως Αθηνών Ευάγγελος Τζελάς. Αυτή χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα και έχει εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδας. (31 Μαρτίου 1870).

    

Πηγή


  •  Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.

 

Read Full Post »

Το χρονικό του καπνού  –  Απαγόρευση του 1856

 

 Πολλοί πιστεύουν ότι η επίδραση του καπνίσματος στην υγεία των καπνιστών οδήγησε στη διατύπωση μιας αντικαπνιστικής νομοθεσίας. Οι λόγοι όμως είναι διάφοροι. Στην Ελλάδα, παραδείγματος χάριν, ήδη το 1856, πολύ πριν, αρχίσουν να κυκλοφορούν τα πρώτα βιομηχανοποιημένα τσιγάρα το 1881, η Βασίλισσα Αμαλία, ενεργώντας εξ ονόματος του Βασιλέα Όθωνα, υπέγραψε Βασιλικό Διάταγμα που απαγόρευε το κάπνισμα σε όλα τα δημόσια γραφεία και καταστήματα της χώρας. Ο λόγος ήταν ο κίνδυνος πυρκαγιάς, που ακόμα και σήμερα παραμένει η συχνότερη αιτία πυρκαγιάς στον τόπο μας (το 20% των πυρκαγιών οφείλονται σε αναμμένο τσιγάρο). Νόμοι σχετικοί με την απαγόρευση του καπνίσματος στην Ελλάδα, υπάρχουν εδώ και 150 χρόνια.

  

«Θέλοντες να προλάβωμεν όσον ένεστι τα εξ ενδεχομένων πυρκαϊών δυστυχήματα, επί τη προτάσει του Ημετέρου επί των Εσωτερικών Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάττομεν.

Α. Απαγορεύεται η χρήσις του καπνίζειν είτε διά καπνοσυρρίγγων (τσιμπουκίων), είτε διά σιγάρων, εις πάντας εν γένει τους υπαλλήλους και υπηρέτας του Κράτους εντός των δημοσίων γραφείων και καταστημάτων.

Β. Η απαγόρευσις αύτη επεκτείνεται και εις πάντα άλλον προσερχόμενον εις τα ειρημένα καταστήματα και γραφεία χάριν υποθέσεως ή άλλης τινος αιτίας.

Γ. Ο Ημέτερος επί των Εσωτερικών Υπουργός θέλει δημοσιεύσει και εκτελέσει το παρόν Διάταγμα.

 Εν Αθήναις, την 31 Ιουλίου 1856».

 Το διάταγμα υπέγραψε, «εν ονόματι του βασιλέως», η βασίλισσα Αμαλία…

 

Διαφήμιση της καπνοβιομηχανίας ΚΑΡΕΛΙΑ. Φωτογραφία: National Geographic.

Διαφήμιση της καπνοβιομηχανίας ΚΑΡΕΛΙΑ. Φωτογραφία: National Geographic.

 

 

Το χρονικό του καπνού

 

Το μαγικό φυτό των Ινδιάνων που έφερε ο Κολόμβος στην Ισπανία από τον Nέο Kόσμο, κατέκτησε γρήγορα την αυτοκρατορία του Καρόλου Ε΄, συνεπήρε, χάρη στην Αικατερίνη των Μεδίκων, τη Γαλλία ως «φυτό της βασιλίσσης» ή «νικοτιανή», κυριάρχησε στην Αγγλία ως «tobacco» και απλώθηκε, με εκπληκτική για την εποχή ταχύτητα, στο Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Γερμανία και τη Ρωσία, για να φτάσει, στα τέλη του 16ου αιώνα, στη Θεσσαλονίκη, «εις τα περίχωρα της οποίας», γράφει ο Πουκεβίλ, «εκαλλιέργησαν το πρώτον φυτά δύο Γάλλοι έμποροι».

 

Ήταν  12 Οκτωβρίου 1492, απόγευμα, όταν ο Κολόμβος και οι σύντροφοί του ανακάλυψαν τον καπνό. «Μου προσφέρθηκαν», σημείωσε στο ημερολόγιό του ο Γενουάτης θαλασσοπόρος, «μερικά αποξηραμένα φύλλα» που ανέδιδαν «ένα χαρακτηριστικό ιδιάζον άρωμα». Ο Rodrigo de Jerez, που ταξίδευε μαζί του, θα παρατηρήσει λίγο αργότερα τη διαδικασία του καπνίσματος και θα τη μεταφέρει στην Ισπανία. Η εντύπωση που προκάλεσε εκπνέοντας καπνό από το στόμα ήταν τέτοια, που τον φυλάκισαν ως δαιμονισμένο. Όταν, κάμποσα χρόνια μετά, αποφυλακίστηκε, το κάπνισμα ήταν μια δημοφιλής συνήθεια σε όλη την Ευρώπη.

Στη Γηραιά Hπειρο ο καπνός πρωτοκαλλιεργήθηκε στην Πορτογαλία γύρω στα 1512. Στα 1531 οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να καλλιεργούν στον Άγιο Δομήνικο και στη Βραζιλία καπνό για εμπορική εκμετάλλευση, ενώ το 1560 ο Γάλλος πρέσβης στην Πορτογαλία Jean Nicot de Villemain θα γράψει για τις ιαματικές ιδιότητες του καπνού, θα προπαγανδίσει τη χρήση της «νικοτίνης» στη γαλλική Αυλή και θα απαλλάξει την Αικατερίνη των Μεδίκων από τις βασανιστικές ημικρανίες της.

Στην Ιταλία ο καπνός εισήχθη πιθανώς πρώτα στο Βατικανό, από τον παπικό Nούντσιο της Λισσαβόνας, και εν συνεχεία θα ταξιδέψει σε όλη την Kεντρική Ευρώπη, υποβοηθούμενος από τις κινήσεις των στρατευμάτων κατά τη διάρκεια του Tριακονταετούς Πολέμου (1618-1648). Το σύγγραμμα του Μοnardes, που εκδόθηκε στη Σεβίλλη το 1571 και μεταφράστηκε στα αγγλικά έξι χρόνια αργότερα, προτείνει τη θεραπευτική χρήση του καπνού για 36 νοσήματα, μεταξύ των οποίων οι κεφαλαλγίες, οι αμοιβαδώσεις, οι αιμορραγίες, η λύσσα, οι αρθρίτιδες και ο καρκίνος.

Ο Sir Francis Drake και οι νέοι άποικοι της Αμερικής θα εισάγουν στη Βρετανία τη χρήση της πίπας, ενώ ο Sir Walter Raleigh θα πείσει ακόμα και τη βασίλισσα Ελισάβετ να δοκιμάσει.

Μέχρι τα πρώτα χρόνια του 17ου αιώνα το κάπνισμα της πίπας γίνεται μια εξαιρετικά διαδεδομένη συνήθεια, τόσο που οι Βρετανοί ιατροί θορυβούνται και με επιστολή τους το 1603 ζητούν από τον Ιάκωβο Α΄ να απαγορεύσει τη χρήση του καπνού χωρίς ιατρική συνταγή. Εκείνος, φανατικός αντικαπνιστής, θα γίνει ο πρώτος μονάρχης που θα επιβάλει υψηλή φορολογία στα προϊόντα καπνού, που καταφθάνουν σε ολοένα αυξανόμενες ποσότητες από την αποικία της Βασιλίσσης Παρθένου, τη θρυλική Βιρτζίνια. Το παράδειγμα του Iακώβου θα μιμηθούν σύντομα όλοι οι μεγάλοι Ευρωπαίοι μονάρχες, μεταξύ των οποίων ο Λουδοβίκος 14ος με τον καρδινάλιο Ρισελιέ.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία ο καπνός πιθανόν εισήχθη μέσω των Πορτογάλων εμπόρων και βρήκε τέτοια γρήγορη απήχηση, τόσο στην κατανάλωση όσο και στην καλλιέργειά του, ώστε μεταγενέστεροι συγγραφείς να θεωρούν ως χώρα προέλευσης της νικοτίνης όχι την Αμερική αλλά την Ανατολή.

 

Ρακοσυλλέκτες και αριστοκρατία

 

Ήδη από το 1614 η Σεβίλλη θα γίνει παγκόσμιο κέντρο επεξεργασίας και εμπορίας καπνού, αναπτύσσοντας τη βιομηχανία παρασκευής πούρων. Τα τσιγάρα θα εφεύρουν λίγο αργότερα οι ρακοσυλλέκτες, που, αναμιγνύοντας υπολείμματα καπνού πούρων και τυλίγοντάς τα σε λεπτό χαρτί, είχαν ένα φτηνό υποκατάστατο. Όταν ο Ισπανός μονάρχης Φίλιππος B΄ επιστρέφει από την εξορία του στη Γαλλία το 1660, φέρνει μαζί του και τη γαλλική συνήθεια της εισπνοής ψιλοκομμένου ταμπάκου από τη μύτη, καθιστώντας την εξεζητημένη συνήθεια της ισπανικής αριστοκρατίας. Θα περάσουν περίπου 100 χρόνια πριν γίνει η πρώτη ιατρική παρατήρηση για τη σχέση της συνήθειας αυτής με τη δημιουργία καρκίνου του ρινοφάρυγγα.

Στην Αγγλία η επιρροή των αποίκων της Βιρτζίνια, και ιδιαίτερα του John Rolfe και της γυναίκας του, της περίφημης Ινδιάνας «πριγκίπισσας» Ποκαχόντας, είναι τεράστια. Το ζεύγος επισκέπτεται τη βρετανική Aυλή στα 1616 και εξασφαλίζει σημαντικές επενδύσεις για τις υπεράκτιες φυτείες καπνού της Βιρτζίνια. Ο γάμος αυτός προστάτευε, άλλωστε, τις φυτείες από πιθανές επιθέσεις των ιθαγενών. Το πρόσωπο της Ποκαχόντας θα διαφημίσει τα πρώτα χαρμάνια καπνού της Βιρτζίνια, και το κάπνισμα πούρων ή πίπας, καθώς και η ρινική εισπνοή ταμπάκου, θα γενικευθούν. Η αυξανόμενη δημοτικότητα του καπνού και η ραγδαία επέκταση των καλλιεργειών θα οδηγήσουν σε δραματική αύξηση της εισροής μαύρων σκλάβων της Δυτικής Αφρικής και σε εκτόπιση των ιθαγενών Ινδιάνων.

Η Γλασκόβη γίνεται στα μέσα του 18ου αιώνα το μεγαλύτερο κέντρο διακομιστικού εμπορίου του καπνού και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια απ’ όπου περνά (και φορολογείται) όλη ανεξαιρέτως η παραγωγή καπνού της Αμερικής, κάτι που απετέλεσε μια από τις αφορμές του πολέμου της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας. Άλλωστε το πρώτο δάνειο προς τους επαναστατημένους αποίκους συνήφθη με τη Γαλλία και πληρώθηκε σε καπνό.

 

«Tι άλλο μπορεί να επιθυμήσει κανείς;»

 

Στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-1856), η χρήση του «σιγαρέτου», υποβοηθούμενη και από την εφεύρεση των σπίρτων, θα γενικευθεί και γρήγορα θα διαδοθεί σε όλη την Ευρώπη, από την Τουρκία ως τη Βρετανία. Την ίδια εποχή τα πούρα γίνονται μόδα και η Κούβα γίνεται ο προνομιακός τόπος παρασκευής τους.

Τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τα τρένα αποκτούν πολυτελείς χώρους ειδικά διαμορφωμένους για τους καπνιστές, ενώ οι γυναίκες για πρώτη φορά αρχίζουν δειλά να φλερτάρουν με αυτήν την «ανδρική» συνήθεια. Η Γεωργία Σάνδη, την εποχή της συμβίωσής της με τον Σοπέν, γύρω στα 1850, διασκέδαζε να σοκάρει τους καλεσμένους της απολαμβάνοντας ένα πούρο μετά το πρόγευμά της – προάγγελος της εποχής που η γυναικεία χειραφέτηση, ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους, θα περάσει μέσα και από την υιοθέτηση του τσιγάρου.

Αμέσως μετά τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα δωρεάν τσιγάρα στους στρατιώτες και η συνακόλουθη αυξημένη ζήτηση καπνού, μαζί με τις αυξήσεις στους καπνικούς φόρους, οδήγησαν στα ύψη τις τιμές των προϊόντων καπνού. Όταν ξέσπασε ο B΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι καπνοβιομηχανίες ακολούθησαν την ίδια τακτική, διαφημίζοντας και μοιράζοντας δωρεάν τσιγάρα στους στρατευμένους σε ακόμα μεγαλύτερες ποσότητες. Το τσιγάρο είχε πια κατοχυρωθεί σαν αυτονόητη και αναγκαία συνθήκη του στρατιώτη.

Η ανθρωπολογία της επιθυμίας ίσως κάποτε μελετήσει το πόσο εύκολα και με πόση ταχύτητα η χρήση του καπνού γενικεύθηκε, χωρίς εξαίρεση, σε όλη την υφήλιο. Η επίγνωση των καταστροφικών συνεπειών του στην υγεία και η άμεση συσχέτισή του με την καρκινογένεση, την ανεπάρκεια των στεφανιαίων και τις αγγειακές παθήσεις δεν μπόρεσαν να ανακόψουν τη χρήση του. Οι απαγορεύσεις, η διαπόμπευση, οι τιμωρίες, ακόμα και τα βασανιστήρια, αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά.

Φαίνεται πως η επίδραση του καπνίσματος, που περιγράφεται άλλοτε διεγερτική και άλλοτε ηρεμιστική, παραδόξως εξαρτάται από ό,τι ο καθένας προσδοκά από αυτό – ή, όπως θα έλεγε ο Oσκαρ Ουάιλντ: «Το τσιγάρο είναι ο τέλειος τύπος της τέλειας απόλαυσης. Είναι εξαίσιο και σε αφήνει ανικανοποίητο. Τι άλλο μπορεί να επιθυμήσει κανείς;».

 

ΓPHΓOPHΣ ΣTPATAKOΣ
Πνευμονολόγος, δρ του Πανεπιστημίου Αθηνών
Επιμελητής της Κλινικής Εντατικής Θεραπείας
του Παν/μίου Αθηνών στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός».

Πηγές

  • Καθημερινή, «Επτά Ήμερες», 10-07-05.    
  • Κορδιολής Ν., « Αντικαπνιστική Νομοθεσία, η Ελληνική πραγματικότητα», Εκδόσεις Ζήτα, Αθήνα,2004.
  • Εφημερίδα «Καθημερινή», Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009.

Read Full Post »

Φαρμακοποιία – Ναύπλιο 1828-1832


 Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

Φαρμακοποιία

Γενικά

Κατά την περίοδο της Επανάστασης δεν υπήρχε οργανωμένη επιμελητεία για την περίθαλψη των πληγωμένων αγωνιστών. Ήταν φρικτά τα «μαρτύρια» τους στα πεδία των μαχών. Η επιβίωση τους τις περισσότερες φορές ήταν θέμα τύχης. Μεγάλες ήταν οι ελλείψεις ιατρικού προσωπικού, εργαλείων και του αναγκαίου ιατροφαρμακευτικού υλικού. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Ιωάννη Φιλήμονα στο θέμα αυτό:

«Ελλείποντος οίουδήτινος νοσοκομείου στρατιωτικού, οι τραυματίαι και ασθενείς παρεπέμποντο εις τας οικίας αυτών, ή εις την πλησιεστέραν πόλιν, ή μονήν ή χωρίον. Άλλως, οι στρατιώται ενοσοκόμουν τούτους, τυγχάνοντας αλλοδαπούς μάλιστα, όπου και όπως ήδύναντο. Γραία δε τις, ή κουρεύς, ή μοναχός, ή εμπειρικός επεσκέπτοντο αυτούς, πολλάκις στερούμενοι και αυτών των προχειρότερων οργάνων και μέσων οίον μήλης ή φλεβοτόμου, αλοιφής ή κηρωτής, τιλτού και των τοιούτων […] Σπανιώτατοι ήσαν, και περιοδικοί ανεφαίνοντο, επιστήμονες ιατροί, άνθ’ ών οφείλομεν ειπείν, εμπειρικοί τινές χειρούργοι […], παρά τούτους δε και τινές μυστηριώδη τινά κατά παράδοσιν γνωρίζοντες φάρμακα εκ χόρτων και άλλων συνθέσεων, κατά πολύ ωφέλιμοι εγίνοντο».

φαρμακοποιιαΚατά την καποδιστριακή περίοδο καταβάλλονται προσπάθειες και για τη βελτίωση της φαρμακοποιίας. Αν και το ιατρικό επάγγελμα επηρεάστηκε από τις επιστημονικές επιτεύξεις και ο εμπειρικός βοτανιστής αρχίζει να γίνεται φαρμακοποιός, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη βρίσκεται σε νηπιακή κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι επαφίεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία όχι μόνο η παρασκευή φαρμακευτικών σκευασμάτων για την προάσπιση της δημόσιας υγείας αλλά και η εκπαίδευση όσων ενδιαφέρονται να ασκήσουν «την φαρμακευτικήν τέχνην». Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ως Κυβερνήτης και ιατρός, αποβλέποντας στην πρόληψη των ασθενειών που μάστιζαν τους κατοίκους της χώρας και γενικότερα στη βελτίωση της δημόσιας υγείας, φρόντισε για την εκπαίδευση τροφίμων του Ορφανοτροφείου της Αίγινας σε σχετικά επαγγέλματα.

Ήδη το 1830 ένας υπότροφος εκπαιδεύεται στη φαρμακευτική τέχνη « εις το φαρμακοπωλείον εν ‘Ύδρα». Το Μάρτιο του 1831 παρα­χωρήθηκαν επίσης στον Ιταλό γιατρό Γεώργιο Αλμπέρτη, «έμπειρον περί την εμβολίασιν της δαμαλίτιδος», δύο υπότροφοι, για να τους εκπαιδεύσει «εις τήν τέχνην τον κεντρώματος». Καθορίστηκε μάλιστα να δίδονται στον καθένα 60 γρόσια το μήνα για τα έξοδα της τροφής και του ταξιδιού τους. Ο Ανδρέας Μουστοξύδης εξέφρασε την ευχή «οι νέοι ούτοι, αποσπώμενοι τού εκπαιδευτικού των καταστήματος και επιτιθέ­μενοι νέα βάρη εις τήν Κυβέρνησιν, να κατασταθώσι πότε και προς εαυτούς ιδίως και προς το κοινόν ωφέλιμοι».

 

Σύσταση «καταστήματος φαρμακοποιίας Ναυπλίου  

Η λειτουργία φαρμακείων είναι γνωστή και κατά την περίοδο του Αγώνα. Ήδη από το 1825 «ηνοίχθησαν και ανοίγονται πολλά φαρμακοπωλεία, των οποίων τα ιατρικά και εις βαρύτατην πωλούνται τιμήν και κακής ποιότητος είναι…».

Για τη σύσταση εργαστηρίων φαρμακοποιίας κατά την καποδιστριακή περίοδο κινήθηκαν Έλληνες και ξένοι επιστήμονες. Έντονο επίσης ενδιαφέρον εκδηλώθηκε από την κυβέρνηση και από ιδιώτες για την εκπαίδευση νέων στη φαρμακευτική επιστήμη.

Πρώτος που ζήτησε άδεια από τον Κυβερνήτη για την ίδρυση εργαστηρίου φαρμακοποιίας και κηροποιΐας στην Ελλάδα ήταν ο Κερκυραίος Νικόλαος Βρακλιώτης, ο οποίος ήταν «ένας από τούς αρχαιότερους φαρμακοποιούς» στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Για την έγκαιρη πραγματοποίηση του στόχου του υπέβαλε σχέδιο του καταστήματος με τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη λειτουργία του. Αγνοούμε την έκβαση που είχε η πρόταση του.

Οκτώ μήνες αργότερα, στις 18 Μαΐου 1830, ο επιχειρηματίας Adolphe Mahn, ευρισκόμενος στο Ναύπλιο, υπέβαλε στον Κυβερνήτη ανάλογη αίτηση. Οι προτάσεις του ήταν αξιοπρόσεκτες. Ανελάμβανε τη διεύθυνση των φαρμακείων των δημόσιων νοσοκομείων της πόλης, την παρασκευή των αναγκαίων φαρμάκων σ’ αυτά, την εκτέλεση συνταγών σε ιδιώτες με λογικές τιμές και την παραχώρηση όλων των εργαλείων του εργαστηρίου σε τιμή κόστους. Οι μισθολογικές του απαιτήσεις συμβάδιζαν με τις οικονομικές δυνατότητες της κυβέρνησης. Ιδιαίτερα ελκυστική ήταν η πρόταση του για την εκπαίδευση νέων στη φαρμακοποιία.

Σημειώνουμε ότι τη δημιουργία «εργαστηρίου φαρμακοποιίας» στο Ναύπλιο επεδίωξε και ο Γερμανός χημικός και φαρμακοποιός Σλαάβ κατά την παραμονή του στην πόλη. Ο Κυβερνήτης μάλιστα ενέκρινε την αίτηση του και εξουσιοδότησε το Διοικητή Ναυπλίας να του ενοικιάσει ένα κατάστημα παρά την Πύλη της Ξηράς. Αγνοούμε όμως την εξέλιξη και αυτής της περίπτωσης.

Η μοναδική πρόταση για σύσταση φαρμακείου στο Ναύπλιο που ευοδώθηκε με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της πόλης και την εκπαίδευση νέων στη φαρμακευτική τέχνη είναι του Νικόλαου Ζαβιτσιάνου. Με αίτηση που υπέβαλε στην κυβέρνηση στις 13 Σεπτεμβρίου 1830 έκανε τις ακόλουθες προτάσεις:

Ζητούσε να διοριστεί φαρμακοποιός στο Κεντρικό Φαρμακείο και παράλληλα να διδάξει στους ενδιαφερόμενους τη χημεία, με αντιμισθία ανάλογη των υπηρεσιών του. Ως εναλλακτική λύση πρότεινε να οργανώσει στο Ναύπλιο με έξοδα του φαρμακείο σε οίκημα που θα του χορηγούσε η κυβέρνηση, στο οποίο θα παρασκεύαζε όλα τα φάρμακα για λογαριασμό του. Αντί ενοικίου αναλάμβανε την εκπαίδευση δύο νέων από το Ορφανοτροφείο της Αίγινας στην «φαρμακευτικήν τέχνην» και τη διατροφή τους.

Η κυβέρνηση θεώρησε δελεαστικές τις προτάσεις του Νικόλαου Ζαβιτσιάνου. Για το λόγο αυτό μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, στις 29 Σεπτεμβρίου 1830, έθεσε τους παρακάτω όρους «διά να βάλη» σε πράξη τη σύσταση του φαρμακείου και την εκπαίδευση των υποψηφίων φαρμακοτεχνιτών στο Ναύπλιο:

 

«Α. Η κυβέρνησις θέλει σάς δώση τον άναγκαίον τόπον εις οικοδομήν Καταστή­ματος και τα έξοδα της οικοδομής αυτού.

Β. Θέλεια αγοράζη τα αναγκαία ιατρικά διά το ορφανοτροφείων, και τα νοσοκομεία τής Κυβερνήσεως από το φαρμοκοποιεΐον.

Γ. Θέλει δώση εις υπηρεσίαν σου εκ των παίδων του Ορφανοτροφείου διά να διδαχθώσι το πρακτικόν της Φαρμακοποιίας.

Δ. Όταν δώσητε απόδειξιν τής περί την τέχνην ικανότητος σας ημπορείτε νά διδάξητε επί μισθώ και το θεωρητικόν μέρος αυτής εις τους προηγμένους μαθητάς του κεντρικού σχολείου, όσοι έχουσιν έφεσιν να διδαχθώσιν την επιστήμην ταύτην.

Ε. Όταν η Κυβέρνησης κρίνη αναγκαίον να συστήση φαρμακοποιεϊον, θέλει αγοράση παρά σου εις την αξίαν τιμήν όλα τα εργαλεία της τέχνης τα οποία θέλετε πρόβλεψη εξ ιδίων σας διά την σύστασιν του εργαστηρίου της χημείας».

 

Η κυβέρνηση επομένως έκανε δεκτό το αίτημα του Ζαβιτσάνου για τη χορήγηση οικήματος και την αγορά «ιατρικών» από το φαρμακείο του, με απώτερο στόχο την εκπαίδευση υποτρόφων ορφανών στην πρακτική της φαρμακευτικής τέχνης. Σημειώνουμε ότι με τον Δ’ και τον Ε’ όρο του συμφωνητικού δηλώνεται με σαφήνεια το ενδιαφέρον της για την εισαγωγή της φαρμακευτικής επιστήμης στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας, όπου οι μαθητευόμενοι θα αποκτούσαν θεωρητική και πρακτική κατάρτιση. Διαπιστώνουμε παράλληλα την πρόθεση της να προχωρήσει στη σύσταση δημόσιου φαρμακείου· ανέβαλε όμως την υλοποίηση του ελπίζοντας να εξασφαλισθούν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις στο μέλλον, προφανώς οικονομικές.

Μετά την υπογραφή του συμφωνητικού ο Νικόλαος Ζαβιτσάνος αναχώρησε για την Ευρώπη, όπου παρέμεινε μέχρι το Μάρτιο του 1831. Εκεί προμηθεύτηκε «όλα τα ιατρικά και εργαλεία» για τη σύσταση του φαρμακείου του. Δε διαθέτουμε στοιχεία για τις γνώσεις ή τις σπουδές του. Η μετάβαση του στο εξωτερικό και η πρόταση για διδασκαλία του μαθήματος της χημείας στο Κεντρικό Σχολείο αποκλείουν την εμπειρική γνώση της φαρμακευτικής και συνηγορούν για την υπόθεση προηγούμενων σπουδών του στην Ευρώπη.

Για τη στέγαση του φαρμακείου διατέθηκε με εντολή του Γραμματέα Δημόσιας Παιδείας «εν από τα εθνικά εργαστήρια, κείμενα εις την πόρταν της ξηράς», σε επίκαιρο μέρος του Ναυπλίου. Ο Ζαβιτσάνος διέθεσε για την επισκευή και τον ευπρεπισμό του τρεις χιλιάδες περίπου γρόσια.

Ο Ζαβιτσάνος αμέσως μετά την επιστροφή του από την Ευρώπη (Μάρτιος 1831) ασχολήθηκε με την οργάνωση του φαρμακείου του, το οποίο λειτούργησε μάλλον στις αρχές Μαΐου 1831. 

Ταυτόχρονα με την έναρξη λειτουργίας του φαρμακοπωλείου Ναυπλίου, άρχισαν να παρακολουθούν την φαρμακευτική τέχνη δύο τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου της Αίγινας.  Ο Ζαβιτσάνος συνέχισε να εκπαιδεύει και άλλους τροφίμους και απεδείχτη απόλυτα συνεπής στα όσα είχε συμφωνήσει με την Κυβέρνηση. Κατά αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε  η «φαρμακευτική τέχνη» στο Ναύπλιο στα πλαίσια μιας γενικότερης πολιτικής του Καποδίστρια, που είχε ως μακροπρόθεσμο στόχο τη βελτίωση της κοινωνίας.     

 

Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

Read Full Post »

Γεωγραφία Μεθοδική – Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος 1834


  « Διατρίβων δια τρεις χρόνους σχεδόν εις τας Αθήνας ερανίσθην και έκαμα την μεθοδικήν μου Γεωγραφίαν, την οποίαν εξηγήσας εις τους μαθητάς μου έπεμψα και ετυπώθη εις Βενετίαν…».

 

Αυτά γράφει ο ίδιος ο Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος στην βιογραφία του, σχετικά με την συγγραφή και έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου του. Αναφέρεται βέβαια στην πρώτη έκδοση η οποία πραγματοποιήθηκε το 1818 στην Βενετία.

Υπάρχει και η δεύτερη έκδοση ( την οποία παραθέτουμε), διορθωμένη και βελτιωμένη του 1834, η οποία τυπώθηκε στο Ναύπλιο.

 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΜΕΘΟΔΙΚΗ

ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ

ΑΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ

 

ΕΚ ΠΑΛΑΙΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΣΟΦΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΣΥΝΕΡΑΝΙΣΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΕΘΕΙΣΑ

 

Παρά του

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΙΑΤΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΥΡΡΟΥ

ΤΟΥ ΘΕΤΤΑΛΟΥ.

 

ΝΕΩΣΤΙ ΔΕ

ΔΙΟΡΘΩΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΕΠΑΥΞΗΘΕΙΣΑ ΜΕ ΤΑ ΔΙΑΤΡΕΞΑΝΤΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ.

 

Εκδίδεται το δεύτερον

 

Προς όφελος των αυτού φίλων Μαθητών και του

Ελληνικού Γένους.

 

ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ.

 

ΕΚ ΤΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ

Α. ΚΑΙ Ν. ΑΓΓΕΛΙΔΩΝ.

1834.

 

 

Σε αυτή την έκδοση, διαβάζουμε σχετικά με τον Νομό Αργολίδας και τις Επαρχίες της:

 

Ν ο μ α ρ χ ί α  η  Α ρ γ ο λ ί ς


 

Πύρρος,-Διονύσιος,-αρχιμανδρίτης,-Γεωγραφία-μεθοδική-και-καταγραφή-απάσης-της-οικουμένης--1834-5Η Αργολίς είναι μία Νομαρχία εκτεταμένη εις πλάτος και μήκος. πρωτεύουσα πόλις της Νομαρχίας ταύτης είναι η αρχαία Ναυπλία, όπου κατά το παρόν είναι ο Βασιλικός θρόνος του Βασιλέως της Ελλάδος, και η διανομή του επάρχου. η Ναυπλία εκτίσθη υπό Ναυπλίου του υιού του Ποσειδώνος καί της Αμυμώνης νύμφης, τά θεμέλια της αρχαίας Ναυπλίας σώζονται εδώ και εκεί, εις την αρχαίαν Ναυπλίαν, η αρχαία Ναυπλία κείται εις θέσιν καλήν και ωραίαν, είς τι ακτρωτήριον πετρώδες, τό κάτωθεν Ναύπλιον είναι κτίσμα των Βενετών πρό τεσσάρων αιώνων, οι Βενετοί γεμίσαντες τήν θάλασσαν έκτισαν την πόλιν ταύτην καθόν καιρόν εκυρίευον την Πελοπόννησον οι τούρκοι. άνωθεν της Ναυπλίας κείται το περίφημον Παλαμίδι συγκείμενον από επτά δυνατώτατα οχυρώματα, τό εν μέ το άλλον διαφεντεύεται. Επήραν οι Έλληνες το Παλαμίδιον με προδοσίαν μάλλον, παρά μέ έφοδον εν έτει 1822 τη 30 του Νοεμβρίου μηνός. Η πόλις Ναυπλία είναι καλώς κατοικημένη με οικοδομάς μεγάλας και ωραίας, πλήν τα ενοίκια των οικιών της Ναυπλίας διά την πλεονεξίαν υπερβαίνουσι τά των Παρισίων και Λόνδρας, ή Ναυπλία έχει κατοίκους κατά τό παρόν έως έγγιστα 25,000, μήκος γεωγραφικόν 40˚, 57’, καί πλάτος 37˚,32’.

Δευτέρα επαρχία είναι ή κυρίως Αργολίς, πρωτεύουσα της οποίας είναι το Άργος, κτίσμα του Ινάχου του Βασιλέως, πρό Χριστού έτη 1783, όπου διατρίβει ο κατά καιρόν έπαρχος. την Ακρόπολιν ταύτην έκτισεν ο Δαναός ο υιός του Βόλου του Βασιλέως της Αιγύπτου, κατά το 1572 έτος. Η Αργολίς εγέννησε τους μεγαλητέρους και ανδρειοτέρους άνδρας του κόσμου, Περσέα, Ηρακλέα, Διομήδην, Αγαμέμνονα καί τους λοιπούς, πλήν αθλίους κατά την τύχην τους. τόσον τό Άργος, όσον και η λοιπή Αργολίς κατοικείται από περισσοτέρους αλβανούς. Όλοι οι κάτοικοι της Αργολίδας και Ναυπλίας είναι έως 34810. εκτός των της Ναυπλίας. Παράγει προϊόντα επέκεινα των 1’,000,000 δραχμών. Απέχει το Άργος από την Ναυπλίαν μίλια 4. από Τρίπολιν 22 και από Κόρινθον 18 από το μεσημβρινόν 40˚, 18’ και Ισημερινόν 37˚ 32’. πρός άρκτον του Άργους 4 μίλια είναι τα ερείπια των Μυκηνών πόλεως, και ο τάφος του Αγαμέμνονος Βασιλέως αυτών. προς ανατολάς ταύτης 4 μίλια είναι τα ερείπια του ναού της Αργείας λεγομένης Ήρας Ηραίον καλούμενον.

Τρίτη επαρχία είναι η Κορινθία, την κλήσιν λαβούσα από του Κορίνθου του υιού του Μαραθώνος αυτή πρότερον ελέγετο καί Εφύρα, και πόλις Ηλίου κτλ’. Αύτη συνορεύει προς άρκτον με το Κρισαίον κόλπον, πρός  νότον με την Αργολίδα καί πρός δυσμάς με την Αρκαδίαν. πρωτεύουσα πόλις της επαρχίας ταύτης είναι η ομώνυμος Κόρινθος, η ακρόπολις της οποίας κείται εις υψηλοτάτην τινά πέτραν, όλη περιτειχισμένη καλώς και οπλισμένη με πολλότατα κανόνια, επήραν την ακρόπολιν ταύτην οι Έλληνες με πολιορκίαν εν έτει 1822. η πόλις αύτη το πάλαι ήτον ευδαίμων και πλουσία εξ αιτίας, ότι τα εμπορικά πλοία εξεφόρτωναν ενταύθα καί πάλιν εφόρτωναν εις τον άλλον λιμένα. προς ανατολάς της πόλεως ήτον ο ναός της ωραίας Αφροδίτης, της οποίας Ιέρεσσαι και εταίραι ήσαν έως χίλιαι. εις αυτό το Κράνειον μέρος διέτριβεν ενίοτε και Διογένης ο Κυνηκός φιλόσοφος. η Κορινθία έχει κατοίκους 23,760 και προϊόντα 1’,000,000 δραχμάς, μήκος 40˚,50’ και πλάτος 37˚,38΄.

Τετάρτη επαρχία είναι η Τροιζηνία, πρωτεύουσα της οποίας είναι η Καλαυρία νήσος των παλαιών, ήτις τά νυν Πόρος καλείται. Τροιζηνία ωνομάσθη από την Τροιζήνην ποτέ πόλιν την νυν Δαμαλάν, η πόλις Τροιζήν είναι αρχαιοτάτη, κειμένη άνωθεν του Σαρωνικού κόλπου 2 μίλια. ο τόπος αυτός είναι καρποφόρος και ωραίος, πλήν νοσώδης. εις την Τροιζηνίαν εγενήθη ο Θησεύς ο Βασιλεύς των Αθηνών, εις την Τροιζήνα εις έτι ευρίσκονται πολλοί Ελληνικοί ναοί, και μάρμαρα διάφορα με γράμματα και επιγραφάς. αυτού προλαβόντως έγινε και εθνική Συνέλευσις των Ελλήνων.

Η Πόρος νήσος γυρίζει 18 μίλια γεωγραφικά εις την μέσην αυτής ήτον το πάλαι ο ναός του Ποσειδώνος, όπου ο Δημοσθένης πιών το κώνιον απέθανε. κάτωθεν εις την σφαιρίαν νήσον είναι η πόλις Πόρος, όπου είναι ο Ναύσταθμος ο Βασιλικός. η Καλαυρία νήσος,  έχει κατοίκους έως 6000 και πλοία της δευτέρας κλάσεως 165. παράγει δε και λεμόνια εις πλήθος. όλοι οι Ποριώται είναι ναύται έμπειροι, τίμιοι και καλοί, επί Καποδίστρια και αυτοί εδοκίμασαν τα κακά της τύχης των. εις τον Λιμένα του Πόρου έκαυσαν το μεγαλήτερον πλοίον των Ελλήνων Ελλάς καλούμενον.

Πέμπτη επαρχία είναι η Ερμιονίς, η οποία πρότερον ελέγετο Κάτω Ναχαές. αύτη κείται προς μεσημβρίαν της Ναυπλίας, την κλήσιν λαβούσα από την Ερμιόνην ποτέ πόλιν, την νυν Καστρί καλουμένην, εις την οποίαν σώζονται εις έτι μερικοί αρχαίοι ναοί και το Ολυμπιακόν Θέατρον χαλασμένον, η επαρχία αύτη σύγγειται από το Κρανίδι και Πέτσαν, απέχει το Κρανίδι προς δυσμάς μίλια 7 και από την θάλασσαν μίλια 2. οι αρχαίοι κάτοικοι της παραλίας ταύτης αλιείς ελέγοντο˙ δηλ. ψαράδες, οίτινες και μέχρι την σήμερον ψαρεύουσιν οψάρια και σπόγγους θαλασσίνους. οι Κρανιδιώται είναι ναύται κάλλιστοι, μάλιστα εις τα μικρά πλοιάριά των.

Η Πέτσα νήσος το πάλαι Τιπάρινος ελέγετο. αύτη γυρίζει μίλια 1.3. είναι καλώς κατοικημένη με 7000 κατοίκους. Έχει πλοία της πρώτης κλάσεως 79˙ και της δευτέρας 120. όλοι οι Πετσιώται είναι ναύτοι εμπειρότατοι, οι οποίοι εις τον Ελληνικόν αγώνα επολέμησαν γενναίως με τα πλοία των εναντίον των εχθρών της Ελλάδος, ηνδραγάθησαν και εις διαφόρους μάχας. εις την νήσον ταύτην διατρίβει και ο κατά καιρόν έπαρχος αυτής.

Έκτη επαρχία της Αργολίδος είναι η Ύδρα, ήτις  και Υδραία το πάλαι ελέγετο, ίσως την κλήσιν λαβούσα εκ της Ύδρας αρχαίας πόλις, τα ερείπια της οποίας φαίνονται εις την μέσην της νήσου, Επισκοπήν τα νυν λεγομένην. διότι μόνον αυτού φαίνεται ότι ήτον νερόν πηγαίον, και πότιμον ως μέχρι την σήμερον εκεί σώζεται. η νήσος αύτη είναι επί μήκη και στενή, γυρίζει μίλια γεωγραφικά 20. Η πόλις Ύδρα είναι καλώς κατοικημένη με καλάς και ωραίας οικοδομάς. είς άναντες τόπον κτισμένε. αύτη πρότερον είχε 30,000 κατοίκους και πλοία  μεγάλα 120. και την σήμερον μόλις έχει 15,000. και πλοία της πρώτης κλάσεως 95, και της Β᾿. 301. οι Υδριώται είναι ναύται εμπειρότατοι, αξιώτατοι, ως και οι Πετσιώται. Αυτοί διαπλέουσιν όλα σχεδόν τα μέρη του Κόσμου, ώστε εμπορούν να φιλονεικήσωσιν με όλα σχεδόν τα έθνη του Κόσμου διά την θαλασσοπορίαν. η φύσις ως φαίνεται, εσυνερίσθη να τους πλάτη ευκινήτους, μεγαθύμους και επιτηδείους εις την Ναυτικήν και πολεμικήν.

Όλοι οι γενναίοι Υδριώται εις την επανάστασιν των Ελλήνων έχοντες αρχιναύαρχον της Ελλάδος τον αγαθόν πατριώτην  τους Ανδρέα Μιαούλην, άνω κάτω έφερον  την θάλασσαν, πολεμώντες γενναίως με τους Τούρκους των τριών δυνάμεων της Τουρκίας και καίοντες τα πλοία και τους αρχιγούς αυτών. Κατά τούτον τον αιώνα οι Υδριώται εφάνησαν οι πλέον άξιοι πολεμιστάί ναύται της Ελλάδος και οι τιμιώτεροι, ούτοι ενίκησαν μέν τους εχθρούς των εις διαφόρους μάχας πλην εχάθησαν οι περισσότεροι από τον πόλεμον, εδυστύχησην και επτώχηναν εις άκρον από τάς αδράς δαπάνας των τοσούτων χρόνων της επαναστάσεως και παράβλεψιν των κατά καιρών Διοικήσεων.

Ο άξιος και ενάρετος Λάζαρος Κουντουριώτης ως ένας εύσπλαχνος και αγαθός πατήρ των τέκνων εβοήθησε τα μέγιστα την πατρίδα του, πολλούς πτωχούς Υδριώτας έθρεψε και πολλάς χήρας και ορφανά των φονευθέντων ηλέησεν και εβοήθησε με τα ελέη του, το όνομα του εναρέτου τούτου ανδρός θέλει μείνειν αθάνατον εις τας επερχομένας γεννεάς, ως του Δικαίου Αριστίδου του Αθηναίου. Η περίμετρος της Ύδρας είναι μίλια 20. 

  

Πηγές

  •  Γεωγραφία μεθοδική και καταγραφή απάσης της οικουμένης / Εκ παλαιών τε και νεωτέρων σοφών συγγραφέων Συνερανισθείσα και συντεθείσα παρά του Αρχιμανδρίτου και Ιατροδιδασκάλου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού. Νεωστί δε διορθωθείσα και επαυξηθείσα με τα διατρέξαντα του νέου Βασιλείου της Ελλάδος και λοιπών Βασιλείων. Εκδίδεται το δεύτερον προς όφελος των αυτού φίλων Μαθητών και του Ελληνικού Γένους. 1834
  •  Επιστολή του Αρχιμανδρίτου και Ιατροδιδασκάλου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού προς τον Ευγενέστατον άρχοντα των Θεσσαλων κύριον Αθανάσιον Παπα Πολυμέρου του Θετταλού. Αθήνηθεν :Εκ της Τυπογραφίας Αγγέλου Αγγελίδου,1837.

 

 

   

Read Full Post »

Ιατρική στην Αργολίδα 1800-1820 


 Πληροφορίες περί ιατρικής από το Αρχείο Περούκα  

για την περίοδο 1800-1820. 

Όλγα Καραγεώργου-Κουρτζή, 

Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Σχολική Σύμβουλος. 

  

Σύντομος ερμηνεία περί της ενεργείας και ωφελείας μερικών εκλεκτών και δοκιμασμένων Ιατρικών, 1772.

Σύντομος ερμηνεία περί της ενεργείας και ωφελείας μερικών εκλεκτών και δοκιμασμένων Ιατρικών, 1772.

Η προστασία και η αποκατάσταση της υγείας των κατοίκων μιας περιοχής λαμβάνει την ιδιαίτερη χροιά που η κάθε χρονική περίοδος, το επίπεδο ανάπτυξης (ατομικό-συλλογικό) και οι γενικότερες πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες ευνοούν. Είναι αυτονόητο ότι και κατά την υπό Οθωμανική κυριαρχία διαβίωση των Ελλήνων η αντιμετώπιση μιας επιδημίας ή μιας συνήθους αρρώστιας, η απαλλαγή από έντονους σωματικούς πόνους ή από απλές οργανικές διαταραχές κλπ. καθορίζονταν από τις προθέσεις και δυνατότητες του ασθενούς σε σχέση με τις υπάρχουσες επιστημονικές και κοινωνικές συνθήκες προστασίας της υγείας και ήταν στο επίκεντρο των καθημερινών ενδιαφερόντων, ιδίως για τις προνομιούχες οικογένειες με υψηλή οικονομική και κοινωνική θέση. Στην τελευταία εικοσαετία πριν την Επανάσταση, εστιάζεται το ενδιαφέρον μας, για να ανιχνεύσουμε πώς αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι τα θέματα υγείας (από ποιες αρρώστιες υπέφεραν, ποια η σχέση τους με τους γιατρούς, ποιες θεραπευτικές μέθοδοι υπήρχαν και ποιες επέλεγαν κλπ.) και να φωτίσουμε πλευρές του ιστορικού παρελθόντος που συνάπτονται με τον τομέα της υγείας. 

Ως πηγή χρησιμοποιήθηκε το Αρχείο της οικογένειας Περούκα του Άργους, οικογένειας προεστών, γαιοκτημόνων, εμπόρων και χρηματιστών [1] που κατά την περίοδο αυτή τα μέλη της, με τις οικονομικές τους δραστηριότητες και τους γάμους τους, έχοντας ως αφετηρία το Άργος, είχαν εξακτινωθεί σε όλη τη βόρεια Πελοπόννησο, με μόνιμες ή παροδικές εγκαταστάσεις. Μεταξύ των πολλών και αξιολογότατων πληροφοριών, που παρέχουν τα έγγραφα της συλλογής αυτής, είναι και όσες αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται και οι σχετικές με τις ασθένειες και την ιατρική γενικότερα, που θα αποτελέσουν και το αντικείμενο της παρούσας εργασίας. 

Το πρώτο με ιατρικές πληροφορίες έγγραφο ανάγεται στο 1802. Προέρχεται από την Όρσα Περούκα– σύζυγο του Αποστόλου Περούκα[2], εγκατεστημένοι στην Πάτρα – και απευθύνεται στον ιατροφιλόσοφο σιορ δοτόρο Χριστόδουλο στο Άργος. Η ανωτέρω – χωρίς να αναφέρει την ασθένεια της – ζητά από το γιατρό να της στείλει ένα επιπλέον «μποτζόνι» με στάλες, επειδή έχει μείνει ικανοποιημένη από τη θεραπευτική αγωγή που της έχει ήδη συστήσει και επιθυμεί να την συνεχίσει. 

Η ιατρική πληροφορία που εντοπίζουμε σχετίζεται αφενός με την επίκληση ιατρού για την αντιμετώπιση της ασθένειας, αφετέρου με τη χρήση σκευάσματος (στάλες) για την αντιμετώπιση του. Να υπογραμμιστεί επίσης ότι η ασθενής, αν και γυναίκα, διεκπεραίωνε αφ’ εαυτής την υπόθεση της αρρώστιας της, επικοινωνώντας απευθείας με το γιατρό, χωρίς την προστατευτική διαμεσολάβηση του ανδρός της, ενώ είναι σημαντική και η ικανότητα αποτίμησης εκ μέρους της: «της έχει κάνει πολύ καλό» τής αποτελεσματικότητας του φάρμακου, ως ένδειξη της επαφής της με τη θεραπευτική αγωγή και της εμπιστοσύνης που έχει η ίδια στην κρίση της. Είναι η γυναίκα που αποπειράται -συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει σημασία- την καταξίωση της προσωπικότητας της έξω από τα συμβατικά πλαίσια που της καθόριζε η κηδεμονία της από το σύζυγο, τον πατέρα ή το γιο. Παρακολουθεί την υγεία της, παίρνει πρωτοβουλίες για τη θεραπεία της, εμπιστεύεται την επιστήμη και καταφεύγει στο γιατρό. 

Αν και σήμερα η προσφυγή στην επιστήμη για τη θεραπεία ή πρόληψη των ασθενειών είναι αυτονόητη, δε συνέβαινε ασφαλώς το ίδιο στα χρόνια που αναφερόμαστε και μάλιστα υπό το οθωμανικό καθεστώς, το οποίο απαξίωνε κάθε νεωτερισμό που προερχόταν από μη μουσουλμανικές χώρες και ως εκ τούτου αδιαφορούσε για τα επιτεύγματα της ιατρικής επιστήμης. Η κατάσταση της ιατρικής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν αξιοθρήνητη, αν και οι πασάδες επεδίωκαν να έχουν πάντα κοντά τους γιατρούς, οι οποίοι ανταποκρίνονταν με προθυμία λόγω των υψηλών αμοιβών[3]. Παρόλα αυτά, η χριστιανική κοινωνία διαφοροποιούμενη από το αντιεπιστημονικό πνεύμα της οθωμανικής διοίκησης, φαίνεται πως όχι μόνο είχε αρχίσει να εκτιμά τη σημασία της ιατρικής για την ανθρώπινη υπόσταση, αλλά είχε προχωρήσει στην καθιέρωση θεσμών ιδιαίτερα επωφελών για το κοινωνικό σύνολο, όπως αυτός του «κοινού ιατρού»

 «Οι άρχοντες της πολιτείας του Άργους Παναγιώτης Ιωαννούσης και Παναγιώτης Πασχαλδής συμφώνησαν με τον δόκτορα Χριστόδουλο Σεβαστό να έχει την επιστασία της πολιτείας αυτής και να κουράρει τους τυχόν ασθενείς που θα τον πληρώνουν από δικά τους έξοδα για φάρμακα. Οι άρχοντες του κόβουν κοντότα [μισθό][4] κατ’ έτος 1000 γρόσια και ένα κονάκι να κάθηται».  

Ο ανωτέρω ιατρός λειτουργούσε σε επίπεδο κοινότητας, παρέχοντας ιατρική κάλυψη σε όλους ανε­ξαιρέτως τους κατοίκους της, μισθοδοτούνταν από τους πόρους της και ήταν μόνιμος κάτοικος της περιοχής[5]. Μαρτυρείται δηλαδή παροχή δημόσιας υγείας με σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που απευθυνόταν σε όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της χριστιανικής κοινότητας, απεικονίζοντας μια άλλη διάσταση στις συνθήκες της καθημερινής ζωής των υποδούλων της περιοχής. Να σημειώσουμε εδώ ότι οι ασθενείς επιβαρύνονταν με τη δαπάνη του φαρμάκου, για το ύψος της οποίας δυστυχώς δεν υπάρχουν στοιχεία. 

Τις ιατρικές υπηρεσίες προσέφεραν παραλλήλως και ιδιώτες γιατροί, που αμείβονταν από τους ασθενείς και μπορούσαν να είναι όχι μόνο Έλληνες αλλά και αλλοεθνείς, όπως προκύπτει από το γράμμα ενός άλλου γιατρού του Ά­ργους, του Αυγουστίνου Λιβαθηνού προς τον άρχοντα της Ζαρούχλας Σωτήρη Χαραλάμπη: «Πείτε τι έπραξε ο νεωστί φερμένος Άγγλος ιατρός περί της κατα­στάσεως ποδός του αφεντός μας». 

Αρχιμανδρίτου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, « Εγκόλπιον των ιατρών», 1831.

Αρχιμανδρίτου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, « Εγκόλπιον των ιατρών», 1831.

Οι γιατροί της εποχής, ανεξάρτητα από τη σχέση με την οποία ασκούσαν το επάγγελμα τους, έφεραν και τον τίτλο του ιατροφιλόσοφου, που δεν προσδιόριζε κάποια ειδικότητα, αλλά διέγραφε σαφέστερα τον τύπο του επιστήμονα γιατρού της εποχής. Ο τίτλος αυτός ήταν ο τυπικός του διπλώματος για όσους απο­φοιτούσαν από τα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, όπου υπήρχαν δύο τομείς: legisti & artisti- στον τελευταίο ανήκαν οι γιατροί, οι φιλόλογοι κλπ. Παράλληλα όμως πιστοποιούσε ότι ήταν ο άνθρωπος των γραμμάτων, μελετητής και φιλόσοφος, είχε αποκτήσει ήδη από την περίοδο των σπουδών του μια ευρύτερη μόρφωση και παιδεία, ικανή – εκτός των άλλων – να του αποδώσει μεγαλύτερη καταξίωση και να εμπνεύσει περισσότερο σεβασμό στον κοινωνικό του περίγυρο. 

«Είχα σκοτούρα της κεφαλής δια την οποία αναμένω τον σινιόρ Αυγουστή[6] δια να με διορίσει τι ν’ ακολουθήσω», γράφει ο Χαράλαμπος Περούκας[7] από το Άργος σε συνεργάτη του στη Βοστίτσα (Αίγιο). Η σκοτούρα είναι λαϊκή έκφραση της λέξης ζάλη, αλλά δεν θα πρέπει να αποκλειστεί ιατρικά και η κεφαλαλ­γία ή η σκοτοδίνη. Προέρχεται ετυμολογικά από τη λέξη σκότος που σύμφωνα με την Ιπποκράτεια ορολογία σημαίνει την παροδική αμαύρωση έως και την τύφλωση, την απώλεια της όρασεις. 

Η «σκοτούρα» στη σύγχρονη ιατρική προσδιορίζεται ως σύμπτωμα πολλών παθήσεων, ανάλογα με το πώς θα ερμηνευθεί (ζάλη, κεφαλαλγία ή σκοτοδίνη;). Αντίθετα, στην παραδοσιακή ιατρική, που εφαρμοζόταν τότε, το εξωτερικό σύμπτωμα (εδώ: η σκοτούρα) θεωρείται ως αυθύπαρκτη νόσος και ως τέτοια αντιμετωπιζόταν. Ποια ήταν η γνωμάτευση του ιατρού στην ανωτέρω περίπτωση δεν γνωρίζουμε και θα ήταν ουτοπικό-περιορίζοντας το πλαίσιο των υποθετικών διαγνώσεων-να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα. 

 «Εγώ ασθενώ από πάθη ονομαζόμενα υπό των ιατρών νευρικά, αναμένω την άνοιξη να εξακολουθήσω τα μπάνια τα οποία θέλουσι θεραπευτικά», γράφει ο Χαράλαμπος στον αδελφό του Δημήτριο Περούκα στην Κωνσταντινούπολη[8]. Σημειώνουμε την ονομασία «νευρικά» ως έκφραση προσδιορισμού της ασθέ­νειας, που δεν μας βοηθά όμως να αντιληφθούμε από τι ακριβώς έπασχε ο άρ­ρωστος, καθώς ο όρος «νευρικά» είναι περιγραφικός και μπορεί-με τα σημερινά δεδομένα- να αφορά πληθώρα ασθενειών. 

Ο Χαράλαμπος πάλι, όταν τον Αύγουστο του 1818 βρίσκεται στη Βοστίτσα, λαμβάνει γράμμα από την Τριπολιτσά και ενημερώνεται για την περίπτωση φίλου του που ασθενούσε από «θέρμες». Η ασθένεια ανακοινώνεται ως ήδη γνωστή και το συγκεκριμένο άτομο φαίνεται πως συχνά κατά το παρελθόν είχε εμφανίσει τα συμπτώματα της νόσου. Αυτό είναι φυσικό, αφού με το λαϊκό όρο «θέρμες» αποδίδεται η ασθένεια της ελονοσίας, που εμφανίζει τις ετήσιες εξάρσεις κατά τους θερινούς μήνες. Από θέρμες έπασχε και ο Χαράλαμπος, όπως προκύπτει από γράμμα του πατέρα του Νικολάου τον Απρίλιο του 1819, όπου με ανακούφιση προσθέτει ότι ο γιος του ήδη ξεπέρασε την κρίση[9]. 

Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η Αργολίδα, στην περίοδο που αναφερόμαστε ήταν γεμάτη από ελώδεις εκτάσεις και ως εκ τούτου η ελονοσία ενδημούσε. Η πληροφορία αυτή έχει καταγραφεί κυρίως από τις περιγραφές των ξένων περιηγητών, οι οποίοι χαρακτήριζαν το κλίμα ως ιδιαίτερα νοσηρό, που ευνοούσε την ανάπτυξη σχετικών επιδημιών. 

 «Πάσχουσα από διάρροιαν και κοψίματα» βρήκε τη σύζυγο του Ευδοκία, όταν επέστρεψε από ταξίδι ο Δημητράκης Ζαΐμης, προεστός των Καλαβρύτων. Η εικόνα της «αδύνατη και αχαμνή» και το γεγονός ότι υπέφερε για αρκετό χρονικό διάστημα, τον ανησύχησαν ιδιαίτερα και απευθύνθηκε σε ειδικό. Η θεραπεία που προτάθηκε είναι «κίνα[10] και δίαιτα». Το μακροχρόνιο της νόσου, οι συνοδοί πόνοι (τα κοψίματα) και η εικόνα της ασθενούς χαρακτηρίζουν κάποιο χρόνιο δι­αρροϊκό σύνδρομο. Η επιλογή της κίνας ως θεραπευτικού μέσου οφείλεται στις εξαιρετικές δυνατότητες του φυτού αυτού, που προφανώς είχαν ήδη εκτιμηθεί[11]. Η δίαιτα εξάλλου αποτελούσε και αποτελεί απαραίτητο θεραπευτικό μέτρο για την αντιμετώπιση της διάρροιας. Παρόλα αυτά, η άρρωστη «ούτε κίνα μεταχει­ρίζεται ούτε δίαιτα κάμνει» ο σύζυγος της, ο οποίος σέβεται τις οδηγίες του ειδι­κού, βρίσκεται σε απόγνωση αλλά αδυνατεί να επιβάλλει το σωστό. 

Η Ευδοκία – αντίθετα με την Όρσα – δεν κατέφυγε στη βοήθεια της επιστήμης, ο σύζυγος της την επέπληξε για την αδιαφορία της, αλλά αυτή παρέμεινε αμετάπειστη. Η Ευδοκία αδυνατεί να συμβαδίσει με τις σύγχρονες περί της θεραπείας της απόψεις και διαφοροποιείται από την εξ αγχιστείας συγγενή της Όρσα Περούκα, όσον αφορά το θέμα της υγείας. Εν τούτοις, η κοινωνική συμπεριφορά και των δύο, αν εξεταστεί από τη θέση του φύλου τους, ταυτίζεται ως προς το γεγονός ότι και οι δύο είχαν την πρωτοβουλία των αποφάσεων. Η Ευδοκία μάλιστα δε δίστασε να έρθει σε φανερή αντίθεση με τον άντρα της και να τον φέρει σε από­γνωση, μη μπορώντας να μεταστρέψει τη γνώμη της. 

Εκδήλωση αιμόπτυσης αναφέρεται σε έγγραφο που έχει συντάξει ο Ιωάννης Περούκας: «Ο Ηλιάδης αιμόπτυσεν και είναι σχεδόν εις βαθμόν μαρασμού». Τα συμπτώματα και η περιγραφή του ασθενούς οδηγούν στην εκτίμηση ότι έπασχε από βαρύ πνευμονικό νόσημα και βρισκόταν σε τελικό στάδιο. 

Το θάνατο από «κόλπο» του Ιμπραήμ Αγά Λάλα ανακοινώνει ο Χαράλαμπος στον αδελφό του Ιωάννη. Πρόκειται για λαϊκή έκφραση του αιφνίδιου θανάτου από ισχαιμία, δηλαδή για εγκεφαλικό επεισόδιο στο οποίο ο πληγείς κατέληξε. «Αρρώστησαν ενδοξομεγαλοπρεπέστατε Μπέη Εφέντη οι πεζαϊδεδαίοι σας [τα παιδιά του] από ευλογιά», ενημερώνει ο προεστός της Ζαρούχλας Σωτήρης Χαραλάμπης τον μπέη, με τον οποίο αλληλογραφεί. Η βαρύτατη και λίαν θανατηφόρος αυτή ασθένεια, μεταδομένη από την Ανατολή έπληξε την Δ. Ευρώπη μετά τον ΣΤ αιώνα αλλά και τον Ελλαδικό χώρο κυρίως μέχρι του τέλους του ΙΖ’ αιώνα[12] (τότε άρχισε η απομόνωση των ασθενών και η απολύμανση με καπνισμούς). Στο ΙΗ’ αιώνα εντοπίζονται μέτρα πρόληψης της επιδημίας με εμπειρικό εμβολιασμό[13] -ευλογιασμό – για προφύλαξη των πληθυσμών. Στο έγγραφο μας δεν προτείνεται καμία θεραπευτική αγωγή, αλλά διατυπώνεται η ευχή «ο Άγιος Θεός ας τους δώσει την υγεία τους». 

Η επίκληση του Θεού για την ίαση της ασθένειας θα πρέπει ν’ αναγνωστεί πολλαπλώς: ως ένδειξη του φόβου των ανθρώπων για τις οδυνηρές επιπτώσεις της, ως έλλειψη εμπιστοσύνης στην ιατρική αλλά κυρίως ως επίγνωση ότι η ασθένεια αυτή δεν επιδέχεται ειδική θεραπευτική αγωγή και η αποθεραπεία του ασθενούς – αν αυτός δεν καταλήξει – ακολουθεί ορισμένη διαδικασία, στην οποία δεν είναι δυνατόν να επέμβει ο ανθρώπινος παράγων παρά μόνο ανακουφιστικά. Η αναζήτηση εξάλλου διεξόδου στη μεταφυσική προσφεύγοντας στα θεία, φαίνεται πως, εκτός από ψυχική ανακούφιση, έχει και ενοποιητική επίδραση. Γι’ αυτό και στην περίπτωση μας, αν και αλληλογραφεί ένας χριστιανός με έναν μουσουλμάνο, αρκεί και μόνο η λέξη «θεός» ως κώδικας επικοινωνίας μεταξύ δύο αλλοθρήσκων για την αντιμετώπιση ενός κοινού προβλήματος, ανεξάρτητα εάν, κάτω από την ίδια λέξη, στεγάζονται ο Τριαδικός Θεός των Χριστιανών και ο Αλλάχ των Μουσουλμάνων. Η καθημερινότητα, οι σχέσεις εξάρτησης, το πολυχρόνιο της συμβίωσης, καθώς και η ανάγκη για συμπαράσταση στις δύσκολες ώρες, φαίνεται πως είχαν δημιουργήσει έναν ιδιόμορφο κώδικα θρησκευτικής επικοινωνίας, κοινά αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. 

Το Δεκέμβριο του 1819 εντοπίζεται στο Άργος επιδημία, η οποία οφειλόταν σε λαιμόπονο και περιγράφεται ως εξής : «η επιδημία τρέχει σ’ όλο το σεμπίτη [έκταση] του κάμπου μας και με θανάτους. Δεν έμεινε σπιτάκι που να μην ασθέ­νησαν και ασθενούν όλοι…». Τα επιδημιολογικά (έντονη μεταδοτικότητα) και κλινικά στοιχεία που περιγράφονται συνηγορούν ότι η νόσος που είχε διαδοθεί θα πρέπει να ήταν η διφθερίτιδα. 

Ασθενής με ορθοπεδικό πρόβλημα παρουσιάστηκε από την Αθήνα, ήταν ο I. Αβραμιώτης, συνεταίρος των Περούκα, ο οποίος παραπονούνταν: «πάσχω πολύ καιρό επικίνδυνα βασανιζόμενος από παλαιούς ρευματισμούς, που με κατήντησαν σε μεγάλη αγωνία». Η αρρώστια εντοπίζεται παράλληλα με τη διευκρίνιση των συμπτωμάτων και τη διαπίστωση του ανίατου της νόσου. Για ορθοπεδικό επίσης πρόβλημα – που αφορά την πεθερά του – κάνει λόγο ο Απόστολος Περούκας σε γράμμα του προς τον Ιωάννη Περούκα, όπου διαβάζουμε πως είχε σπάσει το πόδι της «τέσσερα δάχτυλα πάνω από το στραγάλι». Εκτός όμως από τη διάγνωση και τους αναφερόμενους φοβερούς πόνους της, δεν παρέχονται άλλες πληροφορίες σχετικές με την αντιμετώπιση. Ορθοπεδικής φύσεως ίσως ήταν και η ασθένεια του «αφεντός», που έπασχε από το πόδι του, και κάλεσε προς τούτο τον μόλις αφιχθέντα Άγγλο ιατρό να τον κουράρει. Η οξυμένη κατάσταση των ορθοπεδικών ασθενών, με χρονική διάρκεια και χωρίς τον εντοπισμό κάποιας θεραπείας, μας υποχρεώνει να υποθέσουμε ότι η ιατρική αντιμετώπιση υπολειπόταν σοβαρά στον τομέα αυτό. 

Η πανώλη, η μάστιγα των προηγούμενων αιώνων, είχε προσβάλει επανειλημμένως τους πληθυσμούς της περιοχής μας. Δραματικά στην αφήγηση τους είναι τα έγγραφα που αναφέρονται σ’ αυτήν και προέρχονται από διάφορες περιοχές: από την Αθήνα: «έπεσε αυτή η φοβερή αρρώστια», από την Κόρινθο: «στην Κόρινθο από τα χαρέμια διαδόθηκε ότι υπάρχει μόλεμα. Εντοπίστηκαν ένα-δύο σπίτια και σκόρπισαν μερικά. Το χαρέμι σηκώθηκε να φύγει», από νησιά: «η πανώλη κατακυρίευσε την Ύδρα και τον Πόρο», «στην ‘Υδρα ελαβώθη ένας από θανατικό και έγινε καλά. Στην Τήνο και Μύκονο έχει θανατικό», από την Κωνσταντινούπολη: «πέσαμε εις δριμείαν πανώλη, η οποία ανηλεώς θερίζει τους κατοίκους της πόλεως». 

Οι εκτενέστερες και δραματικότερες αφηγήσεις αφορούν την πανώλη που ενέσκυψε στο Άργος και το Ναύπλιο το χειμώνα του 1819:  

«έχουμε ανέλπι­στο συμβάν πανώλης. Ήλθε πλοίο, έφθασε παραμονή Χριστουγέννων στους Μύλους. Μέσα ήταν πεθαμένος ένας Τούρκος, εκ του οποίου εμολύνθη ένας Κεφαλλήνιος, όστις απέθανε ελθών εις Άργος. Εμόλυνε όμως τον νοικοκύρη του σπιτιού, όστις απέθανε μετά από οκτώ ημέρες. Οι τρεις θάνατοι δεν έβαλαν σε υποψία. Ο τέταρτος θάνατος της γυναικός έδωκε την υποψία. Έκαμαν αμέ­σως τας αναγκαίας προφυλάξεις με την έξοδον των φαμελιών, οι οποίες έδιδαν την υποψίαν επικοινωνίας. Μετά πέντε ημέρες εκτυπήθη άλλο ένα οσπίτιον, όπου απέθαναν τρεις άνθρωποι. Αμέσως διορίστηκε σκορπισμός. Είναι δώδεκα ημέρες που δεν ακούστηκε νέος θάνατος». 

Από το πλήθος και την ποικιλία των πληροφοριών που υπάρχουν στα ανωτέρω έγγραφα (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές) λόγω του εξειδικευμένου περί ιατρικής θέματος θα περιοριστούμε στις σχετικές με την ασθένεια και τις αντιδράσεις της διοίκησης και των κατοίκων κατά τον εντοπισμό της. Κατ’ αρχάς, διαπιστώνουμε ότι προσανατολίστηκαν στη διάγνωση της πανώλης, αφού προέκυψε θάνατος και μάλιστα όχι ένας αλλά τέσσερις, ενώ τα μέτρα ελήφθησαν μετά τους επτά θανάτους. Αν και τα συμπτώματα της αρρώστιας είχαν εμφανιστεί – και μάλιστα στη χειρότερη εκδοχή τους, το θάνατο – γίνεται φανερό πως η έλλειψη «ιατρικής παιδείας» και στενής επαφής των ανθρώπων με το γιατρό αλλά και η αντικειμενική δυσκολία που υπήρχε στη διάγνωση της, καθιστούσε αδύνατη τον άμεσο εντοπισμό της. Παρόλα αυτά, κατάφεραν να την περιορίσουν, πριν εξαπλωθεί ανεπανόρθωτα, έχοντας ως όπλο την εμπειρία τους από παρελθούσες επιδημίες. 

Οι κατευθύνσεις για τη συλλογική αντιμετώπιση της επιδημίας δόθηκαν από τη διοίκηση[14] του Μωρέως. Τα μέτρα περιλάμβαναν ριζική απολύμανση των προσβεβλημένων εστιών και ανθρώπων, την απομόνωση των ασθενούντων με ταυτόχρονη ανάληψη της ευθύνης διαβίωσης τους από την τοπική διοίκηση, την απομάκρυνση των λοιπών κατοίκων από τις οικίες τους και διαμονή τους στην ύπαιθρο, την απαγόρευση κάθε μορφής συναλλαγής των κατοίκων της προσβεβλημένης περιοχής με άτομα από άλλα μέρη. Στην ανωτέρω διαταγή είναι αξιόλογη η ταυτόχρονη κινητοποίηση όλων των κατοίκων (μολυσμένων, ύποπτων ή καθαρών) και η αυστηρότητα με την οποία διατυπώνονται προς όλους -ανεξαρτήτως εθνικότητας, τάξης ή θρησκεύματος – και οι ποινές σε περίπτωση παραβίασης της. Να παρατηρήσουμε εδώ ότι τα μέτρα αυτά αποτελούσαν συγκερασμό της πρακτικής που εφαρμοζόταν μέχρι και τον προηγούμενο αιώνα, όταν οι μεν Μουσουλμάνοι κατέφευγαν στον οίκοι περιορισμό ασθενών και οικογένειας και στη στοργική περίθαλψη του πάσχοντος – σύμφωνα με τις επιταγές της θρησκείας, οι δε Χριστιανοί στην απομόνωση των προσβεβλημένων, μέτρο σκληρό και απάνθρωπο, που επέφερε ρήξεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Η απομόνωση εξάλλου της περιοχής είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις και στην οικονομία του τόπου με τη διακοπή των συναλλαγών και του εμπορίου και ίσως θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ως ένας παράγοντας των δυσχερειών που αντιμετώπιζε ο καζάς του Άργους εκείνη την περίοδο. 

Την απόδοση των μέτρων αυτών είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε από γράμ­μα που συνέταξε ο Σωτήριος Περούκας ενάμιση περίπου μήνα μετά τη λήψη τους: «Είναι 43 ημέρες που δεν επόνεσε κεφάλι κάποιου ούτε από τους μολεμένους ούτε από τους ύποπτους. Μόνο τρεις φαμίλιες είναι ακόμη στην κουτουμάζα [απομόνωση] και οι μόρτες [οι έχοντες ανοσία][15] . Ο κόσμος μαζεύτηκε δεν μένει έξω. Μόνο η δική μας φαμίλια [σ. οι Περουκαίοι]. Η καλή διοίκησης ας έχει δόξα. Ο Άγιος Θεός οπού ογλήγορα επαστρεύφθει». Η έκφραση «καλή διοίκησις» συμπυκνώνει και την αντίληψη του κόσμου για το ποιος είχε την ευθύνη της σωστής αντιμετώπισης, η οποία συνίστατο στην έγκαιρη, άμεση και συνολική οργάνωση του πληθυσμού, την περίθαλψη των πασχόντων και την τιμωρία των ανυπάκουων. Για τη λογική όμως των ανθρώπων εκείνης της εποχής δεν θα ήταν επιτεύξιμος ο έλεγχος της επιδημίας μόνο με την ανθρώπινη παρέμβαση και τη συνεργασία διοίκησης και πληθυσμού δίχως την αρωγή της θείας βοήθειας. Στα λόγια του Σ. Περούκα αλλά και στο κείμενο της διοικητικής απόφασης- που επικαλείται δύο φορές την ανάγκη της θεϊκής υποστήριξης- είναι εμφανής, υπό την απειλή αυτής της τρομερής αρρώστιας που πρόσβαλε αδιακρίτως ηλικίες, φύλα και τάξεις, η εναπόθεση των ελπίδων τους στο Θεό. 

Αξίζει όμως να παρατηρήσουμε πως, παρά την σχεδόν απόλυτη εξάρτηση των ανθρώπων από εξωεπιστημονικούς παράγοντες, ο παράλληλος έπαινος της διοίκησης για τις αποτελεσματικές της ενέργειες σηματοδοτεί τη θετική αξιολόγηση των δυνατοτήτων της ανθρώπινης παρέμβασης και την προσέγγιση πλέον των κοινωνιών – εμπειρικά κατ’ αρχάς – προς επιστημονικές μεθόδους. Αν και πουθενά δεν αναφέρεται η προσφυγή σε γιατρό ή η επίκληση της επιστήμης για την αντιμετώπιση της πανώλης, εν τούτοις τα μέτρα που ελήφθησαν δεν απείχαν από αυτά που υποδείκνυε και η ιατρική παρά την εμφανή απουσία της. Μάταιο εξάλλου θα ήταν να αναζητήσει κάποιος μέτρα πρόληψης και υγειονομικής προστασίας στα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, διότι θα συναντήσει την αδιαφορία για λήψη και την αδυναμία γενικευμένης και αδιάκοπης επιβολής τους. 

Η τελευταία ιατρική πληροφορία που καταγράφεται στα 1820 αφορά ασθένεια του Δημήτριου Περούκα: «εις τας 19 Μαΐου εμίσευσεν δια Προύσσα επειδή τον εσυμβούλευσαν ιατροί να μεταχειρισθεί τα εκεί λουτρά προς ωφέλεια της πά­ντοτε ενοχλούσης αυτόν εκπυρώσεως αλμύρας του αίματος και γυρίζει σε 15-20 ημέρες». Σύμφωνα με την Ιπποκράτεια ορολογία «αλμυρός πυρετός αίματος» προκαλείται, όταν μεταφερθεί φλέγμα [ένας από τους τέσσερις βασικούς χυμούς του σώματος] στο αίμα. Δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί το είδος της ασθένειας, αν και η χρήση του επιθέτου αλμυρός σε συνδυασμό με τη χρόνια βάση του προβλήματος [ «πάντοτε»] και τη σύσταση των ιαματικών λουτρών μας υποψιάζει για πνευμονία. Προτρέπεται όμως ο ασθενής από γιατρούς της Πόλης να καταφύγει στα μπάνια ως μόνη λύση για το πρόβλημα του. Η επιλογή της Προύσσας δεν είναι τυχαία, αλλά οφείλεται στην τεράστια φήμη που έχουν τα θειούχα και σιδηρούχα λουτρά της, που λειτουργούσαν από τα βυζαντινά χρόνια. Από τις θεραπευτικές μεθόδους που προτείνονταν, ιδιάζουσα θέση κατείχαν τα «μπάνια» ή αλλιώς τα «λουτρά». Την αγωγή αυτή συνιστούσαν κατ’ εξοχήν οι γιατροί στις πόλεις της Ιταλίας, όπως μαρτυρούν τα ακόλουθα αποσπάσματα: «πήγα στην Πίζα και ομίλησα με τους καλλίτερους ιατρούς. Μου έδωσαν καλές ελπίδες. Την ερχόμενη άνοιξη θα μεταχειρισθώ τα αναγκαία ιατρικά και ως αναγκαιότερα τα λουτρά», «ασθενώ από νευρικά. Αναμένω την άνοιξη να εξακολουθήσω τα μπά­νια »… «ο αδελφός δοτόρος με το πέρασμα του εις Λιβόρνο έλαβε την ιατρεία του πάθους και αφού ακολουθήσει και τα μπάνια της Κασπάνης, όπως εδιορίσθει θα λάβει ολοτελώς ιατρεία και θα έλθει υγιής», «ο κυρ Παναγιωτάκης ευρίσκε­ται εις Νεάπολη και μεταχειρίζεται τα μπάνια». Η θεραπευτική ιδιότητα των ιαματικών λουτρών δεν εκτιμούνταν μόνο στην Ιταλία, αλλά ήταν πολύ ευρύτερα αναγνωρισμένα, φθάνοντας μέχρι την Ανατολή. 

Ολοκληρώνοντας την εξέταση των ανωτέρω εγγράφων, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι οι κάτοικοι της  Πελοποννήσου – και κατ’ εξοχήν τα μέλη των αρχο­ντικών οικογενειών – είχαν αρχίσει να γεφυρώνουν τη σχέση τους με την ιατρική επιστήμη, παρά τα εμπόδια που όρθωνε το οθωμανικό καθεστώς και η πολιτισμική υστέρηση των ιδίων. Η προσφυγή των ασθενών σε γιατρό, η αναζήτηση θεραπειών και σκευασμάτων επιστημονικά αποδεκτών, η κατίσχυση του θεσμού του «κοινοτικού ιατρού» καταδεικνύουν – χωρίς να είναι τα μόνα – την αλλαγή προσανατολισμού του κόσμου στα θέματα υγείας. Η ευρωπαϊκή αύρα δειλά και περιορισμένα άρχισε να πνέει στην περιοχή μας χάρη στην ανάπτυξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων (κυρίως από το χριστιανικό πληθυσμό), στην πολυεπίπεδη επαφή της με τη Δύση και την ανοχή – ίσως ως προσπάθεια εκσυγχρονισμού – της Οθωμανικής εξουσίας. 

   

Υποσημειώσεις  


  

[1] Το αρχείο φυλάσσεται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος (κτίριο Παλαιάς Βουλής) με την επωνυμία «Αρχείο Άργους» και είναι ανέκδοτο. Το παλαιότερο έγγραφο της συλλογής ανάγεται στο 1727, ενώ ίχνη της οικογένειας έχουν εντοπιστεί στα 1687 [Όλγα Καραγεώργου-Κουρτζή, Οικονομικές και Κοινωνικές συνθήκες στη β. Πελοπόννησο κατά την εικοσαετία 1800-1820, διδακτορική διατριβή (αδημοσίευτη), σελ 9]. Για την παρούσα μελέτη αξιοποιήθηκε το υλικό που προήλθε από την αποδελτίωση περί των 1500 εγγράφων της περιόδου 1727-1820, που μελετήθηκαν διεξοδικά κατά την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής. Στην εργασία έχει γίνει αποκατάσταση της ορθογραφίας και διατύπωσης για να διευκολυνθεί η κατανόηση του. Όπου το κείμενο διατηρεί την πρωτογενή του μορφή, δηλώνεται με εισαγωγικά 

[2] Απόστολος Περούκας ήταν ένας εκ των τεσσάρων υιών του Δημητρίου Περούκα (οι υπόλοιποι ήσαν οι: Γεωργαντάς, Νικόλαος και Σωτήριος), που αποτέλεσαν τον πυρήνα της οικογένειας από τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα Ήταν έμπορος και δανειστής εγκατεστημένος στην Πάτρα, με κατοικίες στην Πάτρα και στη Βοστίτσα (Αίγιο) και διατηρούσε οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας του στο Άργος ή αλλού. 

[3] Βλ. σχ. Αριστ. Σταυρόπουλος, Σημειώματα για την Ιστορία της Ιατρικής, Αθήνα 1984, σελ. 23. Μεταξύ των προνομίων που απολάμβαναν οι γιατροί ήταν και η ελευθερία στην επιλογή της αμφίεσης τους, όπως π.χ. στη Χίο που φορούσαν παπούτσια από κίτρινο μαροκινό και ντύνονταν με ζωηρόχρωμα υφάσματα, προνόμιο που είχαν μόνο οι 0θωμανοί(βλ. Κ. Σιμόπουλος,ο.π., σελ. 72). 

[4] Λεξικό Μπαμπινιώτη, από το λατινικό condoctus «μισθωτός». O μισθός των 1000 γροσίων θα πρέπει να ήταν ικανοποιητικός, αν και όχι ιδιαίτερα υψηλός, εάν λάβουμε υπόψη μας ότι το μεροκάματο των εργατών γης ήταν περίπου 20 παράδες, των τεχνιτών 30-40, το ψωμί έκανε 4 παράδες η οκά, ενώ το βοδινό 6 και το αρνί 12 [40 παράδες=1 γρόσι]. 

[5] Την ανωτέρω συμφωνία φαίνεται πως αξιοποίησε η Όρσα Περούκα και παρότι διέμενε σε άλλη πολιτεία απολάμβανε και αυτή το κοινοτικό προνόμιο. Αυτό ίσως να οφείλεται στη συγγενική της σχέση με τους Περούκα του Άργους, αλλά και σε πιθανούς στενότερους δεσμούς του ιατρού Χριστόδουλου με την οικογένεια τους, του οποίου η σύζυγος Ευγενία ίσως ήταν και αυτή κόρη – εκτός της Ευδοκίας και Βιτορίτσας – του προεστού και λογοθέτη του ‘Αργους Νικολάου Περούκα [17359/6(15-1-1819)]. 

[6] Το όνομα του γιατρού Αυγουστή εντοπίσαμε και σε γράμμα του Απόστολου Περούκα προς το ‘Αργος, με το επίθετο Γαλανός και Κεφαλλονίτικη καταγωγή.[Νθ: 17331/27(16-8-1816)]. Την ύπαρξη πολλών Επτανησίων ιατρών(Κεφαλλήνιων, Ζα­κυνθινών κ.α.) αναφέρει και ο Αρ. Σταυρόπουλος, ο.π, σελ.23. Η γειτνίαση με την Ιταλία, όπου μπορούσαν να σπουδάσουν, η απουσία της Οθωμανικής κυριαρχίας και η σπουδαιότητα του επαγγέλματος θεωρούμε πως μπορούν να δικαιολογήσουν την τάση αυτή. Γιατρό Αυγουστή στην Τριπολιτσά με αδελφό εγκατεστημένο στο ‘Αργος μνημονεύει και η Αν. Κυρκίνη, ο.π., σελ. 123. 

[7] Νο:17352/35 (11-11-1818). Ο Χαράλαμπος Περούκας ήταν ο ένας από τους τρεις γιους του προαναφερθέντος Νικο­λάου. Οι άλλοι δύο ήσαν οι Δημήτριος και Ιωάννης. Είχε ακόμη και δύο κόρες, την Βιτορίτσα [Βικτωρία] και την Ευδοκία που είχε παντρευτεί τον άρχοντα των Καλαβρύτων Δημητράκη Ζαίμη. 

[8] Νο 17360/6(1-3-1819). Ο Δημήτριος Περούκας, γιος του Νικολάου, βρισκόταν εκείνη την περίοδο στην Πόλη ως βεκίλης [εκπρόσωπος] των χριστιανών του Μοριά. Πρόκειται για πολύ σημαντικό αξίωμα, που έδινε στον κάτοχο του ιδιαίτερη πολιτική δύναμη. 

[9] Νο: 17360/28(24-4-1819). Φαίνεται πως ο Χαράλαμπος αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα υγείας, και ίσως γι’ αυτό να ζητά με γράμμα, που αποστέλλει στο ‘Αργος, να του αγοράσουν από τη φημισμένη του αγορά ένα καλό άλογο «για τα καπρίτζια του και την υγεία του»[βλ. Νο: 17360/28(24-4-1819)]. 

[10] Η κίνα είναι φαρμακευτικό φυτό το οποίο χρησιμοποιούνταν στην πρωτογενή μορφή του χάρη στην αντισηπτική, αντιπυρετική και τονωτική της στομαχικής δύναμης δράση. Χορηγούνταν ειδικότερα και ως επικουρικό φάρμακο «κατά των λίαν επίμονων και μακροχρονίων ελειογενων πυρετών, τον τυφοειδή πυρετόν μετά καταβολής των δυνάμεων…τας χοιραδικάς εξαντλητικός παθήσεις(φυματίωση τραχηλικών λεμφαδένων)» Τα αλκαλοειδή της κίνας αποτελούν κατηγορία φαρμάκων στην οποία ανήκει η γνωστή μας η κινίνη (βλ Γ Καρυοφύλλη,Ιατρικόν Λεξικόν χειρουργικής, φαρμακολογίας, θεραπευτικής και των συναφών αυταίς επιστημών, Εν Αθήναις 1895,σελ.596). Την κίνα συνιστούσαν επίσης και στην ελονοσία, ως μοναδικό φάρμακο. Όλοι οι περιηγητές την κουβαλούσαν στις αποσκευές τους και την προσδιόριζαν με την ονομασία «φλοιός του Περού». Τον περουβιανό φλοιό έφεραν οι Ισπανοί στα μέσα του ΙΖ αιώνα στην Ευρώπη 

[11] Η ευρεία χρήση της κινίνης (που παράγεται από την κίνα) για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών διήρκεσε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50, που εκτός από φάρμακο εκλογής για τον ελώδη πυρετό, τη χορηγούσαν για τη γρίπη, τους πονοκεφάλους κ.α. 

[12] Το πρώτο ελληνόγλωσσο ντοκουμέντο που κάνει λόγο για την αρρώστια της ευλογιάς είναι το Χρονικόν, που γράφτηκε το 1623 από τον Παπασυναδινό, μετά το θάνατο της κόρης του Ζωής που είχε προσβληθεί από τον ιό, ενώ τον 11ο αιώνα, στο Βυζάντιο, μεταφράστηκε στα ελληνικά σύγγραμμα Πέρση γιατρού που περιέγραφε τη νόσο, η οποία φαίνεται πως θα τους απασχολούσε (βλ.Κ. Κωστής, ο.π., σελ. 78). 

[13] Οι γυναίκες σε περίοδο χειμώνα έπαιρναν πύον από καλοήθους και ελαφράς μορφής ευλογιά από ασθενή εύρω­στο και κατά τα άλλα υγιή, το έκλειναν ερμητικά σε μπουκαλάκι καθαρό και ζεστό, που το κρατούσαν στον κόλπο τους για να διατηρείται θερμό μέχρι να το μεταφέρουν στο σπίτι του υποψηφίου να εμβολιαστεί. Τον εμβολιαζόμενο τρυπούσαν με βελόνα πλαγίως στο μέτωπο, το πηγούνι, τα μάγουλα, την παλάμη και τα πόδια όπου έριχναν το πύον. Κατόπιν τα κάλυ­πταν και διάταζαν να μην τα βρέξουν ή ξύσουν και να ακολουθήσουν αυστηρή δίαιτα για 40 ημέρες. Η θνητότητα από τον εμβολιασμό αυτό κυμαινόταν σε 1-2 στα 300. Την μέθοδο αυτή παρακολούθησαν ο αρχίατρος πολλών ηγεμόνων και του Μ. Πέτρου, Ιάκωβος Πυλαρινός και ο ιατρός Εμμανουήλ Τιμόνης, οι οποίοι αφού μελέτησαν και σπούδασαν την εφαρμογή της, την ανακοίνωσαν με σχετικά έργα: Ιάκωβος Πυλαρινός, «Περί νέας και ασφαλούς μεθόδου του προξενείν την ευλογίαν δί εγκεντρώσεως, νεωστίανακαλυφθείσης και συνήθως εκτελουμένης, δι’ ης τα σώματα προφυλάσσονται από επιγενούς μολύνσεως», 1713 [στα λατινικά], Εμμανουήλ Τιμόνης, «Περί της δί εντομών ή εμβολιασμού παραγωγής της νόσου ευλο­γίας», 1713 [στα αγγλικά]. Και ο μεν Τιμόνης τη μέθοδο αποδίδει σε γυναίκες Κιρκάσιες και Γεωργιανές ο δε Πυλαρινός σε θεσσαλές (Πυλαρινός, Βιογραφία τούτου παρά Μαζαράκη, σελ. 127, Σεργίου Ιωάννου, Πραγματεία ιατρικής 1818, σελ. 310, περιοδ «Εστία» Β’ 1876, σελ. 632. Οι πληροφορίες από τη Μ.Ε.Ε,ο.π, τομ ΙΑ’, σελ. 740) 

[14] Η σχετική απόφαση της οθωμανικής διοίκησης στην Τριπολιτσά, η οποία ελήφθη μετά από κοινή σύσκεψη των Οθωμανών και χριστιανών αξιωματούχων που αποτελούσαν το διοικητικό συμβούλιο της Τριπολιτσάς και απευθύνεται στις τοπικές διοικητικές και κοινοτικές αρχές της επαρχίας του Άργους, που δημοσίευσε η Αν Κυρκίνη, (ο.π., σελ.121-122) περιλαμβάνεται ομοίως στο Αρχείο Περούκα αλλά στη συλλογή των οθωμανικών εγγράφων Νο: 47460 (19-2-1819). Το κείμενο είναι συνταγμένο στα ελληνικά από τον επίσημο διερμηνέα [δραγομάνο] του πασά, που εκείνη την περίοδο ήταν ο Θεοδόσιος Μιχαλόπουλος. Σύμφωνα με την απόφαση όφειλαν: «το σπίτι εκείνο οπού ακολούθησε το θανατικόν..ό,τι πράγματα είναι μέσα από σκουτιά στρωσίματα και λοιπά έως το παραμικρόν όλα αμέσως να κατακαούν όπου να γίνουν στάκτη και ύστερον η εξ εκείνων ύλη να κατασβεσθή με νερόν πολύ, και να βαλθούν καπνίσματα διάφορα κατά την συνήθειαν εις διασκέδασιν και σκορπισμόν εκείνης της αναθυμιάσεως», «..το ίδιον εκείνο σπήτι να καή διά να σηκωθεί η υποψία…», «εις τους μολυσμένους ανθρώπους οπού ευρίσκονται έξω, ευθύς να οικονομήσετε ενδύματα και σκεπάσματα παστρικά, και να τους δοθούν δια να αλλάξουν,.. τα ενδύματα και σκεπάσματα οπού έχουν και φορούν, όλα εκείνα να τα πλύνουν εις ένα παράμερον μέρος του ποταμού, και όλους εκείνους τους ανθρώπους να τους ευγάλετε έξω εις ένα μέρος μινασίπικον [κατάλληλο] και φτιάνοντες εκεί τρεις τέσσαραις καλύβαις να τους βάλετε, έχοντες μακρόθεν και ανθρώπους δια να τους φυλάξουν, οπού να μην κάνουν συναναστροφές με άλλους», «της ζωοτροφίας τους [διατροφής]… κάνετε ιδαρέ [μεριμνήσετε] και να στέλνετε δια να μη λάβουν στενοχωρίαν», «οι λοιποί κάτοικοι του ‘Αργους να μην κάνουν συναναστροφήν από σπήτι εις σπήτι, αλλά κάθε ένας να είναι εις το σπήτι του_νύκτα και ημέραν να μην γίνεται συναναστροφή..», «Αργίτες με κιράδες [αγώγια] και ζαχιρέδες [είδη διατροφής] να μην αφήσετε διά να εύγουν διά εδώ και διά άλλα μέρη του Μωρέως. Να μένουν αυτού εις τα σπίτια τους…εις ό,τι δρόμο τους ιδούν ή τους απαντούν να τους γυρίζουν οπίσω και να τους διώχνουν κακώς». 

[15] Οι μόρτες ή απόλοιμοι (Κώστας Κωστής, ο.π, σελ. 62) είχαν επιβιώσει μετά την προσβολή τους και είχαν αποκτήσει ανοσία που διαρκούσε το πολύ δέκα έτη. Σε εκδηλώσεις επιδημιών αναλάμβαναν την ταφή των νεκρών και τη φροντίδα των ασθενών και δεν είχαν αφήσει ιδιαίτερα κολακευτικές αναμνήσεις για τη συμπεριφορά τους. 

  

Πηγή 

 


  •    «Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 2, Δεκέμβριος 2004.

 

Read Full Post »

Οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου


  Μια εικόνα των οθωμανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία υπήρχαν στην Πελοπόννησο  από τα τέλη του 17ου  μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Η έρευνα βασίστηκε σε δημοσιευμένες οθωμανικές πηγές, καθώς και στις ταξιδιωτικές περιγραφές του Τούρκου περιηγητή Evliya Çelebi (1611-1681), ο οποίος περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το έτος 1667, περιγράφοντας λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. 

Ευάγγελος Τσιανάκας. Υπ. Δρ Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ. 

 

Εισαγωγή


Η γνώση μας για τα οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου, εκτός από τις αρχειακές πηγές,  στηρίζεται επιπλέον στις μαρτυρίες των χρονικών και στις ταξιδιωτικές περιγραφές.  Σ’ αυτές, εκτός από το Seyahatnâme (Οδοιπορικό) του Evliya Çelebi (Εβλιγιά Τσελεμπή), δε βρίσκει κανείς και  πάρα πολλές πληροφορίες.

Γι’ αυτό το έργο του Evliya Çelebi (Evliya Çelebi, 1928) αποτελεί την βασική πηγή για την καταγραφή των οθωμανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς μας παρέχει πλήθος πληροφοριών για την ιστορία των τόπων που περιγράφονται. Ωστόσο, πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός, καθώς έχει εξακριβωθεί (Δημητριάδης, 1973) ότι πολλές φορές οι πληροφορίες που μας παρέχει είναι ανακριβείς ή χαρακτηρίζονται από υπερβολή, ιδιαίτερα όταν γίνεται αναφορά σε αριθμητικά δεδομένα. Το Cihan-nümâ (Παρουσιάζοντας τον κόσμο)  του  Kâtip Çelebi (Κιατίπ Τσελεμπή)* είναι επίσης μια άλλη σημαντική πηγή για την ιστορία της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, αλλά δεν βρίσκει κανείς τίποτα στο έργο αυτό για το θέμα που εξετάζουμε.

Στις ταξιδιωτικές περιγραφές των Ευρωπαίων υπάρχουν επίσης κάποιες αναφορές, οι οποίες, ωστόσο, δεν θεωρούνται από μόνες τους αξιόλογες. Για την απόκτηση των σχετικών πληροφοριών καταλληλότερες πηγές θεωρούνται οι οθωμανικές αρχειακές πηγές, οι οποίες μερικές φορές αναφέρονται στην ανέγερση ή την ανακαίνιση  ενός μουσουλμανικού σχολείου ή στην τοποθέτηση ενός δασκάλου (derris) σε έναν μεντρεσέ (medrese: ιεροσπουδαστήριο). Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα στοιχεία τα οποία έχουμε στη διάθεσή μας μας δίνουν σε ικανοποιητικό βαθμό την γενική εικόνα της οθωμανικής εκπαίδευσης στην τουρκοκρατούμενη Πελοπόννησο.

Η επίσκεψη του Evliya Çelebi στην Ελλάδα περιλαμβάνεται στον όγδοο τόμο του «Οδοιπορικού». Ο εν λόγω τόμος εκδόθηκε το 1928 στην Κωνσταντινούπολη από την «Τουρκική Ιστορική Εταιρεία» με επιμέλεια του Kisli Risat Bilge. Ο Evliya Çelebi επισκέφτηκε την Πελοπόννησο το 1667. Από τις πόλεις της Πελοποννήσου πρώτη επισκέφτηκε την Κόρινθο, στη συνέχεια τα Καλάβρυτα, τη Βοστίτσα (Αίγιο), το Καστέλι, την Πάτρα, τη Γλαρέντζα (Κυλλήνη), το Χλεμούτσι, τη Γαστούνη, το Φανάρι, το Ναβαρίνο, τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Καλαμάτα, την Ανδρίτσαινα, την Καρύταινα, το Λεοντάρι, το Λογκανίκο, τον Μυστρά, την Τσακωνιά, τη Μονεμβασία, την Τριπολιτσά, το Άργος και ολοκλήρωσε την περιοδεία του, φτάνοντας στην πόλη του Ναυπλίου (Δημητριάδης, 1973).

 

 Το παραδοσιακό οθωμανικό εκπαιδευτικό σύστημα

 


 

Κοράνιον, Εν Αθήναις, 1886

Κοράνιον, Εν Αθήναις, 1886

Μια σύντομη περιγραφή του παραδοσιακού οθωμανικού εκπαιδευτικού συστήματος κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου να γίνουν κατανοητά όσα θα ακολουθήσουν. Τα πρωτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα βρίσκονταν γενικά είτε μέσα είτε κοντά στο μουσουλμανικό τέμενος της κοινότητας. Οι άνθρωποι τα αποκαλούσαν είτε  «mahalle  (γειτονιά)» είτε  «sıbyan»  (μαθητής) mektebi (σχολεία της γειτονιάς ή Δημοτικά Σχολεία)Ιδρύονταν συχνά από ένα βακούφι (vakıf: ευσεβές ίδρυμα) και από κληροδοτήματα σημαντικών προσωπικοτήτων του κράτους ή αξιοσέβαστων πολιτών της τοπικής κοινωνίας.

Οι δαπάνες, ειδικά αυτές της μισθοδοσίας των δασκάλων, πληρώνονταν από τις χορηγίες των βακουφιών. Σύμφωνα με τη μουσουλμανική πρακτική  τα σχολεία sıbyan (Δημοτικά Σχολεία) ή της κοινότητας  ακολουθούσαν μια ενιαία μεθοδολογία διδασκαλίας: οι μαθητές διάβαζαν απλά το Κοράνι  στην αυθεντική αραβική γλώσσα, χωρίς μετάφραση και χωρίς κατανόηση ή ερμηνεία του κειμένου. Μόνον ορισμένα τελετουργικά επίκλησης διδάσκονταν στην τουρκική γλώσσα. Κάποια βακουφικά σχολεία, ανάλογα με το βαθμό ευημερίας της κοινότητας, παρείχαν τον ιματισμό, τα τρόφιμα και κάποιο χρηματικό ποσό στους μαθητές.

Στα σχολεία οι μαθητές κάθονταν γονατιστοί στο πάτωμα, που ήταν καλυμμένο με χαλιά ή τάπητες, ή στα μαξιλάρια καθισμάτων που έφερναν από τα σπίτια τους. Τα βιβλία τοποθετούνταν σε χαμηλά τραπεζάκια, τα αποκαλούμενα  «rahlei tedris»  (γραφεία μελέτης), για την ανάγνωση. Οι μαθητές επαναλάμβαναν και απομνημόνευαν τα μαθήματα που ορίζονταν από το δάσκαλο. Η φυσική τιμωρία, το ράπισμα των χεριών των κοριτσιών και το κτύπημα των ποδιών των αγοριών, ήταν ο κανόνας παρά η εξαίρεση. Κατά την έναρξη του νέου σχολικού έτους ήταν μέρος του τελετουργικού η εξής φράση του γονέα προς το δάσκαλο παρουσία του παιδιού: «η σάρκα δική σου, τα κόκκαλα δικά μου!» Ο δάσκαλος εξουσιοδοτούνταν έτσι να τιμωρεί το παιδί με κάθε τρόπο, όταν έκρινε ότι άρμοζε**.

Οι Οθωμανοί ενδιαφέρθηκαν επίσης για τη βαθύτερη γνώση της κλασικής ισλαμικής παιδείας. Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκαν σε πολλές πόλεις μεντρεσέδες (medrese), οι οποίοι αποτελούσαν τμήματα   των  μεγάλων μουσουλμανικών τεμενών  και συντηρούνταν από τα Βακούφια. Οι  μεντρεσέδες ήταν ένα είδος «κολεγίου» για τη συστηματική μελέτη των ισλαμικών επιστημών, ιδιαίτερα της ισλαμικής νομολογίας και του Κορανίου.

Ταυτόχρονα,  διδάσκονταν και ορισμένα «βοηθητικά μαθήματα», όπως π.χ. η αραβική γραμματική και φιλολογία, η γνώση των οποίων βοηθούσε στην κατανόηση των ιερών και νομικών κειμένων, αλλά και οι αποκαλούμενες «ξένες επιστήμες,» όπως η φιλοσοφία και η ιατρική, που αποτέλεσαν επίσης μέρος μιας πολυμαθούς εκπαίδευσης.***

  

Τα οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου κατά οικισμό


 

Άργος (Arhoz)  

Σχετικά  με την πόλη του Άργους ο Evliya Çelebi  δίνει συγκεκριμένες πληροφορίες για τον αριθμό των οθωμανικών σχολείων της πόλης χωρίς, ωστόσο, να δίνει κάποια άλλα στοιχεία. Στο έργο του καταγράφονται δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) και ένας μεντρεσές (medrese). Το  πρώτο σχολείο βρισκόταν κοντά στο τέμενος του Οσμάν Πασά (Osman Paşa Câmii), ενώ το άλλο κοντά στο τέμενος του Τοπάλ Ιμπραήμ Εφέντη (Topal İbrahim Efendi Câmii). Τέλος, ο μεντρεσές της πόλης  βρισκόταν στη συνοικία Καραμουτζά.****  

Αρκαδία – Κυπαρισσία (Arkadya Manya)

Κατά την επίσκεψή του ο Evliya Çelebi στην Αρκαδία / Κυπαρισσία εκτός των άλλων μας πληροφορεί ότι στην πόλη υπήρχαν δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές χωρίς να δίνει πληροφορίες για το όνομα του ιδρυτή τους. Επίσης, ο Τούρκος καθηγητής Nejad Göyünç (Göyünç, 1972) αναφέρει σε σχετικό άρθρο του ότι στην Αρκαδία λειτουργούσε και ένα κορανικό σχολείο,***** αυτό  του Σινάν Τσελεμπή (Sinan Çelebi Dârülkurrası).

Γαστούνη (Guston Kasabası)

 Τον ίδιο αριθμό εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (έναν μεντρεσέ και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης) αναφέρει ο  Evliya Çelebi και για την πόλη της Γαστούνης. Και σ’ αυτήν την περίπτωση δεν δίνονται άλλες πληροφορίες.

Φανάρι (Fener Kaza-i Fanus-i Mora)

Η κωμόπολη του Φαναρίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο των καζάδων με το όνομα «Καζάς του Φαναρίου του Μοριά».****** Στην εν λόγω κωμόπολη ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές. 

Καλάβρυτα (Kalavrata Kalesi)

Στην μικρή πόλη των Καλαβρύτων σύμφωνα με τον Evliya Çelebi ήταν σε λειτουργία δύο μεντρεσέδες και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Καρύταινα (Karitene Kalesi)

Ο Evliya Çelebi  δεν επισκέφτηκε την Καρύταινα. Η πληροφόρησή μας για τη συγκεκριμένη πόλη βασίζεται στον Nejad Göyünç (Göyünç, 1972), ο οποίος αναφέρει ένα κορανικό σχολείο, αυτό του Μπαλή Αγά (Bâlî Ağa Dârülkurrası).

Κόρινθος (Gördös Gürdüs Şehri)

 Η πόλη της Κορίνθου κατοικούνταν κατά το ήμισυ περίπου από Τούρκους (Σακελλαρίου, 1939). Και στην περίπτωση της Κορίνθου η μόνη πηγή πληροφόρησης για τα οθωμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι το έργο του Evliya Çelebi. Σύμφωνα με το «Οδοιπορικό» του Τούρκου περιηγητή, στην Κόρινθο  υπήρχαν τέσσερις μεντρεσέδες και επτά σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Κορώνη (Koron Kalesi)

Ο Evliya Çelebi  αναφέρει χαρακτηριστικά ότι στην Κορώνη υπήρχαν ένας μεντρεσές και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Στις οθωμανικές πηγές αναφέρεται το σχολείο του Χαντίμ Εσκή Αλή Πασά (Hâdım Eski Ali Paşa Mektebi) (Gökbilgin, 1952).  

Μεθώνη (Modon / Muton / Meton)

Η πόλη της Μεθώνης  κατοικούνταν σε μεγάλο βαθμό από Τούρκους. Στο κείμενο του  Evliya Çelebi αναφέρεται η ύπαρξη του μεντρεσέ του σουλτάνου Βαγιαζήτ (Sultan Bâyezid Medresesi), καθώς και τέσσερα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Μονεμβασία  (Benefşe Şehri)

Η Μονεμβασία  αποτελούσε αξιόλογο κέντρο της Πελοποννήσου τόσο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όσο και στη διάρκεια της Ενετοκρατίας. Ο  Evliya Çelebi δίνει μια εκτενή περιγραφή της πόλης και μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι υπήρχαν σ’ αυτή δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές. Ο καθηγητής Ekrem Hakkı Ayverdi (Ayverdi, 2000), μελετώντας τα οθωμανικά αρχεία, κατάφερε να εντοπίσει ένα από τα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Αυτό είναι το σχολείο του Αλή Εφέντη (Ali Efendi Mektebi).

Μυστράς (Mizistire Mezistire Kasabası)

Η επίσκεψη του Evliya Çelebi στο Μυστρά περιγράφεται σε τέσσερις σελίδες στο έργο του. Σύμφωνα με την περιγραφή του στην πόλη και στους γύρω οικισμούς υπήρχαν δύο μεντρεσέδες και τέσσερα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης για τα οποία δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες.

Ναβαρίνο – Πύλος (Navarin Anavarin Kalesi)

Σύμφωνα με τον Evliya Çelebi στο Ναβαρίνο υπήρχαν ένας μεντρεσές και ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης. Η ονομασία του σχολείου αυτού ήταν «σχολείο του σουλτάνου Μουράτ Γ΄» (III. Sultan Murad Mektebi).  Ωστόσο, ο  καθηγητής Nejad Göyünç αναφέρει επιπλέον το σχολείο του Χαντίμ Αλή Πασά (Hadım Ali Paşa Mektebi) και το σχολείο του σουλτάνου Βαγιαζήτ (Sultan Bâyezid Mektebi) (Göyünç, 1972).

Ναύπακτος  (İnebahtı Şehri)

Για την Ναύπακτο ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν τρεις μεντρεσέδες και ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης. Από τα οθωμανικά αρχεία, ωστόσο, γίνεται γνωστό ότι από ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης λειτουργούσε στο τέμενος του Αμτζαζαντέ Χουσεΐν Πασά (Amcâzâde Hüseyin Paşa Câmii) και στο μετζίτι (μικρό τέμενος) του Εμπουσουούντ Εφέντη (Ebussuud Efendi Mescidi). Αυτό το τελευταίο σχολείο αναφέρεται από τον Evliya Çelebi.

Ναύπλιο (Anabolu)  

Ο Evliya Çelebi κλείνει την πρώτη του περιοδεία στην Πελοπόννησο, φτάνοντας στην πόλη του Ναυπλίου το 1667.  Παρά το γεγονός ότι περιγράφει λεπτομερώς την πόλη σε πέντε σελίδες, δεν δίνει πληροφορίες για τα οθωμανικά μνημεία. Στην περίπτωση αυτή αντλούμε  πληροφορίες για τα οθωμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα του Ναυπλίου από την εργασία του  Τούρκου καθηγητή Ayverdi, ο οποίος μελέτησε επιπλέον τα οθωμανικά κατάστιχα (Tahrir Defteri), τα οποία συντάχθηκαν κυρίως μετά το 1715 με την επανάκτηση από τους Τούρκους της Πελοποννήσου, η οποία βρισκόταν στα χέρια των Βενετών για 30 χρόνια (1685-1715).  Σύμφωνα με τον Ayverdi (Ayverdi, 2000) στην πόλη του Ναυπλίου υπήρχαν τρία μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα διαφορετικών βαθμίδων. Αυτά ήταν ο μεντρεσές του σουλτάνου Αχμέτ (Sultan Ahmed Medresesi), το κορανικό σχολείο  του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Dârülkurrası) και το σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης επίσης του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Mektebi).

Πάτρα (Balyabadre / Ballı Badra)

Παρά το γεγονός ότι στην πόλη των Πατρών οι Τούρκοι ήταν λίγοι (Σακελλαρίου, 1939), ο Evliya Çelebi στην περιγραφή του αναφέρει την ύπαρξη τεσσάρων μεντρεσέδων και πέντε σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης. Δεν ήταν δυνατή, ωστόσο, η ανεύρεση περισσότερων στοιχείων για τα οθωμανικά σχολεία της πόλεως των Πατρών.

Τρίπολη – Τριπολιτσά (Tirepoliçe Kasabası)

 Για την Τρίπολη ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν δύο μεντρεσέδες και τρία σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.  Στη  μελέτη, ωστόσο, του Ayverdi (Ayverdi, 2000)  αναφέρεται η ύπαρξη ενός μεντρεσέ και τριών σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης. Αυτά είναι ο μεντρεσές και το σχολείο του Χατζή Εμπουμπεκίρ (Hacı Ebûbekir Paşa Medresesi & Mektebi), το σχολείο του Οσμάν Πασά (Osman Paşa Mektebi) και το σχολείο του Γιουσούφ Αγκιάχ Εφέντη (Yusuf  Agâh Efendi Dershânesi).  

Ζαρνάτα (Saranta Kalesi)

Τέλος, ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι στη Ζαρνάτα υπήρχε ο μεντρεσές και το  σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης της Βαλιντέ Σουλτάν (Vâlide Sultan Medresesi & Mektebi).

Με βάση όσα προηγήθηκαν, γίνεται φανερό ότι τόσο κατά την επίσκεψη του Evliya Çelebi το 1667 όσο και κατά τη δεύτερη φάση της τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο (1715-1820) στις περισσότερες πόλεις και κωμοπόλεις, στις οποίες διαβιούσαν μουσουλμανικοί πληθυσμοί, λειτουργούσαν κατώτερα σχολεία (μεκτέμπ) και μεντρεσέδες (ιεροσπουδαστήρια). Τα κατώτερα μουσουλμανικά σχολεία δεν πρόσφεραν τίποτε περισσότερο από στοιχειώδη γνώση της γραφής και της ανάγνωσης. Αντίθετα,  το παρεχόμενο επίπεδο εκπαίδευσης στους μεντρεσέδες ήταν πολύ πιο υψηλό. Συνολικά, καταγράφονται 73 μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα από τα οποία τα 27 ήταν μεντρεσέδες, τα 43 σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και μόλις 3 κορανικά σχολεία.

 

Εκπαιδευτικά ιδρύματα των Οθωμανών στην Πελοπόννησο από τα τέλη του 17ου αιώνα μέχρι το τέλος της τουρκοκρατίας

 

 

α/α Οικισμοί Μεντρεσέδες(Medreseler) Σχολεία Στοιχειώδους Εκπαίδευσης (Mektepler / Dershâneler) Κορανικά Σχολεία(Dârülkurralar)
1 Άργος (Arhos)  1 2
2 Αρκαδιά / Κυπαρισσία (Arkadya Manya) 1 2 1
3 Γαστούνη (Guston Kasabası) 1 2
4 Φανάρι (Fener / Kaza-i Fanus-i Mora) 1 1
5 Καλάβρυτα (Kalavrata Kalesi) 2 2
6 Καρύταινα (Karitene Kalesi) 1
7 Κόρινθος (Gördös / Gürdüs Şehri) 4 7
8 Κορώνη (Koron Kalesi) 1 2
9 Μεθώνη (Modon / Muton / Meton) 1 4
10 Μονεμβασία  (Benefşe Şehri) 1 2
11 Μυστράς (Mizistire/Mezistire Kasabası) 2 4
12 Ναβαρίνο (Navarin / Anavarin Kalesi) 1 3
13 Ναύπακτος  (İnebahtı Şehri) 3 2
14 Ναύπλιο (Anabolu)  1 1 1
15 Πάτρα (Balyabadre / Ballı Badra) 4 5
16 Τρίπολη / Τριπολιτσά (Tirepoliçe Kasabası) 2 3
17 Ζαρνάτα (Saranta Kalesi) 1 1
Σύνολο 27 43 3

 

Υποσημειώσεις


 

* Ο Τούρκος Kâtip Çelebi Mustafa (Κωνσταντινούπολη 1609-1657) υπήρξε μεγάλος ιστοριοδίφης και γεωγράφος. Έγραψε πολυάριθμα έργα, τα οποία μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Ένα από τα πολλά έργα του ήταν το Cihan-nümâ (Παρουσιάζοντας τον κόσμο), το οποίο γράφτηκε 1648.

** Γενικά για την οθωμανική εκπαίδευση βλέπε: Andreas Kazamias, Education and the quest for modernity in Turkey, Chicago: The University of Chicago Press, 1966, Yahya Akyüz, Türk eğitim tarihi, başlangιçtan 1999’a (Ιστορία της τουρκικής εκπαίδευσης, από τις αρχές ως το 1999), Αlfa, Κωνσταντινούπολη, 1999.

*** Για τους μεντρεσέδες (Medrese) στην Οθωμανική Αυτοκρατορία βλέπε: Hasan Akgündüz, Klasik dönem Osmanlı medrese sistemi: amaç – yapı – işleyiş [Το σύστημα των οθωμανικών μεντρεσέδων της κλασικής περιόδου: σκοποί – κτίρια – λειτουργία], Κωνσταντινούπολη: Ulusal Yayınları, 1997, Yasar Sarıkaya, Medreseler ve modernleşme [Μεντρεσέδες και εκσυγχρονισμός], Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997,  Cevat İzgi, Osmanlı medreselerinde ilim [Η επιστήμη στους οθωμανικούς μεντρεσέδες], Cilt 1-2, Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.  

**** Καραμουτζά μαχαλάς: μία από τις τέσσερις συνοικίες του Άργους κατά την τουρκοκρατία, η οποία βρισκόταν στο ΝΑ τμήμα της πόλης και η οποία πήρε την ονομασία της από κάποιον Καραμουτζά. Στην εν λόγω συνοικία υπήρχε μουσουλμανικό τέμενος και νεκροταφείο (σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και πέριξ αυτού το διοικητήριο, το σεράι του Αλή Νακή Μπέη, λουτρά και το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές) (Ζεγκίνης, 1948).     

***** Τα κορανικά σχολεία ήταν σχολεία που παρείχαν βασική εκπαίδευση στους μαθητές τους, δίνοντας, ωστόσο, ιδιαίτερη βαρύτητα στη μελέτη και στην εκμάθηση του Κορανίου.

   

Βιβλιογραφία

 


 

  • Akgündüz H., Klasik dönem Osmanlı medrese sistemi: amaç – yapı – işleyiş [Το σύστημα των οθωμανικών μεντρεσέδων της κλασικής περιόδου: σκοποί – κτίρια – λειτουργία], Κωνσταντινούπολη: Ulusal Yayınları, 1997.
  • Akyüz Y., Türk eğitim tarihi, başlangιçtan 1999’a (Ιστορία της τουρκικής εκπαίδευσης, από τις αρχές ως το 1999), Αlfa, Κωνσταντινούπολη, 1999.
  • Ayverdi E. H., Avrupa’da osmanlı mimârî eserler: Bulgaristan, Yunanistan, Arnavudluk [Τα οθωμανικά αρχιτεκτονικά μνημεία στην Ευρώπη: Βουλγαρία, Ελλάδα, Αλβανία], 4ος τόμος, 2η έκδοση, Κωνσταντινούπολη: İstanbul Fetih Cemiyeti, 2000.
  • Δημητριάδης Β., Η κεντρική και δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιά Τσελεμπί, Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1973.
  • Evliya Çelebi, Seyahatnâme [Οδοιπορικό], 8ος τόμος , Κωνσταντινούπολη: Türk Tarih Kurumu, 1928.
  • Ζεγκίνη Ι., Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Θεσσαλονίκη: αφοί Νικολοπούλου, 1948.
  • Gökbilgin T., XV.-XVI. Asırlarda Edirne ve Paşaeli Livası, Vakıflar-Mülkler-Mukâtâalar [Ο λιβάς (καζάς) της Ανδριανούπολης και του Πασαελί (Ευρωπαϊκής Τουρκίας) τον 15ο και 16ο αιώνα: βακούφια (βακουφικές γαίες) – μούλκια (γαίες πλήρους κυριότητας) – ενοικιαζόμενες γαίες], Κωνσταντινούπολη: İst. Ün. Ed. Fak. Neşrt., 1952.  
  • Göyünç N., ‘Mora’da İnşâ Faâliyetleri’ [Οικοδομικές δραστηριότητες στο Μοριά] στο Güneydoğu Avrupa Araştırmaları Dergisi [Περιοδική έκδοση για τη μελέτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης], τ. 1, 1972.
  • İzgi C., Osmanlı medreselerinde ilim [Η επιστήμη στους οθωμανικούς μεντρεσέδες], Cilt 1-2, Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.
  • Kazamias A., Education and the quest for modernity in Turkey, The University of Chicago Press, Chicago (1966).
  • Σακελλαρίου Μ., Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν τουρκοκρατίαν (1715-1821), Αθήνα: “Byzantinisch-Neugriechischen Jahrbücher”, 1939.
  • Sarıkaya Y., Medreseler ve modernleşme [Μεντρεσέδες και εκσυγχρονισμός], Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.

  

Πηγή


  •  Πανεπιστήμιο Πατρών,  Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης.

Read Full Post »

Γεωγραφία ( Νέα και παλαιά) του Στέφανου Κομμητά

για την Πελοπόννησο και την Αργολίδα( 1828).


 Το έτος 1828, μόλις δύο χρόνια πριν την αναγνώριση του Ελληνικού κράτους ως ελεύθερη κρατική και εθνική οντότητα, στην Βουδαπέστη και μάλιστα στην περιοχή της Πέστης, τυπώθηκαν αρκετά βιβλία του Σ. Κομμητά  δύο από αυτά που θέμα τους είναι η Γεωγραφία παρουσιάζουμε παρακάτω.  

Τα πλήρη στοιχεία του πρώτου βιβλίου είναι:

Παιδαγωγικά μαθήματα, Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη, Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας˙αωκή. 1828.

Γεωγραφία Παλαιά. Περιέχουσα τας ονομασίας των τόπων, και πόλεων, και διαφόρων μερών της γής˙ οίον, επικρατειών, επαρχιών, ποταμών, θαλασσών, και των τοιούτων, καθώς τα ωνόμαζον οι παλαιοί.

Ενώ τα στοιχεία του άλλου έχουν ως εξής:

 Παιδαγωγικά μαθήματα, Συντεθέντα  παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη, Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας˙ αωκή. 1828.

Γεωγραφία Νέα. Περιέχουσα τας εν γένει γεωγραφικάς θεωρίας εν επιτομή˙και εκάστου των γενικών μερών της γης τα διάφορα μέρη, Επικρατείας,  Επαρχίας, ποταμούς, θαλάσσας, πόλεις, και ει τι τοιουτότροπον.

Στην Νέα Γεωγραφία, ο Στέφανος Κομμητάς αναφέρεται γενικά σε χώρες της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής, της Βόρειας Ευρώπης, της Αμερικής και της Αυστραλίας.    

Στο κεφάλαιο της Τουρκίας αναφέρεται στις περιοχές : Θράκη, Μακεδονία, Αλβανία, Ήπειρος, Θεσσαλία, Ελλάς ( Λεβαδία), Πελοπόννησος, Νήσοι της Ευρωπαικής Τουρκίας, Βουλγαρία, Σερβία, Βοσνία, Βλαχία και Μολδαβία, θεωρώντας τις περιοχές αυτές ως ανήκουσες στην Τουρκία. Όσον αφορά στην Πελοπόννησο, ασχολείται γενικά μαζί της, χωρίς να αναφέρει επί μέρους περιοχές.

Βεβαίως στο περί Ασίας κεφάλαιο αναφέρεται και στην Ασιατική Τουρκία και την επικράτεια της εκεί. 

 

Ζ΄. Η Πελοπόννησος

Η δε Πελοπόννησος, ήτις τά νυν λέγεται Μωρέας, είναι χερσόνησος˙ η οποία περιέχεται από την Μεσόγειον θάλασσαν πανταχόθεν˙ και μόνον διά του Ισθμού της Κορίνθου, (όστις λέγεται Εξαμίλλια), ενούται με την Ελλάδα.

Είναι δε η Πελοπόννησος, κατά μέρος μεν, ορεινή˙ κατά μέρος δε, πεδινή˙ και γίνεται εις αυτήν έλαιον πολύ, και οίνος, και σταφυλαί˙ και ο αξιολογώτερος αυτής οίνος είναι ο της Μονεμβασίας.

Ποταμοί δε αξιολογώτεροι εν  αυτή είναι, ο Αλφειός (Ρουφιάς), ο Παμισός (Περνάτζα), ο Ίναχος ( Πλανίτζα ), ο Ευρώτας ( Βασιλοπόταμον )˙ Λίμναι δε, η Στυμφαλίς ( Ζαρακάς ), και η Φενεός.

Όρη δε ονομαστά της Πελοποννήσου είναι, ο Στύμφαλος ( Ζήρια ), μεταξύ Αρκαδίας και Αχαΐας˙ το Ταύγετον ( Του αγίου Ηλιού) εις την Λακεδαιμονίαν˙ το Κρόνιον ( Μαλεβόν).

Πόλεις δε αξιολογώτεραι της Πελοποννήσου είναι, η Κόρινθος, η Ναυπλία, το Άργος, η Μονεμβασία, η Σπάρτη ( Μιστράς ), η Μάνια, όθεν οι Μανιάται, η Καλαμάτα, η Τρίπολις ( Τριπολιτζά ), η Κορώνη, η Μεθώνη, το Ναυαρίνον (η Πύλος), η Αρκαδία, η Καρίτενα, ο Πύργος, το Γαστούνιον, αι Πάτραι, η Βοστίτζα, η Καλαβρία.

 

Γεωγραφία. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1828. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

Γεωγραφία. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1828. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

 

Στην Παλαιά Γεωγραφία όμως, αναφέρεται σε κάποιες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Ευρώπης αλλά τον απασχολεί και ο Ελλαδικός χώρος και περιγράφει τις περιοχές  με περισσότερες λεπτομέρειες. Σχετικά με την Πελοπόννησο και την Αργολίδα γράφει:

 

Δ΄. η Πελοπόννησος

 Ονόματα˙ Τους παλαιούς χρόνους η Πελοπόννησος ωνομάζετο Αιγιάλεια˙ ωνομάζοντο δε ούτως οι αιγιαλοί του Κορινθιακού κόλπου, από του Ισθμού έως της Ήλιδος˙ οι τινες έπειτα ωνομάσθησαν Αχαΐα. Έπειτα δε ωνομάσθη Απία, Άργος, Πελασγία˙ και τελευταίον Πελοπόννησος, από τον Φρύγα Πέλοπα˙ ήτοι Νήσος του Πέλοπος˙ τα νυν δε ονομάζεται Μωρέας.

Διαίρεσις˙  Εκ των Ομηρικών ήδη χρόνων η Πελοπόννησος διηρείτο εις εξ πολιτείας˙ σίτινες είναι αύται˙ η Αργολίς και αι Μυκήναι, η Λακωνία, η Μεσσηνία, η Αρκαδία, η Ήλις, και η Αχαΐα μετά της Κορίνθου.

 α΄.  Αργολίς και Μυκήναι

Όρια˙ Της μεν Αργολίδος όρια ήσαν, από μέν ανατολάς, ο Αργολικός κόλπος ( Κόλπος της Ναυπλίας), και το Μυρτώον πέλαγος˙ από δε δυσμάς, η Αρκαδία˙ από δε μεσημβρίαν, η Λακωνική˙ και από βορράν, ο Σαρωνικός κόλπος.

Κόλποι˙ Ο Σαρωνικός, όστις ήτον το μέρος του Μυρτώου πελάγους, το οποίον ήτον μεταξύ αργολίδος και Αττικής, και ετελεύτα εις τον Κορινθιακόν Ισθμόν˙ ο Αργολικός ( κόλπος της Ναυπλίας ), όστις ήτον το μέρος της θαλάσσης, ήτις έκειτο μεταξύ Αργολίδος και Λακωνικής, και ετελεύτα όχι μακράν του Άργους˙ ο Ερμιονικός, μικρός κόλπος πλησίον της πόλεως Ερμιόνης.

Ποταμοί˙Ο Ίναχος (Πλάνιτζα), όστις δέχεται τον Κηφισσόν και Χάραδρον, και ρέει πλησίον της πόλεως Άργους, και χύνεται εις τον Αργολικόν κόλπον, πλησίον του Τημενίου.

Όρη και Ακρωτήρια˙ Το εξώτατον ακρωτήριον της Αργολίδος είναι το Σκύλλανον (Ακρωτήριον Σιγίλου ή Δαμαλά) και όλη η Αργολίς διαχωρίζεται κατά μήκος από όρη.

Πόλεις˙Το Άργος, κείμενον παρά τον Ίναχον ποταμόν˙ ταύτης δε η ακρόπολις ωνομάζετο Λάρισσα˙ αι Μυκήναι (άγιος Ανδριανός) το Ηραίον˙ ναός της Ήρας˙ το οποίον εξουσιάζετο κοινώς και από το Άργος και από τας Μυκήνας˙ έκειτο δε εις την υπόρειαν του όρους Ευβοίας˙ η Τίρυνς, κειμένη προς ανατολάς του Άργους˙ η Επίδαυρος, κειμένη αντικρύ της νήσου Αιγίνης˙ η Νεμέα, κώμη, κειμένη μεταξύ του Άργους και της Σικυώνος˙ όπου επανηγυρίζοντο τα Νέμεα˙ η Ναυπλία, ο λιμήν του Άργους, της οποίας η ακρόπολις ωνομάζετο Λικύμνη˙ η Λέρνη (Πετρίνη), κώμη προς τα μεσημβρινά του Άργους, εις την ομώνυμον λίμνην˙ η Τροιζήν (πλησίον του Δαμαλά), της οποίας ο λιμήν ωνομάζετο Πώγων˙ η Ερμιόνη (Καστρί), εις την νότιαν άκραν της Αργολικής χερσονήσου, της οποίας ο λιμήν ωνομάζετο Μάσης˙ η Ασίνη κειμένη αντικρύ της Επιδαύρου εις τον Αργολικόν κόλπον˙ αι Ορνεαί, κείμεναι, εις τα σύνορα της Αρκαδίας και Σικυώνος˙ αι Κλεωναί, μεταξύ Άργους και Κορίνθου˙ το Τημένιον. εις τον κόλπον της Ναυπλίας κατά το μεσημβρινόν του Άργους˙ τα Μέθανα (την οποίαν τινές συγγραφείς ονομάζουσι Μεθώνην), φρούριον κείμενον εις τον αιγιαλόν μεταξύ Τροιζήνος και Επιδαύρου˙ αι Υσιαί, εις τα πέριξ της Λέρνης˙ η Κυνουρία, τόπος κείμενος μεταξύ Αργείων και Λακεδαιμονίων˙ τούτου του τόπου η πόλις ωνομάζετο Θυρεαί.

Νήσοι˙ Περί την Αργολίδα νήσοι ήσαν, η Αίγινα, κειμένη καταντικρύ της Επιδαύρου, όπου εκόπη και εχαράχθη το πρώτον νόμισμα˙ η Κεκρυφάλεια, πλησίον της Επιδαύρου˙ η Καλαυρία ( Ύδρα ), έχουσα πόλιν ομώνυμον, κείται δε έμπροσθεν του Πώγωνος, λιμένος της Τροιζήνος.

Τα δύο αυτά βιβλία χρησιμοποιήθηκαν ως διδακτικά στο αλληλοδιδακτικό σχολείο του Άργους τα έτη 1828- 1832 κατά την Καποδιστριακή περίοδο.

 

Read Full Post »

Smith Agnes & Margaret


 «Την άνοιξη του 1883 η Αγνή Σμιθ (Agnes Smith) συνοδευομένη από τη δίδυμη αδελφή της και μία φίλη περιηγείται την Ελλάδα της εποχής εκείνης. Είχαν φύγει στις 26 Ιανουαρίου από την Αγγλία και μετά από ένα περιπετειώδες θαλάσσιο ταξίδι έφτασαν στην ελληνική πρωτεύουσα στα μέσα του Φεβρουαρίου. Στην πεδιάδα του Άργους έφτασαν στα μέσα Απριλίου. Καρπός της περιήγησης αυτής υπήρξε το βιβλίο Glimpses of Greek life and scenery, που εκδόθηκε στο Λονδίνο στα 1884», όπου και αναφέρουν εντυπώσεις από το Άργος.

 

Η Agnes Smith Lewis (1843 – 1926) και η Margaret Dunlop Gibson (1843 – 1920) πρώην Agnes και Margaret Smith (κάποιες φορές αναφέρονται και ως αδερφές Westminster) ήταν σημαντικές σπουδάστριες σημιτικής καταγωγής. Και οι δύο δίδυμες κόρες του John Smith από το Irvine, Ayrshire της Σκωτίας έμαθαν περισσότερες από 12 γλώσσες και υπήρξαν πρωτοπόρες στην ακαδημαϊκή τους εργασία και ευεργέτες της Πρεσβυτεριανής εκκλησίας της Αγγλίας, ειδικά του κολεγίου Westminster του Cambridge.

 Πρώιμη ζωή και εκπαίδευση

A portrait of Agnes Smith Lewis in the Westminster College, Cambridge.

A portrait of Agnes Smith Lewis in the Westminster College, Cambridge.

Οι δίδυμες ανατράφηκαν από τον πατέρα τους John (η μητέρα τους είχε πεθάνει τρεις  εβδομάδες μετά τη γέννησή τους), αστικολόγο και ερασιτέχνη γλωσσολόγο. Εκπαιδεύτηκαν σε ιδιωτικά σχολεία στο Birkenhead και στο Λονδίνο και πραγματοποίησαν πολλά ταξίδια στην Ευρώπη με οδηγό τον John. Μετά το θάνατο του John, εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο και προσχώρησαν στην Πρεσβυτεριανή εκκλησία του Kingston επί του Τάμεση. Συνέχισαν να μαθαίνουν γλώσσες και ταξίδεψαν στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Το 1870 η Agnes έγραψε το “Eastern pilgrims” (Ανατολικοί πρόσφυγες), έναν απολογισμό των εμπειριών τους σε Αίγυπτο και Παλαιστίνη. Το 1883 η Margaret παντρεύτηκε το James Gibson και το 1887 η Agnes παντρεύτηκε το Samuel Lewis, βιβλιοθηκάριο του κολεγίου Corpus Christi του Cambridge. Και οι δύο άντρες ήταν ιερωμένοι. Δυστυχώς, και οι δύο γάμοι έληξαν πρόωρα με το θάνατο των δύο συζύγων.

 
  
A portrait of Margaret Dunlop Gibson in the Westminster College, Cambridge.

A portrait of Margaret Dunlop Gibson in the Westminster College, Cambridge.

Ακαδημαϊκό έργο

Έως το 1890 οι αδερφές κατοικούσαν στο Cambridge και ξεκίνησαν να μελετούν συριακά και αραβικά. Το 1892 ταξίδεψαν στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο όρος Σινά, όπου ανακάλυψαν τη νεότερη συριακή έκδοση των ευαγγελίων γνωστή έως σήμερα. Τον επόμενο χρόνο επέστρεψαν για να αντιγράψουν το χειρόγραφο, γνωστό ως Σιναϊτικό Παλίμψηστο ή Σιναϊτικό χειρόγραφο (Lewis), το οποίο παρείχε νέα στοιχεία για τις σπουδές περί Καινής Διαθήκης. Συνέχισαν να ταξιδεύουν και να γράφουν μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αν και το Πανεπιστήμιο του  Cambridge δεν τις τίμησε ποτέ με ακαδημαϊκούς τίτλους (δε δεχόταν να δώσει τίτλο σε γυναίκα μέχρι το 1948), έλαβαν τιμητικούς τίτλους από τα Πανεπιστήμια του Heidelberg, του Δουβλίνου και του St Andrews, συμπεριλαμβανομένων και των πρώτων διδακτορικών τίτλων στη θεολογία που απονεμήθηκαν σε γυναίκες.

Στο Cambridge συμμετείχαν στην εκκλησία St Columba. Υπήρξαν γενναιόδωρες οικοδέσποινες στην οικία τους στο Castlebrae, το οποίο και έγινε κέντρο ενός έντονου πνευματικού και θρησκευτικού κύκλου.

Αγαθοεργία

Οι αδερφές χρησιμοποίησαν την κληρονομιά τους ως επιχορήγηση στο κολέγιο Westminster του Cambridge. Πράγμα που έγινε αφού επιτράπηκε στους αντικομφορμιστές να γίνουν πλήρη μέλη των πανεπιστημίων του Oxbridge με την κατάργηση κάποιων θρησκευτικών δοκιμασιών της βρετανικής ποινικής νομοθεσίας και αφού το Πρεσβυτεριανό κολέγιο μεταφέρθηκε από την Queen Square του Λονδίνου σε ένα νέο χώρο που αποκτήθηκε από το κολέγιο St John του Cambridge, το 1889. Επίσης βοήθησαν στην ίδρυση του Πρεσβυτεριανού ιερατείου του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, σήμερα Ενιαία Αναμορφωμένη Εκκλησία της St Columba.

Φαίνεται όμως ότι ποτέ δεν ξέχασαν τις επισκέψεις τους στην Ελλάδα και την Κύπρο, ή τη γνώση τους των νέων ελληνικών που διευκόλυνε σημαντικά τις έρευνες τους στη Μονή της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά. Το 1918, η Agnes Lewis προσέφερε στο Πανεπιστήμιο το ποσό των 6.500 λιρών για την προικοδότηση μιας θέσης αναπληρωτή καθηγητή στα Νέα Ελληνικά. Η Margaret Gibson πέθανε το 1920 και η αδελφή της, Agnes, έξι χρόνια αργότερα.

 

Απόδοση στα Ελληνικά: Σοφία Δασκαλάκη 

 

Πηγές 

  • Wikipedia
  • D. Cornick and C. Binfield (editors) (2006) From Cambridge To Sinai. United Reformed Church.

Read Full Post »

Γεννάδιος Γεώργιος (Σηλυβρία 1786 – Αθήνα 1854)


Εκπαιδευτικός και λόγιος με εθνική δράση.
Πρώτος διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης
 
Από τις κορυφαίες ελληνικές προσωπικότητες. Σπούδασε στα Δολιανά, στα Γιάννενα και αργότερα στο Λάμπρο Φωτιάδη στη Δακία και τελείωσε τις σπουδές του στη Λειψία. Το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1821 αγωνίσθηκε μαζί με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι έφυγε στη Γερμανία και επέστρεψε το 1824. Επί Καποδίστρια ο Γεννάδιος οργάνωσε το Ορφανοτροφείο και το κεντρικό σχολείο στην Αίγινα. Ήταν από τους ιδρυτές του Εθνικού Τυπογραφείου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Βίος

Γεννάδιος Γεώργιος

Γεννάδιος Γεώργιος

Ηπειρώτης, γεννημένος όμως στα 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης.  Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής.  Διδάχθηκε τα κοινά γράμματα στον τόπο καταγωγής του, στα Δολιανά του Ζαγορίου, και επέστρεψε στα Ιωάννινα, όπου άρχισε το δεύτερο κύκλο των σπουδών του. Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.
 

Δράση

Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.
Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας».4 Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave) Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής.

Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».

Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.

Ελλάδα

Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα.

Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:

«Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!» 

(εκκένωσε κατά γής το ισχνόν του βαλάντιον, το μόνον προϊόν των επιπόνων οικονομιών του). 

«Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!»  

Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.

 

 «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β': Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.

 

 

Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου. Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο.

Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

Συνεργασίες

Ο Γεννάδιος συνεργάστηκε με τους Γερμανούς λόγιους φιλέλληνες Ειρηναίο Θείρσιο (Friedrich W. Thiersch 1784-1860) και Θεόδωρο Κιντ (Karl Theodor Kind 1799-1868). Η θέση που κατείχε στη Ριζάρειο Σχολή τον έφερε επίσης σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες του εκκλησιαστικού χώρου, όπως με το Θαβωρίου Ιερόθεο και τον Ουγγροβλαχίας Νεόφυτο. Προσωπικά συνδεόταν επίσης με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (1770-1843), τον Ιωάννη Γκούρα (1771-1826), τον Αλέξανδρο Σούτσο (1803-1868), το Νεόφυτο Δούκα, το Γρηγόριο Κωνσταντά κ.ά., ενώ μαθητές του αναδείχτηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο (1815-1891) και τον Αλέξανδρο Ρ. Ραγκαβή.

Ο Γεννάδιος παντρεύτηκε την Άρτεμη Μπενιζέλου, κόρη του Προκοπίου Μπενιζέλου της μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας των Μπενιζέλων, και απέκτησε μαζί της 8 παιδιά (4 γιους και 4 κόρες), τα περισσότερα από τα οποία διακρίθηκαν στην πολιτική, στις τέχνες και στα γράμματα.

Το 1854 πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χολέρας.

 

Εργογραφία:

 

Έγραψε: “Γραμματική της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης” (1832) και επιμελήθηκε τη “Σύνοψιν της Ιεράς Ιστορίας” (1835) και την “Κατήχησιν ή Ορθόδοξον διδασκαλίαν της Ανατολικής Εκκλησίας”(1835).

Μετέφρασε τα έργα: “Πρώτη τροφή του υγιούς ανθρωπίνου νοός” (1819), “Ελληνικά τα εξαιρετώτερα της Ελληνικής Ιστορίας μέχρι του Πελοποννησιακού πολέμου”(1850), “Ελληνική Γραμματολογία”(1851) και “Στοιχειώδης πραγματεία περί των χρεών του ανθρώπου” (1853).

Μερικά από τα σημαντικότερα βιογραφικά σημειώματα για το Γεώργιο Γεννάδιο εντοπίζονται στα ακόλουθα έργα: Γούδας, Α., Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών 2 (Αθήνα 1874), σελ. 311-338, και Σφώκος, Κ., «Γεώργιος Γεννάδιος», Εθνικόν Ημερολόγιον 6 (1891), σελ. 193-204, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 11-12 (1883), σελ. 291-293, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 13 (1883), σελ. 330-332, και Αναστασιαδής, Ξ. (Γεννάδιος Ιωάννης), Γεωργίου Γενναδίου βίος, έργα, επιστολαί (Παρίσι 1926).

 

Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος
 
 
 
 Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών  1895H Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) ιδρύθηκε τυπικά με το Διάταγμα, που εκδόθηκε στις 15 Μαΐου 1832,  με την επωνυμία «Δημοσία Βιβλιοθήκη» και με Διευθυντή το Γεώργιο Γεννάδιο, που έφερε τον τίτλο του «Επιστάτου». Οι πρώτες «Σκέψεις περί σχηματισμού Εθνικής Ελληνικής Βιβλιοθήκης» δημοσιεύτηκαν από το φιλέλληνα Ιω. Μάγερ σε άρθρο του στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου, τον Αύγουστο του 1824. Η ιδέα υλοποιήθηκε το 1829 από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος συμπεριέλαβε τη Βιβλιοθήκη μαζί με τα άλλα πνευματικά Ιδρύματα -Σχολεία, Εθνικό Μουσείο, Τυπογραφία- στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, και ανέθεσε την επιστασία της στον Ανδρέα Μουστοξύδη, Πρόεδρο της Επιτροπής του Ορφανοτροφείου, Έφορο και Διευθυντή του Εθνικού Μουσείου, Έφορο του Κεντρικού Σχολείου κ.λπ.

Στο τέλος του 1830 η Βιβλιοθήκη, που χαρακτηριζόταν από τον ίδιο το Μουστοξύδη ως Εθνική Βιβλιοθήκη, αριθμούσε 1.018 τόμους εντύπων βιβλίων, που είχαν συλλεγεί μετά από έκκληση των Αρχών προς όλους τους Έλληνες και φιλέλληνες, προς τους διοικητές και προς τις μονές της χώρας. Το 1834 η Βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στη νέα πρωτεύουσα του Κράτους, την Αθήνα, και στεγάστηκε προσωρινά στο κτίσμα του Λουτρού (στη Ρωμαϊκή Αγορά) και αργότερα στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου (δίπλα στη Μητρόπολη) και σε άλλα κτίρια.

Παράλληλα με την κρατική μέριμνα για τον εμπλουτισμό της με αγορές ιδιωτικών βιβλιοθηκών, όπως αυτή του Δημ. Ποστολάκα (1.995 τόμοι), η Βιβλιοθήκη δέχτηκε πολλές δωρεές βιβλίων, όπως αυτές των Χριστόφ. και Κωνστ. Σακελλαρίου (5.400 τόμοι), του Μάρκου Ρενιέρη (3.401 τόμοι) κ.ά. Το 1842 η Δημόσια Βιβλιοθήκη (με 35.000 τόμους) ενοποιήθηκε με τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου (15.000 τόμους) και συστεγάστηκαν, μαζί με τη Νομισματική Συλλογή, στο νέο κτίριο του Οθώνειου Πανεπιστημίου. Πρώτος Έφορος (Διευθυντής) ορίστηκε ο Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος, που παρέμεινε στη θέση αυτή ως το 1863. Την εποχή αυτή η Βιβλιοθήκη εμπλουτίστηκε με σημαντικές δωρεές σπάνιων ξενόγλωσσων βιβλίων. Με το βασιλικό διάταγμα του 1866 οι δύο Βιβλιοθήκες συγχωνεύτηκαν και διοικητικά σε μία, με τον τίτλο «Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος«.

Στις 16 Μαρτίου 1888 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του νεοκλασσικού μαρμάρινου κτηρίου, που χρηματοδοτήθηκε από τους Κεφαλλήνες αδελφούς Παναγή, Μαρίνο και Ανδρέα Βαλλιάνο. Η Βιβλιοθήκη παρέμεινε στο κτήριο του Πανεπιστημίου μέχρι το 1903, οπότε μεταφέρθηκε στο νέο λαμπρό κτήριο, που σχεδιάστηκε από το Θεόφιλο Χάνσεν και οικοδομήθηκε με γενική επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλλερ.

Σήμερα η Εθνική Βιβλιοθήκη εξακολουθεί να στεγάζεται στο Βαλλιάνειο κτίριο, στο κέντρο της Αθήνας (Πανεπιστημίου 32, Αθήνα) καθώς και σε δύο άλλα κτίρια (Αγία Παρασκευή – Νέα Χαλκηδόνα) και η πολύτιμη, στο σύνολό της, Συλλογή του υλικού της περιλαμβάνει το γραπτό εθνικό πολιτιστικό θησαυρό της Ελλάδας.

Πηγές

  • «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού.
  • «Γεννάδειο» 1ο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Αθηνών.
  •  Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.

Read Full Post »

Older Posts »