Ομιλία του Αλέκου Παπαδόπουλου στην παρουσίαση βιβλίου «Βιώματα και Εξουσία» του Γιώργου Σταυρόπουλου, Επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας
«Ελεύθερο Βήμα»
Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.
Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την ομιλία του τέως υπουργού κ. Αλέκου Παπαδόπουλου,* που έκανε στην παρουσίαση του βιβλίου «Βιώματα και Εξουσία – Προσωπικές μνήμες και σκέψεις για θεσμικές αλλαγές» του Γιώργου Σταυρόπουλου, Επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 11 Μαΐου 2026 στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ, στην Αθήνα. Ήταν μια βραδιά με επίκεντρο τη Δικαιοσύνη, τις θεσμικές παθογένειες και τον δημόσιο λόγο του επίτιμου αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας που επέλεξε να μιλήσει ανοιχτά για την εξουσία, το κράτος δικαίου και την πολιτική ευθύνη.
Την εκδήλωση συντόνισε ο δημοσιογράφος Αντώνης Καρακούσης, ενώ παρενέβησαν, μεταξύ άλλων, ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, ο πρώην πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος, ο πρώην υπουργός Αλέκος Παπαδόπουλος και οι συνταγματολόγοι Γιώργος Σωτηρέλης και Σπύρος Βλαχόπουλος. Οι ομιλητές αναφέρθηκαν στη διαδρομή του Γιώργου Σταυρόπουλου στη Δικαιοσύνη και στη δημόσια ζωή, αλλά και στον προβληματισμό που αναπτύσσει στο βιβλίο του γύρω από τη λειτουργία των θεσμών και τη σχέση Δικαιοσύνης και εκτελεστικής εξουσίας.
Ο Αλέκος Παπαδόπουλος έδωσε πιο αιχμηρό θεσμικό τόνο στη δική του παρέμβαση, επιμένοντας στην ανάγκη προστασίας της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης από πολιτικές επιρροές. Με αφορμή τις αναφορές του βιβλίου, μίλησε, μεταξύ άλλων, για τις «υπόγειες», όπως τις χαρακτήρισε, προσπάθειες επιρροής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από την εκτελεστική εξουσία, ενώ υπογράμμισε ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλοί δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά ως θεσμικοί εγγυητές της δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους.
Η Ομιλία του κ. Αλέκου Παπαδόπουλου
[…] Όλοι, νομίζω, γνωρίζουμε ότι κάθε σοβαρό βιβλίο, σαν αυτό που σήμερα παρουσιάζουμε, αξιολογείται βεβαίως από το περιεχόμενό του. Όταν, όμως, αφορά στο παρόν και στο μέλλον της χώρας κρίνεται, αν είναι χρήσιμο, σε μεγάλο βαθμό, και από το βάρος της υπογραφής του συγγραφέα. Και η υπογραφή του Δικαστή Γιώργου Σταυρόπουλου είναι βαριά και εγγυημένη.
Νιώθω όμως την ανάγκη να ξεκινήσω με μία εξομολόγηση.
Πριν διαβάσω το πρόσφατα δημοσιευμένο βιβλίο με τον τίτλο «Βιώματα και Εξουσία», μου γεννήθηκε κάποια αμφιβολία αν θα ήταν σκόπιμο ο συγγραφέας να επιλέξει και ν’ αναδείξει την μεταπολεμική θεσμική και διοικητική εξέλιξη της χώρας μας συνδυαστικά με τα βιώματά του ως πολίτης και ως διακεκριμένος Ανώτατος Δικαστικός.
Φοβήθηκα, προς στιγμήν, ότι πιθανόν να ελλοχεύει ο κίνδυνος να εκληφθεί από διάφορους κακόβουλους, καθ’ έξιν και κατ’ επάγγελμα «τιμητές της εύκολης κριτικής», ότι το βιβλίο αυτό είναι μια προσπάθεια «συγκεκαλυμμένης αυτοβιογραφίας».
Ήταν λάθος ο αρχικός φόβος μου. Γιατί το βιβλίο αυτό δεν είναι ούτε σύγγραμμα ούτε ιστόρημα που υπακούει σε κανόνες. Είναι η βιωματική καταγραφή μιας πορείας για την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας των θεσμών της ελληνικής πολιτείας. Η όλη πορεία του Γιώργου Σταυρόπουλου ως διακεκριμένου και αδιαμφισβήτητου κύρους δικαστικού λειτουργού, εντός και εκτός Ελλάδος, δεν αφήνει κανένα περιθώριο κριτικής.
Ο συγγραφέας δεν εξαντλήθηκε μόνο στο να χρεώνεται ως Δικαστής απλώς υποθέσεις και να εκδίδει αποφάσεις. Αντίθετα έχει προ πολλού καταγραφεί ως ένας βαθιά θεσμικός αλλά και επίμων μαχητής, σε όλα τα δημόσια πεδία που εκλήθη να υπηρετήσει, για την αέναη προσαρμογή και ενίσχυση των ατροφικών λειτουργιών του κράτους και για την επιτακτική και άμεση ανάγκη για την αναθέσμιση της χώρας με λογισμό και κρίση.
Δεν υπήρξε ποτέ απόμακρος και ουδέτερος παρατηρητής των γεγονότων. Έζησε μέσα στην πλατιά ενδοχώρα της ελληνικής ζωής και πραγματικότητας.
Η πολύ καλή του παιδεία, εντός και εκτός Ελλάδος, το οικογενειακό του περιβάλλον, οι ικανότητές του και κυρίως ο αναγεννησιακός και καθολικός του χαρακτήρας αποτέλεσαν το θεμέλιο του δικαστή και του ανθρώπου που δρούσε πάντα με οδηγό την πίστη που ορίζει έναν σκοπό, με μέθοδο, σύνεση και πρωτοβουλία.
Επιτρέψτε μου να ισχυριστώ ότι ο συγγραφέας, όπως τον γνώρισα εδώ και πολλά χρόνια και όπως προκύπτει από την όλη του δράση, αλλά τώρα και από το βιβλίο του, μπορεί αβίαστα να καταταχθεί σε μια ιδιότυπη πρωτοπορία σκεπτόμενων και δρώντων ταυτόχρονα ανθρώπων που αισθάνονται ότι έχουν προσωπική ευθύνη για το μέλλον της χώρας. Και γι’ αυτό με νηφάλιο αλλά και αυθεντικό τρόπο συνεχίζει ακόμη τις προσπάθειες του, ώστε ο ελληνισμός να πάψει να εξελίσσεται ως το ανάπηρο καθυστέρημα της Ευρώπης.
Ακριβώς η σμίκρυνση αυτής της απόστασης από τις προηγμένες θεσμικά κοινωνίες που διατηρεί ακόμη αυτή την ιστορική καθυστέρηση της χώρας μας είναι, επί δύο αιώνες, το θεμελιακό και υπαρξιακό ζητούμενο του νεοελληνικού κράτους.
Ο Δημήτρης Μπάτσης του ΚΚΕ το είπε «εκβιομηχάνιση», ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το είπε «ανήκουμε στην Δύση», ο Ανδρέας Παπανδρέου το είπε «Αλλαγή» και ο Κώστας Σημίτης «Εκσυγχρονισμό».
Στην ουσία το ίδιο πράγμα λέγανε όλοι τους, την ίδια αγωνία εκφράζανε, με άλλα λόγια και ανεξάρτητα από τις διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες και προσανατολισμούς τους. Σήμερα δεν γνωρίζω πώς θα μπορούσαμε να το πούμε, αλλά…. και ποιος θα το έλεγε!
Μας υποδηλώνει με τις σκέψεις του στο βιβλίο ο συγγραφέας ότι πρέπει, χωρίς άλλη σπατάλη χρόνου, να ανοίξει τώρα, το συντομότερο δυνατόν, ένας βιώσιμος μεταρρυθμιστικός δρόμος που θα διαπεράσει τους νοσούντες πολιτικούς θεσμούς και τις νοσούσες επικρατούσες πεποιθήσεις.
Πάνω σε αυτό το υπόστρωμα, ο συγγραφέας με αυτοσυγκράτηση, χωρίς διακηρυκτικούς κομπασμούς και χωρίς μεγαλαυχίες συνταίριαξε αριστοτεχνικά στο βιβλίο του τις εμπειρίες, την γνώση και τις προτάσεις του και κατάφερε να οργανώσει πειστικά μια πλατφόρμα πάνω στην οποία χτίστηκε αυτό το βιβλίο.
Αλλά η πιο δυνατή και κινητοποιός εσωτερική δύναμη και γόνιμη παρόρμησή του είναι το γεγονός ότι ο συγγραφέας ανήκει στην προνομιούχα γενιά που έζησε και βίωσε βαθιά την ιστορική μετάπτωση της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας από μία κοινωνία δραπετών της φτώχειας και της σκληρής επιβίωσης σε μία κοινωνία αχόρταγης επιθυμίας και ρυπαρής μαζί και αναίσχυντης καταναλωτικής νοοτροπίας που πολτοποίησε συνειδήσεις και κυρίως πορεύτηκε με αδύναμους πολιτικούς θεσμούς και χωρίς θεσμικά αντισώματα οδηγήθηκε στη σημερινή θεσμική και ηθική της αποδιάρθρωση.
Η κοινωνία μας πορεύεται πλέον χωρίς πνευματική βάση, με συχνά φαινόμενα κυνικών συμπεριφορών και με νοθευμένα πολιτιστικά και πολιτικά πρότυπα, πολιτικές πρακτικές και συμπεριφορές.

Από δεξιά: Γιώργος Σταυρόπουλος, ο πρώην υπουργός Αλέκος Παπαδόπουλος, ο πρώην πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος, ο δημοσιογράφος Αντώνης Καρακούσης και ο συνταγματολόγος Σπύρος Βλαχόπουλος.
Κυρίες και κύριοι,
Ήταν εύλογο ο συγγραφέας ως δικαστής να διαθέσει ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου του στην Δικαιοσύνη, στην οποίαν υπηρέτησε ευόρκως επί 40 χρόνια περίπου. Οι διαπιστώσεις και οι παρατηρήσεις του διατυπώνονται με περίσσιο θάρρος και πειστικότητα.
Ο συγγραφέας-Δικαστής αναγνωρίζει με γενναιότητα και με έμφαση ότι η θεσμική ακεραιότητα της Δικαιοσύνης δεν εξαρτάται μόνο από τη σημασία που δίνουν σε αυτήν οι άλλες δύο εξουσίες, η εκτελεστική και η νομοθετική, αλλά και το πάντα εποφθαλμιόν πολιτικό σύστημα που συστηματικά εμπλέκει την Δικαιοσύνη στον τυφλό πολιτικό ανταγωνισμό.
Αυτός ο ανταγωνισμός στη χώρα μας δυστυχώς δεν διεξάγεται μέσα σε ένα δημοκρατικό καθεστώς καθηκόντων προς όφελος της κοινωνίας, αλλά μέσα σε σκοτεινούς διαδρόμους που οδηγούν στην απόκτηση της εξουσίας προς όφελος ιδιωτικών συμφερόντων. Όμως εδώ θέλω να τονίσω ότι «η θεσμική δημοκρατία δεν αναγνωρίζει στο δημόσιο βίο παιδεία εξουσίας, αλλά μόνον παιδεία ευθύνης».
Επέμενε και επιμένει ο συγγραφέας ότι η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης εξαρτάται και από τον τρόπο λειτουργίας των ίδιων των δικαστών και εισαγγελέων. Την ανεξαρτησία τους οι δικαστικοί λειτουργοί οφείλουν να την υποστηρίζουν και να μάχονται για αυτή και οι ίδιοι. Επιβάλλεται να είναι αδέκαστοι και έναντι των συναδέλφων τους όταν παραβιάζουν τους κανόνες.
Οι δικαστές και οι εισαγγελείς δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Είναι Δημόσιοι Λειτουργοί με αυξημένη ευθύνη. Δεν διεκπεραιώνουν απλώς τις υποθέσεις. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς είναι μια μορφή ηγεσίας που πρέπει να είναι εξοπλισμένοι με ιδιαίτερες ψυχικές και πνευματικές ιδιότητες και ικανότητες, να έχουν μεγάλο φορτίο αξιοπιστίας, να εμπνέουν εμπιστοσύνη και να καθοδηγούν με γενναιότητα. Δεν αρκεί να αντλούν κύρος μόνον εκ της θέσεώς τους ως δικαστές. Είναι σημαντικό να προσδίδουν οι ίδιοι κύρος στην δικαστική τους ιδιότητα με την συμπεριφορά τους.
Δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι η Δικαιοσύνη πάσχει στην χώρα μας στον βαθμό που εμφανίζεται. Δίνονται όμως οίκοθεν, όπως εσχάτως, σοβαρές αφορμές για αρνητικές επικρίσεις που δυστυχώς γενικεύονται επικίνδυνα ως απαξιωτικές πεποιθήσεις.
Είναι πλέον φανερό ότι η Σχολή Δικαστών πρέπει να προσανατολιστεί και προς αυτή την κατεύθυνση, επισημαίνει ο συγγραφέας. Είναι αλήθεια ότι μέσω της διδασκαλίας στην Σχολή ανέβηκε το γνωστικό επίπεδο των εκκολαπτόμενων δικαστών.
Εκεί που δυστυχώς υστερούν οι εκπαιδευόμενοι δικαστές, μας λέγει ο έμπειρος Δικαστής και συγγραφέας, είναι η εμπέδωση της δεοντολογίας, και της γενικότερης κατάρτισης.
Σε μια συνέντευξή του ο συγγραφέας είπε: «Δεν είμαι σίγουρος ότι όλοι οι απόφοιτοι της Σχολής συνειδητοποιούν πόσο σημαντική είναι η τήρηση των κανόνων δεοντολογίας. Υπήρχε πάντα μια εμμονή με την διδασκαλία μόνο των νομικών μαθημάτων στη Σχολή. Η απόκρουση όμως των όποιων πιέσεων, εξωτερικών αλλά και ενδοδικαστικών, που θα υποστεί ένας δικαστής κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, αφορά τελικά στην συνείδηση του και στην πίστη του στις αξίες που αυτός υπηρετεί».
Και καταλήγει: «ο ιστορικός περίγυρος που βιώνουμε δεν είναι και τόσο ευνοϊκός. Ο δικαστής έχει στις μέρες μας περισσότερες προκλήσεις να αντιμετωπίσει. Πρέπει να σταθεί όμως όρθιος».
Ζούμε επίσης σε μια εποχή όπου η νέα τεχνολογία διευκολύνει αλλά ταυτόχρονα και δυσκολεύει την διερεύνηση κάποιων περίπλοκων και σύνθετων υποθέσεων.
Βεβαίως καταφεύγουν σε εμπειρογνώμονες, αλλά οι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να έχουν τουλάχιστον και γενικότερες γνώσεις, πέραν της νομικής επιστήμης, όπως πχ. οικονομίας, κοινωνιολογίας κλπ. που σήμερα δεν περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα της Σχολής.
Τα προβλήματα στο χώρο της Δικαιοσύνης είναι πολλά και δυσεπίλυτα. Θα αναφερθούν νομίζω σε αυτά αρμοδιότεροι και εγκυρότεροι από μένα συμπαρουσιαστές.
Θα περιοριστώ ενδεικτικά σε ένα φαινομενικά αθώο γεγονός, για να φανεί πόσο μεγάλη ζημιά έκανε και κάνει σε βάρος της Δικαιοσύνης η αγωνιώδης και υποδόρια αναζήτηση από τις κυβερνήσεις ερεισμάτων επιρροής στα ανώτατα και ανώτερα κλιμάκια του θεσμού.
Το Σύνταγμα προβλέπει μόνο μία θέση Αντιπροέδρου σε κάθε ένα από τα Ανώτατα Δικαστήρια. Όλα όμως σχεδόν τα κυβερνώντα κόμματα σταδιακά αύξησαν από μία σε 10 τις θέσεις των Αντιπροέδρων στον Άρειο Πάγο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας που επιλέγονται από τις κυβερνήσεις. Το ίδιο συνέβη και με τούς Προέδρους Εφετών.
Αυτά ήταν μία καθαρά αήθης πολιτική πράξη γιατί λειτουργικά δεν χρειαζόταν να γίνουν. Οι θέσεις των Αντιπροέδρων πρέπει άμεσα να περιοριστούν. Είναι θέμα αρχής. Μία θέση Αντιπροέδρου κατά Ανώτατο Δικαστήριο αρκεί όπως σε όλη την Ευρώπη.
Βέβαια μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί, αφελώς, μα αφού το Σύνταγμα προβλέπει έναν μόνο Αντιπρόεδρο στα Ανώτατα Δικαστήρια γιατί η αύξηση των θέσεων των Αντιπροέδρων σε 10 δεν κρίθηκε η ρύθμιση αυτή ακόμη ως αντισυνταγματική;
Αλλά το αφελές αυτό ερώτημα γεννά αυτομάτως ένα άλλο αφελέστερο: Από ποιόν άραγε θα κριθεί;
Ένα άλλο ελληνικό παράδοξο είναι η ακατανόητη επιλογή τα τελευταία κυρίως χρόνια από τις κυβερνήσεις των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων για ένα μόνο έτος θητείας, στο τέλος δηλαδή πριν την συνταξιοδότησή τους. Έρχονται και παρέρχονται κάθε χρόνο επιτείνοντας, εκτός των άλλων, το ευάλωτο και το αδιοίκητο των Ανώτατων Δικαστηρίων αφού ο μικρός χρόνος θητείας του ενός έτους ή ακόμη και μερικών μηνών στην ουσία τούς καθιστά υπηρεσιακούς Προέδρους ανήμπορους να προλάβουν να ασκήσουν ουσιαστική διοίκηση και βελτίωση της ποιότητας και της λειτουργίας των Δικαστηρίων. Το γιατί αυτό γίνεται είναι εύκολο να το αντιληφθεί κανείς.
Έγραφε το 1955 ο Άγγελος Τερζάκης, ένας από τους μεγάλους της ανεπανάληπτης πνευματικής γενιάς του 30’, αναφερόμενος στην αναξιοπιστία της πολιτικής και των θεσμών ότι: «δύο ή τρεις αναξιοπιστίες στο μάκρος μιας γενιάς… πάει το ’χασες το παιχνίδι»!
Η πρόκληση σήμερα είναι πώς μια απόπειρα εφαρμογής αξιόπιστων πολιτικών και προστασίας των θεσμών θα γινόταν αποδεκτή από μια ηττημένη κοινωνία.

Κατάμεστη η αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ στην παρουσίαση του βιβλίου «Βιώματα και Εξουσία – Προσωπικές μνήμες και σκέψεις για θεσμικές αλλαγές».
Κυρίες και Κύριοι διαβάστε αυτό το βιβλίο.
Όχι γιατί είναι απλώς καλογραμμένο ή γιατί η ρέουσα γλώσσα του συγγραφέα το κάνει κατανοητό και ελκυστικό. Όχι, δεν είναι σε καμιά περίπτωση μανιφέστο, σαν αυτά που τις μέρες μας κατασκευάζονται στα επικοινωνιακά σχεδιαστήρια για να εμπορευθούν ψεύτικες ελπίδες, τυφλές χαρές και απατηλές προσδοκίες με στόχο την εξουσία.
Τούτο το βιβλίο είναι μόνο η έκφραση μιας γνησίας και ήρεμης αγωνίας του συγγραφέα για το μέλλον της χώρας του. Λένε πολλοί ότι ο λαός αναζητά ελπίδα. Οι γνήσιες ελπίδες όμως κάθε λαού είναι μόνο αυτές που χτίζονται και όχι αυτές που διακηρύσσονται με λαϊκίστικες θωπείες.
Η χώρα μας πιθανόν να περάσει ξανά δύσκολα χρόνια. Για ν’ αντέξει θα πρέπει να υιοθετηθούν από την ελληνική κοινωνία μεγάλες αυτοπειθαρχίες για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις πάσης φύσεως υστερήσεις της, που ακόμη την κατατρύχουν.
Και για να τις αντιμετωπίσει πρέπει να συγκροτήσει ένα σφριγηλό και αποτελεσματικό κράτος πάνω σε υγιείς και αυτοελεγχόμενους θεσμούς και αυτό το χρειάζεται τώρα, πριν κακοφορμίσει κι άλλο το θεσμικό αλλά κυρίως το πολιτικό μας σύστημα και διαπεράσει τον λαό μας ο τυφλός μηδενισμός, η γενικευμένη παραίτηση και η καθολική απόρριψη συστημάτων και θεσμών.
Σας ευχαριστώ
* Ο κ. Αλέκος Παπαδόπουλος διετέλεσε Υπουργός Οικονομικών, Υγείας και Εσωτερικών επί Κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και υπήρξε ο εμπνευστής και εισηγητής μεγάλων μεταρρυθμίσεων όπως το νομοσχέδιο «Καποδίστριας» για την τοπική αυτοδιοίκηση.
Διαβάστε ακόμη:
- Παπαδόπουλος Αλέκος – Ο πανηγυρικός λόγος του Αλέκου Παπαδόπουλου στον Μητροπολιτικό Ναό Αίγινας.
- Παπαδόπουλος Αλέκος – Παρουσίαση του βιβλίου «Περικλέους Επιτάφιος» του Θουκυδίδη στην Αλβανία.
- Παπαδόπουλος Αλέκος – Η Δημοκρατία στην εποχή των αλγορίθμων και μεγάλων δεδομένων. Από τον ουμανισμό στη σύγχρονη πολιτική ευθύνη. Ηθική ελευθερία και λογοδοσία στη δημόσια σφαίρα. Σύγχρονες απειλές και τεχνητή νοημοσύνη.









Σχολιάστε