Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

 

Βεντράμος Τζάνες ( Ιωάννης ) : 16ος αι.

 

 

Βιογραφικό

 

Ο Τζάνε Βεντράμος, ποιητής και συγγραφέας, γεννήθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα στο Ναύπλιο. Ήταν γόνος αρχοντικής οικογένειας. Ο πατέρας του καταγό­ταν από τους Ενετούς Βεντράμιν. Η μητέρα του όμως ήταν Ελληνίδα, κόρη του πλούσιου Ναυπλιώτη Μανουήλ Μόρμορη, που πέρασε στην Πελοπόννησο από την Ήπειρο κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα.

 

Το επάγγελμα του Βεντράμου ήταν καπετάνιος και ταξίδεψε ως πλοηγός σε ενετικές γαλέρες από το 1522, δεν είχε όμως σπουδαία μόρφωση. Στο Ναύπλιο ασχολήθηκε με το εμπόριο. Μέσα από το έργο του φαίνεται η προσωπική γνωριμία του με πολλούς τόπους από τα ταξίδια, που έκανε. Ακόμη αναφέρεται ότι εφεύρε ναυπηγικό σχέδιο, που το 1566 το παρέδωσε στο ενετικό κράτος και αμείφθηκε.

 

Ο Βεντράμος συνέθεσε, κατά το έθιμο της εποχής του, δύο ηθικοδιδακτικά ποιήματα, τα οποία αποτελούν γλωσσικές μαρτυρίες του 16ου αιώνα, φανερώνουν το πνεύμα του καιρού του, την παιδεία, τις σχέσεις μεταξύ των φύλων και την φιλανθρωπία. Τα έργα του είναι γραμμένα σε ομοιοκατάληκτο 15σύλλα6ο στίχο, αλλά η λογοτεχνική τους αξία είναι ασήμαντη. Το ένα από αυτά αναφέρεται στις σχέσεις της γυναίκας και του άνδρα, ενώ το δεύτερο διαπραγματεύεται το θέμα της απληστίας και του εγωισμού. Αυτό το τελευταίο έργο του Βεντράμου έχει πιο βελτιωμένη μορφή από το πρώτο.

Ο ποιητής έζησε μέσα στον 16ο αιώνα, αλλά δεν είναι γνωστό πότε και πού πέθανε.

Έργα

Ποίηση: «Ιστορία των Γυναικών των καλών και των κακών» 1549, Βενετία (ένα του ανάτυπο βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Μονάχου. Αποτελείται από 296 15σύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους και διαιρείται σε τρία μέρη). «Ιστορία της φιλαργυρίας μετά της περηφανείας» 1567, Βενετία (αποτελείται από 396 15σύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους).

 

 

Ουδένα θερίον το λοιπόν της γυναικός ομοιάζει,
μηδέ λεοντάριν άγριον μετ’ αύτη να ταιριάζει.
Κάλλιο να κάμεις συντροφιά με δράκον, με λεοντάριν,
παρά γυναίκα πονηρά σ’ έχθρητα να σε πάρει…

 

Ιστορία γυναικών, των καλών και των κακών, 7-10. 1549. Börje Knös, «Un miroir des femmes du XVI siècle», Ελληνικά 14 (1955). 130.

 

Και άλλον δεν έναι η έγνοια της είμη ν’ αναντρανίζει,
τον άνδρα εις το πρόσωπον, συχνά να του κανύζει,
πώς να τον βάλει εις όρεξιν να την αναγυρέψει
και την ψυχήν και το κορμί μετ’ αύτονε να ψέξει.
Και διά τούτο, λέγω σας, άρχοντες τιμημένοι,
ηξεύρετε, διά την πορνειά πάγ’ η ψυχή χαϊμένη…

 

«Περί τες πόρνες». Ιστορία γυναικών, των καλών και των κακών, 185-190. 1549. Börje Knös, «Un miroir des femmes du XVI siècle», Ελληνικά 14 (1955). 135-136.

 

 

 

Η ρόδα τύχης κράζεται, τον κόσμο όλον γυρίζει,
άνθρωπος δεν ευρίσκεται ποτέ να την ορίζει.
’Τι όσοι μετ’ αύτη επλούτησαν και υψώθησαν περίσσα,
’κ το βίος εξεπέσασιν κ’ ύστερα διακονήσα.

 

Ιστορία φιλαργυρίας μετά της περηφανίας, 3-6. 1567. Γεώργιος Θ. Ζώρας, Τζάνε Βεντράμου.

 

 

Πηγές

 

 

 

Βιβλιογραφία

 

Μ. Περάνθης., «Ανθολογία Ποιήσεως» τόμ. 1 σσ. 110-112. Β. Knos., «Un miroir des femmes du XVIe siecle», «Ελληνικά» τόμ. 14 1955 σσ. 123-157. Γ. Ζώρας., «Τζάνε Βεντράμου «Ιστορία φιλαργυρίας μετά περηφανείας», άγνωστον στιχούργημα του 16ου αιώνα, 1956. Φ. Μπουμπουλίδης., «Ανέκδοτα έγγραφα περί του Ναυπλιέως ποιητού Τζάνε Βεντράμου», ΕΕΒΣ τόμ. 3 1960-1961 σσ. 194-201.

 

                   

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Τελέσιλλα (αρχές 6ου-5ου αι. π.Χ.): λυρική ποιήτρια του Άργους.

 

 

Τελέσιλλα (αρχές 6ου-5ου αι. π.Χ.): λυρική ποιήτρια και ηρωίδα του Άργους.

Γεννήθηκε στο Άργος το 520-515 π.Χ. και καταγόταν από επιφανή οικογένεια, αλλά ήταν λεπτοκαμωμένη και φιλάσθενη. Με την ποίηση ασχολήθηκε ύστερα από υπόδειξη του μαντείου των Δελφών («τας Μούσας θεραπεύειν»), όταν θέλησε να το συμβουλευτεί για την υγεία της. Στη συνέχεια αφοσιώθηκε με πάθος στην ποίηση και με το ποιητικό της ταλέντο κατόρθωσε και νόημα να δώσει στη ζωή της και να αναδειχθεί σε πνευματική προσωπικότητα.

 

Έργο

 

Τα ποιήματά της ήταν κυρίως ύμνοι για χορούς κοριτσιών, ένα είδος ιδιαίτερα αγαπητό την αρχαία εποχή, αφού οι γονείς στα διάφορα χοροστάσια είχαν την ευκαιρία να καμαρώσουν τις κόρες τους που χόρευαν. Μάλιστα είχε καθιερώσει δικό της μέτρο, το οποίο οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι ονόμασαν«Τελεσίλλειο» για τη μοναδικότητά του.

 

Τελ�σιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μ�χρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επαν�κδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Από την ποίηση της Τελέσιλλας δεν σώθηκαν παρά ελάχιστα αποσπάσματα και μόνο ένα ολόκληρο, χαραγμένο μεταγενέστερα σε λίθο, ο οποίος βρέθηκε στο ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο. Πρόκειται για ύμνο με 28 στίχους, αφιερωμένο στη μητέρα των θεών Ρέα, η οποία διεκδικεί από το γιο της Δία το μερίδιό της στη μοιρασιά του σύμπαντος. Ο μύθος της σύγκρουσης του Δία με τη μητέρα του Ρέα ή Κυβέλη δε μας είναι γνωστός από άλλη πηγή και ίσως να είναι πνευματικό δημιούργημα της Τελέσιλλας. Η Τελέσιλλα ήταν παντρεμένη με κάποιον Ευξενίδα, ο οποίος της ανήγειρε μνημείο μετά το θάνατό της, για να την τιμήσει, με το επίγραμμα:

 

 

 

«Μνημείο, γλυκιά Τελέσιλλα, έστησε εδώ

ο Ευξενίδας για τη γυναίκα που παντρεύτηκε,

γιατί πάντα ήταν γεμάτη πίστη, εύνοια, αρετή

και αγάπη. Ας μένει και για τους μεταγενέστερους

η φήμη σου αξέχαστη για πάντα».

 

Ο επιγραμματοποιός Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς τη θεωρεί μια από τις εννέα μεγάλες ποιήτριες της αρχαιότητας.

 

 

Αντίσταση κατά των Σπαρτιατών

 

 

Εντούτοις, η Αργεία ποιήτρια έμεινε περισσότερο γνωστή από την ηρωική άμυνα που αντέταξε κατά του Σπαρτιάτη Κλεομένη το 494 π.Χ. Μετά την καταστροφή που υπέστη ο στρατός των Αργείων στο ιερό άλσος της Σηπείας μεταξύ Ναυπλίου και Τίρυνθας, όπου ο Κλεομένης με δόλο και ύστερα με εμπρησμό προκάλεσε το θάνατο 8.000 Αργείων μαχητών, την άμυνα της πόλης οργάνωσε η κοντόσωμη και μαχητική Τελέσιλλα. Όπλισε γυναίκες, γέρους και παιδιά με όπλα και κάθε λογής αντικείμενα και τους παρέταξε στις επάλξεις.

Ο Κλεομένης, θεωρώντας ότι θα γινόταν μισητός, αν θα κυρίευε την πόλη πολεμώντας κατά γυναικών ή ότι σε περίπτωση αποτυχίας θα γινόταν καταγέλαστος, απομάκρυνε το στρατό του. Η Τελέσιλλα είχε σώσει την πατρίδα της.

 

Σε ανάμνηση του γεγονότος έχτισαν ναό του Ενυαλίου, δηλαδή του πολεμικού Άρη, ο οποίος εθεωρείτο προστάτης των γυναικών στο Άργος, και καθιέρωσαν ετήσια γιορτή, τα «υβριστικά», κατά την οποία οι γυναίκες ντύνονταν ανδρικά και οι άνδρες γυναικεία. Οι Αργείτισσες τότε, λόγω της λειψανδρίας, πoλιτoγράφησαν περιοίκους και τους παντρεύτηκαν· αλλά με νόμο καθιέρωσαν να βάζουν προσθετά γένια, όταν πλάγιαζαν μαζί τους, για να τους θυμίζουν την ταπεινή τους καταγωγή.

  

Ο Παυσανίας αναφέρει ( ΙΙ, 20, 8 ) ότι στο ιερό της Αφροδίτης, νότια του θεάτρου, είχε δει στήλη με ανάγλυφη παράσταση της Τελέσιλλας, η οποία ετοιμαζόταν να φορέσει το κράνος της, ενώ στα πόδια της ήταν σκορπισμένα τα βιβλία της. Για την Τελέσιλλα έχουν γράψει πολλοί αρχαίοι συγγραφείς μέχρι και τον 2ο μ.Χ. αιώνα και στη συνέχεια έχουν δημοσιευτεί αρκετές μελέτες. Οι πληροφορίες από τις αρχαίες πηγές είναι ίδιες και μόνο στις λεπτομέρειες διαφέρουν.

Εντύπωση μας προξενεί το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος, ο οποίος είναι σχεδόν σύγχρονος των γεγονότων και αναφέρεται διεξοδικά στην επίθεση του Κλεομένη και στον αποδεκατισμό των Αργείων (VI 76-85) δεν τη μνημονεύει καν. Το ίδιο κι ο μεταγενέστερος Αριστοτέλης, ο οποίος αναφέρεται στην πολιτογράφηση των περιοίκων στα «πολιτικά» του (1303 α, β). Η «ποιητική» του Αριστοτέλη δυστυχώς δε μας παρέχει καμία πληροφορία, γιατί ο πρώτος τόμος, που σώθηκε, αναφέρεται μόνο στο έπος και στην τραγωδία. Άλλοι συγγραφείς, αλλά πολύ μεταγενέστεροι, όπως ο Παυσανίας, ο Πλούταρχος, ο Πολύαινος, της πλέκουν το εγκώμιο, τονίζοντας την ηρωική της αντίσταση κατά των Σπαρτιατών.

 

Επισημαίνουμε, όμως, ότι ο Κλεομένης τότε δεν είχε πρόθεση να καταλάβει το Άργος, αλλά μόνο να το εξασθενήσει και να το ταπεινώσει, ώστε να μην αποτελεί πια υπολογίσιμη δύναμη στην Πελοπόννησο, πράγμα που είχε επιτύχει ήδη με την εξόντωση του ανδρικού πληθυσμού.

Δεν μπόρεσε τότε να προβλέψει ότι το Άργος σύντομα θα παρουσίαζε και πάλι μεγάλη ακμή και ότι η Σπάρτη θα είχε τα ίδια και χειρότερα προβλήματα.

Εξάλλου, ο Κλεομένης ήθελε ν’ αποφύγει τυχόν απώλειες από τον αμυνόμενο άμαχο πληθυσμό, που ήταν αποφασισμένος, ιδιαίτερα λόγω της λειψανδρίας που αντιμετώπιζε ανέκαθεν η πατρίδα του, και θεώρησε φρόνιμο να μην επιτεθεί στην πόλη. Η Τελέσιλλα πάντως έγινε θρύλος και μυθοποιήθηκε στη συνείδηση του Αργειακού λαού.

 

 

Βιβλιογραφία

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 
  •  Μαρκέλλου Θ. Μιτσού, εφόρου των Αρχαιοτήτων. « Αργολική Προσωπογραφία », Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Εν Αθήναις 1952. 
  •  Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.
  •  Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Διαβάστε επίσης:

Τελέσιλλα η Αργεία λυρική Μούσα

ΕΥΑ ΔΕΛΗ ( 1921 – 1940)

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στα 1921 κι’ όταν ακόμη ήταν 2 ετών ήρθε με τους γονείς της Υπατία και Χρήστο Δελή κι’ εγκαταστάθηκε στην Νέα Κίο του Άργους. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές της στην Αθήνα. Στα 17[1] της χρόνια τελείως απρόοπτα αρρώστησε από φυματίωση και τον Μάρτη του 1940 πέθανε σε ηλικία 19 ετών. Ποιήματα της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά «Ηραία» Άρ­γους και «Νεοελληνικά Γράμματα».

 


[1] Ασυνήθιστη γιά τήν ηλικία της στοχαστιχότητα και ψυχική ωρι­μότητα βλέπουμε στα λίγα ποιήματα πού πρόφτασε να γράψει ή Εύα Δελή, ή οποία γνώρισε την ουσία των πραγμάτων μέσα από πικρότατη πείρα ζωής. «Η άρρώστεια δεν την απογοήτευσε, άλλα πάλαιψε με την ευαίσθητη ψυχή της και προσπάθησε να αμβλύνει την αγωνία της με τούς στίχους της, πού είναι ένα καθρέφτισμα του ανήσυχου εαυτού της.

 

 

 

Βιβλιογραφία

 

  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  •  Γ.   Λογοθέτη:  Σέ μια πρόωρη φυγή «Εύα Δελή»  περ. Άργους «Τα Ηραία» τευχ. 26-27, 1940.

 

 

 

 

 

Eργογραφία Άγγελου Tερζάκη

 

Μυθιστορήματα:

 «Δεσμώτες», Μαυρίδης, Αθήνα 1932.

«Η παρακμή των Σκληρών», Αθήνα 1933.

«Η μενεξεδένια πολιτεία», Πυρσός, Αθήνα 1937.

«Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ», Οι Φίλοι του Βιβλίου, Αθήνα 1945.

«Ταξίδι με τον Eσπερο», Αθήνα 1946.

«Δίχως Θεό», Αθήνα 1946.

«Η μυστική ζωή», Εστία, Αθήνα 1957.

«Tο μυθιστόρημα των τεσσάρων» (μαζί με τους Σ. Μυριβήλη, Μ. Καραγάτση, Ηλ. Βενέζη), Εστία Αθήνα 1979.

«Το λυκόφως των ανθρώπων», Εστία, Αθήνα 1989. «Η στοργή», Γλάρος, Αθήνα 1944.

Nουβέλες:

«Η στοργή», Γλάρος, Αθήνα 1944

Διηγήματα:

«Ο ξεχασμένος», Αθήνα 1925.

«Φθινοπωρινή συμφωνία», Αθήνα 1929.

«Του έρωτα και του θανάτου», Αετός, Αθήνα 1943.

«Απρίλης», Οι Φίλοι του Βιβλίου, Αθήνα 1946.

«Οι επαναστατημένοι», Εστία, Αθήνα 1993. Mε προλογικό σημείωμα του Bάιου Παγκουρέλη.

 

Η πριγκηπσσα Ιζαμπώ

Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ

 

Θέατρο:

«Αυτοκράτωρ Μιχαήλ», Αθήνα 1936.

«Γαμήλιο Εμβατήριο», Αθήνα 1937.

«Ο σταυρός και το σπαθί», Αθήνα 1939.

«Είλωτες», Αθήνα 1939.

«Ο εξουσιαστής», Αθήνα 1942.

«Το μεγάλο παιχνίδι», Αθήνα 1944.

«Αγνή», Αθήνα 1949.

«Θεοφανώ», Αθήνα 1956.

«Νύχτα στη Μεσόγειο», Αθήνα 1956.

«Τα λύτρα της ευτυχίας», Αθήνα 1959.

«Θωμάς ο δίψυχος», Αθήνα 1962.

«Ο πρόγονος», Αθήνα 1970.

Δοκίμια:

«Προσανατολισμός στον αιώνα», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1963.

«Το μυστήριο του Ιάγου», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1964.

«Αφιέρωμα στην τραγική μοίρα», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1970.

«Οι απόγονοι του Κάιν», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1972.

«Ποντοπόροι», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1975.

«Οδοιπόρος μιας εποχής», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1980.

«Ο άνθρωπος σε αδιέξοδο» Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1981.

«Eνας μεταβαλλόμενος κόσμος», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1983.

«Του καιρού και της δοκιμασίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1984.

«Η ανάγκη του στοχασμού», Οι εκδόσεις των φίλων, aθήνα 1985.

«Προσωπικές σημειώσεις», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1986.

««Κρίση και έλεγχος της εποχής μας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1989.

«Λίγο πριν από την αυλαία», Καστανιώτης, Αθήνα 1989.

«Επικεφαλής», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1990.

«Το πρωτείο του πνεύματος», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1991.

«Σε καμπή της ιστορίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1995.

«Σπουδή των ερωτημάτων», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1996.

Για μια δικαίωση του ανθρώπου», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1987.

Ιστορία:

«Η ελληνική εποποιία. Χρονικό του πολέμου 1940-41», Γενικό Eπιτελείο Στρατού 1964, Eστία 1980.

Mεταφράσεις:

Eυριπίδη, «Oρέστης» & «Oιδίπους επί Kολωνώ».

Tζόζεφ Kόνραντ, «O τυφώνας» & «Tα νιάτα».

Mπεν Tζόνσον, «Bολπόνε».

Ανρί Mπεργκσόν, «H δημιουργική εξέλιξη».

 

Πηγή:

  • Eθνικού Kέντρου Bιβλίου.

 

 

 

 

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ

 

 

Περίληψη


Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ διασκευάζει τη σειρά διηγημάτων του «Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ», δημιουργώντας ένα τηλεοπτικό είδος επαρχιακής ηθογραφίας που άφησε εποχή. Με την περιγραφική δεινότητα που τον διακρίνει, καταγράφει την καθημερινή ζωή, τις ασχολίες και τις εορταστικές στιγμές των κατοίκων της ΒΑΡΙΑΝΗΣ, που βρίσκεται στους πρόποδες του ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Διαμέσου του φωτογραφικού φακού του ΣΤΕΛΙΟΥ, του φωτογράφου του χωριού, αποκαλύπτεται η σκωπτική διάθεση των κατοίκων, η λαϊκή θυμοσοφία και η λοξή ματιά με την οποία οι απλοϊκοί άνθρωποι σχολιάζουν τα ελαττώματα των συγχωριανών τους. Στο πρώτο επεισόδιο της σειράς, ο ΣΤΕΛΙΟΣ αυτοσυστήνεται και περιγράφει συνοπτικά στιγμές από τη ζωή του. Πηγαίνοντας να φωτογραφίσει τη γριά ΓΚΕΚΑΙΝΑ συναντάει διάφορους συγχωριανούς του και σκιαγραφεί το χαρακτήρα τους. Φτάνει στο σπίτι του ΓΚΕΚΑ και απαθανατίζει τη γριούλα. Ο ΓΚΕΚΑΣ, που αισθάνεται υποχρεωμένος απέναντί του, θέλοντας να εκπληρώσει τη χάρη που του ζήτησε, παραβιάζει το νόμο και σκοτώνει ένα όρνιο. Η πράξη του αυτή γίνεται αντιληπτή από τον ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗ και, προκειμένου να διαλευκανθεί η υπόθεση, πηγαίνουν στο σπίτι του ΣΤΕΛΙΟΥ. Οι σωστοί χειρισμοί και η διπλωματική ικανότητα του ΣΤΕΛΙΟΥ καταπραΰνουν την οργή του ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗ. Ενώ οι τρεις άντρες ετοιμάζονται να βγάλουν αναμνηστική φωτογραφία, πληροφορούνται το θάνατο της ΓΡΙΑΣ ΓΚΕΚΑΙΝΑΣ.

 

Ανάλυση περιεχομένου

Κεφάλαιο 1

 

Τίτλοι αρχής.

 

Κεφάλαιο 2

 

Ο φακός κινείται πανοραμικά και αποκαλύπτει τον ορεινό όγκο του ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ. Εστιάζει στο χωριό ΒΑΡΙΑΝΗ και τα σπίτια που το απαρτίζουν. Πλάνο στον ΣΤΕΛΙΟ, τον φωτογράφο (ΝΑΣΟΣ ΚΕΔΡΑΚΑΣ), να αυτοσυστήνεται ενώ στηρίζεται σε φωτογραφική μηχανή μεγάλου φορμάτ. Περιγράφει τις δουλειές με τις οποίες είχε ασχοληθεί κατά καιρούς. Νοσταλγεί την εποχή που βρέθηκε με τον πατέρα του στην ΑΜΕΡΙΚΗ και επισημαίνει ότι οι καλλιτεχνικές του αναζητήσεις εξόργισαν τον πατέρα του, με αποτέλεσμα να επιστρέψουν στο χωριό, όπου εγκαταστάθηκε πλέον μόνιμα. Εξιστορεί τις συνθήκες ζωής στο χωριό και παράλληλα προσδιορίζει ότι οι ιστορίες που ακολουθούν διαδραματίζονται τέλη της δεκαετίας του ’30.

 

Κεφάλαιο 3

 

Ο ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΠΗΣ) κατεβαίνει τις σκάλες του σπιτιού του και καλημερίζει τον ΣΤΕΛΙΟ, που μεταφέρει τη φωτογραφική μηχανή. Συζητούν για τη φωτογράφιση της υπέργηρου μητέρας του ΓΚΕΚΑ. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ σκιαγραφεί το χαρακτήρα της και αναφέρεται στο ατύχημα που είχε. Ενώ προχωρούν συναντούν τον ΜΟΥΡΛΟΓΙΑΝΝΗ (ΠΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ), ο οποίος σέρνει το μουλάρι και αντιδρά μόλις αντικρίζει τον φωτογράφο, φοβούμενος ότι θα τον απαθανατίσει. Ο φωτογράφος αστειεύεται μαζί του, ενώ ο ΜΟΥΡΛΟΓΙΑΝΝΗΣ φεύγει τρέχοντας.

 

 

Κεφάλαιο 4

 

Οι δύο άντρες συνεχίζουν το δρόμο τους, βλέπουν τον ΓΕΡΟ ΠΑΥΛΗ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΣ) να κάθεται στα σκαλιά του σπιτιού του και τον προσεγγίζουν. Τον καλημερίζουν και τον ρωτούν για τα νέα του χωριού. Η απάντησή του δίνει την αφορμή στον φωτογράφο να τον περιγράψει. Την περιγραφή διακόπτει ο ΝΙΔΗΣ (ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΡΑΤΣΩΚΟΣ) που τρέχει προς το μέρος τους. Βεβαιώνει τον φωτογράφο ότι πολύ σύντομα θα τον καλέσει να τον φωτογραφήσει. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ του εγγυάται ότι όποτε θελήσει είναι στη διάθεσή του. Ο ΝΙΔΗΣ φεύγει και ο φωτογράφος σχολιάζει αυτά που ειπώθηκαν στον ΔΙΑΜΑΝΤΗ και εκφράζει τα παράπονά του για την αφερεγγυότητα των καπνεμπόρων.

 

Κεφάλαιο 5

 

Πλάνο με τον ΓΚΕΚΑ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ) και τη μητέρα του (ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΜΑΓΚΛΑΡΑ) να κοιτάζουν από το παράθυρο. Ο ΓΚΕΚΑΣ παροτρύνει με τρυφερότητα και χαριτολογήματα τη ΓΡΙΑ ΓΚΕΚΑΙΝΑ να φωτογραφηθεί, αλλά εκείνη αρνείται. Η εύθυμη συζήτηση μεταξύ τους συνεχίζεται. Πλάνο στο οποίο διακρίνονται γυναίκες του χωριού και ο φωτογράφος να απαθανατίζει τη ΓΡΙΑ ΓΚΕΚΑΙΝΑ. Ο φακός εστιάζει στη νύφη της, που κρατάει στην αγκαλιά της ένα μωρό και μιλάει για τον ευχάριστο χαρακτήρα της πεθερά της, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο άντρας της. Στη συνέχεια, ο ΓΚΕΚΑΣ παρακινεί τη μητέρα του να τραγουδήσει, ενώ ο φωτογράφος τούς δίνει οδηγίες, προκειμένου να γίνει σωστά η φωτογράφιση.

 

Κεφάλαιο 6

Ο φακός αποκαλύπτει πρόσωπα από το χωριό που έχουν συγκεντρωθεί στην αυλή του σπιτιού, για να παρακολουθήσουν τη φωτογράφιση. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ τους απομακρύνει και εστιάζει στη ΓΡΙΑ ΓΚΕΚΑΙΝΑ. Την παροτρύνει να χαμογελάσει αστειευόμενος μαζί της κι εκείνη ανταποκρίνεται. Η φωτογράφιση ολοκληρώνεται και ο ΓΚΕΚΑΣ τον ξεπροβοδίζει. Συζητούν για τις φωτογραφίες της ΓΡΙΑΣ ΓΚΕΚΑΙΝΑΣ, ο φωτογράφος υπόσχεται ότι θα κάνει το καλύτερο δυνατό και ζητάει κι εκείνος με τη σειρά του χάρη από τον ΓΚΕΚΑ, ο οποίος υπόσχεται ότι, παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν, θα τον εξυπηρετήσει. Χαιρετιούνται και φεύγουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

 

Κεφάλαιο 7

 

Πλάνο με τον ΓΚΕΚΑ που ανεβαίνει στο βουνό κρατώντας καραμπίνα. Παραφυλάει πίσω από βράχο και μόλις εμφανίζεται το θήραμα πυροβολεί. Τρέχει να το πιάσει και συναντάει δύο συγχωριανούς του, τους ρωτάει για το θήραμα και προσπαθεί να δικαιολογήσει την πράξη του. Εκείνοι τον πληροφορούν για την τοποθεσία όπου έπεσε το όρνιο, τον χαιρετούν και φεύγουν.

 

Κεφάλαιο 8

 

Πλάνο με τον ΓΚΕΚΑ, που κατευθύνεται τρέχοντας προς την περιοχή που έπεσε το κυνήγι. Ξαφνιάζεται μόλις αντικρίζει τον ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗ (ΛΑΖΟΣ ΤΕΡΖΑΣ) να κρατάει στα χέρια του το θήραμα. Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ τον επιπλήττει, ενώ εκείνος προσπαθεί να δικαιολογηθεί και να αποσπάσει το όρνιο. Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ του απαγγέλλει τις κατηγορίες για παράνομη θήρα. Ο ΓΚΕΚΑΣ προσπαθεί να τον πείσει ότι πρώτη φόρα παραβίασε το νόμο και εξηγεί τους λόγους. Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ είναι ανένδοτος, τον κατηγορεί για ψευδομαρτυρία και κατευθύνονται μαζί προς το σπίτι του φωτογράφου.

 

 

Κεφάλαιο 9

 

Πλάνο στον φωτογράφο, στο σπίτι του, να παίζει λαούτο. Το πλάνο αλλάζει, ο ΓΚΕΚΑΣ με τον ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗ διασχίζουν το χωριό και φτάνουν στο σπίτι του φωτογράφου. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ τους καλωσορίζει και ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ του εκθέτει την κατάσταση. Ο φωτογράφος τον διακόπτει και παραγγέλνει στη γυναίκα του (ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΣΟΥΔΑΚΗ) καφέδες, προκειμένου να καλοπιάσει τον ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗ. Ενώ ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ παρατηρεί το χώρο ο ΓΚΕΚΑΣ με τον φωτογράφο συνεννοούνται με νοήματα.

 

Κεφάλαιο 10

 

Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ κοιτάζοντας το λαούτο θέτει ερωτήσεις στον φωτογράφο και στη συνέχεια του ζητάει να παίξει έναν τσάμικο. Ο φωτογράφος δέχεται με χαρά και ερμηνεύει το παραδοσιακό τραγούδι «ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΕ Ο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ». Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ, ενθουσιασμένος, παρακινεί τον ΓΚΕΚΑ να χορέψουν, του δίνει το μαντίλι και σέρνει το χορό. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ λεει στη γυναίκα του να κεράσει τσίπουρο, εφόσον οι καλεσμένοι είναι σε κατάσταση ευθυμίας.

 

Κεφάλαιο 11

Πλάνο στους τρεις άντρες στην αυλή του σπιτιού. Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ αστειεύεται με τον ΓΚΕΚΑ και του δίνει και τη δική του παραγγελία. Ενώ οι τρεις άντρες ετοιμάζονται να βγάλουν αναμνηστική φωτογραφία ακούγεται πένθιμος ήχος καμπάνας. Πληροφορούνται το θάνατο της μητέρας του ΓΚΕΚΑ. Ο ΓΚΕΚΑΣ περίλυπος συνειδητοποιεί ότι άθελά του εκπλήρωσε την επιθυμία της μητέρας του. Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ και ο ΣΤΕΛΙΟΣ του συμπαραστέκονται σιωπηλοί.

 

Κεφάλαιο 12

 

Πλάνο με τον ΓΚΕΚΑ να φιλάει και να αγκαλιάζει τρυφερά τη μητέρα του, ενώ παράλληλα ακούγονται οι καμπάνες να χτυπούν πένθιμα. Το πλάνο λειτουργεί ως αναδρομή στις στιγμές της φωτογράφισης.

 

Κεφάλαιο 13

 

Τίτλοι τέλους

 

Συντελεστές


Παραγωγή:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Σκηνοθεσία:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΟΓΙΑΖΟΣ
Σενάριο:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ
Φωτογραφία:
ΣΑΚΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ
Ηχοληψία:
ΝΙΚΟΣ ΑΧΛΑΔΗΣ
ΣΠΥΡΟΣ ΔΡΟΣΟΣ
Σόλο κλαρίνο:
ΜΑΝΙΚΟΓΙΑΝΝΟΣ
Μοντάζ:
ΣΑΚΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ
Κοστούμια ντεκόρ:
ΑΚΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Βοηθός σκηνοθέτης:
ΤΑΚΗΣ ΚΑΤΣΕΛΗΣ
Βοηθός οπερατέρ:
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ
Φροντιστής:
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΑΚΛΑΒΑΣ
Βοηθός παραγωγής:
ΤΑΣΟΣ ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ
Ηλεκτρολόγος:
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΑΒΒΑΣ
Ηθοποιοί:
Ο φωτογράφος του χωριού:
ΝΑΣΟΣ ΚΕΔΡΑΚΑΣ
Γυναίκα του:
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΣΟΥΔΑΚΗ
Λάμπης:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΑΝΑΣ
Γκέκας:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ
Γριά γκέκαινα:
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΜΑΓΚΛΑΡΑ
Ενωμοτάρχης:
ΛΑΖΟΣ ΤΕΡΖΑΣ
Διαμαντής:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΠΗΣ
Μουρλογιάννης:
ΠΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Γερο παυλής:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΣ
Νίδης:
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΡΑΤΣΩΚΟΣ
Και οι κάτοικοι του χωριού:
ΒΑΡΙΑΝΗ ΠΑΡΝΑΣΣΙΔΟΣ
Παραγωγή:
J. P. PRODUCTIONS
Για την Ε. Ρ. Τ.

Παραγωγή
ΕΡΤ

 

Πηγή

 

 

ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ (1798 – 1957)

 

  •    Αναπλιώτης Αντ.
  •    Βαρδουνιώτης Δημ.
  •    Βυζάντιος Αλέξ.
  •    Γραικός Ρ.
  •    Δελή Εύα
  •   Δελή Υπατία
  •  Δημόπουλος Τάκης
  •  Κωστούρος Θ.
  •  Λογοθέτης Γεώργ.
  •  Μάναρης Ζ.
  •   Μουτζουρίδης Αλ.
  •   Μουτζουρίδης Πραξ.
  •   Νικολάρας Ανδρέας
  •   Παναγιωτόπουλος Σπ.
  •   Παπασπύρου Μήτσος
  •   Παράσχος Αχ.
  •   Πετρής Π.
  •   Στεφανόπουλος Τρ.
  •   Τσουκαντάς Γιώργος
  •   Φρεδιανός Τάκης
  •   Χαδιαράκος Αγγ.
  •   Χριστόπουλος Α.

 

Πηγές

 

  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  • Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Νικόδημος Βρέλλος (1898-1954): Αρχιμανδρίτης, αγιογράφος, ελεήμονας και

μεγάλος ευεργέτης του Άργους.

 

 

Γεννήθηκε στον Πειραιά. Ο πατέρας του Μιχαήλ Βρέλλος ήταν Σπετσιώτης και η μητέρα του Ασπασία, το γένος Βούλγαρη, Αργειτοπούλα. Είχε έναν αδελφό, τον Ευάγγελο, μικρότερό του κατά τέσσερα έτη, ο οποίος παντρεύτηκε στο Άργος την Όλγα Μοσχόγιαννη. Ο πατέρας Μιχαήλ Βρέλλος εγκατέλειψε τον ονομαστό ελαιώνα Βρέλλου και ό λη την περιουσία του στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου άνοιξε δύο μανάβικα σε μικρά απόσταση μεταξύ τους στα «Λεμονάδικα». Πέθανε όμως νέος, όταν τα παιδιά του ήταν 7 και 3 ετών αντίστοιχα. Γι’ αυτό και ο Νικόδημος, κατά κόσμον Γεώργιος Βρέλλος, ενώ φοιτούσε στο Α΄ Ελληνικό Σχολείο Πειραιά (αντίστοιχο προς το σημερινό γυμνάσιο) αναγκάστηκε να εργάζεται ταυτόχρονα σε εταιρεία παρασκευής χρωμάτων.

 

Ο Γεώργιος Βρέλλος από μικρός είχε ιδιαίτερη κλίση προς την εκκλησία και επιθυμούσε να γίνει ιερέας ή μοναχός, παρά τις αντιρρήσεις της χήρας μητέρας του. Γι’ αυτό, σε ηλικία 14 χρόνων έφυγε για το Άγιον Όρος χωρίς τη συναίνεση της μητέρας του. Εκεί έλαβε το όνομα Νικόδημος.

 

Νικὀδημος Βρ�λλος

Νικὀδημος Βρέλλος

 

 

Από τον προσωπικό του φάκελο, τον οποίο εντοπίσαμε στα γραφεία της Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος, προκύπτει ότι ο Νικόδημος χειροτονήθηκε διάκονος στις 12 Ιουνίου 1918 από τον Κονίτσης Παΐσιο στο Άγιο Όρος και ότι μόνασε «εις την Ιεράν Σκήτην της Αγίας Άννης». Όμως, η μητέρα του αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στο Άργος με το μικρότερό της γιο Ευάγγελο και παρακαλεί το Νικόδημο να έρθει μαζί της. Εκείνος υπακούει και εγκαταλείπει το Άγιον Όρος. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς, πιθανότατα το 1922 – έτος της μικρασιατικής καταστροφής – γιατί από τον προσωπικό του φάκελο πληροφορούμαστε ότι υπηρέτησε ως ιεροδιάκονος στον Άγιο Πέτρο Άργους από το 1922 έως το 1934. Την ίδια χρονιά (25-3-1934) χειροτονήθηκε πρεσβύτερος «από τον Αργολίδος Ιερόθεον εκ Ν. Σμύρνης» και «την αυτήν ημέραν ετοποθετήθη εις τον Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου ως προσωρινός εφημέριος». Αργότερα (1936 και μετά) ήταν εφημέριος στον Αϊ-Γιάννη, στην Παναγία την Πορτοκαλούσα, αλλά και στον Άγιο Νικόλαο, πιθανότατα την περίοδο της κατοχής και μετά, όπως θυμούνται και μαρτυρούν τα ανήψια του και άλλοι Αργείοι. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν και πάλι εφημέριος στον Αϊ-Γιάννη και λίγους μήνες πριν πεθάνει ιερουργούσε στον Άγιο Βασίλειο μαζί με τον π. Γεώργιο Πηλιαφά. Ο φάκελλός του είναι ελλιπής και δεν σημειώνονται οι αντίστοιχες χρονολογίες για τα παραπάνω, ούτε μνημονεύεται η χειροτονία του ως αρχιμανδρίτη. Όμως, η περιβολή του, τα αναγραφόμενα στον τάφο του και οι μαρτυρίες των συμπολιτών του βεβαιώνουν το βαθμό της ιεροσύνης.

 

Όσο μόναζε στο Άγιον Όρος, είχε την ευκαιρία ν’ αξιοποιήσει το ταλέντο του και να γίνει εξαίρετος αγιογράφος. Αρκετές εικόνες του κοσμούν εκκλησίες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής ή ευρίσκονται σε σπίτια ιδιωτών. Πολλές από αυτές είναι ανυπόγραφες. Στην Παναγία την Κατακεκρυμμένη υπάρχει ανυπόγραφη εικόνα του Βρέλλου, στην οποία παριστάνεται ο Άγιος Πατρίκιος, Επίσκοπος Προύσης.

 

Όταν υπογράφει, η υπογραφή του ποικίλει: «Γεώργιος Βρέλλος ιεροδιάκονος», «Γερόντιος Νικόδημος Βρέλλος», «ΓΒ». Στον Ι. Ν. της Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου εντοπίσαμε τρεις εικόνες ιδιαίτερα μεγάλου μεγέθους, τις οποίες πλαισιώνει πλατιά κορνίζα: του Μιχαήλ και Γαβριήλ (1928), του Αγίου Σώζοντος (1924) και του Αγίου Φανουρίου (1929).

Με βάση τα χρώματα, τα περιγράμματα και την έκφραση των εικονιζομένων, παρατηρούμε ότι ο Νικ. Βρέλλος προσπαθεί να ξεφύγει από τον αυστηρό ρυθμό της βυζαντινής αγιογραφίας, η οποία επιδιώκει την πνευματικότητα των μορφών με την εξαΰλωση τους. Ο Βρέλλος αναζητά πιο ανθρώπινες υπάρξεις, επιδιώκοντας την τρίτη διάσταση του βάθους και αφαιρώντας από τα πρόσωπα τη θεϊκή αυστηρότητα.

 

   

Το όνομα του Νικόδημου Βρέλλου έμεινε στη συνείδηση των Αργείων για τις μεγάλες φιλανθρωπίες του. Γνώριζε τις οικογένειες και ήξερε τις οικονομικές δυνατότητες καθεμιάς. Αγόραζε ρούχα και παπούτσια για τα γυμνά και ξυπόλητα παιδιά. Ζητούσε από τους παντοπώλες και του έδιναν ο ένας μια οκά ζάχαρη, ο άλλος μια οκά αλεύρι, ο άλλος λίγα μακαρόνια, γέμιζε τσάντες και τις έστελνε με τον νεωκόρο όπου υπήρχε μεγάλη ανάγκη. Άλλοτε έστελνε την κατσαρόλα με μαγειρεμένο φαγητό με τον ανηψιό του Πέτρο, που ήταν τότε μικρό παιδί (μαρτυρία του ίδιου).

Δεν κρατούσε για το σπίτι του ούτε ένα πρόσφορο. Τα ψυχοσάββατα φόρτωνε μια σούστα με πρόσφορα, τα οποία μοίραζε σε φτωχές οικογένειες.

 

Ο παπα-Νικόδημος έζησε και έδρασε σε εποχές δύσκολες. Το βιοτικό επίπεδο του λαού ήταν πολύ χαμηλό. Ιδιαίτερα την περίοδο της κατοχής αλλά και αργότερα, στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου, λίγο ψωμί ή μια γαλοπούλα τα Χριστούγεννα ή μια κατσαρόλα με μαγειρεμένο φαγητό ήταν μια ανάσα για οικογένειες που λιμοκτονούσαν. Όταν έφυγε από τούτη τη ζωή, βρέθηκαν επάνω του λίγες δραχμές, που σημαίνει πως δεν είχε πάψει να αναλώνει το μισθό του στις φιλανθρωπίες και να νοιάζεται για το ποίμνιό του, παρόλο που η ασθένειά του τον κατέτρυχε. «Κράτα κάτι και για σένα», τον παρότρυναν οι δικοί του. «Ο Θεός έχει για μένα», απαντούσε.

 

Ο παπα-Νικόδημος είχε κατορθώσει να έχει άριστες σχέσεις με όλα τα κοινωνικά στρώματα και τις πολιτικές παρατάξεις. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι κατέφευγαν αντάρτες στο σπίτι του και κατόρθωνε μετά να τους κατευοδώνει μέχρι τον Ξεριά, ώστε να διαφύγουν προς τα βουνά, χωρίς να πέσουν σε γερμανική περίπολο. Εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα στο ακέραιο και ευσυνείδητα. Είχε κηδέψει σκοτωμένους Γερμανούς, ταγματασφαλίτες, χωροφύλακες και αντάρτες που αλληλοσκοτώνονταν στον εμφύλιο. Τους νεκρούς τους θεωρούσε ιερούς και δεν έκανε καμία απολύτως διάκριση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1957 ήλθε στο Άργος πρεσβεία εκ μέρους της Δυτ. Γερμανίας, για να τον τιμήσει με παράσημο, επειδή κήδευε τους νεκρούς γερμανούς στρατιώτες με όλες τις τιμές των νεκρών (μαρτυρία Μιχ. Βρέλλου). Ο παπάς τότε δεν ζούσε. Αλλά πέραν τούτου, είχε κατορθώσει να έχει καλές σχέσεις με τους κατακτητές. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ήταν γερμανόφιλος· απεναντίας, μπορούσε να παρεμβαίνει όταν χρειαζόταν, και είχε γλιτώσει πολλούς από βέβαιο θάνατο.

 

Ο παπα-Νικόδημος ήταν ακέραιος χαρακτήρας και τον κοσμούσαν όλες οι χριστιανικές αρετές, γιατί έκανε πράξη τον λόγο του Ευαγγελίου. Όλοι τον εκτιμούσαν, τον σέβονταν και τον εμπιστεύονταν, γιατί ήξεραν ότι δεν θα τους προδώσει ποτέ. Ταυτόχρονα ήταν και πανέξυπνος, γι’ αυτό και μπορούσε να κρατάει ισορροπίες· και αξιοποιώντας το σχήμα του, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό εκ μέρους των κατακτητών, μπορούσε να βοηθάει τους διωκόμενους ή όσους είχαν ανάγκη. Όταν π.χ. συνόδευε κάποιον αντάρτη της εθνικής αντίστασης, κρατούσε το Άγιο Δισκοπότηρο, για να δείξει τάχα ότι θα κοινωνούσε κάποιον ετοιμοθάνατο. Η γερμανική περίπολος – αν τύχαιν ε– σταματούσε και χαιρετούσε!…

Πέθανε στο σπίτι όπου διέμενε (Υψηλάντη 30, κοντά στον Αϊ-Γιάν-νη) στις 9 Οκτωβρίου 1954 σε ηλικία 56 ετών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, που τον κατευόδωσαν μέχρι την τελευταία του κατοικία στο κοιμητήρι της Παναγιάς, τιμώντας τον καλό χριστιανό και άξιο ποιμενάρχη.

 

Πηγή

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης. << ΑΡΓΟΣ τό πολυδίψιον>>. Ἐκδόσεις ἐκ Προοιμίου. Ἄργος 2007.

 

Ευάγγελος Στασινόπουλος

Πρωτοπρεσβύτερος – Θεολόγος (1921-2006).

 

 

Ο Ευάγγελος Στασινόπουλος γεννήθηκε στο Άργος τον Ιούνιο του 1921. Γονείς του, ὁ Παναγιώτης Στασινόπουλος, παραγωγός και επαγγελματίας τροφίμων και η Βασιλική Παΐβανὰ από την Δαλαμανάρα. Το 1923 μένει ορφανός από Μητέρα και το 1931 και από Πατέρα σε ηλικία μόλις 10 ετών. Τελειώνει τις εγκύκλιες σπουδές του στο Άργος με άριστα και το 1939 δίνει εξετάσεις και εισάγεται στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών επίσης με άριστα.

 

Το 1946 στρατεύεται και υπηρετεί την θητεία του ως Λοχίας εκπαιδευτής Υγειονομικού.

Το 1947 – στρατιώτης ακόμη – λαμβάνει το πτυχίο του με άριστα. Το 1950 επιστρέφει στο Άργος και υπηρετεί στην Μητρόπολη Αργολίδος ως λαϊκός Ιεροκήρυξ. Μετά ένα έτος νυμφεύεται την δασκάλα Φωτεινή Φίλη και αποκτά μαζί της 2 αγόρια και 2 κορίτσια.

 

Στις 17 Ιουλίου 1952 ὁ τότε Μητροπολίτης Χρυσόστομος Ταβλαδωράκης, εκτιμών τα πνευματικὰ χαρίσματά του, το αδαμάντινόν του χαρακτήρος του, καθώς και τον ζήλον του για την δόξα της Εκκλησίας, τον χειροτονεί Διάκονο στον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου και μετά τρεις ημέρες πρεσβύτερο στην Κοίμηση της Θεοτόκου όπου τον τοποθετεί εφημέριο.

 

Το 1957 μετατίθεται στον Καθεδρικό Ιερὸ Ναὸ του Αγίου Πέτρου ως Προϊστάμενος και  Αρχιερατικός Επίτροπος Άργους. Άριστος Λειτουργός αποτελεί υπόδειγμα για τούς νεώτερους Κληρικοὺς και αρκετοί, με την προτροπή του Μητροπολίτη, μαθητεύουν κοντά του. Δραστήριος και οργανωτικός ανακατασκευάζει μεγάλο μέρος του Ναού και τον ανακαινίζει εσωτερικά και εξωτερικά.

 

Από το 1942 ακόμη, μαζί με άλλους δεκαπέντε Άργείους,  ιδρύει την Χριστιανική Ένωση Ανδρών Άργους και το 1954 με πολλές προσπάθειες κτίζει το κτίριο επὶ τής οδού Κοφινιώτου.

 

Ως Ιερέας οργανώνει ομάδα εξωτερικής ιεραποστολής και ενισχύει τις προσπάθειες της Εκκλησίας στην Κορέα, στην Αφρική και στην Ινδία.

 

Μία πολυσχιδής προσωπικότητα όπως ὁ Ευάγγελος Στασινόπουλος δεν θα μπορούσε να περιορισθεί μόνο στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα. Το 1961 διορίζεται Αντιπρόεδρος του ΠΙΚΠΑ μέχρι το 1965 και το 1973 υπηρετεί ως Αντιπρόεδρος τους σκοποὺς του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.  Από το 1968 έως το 1979 διδάσκει ως Καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Το 1975 αναλαμβάνει το έργο της φιλανθρωπίας και οργανώνει το φιλόπτωχο ταμείο του Αγίου Πέτρου.

 

Ο Σύλλογος Αργείων ο « Δαναός » αναγνωρίζων την επὶ 20 χρόνια προσφορά του ως Προέδρου, την διαρκή και  ενεργό παρουσία του, την επιτυχή εποπτεία για την λειτουργικότητα του Συλλόγου, του απονέμει στις 3 Μαΐου 2000 την τιμητική διάκριση του Επιτίμου Προέδρου και το μετάλλιο της εκατονταετηρίδος του Συλλόγου μετά τιμητικού διπλώματος.

 

Την Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2006, ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Ευάγγελος Στασινόπουλος καταλείπει τα επίγεια και μετοικεί  εις την ποθητή πατρίδα, την Βασιλεία των Ουρανών.

 

Ο αείμνηστος Ευάγγελος Στασινόπουλος συνέγραψε βιβλίο με τίτλο « Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Βίος, Ιστορία Καθεδρικού Ναού, Ακολουθίαι». Επίσης, συμπλήρωσε το βιβλίο του Αναστ. Τσακόπουλου « Ο Ιερός ναός της Ζωοδόχου Πηγής εν Κεφαλαρίω » και τέλος το τευχίδιο «86 χρόνια πορεἰας 1895-1980».

 

 

Πηγή

 

  • Αρχεία Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός».